Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ὁ Γενάκιας



Γιώργης Χριστοφιλάκης


Ὁ Γε­νά­κιας


ΣΤΡΑΤΟΣ ξε­κα­θά­ρι­ζε τὸ ἀν­τάρ­τι­κο στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο. Εἴ­χα­νε ζώ­σει Μά­υ­δες τὶς πό­λεις καὶ Χί­τες τὰ χω­ριά. Μπλο­κα­ρι­σμέ­νοι μέ­σα στοὺς λόγ­γους, σὲ πα­του­λι­ές, γού­πα­τα, κρύ­βον­ταν νη­στι­κοὶ καὶ ψει­ρι­ά­ρη­δες οἱ ἀν­τάρ­τες… Στὰ χω­ριὰ οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες σά­πι­ζαν κά­θε μέ­ρα στὸ ξύ­λο τοὺς γέ­ρους ὁ­πού ‘­χαν παι­διὰ στὸ βου­νό, βρί­ζα­νε πρό­στυ­χα τὶς γυ­ναῖ­κες τους, βά­να­νε φω­τιὰ καὶ καί­γα­νε σπί­τια μὲ ὑ­πάρ­χον­τα μέ­σα, μα­ζὶ μὲ οὕ­λη τὴ σπι­το­συ­γύ­ρι­ση… Πέν­τε στε­φά­νια ψη­λὰ ἀ­νέ­βη­κε ἡ φω­τιὰ στοῦ Γι­αν­νι­κά­κη τὸ σπί­τι, για­τὶ εἶ­χε γαμ­πρό, τὸν Μπα­σα­ρά, στὸ βου­νό. Ὁ­λά­κε­ρο ὁ­πλο­στά­σιο ἔ­κρυ­βε στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο ὁ πα­πα-Χρῆ­στος κι ὁ γιός του πρό­δι­νε τὰ στέ­κια τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴ με­ραρ­χί­α. Κι ἀ­πὲ τὸν τσά­κω­σαν μ’ ἄλ­λους πέν­τε οἱ κα­τσα­πλιά­δες, τοὺς δί­κα­σαν καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τοὺς κό­ψα­νε μὲ τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

       Ὁ Τσε­λί­δης, μὲ δι­πλό­στρι­φτο μου­στά­κι, σκό­τω­νε τὸν και­ρό του ὄ­ξω στοῦ Κα­ρα­φε­λού­κα τὸ μα­γα­ζὶ καὶ σὰν δὲ χά­λα­γε ἀν­τάρ­τες ἔ­κο­βε μὲ τὸ πι­στό­λι του στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα τὸ τσι­γά­ρο στὴ μέ­ση…

       Γε­νά­ρης 1949. Στὰ Με­μέ­ι­κα. Τριά­ντα πέν­τε σπί­τια. Εἴ­κο­σι πέν­τε φου­γά­ρα νὰ κα­πνί­ζουν… Κα­μιὰ κα­το­πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­ταῖ­οι ὅ­λο κι ὅ­λο τὸ χω­ριό… Ἐκ­κλη­σιά, σχο­λει­ὸ καὶ κοι­νό­τη­τα μα­ζί. Ἕ­να στρέμ­μα τό­πος. Κά­τω κάμ­πος με­γά­λος, ρεί­κια καὶ πουρ­νά­ρια φί­σκα. Δυ­ὸ λι­ο­τρί­βια καὶ ψη­λὰ τὸ βου­νὸ Ἑλ­λη­νί­τσα φί­σκα, ἔ­λα­τα καὶ με­λίσ­σια, ν’ ἀ­ρα­δί­ζουν* μέ­λισ­σες. Ὁ Δρόγ­γος κι ἡ Ψα­θρί­τσα νὰ σούρ­νουν τὰ νε­ρά… Λα­σπου­ριὰ καὶ βο­ριὰς ποὺ νὰ σοῦ τρυ­πά­ει τὸ κό­κα­λο…


ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΝΑΚΙΑΣ

Ἀ­μοι­βή: 50.000 σ’ ὅ­ποι­ον, κα­θ’ οἱ­ον­δή­πο­τε

τρό­πο, βο­η­θή­σει στὴ σύλ­λη­ψη κ. λ.π.


       Καρ­φω­μέ­νη ἡ δι­α­τα­γὴ καὶ στὰ δυ­ὸ μα­γα­ζιά. Ξη­με­ρο­βρα­δι­α­ζόν­του­σαν μέ­σα οἱ Χί­τες. Κερ­νά­γα­νε τὸν Τσε­λί­δη μα­στί­χα καὶ λου­κού­μι, παῖ­ζαν ξε­ρὴ καὶ κα­ψα­λά­γα­νε σύ­κα στὴ σόμ­πα.

       — Ἀ­μοι­βὴ 50.000. Σ’ ὅ­ποι­ο­νε τό­νε βρεῖ καὶ τὸν προ­δώ­κει…, μουρ­μού­ρα­γε ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας. Ἀ­κοῦς; Ἀ­κού­ω νὰ λές…

       Ὁ Γε­νά­κιας εἶ­χε ξο­μεί­νει στὸ βου­νὸ μὲ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ ἀν­τάρ­τες νιού­τσι­κους. Λά­κα­γε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ τὶς νύ­χτες. Κρυ­βό­τα­νε τὴ μέ­ρα. Μα­ζὶ μὲ τὸν Πέρ­δι­κα, τὸν Κον­τα­λώ­νη, τὸν Κλα­ρί­νη, τὸ Σα­τα­νᾶ, τὸν Κα­ρα­μού­ζη κι ἄλ­λους, εἴ­χα­νε πιά­σει τὰ βου­νὰ τῆς Ἀρ­κα­δί­ας λη­μέ­ρια. Ὁ Γε­νά­κιας δὲν τὸ κα­τα­δε­χό­τα­νε νὰ στεί­λει τοὺς συν­τρό­φους του στὸ χω­ριὸ γιὰ ψω­μί. Κα­τέ­βαι­νε ὁ ἴ­διος. Πό­τε στὸ ἕ­να κο­νά­κι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Ἕ­να καρ­βέ­λι ψω­μὶ τὴ βδο­μά­δα. Νε­ρὸ βρί­σκα­νε στὸ βου­νὸ μπό­λι­κο. Χει­μώ­νας και­ρὸς καὶ σπη­λι­ὲς γι’ ἀ­πάγ­κιο… Πό­τε κα­τέ­βαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Πό­τε στοῦ Στα­θο­λιᾶ… Ἐ­πε­ρί­με­νε, πλά­για­ζαν οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες στὸ σχο­λει­ὸ ἢ στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο τοῦ πα­πᾶ κι ἀ­μο­λυ­ό­τα­νε, ἀ­πὸ τὶς Λάκ­κες, ὁ ἀν­τάρ­της τὸν κα­τή­φο­ρο, λι­θά­ρι τὸ λι­θά­ρι… ρέ­μα τὸ ρέ­μα στὸ ἀ­κρια­νὸ σπί­τι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τοῦ ‘­δι­νε ὁ Στα­θο­λιᾶς τὸ καρ­βέ­λι τὸ ψω­μὶ καὶ τοῦ ‘­κλει­νε κα­τά­μου­τρα τὴν πόρ­τα. Φο­βό­τα­νε νὰ τὸν προ­δώ­κει, ἔ­τσι ποὺ ἤ­τα­νε ἄ­γριος κι ὁ­πλι­σμέ­νος κάρ­γα. Τὴν ἄλ­λη βδο­μά­δα πή­γαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       — Γέ­ρο, ὁ Γε­νά­κιας. — Ἔ­λα μέ­σα.

