Χριστίνα Μπότσου: Μὴν καπνίζεις στὸ κρεββάτι


Χρι­στί­να Μπό­τσου


Μὴν κα­πνί­ζεις στὸ κρεβ­βά­τι


ΑΝΤΑ ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΑΝ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ φο­ροῦν δυ­να­τὰ ἀ­ρώ­μα­τα. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μιὰ ὕ­πο­πτη μα­ται­ο­δο­ξί­α, εἶ­ναι σὰν νὰ θέ­λουν νὰ κα­λύ­ψουν κά­ποι­α βα­ριὰ πα­ρα­φω­νί­α τῆς φύ­σης τους. Σὰν τὸ ἄ­ρω­μα αὐ­τὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει μὲ κά­ποι­ο τρό­πο τὴν ὕ­παρ­ξη τους σ’ ­ἕ­να κομ­μά­τι ποὺ μέ­νει γιὰ κεί­νους ἀ­ξε­δι­ά­λυ­το, λει­ψό. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κι ἐ­κεῖ­νοι τὴ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή τους μυ­ρω­διά, ὅ­μως τὴν ἀ­πο­κτοῦν μὲ τρό­πο πιὸ τί­μιο, μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀγ­γί­ζουν, καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ ἡ μυ­ρω­διὰ αὐ­τὴ χα­ράσ­σε­ται κά­που πο­λὺ πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὸ δέρ­μα. Ὁ πα­τέ­ρας μου θυ­μᾶ­μαι, εἶ­χε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή του μυ­ρω­διά, νὰ ἀ­ναγ­γέ­λει τὸν ἐρ­χο­μὸ του δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ φα­νεῖ, μιὰ ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τη μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ταμ­πά­κο καὶ ἁ­γι­ό­κλη­μα, μὲ μι­κρὲς με­ταλ­λι­κὲς νό­τες ἀ­πὸ κά­τι ποὺ θύ­μι­ζε μπα­χα­ρι­κό. Ἤ­μουν πε­ρή­φα­νη γιὰ αὐ­τή του τὴ μι­κρὴ ἐ­πα­νά­στα­ση, δί­πλα στοὺς ἄλ­λους πα­τε­ρά­δες ποὺ μυ­ρί­ζαν φτη­νὸ ἀ­φτερ­σέ­ιβ καὶ ἀλ­κο­όλ. Ἡ μυ­ρω­διά του αὐ­τὴ ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα μιᾶς ἀ­πεί­θαρ­χης ζω­ῆς κι ὅ­πως συμ­πε­ραί­νω με­γα­λώ­νον­τας πιά, μιᾶς γε­νι­κό­τε­ρης δυ­σθυ­μί­ας ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε­τι τὸ συμ­βα­τι­κό, μιᾶς ὁ­λι­κῆς ἄρ­νη­σης νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὸν κό­σμο τῶν με­γά­λων.

         Συ­νή­θι­ζε νὰ κα­πνί­ζει στὸ κρεβ­βά­τι, μιὰ βρώ­μι­κη συ­νή­θεια ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει στὸ στρα­τὸ καὶ θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι σὰν παι­δὶ μὲ ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ἡ μά­να μου τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ βγεῖ στὸ μπαλ­κό­νι, ὅ­μως ἦ­ταν τό­σο δο­σμέ­νος σὲ αὐ­τὴ τὴ μι­κρὴ ἡ­δο­νὴ ποὺ σύν­το­μα ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με τὴν προ­σπά­θεια νὰ τοῦ ἀλ­λά­ξου­με γνώ­μη. Ὅ­σο γιὰ τὸ ἁ­γι­ό­κλη­μα, τὸ πιὸ κα­θο­ρι­στι­κὸ ἴ­σως συ­στα­τι­κό τῆς μυ­ρω­διᾶς του, ἦ­ταν ἕ­να ἄ­γριο ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὸ κά­που στὸ ὕ­ψος του, ποὺ φύ­τρω­νε στὸν κῆ­πο ἀ­π’ τὸ πα­τρι­κό του στὸ χω­ριό. Κά­θε κα­λο­καί­ρι, ἔ­κο­βε τὰ ξε­ρα­μέ­να κλα­διὰ μὲ τὰ χέ­ρια του «γιὰ νὰ πε­τά­ξουν και­νού­ρι­ες φύ­τρες». Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ πα­τέ­ρα μου συμ­πλη­ρω­νό­ταν ἀ­πὸ τὶς βα­ρι­ὲς με­ταλ­λι­κὲς νό­τες τοῦ ἱ­δρώ­τα πά­νω στὴ μάλ­λι­νη μπλού­ζα, τὸν ἀ­φρὸ ξυ­ρί­σμα­τος ὂλντ σπά­ις καὶ τὶς φλοῦ­δες ἀ­πὸ μαν­τα­ρί­νι. Ἄ­ρω­μα δὲν κα­τα­δέ­χτη­κε νὰ φο­ρέ­σει πο­τέ.

         Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια, ὅ­ταν πέ­θα­νε ἡ μά­να μου καὶ τὰ ἀ­δέρ­φια μου σκόρ­πι­σαν τὸ κα­θέ­να σ’ ἄλ­λη πό­λη, ἐ­κεῖ­νος μά­ζε­ψε δυ­ὸ ροῦ­χα καὶ γύ­ρι­σε στὸ χω­ριό. Ἀ­πὸ τό­τε δὲ φά­νη­κε. Τὰ σκε­πά­σμα­τά του δὲ στα­μά­τη­σαν πο­τὲ νὰ μυ­ρί­ζουν ἁ­γι­ό­κλη­μα καὶ κα­πνό.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρι­στί­να Μπό­τσου. (Ἀ­θή­να, 1995). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λή.



		
Advertisements

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Υλισμός

 


Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Ὑ­λι­σμός


ΚΛΑΙΓΑΝ καὶ οἱ δύ­ο γιὰ ὥ­ρα, ὁ ἕ­νας στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄλ­λου. Ἡ τρά­πε­ζα μό­λις τοὺς εἶ­χε κα­τά­σχει τὸ σπί­τι. Τὸ σπί­τι ποὺ χρό­νια ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν, ποὺ τὸ ἔ­φτια­ξαν μὲ με­ρά­κι, τὸ σπί­τι ὅ­που με­γά­λω­σαν τὰ παι­διά τους. Ἔ­κλαι­γαν κι ἀγ­κά­λια­ζαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο σφι­χτά. Τό­σο σφι­χτὰ ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χαν ἀγ­κα­λια­στεῖ τὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σαν, ὅ­ταν ἦ­ταν μα­ζί, τὰ χρό­νια ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν καὶ με­γά­λω­ναν τὰ παι­διά τους.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).



