1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα [Πέρας τῆς σειρᾶς]: Ἐ­κρέ­μα­σα φού­ντα εἰς τὸ γένος μου



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα [Πέρας τῆς σειρᾶς]


Ἐ­κρέ­μα­σα φού­ντα εἰς τὸ γένος μου(1)

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΟΣΑΙΣ ΦΟΡΑΙΣ καὶ ἂν ἐ­γρά­φθη εἰς ξέ­νην στρα­τι­ω­τι­κὴν ὑ­πη­ρε­σί­αν, δὲν ἐ­κρέ­μα­σε πο­τὲ φούν­τα εἰς τὸ σπα­θί του, ἐ­ξη­γῶν κα­τὰ γράμ­μα τοὺς στί­χους τοῦ πο­λε­μι­στη­ρί­ου ἄ­σμα­τος τοῦ Ρή­γα:

Κάλ­λιο γιὰ τὴν πα­τρί­δα κα­νέ­νας νὰ χα­θῇ,

ἢ νὰ κρε­μά­σῃ φούν­τα γιὰ ξέ­νον στὸ σπα­θί.»


(1) Γράφει ὁ ἴδιος: «Ἐ­φύλα­ξα πίστιν εἰς τὴν παραγ­γελί­αν του [τοῦ Ρήγα], καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀξί­ωσε καὶ ἐ­κρέ­μα­σα φού­ντα εἰς τὸ γένος μου, ὡς στρα­τι­ώ­της του· χρυ­σῆ φού­ντα δὲν ἐ­στό­λι­σε πο­τὲ τὸ σπα­θί μου, ὅταν ἔ­παιρ­να δού­λευ­σιν εἰς ξέ­να κράτη.» («Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. κζ´). [Σημ. Γ. Βλ.]
Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρώ­νης» σ. 276 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).


Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 188 [Τἰτλος: «375.— Ἡ φούν­τα τοῦ σπα­θιοῦ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης..

Εἰκόνα: Κὰρλ Κρατσάιζεν (Karl Kra­ze­isen, 1794-1878), Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης (1828). Λι­θο­γρα­φία σὲ χαρ­τί, 29Χ23 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Φίλοι καὶ ἐχθροί



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Φίλοι καὶ ἐχθροί

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΑΝΗΝ τοῦ μα­κα­ρί­του Ἀ. Ζα­ΐ­μη, ἀ­κο­λου­θῶν­τας τὸ λεί­ψα­νον ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἔ­κλαι­γεν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα. Ὁ Κύ­ριος Τ. ζη­λω­τὴς ν’ ἀ­κού­σῃ τὴν καρ­δί­αν του, τοῦ λέ­γει:

       — »Δὲν ἐν­θυ­μεῖ­σαι τὰς δι­χο­νοί­ας σας;

       »Ἀ­πε­κρί­θη:

       — »Ἐ­στα­θή­κα­μεν συ­χνὰ ἐ­χθροὶ ἀ­νά­με­σόν μας, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἐ­μί­ση­σα πο­τέ.

       »Δεί­χνον­τάς του συγ­χρό­νως ἄλ­λον ἔ­ξο­χον Ἀ­γω­νι­στὴν τῆς πα­τρί­δος, τοῦ εἶ­πεν:

       — »Ἐ­στα­θή­κα­μεν συ­χνὰ φί­λοι, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἀ­γά­πη­σα πο­τέ.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 281 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 219 [Τίτλος: «480.— Φί­λοι κ’ ἐ­χτροί.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Τζιο­βά­νι Μπό­τζι (Gio­van­ni Bog­gi, 1770-1833), Κο­λο­κο­τρό­νης (1825). Ἔγ­χρω­μη λι­θο­γρα­φία (Ἐθ­νι­κὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Μου­σεῖο).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μαθαίνοντας ἀπὸ τὰ πουλιά



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Μαθαίνοντας ἀπὸ τὰ πουλιά

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕ στὸ Φω­τά­κο νὰ πά­ῃ νὰ κα­τα­σκο­πέ­ψῃ κα­τὰ τὸν Ἅ­ϊ-Σώ­στη τὸ χω­ριό.

