Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ἐπιβίωση

Pàmies,Sergi-Epibiosi-Eikona-01


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)


Ἐ­πι­βί­ω­ση

(Supervivencia)

 

02-TaphΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΣΤΗΣΕΙ τό­σες φο­ρὲς νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὶς ἀ­παν­τή­σεις μέ­σα του πού, μιὰ μέ­ρα, ὀρ­γα­νώ­νει μιὰ ἀ­πο­στο­λή. Ἐ­ξο­πλι­σμέ­νος μὲ κρά­νος σπη­λαι­ο­λό­γου, μα­τσέ­τα, σκα­πά­νη καὶ σχοι­νιὰ ὀ­ρει­βα­σί­ας ἀρ­χί­ζει τὴν πο­ρεί­α. Τὸ πρῶ­το βῆ­μα εἶ­ναι τὸ πιὸ δύ­σκο­λο. Πρέ­πει νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ πο­λὺ γιὰ νὰ βρεῖ τὴν κα­τάλ­λη­λη σχι­σμὴ καί, ἀ­σκών­τας πί­ε­ση, νὰ μπεῖ μέ­σα στὸ ἴ­διο του τὸ δέρ­μα. Ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τὸν κά­νει νὰ ἱ­δρώ­σει καὶ νὰ βλα­στη­μή­σει ἀλ­λά, μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­νὸς ἐ­πι­δέ­ξιου ἑ­λιγ­μοῦ ποὺ θυ­μί­ζει ἀ­κρο­βά­τη καὶ τῆς τε­χνη­τῆς ὤ­θη­σης ποὺ τοῦ δί­νουν τὰ ἀν­τι­κα­τα­θλι­πτι­κά, τὰ κα­τα­φέρ­νει (κα­τά­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς μα­τσέ­τας κα­θὼς ἀ­νοί­γει δρό­μο καὶ κάμ­πτει ἀν­τι­στά­σεις). Ὁ χῶ­ρος ποὺ τὸν ὑ­πο­δέ­χε­ται δὲν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μὲ ὅ,τι εἶ­χε φαν­τα­στεῖ. Τοῦ εἶ­χαν μι­λή­σει γιὰ μιὰ ἐ­πι­κρά­τεια σχε­δὸν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη καί, γιὰ κά­θε ἐν­δε­χό­με­νο, εἶ­χε πά­ρει μα­ζί του ἕ­να σὲτ ἐ­πι­βί­ω­σης. Τώ­ρα, ἀν­τι­θέ­τως, κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του γιὰ νὰ φω­τί­σει ἕ­να χῶ­ρο κλει­στό, σὲ σχῆ­μα ντου­λά­πας. Χά­ρη στὴν αὐ­το­πει­θαρ­χί­α ποὺ δι­δά­χτη­κε σὲ πλῆ­θος θε­ρα­πει­ῶν, ἀ­πο­φεύ­γει νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα. Ξέ­ρει ὅ­τι δὲν τὸν συμ­φέ­ρει νὰ κά­νει βι­α­στι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ ἐ­να­πο­θέ­τει ὅ­λες τὶς ἐλ­πί­δες του στὴν πι­θα­νό­τη­τα νὰ βρεῖ, ξε­περ­νών­τας αὐ­τὴ τὴν ἀρ­χι­κὴ κλει­στο­φο­βί­α, ἄλ­λους χώ­ρους. Μὲ σκο­πὸ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ κι­νη­θεῖ μὲ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­κο­λί­α, ἀ­φή­νει κά­τω τὸ σα­κί­διο καὶ τὰ σχοι­νιά. Δι­α­πι­στώ­νει τὴ συ­νο­χὴ τῶν ὁ­ρί­ων ποὺ τὸν πε­ρι­κλεί­ουν μὲ τὴ μύ­τη τῆς σκα­πά­νης: τάκ, τάκ. Αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πει —ἐ­πι­κα­λυ­πτό­με­να στρώ­μα­τα ἡ­μί­φω­τος ποὺ πε­ρι­βάλ­λουν τὸ πε­ρί­γραμ­μα ἄ­δει­ων ρα­φι­ῶν καὶ κρε­μά­στρες δί­χως ροῦ­χα— δὲν τὸν κα­θη­συ­χά­ζει. Ἂν αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ντου­λά­πα στὴν ὁ­ποί­α θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βρεῖ ἀ­παν­τή­σεις, σκέ­φτε­ται: Ἄ­σ’ τα νὰ πᾶ­νε. Ὅ­πως συμ­βαί­νει κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀγ­χώ­νε­ται, τὸν πιά­νει πεί­να. Βγά­ζει ἀ­πὸ τὸ σα­κί­διο δύ­ο πρω­τε­ϊ­νοῦ­χες μπά­ρες δη­μη­τρια­κῶν καὶ τὶς κα­τα­βρο­χθί­ζει μὲ τὴ λαι­μαρ­γί­α ναυα­γοῦ. Ὅ­λα ὅ­σα περ­νοῦν ἀ­πὸ τὸ μυα­λό του τὸν ἱ­κα­νο­ποι­οῦν τό­σο λί­γο ὅ­σο καὶ αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πει. Δὲν ξέ­ρει τί πε­ρί­με­νε νὰ βρεῖ, ἀλ­λὰ οἱ προσ­δο­κί­ες ποὺ τὸν ἔ­φε­ραν ὣς ἐ­δῶ δὲν πε­ρι­λάμ­βα­ναν ἕ­να ἄ­δει­ο ἔ­πι­πλο. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σπα­θή­σει πο­λὺ γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὰ συμ­πτώ­μα­τα τῆς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης. Μπαί­νει στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ρί­ξει μιὰ φω­το­βο­λί­δα γιὰ νὰ δεῖ ἄν, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ὀ­ρο­φή, ὑ­πάρ­χει κά­τι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸ χῶ­ρο πού, ἐ­πι­πλέ­ον, τοῦ φαί­νε­ται πὼς ὅ­λο καὶ στε­νεύ­ει. Εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ ἐν­τύ­πω­ση, ἀλ­λὰ τοῦ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι, παρ’ ὅ­λο ποὺ θυ­μᾶ­ται πὼς ἦρ­θε γιὰ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­παν­τή­σεις, τώ­ρα πλέ­ον δὲν ξέ­ρει σὲ τί ἐ­ρω­τή­σεις ἀν­τι­στοι­χοῦ­σαν. Ὅ­ταν, μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α ἢ πα­τερ­να­λι­σμό, τοῦ μι­λοῦ­σαν γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ «μέ­σα σου», πο­τέ του δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ ἕ­να χῶ­ρο σὰν αὐ­τόν. Τώ­ρα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸ πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε ποὺ πί­στε­ψε ὅ­τι ὅ­λα θὰ ἦ­ταν ἄ­νε­τα, εὐ­ρύ­χω­ρα, ἀ­χα­νῆ. Τὸ ὅ­τι ὅ­λα τε­λι­κὰ ἦ­ταν τό­σο σκο­τει­νὰ καὶ ἀ­σή­μαν­τα ἴ­σως εἶ­ναι, συλ­λο­γί­ζε­ται, μιὰ ἀ­πάν­τη­ση. Ἐ­άν, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι, δὲν ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ δε­χτεῖ τὰ πάν­τα, τώ­ρα ἦ­ταν ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρο. Γι’ αὐ­τὸν τὸ λό­γο, το­νω­μέ­νος ἀ­πὸ τὶς μπά­ρες δη­μη­τρια­κῶν καὶ τὴν πρω­τε­ϊ­νι­κή τους δρά­ση, ση­κώ­νε­ται καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ κο­πα­νά­ει βί­αι­α τὴν πλά­τη τῆς ντου­λά­πας. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὀρ­γή, τὰ χτυ­πή­μα­τα τῆς σκα­πά­νης τοῦ ξυ­πνοῦν κί­νη­τρα πιὸ ἐν­δό­μυ­χα. Σι­γὰ σι­γά, κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­νοί­ξει μιὰ τρύ­πα καί, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δι­α­κρί­νει τὸ γνώ­ρι­μό του κό­σμο. Ἔ­χον­τας πά­ρει κου­ρά­γιο, συ­νε­χί­ζει νὰ κο­πα­νά­ει. Ἡ μα­νί­α τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν νὰ μα­ζέ­ψουν χρή­μα­τα βά­ζον­τας πρό­στι­μα τοῦ προ­ξε­νεῖ σχε­τι­κὴ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἡ θά­λασ­σα, ποὺ ἔ­χει πή­ξει ἀ­πὸ σέρ­φερ καὶ τζὲτ-σκί, τοῦ με­τα­δί­δει μιὰ ζω­τι­κό­τη­τα τό­σο το­νω­τι­κὴ ὅ­σο καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ἁ­λά­τι, καρ­βου­νι­α­σμέ­νες σαρ­δέ­λες καὶ ἀν­τη­λια­κό. Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­νοί­ξει μιὰ τρύ­πα ἀρ­κε­τὰ με­γά­λη ὥ­στε νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, τὸ βά­ζει στὰ πό­δια, λὲς καὶ δρα­πε­τεύ­ει ἀ­πὸ πυρ­κα­γιά, δί­χως νὰ νοια­στεῖ γιὰ τὸ σα­κί­διο, τὰ σχοι­νιά, τὴ μα­τσέ­τα, τὴ σκα­πά­νη καὶ τὶς δί­χως ἀ­πάν­τη­ση ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ ἀ­φή­νει πί­σω του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010). Τώρα καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ στα­τι­κὸ πο­δη­λά­το (ἐκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013).

 Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola): Ὁ ἐφευρέτης


MasóRahola,Jordi-OEfeyretis-Eikona-02


Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola)


Ὁ ἐφευρέτης

(L’inventor)


Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ τῆς μη­χα­νῆς τῆς ἀ­να­στρο­φῆς τοῦ χρόνου ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἔρνστ Μί­λερ (1941-1867).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὸ μπλὸγκ γιὰ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα τοῦ Fer­nando Valls La na­ve de los lo­cos.

Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola) (Γκρανολιέρς, 1967). Ἔχει ἐκ­δώ­σει δύο βιβλία (Els re­ptes de Vla­di­mir, 2010 καὶ Ca­tà­leg de mon­stres, 2012).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ καταλανικά:

Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Κὶμ Μονζό (Quim Monzó): Ρωσικὲς κοῦκλες

Monzo,Quim-RosikesKoukles-Eikona-02


Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó)

 

Ρωσικὲς κοῦκλες

(Nines russes)


 02-DeltaΙΑΣΧΙΖΕΙ ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ τὰ λι­βά­δια, κρύ­βε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ ψη­λὰ χόρ­τα, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς κί­ο­νες. Τὸ σπί­τι βρί­σκε­ται κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ μα­κριά. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ δρό­μου, δέν­τρα κα­τὰ μῆ­κος τῆς λί­μνης καί, κά­που κά­που, μιὰ πι­να­κί­δα ἀ­πὸ ἄ­σπρο ξύ­λο μὲ μαῦ­ρα γράμ­μα­τα: BADEN VERBOTEN. Ὅ­λα τὰ μι­κρὰ μο­νο­πά­τια, κά­θε­τα στὸ κεν­τρι­κό, τε­λει­ώ­νουν σὲ σκά­λες ποὺ βυ­θί­ζον­ται στὴ λί­μνη, μὲ κου­πα­στὲς δι­α­κο­σμη­μέ­νες μὲ πέ­τρι­να βά­ζα καὶ λου­λού­δια. Ἀγ­κο­μα­χεῖ. Ἱ­δρώ­νει. Εἶ­ναι πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Στη­ρί­ζε­ται στὴν κου­πα­στή. Κοι­τᾶ πρὸς τὰ πί­σω καὶ πρὸς τὸ νε­ρό, ἐ­ναλ­λὰξ καὶ ἀ­νή­συ­χα. Τώ­ρα περ­πα­τᾶ, πη­γαί­νον­τας γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ λί­μνη μέ­χρι τὴν προ­βλή­τα ποὺ εἶ­ναι ἔ­ρη­μη. Πα­ρα­τη­ρεῖ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Ξέ­ρει ὅ­τι, ἂν ἀρ­γή­σουν πο­λύ, θὰ τὸν πιά­σουν. Γυρ­νᾶ πί­σω πρὸς τὶς σκά­λες. Πη­δά­ει τὴν κου­πα­στή. Κρύ­βε­ται μέ­σα στὰ δέν­τρα. Ἀ­πὸ κεῖ δι­α­κρί­νει τὴ λί­μνη. Εἶ­ναι ἀ­νυ­πό­μο­νος. Κοι­τά­ει συ­νε­χῶς τὸ ρο­λό­ι. Δὲν ἔ­χει πε­ρά­σει πολ­λὴ ὥ­ρα, ὅ­ταν ἀ­κού­ει ἕ­να θό­ρυ­βο ποὺ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται: στὸ βά­θος, με­τα­ξὺ τῶν σκού­ρων μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τοῦ νε­ροῦ, ἐμ­φα­νί­ζε­ται μιὰ ἐ­ξω­λέμ­βιος. Ἕ­να που­λὶ σχί­ζει τὸν ἀ­έ­ρα. Ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος. Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, πα­ρα­με­ρί­ζει τὰ κλα­διά, κοι­τᾶ πρὸς τὸν δρό­μο, πη­δᾶ τὴν κου­πα­στή. Κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὴν πέ­τρι­νη σκά­λα ποὺ μᾶλ­λον ὁ­δη­γεῖ στὴν προ­βλή­τα, ἀ­κού­ει πί­σω του ἕ­να θό­ρυ­βο. Γυρ­νᾶ τὸ κε­φά­λι: ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ σκοῦ­ρα γυα­λιά, τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ ἕ­να πι­στό­λι. Ἡ μου­σι­κὴ δυ­να­μώ­νει. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό.