		

	

Δημήτρης Παστουρματζῆς: “…ἔτσι κι ἀλλιῶς, χαμένοι εἴμαστε…”


Δη­μή­τρης Πα­στουρ­μα­τζῆς


«… ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, χα­μέ­νοι εἴ­μα­στε…»


ΡΗΓΟΡΑ! Τὸ ὀ­ξυ­γό­νο καὶ μιὰ καρ­δι­ο­το­νω­τι­κή!… Ἑ­τοί­μα­σε καὶ τὸν ὀ­ρό! Στὴν ἄ­κρη, κάν­τε χῶ­ρο… Ἔ­λα, μὴ χα­ζεύ­εις, πιά­σε τὸ οἰ­νό­πνευ­μα…

         Πα­νι­κὸς ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε στὴν ἀ­σφυ­κτι­κὰ μι­κρὴ κά­μα­ρη μὲ τὴν ἔν­το­νη μυ­ρω­διὰ τοῦ ἀν­τι­ση­πτι­κοῦ – ἰ­α­τρεῖ­ο, ἔ­γρα­φε μὲ κόκ­κι­να, κε­φα­λαῖ­α γράμ­μα­τα ἡ στρα­βο­καρφω­μέ­νη ξύ­λι­νη πι­να­κί­δα στὴν πόρ­τα. Φύ­λα­κες καὶ φυ­λα­κι­σμέ­νοι. Ὁ ἕ­νας φώ­να­ζε στὸν ἄλ­λον καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ στὸ που­θε­νά. Μό­νον ὁ κρα­τού­με­νος ποὺ ἐρ­γα­ζό­ταν σὰν νο­σο­κό­μος φαι­νό­ταν νὰ ξέ­ρει κά­πως τί τοῦ γί­νε­ται καὶ κα­τά­φερ­νε νὰ κά­νει κά­τι ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἴ­σως ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν.

         — Ἐ­σὺ νὰ τοῦ τρί­βεις συ­νέ­χεια τὰ πό­δια, γιὰ νὰ το­νώ­σου­με τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ αἵ­μα­τος, εἶ­πε σὲ μέ­να, ποὺ εἶ­χα μεί­νει ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος μπρο­στὰ σ’ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ χά­ος γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ναί­σθη­το σῶ­μα.

          Τὶς σα­που­νά­δες ξέ­πλε­να ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου ὅ­ταν τὸν εἶ­δα, γυ­μνό, νὰ σπαρ­τα­ρά­ει σὰν ψά­ρι στὸ βρό­μι­κο πά­τω­μα, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ δι­α­χω­ρι­στι­κὸ τῶν λου­τή­ρων. Στὴν ἀρ­χὴ τά ‘­χα­σα —γιὰ μπά­νιο εἴ­χα­με ἔρ­θει—, με­τὰ εἶ­δα τὴ σύ­ριγ­γα μέ­σα στὰ νε­ρά. Προ­σπά­θη­σα νὰ τὸν ση­κώ­σω μὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα κι ἔ­πε­σα πά­νω του· ἔ­βα­λα τὶς φω­νές…

         — Μὴ στα­μα­τᾶς, μοῦ εἶ­πε ὁ νο­σο­κό­μος, ὅ­που νά ‘­ναι πρέ­πει νὰ ἔρ­θουν νὰ τὸν πά­ρουν.

        Τὰ πράγ­μα­τα εἶ­χαν ἠ­ρε­μή­σει κά­πως ἀ­φό­του τοὺς ἔ­βγα­λε ὅ­λους ἔ­ξω καὶ τώ­ρα μὲ βο­η­θοῦ­σε, ἂν καὶ μᾶλ­λον ἐ­λά­χι­στα ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη νὰ κά­νει.

         — Τί βά­ρε­σε; Πρέ­ζα; μὲ ρώ­τη­σε.

         — Δὲν ξέ­ρω… Ὅ,τι σκα­τὸ ἔ­βρι­σκε, τὸ βα­ροῦ­σε.

         — Τί τὴν ἔ­κα­νες τὴ σύ­ριγ­γα;

         — Τὴν ἔ­κρυ­ψα — αὐ­τὸν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι μπο­ροῦ­σα νὰ τὸν ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι.

         — Κα­λὰ ἔ­κα­νες. Τὸν φέ­ρα­τε γρή­γο­ρα καὶ μπο­ρεῖ νὰ τὴ γλι­τώ­σει, μὴν φορ­τω­θεῖ καὶ νέ­α δι­κο­γρα­φί­α.

         Καὶ μοῦ τό ‘­χε ὁρ­κι­στεῖ ὁ μα­λά­κας πῶς τὸ ἔ­κο­ψε…

       Δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει κα­λὰ-κα­λὰ δύ­ο μῆ­νες ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ μοῦ ‘­χε μεί­νει πά­λι στὰ χέ­ρια. Πα­ρὰ τρί­χα τὴν εἶ­χε γλι­τώ­σει καὶ δὲν ἔ­πε­σε σὲ κῶ­μα, ἂν καὶ στὸ τέ­λος εἶ­χα ἀ­ναγ­κα­στεῖ νὰ τὸν κό­ψω στὸ χέ­ρι. Τοῦ εἶ­χα βου­τή­ξει τὸ κε­φά­λι σ’ ἕ­να βα­ρέ­λι μὲ νε­ρό, τὸν περ­πά­τη­σα ὑ­πο­βα­στά­ζον­τάς τον, τὸν χα­στού­κι­σα, τοῦ μι­λοῦ­σα ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες γιὰ νὰ τὸν κρα­τή­σω ξύ­πνιο, καὶ ὅταν μὲ τὰ πολ­λὰ συ­νῆλ­θε, τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­κε νὰ πεῖ ἦ­ταν πὼς τοῦ εἶ­χα χα­λά­σει τὸ με­γά­λο τα­ξί­δι στὸ ἀ­συ­νεί­δη­το. Μὲ τὸ ζό­ρι κρα­τή­θη­κα καὶ δὲν τοῦ ἔ­χω­σα κα­μιὰ μπου­νιὰ στὴ μού­ρη.

