Ἀλεξάντερ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Ἡ λίμνη Σεγκντέν

 

Solzenitsin,Aleksandr-ILimniSengkten-Eikona-01


Ἀλεξὰντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын)

 

λίμνη Σεγκντέν

(Озеро Сегден)


01-GammaΙΑ ΤΗ ΛΙΜΝΗ ΑΥΤΗ δὲν γρά­φουν οὔ­τε μι­λοῦν φω­να­χτά. Κι ὅ­λοι οἱ δρό­μοι ποὺ ὁ­δη­γοῦν σ’ αὐ­τὴν εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­σμέ­νοι, σὰ νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ κά­ποι­ο μα­γι­κὸ κά­στρο. Πά­νω ἀ­π’ ὅ­λους τοὺς δρό­μους κρέ­με­ται μιὰ ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ πι­να­κί­δα, μὲ μιὰ ἁ­πλή, βου­βὴ γραμ­μή. Ὁ ἄν­θρω­πος ἢ τὸ ἄ­γριο ζῶ­ο ποὺ θὰ δοῦν στὸν δρό­μο τους αὐ­τὴ τὴ γραμ­μὴ θὰ πρέ­πει νὰ τὸ στρί­βουν. Τού­τη τὴ γραμ­μὴ τὴν το­πο­θε­τεῖ ἐ­κεῖ ἡ ἐ­πί­γεια ἐ­ξου­σί­α. Ση­μαί­νει: ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ τα­ξι­δεύ­ειν, ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ ἵ­πτα­σθαι, ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ βα­δί­ζειν καὶ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ ἕρ­πειν.

            Δί­πλα στοὺς δρό­μους, μέ­σα στὸ πυ­κνὸ πευ­κο­δά­σος, ἐ­νε­δρεύ­ουν φρου­ροὶ μὲ κον­τό­κα­να, πλα­τύ­στο­μα του­φέ­κια καὶ πι­στό­λια.

           Τρι­γυρ­νᾶς μέ­σα στὸ σι­ω­πη­λὸ δά­σος, ὁ­λο­έ­να τρι­γυρ­νᾶς καὶ γυ­ρεύ­εις τὸν τρό­πο νὰ φτά­σεις στὴ λί­μνη – δὲν θὰ τὸν βρεῖς, καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νεὶς νὰ ρω­τή­σεις: ὁ κό­σμος τρό­μα­ξε, κα­νεὶς δὲν συ­χνά­ζει σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ δά­σος. Καὶ μο­να­χὰ παίρ­νον­τας στὸ κα­τό­πι τὸν ὑ­πό­κω­φο ἦ­χο ἀ­πὸ τὸ κου­δου­νά­κι μιᾶς ἀ­γε­λά­δας θὰ μπο­ρέ­σεις νὰ δι­α­σχί­σεις μὲ δυ­σκο­λί­α τὸ δά­σος, ἀ­κο­λου­θών­τας τὸ μο­νο­πά­τι τῶν ζώ­ων, μιὰ ὥ­ρα τοῦ με­ση­με­ριοῦ, κά­ποι­α βρο­χε­ρὴ ἡ­μέ­ρα. Μό­λις δεῖς τὴ λί­μνη νὰ γυ­α­λί­ζει, πε­λώ­ρια, ἀ­νά­με­σα στοὺς κορ­μοὺς τῶν δέν­δρων, πο­λὺ πρὶν τρέ­ξεις πρὸς τὸ μέ­ρος της, ἤ­δη τὸ γνω­ρί­ζεις: αὐ­τὴ τὴ γω­νί­τσα πά­νω στὴ γῆ θὰ τὴν ἀ­γα­πή­σεις γιὰ ὅ­λη σου τὴ ζω­ή.

           Ἡ λί­μνη Σεγ­κντὲν εἶ­ναι στρογ­γυ­λή, σὰν νὰ χα­ρά­χτη­κε μὲ δι­α­βή­τη. Ἂν φω­νά­ξεις ἀ­πὸ τὴ μί­α ὄ­χθη (ὅ­μως δὲν θὰ φω­νά­ξεις, γιὰ νὰ μὴν σὲ πά­ρουν χαμ­πά­ρι), στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη θὰ φτά­σει μό­νο μιὰ ἀλ­λοι­ω­μέ­νη ἠ­χώ. Ἡ λί­μνη βρί­σκε­ται μα­κριά. Εἶ­ναι πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸ πα­ρό­χθιο δά­σος. Τὸ δά­σος εἶ­ναι ἐ­πί­πε­δο, τὸ ἕ­να δέν­τρο εἶ­ναι δί­πλα στὸ ἄλ­λο, καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος οὔ­τε γιὰ ἕ­ναν πα­ρα­πα­νί­σιο κορ­μό. Ὅ­ταν φτά­σεις στὸ νε­ρό, βλέ­πεις ὅ­λη τὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῆς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νης ὄ­χθης: ἀλ­λοῦ ὑ­πάρ­χει μιὰ κί­τρι­νη λω­ρί­δα ἄμ­μου, κά­που ἕ­να γκρί­ζο κα­λα­μά­κι προ­βάλ­λει ἀ­μυ­νό­με­νο, κά­που ἀλ­λοῦ ἁ­πλώ­νε­ται τὸ νε­α­ρὸ γρα­σί­δι. Τὸ νε­ρὸ εἶ­ναι ἐ­πί­πε­δο, λεῖ­ο, δί­χως ρυ­τί­δες, κά­που-κά­που στὴν ὄ­χθη εἶ­ναι κα­λυμ­μέ­νο μὲ νε­ρο­φα­κές, κι ἔ­πει­τα ἕ­να δι­ά­φα­νο ἄ­σπρο – κι ὁ ἄ­σπρος βυ­θός.

           Πε­ρί­κλει­στο τὸ νε­ρό. Πε­ρί­κλει­στο καὶ τὸ δά­σος. Ἡ λί­μνη κοι­τά­ει τὸν οὐ­ρα­νό, ὁ οὐ­ρα­νὸς τὴ λί­μνη. Ἀ­κό­μα κι ἂν κά­τι ὑ­πάρ­χει στὴ γῆ ἢ πά­νω ἀ­πὸ τὸ δά­σος, αὐ­τὸ πα­ρα­μέ­νει ἄ­γνω­στο κι ἀ­ό­ρα­το. Ἀ­κό­μα κι ἂν κά­τι ὑ­πάρ­χει, ἐ­δῶ εἶ­ναι ἄ­χρη­στο καὶ πε­ριτ­τό.

          Νὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ ἐ­δῶ γιὰ πάν­τα… Ἐ­δῶ ἡ ψυ­χή, σὰν τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ τρε­μί­ζει, θὰ ρυ­ά­κι­ζε ἀ­νά­με­σα στὸ νε­ρὸ καὶ στὸν οὐ­ρα­νό, κι οἱ σκέ­ψεις θὰ κυ­λοῦ­σαν κα­θά­ρι­ες καὶ βα­θει­ές.

            Ὅ­μως ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται. Ὁ θη­ρι­ώ­δης πρίγ­κι­πας, ὁ ἀλ­λή­θω­ρος κα­κοῦρ­γος, κα­τέ­λα­βε μὲ τὴ βί­α τὴ λί­μνη: νά ἡ ντά­τσα του, νά καὶ τὸ μέ­ρος ὅ­που κο­λυμ­πά­ει. Τὰ παι­διά του ψα­ρεύ­ουν καὶ πυ­ρο­βο­λοῦν πά­πι­ες μέ­σα ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα. Στὴν ἀρ­χὴ ἐμ­φα­νί­ζε­ται λί­γος γα­λά­ζιος κα­πνὸς πά­νω ἀ­πὸ τὴ λί­μνη, κι ἔ­πει­τα ἀ­πὸ λί­γο ἀ­κοῦς τὴν του­φε­κιά.

