Πάνος Μαυρομμάτης: Ἡ χαμένη γραμμὴ τοῦ ορίζοντα


Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της


Ἡ χα­μέ­νη γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα


ΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ποὺ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ κον­τά του τὴν πέ­ρα­σε ἀ­νώ­δυ­να. Μὲ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση μᾶλ­λον ποὺ δὲν τὸν δι­α­σποῦ­σε, δὲν τὸν ἐ­κνεύ­ρι­ζε. Χαι­ρό­ταν τὴ μο­να­ξιά του κι ἔ­νι­ω­θε ἀ­να­κού­φι­ση ποὺ κα­τά­φε­ρε νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ. Εἶ­χαν κλά­ψει τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα μα­ζί, ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι εἶ­χαν κά­νει ἕ­ναν ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα ποὺ τοὺς ἐ­λά­φρυ­νε τὴν ἀ­γω­νί­α τοῦ χω­ρι­σμοῦ. Με­τὰ σὰν μι­κρὰ παι­διὰ στὸ  ἀ­ε­ρο­δρό­μιο δὲν ἄ­φη­νε ὁ ἕ­νας τὸ χέ­ρι τοῦ ἄλ­λου, μέ­χρι ποὺ σὲ μιὰ στιγ­μὴ τὴν ἔ­σπρω­ξε ἁ­πα­λὰ στὴ ρά­χη, αὐ­τὴ πι­σω­γύ­ρι­σε, φι­λή­θη­καν βι­α­στι­κά, ἐ­κεί­νη μὲ δι­στα­κτι­κὸ βῆ­μα πα­ρα­σύρ­θη­κε μέ­σα στὸ πλῆ­θος ποὺ προ­χω­ροῦ­σε γιὰ τὸν ἔ­λεγ­χο εἰ­σι­τη­ρί­ων. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὴν ξα­να­δεῖ τεν­τώ­νον­τας τὸ κε­φά­λι του ὅ­σο μπο­ροῦ­σε πιὸ ψη­λά, στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν, με­τὰ ἐ­πι­χεί­ρη­σε μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας, στὸ τέ­λος ἀ­νέ­βη­κε στὴν τα­ρά­τσα. Εἶ­χε νυ­χτώ­σει γιὰ τὰ κα­λά. Ἔ­κα­νε ψύ­χρα. Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο κα­θυ­στε­ροῦ­σε. Εἶ­πε νὰ φύ­γει, τί νό­η­μα εἶ­χε νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἔ­φυ­γε ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε τὸ σκά­φος ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε στὸ σκο­τά­δι.

            Ὅ­λοι τὸν ἔ­βρι­σκαν σα­φῶς κα­λύ­τε­ρο. Φαι­νό­ταν νὰ ἔ­χει ξε­πε­ρά­σει τὶς δυ­σκο­λί­ες του. Ἦ­ταν πιὸ δυ­να­μι­κός, πιὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κός, ἄν­τε­χε τὴ μο­να­ξιά του μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια. Μέ­σα σὲ πε­νήν­τα μέ­ρες εἶ­χε κλά­ψει μό­νο δυ­ὸ φο­ρές, πο­νοῦ­σε λι­γό­τε­ρο. Μπό­ρε­σε νὰ κά­νει με­ρι­κὰ πραγ­μα­τά­κια, νὰ ὀρ­γα­νώ­σει λί­γο το χῶ­ρο του, νὰ ψω­νί­σει με­ρι­κὰ ἀ­ναγ­καῖα. Τε­λι­κά, ναί, μπο­ροῦ­σε νὰ αὐ­το­συν­τη­ρη­θεῖ, ἔ­στω καὶ ἔ­τσι, μό­νος.

            Ὅ­μως αὐ­τὴ τὴ νύ­χτα, κα­θὼς ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα τα­λα­νί­στη­κε ἀ­νά­με­σα σὲ ἄ­γνω­στους καὶ ἀ­δι­ά­φο­ρους ἀν­θρώ­πους, ἔ­χει ξα­πλώ­σει στὸ ψυ­χρὸ δω­μά­τιο καὶ ὁ ὕ­πνος ἀρ­γεῖ νὰ τὸν πά­ρει. Μι­σο­κοι­μᾶ­ται, τυ­λιγ­μέ­νος μὲ λί­γη θλί­ψη, μὲ κά­ποι­α ἐλ­πί­δα, μὲ μιὰ αἴ­σθη­ση ἐγ­κα­τά­λει­ψης, μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ σκο­τει­νὸ χρό­νο, ἀ­φή­νον­τας τὰ μέ­λη του σ’ ἕ­να χῶ­ρο κρύ­ο μὰ ἀ­σφα­λῆ, μέ­σα στὶς βρώ­μι­κες ἐρ­γέ­νι­κες κου­βέρ­τες. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βει πῶς, ἦρ­θε ἀ­νε­παί­σθη­τα μιὰ εἰ­κό­να ἀ­πὸ τὸ πε­ρα­σμέ­νο κα­λο­καί­ρι. Πρω­ι­νὴ κα­τα­χνιά, θά­λασ­σα καὶ οὐ­ρα­νὸς ἑ­νω­μέ­να. Σβη­σμέ­νη ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Χα­μέ­νο τὸ πρό­σω­πό της, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς. Ἀ­να­λο­γί­στη­κε ἂν τολ­μᾶ νὰ φέ­ρει ἀ­πὸ μέ­σα κρυμ­μέ­νη τὴ μορ­φή της καὶ αὐ­τὴ ἦρ­θε ἥ­συ­χα μπρο­στά του, θαμ­πή, μα­ζὶ μὲ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α καὶ τὴ μι­ζέ­ρια τὴν ἀν­θρώ­πι­νη. Ἐ­κεῖ­νος μό­νος καὶ ἡ καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ πιὸ δυ­να­τά. Ἡ πα­ρου­σί­α της, ἡ ὀ­μορ­φιά, ἡ γλυ­κύ­τη­τα τοῦ προ­σώ­που της, ἔ­κα­ναν πιὸ σπα­ρα­κτι­κὴ τὴ μο­να­ξιά του. Ἔ­σπρω­ξε πέ­ρα τὴν ὀ­πτα­σί­α για­τὶ τοῦ ἔ­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα, τοῦ ἔσφιγ­γε τὸ λαι­μό. Ἔ­βα­λε ἄλ­λες εἰ­κό­νες στὴν ὀ­θό­νη τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του, ἐ­κεῖ κον­τὰ στὸν ὕ­πνο, ἄλ­λων πά­λαι πο­τὲ ἀ­γα­πη­μέ­νων γυ­ναι­κῶν γιὰ πάν­τα τώ­ρα χα­μέ­νων. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ ζεῖ μο­νά­χος σ’ αὐ­τὴν τὴν ὀ­δύ­νη τῆς ἐ­ρη­μιᾶς, σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­σκη­ση τοῦ θα­νά­του. Δὲν πο­νοῦ­σαν πιὰ αὐ­τὰ τὰ ἄλ­λο­τε καυ­τὰ ὁ­ρά­μα­τα ἀ­γα­πη­μέ­νων ἀν­θρώ­πων. Μπο­ροῦ­σε νὰ ζεῖ χω­ρὶς αὐ­τούς, ὅ­πως μπό­ρε­σε νὰ ζή­σει με­τὰ τὸν πρῶ­το θά­να­το, με­τὰ τὴν πρώ­τη ἀ­πώ­λεια.

            Αὐ­τὴ ὅ­μως ἡ τε­λει­ω­μέ­νη πλέ­ον σχέ­ση, ἴ­σως για­τί ἦ­ταν πρό­σφα­τη, ἴ­σως ἡ ἄ­κρα ἀμ­φι­θυ­μί­α, οἱ προσ­δο­κί­ες ποὺ ἔ­μει­ναν χω­ρὶς ἐλ­πί­δα πιά, τὸν πο­νοῦ­σε καὶ τὸν τά­ρα­ζε. Πλάν­τα­ζε τὴν καρ­διά, ἔ­πνι­γε τὰ πνευ­μό­νια. Θέ­λη­σε σι­γά, πο­λὺ σι­γά, νὰ τὴν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, μὲ τὴν εἰ­κό­να της ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­χνὴ νὰ δο­κι­μά­σει πά­λι καὶ πά­λι πό­νε­σε, γέ­μι­σε πα­ρά­πο­νο καὶ βά­ρυ­νε φέρ­νον­τας τὸ ἄλ­γος τῆς ὁ­λι­κῆς ἀ­πώ­λειας, τὸ θρῆ­νο τοῦ θα­νά­του μέ­σα του.

            «Ἂς εἶ­ναι κα­λὰ μο­νά­χα», σκε­φτό­τα­νε, «καὶ τί­πο­τα ἄλ­λο, ἂς εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νη πάν­τα ἡ κα­λὴ μου.»

            Σί­γου­ρα τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη κά­τι μέ­νει ζων­τα­νό. Ἴ­σως ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς οἱ εὐ­χές σου μπο­ρεῖ καὶ νὰ πιά­νουν. Ἔ­τσι ἤ­θε­λε νὰ πι­στεύ­ει. Αὐ­τα­πά­τη;

 

Κι αὐ­τὴ δὲν ἄν­τε­χε τὴν μο­να­ξιά. Ὅ­σο τὸν εἶ­χε κον­τά της, τὴ σκέ­πα­ζε ἡ πα­ρου­σί­α του. Ὅ­ταν αἰ­σθάν­θη­κε κεῖ­νο τὸ σπρώ­ξι­μο στὴ ρά­χη, ἔ­νι­ω­σε σὰν νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ κό­ψουν βί­αι­α τοὺς δε­σμούς της. Νὰ τὴν πα­ρα­βιά­ζουν. Νὰ τὴν πε­τοῦν σὲ βα­θὺ ὠ­κε­α­νὸ χω­ρὶς σω­σί­βιο.

            Στὴν ἀ­πο­γεί­ω­ση τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο φαι­νό­ταν νὰ χά­νε­ται στὸ σκο­τά­δι. Μέ­σα στὴν καμ­πί­να ὅ­μως ὀρ­γί­α­ζε τὸ φῶς. Μπο­ροῦ­σες νὰ βλέ­πεις κα­θα­ρὰ πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα. Ἤ­δη ζοῦ­σε σὲ μιὰ ἄλ­λη δι­ά­στα­ση. Εὐ­γε­νι­κές, πρό­θυ­μες, χα­ρι­τω­μέ­νες ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοὶ ἕ­τοι­μες νὰ τὴν ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σουν. Ἔ­σκυ­βαν πρὸς τὸ μέ­ρος της ὅ­πως σὲ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἔρ­χον­ταν πρὸς ἐ­κεί­νη. Τῆς ἀ­νέ­βα­ζαν τὴν αὐ­το­ε­κτί­μη­ση. Σὰν νὰ μὴν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ κά­ποι­ος τὴν ἔ­σπρω­ξε ἁ­πα­λὰ νὰ φύ­γει λί­γο πρίν.

            Ὁ με­σή­λι­κας ἐ­πι­βά­της δί­πλα της γρή­γο­ρα ἔ­σπα­σε τὴ σι­ω­πή. Δὲν ἔ­κρυ­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὁ­μι­λη­τι­κός, εὐ­γε­νής, σα­γη­νευ­τι­κός. Ἡ κου­βέν­τα ἁ­πά­λυ­νε τὴν θλί­ψη τοῦ πρό­σφα­του ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ. Ἦ­ταν εὐ­χῆς ἔρ­γο ποὺ βρέ­θη­κε δί­πλα της αὐ­τὸς ὁ ἐν­δι­α­φέ­ρων ἄν­θρω­πος.

