Μαρία Τσολακούδη: Arte povera


Μα­ρί­α Τσο­λα­κού­δη


Arte Povera


ΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ἦ­ταν μπηγ­μέ­νη στὰ κάγ­κε­λα τῆς βε­ράν­τας κι ἀ­πὸ κά­τω ἦ­ταν στε­ρε­ω­μέ­νο ἕ­να δί­χτυ ψα­ρέ­μα­τος ποὺ ἔ­φτα­νε μέ­χρι τὸ πε­ζο­δρό­μιο. Πά­νω στὸ δί­χτυ ἦ­ταν καρ­φι­τσω­μέ­να ἕ­να πλῆ­θος ἑ­τε­ρό­κλη­των ἀν­τι­κει­μέ­νων. Στά­θη­κα καὶ τὰ πε­ρι­ερ­γα­ζό­μουν.

        Ἕ­νας ψη­λὸς με­σό­κο­πος ἄν­τρας βγῆ­κε στὴ βε­ράν­τα. Φο­ροῦ­σε φόρ­μα γυ­μνα­στι­κῆς καὶ παν­τό­φλες.

        — Μπο­ρῶ νὰ βγά­λω φω­το­γρα­φί­ες; τὸν ρώ­τη­σα δεί­χνον­τας τὸ δί­χτυ.

        — Ὅ­ποι­ος περ­νᾶ αὐ­τὸ κά­νει. Ντό­πιοι καὶ του­ρί­στες. Οὔ­τε ποὺ ρω­τᾶ­νε.

        Κα­τέ­βη­κε τὰ λί­γα σκα­λο­πά­τια ποὺ τὸν χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ στά­θη­κε δί­πλα μου.

        — Αὐ­τό, εἶ­πε κι ἔ­δει­ξε στὸ κέν­τρο τῆς σύν­θε­σης, εἶ­ναι ἡ καρ­διὰ τοῦ παι­διοῦ μου καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Βγαί­νω ἔ­ξω τα τα­κτο­ποι­ῶ, τοὺς ἀλ­λά­ζω θέ­ση ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μπαί­νω στὸ σπί­τι καὶ μι­λῶ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἀλ­λὰ μή­πως ἀ­πάν­τη­σαν πο­τὲ σὲ κα­νέ­ναν;

        Ἔ­φυ­γα βι­α­στι­κὰ χω­ρὶς νὰ τρα­βή­ξω φω­το­γρα­φί­ες. Ἔ­τσι πα­ρα­θέ­τω ἀ­πὸ μνή­μης. Ὑ­πῆρ­χαν: τὸ δί­χτυ, μιὰ μπά­λα πο­δο­σφαί­ρου, ἕ­να σω­σί­βιο, κου­βα­δά­κι καὶ φτυ­α­ρά­κι, ἕ­να καύ­κα­λο χε­λώ­νας, ση­μαιά­κι τοῦ Ὀ­λυμ­πια­κοῦ, ρό­δα πο­δη­λά­του, εἰ­κο­νί­τσα τῆς Πα­να­γί­ας, κυ­πε­λά­κι πα­γω­τοῦ καί, στὸ κέν­τρο τῆς σύν­θε­σης μιὰ καρ­διὰ ἀ­πὸ γύ­ψο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Τσο­λα­κού­δη (Λῆ­μνος). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πρῶτο της βιβλίο: Γραμ­μα­τι­κὴ (διηγήματα, ἐκ­δ. Τό­πος, 2009).


Διαφημίσεις

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou): Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς



Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou)


Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς

(Angelheaded Hipsters)


ΟΝ ΕΙΔΕ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ με­τρό. Στε­κό­ταν μὲ τὸ μέ­τω­πο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ τζά­μι τῆς πόρ­τας καὶ κοί­τα­ζε ἔ­ξω. Ἦ­ταν με­λα­χρι­νός, μὲ ψη­λὰ ζυ­γω­μα­τι­κά. Τὰ μά­τια του δὲν τὰ εἶ­χε δεῖ ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ εἶ­χαν τὸ χρῶ­μα τοῦ πά­γου. Πρό­σε­ξε τὶς ὠ­μο­πλά­τες ποὺ προ­ε­ξεῖ­χαν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ δερ­μά­τι­νο σα­κά­κι του. Κά­τι τὸν ἔ­σπρω­ξε νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει τό­τε, γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὸς ἂν καὶ ἀγ­γε­λό­μορ­φος ἔ­τσι ὅ­πως στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε στὸν ὦ­μο. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε σὰν νὰ τὸν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ και­ρό. Τὸ βλέμ­μα του τὸν ἔ­κα­νε νὰ δι­στά­σει λί­γο, ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα —ποὺ βρῆ­κα ξαφ­νι­κὰ τέ­τοι­ο θρά­σος;— ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι του κά­τω ἀ­πὸ τὸ σα­κά­κι του γιὰ ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὰ ἐ­ξογ­κώ­μα­τα στὴν πλά­τη του. Ἀ­νέ­συ­ρε τὴν πα­λά­μη του μα­τω­μέ­νη. «Πᾶ­με σπί­τι μου», τοῦ εἶ­πε. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Μά­τω­σε ἔ­τσι καὶ τὸ δι­κό του. Ὁ κό­σμος τοὺς κοί­τα­ζε. Κα­τέ­βη­καν στὴν ἑ­πό­με­νη στά­ση καὶ περ­πά­τη­σαν τὴν ὑ­πό­λοι­πη δι­α­δρο­μὴ μέ­σα στὴ βρο­χή.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός του, πέ­τα­ξε τὰ κλει­διὰ στὸ τα­σά­κι δί­πλα στὴν εἴ­σο­δο καὶ πῆ­γε στὸ μπά­νιο νὰ φέ­ρει πε­τσέ­τες. Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν στὸ κα­τώ­φλι, στά­ζον­τας, ἀ­κί­νη­τος. Τὸ ἀ­γό­ρι ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ τὶς πε­τσέ­τες, τὸν εἶ­δε ποὺ στε­κό­ταν. «Για­τί δὲν μπαί­νεις μέ­σα;», τὸν ρώ­τη­σε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τὸν τρά­βη­ξε νὰ κα­θί­σει στὸ στρῶ­μα ποὺ σχε­δὸν γέ­μι­ζε τὸ μο­να­δι­κὸ δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ. Τοῦ σκού­πι­σε τὰ μαλ­λιὰ μὲ τὴν πε­τσέ­τα. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἔ­λε­γε τί­πο­τα. Εἶ­χε τὴν πλά­τη του γυ­ρι­σμέ­νη κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὰ μά­τια του, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κοί­τα­ζαν τὴ μα­τω­μέ­νη του πα­λά­μη. Τὰ σγου­ρὰ μαλ­λιά του ἀ­νέ­δι­δαν ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο ἄ­ρω­μα. Τί τοῦ θύ­μι­ζε; Τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ σα­κά­κι. Τὸ μπλου­ζά­κι του ἦ­ταν μου­λι­α­σμέ­νο στὸ αἷ­μα.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε. Πῆ­γε στὸ μπά­νιο κι ἔ­φε­ρε μιὰ λε­κά­νη μὲ νε­ρὸ κι ἕ­να σφουγ­γά­ρι. Ξα­να­κά­θι­σε στὸ στρῶ­μα.

            «Πρέ­πει νὰ σὲ πλύ­νω», τοῦ εἶ­πε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε, κοί­τα­ζε ἀ­κό­μα τὸ αἷ­μα στὴν πα­λά­μη του.

            «Πο­νᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε.

            Τό­τε μί­λη­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρά. «Δὲν πο­νά­ω», εἶ­πε μὲ μιὰ ἑρ­μα­φρό­δι­τη φω­νὴ ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἀ­γό­ρι ν’ ἀ­να­τρι­χιά­σει. Τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ αἴ­σθη­ση.

            Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ μπλου­ζά­κι. Τὸ δέρ­μα του ἦ­ταν ἁ­πα­λό. Ὅ­που δὲν ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μὲ ξε­ρα­μέ­νο αἷ­μα, εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τῆς ἄμ­μου. Αὐ­τὸ εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε τὸ ἀ­γό­ρι. Τὰ μαλ­λιὰ του μυ­ρί­ζουν ἔ­ρη­μο. Τὸ ἤ­ξε­ρε, κι ἂς μὴν εἶ­χε πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο πο­τέ.

            Τὸ ἀ­γό­ρι βού­τη­ξε τὸ σφουγ­γά­ρι στὴ λε­κά­νη κι ὕ­στε­ρα τὸ στράγ­γι­ξε. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στοὺς ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νους χόν­δρους, ἐ­κεῖ­νος ρί­γη­σε. Τὸ σῶ­μα του ἦ­ταν δυ­να­τό, γραμ­μω­μέ­νο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὶς δυ­ὸ πλη­γὲς στὴν πλά­τη του. Τὸ ἀ­γό­ρι δού­λευ­ε ὅ­σο πιὸ μα­λα­κὰ μπο­ροῦ­σε. Μό­λις τε­λεί­ω­σε, πῆ­ρε τὴ μα­τω­μέ­νη λε­κά­νη καὶ τὴν πῆ­γε στὸ μπά­νιο. Τὴν ἄ­δεια­σε στὸ νε­ρο­χύ­τη, πα­λεύ­ον­τας μὲ τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι πε­τοῦ­σε κά­τι πο­λύ­τι­μο.


            «Δι­ψᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε. «Νὰ σοῦ φέ­ρω κά­τι νὰ πι­εῖς;»

            «Δὲν πί­νω», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.

            «Πει­νᾶς;»

            «Δὲν τρώ­ω.»

            «Τί θέ­λεις; Θέ­λεις ἕ­να τσι­γά­ρο;»

            «Ἁ­πλὰ μί­λα μου. Πές μου μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            Τό­τε τὸ ἀ­γό­ρι τοῦ εἶ­πε γιὰ τὸν τύ­πο ποὺ κα­τά­πι­νε σπα­θιὰ καὶ μα­χαί­ρια στὸ Σό­χο. Μιὰ μέ­ρα, κα­θὼς εἶ­χε στὸν οἰ­σο­φά­γο του τρί­α κο­φτε­ρὰ ξί­φη, ἕ­νας ἄν­τρας στα­μά­τη­σε μπρο­στά του καὶ τὸν κοί­τα­ζε. Ὁ περ­φόρ­μερ ἦ­ταν γυ­μνό­στη­θος. Φο­ροῦ­σε ἕ­να πέ­τσι­νο παν­τε­λό­νι καὶ μιὰ ζώ­νη μὲ καρ­φιά. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­σε κά­τι στὸ ἀ­φτί. Ὁ περ­φόρ­μερ τό­τε συ­στρά­φη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ τὰ μά­τια του γέ­μι­σαν τρό­μο. Ἔ­βγα­λε ὅ­πως-ὅ­πως τὰ σπα­θιὰ ἀ­πὸ τὸ στό­μα του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ξερ­νά­ει αἷ­μα. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς ἔ­φυ­γε. Ὁ περ­φόρ­μερ δὲν ξα­να­μί­λη­σε πο­τέ. Κά­ποι­οι εἶ­παν ὅ­τι εἶ­χε σκί­σει τὶς φω­νη­τι­κές του χορ­δές. Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει τί τοῦ εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

            «Σοῦ ἄ­ρε­σε;» ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Μοῦ ἀ­ρέ­σουν ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες. Ἂν καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες τὶς ἔ­χω ξα­να­κού­σει», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.


Τὸ πρω­ὶ τὸν ἄ­φη­σε στὸ σπί­τι, κα­θι­σμέ­νο πλά­ι στὸ πα­ρά­θυ­ρο, καὶ πῆ­γε στὴ δου­λειά. Τὸ δι­σκά­δι­κο ἦ­ταν σχε­δὸν ἄ­δει­ο ὅ­λη μέ­ρα. Πέ­ρα­σε τὴν ὥ­ρα χα­ϊ­δεύ­ον­τας τοὺς δί­σκους μὲ τὰ δά­χτυ­λα καὶ κοι­τά­ζον­τας ἐ­ξώ­φυλ­λα. Ἡ Πά­τι Σμίθ, ὄ­μορ­φη σὰν ἀ­γό­ρι, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο, κοι­τά­ζει τὸ φα­κὸ μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τι­ράν­τες της καὶ τὸ σα­κά­κι στὸν ὦ­μο. Οἱ Μπὴτλς ἔ­χουν λα­στι­χω­τὲς ψυ­χὲς κι ὁ Τζὸν Λέ­νον χα­μο­γε­λά­ει. Τὰ Μπὴτς Μπό­υς τα­ΐ­ζουν μη­ρυ­κα­στι­κά. Ὁ Μέ­ρι­λυν Μάν­σον με­τα­μορ­φώ­νε­ται ἀ­πὸ σκου­λή­κι σὲ ἄγ­γε­λο.

