Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη: Πέ­τρα μνή­μης



Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη


Πέ­τρα μνή­μης


ΜΠΟΖΤΖΙΝ, ὁ μο­νό­φθαλ­μος μαῦ­ρος γά­τος, μπαι­νο­βγαί­νει στὴ συ­να­γω­γὴ λὲς καὶ ὁ τό­πος ὅ­λος τοῦ ἀ­νή­κει. Ἐ­πο­πτεύ­ει σὰ δει­νὸς κύ­κλω­πας ὁ τρυ­φε­ρὸς γα­τού­λης ποὺ ὅ­λοι λα­τρεύ­ουν καὶ τοῦ συγ­χω­ροῦν πὼς γε­μί­ζει μὲ τρί­χες τὰ ροῦ­χα τους ὅ­ταν τὴν ὥ­ρα τῆς προ­σευ­χῆς σκαρ­φα­λώ­νει καὶ τρί­βε­ται στὶς πο­δι­ές τους. Μιὰ μέ­ρα ὁ Μποζ­τζὶν μὲ στρι­φο­γύ­ρι­ζε καὶ ἀ­πὸ δῶ μ’ εἶ­χε ἀ­πὸ κεῖ μ’ εἶ­χε μέ ’­κα­νε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω στὴν πί­σω αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν ραβ­βί­νων. Ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κε τὴν στρι­φο­γυ­ρι­στὴ με­ταλ­λι­κὴ σκά­λα, θρο­νι­ά­στη­κε σ’ ἕ­να σκα­λὶ καὶ κοί­τα­ζε ἀ­φ’ ὑ­ψη­λοῦ. Μό­λις ἔ­κα­να νὰ φύ­γω κα­τέ­βαι­νε καὶ πά­λι μὲ τρι­γύ­ρι­ζε σὰ νὰ μὲ τρα­βοῦ­σε μὲ τὸν τρό­πο του πρὸς τὰ πί­σω. Κι ἔ­πει­τα ἀ­νέ­βαι­νε πά­λι τὴ σκά­λα καὶ θρο­νι­α­ζό­ταν καὶ μοῦ γούρ­λω­νε τὸ μά­τι του. Παίρ­νω ὅρ­κο πὼς τὸ βλέμ­μα του ἔ­πε­φτε πό­τε σὲ μέ­να πό­τε σ’ ἕ­ναν ἀπ΄ τοὺς τά­φους λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δι­α­βά­σω τὴν χα­ραγ­μέ­νη ἐ­πι­γρα­φή του. Ἔ­τσι ἄρ­χι­σα νὰ κα­θα­ρί­ζω τὴν πλά­κα κεί­νου τοῦ τά­φου ἀ­π’ τὰ πε­σμέ­να ξε­ρὰ φύλ­λα ποὺ τὴν εἶ­χαν σκε­πά­σει.

       Προ­σπά­θη­σα νὰ δι­α­βά­σω τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νε­κροῦ μὰ δὲν τὰ κα­τά­φερ­να. Θύ­μω­σα μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου, τό­σο ἀ­δι­όρ­θω­τα ἀ­πει­θάρ­χη­τος, ποὺ σχε­δὸν δυ­ὸ χρό­νια ἀ­φό­του εἶ­χα ξε­κι­νή­σει νὰ μα­θαί­νω ἑ­βρα­ϊ­κὰ ἀ­κό­μη δυ­σκο­λευ­ό­μουν στὴν ἀ­νά­γνω­ση.

       Κοί­τα­ξα πά­λι τὸν Μποζ­τζίν, «Τί θέ­λεις πιά; Ἔ­χου­με καὶ δου­λει­ές!» Κι ἔ­φυ­γα πρὶν προ­λά­βει νὰ ξα­να­κα­τε­βεῖ ἀ­πὸ τὴ σκά­λα.

       Τὸ ἴ­διο βρά­δυ εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο:

       Ἤ­μουν λέ­ει μέ­σα σ’ ἕ­να βα­θὺ πη­γά­δι. Ὅ­μως τὸ πη­γά­δι ἐ­κεῖ­νο δὲν εἶ­χε κα­θό­λου νε­ρό. Μό­νο στὶς πο­λὺ σκο­τει­νὲς με­ρι­ές του ἔ­βλε­πα κά­τι σὰ σκι­ὲς ποὺ σέρ­νον­ταν ἐ­πά­νω στὰ χτι­στὰ τοι­χώ­μα­τα. Φο­βό­μουν καὶ φώ­να­ζα μὰ δὲν μ’ ἄ­κου­γε κα­νέ­νας. Γο­νά­τι­σα κι ἄρ­χι­σα νὰ προ­σεύ­χο­μαι. Ἔ­νι­ω­σα τό­τε τὶς σκι­ὲς νὰ πλη­σιά­ζουν, νὰ ἕρ­πουν σχε­δὸν δί­πλα μου. Ἔ­πει­τα ὁ νοῦς μου πλημ­μύ­ρι­σε ἀ­π’ τὶς γεύ­σεις ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν πραγ­μά­των ποὺ λα­χτά­ρη­σα μὰ ποὺ δὲν εἶ­χα τολ­μή­σει πο­τὲ νὰ ξε­κι­νή­σω στὴ ζω­ή μου, ἀ­π’ τὶς γεύ­σεις ὅ­λων ἐ­κεί­νων ποὺ ἄρ­χι­σα μὰ δὲν κα­τά­φε­ρα πο­τέ μου νὰ τε­λει­ώ­σω. Γεύ­σεις ποὺ δάγ­κω­ναν μὲ τὴν πί­κρα τους καὶ ἄρ­χι­σα νὰ κλαί­ω. Ὥ­σπου μιὰ βρο­χὴ ἀ­πὸ ξε­ρὰ φύλ­λα μὲ σκέ­πα­σαν. Κο­λύμ­πη­σα ἀ­νά­με­σα στὰ φύλ­λα λὲς καὶ βρι­σκό­μου­να σὲ θά­λασ­σα ὥ­σπου ἔ­φτα­σα στὸ χεῖ­λος καὶ ἔ­τσι ἐ­πι­τέ­λους βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ πη­γά­δι.

       Πέ­ρα­σε και­ρὸς μὰ δὲ μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­παλ­λα­γῶ ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ μοῦ ’­χε ἀ­φή­σει τὸ ὄ­νει­ρο. Πῆ­γα πά­λι στὴ συ­να­γω­γὴ καὶ ξα­να­περ­πά­τη­σα στὴν πί­σω αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν ραβ­βί­νων. Ὁ Μποζ­τζὶν ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος στὴν ἄ­κρη ἐ­κεί­νου τοῦ τά­φου ποὺ εἶ­χα κα­θα­ρί­σει ἀ­π’ τὰ φύλ­λα καὶ γουρ­γού­ρι­ζε εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Ὁ τά­φος ἦ­ταν ἀ­κό­μη κα­θα­ρός. Ἔ­σκυ­ψα καὶ πῆ­ρα μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μιὰ μι­κρὴ πέ­τρα ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα. Τὴν ἀ­κούμ­πη­σα ἐ­πά­νω στὸν τά­φο. Δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α πιὰ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νε­κροῦ. Αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ πέ­τρα ἦ­ταν στ’ ὄ­νο­μά του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη (Χα­νιά). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α καὶ Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Durham (Ἀγ­γλί­α). Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Leiden (Ὀλ­λαν­δί­α). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, ἐπίσης κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Monumenta, στὸ μπλὸγκ Σταυ­ρο­δρό­μι καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶτο της βιβλίο Ἀ­ρα­δὴ­ν (ποίηση, Publibook 2010).

