1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χριστὸς vs Πατρίδα: 0-1



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χριστὸς vs Πατρίδα: 0-1


«Γ. ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ…… Καὶ ἄλ­λο πα­ρά­δειγ­μα, κύ­ριοι, θε­ο­σε­βεί­ας κα­τὰ τὸ ἔ­τος 1822. Ἕ­νας γεν­ναῖ­ος στρα­τι­ώ­της Πε­λο­πον­νή­σιος, γνω­στὸς διὰ τὰ πο­λε­μι­κά του ἔρ­γα εἰς ταῖς συμ­πλο­καῖς μὲ τοὺς ἐ­χθρούς, ἐ­πῆ­γε νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῇ εἰς ἕ­να πνευ­μα­τι­κόν, νὰ λά­βῃ τὴν ἁ­γί­αν Με­τά­δο­σιν. Ὁ πνευ­μα­τι­κός, ἀ­φοῦ ἤ­κου­σε ὅ­λην του τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σιν, τοῦ εἶ­πε:

       — Παι­δί μου, δὲν ἠμ­πο­ρῶ νὰ σοῦ δώ­σω ἄ­δειαν Κοι­νω­νί­ας, ἐ­σκό­τω­σες ἄν­θρω­πον.

       Ὁ στρα­τι­ώ­της τὸ ἔ­βα­ψεν, ἐ­πῆ­γε κ’ ἐ­πα­ρε­πο­νέ­θη εἰς τὸν Δε­σπό­την τῆς Με­θώ­νης· ὁ Δε­σπό­της τοῦ εἶ­πε:

       — Ἔ­λα τὴν Κυ­ρια­κὴν εἰς τὴν λει­τουρ­γί­αν.

       Ἐ­πῆ­γε τὴν ὥ­ραν τῆς Κοι­νω­νί­ας, ὁ Δε­σπό­της ὀρ­θὸς εἰς τὴν με­γά­λην θύ­ραν τοῦ ἱ­ε­ροῦ μὲ τὸ δι­σκο­πό­τη­ρον λέ­γει τοῦ στρα­τι­ώ­του:

       — Λά­βε τὸ δι­σκο­πό­τη­ρον, κοι­νω­νή­σου μό­νος σου· τὰ χέ­ρια σου εἶ­ναι πλέ­ον ἄ­ξια ἀ­πὸ τὰ δι­κά μου νὰ σὲ κοι­νω­νή­σουν. Ἡ­μεῖς διὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν τῆς πα­τρί­δος καὶ δό­ξαν θε­οῦ πο­λε­μοῦ­μεν μὲ δε­ή­σεις, ἐ­σεῖς μὲ τὰ στή­θη σας εἰς τοὺς κιν­δύ­νους.<»>



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ἐ­πί­ση­μος Ἐ­φη­με­ρὶς τῆς Συ­νε­λεύ­σε­ως» τόμ. Ϛ, 1864, σ. 656, συ­νε­δρ. 5 Ὀ­κτ. 1864. – «Γε­νι­κὴ Ἐ­φημ. τῆς Ἑλ­λά­δος» 2 Νβρ. 1856 (ὑ­πὸ Γ. Τερ­τσέ­τη). – Γ. Τερ­τσέ­τη λό­γος τῆς 25 Μαρτ. 1869 σ. 17.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 11-12 [τίτλος: «16.—Ἡ μετάληψη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.


			

Ἀγ­γέ­λα Κα­ϊ­μα­κλι­ώ­τη: Τοῦ Λαζάρου



Ἀγ­γέ­λα Κα­ϊ­μα­κλι­ώ­τη


Τοῦ Λα­ζά­ρου


ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ὑ­πῆρ­ξε γιὰ μέ­να τὸ με­γά­λο αἴ­νιγ­μα. Τὸν πρω­το­γνώ­ρι­σα ἐ­κεῖ γύ­ρω στὰ ὀ­κτώ μου ὅ­ταν προ­σφυ­γά­κι κα­τέ­φευ­γα στὶς γει­το­νι­ές του. Ἔμ­παι­να λα­θραῖ­α στὸ σπί­τι του τὶς Κυ­ρια­κὲς με­τὰ τὸ κα­τη­χη­τι­κὸ καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τὸν προ­σεγ­γί­σω μὲ τὶς σι­ω­πὲς καὶ τὶς τη­λε­πα­θη­τι­κὲς προ­σευ­χές μου. Ἄλ­λο­τε στε­κό­μουν σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη, μὲ κολ­λη­μέ­νο τὸ ἕ­να μά­γου­λο στὶς πέ­τρι­νες κο­λό­νες τοῦ να­οῦ, εἰ­σπνέ­ον­τας τὴν ὑ­γρα­σί­α τῆς πί­στης καὶ τοῦ φό­βου, ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μὲ τὸ ἡ­μί­φως τῶν κε­ρι­ῶν καὶ τὴ νε­κρι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ μο­σχο­λί­βα­νου. Προ­τι­μοῦ­σα τὸ μι­κρὸ αὐ­το­σχέ­διο κρη­σφύ­γε­τό μου, ἀ­πὸ τὶς θέ­σεις γυ­ναι­κῶν καὶ ἀν­δρῶν ὅ­που ἄν­θρω­ποι ἀ­μί­λη­τοι καὶ σκυ­θρω­ποὶ συμ­με­τεῖ­χαν στὴν ἀ­κο­λου­θί­α ἄλ­λο­τε κα­θή­με­νοι ἢ ὄρ­θιοι, γο­νυ­πε­τεῖς ἢ σκυ­φτοί, κά­νον­τας τὸ σταυ­ρὸ τοὺς ρυθ­μι­κὰ καὶ συν­το­νι­σμέ­να ἢ ψι­θυ­ρί­ζον­τας φο­βε­ρές, μυ­στι­κὲς προ­σευ­χές. Ἀ­πὸ τὴν κρύ­πτη μου μπο­ροῦ­σα νὰ προ­σποι­η­θῶ πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χα ὡς σῶ­μα κι ἔ­τσι ἀ­πε­ρί­σπα­στη καὶ συγ­κεν­τρω­μέ­νη μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὴν εἰ­κό­να του, ἴ­σως πε­τύ­χαι­να τὴν ὀ­πτι­κὴ ἐ­πα­φὴ καὶ τὴν προ­σο­χή του, γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει ἐ­πι­τέ­λους τί ἐν­νο­οῦ­σε μὲ κεῖ­νο τὸ «εἶ­δα φό­βους, εἶ­δα πό­νους, εἶ­δα βά­σα­να καὶ τρό­μους, δῶ­στε μου λί­γο νε­ρά­κι νὰ ξε­πλύ­νω τὸ φαρ­μά­κι». Τό­τε ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τάς μου ἐν­δε­χο­μέ­νως ὁ φί­λος τοῦ Χρι­στοῦ τὸ μυ­στι­κό του, νὰ κα­τά­φερ­να νὰ ξε­πλύ­νω τὸ δι­κό μου τὸ φαρ­μά­κι.


* * *


       Κα­τε­βαί­νω μὲ συγ­κί­νη­ση τὴ μι­κρὴ σκά­λα ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ να­οῦ μὲ τὶς λάρ­να­κες. Συ­νει­δη­το­ποι­ῶ πὼς τὸ νε­ρὸ ποὺ ρέ­ει ὡς ἁ­γί­α­σμα εἶ­ναι ἕ­να δῶ­ρο κα­θαρ­τι­κό. Καὶ τό­τε νί­πτω τὰ χέ­ρια καὶ τὸ πρό­σω­πο.