         Εἶ­χα κα­ταν­τή­σει γκου­βερ­νάν­τα του ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας μέ­ρα ποὺ τὸν φέ­ραν στὴ φυ­λα­κή, σὲ ἄ­θλια κα­τά­στα­ση ἀ­πὸ τὸ προ­χω­ρη­μέ­νο σύν­δρο­μο στέ­ρη­σης. Χε­ζό­ταν πά­νω του, ξερ­νοῦ­σε πά­νω μου, αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε, ψη­νό­ταν στὸν πυ­ρε­τό· κα­τα­κα­λό­και­ρο καὶ δὲν τοῦ φτά­ναν τρεῖς κου­βέρ­τες. Φάρ­μα­κα, κομ­πρέ­σες, ξε­νύ­χτια. Πλύ­ν’ τον, ἄλ­λα­ξέ τον, σκέ­πα­σέ τον… Τί νὰ τὸν ἔ­κα­να…

         Τὸν ἤ­ξε­ρα ἀ­πὸ «ἔ­ξω». Συμ­μα­θη­τὲς στὸ Γυ­μνά­σιο κι ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἴ­δια πα­ρέ­α ἐκ­κο­λα­πτό­με­νων ἐγ­κλη­μα­τι­ῶν. Σὰν νὰ ἦ­ταν μό­λις χθὲς —κι ἂς εἶ­χαν πε­ρά­σει δέ­κα χρό­νια— ποὺ εἶ­χα ἀ­να­κα­λύ­ψει τὴ χρή­ση τῆς σύ­ριγ­γας καὶ τῆς ἡ­ρω­ί­νης καὶ σ’ ἕ­να ἄ­θλιο ὑ­πό­γει­ο ἀ­πο­κά­λυ­πτα τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες* της ἰ­δι­ό­τη­τες σὲ ἄλ­λους πέν­τε ἢ ἕ­ξι τῆς πα­ρέ­ας. Δυ­στυ­χῶς, μά­θαι­νε κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο εὔ­κο­λα…

         — Ἂν ἀρ­γή­σουν κι ἄλ­λο, θὰ μᾶς μεί­νει στὰ χέ­ρια, εἶ­πε ὁ νο­σο­κό­μος καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω.

         Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ με­λα­νιά­ζει καὶ μὲ τὸ ζό­ρι κα­τα­λά­βαι­νες ὅ­τι ἀ­να­πνέ­ει. Μὲ πιά­σαν τὰ κλά­μα­τα. Ἤ­θε­λα νὰ τὸν ἀγ­κα­λιά­σω, νὰ τοῦ πῶ «Μὴν πα­ρα­δί­νε­σαι».

         Κά­ποι­ος μὲ τρά­βη­ξε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο. Φω­νὲς καὶ πα­νι­κὸς πά­λι.

         — Γρή­γο­ρα, στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο…

         — Στὴν ἄ­κρη, νὰ βγεῖ τὸ φο­ρεῖ­ο…

         — Γρή­γο­ρα…

         Ἔ­μει­να νὰ κοι­τά­ζω τὸ πά­τω­μα.

         — Ἡ­σύ­χα­σε, θὰ τὴν πη­δή­ξει. Ἐ­σὺ ἕ­τοι­μα­σου, για­τί θὰ σὲ φω­νά­ξουν νὰ δώ­σεις κα­τά­θε­ση, εἶ­πε κά­ποι­ος πί­σω μου.

         Κού­νη­σα τὸ κε­φά­λι μη­χα­νι­κά. Στ’ αὐ­τιά μου μιὰ ἄλ­λη φω­νή, ξε­ψυ­χι­σμέ­νη κι ἀ­πό­μα­κρη, ἐ­κεῖ στὸ μπά­νιο, λί­γο προ­τοῦ χά­σει τὶς αἰ­σθή­σεις του:

         «Μὴν προ­σπα­θεῖς, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς χα­μέ­νοι εἴ­μα­στε».


Σ.τ.σ. Ἡ ἡ­ρω­ί­νη στὴ γλώσ­σα τῶν το­ξι­κο­μα­νῶν λέ­γε­ται καὶ “πα­ρα­μύ­θα”.


Πη­γή: Ὁ γενναῖος ποὺ δὲν εἶμαι (ἐκδόσεις Ἐντευκτηρίου, 1995). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Ἐν­τευ­κτή­ριο, ἀρ. 28-29, Φθι­νό­πω­ρο-Χει­μώ­νας 1994.

Δη­μή­τρης Πα­στουρ­μα­τζῆς (Σέρρες, 1964). Ἔκανε φυλακὴ, ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὶς Σέρρες. Συμμετεῖχε στον συλλογικὸ τόμο Κασσαβέτεια (1998).


Δημήτρης Χριστόπουλος: Kolynos


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Kolynos


ΡΙΝ ΑΠΟ ἕ­ναν χρό­νο πέ­θα­νε ὁ θεῖ­ος μου. Ὅ­ταν ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του, ἄ­κου­γε τὸ Hallelujah τοῦ Leonard Cohen. Ἀ­πὸ τό­τε κόλ­λη­σα κι ἐ­γὼ γιὰ τὰ κα­λὰ μὲ τὸν Κα­να­δὸ τρα­γου­δο­ποι­ό. «Ἔ­χου­με τὴν ἴ­δια ἡ­λι­κί­α» ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­φεν­τιά μου θὰ φύ­γει πρώ­τη. Ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι συ­χνά το μνῆ­μα του γιὰ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Εἶ­μαι ὁ μο­να­δι­κὸς συγ­γε­νής του.

          «Νὰ φρον­τί­ζεις γιὰ τὴν κα­θα­ρι­ό­τη­τά σου» μοῦ ἔ­λε­γε. «Πο­τὲ μὴν φεύ­γεις ἀ­πὸ τὸ σπί­τι δί­χως κα­θα­ρὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­σώ­ρου­χα, καί, προ­πάν­των, χω­ρὶς νὰ ἔ­χεις πλύ­νει τὸ στό­μα σου ἐ­πι­με­λῶς μὲ τὴν κα­τάλ­λη­λη ὀ­δον­τό­βουρ­τσα καὶ μὲ ὀ­δον­τι­κὸ νῆ­μα. Στὸ τέ­λος νὰ κά­νεις καὶ πλύ­σεις μὲ ἁ­λα­τό­νε­ρο γιὰ νὰ σφίγ­γουν τὰ οὖ­λα.»

          Στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ τοῦ ἔ­βα­λα τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του ὀ­δον­τό­βουρ­τσα. Στὴ μαρ­μά­ρι­νη θή­κη κά­τω ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρὸ βρί­σκε­ται μιὰ Kolynos, τὴν ὁ­ποί­α κά­θε δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τι­κα­θι­στῶ μὲ μιὰ και­νούρ­για.

          Ὁ θεῖ­ος μου, παι­δὶ τῆς Κα­το­χῆς, λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ πε­θά­νει λό­γῳ ἀ­βι­τα­μί­νω­σης. Στὰ εἴ­κο­σι πέν­τε του ἔ­χα­σε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του δόν­τι.



Πηγή: ἐφημερίδα Molonoti, 29-04-2017.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Σπουδάζει «Δημιουργική Γραφή» στὸ Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ, (δ)έ­κα­τα, Book­press, στὶς ἱ­στο­­σε­λί­­δες Fractal καὶ Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κό ἱ­στό­το­πο «Ἠ­λε­κτρο­νι­κή Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κών Θε­μά­των».