Advertisements

Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo): Magush



Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo)

Μαγκούς

(Magush)


ΑΠΟΙΑ ΘΕΣΣΑΛΗ ΜΑΓΙΣΣΑ προ­έ­βλε­ψε τὴ μοί­ρα τοῦ Πο­λυ­κρά­τη πα­ρα­τη­ρών­τας τὰ σχέ­δια ποὺ ἔ­φτια­χνε ἡ θά­λασ­σα στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ ὅ­ταν ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν τὸ κύ­μα· μιὰ Ρω­μαί­α ἑ­στιά­δα προ­έ­βλε­ψε ἐ­κεί­νη τοῦ Καί­σα­ρα σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­ρὸ ἀ­πὸ ἄμ­μο ποὺ πε­ρι­στοί­χι­ζε κά­ποι­ο φυ­τό· ὁ γερ­μα­νὸς Κορ­νή­λιος Ἀ­γρίπ­πας χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη γιὰ νὰ προ­βλέ­ψει τὸ μέλ­λον. Ὁ­ρι­σμέ­νοι μά­γοι τοῦ και­ροῦ μας δι­α­βά­ζουν τὰ φύλ­λα τοῦ τσα­γιοῦ ἢ τὸ κα­τα­κά­θι τοῦ κα­φὲ στὸν πά­το τοῦ φλι­τζα­νιοῦ, κά­ποι­οι τὰ δέν­τρα, τὴ βρο­χή, τὶς κη­λί­δες με­λά­νι ἢ τὸ ἀ­σπρά­δι τοῦ αὐ­γοῦ, κά­ποι­οι τὶς γραμ­μὲς ἁ­πλῶς τῆς πα­λά­μης, ἄλ­λοι κοι­τοῦν μέ­σα σὲ κρυ­στάλ­λι­νες σφαῖ­ρες. Ὁ Μαγ­κοὺς λέ­ει τὴ μοί­ρα μὲ τὸ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὸ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο κτί­ριο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο στὸ ὁ­ποῖ­ο ζεῖ. Τὰ ἑ­φτὰ πε­λώ­ρια πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὰ δώ­δε­κα πα­ρα­θυ­ρά­κια τοῦ γει­το­νι­κοῦ κτι­ρί­ου εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸν σὰν τρα­που­λό­χαρ­τα. Ὁ Μαγ­κοὺς δὲν σκέ­φτη­κε πο­τὲ νὰ συ­σχε­τί­σει πα­ρά­θυ­ρα μὲ τρα­που­λό­χαρ­τα: ἦ­ταν δι­κή μου ἡ ἰ­δέ­α. Οἱ μέ­θο­δοί του εἶ­ναι μυ­στη­ρι­ώ­δεις καὶ ἐ­ξη­γοῦν­ται μο­νά­χα ἐν μέ­ρει. Μοῦ εἶ­πε πὼς κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς μέ­ρας δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα, για­τὶ τὸ φῶς κά­νει τὶς εἰ­κό­νες νὰ ἀ­χνο­φαί­νον­ται. Ἡ πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γι’ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ εἶ­ναι τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, τό­τε ποὺ συγ­κε­κρι­μέ­νες ἀ­χτί­δες φω­τός, κα­θὼς φιλ­τρά­ρον­ται ἀ­πὸ τὶς περ­σί­δες τῶν πα­ρα­θύ­ρων στὰ πλά­για τοῦ κτι­ρί­ου, ἀν­τα­να­κλῶν­ται στὰ τζά­μια τῶν μπρο­στι­νῶν πα­ρα­θύ­ρων. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­νο­νί­ζει τὰ ραν­τε­βοῦ του μὲ τοὺς πε­λά­τες πάν­το­τε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα. Γνω­ρί­ζω —ἔ­φτα­σα σὲ αὐ­τὴ τὴ γνώ­ση ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σει­ρὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σε­ων— ὅ­τι τὸ ψη­λό­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ κτι­ρί­ου φα­νε­ρώ­νει ὑ­πο­θέ­σεις τῆς καρ­διᾶς, τὸ χα­μη­λὸ τμῆ­μα ὑ­πο­θέ­σεις ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὸ χρῆ­μα καὶ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ κεν­τρι­κὸ τμῆ­μα οἰ­κο­γε­νεια­κὰ προ­βλή­μα­τα καὶ θέ­μα­τα ὑ­γεί­ας.

            Ὁ Μαγ­κοὺς εἶ­ναι φί­λος μου πα­ρό­τι εἶ­ναι μό­λις δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Τὸν γνώ­ρι­σα κα­τὰ τύ­χη μιὰ μέ­ρα ποὺ πῆ­γα νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να σα­κὶ κάρ­βου­να. Δὲν ἄρ­γη­σα νὰ δι­αι­σθαν­θῶ τὴ μαν­τι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ με­ρι­κὲς κου­βέν­τες στὸ αἴ­θριο τοῦ καρ­βου­νά­δι­κου (ἤ­μα­σταν πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ σα­κιὰ μὲ κάρ­βου­νο καὶ πε­θαί­να­με ἀ­πὸ τὴν πα­γω­νιά), μὲ ὁ­δή­γη­σε στὸ δω­μά­τιο ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται. Τὸ δω­μά­τιο εἶ­ναι κά­τι σὰν δι­α­δρο­μά­κος, ἐ­ξί­σου κρύ­ος μὲ τὸ αἴ­θριο· ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν συν­δυα­σμὸ ἀ­πὸ φεγ­γί­τες μὲ χρω­μα­τι­στὰ τζά­μια κι ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ψη­λὸ καὶ στε­νὸ —σὰ νὰ προ­ο­ρί­ζε­ται γιὰ κά­ποι­α κα­μη­λο­πάρ­δα­λη—, δι­α­κρί­νε­ται μὲ ἄ­νε­ση τὸ ἀ­πέ­ναν­τι κτί­ριο μὲ τὴν κι­τρι­νω­πὴ πρό­σο­ψή του ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς βρο­χὲς κι ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σα λί­γη ὥ­ρα σ’ αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι τὸ κρύ­ο ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ καὶ τὴ θέ­ση του ἔ­παιρ­νε μιὰ εὐ­χά­ρι­στη αἴ­σθη­ση ζε­στα­σιᾶς. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο φαι­νό­με­νο συμ­βαί­νει κα­τὰ τὶς στιγ­μὲς τῆς μαν­τεί­ας κι ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τὸ δω­μά­τιο ἀλ­λὰ τὸ σῶ­μα ποὺ ἀ­πορ­ρο­φᾶ ἐ­κεῖ­νες τὶς τό­σο ὠ­φέ­λι­μες ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες.

            Ὁ Μαγ­κοὺς μὲ ἐ­κτι­μοῦ­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως κι ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὸς μα­ζί μου. Μὲ ἄ­φη­νε νὰ κοι­τά­ζω ὁ­λο­μό­να­χος, τὴν πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη ὥ­ρα, ἕ­να πρὸς ἕ­να τα πα­ρά­θυ­ρα τοῦ κτι­ρί­ου. (Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρές, σκη­νὲς ποὺ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θοῦν γί­νον­ταν ὁ­ρα­τές· ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α στά­θη­κα ἀρ­χι­κὰ τυ­χε­ρός.) Σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­δα —πλη­ρώ­νον­τας ποι­ός ξέ­ρει τί ἁ­μαρ­τί­ες— τὴ με­τέ­πει­τα ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­ζη­λό μου. Φο­ροῦ­σε τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νή­θι­ζε νὰ μὲ θαμ­πώ­νει καὶ τὰ πλού­σια μαλ­λιά της ἦ­ταν πι­α­σμέ­να πί­σω σε ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κὸ κό­τσο χα­μη­λὰ στὸ σβέρ­κο της. Γιὰ νὰ δῶ τέ­τοι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χω τὰ μά­τια λύγ­κα, ὅ­μως ἡ κα­θα­ρό­τη­τα τῆς εἰ­κό­νας ὀ­φει­λό­ταν στὴ μα­γεί­α ποὺ τὴν πε­ρι­έ­βαλ­λε καὶ ὄ­χι στὴν ὅ­ρα­σή μου. (Ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό­στα­ση κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­βά­σω ἐ­πι­στο­λὲς ἢ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ ἡ­με­ρο­λό­για.) Ἐ­κεῖ εἶ­δα τὴν ἐ­πώ­δυ­νη σκη­νὴ ποὺ θὰ κα­λού­μουν ἀρ­γό­τε­ρα νὰ ὑ­πο­μεί­νω ἐν­σαρ­κω­μέ­νη. Ἐ­κεῖ εἶ­δα ἐ­κεί­νη τὴν κλί­νη κα­λυμ­μέ­νη μὲ ρό­δι­να σκε­πά­σμα­τα καὶ τὶς φρι­κτὲς αὐ­τὲς κυ­ρί­ες ποὺ ἔμ­παι­ναν κι ἔ­βγαι­ναν κρα­τών­τας δέ­μα­τα στὰ χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, στὰ τζα­μέ­νια πα­ρά­θυ­ρα, κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς τῆς δύ­σης, εἶ­δα τὶς βόλ­τες στοὺς πο­τα­μοὺς Τίγ­κρε καὶ Λου­χάν. Ἐ­κεῖ ἔ­φτα­σα πο­λὺ κον­τὰ στὸ νὰ στραγ­γα­λί­σω κά­ποι­ον. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ βι­ώ­σω αὐ­τὰ τὰ πε­ρι­στα­τι­κά, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μοῦ φά­νη­κε κομ­μα­τά­κι ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμέ­νη καὶ ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου ἴ­σως λι­γό­τε­ρο ὄ­μορ­φη.

