1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Φταί­ει ὁ Κου­του­ζώφ!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Φταί­ει ὁ Κου­του­ζώφ!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΝΑΣ ΕΤΥΧΕ δι­ερ­μη­νεὺς με­τα­ξὺ τοῦ Ρώσ­σου Ναυά­ρχου Ρι­κόρ­δου καὶ τοῦ Γέ­ρο-Κο­λο­κο­τρώ­νη, καὶ ἐ­πει­δὴ ἦλ­θε λό­γος διὰ τὸ κά­ψι­μον τῆς Φερ­γά­δας εἰς Πό­ρον(1), εἶ­πεν ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης:

       — Τὸ φταί­ξι­μον τὸ ἔ­χει ὁ γκε­νε­ρὰλ Κου­του­ζώφ, καὶ ὄ­χι ἄλ­λος.

       Ὁ Ρι­κόρ­δος μὲ ἀ­πο­ρί­αν εἶ­πε:

       — Τί ἔ­χει νὰ κά­μῃ ἐ­δῶ ὁ Κου­του­ζώφ;

       Ἐ­χα­μο­γε­λοῦ­σεν ὁ Γέ­ρος, ποὺ σὰν καὶ ἔ­βλε­πε νὰ πει­ρά­ζε­ται ὁ Ρι­κόρ­δος· ὁ δι­ερ­μη­νεὺς τό­τε ἐ­ξή­γη­σεν εἰς τὸν Ρι­κόρ­δον ὅ­τι παί­ζει μὲ τὴν λέ­ξιν Κου­τού-ζωφ, μὴ θε­ω­ρῶν­τας τὴν πρᾶ­ξιν τοῦ Μι­α­ού­λη ἀν­θρώ­που γνω­στι­κοῦ καί­ον­τος τὸ σπί­τι του.»


(1) Ἀναφορὰ στὰ περιστατικὰ τῆς ἀν­ταρ­σίας τοῦ Μια­ού­λη, μὲ τὴν ἀ­να­τί­να­ξη τῆς φρε­γά­τας «Ἑλ­λάς» καὶ τῆς κορ­βέ­τας «Ὕ­δρα», τὸ Κα­λο­καίρι τοῦ 1831. [Σημ. τοῦ ἐπιμελητῆ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 281 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 212 [Τίτλος: «458.— Φταί­ει ὁ Κου­του­ζώφ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κὰρλ Κρατσάιζεν (Karl Kra­ze­isen, 1794-1878), Ἡ φρεγάτα Ἑλλάς (1827). Ὑδρόχρωμα, 26Χ31 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τίτλοι Εὐγενείας γιὰ σκύλους



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τίτλοι Εὐγενείας γιὰ σκύλους

[τοῦ Ἀναγνώστη Χαροκόπου]


ΑΤΑ ΤΟ 1838 πε­ρι­ο­δεύ­ον­τες οἱ Βα­σι­λεῖς εἰς Βό­νι­τζαν ἔ­φθα­σαν ἔ­ξω­θεν τῆς πό­λε­ως ὅ­που εἶ­χον συγ­κεν­τρω­θῆ αἱ ἀρ­χαὶ καὶ ὁ λα­ὸς ἵ­να τοὺς ὑ­πο­δε­χθῶ­σι. Με­τα­ξὺ τοῦ λα­οῦ ἦ­το καὶ ὁ ἕ­νε­κα γή­ρα­τος κα­τα­στὰς τυ­φλὸς γέ­ρο-προ­ε­στὸς Ἀ­ναγ. Χα­ρο­κό­πος δι­α­τε­λέ­σας πλη­ρε­ξού­σιος καὶ βου­λευ­τὴς κα­τὰ τὴν ἐ­πα­νά­στα­σιν, καὶ ἀ­νῆ­κε πάν­το­τε εἰς τὸ κόμ­μα τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη. Οὗ­τος ἐ­φώ­να­ξεν ὅ­τι ἐ­πει­δὴ δὲν βλέ­πει ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ ἐγ­γί­ξῃ τοὐ­λά­χι­στον τὸν Βα­σι­λέ­α του. Τὴν ἀ­ξί­ω­σίν του ταύ­την δι­ε­βί­βα­σαν εἰς τοὺς Βα­σι­λεῖς οὗ­τοι δὲ δι­έ­τα­ξαν ἵ­να ὁ­δη­γή­σω­σιν ἀ­μέ­σως τὸν γέ­ρον­τα πλη­σί­ον του, ἅ­μα δὲ ἀ­φι­χθέν­τα ἔ­λα­βον ἀ­νὰ μί­αν τῶν χει­ρῶν του ἕ­κα­στος τῶν Βα­σι­λέ­ων. Ἐκ τῆς <φι­λο>­φρο­νή­σε­ως ταύ­της κα­τα­δη­χθεὶς ὁ τῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως ἀ­νὴρ ἀ­πέ­τει­νε τὴν ἑ­ξῆς προσ­λα­λιὰν πρὸς τοὺς Βα­σι­λεῖς:

       — Νὰ δώ­σῃ ὁ Θε­ὸς νὰ ζή­σε­τε πο­λὺ νὰ δο­ξα­σθῆ­τε καὶ νὰ ἀ­φή­σε­τε κλη­ρο­νό­μους διὰ τὴν δό­ξαν τῶν Γο­νέ­ων καὶ τὸ κα­λὸ τοῦ τό­που τού­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἕ­ως νὰ γί­νῃ βα­σί­λει­ον ὑ­πέ­φε­ρε πο­λύ. Διὰ τοῦ­το, Βα­σι­λέ­α μου, νὰ ἔ­χῃς πάν­τα εἰς τὴν ἐν­θύ­μη­σή σου κάμ­πο­σους ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­στά­θη­σαν κε­φα­λὴ εἰς ἡ­μᾶς τοὺς ἄλ­λους εἰς τὸν ἀ­γῶ­να, καὶ διὰ μὲν τοὺς πε­θα­μέ­νους νὰ κά­με­τε ἓν μνη­μό­συ­νον κά­θε χρό­νον, ἐ­κεί­νους ὅ­που ζοῦν ὅ­πως ὁ Κουν­του­ρι­ώ­της, ὁ Γε­ρο-Μπέ­ης, ὁ Ζα­ΐ­μης, ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης νὰ τοὺς πά­ρῃς μα­ζί σου συμ­βού­λους καὶ δὲν θὰ χά­σῃς για­τὶ ἂν δὲν εἴ­χα­με αὐ­τοὺς κα­θὼς καὶ τοὺς ἀ­πε­θα­μέ­νους Ὑ­ψη­λάν­τας, Μι­α­ού­λην, Μπό­τζα­ρην, Φλέσ­σαν, Κα­ρα­ϊ­σκά­κην νὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σουν, δὲν ἐ­τε­λει­ώ­να­με τὸ ἔρ­γον ὅ­που ἠρ­χί­σα­μεν.

       Ὁ Βα­σι­λεὺς μὴ ἐν­νο­ῶν κα­λῶς τό­τε τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴν καὶ ἡ Βα­σί­λισ­σα μό­λις ἐν­νο­οῦ­σα λέ­ξεις τι­νὰς ἀν­τε­λή­φθη­σαν τῆς προσ­λα­λιᾶς τοῦ γέ­ρον­τος Χα­ρο­κό­που διὰ τοῦ Γεν­ναί­ου ὅ­στις ὡς αὐ­λι­κὸς ἐ­γνώ­ρι­ζεν ὁ­πω­σοῦν νὰ ἐν­νο­ῆ­ται ὑ­πὸ τοῦ Βα­σι­λέ­ως, ηὐ­χα­ρί­στη­σαν λοι­πὸν οἱ Βα­σι­λεῖς ἀμ­φό­τε­ροι διὰ τοῦ ἰ­δί­ου δι­ερ­μη­νέ­ως τὸν γέ­ρον­τα διὰ τὰς πα­τρι­ω­τι­κάς του εὐ­χὰς καὶ συμ­βου­λάς. Τό­τε ὁ γέ­ρων προ­σέ­θη­κε:

       — Μα­θαί­νω ὅ­τι ἔ­χεις μα­ζί Σου Βα­σι­λέ­α μου τὸν υἱ­ὸν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη Γεν­ναῖ­ον.

       — Αὐ­τὸς ὅ­στις ὁ­μι­λεῖ μα­ζί σου εἶ­ναι ὁ Γεν­ναῖ­ος, τῷ εἶ­πεν ὁ πα­ρευ­ρε­θεὶς ἐ­κεῖ στρα­τη­γὸς Κωνστ. Μπό­τσα­ρης. Τοῦ­το ἀ­κού­σας ὁ γέ­ρων Χα­ρο­κό­πος εἶ­πεν ἀ­πο­τει­νό­με­νος πρὸς τὸν Γεν­ναῖ­ον:

       — Ἐ­δῶ εἶ­σαι καὶ δὲν μοῦ ὁ­μι­λεῖς τό­σην ὥ­ραν Μπα­ροῦ­νο!!!

       Τὸ πλῆ­θος ἐ­γέ­λα­σεν εἰς τὴν ὕ­βριν «Μπα­ροῦ­νο».

       Οἱ Βα­σι­λεῖς δὲν ἠν­νό­η­σαν δια­τί οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­γέ­λα­σαν εἰς τὴν λέ­ξιν «Μπα­ροῦ­νο» καὶ ἐ­ζή­τη­σαν με­τ’ ὀ­λί­γον εἰς τὸ γεῦ­μα ἐ­ξη­γή­σεις, διὰ τῶν ὁ­ποί­ων ἔ­μα­θον ὅ­τι ἐ­πὶ τῶν σταυ­ρο­φο­ρι­ῶν πε­ρι­ελ­θόν­τες οἱ τό­τε τι­τλο­φό­ροι εἰς τὴν με­γα­λυ­τέ­ραν πα­ρα­λυ­σί­αν καὶ τι­νὲς καὶ πε­νί­αν, ἔ­πρα­ξαν τὰς μᾶλ­λον ἀ­πο­τρο­παί­ους, ρυ­πα­ρὰς καὶ τα­πει­νὰς πρά­ξεις, ἑ­πο­μέ­νως οἱ τί­τλοι ἔ­μει­ναν εἰς τὴν μνή­μην τῶν Ἑλ­λή­νων ὡς ἐ­πω­νυ­μί­αι μαρ­τυ­ροῦ­σαι ἀν­θρώ­πους ἀ­χρεί­ους, διὰ τοῦ­το καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες ὄ­χι μό­νον δὲν ἐ­ζή­λω­σαν νὰ τοὺς σφε­τε­ρι­σθῶ­σι ἀλ­λὰ καὶ τοὺς ἀ­πο­νεί­μου­σι εἰς τοὺς σκύ­λους ἢ τοὺς ἀν­θρώ­πους οὓς θέ­λου­σι νὰ ὑ­βρί­σω­σι ἢ χλευ­ά­σω­σι διὰ τῶν λέ­ξε­ων «Μπα­ροῦ­νος» (βα­ρῶ­νος), «Κο­μα­τᾶς» (κο­μη­τᾶς, κό­μης), «Μαρ­χέ­ζας» (μαρ­κή­σιος), «Πρί­τζι­πας» (πρίγ­κηψ). Ἐκ τῆς ἐ­ξη­γή­σε­ως ταύ­της ἠν­νό­η­σεν ἡ Βα­σί­λισ­σα δια­τί οἱ αὐ­λι­κοί της δὲν ἐ­δέ­χθη­σαν τοὺς ὁ­ποί­ους ἠ­θέ­λη­σε νὰ τοὺς ἀ­πο­νεί­μῃ τί­τλους εὐ­γε­νεί­ας.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 72-73.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Wil­helm Gu­stav Kra­us (1804-1852), Ὁ βα­σι­λιᾶς Ὄ­θων ἔ­φιπ­πος κα­τὰ τὴν ἄ­φι­ξή του στὴν Ἀ­θή­να (Με­τὰ τὸ 1835). Μου­σεῖ­ο τῆς Πό­λε­ως τῶν Ἀ­θη­νῶν.