       — Νὰ πᾷς τρι­γύ­ρω καὶ ξέ­μα­κρα, εἶ­πε, νὰ μὴ σὲ τρώ­ῃ τὸ βό­λι. Πρό­σε­ξε στὸ δρό­μο τὰ μι­κρο­πού­λια· ἂν τὰ ση­κώ­νῃς καὶ περ­νᾶν ἀ­πά­νω ἀ­π’ τὸ χω­ριό, ἢ κά­θων­ται μέ­σα ἄ­φο­βα, τό­τε δὲν εἶ­ναι Τοῦρ­κοι μέ­σα. Ἂν τὰ ἰ­δῇς ὅ­μως νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω φο­βι­σμέ­να καὶ νὰ κά­νουν ξαφ­νι­α­σμέ­νους γύ­ρους, τό­τε εἶ­ναι Τοῦρ­κοι στὸ χω­ριό.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Φω­τά­κου Ἀ­πο­μνημ., 1858, σ. 97.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 194 [Τίτλος: «397.— Τὸ πα­ρα­τη­ρη­τι­κό του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης..

Εἰκόνα: Νέστωρ Λ. Βαρ­βέ­ρης (1867-1954), Ὁ Κο­­λο­­κο­­τρώ­­νης κα­τευ­θυ­νό­με­νος πρὸς τὴ Νε­μέα (1908). Λά­δι σὲ μου­σα­μᾶ, 50Χ80 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μοιρολογώντας τὸν ζωντανό



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Μοιρολογώντας τὸν Ζωντανό

[τοῦ Δημήτρη Μακρῆ]


ΝΟΙΩΣΕ τὸ θά­να­τό του, Αὔ­γου­στο τοῦ 1841. Ντύ­θη­κε τ’ ἄρ­μα­τά του, κί­νη­σε ἀ­πὸ τὸ Με­σο­λόγ­γι καὶ πῆ­γε στὸ χω­ριὸ ποὔ­με­νε μὲ τὴ γυ­ναῖ­κα του. Ἐ­κεῖ ἔ­πε­σε στὸ στρῶ­μα, μὰ δὲν ξα­να­ση­κώ­θη­κε. Μιὰ μέ­ρα ἔ­βα­λε τὴ γυ­ναῖ­κα νὰ κα­θί­σῃ στὸ πλευ­ρό του καὶ τῆς εἶ­πε:

       — Χλιμ­μέ­νη γριά! Ἔρ­χε­ται ὁ Τά­τα­ρης [τα­χυ­δρό­μος = ὁ Χά­ρος] νὰ πά­ρῃ τὴν ψυ­χή μου. Μοι­ρο­λό­γα τὸν ἥ­ρω­ά σου!

       Ἡ γριὰ δὲν ἤ­θε­λε, μὰ τί νὰ κά­μῃ; Ἀρ­χί­ζει νὰ τοῦ τρα­γου­δῇ τὸ Κλέ­φτι­κο τρα­γοῦ­δι ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε.

       Αὐ­τὸς στὰ μά­τια τὴν κυ­τοῦ­σε, ἄ­κου­γε τὸ τρα­γοῦ­δι τὸ πα­λιὸ κ’ ἔ­βλε­πε μὲ τὸ νοῦ τὰ πε­ρα­σμέ­να του. Ἔ­τσι πέ­θα­νε ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ Με­σο­λογ­γιοῦ(1).


(1) Εἶχε στεφανωθῆ μ’ ἀγά­πη τὴ γυ­ναῖ­κα του στὸ Με­σο­λόγ­γι. «Ὁ ἥ­ρω­άς μου» συνεί­θι­ζε νὰ λέῃ αὐ­τή, ἀντὶς ὁ ἄ­ντρας μου. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Αἰ­ὼν» 10 7βρ. 1841. – Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 177 [Τίτλος: «348.— Μα­κρῆς ὁ Ζυ­γι­ώ­της.»].