            Μὲ τὸ πέ­ρας αὐ­τῶν τῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν λι­γό­στε­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου νὰ ζή­σω ὅ,τι μοῦ ἤ­τα­νε γρα­φτό. Συμ­βου­λεύ­τη­κα τὸν Μαγ­κούς. Ἦ­ταν ἄ­ρα­γε δυ­να­τὸν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γω; Νὰ ἀ­παρ­νη­θῶ τὴ ζω­ή… ἦ­ταν δυ­να­τόν; Ὁ Μαγ­κούς, ἔ­ξυ­πνος ὅ­πως εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε μὲ ποι­όν τρό­πο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­λο­ποι­ή­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Γιὰ κάμ­πο­σες μέ­ρες δὲν ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ κον­τά του. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω εἰ­κό­νες, νὰ ἀ­πέ­χω ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ἀ­να­ζη­τῶ ὅ­πως κι ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ζῶ. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς γιὰ χά­ρη τῆς φι­λί­ας μας, ποὺ κρα­τοῦ­σε τό­σα χρό­νια, ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξαί­ρε­ση· σὲ κα­νέ­ναν δὲν θὰ εἶ­χε ἐ­πι­τρέ­ψει αὐ­τὴ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὶς πα­γί­δες ποὺ ἔ­στη­νε ὁ Μαγ­κοὺς σὲ πε­λά­τες τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­ξα­πα­τοῦ­σε πα­ρου­σι­ά­ζον­τάς τους τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὰ νὰ ἦ­ταν δι­κό τους.

            — Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο σῶ­φρον νὰ βι­ώ­σει κά­ποι­ος ἄλ­λος τὴ μοί­ρα σου εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως μό­λις κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή της στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Εἰ­δάλ­λως, δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται αὐ­τὴ νὰ ἔρ­θει στὴ συ­νέ­χεια καὶ νὰ σὲ γυ­ρέ­ψει: ἡ μοί­ρα μοιά­ζει μὲ ἀν­θρω­πο­φά­γο τί­γρη ποὺ στή­νει ἐ­νέ­δρα στὸ ἀ­φεν­τι­κό της, συ­νή­θι­ζε νὰ μοῦ λέ­ει ὁ Μαγ­κούς· καὶ γιὰ νὰ μὲ κα­θη­συ­χά­σει πρό­σθε­τε: Κά­ποι­α μέ­ρα ἐν­δέ­χε­ται νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα πιὰ γιὰ σέ­να σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα.

            — Θὰ πε­θά­νω; – ρω­τοῦ­σα μὲ ἔκ­δη­λη ἀ­νη­συ­χί­α.

            — Δὲν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το – ἀ­παν­τοῦ­σε ὁ Μαγ­κούς. Μπο­ρεῖς νὰ συ­νε­χί­σεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς πε­πρω­μέ­νο.

            — Μά, μέ­χρι καὶ τὰ σκυ­λιὰ ἔ­χουν πε­πρω­μέ­νο – ἀν­τέ­τει­να.

            — Τὰ σκυ­λιὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γουν: εἶ­ναι ὑ­πά­κου­α.

            Ἡ πρό­γνω­ση τοῦ Μαγ­κοὺς ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε ὣς ἕ­να βαθ­μὸ κι ἔ­τσι ἔ­ζη­σα γιὰ λί­γο και­ρὸ βα­ρι­ε­στη­μέ­νος καὶ ἤ­ρε­μος, ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος στὴ δου­λειά μου, ὅ­μως ἡ ζω­ὴ αὐ­τὴ μὲ τρά­βα­γε καὶ τὴ νο­σταλ­γοῦ­σα, τὸ νὰ εἶ­μαι μα­ζὶ μὲ τὸν Μαγ­κοὺς καὶ νὰ ἀ­τε­νί­ζω τὸ κτί­ριο. Ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χαν ἐ­κλεί­ψει οἱ μορ­φὲς ἐ­κεῖ­νες οἱ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στὸ νὰ ρί­ξουν φῶς στὴ μοί­ρα μου. Σὲ κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα μᾶς ξαφ­νί­α­ζαν ἐ­νί­ο­τε νέ­ες ἀ­να­πό­δρα­στες συν­θέ­σεις. Ἀ­μυ­δρὰ φῶ­τα, φαν­τά­σμα­τα μὲ κε­φά­λια σκύ­λων, ἐγ­κλη­μα­τί­ες, τὰ πάν­τα ἔ­δει­χναν πὼς θὰ ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴ φτά­σουν αὐ­τὲς οἱ εἰ­κό­νες ποὺ ἔ­βλε­πα νὰ γί­νουν ἀ­λη­θι­νές.

            — Ποι­ὸς θὰ ζοῦ­σε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση αὐ­τὲς τὶς ἀ­θλι­ό­τη­τες; – εἶ­πα στὸν Μαγ­κούς, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τέ­λη­ξε ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, γιὰ νὰ μοῦ ἀ­πο­σπά­σει τὴν προ­σο­χή, νὰ κά­νει τὸν σύμ­βου­λο μα­ζὶ καὶ τὸν μά­γο. Ἄρ­χι­σα νὰ βλέ­πω βεγ­γα­λι­κά, μα­ρι­ο­νέ­τες, γι­α­πω­νέ­ζι­κα φα­νά­ρια, νά­νους, ἀν­θρώ­πους ντυ­μέ­νους σὰν ἀρ­κοῦ­δες καὶ σὰν γά­τες. Τοῦ εἶ­πα ὑ­πο­κρι­νό­με­νος:

            — Σὲ ζη­λεύ­ω. Θά ’­θε­λα νά ’­μουν δε­κα­τεσ­σά­ρων.

            — Ἂς ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να – μοῦ εἶ­πε ὁ Μαγ­κούς.

            Ἀ­πο­δέ­χτη­κα τὴν πρό­τα­ση, ἂν καὶ μοῦ φά­νη­κε πα­ρά­τολ­μη. Τί θὰ ἔ­κα­να μὲ ἐ­κεί­νους τοὺς μι­κρού­λη­δες νά­νους; Μι­λή­σα­με ὥ­ρα πολ­λὴ γιὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες ποὺ πι­θα­νὸν κου­βα­λοῦ­σαν μα­ζί τους οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἡ­λι­κί­ες μας. Χά­σα­με, ἴ­σως, τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ τὴν εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη.

            Τὸ σχέ­διό μας δὲν ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε. Χά­σα­με κι οἱ δυ­ὸ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σου­με τὴν πε­ρι­έρ­γειά μας.

            Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ὑ­πο­κύ­πτου­με ἐκ νέ­ου στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να· κά­νου­με κά­ποι­ες ἀ­πό­πει­ρες, ὅ­μως κά­θε φο­ρὰ τεί­νει νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νί­ζε­ται ὁ ἴ­διος ἀ­πο­τρε­πτι­κὸς πα­ρά­γον­τας: ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τὶς δυ­σκο­λί­ες τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χει ὑ­περ­νι­κή­σει ὁ Μαγ­κούς, ἀ­πο­βαί­νει πα­ρά­λο­γο. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο και­ρὸ εἶ­χα βά­λει σκο­πὸ νὰ φύ­γω. Ἑ­τοί­μα­σα τὶς ἀ­πο­σκευ­ές μου. Ἀ­πο­χαι­ρε­τη­θή­κα­με. Οἱ εἰ­κό­νες στὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν θελ­κτι­κές. Κά­τι μὲ κρά­τη­σε πί­σω τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη καὶ στὸν Μαγ­κούς· δὲν εἶ­χε τὸ κου­ρά­γιο νὰ δρα­πε­τεύ­σει ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο.

            Πάν­το­τε μὲ συ­ναρ­πά­ζει τὸ πε­πρω­μέ­νο τοῦ Μαγ­κοὺς κι ἐ­κεῖ­νον τὸ δι­κό μου (ὅ­σο ἄ­σχη­μο κι ἂν εἶ­ναι), ὅ­μως κα­τὰ βά­θος ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ τῶν δυ­ό μας εἶ­ναι νὰ συ­νε­χί­σου­με νὰ ἀ­τε­νί­ζου­με τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἐ­κεί­νου τοῦ σπι­τιοῦ καὶ νὰ δω­ρί­ζου­με σὲ ἄλ­λους τὸ δι­κό μας πε­πρω­μέ­νο, ἐ­φό­σον δὲν μᾶς φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι κά­τι τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο.



Πηγή: Silvina Ocampo, La furia y otros cuentos, ἐ­πιμ. Ernesto Montequin, Biblioteca Silvina Ocampo, Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Editorial Sudamericana, 2006 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Sur, 1959].

Σιλ­βί­να ­κάμ­πο (Silvina Ocampo) (1903, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 1993, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὴ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Προ­τοῦ ἀ­φι­ε­ρω­θεῖ μὲ πά­θος στὴ γρα­φὴ σπού­δα­σε σχέ­διο καὶ ζω­γρα­φι­κὴ στὸ Πα­ρί­σι μὲ δα­σκά­λους τὸν Τζόρ­τζιο ντὲ Κί­ρι­κο καὶ τὸν Φερ­νὰν Λε­ζέ. Σύ­ζυ­γος τοῦ Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες καὶ φί­λη τοῦ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες. Οἱ τρεῖς τους ἐ­πι­με­λή­θη­καν καὶ ἐ­ξέ­δω­σαν τὸ 1940 τὴ μνη­μει­ώ­δη Ἀν­θο­λο­γί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Βάσω Σινοπούλου: ZUMA


Βά­σω Σι­νο­πού­λου


ZUMA


ΙΓΟ ΚΑΙΡΟ με­τὰ ποὺ πέ­θα­νε ὁ ἄν­τρας της τὸν ζή­τη­σαν στὸ τη­λέ­φω­νο γιὰ τὸ πρό­γραμ­μα ποὺ εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει, εἶ­παν. Τοὺς ἐ­ξή­γη­σε, τὴν συλ­λη­πή­θη­καν ἀλ­λὰ τὸ πρό­γραμ­μα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­κυ­ρω­θεῖ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ πα­ρα­δώ­σουν. Ὁ νε­α­ρὸς ποὺ τὸ ἔ­φε­ρε τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ τὸ ἐγ­κα­τέ­στη­σε ἐ­ξη­γών­τας δι­ά­φο­ρα ποὺ ἐ­κεί­νη δὲν κα­τα­λά­βαι­νε οὔ­τε ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν νὰ κα­τα­λά­βει καὶ στὸ τέ­λος τῆς ἔ­δει­ξε ἕ­να παι­χνί­δι δῶ­ρο μα­ζὶ μὲ τὸ πρό­γραμ­μα. Αὐ­τὸ τῆς ἄ­ρε­σε. Ἦ­ταν μιὰ σει­ρὰ χρω­μα­τι­στὲς μπα­λί­τσες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ τῆς ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πον­τί­κι καὶ νὰ τὶς δι­α­λύ­σει πρὶν ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν στὸ ἀ­νοι­χτὸ στό­μα τοῦ δρά­κου ποὺ πε­ρί­με­νε στὸ τέ­λος τῆς δι­α­δρο­μῆς. Φαι­νό­ταν ἁ­πλὸ καὶ εὔ­κο­λο καὶ εἶ­χε βα­ρε­θεῖ τὶς πα­σι­έν­τζες ποὺ ἔ­παι­ζε τὰ βρά­δυ­α ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κοι­μη­θεῖ, κά­θε βρά­δυ δη­λα­δή. Τὸ πρῶ­το ἐ­πί­πε­δό τὸ ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα καὶ τό­τε ἡ ὀ­θό­νη γέ­μι­σε ἀ­στρά­κια πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα καὶ συγ­χα­ρη­τή­ρια. Ἔ­σβη­σαν καὶ στὴν ὀ­θό­νη φά­νη­κε μιὰ πλα­τεί­α. Κοί­τα­ξε κα­λύ­τε­ρα. Ἦ­ταν ἡ πλα­τεί­α στὸ χω­ριὸ τῆς μά­νας της ποὺ περ­νοῦ­σε τὰ κα­λο­καί­ρια. Κυ­ρια­κὴ πρω­ῒ με­τὰ τὴν λει­τουρ­γί­α ­ὅ­λοι μὲ τὰ κα­λά τους ροῦ­χα με­ρι­κοὶ κρα­τοῦ­σαν τὸ ἀν­τί­δω­ρο τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἄ­σπρο μαν­τή­λι. Εἶ­δε τὰ ξα­δέρ­φια της, τὴν θεί­α της, ἀν­θρώ­πους ποὺ εἶ­χε χρό­νια νὰ δεῖ καὶ νὰ θυ­μη­θεῖ, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι πε­θα­μέ­νοι. Ἡ εἰ­κό­να ἔ­σβη­σε καὶ στὴν ὀ­θό­νη ἄρ­χι­σε τὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πίπε­δο τοῦ παι­χνι­διοῦ. Τὸ στα­μά­τη­σε. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὸ γυ­ρί­σει πί­σω νὰ ξα­να­δεῖ τὴν εἰ­κό­να. Δὲν ἤ­ξε­ρε. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τί ἦ­ταν αὐ­τό. Πα­λιὲς φω­το­γρα­φί­ες ποὺ εἶ­χε βγά­λει ὁ ἄν­τρας της ἀλ­λὰ πό­τε καὶ για­τί. Μπερ­δεύ­τη­κε νύ­στα­ξε πῆ­γε νὰ κοι­μη­θεῖ.