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ Συνάντηση



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ Συνάντηση

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη καὶ τοῦ Κιουταχῆ]


ΤΙΣ 9 ΑΥΓ. τοῦ 1826, ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης ἀν­τα­μώ­θη­κε κα­τὰ τύ­χη μὲ τὸν Κι­ου­τα­χῆ στὴ Γαλ­λι­κὴ φρε­γά­τα τοῦ Γάλ­λου ναυά­ρχου Ντε­ρι­νῦ, ἀ­ραγ­μέ­νη στὸν Πει­ραι­ᾶ. Ὁ Κι­ου­τα­χῆς μὲ τὸν Ὀ­μὲρ πασ­σᾶ τῆς Χαλ­κί­δας εἶ­χαν πά­ει νὰ δοῦν τὸ ναύ­αρ­χο. Δὲν προ­φτά­σα­νε νὰ κα­τε­βοῦ­νε στὴ σάλ­λα, καὶ φτά­νει ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης μὲ τὸ Χρη­στί­δη σὲ βάρ­κα Ἑλ­λη­νι­κὴ ἀ­πὸ τὸ μπρί­κι τὸ Ψα­ρια­νὸ τοῦ Γι­αν­νί­τση, ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­νο στὴν Ἐ­λευ­σῖ­να καὶ τὄ­χε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης στὴς δι­α­τα­γές του. Λέ­νε πὼς ἐ­πί­τη­δες ὁ Γάλ­λος ναύ­αρ­χος εἶ­χε φέ­ρει ἔ­τσι τὸ πρᾶ­μα, γιὰ νὰ σμί­ξουν οἱ δυ­ὸ ἀρ­χι­στρά­τη­γοι. Κι’ αὐ­τὸ τοῦ τὸ εἶ­χε ζη­τή­σει ὁ Κι­ου­τα­χῆς.

       Τα­ρά­χτη­κε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης κα­θὼς εἶ­δε τὸν Κι­ου­τα­χῆ μπρο­στά του. Ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι στὸ σπα­θὶ κ’ εἶ­πε στὸ Χρη­στί­δη:

       — Ὠ­ρὲ Χρη­στί­δη, μὴ μᾶς κά­νουν κα­μιὰ μπαμ­πε­σά; [ἀ­πι­στιά].

       Τὸν κα­θη­σύ­χα­σε ὁ Χρη­στί­δης. Κι’ ὁ Κι­ου­τα­χῆς ὅ­μως τα­ρά­χτη­κε, κα­θὼς εἶ­δε τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη. Χαι­ρέ­τη­σε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης τὸν Κι­ου­τα­χῆ, κα­τὰ τὴν τούρ­κι­κη συ­νή­θεια [μὲ τὴν πα­λά­μη στὸ στῆ­θος] καὶ κά­θι­σε. Χαι­ρέ­τη­σε κι’ ὁ Κι­ου­τα­χῆς μὲ τὸ κε­φά­λι, ἀ­γέ­ρω­χος, καὶ μί­λη­σε πρῶ­τος ἀρ­βα­νί­τι­κα:

       — Τί κά­νεις, Κα­ρα­ϊ­σκά­κη; Ἔλ­πι­ζα νἀρ­θῇς στὰ Μπι­τό­λια νὰ μὲ προ­σκυ­νή­σῃς καὶ νὰ σοῦ δώ­σω ὅ­λα τὰ βι­λα­έ­τια, ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ὡς τὴν Ἄρ­τα.

       — Ἐ­γὼ νὰ σὲ προ­σκυ­νή­σω; τοῦ ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης. Ἂν εἶ­σαι Ρού­με­λη-Βα­λε­σῆς ἐ­σύ, εἶ­μαι κ’ ἐ­γὼ Ρού­με­λη-Βα­λε­σῆς. Κι’ ἂν ἤ­ξε­ρε ἡ Δι­οί­κη­σή μου ὅ­τι κρέ­νο­με [μι­λᾶ­με] τώ­ρα μα­ζί, μὲ κρέ­μα­γε κ’ ἐ­μέ­να καὶ δε­κα­πέν­τε χι­λιά­δες στρα­τέ­μα­τα, ποὺ ἔ­χω στὴ Λε­ψί­να.

       — Καὶ πῶς μπο­ρεῖ νὰ σὲ κρε­μά­σῃ;

       — Μή­πως δὲ σὲ κρε­μά­ει ἐ­σέ­να ὁ Σουλ­τά­νος, ὅ­ταν θέ­λῃ; Ναὶ ἢ ὄ­χι;

       — Ναί, για­τὶ τὸν ἔ­χω βα­σι­λιᾶ.

       — Λοι­πὸν μὲ κρε­μά­ει κ’ ἐ­μέ­να, για­τὶ τὴν ἔ­χω βα­σί­λισ­σα!

       Χα­μο­γέ­λα­σε ὁ Κι­ου­τα­χῆς. Ση­κώ­θη­κε πρῶ­τος κ’ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ κα­ρά­βι.

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ὁ Κι­ου­τα­χῆς τοὔ­στει­λε καφ­φέ, ζά­χα­ρη καὶ κα­πνό. Ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης τοὔ­στει­λε ἕ­να φόρ­τω­μα κρα­σί(1).