            Σί­γου­ρα θὰ περ­νοῦ­σε τὸ τα­ξί­δι μὲ λι­γό­τε­ρο ἄγ­χος. Ἡ πα­ρου­σί­α του τὴ γέ­μι­ζε αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Ἔ­νι­ω­θε τὴν ἴ­δια ἀ­σφά­λεια ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τε κο­ρι­τσά­κι κον­τὰ στὸν πα­τέ­ρα της.

            Ἦρ­θαν τὰ φα­γη­τά. Τῆς δό­θη­κε καὶ πά­λι ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μα­ζὶ μὲ τὰ ἐ­δέ­σμα­τα, τὴν ἄ­ψο­γη πε­ρι­ποί­η­ση τῶν ἀ­ε­ρο­συ­νο­δῶν ἀλ­λὰ καὶ τοῦ συμ­πα­θοῦς ὥ­ρι­μου συ­νε­πι­βά­τη. Ἡ κο­λα­κευ­τι­κή του συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­χε μέ­τρο. Οὔ­τε κραυ­γα­λέ­α κο­λα­κεί­α οὔ­τε ὑ­πο­κρι­τι­κὸ δού­λε­μα. Ἔ­νι­ω­σε οἰ­κεί­α. Χα­λά­ρω­σε. Βρῆ­κε ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα πράγ­μα­τα νὰ συ­ζη­τή­σει μα­ζί του. Στὸ τέ­λος, μὲ τὸ πο­τό, τὴν κου­βέν­τα, πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα, βά­ρυ­ναν τὰ βλέ­φα­ρά της. Χα­σμου­ρή­θη­κε δι­α­κρι­τι­κά, ζή­τη­σε συ­γνώ­μη κι ἔ­κλει­σε γιὰ λί­γο τὰ μά­τια.

            Δὲν κα­τά­λα­βε ἂν κοι­μή­θη­κε καὶ πό­σο. Βί­ω­σε ὅ­μως μιὰ πρω­τό­γνω­ρη ἐμ­πει­ρί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ πέ­πλο τῶν πυ­κνῶν βλε­φα­ρί­δων της δὲν ἦλ­θε τὸ σκο­τά­δι ἀλ­λὰ ἕ­να ρό­δι­νο φῶς. Μα­ζὶ μ’ ἕ­να ἄ­ρω­μα πεύ­κων καὶ θα­λασ­σι­νοῦ ἀ­έ­ρα. Ἡ ψυ­χή της, ποὺ λί­γες ὧ­ρες πρὶν ἦ­ταν στε­νό­χω­ρη καὶ ἀ­βέ­βαι­η, τώ­ρα ἄ­νοι­γε ὅ­πως τὰ φτε­ρὰ τῆς πε­τα­λού­δας ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κου­κού­λι της. Ἁ­πλω­νό­ταν ἴ­δια μὲ προ­ζύ­μι ποὺ ξε­χει­λί­ζει στὸ τα­ψί. Ὅ­λα τὰ μέ­σα φράγ­μα­τα φό­βων καὶ προ­κα­τα­λή­ψε­ων δι­α­λύ­ον­ταν. Ἀγ­κά­λια­ζε τὸν κό­σμο γύ­ρω της. Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ κου­τὶ γι’ αὐ­τὴν ποὺ δὲν τὴ χώ­ρα­γε. Ἐ­πε­κτει­νό­ταν ἔ­ξω στὴ νύ­χτα, στὸ δι­ά­στη­μα, τ’ ἀ­στέ­ρια, τὸ φεγ­γά­ρι. Γι­νό­ταν ἕ­να μὲ ὅ­λα. Τὸ σύμ­παν καὶ τὸ ἄ­πει­ρο. Ὑ­πέρ­τα­το συ­ναί­σθη­μα. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἀ­πο­δο­χή. Ἦ­ταν συγ­κλο­νι­στι­κό, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν τρο­μά­ξει. Ὅ­μως ἔ­νι­ω­θε μιὰ ὀ­λύμ­πια γα­λή­νη. Ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν κό­σμο. Αὐ­τὸς εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ μέ­σα της κι ἐ­κεί­νη ἐν­τός του. Αὐ­τὴ γεν­νοῦ­σε τὸν μέ­γα κό­σμο καὶ ταυ­τό­χρο­να ὁ μέ­γας κό­σμος τὴ γεν­νοῦ­σε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν ὁ­ρι­ο­θε­τή­σεις χώ­ρου, χρό­νου, τα­χύ­τη­τας, βα­ρύ­τη­τας. Οὔ­τε ἐ­σω­τε­ρι­κοὶ τοῖ­χοι ἀ­γω­νί­ας, πό­νου, θλί­ψης, πα­ρα­νό­η­σης. Τοῦ­το τὸ ἀ­κα­ρια­ῖο τα­ξί­δι στὸν μέ­σα καὶ στὸν ἔ­ξω κό­σμο ταυ­τό­χρο­να εἶ­χε τὸ στοι­χεῖ­ο μιᾶς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Ἦ­ταν ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νη. Ἂν ὑ­πῆρ­χε βί­ω­ση εὐ­τυ­χί­ας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι αὐ­τή· σὰν εὐ­λο­γί­α ποὺ προ­κα­λεῖ βα­θιὰ αἰ­σθή­μα­τα εὐ­γνω­μο­σύ­νης.

            Μιὰ ἀλ­λα­γὴ συν­τε­λέ­στη­κε στὴν ποι­ό­τη­τα τοῦ μέ­γι­στου ὅ­ταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα θέ­λη­σε νὰ ζή­σει γιὰ πάν­τα μέ­σα σὲ αὐ­τό. Νὰ τὸ κρα­τή­σει δι­κό της. Ἀ­μέ­σως κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἡ βού­λη­σή της δὲν τὸ ἔ­λεγ­χε. Τὸ με­γα­λεῖ­ο ὑ­πῆρ­χε μό­νο ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­δο­λα χα­νό­ταν μέ­σα του. Ἀ­νε­παί­σθη­τα, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­στη­κε αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο, πῆ­ρε νὰ συρ­ρι­κνώ­νε­ται, νὰ βα­ραί­νει, νὰ σβή­νει. Ὅ­πως χά­νε­ται ἡ μέ­ρα μέ­σα στὴ νύ­χτα. Ὅ­πως γλι­στρά­ει τὸ νε­ρὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά μας. Ἄρ­χι­σε νὰ ξα­να­ϋ­φαί­νε­ται ὁ ἱ­στὸς ποὺ τὴν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Προ­σπά­θη­σε αὐ­τὸ τὸ μο­να­δι­κὸ συ­ναί­σθη­μα ἐ­νό­τη­τας νὰ τὸ συγ­κρα­τή­σει, νὰ μὴν τὸ χά­σει. Ὅ­μως εἶ­χε γί­νει κά­τι ξε­χω­ρι­στὸ ἀ­πὸ αὐ­τὴν καὶ ἤ­δη ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε ἀ­πο­κολ­λη­θεῖ καὶ χα­νό­ταν. Συρ­ρι­κνω­νό­ταν. Τὸ κρα­τοῦ­σε δυ­να­τὰ μέ­σα στὰ χέ­ρια της, τό­σο μι­κρὸ πλέ­ον, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα τό­σο ὡ­ραῖ­ο. Μέ­σα στὴ χού­φτα της κρα­τοῦ­σε τὴ γεύ­ση του, τὸ ἄ­ρω­μά του σὰν τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­μνη­ση αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­πέ­ραν­του ἑ­νω­τι­κοῦ βι­ώ­μα­τος. Θέ­λη­σε νὰ τὸ βά­λει στὸ στό­μα της νὰ τὸ γευ­τεῖ κα­λά, νὰ τὸ κα­τα­πι­εῖ, νὰ τὸ χω­νέ­ψει, νὰ τὸ κά­νει ἕ­να πά­λι μα­ζί της. Τὸ ρου­φοῦ­σε μὲ ἀρ­γές, βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες. Τὸ συγ­κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα λί­γο, ἀ­κό­μα λί­γο, μὰ ὅ­λο χα­νό­ταν. Ἄ­νοι­ξε μὲ λα­χτά­ρα τὰ μά­τια νὰ προ­λά­βει νὰ δεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­θε μέ­σα καὶ γύ­ρω της, πρὶν τὸ χά­σει γιὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της. Λι­γώ­θη­κε. Ἔσφι­ξε τὰ δά­χτυ­λα νὰ συγ­κρα­τή­σει τὸ ἄ­πια­στο, τὸ φευ­γα­λέ­ο. Ἄ­νοι­ξε τὶς πα­λά­μες νὰ δεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­σφιγ­γε μὲ δύ­να­μη. Ἀ­πρό­σμε­να ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν μέ­σα στὰ χέ­ρια της τὰ δά­χτυ­λα τοῦ δι­πλα­νοῦ της, ποὺ τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­σε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει εἶ­χε γεί­ρει τὸ κε­φά­λι της στὸν ὦ­μο του καὶ κρα­τοῦ­σε σφι­χτὰ στὴ χού­φτα της τὸν ἀν­τί­χει­ρά του.

 

Εἶ­χαν πε­ρά­σει δυ­ὸ μῆ­νες. Κα­θι­σμέ­νη σταυ­ρο­πό­δι στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της ξε­φύλ­λι­ζε τὸ ἄλ­μπουμ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ὁ συ­νο­μι­λη­τής της ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο φο­ροῦ­σε τὸ μπουρ­νού­ζι της. Τὸ βλέμ­μα τους ἔ­πε­σε σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Πρω­ι­νὴ κα­τα­χνιά. Θά­λασ­σα καὶ οὐ­ρα­νὸς ἕ­να.  Σβη­σμέ­νη ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Τὸ προ­φὶλ της ὄ­μορ­φο στὸ πρω­ι­νὸ φῶς.

            — Πρέ­πει νὰ σ’ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ νὰ πό­νε­σε ποὺ σ’ ἔ­χα­σε, σχο­λί­α­σε ὁ ἄν­τρας.

            — Μᾶλ­λον. Μοῦ εὐ­χή­θη­κε φεύ­γον­τας νὰ εἶ­μαι πάν­τα κα­λὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη.

            — Σί­γου­ρα. Λέ­νε ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς καὶ πο­νᾶς οἱ εὐ­χές σου πιά­νουν.

            — Τὸ πι­στεύ­εις;



Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἐν­νέ­α μύ­θοι καὶ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι (Ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 2015).

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Ἀ­θή­να, 1945). Εἶ­ναι νευ­ρο­λό­γος-ψυ­χί­α­τρος μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὴν παι­δο­νευ­ρο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε τριά­ντα χρό­νια στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Παί­δων Ἀ­θη­νῶν Π. & Ἀ. Κυ­ρια­κοῦ. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των του Ἐν­νέ­α μύ­θοι κι ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, (ἐκδ. Ἐ­ρι­φύ­λη, 2007) καὶ Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἠ­μι­κλά­στων κόλ­λων, (Ἀ­θή­να, 2015). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­καν στὸ ρα­δι­ό­φω­νο.