       — Εἶ­δες τὸ δι­κό μου παι­δί; — Ὄ­χι.

       — Πά­ρε τὸ σα­κού­λι.

       — Μό­νο ψω­μί…

       Τὸν ἀ­γνάν­τευ­ε τὸ ἀ­ϊ­τή­σιο μά­τι τοῦ γέ­ρου μέ­χρι πέ­ρα τὸ ρέ­μα. Μαν­τά­λω­νε με­τὰ τὴν πόρ­τα καὶ κου­κου­βι­ζό­ταν* κον­τὰ στὴ γριά του. Ἐν­νιὰ παι­διὰ καὶ σὰν τῆς κό­τας τὰ που­λιὰ λά­κι­σαν οὗ­λα…

       Δὲν εἶ­χε ἐλ­πί­δες τὸ ἀν­τάρ­τι­κο πιὰ κι ὁ Στα­θο­λιᾶς ξε­μύ­τι­σε στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Λού­κα. Στοῦ πα­πᾶ – τὸ καί τό… ὁ Γε­νά­κιας. Οἱ Μά­υ­δες τοῦ στή­σα­νε καρ­τέ­ρι. Με­ρό­νυ­χτο, βάρ­δια στὸ κο­νά­κι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τὸ ἤ­βλε­πε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης ἀ­πὸ πέ­ρα καὶ δὲν πλά­για­ζε τὶς νύ­χτες. Ἐ­πε­ρί­με­νε νὰ τὸν δεῖ. Νὰ τοῦ σφυ­ρί­ξει. Νὰ πά­ρει μυ­ρου­διὰ νὰ λα­κί­σει…

       Σαβ­βα­τό­βρα­δο. Ἀ­πὸ τὴν Πα­να­γιὰ ἀ­κου­γό­τα­νε ἡ λι­α­νο­φω­νού­λα τοῦ Κου­τσο­γρη­γό­ρη στὸν ἑ­σπε­ρι­νὸ καὶ τοῦ πα­πα-Χρή­στου τὸ θυ­μια­τό. Ὁ Γε­νά­κιας ἀ­φῆ­κε καὶ μπῆ­κε ἡ νύ­χτα δυ­ὸ στε­φά­νια κι ἀ­μο­λή­θη­κε, ἀ­πὸ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα τὰ μαν­τριά, τὸν κα­τή­φο­ρο. Κρυ­ώ­να­νε τὰ συν­τρό­φια, ἀλ­λὰ ποῦ φω­τιά…. Μή­τε κο­λο­στρώ­ση. Τρί­βα­νε τὸ κορ­μί τους στὶς πέ­τρες. Νὰ ζε­στα­θεῖ… Σγου­φτὰ* πέ­ρα­σε ἀ­πο­δί­πλα στὴν ἴσ­μπα τοῦ Κα­τσι­α­νά­κου. Στά­θη­κε. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Τὸν εἶ­δε καὶ σφύ­ρι­ξε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης. Ξα­χνα­σφύ­ρι­ξε μπᾶς κι ἀ­κού­σει καὶ λα­κί­σει. Ἀ­λα­φρο­πα­τών­τας ὁ ἀν­τάρ­της τὸ πλα­κό­στρω­το κρύ­φτη­κε γιὰ λί­γο στὴν κα­ρυ­διὰ καὶ μ’ ἕ­να σάλ­το κούρ­νια­σε στὸ κο­τέ­τσι. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κε. Ἡ­συ­χί­α πέ­ρα γιὰ πέ­ρα. Ἕ­να δυ­ὸ κο­κό­ρια καὶ τὸ σκυ­λὶ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα, ἡ Κο­ρα­κού­λα, βά­βι­ζε*. Τό ‘­φερ­νε γιὰ χι­ο­νιά… Ζύ­για­σε φω­νή:

       — Μπάρ­μπα Λιά…

       Δὲν κά­πνι­ζε τὸ φου­γά­ρο. «Θὰ πλά­για­σαν», νο­γή­θη­κε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κο­τέ­τσι καὶ κόν­τε­ψε στὴν πόρ­τα.

       — Γέ­ρο Στα­θο­λιά…

       Χτύ­πη­σε. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα, πά­τη­σε τὸ πο­λυ­βό­λο ὁ Μά­υς καὶ τὸν θέ­ρι­σε. Δυ­ὸ τρεῖς ρι­πὲς ἀ­πὸ πά­νω… Πέντ’ ἕ­ξι κού­φι­ες… Χα­μο­σύρ­θη­κε ὁ Γε­νά­κιας μέ­χρι τὴ γού­βα τὸν ἀ­σβέ­στη, τρά­βη­ξε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα ποὺ κρέ­μα­γε στὸ ζου­νά­ρι, ἔ­βγα­λε τὸν κρί­κο καὶ τὴν κρά­τη­σε στὰ χέ­ρια του μέ­χρι ποὺ ἔ­σκα­σε… Ἀ­λα­φρὸ τὸ κορ­μὶ κύ­λι­σε μέ­σα καὶ χά­θη­κε στὴ γού­βα. Τὸ χέ­ρι ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα εἶ­χε μεί­νει τὸ μι­σὸ ὄρ­θιο μέ­σα στὸ σβη­σμέ­νο χαρ­μά­νι καὶ σὰν πί­δα­κας ἔ­τρε­χε τὸ αἷ­μα, κα­τα­κόκ­κι­νο, πά­νω στὸν κά­τα­σπρο ἀ­σβέ­στη. Πε­τά­χτη­καν πέν­τε Μά­υ­δες ἀ­πὸ τοῦ Στα­θο­λιᾶ καὶ πῆ­ραν τὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­γά­δες πυ­ρο­βο­λών­τας καὶ χτυ­πών­τας τὴ με­γά­λη καμ­πά­να τῆς Πα­να­γιᾶς. Ἀ­νά­στα­ση, θὰ τσέ­πω­ναν δέ­κα χι­λιά­δες ὁ κα­θέ­νας καὶ τοῦ ἀ­πο­σπα­σμα­τάρ­χη τα συ­χα­ρί­κια. Γλεν­το­κό­πι οὕ­λη νύ­χτα με­τὰ καὶ σὰν ἔ­πι­α­σε νὰ ξη­με­ρώ­νει, ἔ­βγα­λαν τὸ Γε­νά­κια ἀ­πὸ τὴ γού­βα καὶ στή­σαν χο­ρὸ γύ­ρω του. Με­τὰ τοὺς ἦρ­θε τὸ χα­βέ­σι* νὰ τὸν δέ­σουν πα­ρα­μά­σχα­λα, μὲ τρι­χιά, ἀ­πὸ τὸ σα­μά­ρι στὴ φο­ρά­δα τοῦ Λυ­κούρ­γου καὶ τὸν σούρ­να­νε στὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­κά­δες, πί­νον­τας κρα­σὶ καὶ πυ­ρο­βο­λών­τας στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀ­πο­με­σή­με­ρο τὸν ἤ­φε­ραν στὸ προ­αύ­λιο τῆς Πα­να­γιᾶς.

       Δυ­ὸ Πο­λι­α­νί­τες Μά­υ­δες ἔ­κο­ψαν κον­τό­κου­ρα* ἀ­πὸ τὴ μου­ριὰ τοῦ Κου­σι­ου­ρα­πο­στό­λη καὶ τρά­βη­ξαν κα­τὰ τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Τὸν βρῆ­καν στ’ ἀπά­νου κα­λύ­βι νὰ τα­ΐ­­ζει μιὰ γι­δού­λα ποῦ ‘­χε.