       Ἡ ὀ­θό­νη γί­νε­ται μαύ­ρη, ἔ­πει­τα λευ­κή. Ὁ κό­σμος σφυ­ρί­ζει. Κά­ποι­οι φω­νά­ζουν. Ἀ­νά­βουν τὰ φῶ­τα. Γιὰ λί­γη ὥ­ρα χα­μη­λώ­νει ὁ θό­ρυ­βος. Ἔ­πει­τα περ­νοῦν δέ­κα ἀρ­γὰ λε­πτά, κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α τὸ κοι­νὸ γλι­στρᾶ ἀ­πὸ τὴν σχε­τι­κὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὴ ἀ­να­μο­νὴ στὴν ἐ­νό­χλη­ση: χτυ­πᾶ τὰ πό­δια καὶ ζη­τᾶ ἐ­ξη­γή­σεις. Σύγ­χυ­ση δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους ἕ­νας ἀν­τι­πρό­σω­πος κα­τε­βαί­νει νὰ δι­και­ο­λο­γη­θεῖ, σα­στι­σμέ­νος, καὶ ἐ­ξη­γεῖ πὼς συ­νέ­βη κά­τι πα­ρά­ξε­νο: τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας δὲν ὑ­πάρ­χει. Καὶ δὲν φαί­νε­ται, προ­σθέ­τει, νὰ τὸ ἔ­χει κό­ψει κά­ποι­ος, για­τὶ, χω­ρὶς κα­νέ­να ρα­κόρ, με­τὰ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες εἰ­κό­νες ποὺ προ­βλή­θη­καν, ὑ­πάρ­χει ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι μαύ­ρου φίλμ. Ζη­τᾶ εἰ­λι­κρι­νὰ συγ­γνώ­μη γιὰ τὴν ἐ­νό­χλη­ση, κυ­ρί­ως για­τὶ κα­τα­νο­εῖ ὅ­τι γε­γο­νό­τα ὅ­πως αὐ­τὸ εἶ­ναι δυ­σά­ρε­στα, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς πρώ­της προ­βο­λῆς. Κα­τα­λή­γει ὅ­τι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες εἶ­ναι νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει τὰ χρή­μα­τα τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­κα­λεῖ τὸ κοι­νὸ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αἴ­θου­σα μὲ σει­ρὰ καὶ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἐκ­δο­τή­ρια. Προ­σθέ­τει πὼς μί­λη­σαν μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α δι­α­νο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι δὲν γνω­ρί­ζει τί­πο­τα καὶ ὑ­πό­σχε­ται νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α πα­ρα­γω­γῆς μὲ τὴν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α. Ὁ ἀν­τι­πρό­σω­πος τῆς ἑ­ται­ρεί­ας κά­νει στὸ τέ­λος μί­α χει­ρο­νο­μί­α ἀ­πό­γνω­σης καὶ φεύ­γει. Με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ ἔ­κρη­ξη πα­ρα­πό­νων, τὸ κοι­νὸ βγαί­νει ἀρ­γά. Ὁ θε­α­τὴς (ἕ­νας ἀ­π’ ὅ­λους: ἕ­νας ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε) χα­σμου­ρι­έ­ται, ση­κώ­νε­ται νω­θρά, βγαί­νει στὴν εἴ­σο­δο. Ἡ οὐ­ρὰ γιὰ τὸ ἀν­τί­τι­μο τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου στὰ ἐκ­δο­τή­ρια μπλέ­κε­ται μὲ ἐ­κεί­νη ὅ­σων πε­ρί­με­ναν γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη προ­βο­λὴ καὶ ποὺ τώ­ρα, μπερ­δε­μέ­νοι, δὲν ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν τὴν προ­νο­μι­ού­χα θέ­ση ποὺ τοὺς ἐ­ξα­σφά­λι­σε ἡ ἀ­να­μο­νή τους. Ὁ ἄν­θρω­πός μας δὲν ἔ­χει ὄ­ρε­ξη νὰ πε­ρι­μέ­νει: θε­ω­ρεῖ τὰ χρή­μα­τά του χα­μέ­να καὶ ἀ­νη­φο­ρί­ζει τὸ δρό­μο. Στὰ μι­σὰ τῆς οὐ­ρᾶς ἀ­κού­ει πὼς τὰ νέ­α φτά­νουν δι­α­στρε­βλω­μέ­να: λέ­νε πὼς κά­ποι­ος ἔ­κλε­ψε τὸ φὶλμ μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ προ­ω­θή­σει ἕ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ πρό­τζε­κτ ποὺ δὲν εἶ­χε βρεῖ στή­ρι­ξη ἀ­πὸ κα­μί­α ἑ­ται­ρεί­α πα­ρα­γω­γῆς. Στὸ τέ­λος τῆς οὐ­ρᾶς τὰ νέ­α κυ­κλο­φο­ροῦν τε­λεί­ως ἀλ­λοι­ω­μέ­να: λέ­νε πὼς κά­ποι­ος τη­λε­φώ­νη­σε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο γιὰ νὰ πεῖ ὅ­τι στὸ κτί­ριο εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ βόμ­βα. Ὁ κό­σμος δι­α­λύ­ε­ται στοὺς πα­ρά­πλευ­ρους δρό­μους, δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­να­στα­τω­μέ­νος. Ἐ­κεῖ­νος μπαί­νει στὸ αὐ­το­κί­νη­το, βά­ζει μπρο­στά. Ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­κού­γε­ται ὁ Dizzy Gillespie. Ἐ­πι­λέ­γει δρό­μους τῶν προ­α­στί­ων, κα­λυμ­μέ­νους μὲ μί­α ἀ­δι­α­πέ­ρα­στη λευ­κὴ ὁ­μί­χλη. Τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ἕ­νας τραυ­λὸς δη­μο­σι­ο­γρά­φος παίρ­νει συ­νέν­τευ­ξη ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα χω­ρὶς χέ­ρια ποὺ γέν­νη­σε ἕ­να παι­δὶ χω­ρὶς πό­δια. Ὁ ὁ­μι­λη­τὴς συμ­πε­ραί­νει ξαφ­νι­α­σμέ­νος ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει Πέμ­πτη χω­ρὶς Πα­ρα­σκευ­ή, κι ἀ­μέ­σως, βά­ζει ξα­νὰ Gillespie, τὸ Russian Lullaby, τρα­γού­δι ποὺ ὁ ἄν­τρας ἀ­κού­ει ἐ­πί­σης (καὶ ξαφ­νι­ά­ζε­ται) ὡς μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο ποὺ μό­λις μπαί­νει. Μό­λις κά­θε­ται στὸ τρα­πέ­ζι, πα­ραγ­γέλ­νει ἕ­να γα­στρο­νο­μι­κὸ πα­λίν­δρο­μο (γιὰ πρῶ­το πιά­το, πε­πό­νι μὲ προ­σοῦ­το· γιὰ δεύ­τε­ρο, ζαμ­πόν· γιὰ ἐ­πι­δόρ­πιο, πε­πό­νι) μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ κα­τα­πλή­ξει τὸν μέ­τρ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡ­στό­σο δὲν φαί­νε­ται δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἀ­φή­σει νὰ τὸν ἐκ­πλή­ξουν τό­σο εὔ­κο­λα. Σὲ ἕ­να δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι, κά­ποι­ος μι­λᾶ γιὰ μιὰ Αὐ­στρα­λὴ ποὺ ἀ­σκεῖ τη­λε­πά­θεια καὶ πού, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νη, ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ ἕ­να ὄ­νει­ρο τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ ἕ­νας συ­νά­δελ­φός της, Ἐλ­βε­τός, ἔ­παιρ­νε μιὰ με­γά­λη τρο­μά­ρα ἀ­πὸ μιὰ παι­χνι­διά­ρα ἀ­νι­ψιὰ ποὺ ἀ­ρε­σκό­ταν σὲ ἀ­κραῖ­ες με­ταμ­φι­έ­σεις. Ὁ ἄν­θρω­πός μας γε­λᾶ καὶ τὸ γέ­λιο δυ­να­μώ­νει ὅ­ση ὥ­ρα δει­πνεῖ, μέ­χρι πού, στὸ ἐ­πι­δόρ­πιο, εἶ­ναι ἕ­νας πί­δα­κας ἀ­πὸ κου­δου­νί­σμα­τα καὶ κύμ­βα­λα ποὺ ἀν­τη­χοῦν σὲ ὅ­λα τα μπουν­τρού­μια τοῦ κά­στρου.

       Τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Ση­κώ­νε­ται μὲ νω­θρό­τη­τα, πλέ­νε­ται, ξυ­ρί­ζε­ται, ντύ­νε­ται. Παίρ­νει τὸ πρω­ι­νό του στὸ μπὰρ ἀ­πέ­ναν­τι. Ἔ­πει­τα μπαί­νει στὸ αὐ­το­κί­νη­το: ἡ πό­λη σύν­το­μα μέ­νει πί­σω καὶ γιὰ δέ­κα λε­πτὰ ὁ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος εἶ­ναι ἄ­δει­ος. Βλέ­πει τὸ σπί­τι στὸ βά­θος. Σταθ­μεύ­ει κα­λὰ στὴν ἄ­κρη. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ δρό­μου, δέν­τρα κα­τὰ μῆ­κος τῆς λί­μνης. Στὶς ὄ­χθες της, προ­βο­λεῖς, κα­λώ­δια καὶ πί­να­κες μὲ πρί­ζες.

