Θε­ώ­νη Κο­τί­νη: Μπάμιες



Θε­ώ­νη Κο­τί­νη


Μπά­μι­ες


ΗΜΕΡΑ στὸ με­ση­με­ρια­νὸ ἔ­χου­νε μπά­μι­ες. Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σα­νε πο­τέ. Σκα­λί­ζει τὸ πιά­το ξε­φλου­δί­ζον­τας μὲ τὸ πι­ρού­νι τὴ σάρ­κα, ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὰ σπό­ρια γυ­μνά. Μέ­σα σαρ­δό­νια ὀ­δον­το­στοι­χί­α, σὰν τὴ γκρι­μά­τσα τῆς συ­νά­θροι­σης γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Σκυ­θρω­ποί, μα­λω­μέ­νοι ἢ ἕ­τοι­μοι νὰ μα­λώ­σουν σὲ λί­γο, μά­να πα­τέ­ρας παι­διά.

       Λα­δε­ρὲς μὲ φρέ­σκια ντο­μά­τα, κόκ­κι­νη ὅ­πως ἡ αἱ­μα­το­χυ­σί­α γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι. Πράγ­μα­τι, δε­σμοὶ αἵ­μα­τος. Τό­σο ποὺ σοῦ ’ρ­χε­ται νὰ πά­ρεις τὸ μα­χαί­ρι τοῦ ψω­μιοῦ καὶ νὰ δι­αρ­ρή­ξεις ὅ­λα ἐ­τοῦ­τα τὰ δε­σμά, νὰ τὸ βυ­θί­σεις στὴν καρ­διὰ αὐ­τοῦ τοῦ λάκ­κου ποὺ εἶ­ναι γε­μά­τος γεύ­μα­τα κυ­ρι­α­κά­τι­κα καὶ αἰ­τιά­σεις καὶ πα­ρά­πο­να καὶ ξε­χα­σμέ­νες τώ­ρα ἤ­δη ἐκ­δρο­μὲς στὴ θά­λασ­σα.

       Ἡ μά­να του τὶς φτιά­χνει μὲ κο­τό­που­λο. Ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­δον­τι­ά­ρι­κα οὖ­λα τοῦ λα­χα­νι­κοῦ ἡ μυ­ρω­διὰ ἐ­κεί­νη. Σφαγ­μέ­νου ζώ­ου ὅ­πως τῆς μά­νας του τὰ μά­τια, ὅ­ταν γιὰ ὅ­λα με­τα­νι­ώ­νει, σὰν τοῦ πα­τέ­ρα του τὰ μά­τια, ὅ­ταν στρι­μώ­χνε­ται νὰ ἀρ­θρώ­σει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια. Ὅ­πως τὰ μά­τια τὰ δι­κά του, ὅ­ταν ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὸ πιά­το νὰ ἀ­παν­τή­σει για­τί δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει τὸ φα­ΐ, τί δι­ά­βο­λος τὸν πιά­νει κά­θε μέ­ρα καὶ δὲν μι­λά­ει κι ὅ­λο θυ­μώ­νει καὶ κλει­δώ­νε­ται.

       Σκα­λί­ζει ἀ­μί­λη­τος τὶς μπά­μι­ες. Μέ­σα ὄ­χι δόν­τια μὰ σπυ­ριά, πολ­λὰ πολ­λὰ σπυ­ριά, ὅ­πως ἐ­κεῖ­να ποὺ στὰ δώ­δε­κα τοῦ αὐ­λά­κω­ναν τὸ πρό­σω­πο, κι ὅ­πο­τε γύ­ρι­ζε νὰ δεῖ κα­τὰ τὸν κό­σμο, ἄν­θι­ζαν σὰν ντρο­πὴ ποὺ ἀ­δέ­ξιος ὑ­πῆρ­χε. Μπά­μι­ες ὅ­πως ἡ γλί­τσα τῆς στορ­γῆς ποὺ γιὰ νὰ σοῦ δο­θεῖ, πρέ­πει νὰ κα­τα­πι­εῖς ὅ­λο τὸ σά­λιο τῆς ὑ­πο­τα­γῆς, τῆς ἐ­νο­χῆς ποὺ εἶ­σαι ἐ­σὺ καὶ δὲν τοὺς μοιά­ζεις, ποὺ θὲς ἀλ­λοῦ νὰ πᾶς, νὰ εἶ­σαι γυ­μνὸς καὶ νὰ πει­νᾶς δι­κή σου πεί­να. Μπά­μι­ες, κουμ­πω­μέ­νος καρ­πὸς τοῦ θυ­μοῦ ποὺ δὲν ὡ­ρι­μά­ζει μὰ σα­πί­ζει σὲ μα­λα­κὴ γλοι­ώ­δη αὐ­το­λύ­πη­ση.



Θε­ώ­νη Κο­τί­νη (Μυρ­σί­νη Ἠ­λεί­ας, 1967). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ θε­α­τρο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ζεῖ, ὑ­πη­ρε­τών­τας ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μι­κρο­γρα­φί­α (1999), Ἀ­θώ­α τὴ νύ­χτα (2003), καὶ Ἀ­νί­δε­οι πά­λι (2006, βρα­βεῖ­ο ποί­η­σης πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω) – ὅ­λες ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Τε­λευ­ταῖ­α της ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α: Θε­ὸς ἡ Ἀ­γά­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2010) καὶ Ὡ­σεὶ Κῆ­πος (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).