		

	

Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ὁ Γενάκιας



Γιώργης Χριστοφιλάκης


Ὁ Γε­νά­κιας


ΣΤΡΑΤΟΣ ξε­κα­θά­ρι­ζε τὸ ἀν­τάρ­τι­κο στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο. Εἴ­χα­νε ζώ­σει Μά­υ­δες τὶς πό­λεις καὶ Χί­τες τὰ χω­ριά. Μπλο­κα­ρι­σμέ­νοι μέ­σα στοὺς λόγ­γους, σὲ πα­του­λι­ές, γού­πα­τα, κρύ­βον­ταν νη­στι­κοὶ καὶ ψει­ρι­ά­ρη­δες οἱ ἀν­τάρ­τες… Στὰ χω­ριὰ οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες σά­πι­ζαν κά­θε μέ­ρα στὸ ξύ­λο τοὺς γέ­ρους ὁ­πού ‘­χαν παι­διὰ στὸ βου­νό, βρί­ζα­νε πρό­στυ­χα τὶς γυ­ναῖ­κες τους, βά­να­νε φω­τιὰ καὶ καί­γα­νε σπί­τια μὲ ὑ­πάρ­χον­τα μέ­σα, μα­ζὶ μὲ οὕ­λη τὴ σπι­το­συ­γύ­ρι­ση… Πέν­τε στε­φά­νια ψη­λὰ ἀ­νέ­βη­κε ἡ φω­τιὰ στοῦ Γι­αν­νι­κά­κη τὸ σπί­τι, για­τὶ εἶ­χε γαμ­πρό, τὸν Μπα­σα­ρά, στὸ βου­νό. Ὁ­λά­κε­ρο ὁ­πλο­στά­σιο ἔ­κρυ­βε στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο ὁ πα­πα-Χρῆ­στος κι ὁ γιός του πρό­δι­νε τὰ στέ­κια τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴ με­ραρ­χί­α. Κι ἀ­πὲ τὸν τσά­κω­σαν μ’ ἄλ­λους πέν­τε οἱ κα­τσα­πλιά­δες, τοὺς δί­κα­σαν καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τοὺς κό­ψα­νε μὲ τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

       Ὁ Τσε­λί­δης, μὲ δι­πλό­στρι­φτο μου­στά­κι, σκό­τω­νε τὸν και­ρό του ὄ­ξω στοῦ Κα­ρα­φε­λού­κα τὸ μα­γα­ζὶ καὶ σὰν δὲ χά­λα­γε ἀν­τάρ­τες ἔ­κο­βε μὲ τὸ πι­στό­λι του στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα τὸ τσι­γά­ρο στὴ μέ­ση…

       Γε­νά­ρης 1949. Στὰ Με­μέ­ι­κα. Τριά­ντα πέν­τε σπί­τια. Εἴ­κο­σι πέν­τε φου­γά­ρα νὰ κα­πνί­ζουν… Κα­μιὰ κα­το­πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­ταῖ­οι ὅ­λο κι ὅ­λο τὸ χω­ριό… Ἐκ­κλη­σιά, σχο­λει­ὸ καὶ κοι­νό­τη­τα μα­ζί. Ἕ­να στρέμ­μα τό­πος. Κά­τω κάμ­πος με­γά­λος, ρεί­κια καὶ πουρ­νά­ρια φί­σκα. Δυ­ὸ λι­ο­τρί­βια καὶ ψη­λὰ τὸ βου­νὸ Ἑλ­λη­νί­τσα φί­σκα, ἔ­λα­τα καὶ με­λίσ­σια, ν’ ἀ­ρα­δί­ζουν* μέ­λισ­σες. Ὁ Δρόγ­γος κι ἡ Ψα­θρί­τσα νὰ σούρ­νουν τὰ νε­ρά… Λα­σπου­ριὰ καὶ βο­ριὰς ποὺ νὰ σοῦ τρυ­πά­ει τὸ κό­κα­λο…


ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΝΑΚΙΑΣ

Ἀ­μοι­βή: 50.000 σ’ ὅ­ποι­ον, κα­θ’ οἱ­ον­δή­πο­τε

τρό­πο, βο­η­θή­σει στὴ σύλ­λη­ψη κ. λ.π.


       Καρ­φω­μέ­νη ἡ δι­α­τα­γὴ καὶ στὰ δυ­ὸ μα­γα­ζιά. Ξη­με­ρο­βρα­δι­α­ζόν­του­σαν μέ­σα οἱ Χί­τες. Κερ­νά­γα­νε τὸν Τσε­λί­δη μα­στί­χα καὶ λου­κού­μι, παῖ­ζαν ξε­ρὴ καὶ κα­ψα­λά­γα­νε σύ­κα στὴ σόμ­πα.

       — Ἀ­μοι­βὴ 50.000. Σ’ ὅ­ποι­ο­νε τό­νε βρεῖ καὶ τὸν προ­δώ­κει…, μουρ­μού­ρα­γε ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας. Ἀ­κοῦς; Ἀ­κού­ω νὰ λές…

       Ὁ Γε­νά­κιας εἶ­χε ξο­μεί­νει στὸ βου­νὸ μὲ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ ἀν­τάρ­τες νιού­τσι­κους. Λά­κα­γε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ τὶς νύ­χτες. Κρυ­βό­τα­νε τὴ μέ­ρα. Μα­ζὶ μὲ τὸν Πέρ­δι­κα, τὸν Κον­τα­λώ­νη, τὸν Κλα­ρί­νη, τὸ Σα­τα­νᾶ, τὸν Κα­ρα­μού­ζη κι ἄλ­λους, εἴ­χα­νε πιά­σει τὰ βου­νὰ τῆς Ἀρ­κα­δί­ας λη­μέ­ρια. Ὁ Γε­νά­κιας δὲν τὸ κα­τα­δε­χό­τα­νε νὰ στεί­λει τοὺς συν­τρό­φους του στὸ χω­ριὸ γιὰ ψω­μί. Κα­τέ­βαι­νε ὁ ἴ­διος. Πό­τε στὸ ἕ­να κο­νά­κι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Ἕ­να καρ­βέ­λι ψω­μὶ τὴ βδο­μά­δα. Νε­ρὸ βρί­σκα­νε στὸ βου­νὸ μπό­λι­κο. Χει­μώ­νας και­ρὸς καὶ σπη­λι­ὲς γι’ ἀ­πάγ­κιο… Πό­τε κα­τέ­βαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Πό­τε στοῦ Στα­θο­λιᾶ… Ἐ­πε­ρί­με­νε, πλά­για­ζαν οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες στὸ σχο­λει­ὸ ἢ στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο τοῦ πα­πᾶ κι ἀ­μο­λυ­ό­τα­νε, ἀ­πὸ τὶς Λάκ­κες, ὁ ἀν­τάρ­της τὸν κα­τή­φο­ρο, λι­θά­ρι τὸ λι­θά­ρι… ρέ­μα τὸ ρέ­μα στὸ ἀ­κρια­νὸ σπί­τι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τοῦ ‘­δι­νε ὁ Στα­θο­λιᾶς τὸ καρ­βέ­λι τὸ ψω­μὶ καὶ τοῦ ‘­κλει­νε κα­τά­μου­τρα τὴν πόρ­τα. Φο­βό­τα­νε νὰ τὸν προ­δώ­κει, ἔ­τσι ποὺ ἤ­τα­νε ἄ­γριος κι ὁ­πλι­σμέ­νος κάρ­γα. Τὴν ἄλ­λη βδο­μά­δα πή­γαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       — Γέ­ρο, ὁ Γε­νά­κιας. — Ἔ­λα μέ­σα.