		
Advertisements

Μαρία Πανούτσου: Ντύσου τὰ ροῦχα τῆς γάτας σου



Μα­ρί­α Πα­νού­τσου


Ντύ­σου τὰ ροῦ­χα τῆς γά­τας σου


Ἡ Ἀϊσ­σά, Amica mia


ΕΝ ΗΘΕΛΑ ΕΥΘΥΝΕΣ. Δὲν ἄν­τε­χα τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὲς ἐν­τά­σεις. Ἡ φί­λη μου ἡ Ρου­μά­να μὲ τὴν μι­κρή της γά­τα ἀ­πὸ τὸ Σιάμ, παν­τρευ­ό­ταν καὶ θὰ ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ἀ­με­ρι­κή. Ὁ κα­λός της, εἶ­χε ἕ­να σκύ­λο καὶ κα­μί­α συ­ζή­τη­ση στὴν πι­θα­νό­τη­τα γιὰ ὑ­πο­χώ­ρη­ση τῆς ἀ­πό­φα­σης, σχε­τι­κὰ μὲ τὴν μι­κρὴ γα­τού­λα. «Μιὰ χα­ψιὰ θὰ τὴν κά­νει ὁ σκύ­λος τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου» ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὰ λό­για μου, ὅ­τι δη­λα­δὴ θὰ τὴν συ­νή­θι­ζε ὁ σκύ­λος μὲ τὸν και­ρὸ καὶ ἐ­κεί­νη αὐ­τόν. Μὲ κλά­μα­τα ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε τὴν Ἀϊσ­σὰ τριῶν μη­νῶν τό­τε, ἡ πρώ­τη της Μα­μά, ἡ Ρου­μά­να. Τὸ γα­τά­κι, ἕ­να ἄ­σπρο μπὲζ πραγ­μα­τά­κι, μὲ κα­φὲ ἤ­δη αὐ­τά­κια, μὲ γα­λά­ζια μά­τια μὲ μιὰ σα­γη­νευ­τι­κὴ εὐ­θύ­τη­τα, ἦ­ταν πο­λὺ ἀ­δύ­να­το καὶ πλή­ρως αἰ­σθα­νό­με­νο τὴν μοί­ρα του.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι, χω­ρὶς κὰν νὰ τὸ ἔ­χω προ­σχε­διά­σει καὶ χω­ρὶς προ­ε­τοι­μα­σί­α, ξέ­ρον­τας ὅ­τι ἡ Ρου­μά­να ἔ­ψα­χνε γιὰ νέ­α μα­μὰ γιὰ τὴν γά­τα της, ἔ­φτα­σα στὴν πόρ­τα της καὶ χτύ­πη­σα τὸ κου­δού­νι. Ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της μὲ τὴν Ἀϊσ­σὰ γαν­τζω­μέ­νη στὴν μπλού­ζα μου , στὸ στῆ­θος μου ἐ­πά­νω, νὰ νοι­ώ­θω τὰ νυ­χά­κια της, νὰ πλη­γώ­νουν τὸ εὐ­αί­σθη­το δέρ­μα. Τὴν κρα­τοῦ­σα μὲ τὰ δύ­ο μου χέ­ρια καὶ τὴν πί­ε­ζα στὴν καρ­διά μου νὰ ἀ­κού­ει τοὺς χτύ­πους της, καὶ ἔ­τσι περ­πα­τή­σα­με μα­ζί, μέ­χρι τὴν οἰ­κί­α μου, ποὺ θὰ ἦ­ταν καὶ οἰ­κί­α τῆς Ἀϊσ­σᾶς. Στὴν δι­α­δρο­μὴ γί­να­με ἕ­να. Μὲ κα­τά­λα­βε καὶ τὴν κα­τά­λα­βα.

       Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α εἶ­χα βά­λει στὴν ζω­ή μου ἕ­να πλά­σμα ποὺ θὰ ἔ­μει­νε μα­ζί μου δε­κα­ο­χτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια. Τό­σο ἔ­ζη­σε ἡ Ἀϊσ­σά. Κά­πο­τε χρει­ά­στη­κε νὰ φύ­γω γιὰ μιὰ μέ­ρα, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη καὶ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη πιὰ καὶ μὲ εἶ­χε πιὸ πο­λὺ ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ πο­τέ.

       Τὴν κρα­τοῦ­σε στὴν ζω­ὴ ἡ ἀ­γά­πη μας τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό. Ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γω. Καὶ ὅ­ταν γύ­ρι­σα ἡ Ἀϊσ­σὰ δὲν ζοῦ­σε πιά.

       Τὴν Ἀϊσ­σά δὲν τὴν ἔ­βα­λα πο­τὲ σὲ κλου­βά­κι στὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α, στὰ αὐ­το­κί­νη­τα, στὰ τα­ξί, παν­τοῦ, ὅ­που καὶ νὰ με­τα­κι­νι­ό­μουν ἡ Ἀϊσ­σά, ἦ­ταν μέ­σα στὴν φαρ­διὰ ψά­θι­νη τσάν­τα ποὺ πάν­τα μὲ συ­νό­δευ­ε.

       Κά­πο­τε σὲ μιὰ γι­ορ­τή, στὴν Πλα­τεί­α τῆς Ἰ­ου­λί­δας στὴν νῆ­σο Κέ­α, στὸ νη­σὶ ποὺ βρί­σκω τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, ἔ­χον­τας τὴν Ἀϊσ­σὰ στὴν ψά­θι­νη τσάν­τα καὶ ἐ­κεί­νη μὲ τὸ κε­φα­λά­κι ἔ­ξω καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὶς με­τα­κι­νή­σεις μας, νὰ εὐ­φραί­νε­ται, μὲ ὅ­σα ἔ­βλε­πε, περ­πα­τού­σα­με λοι­πὸν κα­μα­ρω­τὲς καὶ οἱ δύ­ο καὶ γε­μά­τες πε­ρι­έρ­γεια γιὰ ὅ­σα συ­ναν­τού­σα­με γύ­ρω μας. Μὲ πλη­σιά­ζει τό­τε ὁ κύ­ριος Μοῦν­τος ἕ­νας πο­λὺ-πο­λὺ γέ­ρος φί­λος ἀ­πὸ τὴν Κέ­α ποὺ εἶ­χα τὴν χα­ρὰ νὰ γνω­ρί­σω, κοι­τά­ζει τὴν γά­τα ποὺ ἤ­ρε­μη τὸν κοί­τα­ζε καὶ ἐ­κεί­νη καὶ λέ­ει: «Αὐ­τὸ μό­νο βα­σι­λιά­δες μπο­ροῦν νὰ τὸ κά­νουν» καὶ ἔ­φυ­γε.

       Ὁ κὺρ Δη­μή­τρης μὲ τὸ πα­ρα­τσού­κλι Μοῦν­τος, δὲν ἔ­λε­γε πολ­λά. Δὲν χρει­α­ζό­ταν. Εἶ­χε τὶς στα­θε­ρὲς ἀ­ξί­ες ποὺ εἶ­χε μά­θει ἀ­πὸ τὰ χρό­νια τα πα­λιὰ καὶ ἂς φαί­νον­ταν λι­γό­τε­ρο δη­μο­κρα­τι­κές, ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἕ­νας ἔν­τι­μος, ἄν­θρω­πος.

       Εἶ­χε δί­κιο ὁ κὺρ Δη­μή­τρης. «Μό­νο ἐ­μεῖς μπο­ρού­σα­με Ἀϊσ­σὰ νὰ τα­ξι­δεύ­ου­με ἐ­λεύ­θε­ρα χω­ρὶς κὰν νὰ τολ­μοῦν νὰ ἀμ­φι­σβη­τοῦν τὴν ἁρ­μο­νί­α καὶ τὴ ἀ­σφά­λεια ποὺ ἔ­κρυ­βε ἡ ἀ­γά­πη μας.» Ἡ Ἀϊσ­σὰ μὲ συν­τρό­φευ­ε γιὰ με­γά­λο δι­ά­στη­μα ὅ­ταν μό­νη στὶς θε­α­τρι­κὲς δο­κι­μὲς μιᾶς ὄ­χι καὶ τό­σο εὐ­χά­ρι­στης μαρ­τυ­ρί­ας, τό­τε ποὺ δὲν ἤ­θε­λα νὰ εἶ­ναι σ’ αὐ­τὲς τὶς δο­κι­μές, οὔ­τε ὁ βο­η­θὸς οὔ­τε κα­νεὶς συ­νερ­γά­της. Ἔ­βα­ζα τὴν Ἀϊσ­σὰ σὲ ἕ­να κα­ρε­κλά­κι ἀ­πέ­ναν­τί μου καὶ ξε­κι­νοῦ­σα. Ἐ­κεί­νη μὲ προ­σο­χὴ καὶ χω­ρὶς νὰ σα­λεύ­ει γιὰ τρεῖς μὲ τέσσερις ὧ­ρες μὲ κοι­τοῦ­σε ἀ­δι­ά­λει­πτα καὶ ἡ προ­σο­χή της μὲ κρα­τοῦ­σε σὲ με­γά­λη πει­θαρ­χί­α καὶ ἔν­τα­ση.

       Πάν­τα ἡ φω­το­γρα­φί­α σου δί­πλα στὸ κρε­βά­τι μου amica mia καὶ τὸ αἴ­σθη­μα τῆς μα­ται­ό­τη­τας ποὺ πε­ρι­ο­ρί­στη­κε κά­πως μὲ τὸν θά­να­τό σου. Εἶ­πα «ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γε ἡ Ἀϊσ­σὰ μπο­ρῶ νὰ φύ­γω καὶ ἐ­γώ». Ἡ Ἀϊσ­σὰ εἶ­ναι θαμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ μιὰ Χα­ρου­πιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ κτή­μα­τος στὴν Κέ­α.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Πα­νού­τσου (Ἀ­θή­να) Σπού­δα­σε μου­σι­κή, χο­ρό, θέ­α­τρο, ζω­γρα­φι­κὴ καὶ φω­το­γρα­φί­α στὴν Ἑλ­λά­δα, Ἀγ­γλί­α, Πο­λω­νί­α. Ασχολεῖται μὲ τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴν ποί­η­ση ἀ­πὸ τὸ 1979. Ἔ­ζη­σε στὴν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α στὸ Ἰ­ράκ, στὴν Κύ­προ καὶ στὸν Λί­βα­νο. Ἔχει ἐκ­δώ­σει τρεὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, τελευταῖο της βιβλίο Περ­πα­τών­τας στὸ δα­κτύ­λιο τοῦ Κρό­νου Ἢ Οἱ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις ἑ­νὸς ἄν­δρα ἀ­πὸ τὸ City.


Νότα Σεφερλῆ: Friend-ship



Νό­τα Σε­φερ­λῆ

Friend-ship


Α ΒΡΑΔΙΑ τὸ λι­μά­νι θυ­μί­ζει ται­νί­α τε­χνι­κο­λόρ. Στὸ βά­θος τὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ὅ­λο καὶ σκο­τει­νιά­ζει ἀλ­λὰ πο­τὲ ἐν­τε­λῶς. Σὲ πρῶ­το πλά­νο τὰ φω­τα­γω­γη­μέ­να πλοῖ­α ἐν πα­ρα­τά­ξει, ἕ­τοι­μα πρὸς ἀ­να­χώ­ρη­ση. Πρῶ­το σαλ­πά­ρει τὸ Κνω­σός, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γρή­γο­ρο τῆς Blue Star Ferries καὶ λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ Λα­τώ, μιὰ ἀρ­χόν­τισ­σα στὰ λευ­κὰ μὲ γε­ρὸ σκα­ρὶ πα­ρ’ ὅ­λα τὰ χρο­νά­κια της καὶ τὶς συ­χνὲς ἐ­πεμ­βά­σεις στὰ χέ­ρια τῶν εἰ­δι­κῶν.