		
Advertisements

Ὄλγα Φουντέα: Ὁ μόνος λογικὸς τρόπος νὰ ἐξελιχθοῦν τὰ πράγματα


Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α


Ὁ μό­νος λο­γι­κὸς τρό­πος νὰ ἐ­ξε­λι­χτοῦν τὰ πράγ­μα­τα


Ο ΧΕΡΙ ΣΟΥ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸν κα­να­πέ. Σὲ λί­γο θὰ ξυ­πνή­σεις καὶ θὰ θέ­λεις νὰ φύ­γεις. Ὄ­χι μα­ζί μου. Ἐ­γὼ εἶ­μαι κα­λὸς στὰ δι­α­λείμ­μα­τα. Νὰ πε­ρι­μέ­νω νὰ μὲ ἀ­κουμ­πή­σει τυ­χαῖα το γό­να­τό σου, νὰ πέ­σει μιὰ τρί­χα σου γιὰ σε­λι­δο­δεί­κτης. Εἶ­ναι κι ἄλ­λες ὡ­ραῖ­ες ἀλ­λὰ ἐ­σὺ εἶ­σαι ὡ­ραι­ό­τε­ρη καὶ τὸ ξέ­ρεις. Τὸ βλέ­πεις στὰ μά­τια τῶν συμ­μα­θη­τῶν, στὰ μά­τια τῶν κα­θη­γη­τῶν. Δυ­νη­τι­κὰ εἶ­σαι στά­χτη. Ἀ­κό­μα, ὅ­μως, σάρ­κα. Σάρ­κα ποὺ πλήτ­τει καὶ προ­σποι­εῖ­ται τὴν νε­κρὴ σὲ ἕ­να φθη­νὸ κα­να­πέ, ἐ­νῶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι μα­λώ­νουν γιὰ τὸ ποι­ός θὰ σὲ πά­ει σπί­τι. Ὄ­χι ἐ­γώ. Ἐ­γὼ εἶ­μαι κα­λὸς στὰ δι­α­λείμ­μα­τα. Νὰ σοῦ δεί­ξω πῶς λύ­νε­ται μιὰ ἐ­ξί­σω­ση, νὰ σὲ βο­η­θή­σω νὰ τε­λει­ώ­σεις μιὰ ἔκ­θε­ση. Δὲν προ­σπα­θεῖς, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σπα­θή­σεις. Μὰ ἐ­κεί­νη ἡ στιγ­μὴ ποὺ πέ­ρα­σε ἔ­τσι —ξυ­στά— καὶ κα­νεὶς δὲν πρό­σε­ξε. Σὲ ρώ­τη­σε τυ­πι­κὰ ὁ κα­θη­γη­τὴς γιὰ νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τοὺς μέ­τριους βαθ­μούς σου, γιὰ τὸν Ρω­μαῖ­ο καὶ τὴν Ἰ­ου­λι­έτ­τα, κι ἐ­σὺ εἶ­πες ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τρα­γω­δί­α ἀλ­λὰ ὁ μό­νος λο­γι­κὸς τρό­πος νὰ ἐ­ξε­λι­χτοῦν τὰ πράγ­μα­τα ὅ­ταν δύ­ο ἄν­θρω­ποι ἀ­γα­πι­οῦν­ται. Κι ἐ­γὼ δὲν εἶ­ναι ὅ­τι θέ­λω νὰ πά­ρεις δη­λη­τή­ριο ἢ νὰ πε­θά­νεις γιὰ ἐ­μέ­να, μό­νο νὰ μεί­νεις κοι­μι­σμέ­νη, ἔ­τσι ὅ­πως σὲ βλέ­πω στὸν κα­να­πέ, καὶ νὰ ξα­πλώ­σω δί­πλα σου, νὰ μὴν κλεί­σω μά­τι, ἐ­σὺ νὰ γε­μί­ζεις τὶς αἰ­σθή­σεις μου κι ἐ­γὼ νὰ μὴν ἐ­νο­χλῶ τὶς δι­κές σου, νὰ μὴν χρει­ά­ζε­ται νὰ ὑ­πο­κρι­θεῖς πιὰ οὔ­τε γιὰ ἐ­μέ­να οὔ­τε γιὰ τοὺς ἄλ­λους.



Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α (Ἀ­θή­να, 1978). Σπού­δα­σε Χρη­μα­τι­στη­ρια­κὰ καὶ Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸν Κώστα Κατσουλάρη. Δι­η­γή­μα­τα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴν Book Press καὶ στὸ Πλα­νό­διονἹστορίες Μπονζάι.


 

Χριστίνα Μπότσου: Μὴν καπνίζεις στὸ κρεββάτι


Χρι­στί­να Μπό­τσου


Μὴν κα­πνί­ζεις στὸ κρεβ­βά­τι


ΑΝΤΑ ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΑΝ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ φο­ροῦν δυ­να­τὰ ἀ­ρώ­μα­τα. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μιὰ ὕ­πο­πτη μα­ται­ο­δο­ξί­α, εἶ­ναι σὰν νὰ θέ­λουν νὰ κα­λύ­ψουν κά­ποι­α βα­ριὰ πα­ρα­φω­νί­α τῆς φύ­σης τους. Σὰν τὸ ἄ­ρω­μα αὐ­τὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει μὲ κά­ποι­ο τρό­πο τὴν ὕ­παρ­ξη τους σ’ ­ἕ­να κομ­μά­τι ποὺ μέ­νει γιὰ κεί­νους ἀ­ξε­δι­ά­λυ­το, λει­ψό. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κι ἐ­κεῖ­νοι τὴ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή τους μυ­ρω­διά, ὅ­μως τὴν ἀ­πο­κτοῦν μὲ τρό­πο πιὸ τί­μιο, μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀγ­γί­ζουν, καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ ἡ μυ­ρω­διὰ αὐ­τὴ χα­ράσ­σε­ται κά­που πο­λὺ πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὸ δέρ­μα. Ὁ πα­τέ­ρας μου θυ­μᾶ­μαι, εἶ­χε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή του μυ­ρω­διά, νὰ ἀ­ναγ­γέ­λει τὸν ἐρ­χο­μὸ του δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ φα­νεῖ, μιὰ ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τη μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ταμ­πά­κο καὶ ἁ­γι­ό­κλη­μα, μὲ μι­κρὲς με­ταλ­λι­κὲς νό­τες ἀ­πὸ κά­τι ποὺ θύ­μι­ζε μπα­χα­ρι­κό. Ἤ­μουν πε­ρή­φα­νη γιὰ αὐ­τή του τὴ μι­κρὴ ἐ­πα­νά­στα­ση, δί­πλα στοὺς ἄλ­λους πα­τε­ρά­δες ποὺ μυ­ρί­ζαν φτη­νὸ ἀ­φτερ­σέ­ιβ καὶ ἀλ­κο­όλ. Ἡ μυ­ρω­διά του αὐ­τὴ ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα μιᾶς ἀ­πεί­θαρ­χης ζω­ῆς κι ὅ­πως συμ­πε­ραί­νω με­γα­λώ­νον­τας πιά, μιᾶς γε­νι­κό­τε­ρης δυ­σθυ­μί­ας ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε­τι τὸ συμ­βα­τι­κό, μιᾶς ὁ­λι­κῆς ἄρ­νη­σης νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὸν κό­σμο τῶν με­γά­λων.