       — Εἶ­δες τὸ δι­κό μου παι­δί; — Ὄ­χι.

       — Πά­ρε τὸ σα­κού­λι.

       — Μό­νο ψω­μί…

       Τὸν ἀ­γνάν­τευ­ε τὸ ἀ­ϊ­τή­σιο μά­τι τοῦ γέ­ρου μέ­χρι πέ­ρα τὸ ρέ­μα. Μαν­τά­λω­νε με­τὰ τὴν πόρ­τα καὶ κου­κου­βι­ζό­ταν* κον­τὰ στὴ γριά του. Ἐν­νιὰ παι­διὰ καὶ σὰν τῆς κό­τας τὰ που­λιὰ λά­κι­σαν οὗ­λα…

       Δὲν εἶ­χε ἐλ­πί­δες τὸ ἀν­τάρ­τι­κο πιὰ κι ὁ Στα­θο­λιᾶς ξε­μύ­τι­σε στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Λού­κα. Στοῦ πα­πᾶ – τὸ καί τό… ὁ Γε­νά­κιας. Οἱ Μά­υ­δες τοῦ στή­σα­νε καρ­τέ­ρι. Με­ρό­νυ­χτο, βάρ­δια στὸ κο­νά­κι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τὸ ἤ­βλε­πε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης ἀ­πὸ πέ­ρα καὶ δὲν πλά­για­ζε τὶς νύ­χτες. Ἐ­πε­ρί­με­νε νὰ τὸν δεῖ. Νὰ τοῦ σφυ­ρί­ξει. Νὰ πά­ρει μυ­ρου­διὰ νὰ λα­κί­σει…

       Σαβ­βα­τό­βρα­δο. Ἀ­πὸ τὴν Πα­να­γιὰ ἀ­κου­γό­τα­νε ἡ λι­α­νο­φω­νού­λα τοῦ Κου­τσο­γρη­γό­ρη στὸν ἑ­σπε­ρι­νὸ καὶ τοῦ πα­πα-Χρή­στου τὸ θυ­μια­τό. Ὁ Γε­νά­κιας ἀ­φῆ­κε καὶ μπῆ­κε ἡ νύ­χτα δυ­ὸ στε­φά­νια κι ἀ­μο­λή­θη­κε, ἀ­πὸ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα τὰ μαν­τριά, τὸν κα­τή­φο­ρο. Κρυ­ώ­να­νε τὰ συν­τρό­φια, ἀλ­λὰ ποῦ φω­τιά…. Μή­τε κο­λο­στρώ­ση. Τρί­βα­νε τὸ κορ­μί τους στὶς πέ­τρες. Νὰ ζε­στα­θεῖ… Σγου­φτὰ* πέ­ρα­σε ἀ­πο­δί­πλα στὴν ἴσ­μπα τοῦ Κα­τσι­α­νά­κου. Στά­θη­κε. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Τὸν εἶ­δε καὶ σφύ­ρι­ξε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης. Ξα­χνα­σφύ­ρι­ξε μπᾶς κι ἀ­κού­σει καὶ λα­κί­σει. Ἀ­λα­φρο­πα­τών­τας ὁ ἀν­τάρ­της τὸ πλα­κό­στρω­το κρύ­φτη­κε γιὰ λί­γο στὴν κα­ρυ­διὰ καὶ μ’ ἕ­να σάλ­το κούρ­νια­σε στὸ κο­τέ­τσι. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κε. Ἡ­συ­χί­α πέ­ρα γιὰ πέ­ρα. Ἕ­να δυ­ὸ κο­κό­ρια καὶ τὸ σκυ­λὶ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα, ἡ Κο­ρα­κού­λα, βά­βι­ζε*. Τό ‘­φερ­νε γιὰ χι­ο­νιά… Ζύ­για­σε φω­νή:

       — Μπάρ­μπα Λιά…

       Δὲν κά­πνι­ζε τὸ φου­γά­ρο. «Θὰ πλά­για­σαν», νο­γή­θη­κε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κο­τέ­τσι καὶ κόν­τε­ψε στὴν πόρ­τα.

       — Γέ­ρο Στα­θο­λιά…

       Χτύ­πη­σε. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα, πά­τη­σε τὸ πο­λυ­βό­λο ὁ Μά­υς καὶ τὸν θέ­ρι­σε. Δυ­ὸ τρεῖς ρι­πὲς ἀ­πὸ πά­νω… Πέντ’ ἕ­ξι κού­φι­ες… Χα­μο­σύρ­θη­κε ὁ Γε­νά­κιας μέ­χρι τὴ γού­βα τὸν ἀ­σβέ­στη, τρά­βη­ξε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα ποὺ κρέ­μα­γε στὸ ζου­νά­ρι, ἔ­βγα­λε τὸν κρί­κο καὶ τὴν κρά­τη­σε στὰ χέ­ρια του μέ­χρι ποὺ ἔ­σκα­σε… Ἀ­λα­φρὸ τὸ κορ­μὶ κύ­λι­σε μέ­σα καὶ χά­θη­κε στὴ γού­βα. Τὸ χέ­ρι ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα εἶ­χε μεί­νει τὸ μι­σὸ ὄρ­θιο μέ­σα στὸ σβη­σμέ­νο χαρ­μά­νι καὶ σὰν πί­δα­κας ἔ­τρε­χε τὸ αἷ­μα, κα­τα­κόκ­κι­νο, πά­νω στὸν κά­τα­σπρο ἀ­σβέ­στη. Πε­τά­χτη­καν πέν­τε Μά­υ­δες ἀ­πὸ τοῦ Στα­θο­λιᾶ καὶ πῆ­ραν τὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­γά­δες πυ­ρο­βο­λών­τας καὶ χτυ­πών­τας τὴ με­γά­λη καμ­πά­να τῆς Πα­να­γιᾶς. Ἀ­νά­στα­ση, θὰ τσέ­πω­ναν δέ­κα χι­λιά­δες ὁ κα­θέ­νας καὶ τοῦ ἀ­πο­σπα­σμα­τάρ­χη τα συ­χα­ρί­κια. Γλεν­το­κό­πι οὕ­λη νύ­χτα με­τὰ καὶ σὰν ἔ­πι­α­σε νὰ ξη­με­ρώ­νει, ἔ­βγα­λαν τὸ Γε­νά­κια ἀ­πὸ τὴ γού­βα καὶ στή­σαν χο­ρὸ γύ­ρω του. Με­τὰ τοὺς ἦρ­θε τὸ χα­βέ­σι* νὰ τὸν δέ­σουν πα­ρα­μά­σχα­λα, μὲ τρι­χιά, ἀ­πὸ τὸ σα­μά­ρι στὴ φο­ρά­δα τοῦ Λυ­κούρ­γου καὶ τὸν σούρ­να­νε στὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­κά­δες, πί­νον­τας κρα­σὶ καὶ πυ­ρο­βο­λών­τας στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀ­πο­με­σή­με­ρο τὸν ἤ­φε­ραν στὸ προ­αύ­λιο τῆς Πα­να­γιᾶς.