          Ἐ­κεῖ, πί­σω ἀ­πὸ τὰ δά­ση, καμ­που­ριά­ζει καὶ σέρ­νε­ται ὅ­λη ἡ γύ­ρω πε­ρι­ο­χή. Ἐ­νῶ ἐ­δῶ, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἐ­νο­χλή­σει κα­νείς, οἱ δρό­μοι εἶ­ναι κλει­στοί, ἐ­δῶ οἱ ὑ­πο­τα­κτι­κοί τους ψα­ρεύ­ουν καὶ κυ­νη­γοῦν τὰ θη­ρά­μα­τα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γι’ αὐ­τούς. Ἰ­δοὺ καὶ τὰ ἴ­χνη: κά­ποι­ος ἑ­τοί­μα­ζε φω­τιά, κι αὐ­τοὶ τὴν ἔ­σβη­σαν μὲ τὴν πρώ­τη καὶ τὸν ἔ­δι­ω­ξαν.

            Ἔ­ρη­μη λί­μνη. Λί­μνη ἀ­γα­πη­μέ­νη.

            Πα­τρί­δα…


Ὁ Ἀ­λε­ξὰν­τρ Σολ­ζε­νί­τσιν διαβάζει τὸ πεζό του «Ἡ λίμνη Σεγκντέν»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Александр Солженицын: Крохотки 1958-1963, Издательство Эксмо, Москва 2006.


Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­σά­γι­ε­βιτς Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Исаевич Сол­же­ниц­ын) (Κι­σ­λο­­βόν­τσκ, 11 Δε­κεμ­βρί­ου 1918 – Μό­σχα, 3 Αὐ­γού­στου 2008). Συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­λό­γος, ποι­η­τής, πο­λι­τι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὸς πα­ρά­γων. Πέ­ρα­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν πό­λη Ρο­στὼφ ἐ­πὶ τοῦ Ντόν. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ρο­στὼφ τὸ 1941. Τὸ 1945 δι­κά­στη­κε ἐ­ρή­μην σὲ ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Τὸ 1974 στε­ρή­θη­κε τὴν ἰ­θα­γέ­νειά του καὶ ἀ­πε­λά­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Γερ­μα­νί­α. Τὸ 1975 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Βερ­μόντ, στὶς Η.Π.Α., ὅ­που ἔ­ζη­σε γιὰ εἴ­κο­σι χρό­νια. Τὸ 1995, ἀ­φοῦ εἶ­χε πλέ­ον κα­ταρ­ρεύ­σει ἡ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν πα­τρώ­α του γῆ.  Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι ὀγ­κῶ­δες. Σ’ αὐ­τὸ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πα­σί­γνω­στη μαρ­τυ­ρί­α Ἀρ­χι­πέ­λα­γος Γκου­λάγκ, ὅ­πως καὶ τὰ ἔρ­γα Μιὰ ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἰ­βὰν Ντε­νί­σο­βιτς, Ὁ πρῶ­τος κύ­κλος, Πτέ­ρυ­γα καρ­κι­νο­πα­θῶν, Ὁ κόκ­κι­νος τρο­χός κ.ἄ. Τὸ 1970 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια (Людмила Петрушевская): Σοπὲν καὶ Μέντελσον


Petrousefskagia,Loudmila-SopenKaiMentelson-Eikona-03


Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια (Людмила Петрушевская)


Σοπὲν καὶ Μέντελσον

(Шопен и Мендельсон)


10-Mi-605px-Barcley_custom_corsetsMΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ὅ­λο πα­ρα­πο­νι­ό­ταν, κά­θε βρά­δυ, ἔ­λε­γε, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ τοί­χου πάν­τα ἡ ἴ­δια μου­σι­κή, με­τὰ τὸ φα­γη­τὸ οἱ γέ­ροι γεί­το­νες, ὁ ἄν­τρας καὶ ἡ γυ­ναί­κα, ἴ­δια σὰν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νο δρο­μο­λό­γιο τρέ­νου πᾶ­νε στὸ πιά­νο καὶ ἡ γυ­ναί­κα παί­ζει τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια: στὴν ἀρ­χὴ κά­τι με­λαγ­χο­λι­κὸ καὶ με­τὰ ἕ­να βάλς. Κά­θε μέ­ρα τὸ ἴ­διο πα­λι­ό­πρα­μα, τα­ρα­τα­τὶ-τα­ρα­τα­τά, ἔ­λε­γε ἡ γυ­ναί­κα, ἡ γει­τό­νισ­σα τῶν γέ­ρων καὶ γε­λών­τας τὸ δι­η­γοῦν­ταν σὲ ὅ­λους τους γνω­στούς της καὶ στὴ δου­λειά της, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὴ ἡ κα­τά­στα­ση δὲν ἤ­τα­νε γιὰ γέ­λια. Ἀ­φοῦ μπο­ρεῖ νὰ σοῦ συμ­βαί­νουν δι­ά­φο­ρα, νὰ σοῦ πο­νά­ει τὸ κε­φά­λι ἢ ἁ­πλὰ νὰ θέ­λεις νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς καὶ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ κά­θε βρά­δυ νὰ βου­λώ­νεις τὰ αὐ­τιά σου βά­ζον­τας δυ­να­τὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση – καὶ στοὺς γέ­ρους ὅ­λο ἡ ἴ­δια λα­τέρ­να, αὐ­τὸ τὸ πα­λι­ό­πρα­μα, τα­ρα­τα­τὶ-τα­ρα­τα­τά.

       Αὐ­τοὶ οἱ γέ­ροι ἀ­κό­μα καὶ ἔ­ξω ἔ­βγαι­ναν πάν­τα μα­ζί, σο­βα­ρὰ καὶ εὐ­γε­νι­κὰ μὲ μι­κρὰ βή­μα­τα ἔ­φτα­ναν στὸ μα­γα­ζά­κι, καὶ αὐ­τὸ μὲ δρο­μο­λό­γιο, ἀρ­κε­τὰ νω­ρὶς τὸ πρω­ί, —τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ δυ­να­τοὶ ἐ­νή­λι­κες καὶ οἱ πι­ω­μέ­νοι βρί­σκον­ταν στὴ δου­λειὰ ἢ κοι­μόν­του­σαν— γιὰ νὰ μὴν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τοὺς πει­ρά­ξει.

       Κον­το­λο­γίς, ἡ γει­τό­νισ­σα ποὺ μὲ τὸν και­ρὸ ἤ­ξε­ρε πιὰ τὸ ρε­περ­τό­ριό τους, ρώ­τη­σε ἀρ­κε­τὰ ἄ­ξε­στα, μὲ τὸ πε­ρι­παι­κτι­κό της ὕ­φος, ὅ­ταν ἔ­πε­σε πά­νω τους (αὐ­τοὶ μό­λις βγαί­να­νε γιὰ τὸ μα­γα­ζά­κι, μὲ γι­ορ­τι­νὰ σι­δε­ρω­μέ­να ροῦ­χα, σὰν γιὰ χο­ρό, ἐ­κεί­νη μὲ τριμ­μέ­νο πα­να­μα­δά­κι, ἐ­κεῖ­νος μὲ ἄ­σπρη τρα­γιά­σκα, τὰ μα­τά­κια καὶ τῶν δύ­ο χα­ρού­με­να, τὰ χε­ρά­κια ζα­ρω­μέ­να), τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ παί­ζε­τε συ­νέ­χεια, ἄ! χαί­ρε­τε, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω, – ἐ­νῶ βα­σι­κὰ θὰ ἤ­θε­λε νὰ πεῖ «γιὰ ποιό λό­γο παί­ζε­τε συ­νέ­χεια καὶ ἐ­νο­χλεῖ­τε», ὅ­μως αὐ­τοὶ κα­τά­λα­βαν ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το, συγ­κι­νή­θη­καν, χα­μο­γέ­λα­σαν φαρ­διὰ-πλα­τειὰ μὲ τὰ λεί­α πλα­στι­κά τους δόν­τια καὶ αὐ­τὴ εἶ­πε —αὐ­τὴ τὸ εἶ­πε— ἡ γρι­ού­λα: «Ἀ­πὸ τὰ τρα­γού­δια χω­ρὶς λό­για τοῦ Μέν­τελ­σον καὶ ἕ­να βὰλς-φαν­τα­σί­α τοῦ Σο­πὲν.» (Φτοῦ σου! σκέ­φτη­κε ἡ γει­τό­νισ­σα).