         Συ­νή­θι­ζε νὰ κα­πνί­ζει στὸ κρεβ­βά­τι, μιὰ βρώ­μι­κη συ­νή­θεια ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει στὸ στρα­τὸ καὶ θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι σὰν παι­δὶ μὲ ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ἡ μά­να μου τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ βγεῖ στὸ μπαλ­κό­νι, ὅ­μως ἦ­ταν τό­σο δο­σμέ­νος σὲ αὐ­τὴ τὴ μι­κρὴ ἡ­δο­νὴ ποὺ σύν­το­μα ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με τὴν προ­σπά­θεια νὰ τοῦ ἀλ­λά­ξου­με γνώ­μη. Ὅ­σο γιὰ τὸ ἁ­γι­ό­κλη­μα, τὸ πιὸ κα­θο­ρι­στι­κὸ ἴ­σως συ­στα­τι­κό τῆς μυ­ρω­διᾶς του, ἦ­ταν ἕ­να ἄ­γριο ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὸ κά­που στὸ ὕ­ψος του, ποὺ φύ­τρω­νε στὸν κῆ­πο ἀ­π’ τὸ πα­τρι­κό του στὸ χω­ριό. Κά­θε κα­λο­καί­ρι, ἔ­κο­βε τὰ ξε­ρα­μέ­να κλα­διὰ μὲ τὰ χέ­ρια του «γιὰ νὰ πε­τά­ξουν και­νού­ρι­ες φύ­τρες». Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ πα­τέ­ρα μου συμ­πλη­ρω­νό­ταν ἀ­πὸ τὶς βα­ρι­ὲς με­ταλ­λι­κὲς νό­τες τοῦ ἱ­δρώ­τα πά­νω στὴ μάλ­λι­νη μπλού­ζα, τὸν ἀ­φρὸ ξυ­ρί­σμα­τος ὂλντ σπά­ις καὶ τὶς φλοῦ­δες ἀ­πὸ μαν­τα­ρί­νι. Ἄ­ρω­μα δὲν κα­τα­δέ­χτη­κε νὰ φο­ρέ­σει πο­τέ.

         Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια, ὅ­ταν πέ­θα­νε ἡ μά­να μου καὶ τὰ ἀ­δέρ­φια μου σκόρ­πι­σαν τὸ κα­θέ­να σ’ ἄλ­λη πό­λη, ἐ­κεῖ­νος μά­ζε­ψε δυ­ὸ ροῦ­χα καὶ γύ­ρι­σε στὸ χω­ριό. Ἀ­πὸ τό­τε δὲ φά­νη­κε. Τὰ σκε­πά­σμα­τά του δὲ στα­μά­τη­σαν πο­τὲ νὰ μυ­ρί­ζουν ἁ­γι­ό­κλη­μα καὶ κα­πνό.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρι­στί­να Μπό­τσου. (Ἀ­θή­να, 1995). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λή.




		

	

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Υλισμός

 


Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Ὑ­λι­σμός


ΚΛΑΙΓΑΝ καὶ οἱ δύ­ο γιὰ ὥ­ρα, ὁ ἕ­νας στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄλ­λου. Ἡ τρά­πε­ζα μό­λις τοὺς εἶ­χε κα­τά­σχει τὸ σπί­τι. Τὸ σπί­τι ποὺ χρό­νια ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν, ποὺ τὸ ἔ­φτια­ξαν μὲ με­ρά­κι, τὸ σπί­τι ὅ­που με­γά­λω­σαν τὰ παι­διά τους. Ἔ­κλαι­γαν κι ἀγ­κά­λια­ζαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο σφι­χτά. Τό­σο σφι­χτὰ ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χαν ἀγ­κα­λια­στεῖ τὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σαν, ὅ­ταν ἦ­ταν μα­ζί, τὰ χρό­νια ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν καὶ με­γά­λω­ναν τὰ παι­διά τους.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).



		

	

Δημήτρης Παστουρματζῆς: “…ἔτσι κι ἀλλιῶς, χαμένοι εἴμαστε…”


Δη­μή­τρης Πα­στουρ­μα­τζῆς


«… ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, χα­μέ­νοι εἴ­μα­στε…»


ΡΗΓΟΡΑ! Τὸ ὀ­ξυ­γό­νο καὶ μιὰ καρ­δι­ο­το­νω­τι­κή!… Ἑ­τοί­μα­σε καὶ τὸν ὀ­ρό! Στὴν ἄ­κρη, κάν­τε χῶ­ρο… Ἔ­λα, μὴ χα­ζεύ­εις, πιά­σε τὸ οἰ­νό­πνευ­μα…

         Πα­νι­κὸς ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε στὴν ἀ­σφυ­κτι­κὰ μι­κρὴ κά­μα­ρη μὲ τὴν ἔν­το­νη μυ­ρω­διὰ τοῦ ἀν­τι­ση­πτι­κοῦ – ἰ­α­τρεῖ­ο, ἔ­γρα­φε μὲ κόκ­κι­να, κε­φα­λαῖ­α γράμ­μα­τα ἡ στρα­βο­καρφω­μέ­νη ξύ­λι­νη πι­να­κί­δα στὴν πόρ­τα. Φύ­λα­κες καὶ φυ­λα­κι­σμέ­νοι. Ὁ ἕ­νας φώ­να­ζε στὸν ἄλ­λον καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ στὸ που­θε­νά. Μό­νον ὁ κρα­τού­με­νος ποὺ ἐρ­γα­ζό­ταν σὰν νο­σο­κό­μος φαι­νό­ταν νὰ ξέ­ρει κά­πως τί τοῦ γί­νε­ται καὶ κα­τά­φερ­νε νὰ κά­νει κά­τι ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἴ­σως ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν.

         — Ἐ­σὺ νὰ τοῦ τρί­βεις συ­νέ­χεια τὰ πό­δια, γιὰ νὰ το­νώ­σου­με τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ αἵ­μα­τος, εἶ­πε σὲ μέ­να, ποὺ εἶ­χα μεί­νει ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος μπρο­στὰ σ’ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ χά­ος γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ναί­σθη­το σῶ­μα.

          Τὶς σα­που­νά­δες ξέ­πλε­να ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου ὅ­ταν τὸν εἶ­δα, γυ­μνό, νὰ σπαρ­τα­ρά­ει σὰν ψά­ρι στὸ βρό­μι­κο πά­τω­μα, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ δι­α­χω­ρι­στι­κὸ τῶν λου­τή­ρων. Στὴν ἀρ­χὴ τά ‘­χα­σα —γιὰ μπά­νιο εἴ­χα­με ἔρ­θει—, με­τὰ εἶ­δα τὴ σύ­ριγ­γα μέ­σα στὰ νε­ρά. Προ­σπά­θη­σα νὰ τὸν ση­κώ­σω μὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα κι ἔ­πε­σα πά­νω του· ἔ­βα­λα τὶς φω­νές…

         — Μὴ στα­μα­τᾶς, μοῦ εἶ­πε ὁ νο­σο­κό­μος, ὅ­που νά ‘­ναι πρέ­πει νὰ ἔρ­θουν νὰ τὸν πά­ρουν.