       Δυ­ὸ Πο­λι­α­νί­τες Μά­υ­δες ἔ­κο­ψαν κον­τό­κου­ρα* ἀ­πὸ τὴ μου­ριὰ τοῦ Κου­σι­ου­ρα­πο­στό­λη καὶ τρά­βη­ξαν κα­τὰ τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Τὸν βρῆ­καν στ’ ἀπά­νου κα­λύ­βι νὰ τα­ΐ­­ζει μιὰ γι­δού­λα ποῦ ‘­χε.

       — Ποῦ εἶ­ναι τὸ παι­δί σου, γέ­ρο;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὁ γαμ­πρός σου κά­νε;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὅ­μως νὰ σφυ­ρᾶς ξέ­ρεις…

       Πέ­σα­νε πά­νω στὸ γέ­ρο σὰν κάρ­γι­ες καὶ χτυ­πά­γα­νε στὸ σταυ­ρό. Ἔ­τρε­ξε τὸ αἷ­μα στὰ παν­τε­λό­νια, στὴν που­κα­μί­σα κι ἔ­πη­ξε μέ­σα στὰ τσα­ρού­χια του… Ὁ ἕ­νας πῆ­ρε ἀ­πὸ δί­πλα ἕ­να χα­ρα­νὶ* πα­γω­μέ­νο νε­ρὸ καὶ τό ‘χυ­σε πά­νω στὸ κορ­μὶ τοῦ γέ­ρου ν’ ἀ­πο­κά­μει… Τὸ Μάρ­κο πᾶ­ν’ στὴν ἐκ­κλη­σιά. Τὸ Μάρ­κο πᾶν’ στὸ μνῆ­μα. Ξήν­τα πα­πά­δες πᾶ­ν’ μπρο­στά… Ἄλ­λος κα­λύ­τε­ρα δὲν τὸ τρα­γού­δη­σε ἀ­π’ τὸ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       Οἱ ἄλ­λοι βα­ρή­γα­νε τὴν καμ­πά­να νὰ μα­ζω­χτεῖ τὸ χω­ριό.

       — Πᾶ­με.

       Μπρο­στὰ ἡ θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Καὶ πί­σω ὁ γκο­νάς του. Ἑ­φτά­χρο­νος. Κα­τε­βή­κα­νε στὴν Πα­να­γιά. Ἐ­κεῖ ὁ γκο­νᾶς γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­δε τὸ Γε­νά­κια. Ἀ­πὸ τὸ σούρ­σι­μο στὰ σο­κά­κια εἶ­χε γί­νει χου­λού­ζης* κι ἄ­γνω­ρος. Ἕ­να κου­βά­ρι λά­σπες. Ὁ Τσε­λί­δης μὲ τὰ χέ­ρια χω­μέ­να στὶς τσέ­πες πά­γαι­νε κι ἐρ­χό­ταν… Γύ­ρω γύ­ρω στὰ του­ρά­κια* τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς, ὄρ­θιοι, γέ­ροι, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­τα­ῖ­οι. Μέ­σα στὸ προ­αύ­λιο, κα­μιὰ δε­κα­ριὰ Μά­υ­δες, ὁ πρό­ε­δρος, ὁ πα­πάς, ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας κι ὁ Στα­θο­λιᾶς. Ὁ Τσε­λί­δης τρά­βη­ξε τὸ πι­στό­λι κι ἔ­κα­νε νό­η­μα στὸ Γι­αν­νά­κο τοῦ Μπα­σα­ρᾶ, γυ­μνα­σι­ό­παι­δο, νὰ πλη­σιά­σει.

       — Ἔ­λα δῶ, Μπα­σα­ρό­που­λο.

       Ὁ Γι­αν­νά­κης ἔ­κα­νε δυ­ὸ βή­μα­τα.

       — Πά­ρ’ τὸ τσε­κού­ρι ἀ­π’ τὴν ἐ­λιὰ καὶ κό­ψ’ του τὸ κε­φά­λι.

       — Δὲν μπο­ρῶ.

       — Πά­ρ’ το καὶ κό­ψ’ το, μοῦ­λε, για­τὶ θὰ σοῦ γε­μί­σω τὰ ἄν­τε­ρα σφαῖ­ρες.

       Ὁ Γι­αν­νά­κος ἔμ­πη­ξε τὸ κλά­μα. Ὁ Τσε­λί­δης τοῦ ‘­ρι­ξε δυ­ὸ τρεῖς μπι­στο­λι­ὲς στὰ πό­δια, πῆ­ρε τὴν τρι­χιὰ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νος ὁ Γε­νά­κιας, τὸν ἔ­σου­ρε μέ­χρι τὸ κομ­μέ­νο κυ­πα­ρίσ­σι, τοῦ ‘­βα­λε τὸ κορ­μὶ πά­νου στὸ κού­τσου­ρο καὶ μὲ μιὰ τσε­κου­ριὰ τοῦ πῆ­ρε τὸ κε­φά­λι. Τι­νά­χτη­κε τὸ στῆ­θος νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θιο, ἔ­γει­ρε κι ἔ­πε­σε δί­πλα στὸ κού­τσου­ρο. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, τὸ κε­φά­λι κύ­λη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­λιά. Ἐ­κεῖ ζύ­γω­σε ἡ γριὰ τοῦ Γι­ο­το­λιᾶ, ὁ­πού ‘χε γιὸ ταγ­μα­τάρ­χη στὸ στρα­τό, κι ἄ­νοι­ξε κου­βέν­τα μὲ τὸ κε­φά­λι.

       — Πα­λι­ο­κα­τσα­πλιά… Κα­λὰ σοῦ κά­μα­νε… Μᾶς βού­τα­γες τὸ ψω­μί…

       Κι ὅ­λο κλό­τσα­γε τὸ κε­φά­λι τοῦ Γε­νά­κια, ποὺ δὲν εἶ­χε κλεί­σει ἀ­κό­μα τὰ τριά­ντα…


ἀραδίζω = (ἀρκαδ.) περνοδιαβαίνω.