		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὁ χαλασμός τ’ Ἀνάλατου


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὁ χαλασμός τ’ Ἀ­νά­λα­του

[τῆς Μάχης τοῦ Ἀνάλατου]


ΤΑΝ ΠΡΟΧΩΡΟΥΣΑΝ τὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ στρα­τέ­μα­τα [25 τοῦ Ἀ­πρι­λιοῦ 1827] ἀ­πὸ τοὺς Τρεῖς Πύρ­γους [Πα­λιὸ Φά­λη­ρο], ἡ κα­βαλ­λα­ρί­α ἡ Τούρ­κι­κη ἤ­τα­νε κρυμ­μέ­νη μέ­σ’ τὴν Καλ­λιρ­ρό­η [τὸν Ἰ­λισ­σό]. Οἱ Ἕλ­λη­νες ἀ­πὸ τὴν Ἀ­κρό­πο­λη τὴ βλέ­πα­νε, καὶ κά­να­νε ση­μά­δια στοὺς δι­κούς τους δεί­χνον­τας τὸ ρέ­μα, μὰ ἐ­κεῖ­νοι δὲν κα­τα­λα­βαί­να­νε καὶ προ­χω­ροῦ­σαν, οἱ ἄ­μοι­ροι. Ἔ­τσι οἱ Ντε­λῆ­δες τοὺς ἀ­φή­σα­νε νὰ ζυ­γώ­σουν πρῶ­τα, κ’ ὕ­στε­ρα τοὺς κό­ψα­νε τὸ δρό­μο. Πε­ζοί, μὲ τὰ κον­τὰ σπα­θιά, πά­λες καὶ γι­α­τα­γά­νια, νὰ νι­κή­σουν τοὺς Ντε­λῆ­δες ἤ­τα­νε πρᾶ­μα ἀ­δύ­να­το. Πάν­τα ὁ πε­ζὸς ὁ ἄ­τα­χτος τρέ­μει τὸν κα­βαλ­λά­ρη. Ἔ­τσι γλή­γο­ρα ἡ μά­χη γύ­ρι­σε κι’ ἔ­γι­νε σφα­γή.

       Ὁ Ἰγ­γλέ­σης μὲ τὸ Τα­χτι­κὸ σκο­τώ­θη­κε τὴ στιγ­μὴ ποὺ φώ­να­ζε φό­κο! [πῦρ] στὸν πυ­ρο­βο­λη­τὴ μὲ τὸ μι­κρὸ κα­νό­νι.

       Ὁ Δ. Καλ­λέρ­γης μὲ τοὺς Κρη­τι­κοὺς φο­ροῦ­σε ἄ­σπρο βρα­κὶ καὶ σερ­βέτ­τα στὸ κε­φά­λι· γνω­ρί­στη­κε ἀρ­χη­γὸς τῶν Κρη­τι­κῶν καὶ δὲν πει­ρά­χτη­κε. Οἱ Ἀρ­βα­νῖ­τες ποὺ τὸν πι­ά­σα­νε (εἶ­χε σπά­σει τὸ πο­δά­ρι του) δὲ θέ­λα­νε νὰ σκο­τω­θῇ, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ πά­ρουν ξα­γο­ρά· τὸν πῆ­γαν ὅ­μως μπρὸς στὸν Κι­ου­τα­χῆ, κι’ αὐ­τὸς ποὖ­χε ὁρ­κι­στῆ νὰ μὴ χα­ρί­σῃ ζω­ὴ κα­νε­νὸς Ἕλ­λη­να ποὔ­θε­λε πιά­σει (ἔ­κα­με τὸν ὅρ­κο γιὰ τὴν ἀ­πι­στιὰ ποὺ οἱ Ἕλ­λη­νες κά­μα­νε πρω­τύ­τε­ρα στὴν Τούρ­κι­κη φρου­ρὰ τοῦ Ἁ­ϊ-Σπυ­ρί­δω­να, στὸν Πει­ραι­ᾶ), τρά­βη­ξε κ’ ἔ­κο­ψε τ’ ἀ­φτὶ τοῦ Καλ­λέρ­γη τ’ ἀ­ρι­στε­ρό, ἔ­τσι γιὰ νὰ μα­τώ­σῃ τὸ μα­χαῖ­ρι του καὶ τὸν ὅρ­κο του νὰ μὴν πά­τή­σῃ.