       Εἶ­ναι ὄ­μορ­φη ἡ ζω­ὴ Λά­ζα­ρε, γι’ αὐ­τὸ ἀ­να­στή­θη­κες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγ­γέ­λα Κα­ϊ­μα­κλι­ώ­τη (Ἀμ­μό­χω­στος, 1967). Εἶ­ναι κά­το­χος Πτυ­χί­ου Παι­δα­γω­γι­κῶν καὶ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Τί­τλου στὴν Ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ Ἡ­γε­σί­α καὶ Πο­λι­τι­κή. Ἔ­χει ἐ­πί­σης με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς σὲ θέ­μα­τα δι­α­χεί­ρι­σης κρί­σε­ων καὶ δι­α­με­σο­λά­βη­σης. Εί­ναι δι­ευ­θύν­τρια σχο­λεί­ων Δη­μο­τι­κῆς Ἐκ­παί­δευ­σης, πρό­ε­δρος τῆς Πο­λι­τι­στι­κῆς Ἕ­νω­σης Λάρ­να­κας καὶ ἀ­ρι­στίν­δην μέ­λος τοῦ Δι­οι­κη­τι­κοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Πο­λι­τι­σμοῦ γιὰ παι­διὰ καὶ νέ­ους. Δι­ε­τέ­λε­σε ἀν­τι­πρό­ε­δρος τῆς Ἕ­νω­σης Λο­γο­τε­χνῶν Κύ­πρου. Δη­μο­σί­ευ­σε πέν­τε βι­βλί­α ποί­η­σης καὶ ἕ­να μὲ δι­η­γή­μα­τα. Τε­λευ­ταῖ­ο της ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Οἱ πι­κρο­δάφ­νες θέ­λουν κού­ρε­μα (Βακ­χι­κόν, 2020).

Εἰ­κό­να: Ἡ Ἀ­νά­στα­σις τοῦ Λα­ζά­ρου. Κρύ­πτη στὸ να­ὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Λα­ζά­ρου, στὴ Λάρ­να­κα τῆς Κύ­πρου. Φω­το­γρα­φί­α: Γιά­ννης Πα­τί­λης, 30 Ἰ­ου­λί­ου 2011.


Ἄντης Ροδίτης: Σὲ ὀγδόντα (περίπου) χρόνια ἀπὸ σήμερα

Ἄν­της Ρο­δί­της


Σὲ ὀγδόντα (περίπου) χρόνια απὸ σήμερα


ΑΞΙΔΕΨΑ ΚΙ ΕΓΩ μέ­σα στὸ μέλ­λον καὶ νὰ μὴν νοιά­ζει κα­νέ­ναν πῶς. Εἶ­ναι μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Ἅ­μα τὸ πῶ, θὰ ἀρ­χί­σει ὁ πά­σα ἕ­νας νὰ πε­τά­γε­ται στὸ μέλ­λον, δὲν θὰ μεί­νει κα­νέ­νας ἐ­δῶ στὸ «τώ­ρα» καὶ τό­τε θὰ χα­λά­σει καὶ τὸ μέλ­λον, ἀ­φοῦ δὲν θὰ ἔ­χει πα­ρελ­θόν, καὶ θὰ μεί­νου­με ὅ­λοι κρε­μά­με­νοι στὸ κε­νό. Ξέ­ρω τί λέ­ω. Ἄ­ρα μό­νο ἐ­γὼ θὰ πη­γαί­νω στὸ μέλ­λον, ὅ­πο­τε θέ­λω.

        Πε­τά­χτη­κα μιὰ στιγ­μὴ στὸ 2100 μ.Χ. Ὅ­λοι οἱ Κυ­πραῖ­οι ἦ­ταν ἄγ­γε­λοι. Εἶ­χαν καὶ φτε­ροῦ­γες ἀλ­λὰ ἦ­ταν μι­κρὲς ἀ­κό­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν.

       Ρώ­τη­σα ἕ­ναν στὸν δρό­μο.

       —Κοί­τα, μοῦ λέ­ει. Οἱ φτε­ροῦ­γες ἄρ­χι­σαν νὰ φυ­τρώ­νουν, πιὸ μι­κρὲς καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πεις τώ­ρα, πρὶν κα­μιὰ ὀ­γδον­τα­ριὰ χρό­νια, τό­τε ποὺ ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας ἔ­γι­νε Πρό­ε­δρος καὶ ὁ Νι­κό­λας ὑ­φυ­πουρ­γὸς πα­ρὰ τῷ προ­έ­δρῳ, τό­τε ποὺ πά­τα­ξαν τὴ δι­α­φθο­ρὰ καὶ γί­να­με ὅ­λοι ἄγ­γε­λοι. Ἂν πᾶ­με καὶ στὸ μέλ­λον τό­σο κα­λά, ὑ­πο­λο­γί­ζου­με ὅ­τι οἱ ἀ­πό­γο­νοί μας σὲ ἄλ­λα 80, ἂς ποῦ­με, χρό­νια θὰ ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρες φτε­ροῦ­γες καὶ θὰ πε­τᾶ­με κι­ό­λας κον­τὰ στὸν θε­ό!

       —Τί λὲς ρὲ μα­λά­κα; τοῦ εἶ­πα.

       —Ἄ, μοῦ εἶ­πε, σὲ πα­ρα­κα­λῶ. Ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πιά, τὴ βγά­λα­με καὶ ἀ­πὸ τὰ λε­ξι­κά. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι κα­λοὶ καὶ ἐ­νά­ρε­τοι ἄν­θρω­ποι πλέ­ον – δι­α­φθο­ρὰ τέ­λος!

       Σκέ­φτη­κα ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νὰ ἦ­ταν τρε­λός, ἀλ­λὰ με­τὰ εἶ­δα κι ἄλ­λους —ὅ­λους— μὲ φτε­ρά, ἄ­ρα ἤ­μουν ἐ­γὼ ὁ μα­λά­κας.

       —Κοί­τα, μοῦ λέ­ει ὁ τρε­λός, νὰ πᾶς στὸν Κύκ­κο, ὅ­που πᾶν ὅ­λοι γιὰ προ­σκύ­νη­μα. Ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ κεῖ τὸ τέ­ρας-Μα­κά­ριος κι ἔ­βα­λαν ἄλ­λο ἄ­γαλ­μα δυ­ὸ φο­ρὲς πιὸ ψη­λὸ ἀ­πὸ τὸ πα­λιό.

       —Ποι­ὸν ἔ­βα­λαν ἐ­κεῖ; τοῦ λέ­ω.

       —Πή­γαι­νε νὰ δεῖς, μοῦ λέ­ει, καὶ πε­τά­χτη­κε τρί­α μέ­τρα μα­κριὰ σὰν κο­τό­που­λο.

       Πῆ­ρα ἕ­να ἑ­λι­κό­πτε­ρο-τα­ξὶ ἀ­πὸ τὸν προ­μα­χώ­να ποὺ ἦ­ταν πα­λιὰ ὁ Μπα­ϊ­ρα­κτά­ρης καὶ σὲ 15 λε­πτὰ μὲ κα­τέ­βα­σε στὸν Κύκ­κο, μπρο­στὰ στὸ  ἄ­γαλ­μα. Ἔ­μει­να ἐ­κεῖ καὶ ἔ­χα­σκα για­τὶ τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­γάλ­μα­τος, ὕ­ψος ἴ­σο μὲ ἑ­φτα­ό­ρο­φη πο­λυ­κα­τοι­κί­α, ἦ­ταν πο­λὺ ψη­λὰ καὶ δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρος ποι­οῦ ἡ φά­τσα ἦ­ταν.