κουκουβίζω = κουρνιάζω, ζαρώνω.

σγουφτά = σκυφτά.

βαβίζω = γαυγίζω.

χα­βέ­σι = (τουρκ.) κέφι.

κοντόκουρο = κομμάτι ξύλου, μπαστούνι.

χαρανί* = μεταλλικὸς κουβάς, κατσαρόλα.

χου­λού­ζης, ὁ = (τουρκ.) ἐλαττωματικός, λειψός.

τουράκι, τό = (τουρκ.) πάγκος.


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πε­τρο­πό­λε­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­στέ­ρι, Ἀ­θή­να, 1981.

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Ἑλληνίτσα [Με­μή] Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, ἠ­θο­ποιΐα, σκη­νο­θε­σί­α, δι­ή­γη­μα, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Γιὰ χρό­νια Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Πρω­το­δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­να­γέν­νη­σις τῆς Με­γα­λό­πο­λης. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ἔβγα ψυχὴ ἀπ’ τὸ κορ­μί (Βιω­μα­τικὰ ἀφη­γή­μα­τα, Ἑλλη­νικὰ Γράμ­μα­τα, Ἀθή­να, 2006).



		

	

Γιάννης Καρκανέβατος: Παπούτσια νούμερο 42

karkanebatosgiannis-papoutsianoumero42-eikona-04


Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς 


Πα­πού­τσια νού­με­ρο 42

 

Στὴ μνή­μη τοῦ Δι­ο­νύ­ση


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initialΡΙΣΤΕ», εἶ­πε ἡ νο­σο­κό­μα ἀ­κουμ­πών­τας ἕ­να κου­τὶ ἀ­πὸ πα­πού­τσια νού­με­ρο 42 στὰ χέ­ρια μου. Τὶς τε­λευ­ταῖ­ες βδο­μά­δες —τὶς λί­γες στιγ­μὲς ποὺ ἔ­λει­πα ἀ­πὸ κον­τά του— μὲ δι­α­κα­τεῖ­χε ἡ ἀ­γω­νί­α τοῦ λευ­κοῦ, φρε­σκο­στρω­μέ­νου κρε­βα­τιοῦ ποὺ σή­με­ρα ἔ­μελ­λε νὰ συ­ναν­τή­σω. Ἦ­ταν σὰν νὰ κό­πη­κε ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α τῆς ζω­ῆς μου. Μὲ τὸ κου­τὶ πα­ρα­μά­σχα­λα, πῆ­ρα τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, κα­θι­σμέ­νος ἀ­πέ­ναν­τι, κοί­τα­ζε μιὰ τὸ κου­τὶ καὶ μιὰ τὰ πα­πού­τσια του. «Ἂν τὰ προ­σέ­χε­τε, θὰ σᾶς βγά­λουν μιὰ ζω­ή», μοῦ εἶ­πε. Στὸ σπί­τι τὸ ἄ­νοι­ξα. Μέ­σα βρι­σκό­ταν τὸ κι­νη­τό του, τὸ ρο­λό­ι ποὺ τοῦ εἶ­χα κά­νει δῶ­ρο στὰ προ­πέρ­σι­να γε­νέ­θλια, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του φου­λά­ρι, κι ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι —σί­γου­ρα ὄ­χι δι­κό του— ποὺ ἡ νο­σο­κό­μα μᾶλ­λον βρῆ­κε στὸ κο­μο­δί­νο καὶ θε­ώ­ρη­σε πὼς τοῦ ἀ­νῆ­κε. Τὸ κι­νη­τὸ ἄρ­χι­σε νὰ κου­δου­νί­ζει. Στὴν ὀ­θό­νη σχη­μα­τί­στη­κε ἡ φρά­ση «ἄ­γνω­στος ἀ­ριθ­μός». Τὸ σή­κω­σα κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, ψέλ­λι­σα ἕ­να ξέ­πνο­ο ἐμ­πρὸς ἀλ­λὰ ὅ­ποι­ος καὶ νὰ ἦ­ταν, τὸ ἔ­κλει­σε χω­ρὶς κου­βέν­τα. Σκέ­φτη­κα πὼς θά ’­πρε­πε νὰ ὁ­ρί­σου­με ἕ­ναν χῶ­ρο στὸ πάρ­κο, στὴν ἄ­δεια στέρ­να ἴ­σως, κά­τω ἀ­π’ τὰ πλα­τά­νια, ὅ­που θὰ μα­ζεύ­α­με ὅ­λα τὰ ὀρ­φα­νὰ πλέ­ον κι­νη­τὰ κι αὐ­τὰ θὰ χτυ­ποῦ­σαν ἀ­συν­τό­νι­στα. Κλή­σεις ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους ποὺ δὲν θὰ εἶ­χαν ἀ­κό­μα ἐ­νη­με­ρω­θεῖ, ἢ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς τοὺς ἴ­διους, ποὺ θὰ κα­λού­σα­με ποὺ καὶ ποὺ κι ἄς μὴν πε­ρι­μέ­να­με ἀ­πάν­τη­ση. Θὰ συν­θέ­τα­με ἔ­τσι τὴν με­λω­δί­α τῆς θλί­ψης καὶ τὰ που­λιὰ στὸ πάρ­κο θὰ ἔ­φευ­γαν στὸν οὐ­ρα­νό, δι­ωγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­κα­τα­νό­η­το ἦ­χο τῶν ἀν­θρώ­πων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς  (Σέρ­ρες, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο (ΕΜΠ) καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ σχο­λὴ Σταυ­ρά­κου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ σὰν μη­χα­νι­κὸς ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (σκη­νο­θε­σία), μὲ τὸ video art (θέ­α­τρο) καὶ μὲ τὴν γρα­φὴ (σε­νά­ρια, δι­η­γή­μα­τα). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μα­θαί­νον­τας Πο­δή­λα­το (ἐκ­δ. Κέ­δρος, 2013).