       Ὁ Σου­λι­ώ­της Λάμ­προ-Βέ­ϊ­κος γνω­ρί­στη­κε νε­κρὸς ἀ­π’ τὰ τσου­ρά­πια ποὺ φο­ροῦ­σε.

       Τὸ Ἀρ­χον­τό­που­λο, τὸ Γιά­ννη Νο­τα­ρᾶ, τὸν εἶ­χαν πιά­σει Γκέ­κη­δες καὶ τὸν πη­γαί­να­νε στὸν Πασ­σᾶ. Ὅ­μως στὸ δρό­μο τοὺς ρι­χτῆ­καν ἄλ­λοι Ἀρ­βα­νῖ­τες καὶ τὸν ἁρ­πά­ξαν ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους, θέ­λον­τας νὰ πά­ρουν αὐ­τοὶ τὴν ξα­γο­ρά. Ὕ­στε­ρα το­νὲ βά­λα­νε στὴ μέ­ση καὶ κι­νή­σα­νε, κ’ ἐ­νῷ τρα­βοῦ­σαν, καὶ προ­σέ­χα­νε τὸ σκλά­βο, ρω­τῶν­τας τό­νε γιὰ τὴν ξα­γο­ρά, ἕ­νας Γκέ­κας ζύ­γω­σε ἥ­συ­χα καὶ τοὔρ­ρι­ξε, καὶ τὸν ἄ­φη­σε στὸν τό­πο.

       Ὁ Γι­ωρ­γά­κης Δρά­κος σκο­τώ­θη­κε μο­νά­χος του.

       Στοὺς Τρεῖς Πύρ­γους, ὅ­που φτά­σα­νε ξε­ψυ­χι­σμέ­νοι ὅ­σοι γλυ­τῶ­σαν, ἐ­κεῖ ὁ Σω­τή­ρης Στρά­τος κι’ ὁ Νι­κό­λας Ζέρ­βας δεί­ξα­νε ξε­χω­ρι­στὴ πα­λη­κα­ριά· μα­ζέ­ψα­νε τοὺς φευ­γα­λά­δες, τοὺς κά­μα­νε καρ­διά, κι’ ἀν­τι­στα­θή­κα­νε στοὺς φο­βε­ροὺς Ντε­λῆ­δες, ποὺ καὶ στὴ θά­λασ­σα προ­χω­ρού­σα­νε μὲ τ’ ἄ­λο­γα καὶ σφά­ζα­νε.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ δι­ή­γη­ση πα­λιοῦ Ἀ­θη­ναί­ου.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 167-168 [Τίτλος: «328.— Στιγ­μὲς ἀ­π’ τὴν πι­κρὴ τὴν ὥ­ρα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἀλέξαν­δρος Ἠ­σαΐας, Ἡ Μάχη τοῦ Ἀ­να­λά­του τὸ 1827 στὴν Ἀθήνα. Χρω­μο­λι­θο­γραφία, (Βε­νε­τία, 1839).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: — Γράφε Ράγκο!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: 


— Γρά­φε Ράγ­κο!


[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη καὶ τοῦ Ἀνδρέου Ἴσκου]


ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, ὅ­ταν κα­τη­γο­ροῦ­σαν τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη πὼς εἶ­χε κρυ­φὴ συ­νεν­νό­η­ση μὲ τοὺς Τούρ­κους, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους τὸν κα­τά­τρε­χε ὁ Ράγ­κος, για­τὶ ἀν­τι­φερ­νόν­ταν οἱ δυ­ό τους γιὰ τ’ ἀρ­μα­τω­λί­κι τῶν Ἀ­γρά­φων. Μιὰ μέ­ρα ὁ στε­νὸς φί­λος τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη Στρ. Ἀν­τρέ­ας Ἴ­σκος(1) ση­κώ­νε­ται, παίρ­νει μα­ζί του τέσ­σε­ρες-πέν­τε στρα­τι­ῶ­τες, ποὺ εἶ­χαν πο­λε­μή­σει μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, καὶ πά­ει στὸ κο­νά­κι τοῦ Ράγ­κου νὰ το­νὲ δῇ. Ἀρ­χί­σα­νε νὰ τὰ λέ­νε. Τὰ πα­λη­κά­ρια, ἡ «οὐ­ρά», μεῖ­ναν ἀ­πό­ξω. Ἄ­ξαφ­να ὁ Ἴ­σκος ἔ­κα­με πὼς θέ­λει ν’ ἀ­νά­ψῃ τὸ τσιμ­ποῦ­κι του καὶ φώ­να­ξε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ μέ­σα. Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­βα­νε τὴ φω­τιά, το­νὲ ρω­τά­ει ὁ Στρα­τη­γός, ἀ­δι­ά­φο­ρα τά­χα, μὲ ποι­ὸν ἔ­κα­με ὡς τώ­ρα καὶ ποῦ πο­λέ­μη­σε.

       — Μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, Κα­πε­τά­νε, ἀ­παν­τά­ει ὁ στρα­τι­ώ­της. Ἤ­μ’­να κον­τά τ’ ἀ­π’ τὸν και­ρὸ τ’ Λε­πε­νι­ώ­τη. Που­λε­μή­σα­με πολ­λὲς βου­λὲς ἀν­τά­μα. Νὰ τὰ σ’­μά­δια…

       — Κα­λά, κα­λά, ἄ­ϊν­τε τώ­ρα.

       Ἀ­φοῦ βγῆ­κε ὁ στρα­τι­ώ­της, γυ­ρί­ζει ὁ Ἴ­σκος καὶ λέ­ει τοῦ Ράγ­κου:

       — Γρά­φε, Ράγ­κο!

       Ὕ­στε­ρα ὁ Ἴ­σκος κρά­ζει ἄλ­λο στρα­τι­ώ­τη.

       — Ἄ­μ’ ἐ­σὺ μὲ ποι­ὸν ἔ­χεις κά­μει, ὠ­ρέ, ὡς τα­τώ­ρα στὸν πό­λε­μο;

       — Ἐ­γώ, στρα­τη­γέ μ’; Που­λέ­μ’­σα στὴν Ἄρ­τα, νυ­χτό­η­με­ρα, μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, που­λέ­μ’­σα στοὺ Νι­ου­χῶ­ρι στοὺ Κουμ­πό­τ’, που­λέ­μ’­σα…

       — Κα­λά, φεύ­γα! λέ­ει καὶ σ’ αὐ­τὸν ὁ Ἴ­σκος.

       Γυ­ρί­ζει κα­τὰ τὸ Ράγ­κο:

       — Γρά­φε, Ράγ­κο! τοῦ λέ­ει καὶ πά­λι.

       Φω­νά­ζει ἄλ­λο στρα­τι­ώ­τη. Ἀρ­χί­ζει κ’ ἐ­κεῖ­νος τὰ δι­κά του:

       — Που­λέ­μ’­σα στοῦ Κου­ρά­κου τοὺ γι­ου­φύ­ρ’, που­λέ­μ’­σα…

       — Γρά­φε Ράγ­κο!


(1) Ἡ παράδοση ἡ λαϊκὴ λέει πὼς ἤτανε κι’ ἀδέρφια ἀπὸ ἕναν πατέρα (ὁ Καραϊσκάκης νόθος) [Σημ. Γ. Βλ.].