       Μὲ πλη­σί­α­σε ἕ­να μο­να­χὸς γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε σχε­δὸν κα­θό­λου φτε­ρά. Μό­λις ποὺ ξε­μύ­τι­ζαν κά­τι πού­που­λα ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους του.

       —Κα­λά, τοῦ λέ­ω, ἐ­σὺ δὲν ἔ­χεις φτε­ροῦ­γες;

       —Ἄ­σε, μοῦ λέ­ει, ἐ­μεῖς οἱ μο­να­χοὶ εἴ­μα­στε οἱ πιὸ δι­ε­φθαρ­μέ­νοι καὶ κά­νου­με με­γά­λο ἀ­γώ­να νὰ φτά­σου­με τοὺς ἄλ­λους. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἀ­πὸ τοὺς κα­λούς. Ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λοι ποὺ ντρέ­πον­ται νὰ βγοῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ κε­λιά τους ἕ­νε­κα δὲν ἔ­χουν βγά­λει οὔ­τε πού­που­λο ἀ­κό­μα.

       —Τί λὲς ρὲ μ… τοῦ εἶ­πα κι ἔ­πι­α­σα τὸ στό­μα μου, μὴν πῶ τὴ λέ­ξη.

       —Βλέ­πεις, μοῦ λέ­ει, τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α Μι­χα­η­λί­δη, πα­λιὰ Γε­νι­κοῦ Ἐ­λεγ­κτοῦ καὶ τώ­ρα Προ­έ­δρου τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας!

       —Κι ὁ μι­κρός; τοῦ λέ­ω.

       Τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α κρα­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ἕ­να παι­δά­κι, ἕ­ναν γιὸ τῆς μάμ­μας του μὲ γκρί­ζους κρο­τά­φους, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ὁ «μι­κρός», μό­λις τρί­α μέ­τρα ὕ­ψος, ἦ­ταν ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά, σὰν νὰ ἔ­δει­χνε τὸν δρό­μο στὸ με­γά­λο ἄ­γαλ­μα.

       —Εἶ­ναι ὁ Νι­κό­λας, μοῦ λέ­ει ὁ ἄ­πτε­ρος μο­να­χός, ὁ­δη­γεῖ τὸν Ὀ­δυσ­σέα στὸν δρό­μο κα­τὰ τῆς δι­α­φθο­ρᾶς!

       —Fuck, τοῦ λέ­ω!

       —Καὶ ποῦ ’­σαι, μοῦ λέ­ει, γιὰ νὰ φτιά­ξουν τὸν Νι­κό­λα ἕ­λι­ω­σαν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Μα­κα­ρί­ου, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο μέ­ταλ­λο, κι ὕ­στε­ρα ἔ­κα­μαν εἰ­σα­γω­γὴ κι ἄλ­λο χαλ­κὸ γιὰ νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α!

       —Ἔ, fuck ξα­νά, τοῦ λέ­ω.

       —Fuck, μοῦ λέ­ει, δὲν λέ­ει τί­πο­τε, καὶ πά­νω ποὺ ἀ­κού­στη­κε τὸ σή­μαν­τρο ἔ­τρε­ξε γιὰ τὸ δεῖ­πνο.

       —Καὶ οἱ Τοῦρ­κοι, τοῦ φώ­να­ξα, τί ἔ­γι­νε μὲ τοὺς Τούρ­κους;

       —Ἄ, μοῦ λέ­ει, καὶ γύ­ρι­σε τρέ­χον­τας πι­σι­νὴ ἀ­νε­μί­ζον­τας τὸ χέ­ρι του, τοὺς πῆ­ρε ὅ­λους ὁ δι­ά­ο­λος.

       —Μὰ ὅ­λους-ὅ­λους; τοῦ λέ­ω. Δὲν ἄ­φη­σε οὔ­τε μι­σὸ τουρ­κο­κύ­πριο γιὰ δεῖγ­μα;

       —Ὅ­λους, μοῦ λέ­ει, ὅ­λους-ὅ­λους. Μέ­χρι καὶ τὰ κόκ­κα­λα τοῦ Ντεν­κτάς.

       Καὶ χά­θη­κε μέ­σα στὴν με­γά­λη πόρ­τα. Πε­τά­χτη­κα ἀ­μέ­σως πί­σω στὸ πα­ρόν, μὴν πε­θά­νω ἄ­ξαφ­να ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α ἐ­κεῖ στὸ μέλ­λον!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄν­της Ρο­δί­της. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ Παγ­κύ­πριο Γυ­μνά­σιο τὸ 1964. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ γιὰ δυ­ὸ χρό­νια στὴν Ἀγ­γλί­α. Με­τὰ μπῆ­κε στὸ London International Film School. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν Ἐ­θνι­κὴ Φρου­ρὰ τὸ 1970 ὡς Ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς Πυ­ρο­βο­λι­κοῦ καὶ τὸ 1974 στὴν ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τῶν Τούρ­κων εἰ­σβο­λέ­ων. Ἐρ­γά­στη­κε στὸ ΡΙΚ ἀ­πὸ τὸ 1971 μέ­χρι τὸ 1985 ὡς πα­ρα­γω­γὸς-σκη­νο­θέ­της. Ἀ­πὸ τὸ 1985 δη­μι­ούρ­γη­σε δι­κή του ἑ­ται­ρί­α ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε γιὰ σει­ρὰ ἐ­τῶν τὸ εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο Visnews- Reuters. Δι­α­κρί­θη­κε στὸν το­μέ­α τῆς πα­ρα­γω­γῆς ται­νι­ῶν ντο­κι­μαν­τὲρ μὲ πρῶ­τα βρα­βεῖ­α σὲ δι­ε­θνεῖς καὶ πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Πρω­τί­στως εἶ­ναι λο­γο­τέ­χνης. Γρά­φει ἐ­πί­σης χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα στὴν Κύ­προ καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἐ­ξέ­δω­σε 6 βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας, 3 ποί­η­σης καὶ δύ­ο κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἕ­να μὲ τί­τλο Τὰ Γράμ­μα­τα στὴ Μη­τέ­ρα τοῦ Κώ­στα Μόν­τη, Ἁρ­μὸς 2015, κι ἕ­να μὲ τί­τλο Οἱ σκα­λα­πούν­τα­ροι τῆς Στέλ­λας, Ἁρ­μὸς 2016, γιὰ τὴν ποί­η­ση τῆς Στέλ­λας Βο­σκα­ρί­δου. Τὸ 1973 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο νέ­ου λο­γο­τέ­χνη τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ 4 δι­η­γή­μα­τα. Τὸ 2006 ἡ Ἑ­στί­α ἐ­ξέ­δω­σε τὸ χρο­νι­κό του Τὴν Ἑλ­λά­δα θέ­λο­μεν κι ἂς τρώ­γω­μεν πέ­τρες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Δέ­κα χι­λιά­δες μέ­λισ­σες, Ἁρ­μὸς 2010, ἀ­πέ­σπα­σε τὸ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Κύ­πρου. Τὸ 2013 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἁρ­μὸ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κου­ρά­γιο Πη­νε­λό­πη, μιὰ με­λέ­τη-χρο­νι­κό, ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται δι­ε­ξο­δι­κά τα γε­γο­νό­τα στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1963 ἕ­ως τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1964 καὶ κα­τα­δει­κνύ­ει μὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἔγ­γρα­φα ποὺ ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν με­τὰ τὸ 2010, ὅ­τι ἡ Ἕ­νω­ση ἦ­ταν ἐ­φι­κτὴ ἄ­νευ οὐ­δε­μιᾶς ἐ­δα­φι­κῆς πα­ρα­χώ­ρη­σης στὴν Τουρ­κί­α τὸ 1964.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΝΑΣ ΑΝΕΨΙΟΣ τοῦ Ἀ­λῆ Φαρ­μά­κη (πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1821), ὅ­ταν ἦ­σαν κλει­σμέ­νοι εἰς τὸν πύρ­γον τοῦ θεί­ου του, ἔ­λε­γε πρὸς τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη:

       — »Κρῖ­μας ὁ­ποὺ δὲν εἶ­σαι Τοῦρ­κος, μέ­γας ἀ­φέν­της θὰ γί­νο­σουν.

