Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης: Ἡ κυρία Σύνα



Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης


Ἡ κυ­ρί­α Σύ­να


ΙΣΩ ΤΟΥ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἕ­νας χάρ­της τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἐ­κεῖ­νος μὲ ὑ­πό­νοι­α ἀ­χυ­ρέ­νι­ων μαλ­λι­ῶν κά­θε­ται στὸ μο­νο­κόμ­μα­το ξύ­λι­νο θρα­νί­ο ἐ­πο­χῆς. Κρα­τά­ει στυ­λὸ καὶ τὸ λευ­κὸ τε­τρά­διο μπρο­στά του ἔ­χει μου­τζοῦ­ρες. Κα­μιὰ δὲν εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ τρα­βή­ξει ὁ ἴ­διος. Φο­ρά­ει πο­διὰ μπλέ, μὲ τὸ τρι­γω­νι­κὸ σῆ­μα στὸ ὕ­ψος τῆς καρ­διᾶς: 1ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Καλ­λι­θέ­ας. Χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σουν μῆ­νες γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἦ­ταν κο­ρι­τσί­στι­κη, κά­πως μα­κριά, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀ­γό­ρια, εὐ­τυ­χῶς πλὴν ἑ­νός, φο­ροῦ­σαν κά­τι σὲ μέ­γε­θος σα­κα­κιοῦ. Οὔ­τε λό­γος, ὅ­μως, νὰ δι­ορ­θω­θεῖ τὸ σφάλ­μα τῶν ἀ­δα­ῶν καὶ ἐν­δε­ῶν γο­νέ­ων. Προ­στέ­θη­κε κι αὐ­τὸ στὶς ὑ­πό­λοι­πες πλη­γὲς ποὺ τὸν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Στὰ ἑλ­λη­νι­κά του ἔ­λει­παν με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις, οἱ τρό­ποι του ἦ­ταν χον­τρο­κομ­μέ­νοι, ἐ­κεῖ­νος ντρο­πα­λὸς καὶ ἐ­πι­θε­τι­κὸς συ­νά­μα, κι ἀ­πὸ τοὺς πιὸ κον­τοὺς στὴν τά­ξη… Λοι­πὸν τὸ στή­σι­μο γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α τὸ εἶ­χε φρον­τί­σει ἡ κυ­ρί­α Σύ­να, ἡ δα­σκά­λα. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ κρα­τών­τας τον ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­σερ­ναν οἱ δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­δελ­φὲς γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἐ­νῶ ἡ γει­το­νιὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ τὰ ξε­φω­νη­τά. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βε για­τί αὐ­τὴ ἡ δα­σκά­λα τοῦ ἦ­ταν φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος. Με­ρι­μνοῦ­σε νὰ παίρ­νει μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο ροῦ­χα ἀ­πὸ τὴν Πρό­νοι­α καὶ μιὰ φο­ρὰ ἀ­πὸ τὴ μά­να τοῦ ἀ­σθε­νι­κοῦ συμ­μα­θη­τῆ του Σ., τὰ ὁ­ποῖ­α πο­τὲ δὲν ἄν­τε­ξε νὰ φο­ρέ­σει στὸ σχο­λεῖ­ο. Σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς τρεῖς πρῶ­τες τά­ξεις βρῆ­κε ἐ­κεί­νη τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ συμ­με­τά­σχει στὴν ἡ­με­ρή­σια ἐκ­δρο­μὴ στὴν Ἀ­μά­ρυν­θο. Ἔ­τσι αὐ­τὸς ξό­δε­ψε τὰ ναῦ­λα ποὺ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τοῦ ἔ­δω­σαν οἱ γο­νεῖς του —ὁ ἴ­διος φο­βό­ταν ἢ ντρε­πό­ταν νὰ ζη­τή­σει— γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει τσίπς – ἀ­πέ­μει­νε κι ἕ­να τά­λι­ρο λα­δω­μέ­νο στὰ πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῆς σα­κού­λας. Στὸ φόν­το τῆς φω­το­γρα­φί­ας ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν ἕ­νας χάρ­της μὲ τὶς ἐ­πο­χὲς τοῦ χρό­νου καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἐ­κεῖ­νος ἕ­σφιγ­γε δυ­να­τὰ τὸ στυ­λὸ καὶ τὰ φρύ­δια του. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά. Ὅ­μως δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη συ­ναί­σθη­ση τοῦ μέλ­λον­τος. Οὔ­τε ὅ­τι θὰ τοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ γί­νει πα­ρελ­θόν. Οὔ­τε ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­χε πο­τὲ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὴν κυ­ρί­α Σύ­να, ὅ­ταν πιὰ θὰ γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πεῖ καὶ πῶς.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς: Κάδος ἀπορριμμάτων