       — Ποῦ εἶ­ναι τὸ παι­δί σου, γέ­ρο;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὁ γαμ­πρός σου κά­νε;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὅ­μως νὰ σφυ­ρᾶς ξέ­ρεις…

       Πέ­σα­νε πά­νω στὸ γέ­ρο σὰν κάρ­γι­ες καὶ χτυ­πά­γα­νε στὸ σταυ­ρό. Ἔ­τρε­ξε τὸ αἷ­μα στὰ παν­τε­λό­νια, στὴν που­κα­μί­σα κι ἔ­πη­ξε μέ­σα στὰ τσα­ρού­χια του… Ὁ ἕ­νας πῆ­ρε ἀ­πὸ δί­πλα ἕ­να χα­ρα­νὶ* πα­γω­μέ­νο νε­ρὸ καὶ τό ‘χυ­σε πά­νω στὸ κορ­μὶ τοῦ γέ­ρου ν’ ἀ­πο­κά­μει… Τὸ Μάρ­κο πᾶ­ν’ στὴν ἐκ­κλη­σιά. Τὸ Μάρ­κο πᾶν’ στὸ μνῆ­μα. Ξήν­τα πα­πά­δες πᾶ­ν’ μπρο­στά… Ἄλ­λος κα­λύ­τε­ρα δὲν τὸ τρα­γού­δη­σε ἀ­π’ τὸ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       Οἱ ἄλ­λοι βα­ρή­γα­νε τὴν καμ­πά­να νὰ μα­ζω­χτεῖ τὸ χω­ριό.

       — Πᾶ­με.

       Μπρο­στὰ ἡ θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Καὶ πί­σω ὁ γκο­νάς του. Ἑ­φτά­χρο­νος. Κα­τε­βή­κα­νε στὴν Πα­να­γιά. Ἐ­κεῖ ὁ γκο­νᾶς γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­δε τὸ Γε­νά­κια. Ἀ­πὸ τὸ σούρ­σι­μο στὰ σο­κά­κια εἶ­χε γί­νει χου­λού­ζης* κι ἄ­γνω­ρος. Ἕ­να κου­βά­ρι λά­σπες. Ὁ Τσε­λί­δης μὲ τὰ χέ­ρια χω­μέ­να στὶς τσέ­πες πά­γαι­νε κι ἐρ­χό­ταν… Γύ­ρω γύ­ρω στὰ του­ρά­κια* τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς, ὄρ­θιοι, γέ­ροι, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­τα­ῖ­οι. Μέ­σα στὸ προ­αύ­λιο, κα­μιὰ δε­κα­ριὰ Μά­υ­δες, ὁ πρό­ε­δρος, ὁ πα­πάς, ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας κι ὁ Στα­θο­λιᾶς. Ὁ Τσε­λί­δης τρά­βη­ξε τὸ πι­στό­λι κι ἔ­κα­νε νό­η­μα στὸ Γι­αν­νά­κο τοῦ Μπα­σα­ρᾶ, γυ­μνα­σι­ό­παι­δο, νὰ πλη­σιά­σει.

       — Ἔ­λα δῶ, Μπα­σα­ρό­που­λο.

       Ὁ Γι­αν­νά­κης ἔ­κα­νε δυ­ὸ βή­μα­τα.

       — Πά­ρ’ τὸ τσε­κού­ρι ἀ­π’ τὴν ἐ­λιὰ καὶ κό­ψ’ του τὸ κε­φά­λι.

       — Δὲν μπο­ρῶ.

       — Πά­ρ’ το καὶ κό­ψ’ το, μοῦ­λε, για­τὶ θὰ σοῦ γε­μί­σω τὰ ἄν­τε­ρα σφαῖ­ρες.

       Ὁ Γι­αν­νά­κος ἔμ­πη­ξε τὸ κλά­μα. Ὁ Τσε­λί­δης τοῦ ‘­ρι­ξε δυ­ὸ τρεῖς μπι­στο­λι­ὲς στὰ πό­δια, πῆ­ρε τὴν τρι­χιὰ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νος ὁ Γε­νά­κιας, τὸν ἔ­σου­ρε μέ­χρι τὸ κομ­μέ­νο κυ­πα­ρίσ­σι, τοῦ ‘­βα­λε τὸ κορ­μὶ πά­νου στὸ κού­τσου­ρο καὶ μὲ μιὰ τσε­κου­ριὰ τοῦ πῆ­ρε τὸ κε­φά­λι. Τι­νά­χτη­κε τὸ στῆ­θος νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θιο, ἔ­γει­ρε κι ἔ­πε­σε δί­πλα στὸ κού­τσου­ρο. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, τὸ κε­φά­λι κύ­λη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­λιά. Ἐ­κεῖ ζύ­γω­σε ἡ γριὰ τοῦ Γι­ο­το­λιᾶ, ὁ­πού ‘χε γιὸ ταγ­μα­τάρ­χη στὸ στρα­τό, κι ἄ­νοι­ξε κου­βέν­τα μὲ τὸ κε­φά­λι.

       — Πα­λι­ο­κα­τσα­πλιά… Κα­λὰ σοῦ κά­μα­νε… Μᾶς βού­τα­γες τὸ ψω­μί…

       Κι ὅ­λο κλό­τσα­γε τὸ κε­φά­λι τοῦ Γε­νά­κια, ποὺ δὲν εἶ­χε κλεί­σει ἀ­κό­μα τὰ τριά­ντα…


ἀραδίζω = (ἀρκαδ.) περνοδιαβαίνω.

κουκουβίζω = κουρνιάζω, ζαρώνω.

σγουφτά = σκυφτά.

βαβίζω = γαυγίζω.

χα­βέ­σι = (τουρκ.) κέφι.

κοντόκουρο = κομμάτι ξύλου, μπαστούνι.

χαρανί* = μεταλλικὸς κουβάς, κατσαρόλα.

χου­λού­ζης, ὁ = (τουρκ.) ἐλαττωματικός, λειψός.

τουράκι, τό = (τουρκ.) πάγκος.


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πε­τρο­πό­λε­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­στέ­ρι, Ἀ­θή­να, 1981.

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Ἑλληνίτσα [Με­μή] Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, ἠ­θο­ποιΐα, σκη­νο­θε­σί­α, δι­ή­γη­μα, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Γιὰ χρό­νια Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Πρω­το­δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­να­γέν­νη­σις τῆς Με­γα­λό­πο­λης. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ἔβγα ψυχὴ ἀπ’ τὸ κορ­μί (Βιω­μα­τικὰ ἀφη­γή­μα­τα, Ἑλλη­νικὰ Γράμ­μα­τα, Ἀθή­να, 2006).