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ὁ σκύ­λος


07-buzzati-oskylos-mtf-apotaitalikap-fournarisl453-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ὁ σκύ­λος

(Il cane)


«ΚΑΜΙΑ ΕΙΚΟΣΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ πρίν», μοῦ δι­η­γό­ταν ὁ δό­κτο­ρας Ντι­έγ­κο Βέ­σκα, για­τρὸς ἀ­πὸ τὴ Βερ­μπά­νια, «εἶ­χα ἕ­ναν ὑ­πέ­ρο­χο μο­λοσ­σὸ ποὺ τὸν λέ­γα­νε Φού­ριο καὶ ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­λά­τρευ­τος. Ἦ­ταν τό­σο ὑ­πέ­ρο­χος, ὥ­στε ἕ­να μοι­ραῖ­ο βρά­δυ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Τὸν ἔ­ψα­ξα παν­τοῦ. Ἤ­μουν ἀ­πελ­πι­σμέ­νος· γύρ­να­γα γιὰ μῆ­νες κι ἀ­πὸ τὶς δυ­ὸ με­ρι­ὲς τῆς λί­μνης, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κά­ποι­ος μου τὸν εἶ­χε κλέ­ψει…

       »Ὣς ἐ­δῶ, θὰ μοῦ πεῖ­τε, τί­πο­τε πε­ρί­ερ­γο. Ἀ­κοῦ­στε ὅ­μως. Πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τό­τε πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια, ὅ­ταν ἕ­να πρω­ὶ παίρ­νω τὸ φε­ριμ­πὸτ γιὰ τὸ Λα­βέ­νο, ὅ­πως κά­νω του­λά­χι­στον δυ­ὸ φο­ρὲς τὴν ἑ­βδο­μά­δα, ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα. Βρι­σκό­μουν στὴν πρύ­μνη καὶ τὸ κα­ρα­βά­κι μό­λις εἶ­χε ξε­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴν προ­κυ­μαί­α, ὅ­ταν βλέ­πω νὰ ἔρ­χε­ται τρε­χά­τος, μαν­τέψ­τε ποι­ός, ὁ Φού­ριό μου, ὁ­λό­ιδιος. Στα­μα­τά­ει στὴν ἄ­κρη τῆς προ­κυ­μαί­ας, γα­βγί­ζει δυ­ὸ τρεῖς φο­ρὲς κι ὕ­στε­ρα βου­τά­ει στὸ νε­ρὸ κι ἀρ­χί­ζει νὰ κο­λυμ­πά­ει. Τὸ κα­ρα­βά­κι εἶ­χε πιὰ ξε­κι­νή­σει κι ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ μὲ προ­φτά­σει τὸ φου­κα­ρι­ά­ρι­κο τὸ ζων­τα­νό. Τό­τε ἀρ­χί­ζω νὰ φω­νά­ζω «Στα­μα­τῆ­στε! Στα­μα­τῆ­στε!» Τρέ­χω πά­νω νὰ ζη­τή­σω τὸν κα­πε­τά­νιο ποὺ μὲ ἤ­ξε­ρε, τὸν ἱ­κε­τεύ­ω νὰ στα­μα­τή­σει. Στὸ με­τα­ξὺ ὁ σκύ­λος συ­νέ­χι­ζε νὰ κο­λυμ­πά­ει, ἀλ­λὰ ἦ­ταν πιὰ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος κι ἐ­γὼ συ­νέ­χι­ζα νὰ τοῦ φω­νά­ζω Φού­ριο, Φού­ριο, γιὰ νὰ τοῦ δώ­σω κου­ρά­γιο, ἀλ­λὰ τὸν ἔ­βλε­πα ὁ­λο­έ­να πιὸ μα­κρυ­ά. Ἦρ­θε κι ὁ κα­πε­τά­νιος στὴν πρύ­μνη καὶ τοῦ ἔ­δει­ξα τὸ σκύ­λο ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε, ἀλ­λὰ ἔ­λε­γε πὼς δὲν ἔ­βλε­πε τί­πο­τα. Οἱ ἄλ­λοι ἐ­πι­βά­τες ἔ­λε­γαν, κι αὐ­τοί, ὅ­τι δὲν ἔ­βλε­παν τί­πο­τα, κι ἄρ­χι­σαν νὰ μὲ κοι­τοῦν μὲ ἕ­να τρό­πο σὰν νὰ μὲ περ­νά­γα­νε γιὰ τρε­λό.

       »Τε­λι­κά, ὁ κα­πε­τά­νιος, ἀ­φοῦ μὲ εἶ­δε ποὺ ἤ­μου­να τό­σο τα­ραγ­μέ­νος, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ μὲ εὐ­χα­ρι­στή­σει, γύ­ρι­σε τὸ φε­ριμ­πὸτ με­ρι­κὲς ἑ­κα­τον­τά­δες μέ­τρα πί­σω, μό­νο γιὰ νὰ μὲ πεί­σει ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­να σκυ­λὶ ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε· καὶ πραγ­μα­τι­κά, ὅ­ταν τὸ φε­ριμ­πὸτ ἄρ­χι­σε νὰ γυρ­νά­ει, ὁ Φού­ριο εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ κι ἐ­γὼ δὲν ξα­να­εῖ­πα τί­πο­τα, γιὰ νὰ μὴ μὲ νο­μί­σουν τε­λεί­ως πα­λα­βό.

       »Ὣς ἐ­δῶ, θὰ μοῦ πεῖ­τε, τί­πο­τα πε­ρί­ερ­γο. Ὅ­μως ἀ­κοῦ­στε. Ἀ­πὸ τό­τε κά­θε δυ­ὸ-τρεῖς μῆ­νες, μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νείς, ἡ σκη­νὴ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται: δὲν ἔ­χει κα­λὰ-κα­λά το φε­ριμ­πὸτ ξε­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη καὶ φτά­νει τρέ­χον­τας μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη αὐ­τός, ὁ Φού­ριο, ποὺ ρί­χνε­ται στὸ νε­ρὸ καὶ δρό­μο πί­σω ἀ­πὸ τὸ κα­ρα­βά­κι. Μὰ τὸ κα­ρα­βά­κι προ­χω­ρᾶ πιὸ γρή­γο­ρα ἀπ΄αὐ­τὸν καὶ τὸ δύ­στυ­χο τὸ ζων­τα­νὸ μέ­νει πί­σω καὶ κο­λυμ­πᾶ μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας· καὶ μὲ κοι­τᾶ, μὲ κοι­τᾶ. Αἰ­σθά­νο­μαι τὰ μά­τια του ποὺ μπαί­νουν ἐ­δῶ μέ­σα», κι ἔ­δει­χνε τὴν καρ­διά του. «Ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ ὁ Φού­ριο δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νει καὶ βλέ­πω τὸ κε­φα­λά­κι του νὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται κά­τω ἀπ΄τὸ νε­ρό· κά­θε φο­ρὰ τὰ ἴ­δια… Ὅ­μως δὲν τὸν κα­λῶ· μέ­νω ἤ­ρε­μος, δὲν φω­νά­ζω νὰ στα­μα­τή­σει τὸ κα­ρα­βά­κι. Ξέ­ρω ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­να φάν­τα­σμα. Ἂν κά­νω τὸ λο­γα­ρια­σμό, σή­με­ρα θά ΄πρε­πε νὰ ἦ­ταν εἴ­κο­σι τεσ­σά­ρων χρο­νῶν. Πο­τὲ σκύ­λος δὲν ἔ­ζη­σε τό­σο.» Δά­κρυ­α χα­ρά­κω­ναν τὰ μά­γου­λά του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.