       Ὅ­μως ὅ­λα στὸν κό­σμο τε­λει­ώ­νουν, καὶ ἡ μου­σι­κὴ ξαφ­νι­κὰ τε­λεί­ω­σε. Ἡ γει­τό­νισ­σα ἀ­νέ­πνε­ε ἐ­λεύ­θε­ρα, ἄρ­χι­σε νὰ τρα­γου­δά­ει καὶ νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει, αὐ­τὴ ἦ­ταν κά­τι σὰν πα­ρα­πε­τα­μέ­νη, ἦ­ταν μιὰ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νη σύ­ζυ­γος, σω­στό­τε­ρα οὔ­τε κὰν σύ­ζυ­γος, καὶ ἔ­τσι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν χω­ρι­σμὸ τῆς ἔ­μει­νε μιὰ γκαρ­σο­νι­έ­ρα, καὶ κά­ποι­ος ἄλ­λος ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ σπί­τι της, ἔ­με­νε ἐ­κεῖ, κάρ­φω­σε ἕ­να ρά­φι στὴν κου­ζί­να, ἀ­γό­ρα­σε καὶ κά­τι γιὰ τὸν ἐ­φο­δια­σμὸ τοῦ ἀ­πο­χω­ρη­τη­ρί­ου σὰν κα­νο­νι­κὸς νοι­κο­κύ­ρης, ἦρ­θε μὲ ἕ­να συ­σκευ­α­σμέ­νο κα­πά­κι καὶ τὸ βί­δω­σε μουρ­μου­ρί­ζον­τας ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἦ­ταν χά­λια. Ὕ­στε­ρα ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ μά­να του. Καὶ τώ­ρα αὐ­τὴ ἡ μου­σι­κὴ κά­θε βρά­δυ, ἀ­πὸ τὸν πο­λὺ λε­πτό, ὅ­πως φαί­νε­ται, τοῖ­χο, αὐ­τὸ τὸ βὰλς τοῦ Σο­πὲν μὲ τὰ λά­θη πάν­τα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, πάν­τα το ἴ­διο φάλ­τσο σὰν ἕ­να πα­λι­ω­μέ­νο γραμ­μό­φω­νο ποὺ κολ­λά­ει καὶ αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ σὲ τρε­λά­νει. Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἦ­ταν στὸν ἄλ­λο τοῖ­χο, καὶ ἐ­δῶ ὑ­πῆρ­χε ἕ­να ντι­βά­νι, καὶ ὡς συ­νή­θως τὸ πα­λι­ω­μέ­νο γραμ­μό­φω­νο ἦ­ταν σχε­δὸν κολ­λη­μέ­νο κά­θε βρά­δυ στὸ αὐ­τί της. Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με ἡ ἀ­κο­ὴ τῆς γει­τό­νισ­σας βελ­τι­ω­νό­ταν σὰν τῆς νυ­χτε­ρί­δας, σὰν τοῦ τυ­φλοῦ ποὺ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­νά­με­σα στὸν πά­τα­γο τῆς τη­λε­ό­ρα­σης ξε­χω­ρί­ζει αὐ­τὸν τὸν κα­τα­ρα­μέ­νο Μέν­τελ­σον καὶ τὸν Σο­πέν.       

       Κον­το­λο­γίς, ξαφ­νι­κὰ ὅ­λα τε­λεί­ω­σαν, γιὰ δυ­ὸ μέ­ρες δὲν ἀ­κου­γό­ταν μου­σι­κὴ καὶ μπο­ροῦ­σες νὰ δεῖς τη­λε­ό­ρα­ση μὲ ἠ­ρε­μί­α, νὰ τρα­γου­δή­σεις ἢ νὰ χο­ρέ­ψεις, ὅ­μως ἀ­πὸ μα­κριὰ σὰν νὰ ἔ­κλαι­γε κά­ποι­ος, σὰν νὰ τσί­ρι­ζε ἕ­να παι­δὶ ἀ­πὸ τὰ πά­νω πα­τώ­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὸ στα­μά­τη­σε. «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!», – δι­η­γοῦν­ταν με­τὰ ἡ γει­τό­νισ­σα τῶν γέ­ρων στὴ δου­λειά, ὅ­ταν ὅ­λα ξε­κα­θα­ρί­στη­καν, ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ τσί­ριγ­μα ἦ­ταν τοῦ ἄν­τρα τῆς γριᾶς πι­α­νί­στας, ὅ­τι δὲν τὴ βρή­κα­νε κά­που γε­νι­κὰ ἀλ­λὰ στὸ πά­τω­μα κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα της, φαί­νε­ται ὅ­τι αὐ­τὸς ἀ­πὸ και­ρὸ ἦ­ταν πα­ρά­λυ­τος στὸ κρε­βά­τι («καὶ ἐ­γὼ δὲν τὸ εἶ­χα κα­τα­λά­βει, κά­πο­τε τοὺς συ­ναν­τοῦ­σα, νά ‘τα­νε πα­λιά;» – συ­νέ­χι­ζε μο­νο­λο­γών­τας τὴ δι­ή­γη­σή της ἡ νε­α­ρὴ γει­τό­νισ­σα), κεί­τον­ταν πα­ρά­λυ­τος, καὶ ἡ γυ­ναί­κα του κά­θε βρά­δυ, ὅ­πως φαί­νε­ται, τοῦ ἔ­παι­ζε τὸ ρε­περ­τό­ριό της ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸ αὐ­τὶ τῆς γει­τό­νισ­σας, προ­φα­νῶς γιὰ νὰ τὸν εὐ­θυ­μή­σει, καὶ ὕ­στε­ρα αὐ­τὴ κά­πως ἔ­πε­σε, πέ­θα­νε κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι του καὶ αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ κα­τέ­βει, γιὰ τὸ τη­λέ­φω­νο μᾶλ­λον, καὶ στὸ τέ­λος γκρε­μί­στη­κε πά­νω στὴ γυ­ναί­κα του καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση, πα­ρό­λ’ αὐ­τά, κα­τά­φε­ρε νὰ τη­λε­φω­νή­σει, ἄ­νοι­ξαν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, καὶ οἱ δύ­ο δὲν ἦ­ταν πιὰ ζων­τα­νοί, ἦ­ταν γρή­γο­ρη ἡ ἔκ­βα­ση.

       «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!» – ἔ­λε­γε κα­μα­ρώ­νον­τας ἡ νε­α­ρὴ γει­τό­νισ­σα σὲ ὅ­λους συ­νέ­χεια στὸ τη­λέ­φω­νο, ἐ­νῶ θυ­μό­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο τσί­ριγ­μα ἢ κλά­μα καὶ ὑ­πο­λό­γι­ζε τὸν χρό­νο ποὺ τοῦ χρει­ά­στη­κε (τὸ βρά­δυ καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα καὶ ὅ­λη τὴν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα), γιὰ νὰ φτά­σει τὸ τη­λέ­φω­νο· γι’ αὐ­τὸ φαί­νε­ται ὅ­τι τσί­ρι­ζε ὁ γέ­ρος.

       «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!» – σκε­φτό­ταν μὲ ἀ­νη­συ­χί­α ἡ γει­τό­νισ­σα γιὰ τοὺς μελ­λον­τι­κοὺς γεί­το­νες καὶ θυ­μό­ταν ἀ­πὸ μέ­σα της μὲ ἀ­γά­πη καὶ ζή­λια τὸν Σο­πὲν καὶ τὸν Μέν­τελ­σον, – αὐ­τοὶ ἐ­δῶ ἦ­ταν ἄν­θρω­ποι μορ­φω­μέ­νοι, ἥ­συ­χοι, δε­κα­πέν­τε λε­πτὰ τὴν ἡ­μέ­ρα ἔ­κα­ναν θό­ρυ­βο καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο, ποιὸς θὰ τοὺς ἀν­τι­κα­τα­στή­σει; Καὶ πέ­θα­ναν μὲ δι­α­φο­ρὰ μιᾶς μέ­ρας, ὅ­πως στὰ πα­ρα­μύ­θια, ἔ­ζη­σαν πο­λὺ καὶ πέ­θα­ναν μὲ μιὰ μέ­ρα δι­α­φο­ρὰ» – Σο­πέν, Σο­πέν, Μέν­τελ­σον σκε­φτό­ταν σα­στι­σμέ­νη μέ­σα στὴν σι­ω­πή.