		

	

Γιάννης Καρκανέβατος: Παπούτσια νούμερο 42

karkanebatosgiannis-papoutsianoumero42-eikona-04


Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς 


Πα­πού­τσια νού­με­ρο 42

 

Στὴ μνή­μη τοῦ Δι­ο­νύ­ση


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initialΡΙΣΤΕ», εἶ­πε ἡ νο­σο­κό­μα ἀ­κουμ­πών­τας ἕ­να κου­τὶ ἀ­πὸ πα­πού­τσια νού­με­ρο 42 στὰ χέ­ρια μου. Τὶς τε­λευ­ταῖ­ες βδο­μά­δες —τὶς λί­γες στιγ­μὲς ποὺ ἔ­λει­πα ἀ­πὸ κον­τά του— μὲ δι­α­κα­τεῖ­χε ἡ ἀ­γω­νί­α τοῦ λευ­κοῦ, φρε­σκο­στρω­μέ­νου κρε­βα­τιοῦ ποὺ σή­με­ρα ἔ­μελ­λε νὰ συ­ναν­τή­σω. Ἦ­ταν σὰν νὰ κό­πη­κε ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α τῆς ζω­ῆς μου. Μὲ τὸ κου­τὶ πα­ρα­μά­σχα­λα, πῆ­ρα τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, κα­θι­σμέ­νος ἀ­πέ­ναν­τι, κοί­τα­ζε μιὰ τὸ κου­τὶ καὶ μιὰ τὰ πα­πού­τσια του. «Ἂν τὰ προ­σέ­χε­τε, θὰ σᾶς βγά­λουν μιὰ ζω­ή», μοῦ εἶ­πε. Στὸ σπί­τι τὸ ἄ­νοι­ξα. Μέ­σα βρι­σκό­ταν τὸ κι­νη­τό του, τὸ ρο­λό­ι ποὺ τοῦ εἶ­χα κά­νει δῶ­ρο στὰ προ­πέρ­σι­να γε­νέ­θλια, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του φου­λά­ρι, κι ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι —σί­γου­ρα ὄ­χι δι­κό του— ποὺ ἡ νο­σο­κό­μα μᾶλ­λον βρῆ­κε στὸ κο­μο­δί­νο καὶ θε­ώ­ρη­σε πὼς τοῦ ἀ­νῆ­κε. Τὸ κι­νη­τὸ ἄρ­χι­σε νὰ κου­δου­νί­ζει. Στὴν ὀ­θό­νη σχη­μα­τί­στη­κε ἡ φρά­ση «ἄ­γνω­στος ἀ­ριθ­μός». Τὸ σή­κω­σα κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, ψέλ­λι­σα ἕ­να ξέ­πνο­ο ἐμ­πρὸς ἀλ­λὰ ὅ­ποι­ος καὶ νὰ ἦ­ταν, τὸ ἔ­κλει­σε χω­ρὶς κου­βέν­τα. Σκέ­φτη­κα πὼς θά ’­πρε­πε νὰ ὁ­ρί­σου­με ἕ­ναν χῶ­ρο στὸ πάρ­κο, στὴν ἄ­δεια στέρ­να ἴ­σως, κά­τω ἀ­π’ τὰ πλα­τά­νια, ὅ­που θὰ μα­ζεύ­α­με ὅ­λα τὰ ὀρ­φα­νὰ πλέ­ον κι­νη­τὰ κι αὐ­τὰ θὰ χτυ­ποῦ­σαν ἀ­συν­τό­νι­στα. Κλή­σεις ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους ποὺ δὲν θὰ εἶ­χαν ἀ­κό­μα ἐ­νη­με­ρω­θεῖ, ἢ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς τοὺς ἴ­διους, ποὺ θὰ κα­λού­σα­με ποὺ καὶ ποὺ κι ἄς μὴν πε­ρι­μέ­να­με ἀ­πάν­τη­ση. Θὰ συν­θέ­τα­με ἔ­τσι τὴν με­λω­δί­α τῆς θλί­ψης καὶ τὰ που­λιὰ στὸ πάρ­κο θὰ ἔ­φευ­γαν στὸν οὐ­ρα­νό, δι­ωγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­κα­τα­νό­η­το ἦ­χο τῶν ἀν­θρώ­πων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς  (Σέρ­ρες, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο (ΕΜΠ) καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ σχο­λὴ Σταυ­ρά­κου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ σὰν μη­χα­νι­κὸς ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (σκη­νο­θε­σία), μὲ τὸ video art (θέ­α­τρο) καὶ μὲ τὴν γρα­φὴ (σε­νά­ρια, δι­η­γή­μα­τα). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μα­θαί­νον­τας Πο­δή­λα­το (ἐκ­δ. Κέ­δρος, 2013).



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ὁ σκύ­λος


07-buzzati-oskylos-mtf-apotaitalikap-fournarisl453-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ὁ σκύ­λος

(Il cane)


«ΚΑΜΙΑ ΕΙΚΟΣΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ πρίν», μοῦ δι­η­γό­ταν ὁ δό­κτο­ρας Ντι­έγ­κο Βέ­σκα, για­τρὸς ἀ­πὸ τὴ Βερ­μπά­νια, «εἶ­χα ἕ­ναν ὑ­πέ­ρο­χο μο­λοσ­σὸ ποὺ τὸν λέ­γα­νε Φού­ριο καὶ ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­λά­τρευ­τος. Ἦ­ταν τό­σο ὑ­πέ­ρο­χος, ὥ­στε ἕ­να μοι­ραῖ­ο βρά­δυ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Τὸν ἔ­ψα­ξα παν­τοῦ. Ἤ­μουν ἀ­πελ­πι­σμέ­νος· γύρ­να­γα γιὰ μῆ­νες κι ἀ­πὸ τὶς δυ­ὸ με­ρι­ὲς τῆς λί­μνης, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κά­ποι­ος μου τὸν εἶ­χε κλέ­ψει…

       »Ὣς ἐ­δῶ, θὰ μοῦ πεῖ­τε, τί­πο­τε πε­ρί­ερ­γο. Ἀ­κοῦ­στε ὅ­μως. Πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τό­τε πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια, ὅ­ταν ἕ­να πρω­ὶ παίρ­νω τὸ φε­ριμ­πὸτ γιὰ τὸ Λα­βέ­νο, ὅ­πως κά­νω του­λά­χι­στον δυ­ὸ φο­ρὲς τὴν ἑ­βδο­μά­δα, ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα. Βρι­σκό­μουν στὴν πρύ­μνη καὶ τὸ κα­ρα­βά­κι μό­λις εἶ­χε ξε­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴν προ­κυ­μαί­α, ὅ­ταν βλέ­πω νὰ ἔρ­χε­ται τρε­χά­τος, μαν­τέψ­τε ποι­ός, ὁ Φού­ριό μου, ὁ­λό­ιδιος. Στα­μα­τά­ει στὴν ἄ­κρη τῆς προ­κυ­μαί­ας, γα­βγί­ζει δυ­ὸ τρεῖς φο­ρὲς κι ὕ­στε­ρα βου­τά­ει στὸ νε­ρὸ κι ἀρ­χί­ζει νὰ κο­λυμ­πά­ει. Τὸ κα­ρα­βά­κι εἶ­χε πιὰ ξε­κι­νή­σει κι ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ μὲ προ­φτά­σει τὸ φου­κα­ρι­ά­ρι­κο τὸ ζων­τα­νό. Τό­τε ἀρ­χί­ζω νὰ φω­νά­ζω «Στα­μα­τῆ­στε! Στα­μα­τῆ­στε!» Τρέ­χω πά­νω νὰ ζη­τή­σω τὸν κα­πε­τά­νιο ποὺ μὲ ἤ­ξε­ρε, τὸν ἱ­κε­τεύ­ω νὰ στα­μα­τή­σει. Στὸ με­τα­ξὺ ὁ σκύ­λος συ­νέ­χι­ζε νὰ κο­λυμ­πά­ει, ἀλ­λὰ ἦ­ταν πιὰ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος κι ἐ­γὼ συ­νέ­χι­ζα νὰ τοῦ φω­νά­ζω Φού­ριο, Φού­ριο, γιὰ νὰ τοῦ δώ­σω κου­ρά­γιο, ἀλ­λὰ τὸν ἔ­βλε­πα ὁ­λο­έ­να πιὸ μα­κρυ­ά. Ἦρ­θε κι ὁ κα­πε­τά­νιος στὴν πρύ­μνη καὶ τοῦ ἔ­δει­ξα τὸ σκύ­λο ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε, ἀλ­λὰ ἔ­λε­γε πὼς δὲν ἔ­βλε­πε τί­πο­τα. Οἱ ἄλ­λοι ἐ­πι­βά­τες ἔ­λε­γαν, κι αὐ­τοί, ὅ­τι δὲν ἔ­βλε­παν τί­πο­τα, κι ἄρ­χι­σαν νὰ μὲ κοι­τοῦν μὲ ἕ­να τρό­πο σὰν νὰ μὲ περ­νά­γα­νε γιὰ τρε­λό.