        Συ­νέ­χι­σε τὴν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα στὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο καὶ ὅ­ταν τὸ συμ­πλή­ρω­σε, ἡ ὀ­θό­νη γέ­μι­σε πά­λι ἀ­στε­ρά­κια καὶ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα καὶ με­τὰ φά­νη­κε πά­λι μιὰ πλα­τεί­α. Ἡ πλα­τεί­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της ὅ­πως ἦ­ταν πρὶν πολ­λὰ χρό­νια. Ἡ ΕΒΓΑ, τὸ ψι­λι­κα­τζήδι­κο, τὸ μα­νά­βι­κο μὲ τὰ κα­φά­σια ἁ­πλω­μέ­να στὸ πε­ζο­δρό­μιο, ἡ ἀ­φε­τη­ρί­α τῶν πα­λι­ῶν λε­ω­φο­ρεί­ων. Δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τε. Προ­σπά­θη­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τί ἀ­κρι­βῶς τῆς εἶ­χε πεῖ ὁ νε­α­ρὸς ποὺ εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­γραμ­μα. Βρῆ­κε τὴν ἑ­ται­ρεί­α στὰ χαρ­τιὰ ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­φή­σει καὶ πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο. Μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση, μου­σι­κὴ, ἂν θέ­λε­τε αὐ­τὸ, ἐ­κεῖ­νο, τὸ ἄλ­λο, πα­τῆ­στε 1, 2, 3, 4. Δὲν πά­τη­σε τί­πο­τε καὶ πε­ρί­με­νε. Κά­ποι­ος τῆς μί­λη­σε κα­νο­νι­κά. Εἶ­πε ὄ­νο­μα, δι­εύ­θυν­ση, τη­λέ­φω­νο καὶ ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σει μὲ αὐ­τὸν ποὺ τῆς εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­γραμ­μα. Πε­ρί­με­νε. Ἔ­κα­νε λά­θος δὲν τῆς εἶ­χαν στεί­λει πο­τὲ τί­πο­τε. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σε τί συ­νέ­βαι­νε μὲ τὸ παι­χνί­δι. Τὴν ἄ­κου­σε χω­ρὶς νὰ τὴν δι­α­κό­ψει καὶ με­τὰ τὴν ρώ­τη­σε ἂν ἦ­ταν κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ σπί­τι νὰ μι­λή­σει μα­ζί του. Ἔ­βα­λε τὸ ἀ­κου­στι­κὸ στὴ θέ­ση του καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να. Τὸ ψυ­γεῖ­ο ἦ­ταν ἄ­δει­ο θά ΄πρε­πε νὰ πά­ει γιὰ ψώ­νια ἀλ­λὰ κά­θη­σε μπρο­στὰ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή.

        Τὰ ἐ­πί­πε­δα δυ­σκό­λευ­αν τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο καὶ κά­θε φο­ρὰ μιὰ και­νούρ­για πλα­τεί­α στὴν ὀ­θό­νη της. Ἡ μι­κρὴ πλα­τεί­α στὴν Σέ­ρι­φο ἕ­να κα­λο­καί­ρι, πλα­τεῖ­ες σὲ ἐ­παρ­χια­κὲς πό­λεις καὶ πό­λεις στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ τὸ παι­χνί­δι δυ­σκό­λευ­ε ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἐ­πέ­με­νε νὰ τὸ τε­λειώ­σει καὶ νὰ βρεῖ μιὰ ἐ­ξή­γη­ση σὲ ὅ­λο αὐ­τό. Ἔ­φτα­σε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πί­πε­δο. Ἡ πλα­τεί­α ἦ­ταν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ποὺ εἶ­χε κη­δέ­ψει τὸν ἄν­τρα της. Ἡ πομ­πὴ ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν ἡ ἴ­δια. Τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν κλει­στὸ ἀλ­λὰ τὰ ἀγ­γελ­τή­ρια ἔ­γρα­φαν τὸ δι­κό της ὄ­νο­μα. Ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὴν πομ­πὴ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους καὶ ἐ­κεῖ ποὺ τέ­λει­ω­νε τὸ μο­νο­πά­τι στὸν μι­κρὸ ἀ­νή­φο­ρο εἶ­δε τὸν ἄν­τρα της. Τῆς ἔ­γνε­ψε χα­μο­γε­λών­τας νὰ πά­ει κον­τά του. Σή­κω­σε καὶ τὰ δυ­ό της χέ­ρια γιὰ νὰ τοῦ πεῖ ὅ­τι τὸν εἶ­δε καὶ ἔ­τρε­ξε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι δὲν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὴ γῆ.

        Τὴν βρῆ­καν πε­σμέ­νη ἐ­πά­νω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη ποὺ ἀ­να­βό­σβη­νε ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας «τὸ παι­χνί­δι τε­λεί­ω­σε».



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Σι­νο­πού­λου (Ἀ­θή­να). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.


Νόρα Νατζαριάν: Ὁ ταχυδακτυλουργός


Νό­ρα Να­τζα­ριάν


Ὁ Τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός


ΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ποὺ τὸν εἶ­δα στὸν κῆ­πο του, ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­παιρ­νε βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες καὶ ἔ­σκα­βε μὲ τὰ χέ­ρια του τὸ χῶ­μα, τὴν πη­χτὴ λά­σπη. Λὲς καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ κά­τι πο­λύ­τι­μο ποὺ εἶ­χε χά­σει.

        Εἶ­ναι ἀ­κό­μα ὁ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός μου, σκέ­φτη­κα, κι ἂν ὁ κό­σμος ἦ­ταν τε­λι­κὰ δί­και­ος, ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ τρα­βοῦ­σε μέ­σα ἀ­π’ τὸ χῶ­μα τὴν ἴ­δια του τὴ ζω­ὴ σὲ σχῆ­μα ἑ­νὸς κα­τά­λευ­κου λα­γοῦ. Τὸ δῶ­ρο ἑ­νὸς γεν­ναι­ό­δω­ρου Θε­οῦ, μιὰ δεύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α, μιὰ πα­ρά­τα­ση. Καὶ θὰ τὸν χει­ρο­κρο­τοῦ­σα, ὅ­πως τὸν χει­ρο­κρο­τοῦ­σα μι­κρού­λα, ὅ­ταν στὰ γε­νέ­θλια μου ἔ­βγα­ζε κέρ­μα­τα ἀ­π’ τὴ μύ­τη του, λου­λού­δια πλα­στι­κὰ ἀ­π’ τὶς τσέ­πες του καὶ γέ­λια τραν­τα­χτὰ ἀ­π’­τὸ που­θε­νά.

        Στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μιὰ φο­ρὰ μό­νο πα­ρα­μί­λη­σε στὸν ὕ­πνο του καὶ προ­σπά­θη­σε ν’ ­ἀ­να­ση­κω­θεῖ. «Ὁ κῆ­πος», μουρ­μού­ρι­σε σὰν στρι­φο­γύ­ρι­ζε. Ξα­νὰ καὶ ξα­νά. «Ὁ κῆ­πος. Ρέ­να, φτιά­ξε τὴ βα­λί­τσα μου. Θὰ φύ­γω σύν­το­μα γιὰ ἕ­να μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι. Καὶ ποῦ ’­σαι, μὴ ξε­χά­σεις τὸ σμό­κιν μου, τὰ ἄ­σπρα μου τὰ γάν­τια καὶ τὸ ἡ­μί­ψη­λό μου».

***

Ὁ ἄν­τρας δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο καὶ περ­πα­τά­ει μὲ βῆ­μα γορ­γὸ κα­τὰ τὸ μῆ­κος τῆς λί­μνης Κό­μο. Ἐ­δῶ στὸ μι­κρὸ Μπε­λά­τζιο, ὅ­που ἔ­φθα­σε μό­λις ψὲς τὸ βρά­δυ, ρου­φά­ει ἀ­χόρ­τα­γα τὴ γλυ­κιὰ μυ­ρω­διὰ τῆς ἄ­νοι­ξης, τὸ ἄ­ρω­μα τῆς φρέ­σκιας ζω­ῆς. Αὐ­τὲς οἱ μυ­ρω­δι­ὲς τοῦ φέρ­νουν στὸ νοῦ κά­ποι­ες ἄλ­λες ἐ­πο­χές, μιὰ ἄλ­λη ὕ­παρ­ξη. Ἀ­γναν­τεύ­ει τὴ μα­γευ­τι­κή, γα­λή­νια λί­μνη καὶ τὸ βλέμ­μα του πέ­φτει στὸ βά­θος τοῦ ὑ­πέ­ρο­χου αὐ­τοῦ το­πί­ου, ἐ­κεῖ ποὺ ὑ­ψώ­νον­ται οἱ Ἄλ­πεις. Ὑ­πάρ­χω, σκέ­φτε­ται, καὶ ὑ­πῆρ­χα, κά­πο­τε, κά­που ἀλ­λοῦ. Αὐ­τὸς εἶ­ναι τώ­ρα ὁ κό­σμος μου κι ἐ­γὼ εἶ­μαι αὐ­τὸς ὁ κό­σμος. Παν­τοῦ ὁ­λό­γυ­ρα, ἡ λί­μνη ἀν­τα­να­κλᾶ τὰ βου­νά. Εἶ­ναι ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη λί­μνη ποὺ εἶ­δε μέ­χρι στιγ­μῆς σ’­αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι. Ὄ­χι, ὄ­χι…, ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη λί­μνη ποὺ εἶ­δε πο­τὲ στὴ ζω­ή του, μιὰ λί­μνη ὅ­πως λέ­με «ὄ­νει­ρο». «Μή­πως ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι;­» Χα­μο­γε­λά­ει. Ἡ ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη τοῦ ὁ­λο­γά­λα­νου οὐ­ρα­νοῦ τοῦ δί­νει πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὴ τὴν αἴ­σθη­ση.