[«Τραγούδια δίχως λόγια» Op. 19b No. 1, τοῦ Men­dels­shon, Book I.

Στὸ πιά­νο ὁ Da­niel Gor­tler.]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀνθολογία И.И. Яценко: Русская «нетрадиционная» проза конца ХХ века», Санкт-Пе­те­рбург, «Зла­то­уст» 2004 (Ἀντι­συμ­βα­τι­κὴ ρω­σι­κὴ πε­ζο­γρα­φία τοῦ τέ­λους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁ­γία Πε­τρού­πο­λη, ἐκ­δόσεις Ζλα­τα­ούστ 2004). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τῆς με­τά­φρα­σης: περ. Φρέ­αρ (Δε­κέμ­βρι­ος, 2013).

Λι­ουν­τμί­λα Στε­φά­νοβ­να Πε­τρου­σέφ­σκα­για (Людмила Стефановна Пе­тру­шев­ская) (Μό­σχα 1938). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γιὰ με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα δὲν τῆς δη­μο­σί­ευ­αν ἔρ­γα. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα ἔ­χει ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα. Συ­χνὰ στὸ ἔρ­γο της ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν. Στὰ ἔρ­γα της μπο­ρεῖ νὰ συ­ναν­τή­σεις μιὰ «φυ­σι­κὴ» ρο­ὴ ἢ μιὰ «εἰ­ρω­νι­κὴ πρω­το­πο­ρί­α, λε­κτι­κὰ παι­χνί­δια… καὶ πα­ρω­δί­ες στε­ρε­ο­τύ­πων». Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα.

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά. Τὸ 2010 πῆ­ρε τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης «Ἄ­ντον Τσέ­χοφ» 2010. Ἔ­κτο­τε ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Σα­λιά­πιν Μά­σκα καὶ Ψυ­χή (2014), ἡ Νῆ­σος Σα­χα­λί­νη τοῦ Τσέ­χοφ» (2015), δι­η­γή­μα­τα στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι, Βακ­χι­κόν, Στρό­βι­λος κα­θὼς καὶ στὰ ἔν­τυ­πα Μαν­δρα­γό­ρας, Φρέ­αρ καὶ Κου­κού­τσι. Ἐ­πί­σης ἔ­χει συγ­γρά­ψει τὴ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τσέ­χοφ στὴ σει­ρὰ «Μι­κρὰ Βι­ο­γρα­φι­κά» τῶν ἐκ­δό­σε­ων Λέμ­βος 2015.



		

	

Εὐγένιος Μάϊζελ (Евгений Майзель): Ὁ θάνατος τοῦ Κωνσταντίνου


Maizel,Eygenios-OThanatosTouKonstantinou-Eikona-01


Εὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель)

 

Ὁ θά­να­τος τοῦ Κων­σταν­τί­νου

(Смерть Константина)


06-Epsilon-423px-T2JB188_-_Jungle_Book_capital_BΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς μου, περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Κόρ­κι­νο.

Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σα κά­ποι­ον νὰ φω­νά­ζει πί­σω μου : Κώ­στα! Κώ­στα!

       Ἐφ΄ὅ­σον δὲν ἔ­νι­ω­θα ἀρ­κε­τὰ Κώ­στας, σκέ­φθη­κα, ὅ­τι θὰ ἦ­ταν φρό­νι­μο νὰ μὴ ἀ­παν­τή­σω.

       Συ­νέ­χι­σα νὰ περ­πα­τά­ω. Ὄ­μορ­φη βρα­διά, ἥ­συ­χη, ψυ­χὴ ζῶ­σα τρι­γύ­ρω. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­στη­κε κά­τι σὰν ρι­πὲς αὐ­το­μά­του, ὅ­πως στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ παι­χνί­δια. Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι: στὴν πόρ­τα τῆς μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νης κα­λύ­βας στε­κό­ταν ἕ­να κο­ρι­τσά­κι καὶ μὲ πυ­ρο­βο­λοῦ­σε στὰ σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ ἕ­να παι­δι­κὸ του­φέ­κι μὲ τη­λε­στό­χα­στρο.

       Ἔ­πε­σα μὲ τὰ μοῦ­τρα κά­τω, στὸ χαν­τά­κι, ὅ­σο πιὸ φυ­σι­κὰ μπο­ροῦ­σα καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα μὲ τὸ ἕ­να μά­τι μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα: τί θὰ κά­νει ἄ­ρα­γε; Κι ἐ­κεῖ­νο μὲ κοί­τα­ξε ἀ­η­δι­α­σμέ­νο, σὰν νὰ πά­τη­σε σκου­λή­κι, κα­τέ­βα­σε τὸ του­φέ­κι καὶ μπῆ­κε στὴν κα­λύ­βα του.

       Ἀ­φοῦ πε­ρί­με­να εὐ­γε­νι­κὰ λί­γη ὥ­ρα, ση­κώ­θη­κα, τί­να­ξα τὰ ροῦ­χα καὶ συ­νέ­χι­σα τὸ δρό­μο μου.

       Κά­τι σὰν νὰ κό­πη­κε, ὁ Κών­στα­ντῖ­νος πέ­θα­νε μέ­σα μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἔ­φτα­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σὲ μαῦ­ρο χά­λι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή О­ч­е­нь к­о­р­о­т­к­ие т­е­к­с­ты: В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. – М.: Н­ЛО, 2000. (Πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να. Προ­σπά­θεια Ἀν­θο­λό­γη­σης, Μό­σχα, Ἔκδ. ΝΛΟ, 2000).

Eugeni MaizelΕὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель) (γεν. 1973). Ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ πα­νε­πισ­τη­μί­ου τῆς Ἁ­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, συμ­με­τεῖ­χε ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ σει­ρὰ ἀ­πὸ δι­α­δι­κτυα­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα. Τακτικὴ συνεργάτιδα τοῦ ἱστολογίου Ἱστορίες Μπονζάι.



		

	

Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух): Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα


 

Pietsouch,Bitseslaf-EgoKaiIPerestroika-Eikona-04

 

Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух)


Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα

(Я и перестройка)


10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΩΡΑ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ πῶς ἔ­πε­σε ἡ πε­ρε­στρό­ι­κα. Δὲν ἔ­πε­σε ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θὰ πέ­σει ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­παρ­χαι­ω­μέ­νης μορ­φῆς τῆς οἰ­κο­γέ­νειας καὶ τοῦ γά­μου ποὺ δε­σπό­ζει στὸν πραγ­μα­τι­κὸ σο­σι­α­λι­σμό. Γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, πρέ­πει νὰ σᾶς προ­ει­δο­ποι­ή­σω ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ δὲν ἔ­γι­ναν με­γά­λες δη­μι­ουρ­γί­ες, ἀ­πὸ μιὰ σα­χλα­μά­ρα ποὺ τοὺς στά­θη­κε ἐμ­πό­διο. Ἂς πά­ρου­με τὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Πέ­τρου Φιο­ν­τό­ρο­βιτς, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν πραγ­μα­το­ποί­η­σε τὴ με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κή του ἀ­πο­στο­λή, μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­χε κά­νει δη­μό­σιο κή­ρυγ­μα στὴ γυ­ναί­κα του Αἰ­κα­τε­ρί­νη(1) γιὰ τὸ φρε­νι­α­σμέ­νο ταμ­πε­ρα­μέν­το της.