        Τὰ πράγ­μα­τα εἶ­χαν ἠ­ρε­μή­σει κά­πως ἀ­φό­του τοὺς ἔ­βγα­λε ὅ­λους ἔ­ξω καὶ τώ­ρα μὲ βο­η­θοῦ­σε, ἂν καὶ μᾶλ­λον ἐ­λά­χι­στα ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη νὰ κά­νει.

         — Τί βά­ρε­σε; Πρέ­ζα; μὲ ρώ­τη­σε.

         — Δὲν ξέ­ρω… Ὅ,τι σκα­τὸ ἔ­βρι­σκε, τὸ βα­ροῦ­σε.

         — Τί τὴν ἔ­κα­νες τὴ σύ­ριγ­γα;

         — Τὴν ἔ­κρυ­ψα — αὐ­τὸν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι μπο­ροῦ­σα νὰ τὸν ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι.

         — Κα­λὰ ἔ­κα­νες. Τὸν φέ­ρα­τε γρή­γο­ρα καὶ μπο­ρεῖ νὰ τὴ γλι­τώ­σει, μὴν φορ­τω­θεῖ καὶ νέ­α δι­κο­γρα­φί­α.

         Καὶ μοῦ τό ‘­χε ὁρ­κι­στεῖ ὁ μα­λά­κας πῶς τὸ ἔ­κο­ψε…

       Δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει κα­λὰ-κα­λὰ δύ­ο μῆ­νες ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ μοῦ ‘­χε μεί­νει πά­λι στὰ χέ­ρια. Πα­ρὰ τρί­χα τὴν εἶ­χε γλι­τώ­σει καὶ δὲν ἔ­πε­σε σὲ κῶ­μα, ἂν καὶ στὸ τέ­λος εἶ­χα ἀ­ναγ­κα­στεῖ νὰ τὸν κό­ψω στὸ χέ­ρι. Τοῦ εἶ­χα βου­τή­ξει τὸ κε­φά­λι σ’ ἕ­να βα­ρέ­λι μὲ νε­ρό, τὸν περ­πά­τη­σα ὑ­πο­βα­στά­ζον­τάς τον, τὸν χα­στού­κι­σα, τοῦ μι­λοῦ­σα ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες γιὰ νὰ τὸν κρα­τή­σω ξύ­πνιο, καὶ ὅταν μὲ τὰ πολ­λὰ συ­νῆλ­θε, τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­κε νὰ πεῖ ἦ­ταν πὼς τοῦ εἶ­χα χα­λά­σει τὸ με­γά­λο τα­ξί­δι στὸ ἀ­συ­νεί­δη­το. Μὲ τὸ ζό­ρι κρα­τή­θη­κα καὶ δὲν τοῦ ἔ­χω­σα κα­μιὰ μπου­νιὰ στὴ μού­ρη.

         Εἶ­χα κα­ταν­τή­σει γκου­βερ­νάν­τα του ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας μέ­ρα ποὺ τὸν φέ­ραν στὴ φυ­λα­κή, σὲ ἄ­θλια κα­τά­στα­ση ἀ­πὸ τὸ προ­χω­ρη­μέ­νο σύν­δρο­μο στέ­ρη­σης. Χε­ζό­ταν πά­νω του, ξερ­νοῦ­σε πά­νω μου, αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε, ψη­νό­ταν στὸν πυ­ρε­τό· κα­τα­κα­λό­και­ρο καὶ δὲν τοῦ φτά­ναν τρεῖς κου­βέρ­τες. Φάρ­μα­κα, κομ­πρέ­σες, ξε­νύ­χτια. Πλύ­ν’ τον, ἄλ­λα­ξέ τον, σκέ­πα­σέ τον… Τί νὰ τὸν ἔ­κα­να…

         Τὸν ἤ­ξε­ρα ἀ­πὸ «ἔ­ξω». Συμ­μα­θη­τὲς στὸ Γυ­μνά­σιο κι ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἴ­δια πα­ρέ­α ἐκ­κο­λα­πτό­με­νων ἐγ­κλη­μα­τι­ῶν. Σὰν νὰ ἦ­ταν μό­λις χθὲς —κι ἂς εἶ­χαν πε­ρά­σει δέ­κα χρό­νια— ποὺ εἶ­χα ἀ­να­κα­λύ­ψει τὴ χρή­ση τῆς σύ­ριγ­γας καὶ τῆς ἡ­ρω­ί­νης καὶ σ’ ἕ­να ἄ­θλιο ὑ­πό­γει­ο ἀ­πο­κά­λυ­πτα τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες* της ἰ­δι­ό­τη­τες σὲ ἄλ­λους πέν­τε ἢ ἕ­ξι τῆς πα­ρέ­ας. Δυ­στυ­χῶς, μά­θαι­νε κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο εὔ­κο­λα…

         — Ἂν ἀρ­γή­σουν κι ἄλ­λο, θὰ μᾶς μεί­νει στὰ χέ­ρια, εἶ­πε ὁ νο­σο­κό­μος καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω.

         Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ με­λα­νιά­ζει καὶ μὲ τὸ ζό­ρι κα­τα­λά­βαι­νες ὅ­τι ἀ­να­πνέ­ει. Μὲ πιά­σαν τὰ κλά­μα­τα. Ἤ­θε­λα νὰ τὸν ἀγ­κα­λιά­σω, νὰ τοῦ πῶ «Μὴν πα­ρα­δί­νε­σαι».

         Κά­ποι­ος μὲ τρά­βη­ξε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο. Φω­νὲς καὶ πα­νι­κὸς πά­λι.

         — Γρή­γο­ρα, στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο…

         — Στὴν ἄ­κρη, νὰ βγεῖ τὸ φο­ρεῖ­ο…

         — Γρή­γο­ρα…

         Ἔ­μει­να νὰ κοι­τά­ζω τὸ πά­τω­μα.

         — Ἡ­σύ­χα­σε, θὰ τὴν πη­δή­ξει. Ἐ­σὺ ἕ­τοι­μα­σου, για­τί θὰ σὲ φω­νά­ξουν νὰ δώ­σεις κα­τά­θε­ση, εἶ­πε κά­ποι­ος πί­σω μου.