       — »Ἂν γέ­νω Τοῦρ­κος, θὰ μὲ σου­νε­τέ­ψουν;(1)

       — »Βέ­βαι­α.

       — »Ἐ­μᾶς ὅ­ταν μᾶς βα­πτί­ζουν, μᾶς κό­βουν ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς μας τρί­χες καὶ ταῖς βά­ζουν εἰς τὸ εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἂν γί­νω Τοῦρ­κος, εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον θὰ μὲ τρα­βοῦν ὁ Χρι­στὸς ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ καὶ ὁ Μω­ά­μεθ ἀ­πὸ τὴν <ψωλή> καὶ δὲν θέ­λω νὰ βά­λω εἰς πα­ρό­μοι­α δι­α­φο­ρὰ δύ­ο τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»


(1) σουνέτι· περιτομή.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρώ­νης» σ. 278 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 185-186 [Τίτλος: «367.— Δυ­ὸ τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»].

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ.



		

	

Νατάσα Κεσμέτη: Ἀναγνωστικὴ Διαμεσολάβηση


Νατάσα Κεσμέτη


Ἀ­να­γνω­στι­κή Δι­α­με­σο­λά­βη­ση


ΙΤΕ ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΙ ἀ­πο­ρη­μέ­να εἴ­τε μᾶς ρω­τοῦν εὐ­θέ­ως: Για­τί τή λέ­τε ἔ­τσι; Τί ἐν­νο­εῖ­τε; Το­ύς ἐ­ξη­γοῦ­με, καί μᾶλ­λον μᾶς περ­νᾶ­νε γιά μι­σό­τρελ­λους, ἐ­κτός κι ἄν ἀ­νή­κουν σ’ αὐ­το­ύς πού ἔ­χουν πα­ρό­μοι­α σχέ­ση μέ τίς ἀ­να­γνώ­σεις, το­ύς ἥ­ρω­ες τῶν βι­βλί­ων ἤ κά­ποι­α ἀ­πό τά πε­ρι­γρα­φό­με­να ἐ­κεῖ πράγ­μα­τα.

        Ἀ­να­φέ­ρο­μαι σέ μι­άν ἐ­ρώ­τη­ση πού κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη μᾶς ἔ­χουν κά­μει γνω­στοί ἤ φί­λοι, ἄν ἡ πε­ρί­στα­ση ἤ ὁ λό­γος τό ἔ­χει φέ­ρει στίς λάμ­πες θυ­έλ­λης ὁ­πό­τε μᾶς ἀ­κοῦ­νε νά λέ­με π.χ. Ποῦ εἶ­ναι ἡ Νόμιμη; Νά κρε­μά­σου­με μιά Νόμιμη!, Μήν ξε­χά­σου­με νά βά­λου­με στή βάρ­κα τή Νόμιμη… Ἡ ὀ­νο­μα­σί­α σχε­τί­ζε­ται μέ τό σχε­τι­κό δι­ή­γη­μα γνω­στοῦ συγ­γρα­φέ­ως, ὅ­που πρω­τα­γω­νι­στεῖ μιά λάμ­πα θυ­έλ­λης, τήν ὁ­πο­ί­α τό­σο ἔ­χου­με οἰ­κει­ω­θεῖ ὡς Νόμιμη, ὥ­στε νά ὀ­νο­μά­ζου­με ἔ­τσι κά­θε ἄλ­λο πα­ρό­μοι­ο φα­νό !

        Ὑ­πο­θέ­τω πώς ἕ­να δά­νει­ο, ὅ­πως τό πα­ρα­πά­νω γιά τόν κό­σμο τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἀ­πό τόν κό­σμο τῆς ἀ­νά­γνω­σης λο­γο­τε­χνι­κῶν βι­βλί­ων, δέν εἶ­ναι κά­τι και­νο­φα­νές οὔ­τε συμ­βα­ί­νει μό­νο στήν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Ὅ­πως ἐ­πί­σης ὑ­πο­θέ­τω πώς ἡ ὀ­νο­μα­το­δο­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους ση­μα­το­δο­τεῖ (ἄν δέν συ­νι­στᾶ) τήν ὕ­παρ­ξη γνω­ρι­μί­ας καί φι­λί­ας, σέ ἀμ­φί­δρο­μη λει­τουρ­γί­α, ἀ­νά­με­σα στο­ύς δυό κό­σμους.

        Ἐ­κεῖ­νο πού δέν φαν­τα­ζό­μου­να ὥς πο­λύ πρό­σφα­τα, εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­να­γνω­στι­κή γνω­ρι­μί­α μπο­ρεῖ νά λει­τουρ­γεῖ κα­τά τρό­πο ἀ­κα­ρια­ῖο σέ μιά πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­νη στιγμή. Ἐ­ξη­γοῦ­μαι ἀ­μέ­σως:

        Στό σπί­τι τῆς ποι­ή­τριας Α.Σ. δέν εἶ­χε τύ­χει νά μπῶ σέ δω­μά­τιο ὅ­που βρί­σκε­ται μιά ἐ­ξαι­ρε­τι­κή τρί­πτυ­χη φω­το­γρα­φί­α. Πρό­κει­ται γιά μιά πό­ζα ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ἡ ἴ­δια, σέ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κές ἡ­λι­κια­κά ἐ­πο­χές, πέν­τε φι­λη­νά­δων. Στήν πρώ­τη οἱ εἰ­κο­νι­ζό­με­νες εἶ­ναι κο­πε­λοῦ­δες, στή δε­ύ­τε­ρη ἔ­χουν φτά­σει πε­ρί­που στή μέ­ση ἡ­λι­κί­α καί στήν τρί­τη βρί­σκον­ται πιά στό γῆ­ρας.

        Μόλις τήν ἀν­τί­κρυ­σα, ἡ φω­το­γρα­φί­α κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά μέ μα­γνή­τι­σε καί γιά ἀρ­κε­τή ὥ­ρα προ­σπα­θοῦ­σα νά ἐν­το­πί­σω ποιά νά εἶ­ναι ἡ μη­τέ­ρα τῆς φί­λης μου πού εἶ­χε ἤ­δη ἀ­πέλ­θει τοῦ κό­σμου, ὅ­ταν ἐ­μεῖς γνω­ρι­στή­κα­με. Ἡ Α.Σ. στό με­τα­ξύ γύ­ρι­σε στό δω­μά­τιο καί ξαφ­νι­κά μέ ρώ­τη­σε ἄν ἀ­να­γνω­ρί­ζω ὄ­χι τή μη­τέ­ρα της, ἀλ­λά τή θεί­α της Περ­σε­φό­νη.

        – Αὐ­τή, ἀ­πάν­τη­σα χω­ρίς τόν πα­ρα­μι­κρό δι­σταγμό καί ἔ­δει­ξα μι­άν ἀ­πό τίς εἰ­κο­νι­ζό­με­νες.

        Ἡ φί­λη μου μέ κο­ί­τα­ξε ἐμ­βρόν­τη­τη:

        – Κα­λά πῶς τή βρῆ­κες ἀ­μέ­σως; μέ ρώ­τη­σε.