       Ἐ­δῶ καὶ τό­σα βρά­δια ἡ ἴ­δια ται­νί­α. Τὸ σα­ρα­βα­λά­κι περ­νᾶ τὴν πύ­λη Ε2 τοῦ λι­μα­νιοῦ, πάν­τα τὴν ἴ­δια ὥ­ρα, λί­γο πρὶν τὶς ἐν­νιά. Ὁ ὁ­δη­γός του, μιὰ σκο­τει­νὴ ἀ­ξύ­ρι­στη φι­γού­ρα, παρ­κά­ρει τὸ αὐ­το­κι­νη­τά­κι στὴν ἄ­κρη τοῦ μό­λου, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὸν φα­νὸ τῆς εἰ­σό­δου. Δὲ βγαί­νει πο­τὲ ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­κού­γε­ται πά­λι ἡ ἴ­δια κα­σέ­τα· o κα­η­μὸς μιᾶς κρη­τι­κῆς λύ­ρας καὶ ἡ ἔν­ρι­νη φω­νὴ τοῦ τρα­γου­δι­στῆ. Ὁ ὁ­δη­γός, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸ τι­μό­νι, πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ νη­ο­πομ­πή. Πρῶ­το ἀ­να­χω­ρεῖ τὸ Κνω­σός, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γρή­γο­ρο τῆς Blue Star Ferries καὶ λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα Λα­τώ. Καὶ μό­νο ὅ­ταν ἐ­κεί­νη βγεῖ ἀ­πὸ τὸ λι­μά­νι, ὁ ὁ­δη­γὸς βά­ζει μπρὸς τὴ μη­χα­νή, μαρ­σά­ρει, κά­νει ἐ­πὶ τό­που στρο­φή, περ­νᾶ ξα­νὰ τὴν πύ­λη Ε2 καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ πλη­σι­έ­στε­ρο κα­φε­νεῖ­ο. Πα­ραγ­γέλ­νει ρα­κὶ ποὺ τὸ πί­νει ἀ­μί­λη­τος. Ἀ­μί­λη­τος βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζὶ πε­ρί­που μιὰ ὥ­ρα με­τά. Μπαί­νει στὸ σα­ρα­βα­λά­κι, βά­ζει μπρὸς τὴ μη­χα­νή, μαρ­σά­ρει καὶ χά­νε­ται στὸ σκο­τά­δι.

       Ἕ­να χει­μω­νι­ά­τι­κο βρά­δυ τὸ σε­νά­ριο τρο­πο­ποι­ή­θη­κε. Ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα ἔ­λει­πε – βρι­σκό­ταν, εἶ­παν, πα­ρο­πλι­σμέ­νη στὸ λι­μά­νι τῆς Σού­δας. Πολ­λὰ ἀ­κού­στη­καν: ὅ­τι ἀλ­λά­ζει γραμ­μή, ὅ­τι πά­ει γιὰ νέ­α ἐ­πι­σκευ­ή, μπο­ρεῖ καὶ γιὰ σκρὰπ – δὲ γλι­τώ­νει, εἶ­παν, τὸ δι­α­λυ­τή­ριο. Μό­νο ἐ­κεῖ­νος δὲ μί­λη­σε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το, ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο κι ἄρ­χι­σε νὰ κό­βει βόλ­τες ἐ­κεῖ ποὺ ἄλ­λο­τε ἔ­δε­ναν καὶ ξέ­δε­ναν τὴν ἀρ­χόν­τισ­σα. Ἂν κά­ποι­ος πλη­σί­α­ζε θὰ τὸν ἄ­κου­γε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει ναυ­τι­κὰ πα­ραγ­γέλ­μα­τα.

       «Πρό­σω δε­ξιά. Ἀ­ρι­στε­ρὰ μι­σὴ πλώ­ρη. Πα­ρα­πά­νω πλώ­ρη. Κρά­τει πλώ­ρη. Κρά­τει πρύ­μη. Μὴ βι­ρά­ρεις τὸ πλω­ριὸ – μὴ βι­ρά­ρεις τὸ πλω­ριό…»


       Ἦ­ταν, βλέ­πεις, δύ­σκο­λη στὶς μα­νοῦ­βρες. Μο­νο­τί­μο­νη μὲ μπα­τα­ρι­στὲς μη­χα­νές, ὅ­ταν ἔ­βγα­ζε και­ρό, ζο­ρι­ζό­ταν νὰ πιά­σει ντό­κο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νό­τα Σε­φερ­λῆ (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α καὶ δι­δά­σκει στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση.



		

	

Χρῖστος Δάλκος: Ἡ «Κασσιανή» τῆς ψαλτόλυσσας



Χρῖστος Δάλκος


Ἡ «Κασσιανή» τῆς ψαλτόλυσσας


ΗΝ ΛΕΞΗ «ψαλ­τό­λυσ­σα» τήν ἄ­κου­σα ἐ­σχά­τως, ἀλ­λά τό εἶ­δος τό γνω­ρί­ζω ἀ­πό πα­λιά. Δι­ό­τι «ψαλ­τό­λυσ­σα» δέν εἶ­ναι μό­νο ἡ λύσ­σα πού ἔ­χουν ὡ­ρι­σμέ­νοι μο­να­χο­φά­η­δες ψαλ­τᾶ­δες νά τά ψάλ­λῃ ὅ­λα ἡ ἀ­φεν­το­μου­τσου­νά­ρα τους, ἀλ­λά εἶ­ναι καί τό εἶ­δος αὐ­τῶν πού θά μπο­ρού­σα­με νά τούς ποῦ­με «τῆς προ­σκολ­λή­σε­ως». Στήν ἀρ­χή ζυ­γώ­νουν στό ψαλ­τή­ρι σε­μνά καί δι­στα­κτι­κά, καί ἐ­κτε­λοῦν χρέ­η ἰ­σο­κρά­τη. Ἅ­μα ὁ ψάλ­της δι­α­πι­στώ­σῃ ὅ­τι δέν εἶ­ναι πα­ρά­φω­νοι μπο­ρεῖ ἐν­δε­χο­μέ­νως τήν τρί­τη μέ τέ­ταρ­τη φο­ρά νά τούς ρί­ξῃ ἕ­να βλέμ­μα συμ­πα­θεί­ας, νά τούς εὐ­χη­θῇ ἕ­να καί τοῦ χρό­νου ἤ νά τούς εἰ­δο­ποι­ή­σῃ γιά μιά ἔ­κτα­κτη πε­ρί­πτω­ση.

         Ἡ ψαλ­τό­λυσ­σα κά­θε­ται μα­ζε­μέ­νη σάν τό σκυλ­λί —πρός τό ὁ­ποῖ­ο ἡ σχέ­ση τῆς «(ψαλ­το)λύσ­σας» δέν πρέ­πει νά εἶ­ναι τυ­χαί­α— καί πε­ρι­μέ­νει ζη­τι­α­νεύ­ον­τας μέ τό βλέμ­μα ἕ­να ἐ­λά­χι­στο ψί­χου­λο, μπο­ρεῖ καί κόκ­κα­λο, ἀ­πό τήν πλού­σια ψαλ­τι­κή τρά­πε­ζα. Ἕ­να λα­χτα­ρι­στό κόκ­κα­λο εἶ­ναι βε­βαί­ως ὁ Ἀ­πό­στο­λος. Ἀλ­λά ἡ ψαλ­τό­λυσ­σα πρέ­πει νά εἶ­ναι ὑ­πο­μο­νε­τι­κή καί νά πε­ρι­μέ­νῃ πό­τε θά πα­ρου­σια­στῇ ἡ κα­τάλ­λη­λη εὐ­και­ρί­α, ἡ ἀ­που­σί­α π.χ. τοῦ «κα­θι­ε­ρω­μέ­νου» καί «πα­λι­ό­τε­ρου» δι­εκ­δι­κη­τῆ, ἕ­να κρυ­ο­λό­γη­μα τοῦ ἀν­τα­γω­νι­στῆ, κ.λπ. κ.λπ.

         Ἕ­να ἄλ­λο λα­χτα­ρι­στό ἔ­δε­σμα πρός τό ὁ­ποῖ­ο προ­σβλέ­πουν ὅ­λες οἱ ἁ­παν­τα­χοῦ ψαλ­τό­λυσ­σες εἶ­ναι τό «Ἄ­σπι­λε, ἀ­μό­λυν­τε, ἄ­φθο­ρε, ἄ­χραν­τε…» στούς Χαι­ρε­τι­σμούς, εἴ­τε, ἔ­στω, τό «Καὶ δὸς ἡ­μῖν Δέ­σπο­τα…» πού θε­ω­ρεῖ­ται —καί εἶ­ναι— πα­ρα­κα­τια­νό, κα­θό­τι συν­το­μώ­τε­ρο ἀ­πό τό «Ἄ­σπι­λε…», ἀλ­λά, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, στήν ἀ­να­βρο­χιά κα­λό εἶν᾿ καί τό χα­λά­ζι πού λέ­ει κι ὁ λα­ός.

         Ἔ­πει­τα ὑ­πάρ­χει καί ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῶν ψαλ­μῶν, τό­σο στούς Χαι­ρε­τι­σμούς ὅ­σο καί τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα, πού γιά κά­θε ψαλ­τό­λυσ­σα εἶ­ναι ἕ­να λα­χτα­ρι­στού­τσι­κο κομ­μα­τά­κι· θά πῇ βέ­βαι­α κά­ποι­ος πώς ἄλ­λο ἀ­νά­γνω­ση κι ἄλ­λο ψαλ­τι­κή, ὅ­μως ὑ­πάρ­χει κι ἐ­κεῖ ἡ εὐ­και­ρί­α γιά λί­γο ψάλ­σι­μο, φερ᾿ εἰ­πεῖν στό «Ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου εὐ­λό­γη­σον πά­τερ!», πού ὅ­λες οἱ ψαλ­τό­λυσ­σες τό ταρ­να­ρί­ζουν δε­όν­τως, ἄν καί, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, σέ χα­λά­ει νά δι­α­βά­ζῃς μ᾿ ἕ­να κά­ποι­ο μουρ­μου­ρι­στό ψαλ­τά­δι­κο ἦ­θος ἐ­κεῖ­νο τό «Οἱ φί­λοι μου καὶ οἱ πλη­σί­ον μου ἀ­πὸ μα­κρό­θεν ἤγ­γι­σαν καὶ ἔ­στη­σαν καὶ οἱ λα­λοῦν­τές μοι κα­κὰ μα­ται­ό­τη­τας καὶ δο­λι­ό­τη­τας ὅ­λην τὴν ἡ­μέ­ραν ἐ­με­λέ­τη­σαν»; Σέ χα­λά­ει; Δέ σέ χα­λά­ει.

         Ὑ­πάρ­χουν μά­λι­στα καί ψαλ­τό­λυσ­σες τῆς μα­κρο­χρο­νί­ου προ­σκολ­λή­σε­ως πού πραγ­μα­το­ποί­η­σαν τό ὄ­νει­ρό τους καί με­τα­τέ­θη­καν ἀ­πό τήν πε­ρι­φέ­ρεια στό κέν­τρο τοῦ ψαλ­τη­ρί­ου, ἔ­γι­ναν δη­λα­δή ἱ­ε­ρο­ψάλ­τες ἀ­ρι­στε­ροί, ἀ­κό­μα καί δε­ξιοί σέ σπά­νι­ες, πλήν ὑ­παρ­κτές, πε­ρι­πτώ­σεις. Ἄ! τί ἀ­πό­λαυ­ση νά κα­θα­ρί­ζῃς συ­νε­χῶς τή φω­νή σου μ᾿ ἕ­να ὀ­λί­γον ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νο βη­χα­λά­κι, νά φυ­σᾷς τή δι­α­πα­σῶν προ­κει­μέ­νου νά πιά­σῃς τόν τό­νο, νά περ­νᾷς μέ ἄ­νε­ση ἀ­πό τόν πρῶ­το στόν πλά­γιο τοῦ τε­τάρ­του καί τἀ­νά­πα­λιν! Τί ἀ­γαλ­λί­α­ση νά στρα­βο­κυτ­τᾷς ἕ­ναν χαν­τα­κω­μέ­νο ἰ­σο­κρά­τη κά­νον­τάς του νο­ή­μα­τα νά πιά­σῃ τόν κά­τω Δή, ἤ τρί­βον­τας με­τα­ξύ τους τόν δεί­κτη καί τόν ἀν­τί­χει­ρα, πού Κύ­ριος οἶ­δε τί ἀ­κρι­βῶς ση­μαί­νει! Καί τί ἄ­φα­τη ἡ­δο­νή ὅ­ταν βρε­θῇς στήν θέ­ση νά ἐ­πι­λέ­γῃς ἐ­σύ μέ ἕ­να γεν­ναι­ό­δω­ρο νεῦ­μα τήν τυ­χε­ρή, με­τα­ξύ πολ­λῶν κα­ρα­δο­κου­σῶν ψαλ­το­λυσ­σῶν, ψαλ­τό­λυσ­σα πού θά δι­α­βά­σῃ τό «Ἄ­σπι­λε…»!