            Ὅ­ταν γύ­ρι­σε, τὸν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μπρού­μυ­τα στὸ στρῶ­μα. Οἱ χόν­δροι στὴν πλά­τη του ἐ­ξεῖ­χαν σὰν δυ­ὸ ξα­σπρι­σμέ­να βου­νὰ στὴν ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς σάρ­κι­νης χώ­ρας. Κά­θι­σε δί­πλα του στὸ στρῶ­μα καὶ δι­έ­τρε­ξε τὴν πλά­τη του μὲ τ’ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι.

            «Ἦ­ταν τρο­με­ρό;» τὸν ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Ναί.»

            «Πῶς ἔ­νι­ω­σες;»

            «Ὁ νοῦς μου στα­μά­τη­σε κι ἡ καρ­διά μου ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πά­ει.»

            «Καὶ τώ­ρα τί εἶ­σαι;»

            «Ὅ,τι ἤ­μουν πάν­τα. Δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀλ­λά­ξεις αὐ­τὸ ποὺ εἶ­σαι.»

            «Καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σεις;»

            «Μπο­ρῶ. Τί­πο­τα δὲν κρα­τά­ει αἰ­ώ­νια.»

            «Για­τί τὸ ἔ­κα­νες;»

            Ἐ­κεῖ­νος ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους του.

            «Ἤ­θε­λα νὰ δῶ τὸ Λον­δί­νο ἀ­πὸ κον­τά.»

            Τὸ ἀ­γό­ρι σκέ­φτη­κε γιὰ λί­γο. «Ποῦ πή­γαι­νες ὅ­ταν σὲ συ­νάν­τη­σα;», ρώ­τη­σε τε­λι­κά.

            «Θὰ σοῦ φα­νεῖ ἀ­στεῖ­ο.»

            «Πές μου, ὑ­πό­σχο­μαι νὰ μὴ γε­λά­σω.»

            «Πή­γαι­να στὸ Ἔιν­τζελ. Σκέ­φτη­κα ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ βρῶ κι ἄλ­λους ἐ­κεῖ», εἶ­πε μ’ ἕ­να παι­δι­ά­στι­κο χα­μό­γε­λο ποὺ ἔ­δω­σε στὴν ὄ­ψη του κά­τι ἀρ­χαῖ­ο κι ἐ­πι­κίν­δυ­νο.

            Τὸ ἀ­γό­ρι γέ­λα­σε.

            «Θὰ μὲ γνω­ρί­σεις στοὺς φί­λους σου;» ρώ­τη­σε ἐ­κεῖ­νος κα­θὼς ση­κω­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Εἶ­χε ἱ­δρώ­σει καὶ τὰ μαλ­λιά του κολ­λοῦ­σαν στὸ μέ­τω­πό του.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κά. «Πᾶ­με», εἶ­πε.


Οἱ φί­λοι του ἔ­κλει­σαν τὸν ξέ­νο μέ­σα σ’ ἕ­ναν στε­νὸ κύ­κλο ἀ­πὸ με­θυ­σμέ­να σώ­μα­τα. Ἡ Τζού­λι, ὁ Μά­ικ, ὁ Φί­λιπ, ἱ­δρω­μέ­νοι δο­ρυ­φό­ροι φτι­αγ­μέ­νοι μὲ ὀ­ξὺ καὶ τρι­πά­κια καὶ μά­τια ποὺ γυ­ά­λι­ζαν στὸ ἡ­μί­φως —τὸ φῶς μοιά­ζει νὰ ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα του— πρό­σω­πα ἐ­πί­μο­να νὰ κλέ­ψουν ἕ­να ἄγ­γιγ­μά του, χέ­ρια ποὺ δι­ψοῦ­σαν χω­ρὶς νὰ ξέ­ρουν για­τί. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν εἶ­δε ν’ ἁ­πλώ­νει ἕ­να αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ δά­χτυ­λο καὶ ν’ ἀγ­γί­ζει τὴ Τζού­λι στὸ μέ­τω­πο. Ἐ­κεί­νη γλί­στρη­σε κον­τά του κι ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι της στὸ στῆ­θος του. Ὅ­ταν ἔ­σκυ­ψε καὶ τὴ φί­λη­σε στὰ χεί­λη, τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα. Χρει­α­ζό­ταν ἀ­έ­ρα. Κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο κι εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ δρα­πε­τεύ­σει μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να γι­γάν­τιο σῶ­μα. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κλὰμπ μὲ βλέμ­μα θη­ρά­μα­τος. Τὸ μπὴτ τῆς μου­σι­κῆς ἀ­κου­γό­ταν τώ­ρα μουν­τό – ἡ τα­χυ­καρ­δί­α κά­ποι­ου ἄλ­λου.

            Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ μέ­τω­πό του στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο τοῦ κτι­ρί­ου κι ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια προ­σπα­θών­τας νὰ κρα­τή­σει τὴ νύ­χτα ἀ­κί­νη­τη. Σὲ λί­γο αἰ­σθάν­θη­κε δυ­ὸ χέ­ρια νὰ γλι­στρᾶ­νε στὸ στῆ­θος του, ὕ­στε­ρα στὸ στο­μά­χι του. Γύ­ρι­σε καὶ βρέ­θη­καν πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο. Ἡ ἀ­νά­σα του μύ­ρι­ζε οὐ­ρα­νό. Τὸ ἀ­γό­ρι ἅρ­πα­ξε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὸν φί­λη­σε πει­να­σμέ­να. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι φι­λά­ει τὸν γα­λα­ξί­α. Τὰ χέ­ρια του ἔ­ψα­χναν αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα μὲ μιὰ ἀ­πελ­πι­σί­α πρω­τό­γνω­ρη κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λός του φώ­να­ζε ψη­λα­φῶ τὸν χρό­νο, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, θέ­λω νὰ σὲ δῶ ἀ­λή­θεια καὶ τό­τε ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά του ἀ­σύλ­λη­πτος καὶ γυ­μνός.


Κι ὁ ἄγ­γε­λος εἶ­πε στὸ ἀ­γό­ρι:

            «Μπο­ρῶ νὰ γί­νω γυ­ναί­κα γιὰ σέ­να. Θὰ ἤ­θε­λες μιὰ γυ­ναί­κα;»

            Καὶ τὸ ἀ­γό­ρι εἶ­πε:

            «Ὄ­χι. Θέ­λω ἐ­σέ­να ὅ­πως εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κά.»

            «Καὶ ξέ­ρεις τί ση­μαί­νει αὐ­τό;»

            «Ξέ­ρω.»

            Καὶ τό­τε ὁ ἄγ­γε­λος ἔ­ρι­ξε κά­τω τὴν ἀ­σπί­δα του

            καὶ πῆ­ρε τὸ σπα­θί του

            καὶ τρύ­πη­σε τὸ στῆ­θος τοῦ ἀ­γο­ριοῦ

            τρυ­φε­ρά,

            ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: «Angelheaded Hipsters», An Unlikely Companion, Μά­ϊ­ος 2015. (Με­τά­φρα­ση: Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου.)

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Ζεῖ στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ΜΜΕ καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συγ­γρά­φει πε­ρί­ερ­γες καὶ πα­ρά­δο­ξες ἱ­στο­ρί­ες. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Παγ­κό­σμιο βρα­βεῖ­ο γιὰ τὴν Μι­κρο­α­φή­γη­ση (World Fantasy Award for Short Fiction) καὶ τὸ 2018 βρέ­θη­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ βρα­βεί­ου Nebula στὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς παι­γνι­ώ­δους γρα­φῆς. Συ­νερ­γά­ζε­ται ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση μὲ τὸ δι­α­δρα­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ sub-Q. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­πί­σης ὡς δρα­μα­τουρ­γὸς στὴν Adrift Performance Makers. Δο­κί­μια καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ξέ­νους ἱ­στο­τό­πους καὶ ἔν­τυ­πα, ἐ­νῶ ἐν­τὸς τοῦ 2019 πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ διήγημά της «The Forest Edna» στὸν τόμο Letters from the Grave (Οrbannin books).

Πηγὴ Κούτση: Ἡ ρουτίνα


Πη­γὴ Κού­τση


Ἡ ρου­τί­να


ΙΧΕ ΦΤΑΣΕΙ ἀ­πό­γευ­μα καὶ ὁ Μπὲν ἀ­σχο­λοῦν­ταν μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ρου­τί­να. Φρόν­τι­σε τὴν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα γιὰ τὴ βρα­δι­νὴ λει­τουρ­γί­α, φό­ρε­σε τὰ φρε­σκο­πλυ­μέ­να του ἄμ­φια, ἔ­λεγ­ξε τὸν χῶ­ρο ποὺ θὰ ὑ­πο­δε­χό­ταν σὲ λί­γο τὸ ποί­μνιο γιὰ τὸ ἐκ­κλη­σί­α­σμα. Τὸν ἀ­έ­ρι­σε λί­γο γιὰ νὰ τὸν ἐ­ξα­γνί­σει ὁ κρύ­ος ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τῶν προ­η­γού­με­νων θρη­σκευ­ό­με­νων.

       Δὲν ἔ­νι­ω­θε πο­λὺ κα­λὰ σή­με­ρα. Ἕ­νας πο­νο­κέ­φα­λος ἀ­πὸ χθὲς τὸν τα­λαι­πω­ροῦ­σε καὶ τοῦ στε­ροῦ­σε τὴ δύ­να­μη τοῦ λό­γου του, ὅ­ταν μι­λοῦ­σε στοὺς πι­στούς. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τοῦ χα­λοῦ­σε τὴ δι­ά­θε­ση ἢ οἱ σκέ­ψεις ποὺ ἔ­χει τε­λευ­ταῖα γιὰ τὸ λει­τούρ­γη­μά του.

        Τὰ χέ­ρια του δὲν συ­νερ­γά­ζον­ταν ὅ­πως πα­λιὰ στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῆς Θεί­ας Κοι­νω­νί­ας. Στα­μά­τη­σε καὶ στά­θη­κε λί­γο σα­στι­σμέ­νος. Τὰ κοί­τα­ξε καὶ τὰ κού­νη­σε γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει ὅ­τι δὲν ἔ­πα­θαν κά­τι. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τί­πο­τα. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι χά­νει τὴν πί­στη του. Καὶ ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἔλ­λει­ψη πί­στης ἄρ­χι­ζε νὰ φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του. Κα­τά­λα­βε μιὰ φλέ­βα στὸ κε­φά­λι του νὰ φου­σκώ­νει ἀ­πὸ τὴν ἔν­τα­ση τῆς ἐ­νο­χῆς, ὁ πο­νο­κέ­φα­λος νὰ με­γα­λώ­νει, ἡ ἀ­να­πνο­ή του νὰ δυ­σκο­λεύ­ει. Στὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα λο­γι­κῆς ποὺ τοῦ ἔ­μει­ναν ἔ­τρε­ξε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο.

        Κοί­τα­ξε τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ γιὰ αὐ­τὸν ἀ­πὸ μι­κρὸ παι­δὶ ἦ­ταν ἡ ἐν­σάρ­κω­ση τῆς ἀ­πό­λυ­της στή­ρι­ξης καὶ τῆς Ἀ­γά­πης. Ὀρ­φα­νὸς κα­θὼς ἦ­ταν, ἀ­πο­τέ­λε­σε γιὰ αὐ­τὸν τὸν Ἰ­δα­νι­κὸ Πα­τέ­ρα καὶ Μη­τέ­ρα μα­ζί. Τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε ὅ­ταν ὁ πό­νος τῆς ἄ­θλιας ζω­ῆς του δὲν ἀν­τε­χό­ταν καὶ ἡ πα­γω­νιὰ τῆς ψυ­χῆς του ἔ­ψα­χνε θαλ­πω­ρή.