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς


Κά­δος ἀ­πορ­ριμ­μά­των


ΤΑΝ ΕΝΑΣ ΚΑΔΟΣ κα­κο­πα­θη­μέ­νος. Μὲ τὸ κα­πά­κι του θε­ό­στρα­βο λὲς κι εἶ­χε πε­ρά­σει πά­ρε­ση, τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του νὰ χά­σκει γκρί­ζο, βρό­μι­κο καὶ ἄ­δει­ο, ἢ μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν ἀ­νά­ξι­ες προ­σο­χῆς. Τὸ πέ­δι­λό του κι αὐ­τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο συ­νέ­βα­λε στὴν ὅ­λη κλι­νι­κὴ εἰ­κό­να ἀ­σθε­νοῦς σὲ ὁ­ρια­κὴ κα­τά­στα­ση. Οἱ γεί­το­νες, ἐμ­φα­νῶς, δὲν τὸν προ­τι­μοῦ­σαν. Εἶ­χαν ἄλ­λους πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νους. Σὲ αὐ­τὸν κα­τέ­φευ­γαν μο­νά­χα σ’ ἔ­κτα­κτες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­πως στὰ πολ­λὰ τὰ κρύ­α καὶ τὶς δυ­να­τὲς μπό­ρες, πε­τά­γον­ταν ἀ­λα­φι­α­σμέ­νοι, σή­κω­ναν τὸ κα­πά­κι του μὲ σι­χα­σιὰ —σὰ νὰ μὴν ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς πά­ρει εἴ­δη­ση κα­νέ­νας πὼς εἴ­χα­νε πά­ρε δῶ­σε μ’ αὐ­τόν —κι ἔ­τρε­χαν πί­σω γραμ­μὴ στὰ σπί­τια τους. Ἀ­κό­μα κι αὐ­τοὶ οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῆς Κα­θα­ρι­ό­τη­τας ἦ­ταν φο­ρὲς ποὺ τὸν προ­σπερ­νοῦ­σαν, μό­λις κα­τα­δε­χό­με­νοι μι­σὴ μα­τιὰ συγ­κα­τά­βα­σης καὶ οἴ­κτου. «Λί­γα τα ψω­μιά σου», ἔ­λε­γαν ἀ­πὸ μέ­σα τους. «Στὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ στό­λου, θὰ γί­νεις κι ἐ­σὺ αὐ­τὸ ποὺ τρῶς: Σκου­πί­δι.» Ὁ γέ­ρο-Κά­δος τὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα αὐ­τά. Εἶ­χε γί­νει μὲ τὰ χρό­νια ἕ­νας σο­φός, κυ­νι­κὸς μὲ τὰ σκυ­λιά του καὶ στω­ι­κὸς μὲ τὶς γά­τες του τὶς ἀ­κρο­βά­τισ­σες. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­να πιὰ τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἀ­ραι­ὰ καὶ ποῦ λό­γω μει­ω­μέ­νου πε­ρι­ε­χο­μέ­νου κι ἀ­νερ­γί­ας. Ὅ­μως εἶ­χε βρεῖ ἕ­να λό­γο νὰ κρα­τι­έ­ται, νὰ μὴν τὸ βά­ζει κά­τω. Ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μυ­στι­κό. Μιὰ γριὰ φα­φού­τα σὰν κι αὐ­τὸν ποὺ περ­νοῦ­σε μὲ τὸ κα­ρο­τσά­κι τοῦ σου­περ­μάρ­κετ νὰ κρο­τα­λί­ζει φα­σα­ρι­ό­ζι­κα, κά­θε δύ­ο μὲ τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Τὸν ἄ­νοι­γε μ’ ἕ­να ρα­βδὶ κι ἔμ­παι­νε σχε­δὸν ὁ­λό­κλη­ρη μέ­σα του, ἀ­φοῦ ὅ,τι πε­ρι­εῖ­χε ἦ­ταν ἴ­σια βα­θιὰ στὸν πά­το. Ἅ­μα ἦ­ταν νύ­χτα, τοῦ ἔ­ρι­χνε ἕ­να φα­κὸ καὶ παί­ζα­νε τὸν για­τρό, τὸν γαρ­γα­λοῦ­σε καὶ τό­τε γέ­λα­γε πο­λύ, καὶ ὅ­πως ἔ­βγα­ζε πά­λι ἔ­ξω το κε­φά­λι, μό­λις ποὺ προ­λά­βαι­νε νὰ τῆς δώ­σει ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λί. Τὸν παί­δευ­ε ποὺ δὲν τοῦ ἔ­δι­νε στα­θε­ρὰ ραν­τε­βού. Ποὺ δὲν τοῦ ‘χε χα­ρί­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Ἄλ­λοι ρα­κο­συλ­λέ­κτες μο­νο­λο­γοῦ­σαν μέ­σα στοὺς κά­δους τους, ἐμ­πι­στεύ­ον­ταν τὰ πιὸ κρυ­φά τους μυ­στι­κά, τὶς πιὸ βα­θι­ὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Ἢ κου­βέν­τες τοῦ ἀ­έ­ρα, με­τέ­ω­ρες μπουρ­μπου­λῆ­θρες, ποὺ γέ­μι­ζαν παι­χνι­δι­ά­ρι­κα τῶν κά­δων τὸ κε­νό. Ὅ­μως ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ὅ­λα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τ’ ἀν­τέ­ξει, καὶ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α της ἀ­κό­μη σὰν δῶ­ρο ἀ­κρι­βό. Καὶ στὶς μα­κρι­ὲς ὧ­ρες τῆς μο­να­ξιᾶς του ὅ­λο κα­θό­ταν καὶ συλ­λο­γι­ζό­ταν πὼς ἔ­τσι μᾶλ­λον πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­γά­πη. Σι­ω­πη­λή. Σι­ω­πη­λὴ κι ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς. Γεν­νή­θη­κε στὴ Μελ­βούρ­νη τῆς Αὐ­στρα­λί­ας καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να ὅ­που καὶ ζεῖ. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κρή­της ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­κο­λού­θη­σε σπου­δὲς στὸ τρα­γού­δι καὶ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Μου­σι­κῆς. Ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ σει­ρὰ ἐ­τῶν στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γη­τὴς φι­λό­λο­γος. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ) ἐ­νῶ κεί­με­να καὶ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς καὶ μου­σι­κὲς σκη­νὲς τῆς Ἀ­θή­νας. Ὡς ἑρ­μη­νευ­τὴς συμ­με­τεῖ­χε στὸν δί­σκο (EP)  Ὁ Κῆ­πος ποὺ Ἔ­σβη­σε κι Ἐ­χά­θη, σὲ ποί­η­ση Να­πο­λέ­ον­τος Λα­πα­θιώ­τη καὶ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση Anastazios.

π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός: «Ἑ­νὸς δέ ἐ­στι χρεί­α…»



π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός


«Ἑ­νὸς δέ ἐ­στι χρεί­α…»


ΟΥ ΤΟ ΕΙΧΑΝ ΠΕΙ: «Πρέ­πει πα­ρὰ τὸν πό­νο νὰ τρῶ­τε. Ἀ­κό­μα κ’ ἂν δὲν τὸ ἀν­τέ­χε­τε κα­θό­λου, κάν­τε μιὰ προ­σπά­θεια. Δὲν γί­νε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἀ­πὸ δῶ καὶ στὸ ἑ­ξῆς ἔ­τσι θἆ­ναι τὰ πράγ­μα­τα…»

       Κ’ ἔ­τσι ἦ­ταν. Πράγ­μα­τι, πρῶ­τα-πρῶ­τα εἶ­ν’ ἡ ἀ­νάγ­κη. Θέ­λεις νὰ φᾷς, δὲν γί­νε­ται κ’ ἀλ­λι­ῶς – θὰ πέ­σῃς κά­τω! Βέ­βαι­α, ἡ ζέ­στη δὲν ἐ­πι­τρέ­πει τὰ βα­ριὰ κ’ ἑλ­κυ­στι­κὰ πιά­τα τῆς κα­τὰ τ’ ἄλ­λα ὠ­φέ­λι­μης με­σο­γεια­κοῦ τύ­που κτη­νω­δί­ας, ἀ­νοί­γει ὡ­στό­σο —ἂν στὸ κά­δρο μέ­σα ὑ­πάρ­χῃ καὶ λί­γη θά­λασ­σα— τὴν ὄ­ρε­ξι, προ­κα­λών­τας ἕ­να γα­στρι­μαρ­γι­κό, ὀρ­γι­α­στι­κὸ αἰ­σθη­τή­ριο, συ­νο­δευ­μέ­νο πάν­το­τε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το πα­γω­μέ­νο λευ­κὸ κρα­σί. (Ὧ­ρες-ὧ­ρες δί­δε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­σι ὅ­τι τὸ φα­γη­τὸ εἶ­ναι μιὰ φτη­νὴ πρό­φα­σι γιὰ νὰ πί­νῃ κα­νεὶς ἀ­νε­νό­χλη­τα ἀλ­κο­όλ, ἂν καὶ τὰ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὰ εὑ­ρή­μα­τα καὶ ἡ μι­κρὴ προ­σω­πι­κὴ πεῖ­ρα τοῦ κα­θε­νὸς ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο πι­θα­νό­τα­τα δὲν ἰ­σχύ­ῃ).