       Ὅ­λο το προ­η­γού­με­νο ἔ­τος δού­λευ­α πά­νω σὲ ἕ­να σχέ­διο ρι­ζι­κῆς ἀ­να­μόρ­φω­σης πού, κα­τὰ τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμούς μου, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε τὴ χώ­ρα στὰ ὅ­ρια τῆς ἀ­πό­λυ­της εὐ­η­με­ρί­ας καί, τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κό, στὸ μι­κρό­τε­ρο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Αὐ­τὴ ἡ δου­λειὰ τρά­βα­γε σὲ μά­κρος. Ὑ­πο­λό­γι­ζα νὰ τὴν τε­λει­ώ­σω τὸν χει­μώ­να καὶ ναὶ μὲν τὴν τέ­λει­ω­σα τὸν χει­μώ­να, ἀλ­λὰ ὄ­χι τὸν χει­μώ­να τοῦ ἴ­διου ἔ­τους, ἐ­πει­δὴ με­τὰ τὴν Ὀ­κτω­βρια­νὴ ἐ­πέ­τει­ο μπε­κρού­λια­ζα φο­βε­ρά. Ἡ γυ­ναί­κα μου, ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, συμ­βι­βά­στη­κε ὅ­πως-ὅ­πως μὲ αὐ­τὸ τὸ συ­νε­χὲς με­θύ­σι, στὸ μέ­τρο πού, τρό­πος τοῦ λέ­γειν, ἦ­ταν προ­φα­νὲς ὅ­τι ἐ­γὼ κου­βα­λοῦ­σα ἕ­να ἀ­πάν­θρω­πο φορ­τί­ο: δου­λειὰ στὸ ἐργοστά­σιο, δου­λειὰ στὸ σπί­τι καὶ ἀ­κό­μα κά­θε εὐ­λο­γη­μέ­νο βρά­δυ νὰ πη­γαί­νω στὴν κου­ζί­να καὶ νὰ δου­λεύ­ω πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ σχέ­διο, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μο­χθῶ, σχε­δὸν μέ­χρι τὸ πρω­ί. Νὰ ὅ­μως ποὺ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να τὰ Σάβ­βα­τα καὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς δὲ μὲ ἀ­φή­νει νὰ πά­ω που­θε­νά, ὅ­ταν ἔ­χω πολ­λὴ ἀ­νάγ­κη νὰ χαλα­ρώ­σω ἀ­πὸ τὴν τρε­λὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα μὲ τὸν μπαλ­τὰ καὶ λέ­ει:

       — Σάβ­βα­το καὶ Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι στὸ σπί­τι!

       Ἄρ­γη­σα, ξάρ­γη­σα τε­λεί­ω­σα τὸ σχέ­διό μου. Τὴ νύ­χτα τῆς τρί­της πρὸς τὴν τε­τάρ­τη τοῦ Δε­κεμ­βρί­ου ἔ­βα­λα τὴν τε­λευ­ταί­α τε­λεί­α, το­πο­θέ­τη­σα τὸ χει­ρό­γρα­φο στὸ ντο­σι­ὲ μὲ τὶς με­τα­ξω­τὲς κορ­δέ­λες, τὸ πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τὸ τα­χτά­ρι­σα γύ­ρω-γύ­ρω στὸ δω­μά­τιο, χόρ­τα­σα νὰ κοι­τά­ζω τὸν ἑ­αυ­τό μου στὸν κα­θρέ­φτη, ποι­οί εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, τὰ αὐ­το­δί­δα­κτα τα­λέν­τα, καὶ ἔ­κρυ­ψα τὸ ντο­σι­ὲ στὸ πα­τά­ρι. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἀ­κό­μα εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι τὴ δου­λειά μου θὰ τὴν ἔ­θα­βα, για­τί πρέ­πει νὰ φαν­τα­ζό­μου­να πο­λὺ κα­λὰ τὶς κα­τα­στρο­φι­κὲς συ­νέ­πει­ες, ἂν προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τὴν σπρώ­ξω πρὸς τὶς Ἀρ­χές, «γι’ αὐ­τὸ ἀ­κού­σα­με ἕ­να σω­ρὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α»: ἂς πά­ρου­με τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ πρώ­του μας ἀ­νε­μο­πλό­ου Κου­σμὰ Ζι­ό­μοφ, ποὺ τὸν μα­στί­γω­σαν δη­μό­σια, ὄ­χι μό­νο μιὰ φο­ρά, γιὰ τὴν ἐ­φεύ­ρε­ση τοῦ ἀ­νε­μό­πτε­ρου. Ὅ­μως οἱ πο­λι­τι­σμέ­νοι μας ἀ­πό­γο­νοι ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ ξέ­ρουν ὅ­τι τὸ γό­νι­μο ρω­σι­κὸ μυα­λὸ δὲν λα­γο­κοι­μό­ταν οὔ­τε κὰν στοὺς πιὸ σι­χα­με­ροὺς και­ρούς. Με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρι­μη σκέ­ψη ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω πε­ρί­λη­ψη τοῦ σχε­δί­ου μου καὶ νὰ τὴ στεί­λω στὰ «παι­διὰ» τοῦ ὑ­πουρ­γι­κοῦ συμ­βου­λί­ου, τὸ πι­θα­νό­τε­ρο ἀ­πὸ μα­ται­ο­δο­ξί­α, καὶ ἔ­τσι πῆ­ραν τὰ μυα­λά μου ἀ­έ­ρα.

       Θαυ­μα­στὰ τὰ ἔρ­γα σου, Κύ­ρι­ε: ἔ­στει­λα τὸ πα­κέ­το τὴ Δευ­τέ­ρα καὶ ἤ­δη τὸ Σάβ­βα­το μοῦ τη­λε­φώ­νη­σαν. Μιὰ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαι­νό­ταν νε­α­νι­κὴ μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε:

       — Τώ­ρα θὰ σᾶς μι­λή­σει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κά­τι ἄ­να­ψε μέ­σα μου τὴν πε­ρη­φά­νια καὶ εἶ­χα καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ κρα­τι­κοῦ στε­λέ­χους. Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι, ἂν μὲ αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα ὁ­λο­κλη­ρω­νό­τα­νε ἡ μοί­ρα τοῦ σχε­δί­ου μου, ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α μου θὰ εἶ­χε ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό. Φυ­σι­κά, ἐ­γὼ ἔ­κα­να ἕ­να μορ­φα­σμό, κού­νη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι μου κά­νον­τας νό­η­μα στὴ γυ­ναί­κα μου, γιὰ νὰ ση­κώ­σει τὴν πα­ράλ­λη­λη συ­σκευ­ὴ καὶ μ΄ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ὁ ἄν­τρας της κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ πα­λα­βὸς ὀ­νει­ρο­πό­λος εἶ­ναι, ἀλ­λὰ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ κρα­τι­κὸ στέ­λε­χος.

       — Χαί­ρε­τε, Ἀ­λε­ξάντρ Ἰ­βά­νιτς, – λέ­ει ξαφ­νι­κὰ ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς, — τί κά­νε­τε, πῶς εἶ­σθε;

       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τά­ω: — Ἀ­π’ ὅ,τι ξέ­ρω, ὅ­λα κα­λά.

       — Γιὰ ἐ­σᾶς δὲν εἶχα ἀ­κού­σει κά­τι νω­ρί­τε­ρα, – συ­νε­χί­ζει τὸ λόγο του ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ποῦ ἐρ­γά­ζε­σθε: στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Ἐ­πι­στη­μῶν ἢ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τοῦ Ἀμ­πάλ­κιν;

       — Ἐ­γώ, – ἀ­παν­τά­ω: γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, εἶ­μαι πρα­κτι­κὸς ποὺ ἀ­σχο­λοῦ­μαι ἄ­με­σα στὴ βι­ο­μη­χα­νί­α.

       — Καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τά σας καὶ ὁ βαθ­μός σας ποι­οί εἶ­ναι;

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἁ­πλό: εἶ­μαι ἐρ­γά­της με­τάλ­λου ἀ­νώ­τα­της βαθ­μί­δας – νά καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τα, νά καὶ ὁ βαθ­μός μου!

       — Μὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τὲ Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νιτς, θὰ πρέ­πει νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με νὰ συ­ζη­τή­σου­με σο­βα­ρά. Οἱ ἰ­δέ­ες σας μᾶς κί­νη­σαν «ἔν­το­να» τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χουν στὸ ση­μεί­ω­μά σας, νὰ ποῦ­με, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σκο­τει­νὰ ση­μεῖ­α ποὺ χρει­ά­ζον­ται «ἀ­πο­σα­φή­νι­ση» ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α. Τί λέ­τε, εἶστε νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με, νὰ μι­λή­σου­με σο­βα­ρά;

       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τῶ καὶ κά­νω μα­τά­κι στὴ γυ­ναί­κα μου. (Μὰ ποι­ός εἶ­μαι! Ἔ­ζη­σες δέ­κα πέν­τε χρό­νια μα­ζί μου καὶ στὴν οὐ­σί­α δὲν ξέ­ρεις ποι­ός εἶ­μαι.)

       — Τό­τε, μᾶλ­λον, ἂς μὴ κα­θυ­στε­ρή­σου­με αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ – λέ­ει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ἂς συ­ναν­τη­θοῦ­με καὶ σή­με­ρα. Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, θὰ στεί­λου­με αὐ­το­κί­νη­το νὰ σᾶς πά­ρει…

       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τά­ω.

       Με­τά, συν­δέ­ε­ται πά­λι ἡ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαί­νε­ται νε­α­νι­κὴ καὶ ἀ­να­κοι­νώ­νει: τὸ αὐ­το­κί­νη­το θὰ ἔρ­θει σὲ δε­κα­πέν­τε λε­πτά, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι δε­κα­ε­πτὰ-εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα.

       Βά­ζον­τας στὴ θέ­ση του τὸ ἀ­κου­στι­κό, ἔ­ρι­ξα χα­ρού­με­νες μα­τι­ὲς στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να καὶ ξε­κί­νη­σα νὰ ντύ­νο­μαι. Ἀλ­λὰ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να πῆ­ρε τὸν μπαλ­τά, στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά της εἶ­πε:

       — Τὸ Σάβ­βα­το καὶ τὴν Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι ἐ­δῶ!

       — Μά, εἶ­σαι μὲ τὰ κα­λά σου…! – ἀ­να­φω­νῶ, τὴ στιγ­μὴ ποὺ χώ­νω τὰ πό­δια μου στὰ και­νούρ­για τσε­χοσ­λο­βά­κι­κα μπο­τά­κια. Ἔ­χεις ἰ­δέα;… Ποιός μὲ κα­λεῖ, για­τί καὶ σὲ ποι­ό μέ­ρος; Αὐ­τὸ εἶ­ναι κρα­τι­κὴ ὑ­πό­θε­ση! Τώ­ρα φθά­νει γιὰ μέ­να μιὰ «Τσά­ι­κα»(2)… Ποῦ κολ­λά­ει τὸ Σάβ­βα­το καὶ ἡ Κυ­ρια­κή;

       — Κολ­λά­ει, – ξε­κα­θα­ρί­ζει ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, στὸ ὅ­τι καὶ τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το ποὺ εἶ­χες κρα­τι­κὲς ὑ­πο­θέ­σεις ἐμ­φα­νί­σθη­κες με­τὰ τὶς δύ­ο τὴ νύ­χτα, καὶ ἤ­σου­να καὶ στου­πί! Καὶ τὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το ἦρ­θε νὰ σὲ πά­ρει, μό­νο ποὺ δὲν ἦ­ταν «Τσά­ι­κα» ἀλ­λὰ «Πρώ­των Βο­η­θει­ῶν», – ἢ τὸ ξε­χνᾶς Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νο­βιτς ἐ­πει­δὴ ἤ­σουν σου­ρω­μέ­νος;

       Μὰ καὶ πῶς νὰ τὸ ξέ­χνα­γα, φυ­σι­κὰ καὶ δὲν τὸ ξέχασα: τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το μὲ ἔ­πι­α­σε ξαφ­νι­κὰ τό­ση με­λαγ­χο­λί­α, —αὐ­τὸ συ­νέ­βη τὸ πρω­ὶ ποὺ δι­ά­βα­σα γιὰ τὴν ἐ­περ­χό­με­νη οἰ­κο­νο­μι­κὴ κα­τάρ­ρευ­ση— πού, ἁ­μαρ­τί­α ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νη, τη­λε­φώ­νη­σα σὲ ἕ­να φί­λο ποὺ ἐρ­γά­ζε­ται στὶς «πρῶ­τες βο­ή­θει­ες» καὶ μὲ πή­ρα­νε γιὰ πι­θα­νὴ «σαλ­μο­νέ­λω­ση» ποὺ δῆ­θεν εἶ­χε πέ­σει στὸ ἐρ­γο­στά­σιό μας.

       Μὲ δυ­ὸ λό­για, μὲ κα­νέ­να τρό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ φέ­ρω ἀν­τίρ­ρη­ση στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να, για­τί τό­τε πραγ­μα­τι­κὰ ἐμ­φα­νί­στη­κα στὶς δύο τὸ πρω­ὶ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἤ­μουν στου­πί.

(1) Ἐν­νο­εῖ τὴ Με­γά­λη Αἰ­κα­τε­ρί­νη ποὺ ἀ­νέ­τρε­ψε τὸν σύ­ζυ­γό της Πέ­τρο.

(2) Πο­λυ­τε­λὲς σο­βι­ε­τι­κὸ αὐ­το­κί­νη­το.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἀνθολογία И.И. Яцен­ко: Рус­ская «нет­ра­диц­ионная» про­за ко­нца ХХ века, Санкт-Пе­те­рбург, «Зла­тоуст» 2004 (Ρω­σι­κὴ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ τέ­λους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, ἐκ­δό­σεις Ζλα­τα­ού­στ 2004). Πρώτη δημοσίευση τῆς με­τά­φρα­σης στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Βακ­χι­κόν (30-03-2015).

Pietsouch,Bitseslaf-Eikona-02Βιτσεσλάφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух) (Вячеслав Пьецух) (Μό­σχα, 1946). Τε­λεί­ω­σε τὸ παι­δα­γω­γι­κὸ ἰν­στι­τοῦ­το. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν βι­βλί­ων Ἀλ­φά­βη­το (1983), Νέ­α μο­σχο­βί­τι­κη φι­λο­σο­φί­α (1989), Ραμ­μάτ (1990), Ἐ­γὼ καὶ οἱ ἄλ­λοι (1990), Κύ­κλοι (1992), Παι­δά­κι τοῦ κρά­τους (1997). Ζεῖ στὴ Μό­σχα. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ γρά­φτη­κε τὸ 1989. Εἶ­ναι ἐκ­πρό­σω­πος τῆς «εἰ­ρω­νι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας». Σκο­πός της εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῶν λαν­θα­σμέ­νων ἐ­κτι­μή­σε­ων. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἡ ἀ­φή­γη­ση τοῦ Πι­έ­τσουχ φτά­νει στὸ μον­τερ­νι­σμό, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸν πα­ρα­λο­γι­σμὸ τοῦ κό­σμου. Τὸν ἥ­ρω­α τοῦ Πι­έ­τσουχ τὸν σώ­ζει ἡ ρή­ξη του μὲ τὸν κό­σμο, τὸ κλεί­σι­μο στὸν ἑ­αυ­τό του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Ἔ­χει πά­ρει τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης «Ἄντον Τσέχωφ» 2010 καὶ ἔ­χει ἀ­ναρ­τή­σεις στὸ ἱστολόγιο Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι καὶ στὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ σε­νά­ρια τῆς β’ γυ­μνα­σί­ου τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας τοῦ ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου.

Ἀλεξὰντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Ἀναπνοή


Solzenitsin,Aleksandr-Anapnoi-01


Ἀλεξὰντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын)


 Ἀναπνοή

(Дыхание)


10-Taph-Chronica_Polonorum_TΗ ΝΥΧΤΑ ἔ­ρι­ξε βρο­χού­λα καὶ τώ­ρα δι­α­σχί­ζου­νε τὸν οὐ­ρα­νὸ σύν­νε­φα. Ἀ­ραι­ὰ καὶ ποῦ πέ­φτει κα­μιὰ ψι­χά­λα.