        Γο­νά­τι­σε. Ἡ μύ­τη του ἄ­νοι­ξε καὶ ζε­στὸ αἷ­μα ἄρ­χι­σε νὰ στά­ζει στὴ βά­ση τοῦ Σταυ­ροῦ. Τὰ δά­κρυ­α ἀ­κο­λού­θη­σαν σὲ λί­γο τὴ δι­α­δρο­μὴ τοῦ αἵ­μα­τος καὶ αὐ­τὸ τὸ ἀ­νορ­θό­δο­ξο μεῖγ­μα ζη­τοῦ­σε συγ­χώ­ρε­ση γιὰ τὴν ἔλ­λει­ψη πί­στης.

        Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ συλ­λά­βει ὅ­τι πιὰ δὲν πί­στευ­ε ὅ­πως πα­λιά. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δε­χτεῖ. Τί συ­νέ­βη; Πῶς μπο­ροῦ­σε νὰ προ­δώ­σει τὸν Πα­τέ­ρα του; Τὸ στο­μά­χι του σφί­χτη­κε, ἔ­γι­νε ἕ­νας δυ­να­τὸς κόμ­πος. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­σά­νει. Σκέ­φτη­κε νὰ φω­νά­ξει γιὰ βο­ή­θεια. Τὴν ἀρ­νή­θη­κε μέ­σα του τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πο­φέ­ρει, τὸ ἄ­ξι­ζε. Ἄρ­χι­σε βου­βὰ νὰ προ­σεύ­χε­ται. Νὰ ζη­τά­ει συγ­χώ­ρε­ση γιὰ τὸν ξε­πε­σμό του, νὰ Τὸν κα­λεῖ νὰ ἔρ­θει γιὰ νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τω­λὲς σκέ­ψεις του. Ἡ προ­σευ­χή του ἄρ­χι­σε νὰ γί­νε­ται πιὸ ἐ­πι­τα­κτι­κή. Τὸν ἤ­θε­λε μπρο­στά του ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα. Ὁ Χρι­στὸς ὅ­μως δὲν ἐρ­χό­ταν. Δὲν τὸν κα­τα­δε­χό­ταν. Ξά­πλω­σε στὸ πα­γω­μέ­νο πά­τω­μα καὶ σπαρ­τα­ροῦ­σε ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ τὴ συν­τρι­βή. Δὲν ἦ­ταν ἄ­ξιος νὰ ἀ­γα­πη­θεῖ.

        Σι­ω­πή. Σκο­τά­δι. Ἕ­να σάρ­κι­νο σα­κὶ χω­ρὶς ψυ­χή. Ὁ σταυ­ρὸς στὸν λαι­μὸ του εἶ­χε σπά­σει. Τὸν κοί­τα­ξε καὶ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἦ­ταν μό­νος. Ὁ Μπὲν δὲν θὰ ἀ­σχο­λού­ταν πιὰ μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη τοu ρου­τί­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.


Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati): Ὁ δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε



Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati)


Ὁ δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε

(Il disco si posò)


ΤΑΝ ΒΡΑΔΥ καὶ ἡ ἐ­ξο­χὴ ἤ­δη μι­σο­κοι­μό­ταν. Ἀ­πὸ τὶς κοι­λά­δες ση­κω­νό­ταν τὸ χνού­δι τῆς ὁ­μί­χλης καὶ ἀ­κου­γό­ταν τὸ κά­λε­σμα τοῦ μο­να­χι­κοῦ βα­τρά­χου ποὺ ὅ­μως σύν­το­μα σι­ω­ποῦ­σε (τὴν ὥ­ρα ποὺ νι­κι­οῦν­ται ἀ­κό­μα καὶ οἱ καρ­δι­ὲς ἀ­πὸ πά­γο, μὲ τὸν κα­θά­ριο οὐ­ρα­νό, τὴν ἀ­νε­ξή­γη­τη γα­λή­νη τοῦ κό­σμου, τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ, τὶς νυ­χτε­ρί­δες καὶ τὰ κρυ­φὰ βή­μα­τα τῶν πνευ­μά­των στὰ πα­λιὰ σπί­τια), ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα, νά­ ’­τος, ὁ ἱ­πτά­με­νος δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε στὴν ὀ­ρο­φὴ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας τῆς ἐ­νο­ρί­ας ποὺ δε­σπό­ζει στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ χω­ριοῦ.

       Χω­ρὶς νὰ τὸν ἀν­τι­λη­φθοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ μό­λις εἶ­χαν μπεῖ στὰ σπί­τια τους, ὁ μη­χα­νι­σμὸς κα­τέ­βη­κε κά­θε­τα ἀ­πὸ τὸ δι­ά­στη­μα, δί­στα­σε με­ρι­κὲς στιγ­μὲς βγά­ζον­τας ἕ­να εἶ­δος βου­η­τοῦ, καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἄγ­γι­ξε τὴ σκε­πὴ χω­ρὶς θό­ρυ­βο, ὅ­πως ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι. Ἦ­ταν με­γά­λος, φω­τει­νός, συμ­πα­γής, ὅ­μοι­ος μὲ μί­α τε­ρά­στια φα­κή. Ἀ­πὸ κά­ποι­α ἀ­νοίγ­μα­τα συ­νέ­χι­σε νὰ βγαί­νει σφυ­ρί­ζον­τας ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι. Στὴ συ­νέ­χεια σι­ώ­πη­σε καὶ ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τος, σὰν νε­κρός.

       Ἀ­πὸ κά­τω, στὸ δω­μά­τιο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὴν ὀ­ρο­φὴ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ ἐ­φη­μέ­ριος, ὁ δὸν Πι­έ­τρο, δι­ά­βα­ζε μὲ τὸ ποῦ­ρο το­σκά­νο στὸ στό­μα. Ἀ­κού­γον­τας τὸν ἀ­συ­νή­θι­στο θό­ρυ­βο, ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­θρό­να καὶ πῆ­γε στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ δεῖ τί συμ­βαί­νει. Εἶ­δε λοι­πὸν αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο ἀν­τι­κεί­με­νο, ποὺ εἶ­χε γα­λά­ζιο ἀ­νοι­χτὸ χρῶ­μα καὶ δι­ά­με­τρο πε­ρί­που δέ­κα μέ­τρα.

       Δὲν φο­βή­θη­κε, οὔ­τε φώ­να­ξε, οὔ­τε ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος. Ἔ­χει ἄ­ρα­γε ἐν­τυ­πω­σια­στεῖ πο­τὲ ἀ­πὸ κά­τι ὁ ὑ­πε­ρο­πτι­κὸς καὶ ἀ­πτό­η­τος δὸν Πι­έ­τρο; Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ, μὲ τὸ ποῦ­ρο στὸ στό­μα, νὰ τὸ πα­ρα­τη­ρεῖ. Καὶ ὅ­ταν εἶ­δε νὰ ἀ­νοί­γει ἡ πορ­τού­λα, ἁ­πλὰ τέν­τω­σε τὸ χέ­ρι του: πέ­ρα, στὸν τοῖ­χο ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο τὸ δί­καν­νο.

       Τώ­ρα, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν δύ­ο πα­ρά­ξε­νων πλα­σμά­των ποὺ βγῆ­καν ἀ­πὸ τὸ δί­σκο δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α σι­γου­ριά. Προ­κα­λεῖ με­γά­λη σύγ­χυ­ση ὁ δὸν Πι­έ­τρο. Ἀ­κό­μα καὶ στὶς με­τα­γε­νέ­στε­ρες ἀ­φη­γή­σεις του συ­νε­χί­ζει νὰ ἀν­τι­φά­σκει. Σί­γου­ρα γνω­ρί­ζου­με μό­νο αὐ­τό: ἦ­ταν λε­πτοὶ καὶ κον­τοί, ἕ­να μέ­τρο, ἕ­να καὶ δέ­κα. Αὐ­τὸς ὅ­μως λέ­ει ὅ­τι μά­κραι­ναν ἢ κόν­ται­ναν σὰν νὰ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ ἐ­λα­στι­κό. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν μορ­φή, δὲν κα­τά­λα­βε πολ­λά: «ἔ­μοια­ζαν μὲ πί­δα­κες σιν­τρι­βα­νιοῦ, πιὸ φαρ­διοὶ στὴν κο­ρυ­φὴ καὶ πιὸ στε­νοὶ χα­μη­λό­τε­ρα» ἔ­λε­γε ὁ δὸν Πι­έ­τρο, «ἔ­μοια­ζαν μὲ δύ­ο κα­λι­κάν­τζα­ρους, ἔ­μοια­ζαν μὲ δύ­ο ἔν­το­μα, ἔ­μοια­ζαν μὲ σκου­πί­τσες, ἔ­μοια­ζαν μὲ δύ­ο με­γά­λα σπίρ­τα». «Καὶ εἶ­χαν δύ­ο μά­τια ὅ­πως ἐ­μεῖς»; «Βέ­βαι­α, ἕ­να σὲ κά­θε με­ριά, ἀλ­λὰ μι­κρά». Καὶ τὸ στό­μα; Καὶ τὰ χέ­ρια; Καὶ τὰ πό­δια; Ὁ δὸν Πι­έ­τρο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει: «Κά­ποι­ες στιγ­μὲς ἔ­βλε­πα δύ­ο πο­δα­ρά­κια καὶ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο με­τὰ δὲν τὰ ἔ­βλε­πα πιά…ὅ­πως καὶ νά ’­χει, ποῦ νὰ ξέ­ρω ἐ­γώ; Ἀ­φῆ­στε με ἐ­πι­τέ­λους στὴν ἡ­συ­χί­α μου!».

       Σι­ω­πη­λός, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας τοὺς ἄ­φη­σε νὰ πει­ρα­μα­τί­ζον­ται μὲ τὸν δί­σκο. Μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους χα­μη­λό­φω­να, ἕ­νας δι­ά­λο­γος ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ τρί­ξι­μο. Με­τά, σκαρ­φά­λω­σαν στὴν ὀ­ρο­φὴ ποὺ ἔ­χει μί­α ἐ­λα­φριὰ κλή­ση πρὸς τὰ κά­τω, κι ἔ­φτα­σαν στὸ σταυ­ρό, αὐ­τὸν ποὺ ἦ­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς πρό­σο­ψης. Γύ­ρι­σαν γύ­ρω του, τὸν ἄγ­γι­ξαν, ἔ­μοια­ζαν νὰ τὸν με­τρᾶ­νε. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τοὺς ἄ­φη­σε νὰ τὸν πε­ρι­ερ­γα­στοῦν, πάν­τα ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὸ δί­καν­νο. Μὰ ξαφ­νι­κὰ ἄλ­λα­ξε γνώ­μη.

       «Ἔ­ϊ» τοὺς φώ­να­ξε μὲ τὴν στεν­τό­ρεια φω­νή του. «Ἐ­σεῖς, ἐ­κεῖ πά­νω, οἱ νε­α­ροί. Ποι­οί εἶ­στε;»

       Καὶ οἱ δύ­ο γύ­ρι­σαν καὶ τὸν κοί­τα­ξαν καὶ φά­νη­καν πο­λὺ λί­γο τα­ραγ­μέ­νοι. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ κα­τέ­βη­καν ἀ­μέ­σως καὶ πλη­σί­α­σαν στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ἱ­ε­ρέ­α. Με­τά, ὁ πιὸ ψη­λὸς ἄρ­χι­σε νὰ μι­λᾶ.