        – Ἀ­πό τό πο­ί­η­μά σου καί ὅ­σα ἔ­χεις γρά­ψει γι αὐ­τήν, ἀ­πάν­τη­σα αὐ­θόρ­μη­τα, μέ μιά φυ­σι­κό­τη­τα πού τήν ξάφ­νια­σε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο καί μᾶλ­λον τήν ἔ­κα­νε νά προ­σθέ­σει ὅ­τι αἰ­σθά­νε­ται συγ­κλο­νι­σμέ­νη.

        – Δέν θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι κα­μιά ἄλ­λη ! – αὐ­τό ἔ­νι­ω­σα, εἶ­πα ἐ­ξα­κο­λου­θών­τας νά τά βρί­σκω ὅ­λα φυ­σι­κά καί ἐ­ξαι­ρε­τι­κά οἰ­κεῖ­α.

        Μόνον ὅ­ταν ἔ­φυ­γα ἄρ­χι­σα νά σκέ­πτο­μαι τό πε­ρί­ερ­γο τοῦ πράγ­μα­τος: πῶς ἀ­νά­με­σα σέ δε­κα­πέν­τε παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στές μου μορ­φές μό­νο μί­α ξε­χώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως στά μά­τια μου ὡς ἡ θε­ί­α Περ­σε­φό­νη – πού βέ­βαι­α οὔ­τε δι­κή μου συγ­γε­νής ἦ­ταν οὔ­τε τή συ­νάν­τη­σα πο­τέ. Ἀ­νέ­τρε­ξα λοι­πόν στά γρα­φό­με­να τῆς Α.Σ. τά ὁ­πο­ῖ­α εἶ­χα ἀ­να­γνώ­σει πρίν ἀρ­κε­τό και­ρό, καί γιά νά εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής τά εἶ­χα μι­σο­ξε­χα­σμέ­να, γιά νά ἀ­να­κα­λύ­ψω πρός δι­κή μου, αὐ­τή τή φο­ρά, κα­τά­πλη­ξη πώς που­θε­νά δέν πε­ρι­γρά­φε­ται οὔ­τε ἡ κορ­μο­στα­σιά οὔ­τε τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ προ­σώ­που τῆς Περ­σε­φό­νης! Στή φω­το­γρα­φί­α εἶ­ναι με­γα­λό­σχη­μη, ἐ­πι­βλη­τι­κή καί ἡ μορφή της ξε­χει­λί­ζει ζωή.

        Τώρα αἰ­σθά­νο­μαι πώς νο­μι­μο­ποι­οῦ­μαι νά δι­α­με­σο­λα­βή­σω, κα­τά τό ρό­λο πού ἀ­να­λαμ­βά­νουν εἴ­τε τό θέ­λουν εἴ­τε ὄ­χι οἱ ἀ­να­γνώ­σεις, τά κε­ί­με­να καί τά βι­βλί­α, ἀ­νά­με­σα στήν φω­το­γρα­φί­α της καί στήν Α.Σ. γιά νά σᾶς τήν γνω­ρί­σω:

        Ἡ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νη θε­ί­α Φώνη, τό­σο θα­λε­ρή, δρα­στή­ρια, ἀ­ει­κί­νη­τη – τή θυ­μᾶ­μαι νά δι­δά­σκει μέ τίς ὧ­ρες πι­ά­νο δί­χως ἀ­μοι­βή σ’ ὅ­λα τά γει­το­νό­που­λα, στά παι­διά ἀ­κό­μα καί τῶν πιό μα­κρι­νῶν συγ­γε­νῶν, στά κα­τη­χη­τό­που­λα, καί του­λά­χι­στον μιά φο­ρά τήν ἑ­βδο­μά­δα νά πη­γα­ί­νει στό γη­ρο­κο­μεῖ­ο καί μέ τίς νο­σταλ­γι­κές νό­τες της νά ξε­ση­κώ­νει το­ύς γέ­ρους μέ ξε­χα­σμέ­να βάλς.

        Ἦ­ταν τό­σο δη­μο­φι­λής καί γνω­στή στό Ἄ­στρο τῆς Κυ­νου­ρί­ας (ἀ­π’ ὅ­που ἡ κα­τα­γω­γή μας) πού ὅ­ταν κά­ποι­ος ἤ­θε­λε νά συ­στη­θεῖ, πλά­ι στ’ ­ὄ­νο­μά του σάν ἀ­ξί­ω­μα προ­σέ­θε­τε: Τάδε…τά­δε.., συγ­γε­νής Φώνη .

                    Καί λί­γο πα­ρα­κά­τω:

                    Σάν τ’ ὄ­νο­μά της

                    μι­σό στόν Ἅ­δη

                    καί τ’ ἄλ­λο στέ­ρε­ο στή γῆ

                    χω­ρί­στη­κε στά δύ­ο

                    Ἡ μιά πλευ­ρά πα­ρα­δο­μέ­νη

                    κι­ό­λας στή λη­σμο­νιά,

                    ἡ ἄλ­λη μι­σή τήν δι­α­ψε­ύ­δει….

                    ……………………………………………………..

        Ἐ­λά­χι­στες πα­ρά­γρα­φοι καί ἕ­να πο­ί­η­μα στά­θη­καν ἀρ­κε­τά γιά νά μοῦ τή φα­νε­ρώ­σουν σέ μιά στιγμή καί, θά τολ­μοῦ­σα πιά νά πῶ, ἀρ­κε­τά γιά νά μοῦ τή συ­στή­σουν ὡς μιά με­τα­θα­νά­τια φί­λη μου .

        Ἡ ἀ­νά­γνω­ση εἶ­ναι τό­πος προ­βλε­πτῶν ἀλ­λά πρω­τί­στως ἀ­πρό­βλε­πτων συ­ναν­τή­σε­ων καί γνω­ρι­μι­ῶν μέ­σα στό γνω­στό χρό­νο καί πέ­ρα… στόν ἄ­γνω­στο.

        Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, ἡ Α.Σ. λέ­ει πώς ἡ Περ­σε­φό­νη ἦ­ταν ὁ μό­νος ἄν­θρω­πος πού γνώ­ρι­σε χω­ρίς κα­νέ­να φό­βο θα­νά­του. Κι ἀ­κό­μα πώς ὥς τό τέ­λος της πε­ρί­με­νε μέ με­γά­λη χα­ρά τό βρά­δυ, για­τί τό­τε ἐρ­χό­ταν ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη της ὥ­ρα γιά νά προ­σευ­χη­θεῖ.

       Τήν πα­ρα­κα­λῶ τώ­ρα νά εὔ­χε­ται καί γιά μᾶς. Πρέ­πει νά μέ ἀ­κο­ύ­σει, ἡ φί­λη μου. Κι ἐ­γώ θά ἀ­νά­ψω στό ὄ­νο­μά της, νά λάμ­πει, τή Νόμιμη.

6/3/2003



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταία της βι­βλί­α: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012 καὶ IVA. Ἔ­σοπ­τρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης, Ἁρμός, 2017.

Εἰ­κό­να: Μα­ται­ό­της. Νε­κρὴ φύ­ση μὲ Βι­βλί­α, Χει­ρό­γρα­φα καὶ Κρα­νί­ο (1663). Ἔρ­γο τοῦ Ὀλ­λαν­δοῦ ζω­γρά­φου Evert Collier per. 1640-1708).