       Ἡ ἀ­νάγ­κη, λοι­πόν… Θὰ φᾷς! Για­τὶ ἂν δὲν φᾷς θὰ κα­ταρ­ρεύ­σῃς, γε­γο­νὸς ποὺ στὴν Ἀ­θή­να τοῦ 21ου αἰ­ῶ­να δὲν θὰ τρα­βοῦ­σε τὰ βλέμ­μα­τα – θυ­μή­σου, ἂς ποῦ­με, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρε­ζό­νι ποὺ ἔ­πε­σε μπρὸς στὰ πό­δια σου στὴν Σό­λω­νος, ἐ­νῶ ἐ­σὺ συ­νέ­χι­ζες νὰ περ­πα­τᾷς περ­νών­τας σχε­δὸν ἀ­πὸ πά­νω του, ἐ­πι­στρα­τεύ­ον­τας πλη­θώ­ρα φτη­νῶν δι­και­ο­λο­γι­ῶν γι’ αὐ­τή σου τὴν κα­τὰ τ’ ἄλ­λα αὐ­τό­μα­τη, ἀν­τα­να­κλα­στι­κὴ ἐ­νέρ­γεια, τὴν τό­σο πε­ρι­φρο­νη­τι­κὴ κ’ ὅ­μως τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τό­σο —στὸ μυα­λό σου πάν­το­τε— δί­και­η. Στὴν Ἀ­θή­να, λέ­ω, δὲν θὰ ἔ­κα­νε σὲ κα­νέ­ναν ἐν­τύ­πω­σι, ὅ­μως στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­παρ­χί­α θὰ πυ­ρο­δο­τοῦ­σε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ἁ­λυ­σι­δω­τὲς ἀν­τι­δρά­σεις κ’ ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ἐ­κρή­ξεις εἰ­κα­σι­ῶν καὶ ὑ­πο­θέ­σε­ων, ποὺ θὰ ξε­περ­νοῦ­σαν κά­θε προσ­δο­κί­α χα­λι­να­γώ­γη­σης τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου Πη­γά­σου! Πρέ­πει νὰ φᾷς, ἑ­πο­μέ­νως… Εἰ­δάλ­λως, ἐ­πέρ­χε­ται ἡ κα­τάρ­ρευ­σι!

       Καὶ τρῷς, καὶ τρῷς, καὶ τρῷς, κ’ ἔ­πει­τα στέ­κεις, ἀ­να­σαί­νεις κ’ ἀ­να­μέ­νεις τὸ μοι­ραῖ­ο. Τὸν ἐγ­κέ­λα­δο ἐ­κεῖ­νον ποὺ σοῦ συ­στρέ­φει τὰ ὄρ­γα­να, σὰν φί­δια ποὺ μό­λις ἔ­χουν βγῇ ἀ­π’ τὴν κοι­λιὰ τῆς μά­νας τους (μιᾶς καὶ δὲν γεν­νοῦν ὅ­λα τὰ φί­δια ἀ­βγά· ὡ­ρι­σμέ­να εἴ­δη προ­σφέ­ρουν τὸ δω­ρο­μαρ­τύ­ριο τῆς ζω­ῆς σὲ ἀ­πευ­θεί­ας με­τά­δο­σι, ἀ­φή­νον­τας κα­τὰ μέ­ρους ζυ­γω­τὰ καὶ λοι­πὰ προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κὰ στά­δια). Στω­ϊ­κὰ πε­ρι­μέ­νεις τὴ σει­σμι­κὴ δό­νη­σι ποὺ ξαφ­νι­κὰ θὰ σκί­σῃ τὰ σπλά­χνα σου, ὅ­πως τὸ σκε­πάρ­νι τὰ φρε­σκο­ψη­μέ­να πυ­ρό­του­βλα, ὅ­πως τὸ κυρ­τὸ ράμ­φος τοῦ γυ­πα­ε­τοῦ ποὺ βυ­θί­ζε­ται κα­θ’ ἡ­μέ­ραν κ’ ἑ­σπέ­ραν στὸ προ­μη­θε­ϊ­κὸ ἧ­παρ. Με­γά­λο μυ­στή­ριο τὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα, σκέ­φτε­σαι, ἐ­νῶ ἀ­να­μέ­νεις καρ­τε­ρι­κὰ τὴν ἀ­πο­δρο­μὴ τοῦ πό­νου ἀ­π’ τὸ κορ­μί σου. Μιὰ ἀ­πο­δρο­μὴ ποὺ ἀ­φή­νει ρωγ­μές, συν­τρίμ­μια, χα­λά­σμα­τα, ξέ­φτια ἀ­πὸ σο­φά­δες καὶ φλοῦ­δες ὑ­γρα­σί­ας ποὺ πέ­φτουν σὰν νυ­φι­κὰ πέ­πλα ἀ­π’ τὰ φου­σκω­μέ­να τα­βά­νια, ἐ­νῶ τὸ ἑ­πό­με­νο γεῦ­μα κα­ρα­δο­κεῖ, ἐ­κεῖ πέ­ρα, κρυμ­μέ­νο μέ­σα στὴ χα­μη­λὴ βλά­στη­σι, πε­ρι­μέ­νον­τας μὲ τὴ σει­ρά του κι αὐ­τό, τὸ γέ­ρι­κο πα­ρα­δο­μέ­νο ζῷ­ο τοῦ κορ­μιοῦ σου ποὺ μέ­νει πί­σω ἀ­π’ τὴν ὑ­πό­λοι­πη εὔ­ρω­στη ἀ­γέ­λη, ὥ­στε μὲ γρή­γο­ρα σάλ­τα νὰ τοῦ κα­τα­φέ­ρῃ τὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό, τὸ μοι­ραῖ­ο πλῆγ­μα.

       Κ’ οἱ μέ­ρες περ­νοῦν, δι­α­δέ­χον­ται ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη, δὲν ἔ­χουν τε­λει­ω­μό. Κ’ ἡ ἀ­νάγ­κη αὐ­τὴ δὲν παύ­ει, μέ­νει μό­νη-πρώ­τη ἐ­κεῖ, καρ­φι­τσω­μέ­νη στὴν ἡ­με­ρή­σια δι­ά­τα­ξι ἑ­νὸς ἀ­τέ­λει­ω­του πό­νου ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κοι­νω­νη­θῇ μὲ τί­πο­τα. Στὸ λέ­νε καὶ στὸ ξα­να­λέ­νε: «Πρέ­πει νὰ τρῶ­τε, πά­τερ, κ’ ἂς πο­νᾶ­τε. Λί­γο, κά­τι ἐ­λά­χι­στο. Πῶς θὰ γί­νῃ δη­λα­δή; Θὰ πε­θά­νε­τε ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α;» Κι ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ φω­νὲς κλω­θο­γυ­ρί­ζουν στὸ μυα­λό σου, σαρ­κο­φά­γες σὰν ἐ­κεῖ­να τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια τῆς Αὐ­στρα­λί­ας ποὺ τό­σο σ’ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζαν στὸ πα­ρελ­θόν, ὅ­ταν τὰ πάν­τα σ’ ἐν­δι­έ­φε­ραν ἐ­ξί­σου.