         Κού­νη­σα τὸ κε­φά­λι μη­χα­νι­κά. Στ’ αὐ­τιά μου μιὰ ἄλ­λη φω­νή, ξε­ψυ­χι­σμέ­νη κι ἀ­πό­μα­κρη, ἐ­κεῖ στὸ μπά­νιο, λί­γο προ­τοῦ χά­σει τὶς αἰ­σθή­σεις του:

         «Μὴν προ­σπα­θεῖς, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς χα­μέ­νοι εἴ­μα­στε».


Σ.τ.σ. Ἡ ἡ­ρω­ί­νη στὴ γλώσ­σα τῶν το­ξι­κο­μα­νῶν λέ­γε­ται καὶ “πα­ρα­μύ­θα”.


Πη­γή: Ὁ γενναῖος ποὺ δὲν εἶμαι (ἐκδόσεις Ἐντευκτηρίου, 1995). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Ἐν­τευ­κτή­ριο, ἀρ. 28-29, Φθι­νό­πω­ρο-Χει­μώ­νας 1994.

Δη­μή­τρης Πα­στουρ­μα­τζῆς (Σέρρες, 1964). Ἔκανε φυλακὴ, ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὶς Σέρρες. Συμμετεῖχε στον συλλογικὸ τόμο Κασσαβέτεια (1998).


Δημήτρης Χριστόπουλος: Kolynos


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Kolynos


ΡΙΝ ΑΠΟ ἕ­ναν χρό­νο πέ­θα­νε ὁ θεῖ­ος μου. Ὅ­ταν ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του, ἄ­κου­γε τὸ Hallelujah τοῦ Leonard Cohen. Ἀ­πὸ τό­τε κόλ­λη­σα κι ἐ­γὼ γιὰ τὰ κα­λὰ μὲ τὸν Κα­να­δὸ τρα­γου­δο­ποι­ό. «Ἔ­χου­με τὴν ἴ­δια ἡ­λι­κί­α» ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­φεν­τιά μου θὰ φύ­γει πρώ­τη. Ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι συ­χνά το μνῆ­μα του γιὰ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Εἶ­μαι ὁ μο­να­δι­κὸς συγ­γε­νής του.

          «Νὰ φρον­τί­ζεις γιὰ τὴν κα­θα­ρι­ό­τη­τά σου» μοῦ ἔ­λε­γε. «Πο­τὲ μὴν φεύ­γεις ἀ­πὸ τὸ σπί­τι δί­χως κα­θα­ρὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­σώ­ρου­χα, καί, προ­πάν­των, χω­ρὶς νὰ ἔ­χεις πλύ­νει τὸ στό­μα σου ἐ­πι­με­λῶς μὲ τὴν κα­τάλ­λη­λη ὀ­δον­τό­βουρ­τσα καὶ μὲ ὀ­δον­τι­κὸ νῆ­μα. Στὸ τέ­λος νὰ κά­νεις καὶ πλύ­σεις μὲ ἁ­λα­τό­νε­ρο γιὰ νὰ σφίγ­γουν τὰ οὖ­λα.»

          Στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ τοῦ ἔ­βα­λα τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του ὀ­δον­τό­βουρ­τσα. Στὴ μαρ­μά­ρι­νη θή­κη κά­τω ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρὸ βρί­σκε­ται μιὰ Kolynos, τὴν ὁ­ποί­α κά­θε δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τι­κα­θι­στῶ μὲ μιὰ και­νούρ­για.

          Ὁ θεῖ­ος μου, παι­δὶ τῆς Κα­το­χῆς, λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ πε­θά­νει λό­γῳ ἀ­βι­τα­μί­νω­σης. Στὰ εἴ­κο­σι πέν­τε του ἔ­χα­σε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του δόν­τι.



Πηγή: ἐφημερίδα Molonoti, 29-04-2017.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Σπουδάζει «Δημιουργική Γραφή» στὸ Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ, (δ)έ­κα­τα, Book­press, στὶς ἱ­στο­­σε­λί­­δες Fractal καὶ Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κό ἱ­στό­το­πο «Ἠ­λε­κτρο­νι­κή Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κών Θε­μά­των».



		

	

Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ὁ Γενάκιας



Γιώργης Χριστοφιλάκης


Ὁ Γε­νά­κιας


ΣΤΡΑΤΟΣ ξε­κα­θά­ρι­ζε τὸ ἀν­τάρ­τι­κο στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο. Εἴ­χα­νε ζώ­σει Μά­υ­δες τὶς πό­λεις καὶ Χί­τες τὰ χω­ριά. Μπλο­κα­ρι­σμέ­νοι μέ­σα στοὺς λόγ­γους, σὲ πα­του­λι­ές, γού­πα­τα, κρύ­βον­ταν νη­στι­κοὶ καὶ ψει­ρι­ά­ρη­δες οἱ ἀν­τάρ­τες… Στὰ χω­ριὰ οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες σά­πι­ζαν κά­θε μέ­ρα στὸ ξύ­λο τοὺς γέ­ρους ὁ­πού ‘­χαν παι­διὰ στὸ βου­νό, βρί­ζα­νε πρό­στυ­χα τὶς γυ­ναῖ­κες τους, βά­να­νε φω­τιὰ καὶ καί­γα­νε σπί­τια μὲ ὑ­πάρ­χον­τα μέ­σα, μα­ζὶ μὲ οὕ­λη τὴ σπι­το­συ­γύ­ρι­ση… Πέν­τε στε­φά­νια ψη­λὰ ἀ­νέ­βη­κε ἡ φω­τιὰ στοῦ Γι­αν­νι­κά­κη τὸ σπί­τι, για­τὶ εἶ­χε γαμ­πρό, τὸν Μπα­σα­ρά, στὸ βου­νό. Ὁ­λά­κε­ρο ὁ­πλο­στά­σιο ἔ­κρυ­βε στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο ὁ πα­πα-Χρῆ­στος κι ὁ γιός του πρό­δι­νε τὰ στέ­κια τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴ με­ραρ­χί­α. Κι ἀ­πὲ τὸν τσά­κω­σαν μ’ ἄλ­λους πέν­τε οἱ κα­τσα­πλιά­δες, τοὺς δί­κα­σαν καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τοὺς κό­ψα­νε μὲ τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