Μιά τέ­τοι­α ψαλ­τό­λυσ­σα ἦ­ταν καί ὁ Κώ­στας Κ., ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τώρ­θω­σε νά πε­ρά­σῃ, ἀ­πό τήν θέ­ση τοῦ ἁ­πλοῦ ἰ­σο­κρά­τη καί εὐ­και­ρια­κοῦ ἀ­να­γνώ­στη τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, στήν θέ­ση τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ ψάλ­τη τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Να­οῦ Ἁ­γί­ου Φα­νου­ρί­ου τῆς συ­νοι­κί­ας μας. Ὁ να­ός ἦ­ταν σχε­τι­κά μι­κρός, οἱ ἀ­πο­λα­βές πε­νι­χρές, μό­λις καί με­τά βί­ας ἀ­νε­βά­ζον­τας σέ ἕ­να στοι­χει­ω­δῶς ἀ­ξι­ο­πρε­πές ἐ­πί­πε­δο τό ἐ­πί­σης πε­νι­χρό εἰ­σό­δη­μα τοῦ τα­πει­νοῦ ἐμ­πο­ρο­ϋ­παλ­λή­λου, ἀλ­λά ἦ­ταν κά­τι, καί τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο καί ἀ­νε­κτί­μη­της ἀ­ξί­ας: ἦ­ταν πλέ­ον ψάλ­της, ἀ­πό­λυ­τος κυ­ρί­αρ­χος τοῦ ἀ­να­λο­γί­ου, ἔ­στω καί τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ.

         Αὐ­τό ὅ­μως τό «ἀ­ρι­στε­ροῦ» ἄρ­χι­σε, μέ τό πέ­ρα­σμα τῶν χρό­νων, νά ἐ­ξε­λίσ­σε­ται σέ ἀγ­κά­θι πού τρι­βέ­λι­ζε τόν Κώ­στα Κ., κα­θώς ἀ­να­κά­λυ­πτε ὅ­τι πα­ρέ­με­νε «στά­σι­μος» ἐ­πί σει­ράν ἐ­τῶν. Κά­θε φο­ρά πού ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­κη ἀν­τι­κα­τα­στά­σε­ως δε­ξιοῦ ψάλ­του —καί τό πρᾶγ­μα εἶ­χε συμ­βῆ πά­νω ἀ­πό δύ­ο φο­ρές— ὁ Κώ­στας Κ. πε­ρί­με­νε ἐ­να­γω­νί­ως νά ὑ­πάρ­ξῃ κρού­ση ἀ­πό τόν ἐ­φη­μέ­ριο τοῦ να­οῦ, ἕ­ναν θε­ρι­α­κω­μέ­νο λε­βεν­τό­παπ­πα, τόν παπ­πα-Νι­κή­τα. Πε­ρί­με­νε αὐ­τό τό «νεῦ­μα» εὐ­α­ρε­σκεί­ας, αὐ­τήν τήν πε­ρι­πό­θη­τη χει­ρο­νο­μί­α ἀ­να­γνω­ρί­σε­ως, ὅ­πως ὁ σκύλ­λος τό κόκ­κα­λο, πλήν ἡ χει­ρο­νο­μί­α δέν ἐρ­χό­ταν, ἡ ὑ­πό­θε­ση τῆς «ἀ­να­βάθ­μι­σής» του χρό­νι­ζε ἐ­πι­κίν­δυ­να, κι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά σκέ­πτε­ται σο­βα­ρά τό ἐν­δε­χό­με­νο νά πε­ρα­τώ­σῃ τήν ψαλ­τι­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α ἀ­ρι­στε­ρός. Καί νά πού γιά κα­λή του τύ­χη ὁ τε­λευ­ταῖ­ος δε­ξιός ψάλ­της —-ἕ­νας Γε­ώρ­γιος Μπο­νά­νος ἀ­πό τό που­θε­νά— λο­γό­φε­ρε μέ τόν παπ­πα-Νι­κή­τα τήν Κυ­ρια­κή τῶν Βα­ΐ­ων, γιά τό ὕ­ψος τῆς ἀ­μοι­βῆς του ὑ­πο­θέ­τει, καί νά πού πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μο­να­δι­κή εὐ­και­ρί­α νά ἀ­να­βαθ­μι­στῇ ἐ­πί τέ­λους, ἄς εἶ­ναι καί μέ μι­κρό­τε­ρη ἀ­μοι­βή ἀ­πό τοῦ Μπο­νά­νου, αὐ­τόν τό δε­ξιό ἀ­να­λό­γιο τοῦ ᾿χει σκλα­βώ­σει τήν ψυ­χή, καί βέ­βαι­α μέ τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα καί τόν Νυμ­φί­ο νά ἔρ­χε­ται —τί νά ἔρ­χε­ται, νά εἶ­ναι ἤ­δη φτα­σμέ­νος καί νά ἀ­νοί­γῃ τήν θύ­ρα τοῦ νυμ­φῶ­νος— ἡ μό­νη ἐν­δε­δειγ­μέ­νη λύ­ση εἶ­ναι ὁ προ­βι­βα­σμός τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σέ δε­ξιό!

         Ὅ­λο τό βρά­δυ τῆς Κυ­ρια­κῆς τῶν Βα­ΐ­ων πρός τήν Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα δέν κοι­μή­θη­κε· ἄ­κου­γε τό τη­λέ­φω­νο νά χτυ­πᾷ, ἔ­βλε­πε τόν παπ­πα-Νι­κή­τα νά τόν ὑ­πο­δέ­χε­ται στό δω­μα­τιά­κι δί­πλα στό ἱ­ε­ρό, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιά νά κα­θο­ρί­σουν τό ὕ­ψος τῆς ἀ­μοι­βῆς του —ἐν­νο­εῖ­ται πώς θά τό πα­λέ­ψῃ γιά λε­λο­γι­σμέ­νο ὕ­ψος, ἀλ­λά δέν πρό­κει­ται νά φθά­σῃ καί στά ἄ­κρα—, ἴ­σως καί νά μή χρει­ά­ζε­ται, ὅ­λοι τό ξέ­ρουν πώς τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα ὁ ρό­λος τοῦ ψάλ­του εἶ­ναι ἀ­πό κομ­βι­κός ἕ­ως ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τος.

         Κι ὅ­μως, δέν ἦ­ταν ἔ­τσι. Ὁ τρα­γό­παπ­πας εἶ­χε συ­νεν­νο­η­θῆ μ᾿ ἕ­ναν ἀ­νη­ψιό του, ἕ­να ἀ­νί­δε­ο, ἀ­μού­στα­κο παι­δά­ριο, καί τώ­ρα πού τό σκέ­φτε­ται ὅ­λη ἡ λο­γο­μα­χί­α μέ τόν ἄλ­λο τόν ἄ­σχε­το, τόν Μπο­νά­νο, μπο­ρεῖ νά ἦ­ταν προ­σχη­μα­τι­κή, τόν ἀ­νη­ψιό του ἤ­θε­λε νά βο­λέ­ψῃ ὁ τα­βλαμ­πᾶς κι ἔ­κα­νε τά­χα­μου πώς δέν βγαί­νει πέ­ρα καί πρέ­πει νά προ­βῇ σέ πε­ρι­κο­πή μι­σθοῦ. Ὥ­ρα εἶ­ναι νά τόν πά­ρῃ κι αὐ­τόν ἡ μπάλ­λα καί ἀ­πό ᾿κεῖ πού ὀ­νει­ρεύ­ε­ται δε­ξιά με­γα­λεῖ­α νά κα­τα­βα­ρα­θρω­θῇ σέ ἀ­κό­μα βα­θύ­τε­ρα ἀ­ρι­στε­ρά τάρ­τα­ρα!

         Καί­τοι, λοι­πόν, φαρ­μα­κώ­θη­κε, δέν ἔ­βγα­λε τσι­μου­διά, στό­μα θε­ό­κλει­στο. Πάν­τως αὐ­τό τό παι­δά­ριο τό μί­ση­σε. Καί ντρέ­πε­ται νά τό πῇ πώς με­γα­λο­βδο­μα­δι­ά­τι­κα —ἄν καί, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, καί ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη μέ­ρα τοῦ χρό­νου εἶ­ναι τό ἴ­διο— τόν κα­τα­ρά­στη­κε αὐ­τόν τόν ἀ­νη­ψιό, μα­ζί μέ ὅ­λα τά σπυ­ριά του, νά ἀρ­ρω­στή­σῃ, νά βου­βα­θῇ, νά βγά­λῃ τό κα­κό σπυ­ρί, ναί, τέ­τοι­ες ἀ­κρό­τη­τες, στίς ὁ­ποῖ­ες ἤ­θε­λε ὁ ἀ­θε­ό­φο­βος νά ἀ­να­κα­τέ­ψῃ ὄ­χι τόν σα­τα­νᾶ ἀλ­λά τόν ἴ­διο τόν Θε­ό, σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε πώς «βρέ­χει ἐ­πὶ δι­καί­ους καὶ ἀ­δί­κους», σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε πώς ὁ Θε­ός «ἀ­γά­πη ἐ­στίν», καί δέν εἶ­χε τί­πο­τα νά κά­νῃ μέ τίς δι­κές του μω­ρο­φι­λο­δο­ξί­ες καί τά μι­κρο­μί­ση, αὐ­τήν τήν κα­τα­ρα­μέ­νη ψαλ­τό­λυσ­σα, αὐ­τό τό παν­το­δύ­να­μο πά­θος, δυ­να­στι­κώ­τε­ρο κι ἀπ᾿ τήν ψω­μό­λυσ­σα!