       Στέ­κο­μαι κά­τω ἀ­πὸ μιὰ μη­λιὰ ποὺ χά­νει τὰ ἀν­θά­κια της καὶ ἀ­να­πνέ­ω. Ὄ­χι μό­νο ἡ μη­λιά, ἀλ­λὰ καὶ τὸ χορ­τά­ρι ὁ­λό­γυ­ρα στα­λά­ζει με­τὰ τὴ βρο­χὴ – καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει ὄ­νο­μα γιὰ τὴ γλυ­κιὰ ἐ­κεί­νη μυ­ρω­διὰ ποὺ πο­τί­ζει τὸν ἀ­έ­ρα. Τὴ ρου­φῶ μ’ ὅ­λη τὴ δύ­να­μη τῶν πνευ­μό­νων μου, αἰ­σθά­νο­μαι τὸ ἄ­ρω­μά της μ’ ὅ­λο μου τὸ στῆ­θος, ἀ­να­πνέ­ω, συ­νε­χῶς ἀ­να­πνέ­ω, πό­τε μ’ ἀ­νοι­χτά τα μά­τια, πό­τε μὲ κλει­στὰ – δὲν ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι, μᾶλ­λον, ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἐ­κεί­νη ἡ μο­να­δι­κὴ μὰ ὡ­στό­σο πα­νά­κρι­βη ἐ­λευ­θε­ρί­α, ποὺ μᾶς στε­ρεῖ ἡ φυ­λα­κή: ν’ ἀ­να­πνέ­εις ἔ­τσι, ν’ ἀ­να­πνέ­εις ἐ­δῶ. Κα­νέ­να φα­γη­τὸ στὴ γῆ, κα­νέ­να κρα­σί, οὔ­τε ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸ τὸ φι­λὶ τῆς γυ­ναί­κας δὲν εἶ­ναι γιὰ μέ­να γλυ­κύ­τε­ρο ἀ­πὸ τοῦ­τον τὸν ἀ­έ­ρα, ἀ­πὸ τοῦ­τον τὸν ἀ­έ­ρα πού ’­ναι λου­λου­δι­α­σμέ­νος, πού ’­ναι γε­μά­τος ὑ­γρα­σί­α καὶ φρε­σκά­δα.

       Ἂς εἶ­ναι μό­νον αὐ­τό – ἕ­νας κη­πά­κος μιὰ στα­λιά, στρι­μωγ­μέ­νος ἀ­νά­με­σα σὲ πεν­τα­ό­ρο­φα σπί­τια ποὺ μοιά­ζουν μὲ κλου­βιὰ θη­ρί­ων. Παύ­ω ν’ ἀ­κού­ω τὸ του­φε­κί­δι τῶν μο­το­σι­κλε­τῶν, τὸ οὐρ­λια­χτὸ ἀ­πὸ τὶς ρα­δι­ό­λες*, τὰ ντέ­φια τῶν με­γα­φώ­νων. Ὅ­σο μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα κά­ποι­ος ν’ ἀ­να­σαί­νει με­τὰ τὴ βρο­χὴ κά­τω ἀ­πὸ μιὰ μη­λιά, τό­τε μπο­ρεῖ νὰ αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα ζεῖ!


* Σημείωση τοῦ μεταφραστῆ: ραδιογραμμόφωνα.



Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Александр Солженицын: Крохотки 1958-1963, Издательство Эксмо, Москва 2006.

Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­σά­γι­ε­βιτς Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Исаевич Сол­же­ниц­ын) (Κι­σ­λο­­βόν­τσκ, 11 Δε­κεμ­βρί­ου 1918 – Μό­σχα, 3 Αὐ­γού­στου 2008). Συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­λό­γος, ποι­η­τής, πο­λι­τι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὸς πα­ρά­γων. Πέ­ρα­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν πό­λη Ρο­στὼφ ἐ­πὶ τοῦ Ντόν. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ρο­στὼφ τὸ 1941. Τὸ 1945 δι­κά­στη­κε ἐ­ρή­μην σὲ ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Τὸ 1974 στε­ρή­θη­κε τὴν ἰ­θα­γέ­νειά του καὶ ἀ­πε­λά­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Γερ­μα­νί­α. Τὸ 1975 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Βερ­μόντ, στὶς Η.Π.Α., ὅ­που ἔ­ζη­σε γιὰ εἴ­κο­σι χρό­νια. Τὸ 1995, ἀ­φοῦ εἶ­χε πλέ­ον κα­ταρ­ρεύ­σει ἡ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν πα­τρώ­α του γῆ. Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι ὀγ­κῶ­δες. Σ’ αὐ­τὸ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πα­σί­γνω­στη μαρ­τυ­ρί­α Ἀρ­χι­πέ­λα­γος Γκου­λάγκ, ὅ­πως καὶ τὰ ἔρ­γα Μιὰ ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἰ­βὰν Ντε­νί­σο­βιτς, Ὁ πρῶ­τος κύ­κλος, Πτέ­ρυ­γα καρ­κι­νο­πα­θῶν, Ὁ κόκ­κι­νος τρο­χός κ.ἄ. Τὸ 1970 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).



		

	

Βίκτωρ Γκολιάφκιν (Виктор ГОЛЯВКИН): Διήγημα γιὰ ἕνα πίνακα τοῦ Σεζάν…

.

Gkoliafkin,Biktor-DiigimaGiaEnanPinaka...-Eikona-01

.

Βίκτωρ Γκολιάφκιν (Виктор ГОЛЯВКИН)

 .

Δι­ή­γη­μα γιὰ ἕ­ναν πί­να­κα τοῦ Σε­ζάν,

ἕ­να ἀ­γό­ρι καὶ μιὰ λα­χα­νο­πώ­λισ­σα

.

02-PiΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ἦ­ταν ὁ Πὼλ Σε­ζάν! Ζω­γρά­φι­ζε ἕ­ναν πί­να­κα ἀ­πί­στευ­της ὀ­μορ­φιᾶς, καὶ ξαφ­νι­κὰ δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε. Τό­τε τὸν ἔ­κο­βε μὲ τὸ μα­χαί­ρι, στὰ δύο, τρί­α κομ­μά­τια καὶ τὸν πέ­τα­γε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       Καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ἀ­τε­λι­έ του κοι­τοῦ­σε στὸν κῆ­πο. Στὸ κῆ­πο συ­χνὰ ἔ­παι­ζαν παι­διά. Ἔ­φτια­χναν ἀ­σπί­δες καὶ πα­νο­πλί­ες ἀ­πὸ τοὺς πε­τα­μέ­νους μου­σα­μά­δες τοῦ Πὼλ Σε­ζὰν καὶ ἔ­τρε­χαν μὲ κραυ­γὲς στὸν κῆ­πο. Τρυ­ποῦ­σαν τὴ ζω­γρα­φι­κὴ μὲ ξύ­λα, ἔ­φτια­χναν ἀ­πὸ τοὺς μου­σα­μά­δες βαρ­κοῦ­λες καὶ τὶς ἔ­ρι­χναν στὰ ἀ­πό­νε­ρα.

      Μό­νον ἕ­να πο­λὺ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι, ποὺ ζοῦ­σε ἀ­πέ­ναν­τι, βρῆ­κε μιὰ φο­ρὰ τὸ μου­σα­μὰ τοῦ Σε­ζὰν καὶ τὸν κου­βά­λη­σε στὸ σπί­τι. Ἡ μη­τέ­ρα τοῦ ἀ­γο­ριοῦ, πο­λὺ γκρι­νιά­ρα γυ­ναί­κα, μό­λις εἶ­δε τὸ μου­σα­μὰ φώ­να­ξε: «Τί ἀ­η­δί­ες κου­βα­λᾶς στὸ σπί­τι!» – καὶ τὸ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

      Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μιὰ λα­χα­νο­πώ­λισ­σα περ­νοῦ­σε γιὰ νὰ πά­ει στὴ λα­ϊ­κή. Σή­κω­σε τὸ μου­σα­μὰ καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸ κα­ρο­τσά­κι της. «Εἶ­ναι πο­λὺ ὡ­ραῖα λου­λού­δια, εἶ­πε, θὰ τὰ κρε­μά­σω στὸ σπί­τι μου.»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Β. Γκο­λιά­φκιν, Ἔ­ρω­τας καὶ κα­θρέ­φτης (δι­η­γή­μα­τα. – Λ, ἐκδ. Συν­τά­κτης, 1991).