       Ὁ Τσε­λί­δης, μὲ δι­πλό­στρι­φτο μου­στά­κι, σκό­τω­νε τὸν και­ρό του ὄ­ξω στοῦ Κα­ρα­φε­λού­κα τὸ μα­γα­ζὶ καὶ σὰν δὲ χά­λα­γε ἀν­τάρ­τες ἔ­κο­βε μὲ τὸ πι­στό­λι του στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα τὸ τσι­γά­ρο στὴ μέ­ση…

       Γε­νά­ρης 1949. Στὰ Με­μέ­ι­κα. Τριά­ντα πέν­τε σπί­τια. Εἴ­κο­σι πέν­τε φου­γά­ρα νὰ κα­πνί­ζουν… Κα­μιὰ κα­το­πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­ταῖ­οι ὅ­λο κι ὅ­λο τὸ χω­ριό… Ἐκ­κλη­σιά, σχο­λει­ὸ καὶ κοι­νό­τη­τα μα­ζί. Ἕ­να στρέμ­μα τό­πος. Κά­τω κάμ­πος με­γά­λος, ρεί­κια καὶ πουρ­νά­ρια φί­σκα. Δυ­ὸ λι­ο­τρί­βια καὶ ψη­λὰ τὸ βου­νὸ Ἑλ­λη­νί­τσα φί­σκα, ἔ­λα­τα καὶ με­λίσ­σια, ν’ ἀ­ρα­δί­ζουν* μέ­λισ­σες. Ὁ Δρόγ­γος κι ἡ Ψα­θρί­τσα νὰ σούρ­νουν τὰ νε­ρά… Λα­σπου­ριὰ καὶ βο­ριὰς ποὺ νὰ σοῦ τρυ­πά­ει τὸ κό­κα­λο…


ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΝΑΚΙΑΣ

Ἀ­μοι­βή: 50.000 σ’ ὅ­ποι­ον, κα­θ’ οἱ­ον­δή­πο­τε

τρό­πο, βο­η­θή­σει στὴ σύλ­λη­ψη κ. λ.π.


       Καρ­φω­μέ­νη ἡ δι­α­τα­γὴ καὶ στὰ δυ­ὸ μα­γα­ζιά. Ξη­με­ρο­βρα­δι­α­ζόν­του­σαν μέ­σα οἱ Χί­τες. Κερ­νά­γα­νε τὸν Τσε­λί­δη μα­στί­χα καὶ λου­κού­μι, παῖ­ζαν ξε­ρὴ καὶ κα­ψα­λά­γα­νε σύ­κα στὴ σόμ­πα.

       — Ἀ­μοι­βὴ 50.000. Σ’ ὅ­ποι­ο­νε τό­νε βρεῖ καὶ τὸν προ­δώ­κει…, μουρ­μού­ρα­γε ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας. Ἀ­κοῦς; Ἀ­κού­ω νὰ λές…

       Ὁ Γε­νά­κιας εἶ­χε ξο­μεί­νει στὸ βου­νὸ μὲ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ ἀν­τάρ­τες νιού­τσι­κους. Λά­κα­γε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ τὶς νύ­χτες. Κρυ­βό­τα­νε τὴ μέ­ρα. Μα­ζὶ μὲ τὸν Πέρ­δι­κα, τὸν Κον­τα­λώ­νη, τὸν Κλα­ρί­νη, τὸ Σα­τα­νᾶ, τὸν Κα­ρα­μού­ζη κι ἄλ­λους, εἴ­χα­νε πιά­σει τὰ βου­νὰ τῆς Ἀρ­κα­δί­ας λη­μέ­ρια. Ὁ Γε­νά­κιας δὲν τὸ κα­τα­δε­χό­τα­νε νὰ στεί­λει τοὺς συν­τρό­φους του στὸ χω­ριὸ γιὰ ψω­μί. Κα­τέ­βαι­νε ὁ ἴ­διος. Πό­τε στὸ ἕ­να κο­νά­κι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Ἕ­να καρ­βέ­λι ψω­μὶ τὴ βδο­μά­δα. Νε­ρὸ βρί­σκα­νε στὸ βου­νὸ μπό­λι­κο. Χει­μώ­νας και­ρὸς καὶ σπη­λι­ὲς γι’ ἀ­πάγ­κιο… Πό­τε κα­τέ­βαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Πό­τε στοῦ Στα­θο­λιᾶ… Ἐ­πε­ρί­με­νε, πλά­για­ζαν οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες στὸ σχο­λει­ὸ ἢ στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο τοῦ πα­πᾶ κι ἀ­μο­λυ­ό­τα­νε, ἀ­πὸ τὶς Λάκ­κες, ὁ ἀν­τάρ­της τὸν κα­τή­φο­ρο, λι­θά­ρι τὸ λι­θά­ρι… ρέ­μα τὸ ρέ­μα στὸ ἀ­κρια­νὸ σπί­τι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τοῦ ‘­δι­νε ὁ Στα­θο­λιᾶς τὸ καρ­βέ­λι τὸ ψω­μὶ καὶ τοῦ ‘­κλει­νε κα­τά­μου­τρα τὴν πόρ­τα. Φο­βό­τα­νε νὰ τὸν προ­δώ­κει, ἔ­τσι ποὺ ἤ­τα­νε ἄ­γριος κι ὁ­πλι­σμέ­νος κάρ­γα. Τὴν ἄλ­λη βδο­μά­δα πή­γαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       — Γέ­ρο, ὁ Γε­νά­κιας. — Ἔ­λα μέ­σα.

       — Εἶ­δες τὸ δι­κό μου παι­δί; — Ὄ­χι.

       — Πά­ρε τὸ σα­κού­λι.

       — Μό­νο ψω­μί…

       Τὸν ἀ­γνάν­τευ­ε τὸ ἀ­ϊ­τή­σιο μά­τι τοῦ γέ­ρου μέ­χρι πέ­ρα τὸ ρέ­μα. Μαν­τά­λω­νε με­τὰ τὴν πόρ­τα καὶ κου­κου­βι­ζό­ταν* κον­τὰ στὴ γριά του. Ἐν­νιὰ παι­διὰ καὶ σὰν τῆς κό­τας τὰ που­λιὰ λά­κι­σαν οὗ­λα…

       Δὲν εἶ­χε ἐλ­πί­δες τὸ ἀν­τάρ­τι­κο πιὰ κι ὁ Στα­θο­λιᾶς ξε­μύ­τι­σε στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Λού­κα. Στοῦ πα­πᾶ – τὸ καί τό… ὁ Γε­νά­κιας. Οἱ Μά­υ­δες τοῦ στή­σα­νε καρ­τέ­ρι. Με­ρό­νυ­χτο, βάρ­δια στὸ κο­νά­κι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τὸ ἤ­βλε­πε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης ἀ­πὸ πέ­ρα καὶ δὲν πλά­για­ζε τὶς νύ­χτες. Ἐ­πε­ρί­με­νε νὰ τὸν δεῖ. Νὰ τοῦ σφυ­ρί­ξει. Νὰ πά­ρει μυ­ρου­διὰ νὰ λα­κί­σει…