(1) Γιὰ τὸ σμίξιμό του μὲ τὸν Κιουταχῆ στὴ Γαλλικὴ φρεγάτα ὁ Κα­ραϊ­σκά­κης εἶχε γράψει στὸν Κολο­κο­τρώνη, τρεῖς μέρες ὑστε­ρώ­τερα, καὶ τοῦ ἔλεγε: «Κατὰ περί­στα­σιν ἀντα­μώθη­μεν εἰς τὴν φρε­γά­ταν τοῦ Δε­ρι­νῦ τὴν δευ­τέ­ραν ἡ­μέ­ραν τῆς ὑστε­ρι­νῆς μά­χης ἐγώ, ὁ Χε­λιώ­της καὶ ὁ καπετὰν Ψα­ρια­νὸς [Γιαν­νί­τσης] μὲ τὸν Κιου­τα­χῆ, τὸν Ὀ­μὲρ πασ­σᾶ καὶ ἄλ­λους. Κατ’ ἀρ­χὰς ἐξιπ­πά­σθηκα, ὀγλή­γορα ὅμως ἐ­φιλιω­θή­κα­­μεν καὶ ἐλ­πίζω νὰ τοῦ κο­στί­σῃ ἡ φι­λία μου. Εἴπα­με πολ­λὰ ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴν ἰδέ­αν τοῦ ὅτι ἔχει ρα­γιά­δες τοὺς Ἕλ­λη­νας καὶ ἐγὼ μὲ τὴν ἰδέ­αν μου ὅτι εἴ­με­θα ἐ­λεύ­θε­ροι.» Κι’ ἀ­λη­θι­νὰ τοῦ κό­στι­σε τοῦ Κιου­τα­χῆ ἡ γνω­ρι­μιὰ τοῦ Κα­ραϊ­σκά­κη. Καὶ θὰ τοῦ κό­στι­ζε πε­ρισ­σότε­ρο, ἂν δὲν τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ θά­να­τος. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Και­ροὶ» Δε­κέ­βρ. 1896, ὑ­πὸ «Λε­βά­δου», κι’ ἀ­πὸ ἄλ­λες πη­γές.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 248-249 [Τίτλος: «548.— Κα­ρα­ϊ­σκά­κης – Κι­ου­τα­χῆς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Γεώργιος Μαργαρίτης (1814-1884), Ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης ἐ­λαύ­νων πρὸς τὴν Ἀ­κρό­πο­λιν (1844). Λάδι σὲ μουσαμᾶ, 94Χ117 ἑκ. (Συλλογὴ ἱ­δρύ­μα­τος Εὐρ. Κου­τλί­δη, Ἐθνικὴ Πι­να­κο­θή­κη).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χρι­στι­α­νοὶ καὶ Φρά­γκοι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χρι­στι­α­νοὶ καὶ Φρά­γκοι

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


ΟΘΩΝ ἐ­πὶ το­σοῦ­τον ἐ­συ­νή­θι­σεν εἰς τὰς ἀ­κρι­το­μυ­θί­ας τῶν Ἑλ­λή­νων, ὥ­στε ἀ­νε­χό­με­νος ἐ­γέ­λα ὁ­σά­κις καὶ αὐ­τοὶ οἱ αὐ­λι­κοί του τῷ ἀ­πέ­τει­ναν ἐξ ἀ­προ­σε­ξί­ας φρά­σεις προ­σβλη­τι­κάς. Εὑ­ρι­σκό­με­νος πο­τὲ ἐν Νά­ξῳ καὶ ἐ­ρω­τή­σας εἰς τὸ γεῦ­μα τοὺς πα­ρα­κα­θη­μέ­νους πό­σαι οἰ­κο­γέ­νειαι κα­τοι­κοῦ­σι τὴν πό­λιν ἐ­κεί­νων:

       — 250 Χρι­στια­νοὶ καὶ 200 Φράγ­κοι, ἀ­πήν­τη­σεν ὁ ὑ­πα­σπι­στής του Γεν­ναῖ­ος Κο­λο­κο­τρώ­νης.

       Ὁ Ὄ­θων ἐ­γέ­λα­σε εἰς τὴν ἀ­πάν­τη­σιν ταύ­τη, ἀ­φοῦ κα­τὰ τὸν ὑ­πα­σπι­στήν του, οἱ Φράγ­κοι ἐν οἷς καὶ ὁ ἴ­διος ὁ Ὄ­θων δὲν ἦ­σαν Χρι­στια­νοί.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 71-72.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Peter von Hess (1792-1871), Ἡ ὑ­πο­δο­χὴ τοῦ βα­σι­λιᾶ Ὄ­θω­να τῆς Ἑλ­λά­δας στὴν Ἀ­θή­να.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα­: Τὸ ἦ­θος τοῦ Κια­μήλ­μπεη



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα­


Τὸ ἦ­θος τοῦ Κια­μήλ­μπεη

[τοῦ Κιαμήλμπεη]