       Μὰ φυ­σι­κά, θὰ ξα­να­φᾷς – εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο. Τὸ ξέ­ρεις κ’ ἐ­σὺ πὼς θὰ κυ­λή­σῃς, δὲν γί­νε­ται κ’ ἀλ­λι­ώ­τι­κα. Σή­με­ρα εἶ­ναι καὶ τῆς Πα­να­γί­ας κ’ εἶ­σαι κα­λε­σμέ­νος σὲ τρα­πέ­ζι. «Μὰ πῶς θὰ γί­νῃ δη­λα­δή; Θὰ πε­θά­νε­τε ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α;».



Πηγή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ τὴν ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση συλ­λο­γὴ ἀ­φη­γη­μά­των: Ἱ­στο­ρί­ες ἑ­νὸς ἐ­λά­χι­στου βί­ου.

π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός (1982): Γεν­νή­θη­κε στὸ  Ὡ­ραι­ό­κα­στρο Θες/νί­κης καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Θε­ο­λο­γί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια τῶν Ἀ­θη­νῶν καὶ τοῦ Tübingen. Ἐ­κά­ρη μο­να­χὸς τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2015, ἐκ­κι­νών­τας ἔ­κτο­τε ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κὸ ἔρ­γο στὶς χῶ­ρες τῆς Κεν­τρι­κῆς Ἀ­σί­ας. Ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρεμ­βά­σεις καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ξέ­να ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­φη­με­ρί­δες. Πλέ­ον ζεῖ μό­νι­μα στὴν Τα­σκέν­δη τοῦ Οὐζ­μπε­κι­στὰν φρον­τί­ζον­τας τὴν ἐ­να­πο­μεί­να­σα ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ροι­κί­α.



		

	

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου: Ἡ μάσκα



Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ἡ μά­σκα


ΣΚΥΨΕ καὶ φί­λη­σε μὲ λα­χτά­ρα τὸ φρυγ­μέ­νο, στε­γνὸ στό­μα τοῦ ἄν­τρα μὲ τὴ μά­σκα. Πᾶ­νε δέ­κα μέ­ρες ποὺ δὲν τὴν ἔ­βγα­λε λε­πτό, ἔ­ψα­ξε κι ἀ­πό­ψε μά­ται­α γιὰ τὰ μά­τια του. Θυ­μή­θη­κε τὰ Κα­λο­καί­ρια στὸ χω­ριό, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ στὴ ρε­μα­τιά, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ πα­τέ­ρα καὶ τὰ δια­ρκῆ σχό­λια τῆς μά­νας τους. Τὸ παι­δι­κό του σῶ­μα ἄ­χνι­ζε, κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴν ψά­χνει δι­στα­χτι­κὰ μέ­ς στὸ σκο­τά­δι, κι ἐ­κεί­νη, ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­π’ τὰ κο­ρί­τσια, χτυ­πο­κάρ­δι­σε καὶ μπουμ­πού­κια­σε ἀ­πό­το­μα μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­παί­τη­σή του. Καὶ τό­τε σφα­λι­στὰ τὰ εἶ­χε τὰ μά­τια του. Πο­τὲ δὲν ξα­να­λα­χτά­ρι­σε ἔ­τσι οὔ­τε μὲ τὰ παι­διὰ οὔ­τε μὲ τὰ ἐγ­γό­νια της.

       Δί­πλα τους τὸ μη­χά­νη­μα τοῦ ὀ­ξυ­γό­νου πά­φλα­ζε μα­ταί­ω­ση σὰ με­τρο­νό­μος. Τῆς ζή­τη­σε ψι­θυ­ρι­στὰ τὴν πά­πια, τὸν βο­ή­θη­σε μὲ χέ­ρια γυ­μνὰ καὶ τὸν κοι­τοῦ­σε λαί­μαρ­γα, τώ­ρα ποὺ αὐ­τὸς πά­λι κρυ­βό­ταν, τὸν με­γά­λο της ἀ­δελ­φὸ ποὺ ἔ­χα­νε.

       Ἀ­π’ τὴν μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα ἡ γυ­ναί­κα του πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε βου­βή.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει ὡς προ­σκε­κλη­μέ­νη σὲ τέσ­σε­ρα δι­ε­θνῆ φε­στι­βὰλ ποί­η­σης: Τουρ­κί­α (2012), Θεσ­σα­λο­νί­κη (2013), Ἀ­θή­να (2013), Κρο­α­τί­α (2015). Ἀ­πὸ τὸ 2010 συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τρεῖς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος στὶς ἐκδόσεις Γα­βρι­η­λί­δης. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο Τύ­πο καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, Ρω­σι­κά, Τουρ­κι­κὰ καὶ Κρο­α­τι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Τε­λευ­ταί­ο της βι­βλί­ο: Τὸ πρὶν καὶ τὸ με­τὰ τὴν παύ­λα (ποιήματα· Γα­βρι­η­λί­δης, 2018). Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: www.ironikopoulou.gr

Φωτογραφία: Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος (1958-2015).



		

	