       Σαβ­βα­τό­βρα­δο. Ἀ­πὸ τὴν Πα­να­γιὰ ἀ­κου­γό­τα­νε ἡ λι­α­νο­φω­νού­λα τοῦ Κου­τσο­γρη­γό­ρη στὸν ἑ­σπε­ρι­νὸ καὶ τοῦ πα­πα-Χρή­στου τὸ θυ­μια­τό. Ὁ Γε­νά­κιας ἀ­φῆ­κε καὶ μπῆ­κε ἡ νύ­χτα δυ­ὸ στε­φά­νια κι ἀ­μο­λή­θη­κε, ἀ­πὸ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα τὰ μαν­τριά, τὸν κα­τή­φο­ρο. Κρυ­ώ­να­νε τὰ συν­τρό­φια, ἀλ­λὰ ποῦ φω­τιά…. Μή­τε κο­λο­στρώ­ση. Τρί­βα­νε τὸ κορ­μί τους στὶς πέ­τρες. Νὰ ζε­στα­θεῖ… Σγου­φτὰ* πέ­ρα­σε ἀ­πο­δί­πλα στὴν ἴσ­μπα τοῦ Κα­τσι­α­νά­κου. Στά­θη­κε. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Τὸν εἶ­δε καὶ σφύ­ρι­ξε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης. Ξα­χνα­σφύ­ρι­ξε μπᾶς κι ἀ­κού­σει καὶ λα­κί­σει. Ἀ­λα­φρο­πα­τών­τας ὁ ἀν­τάρ­της τὸ πλα­κό­στρω­το κρύ­φτη­κε γιὰ λί­γο στὴν κα­ρυ­διὰ καὶ μ’ ἕ­να σάλ­το κούρ­νια­σε στὸ κο­τέ­τσι. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κε. Ἡ­συ­χί­α πέ­ρα γιὰ πέ­ρα. Ἕ­να δυ­ὸ κο­κό­ρια καὶ τὸ σκυ­λὶ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα, ἡ Κο­ρα­κού­λα, βά­βι­ζε*. Τό ‘­φερ­νε γιὰ χι­ο­νιά… Ζύ­για­σε φω­νή:

       — Μπάρ­μπα Λιά…

       Δὲν κά­πνι­ζε τὸ φου­γά­ρο. «Θὰ πλά­για­σαν», νο­γή­θη­κε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κο­τέ­τσι καὶ κόν­τε­ψε στὴν πόρ­τα.

       — Γέ­ρο Στα­θο­λιά…

       Χτύ­πη­σε. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα, πά­τη­σε τὸ πο­λυ­βό­λο ὁ Μά­υς καὶ τὸν θέ­ρι­σε. Δυ­ὸ τρεῖς ρι­πὲς ἀ­πὸ πά­νω… Πέντ’ ἕ­ξι κού­φι­ες… Χα­μο­σύρ­θη­κε ὁ Γε­νά­κιας μέ­χρι τὴ γού­βα τὸν ἀ­σβέ­στη, τρά­βη­ξε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα ποὺ κρέ­μα­γε στὸ ζου­νά­ρι, ἔ­βγα­λε τὸν κρί­κο καὶ τὴν κρά­τη­σε στὰ χέ­ρια του μέ­χρι ποὺ ἔ­σκα­σε… Ἀ­λα­φρὸ τὸ κορ­μὶ κύ­λι­σε μέ­σα καὶ χά­θη­κε στὴ γού­βα. Τὸ χέ­ρι ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα εἶ­χε μεί­νει τὸ μι­σὸ ὄρ­θιο μέ­σα στὸ σβη­σμέ­νο χαρ­μά­νι καὶ σὰν πί­δα­κας ἔ­τρε­χε τὸ αἷ­μα, κα­τα­κόκ­κι­νο, πά­νω στὸν κά­τα­σπρο ἀ­σβέ­στη. Πε­τά­χτη­καν πέν­τε Μά­υ­δες ἀ­πὸ τοῦ Στα­θο­λιᾶ καὶ πῆ­ραν τὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­γά­δες πυ­ρο­βο­λών­τας καὶ χτυ­πών­τας τὴ με­γά­λη καμ­πά­να τῆς Πα­να­γιᾶς. Ἀ­νά­στα­ση, θὰ τσέ­πω­ναν δέ­κα χι­λιά­δες ὁ κα­θέ­νας καὶ τοῦ ἀ­πο­σπα­σμα­τάρ­χη τα συ­χα­ρί­κια. Γλεν­το­κό­πι οὕ­λη νύ­χτα με­τὰ καὶ σὰν ἔ­πι­α­σε νὰ ξη­με­ρώ­νει, ἔ­βγα­λαν τὸ Γε­νά­κια ἀ­πὸ τὴ γού­βα καὶ στή­σαν χο­ρὸ γύ­ρω του. Με­τὰ τοὺς ἦρ­θε τὸ χα­βέ­σι* νὰ τὸν δέ­σουν πα­ρα­μά­σχα­λα, μὲ τρι­χιά, ἀ­πὸ τὸ σα­μά­ρι στὴ φο­ρά­δα τοῦ Λυ­κούρ­γου καὶ τὸν σούρ­να­νε στὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­κά­δες, πί­νον­τας κρα­σὶ καὶ πυ­ρο­βο­λών­τας στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀ­πο­με­σή­με­ρο τὸν ἤ­φε­ραν στὸ προ­αύ­λιο τῆς Πα­να­γιᾶς.

       Δυ­ὸ Πο­λι­α­νί­τες Μά­υ­δες ἔ­κο­ψαν κον­τό­κου­ρα* ἀ­πὸ τὴ μου­ριὰ τοῦ Κου­σι­ου­ρα­πο­στό­λη καὶ τρά­βη­ξαν κα­τὰ τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Τὸν βρῆ­καν στ’ ἀπά­νου κα­λύ­βι νὰ τα­ΐ­­ζει μιὰ γι­δού­λα ποῦ ‘­χε.