ΙΣΠΗΔΗΣΑΝΤΩΝ τὸ 1821 τῶν Ἑλ­λή­νων εἰς τὸ φρού­ριον τῆς Τρι­πό­λε­ως ἅ­μιλ­λα ἠ­γέρ­θη πε­ρὶ τῆς κα­τα­λή­ψε­ως τοῦ πλου­σι­ω­τά­του Ὀ­θω­μα­νοῦ τοῦ ἐκ Κο­ρίν­θου Κια­μὴλ-Μπέ­η. Τὸν κα­τέ­σχον δὲ πρῶ­τοι οἱ Λε­ον­τα­ρῖ­τες (Με­γα­λου­πο­λῖ­τες) καὶ οἱ Μι­στρι­ῶ­τες (Λα­κε­δαι­μό­νιοι) Νι­κη­τα­ρᾶς, Κε­φά­λας, Κρεβ­βα­τᾶς, Βρε­σθέ­νης, Γι­α­τρά­κος καὶ ἄλ­λοι ἐ­πί­ση­μοι τῶν Ἐ­παρ­χι­ῶν τού­των πε­ρὶ τοὺς τεσ­σα­ρά­κον­τα, ὑ­πο­στη­ρι­ζό­με­νοι ὑ­πὸ ἰ­σχυ­ροῦ σώ­μα­τος συ­νε­παρ­χι­ω­τῶν του. Εἱ­σελ­θόν­τες εἰς τὴν οἰ­κί­αν εὗ­ρον τὸν Κια­μὴλ-Μπέ­η κα­θή­με­νον ἐ­πὶ τοῦ ἀ­να­κλίν­τρου ἐν εὐ­ρυ­τά­τῃ αἰ­θού­σῃ καὶ κα­πνί­ζον­τα με­τὰ τοῦ Πα­νού­τσου Νο­τα­ρᾶ προ­ε­στοῦ τῆς Κο­ρίν­θου, προ­σελ­θόν­τος ὡς ἐ­νε­χύ­ρου με­τα τῶν λοι­πῶν ἀρ­χι­ε­ρέ­ων καὶ προ­ε­στῶν τῆς Πε­λο­πον­νή­σου, ἀλ­λὰ τῇ αἰ­τή­σει τοῦ ἰ­σχυ­ροῦ τού­του Τούρ­κου μὴ ρι­φθέν­τος με­τὰ τῶν λοι­πῶν εἰς τὴν κά­θυ­γρον φυ­λα­κήν, εἰς ἣν ἄλ­λοι μὲν ἀ­πέ­θα­νον ἄλ­λων δὲ προ­σε­βλή­θη χρο­νί­ως ἡ ὑ­γεί­α. Μο­λο­νό­τι κα­τέ­στη αἰχ­μά­λω­τος τῶν εἰ­σελ­θόν­των, μο­λα­ταῦ­τα τοῖς ἐ­πέ­βα­λε διὰ μό­νου τοῦ βλέμ­μα­τος σέ­βας καὶ πάν­τες ἐ­κά­θη­σαν ἐν ἡ­συ­χί­ᾳ. Δι­έ­τα­ξεν ἀ­μέ­σως τοὺς ὑ­πη­ρέ­τας νὰ φέ­ρω­σι πρὸς τοὺς ἐλ­θόν­τας γλυ­κί­σμα­τα καὶ πο­τά, με­τὰ τὴν πε­ρι­ποί­η­σιν δὲ ταύ­την ἔ­φε­ρεν εἰς τὸ μέ­σον Αἰ­θί­ο­πα ὅ­στις γο­να­τί­σας ἐ­τρα­γώ­δη­σε τὸ τρα­γού­δι τῆς Σκλα­βιᾶς, ὅ ἐ­στι μοι­ρο­λό­γιον τῆς αἰχ­μα­λω­σί­ας. Οἱ πλεί­ους ἐ­δά­κρυ­σαν, ὁ Κια­μὴλ-Μπέ­ης ὅ­μως δὲν ἐ­δά­κρυ­σεν ἀλ­λὰ κα­τέ­στη μᾶλ­λον σύ­νο­φρυς καὶ ἐκ τῆς κι­νή­σε­ως τῶν χει­λέ­ων του ἐ­φαί­νε­το μεμ­ψι­μοι­ρῶν ἐν ἑ­αυ­τῷ. Τό­τε εἷς τῶν πα­ρε­στώ­των, ὁ ἐκ Βορ­δω­νί­ας Ζω­γρά­φος τῷ εἶ­πε:

       — Αἴ, μπέ­η μου, αὐ­τὰ εἶ­ναι τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό­φα­σις καὶ δὲν πρέ­πει νὰ βλα­σφη­μῶ­μεν.

       — Λυ­ποῦ­μαι, κα­η­μέ­νε, ἀ­πε­κρί­θη, δι­ό­τι δὲν ἠ­θέ­λη­σα νὰ χα­λα­σθῇ ἄλ­λη μί­α φο­ρὰ ὁ Μω­ριᾶς καὶ πά­θῃ τὰ κα­κὰ ὅ­που ἔ­πα­θε ἀ­πὸ τοὺς Ἀρ­βα­νί­τας στὸν ἄλ­λον ἀρ­πε­τό (ἐ­πα­νά­στα­σιν τοῦ 1769), εἰ δὲ μὴ μὲ ἕ­να ντε­σκε­ρέ­μι (ὀ­λι­γό­λε­ξον ἐ­πι­στο­λήν) ἔ­φερ­να καὶ τὸν Σουλ­τά­νον τὸν ἴ­διον ἐ­δῶ. Ξεύ­ρω τί θὰ πά­θω μα­ζὶ καὶ σεῖς καὶ ὁ τό­πος μας. Μὰ ὁ Θε­ὸς θὰ παι­δέ­ψῃ (τι­μω­ρή­σῃ) καὶ τὰ ζου­λού­μια (ἀ­δι­κί­ας) τῶν Τούρ­κων καὶ τὴν ἀ­νευ­χα­ρί­στη­σιν (ἀ­χα­ρι­στί­αν) τῶν Μω­ρα­ϊ­τῶν.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 60-61.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Ὁ πύρ­γος τοῦ Κι­α­μήλ­μπε­η στὴ Συ­κιὰ Κο­ριν­θί­ας. Ἱ­στο­ρι­κὸ μνη­μεῖο.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ ἦθος τοῦ Κυβερνήτη



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

Τὸ ἦθος τοῦ Κυβερνήτη

[τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια]