       Τὸν πε­ρί­με­ναν ἐ­δῶ καὶ κά­ποι­α ὥ­ρα. Ἀλ­λά­ζει στὴ στιγ­μή. Τὸν μα­κι­γιά­ρουν. Ὁ σκη­νο­θέ­της δί­νει ἐν­το­λὴ νὰ ἀρ­χί­σουν τὸ γύ­ρι­σμα. Ἐ­κεῖ­νος κρύ­βε­ται μέ­σα στὰ δέν­τρα. Γυ­ρί­ζουν δι­ά­φο­ρα πλά­να. Ἔ­πει­τα πη­δᾶ τὴν κου­πα­στή. Τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει δύ­ο φο­ρές. Κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὴν πέ­τρι­νη σκά­λα, ἀ­κού­ει ἕ­να θό­ρυ­βο πί­σω του· γυρ­νᾶ τὸ κε­φά­λι: ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ σκοῦ­ρα γυα­λιά, τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ ἕ­να πι­στό­λι. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν τὴ σκη­νή: δύ­ο φο­ρὲς ἡ κο­πέ­λα ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πι­στό­λι κι ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει. Ὁ σκη­νο­θέ­της δὲν μέ­νει ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος. Τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν γιὰ τρί­τη φο­ρά: ἡ κο­πέ­λα τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πι­στό­λι, ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό. Ὁ σκη­νο­θέ­της δὲν δι­α­κό­πτει τὸ γύ­ρι­σμα. Ἡ κο­πέ­λα πυ­ρο­βο­λεῖ. Ὁ ἠ­θο­ποι­ὸς πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος.

       Στὴν αἴ­θου­σα τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου κυ­ρια­ρχεῖ μιὰ στιγ­μὴ σύγ­χυ­σης: ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­α­τὲς ἔ­χει πέ­σει κι αὐ­τὸς στὸ ἔ­δα­φος. Τὸν με­τα­φέ­ρουν καὶ ἡ ται­νί­α τε­λει­ώ­νει ἀ­μέ­σως με­τά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury (ἔκδ. Crema,1980).

Κὶμ Μουν­ζὸ (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitantasis contes. Tὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό e-poema. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέα Μανου­ὲλ Ἐ­σπά­δα.

 

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ὑστεροφημία

Pàmies,Sergi-Ysterofimia-Eikona-01


 

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)

 


Ὑ­στε­ρο­φη­μί­α

(La posteritat)


 

02-Htta ΚΗΔΕΙΑ ΣΟΥ εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α εὐ­και­ρί­α ποὺ ἔ­χεις νὰ κά­νεις κου­μάν­το καὶ νὰ ὀρ­γα­νώ­σεις τὰ πράγ­μα­τα. Δι­ά­λε­ξες τὸ νε­κρο­φυ­λακεῖο, τὸν τύ­πο φε­ρέ­τρου, τὴ σει­ρὰ τῶν ἐ­πι­κή­δει­ων λό­γων, τὴ μου­σι­κὴ ποὺ θὰ παί­ξει καὶ τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα τῆς Βί­βλου ποὺ θὰ δι­α­βά­σει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας. Ἄ­φη­σες τὰ πάν­τα ση­μει­ω­μέ­να μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια σὲ ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ μὲ ὅ­λες τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­πι­θυ­μί­ες σου ὥ­στε νὰ μὴν φορ­τώ­σεις μὲ αὐ­τὰ οὔ­τε τὰ παι­διά σου οὔ­τε τὴν τρί­τη σύ­ζυ­γό σου. Ἐ­ξα­σφά­λι­σες μα­ζι­κὴ προ­σέ­λευ­ση, ἂν καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι το ἔ­κα­ναν ἀ­πὸ ὑ­πο­χρέ­ω­ση πα­ρὰ ἀ­πὸ φι­λί­α. Δὲν θέ­λη­σες νὰ σὲ ἀ­πο­τε­φρώ­σουν: κα­πά­ρω­σες τὸ πιὸ ὡ­ραῖ­ο νε­κρο­στά­σιο γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀν­τί­ο καὶ ξό­δε­ψες πολ­λὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ καλ­λω­πί­σουν τὸ πτῶ­μα σου γε­γο­νὸς ποὺ θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ ὑ­πο­δε­χτεῖς τοὺς προ­σκε­κλη­μέ­νους ἔ­χον­τας κά­νει τὸ μα­νι­κιούρ σου, μὲ ἔκ­φρα­ση πιὸ κα­λο­συ­νά­τη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ποὺ εἶ­χες ζων­τα­νὸς καί, φυ­σι­κά, τὸ πιὸ ἀ­κρι­βὸ κου­στού­μι ἀ­πὸ τὶς ντου­λά­πες σου. Ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τοῦ κει­μέ­νου στὸ ἀ­ναγ­γελ­τή­ριο θα­νά­του προ­σέ­λα­βες ἕ­ναν ποι­η­τὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος, μέ­σα σὲ μό­λις τρεῖς γραμ­μές, συ­νέ­πτυ­ξε τὴ θλί­ψη τῶν οἰ­κεί­ων σου. Οὔ­τε λα­τι­νι­κὰ ἀ­πο­φθέγ­μα­τα οὔ­τε στί­χοι ἐ­θνι­κῶν ποι­η­τῶν. Μό­νο ἕ­να ἐ­πι­τά­φιο ἐγ­κώ­μιο ποὺ θὰ λα­ξευ­τεῖ καὶ στὴ μαρ­μά­ρι­νη πλά­κα ἑ­νὸς μνή­μα­τος μὲ προ­νο­μια­κὴ θέ­α στὴ θά­λασ­σα. Ἂν μπο­ροῦ­σες νὰ ἔ­βλε­πες ὅ­λα αὐ­τὰ θὰ εἶ­χες νι­ώ­σει ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ἐ­πει­δή, γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, εἶ­χες προ­βλέ­ψει τὰ πάν­τα. Ἢ σχε­δόν. Δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ εἶ­χες προ­βλέ­ψει ὅ­τι θὰ ἔ­ρι­χνε κα­ρε­κλο­πό­δα­ρα καὶ ὅ­τι ὁ κό­σμος θὰ ἔ­φτα­νε κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος, κα­κό­κε­φος καὶ μὲ βρό­μι­κα πα­πού­τσια. Οὔ­τε ὅ­τι, τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ παι­ζό­ταν τὸ Πρε­λού­διο σὲ σὶ μπε­μὸλ τοῦ Μπλὰνς-Μον­τέν, θὰ ἔ­πε­φτε τυ­χαῖα τὸ δο­ξά­ρι ἑ­νὸς μου­σι­κοῦ. Καὶ βέ­βαι­α δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ εἶ­χες προ­βλέ­ψει ὅ­τι ὁ βή­χας θὰ με­τα­δι­δό­ταν ἀ­πὸ σει­ρὰ σὲ σει­ρά, οὔ­τε τὶς φο­ρὲς ποὺ κά­ποι­ος θὰ κά­λυ­πτε τὸ στό­μα του γιὰ νὰ κρύ­ψει κά­ποι­ο χα­σμου­ρη­τό. Γιὰ νὰ μὴν μι­λή­σου­με γιὰ ἐ­κεί­νους ποὺ ἔ­φυ­γαν πρὶν ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ τε­λε­τή, δί­χως νὰ δώ­σουν τὰ συλ­λυ­πη­τή­ριά τους, τρέ­χον­τας πρὸς τὸ πάρ­κινγκ γιὰ νὰ γλυ­τώ­σουν τὸ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα. Ἂν μπο­ροῦ­σες νὰ τοὺς δεῖς θὰ εἶ­χες κα­τα­λά­βει πολ­λὰ πράγ­μα­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὴ ζω­ή σου, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἂν εἶ­χες ἀ­νέ­βει μα­ζί τους στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ τοὺς εἶ­χες πα­ρα­τη­ρή­σει, τσαν­τι­σμέ­νους ἐ­ξαι­τί­ας τῆς βρο­χῆς, νὰ βά­ζουν τὸ ρα­δι­ό­φω­νο γιὰ νὰ ἀ­κού­σουν τὶς εἰ­δή­σεις —ἀ­θλη­τι­κὲς καὶ οἰ­κο­νο­μι­κές— καί, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­ο φα­νά­ρια καὶ κά­τι λί­γα λε­πτὰ ὁ­δή­γη­σης, νὰ σὲ ξε­χνοῦν γιὰ πάν­τα.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πη­γή: Cancons d’amor i de pluja (Quaderns Crema, 2013).