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο —κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἴ­διος πα­ρα­δέ­χτη­κε— τα­ρά­χτη­κε: ὁ ἀ­ρεια­νὸς (για­τὶ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μή, ποι­ός ξέ­ρει για­τί, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος πὼς ὁ ἱ­πτά­με­νος δί­σκος ἦρ­θε ἀ­πὸ τὸν Ἄ­ρη κι οὔ­τε σκέ­φτη­κε πο­τὲ νὰ ἀλ­λά­ξει αὐ­τή του τὴν πε­ποί­θη­ση), ὁ ἀ­ρεια­νὸς μι­λοῦ­σε μιὰ ἄ­γνω­στη γλώσ­σα. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν μιὰ πραγ­μα­τι­κὴ γλώσ­σα; Κά­τι ἦ­χοι ἦ­ταν, τὴν ἀ­λή­θεια ὄ­χι δυ­σά­ρε­στοι, ὅ­λοι στὴ σει­ρὰ χω­ρὶς κα­μί­α παύ­ση. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας κα­τά­λα­βε τὰ πάν­τα ἀ­μέ­σως σὰν νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴν ἴ­δια του τὴν δι­ά­λε­κτο. Με­τα­φο­ρὰ σκέ­ψης; Ἢ μή­πως ἕ­να εἶ­δος παγ­κό­σμιας γλώσ­σας αὐ­τό­μα­τα κα­τα­νο­η­τῆς;

       «Ἠ­ρέ­μη­σε, ἠ­ρέ­μη­σε», εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος, «σὲ λί­γο θὰ φύ­γου­με. Ξέ­ρεις, ἐ­δῶ καὶ πο­λὺ και­ρὸ γυ­ρί­ζου­με τὸν κό­σμο, σᾶς πα­ρα­τη­ροῦ­με, ἀ­κοῦ­με τὰ ρα­δι­ό­φω­νά σας, ἔ­χου­με μά­θει σχε­δὸν τὰ πάν­τα. Ὅ­ταν μι­λᾶς ἐ­σύ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­γὼ σὲ κα­τα­λα­βαί­νω. Μό­νο ἕ­να πράγ­μα δὲν ἔ­χου­με ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σει. Τί εἶ­ναι αὐ­τὲς οἱ κε­ραῖ­ες; (καὶ ἔ­δει­ξε τὸν σταυ­ρό). Τὶς ἔ­χε­τε παν­τοῦ, σὲ πύρ­γους καὶ σὲ καμ­πα­να­ριά, στὶς κο­ρυ­φὲς τῶν βου­νῶν, καὶ με­τὰ ἔ­χε­τε στρα­τι­ὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, κλει­σμέ­νες σὲ τεί­χη σὰν νὰ ἦ­ταν σὲ φυ­τώ­ρια. Πές μου λοι­πόν, ἄν­θρω­πε, σὲ τί χρη­σι­μεύ­ουν;»

       «Μὰ εἶ­ναι σταυ­ροί!» φώ­να­ξε ὁ δὸν Πι­έ­τρο. Καὶ τό­τε πρό­σε­ξε ὅ­τι αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο ἔ­φε­ραν στὸ κε­φά­λι τους ἕ­να λο­φί­ο, σὰν μα­λα­κὴ βούρ­τσα, ψη­λὴ μέ­χρι εἴ­κο­σι ἑ­κα­το­στά. Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν μαλ­λιά, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­μοια­ζαν μὲ λε­πτοὺς μί­σχους φυ­τῶν ποὺ τρε­μό­παι­ζαν, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ζω­η­ροί, ποὺ ἔ­τρε­μαν συ­νέ­χεια. Ἢ μή­πως ἦ­ταν μι­κρὲς ἀ­κτί­νες ἢ ἕ­να στέμ­μα ἀ­πὸ ἠ­λε­κτρι­κὴ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α;

       «Σταυ­ροί» ἐ­πα­νά­λα­βε συλ­λα­βί­ζον­τας ὁ ξέ­νος. «Καὶ σὲ τί χρη­σι­μεύ­ουν;»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο ἀ­κούμ­πη­σε τὸ δί­καν­νο στὸ πά­τω­μα σὲ ἀ­πό­στα­ση ὅ­μως ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ πιά­σει. Ξε­δί­πλω­σε τὸ ἀ­νά­στη­μά του καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ εἶ­ναι ἐ­πί­ση­μος:

       «Εἶ­ναι χρή­σι­μοι γιὰ τὶς ψυ­χές μας» ἀ­πάν­τη­σε. «Εἶ­ναι τὸ σύμ­βο­λο τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ ποὺ πέ­θα­νε γιὰ μᾶς πά­νω στὸ σταυ­ρό.»

       Ξαφ­νι­κά, στὸ κε­φά­λι τῶν ἀ­ρεια­νῶν, οἱ ἀ­χνὲς τοῦ­φες ἄρ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν. Ἦ­ταν ἕ­να ση­μά­δι ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἢ συγ­κί­νη­σης; Ἢ ἦ­ταν αὐ­τὸς ὁ τρό­πος τους νὰ γε­λοῦν;

       «Καὶ ποῦ; ποῦ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει συμ­βεῖ αὐ­τό;» ρώ­τη­σε καὶ πά­λι ὁ πιὸ ψη­λὸς μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρί­ξι­μο ποὺ θύ­μι­ζε σή­μα­τα Μὸρς καὶ μὲ μιὰ φευ­γα­λέ­α ἀ­πό­χρω­ση εἰ­ρω­νεί­ας. «Θέ­λεις νὰ πεῖς ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἦρ­θε ἐ­δῶ, ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­σάς;»

       «Ἐ­δῶ, στὴν Γῆ. Στὴν Πα­λαι­στί­νη.»

       Ὁ τό­νος ἀμ­φι­σβή­τη­σης ἐ­νό­χλη­σε τὸν δὸν Πέ­τρο.

       «Θὰ ἦ­ταν μιὰ με­γά­λη ἱ­στο­ρί­α», εἶ­πε, «ἴ­σως πο­λὺ με­γά­λη γιὰ σο­φοὺς ὅ­πως ἐ­σεῖς».

       Στὸ κε­φά­λι τοῦ ξέ­νου τὸ χα­ρι­τω­μέ­νο ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο στέμ­μα τρε­μό­παι­ξε δύ­ο ἢ τρεῖς φο­ρές. Ἔ­μοια­ζε νὰ τὸ κι­νεῖ ὁ ἄ­νε­μος.

       «Ὤ, θὰ εἶ­ναι σί­γου­ρα μί­α ὑ­πέ­ρο­χη ἱ­στο­ρί­α» εἶ­πε μὲ συγ­κα­τά­βα­ση. «Ἄν­θρω­πε, θὰ ἤ­θε­λα πραγ­μα­τι­κὰ νὰ τὴν ἀ­κού­σω».

       Τὴν καρ­διὰ τοῦ δὸν Πι­έ­τρο φώ­τι­σε ἡ ἐλ­πί­δα νὰ προ­ση­λυ­τί­σει ἕ­ναν κά­τοι­κο ἄλ­λου πλα­νή­τη. Θὰ ἦ­ταν ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νὸς καὶ ὁ ἴ­διος θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε αἰ­ώ­νια δό­ξα.

       «Ἐ­ὰν θέ­λε­τε μό­νο αὐ­τό…» εἶ­πε κου­ρα­σμέ­νος. «Ἀλ­λὰ ἐ­λᾶ­τε κον­τά, ἐ­λᾶ­τε ἐ­δῶ, μέ­σα στὸ δω­μά­τιό μου.»

       Ἦ­ταν σί­γου­ρα μιὰ πα­ρά­ξε­νη σκη­νή, στὸ δω­μά­τιο τοῦ ἐ­φη­μέ­ριου, ἐ­κεῖ­νος κα­θι­σμέ­νος στὸ γρα­φεῖ­ο του κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς μιᾶς πα­λιᾶς λάμ­πας, μὲ τὴν Βί­βλο στὰ χέ­ρια του καὶ οἱ δύ­ο ἀ­ρεια­νοὶ ὄρ­θιοι πά­νω στὸ κρε­βά­τι, για­τὶ ὁ δὸν Πι­έ­τρο τοὺς κά­λε­σε νὰ βο­λευ­τοῦν, νὰ κά­τσουν στὸ στρῶ­μα, καὶ ἐ­πέ­με­νε, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νοι δὲν κα­τά­φε­ραν νὰ κα­θί­σουν καὶ βλέ­πον­τας ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σαν, γιὰ νὰ μὴν ἀρ­νη­θοῦν, στὸ τέ­λος ἀ­νέ­βη­καν πά­νω στὸ κρε­βά­τι, στά­θη­καν ὄρ­θιοι, μὲ τὸ λο­φί­ο στη­τὸ καὶ τρε­μά­με­νο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ πο­τέ.

       «Ἀ­κοῦ­στε μι­κρές μου σκου­πί­τσες!» εἶ­πε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας καὶ ἀ­πό­το­μα, ἀ­νοί­γον­τας τὸ βι­βλί­ο δι­ά­βα­σε: «ὁ Αἰ­ώ­νιος Θε­ὸς πῆ­ρε τό­τε τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸν κῆ­πο τῆς Ἐ­δέμ…καὶ τοῦ ἔ­δω­σε αὐ­τὴ τὴν ἐν­το­λή: μπο­ρεῖ­τε νὰ φᾶ­τε ἐ­λεύ­θε­ρα καρποὺς ἀ­πὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε δέν­τρο τοῦ κή­που, ἀλ­λὰ τὸν καρπὸ τοῦ δέν­τρου τῆς γνώ­σης τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ δὲν θὰ τὸν φᾶ­τε: για­τὶ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ θὰ φᾶ­τε ἀ­πὸ αὐ­τό, σί­γου­ρα θὰ εἶ­ναι ἡ μέ­ρα τοῦ θα­νά­του σας. Με­τά, ὁ Αἰ­ώ­νιος Θε­ός….».

       Σή­κω­σε τὰ μά­τια ἀ­πὸ τὴν σε­λί­δα καὶ εἶ­δε τὸ λο­φί­ο νὰ τρε­μο­παί­ζει πο­λὺ ἔν­το­να. «Ὑ­πάρ­χει κά­τι ποὺ δὲν κα­τα­λα­βαί­νε­τε;»

       Ὁ ἀ­ρεια­νὸς ρώ­τη­σε: «καὶ πές μου, τὸ φά­γα­τε πα­ρό­λα αὐ­τά; Δὲν ξέ­ρα­τε πῶς νὰ ἀν­τι­στα­θεῖ­τε; Ἔ­τσι δὲν ἔ­γι­νε;»

       «Ἀ­κρι­βῶς. Τὸ ἔ­φα­γαν» πα­ρα­δέ­χτη­κε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας καὶ ἡ φω­νή του γέ­μι­σε θυ­μό. «Θὰ ἤ­θε­λα νὰ δῶ κι ἐ­σᾶς. Μή­πως ὑ­πῆρ­χε καὶ στὸν πλα­νή­τη σας τὸ δέν­τρο τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ;»

       «Φυ­σι­κά. Ὑ­πῆρ­χε καὶ στὸν πλα­νή­τη μας. Ἑ­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια πρίν. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα πρά­σι­νο.»

       «Κι ἐ­σεῖς; θέ­λω νὰ πῶ, τοὺς καρπούς, δὲν τοὺς δο­κι­μά­σα­τε;»

       «Πο­τέ» εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος. «Τὸ ἀ­πα­γο­ρεύ­ει ὁ νό­μος.»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο ἀ­να­στέ­να­ξε τα­πει­νω­μέ­νος. Αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο λοι­πὸν ἦ­ταν ἁ­γνοί, ὅ­μοι­οι μὲ τοὺς ἀγ­γέ­λους στὸν οὐ­ρα­νό, δὲν γνώ­ρι­ζαν τὴν ἁ­μαρ­τί­α, δὲν ἤ­ξε­ραν τί θὰ πεῖ κα­κί­α, μί­σος, ψέ­μα; Κοί­τα­ξε γύ­ρω του σὰν νὰ ἔ­ψα­χνε γιὰ βο­ή­θεια μέ­χρι ποὺ εἶ­δε μέ­σα στὸ ἀ­χνὸ φῶς, πά­νω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, τὸν μαῦ­ρο ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο.

       Ἀ­να­θάρ­ρη­σε: «ναί, γι’ αὐ­τὸν τὸν καρπὸ κα­τα­στρα­φή­κα­με… ἀλ­λὰ ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ» φώ­να­ξε κι ἔ­νι­ω­σε ἕ­ναν κόμ­πο στὸ λαι­μὸ «ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος. Καὶ κα­τέ­βη­κε ἐ­δῶ, ἀ­νά­με­σά μας!». Ὁ ἄλ­λος πα­ρέ­μει­νε ἀ­πα­θής. Μό­νο τὸ λο­φί­ο πή­γαι­νε ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη ὅ­μοι­ο μὲ μιὰ σκω­πτι­κὴ φλό­γα.

       «Λὲς ὅ­τι ἦρ­θε ἐ­δῶ, στὴ Γῆ; Κι ἐ­σεῖς; Τί κά­να­τε; Τὸν ἀ­να­κη­ρύ­ξα­τε βα­σι­λιά σας; Ἂν δὲν κά­νω λά­θος εἶ­πες πρὶν ὅ­τι πέ­θα­νε στὸν σταυ­ρό… τὸν σκο­τώ­σα­τε ἑ­πο­μέ­νως;»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο πά­λευ­ε σκλη­ρά: «ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χουν πε­ρά­σει σχε­δὸν δύ­ο χι­λιά­δες χρό­νια! Ἀ­κρι­βῶς γιὰ ἐ­μᾶς πέ­θα­νε, γιὰ τὴν δι­κή μας αἰ­ώ­νια ζω­ή!».