        Σὲ μιὰ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὴ ἔ­παυ­λη κρυμ­μέ­νη πί­σω ἀ­πὸ ψη­λό­λι­γνα κυ­πα­ρίσ­σια, ἀ­πό­ψε, μπρο­στὰ σ’ ἕ­να με­γά­λο κοι­νό, ὁ ἄν­τρας θὰ κά­νει ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ καὶ ἀ­συ­νή­θι­στο θέ­α­μα τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γί­ας. Μέ­σα ἀ­πὸ δε­ξι­ο­τε­χνι­κὲς ἐ­πι­δεί­ξεις ὁ ἄν­τρας θὰ ὁ­δη­γή­σει τὸ κοι­νό του στὸν κό­σμο τῶν ψευ­δαι­σθή­σε­ων. Αἰ­ω­ρή­σεις, ἐμ­φα­νί­σεις, ἐ­ξα­φα­νί­σεις, ἀ­πί­στευ­τες ὀ­φθαλ­μα­πά­τες θὰ τοὺς μα­γέ­ψουν καὶ θὰ τοὺς ἐν­θου­σιά­σουν ὅ­λους. Δυ­να­τὰ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα θὰ ἀ­πο­θε­ώ­σουν τὸν τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γὸ μέ­χρι ποὺ θὰ φτά­σει ἡ στιγ­μὴ τῆς ἀ­λή­θειας.

        Καὶ ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ κα­θα­ρί­σει τὸ λα­ρύγ­γι του καὶ θὰ πεῖ: «Κυ­ρί­ες καὶ Κύ­ριοι, σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ. Θὰ­ ’­θε­λα μο­νά­χα νὰ προ­σθέ­σω κά­τι. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος μί­α ὀ­φθαλ­μα­πά­τη. Αὐ­τὸς ποὺ βλέ­πε­τε δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸς ποὺ νο­μί­ζε­τε. Ἡ ζω­ή μας, φί­λοι καὶ φί­λες, εἶ­ναι ἕ­να με­γά­λο ψέ­μα. Μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν ὅ­λοι θὰ σᾶς κλαῖ­νε στὴν κη­δεί­α σας, σκυ­φτοί, χλω­μοὶ καὶ μαυ­ρον­τυ­μέ­νοι, ἐ­σεῖς θὰ ἔ­χε­τε ἤ­δη πε­ρά­σει σὲ μιὰ ἄλ­λη δι­ά­στα­ση, σὲ μιὰ ἄλ­λη, θαυ­μά­σια ὕ­παρ­ξη, ὅ­που δὲ θὰ σᾶς ἀ­να­γνω­ρί­σει κα­νεὶς πιά. Αὐ­τοὶ ποὺ σᾶς ἔ­χα­σαν θὰ σᾶς ψά­χνουν ἀ­πε­γνω­σμέ­να, μά­ται­α, ἐ­νῶ ἐ­σεῖς θὰ ζεῖ­τε εὐ­τυ­χι­σμέ­να κά­που ἀλ­λοῦ. Μέ­χρι τό­τε, ἀ­γα­πη­τοί μου, θὰ ἔ­χε­τε πιὰ κα­τα­λά­βει τὸ κόλ­πο μὲ τὸν τε­μα­χι­σμὸ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς.»

***

— Ρέ­να, φτιά­ξε μου τὴ βα­λί­τσα. Θὰ φύ­γω γιὰ ἕ­να μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι. Καὶ ποῦ ’­σαι, μὴ ξε­χά­σεις τὸ σμό­κιν μου, τὰ ἄ­σπρα μου τὰ γάν­τια καὶ τὸ ἡ­μί­ψη­λό μου. Ἀ­πό­ψε θὰ πι­ῶ κρα­σὶ κόκ­κι­νο μέ­χρι νὰ με­θύ­σω.

        — Μὰ τί λὲς τώ­ρα πα­τέ­ρα; Ποι­ά βα­λί­τσα; Ποι­ό σμό­κιν;

        — Ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ τί λέ­ω. Εἶ­σαι ἡ μό­νη ἐ­δῶ μέ­σα ποὺ μὲ κα­τα­λα­βαί­νει. Ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι θὰ κλαῖ­νε καὶ θὰ μὲ πεν­θοῦν αὔ­ριο, με­θαύ­ριο, τοῦ χρό­νου καὶ γιὰ πάν­τα. Ἐ­σὺ κο­ρί­τσι μου θὰ ξέ­ρεις, ἔ; Ἔ­τσι εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νος ὁ κό­σμος. Εἶ­ναι τὸ ἀ­νε­ξή­γη­το τῆς ζω­ῆς ποὺ τὴν κά­νει τό­σο ὄ­μορ­φη, τό­σο μα­γι­κή… Χά­νεις, κερ­δί­ζεις, ζεῖς, πε­θαί­νεις …

        — Ὁ για­τρὸς εἶ­πε νὰ μήν…

        — Ὁ για­τρὸς νὰ πά­ει στὸν δι­ά­βο­λο… Καὶ δὲς τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ κόλ­πο μὲ τὸ κρα­σὶ ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται… Ἕ­να πο­τή­ρι με­τὰ ἀ­π’ τὸ ἄλ­λο, καὶ τὰ βλέ­πεις ὅ­λα δι­α­φο­ρε­τι­κά. Τὴ νύ­χτα ὅ­λα γί­νον­ται ἕ­να, ὁ οὐ­ρα­νὸς καὶ ἡ γῆ δὲν ξε­χω­ρί­ζουν πιά.

        Ὁ πα­τέ­ρας μου βγαί­νει ἔ­ξω στὸν κῆ­πο. Πα­ρό­λο ποὺ δὲ βλέ­πει τί­πο­τα, μὰ ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, μέ­σα στὸ ἀ­πέ­ραν­το σκο­τά­δι, περ­πα­τά­ει ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα καὶ τὰ φυ­τὰ σὰν τυ­φλός, κρα­τών­τας σφι­χτὰ μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι τὴν μι­κρή του βα­λί­τσα. Δὲ σκον­τά­φτει οὔ­τε μί­α φο­ρά. Καὶ μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη αὐ­τὴ ἡ­συ­χί­α, μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη μα­γεί­α τῆς νύ­χτας, κά­θε­ται γιὰ λί­γο κά­τω στὸ χῶ­μα. Τό­τε τὸν κυ­ρι­εύ­ει ξαφ­νι­κά τὸ ἀ­πε­ρί­γρα­πτο συ­ναί­σθη­μα ὅ­τι τὸ σῶ­μα του ἀ­δειά­ζει σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­πὸ αἷ­μα. Ὅ­τι τὸ αἷ­μα ποὺ κυ­λά­ει στὶς φλέ­βες του τὸ ρου­φᾶ­νε οἱ ρί­ζες τῶν δέν­τρων ποὺ φύ­τε­ψε πρὶν χρό­νια. Κι ἀρ­χί­ζει νὰ σκά­βει.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νό­ρα Να­τζα­ριά­ν (Λε­με­σός). Σπού­δα­σε ξένες γλῶσσες καὶ γλωσσολογία στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Μάντζεστερ στὴν Ἀγ­γλί­α. Στὰ ἔρ­γα της δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ Κυ­πρια­κὸ πρό­βλη­μα καὶ τὴν ἀρ­μέ­νι­κη κα­τα­γω­γή της. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Κο­ρί­τσι, Λύ­κος, Ὀ­στά (διηγήματα, 2011). Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.


Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της: Ἡ Τε­λευ­ταί­α Νύ­χτα



Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Ἡ Τε­λευ­ταί­α Νύ­χτα


ΠΑΡΧΟΥΝ νύ­χτες ἀ­τε­λεί­ω­τες, κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν συμ­βαί­νει ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, καὶ ἄλ­λες, ὅ­ταν τὰ πάν­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν.»

       Αὐ­τὸ μό­νο πρό­λα­βε κι ἔ­γρα­ψε στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της ἡ Μό­να πρὶν ἕ­να ξαφ­νι­κό, ἀ­δι­ό­ρα­το φῶς, ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀπ΄ἔ­ξω καὶ ὁ­λο­έ­να δυ­νά­μω­νε, ἀρ­χί­σει νὰ τυ­λί­γει τὰ βι­βλί­α καὶ τοὺς πί­να­κές της —τὰ «πα­ρά­θυ­ρά» της, ὅ­πως ἔ­λε­γε πάν­τα— στὸ πα­ρα­φορ­τω­μέ­νο ὑ­πνο­δω­μά­τιο.

       — Ὤ, ὄ­χι… ὄ­χι ἀ­κό­μα, ψέλ­λι­σε ἡ Μό­να.

       Τό­τε μό­νο ἀ­κού­στη­κε σο­βα­ρὴ ἡ Φω­νή:

       — Ἂν δὲν θέ­λεις ἀ­κό­μα, μὴν δι­α­μαρ­τύ­ρε­σαι γιὰ τὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες νύ­χτες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος,1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.



		

	

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Δωμάτια



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Δω­μά­τια

(Stanze)


ΥΤΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ μοῦ εἶ­ναι γνώ­ρι­μος. Μοῦ θυ­μί­ζει πο­λὺ κά­ποι­ον, ὡ­στό­σο δὲν κα­τα­φέρ­νω νὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σω. Μι­λᾶ­με γιὰ μου­σι­κή, ζω­γρα­φι­κή, βι­βλί­α. Συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται σὰν νὰ τὸ θε­ω­ρεῖ δε­δο­μέ­νο ὅ­τι γνω­ρι­ζό­μα­στε κα­λά. Μιὰ τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρὰ μὲ σα­στί­ζει, ἀλ­λὰ μὲ εὐ­χα­ρι­στεῖ κι­ό­λας. Δὲν ξέ­ρω πῶς κα­τα­λή­ξα­με νὰ συ­ζη­τᾶ­με αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα, ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ μοῦ λέ­ει κά­τι ποὺ μὲ ἐν­τυ­πω­σιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λα. Κα­τὰ τὴ γνώ­μη του μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ μά­θει νὰ δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται στὰ νυ­χτε­ρι­νὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς στὴν πραγ­μα­τι­κὴ ζω­ή, καὶ νὰ παίρ­νει, συ­νει­δη­τά, ἀ­πο­φά­σεις γιὰ τὶς ἴ­δι­ες του τὶς πρά­ξεις, χω­ρὶς ὅ­μως σω­μα­τι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς. Δεί­χνω μὲ δι­α­κρι­τι­κὸ τρό­πο κά­ποι­α ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα. Δὲν πα­ρε­ξη­γεῖ­ται.

       — Ἔ­χεις δεῖ πο­τὲ δια­υγὲς ὄ­νει­ρο; μὲ ρω­τά­ει.

       — Τί ἐν­νο­εῖς «δια­υγὲς ὄ­νει­ρο»;

       — Ἕ­να ὄ­νει­ρο ποὺ νὰ εἶ­χες ἐ­πί­γνω­ση πὼς τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­σουν.

       — Ἔ, ναί. Μοῦ συ­νέ­βη με­ρι­κὲς φο­ρές.

       — Καὶ σὲ αὐ­τὰ τὰ ὄ­νει­ρα μπο­ροῦ­σες νὰ ἀ­πο­φα­σί­σεις τί νὰ κά­νεις;

       — Ναί, πράγ­μα­τι – ἀ­παν­τῶ ἀ­φοῦ σκέ­φτο­μαι πρῶ­τα καὶ θυ­μᾶ­μαι με­ρι­κὰ σπά­νια ὄ­νει­ρα ὅ­που, ὅ­πως φαί­νε­ται, εἶ­χα τὸν ἔ­λεγ­χο ὅ­λων ὅ­σων συ­νέ­βαι­ναν.

       — Ὡ­ραῖ­α. Πραγ­μα­τι­κά, συμ­βαί­νει σὲ ὅ­λους κά­ποι­α στιγ­μή. Μᾶλ­λον τυ­χαῖ­α. Ὡ­στό­σο, μα­θαί­νει κα­νεὶς νὰ τὸ κά­νει.

       — Δη­λα­δή;

       — Στὰ ὄ­νει­ρα γί­νον­ται, κα­τὰ πα­ραγ­γε­λί­α, ἀ­πί­στευ­τα πράγ­μα­τα. Πράγ­μα­τα ποὺ πάν­τα ἐ­πι­θυ­μεῖς, ἀλ­λὰ στὸν πραγ­μα­τι­κὸ κό­σμο εἶ­ναι ἀ­πί­θα­να. Νὰ πε­τᾶς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Νὰ κο­λυμ­πᾶς σὰν ψά­ρι κά­τω ἀπ΄ τὸ νε­ρό. Νὰ συ­ναν­τᾶς ἀ­γα­πη­μέ­να πρό­σω­πα ποὺ ἔ­χουν χα­θεῖ.

       Συ­νή­θως, ὅ­ταν κα­νείς σοῦ πιά­νει κου­βέν­τα γιὰ τέ­τοι­α θέ­μα­τα, σκέ­φτε­σαι ὅ­τι εἶ­ναι τρε­λὸς καὶ τοῦ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι ἀ­νά­λο­γα. Αὐ­τὸς ὡ­στό­σο φαί­νε­ται νὰ ξέ­ρει γιὰ τί πράγ­μα μι­λά­ει καί, κον­το­λο­γίς, δὲν μοῦ πά­ει νὰ τοῦ συμ­πε­ρι­φερ­θῶ σὰν νὰ εἶ­ναι τρε­λός.

       — Καὶ πῶς τὸ κα­τα­φέρ­νει κα­νεὶς αὐ­τό; τὸν ρω­τῶ.

       — Πά­νω ἀπ΄ ὅ­λα πρέ­πει νὰ γνω­ρί­ζεις ἂν εἶ­σαι ξύ­πνιος ἢ ἂν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι.

       — Στὴν πρά­ξη;

       — Στὴν πρά­ξη πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κτή­σεις τὴν συ­νή­θεια νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἂν εἶ­σαι ξύ­πνιος ἢ ἂν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι. Ἂν τὸ δο­κι­μά­σεις ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, ἂν δη­λα­δή σοῦ γί­νει συ­νή­θεια, κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ κα­τα­λά­βεις ὅ­τι ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι κα­θὼς ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι. Ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἡ στιγ­μη —ἂν τὸ κα­τορ­θώ­σεις νὰ μὴν ξυ­πνή­σεις— ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ,τι θέ­λεις.