 


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó): Ἡ Μοναρχία

Monzo,Quim-IMonarchia-Eikona-01

Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó)


 

Μοναρχία

 

(La Monarquia)

 


11-Omikron-Field_of_Boliauns_-_Initial_letterΛΑ ΣΥΝΕΒΗΣΑΝ χά­ρη σὲ κεῖ­νο τὸ γο­βά­κι ποὺ ἔ­χα­σε ὅ­ταν ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γει βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸ χο­ρὸ για­τί στὶς δώ­δε­κα λύ­νον­ταν τὰ μά­για, τὸ φου­στά­νι γι­νό­ταν πά­λι κου­ρέ­λια, ἡ ἅ­μα­ξα ἔ­παυ­ε νὰ εἶ­ναι ἅ­μα­ξα καὶ γι­νό­ταν πά­λι κο­λο­κύ­θα, τὰ ἄ­λο­γα πον­τί­κια, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Πάν­τα τῆς φαι­νό­ταν ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο πῶς μό­νο σὲ ἐ­κεί­νη ταί­ρια­ζε τὸ γο­βά­κι τέ­λεια, δι­ό­τι τὸ πό­δι της (νού­με­ρο 36) δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου ἀ­συ­νή­θι­στο καὶ ἄλ­λες κο­πέ­λες στὴ χώ­ρα θὰ εἶ­χαν τὸ ἴ­διο νού­με­ρο. Ἀ­κό­μη θυ­μᾶ­ται τὸ ξαφ­νι­α­σμέ­νο πρό­σω­πο τῶν δύ­ο ἑ­τε­ρο­θα­λῶν ἀ­δερ­φῶν της, ὅ­ταν εἶ­δαν ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ποὺ παν­τρευ­ό­ταν μὲ τὸν πρίγ­κι­πα καὶ ποὺ (με­ρι­κὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν οἱ βα­σι­λιά­δες πέ­θα­ναν) γι­νό­ταν ἡ νέ­α βα­σί­λισ­σα.

       Ὁ βα­σι­λιὰς ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας σύ­ζυ­γος στορ­γι­κὸς καὶ θερ­μός. Εἶ­χαν μιὰ ὀ­νει­ρε­μέ­νη ζω­ὴ μέ­χρι τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε, στὸ βα­σι­λι­κὸ που­κά­μι­σο, ἕ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ κρα­γιόν. Ἡ γῆ γκρε­μί­στη­κε κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια της. Τί τα­ρα­χή! Πῶς ἔ­πρε­πε νὰ ἀν­τι­δρά­σει, ἐ­κεί­νη, ποὺ πάν­τα συμ­πε­ρι­φε­ρό­ταν μὲ εἰ­λι­κρί­νεια καὶ χω­ρὶς κα­κί­α, ποὺ εἶ­ναι ἡ ἀ­ρε­τὴ προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νη;

       Ὅ­τι ὁ βα­σι­λιὰς εἶ­χε μί­α ἐ­ρω­μέ­νη ἦ­ταν σί­γου­ρο. Ἕ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ κρα­γιὸν στὸ που­κά­μι­σο πάν­τα ἦ­ταν μί­α ξε­κά­θα­ρη ἀ­πό­δει­ξη μοι­χεί­ας. Ποιά μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι, ἡ ἐ­ρω­μέ­νη τοῦ συ­ζύ­γου της; Πρέ­πει νὰ τοῦ πεῖ ὅ­τι τὸ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἢ κα­λύ­τε­ρα νὰ προ­σποι­η­θεῖ, ὅ­πως ξέ­ρει ὅ­τι εἶ­ναι ἡ πα­ρά­δο­ση γιὰ τὶς βα­σί­λισ­σες, σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, γιὰ νὰ μὴ θέ­σουν σὲ κίν­δυ­νο τὸ θε­σμὸ τῆς μο­ναρ­χί­ας; Καὶ για­τί ἔ­ψα­ξε γιὰ ἐ­ρω­μέ­νη, ὁ βα­σι­λιάς; Εἶ­ναι ποὺ δὲν τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἀρ­κε­τὰ ἐ­κεί­νη; Ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἀρ­νεῖ­ται πρα­κτι­κὲς ποὺ θε­ω­ρεῖ δι­ε­στραμ­μέ­νες (σο­δο­μι­σμὸ καὶ χρυ­σὴ βρο­χή, κα­τὰ βά­ση) ὁ σύ­ζυ­γός της τὶς ἀ­να­ζη­τεῖ ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ;

       Ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ σι­ω­πή­σει. Σι­ω­πᾶ καὶ ὅ­ταν ὁ βα­σι­λιὰς ἐ­πι­στρέ­φει στὴν βα­σι­λι­κὴ κά­μα­ρα στὶς ὀ­χτὼ τὸ πρω­ί, μὲ χον­τρὰ γυα­λιὰ καὶ ἄ­ρω­μα γυ­ναί­κας. (Ποῦ συ­ναν­τι­οῦν­ται; Σὲ κά­ποι­ο ξε­νο­δο­χεῖ­ο, στὸ σπί­τι ἐ­κεί­νης, στὸ ἴ­διο τὸ πα­λά­τι; Ὑ­πάρ­χουν τό­σα δω­μά­τια, σὲ αὐ­τὸ τὸ πα­λά­τι, ποὺ εὔ­κο­λα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει τὴν ἐ­ρω­μέ­νη σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ δὲν γνω­ρί­ζει.) Δὲν λέ­ει τί­πο­τα οὔ­τε ὅ­ταν οἱ σαρ­κι­κὲς ἐ­πα­φὲς ποὺ πρὶν συ­νέ­βαι­ναν μὲ στα­θε­ρό­τη­τα με­τρο­νό­μου (μιὰ νύ­χτα ναί, μί­α ὄ­χι) ἀ­ραι­ώ­νουν μέ­χρι ποὺ μί­α μέ­ρα συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι ἔ­χουν πε­ρά­σει πά­νω ἀ­πὸ δύ­ο μῆ­νες ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρά.

       Κλαί­ει σι­ω­πη­λά, στὸ βα­σι­λι­κὸ δω­μά­τιο, κά­θε βρά­δυ· για­τὶ πλέ­ον, κα­νέ­να βρά­δυ ὁ βα­σι­λιὰς δὲν πη­γαί­νει στὸ κρε­βά­τι μα­ζί της. Ἡ μο­να­ξιὰ τὴν πλη­γώ­νει. Θὰ προ­τι­μοῦ­σε νὰ μὴν εἶ­χε πά­ει πο­τὲ στὸν χο­ρό, ἢ τὸ πό­δι κά­ποι­ας ἄλ­λης κο­πέ­λας νὰ εἶ­χε ται­ριά­ξει μὲ τὸ γο­βά­κι ἀν­τὶ γιὰ ἐ­κεί­νης. Ἔ­τσι, ἔ­χον­τας ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν ἀ­πο­στο­λή του, ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος τοῦ πρίγ­κι­πα δὲν θὰ εἶ­χε φτά­σει πο­τὲ σπί­τι της. Καί, ἂν εἶ­χε φτά­σει, θὰ προ­τι­μοῦ­σε, τε­λι­κῶς, κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς ἀ­δερ­φές της νὰ φο­ροῦ­σε τὸ 36, ἀν­τὶ γιὰ 40 καὶ 41, νού­με­ρα πο­λὺ με­γά­λα γιὰ κο­πέ­λα. Ἔ­τσι, ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος δὲν θὰ εἶ­χε κά­νει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ τώ­ρα, κα­ταρ­ρα­κω­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­πι­στί­α τοῦ συ­ζύ­γου, τῆς φαί­νε­ται προ­φη­τι­κή: ἂν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λη κο­πέ­λα στὸ σπί­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν μη­τριὰ καὶ τὶς δύ­ο ἑ­τε­ρο­θα­λεῖς ἀ­δερ­φές.

       Τί νό­η­μα ἔ­χει νὰ εἶ­ναι βα­σί­λισ­σα ἂν δὲν ἔ­χει τὴν ἀ­γά­πη τοῦ βα­σι­λιᾶ; Θὰ ἔ­δι­νε τὰ πάν­τα γιὰ νὰ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὴν ὁ­ποί­α ὁ βα­σι­λιὰς συ­νευ­ρί­σκε­ται ἐ­ξω­συ­ζυ­γι­κά. Χί­λι­ες φο­ρὲς θὰ προ­τι­μοῦ­σε νὰ πρω­τα­γω­νι­στεῖ στὶς νύ­χτες πα­ρά­νο­μης ἀ­γά­πης τοῦ μο­νάρ­χη πα­ρὰ νὰ ξα­πλώ­νει στὸ ἄ­δει­ο συ­ζυ­γι­κὸ κρε­βά­τι. Κα­λύ­τε­ρα ἐ­πι­θυ­μη­τὴ πα­ρὰ βα­σί­λισ­σα.