         Τόν ἄ­κου­σε τόν ἀ­νη­ψιό, ὀ­νό­μα­τι Μι­χά­λη, τό βρά­δυ τῆς Με­γά­λης Δευ­τέ­ρας: ὡ­ραί­α φω­νή, δέ λέ­ει, ἀλ­λά ἄ­πει­ρος βρέ παι­δί μου, καί τόν «Νυμ­φῶ­νά σου» τό ᾿πια­σε λί­γο χα­μη­λά, ὁ Κώ­στας ἔ­κα­νε ἕ­ναν μορ­φα­σμό, «ἄχ, βρέ Μι­χά­λη!», δέν προ­λά­βα­νε νά γνω­ρι­στοῦν καί τόν ἔ­λε­γε «Μι­χά­λη», φι­λι­κά ὑ­πο­τί­θε­ται, ἀλ­λά μέ αὐ­τό τό «ἄχ, βρέ» μπρο­στά πού ση­μαί­νει «κά­τσε βρέ παι­δά­ριο ἑ­φτά-ὀ­χτώ χρό­νια στό ἀ­ρι­στε­ρό ἀ­να­λό­γιο νά λι­ώ­σῃς κἀ­να δυ­ό ρά­σα κι ἔ­πει­τα δι­εκ­δί­κη­σε τή θέ­ση τοῦ δε­ξιοῦ πού κα­νο­νι­κά ἀ­νή­κει σέ πιό πε­πει­ρα­μέ­νους ἀ­πό σέ­να!». Καί μήν νο­μι­σθῇ πώς μέ τό «πε­πει­ρα­μέ­νους» ἐν­νο­εῖ τόν ἑ­αυ­τό του, αὐ­τός, ἔ­τσι κι ἔμ­παι­νε δε­ξιός κά­ποι­ος ἰ­σά­ξιός του πού νά ᾿χε φά­ει τήν ψαλ­τι­κή μέ τό κου­τά­λι, δέν θά ᾿χε ἀν­τίρ­ρη­ση, τόν ἐ­νο­χλεῖ πού δέν ἀ­κο­λου­θεῖ­ται ἡ κα­τά πα­ρά­δο­σιν ἰ­σχύ­ου­σα τά­ξις, ἕ­να εἶ­δος ἀ­τύ­που πλήν ὑ­παρ­κτῆς ἱ­ε­ραρ­χί­ας.

         Ἐ­κεῖ ὅ­μως πού εἶ­χαν φθά­σει τά πράγ­μα­τα, δέν κιν­δύ­νευ­ε πλέ­ον μό­νο ἡ ἄ­τυ­πος ἀλ­λά καί ἡ τυ­πι­κή τά­ξις. Ἐ­ξη­γεῖ­ται τί θέ­λει νά πῇ: Αὔ­ριο εἶ­ναι Με­γά­λη Τρί­τη, κι ὅ­λοι οἱ ψαλ­τᾶ­δες ξέ­ρουν τί ση­μαί­νει αὐ­τό. Τό με­γα­λύ­τε­ρο ψαλ­τά­δι­κο «σου­ξέ», ἄν μπο­ρῇ νά μι­λή­σῃ κα­νείς μέ τέ­τοι­ους ἀ­γο­ραί­ους ὅ­ρους, τό τρο­πά­ριο τῆς Κασ­σια­νῆς, πού δι­και­οῦ­σαι νά τό «ταρ­να­ρί­σῃς» μέ­χρι καί εἰ­κο­σι­πέν­τε λε­πτά καί κα­νείς νά μή σοῦ πῇ τί­πο­τα, ἀ­νή­κει «μέ τόν νό­μο» πού λέ­νε στόν ἀ­ρι­στε­ρό ψάλ­τη. Τίς προ­η­γού­με­νες χρο­νι­ές ὁ Κώ­στας Κ., κα­τά τίς ἐ­πι­τα­γές ἑ­νός πνεύ­μα­τος κα­κῶς ἐν­νο­ου­μέ­νης, τώ­ρα πού τό σκέ­φτε­ται, τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, εἶ­χε ἐκ­χω­ρή­σει τό λα­χτα­ρι­στό κομ­μά­τι στόν δε­ξιό, κι εἶ­χε ἀρ­κε­σθῆ στόν ρό­λο τοῦ κομ­πάρ­σου, φθά­νον­τας μά­λι­στα στό ση­μεῖ­ο νά με­τα­κο­μί­σῃ στό ἀ­πέ­ναν­τι ψαλ­τή­ρι, ἐν εἴ­δει θλι­βε­ρῆς καί δι­α­κο­σμη­τι­κῆς δευ­τε­ρο­κλα­σά­της γλά­στρας, πε­ρι­ω­ρι­σμέ­νης σέ βο­η­θη­τι­κό ρό­λο.

         Τώ­ρα ὅ­μως δέν θά τό ἄ­φη­νε νά πε­ρά­σῃ στό ντού­κου, καί, βέ­βαι­α, τέρ­μα ἡ με­τα­κό­μι­ση στό δε­ξί ψαλ­τή­ρι. Δέν τό δι­και­οῦν­ταν; Ὅ­λοι οἱ νό­μοι καί τά δι­α­τάγ­μα­τα ἦ­ταν μα­ζί του. Θά ᾿λε­γε τήν «Κασ­σια­νή» ὁ κό­σμος νά χά­λα­γε. Κι ἅ­μα τοῦ κου­νι­ό­ταν τό ἀ­πέ­ναν­τι τσου­τσέ­κι, θά τοῦ ᾿τρι­βε στή μού­ρη τό ἰ­σχῦ­ον τυ­πι­κό, πού κά­τι ξέ­ρα­νε ὅ­σοι τό ὥ­ρι­σαν ἔ­τσι, τα­πει­νο­φρο­σύ­νη ἤ­θε­λαν νά δι­δά­ξουν, καί νά πού ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη πο­δο­πα­τεῖ­ται παν­τοῦ, ἀ­κό­μα καί στό θέ­μα τῆς «Κασ­σια­νῆς» πού εἶ­ναι ὁ­λό­δι­κιά του!

         Δέν θά πῇ ὅ­μως τί­πο­τα· για­τί νά πῇ κά­τι γιά κά­τι πού δι­και­ω­μα­τι­κά τοῦ ἀ­νή­κει; Θά πε­ρι­μέ­νῃ σε­μνά καί τα­πει­νά νά ἔρ­θῃ ἡ ὥ­ρα τοῦ τρο­πα­ρί­ου, καί τό­τε σε­μνά καί τα­πει­νά θά ξε­κι­νή­σῃ μέ τό «Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι», ὁ ἄλ­λος, ὁ ἀ­πέ­ναν­τι, θά πῇ ἀ­ναγ­κα­στι­κά τό «Καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων ἀ­μήν», ὁ­πό­τε με­τά τό τρο­πά­ριο εἶ­ναι ὁ­λό­δι­κό του, νά τό ταρ­να­ρί­σῃ ὅ­σο καί ὅ­πως θέ­λει, ἀπ᾿ ἔ­ξω τό ᾿χει μά­θει, ἕ­να σω­ρό χει­μῶ­νες καί ἄ­νοι­ξες τήν προ­βέρ­νει σχε­δόν κα­θη­με­ρι­νῶς τήν ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­ναῖ­κα.

Καί νά πού ἡ με­γά­λη ὥ­ρα ἦρ­θε. Χω­ρίς νά δι­στά­σῃ κα­θό­λου, ἔ­βα­λε μπρός τό «Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ…». Ἦ­ταν κά­που ἐ­κεῖ στό «-ῷ­ῷ­ῷ» τοῦ «Υἱ­ῷ» πού ἡ θε­ό­ρα­τη φι­γού­ρα —ἔ­τσι τοῦ φά­νη­κε— τοῦ παπ­πα–Νι­κή­τα ἔ­κα­νε τήν ἐμ­φά­νι­σή της στήν ὡ­ραί­α πύ­λη:

         — Τί κά­νεις ἐ­κεῖ; τοῦ φώ­να­ξε ὀρ­γι­σμέ­να, καί τό χρι­στε­πώ­νυ­μο πλή­ρω­μα πά­γω­σε.

         Δέν μπό­ρε­σε νά πῇ τί­πο­τα, ἔ­νι­ω­σε μό­νο ἕ­ναν κόμ­πο νά τοῦ κά­θε­ται στόν λαι­μό, κι ὁ δε­ξιός ἀ­νέ­λα­βε τό «ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι».

        — Τσα­κί­σου πή­γαι­νε στό δε­ξιό ψαλ­τή­ρι! πα­ράγ­γει­λε ὁ ἄ­τεγ­κτος παπ­πᾶς, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­πο­συ­ρό­με­νος στά ἐν­δό­τε­ρα τοῦ ἱ­ε­ροῦ, σφύ­ρι­ξε μέσ᾿ ἀπ᾿ τά δόν­τια του: «Βρέ ποῦ τόν βρή­κα­με ἐ­τοῦ­τον!»

        Ἡ προ­σβο­λή ἦ­ταν πο­λύ με­γά­λη· οἱ γυ­ναι­κοῦ­λες τῶν πρώ­των στα­σι­δι­ῶν δαγ­κώ­νον­ταν καί πρό­λα­βε μέ τήν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του νά συλ­λά­βῃ σκόρ­πια σαρ­κα­στι­κά χα­μό­γε­λα ἀ­πό τά ἀν­τρι­κά στα­σί­δια. Κα­τά­πι­ε κά­τι χον­τρά δά­κρυ­α πού κα­τέ­βαι­ναν στό λαι­μό του κι ἀ­πό­μει­νε στό ἀ­ρι­στε­ρό ψαλ­τή­ρι σά στή­λη ἅ­λα­τος· καί νά ᾿θε­λε νά κου­νη­θῇ —πού δέν ἤ­θε­λε— εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἄν μπο­ροῦ­σε, τά πό­δια του εἶ­χαν μου­διά­σει, τό κορ­μί του εἶ­χε πα­ρα­λύ­σει, μό­λις καί με­τά βί­ας κα­τώρ­θω­νε σάν σέ ἀ­χλύ, ἀ­πό πο­λύ μα­κριά, νά ἀ­κού­σῃ τήν κραυ­γή τῆς ἄ­κρας γυ­ναι­κεί­ας τα­πεί­νω­σης νά φτά­νῃ θο­λή στ᾿ αὐ­τιά του: «Κύ­ρι­ε ἡ ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­νή, τὴν σὴν αἰ­σθο­μέ­νη θε­ό­τη­τα … μῦ­ρά σοι πρὸ τοῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ κο­μί­ζει. Οἴ­μοι λέ­γου­σα…». Τό πή­γαι­νε κα­λά ὁ ἄ­τι­μος, θά τό ᾿χε κά­νει κι αὐ­τός μπό­λι­κες πρό­βες. Κι ἔ­τσι ὅ­πως τόν ἔ­βλε­πε, κά­τω ἀ­πό τό ἀ­σπρο­κί­τρι­νο λαμ­πι­ό­νι τῆς σκο­τει­νῆς ἐκ­κλη­σί­ας, μέ τά σπυ­ριά του νά λαμ­πυ­ρί­ζουν λές στό ἠ­λε­κτρι­κό φῶς, ἕ­να ἀ­βυσ­σα­λέ­ο μῖ­σος τόν πλημ­μύ­ρι­σε καί μιά σκο­τει­νή βρα­χνή φω­νή ἀ­να­δύ­θη­κε μέ­σα ἀ­πό τή μαυ­ρί­λα πού ᾿χε κα­τα­κλύ­σει τήν αἱ­μάσ­σου­σα ψυ­χή του: — Κόλ­πος νά σοῦ ᾿ρθῃ σπυ­ριά­ρη!