ΜΦΟΡΟΥΜΕΝΟΣ ἐκ τῆς ἰ­δέ­ας ὅ­τι ὁ λα­ὸς τῆς Ἑλ­λά­δος πέ­νε­ται, προ­σε­πά­θει νὰ εἰ­σα­γά­γῃ διὰ τῆς βί­ας τὴν λι­τό­τη­τα, δί­δων αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος τὸ πα­ρά­δειγ­μα. Δὲν ἔ­φε­ρε πο­τὲ μα­ζί του πλέ­ον τοῦ ἑ­νὸς φύ­λα­κος, ἵ­να πεί­σῃ τοὺς εὐ­τε­λεῖς Ἕλ­λη­νας νὰ κα­ταρ­γή­σω­σι τὰς ὁ­ποί­ας ἔ­φε­ρον πάν­το­τε οὐ­ράς, διὰ τὴν συν­τή­ρη­σιν τῶν ὁ­ποί­ων ἐ­γέ­νε­το δα­πά­νη πολ­λή. Ἔ­τρω­γε λι­τό­τα­τα διὰ νὰ πεί­σῃ τοὺς εὐ­πο­ροῦν­τας νὰ κα­ταρ­γή­σω­σι τὴν πρὸς τὴν ποι­κι­λί­αν καὶ πο­λυ­δά­πα­νων φα­γη­τῶν τά­σιν. Ἐ­νε­δύ­ε­το ἁ­πλού­στα­τα καὶ ὁ­σά­κις ἔ­φε­ρε τὴν ἐ­πί­ση­μον στο­λήν του, διὰ νὰ δυ­νη­θῇ νὰ κα­ταρ­γή­σῃ τὸ χρυ­σο­εν­δύ­ε­σθαι εἰς ὃ ἦ­σαν ἐ­πιρ­ρε­πέ­στα­τοι τό­τε οἱ Ἕλ­λη­νες μι­μη­θέν­τες τοὺς πρώ­ην κυ­ρί­ους των Τούρ­κους, διὰ τοῦ­το ἐ­ξή­λεγ­χεν ὅ­λα τ’ ἀ­νω­τέ­ρω ἐ­λατ­τώ­μα­τα αὐ­στη­ρῶς καὶ πι­κρό­τα­τα.

       Ὅ­ταν ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης με­τέ­βαι­νε νὰ πα­ρου­σιά­σῃ εἰς τὸν Κυ­βερ­νή­την τὸν Γεν­ναῖ­ον, τὸν ἀ­πήν­τη­σε με­τα­βαί­νον­τα εἰς τὸν πε­ρί­πα­τον.

       — Ὑ­πε­ρε­ξο­χώ­τα­τε, τῷ εἶ­πε, Σοῦ πα­ρου­σιά­ζω τὸν Γεν­ναῖ­ον μου.

       Ὁ Κυ­βερ­νή­της εἶ­δε χρυ­σο­φό­ρον νέ­ον καὶ πα­ρ’ αὐ­τῷ ἕ­τε­ρον νέ­ον μὴ φέ­ρον­τα χρυ­σᾶ ἐν­δύ­μα­τα, ὅ­στις ἦ­τον ὁ Γραμ­μα­τεὺς τοῦ Γεν­ναί­ου Μι­μῖ­κος Πο­λυ­χρο­νό­που­λος, καὶ πρὸς τοῦ­τον ἀ­πέ­τει­νεν ὁ Κυ­βερ­νή­της τὴν χεῖ­ρα ὑ­πο­κρι­θεὶς ὅ­τι τὸν ὑ­πέ­λα­βεν ὡς τὸν Γεν­ναῖ­ον. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης τῷ εἶ­πεν ἀ­μέ­σως.

       — Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Γεν­ναῖ­ος.

       — Ἄ, εἶ­πεν ὁ Κυ­βερ­νή­της ὡς μᾶλ­λον ἐ­ξιπ­πα­σθεὶς ἐ­γὼ ἰ­δὼν αὐ­τὸν μὲ τὰ χρυ­σᾶ τὸν ὑ­πέ­λα­βον ὡς τζο­χαν­τά­ρην του.


τζο­χαν­τά­ρης: σωματοφύλακας.


Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 48.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Tho­mas Law­re­nce  (1769–1830), Πορ­τραῖ­το τοῦ Ἰω­άν­νη Κα­πο­δί­στρια (1818). Λά­δι σὲ καμ­βά, 128.3Χ102.9 ἑκ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Σημεῖον τῆς ἀγάπης του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Σημεῖον τῆς ἀγάπης του

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΗΣΟΝ Ζά­κυν­θον, ὅ­ταν ἀ­πέ­θα­νεν ἡ γυ­ναῖ­κα του, εἰς τὸ μνη­μό­συ­νόν της ἐ­πῆ­ρε εἰς τὸ κε­φά­λι του τὸν δί­σκον μὲ τὰ κόλ­λυ­βα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του ἕ­ως εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν, ση­μεῖ­ον τῆς ἀ­γά­πης του.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρ.» σ. 280 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 188-189 [Τἰτλος: «379.— Ἀ­π’ ἀ­γά­πη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Adam Frie­del von Frie­dels­burg (πε­ρί­που 1780 – ;), Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης. Ἀρ­χη­γὸς τῶν στρα­τευμά­των τοῦ Μω­ριᾶ. Λι­θο­γρα­φία ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμέ­­νη μὲ τὸ χέρι (1832).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ρωμαίϊκα κι Ἑλληνικά



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ρωμαίϊκα κι Ἑλληνικά

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΑΔΕΣ Χι­ῶ­τες πα­ρου­σι­α­στή­κα­νε στὸν Ὄ­θω­να τὸ Βα­σι­λέ­α.

       Ἀ­φοῦ εἴ­πα­νε τὄ­να καὶ τ’ ἄλ­λο, πρά­μα­τα γε­νι­κὰ ποὺ συ­νει­θί­ζον­ται στὴν πρώ­τη γνω­ρι­μιά, ὁ Βα­σι­λέ­ας, ποὺ μό­νη γλῶσ­σα του εἶ­χε νὰ μι­λῇ τὴς Ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες ποὺ εἶ­χε πρω­το­μά­θει ἀ­πὸ τὸ Φί­λιπ­πο Ἰ­ω­άν­νου, τὸ δά­σκα­λό του καὶ κα­θη­γη­τὴ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ Ὀ­θώ­νει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο, γυ­ρί­ζει στὸν ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς τρεῖς Χι­ῶ­τες μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ συ­νει­θι­σμέ­νο σο­βα­ρό του καὶ ρω­τά­ει:

       — Πῶς προ­χω­ρεῖ τὸ ἐμ­πό­ριον;

       — Κε­σά­τια, Με­γα­λει­ό­τα­τε! λέ­ει ὁ Χι­ώ­της.