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πα­ρά­δο­ση ἀ­πὸ τὸ Γι­αν­νά­κη Τζα­βέ­λα συν­ταγ­μα­τάρ­χη τοῦ Μη­χα­νι­κοῦ, γυι­ὸ τοῦ Νικ. Τζ. ἀ­δερ­φοῦ τοῦ Κί­τσου.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 235 [Τίτλος: «510.— Γρά­φε, Ράγ­κο.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κωνσταντῖνος Πα­πα­δημη­τρίου (19ος αἰ.), Γε­ώρ­γι­ος Κα­ρα­ϊ­σκά­κης (1829). Ξύ­λο ζωγρα­φι­σμένο, 74Χ19Χ10 ἑκ. (Ἐ­θνι­κὴ Γλυ­πτο­θή­κη, Ἄλ­σος Ἑλ­λη­νι­κοῦ Στρα­τοῦ, Γουδή).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πεθαίνοντας στὸ Με­σο­λόγ­γι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πεθαίνοντας στὸ Με­σο­λόγ­γι

[τοῦ Χρήστου Καψάλη]


ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΗΣ δη­μο­γέ­ρον­τας Χρῆ­στος Κα­ψά­λης, γέ­ρος καὶ κου­τσός, πρὶν ἀρ­χί­σῃ ἡ Ἔ­ξο­δο, γύ­ρι­σε τοὺς δρό­μους ἀ­κουμ­πῶν­τας στὸ ρα­βδί του καὶ φώ­να­ζε τὰ γυ­ναι­κό­παι­δα τ’ ἀ­δύ­να­τα, τοὺς γέ­ρους καὶ γρι­ές, τοὺς πλη­γω­μέ­νους, νὰ μποῦ­νε μα­ζί του στὰ Κα­ψα­λαί­ϊ­κα σπί­τια, ὅ­που ἦ­ταν ἡ μπα­ρου­το­πο­θή­κη ποὺ δέ­ναν τὰ φυ­σέ­κια, κι’ ὅ­που τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο πρω­ῒ εἶ­χε ὁ Κα­ψά­λης ἰ­δεῖ τὴ γριὰ γυ­ναῖ­κα του νὰ πε­θαί­νῃ.

       — Μὴν κλαῖς, εἶ­χε πεῖ στὸ γυι­ό του· κα­λύ­τε­ρα νὰ χαί­ρε­σαι ποὺ γλύ­τω­σε ἡ μάν­να σου ἀ­πὸ τὴ σκλα­βιά. Κοί­τα τώ­ρα νὰ σω­θῇς ἐ­σύ, κ’ ἐ­μέ­να μὴ μὲ νοι­ά­ζε­σαι, εἶ­μαι γέ­ρος· καὶ νὰ βγῶ μα­ζί σου, πά­λι δὲ γλυ­τώ­νω· ἢ θὰ σκο­τω­θῶ ἢ θὰ πέ­σω σκλά­βος στὸν ὀ­χτρό.

       Ἀ­φοῦ μπῆ­καν οἱ Τοῦρ­κοι, τὸ ντου­φέ­κι μέ­σ’ τὸ Με­σο­λόγ­γι βά­στα­ξε τρεῖς μέ­ρες, ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι· ὡς ποὺ νὰ τὰ πά­ρουν οἱ Ἀρ­βα­νῖ­τες κ’ οἱ Ἀ­ρα­πά­δες πλη­ρῶ­σαν ἀ­κρι­βά. Στὸ ντου­φε­κί­δι ἀ­νά­με­σα τὸ συγ­κρα­τη­τό, ἄ­κου­γες πό­τε καὶ πό­τε βρόν­τους δυ­να­τούς· ἤ­τα­νε τὰ μπα­ρού­τια ποὺ τοὺς δί­να­νε φω­τιὰ οἱ κλει­σμέ­νοι. Ἕ­νας παπ­πᾶς Σου­λι­ώ­της εἶ­χε κλει­στῆ σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ προ­χώ­μα­τα, μὲ ὑ­πό­νο­μο γι­ο­μά­τη, καὶ τι­νά­χτη­κε μο­νά­χος, πρῶ­τος, στὸν ἀ­γέ­ρα.