Δημοσθένης Καμπούρης: Τὸ μέλλον ποὺ ἔφευγε


Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Τὸ μέλ­λον ποὺ ἔ­φευ­γε


ΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε πὼς θὰ κα­θό­ρι­ζε τὸ μέλ­λον του: θὰ χώ­ρι­ζε μα­ζί της. Ἀ­γα­πι­όν­του­σαν καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει πὼς θὰ περ­νοῦ­σαν τὴ ζω­ή τους μα­ζί, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἐ­κεῖ­νος θά ‘φευ­γε ἀ­π’ τὸ χω­ριό, θὰ πή­γαι­νε στὴν πό­λη, θὰ γνώ­ρι­ζε κά­ποι­α ἄλ­λη ἐ­κεῖ ἢ καὶ ἄλ­λες. Ἡ προ­ο­πτι­κὴ τὸν ἀ­να­στά­τω­νε. Κι ἔ­τσι κά­θι­σε γιὰ μιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ μα­ζί της στὸ παγ­κά­κι τοῦ πάρ­κου καὶ τῆς εἶ­πε τί ἤ­θε­λε. Τὴν εἶ­δε νὰ ξε­σπά­ει σὲ λυγ­μούς, νὰ τραν­τά­ζε­ται, κι αὐ­τὸ ἔ­σκι­ζε καὶ τὴ δι­κή του καρ­διά, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σε πιὰ ν’ ἀλ­λά­ξει γνώ­μη. Τὰ χαρ­το­μάν­τι­λα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α σκού­πι­ζε τὰ μά­τια της τά ‘χω­νε στὴν τσέ­πη της. «Θέ­λω νὰ τὰ κρα­τή­σω νὰ θυ­μᾶ­μαι», τοῦ εἶ­πε. Ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­φευ­γε ἀ­κό­μα. Ἐ­κεῖ­νος κου­νοῦ­σε τὰ πό­δια του νευ­ρι­κά. Ἡ στιγ­μὴ ἐρ­χό­ταν. Ση­κώ­θη­κε καὶ τί­να­ξε τὸ τζίν της μὲ τὶς πα­λά­μες της. Τὴν κοί­τα­ζε μὲ τὸ μυα­λό του ἄ­δει­ο. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ, ὄρ­θια ἀ­πέ­ναν­τί του, καὶ με­τὰ ἔ­κα­νε με­τα­βο­λὴ καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Πε­τά­χτη­κε τό­τε κι ἐ­κεῖ­νος λί­γο πιὸ ἐ­κεῖ, σ’ ἕ­ναν θά­μνο, ξε­κουμ­πώ­θη­κε, κι ἄρ­χι­σε νὰ κα­του­ρά­ει ὁρ­μη­τι­κά, ἀ­συγ­κρά­τη­τα, ἀ­τε­λεί­ω­τα. Εἶ­χε σκά­σει τό­ση ὥ­ρα καὶ ἡ ἀ­να­κού­φι­ση ἦ­ταν τε­ρά­στια, σκέ­πα­ζε τὴν αἴ­σθη­ση καὶ τὴν βα­ρύ­τη­τα ὅ­λων των ἄλ­λων.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας: Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα



Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα


ΥΣΑΡΕΣΤΑ πράγ­μα­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν στὸν κα­θέ­να, ἀλ­λὰ μό­νον κά­ποι­ους μπο­ροῦν νὰ τοὺς ἀλ­λά­ξουν χα­ρα­κτή­ρα. Νὰ με­τα­μορ­φώ­σουν ἕ­ναν κα­λὸ ἄν­θρω­πο πχ. σὲ δι­ά­βο­λο. Θὰ μοῦ πεῖ­τε πὼς ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος σέρ­νει μα­ζὶ μὲ τὰ πο­δά­ρια καὶ τὴ μοί­ρα του, καὶ οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πι­ση­μαί­νουν οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι ἤ­δη μὲς στὶς ἀ­πο­σκευ­ὲς ποὺ σέρ­νει πί­σω του. Δὲν ξέ­ρω. Πα­ρά­ξε­να φέγ­γει στὴ μνή­μη μου ἡ ἀρ­χή. Νέ­ος ψυ­χί­α­τρος τό­τε ἐ­πε­δεί­κνυ­α με­γα­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση σὲ ἀ­χα­ρα­κτή­ρι­στες συμ­πε­ρι­φο­ρές. Ὑ­πε­ρέ­βα­λα ἑ­αυ­τὸν καὶ ψυ­χι­α­τρι­κο­ποι­οῦ­σα ἀ­κό­μη καὶ τὴν κοι­νὴ χυ­δαι­ο­λο­γί­α, τὶς μνη­σί­κα­κες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ ἄ­το­μα τοῦ εὐ­ρέ­ως πε­ρι­βάλ­λον­τός μου, ἀ­κό­μη καὶ τὶς συ­κο­φαν­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις, τὴν ἐ­ξύ­βρι­ση τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας καὶ τὸν δι­α­συρ­μὸ ὑ­πο­λή­ψε­ων. Τὸν ὑ­πο­τί­μη­σα ὡς ἕ­ναν ἀ­κό­μη «τρε­λό», ἀ­γνο­ών­τας πὼς αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κεί­με­νο ποὺ προ­σποι­οῦνταν τὸ φί­λο μου, πει­ρα­μα­τι­ζό­ταν πῶς νὰ ἐ­λέγ­χει καὶ νὰ κα­θο­δη­γεῖ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις μου.

       Δὲν θὰ ξε­χά­σω αὐ­τὸ τὸ φέγ­γος στὸ σταθ­μό. Ἐ­κεῖ κα­τα­γρά­φτη­κε στὸ χαρ­τὶ ἕ­να λε­πτο­με­ρὲς καὶ πα­ρα­στα­τι­κὸ σχέ­διο ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ τὸ ἔ­γρα­ψε ἦ­ταν ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὸ μυα­λό. Ἕ­να μυα­λὸ ποὺ εἶ­χε μο­να­δι­κὸ σκο­πὸ καὶ σκέ­ψη τὴν κα­τα­στρο­φὴ μιᾶς ἄλ­λης ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Πή­γαι­νε στὴν Ἀ­θή­να νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα: ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὴ δου­λειὰ καὶ φω­το­γρά­φι­ζε ὅ­λα τὰ πρό­σω­πα ποὺ ἔρ­χον­ταν σὲ ἐ­πα­φὴ μα­ζί της. Κα­τέ­γρα­φε σὲ ἕ­να τε­φτέ­ρι τὰ ὀ­νό­μα­τά τους, τὶς δι­ευ­θύν­σεις τους, τὰ τη­λέ­φω­να, καὶ κα­θὼς ἡ δου­λειὰ τῆς πρώ­ην συ­ζύ­γου του ἦ­ταν σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο, ἔ­βα­λε στὸ στό­χα­στρο δι­ά­φο­ρους λο­γο­τέ­χνες μι­κροῦ ἢ με­γα­λύ­τε­ρου βε­λη­νε­κοῦς. Τὴν ἀ­πει­λοῦ­σε πὼς θὰ τὴν ξε­φτί­λι­ζε μέ­ρες, ἑ­βδο­μά­δες, μῆ­νες καὶ χρό­νια. Ξα­να­γύ­ρι­ζε στὸ στρα­τό­πε­δο καὶ τοὺς ἔ­λε­γε πὼς κα­λο­πέ­ρα­σε μὲ τὸ γκο­με­νά­κι στὴν Κα­τε­ρί­νη.