       — Πρέ­πει μό­νο νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι ἢ ἂν εἶ­μαι ξύ­πνιος;

       — Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Πρέ­πει νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νεις κά­θε φο­ρὰ ἕ­να εἶ­δος δο­κι­μα­στι­κοῦ ἐ­λέγ­χου. Ὅ­πως νὰ με­τρᾶς τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν σου γιὰ νὰ βλέ­πεις ἂν εἶ­ναι δέ­κα, ὁ­πό­τε ἐν­δε­χο­μέ­νως εἶ­σαι ξύ­πνιος, ἢ ἂν εἶ­ναι ἕν­τε­κα ἢ δώ­δε­κα, ὁ­πό­τε ἐν­δε­χο­μέ­νως ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι.. Ἢ νὰ δο­κι­μά­σεις νὰ πε­ρά­σεις τὸ δά­χτυ­λο ἑ­νὸς χε­ριοῦ μέ­σα ἀ­πὸ τὴν πα­λά­μη τοῦ ἄλ­λου. Αὐ­τὸ στὰ ὄ­νει­ρα γί­νε­ται, ἀλ­λὰ στὸν ξύ­πνιο εἶ­ναι λί­γο δύ­σκο­λο.

       — Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι κα­τά­λα­βα.

       — Ἔ­χεις δί­κιο, δὲν ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρο. Ἂς δο­κι­μά­σου­με στὴν πρά­ξη μὲ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα. Σή­κω­σε τὸ χέ­ρι σου.

       Ση­κώ­νω τὸ χέ­ρι μου.

       — Λοι­πόν;

       — Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη κί­νη­ση ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ­ταν εἶ­σαι ξύ­πνιος. Τώ­ρα χο­ρο­πή­δα.

       Χο­ρο­πη­δῶ μὲ τὰ πό­δια μου ἑ­νω­μέ­να καὶ —ὁ­μο­λο­γῶ— χαί­ρο­μαι μὲ τὴν εὐ­κι­νη­σί­α καὶ τὴν ἐ­λα­φρά­δα τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μου. Ἔ­χει πε­ρά­σει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ κα­τά­φερ­να νὰ χο­ρο­πη­δῶ μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α.

       — Θὰ μοῦ πεῖς: κι αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ τὸ κά­νει κα­νεὶς ὅ­ταν εἶ­ναι ξύ­πνιος. Σί­γου­ρα. Μὰ ὑ­πάρ­χει κά­τι ποὺ ὅ­ταν εἶ­σαι ξύ­πνιος δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ κά­νεις.

       — Τί;

       — Αὐ­τὸ ποὺ κά­νεις.

       — Δη­λα­δή; – μὰ ἐ­νῶ τοῦ ἀ­πευ­θύ­νω τὴν ἐ­ρώ­τη­ση τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ. Κι ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­ζω.

       — Πα­τέ­ρα, ἐ­σὺ εἶ­σαι; τοῦ λέ­ω.

       Μοῦ χα­μο­γε­λά­ει. Ἔ­χει πά­νω-κά­τω τὴν ἡ­λι­κί­α μου, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι καὶ λί­γο πιὸ νέ­ος. Ἴ­σως αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σα ἀ­μέ­σως. Ἴ­σως.

       — Κα­τά­λα­βες; μὲ ρω­τά­ει.

       Ναί, κα­τά­λα­βα.

       Εἶ­χα χο­ρο­πη­δή­σει καὶ δὲν εἶ­χα ξα­να­πέ­σει στὴ γῆ.

       — Χαί­ρο­μαι ποὺ σὲ βλέ­πω. Ἔ­χω χί­λια-δυ­ὸ πράγ­μα­τα νὰ σοῦ δι­η­γη­θῶ – τοῦ λέ­ω κα­θὼς αἰ­ω­ροῦ­μαι δε­κά­δες ἑ­κα­το­στὰ πά­νω ἀπ΄ τὸ ἔ­δα­φος.

       — Κι ἐ­γώ, – ἀ­παν­τᾶ χα­μο­γε­λών­τας.

       — Πῶς ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ἡ φρά­ση; Βο­ή­θα με νὰ τὴ θυ­μη­θῶ.

       — Ὁ θά­να­τος δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Πῆ­γα μό­νο στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Ἕλενα Πέγκα: Ἅγιος


Ἕ­λε­να Πέγ­κα


Ἅ­γιος


ΝΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗ ΘΑΣΟ πή­γα­με στὸ μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­να. Ἕ­να μι­κρὸ μο­να­στή­ρι, γυ­ναι­κεῖ­ο. Ρω­τά­ω τὴν ἡ­γου­μέ­νη ποιός ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος; Ξε­ρο­κα­τά­πι­ε. Δυ­σα­ρε­στή­θη­κε ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζα.

       Ἦ­ταν ἕ­νας νε­α­ρὸς για­τρός, μοῦ λέ­ει, ἀ­πὸ τὴ Νι­κο­μή­δεια τῆς Ρω­σί­ας. Ἡ μη­τέ­ρα του ἦ­ταν χρι­στια­νή. Ὁ πα­τέ­ρας του ὄ­χι. Ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν πλού­σιος καὶ εἰ­δω­λο­λά­τρης. Εἶ­χε χι­λιά­δες δού­λους. Σὲ μου­σεῖ­ο κα­τοι­κοῦ­σε. Πρὶν πε­θά­νει ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου εἶ­δε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ θαύ­μα­τα τοῦ γιοῦ του. Εἶ­δε τὸν γιό του νὰ θε­ρα­πεύ­ει ἕ­ναν ἄν­τρα ἐκ γε­νε­τῆς τυ­φλό. «Τί ἔ­βλε­πα τό­σα χρό­νια;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ὁ πα­τέ­ρας. «Τί ἄ­κου­γα; Τί μοῦ μί­λα­γε τό­σα χρό­νια; Τί­πο­τα. Τί­πο­τα.» Καὶ οὐρ­λι­ά­ζον­τας ἀ­να­στα­τω­μέ­νος, χύ­μη­ξε μέ­σα στὸ μου­σεῖ­ο του ποὺ ἦ­ταν ἡ ἔ­παυ­λή του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά. Νὰ σπά­ει πράγ­μα­τα. «Τί ἔ­κα­να γιὰ τὴ γυ­ναί­κα μου τό­σα χρό­νια; Τί γιὰ τὸν γιό μου; Τί­πο­τα. Τί­πο­τα. Καὶ ὅ­ταν ἀ­κό­μη ὑ­πέ­φε­ρε ἡ γυ­ναί­κα μου, τί ἔ­κα­να γιὰ νὰ τῆς ἐ­λα­φρύ­νω τὸν πό­νο; Τί ἔ­κα­να;» Καὶ ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου χτύ­πα­γε καὶ ἔ­σπα­γε τὴν πε­ρι­ου­σί­α του. Ἔ­τσι πέ­θα­νε πι­στός.

        «Ἀ­πὸ ποῦ εἶ­στε ἐ­σεῖς;» ρω­τῶ τὴν ἡ­γου­μέ­νη. «Ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­κεῖ θὰ ἐ­πι­στρέ­ψω. Πά­ρε τώ­ρα ἕ­να λου­κού­μι. Πά­ρε λου­κού­μι.»



Πη­γή: Σφι­χτὲς ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα, 2011).

Ἕλε­να Πέγ­κα (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Θέ­α­τρο, Πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ φι­λο­σο­φί­α στὸ Πανεπιστήμιο Wesleyan τοῦ Κό­νε­τικατ τῶν ΗΠΑ. Κεί­με­νά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, σου­η­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει γρά­ψει τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν βρα­βευ­μέ­νη ται­νί­α τοῦ Λά­κη Πα­πα­στά­θη Τὸ μό­νο τῆς ζω­ῆς του τα­ξί­διον. Δι­δά­σκει γρα­φὴ θε­α­τρι­κοῦ ἔρ­γου στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πα­τρῶν. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Αὐ­τὴ θε­ρι­νή (ἔκδ. Ἄ­γρα, 1986).