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός: Θεός



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός


Θεός

(ἢ τὸ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὸ καὶ θεο-λο­γι­κὸ Ἀ­πόλυ­το)


ΝΑΣ ΒΡΑΧΜΑΝΟΣ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας κα­λεῖ τοὺς ἀν­τιρ­ρη­σί­ες νὰ πά­ρουν τὸ λό­γο. «Ὁ θε­ός σας εἶ­ναι φε­νά­κη», πα­ρα­τη­ρεῖ δί­και­α κά­ποι­ος. «Ἡ θρη­σκεί­α σας εἶ­ναι ψέ­μα καὶ χί­μαι­ρα κι ἐ­σεῖς, οἱ ἱ­ε­ρεῖς, τὸ στή­ριγ­μα τῆς κα­ται­σχύ­νης. Θε­ός, θρη­σκεί­α καὶ ἱ­ε­ρεῖς πρέ­πει νὰ κα­τα­πο­λε­μη­θοῦν καὶ νὰ ἐκ­μη­δε­νι­στοῦν. Τί ἔ­χεις νὰ μοῦ πεῖς, ἐ­σύ, ἀρ­χι­ε­ρέ­α;». «Κι ἐ­σὺ δι­κός μας εἶ­σαι», τοῦ ἁ­παν­τᾶ γα­λή­νια ὁ βραχ­μά­νος.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 336.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.

Τά­σος Γου­δέ­λης: Κέρδη τοῦ χρόνου



Τά­σος Γου­δέ­λης


Κέρ­δη τοῦ χρό­νου

 

Ε ΤΟ ΧΡΟΝΟ γι­νό­μα­στε πιὸ ἐ­φευ­ρε­τι­κοὶ στὸν ὑ­παι­νιγ­μό: ἀ­πό­λυ­τα δι­α­κρι­τι­κοὶ ἀ­πέ­ναν­τί σὲ ὅ­σα ἄλ­λο­τε θὰ φρον­τί­ζα­με νὰ μᾶς φο­βί­ζουν. Για­τὶ, στὴ θέ­ση ἐ­κεί­νης τῆς ἡ­δο­νῆς μπρο­στὰ στὸν κίν­δυ­νο ποὺ κά­πο­τε προ­κα­λού­σα­με, βρί­σκε­ται τώ­ρα ὁ γνω­στός, ἀ­πτό­η­τος τρό­μος: πα­ρά­ξε­να, ὅ­μως, αὐ­τὸς μᾶς κά­νει εὑ­ρη­μα­τι­κοὺς οἰ­κο­δε­σπό­τες στὸ ἐ­περ­χό­με­νο. Δὲν μᾶς πα­ρα­λύ­ει, ὅ­πως θὰ ἦ­ταν φυ­σι­κό. Ἀν­τί­θε­τα, δι­ευ­κο­λύ­νει τὶς κι­νή­σεις μας. Μπο­ροῦ­με πιὰ ἀ­κό­μα καὶ νὰ μὴν ξυ­πνᾶ­με ἀ­πό­το­μα μπρο­στὰ στὰ ἀ­νοι­χτὰ μά­τια ποὺ μᾶς πα­ρα­κο­λου­θοῦν. Τη­ροῦ­με τὰ προ­σχή­μα­τα μὲ ὅ­σους, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς, ἔ­χουν ἀ­κού­σει τὶς καμ­πά­νες τοῦ με­σο­νυ­χτί­ου. Κυ­κλο­φο­ροῦ­με στὸ γυ­ά­λι­νο πά­τω­μα μὲ ὑ­πο­κρι­τι­κὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, πα­ρό­τι κά­θε μας λέ­ξη ἐν­νο­εῖ πιὰ αὐ­τὸ ποὺ θὰ συμ­βεῖ σὲ ὅ­λους, μὲ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἀ­δι­ά­κο­πη μου­σι­κή, σὰν ὑ­πό­κρου­ση, βέ­βαι­α, στὴν ἀ­να­μο­νή. Ἐν τῷ με­τα­ξὺ ἐ­πι­νο­οῦ­με συ­νε­χῶς νέ­ους τρό­πους ὁ­μι­λί­ας γιὰ ὅ,τι θὰ ἐ­πα­κο­λου­θή­σει. Ὅ­λα μᾶς πεί­θουν πὼς ἔ­χου­με τὸ χά­ρι­σμα νὰ δεί­χνου­με ἤ­ρε­μοι ἀ­πέ­ναν­τι στὶς εἰ­κό­νες ποὺ χά­νον­ται ὁ­ρι­στι­κά, σί­γου­ροι δῆ­θεν ὅ­τι αὐ­τὲς θὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν. Δι­ορ­θώ­νου­με τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες μὲ τὴν ἄ­νε­τη προ­σο­χὴ ἐ­κεί­νου ποὺ πι­στεύ­ει στὸ δῶ­ρο μιᾶς με­γά­λης πα­ρά­τα­σης, ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θὰ ἔ­πρε­πε μέ­σα στὴν ἀ­κι­νη­σί­α νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση γύ­ρω μας. Φρον­τί­ζου­με νὰ ζοῦ­με ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ μέ­σα στὸ τρο­με­ρὸ ποὺ θὰ συμ­βεῖ, τὸ φέρ­νου­με τό­σο κον­τὰ στὰ μά­τια μας ὥ­στε νὰ μοιά­ζει ἐκ­μη­δε­νι­σμέ­νο. Φυ­σι­κά, ἡ ἀ­πό­κρυ­ψη εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ γνω­στοῦ σχε­δί­ου ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­με κα­τὰ γράμ­μα: νὰ ἀ­πο­στρέ­φου­με τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ τὸν κα­θρέ­φτη μὲ χί­λι­ες δι­και­ο­λο­γί­ες. Μὲ τὴν ἔμ­πνευ­ση ἐ­κεί­νου ποὺ δὲν ἔ­χει τί­πο­τα νὰ κερ­δί­σει μὲ ὑ­πο­κρι­τι­κὲς ἀ­πο­στά­σεις ἀ­πὸ ὅ,τι μᾶς πο­λι­ορ­κεῖ, σὰν νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὸ παι­δι­κὸ πρω­ϊ­νὸ μιᾶς ἀρ­γί­ας ἢ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ ἑ­νὸς ἀγ­γέ­λου.



Πη­γή: Ἡ πα­ρου­σί­α (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 2010).

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Spam



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Spam

(Спам)


ΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ἀ­νοί­γω τὸν φά­κε­λο μὲ τὰ spam καὶ δι­α­βά­ζω ἀρ­γά: ­ξέ­χα­στο κα­λο­καί­ρι στὴ Σι­κε­λί­αστὴν Το­σκά­νη. Σε­μι­νά­ριο Τά­ο. ­να­μνή­σεις ­πὸ τὴ μή­τρα. Are you looking for an affair, ρω­τά­ει κά­ποι­α Sabrine. Ἦρ­θε κι ἔ­δε­σε, κα­θὼς τώ­ρα μό­λις δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι τὸ μέ­ηλ μου κέρ­δι­σε 1 ἑ­κα­τομ­μύ­ριο λί­ρες.