       Σι­ώ­πη­σε, δὲν ἤ­ξε­ρε τί ἄλ­λο νὰ πεῖ. Καὶ στὴν σκο­τει­νὴ γω­νί­α τὰ δύ­ο μυ­στη­ρι­ώ­δη λο­φί­α καί­γον­ταν, πραγ­μα­τι­κὰ καί­γον­ταν ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­ξε­νο φῶς. Ἐ­πι­κρά­τη­σε σι­ω­πὴ καὶ ἀ­πέ­ξω ἀ­κού­στη­κε τὸ τρα­γού­δι τῶν γρύλ­λων.

       «Καὶ ὅ­λο αὐ­τό» ρώ­τη­σε ξα­νὰ ὁ ἀ­ρεια­νὸς μὲ ὑ­πο­μο­νὴ δα­σκά­λου «ὅ­λο αὐ­τὸ χρη­σί­μευ­σε κά­που;»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο δὲν μί­λη­σε. Πε­ρι­ο­ρί­στη­κε νὰ κά­νει μιὰ κί­νη­ση μὲ τὸ δε­ξί του χέ­ρι, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος σὰν νὰ ἔ­λε­γε: τί θέ­λε­τε; ἔ­τσι πλα­στή­κα­με, εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοί, φτω­χὰ ἁ­μαρ­τω­λὰ σκου­λή­κια ποὺ ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ. Καὶ ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα κα­λύ­πτον­τας τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ χέ­ρια του.

       Πό­ση ὥ­ρα πέ­ρα­σε; Ὧ­ρες, λε­πτά; Ἡ φω­νὴ τῶν φι­λο­ξε­νού­με­νων ἐ­πα­νέ­φε­ρε τὸν δὸν Πι­έ­τρο. Σή­κω­σε τὰ μά­τια καὶ τοὺς εἶ­δε ἤ­δη στὸ περ­βά­ζι νὰ ἑ­τοι­μά­ζον­ται, θὰ ἔ­λε­γε κα­νείς, νὰ φύ­γουν. Μὲ φόν­το τὸν νυ­χτε­ρι­νὸ οὐ­ρα­νὸ τὰ δύ­ο λο­φί­α τρε­μό­παι­ζαν μὲ γο­η­τευ­τι­κὴ χά­ρη.

       «Ἄν­θρω­πε» ρώ­τη­σε ὁ συ­νή­θης ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο. «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ;»

       «Τί κά­νω; Προ­σεύ­χο­μαι!…ἐ­σεῖς ὄ­χι; Ἐ­σεῖς δὲν προ­σεύ­χε­στε;»

       «Νὰ προ­σευ­χό­μα­στε; Ἐ­μεῖς; Για­τί νὰ προ­σευ­χό­μα­στε;»

       «Δη­λα­δὴ τὸν Θε­ὸ δὲν τὸν πα­ρα­κα­λεῖ­τε πο­τέ;»

       «Μὰ ὄ­χι!» εἶ­πε τὸ πα­ρά­ξε­νο πλά­σμα καί, ποι­ός ξέ­ρει πῶς, τὸ ζω­η­ρὸ στέμ­μα του, στα­μά­τη­σε ἀ­πό­το­μα νὰ τρέ­μει, καὶ ἔ­γι­νε πλα­δα­ρὸ καὶ ἄ­χρω­μο.

       «Ὤ, κα­η­με­νού­λη­δες» μουρ­μού­ρι­σε ὁ δὸν Πι­έ­τρο, ἀλ­λὰ μὲ τρό­πο ποὺ οἱ δύ­ο ξέ­νοι δὲν τὸν ἄ­κου­σαν, ὅ­πως κά­νει κα­νεὶς μὲ τοὺς σο­βα­ρὰ ἀ­σθε­νεῖς. Ση­κώ­θη­κε στὰ πό­δια του, τὸ αἷ­μα ξα­νάρ­χι­σε νὰ τρέ­χει μὲ δύ­να­μη πά­νω-κά­τω στὶς φλέ­βες του. Πρὶν λί­γο αἰ­σθα­νό­ταν σὰν κάμ­πια. Μὰ τώ­ρα ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος. «Χέ,χέ» γε­λοῦ­σε μέ­σα του, «ἐ­σεῖς δὲν ἔ­χε­τε τὸ προ­πα­το­ρι­κὸ ἁ­μάρ­τη­μα μὲ ὅ­λες του τὶς συ­νέ­πει­ες. Εὐ­γε­νεῖς, σο­φοί, ἄ­κρι­τοι. Δὲν συ­ναν­τή­σα­τε πο­τὲ τὸ δαι­μό­νιο. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔρ­χε­ται τὸ βρά­δυ, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ξέ­ρω πῶς αἰ­σθά­νε­στε! Ἀ­πί­στευ­τα μό­νοι, ὑ­πο­θέ­τω, νε­κροὶ ἀ­πὸ τὴν ἀ­χρη­στί­α καὶ τὴν πλή­ξη» (οἱ δύ­ο ξέ­νοι εἶ­χαν ἤ­δη πε­ρά­σει τὴν πορ­τού­λα τοῦ δί­σκου, τὴν εἶ­χαν κλεί­σει καὶ ὁ κι­νη­τή­ρας εἶ­χε ἤ­δη ξε­κι­νή­σει μὲ ἕ­ναν βου­βὸ καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἁρ­μο­νι­κὸ θό­ρυ­βο. Σι­γὰ-σι­γά, σχε­δὸν ἀ­πὸ θαῦ­μα, ὁ δί­σκος ἀ­πο­κολ­λή­θη­κε καὶ ἀ­νυ­ψώ­θη­κε σὰν νὰ ἦ­ταν μπα­λό­νι: με­τά, ἀ­φοῦ γύ­ρι­σε λί­γο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἔ­φυ­γε ψη­λὰ μὲ ἀ­πί­στευ­τη τα­χύ­τη­τα, ψη­λά, κα­τευ­θυ­νό­με­νος πρὸς τὸν ἀ­στε­ρι­σμὸ τῶν Δι­δύ­μων.). «Ὤ» συ­νέ­χι­σε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας «ὁ Θε­ὸς προ­τι­μᾶ σί­γου­ρα ἐ­μᾶς! Κα­λύ­τε­ρα με­ρι­κὰ γου­ρού­νια σὰν ἐ­μᾶς, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἄ­πλη­στοι, ἀ­νή­θι­κοι, ψεῦ­τες, ἀ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς πρω­το­κλα­σά­τους ποὺ πο­τὲ δὲν τοῦ ἀ­πευ­θύ­νουν τὸ λό­γο. Τί ἱ­κα­νο­ποί­η­ση μπο­ρεῖ νὰ πά­ρει ὁ Θε­ὸς ἀ­πὸ τέ­τοι­α ὄν­τα; Καὶ τί ση­μα­σί­α ἔ­χει ἡ ζω­ὴ ἂν δὲν ὑ­πάρ­χει τὸ κα­κό, ἡ με­τά­νοι­α, τὸ κλά­μα;»

       Ἀ­πὸ τὴ χα­ρά του, ἅρ­πα­ξε τὸ ὅ­πλο, κοί­τα­ξε τὸν ἱ­πτά­με­νο δί­σκο ποὺ τώ­ρα πιὰ ἦ­ταν μί­α ἀ­χνὴ κη­λί­δα στὸ μέ­σο τοῦ οὐ­ρά­νιου θό­λου καὶ ἔ­ρι­ξε μία βο­λή. Κι ἀ­πὸ τοὺς μα­κρι­νοὺς λό­φους ἀ­πάν­τη­σε τὸ οὐρ­λια­χτὸ τῶν σκυ­λι­ῶν.


Δεῖτε καὶ ἀκοῦστε τὴν εἰκονογραφημένη ἀφήγηση

τοῦ Ginο Caiafa (δημ. 13.02.2018).


Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati) (San Pellegrino di Belluno, 1906 – Milano, 1972). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ξε­κί­νη­σε τὴν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κή του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα δου­λεύ­ον­τας στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Corriere della Serra, τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὣς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης ζω­γρά­φος, σκη­νο­γρά­φος καὶ μου­σι­κός. Γνώ­στης τῆς κεν­τρο­ευ­ρω­πα­ϊ­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῆς σκαν­δι­να­βι­κῆς μυ­θο­λο­γί­ας ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε πο­λὺ ἀ­πὸ τὸν Κάφ­κα. Με­τὰ τὴν ἐμ­πει­ρί­α του στὴν Αἰ­θι­ο­πί­α ἔ­γρα­ψε τὸ πιὸ δι­ά­ση­μο βι­βλί­ο του ­ρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων τὸ ὁ­ποῖ­ο με­τα­φρά­στη­κε σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες. Στὰ δι­η­γή­μα­τά του ξε­χω­ρί­ζει ὁ ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κὸς μύ­θος τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που ποὺ πε­ρι­στοι­χί­ζε­ται ἀ­πὸ προ­βλή­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ λύ­ση. Ἀ­πὸ μιὰ ἄ­πο­ψη, εἶ­ναι ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας πο­λὺ ρε­α­λι­στι­κὸς μὲ δι­εισ­δυ­τι­κὴ μα­τιὰ στὴν ἀν­θρώ­πι­νη μο­να­ξιὰ καὶ ἀ­γω­νί­α. Πραγ­μα­τεύ­ε­ται θέ­μα­τα καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα ὅ­πως ὁ φό­βος τοῦ θα­νά­του, ἡ μα­γεί­α, τὸ μυ­στή­ριο, ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ ἀ­πό­λυ­του καὶ τοῦ με­τα­βλη­τοῦ καὶ τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτο τῆς μοί­ρας. Ἡ τε­λευ­ταί­α εἶ­ναι συ­χνὰ ἡ πρω­τα­γω­νί­στρια τῶν δι­η­γη­μά­των του, αἰ­νιγ­μα­τι­κὴ καὶ παν­το­δύ­να­μη καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς σαρ­κα­στι­κή. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λί­γους στὴν Ἰ­τα­λί­α ποὺ προ­ή­γα­γε τὴν φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ φαν­τα­στι­κὸ γιὰ νὰ κα­τα­δυ­θεῖ στοὺς με­γα­λύ­τε­ρους φό­βους καὶ ἐ­φιά­λτες τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς ποὺ τα­λα­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τὶς ἴ­δι­ες της τὶς ἀν­τι­θέ­σεις. Δεῖ­τε καὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὸν συγ­γρα­φέ­α.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­α­τρι­κῶν Ἐρ­γα­στη­ρι­ῶν ΣΕΥΠ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Σπού­δα­σε Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸ στὸ ΕΑΠ. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξᾶ». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά, ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).

Ἀ­μάν­τα Λεν­τούκ (Amanda Leduc): Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή



Ἀ­μάν­τα Λεν­τούκ (Amanda Leduc)


Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή

(Good Friday)


ΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ἡ Τάμ­μυ ἔ­ρι­ξε τὸ αὐ­το­κί­νη­τό της στὴν λί­μνη, τὴν ἑ­βδο­μά­δα ποὺ ὁ ἄν­δρας της —σύν­το­μα ὁ πρώ­ην ἄν­δρας της— ἔ­λει­πε μα­κριά. Δὲν τὸ ἔ­κα­νε ἐ­πί­τη­δες, ἂν καὶ τε­λι­κὰ ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος δη­μι­ούρ­γη­σε αὐ­τὴν τὴν ἐν­τύ­πω­ση. Ἀν­τι­θέ­τως ἡ Τάμ­μυ ἔ­στρι­ψε ἀ­πό­το­μα γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἕ­να κου­νέ­λι ποὺ εἶ­χε πη­δή­ξει ξαφ­νι­κὰ πά­νω στὸ δρό­μο. Ὁ γιός της, ὁ Τάν­νερ, κα­θό­ταν στὸ μπρο­στι­νὸ κά­θι­σμα κι ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος ποὺ τὸ εἶ­δε.