Ὅ­λα τε­λει­ώ­νουν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο. Ἡ θλί­ψη, ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α, ἡ ἄ­γρια ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ἐκ­δί­κη­ση καὶ τι­μω­ρί­α εἶ­χαν φω­λιά­σει πιὰ στὴν καρ­διά του. Προι­κι­σμέ­νος μὲ ἕ­να ψυ­χρὸ θυ­μό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ τοῦ Λι­το­χώ­ρου ἕ­ως τὴν τε­λευ­ταί­α ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­νώ­φε­λης καὶ πρό­στυ­χης ζω­ῆς του, με­τα­βλή­θη­κε σὲ ἕ­να μο­χθη­ρὸ καὶ κα­κό­βου­λο ὂν ποὺ μό­λυ­νε μὲ τὴν ἀ­νά­σα του ὅ­ποι­ον στε­κό­ταν δί­πλα του. Τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τί ἔ­κα­ναν οἱ λο­γο­τέ­χνες στὴ ζω­ὴ τους ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ ὅ,­τι ἔ­γρα­φαν. Ἀ­νί­κα­νος νὰ ἀ­πο­λαύ­σει ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο, κα­τέ­γρα­φε τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου τους, ὑ­πο­λο­γι­στι­κὰ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Ἐ­πώ­α­ζε στὴ ψυ­χή του μυ­ριά­δες κου­τσομ­πο­λιά, κα­θο­δη­γού­με­νος πάν­τα ἀ­πὸ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α νὰ κα­τα­στρέ­ψει τοὺς ἄλ­λους. Μιᾶς ἔμ­μο­νης ἰ­δέ­ας ποὺ τὸν τρι­βέ­λι­ζε ἀ­δι­ά­κο­πα κι ἀ­πέ­κτη­σε τε­ρά­στι­ες δι­α­στά­σεις κι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­πα­ψε νὰ με­τρά­ει γι’ αὐ­τόν. Θε­ό­στρα­βος, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χον­τροὺς φα­κοὺς ἔ­βλε­πε πράγ­μα­τα ποὺ δὲν βλέ­πουν οἱ ἄλ­λοι. Ἔ­τσι ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να σω­ρὸ ἀ­κα­τα­νό­η­τες θε­ω­ρί­ες σχε­τι­κὲς μὲ τὴ Ψυ­χο­λο­γί­α καὶ πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα πὼς κολ­λᾶ­νε σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση. «Ἂν εἶ­σαι ἄρ­ρω­στος» ἔ­λε­γε στὸν ἑ­κά­στο­τε ἐ­χθρό του «δὲν θὰ χρε­ω­θοῦ­με ἐ­μεῖς τὴν ἀρ­ρώ­στια σου». Μι­λοῦ­σε στὸν πλη­θυν­τι­κό, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στοὺς ὑ­πο­τε­λεῖς του κι ὑ­πεν­θυ­μί­ζον­τάς τους πὼς «ἐ­μεῖς» θὰ σᾶς ἐ­πι­φυ­λά­ξου­με τὴν ἴ­δια τύ­χη, ἔ­τσι κι ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ­τε. Ἐ­κεῖ στὴν ἀ­πο­βά­θρα μὲ τὶς χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς νὰ στά­ζουν ἀ­πὸ τὰ λι­γδι­α­σμέ­να του μαλ­λιά, ρεύ­τη­κε τὸν πι­τό­γυ­ρο ποὺ εἶ­χε κα­τα­βρο­χθί­σει στὰ ὄρ­θια, τὶς τη­γα­νη­τὲς πα­τά­τες μὲ τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὰ τζα­τζί­κια, σκού­πι­σε πά­λι μὲ τὴν ἀ­νά­στρο­φη τοῦ χε­ριοῦ του τὰ γέ­νια ποὺ θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα, κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο. Τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο μὲ τὸ ἀ­πο­λυ­τή­ριο στρα­τοῦ στὴν τσέ­πη, ἀ­πέ­κτη­σε αὐ­το­μά­τως τὴν ἡ­λι­κί­α τοῦ θα­νά­του του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τεῦχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆς, Ὁ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ου, Τὸ πα­ρα­μι­λη­τό, Σπαρ­μός, Ποί­η­ση, Μαν­δρα­γό­ρας, Νέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



		

	

Τάσος Καλούτσας: Γιατί τὸ ἔκανες αὐτό



Τά­σος Κα­λού­τσας

Για­τί τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό

Μάρ­τυ­ρες δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά, γιὰ τί­πο­τε
Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης,
 («Τρί­α κρυ­φὰ ποι­ή­μα­τα»)

ΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ!

Ἡ κραυ­γὴ ἔ­φτα­νε στ’ αὐ­τιά τους ἱ­κε­τευ­τι­κή, σχε­δὸν σπα­ρα­χτι­κή. Τὸ δί­χως ἄλ­λο ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ κραύ­γα­ζε βρι­σκό­ταν σὲ με­γά­λο κίν­δυ­νο.

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ρά­γι­ζε τὴ σι­ω­πὴ τῆς νύ­χτας. Ἔ­ρι­ξε μιὰ λο­ξὴ μα­τιὰ στὸ ρο­λό­ι του: πε­ρα­σμέ­νες τρει­σή­μι­σι!

        Ἡ σύν­τρο­φός του πε­τά­χτη­κε ξαφ­νι­κὰ πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κα­τέ­βα­σε τὶς γρί­λι­ες.

        «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ;»

        «Σσς» τοῦ ψι­θύ­ρι­σε. «Μὴν κου­νη­θεῖς καὶ μὴν ἀ­νά­ψεις φῶ­τα!»

      Ἡ φω­νὴ τρε­μά­με­νη, φα­νέ­ρω­νε τὴν ἀ­γω­νί­α της.

        Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κη­πά­ριο μὲ γρα­σί­δι μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρό τους, τὰ κάγ­κε­λα τῆς αὐ­λῆς κι ὁ δρό­μος, σκο­τει­νὸς τὶς δυ­ὸ τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες. Τὰ φῶ­τα στὶς κο­λό­νες ὁ­λό­γυ­ρα σβη­στά. Μά­λι­στα θυ­μό­ταν ποὺ τοῦ εἶ­χε γκρι­νιά­ξει: «Τί στὸν δι­ά­βο­λο, οἰ­κο­νο­μί­α κά­νουν καὶ σ’ αὐ­τό; Κο­τζὰμ θέ­ρε­τρο… μὲ τὰ σκο­τά­δια θὰ τρα­βή­ξουν τοὺς του­ρί­στες;»

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ἀ­κου­γό­ταν τώ­ρα πιὸ κον­τά.

        Ἀ­κο­λού­θη­σε ἕ­να βα­ρὺ τρε­χα­λη­τὸ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ δρό­μου. Με­τὰ ἔ­γι­νε ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή. Στὸ δι­ά­δρο­μο ἔ­και­γε ἕ­να ἀ­σθε­νι­κὸ φω­τά­κι νύ­χτας. Ἡ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα στε­κό­ταν ἀ­σά­λευ­τη ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τόν, ποὺ μι­σο­κα­θό­ταν στὸ στρῶ­μα του, καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ ἐ­λέγ­χει τὶς κι­νή­σεις του. Με­τὰ ἔ­σκυ­ψε σὰ φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος πά­νω στὸ κρε­βα­τά­κι τοῦ μω­ροῦ της καὶ ἀ­φουγ­κρά­στη­κε τὴν ἀ­νά­σα του.

        «Τί φο­βᾶ­σαι… Σι­γὰ μὴ χω­θεῖ κι ἐ­δῶ μέ­σα!»

        Ἐ­κεί­νη, ἀν­τὶ γι’ ἀ­πάν­τη­ση σκέ­πα­σε μὲ τὸ σεν­το­νά­κι του τὸ παι­δί, ποὺ κοι­μό­ταν ἤ­ρε­μα.