       Ὁ Κα­ψά­λης ἅ­μα εἶ­δε πὼς ἦρ­θε κ’ ἡ δι­κή του ἀ­ρά­δα, ἔ­λε­γε στὴς γυ­ναῖ­κες νὰ βγαί­νου­νε στὰ πα­ρά­θυ­ρα γιὰ νὰ τὴς δοῦ­νε οἱ Τοῦρ­κοι καὶ νὰ συ­να­χτοῦν πολ­λοί. Τό­τε ἔ­βα­λε φω­τιὰ καὶ κά­η­κε κι’ αὐ­τὸς μ’ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Σπυ­ρο­μί­λιου Ἀ­πο­μνημ. 1926 σ. 142. – Ἀρτ. Μί­χου Ἀ­πο­μνημ. σ. 88 σημ. – Τρι­κού­πη «Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλλ. Ἐ­πα­να­στ.» ἔκδ. γ´, 1888, τ. Γ´, σ. 263.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 162 [Τίτλος: «318.— Καί­γε­ται ὁ Κα­ψά­λης.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.




		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πεθαίνοντας γιὰ τὸ Μεσολόγγι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πεθαίνοντας γιὰ τὸ Μεσολόγγι

[τοῦ Ἰωάννου Παπαδιαμαντόπουλου]


ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΤΟΥ ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ σκυ­λά­κι κ’ ἡ ἐλ­πί­δα τοῦ λυ­τρω­μοῦ του ἀ­πὸ τὸν κίν­τυ­νο ἦ­ταν ἕ­να ἄ­λο­γο. Στὸ δρό­μο ἔ­τυ­χε μιὰ μέ­ρα στρα­τι­ῶ­τες νὰ μαλ­λώ­νουν ἴ­σα-ἴ­σα γιὰ ἕ­να ἄ­λο­γο, ποι­οὶ νὰ τὸ πρω­το­πά­ρουν καὶ τρο­φή τους νὰ τὸ κά­νου­νε.

       — Πάρ­τε τὸ δι­κό μου ἄ­λο­γο, παι­διά μου, καὶ μὴ μαλ­λώ­νε­τε, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χη­γός, κ’ ἔ­δω­σε τ’ ἄ­λο­γο μα­ζὶ μὲ τῆς ζω­ῆς του τὴν ἀ­παν­το­χή.

       Τὴν Πα­ρα­μο­νὴ ὁ χου­σμε­κιά­ρης [ὁ πι­στός του δοῦ­λος], ἐ­κεῖ ποὺ ὅ­λοι ἑ­τοι­μα­ζόν­ταν, ἔ­πια­σε κρυ­φὰ κ’ ἔ­σφα­ξε τὸ σκυ­λά­κι, τὸ μα­γεί­ρε­ψε κ’ ἔ­δω­σε τοῦ ἀ­φέν­τη του νὰ φά­ῃ, κ’ ἔ­φα­γε κι’ αὐ­τός. Ὁ ἀ­φέν­της το­νὲ ρώ­τη­σε τί ἦ­ταν αὐ­τὸ τὸ εὕ­ρη­μα.

       — Τυ­φλο­πόν­τι­κο, ἀ­φέν­τη· τὄ­βρα τυ­χε­ρὰ σὲ μιὰ τρύ­πα, χω­μέ­νο μέ­σ’ τὸ χῶ­μα. Ἔ­τσι θὰ πά­ρῃς λί­γη δύ­να­μη πρὶν ξε­κι­νή­σου­με…

       Ἔ­σκυ­ψε ὁ Γέ­ρος κ’ ἔ­τρω­γε, μὰ κά­λε­σε καὶ τὸ σκυ­λά­κι νὰ τοῦ δώ­σῃ… τὰ ἴ­δια του τὰ κόκ­κα­λα.

       Τὸ σκυ­λά­κι δὲν ἐρ­χό­τα­νε, καὶ τό­τε ὁ ἄ­μοι­ρος ἔ­νοι­ω­σε τὴν ἀ­λή­θεια.

       — Κα­λύ­τε­ρα νὰ πέ­θαι­να τῆς πεί­νας πα­ρὰ νὰ μοῦ σφά­ξῃς τὸ σκυ­λί, εἶ­πε μὲ βα­ρειὰ καρ­διὰ ὁ ἄ­μοι­ρος.