        Εἶ­χε φτά­σει στό «Δέ­ξαι μου τὰς πη­γὰς τῶν δα­κρύ­ων…». Καί, ξαφ­νι­κά, πά­νω ἐ­κεῖ στό «δέ­ε­ε-» τοῦ «δέ­ξαι μου…», ἕ­να ἀ­πί­στευ­το κοκ­κο­ρά­κι, σάν ἡ χορ­δή νά εἶ­χε σπά­σει, κα­τέ­φθα­σε ἀ­πό τό ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο ἀ­να­λό­γιο τοῦ δε­ξιοῦ ψαλ­τη­ρί­ου καί τά συν­τρίμ­μια της σκορ­πί­στη­καν στά μή­κη καί τά πλά­τη τοῦ να­οῦ, ἀ­πό τά χά­η τοῦ ἐ­ρε­βώ­δους τρού­λου μέ­χρι τά μυ­στι­κά σκο­τά­δια τῆς κόγ­χης τοῦ ἱ­ε­ροῦ. Τά μει­δι­ά­μα­τα ἄλ­λα­ξαν κα­τεύ­θυν­ση καί μο­χθη­ρά δόν­τια ἄρ­χι­σαν νά κά­νουν τήν ἐμ­φά­νι­σή τους πί­σω ἀ­πό σαρ­κά­ζον­τα χεί­λη. Τό κοκ­κο­ρά­κι πά­σκι­σε γιά ἕ­να μι­κρό δι­ά­στη­μα νά ἁρ­πα­χτῇ ἀ­πό τάς «πη­γάς», καί τέ­λος, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε μέ μύ­ριους κό­πους στό «δα­κρύ­ων», ἀ­να­λύ­θη­κε σέ μιά ἀ­συ­νάρ­τη­τη πα­ρα­χορ­δί­α κρωγ­μῶν πού σκόν­τα­φταν πά­νω στά καν­τή­λια, τά μα­νουά­λια, ἀ­κό­μα ἀ­κό­μα καί πά­νω στήν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ πού τόν κύτ­τα­ζε λυ­πη­μέ­νος – ἔ­τσι τοῦ φά­νη­κε.

         Καί τό­τε τήν εἶ­δε· ἦ­ταν γο­να­τι­σμέ­νη μπρο­στά στόν Σω­τῆ­ρα, τά μαλ­λιά της λυ­μέ­να μπρός στά πό­δια του, οἱ μου­σκε­μέ­νες της μποῦ­κλες μπλεγ­μέ­νες στά δά­χτυ­λά του, κι ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, κι ἦ­ταν τό­σο γο­ε­ρό αὐ­τό τό κλά­μα τῆς ἄ­κρας τα­πεί­νω­σης, πού ἔ­νι­ω­σε νά με­τα­δί­δε­ται στό δι­κό του λαι­μό, στά ρου­θού­νια του, στό τρέ­μου­λο τῶν χει­λι­ῶν του πού πιά δέν τά ὥ­ρι­ζε.

         Μέ μου­δι­α­σμέ­να πό­δια, σάν αὐ­τό­μα­το, σύρ­θη­κε σκυ­φτός ἀ­πό τό ἀ­ρι­στε­ρό στό δε­ξιό ψαλ­τή­ρι, στά­θη­κε δί­πλα στόν δε­ξιό, φί­λη­σε τά σπυ­ρά­κια του μέ δα­κρυ­σμέ­να μά­τια, κι ἀ­νέ­λα­βε νά συ­νε­χί­σῃ ἀ­πό ᾿κεῖ πού ᾿χε στα­μα­τή­σει τό ξέ­πνο­ο κοκ­κο­ρά­κι.

         Τό ἐκ­κλη­σί­α­σμα τοῦ Ἁ­γί­ου Φα­νου­ρί­ου, γυ­ναῖ­κες καί ἄν­τρες, εἶ­χαν νά τό λέ­νε και­ρό πώς δέν εἶ­χαν ξα­να­κού­σει τέ­τοι­α Κασ­σια­νή στή ζω­ή τους. Τέ­τοι­α Κασ­σια­νή ἀ­πό μιά συν­τε­τριμ­μέ­νη ψαλ­τό­λυσ­σα, τέ­τοι­α ρα­γι­σμέ­νη φω­νή πού, μέ­σα σέ ἀ­συγ­κρά­τη­τους λυγ­μούς με­τα­νοί­ας, εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τό τρο­πά­ριο ὅ­πως πο­τέ ἄλ­λο­τε δέν ξα­να­κού­στη­κε σέ ὀρ­θό­δο­ξη ἐκ­κλη­σί­α: «Μή με τὸν σὸν δοῦ­λον πα­ρί­δῃς, ὁ ἀ­μέ­τρη­τον ἔ­χων τὸ ἔ­λε­ος…»


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016).


♥ ♥ ♥

Ἐ­δῶ μπο­ρεῖ­τε ν’ ἀ­κού­σε­τε τὸ «τρο­πά­ριο τῆς Κασ­σια­νῆς» ἀ­πὸ χο­ρὸ Βα­το­πε­δι­νῶν πα­τέ­ρων μὲ βά­ση τὸ χει­ρό­γρα­φο τοῦ Σί­μω­νος Κα­ρᾶ:

(1/2)

καὶ (2/2)

καὶ ἐ­δῶ νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ­τε σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θρυ­λού­με­νο ἱ­στο­ρι­κὸ πε­ρι­στα­τι­κό:

http://www.saint.gr/5/texts.aspx

♥ ♥ ♥

Τὸ κεί­με­νο τοῦ ὕ­μνου καὶ με­τα­γρα­φή του στὰ νέ­α ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸν Φώ­τη Κόν­το­γλου:

Κύ­ρι­ε, ἡ ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­νή,

τὴν σὴν αἰ­σθο­μέ­νη θε­ό­τη­τα, μυ­ρο­φό­ρου ἀ­να­λα­βοῦ­σα τά­ξιν,

ὀ­δυ­ρο­μέ­νη, μύ­ρα σοι, πρὸ τοῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ κο­μί­ζει.

Οἴ­μοι! λέ­γου­σα, ὅ­τι νύξ μοι ὑ­πάρ­χει, οἶ­στρος ἀ­κο­λα­σί­ας,

ζο­φώ­δης τε καὶ ἀ­σέ­λη­νος ἔ­ρως τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

Δέ­ξαι μου τὰς πη­γὰς τῶν δα­κρύ­ων,

ὁ νε­φέ­λαις δι­ε­ξά­γων τῆς θα­λάσ­σης τὸ ὕ­δωρ·

κάμ­φθη­τί μοι πρὸς τοὺς στε­ναγ­μοὺς τῆς καρ­δί­ας,

ὁ κλί­νας τοὺς οὐ­ρα­νοὺς τῇ ἀ­φά­τῳ σου κε­νώ­σει.

Κα­τα­φι­λή­σω τοὺς ἀ­χράν­τους σου πό­δας,

ἀ­πο­σμή­ξω τού­τους δὲ πά­λιν τοῖς τῆς κε­φα­λῆς μου βο­στρύ­χοις·

ὧν ἐν τῷ πα­ρα­δεί­σῳ Εὔ­α τὸ δει­λι­νόν,

κρό­τον τοῖς ὠ­σὶν ἠ­χη­θεῖ­σα, τῷ φό­βῳ ἐ­κρύ­βη.

Ἁ­μαρ­τι­ῶν μου τὰ πλή­θη καὶ κρι­μά­των σου ἀ­βύσ­σους

τίς ἐ­ξι­χνιά­σει, ψυ­χο­σῶ­στα Σω­τήρ μου;

Μή με τὴν σὴν δού­λην πα­ρί­δῃς, ὁ ἀ­μέ­τρη­τον ἔ­χων τὸ ἔ­λε­ος.

 

Με­τα­γρα­φὴ ἀπὸ τὸν Φώ­τη Κόν­το­γλου:

 

Κύριε, ἡ γυναίκα ποὺ ἔπεσε σὲ πολλὲς ἁμαρτίες,

σὰν ἔνοιωσε τὴ θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα

καὶ σὲ ἄλειψε μὲ μυρουδικὰ πρὶν ἀπὸ τὸν ἐνταφιασμό σου

κι ἔλεγε ὀδυρόμενη: Ἀλλοίμονο σὲ μένα, γιατὶ μέσα μου εἶναι νύχτα κατασκότεινη

καὶ δίχως φεγγάρι, ἡ μανία τῆς ἀσωτείας κι ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας.

Δέξου ἀπὸ μένα τὶς πηγὲς τῶν δακρύων,

ἐσὺ ποὺ μεταλλάζεις μὲ τὰ σύννεφα τὸ νερὸ τῆς θάλασσας.

Λύγισε στ’ ἀναστενάγματα τῆς καρδιᾶς μου,

ἐσὺ ποὺ ἔγειρες τὸν οὐρανὸ καὶ κατέβηκες στὴ γῆς.

Θὰ καταφιλήσω τὰ ἄχραντα ποδάρια σου,

καὶ θὰ τὰ σφουγγίσω πάλι μὲ τὰ πλοκάμια τῆς κεφαλῆς μου·

αὐτὰ τὰ ποδάρια, ποὺ σὰν ἡ Εὕα κατὰ τὸ δειλινό,

τ’ ἄκουσε νὰ περπατᾶνε, ἀπὸ τὸ φόβο της κρύφτηκε.

Τῶν ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ τῶν κριμάτων σου τὴν ἄβυσσο,

ποιός μπορεῖ νὰ τὰ ἐξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;

Μὴν καταφρονέσης τὴ δούλη σου, ἐσὺ ποὺ ἔχεις τ’ ἀμέτρητο ἔλεος.



		

	

Μαρὼ Τριανταφύλλου: Ὁ ἄντρας ποὺ δάκρυζε


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Ὁ ἄν­τρας ποὺ δά­κρυ­ζε

 

ΟΝ ΠΡΟΣΕΞΕ για­τὶ τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν κα­θὼς ἀ­κού­στη­κε ἡ «Δι­ε­θνής» ἀ­πὸ μιὰ μο­να­χι­κὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα. Πλη­σί­α­σε προ­σε­κτι­κὰ καὶ εἶ­δε τὸ βλέμ­μα του  – πὼς εἶ­χε χα­θεῖ σὰν νὰ κοί­τα­ζε πο­τά­μι βου­ε­ρὸ καὶ ἀ­γρι­ε­μέ­νο κι ἕ­να κλα­δὶ νὰ χτυ­πι­έ­ται σὲ βρά­χια σὰν νὰ θέ­λει νὰ σω­θεῖ, ἀλ­λὰ τὸ ξέ­ρεις πὼς τέ­τοι­ες βου­λή­σεις τὶς βά­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι στὰ ἄ­ψυ­χα ἐλ­πί­ζον­τας. Στὰ μά­γου­λά του εἶ­χε ἁ­πλω­θεῖ ἕ­να ἐ­ρύ­θη­μα ἁ­πα­λὸ σὰν κο­ρι­τσί­στι­κο κοκ­κί­νι­σμα, ὅ­ταν ἡ μι­κρού­λα συ­ναν­τᾶ αὐ­τὸν ποὺ νο­μί­ζει πὼς θὰ εἶ­ναι γιὰ πάν­τα ὁ ἄν­τρας τῆς ζω­ῆς της, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρει —ὤ, τῆς νι­ό­της ἀ­θώ­α καὶ ἀ­νέ­στια ἄ­γνοι­α εὐ­τυ­χι­σμέ­νη— πὼς δὲν ἔ­χει φτά­σει κὰν στὸν πρῶ­το σταθ­μό. Ἴ­σως νὰ ντρά­πη­κε αὐ­τὸς τώ­ρα ποὺ τὸν εἶ­δαν τό­σο εὐ­ά­λω­το, τό­σο κυ­ρι­αρ­χη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ χα­μέ­νο ὄ­νει­ρο καὶ πλη­γω­μέ­νο τό­σο… Κα­τέ­βα­σε τὰ μά­τια καὶ μὲ τὴν ἄ­κρια τοῦ πα­λιοῦ πα­που­τσιοῦ του ἔ­ξυ­σε ἀ­μή­χα­νος τὸ σκλη­ρό, τὸ πα­τι­κω­μέ­νο ἄ­νυ­δρο χῶ­μα τοῦ πάρ­κου.