        Ὅ­ταν πιὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα, ὁ ἄν­τρας πλη­σί­α­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἀ­νέ­βα­σε τὸ στό­ρι στὴν ἀρ­χι­κή του θέ­ση. Πρό­σε­ξε πὼς στὸ με­τα­ξὺ ἀρ­κε­τὰ φῶ­τα εἶ­χαν ἀ­νά­ψει —κα­τό­πιν ἑ­ορ­τῆς, βέ­βαι­α— στὸ ἀ­πέ­ναν­τι συγ­κρό­τη­μα.

        «Τό­σο πο­λὺ τρό­μα­ξες;» τὴν ρώ­τη­σε. «Κα­τέ­βα­σες καὶ τὶς γρί­λι­ες… Για­τί τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό;»

        Ἤ­θε­λε πο­λὺ νὰ συμ­πλη­ρώ­σει πὼς κα­νο­νι­κὰ θὰ ἔ­πρε­πε ἴ­σως νὰ τρέ­ξουν ὅ­λοι νὰ δοῦν ἂν μπο­ροῦ­σαν νὰ βο­η­θή­σουν σὲ κά­τι, τὴν ἔ­βλε­πε ὅ­μως τό­σο τα­ραγ­μέ­νη ποὺ δὲν τόλ­μη­σε.

        «Ἐ­νῶ ἐ­σὺ ὄ­χι;» τοῦ ἀ­πάν­τη­σε δύ­σπι­στα.


* * *


Λί­γο πα­ρά­με­ρα, στὴν ἄ­κρη τῆς πλα­τεί­ας, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να μι­κρὸ συν­τρι­βά­νι. Κά­θε βρά­δυ ἕ­νας πί­δα­κας νε­ροῦ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο του, μὲ αὐ­ξο­μει­ού­με­νη ἔν­τα­ση, σκορ­πί­ζον­τας πο­λύ­χρω­μες ἀν­ταύ­γει­ες, μὲ τὴ βο­ή­θεια κα­τάλ­λη­λων προ­βο­λέ­ων. Δι­ά­φο­ροι του­ρί­στες, ζευ­γά­ρια ἢ οἰ­κο­γέ­νει­ες μὲ μι­κρὰ παι­διὰ ποὺ τι­τί­βι­ζαν χα­ρού­με­να, φω­το­γρα­φί­ζον­ταν μὲ φόν­το αὐ­τὸ τὸ σκη­νι­κό, ὄρ­θιοι ἢ κα­θι­στοὶ στὸ χα­μη­λὸ πε­ζου­λά­κι τῆς στέρ­νας. Πρὶν λί­γες μέ­ρες εἶ­χε πο­ζά­ρει ἐ­κεῖ κι ὁ ἴ­διος μὲ τοὺς δι­κούς του, τὴ σύν­τρο­φό του καὶ τὸ πι­τσι­ρί­κι. Σή­με­ρα, ἀ­πὸ τ’ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα, μπρου­μυ­τι­σμέ­νο,  μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να μέ­σα στὸ νε­ρό, ἐ­πέ­πλε­ε ἐ­κεῖ μέ­σα τὸ πτῶ­μα ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ἄν­τρα.

        Οἱ πρῶ­τες φῆ­μες λέ­γαν πὼς ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν σύν­δε­σμο ἑ­νὸς πα­ρά­νο­μου δι­ε­θνοῦς κυ­κλώ­μα­τος δι­α­κί­νη­σης ναρ­κω­τι­κῶν (καὶ λα­θραί­ων) στὴν πε­ρι­ο­χὴ καὶ ὅ­τι τὸν ἔ­φα­γε ἕ­νας Ρου­μά­νος τοῦ ἴ­διου σι­να­φιοῦ. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χαν βρε­θεῖ ἀ­κό­μη τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα τεκ­μή­ρια οὔ­τε ὁ ἀ­κρι­βὴς τό­πος δι­α­μο­νῆς του. Ἄλ­λοι μι­λοῦ­σαν γιὰ ξε­κα­θά­ρι­σμα λο­γα­ρια­σμῶν με­τα­ξὺ ὑ­πο­κει­μέ­νων τοῦ ὑ­πο­κό­σμου, ὅ­που ὡς γνω­στόν, δύ­σκο­λα γλι­τώ­νει κα­νεὶς ὅ­ταν μπεῖ στὸ στό­χα­στρο. Κά­ποι­οι δι­α­τεί­νον­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἁ­πλῶς τὸ θύ­μα μιᾶς ἀ­πρό­βλε­πτης νυ­χτε­ρι­νῆς λη­στεί­ας· ξέ­φυ­γε πι­θα­νό­τα­τα πρὸς στιγ­μὴν ἀ­πὸ τὰ νύ­χια τοῦ δρά­στη κι ἐ­κεῖ­νος τὸν κυ­νή­γη­σε καὶ τὸν σκό­τω­σε, συγ­κε­κρι­μέ­να τὸν στραγ­γά­λι­σε. Οἱ ἐκ­δο­χὲς ἦ­ταν τό­σες πολ­λὲς ὅ­σοι κι ἐ­κεῖ­νοι (φαν­τα­σι­ό­πλη­κτοι καὶ μὴ) ποὺ τὶς ξε­στό­μι­ζαν. Μέ­χρι καὶ γιὰ ἄ­γριο σε­ξου­α­λι­κὸ ἔγ­κλη­μα ἔ­κα­ναν λό­γο με­ρι­κοί, ἐ­πει­δή, λέ­ει, ὁ δο­λο­φο­νη­μέ­νος ἦ­ταν νέ­ος ἐκ­πά­γλου καλ­λο­νῆς. Ἡ το­πι­κὴ Ἀ­στυ­νο­μί­α ἔ­στελ­νε ἀ­π’ τὸ πρω­ῒ ἐ­πεί­γον­τα φὰξ καὶ ἰ­μέ­ιλ πρὸς ὅ­λες τὶς ἁρ­μό­δι­ες (ντό­πι­ες καὶ ξέ­νες) ἀρ­χές, ἀλ­λὰ τί πε­ρισ­σό­τε­ρο νὰ σοῦ κά­νει μιὰ ὑ­πη­ρε­σί­α, μὲ ὀ­λι­γο­με­λὲς προ­σω­πι­κό, στὴν ἄ­κρη αὐ­τῆς τῆς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νης του­ρι­στι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς;