       «Μὴ τὸ χτυ­πή­σεις!», εἶ­χε φω­νά­ξει. Πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­νε τὴν Τάμ­μυ νὰ στρί­ψει ἀ­πό­το­μα, κι ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἔ­ξω βα­ρὺς ἀ­πρι­λι­ά­τι­κος χι­ο­νιᾶς, τὸ ἁ­μά­ξι πέ­ρα­σε πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτὸ στρῶ­μα πά­γου, ἐ­ξε­τρά­πη τῆς πο­ρεί­ας του, δι­έ­σχι­σε τὸ προ­στα­τευ­τι­κὸ κιγ­κλί­δω­μα κι ἔ­πε­σε στὴ λί­μνη.

       Τὰ θυ­μᾶ­ται ὅ­λα. To κύ­μα φό­βου ποὺ τῆς ἄ­φη­σε μιὰ με­ταλ­λι­κὴ γεύ­ση στὸ στό­μα, κα­θὼς αἰ­σθάν­θη­κε τὰ χέ­ρια της νὰ γλι­στρᾶ­νε, νὰ χά­νουν τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ τι­μο­νιοῦ· τὸ τρί­ξι­μο ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἁ­μά­ξι κα­θὼς ἐκ­σφεν­δο­νι­ζό­ταν πά­νω ἀ­πὸ τὰ βρά­χια κι ἔ­πε­φτε στὸ νε­ρό· τὸν ἀ­συ­νή­θι­στο, δι­α­πε­ρα­στι­κὸ θό­ρυ­βο ἀ­πὸ τὶς στριγ­κλι­ὲς τῶν παι­δι­ῶν, ὅ­ταν τὸ ἁ­μά­ξι στα­μά­τη­σε μὲ ἕ­να τράν­ταγ­μα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ κλά­σμα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου ψυ­χι­κῆς ἠ­ρε­μί­ας ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ὅ­λοι ἦ­ταν κα­λά, κι ὕ­στε­ρα ὁ με­γά­λος πα­νι­κὸς ποὺ τοὺς βρῆ­κε ἀ­προ­ε­τοί­μα­στους κι ὅρ­μη­σε νὰ τοὺς κα­τα­βρο­χθί­σει. Τὸ νε­ρὸ ποὺ ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ. Τὸ νε­ρό, ἡ ζο­φε­ρὴ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ τὰ πα­γω­μέ­να φύ­κια, ἡ αἰφ­νί­δια, ἁ­ψιὰ δυ­σο­σμί­α ἑ­νὸς πι­θα­νοῦ θα­νά­του.

       Ἡ Τάμ­μυ ψα­χού­λε­ψε τὴν ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας της, τὴν ξε­κούμ­πω­σε κι ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια νὰ πιά­σει τὸν Τάν­νερ, ποὺ ἦ­ταν κά­τω­χρος ἀ­πὸ τὸν φό­βο. Οὔρ­λια­ζε ἀ­κό­μα. Ὥ­σπου νὰ βά­λει τὰ χέ­ρια της γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη του τὸ νε­ρὸ ἦ­ταν ἤ­δη πά­νω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τά του. Τὸ μι­σὸ ἁ­μά­ξι —τὸ μπρο­στι­νό του μέ­ρος— εἶ­χε ἤ­δη βυ­θι­στεῖ .

       «Τάν­νερ», εἶ­πε. Αὐ­τὸς συ­νέ­χι­ζε νὰ οὐρ­λιά­ζει. «Τάν­νερ!». Κι ἄλ­λα οὐρ­λια­χτά. Σή­κω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ τὸν χα­στού­κι­σε δυ­να­τά. Στα­μά­τη­σε καὶ τὴν κοί­τα­ξε μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό. Ἕ­να λε­πτὸ νῆ­μα σά­λιου κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του. «Θὰ πρέ­πει νὰ κο­λυμ­πή­σεις», εἶ­πε. Ἀρ­γά. Προ­σε­χτι­κά. «Θὰ ἀ­νοί­ξω τὴν πόρ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του – τὸ νε­ρὸ θὰ μπεῖ μέ­σα, καὶ θὰ πρέ­πει νὰ κο­λυμ­πή­σεις.»

       Ὁ Τάν­νερ κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. Τὰ μά­τια του ἦ­ταν σὰν γυ­ά­λι­να – δὲν φαι­νό­ταν σί­γου­ρος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἴ­σως καὶ νὰ μὴν θυ­μό­ταν οὔ­τε πὼς τὸν λέ­νε. «Δὲν ξέ­ρω κο­λύμ­πι», ψι­θύ­ρι­σε.

       Κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν τὸν ἄ­κου­γε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει. Τώ­ρα ποὺ τὸ θυ­μᾶ­ται εἶ­ναι σί­γου­ρη γιὰ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τέν­τω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ τρά­βη­ξε τὴν πόρ­τα του. Δὲν ἄ­νοι­γε, τό­τε ἔ­πι­α­σε τὸ χε­ρού­λι ποὺ ἀ­νε­βά­ζει τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ τὸν ἄγ­γι­ξε στὸν ὦ­μο. «Κλώ­τσα μό­νο», εἶ­πε. «Κλώ­τσα, καὶ σπρῶ­ξε.»

       Τὸ πα­ρά­θυ­ρο δὲν ἄ­νοι­γε. Τό­τε τὸ θυ­μή­θη­κε – κά­τι γιὰ τὴν πί­ε­ση, τὴν φυ­σι­κή, ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ καὶ ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πί­ε­ση στὸ ἁ­μά­ξι θὰ πρε­πε νὰ εἶ­ναι οἱ ἴ­δι­ες. Ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα καὶ γύ­ρι­σε στὸ μω­ρὸ ποὺ δὲν εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ κλαί­ει. Ἡ Ὤν­τρεϋ κα­θό­ταν γερ­μέ­νη στὴ θέ­ση της μὲ τὴν βα­ρύ­τη­τα νὰ τὴν τρα­βᾶ πρὸς τὰ κά­τω. Κα­θὼς ἔ­γερ­νε τὸ ἁ­μά­ξι τὸ σῶ­μα της κλυ­δω­νι­ζό­ταν μπρο­στὰ καὶ ἡ ζώ­νη εἶ­χε χω­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ πλευ­ρὰ καὶ τὴν ἔ­κο­βε. Εἶ­χε μιὰ πλη­γὴ στὸ μέ­τω­πο.

       «Ὅ­λα κα­λά», εἶ­πε ἡ Τάμ­μυ μη­χα­νι­κά. «Ὅ­λα κα­λά. Ὅ­λα κα­λά.» Τὰ δά­χτυ­λά της ἔ­τρε­μαν κι ἔ­ψα­χναν. Κι ἄλ­λο νε­ρὸ τώ­ρα, πα­γω­μέ­νο. Ἡ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας τοῦ μω­ροῦ δὲν ξε­κούμ­πω­νε. Τὸ νε­ρὸ συ­νέ­χι­ζε νὰ ἀ­νε­βαί­νει. Ὁ Τάν­νερ εἶ­χε ἀρ­χί­σει πά­λι νὰ κλαί­ει μὲ πυ­κνὰ ἀ­να­φι­λη­τά.

       «Στα­μά­τα!», τοῦ φώ­να­ξε. Οἱ λέ­ξεις ἔ­βγαι­ναν ἀρ­γὲς καὶ πνι­χτὲς ἀ­πὸ τὸ στό­μα της. Δὲν εἶ­χαν ἀρ­κε­τὸ ἀ­έ­ρα. Τὰ πάν­τα ἦ­ταν μου­σκε­μέ­να. Τὰ πάν­τα.

       Ἡ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας τοῦ μω­ροῦ ἐ­πι­τέ­λους ξε­κούμ­πω­σε κι ἡ Ὤν­τρεϋ ἔ­πε­σε μὲ ἕ­να πα­φλα­σμὸ στὸ νε­ρὸ ποὺ γέ­μι­ζε τὸ ἁ­μά­ξι. Ξα­νὰ κλά­μα­τα. Τὰ χέ­ρια τῆς Τάμ­μυ ἔ­τρε­μαν πο­λὺ τώ­ρα. Κρα­τοῦ­σε τὸ κε­φά­λι τοῦ μω­ροῦ πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε καὶ τὰ δύ­ο. Τὰ παι­διά της κι ἕ­να πα­γω­μέ­νο, ὑ­γρὸ τά­φο.

       «Ἕ­να λε­πτό», εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Τὰ δόν­τια της χτυ­ποῦ­σαν. Ἦ­ταν τό­σο κρύ­α. «Ἕ­να…λε­πτό.» Ἔ­σπρω­ξε τὸ χέ­ρι της μέ­σα στὸ νε­ρὸ καὶ βρῆ­κε τὸ χε­ρού­λι τῆς πόρ­τας. Τώ­ρα ἦ­ταν βυ­θι­σμέ­νο ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἁ­μά­ξι καὶ βού­λι­α­ζε γρή­γο­ρα. Ὁ θύ­λα­κας ἀ­έ­ρα εἶ­χε συρ­ρι­κνω­θεῖ στὶς ἕ­ξι ἴν­τσες. Πέν­τε. Στρι­μώ­χθη­καν πά­νω-πά­νω, ἐ­κεῖ ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἀ­έ­ρας… Τέσ­σε­ρεις ἴν­τσες.

       Τὸ κε­φά­λι τοῦ Τάν­νερ σκε­πά­στη­κε πρῶ­το ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ὕ­στε­ρα τὸ δι­κό της, ὕ­στε­ρα τοῦ μω­ροῦ. Ἡ Τάμ­μυ χί­μη­ξε μπρο­στὰ καὶ τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη τὸ χε­ρού­λι τῆς πί­σω πόρ­τας. Δὲν κι­νή­θη­κε. Τὸ ξα­να­τρά­βη­ξε κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε τρί­ζον­τας. Ἔ­σπρω­ξε. Ἦ­ταν σὰν νὰ γεν­νοῦ­σε μὲ τὰ χέ­ρια της.

       Ὕ­στε­ρα ἔ­σπρω­ξε τὸν Τάν­νερ μπρο­στά, στὸ νε­ρό. Κλώ­τσα, πα­ρα­κα­λοῦ­σε μέ­σα της. Κλώ­τση­σε. Ἀ­νέ­βη­κε.

       Προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει μὲ τὴν Ὤν­τρεϋ γαν­τζω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο της, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πο­λό­γι­σε κα­λά. Ὅ­πως κι­νι­ό­ταν χτύ­πη­σε τὸ κε­φά­λι της πά­νω στὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας τό­σο δυ­να­τὰ ποὺ τῆς ἔ­φυ­γε τὸ μω­ρό. Μαῦ­ρα στίγ­μα­τα χό­ρευ­αν μπρὸς σ­τὰ μά­τια της. Ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­πνεύ­σει καὶ κα­τά­πι­ε νε­ρό.

       Τὸ μω­ρὸ ἔ­πλε­ε πί­σω της σὰν κού­κλα. Ἡ Τάμ­μυ τρά­βη­ξε τὸ κο­ρι­τσά­κι κον­τά της, τὸ φί­λη­σε καὶ τὸ ἔ­σπρω­ξε πά­λι. Ἡ κό­ρη της ἀ­να­δύ­θη­κε στὴν ἐ­πι­φά­νεια.


Ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος δὲν πι­στεύ­ει αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α, πράγ­μα κα­θό­λου πε­ρί­ερ­γο. Τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες οὔ­τε καὶ ἡ ἴ­δια τὴν πι­στεύ­ει Πῶς γί­νε­ται νὰ θυ­μᾶ­ται κά­ποιος ποὺ πνί­γε­ται τό­σες λε­πτο­μέ­ρει­ες; Ποῦ ἀ­κού­στη­κε ἕ­να δε­κα­ο­χτά­μη­νο μω­ρὸ νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια μέ­σα ἀ­πὸ τὴ λά­σπη λὲς καὶ εἶ­ναι προ­ω­θη­τι­κὴ μη­χα­νή; Που­θε­νά.