       Μὰ ὁ δοῦ­λος θαρ­ρε­τὰ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε:

       — Αὔ­ριο πε­θαί­νεις κ’ ἡ ἀ­φεν­τειά σου κ’ ἐ­γώ, ἀ­φέν­τη μου, μὰ τὸ σκυ­λά­κι σου θὰ ποῦ­με πὼς μᾶς ἔ­δω­σε ἀν­τι­ψύ­χι ὡς τό­τε [δύ­να­μη] γιὰ νὰ πε­θά­νω­με σὰν ἄν­τρες, ὀρ­θοὶ στὰ πο­δά­ρια μας, κι’ ὄ­χι νὰ πέ­σω­με στὸ δρό­μο ἄ­ψυ­χοι ἀ­πὸ τὴν πεῖ­να.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Μέ­ρι­μνα» 7 Σβρ. 1876.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 161 [Τίτλος: «315.— Τὸ τέ­λος τοῦ Παπ­πα­δι­α­μαν­τό­που­λου.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἑλ­λη­νι­στί, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, Ἑλ­λη­νι­στί…



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Ἑλ­λη­νι­στί, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, Ἑλ­λη­νι­στί…

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


ΟΘΩΝΑΣ πέ­θα­νε πρω­τύ­τε­ρα ἀ­π’ τὴν Ἀ­μα­λί­α. Πῆ­γε νὰ βο­η­θή­σῃ φτω­χοὺς καὶ κόλ­λη­σε ἱ­λα­ρὰ βα­ρειά. Ἅ­μα ἔ­νοι­ω­σε τὸ θά­να­τό του ἔ­βα­λε τὸν κα­θο­λι­κὸ παπ­πᾶ νὰ τοῦ δι­α­βά­σῃ τὴς εὐ­κές. Αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε Γερ­μα­νι­κά.

       — Ἑλ­λη­νι­στί, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, Ἑλ­λη­νι­στί… εἶ­πε ὁ ἑ­τοι­μο­θά­να­τος σι­γά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Ἑ­στί­α» 9 Ὀ­χτ. 1896.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 335 [Τίτλος: «718.— Τὸ τέ­λος.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἔκ­πτω­του Ὄ­θω­να στὸ Αtelier Albert τοῦ Μο­νά­χου γύ­ρω στὰ 1863. Ὁ τέ­ως βα­σι­λιᾶς πο­ζά­ρει ντυ­μέ­νος μὲ τὴν ἑλ­λη­νι­κή ἐ­θνι­κὴ ἐν­δυ­μα­σί­α. Τὴν ἐ­πο­χὴ αὐ­τὴ ὁ Ὄ­θων προσ­δο­κοῦ­σε ἀ­κό­μα ὅ­τι θὰ ἐ­πέ­στρε­φε στὴν Ἑλ­λά­δα.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: 1821: Ἡ μάχη μὲ τὰ κουνούπια



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ μάχη μὲ τὰ κουνούπια

[τοῦ Βάσου Μαυροβουνιώτη]


ΤΟΝ ΙΔΙΟ αὐ­τὸν και­ρὸ καὶ στὴν ἴ­δια μά­χη ἕ­νας Ἄγ­γλος λο­γι­ώ­τα­τος δα­σκά­λευ­ε τὸ Βάσ­σο γιὰ τὴς Θερ­μο­πύ­λες καὶ τοὺς Τρα­κό­σιους τοῦ Λε­ω­νί­δα, ποὺ κρα­τή­σα­νε τό­σες ἐ­χτρῶν μυ­ριά­δες.

       Ἄ­κου­γε ὁ Βάσ­σος καὶ σώ­παι­νε σκουν­τού­φλης καὶ ξα­γρυ­πνι­σμέ­νος.

       — Τί συλ­λο­γᾶ­σαι, στρα­τη­γέ;

       — Ἐ­γὼ θα­μαί­νου­μαι πὼς βα­στά­ξαν τὰ κου­νού­πια… Ἀλ­λοῦ δὲν ἀ­πάν­τη­σα χει­ρό­τε­ρα! Κ’ ἐ­σὺ μοῦ λὲς ἐ­χτρούς, δά­σκα­λε…



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 157 [Τίτλος: «307.— Βάσ­σος ὁ Δυ­να­τός.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.