        Τὸ κρί­σι­μο ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ τέ­θη­κε ἐ­ξαρ­χῆς ἦ­ταν ἂν ἐ­πρό­κει­το τε­λι­κὰ γιὰ τὸ ἴ­διο ἄ­το­μο πού, πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα, κα­λοῦ­σε ἀ­πελ­πι­σμέ­να σὲ βο­ή­θεια. Πά­νω σ’ αὐ­τὸ μᾶλ­λον δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α για­τὶ βρέ­θη­καν ἀρ­κε­τοὶ —γεί­το­νες τους ἀλ­λὰ καὶ ἄλ­λοι— πού, ἂν καὶ δὲν εἶ­χαν δεῖ μὲ τὰ μά­τια τους οὔ­τε τὸ θύ­τη οὔ­τε τὸ θύ­μα του, εἶ­χαν ὡ­στό­σο ἀ­κού­σει (σὰν μέ­σα σὲ ὄ­νει­ρο) τὶς φω­νὲς καὶ τὰ τρε­χα­λη­τά τους, μπο­ροῦ­σαν λοι­πὸν νὰ κα­θο­ρί­σουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὶς κι­νή­σεις τῆς δι­α­δρο­μῆς τους, μέ­σα ἀ­πὸ στε­νὰ κι ἐ­ρη­μι­κὰ σο­κά­κια, μέ­χρι τὸ συν­τρι­βά­νι, ποὺ ὑ­πῆρ­ξε προ­φα­νῶς καὶ ὁ τε­λι­κὸς προ­ο­ρι­σμός τους. Ἐ­πει­δὴ ἀ­κρι­βῶς ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τὲς οἱ λε­πτο­με­ρεῖς ἀ­κου­στι­κὲς μαρ­τυ­ρί­ες, ἀ­πο­κλεί­στη­κε καὶ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ πρό­κει­ται γιὰ ἑ­νὸς εἴ­δους τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση κά­ποι­ου μο­να­χι­κοῦ λύ­κου, ἀ­φοῦ δὲν ἀ­κού­στη­κε κα­μιὰ σχε­τι­κὴ κραυ­γὴ ποὺ νὰ ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τὸν Θε­ὸ (Ἀλ­λά­χου Ἄκ­μπαρ!). Στὴν ἀ­μη­χα­νί­α ποὺ ἐ­πέ­δει­ξε ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς γιὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες (ἔ­στω ἕ­νας!) ποὺ νὰ ἔ­χουν βι­ώ­σει δηλ. ἐκ τοῦ σύ­νεγ­γυς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ (πα­ρὰ μο­νά­χα δι­ά­φο­ροι ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως ὠ­τα­κου­στές), κά­ποι­ος ἔ­δω­σε τὴ δι­κή του ἐκ­δο­χή:

        «Ἑ­τοι­μα­ζό­μουν νὰ μπῶ στὸ μπά­νιο, ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὶς κραυ­γὲς καὶ σκέ­φτη­κα νὰ βγῶ ἔ­ξω νὰ δῶ τί συμ­βαί­νει, ἀλ­λὰ φο­βή­θη­κα…». Πρό­σθε­σε ὅ­τι μιὰ ἄλ­λη φο­ρὰ ποὺ τοῦ εἶ­χε τύ­χει νὰ βρε­θεῖ ἀν­τι­μέ­τω­πος (ἢ μᾶλ­λον συ­να­παν­τή­θη­κε τυ­χαῖ­α) μὲ ἄ­το­μο τοῦ ἴ­διου φυ­ρά­μα­τος μὲ αὐ­τὸν ποὺ ἔ­ψα­χναν, τὸν εἶ­δε στὸ δρό­μο νὰ δι­α­βαί­νει κρα­δαί­νον­τας ἀ­πει­λη­τι­κὰ μιὰ αἰχ­μη­ρὴ μα­τσέ­τα, μὲ ἀ­τσά­λι­νη λά­μα πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἑ­κα­το­στά… Ὁ ἀ­στυ­νό­μος θε­ώ­ρη­σε τὴν ἀ­πάν­τη­σή του εἰ­λι­κρι­νῆ, ἀ­φοῦ πί­στευ­ε πὼς τὸ συ­ναί­σθη­μα ποὺ ἔ­νι­ω­σε —κά­τι σὰν πα­νι­κό— ἦ­ταν ἱ­κα­νὸ νὰ πα­ρα­λύ­σει τὶς σκέ­ψεις ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που καὶ νὰ μπλο­κά­ρει τὶς πρά­ξεις του, καὶ δὲν ἐ­πέ­μει­νε ἄλ­λο στὸ θέ­μα.


* * *


Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ ἴ­διο βρά­δυ τὰ μά­τια τοῦ ἄν­τρα, λὲς καὶ ἦ­ταν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να, ἄ­νοι­ξαν ἀ­πὸ μό­να τους. Κοί­τα­ξε λο­ξὰ τὸ ρο­λό­ι του: πε­ρα­σμέ­νες τρει­σή­μι­σι!… Ση­κώ­θη­κε ἀρ­γὰ καὶ πλη­σί­α­σε τὸ μι­σο­κα­τε­βα­σμέ­νο στό­ρι τοῦ πα­ρά­θυ­ρου. Ἔ­ξω στὸ δρό­μο σκο­τει­νιὰ καὶ πά­λι —ἀ­φοῦ τὰ φῶ­τα στὶς κο­λό­νες πα­ρέ­με­ναν σβη­στά— καὶ ἄ­κρα σι­γή.

        Ξε­ρο­κα­τά­πι­ε, σὰ νὰ ἔ­παιρ­νε φό­ρα καὶ με­τά, βά­ζον­τας τὶς πα­λά­μες χω­νὶ γύ­ρω στὸ στό­μα του  πά­τη­σε μιὰ δυ­να­τὴ κραυ­γή:

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ἡ σύν­τρο­φός του τι­νά­χτη­κε, πα­νι­κο­βλη­μέ­νη.

      «Μὰ τί κά­νεις; Τρε­λά­θη­κες;»

      Ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο εἶ­χε σκύ­ψει ἀ­μέ­σως πά­νω ἀ­π’ τὸ κρε­βα­τά­κι τοῦ παι­διοῦ της, πού, λα­χτα­ρι­σμέ­νο, ξέ­σπα­σε σὲ κλά­μα­τα στὸ ὕ­πνο του.

        Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν ὄρ­θιος μπρο­στά της, σι­ω­πη­λὸς καὶ αἰ­νιγ­μα­τι­κός. Στὴ σκέ­ψη ὅ­τι μᾶλ­λον τὰ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸν ἀ­κού­σουν ὅ­λοι, τοῦ ἐρ­χό­ταν νὰ γε­λά­σει, ἀ­φοῦ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ἤ­θε­λε: νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει, νὰ τα­ρά­ξει τὸν μα­κά­ριο ὕ­πνο τους, νὰ τοὺς αἰ­σθαν­θεῖ πά­λι, ἔ­στω γιὰ λί­γες μό­νο στιγ­μὲς —σκέ­φτη­κε μ’ ἕ­ναν κά­πως χαι­ρέ­κα­κο τρό­πο— νὰ πα­ρα­μο­νεύ­ουν πί­σω ἀ­πὸ τὶς κα­τε­βα­σμέ­νες γρί­λι­ες τῶν σπι­τι­ῶν τους, ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὸ φό­βο τους.

        Πε­ρί­με­νε μέ­χρι ν’ ἀ­νά­ψουν τὰ πρῶ­τα φῶ­τα ἀ­πέ­ναν­τι καὶ με­τὰ ξα­νά­πε­σε στὸ κρε­βά­τι του.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὑ­πὸ τὸ κρά­τος τοῦ τρό­μου (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2018).

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010)