       »Τε­λι­κά, ὁ κα­πε­τά­νιος, ἀ­φοῦ μὲ εἶ­δε ποὺ ἤ­μου­να τό­σο τα­ραγ­μέ­νος, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ μὲ εὐ­χα­ρι­στή­σει, γύ­ρι­σε τὸ φε­ριμ­πὸτ με­ρι­κὲς ἑ­κα­τον­τά­δες μέ­τρα πί­σω, μό­νο γιὰ νὰ μὲ πεί­σει ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­να σκυ­λὶ ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε· καὶ πραγ­μα­τι­κά, ὅ­ταν τὸ φε­ριμ­πὸτ ἄρ­χι­σε νὰ γυρ­νά­ει, ὁ Φού­ριο εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ κι ἐ­γὼ δὲν ξα­να­εῖ­πα τί­πο­τα, γιὰ νὰ μὴ μὲ νο­μί­σουν τε­λεί­ως πα­λα­βό.

       »Ὣς ἐ­δῶ, θὰ μοῦ πεῖ­τε, τί­πο­τα πε­ρί­ερ­γο. Ὅ­μως ἀ­κοῦ­στε. Ἀ­πὸ τό­τε κά­θε δυ­ὸ-τρεῖς μῆ­νες, μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νείς, ἡ σκη­νὴ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται: δὲν ἔ­χει κα­λὰ-κα­λά το φε­ριμ­πὸτ ξε­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη καὶ φτά­νει τρέ­χον­τας μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη αὐ­τός, ὁ Φού­ριο, ποὺ ρί­χνε­ται στὸ νε­ρὸ καὶ δρό­μο πί­σω ἀ­πὸ τὸ κα­ρα­βά­κι. Μὰ τὸ κα­ρα­βά­κι προ­χω­ρᾶ πιὸ γρή­γο­ρα ἀπ΄αὐ­τὸν καὶ τὸ δύ­στυ­χο τὸ ζων­τα­νὸ μέ­νει πί­σω καὶ κο­λυμ­πᾶ μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας· καὶ μὲ κοι­τᾶ, μὲ κοι­τᾶ. Αἰ­σθά­νο­μαι τὰ μά­τια του ποὺ μπαί­νουν ἐ­δῶ μέ­σα», κι ἔ­δει­χνε τὴν καρ­διά του. «Ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ ὁ Φού­ριο δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νει καὶ βλέ­πω τὸ κε­φα­λά­κι του νὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται κά­τω ἀπ΄τὸ νε­ρό· κά­θε φο­ρὰ τὰ ἴ­δια… Ὅ­μως δὲν τὸν κα­λῶ· μέ­νω ἤ­ρε­μος, δὲν φω­νά­ζω νὰ στα­μα­τή­σει τὸ κα­ρα­βά­κι. Ξέ­ρω ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­να φάν­τα­σμα. Ἂν κά­νω τὸ λο­γα­ρια­σμό, σή­με­ρα θά ΄πρε­πε νὰ ἦ­ταν εἴ­κο­σι τεσ­σά­ρων χρο­νῶν. Πο­τὲ σκύ­λος δὲν ἔ­ζη­σε τό­σο.» Δά­κρυ­α χα­ρά­κω­ναν τὰ μά­γου­λά του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Οἱ χα­μέ­νες μέ­ρες


05-buzzati-oichamenesmeres-mtf-apotaitalikap-fournarisl363-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Οἱ χα­μέ­νες μέ­ρες

(I giorni perduti)


02-OmikronΕΡΝΕΣΤΟ ΚΑΖΙΡΑ, με­ρι­κὲς ἡ­μέ­ρες με­τὰ τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή του στὴν πο­λυ­τε­λῆ βί­λα, ἐ­πι­στρέ­φον­τας, δι­έ­κρι­νε ἀ­πὸ μα­κριὰ ἕ­ναν ἄν­δρα μ΄ ἕ­να κι­βώ­τιο στὶς πλά­τες… Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ μιὰ πλα­ϊ­νὴ πορ­τού­λα τοῦ μαν­τρό­τοι­χου καὶ τὸ φόρ­τω­νε σ΄ ἕ­να φορ­τη­γό.

       Δὲν τὸν προ­λά­βαι­νε πρὶν φύ­γει. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε, λοι­πόν, μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὸ φορ­τη­γὸ ἔ­κα­νε πο­λὺ δρό­μο μέ­χρι τὶς ἀ­πό­μα­κρες πα­ρυ­φὲς τῆς πό­λης καὶ στα­μά­τη­σε στὸ χεῖ­λος μιᾶς χα­ρά­δρας.

       Ὁ Κα­ζί­ρα κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸ ἁ­μά­ξι καὶ πῆ­γε νὰ δεῖ. Ὁ ἄ­γνω­στος ξε­φόρ­τω­σε τὸ κι­βώ­τιο ἀ­πὸ τὸ φορ­τη­γὸ καί, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, τὸ πέ­τα­ξε στὴν τά­φρο ποὺ ἦ­ταν ξέ­χει­λη ἀ­πὸ χι­λιά­δες ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α κι­βώ­τια.

       Πλη­σί­α­σε τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ρώ­τη­σε: «Σὲ εἶ­δα νὰ βγά­ζεις ἐ­κεῖ­νο τὸ κι­βώ­τιο ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο μου. Τί εἶ­χε μέ­σα; Καὶ τί εἶ­ναι ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ κι­βώ­τια;»

       Ἐ­κεῖ­νος τὸν κοί­τα­ξε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε: «Ἔ­χω κι ἄλ­λα στὸ φορ­τη­γὸ γιὰ πέ­τα­μα. Δὲν τὸ ξέ­ρεις; Εἶ­ναι οἱ μέ­ρες.»

       «Ποι­ὲς μέ­ρες;»

       «Οἱ μέ­ρες σου.»

       «Οἱ μέ­ρες μου;»

       «Οἱ χα­μέ­νες σου μέ­ρες. Οἱ μέ­ρες ποὺ ἔ­χα­σες. Δὲν τὶς πε­ρί­με­νες, ἔ; Ἦρ­θαν. Τί ἔ­κα­νες γιὰ αὐ­τές; Κοί­τα­ξέ τες, εἶ­ναι ἀ­νέ­πα­φες, ἀ­κό­μα ζω­η­ρές. Καὶ τώ­ρα…»

       Ὁ Κα­ζί­ρα κοί­τα­ξε. Τὰ κι­βώ­τια σχη­μά­τι­ζαν ἕ­να πε­λώ­ριο σω­ρό. Κα­τέ­βη­κε τὴν πλα­γιὰ κι ἄ­νοι­ξε ἕ­να.

       Μέ­σα ἦ­ταν ἕ­νας φθι­νο­πω­ρι­νὸς δρό­μος καὶ στὸ βά­θος ἡ Γκρα­τσι­έλ­λα, ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά του, ποὺ ἔ­φευ­γε ὁ­ρι­στι­κά. Κι αὐ­τὸς οὔ­τε κὰν τὴν κα­λοῦ­σε.