Biktor Gkoliafkin (Виктор ГОЛЯВКИН) - 04Βί­κτωρ Γκο­λιά­φκιν (Виктор ГОЛЯВКИН) (1929-2001) Ζω­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας. Γιὰ εὐ­νό­η­τους λό­γους στὴν ἀρ­χὴ δη­μο­σί­ευ­ε μι­κρὰ παι­δι­κὰ δι­η­γή­μα­τα στὰ παι­δι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, κι ἔ­γι­νε γνω­στὸς ὡς παι­δι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δι­η­γή­μα­τα γιὰ με­γά­λους ἐμ­φα­νί­στη­καν στὴν ἀρ­χὴ σὲ Σα­μιζ­ντάτ.

.

Βασίλι Γκρόσμαν (Василий Гроссман): Στὴν ἐξοχή

.

 

Gkrosman,Basili-StinEksochi-Eikona-01

.

Βα­σί­λι Γκρό­σμαν (Василий Гроссман)

 .

Στὴν ἐ­ξο­χή

(За городом)

 .

01-XiΥΠΝΗΣΑ. Κά­ποι­ος τρα­βοῦ­σε δυ­να­τὰ τὴν πόρ­τα στὴν τζα­μω­τὴ τα­ρά­τσα.

   Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο και­ρό, στὸν γει­το­νι­κὸ συ­νοι­κι­σμὸ τῶν πα­ρα­θε­ρι­στῶν, κά­ποι­οι λη­στὲς σκό­τω­σαν δυ­ὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους ποὺ περ­νοῦ­σαν ἐ­κεῖ τὸν χει­μώ­να τους, ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ τὴ γυ­ναί­κα του. Τὸ προ­σε­κτι­κό, ἀ­δύ­να­μο καὶ δι­α­λεῖ­πον κου­δού­νι­σμα τῶν τζα­μι­ῶν μοῦ φά­νη­κε δυ­σοί­ω­νο. Ση­κώ­θη­κα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ τρά­βη­ξα τὴν κουρ­τί­να τοῦ πα­ρα­θύ­ρου: σκο­τά­δι, μαυ­ρί­λα.

            — Ἔι, ποι­ός εἶ­ναι ‘κεῖ; – φώ­να­ξα μὲ μιὰ φω­νὴ ποὺ προ­σποι­οῦν­ταν πὼς εἶ­ναι μπά­σα.

            Σι­γή, καὶ πά­λι ὁ δι­α­λεί­πων καὶ ἀ­νε­παί­σθη­τος χτύ­πος, ἕ­να θρό­ι­σμα… Για­τί ν’ ἀ­φή­σω ἀ­νοι­χτὸ τὸ φῶς στὴν τα­ρά­τσα;

            Ξαφ­νι­κά, ἄρ­χι­σε νὰ κου­δου­νί­ζει δυ­να­τὰ τὸ τζά­μι, κι ἔ­πει­τα πά­λι καὶ πά­λι. Νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἄ­ρα­γε δι­α­μάν­τι ὁ ἐγ­κλη­μα­τί­ας;

            Για­τί ἦρ­θα μό­νος, τέ­λη Φε­βρου­α­ρί­ου, στὴν ἔ­ρη­μη ντά­τσα; Δὲν ἦ­ταν ἡ πό­λη ποὺ μοῦ ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι, μὲ τοὺς νυ­χτε­ρι­νούς της χτύ­πους στὴν κεν­τρι­κὴ πόρ­τα τῆς εἰ­σό­δου καὶ τὸ με­ταλ­λι­κὸ τρί­ξι­μο τοῦ ἀ­νελ­κυ­στή­ρα, ἀλ­λὰ τού­τη ἡ τε­ρά­στια, χι­ο­νι­σμέ­νη πε­διά­δα, τὰ χει­μω­νι­ά­τι­κα δά­ση, ἡ κρύα καὶ ἀ­νε­λέ­η­τη ἀ­νοι­χτω­σιά. Κί­νη­σα νὰ συ­ναν­τή­σω τὴ συμ­φο­ρά, ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τὴν πό­λη, ὅ­που ὑ­πάρ­χει φῶς, ὅ­που ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι, ὅ­που ὑ­πάρ­χει ἡ βο­ή­θεια τοῦ κρά­τους.

            Ψη­λά­φη­σα στὰ σκο­τει­νὰ τὸ τσε­κού­ρι καὶ κά­θι­σα στὸ κρε­βά­τι. Ἡ πα­λά­μη μου, κά­θε λί­γο καὶ λι­γά­κι, ἄγ­γι­ζε τὶς πλα­τει­ὲς καὶ κρύ­ες πα­ρει­ὲς τοῦ τσε­κου­ριοῦ.

            Στὴν τα­ρά­τσα ἔ­γι­νε ἡ­συ­χί­α. Πε­ρί­με­νε ἄ­ρα­γε ὁ ἐγ­κλη­μα­τί­ας τὸν συ­νερ­γό του; Ὑ­πο­ψι­ά­στη­κε μή­πως ὅ­τι ἐ­πα­γρυ­πνῶ, μ’ ἕ­να τσε­κού­ρι στὸ χέ­ρι; Ὁ φο­νιάς, ἀ­πὸ ἕ­να τέ­τοι­ο γα­λή­νιο σκο­τά­δι γεν­νι­έ­ται.

            Ἡ σι­γα­λιὰ ἔ­γι­νε ἀ­βά­στα­χτη καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πά­ω νὰ συ­ναν­τή­σω τὴ μοί­ρα μου. Τρά­βη­ξα τὸν σύρ­τη καί, σφίγ­γον­τας στὸ χέ­ρι μου τὸ τσε­κού­ρι, βγῆ­κα στὴν ἠ­λε­κτρο­φω­τι­σμέ­νη τα­ρά­τσα.

            Στὸ σα­νι­δέ­νιο πά­τω­μα, πα­σπα­λι­σμέ­νη μὲ ψι­λό­χι­ο­νο, ἔ­χον­τας ἁ­πλω­μέ­να τὰ φτε­ρά­κια της, κεί­τον­ταν νε­κρὴ μιὰ μι­κρού­λα πα­πα­δί­τσα, μὲ μιὰ σκού­ρα, βα­θυ­κόκ­κι­νη στα­γό­να αἵ­μα­τος στὸ ράμ­φος της.

           1953

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος Lib.ru/Библиотека Максима Мошкова  (Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Μα­ξὶμ Μο­σκώφ).

.

Βασίλι Σιμιόνοβιτς Γκρόσμαν (Василий Семенович Гроссман) (Μπερ­ντί­τσεφ, 12 Δε­κεμ­βρί­ου 1905 – Μό­σχα, 14 Σε­πτεμ­βρί­ου 1964). Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας δι­η­γη­μά­των καὶ μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Β’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου ἐρ­γά­στη­κε ὡς πο­λε­μι­κὸς ἀν­τα­πο­κρι­τὴς γιὰ τὸν Κόκ­κι­νο Στρα­τό. Κο­ρυ­φαῖ­ο ἔρ­γο τοῦ Γκρό­σμαν θε­ω­ρεῖ­ται τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ζω­ὴ καὶ Πε­πρω­μέ­νο (1959). Ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο στὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, πρω­το­εκ­δό­θη­κε στὴν Ἐλ­βε­τί­α τὸ 1980, μὲ τὴ βο­ή­θεια μυ­στι­κὰ φω­το­γρα­φη­μέ­νων ἀν­τι­τύ­πων τοῦ κει­μέ­νου. Στὴ Ρω­σί­α κυ­κλο­φό­ρη­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸ 1988, μὲ τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­φά­νειας τοῦ Γκορ­μπα­τσώφ.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Σημεῖο Πετρούπολης (Πλανόδιον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

.