        Τὸν παν­τρεύ­τη­κε με­τά. Πο­λὺ γρή­γο­ρα τὸν παν­τρεύ­τη­κε, για­τὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ χά­σει στιγ­μὴ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πέ­ραν­τη εὐ­αι­σθη­σί­α ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει ἀ­κα­τέρ­γα­στη δύ­να­μη ὅ­λο αἴ­τη­μα καὶ θό­ρυ­βο. Τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λᾶ, τὴν τα­ξί­δευ­ε σὲ ἕ­να πα­ρελ­θὸν ποὺ θὰ ‘θε­λε νὰ εἶ­χε ζή­σει ἂν δὲν εἶ­χε ζή­σει τὸ δι­κό της ποὺ δὲν τὸ ἄλ­λα­ζε. Τοῦ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε. Τὰ βρά­δια τὸν ἄ­φη­νε νὰ ἀ­κού­ει μου­σι­κὴ μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κά­που κά­που, ὅ­ταν κά­ποι­ο τρα­γού­δι ἄγ­γι­ζε τὸν πό­νο του, ὅ­ταν νό­τες ἐ­πι­κὲς τά­ρα­ζαν τὴν γα­λή­νη τοῦ ἔ­ρω­τά τους —καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τοῦ πρό­τει­νε νὰ βά­λει ἕ­να τέ­τοι­ο τρα­γού­δι νὰ τὸ ἀ­κού­σουν μα­ζί, δῆ­θεν ποὺ τό ‘χε ἐ­πι­θυ­μή­σει— τό­τε χαι­ρό­ταν τὸ μι­κρὸ ἀ­τί­θα­σο δά­κρυ ποὺ κοκ­κί­νι­ζε τὰ μά­τια του καὶ κα­μιὰ φο­ρά —τί εὐ­λο­γί­α— ἔ­πε­φτε στοὺς ὤ­μους του, ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­χε γυ­ρί­σει στὸ πλά­ι τὸ κε­φά­λι γιὰ νὰ μὴν τὸν δεῖ νὰ κλαί­ει καὶ τὸν κα­κο­χα­ρα­κτη­ρί­σει 60 χρό­νων ἄν­θρω­πο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).


Θε­ώ­νη Κο­τί­νη: Μπάμιες



Θε­ώ­νη Κο­τί­νη


Μπά­μι­ες


ΗΜΕΡΑ στὸ με­ση­με­ρια­νὸ ἔ­χου­νε μπά­μι­ες. Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σα­νε πο­τέ. Σκα­λί­ζει τὸ πιά­το ξε­φλου­δί­ζον­τας μὲ τὸ πι­ρού­νι τὴ σάρ­κα, ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὰ σπό­ρια γυ­μνά. Μέ­σα σαρ­δό­νια ὀ­δον­το­στοι­χί­α, σὰν τὴ γκρι­μά­τσα τῆς συ­νά­θροι­σης γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Σκυ­θρω­ποί, μα­λω­μέ­νοι ἢ ἕ­τοι­μοι νὰ μα­λώ­σουν σὲ λί­γο, μά­να πα­τέ­ρας παι­διά.

       Λα­δε­ρὲς μὲ φρέ­σκια ντο­μά­τα, κόκ­κι­νη ὅ­πως ἡ αἱ­μα­το­χυ­σί­α γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι. Πράγ­μα­τι, δε­σμοὶ αἵ­μα­τος. Τό­σο ποὺ σοῦ ’ρ­χε­ται νὰ πά­ρεις τὸ μα­χαί­ρι τοῦ ψω­μιοῦ καὶ νὰ δι­αρ­ρή­ξεις ὅ­λα ἐ­τοῦ­τα τὰ δε­σμά, νὰ τὸ βυ­θί­σεις στὴν καρ­διὰ αὐ­τοῦ τοῦ λάκ­κου ποὺ εἶ­ναι γε­μά­τος γεύ­μα­τα κυ­ρι­α­κά­τι­κα καὶ αἰ­τιά­σεις καὶ πα­ρά­πο­να καὶ ξε­χα­σμέ­νες τώ­ρα ἤ­δη ἐκ­δρο­μὲς στὴ θά­λασ­σα.

       Ἡ μά­να του τὶς φτιά­χνει μὲ κο­τό­που­λο. Ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­δον­τι­ά­ρι­κα οὖ­λα τοῦ λα­χα­νι­κοῦ ἡ μυ­ρω­διὰ ἐ­κεί­νη. Σφαγ­μέ­νου ζώ­ου ὅ­πως τῆς μά­νας του τὰ μά­τια, ὅ­ταν γιὰ ὅ­λα με­τα­νι­ώ­νει, σὰν τοῦ πα­τέ­ρα του τὰ μά­τια, ὅ­ταν στρι­μώ­χνε­ται νὰ ἀρ­θρώ­σει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια. Ὅ­πως τὰ μά­τια τὰ δι­κά του, ὅ­ταν ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὸ πιά­το νὰ ἀ­παν­τή­σει για­τί δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει τὸ φα­ΐ, τί δι­ά­βο­λος τὸν πιά­νει κά­θε μέ­ρα καὶ δὲν μι­λά­ει κι ὅ­λο θυ­μώ­νει καὶ κλει­δώ­νε­ται.

       Σκα­λί­ζει ἀ­μί­λη­τος τὶς μπά­μι­ες. Μέ­σα ὄ­χι δόν­τια μὰ σπυ­ριά, πολ­λὰ πολ­λὰ σπυ­ριά, ὅ­πως ἐ­κεῖ­να ποὺ στὰ δώ­δε­κα τοῦ αὐ­λά­κω­ναν τὸ πρό­σω­πο, κι ὅ­πο­τε γύ­ρι­ζε νὰ δεῖ κα­τὰ τὸν κό­σμο, ἄν­θι­ζαν σὰν ντρο­πὴ ποὺ ἀ­δέ­ξιος ὑ­πῆρ­χε. Μπά­μι­ες ὅ­πως ἡ γλί­τσα τῆς στορ­γῆς ποὺ γιὰ νὰ σοῦ δο­θεῖ, πρέ­πει νὰ κα­τα­πι­εῖς ὅ­λο τὸ σά­λιο τῆς ὑ­πο­τα­γῆς, τῆς ἐ­νο­χῆς ποὺ εἶ­σαι ἐ­σὺ καὶ δὲν τοὺς μοιά­ζεις, ποὺ θὲς ἀλ­λοῦ νὰ πᾶς, νὰ εἶ­σαι γυ­μνὸς καὶ νὰ πει­νᾶς δι­κή σου πεί­να. Μπά­μι­ες, κουμ­πω­μέ­νος καρ­πὸς τοῦ θυ­μοῦ ποὺ δὲν ὡ­ρι­μά­ζει μὰ σα­πί­ζει σὲ μα­λα­κὴ γλοι­ώ­δη αὐ­το­λύ­πη­ση.



Θε­ώ­νη Κο­τί­νη (Μυρ­σί­νη Ἠ­λεί­ας, 1967). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ θε­α­τρο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ζεῖ, ὑ­πη­ρε­τών­τας ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μι­κρο­γρα­φί­α (1999), Ἀ­θώ­α τὴ νύ­χτα (2003), καὶ Ἀ­νί­δε­οι πά­λι (2006, βρα­βεῖ­ο ποί­η­σης πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω) – ὅ­λες ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Τε­λευ­ταῖ­α της ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α: Θε­ὸς ἡ Ἀ­γά­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2010) καὶ Ὡ­σεὶ Κῆ­πος (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).



		

	

Ὄλγα Φουντέα: Ὁ μόνος λογικὸς τρόπος νὰ ἐξελιχθοῦν τὰ πράγματα


Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α


Ὁ μό­νος λο­γι­κὸς τρό­πος νὰ ἐ­ξε­λι­χτοῦν τὰ πράγ­μα­τα


Ο ΧΕΡΙ ΣΟΥ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸν κα­να­πέ. Σὲ λί­γο θὰ ξυ­πνή­σεις καὶ θὰ θέ­λεις νὰ φύ­γεις. Ὄ­χι μα­ζί μου. Ἐ­γὼ εἶ­μαι κα­λὸς στὰ δι­α­λείμ­μα­τα. Νὰ πε­ρι­μέ­νω νὰ μὲ ἀ­κουμ­πή­σει τυ­χαῖα το γό­να­τό σου, νὰ πέ­σει μιὰ τρί­χα σου γιὰ σε­λι­δο­δεί­κτης. Εἶ­ναι κι ἄλ­λες ὡ­ραῖ­ες ἀλ­λὰ ἐ­σὺ εἶ­σαι ὡ­ραι­ό­τε­ρη καὶ τὸ ξέ­ρεις. Τὸ βλέ­πεις στὰ μά­τια τῶν συμ­μα­θη­τῶν, στὰ μά­τια τῶν κα­θη­γη­τῶν. Δυ­νη­τι­κὰ εἶ­σαι στά­χτη. Ἀ­κό­μα, ὅ­μως, σάρ­κα. Σάρ­κα ποὺ πλήτ­τει καὶ προ­σποι­εῖ­ται τὴν νε­κρὴ σὲ ἕ­να φθη­νὸ κα­να­πέ, ἐ­νῶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι μα­λώ­νουν γιὰ τὸ ποι­ός θὰ σὲ πά­ει σπί­τι. Ὄ­χι ἐ­γώ. Ἐ­γὼ εἶ­μαι κα­λὸς στὰ δι­α­λείμ­μα­τα. Νὰ σοῦ δεί­ξω πῶς λύ­νε­ται μιὰ ἐ­ξί­σω­ση, νὰ σὲ βο­η­θή­σω νὰ τε­λει­ώ­σεις μιὰ ἔκ­θε­ση. Δὲν προ­σπα­θεῖς, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σπα­θή­σεις. Μὰ ἐ­κεί­νη ἡ στιγ­μὴ ποὺ πέ­ρα­σε ἔ­τσι —ξυ­στά— καὶ κα­νεὶς δὲν πρό­σε­ξε. Σὲ ρώ­τη­σε τυ­πι­κὰ ὁ κα­θη­γη­τὴς γιὰ νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τοὺς μέ­τριους βαθ­μούς σου, γιὰ τὸν Ρω­μαῖ­ο καὶ τὴν Ἰ­ου­λι­έτ­τα, κι ἐ­σὺ εἶ­πες ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τρα­γω­δί­α ἀλ­λὰ ὁ μό­νος λο­γι­κὸς τρό­πος νὰ ἐ­ξε­λι­χτοῦν τὰ πράγ­μα­τα ὅ­ταν δύ­ο ἄν­θρω­ποι ἀ­γα­πι­οῦν­ται. Κι ἐ­γὼ δὲν εἶ­ναι ὅ­τι θέ­λω νὰ πά­ρεις δη­λη­τή­ριο ἢ νὰ πε­θά­νεις γιὰ ἐ­μέ­να, μό­νο νὰ μεί­νεις κοι­μι­σμέ­νη, ἔ­τσι ὅ­πως σὲ βλέ­πω στὸν κα­να­πέ, καὶ νὰ ξα­πλώ­σω δί­πλα σου, νὰ μὴν κλεί­σω μά­τι, ἐ­σὺ νὰ γε­μί­ζεις τὶς αἰ­σθή­σεις μου κι ἐ­γὼ νὰ μὴν ἐ­νο­χλῶ τὶς δι­κές σου, νὰ μὴν χρει­ά­ζε­ται νὰ ὑ­πο­κρι­θεῖς πιὰ οὔ­τε γιὰ ἐ­μέ­να οὔ­τε γιὰ τοὺς ἄλ­λους.



Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α (Ἀ­θή­να, 1978). Σπού­δα­σε Χρη­μα­τι­στη­ρια­κὰ καὶ Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸν Κώστα Κατσουλάρη. Δι­η­γή­μα­τα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴν Book Press καὶ στὸ Πλα­νό­διονἹστορίες Μπονζάι.