       Ἀν­τι­θέ­τως ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος ἑ­στιά­ζει τὴν προ­σο­χή του στὸ δι­α­λυ­μέ­νο γά­μο καὶ στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ Ἔν­του­αρντ δί­νει μά­χη γιὰ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν παι­δι­ῶν. Ὅ­λο φέρ­νουν τὴν κου­βέν­τα στὶς συ­ναν­τή­σεις τοῦ συλ­λό­γου τῶν Ἀ­νω­νύ­μων Ἀλ­κο­ο­λι­κῶν καὶ τὴν ἐ­πι­λό­χεια κα­τά­θλι­ψη ποὺ ἔ­πλη­ξε τὴν Τάμ­μυ πρὶν ἀ­πὸ ὀ­χτὼ χρό­νια, ὅ­ταν γεν­νή­θη­κε ὁ Τάν­νερ. Χρη­σι­μο­ποι­οῦν λέ­ξεις ὅ­πως «ἀ­νι­σόρ­ρο­πη « καὶ «σα­λε­μέ­νη». Ἀ­να­φέ­ρουν κι ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­νι­σόρ­ρο­πων καὶ σα­λε­μέ­νων μη­τέ­ρων. (Στὶς μέ­ρες μας εὔ­κο­λα πι­στεύ­ει κα­νεὶς ὅ­τι μιὰ μη­τέ­ρα μπο­ρεῖ νὰ θέ­λει νὰ σκο­τώ­σει τὰ παι­διά της ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς δι­α­ζυ­γί­ου. Πι­στεύ­ει κα­νεὶς πιὸ δύ­σκο­λα σὲ πα­γω­μέ­νους δρό­μους καὶ στὴν κα­κὴ τύ­χη. Σή­με­ρα τὴν τύ­χη μας τὴν φτι­ά­χνου­με μό­νοι μας. Ἔ­χου­με πα­ρα­βιά­σει τὰ φυ­σι­κὰ ὅ­ρια.) Φαί­νον­ται τό­σο σί­γου­ροι ποὺ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­κό­μα κι ἡ Τάμ­μυ τοὺς πι­στεύ­ει. Δὲν ἦ­ταν θυ­μω­μέ­νη; Δὲν ἔ­κλαι­γε συ­νε­χῶς ἀ­κρι­βῶς πρὶν τὸ κου­νέ­λι δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο;

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ δὲν θυ­μᾶ­ται. Ἴ­σως καὶ νὰ ἔ­κλαι­γε. Ἴ­σως καὶ ὄ­χι. Δὲν ἔ­χει κα­μιὰ ση­μα­σί­α τώ­ρα πιά.


       Αὐ­τὸ ποὺ δὲν τοὺς λέ­ει —ποὺ δὲν θὰ τοὺς τὸ πεῖ πο­τὲ καὶ ποὺ πο­τὲ δὲν θὰ μά­θουν τὰ παι­διὰ— εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἦρ­θε νὰ τὴν βρεῖ μέ­σα στὸ ἁ­μά­ξι. Ἦ­ταν βα­θυ­πρά­σι­νος, σκε­πα­σμέ­νος μὲ βρύ­α, κι ἔ­μοια­ζε μὲ τὸν Πο­σει­δώ­να ἢ τὸν Νί­κερ, κά­τοι­κο τοῦ Βορ­ρᾶ – ἀ­κό­μη πιὸ πα­γε­ρὸς ἐ­κεῖ­νος. Ὅ­ταν τὰ παι­διὰ αἰ­ω­ροῦν­ταν ἀ­πὸ πά­νω της, κλω­τσών­τας πρὸς τὸ φῶς, πα­ρου­σι­ά­στη­κε μπρο­στά της, ἀ­να­δευ­ό­με­νος στὰ κυ­μα­τά­κια τῆς λί­μνης κι ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια Του γιὰ νὰ τὴν ἀγ­γί­ξει.

       Τί σοῦ λέ­ει ὁ Θε­ὸς ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μπρο­στά σου; Οὔ­τε αὐ­τὸ τὸ θυ­μᾶ­ται, του­λά­χι­στον ξε­κά­θα­ρα. Ξέ­ρει μό­νο πὼς τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν Του ἦ­ταν σὰν γι­γαν­τια­ῖα θα­λάσ­σια φύ­κη. Γλι­στε­ρὰ κι αἰ­νιγ­μα­τι­κά. Εἶ­ναι σκο­τει­νός, μι­λά­ει μό­νο γιὰ θυ­σί­ες καὶ αἷ­μα. Ἂν ἀ­γα­πά­ει, ἡ ἀ­γά­πη του εἶ­ναι βα­θύ­τε­ρη καὶ σκλη­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο γνώ­ρι­σε ὣς τώ­ρα.

       Τε­λι­κὰ ὅ­μως Τὸν ἄ­φη­σε, ὅρ­μη­σε πά­νω καὶ βγῆ­κε στὴν ἐ­πι­φά­νεια, ὅ­που βρῆ­κε τὰ παι­διά της νὰ πλέ­ουν μὲ τὰ κε­φά­λια πρὸς τὰ κά­τω, μέ­σα στὸ νε­ρό. Τὰ τρά­βη­ξε κον­τά της καὶ φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρα μέ­σα στὰ πνευ­μό­νια τους, τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο. Ἔ­πει­τα ἔ­κλα­ψαν, ἐ­κεῖ, ὅ­λοι μα­ζὶ .

       Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ὁ Ἔν­του­αρντ γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι του καὶ πῆ­ρε τὰ παι­διά.


«Ἂν γυ­ρί­σεις πί­σω», ἴ­σως νὰ τῆς εἶ­χε πεῖ Ἐ­κεῖ­νος, τὴν στιγ­μὴ ποὺ ὅ­λα ἦ­ταν πρά­σι­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, «θὰ σοῦ πά­ρουν τὰ παι­διά». Καὶ τῆς τὰ πῆ­ραν. Τώ­ρα δὲν τῆς ἐ­πι­τρέ­πουν νὰ τὰ δεῖ, πράγ­μα κα­θό­λου πε­ρί­ερ­γο. Ἡ ἀ­δελ­φὴ τοῦ Ἔν­του­αρντ περ­νά­ει κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ τῆς λέ­ει τὰ νέ­α τους. –  Ἡ ἱ­στο­ρί­α τους ἔ­γι­νε γνω­στή, τοὺς ἔ­δει­ξαν σὲ ἕ­να ἑ­βδο­μα­δια­ῖο σό­ου στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἡ Ὤν­τρεϋ μι­λά­ει πιά. Ὁ Τάν­νερ ἄρ­χι­σε πά­λι τὰ μπά­νια. Δὲ ρω­τοῦν πο­τὲ γιὰ κεί­νη.

       Δὲν πει­ρά­ζει. Του­λά­χι­στον εἶ­ναι ὅ­λοι τους ζων­τα­νοί.

       Τὸ λέ­ει αὐ­τὸ κά­θε μέ­ρα – τὸ πρω­ΐ, στὸ δι­κα­στή­ριο, τὰ βρά­δια ποὺ μέ­νει μό­νη. Εἶ­ναι ζων­τα­νοὶ κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ και­ρὸ θὰ θυ­μοῦν­ται τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μό­νο καὶ μό­νο σὰν τὴν τε­λευ­ταί­α βόλ­τα ποὺ ἔ­κα­ναν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το μα­ζὶ μὲ τὴ μά­να τους. Θὰ θυ­μοῦν­ται νὰ φτά­νουν στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τὰ νε­ο­γέν­νη­τα. Τὸ νε­ρὸ θὰ μέ­νει πί­σω τους, ὅ­πως ἕ­νας ἐ­φιά­λτης ποὺ πέ­ρα­σε πιά. Ἡ ζω­ὴ θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἕ­να δῶ­ρο γιὰ αὐ­τούς.

       Κι ὁ Θε­ός; Ὁ Θε­ὸς κρυμ­μέ­νος ἐ­κεῖ, κά­τω ἀ­πὸ τὴν λί­μνη, θὰ πε­ρι­μέ­νει κά­ποιον ἄλ­λον γιὰ νὰ Τὸν ἀ­να­κα­λύ­ψει. Εἶ­ναι ὑ­πο­μο­νε­τι­κός. Γε­μά­τος κα­λο­σύ­νη. Κρα­τᾶ σφι­χτὰ στὰ χέ­ρια του τὶς αἰ­νιγ­μα­τι­κὲς καὶ τρο­με­ρές του ἐ­πι­λο­γές. Ξέ­ρει ἀ­πὸ θλί­ψη. Βα­στᾶ τὴν Τάμ­μυ ἀ­κό­μη καὶ τώ­ρα ποὺ κοι­μᾶ­ται ἐ­νῶ οἱ ἔ­νορ­κοι τὴν κα­τη­γο­ροῦν.

       Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ὅ­πως κι ὁ θά­να­τος, εἶ­ναι πρά­σι­νη.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα τῆς συγγραφέως:

http://www.amandaleduc.com/site/?p=748

Ἀ­μάν­τα Λεν­τοὺκ (Amanda Leduc). Γεν­νή­θη­κε στὸν Κα­να­δὰ κι ἔ­χει ζή­σει στὴν Ἀγ­γλί­α, στὴν Βρε­τα­νι­κὴ Κο­λομ­βία, στὸ Ὀν­τά­ριο καὶ στὴν Σκω­τί­α. Ἔρ­γα της ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὸν Κα­να­δά, στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ στὴν Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α κι ἔ­χουν μπεῖ στὴν Μι­κρὴ λί­στα δι­α­φό­ρων λο­γο­τε­χνι­κῶν δι­α­γω­νι­σμῶν: StoryQuarterly Fi­ction Pri­ze (2015), CBC Ca­na­da Wri­tes Short Sto­ry Com­pe­ti­tion (2014) (με­γά­λη λί­στα), PRISM Inter­natio­nal Short Fi­ction Con­test (2012, 2008), TNQ Ed­na Stae­bler Per­so­nal Es­say Con­test (2012). UK Dai­ly Mail First No­vel A­ward (20089), CBC Li­te­ra­ry A­wards (2006). Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Miracles of ordinary Men δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὴν 1 Μαΐ­ου 2013 στὸ Το­ρόν­το ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο ECW Press. Εἶ­ναι ἀρ­χι­συν­τά­κτης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Big Truths στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φον­ται δο­κί­μια καὶ ἐκ­δί­δε­ται δι­α­δι­κτυα­κὰ μα­ζὶ μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Little Fiction. Ἐ­πί­σης εἶ­ναι συ­νι­δρύ­τρια τοῦ Bare it for Books (Μὴ κερ­δο­σκο­πι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κί­νη­ση ποὺ τὸ 2014 ἔ­φτια­ξε ἡ­με­ρο­λό­γιο ὅ­που γνω­στοὶ συγ­γρα­φεῖς πό­ζα­ραν σχε­δὸν γυ­μνοὶ γιὰ νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξουν τὴν ὀρ­γά­νω­ση PEN Canada. Ἡ ὀρ­γά­νω­ση αὐ­τὴ σκο­πὸ ἔ­χει νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ζοῦν σὲ δι­κτα­το­ρι­κὰ κα­θε­στῶ­τα νὰ ἐκ­φρά­ζουν ἐ­λεύ­θε­ρα τὶς ἀ­πό­ψεις τους καὶ γε­νι­κό­τε­ρα ὑ­πο­στη­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῆς ἔκ­φρα­σης καὶ τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης σκέ­ψης.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο. ­



		

	

Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh): Ἀν­του­ὰν ντὲ Σὲντ Ἐ­ξι­πε­ρί



Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh)


Ἀν­του­ὰν ντὲ Σὲντ Ἐ­ξι­πε­ρί

(Antoine de Saint-Exupery)