       Ἄ­νοι­ξε ἕ­να δεύ­τε­ρο. Ἦ­ταν ἕ­να δω­μά­τιο νο­σο­κο­μεί­ου καὶ στὸ κρε­βά­τι ὁ ἀ­δελ­φός του, ὁ Τζό­σου­α, ποὺ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος καὶ τὸν πε­ρί­με­νε· αὐ­τὸς ὅ­μως ἔ­τρε­χε γιὰ τὶς δου­λει­ές του.

       Ἄ­νοι­ξε ἕ­να τρί­το. Στὸ κάγ­κε­λο τοῦ πα­λιοῦ φτω­χι­κοῦ σπι­τιοῦ στε­κό­ταν ὁ Ντιούκ, ὁ πι­στὸς μο­λοσ­σός, ποὺ τὸν πε­ρί­με­νε ἐ­δῶ καὶ δυ­ὸ χρό­νια, πα­ρα­τη­μέ­νος, πε­τσὶ καὶ κόκ­κα­λο. Μὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν σκε­φτό­ταν νὰ γυ­ρί­σει.

       Αἰ­σθάν­θη­κε ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ στο­μά­χι. Ὁ ἐκ­φορ­τω­τὴς στε­κό­ταν στη­τὸς στὸ χεῖ­λος τῆς χα­ρά­δρας, ψυ­χρὸς σὰν ἐ­κτε­λε­στής.

       «Κύ­ρι­ε!» φώ­να­ξε ὁ Κα­ζί­ρα. «Ἀ­κοῦ­στέ με. Ἀ­φῆ­στέ με νὰ πά­ρω μό­νο αὐ­τὰ τὰ τρί­α κι­βώ­τια. Σᾶς ἱ­κε­τεύ­ω. Μό­νο αὐ­τὰ τὰ τρί­α. Εἶ­μαι πλού­σιος. Θὰ σᾶς δώ­σω ὅ,τι θέ­λε­τε.»

       Ὁ ἐκ­φορ­τω­τὴς ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι σὰν νὰ ἔ­δει­χνε ἕ­να ἀ­πρό­σι­το μέ­ρος, σὰν νὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά, ὅ­τι κα­μιὰ βελ­τί­ω­ση δὲν ἦ­ταν πι­θα­νή. Με­τὰ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ὡς διὰ μα­γεί­ας καὶ μο­νο­μιᾶς ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε κι ὁ γι­γαν­τια­ῖος σω­ρὸς τῶν μυ­στη­ρι­ω­δῶν κι­βω­τί­ων. Καὶ ἡ σκιὰ τῆς νύ­χτας ἔ­πε­φτε.


Δραματοποίηση: Monica Mainardi


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.

Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια (Людмила Петрушевская): Σοπὲν καὶ Μέντελσον


Petrousefskagia,Loudmila-SopenKaiMentelson-Eikona-03


Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια (Людмила Петрушевская)


Σοπὲν καὶ Μέντελσον

(Шопен и Мендельсон)


10-Mi-605px-Barcley_custom_corsetsMΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ὅ­λο πα­ρα­πο­νι­ό­ταν, κά­θε βρά­δυ, ἔ­λε­γε, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ τοί­χου πάν­τα ἡ ἴ­δια μου­σι­κή, με­τὰ τὸ φα­γη­τὸ οἱ γέ­ροι γεί­το­νες, ὁ ἄν­τρας καὶ ἡ γυ­ναί­κα, ἴ­δια σὰν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νο δρο­μο­λό­γιο τρέ­νου πᾶ­νε στὸ πιά­νο καὶ ἡ γυ­ναί­κα παί­ζει τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια: στὴν ἀρ­χὴ κά­τι με­λαγ­χο­λι­κὸ καὶ με­τὰ ἕ­να βάλς. Κά­θε μέ­ρα τὸ ἴ­διο πα­λι­ό­πρα­μα, τα­ρα­τα­τὶ-τα­ρα­τα­τά, ἔ­λε­γε ἡ γυ­ναί­κα, ἡ γει­τό­νισ­σα τῶν γέ­ρων καὶ γε­λών­τας τὸ δι­η­γοῦν­ταν σὲ ὅ­λους τους γνω­στούς της καὶ στὴ δου­λειά της, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὴ ἡ κα­τά­στα­ση δὲν ἤ­τα­νε γιὰ γέ­λια. Ἀ­φοῦ μπο­ρεῖ νὰ σοῦ συμ­βαί­νουν δι­ά­φο­ρα, νὰ σοῦ πο­νά­ει τὸ κε­φά­λι ἢ ἁ­πλὰ νὰ θέ­λεις νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς καὶ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ κά­θε βρά­δυ νὰ βου­λώ­νεις τὰ αὐ­τιά σου βά­ζον­τας δυ­να­τὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση – καὶ στοὺς γέ­ρους ὅ­λο ἡ ἴ­δια λα­τέρ­να, αὐ­τὸ τὸ πα­λι­ό­πρα­μα, τα­ρα­τα­τὶ-τα­ρα­τα­τά.

       Αὐ­τοὶ οἱ γέ­ροι ἀ­κό­μα καὶ ἔ­ξω ἔ­βγαι­ναν πάν­τα μα­ζί, σο­βα­ρὰ καὶ εὐ­γε­νι­κὰ μὲ μι­κρὰ βή­μα­τα ἔ­φτα­ναν στὸ μα­γα­ζά­κι, καὶ αὐ­τὸ μὲ δρο­μο­λό­γιο, ἀρ­κε­τὰ νω­ρὶς τὸ πρω­ί, —τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ δυ­να­τοὶ ἐ­νή­λι­κες καὶ οἱ πι­ω­μέ­νοι βρί­σκον­ταν στὴ δου­λειὰ ἢ κοι­μόν­του­σαν— γιὰ νὰ μὴν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τοὺς πει­ρά­ξει.

       Κον­το­λο­γίς, ἡ γει­τό­νισ­σα ποὺ μὲ τὸν και­ρὸ ἤ­ξε­ρε πιὰ τὸ ρε­περ­τό­ριό τους, ρώ­τη­σε ἀρ­κε­τὰ ἄ­ξε­στα, μὲ τὸ πε­ρι­παι­κτι­κό της ὕ­φος, ὅ­ταν ἔ­πε­σε πά­νω τους (αὐ­τοὶ μό­λις βγαί­να­νε γιὰ τὸ μα­γα­ζά­κι, μὲ γι­ορ­τι­νὰ σι­δε­ρω­μέ­να ροῦ­χα, σὰν γιὰ χο­ρό, ἐ­κεί­νη μὲ τριμ­μέ­νο πα­να­μα­δά­κι, ἐ­κεῖ­νος μὲ ἄ­σπρη τρα­γιά­σκα, τὰ μα­τά­κια καὶ τῶν δύ­ο χα­ρού­με­να, τὰ χε­ρά­κια ζα­ρω­μέ­να), τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ παί­ζε­τε συ­νέ­χεια, ἄ! χαί­ρε­τε, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω, – ἐ­νῶ βα­σι­κὰ θὰ ἤ­θε­λε νὰ πεῖ «γιὰ ποιό λό­γο παί­ζε­τε συ­νέ­χεια καὶ ἐ­νο­χλεῖ­τε», ὅ­μως αὐ­τοὶ κα­τά­λα­βαν ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το, συγ­κι­νή­θη­καν, χα­μο­γέ­λα­σαν φαρ­διὰ-πλα­τειὰ μὲ τὰ λεί­α πλα­στι­κά τους δόν­τια καὶ αὐ­τὴ εἶ­πε —αὐ­τὴ τὸ εἶ­πε— ἡ γρι­ού­λα: «Ἀ­πὸ τὰ τρα­γού­δια χω­ρὶς λό­για τοῦ Μέν­τελ­σον καὶ ἕ­να βὰλς-φαν­τα­σί­α τοῦ Σο­πὲν.» (Φτοῦ σου! σκέ­φτη­κε ἡ γει­τό­νισ­σα).