       Πε­τά­γο­μαι γιὰ λί­γο στὴν κυ­ρί­ως ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α: Ἀ­να­μέ­νου­με τὴν ἔκ­θε­σή σας. Ἡ ἀ­σφά­λεια τοῦ αὐ­το­κι­νή­του λή­γει. Τε­λευ­ταί­α ὑ­πεν­θύ­μι­ση. Θὰ ἀ­φι­ε­ρώ­σε­τε λί­γο χρό­νο στὸ χει­ρό­γρα­φο ἑ­νὸς ἄ­γνω­στου συγ­γρα­φέ­α;

       Ἄ, ὄ­χι, ἐ­πι­στρέ­φω στὸ spam. Δυ­ὸ κό­σμοι. Στὸν ἕ­να, μὲ προ­σκα­λοῦν στὴ Σι­κε­λί­α, οἱ γυ­ναῖ­κες πε­θαί­νουν γιὰ μέ­να, τὸ μέ­ηλ μου κερ­δί­ζει ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, κλη­ρο­νό­μοι τοῦ Κα­τὰρ θέ­λουν νὰ μοῦ με­τα­φέ­ρουν τὰ χρή­μα­τα κά­ποι­ου… μῆ­τρες… ἄσ­ραμς… τά­ο… Ὁ ἄλ­λος – δου­λειά, ἀ­πλή­ρω­τες ἀ­σφά­λει­ες καὶ χει­ρό­γρα­φα σὲ ἀ­να­μο­νή. Ὑ­πο­πτεύ­ο­μαι πὼς ὅ­ταν πε­θά­νου­με, πη­γαί­νου­με κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὸ spam. Τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι, πι­θα­νόν, τὸ ἄλ­λο ὄ­νο­μα τοῦ πα­ρα­δεί­σου.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 119.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Φανή Χούρσογλου: Οἰκόσιτα


Φα­νὴ Χούρ­σο­γλου


Οἰ­κό­σι­τα


Ι ΜΕΓΑΛΕΣ, ΟΙ ΦΤΕΡΩΤΕΣ, δὲν θά ‘πρε­πε ὑ­πο­τί­θε­ται νὰ μᾶς ἀ­νη­συ­χοῦν – εἶ­ναι ἁ­πλοὶ ἐ­πι­σκέ­πτες, κα­θὼς λέ­νε οἱ εἰ­δι­κοί. Οἱ τσοῦ­λες οἱ μι­κρὲς εἶ­ναι ποὺ κά­νου­νε φω­λι­ὲς καὶ θέ­λουν ἐ­πει­γόν­τως ἐ­ξο­λό­θρευ­ση.

        Δὲν ξέ­ρω βέ­βαι­α ἂν θὰ συμ­φω­νοῦ­σε σὲ αὐ­τὸ ὁ Ἀν­τω­νά­κης, ἀ­φοῦ —Βου­δι­στὴς γὰρ— πί­στευ­ε πὼς ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τοῦ με­γέ­θους πρό­κει­ται γιὰ ἀ­τυ­χεῖς με­τεν­σαρ­κώ­σεις ἀ­κό­μα καὶ οἰ­κεί­ων —ἀ­γα­πη­μέ­νων, ἐν­δε­χομέ­νως— προ­σώ­πων, βά­ναυ­σα χτυ­πη­μέ­νων ἀ­π’ τὸ κάρ­μα.

        Ὅ­πως καὶ νά ‘χει, ὁ Μῆ­τσος —ὡς συ­νή­θως κυ­νι­κός— τό­νι­ζε πὼς τὸ ἐ­νε­νῆν­τα ἐν­νέ­α τοῖς ἑ­κα­τὸ ἀπ’ τὶς ρη­μά­δες δὲν τὶς βλέ­που­με.

        Βλέ­που­με —ἐ­νί­ο­τε— ἀ­ρα­χνοῦ­λες, ἀλ­λὰ συ­χνό­τε­ρα μο­νά­χα τοὺς ἱ­στούς τους στὶς γω­νι­ές. Δὲν βλέ­που­με ὅ­μως —εὐ­τυ­χῶς— οὐ­δέ­πο­τε τὰ ἀ­κά­ρε­α, πα­ρό­λο ποὺ ἰ­σο­βί­ως συμ­βι­ώ­νου­με πα­ρέ­α.

        Ἴ­σως αὐ­τὰ σκε­φτό­ταν καὶ ἡ Μα­ρι­λοῦ σὰν τῆς καρ­φώ­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α ὅ­τι μοι­ρα­ζό­ταν τὴ γκαρ­σο­νι­ε­ρού­λα μὲ φαν­τά­σμα­τα. Ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο κο­ρί­τσι ἡ Μα­ρι­λοῦ, μὰ ξε­ρο­κέ­φα­λο. Χρυ­σὴ τὴν κά­να­με πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει με­τα­φυ­σι­κὸ οὐ­δὲν ποὺ νὰ τὴν ἀ­πει­λεῖ, αὐ­τὴ ἐ­κεῖ, νὰ σκι­ά­ζε­ται καὶ νὰ σκη­νο­θε­τεῖ τὸ θρί­λερ τῆς ζω­ῆς της.

        Μᾶς πα­ρου­σί­α­ζε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ὕ­πο­πτα συμ­βάν­τα ὡς πα­σι­δή­λως ἐν­δει­κτι­κά τῆς ὕ­παρ­ξης μί­ας ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρων ὀν­το­τή­των ἀ­πὸ τὸ ὑ­περ­πέ­ραν στὴν οἰ­κί­α της.

        Κατ’ ἀρ­χὴν —λέ­ει— ἄ­κου­γε βή­μα­τα, συρ­σί­μα­τα, ψι­θύ­ρους καὶ φω­νές. Τὸ γε­γο­νὸς πὼς οἱ τοῖ­χοι τῶν δι­α­με­ρι­σμά­των οὐ­δε­μί­αν ἠ­χο­μό­νω­ση πα­ρέ­χουν δι­ό­λου δὲν τὴν πτο­οῦ­σε.

        Βέ­βαι­α εἶ­χε κά­ποι­α βά­ση αὐ­τή της ἡ ἀ­γω­νί­α, ἀ­φοῦ —ἀ­πὸ τὴν τρέ­λα της— εἶ­χε ἀ­πο­συν­δέ­σει ρα­δι­ό­φω­να, τη­λε­ο­ρά­σεις καὶ λοι­πὰ (γιὰ τὸ φό­βο τῶν δαι­μό­νων), ὁ­πό­τε ζών­τας στὴ σι­ω­πὴ πῶς νὰ μὴν με­γα­λο­ποι­εῖ καὶ τὸ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο ἠ­χά­κι;

        Τὸ σπί­τι —ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη— εἶ­ναι ἀ­λή­θεια τὴν ἀ­να­και­νι­σού­λα του τὴν ἤ­θε­λε καὶ βέ­βαι­α οὔ­τε λό­γος γιὰ πι­στο­ποι­η­τι­κὸ ἐ­νερ­γεια­κῆς ἀ­πό­δο­σης σὲ ἕ­να κτί­σμα συ­νο­μή­λι­κο μέ μᾶς – καὶ κά­τι πα­ρα­πά­νω. Πῶς νὰ μὴν τρί­ζουν πιὰ τὰ ἕρ­μα πορ­το­πα­ρά­θυ­ρα;

        Ἔ­πει­τα ἡ κα­η­μέ­νη ἡ Μα­ρι­λοῦ ἔ­χα­νε δια­ρκῶς πράγ­μα­τα. Πα­σμί­νες, κάλ­τσες κι ἀ­να­πτῆ­ρες δη­λώ­νον­ταν συ­χνὰ πυ­κνὰ στὴ λί­στα ἀ­πω­λε­σθέν­των. Ἐ­γὼ ὡς ἄ­πι­στος Θω­μᾶς τὴ θε­ω­ροῦ­σα φυ­σι­κὰ ἁ­πλῶς ἀλ­λο­παρ­μέ­νη.

        Ὅ­μως —σὰν βρώ­μι­κο μυα­λό— προ­σπά­θη­σα σκλη­ρὰ νὰ τῆς βά­λω ψύλ­λους στ’ αὐ­τιὰ μή­πως ἡ κολ­λη­τή της, αὐ­τὴ ἡ Μίρ­κα ἡ παρ­δα­λή, τῆς βού­τα­γε τὰ δι­ά­φο­ρα – ἔ­τσι γιὰ χά­ρη γού­στου.