       Ὁ Ὄ­θω­νας ἀ­πο­ρεῖ· πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­κού­ει αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη. Κοι­τά­ζει αὐ­τὸν ποὺ μί­λη­σε στὰ μά­τια καὶ ξα­να­ρω­τά­ει:

       — Τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξις κε­σά­τια;

       Ὁ Χι­ώ­της ἀ­πο­ρεῖ κι’ αὐ­τός, μὰ ὁ ἄλ­λος Χι­ώ­της, πει­ὸ ἔ­ξυ­πνος, πε­τι­έ­ται κι’ ἀ­παν­τά­ει:

       — Δὲν ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       Κ’ εἶ­ν’ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ποὔ­λυ­σε τοῦ Βα­σι­λέ­α τὴν ἀ­πο­ρί­α.

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας, μὲ τὴν ἴ­δια πάν­τα σο­βα­ρό­τη του, γυ­ρί­ζει καὶ σ’ αὐ­τόν.

       — Καὶ ἡ λέ­ξις ντα­ρα­βέ­ρι τί ση­μαί­νει;

       Μὰ ὡς ποὺ ν’ ἀ­παν­τή­σῃ ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ τρί­τος Χι­ώ­της δὲν ἀρ­γεῖ καὶ λέ­ει:

       — Ἀ­λι­σβε­ρί­σι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας δὲν ἔ­κα­με ἄλ­λο ρώ­τη­μα. Καὶ φύ­γαν οἱ τρεῖς φί­λοι χα­ρού­με­νοι ποὺ φω­τί­σα­νε τὸ Βα­σι­λέ­α.

       Τὸ βρά­δυ στὸ βα­σι­λι­κὸ τρα­πέ­ζι, ἐ­κεῖ ποὺ ὁ ὑ­πα­σπι­στὴς Χα­τζη­χρῆ­στος (ξε­νό­γλωσ­σος ποὺ δύ­σκο­λα μι­λοῦ­σε ἁ­πλὰ Ἑλ­λη­νι­κά, μὰ τὴς Ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες δὲν τὴς εἶ­χε μά­θει ἀ­πὸ κα­νέ­να σο­φὸ δά­σκα­λο) ἤ­τα­νε σκυ­φτὸς στὸ πιά­το του, ἀ­κού­ει τὸ Βα­σι­λέ­α νὰ λέ­ῃ:

       — Τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξις κε­σά­τι, κύ­ρι­ε ὑ­πα­σπι­στά;

       — Κε­σά­τι, Με­γα­λει­ό­τα­τε; φω­νά­ζει ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος ξαφ­νι­σμέ­νος· κε­σά­τι θὰ πῇ… νὰ… κε­σά­τι, πῶς τὸ λέ­νε; Δὲν τὸ λὲν ἀλ­λοι­ῶς· κε­σά­τι… ἅ­μα δὲν ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι, ἔ­χει κε­σά­τι!

       — Καὶ ντα­ρα­βέ­ρι τί ση­μαί­νει;

— Ντα­ρα­βέ­ρι; (κι’ ἀ­πο­ρεῖ τώ­ρα ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος πει­ὸ πο­λὺ κι’ ἀ­πὸ τὸ Βα­σι­λέ­α τὸν ἴ­διο)· πῶς, ντα­ρα­βέ­ρι! Ἅ­μα ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι… δὲν ἔ­χει κε­σά­τι, ἅ­μα ἔ­χει κε­σά­τι, δὲν ἔ­χει… ἀ­λι­σβε­ρί­σι! Αὐ­τὸ θὰ πῇ, ἀ­λι­σβε­ρί­σι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       — Καὶ ἀλισβερίσι τί ση­μαί­νει;

— Ἀ­λι­σβε­ρί­σι θὰ πῇ… ντα­ρα­βέ­ρι! Ντα­ρα­βέ­ρι-ἀ­λι­σβε­ρί­σι, ἀ­λι­σβε­ρί­σι-ντα­ρα­βέ­ρι… δὲν τὸ ξέ­ρεις, Με­γα­λει­ό­τα­τε; Αὐ­τὸ θὰ πῇ!

       Κι’ ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος χει­ρο­νο­μεῖ ἄ­τα­χτα ὄ­χι για­τὶ δὲ μπο­ρεῖ νὰ ξη­γη­θῇ, πα­ρὰ για­τὶ δὲ θέ­λει ὁ Βα­σι­λέ­ας νὰ κα­τα­λά­βῃ.

       Μὰ ὁ Βα­σι­λέ­ας εἶ­χε πειὰ κα­τα­λά­βει τέ­λεια καὶ φω­τί­σθη­κε λαμ­πρά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ Γ. Τσο­κο­πού­λου «Πα­λαι­αὶ Ἀ­θῆ­ναι. – Ἡ Βα­σί­λισ­σα Ἀ­μα­λί­α», 1904, σ. 45.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 325-326 [Τίτλος: «699.— Ὁ Βα­σι­λιᾶς φω­τί­στη­κε.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ὄθων Α’. Φω­το­γρα­φία μὲ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐν­δυ­μα­σία. Χ.χ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει!