       Ὅ­μως ὅ­λα στὸν κό­σμο τε­λει­ώ­νουν, καὶ ἡ μου­σι­κὴ ξαφ­νι­κὰ τε­λεί­ω­σε. Ἡ γει­τό­νισ­σα ἀ­νέ­πνε­ε ἐ­λεύ­θε­ρα, ἄρ­χι­σε νὰ τρα­γου­δά­ει καὶ νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει, αὐ­τὴ ἦ­ταν κά­τι σὰν πα­ρα­πε­τα­μέ­νη, ἦ­ταν μιὰ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νη σύ­ζυ­γος, σω­στό­τε­ρα οὔ­τε κὰν σύ­ζυ­γος, καὶ ἔ­τσι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν χω­ρι­σμὸ τῆς ἔ­μει­νε μιὰ γκαρ­σο­νι­έ­ρα, καὶ κά­ποι­ος ἄλ­λος ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ σπί­τι της, ἔ­με­νε ἐ­κεῖ, κάρ­φω­σε ἕ­να ρά­φι στὴν κου­ζί­να, ἀ­γό­ρα­σε καὶ κά­τι γιὰ τὸν ἐ­φο­δια­σμὸ τοῦ ἀ­πο­χω­ρη­τη­ρί­ου σὰν κα­νο­νι­κὸς νοι­κο­κύ­ρης, ἦρ­θε μὲ ἕ­να συ­σκευ­α­σμέ­νο κα­πά­κι καὶ τὸ βί­δω­σε μουρ­μου­ρί­ζον­τας ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἦ­ταν χά­λια. Ὕ­στε­ρα ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ μά­να του. Καὶ τώ­ρα αὐ­τὴ ἡ μου­σι­κὴ κά­θε βρά­δυ, ἀ­πὸ τὸν πο­λὺ λε­πτό, ὅ­πως φαί­νε­ται, τοῖ­χο, αὐ­τὸ τὸ βὰλς τοῦ Σο­πὲν μὲ τὰ λά­θη πάν­τα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, πάν­τα το ἴ­διο φάλ­τσο σὰν ἕ­να πα­λι­ω­μέ­νο γραμ­μό­φω­νο ποὺ κολ­λά­ει καὶ αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ σὲ τρε­λά­νει. Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἦ­ταν στὸν ἄλ­λο τοῖ­χο, καὶ ἐ­δῶ ὑ­πῆρ­χε ἕ­να ντι­βά­νι, καὶ ὡς συ­νή­θως τὸ πα­λι­ω­μέ­νο γραμ­μό­φω­νο ἦ­ταν σχε­δὸν κολ­λη­μέ­νο κά­θε βρά­δυ στὸ αὐ­τί της. Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με ἡ ἀ­κο­ὴ τῆς γει­τό­νισ­σας βελ­τι­ω­νό­ταν σὰν τῆς νυ­χτε­ρί­δας, σὰν τοῦ τυ­φλοῦ ποὺ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­νά­με­σα στὸν πά­τα­γο τῆς τη­λε­ό­ρα­σης ξε­χω­ρί­ζει αὐ­τὸν τὸν κα­τα­ρα­μέ­νο Μέν­τελ­σον καὶ τὸν Σο­πέν.       

       Κον­το­λο­γίς, ξαφ­νι­κὰ ὅ­λα τε­λεί­ω­σαν, γιὰ δυ­ὸ μέ­ρες δὲν ἀ­κου­γό­ταν μου­σι­κὴ καὶ μπο­ροῦ­σες νὰ δεῖς τη­λε­ό­ρα­ση μὲ ἠ­ρε­μί­α, νὰ τρα­γου­δή­σεις ἢ νὰ χο­ρέ­ψεις, ὅ­μως ἀ­πὸ μα­κριὰ σὰν νὰ ἔ­κλαι­γε κά­ποι­ος, σὰν νὰ τσί­ρι­ζε ἕ­να παι­δὶ ἀ­πὸ τὰ πά­νω πα­τώ­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὸ στα­μά­τη­σε. «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!», – δι­η­γοῦν­ταν με­τὰ ἡ γει­τό­νισ­σα τῶν γέ­ρων στὴ δου­λειά, ὅ­ταν ὅ­λα ξε­κα­θα­ρί­στη­καν, ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ τσί­ριγ­μα ἦ­ταν τοῦ ἄν­τρα τῆς γριᾶς πι­α­νί­στας, ὅ­τι δὲν τὴ βρή­κα­νε κά­που γε­νι­κὰ ἀλ­λὰ στὸ πά­τω­μα κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα της, φαί­νε­ται ὅ­τι αὐ­τὸς ἀ­πὸ και­ρὸ ἦ­ταν πα­ρά­λυ­τος στὸ κρε­βά­τι («καὶ ἐ­γὼ δὲν τὸ εἶ­χα κα­τα­λά­βει, κά­πο­τε τοὺς συ­ναν­τοῦ­σα, νά ‘τα­νε πα­λιά;» – συ­νέ­χι­ζε μο­νο­λο­γών­τας τὴ δι­ή­γη­σή της ἡ νε­α­ρὴ γει­τό­νισ­σα), κεί­τον­ταν πα­ρά­λυ­τος, καὶ ἡ γυ­ναί­κα του κά­θε βρά­δυ, ὅ­πως φαί­νε­ται, τοῦ ἔ­παι­ζε τὸ ρε­περ­τό­ριό της ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸ αὐ­τὶ τῆς γει­τό­νισ­σας, προ­φα­νῶς γιὰ νὰ τὸν εὐ­θυ­μή­σει, καὶ ὕ­στε­ρα αὐ­τὴ κά­πως ἔ­πε­σε, πέ­θα­νε κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι του καὶ αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ κα­τέ­βει, γιὰ τὸ τη­λέ­φω­νο μᾶλ­λον, καὶ στὸ τέ­λος γκρε­μί­στη­κε πά­νω στὴ γυ­ναί­κα του καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση, πα­ρό­λ’ αὐ­τά, κα­τά­φε­ρε νὰ τη­λε­φω­νή­σει, ἄ­νοι­ξαν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, καὶ οἱ δύ­ο δὲν ἦ­ταν πιὰ ζων­τα­νοί, ἦ­ταν γρή­γο­ρη ἡ ἔκ­βα­ση.

       «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!» – ἔ­λε­γε κα­μα­ρώ­νον­τας ἡ νε­α­ρὴ γει­τό­νισ­σα σὲ ὅ­λους συ­νέ­χεια στὸ τη­λέ­φω­νο, ἐ­νῶ θυ­μό­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο τσί­ριγ­μα ἢ κλά­μα καὶ ὑ­πο­λό­γι­ζε τὸν χρό­νο ποὺ τοῦ χρει­ά­στη­κε (τὸ βρά­δυ καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα καὶ ὅ­λη τὴν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα), γιὰ νὰ φτά­σει τὸ τη­λέ­φω­νο· γι’ αὐ­τὸ φαί­νε­ται ὅ­τι τσί­ρι­ζε ὁ γέ­ρος.