        Κι ἴ­σως ἦ­ταν οἰ­κό­σι­τα τὰ πνεύ­μα­τα στὸ σπί­τι, ὅ­μως τὸ σύν­δρο­μο τῆς Μα­ρι­λοῦ εἶ­χε ἐ­πε­κτα­θεῖ καὶ σὲ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς χώ­ρους, ὥ­στε παν­τοῦ πλέ­ον ἔ­νι­ω­θε πὼς πα­ρα­κο­λου­θεῖ­ται.

        Ὅ­σο καὶ ἂν προ­σπά­θη­σα νὰ ὀρ­θώ­σω τεῖ­χος λο­γι­κῆς γιὰ νὰ τὴν χα­λα­ρώ­σω, ἐ­κεί­νη δὲν ξε­χνι­ό­τα­νε λε­πτό. Κι ἐ­νῶ ἐ­γὼ πα­ρα­μυ­θι­α­ζό­μουν δι­α­κα­ῶς μή­πως κά­τι παι­ζό­ταν με­τα­ξύ μας, τὸ ἀ­γύ­ρι­στο μυα­λό της σκά­λω­νε στὰ ἀ­ό­ρα­τα κα­τοι­κί­δια. Ἔ­ψα­χνε καὶ με­τροῦ­σε τὶς σκι­ές, δι­α­βλέ­πον­τας παν­τοῦ ἄλ­λες δι­α­στά­σεις.

        Ἀ­φοῦ εἶ­χε σπου­δά­σει ἐν­δε­λε­χῶς τὰ ἅ­παν­τα τῆς ἀ­ξι­ό­τι­μης Μαν­τὰμ μὲ τ’ ὄ­νο­μα Μπλα­βά­τσκυ ἡ Μα­ρι­λοῦ δὲ σή­κω­νε οὔ­τε μύ­γα στὸ σπα­θί της. Ἦ­ταν κα­θό­λα ἕ­τοι­μη νὰ συ­στη­θοῦν ἐ­νώ­πιος ἐ­νω­πί­ῳ μὲ τὸ στοι­χει­ό. Ἐ­πί­μο­να προ­σέγ­γι­ζε τοὺς φί­λους της —κι ἐ­μέ­να— νὰ κά­νου­με ἐ­πι­τέ­λους μιὰ σε­άνς.

        Ὁ­μο­λο­γῶ πο­θοῦ­σα σὰν τρε­λός τὰ τρυ­φε­ρὰ χε­ρά­κια της νὰ ἄγ­γι­ξω – ἀλ­λὰ γιὰ ἐ­πι­κλή­σεις καὶ τοι­οῦτα ἐ­ξω­τι­κὰ δὲν ἤ­μουν ὁ κα­τάλ­λη­λος κα­θό­λου. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ τὴν πά­τη­σα ὁ βλά­κας κι ἀ­φοῦ τὸ ὑ­πο­σχέ­θη­κα ὄ­φει­λα νὰ τὸ κά­νω.

        Στὴν ὥ­ρα ποὺ ὑ­πέ­δει­ξε ἤ­μα­σταν ὅ­λοι ἐ­κεῖ. Στὸ χῶ­ρο μό­νο δυ­ὸ κε­ριά. Εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει τὸ τρα­πέ­ζι, τὸ πο­τή­ρι, τὸ χαρ­τί. Πι­α­νό­μα­στε κι ἀρ­χί­ζου­με τὴν ὅ­λη τε­λε­τή. Κρύ­ω­σα ἀ­πό­το­μα ἀλ­λὰ ἤ­τα­νε καὶ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα.

        Τὸ πο­τή­ρι κου­νή­θη­κε κι ἡ Μα­ρι­λοῦ ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τᾶ γιὰ τὴν ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἄ­γνω­στού της φί­λου. Ἐ­γὼ τὰ εἶ­χα ἤ­δη χρεια­στεῖ μὰ τὰ χει­ρό­τε­ρα δὲν εἶ­χαν φτά­σει ἀ­κό­μα. Ἦρ­θαν ὅ­ταν τὰ γράμ­μα­τα ποὺ ἑ­νώ­νον­ταν γορ­γὰ σχη­μά­τι­σαν στὰ μά­τια μου μπρο­στὰ τὸ ὄ­νο­μά μου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Φα­νή Χούρ­σο­γλου (Ἀ­θή­να). Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς σπου­δές της στὴν Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α στὸ ἀν­τί­στοι­χο τμῆ­μα τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου καὶ στὴ συ­νέ­χεια στὸ Graphic Design (Bachelor καὶ Master of Arts in Design ἀ­π’ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Derby) στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λό. Ἀ­πα­σχο­λεῖ­ται κυ­ρί­ως σὰν graphic designer. Δι­η­γή­μα­τα καὶ πε­ζο­ποι­ή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­σε­λί­δες. Πρῶ­το βι­βλί­ο της ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν Κα­τό­πιν ἑ­ορ­τῆς (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς: Παραλαβή



Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς


Πα­ρα­λα­βή


ΙΚΡΑΣΙΑΤΙΣΣΑ ἀ­πὸ τὴν Πό­λη ἡ για­γιά μου, ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς καὶ πι­κρα­μέ­νη, εἶ­χε γαν­τζω­θεῖ ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται ἐ­πι­βί­ω­ση. Ἀρ­χὲς ἄ­νοι­ας καὶ στὰ μπου­κα­λά­κια φαρ­μά­κων ἔ­βα­ζε ὁ­λό­κλη­ρο κα­τε­βα­τὸ μὲ ὁ­δη­γί­ες χρή­σης. Νε­ό­τε­ρη καρ­φί­τσω­νε σὲ μπλοῦ­ζες «νὰ ρα­φτεῖ ἕ­να κουμ­πί» ἢ στὰ κουρ­τι­νά­κια τῆς κου­ζί­νας «τυ­ρὶ φέ­τα βα­ρε­λί­σια». Εἴ­κο­σι χρό­νια πρὶν εἶ­χε καρ­φι­τσώ­σει ἕ­να χαρ­τά­κι στὸ γι­λέ­κο τοῦ παπ­ποῦ «νὰ μὴν τὸν ἐμ­πι­στεύ­ε­σαι» καὶ λέ­νε πὼς αὐ­τὸς δὲν τὸ εἶ­δε, μά­τω­σε καὶ δὲν ξα­να­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ σπί­τι. Σὲ δυ­ὸ ἄγ­γε­λους ποὺ τὴν ἐ­πι­σκέ­φτη­καν, πρό­λα­βε καὶ ἔ­πι­α­σε στὰ φτε­ρὰ δυ­ὸ χαρ­τά­κια «ἄ­χρη­στοι καὶ ἀ­χρεί­α­στοι» ἀ­γνο­ών­τας τὸ χαρ­τά­κι «πρὸς πα­ρα­λα­βή» ποὺ κρε­μό­ταν στὴ νυ­χτι­κιά της.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς  (Σέρ­ρες, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο (ΕΜΠ) καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ σχο­λὴ Σταυ­ρά­κου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ σὰν μη­χα­νι­κὸς ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (σκη­νο­θε­σία), μὲ τὸ video art (θέ­α­τρο) καὶ μὲ τὴν γρα­φὴ (σε­νά­ρια, δι­η­γή­μα­τα). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μα­θαί­νον­τας Πο­δή­λα­το (ἐκ­δ. Κέ­δρος, 2013).

Εἰκόνα: Ψυχὴ ποὺ ὁ­δη­γεῖ­ται στὸν οὐ­ρα­νό· ἔρ­γο (1878) τοῦ Γάλ­λου Ζω­γρά­φου Wil­liam-A­dol­phe Bou­gue­reau (1825-1905).