ΗΡΑΜΕ τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ κρε­μά­σου­με τὸν Ἄλ­φρεντ. Ἡ Βὶβ πῆ­γε νὰ φέ­ρει σκοι­νί. Ὁ Τὸμ πῆ­γε νὰ φέ­ρει κα­ρέ­κλα. Ἐ­γὼ κά­θι­σα καὶ πε­ρί­με­να καὶ κου­βέν­τια­ζα μὲ τὸν Ἄλ­φρεντ. Κου­βεν­τι­ά­σα­με γιὰ δι­α­στη­μό­πλοι­α καὶ δι­α­στη­μαν­θρώ­πους. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γος νὰ μά­θει ἐ­ὰν οἱ δι­α­στη­μάν­θρω­ποι ρω­τᾶ­νε: «Κον­τεύ­ου­με; Φτά­νου­με;». Ὁ Ἄλ­φρεντ πάν­το­τε ρω­τοῦ­σε: «Κον­τεύ­ου­με; Φτά­νου­με;». Ὁ Τὸμ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ μιὰ κα­ρέ­κλα. Ἦ­ταν μιὰ πα­λιὰ βι­κτω­ρια­νὴ κα­ρέ­κλα. Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρὸ ἀ­νῆ­κε στὸν προ­πάπ­που τοῦ Τόμ. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἔ­κα­νε δο­κι­μὲς μὲ τὴν κα­ρέ­κλα. Χο­ρο­πη­δοῦ­σε πά­νω κά­τω στὴν κα­ρέ­κλα. Ἡ κα­ρέ­κλα ἦ­ταν γε­ρή. Ἡ Βὶβ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ ἕ­να κομ­μά­τι μάλ­λι­νο νῆ­μα, δὲν μπό­ρε­σε νὰ βρεῖ κα­θό­λου σκοι­νί. Ὁ Ἄλ­φρεντ δο­κί­μα­σε τὸ νῆ­μα. Αὐ­τὸ κό­πη­κε. Ὁ Τὸμ ξε­στό­μι­σε στὴ Βὶβ μιὰ βρι­σιά. Ἡ Βὶβ ἀ­πεί­λη­σε ὅ­τι θὰ βά­λει τὰ κλά­μα­τα. Προ­τοῦ ἐ­κεί­νη κα­τορ­θώ­σει νὰ γε­μί­σει τὸ δω­μά­τιο μὲ λυγ­μούς, ὁ Ἄλ­φρεντ εἶ­πε ὅ­τι ξέ­ρει ποῦ ἔ­χει σκοι­νί. Ἡ Βὶβ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ πῆ­ρε τὸν Ἄλ­φρεντ ἀγ­κα­λιά. Ἡ Βὶβ ἦ­ταν πο­λὺ χα­ρού­με­νη. Ὁ Ἄλ­φρεντ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο. «Χρει­α­ζό­μα­στε μιὰ Βί­βλο», εἶ­πε ἡ Βίβ. Οἱ γο­νεῖς τοῦ Ἔ­λιοτ καὶ τῆς Βὶβ ἦ­ταν ἄ­θε­οι κι ὡς ἐκ τού­του δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρι­θώ­ριο γιὰ κα­μιὰ Βί­βλο στὸ σπί­τι. «Κά­τι ἔ­χω στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά μου», εἶ­πε ἡ Βίβ. Τῆς εἴ­πα­με νὰ πά­ει. Ἡ Βὶβ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα. Χα­ρή­κα­με πο­λὺ μὲ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα. Εἶ­πα νὰ δι­ά­βα­ζα κά­τι ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Ἄλ­φρεντ θὰ ἔ­σπρω­χνε μὲ τὸ πό­δι μα­κριὰ τὴν κα­ρέ­κλα. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἐ­πέ­στρε­ψε. Βα­στοῦ­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ μπό­λι­κο γε­ρὸ σκοι­νί. Ὁ Ἔ­λιοτ –ξέ­ρον­τας κα­λὰ ἀ­πὸ κόμ­πους– ἔ­φτια­ξε μιὰ θη­λιά. Το­πο­θέ­τη­σε τὴ θη­λιὰ πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τοῦ Ἄλ­φρεντ. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή. Ὁ Ἄλ­φρεντ ρύθ­μι­σε ἐκ νέ­ου τὴ θη­λιά· ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ σχο­λα­στι­κός. Ὁ Τὸμ βο­ή­θη­σε τὸν Ἄλ­φρεντ νὰ ἀ­νε­βεῖ πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα. Ὁ Ἄλ­φρεντ πέ­τα­ξε τὴν ἄ­κρη τοῦ σκοι­νιοῦ πά­νω ἀ­πὸ τὸν πο­λυ­έ­λαι­ο. Ὁ Τὸμ ἔ­πια­σε τὸ σκοι­νὶ καὶ ἔ­δε­σε τὸ σκοι­νὶ στὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας. Ὁ Ἄλ­φρεντ τρά­βη­ξε τὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει τὸ σκοι­νί, ἦ­ταν γε­ρό, θὰ κρά­τα­γε. Ἡ Βὶβ ἄγ­γι­ξε τὸν Ἄλ­φρεντ στὸ γό­να­το, στορ­γι­κά. Ἐ­κεῖ­νος χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα καὶ χα­μο­γέ­λα­σε. Ξε­κί­νη­σα νὰ δι­α­βά­ζω ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα.



Πη­γή: http://flashfiction.net/2016/04/05/flash-reprint-paul-kavanaghs-antoine-de-saint-exupery/  (Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Nano Fiction Volume 6 Number 2.)

Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh) (Ἀγ­γλί­α, 1971). Ζεῖ στὸ Σάρ­λοτ τῆς Βό­ρειας Κα­­ρο­λί­νας τῶν ΗΠΑ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ποι­ή­μα­τα καὶ μι­κρὰ πε­ζὰ σὲ πλῆ­θος πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἐ­νῶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει καὶ τὶς νου­βέ­λες The killing of a Bank Manager (2011) καὶ Iceberg (2012).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη: Πέ­τρα μνή­μης



Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη


Πέ­τρα μνή­μης


ΜΠΟΖΤΖΙΝ, ὁ μο­νό­φθαλ­μος μαῦ­ρος γά­τος, μπαι­νο­βγαί­νει στὴ συ­να­γω­γὴ λὲς καὶ ὁ τό­πος ὅ­λος τοῦ ἀ­νή­κει. Ἐ­πο­πτεύ­ει σὰ δει­νὸς κύ­κλω­πας ὁ τρυ­φε­ρὸς γα­τού­λης ποὺ ὅ­λοι λα­τρεύ­ουν καὶ τοῦ συγ­χω­ροῦν πὼς γε­μί­ζει μὲ τρί­χες τὰ ροῦ­χα τους ὅ­ταν τὴν ὥ­ρα τῆς προ­σευ­χῆς σκαρ­φα­λώ­νει καὶ τρί­βε­ται στὶς πο­δι­ές τους. Μιὰ μέ­ρα ὁ Μποζ­τζὶν μὲ στρι­φο­γύ­ρι­ζε καὶ ἀ­πὸ δῶ μ’ εἶ­χε ἀ­πὸ κεῖ μ’ εἶ­χε μέ ’­κα­νε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω στὴν πί­σω αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν ραβ­βί­νων. Ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κε τὴν στρι­φο­γυ­ρι­στὴ με­ταλ­λι­κὴ σκά­λα, θρο­νι­ά­στη­κε σ’ ἕ­να σκα­λὶ καὶ κοί­τα­ζε ἀ­φ’ ὑ­ψη­λοῦ. Μό­λις ἔ­κα­να νὰ φύ­γω κα­τέ­βαι­νε καὶ πά­λι μὲ τρι­γύ­ρι­ζε σὰ νὰ μὲ τρα­βοῦ­σε μὲ τὸν τρό­πο του πρὸς τὰ πί­σω. Κι ἔ­πει­τα ἀ­νέ­βαι­νε πά­λι τὴ σκά­λα καὶ θρο­νι­α­ζό­ταν καὶ μοῦ γούρ­λω­νε τὸ μά­τι του. Παίρ­νω ὅρ­κο πὼς τὸ βλέμ­μα του ἔ­πε­φτε πό­τε σὲ μέ­να πό­τε σ’ ἕ­ναν ἀπ΄ τοὺς τά­φους λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δι­α­βά­σω τὴν χα­ραγ­μέ­νη ἐ­πι­γρα­φή του. Ἔ­τσι ἄρ­χι­σα νὰ κα­θα­ρί­ζω τὴν πλά­κα κεί­νου τοῦ τά­φου ἀ­π’ τὰ πε­σμέ­να ξε­ρὰ φύλ­λα ποὺ τὴν εἶ­χαν σκε­πά­σει.

       Προ­σπά­θη­σα νὰ δι­α­βά­σω τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νε­κροῦ μὰ δὲν τὰ κα­τά­φερ­να. Θύ­μω­σα μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου, τό­σο ἀ­δι­όρ­θω­τα ἀ­πει­θάρ­χη­τος, ποὺ σχε­δὸν δυ­ὸ χρό­νια ἀ­φό­του εἶ­χα ξε­κι­νή­σει νὰ μα­θαί­νω ἑ­βρα­ϊ­κὰ ἀ­κό­μη δυ­σκο­λευ­ό­μουν στὴν ἀ­νά­γνω­ση.

       Κοί­τα­ξα πά­λι τὸν Μποζ­τζίν, «Τί θέ­λεις πιά; Ἔ­χου­με καὶ δου­λει­ές!» Κι ἔ­φυ­γα πρὶν προ­λά­βει νὰ ξα­να­κα­τε­βεῖ ἀ­πὸ τὴ σκά­λα.

       Τὸ ἴ­διο βρά­δυ εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο:

       Ἤ­μουν λέ­ει μέ­σα σ’ ἕ­να βα­θὺ πη­γά­δι. Ὅ­μως τὸ πη­γά­δι ἐ­κεῖ­νο δὲν εἶ­χε κα­θό­λου νε­ρό. Μό­νο στὶς πο­λὺ σκο­τει­νὲς με­ρι­ές του ἔ­βλε­πα κά­τι σὰ σκι­ὲς ποὺ σέρ­νον­ταν ἐ­πά­νω στὰ χτι­στὰ τοι­χώ­μα­τα. Φο­βό­μουν καὶ φώ­να­ζα μὰ δὲν μ’ ἄ­κου­γε κα­νέ­νας. Γο­νά­τι­σα κι ἄρ­χι­σα νὰ προ­σεύ­χο­μαι. Ἔ­νι­ω­σα τό­τε τὶς σκι­ὲς νὰ πλη­σιά­ζουν, νὰ ἕρ­πουν σχε­δὸν δί­πλα μου. Ἔ­πει­τα ὁ νοῦς μου πλημ­μύ­ρι­σε ἀ­π’ τὶς γεύ­σεις ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν πραγ­μά­των ποὺ λα­χτά­ρη­σα μὰ ποὺ δὲν εἶ­χα τολ­μή­σει πο­τὲ νὰ ξε­κι­νή­σω στὴ ζω­ή μου, ἀ­π’ τὶς γεύ­σεις ὅ­λων ἐ­κεί­νων ποὺ ἄρ­χι­σα μὰ δὲν κα­τά­φε­ρα πο­τέ μου νὰ τε­λει­ώ­σω. Γεύ­σεις ποὺ δάγ­κω­ναν μὲ τὴν πί­κρα τους καὶ ἄρ­χι­σα νὰ κλαί­ω. Ὥ­σπου μιὰ βρο­χὴ ἀ­πὸ ξε­ρὰ φύλ­λα μὲ σκέ­πα­σαν. Κο­λύμ­πη­σα ἀ­νά­με­σα στὰ φύλ­λα λὲς καὶ βρι­σκό­μου­να σὲ θά­λασ­σα ὥ­σπου ἔ­φτα­σα στὸ χεῖ­λος καὶ ἔ­τσι ἐ­πι­τέ­λους βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ πη­γά­δι.

       Πέ­ρα­σε και­ρὸς μὰ δὲ μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­παλ­λα­γῶ ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ μοῦ ’­χε ἀ­φή­σει τὸ ὄ­νει­ρο. Πῆ­γα πά­λι στὴ συ­να­γω­γὴ καὶ ξα­να­περ­πά­τη­σα στὴν πί­σω αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν ραβ­βί­νων. Ὁ Μποζ­τζὶν ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος στὴν ἄ­κρη ἐ­κεί­νου τοῦ τά­φου ποὺ εἶ­χα κα­θα­ρί­σει ἀ­π’ τὰ φύλ­λα καὶ γουρ­γού­ρι­ζε εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Ὁ τά­φος ἦ­ταν ἀ­κό­μη κα­θα­ρός. Ἔ­σκυ­ψα καὶ πῆ­ρα μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μιὰ μι­κρὴ πέ­τρα ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα. Τὴν ἀ­κούμ­πη­σα ἐ­πά­νω στὸν τά­φο. Δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α πιὰ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νε­κροῦ. Αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ πέ­τρα ἦ­ταν στ’ ὄ­νο­μά του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη (Χα­νιά). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α καὶ Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Durham (Ἀγ­γλί­α). Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Leiden (Ὀλ­λαν­δί­α). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, ἐπίσης κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Monumenta, στὸ μπλὸγκ Σταυ­ρο­δρό­μι καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶτο της βιβλίο Ἀ­ρα­δὴ­ν (ποίηση, Publibook 2010).