[τοῦ Λάζαρου Κουντουριώτη]


«ΗΤΟΝ κα­τὰ τὸ 1826, ὅ­τε ἡ Ἑλ­λὰς ἐ­θρή­νει τὴν πτῶ­σιν τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου· ἡ Πε­λο­πόν­νη­σος, ἐ­κτὸς ὀ­λί­γων τι­νῶν φρου­ρί­ων, ἔ­βλε­πε παν­τα­χοῦ πε­ρι­φε­ρο­μέ­νας τὰς φά­λαγ­γας τοῦ Ἰμ­βρα­ΐ­μου, καὶ ἡ εἰς Ὕ­δραν ἀ­πό­βα­σις ἐ­με­λε­τᾶ­το καὶ πα­ρε­σκευ­ά­ζε­το με­τὰ κρό­του. Τό­τε δὲν ἦ­σαν μό­νοι οἱ εὔ­πο­ροι οἱ θέ­λον­τες νὰ σω­θῶ­σι διὰ τῆς φυ­γῆς· ὁ φό­βος δι­ε­δό­θη εἰς τὸν λα­όν, ὠρ­γα­νί­σθη ἐν ἀ­κα­ρεὶ παμ­πλη­θὴς συ­νέ­λευ­σις εἰς τὴν θέ­σιν τὴν λε­γο­μέ­νην Σπι­τά­λια, καὶ ὅ­λοι οἱ παν­τα­χό­θεν συρ­ρέ­ον­τες ἤρ­χον­το μὲ σκο­πὸν νὰ συ­ζη­τή­σω­σιν ὄ­χι πε­ρὶ τοῦ ἂν πρέ­πει νὰ μεί­νω­σιν ἢ φύ­γω­σιν, ἀλ­λὰ πε­ρὶ τοῦ τρό­που καὶ τῶν μέ­σων τῆς φυ­γῆς. Τὴν σκη­νὴν ταύ­την γνω­ρί­ζο­μεν ἐκ μάρ­τυ­ρος αὐ­τό­πτου.

       »Προ­σε­κλή­θη εἰς τὴν συ­νέ­λευ­σιν καὶ ὁ ἀ­οί­δι­μος Λά­ζα­ρος Κουν­του­ρι­ώ­της, καὶ ἐλ­θόν­τα τὸν ὑ­πε­δέ­χθη­σαν με­τὰ τῆς συ­νή­θους εὐ­λα­βεί­ας. Ἐ­δό­θη εἰς αὐ­τὸν πρῶ­τον ὁ λό­γος, ἀλ­λὰ δὲν ἠ­θέ­λη­σε νὰ λα­λή­σῃ, καὶ ἔ­μει­νε σι­ω­πῶν με­χρι­σό­του πολ­λὰ ἐρ­ρέ­θη­σαν, καὶ ἡ φυ­γὴ ἀ­πε­φα­σί­σθη. Τό­τε μό­νον, λα­βὼν τὸν λό­γον,

       — »Κα­τευ­ό­διον, εἶ­πεν, ἀ­δελ­φοί, εὔ­χο­μαι νὰ εὐ­τυ­χή­σε­τε εἰς τὴν ξέ­νην γῆν, καὶ κα­λὴν ἀν­τά­μω­σιν εἰς τοῦ­τον ἢ εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον. Ἐ­γώ, ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μου, οἱ συγ­γε­νεῖς μου, οἱ πλοί­αρ­χοί μου καὶ αἱ οἰ­κο­γέ­νειαι τῶν πλοιά­ρχων μου δὲν ἔ­χο­μεν σκο­πὸν νὰ με­τα­το­πί­σω­μεν.

       »Οἱ λό­γοι οὗ­τοι ἠ­λέ­κτρι­σαν διὰ μιᾶς τὰ πλή­θη· αἱ φω­ναί:

       — Καὶ ὅ­λοι ἡ­μεῖς δὲν φεύ­γο­μεν· κα­νεὶς δὲν φεύ­γει! ἀν­τή­χη­σαν εἰς τὸν ἀ­έ­ρα.

       »Καὶ τῷ ὄν­τι, κα­νεὶς δὲν ἔ­φυ­γε, καὶ ἡ Ὕ­δρα ἐ­σώ­θη, καὶ ἐ­σώ­θη ὁ­λό­κλη­ρος ἡ Ἑλ­λὰς διὰ τῆς ἀ­πο­φά­σε­ως ἐ­κεί­νης.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Πα­νελ­λή­νιον» 21 Σε­πτ. 1854 (λό­γος Ε. Σί­μου στὸ μνη­μό­συ­νο τοῦ Λαζ. Κουν­του­ρι­ώ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 287 [Τίτλος: «611.— Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Διονύσιος Τσόκος (1814/1820-1862), Λάζαρος Κου­ντου­ριώ­της (1859). Ἐ­λαι­ο­γρα­φία. Ἑ­θνι­κὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Μου­σεῖο.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χον­τρο­κέ­φα­λος



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χον­τρο­κέ­φα­λος

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


ΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΜΟΝΗ καὶ τὴν ἀρ­γὴ σκέ­ψη τοῦ Ὄ­θω­να κυ­κλο­φο­ροῦν πολ­λὰ ἀ­νέκ­δο­τα. Κά­πο­τε ὁ Αὐ­λάρ­χης Α. Κρι­ε­ζῆς πα­ρα­κά­λε­σε τὸ Βα­σι­λέ­α νὰ προ­βι­βά­σῃ κά­ποι­ο ναυ­τι­κὸν ὑ­πάλ­λη­λο Γλυ­πι­πῆ. Ὁ Βα­σι­λέ­ας στα­μά­τη­σε τὸ δι­ά­ταγ­μα ὡς ποὺ νὰ μά­θῃ ἂν τ’ ὄ­νο­μα Γλυ­πι­πῆς γρά­φε­ται μ’ ἕ­να π ἢ μὲ δύ­ο. Πα­ράγ­γει­λε νὰ ρω­τή­σουν καὶ τὸν ἴ­διο. Μὰ ὡς ποὺ νὰ γί­νουν ὅ­λα αὐ­τά, πε­ρά­σα­νε δυ­ὸ μῆ­νες, καὶ στὸ με­τα­ξὺ πῆ­ρε ἄλ­λος τὴ θέ­ση.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: [Α. Γούδα] «Ὑπό­μνη­μα τρί­τον πρὸς τὰς προ­στά­τι­δας τῆς Ἑλ­λά­δας Δυ­νά­μεις», Κέρ­κυ­ρα, 1862, σ. 8.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 307 [Τίτλος: «654.— Χον­τρο­κέ­φα­λος.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ὄ­θων Α’. Ἄ­γνω­στος καλ­λιτέ­χνης. Χ.χ.