       «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!» – σκε­φτό­ταν μὲ ἀ­νη­συ­χί­α ἡ γει­τό­νισ­σα γιὰ τοὺς μελ­λον­τι­κοὺς γεί­το­νες καὶ θυ­μό­ταν ἀ­πὸ μέ­σα της μὲ ἀ­γά­πη καὶ ζή­λια τὸν Σο­πὲν καὶ τὸν Μέν­τελ­σον, – αὐ­τοὶ ἐ­δῶ ἦ­ταν ἄν­θρω­ποι μορ­φω­μέ­νοι, ἥ­συ­χοι, δε­κα­πέν­τε λε­πτὰ τὴν ἡ­μέ­ρα ἔ­κα­ναν θό­ρυ­βο καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο, ποιὸς θὰ τοὺς ἀν­τι­κα­τα­στή­σει; Καὶ πέ­θα­ναν μὲ δι­α­φο­ρὰ μιᾶς μέ­ρας, ὅ­πως στὰ πα­ρα­μύ­θια, ἔ­ζη­σαν πο­λὺ καὶ πέ­θα­ναν μὲ μιὰ μέ­ρα δι­α­φο­ρὰ» – Σο­πέν, Σο­πέν, Μέν­τελ­σον σκε­φτό­ταν σα­στι­σμέ­νη μέ­σα στὴν σι­ω­πή.



[«Τραγούδια δίχως λόγια» Op. 19b No. 1, τοῦ Men­dels­shon, Book I.

Στὸ πιά­νο ὁ Da­niel Gor­tler.]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀνθολογία И.И. Яценко: Русская «нетрадиционная» проза конца ХХ века», Санкт-Пе­те­рбург, «Зла­то­уст» 2004 (Ἀντι­συμ­βα­τι­κὴ ρω­σι­κὴ πε­ζο­γρα­φία τοῦ τέ­λους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁ­γία Πε­τρού­πο­λη, ἐκ­δόσεις Ζλα­τα­ούστ 2004). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τῆς με­τά­φρα­σης: περ. Φρέ­αρ (Δε­κέμ­βρι­ος, 2013).

Λι­ουν­τμί­λα Στε­φά­νοβ­να Πε­τρου­σέφ­σκα­για (Людмила Стефановна Пе­тру­шев­ская) (Μό­σχα 1938). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γιὰ με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα δὲν τῆς δη­μο­σί­ευ­αν ἔρ­γα. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα ἔ­χει ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα. Συ­χνὰ στὸ ἔρ­γο της ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν. Στὰ ἔρ­γα της μπο­ρεῖ νὰ συ­ναν­τή­σεις μιὰ «φυ­σι­κὴ» ρο­ὴ ἢ μιὰ «εἰ­ρω­νι­κὴ πρω­το­πο­ρί­α, λε­κτι­κὰ παι­χνί­δια… καὶ πα­ρω­δί­ες στε­ρε­ο­τύ­πων». Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα.

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά. Τὸ 2010 πῆ­ρε τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης «Ἄ­ντον Τσέ­χοφ» 2010. Ἔ­κτο­τε ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Σα­λιά­πιν Μά­σκα καὶ Ψυ­χή (2014), ἡ Νῆ­σος Σα­χα­λί­νη τοῦ Τσέ­χοφ» (2015), δι­η­γή­μα­τα στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι, Βακ­χι­κόν, Στρό­βι­λος κα­θὼς καὶ στὰ ἔν­τυ­πα Μαν­δρα­γό­ρας, Φρέ­αρ καὶ Κου­κού­τσι. Ἐ­πί­σης ἔ­χει συγ­γρά­ψει τὴ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τσέ­χοφ στὴ σει­ρὰ «Μι­κρὰ Βι­ο­γρα­φι­κά» τῶν ἐκ­δό­σε­ων Λέμ­βος 2015.



		

	

Ἄγνωστος Μὲ Γοῦστο: Σήματα Ὁδικῆς Κυκλοφορίας


Ἄγνωστος Μὲ Γοῦστο

 

Σήματα Ὁδικῆς Κυκλοφορίας


AgnostosMeGousto-SimataKykloforias


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μαίλι προωθημένο ἀπὸ Ἡρὼ Νικοπούλου (29 Μαΐου 2016).

Ἄγνωστος Μὲ Γοῦστο (;).



		

	

Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που: Τί ἔ­γι­νε στὸν πύρ­γο ὅ­που ἔ­με­ναν ὁ Δὸν Κι­χώ­της μὲ τὸν ἱπ­πο­κό­μο του


11-Filippou,Filippos-TiEgineStonPyrgo...-Eikona-02


Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που


Τί ἔ­γι­νε στὸν πύρ­γο ὅ­που ἔ­με­ναν

ὁ Δὸν Κι­χώ­της μὲ τὸν ἱπ­πο­κό­μο του

H-Itta-SomataΑΛΤΙΣΙΔΟΡΑ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο, κά­νον­τας πὼς σκου­πί­ζει τὰ δά­κρυ­ά της μ’ ἕ­να μαν­τί­λι. Ἔ­νι­ω­θε τα­πει­νω­μέ­νη ποὺ ὁ Δὸν Κι­χώ­της δὲν δέ­χτη­κε τὸν ἔ­ρω­τά της. Ὡ­στό­σο, δὲν ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Πῆ­γε στὸ τέρ­μα τοῦ δι­α­δρό­μου καὶ πα­ρα­φύ­λα­ξε μέ­χρι νὰ φύ­γουν οἱ δοῦ­κες. Θέ­λον­τας νὰ τι­μω­ρή­σει τὸν ἱπ­πό­τη ἐ­λε­ει­νῆς μορ­φῆς ποὺ τὴν ἀ­πέ­κρου­σε, σκαρ­φί­στη­κε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἰ­δέ­α.

       Μό­λις εἶ­δε τὸν Δὸν Κι­χώ­τη νὰ πη­γαί­νει πρὸς νε­ροῦ του, μπῆ­κε στὸ δω­μά­τιο καὶ ξε­γύ­μνω­σε τὸ στῆ­θος της. Ὁ Σάν­τσος σά­στι­σε. Ἡ Ἀλ­τι­σι­δό­ρα τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε. Τὸ στό­μα της κόλ­λη­σε στὸ δι­κό του, τὸ χέ­ρι της ψα­χού­λε­ψε ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια του. Ἐ­κεῖ­νος, ἐν­τε­λῶς ἀ­προ­ε­τοί­μα­στος, τρά­βη­ξε τὸ κε­φά­λι του, λέ­γον­τας:

       «Ἀ­γα­πά­ω τὴ γυ­ναί­κα μου, δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴν ἀ­πα­τή­σω.»

       «Εἶ­σαι ἀ­νό­η­τος.»

       «Τὸ κο­κό­ρι μου δὲν μπο­ρεῖ νὰ τρα­γου­δή­σει.»

       «Εἶ­στε κι οἱ δύ­ο τρε­λοὶ γιὰ δέ­σι­μο», τοῦ εἶ­πε θυ­μω­μέ­νη ἡ Ἀλ­τι­σι­δό­ρα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που (Κέρκυρα, 1948). Σπού­δα­σε μη­χα­νι­κὸς σὲ σχο­λὴ Ἐμ­πο­ρι­κοῦ Ναυ­τι­κοῦ καὶ ἔ­χει τα­ξι­δέ­ψει σὲ πον­το­πό­ρα πλοῖ­α. Ἔ­χει γρά­ψει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ με­λέ­τες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἡ­μέ­ρες τοῦ Κων­σταν­τί­νου Κα­βά­φη κυ­κλο­φο­ρεῖ στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ καὶ στὰ ρου­μα­νι­κά. Πρό­σφα­τα ἐ­ξέ­δω­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ γυ­ναί­κα ὡς ἔρ­γο τέ­χνης.

Εἰκόνα: Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré (1888).