       — Ποῦ εἶ­ναι τὸ παι­δί σου, γέ­ρο;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὁ γαμ­πρός σου κά­νε;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὅ­μως νὰ σφυ­ρᾶς ξέ­ρεις…

       Πέ­σα­νε πά­νω στὸ γέ­ρο σὰν κάρ­γι­ες καὶ χτυ­πά­γα­νε στὸ σταυ­ρό. Ἔ­τρε­ξε τὸ αἷ­μα στὰ παν­τε­λό­νια, στὴν που­κα­μί­σα κι ἔ­πη­ξε μέ­σα στὰ τσα­ρού­χια του… Ὁ ἕ­νας πῆ­ρε ἀ­πὸ δί­πλα ἕ­να χα­ρα­νὶ* πα­γω­μέ­νο νε­ρὸ καὶ τό ‘χυ­σε πά­νω στὸ κορ­μὶ τοῦ γέ­ρου ν’ ἀ­πο­κά­μει… Τὸ Μάρ­κο πᾶ­ν’ στὴν ἐκ­κλη­σιά. Τὸ Μάρ­κο πᾶν’ στὸ μνῆ­μα. Ξήν­τα πα­πά­δες πᾶ­ν’ μπρο­στά… Ἄλ­λος κα­λύ­τε­ρα δὲν τὸ τρα­γού­δη­σε ἀ­π’ τὸ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       Οἱ ἄλ­λοι βα­ρή­γα­νε τὴν καμ­πά­να νὰ μα­ζω­χτεῖ τὸ χω­ριό.

       — Πᾶ­με.

       Μπρο­στὰ ἡ θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Καὶ πί­σω ὁ γκο­νάς του. Ἑ­φτά­χρο­νος. Κα­τε­βή­κα­νε στὴν Πα­να­γιά. Ἐ­κεῖ ὁ γκο­νᾶς γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­δε τὸ Γε­νά­κια. Ἀ­πὸ τὸ σούρ­σι­μο στὰ σο­κά­κια εἶ­χε γί­νει χου­λού­ζης* κι ἄ­γνω­ρος. Ἕ­να κου­βά­ρι λά­σπες. Ὁ Τσε­λί­δης μὲ τὰ χέ­ρια χω­μέ­να στὶς τσέ­πες πά­γαι­νε κι ἐρ­χό­ταν… Γύ­ρω γύ­ρω στὰ του­ρά­κια* τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς, ὄρ­θιοι, γέ­ροι, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­τα­ῖ­οι. Μέ­σα στὸ προ­αύ­λιο, κα­μιὰ δε­κα­ριὰ Μά­υ­δες, ὁ πρό­ε­δρος, ὁ πα­πάς, ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας κι ὁ Στα­θο­λιᾶς. Ὁ Τσε­λί­δης τρά­βη­ξε τὸ πι­στό­λι κι ἔ­κα­νε νό­η­μα στὸ Γι­αν­νά­κο τοῦ Μπα­σα­ρᾶ, γυ­μνα­σι­ό­παι­δο, νὰ πλη­σιά­σει.

       — Ἔ­λα δῶ, Μπα­σα­ρό­που­λο.

       Ὁ Γι­αν­νά­κης ἔ­κα­νε δυ­ὸ βή­μα­τα.

       — Πά­ρ’ τὸ τσε­κού­ρι ἀ­π’ τὴν ἐ­λιὰ καὶ κό­ψ’ του τὸ κε­φά­λι.

       — Δὲν μπο­ρῶ.

       — Πά­ρ’ το καὶ κό­ψ’ το, μοῦ­λε, για­τὶ θὰ σοῦ γε­μί­σω τὰ ἄν­τε­ρα σφαῖ­ρες.

       Ὁ Γι­αν­νά­κος ἔμ­πη­ξε τὸ κλά­μα. Ὁ Τσε­λί­δης τοῦ ‘­ρι­ξε δυ­ὸ τρεῖς μπι­στο­λι­ὲς στὰ πό­δια, πῆ­ρε τὴν τρι­χιὰ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νος ὁ Γε­νά­κιας, τὸν ἔ­σου­ρε μέ­χρι τὸ κομ­μέ­νο κυ­πα­ρίσ­σι, τοῦ ‘­βα­λε τὸ κορ­μὶ πά­νου στὸ κού­τσου­ρο καὶ μὲ μιὰ τσε­κου­ριὰ τοῦ πῆ­ρε τὸ κε­φά­λι. Τι­νά­χτη­κε τὸ στῆ­θος νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θιο, ἔ­γει­ρε κι ἔ­πε­σε δί­πλα στὸ κού­τσου­ρο. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, τὸ κε­φά­λι κύ­λη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­λιά. Ἐ­κεῖ ζύ­γω­σε ἡ γριὰ τοῦ Γι­ο­το­λιᾶ, ὁ­πού ‘χε γιὸ ταγ­μα­τάρ­χη στὸ στρα­τό, κι ἄ­νοι­ξε κου­βέν­τα μὲ τὸ κε­φά­λι.

       — Πα­λι­ο­κα­τσα­πλιά… Κα­λὰ σοῦ κά­μα­νε… Μᾶς βού­τα­γες τὸ ψω­μί…

       Κι ὅ­λο κλό­τσα­γε τὸ κε­φά­λι τοῦ Γε­νά­κια, ποὺ δὲν εἶ­χε κλεί­σει ἀ­κό­μα τὰ τριά­ντα…


ἀραδίζω = (ἀρκαδ.) περνοδιαβαίνω.

κουκουβίζω = κουρνιάζω, ζαρώνω.

σγουφτά = σκυφτά.

βαβίζω = γαυγίζω.

χα­βέ­σι = (τουρκ.) κέφι.

κοντόκουρο = κομμάτι ξύλου, μπαστούνι.

χαρανί* = μεταλλικὸς κουβάς, κατσαρόλα.

χου­λού­ζης, ὁ = (τουρκ.) ἐλαττωματικός, λειψός.

τουράκι, τό = (τουρκ.) πάγκος.


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πε­τρο­πό­λε­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­στέ­ρι, Ἀ­θή­να, 1981.

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Ἑλληνίτσα [Με­μή] Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, ἠ­θο­ποιΐα, σκη­νο­θε­σί­α, δι­ή­γη­μα, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Γιὰ χρό­νια Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Πρω­το­δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­να­γέν­νη­σις τῆς Με­γα­λό­πο­λης. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ἔβγα ψυχὴ ἀπ’ τὸ κορ­μί (Βιω­μα­τικὰ ἀφη­γή­μα­τα, Ἑλλη­νικὰ Γράμ­μα­τα, Ἀθή­να, 2006).