       Ἡ πα­λιὰ ὑ­πη­ρέ­τρια ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ βο­λευ­τεῖ μὲ τὴν πα­ρά­δο­ση καὶ νὰ μὴν πεῖ στὸν βα­σι­λιὰ τί ἔ­χει ἀ­να­κα­λύ­ψει. Θὰ δρά­σει μὲ σι­βυλ­λι­κὸ τρό­πο. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν με­τὰ τὸ δεῖ­πνο ὁ βα­σι­λιὰς ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ μὲ τρό­πο, τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ κρυ­φά. Τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­δρό­μους ποὺ δὲν γνω­ρί­ζει, ἀ­πὸ πτέ­ρυ­γες τοῦ πα­λα­τιοῦ ποὺ ἀ­γνο­εῖ, ἀ­πὸ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ οὔ­τε κὰν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν. Ὁ βα­σι­λιὰς προ­η­γεῖ­ται μὲ ἕ­να δαυ­λό. Τε­λι­κὰ κλεί­νε­ται σὲ ἕ­να δω­μά­τιο καὶ ἐ­κεί­νη μέ­νει στὸ δι­ά­δρο­μο, στὶς σκι­ές. Ἀ­μέ­σως ἀ­κού­ει φω­νὲς ποὺ φτά­νουν ἀ­πὸ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ δω­μα­τί­ου. Τοῦ συ­ζύ­γου της, σί­γου­ρα. Καὶ τὸ κα­κα­ρι­στὸ γέ­λιο μιᾶς γυ­ναί­κας. Ἀλ­λὰ πά­νω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ γέ­λιο ἀ­κού­ει καὶ τὴ φω­νὴ μιᾶς ἄλ­λης γυ­ναί­κας. Εἶ­ναι μὲ δύ­ο; Σι­γὰ σι­γά, προ­σπα­θών­τας νὰ μὴν κά­νει θό­ρυ­βο, ἀ­νοί­γει λί­γο τὴν πόρ­τα. Ξα­πλώ­νει στὸ ἔ­δα­φος ὥ­στε νὰ μὴν τὴν βλέ­πουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι· μπαί­νει ἡ μι­σὴ μέ­σα στὸ δω­μά­τιο. Στοὺς τοί­χους, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ καν­τη­λέ­ρια προ­βάλ­λει τὶς σκι­ὲς τῶν τρι­ῶν σω­μά­των ποὺ ἑ­νώ­νον­ται. Θὰ ἤ­θε­λε νὰ ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ δεῖ ποι­ός εἶ­ναι στὸ κρε­βά­τι, για­τὶ τὰ γέ­λια καὶ τὰ μουρ­μου­ρη­τὰ δὲν τῆς ἐ­πι­τρέ­πουν νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὶς γυ­ναῖ­κες. Ἀ­πὸ κεῖ ποὺ βρί­σκε­ται, ξα­πλω­μέ­νη στὸ πά­τω­μα, δὲν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρα· μο­νά­χα βλέ­πει, στὰ πό­δια τοῦ κρε­βα­τιοῦ, πε­τα­μέ­να ὅ­πως νά ‘ναι, τὰ πα­πού­τσια τοῦ συ­ζύ­γου της καὶ δύ­ο ζευ­γά­ρια γυ­ναι­κεῖ­α πα­πού­τσια, μὲ ψη­λὸ τα­κού­νι, τὸ ἕ­να μαῦ­ρο, νού­με­ρο 40, καὶ τὸ ἄλ­λο κόκ­κι­νο, νού­με­ρο 41.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πηγή: Δημοσιεύτηκε στὸ El per­què de tot ple­gat, Βαρ­κε­λώ­νη: Quaderns Cre­ma, 1999.

Κὶμ Μουν­ζὸ (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitantasis contes. Tὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό e-poema. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέα Μανου­ὲλ Ἐ­σπά­δα.



		

	

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ἔπρεπε νὰ εἶχες ἐπιμείνει


Pàmies,Sergi-EprepeNaEichesEpimeinei-Eikona-01


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)


Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἐ­πι­μεί­νει

(Hauries hagut d’insistir)


S-[Sigma]-SomataΥΝΑΝΤΙΟΥΝΤΑΙ τυ­χαῖ­α βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο. Ἔ­χουν πε­ρά­σει τριά­ντα χρό­νια καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ πε­νήν­τα κι­λά, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ κομ­ψοὶ ὥστε νὰ προ­σποι­η­θοῦν πὼς δὲν τοὺς ἐν­τυ­πω­σιά­ζει ἡ πα­ρακ­μὴ καὶ τῶν δυ­ό τους. Ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ζοῦ­σαν μα­ζὶ δι­α­τη­ροῦν ἀ­κό­μα τὴ φω­νὴ καὶ τὸ βλέμ­μα, καὶ ἀ­να­κτοῦν ἀ­μέ­σως τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ μά­θουν πράγ­μα­τα ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο, ἀν­τι­πα­ρερ­χό­με­νοι τὴν ἔν­τα­ση ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, τό­τε πού, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη πε­ρί­ο­δο τρι­ῶν χρό­νων ποὺ ὅ­μοι­ά της δὲν ξα­νά­ζη­σαν, χώ­ρι­σαν. Ἡ συ­ζή­τη­ση ξα­να­ζων­τα­νεύ­ει τὶς ἀ­να­μνή­σεις καὶ κα­τα­λή­γουν νὰ μι­λή­σουν γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ποὺ πέ­ρα­σαν μα­ζί, τό­τε πού, ἀ­νά­βον­τας τὸ ἕ­να τσι­γά­ρο με­τὰ τὸ ἄλ­λο, ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­χε πεῖ πὼς δὲν τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Τώ­ρα, πο­λὺ κον­τὰ στὸ θέ­α­τρο ὅ­που μό­λις εἶ­δαν ἕ­να θί­α­σο νε­α­ρῶν ἠ­θο­ποι­ῶν νὰ θρι­αμ­βεύ­ει, ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται πὼς ὑ­πάρ­χουν συ­ναι­σθή­μα­τα ποὺ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ καυ­τη­ριά­σει ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ νὰ ἐ­ξα­φα­νί­σει. Ἐ­πι­δει­κνύ­ουν μιὰ τρυ­φε­ρὴ ἐγ­καρ­δι­ό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α, ἂν ἦ­ταν συ­ναι­σθη­μα­τί­ες, θὰ τοὺς συγ­κι­νοῦ­σε. Ἐ­κεῖ­νος τῆς θυ­μί­ζει τὸ χρῶ­μα ποὺ εἶ­χαν οἱ βα­λί­τσες καὶ τὴν, τό­σο θλι­βε­ρή, στιγ­μὴ ποὺ τῆς ἐ­πέ­στρε­ψε τὰ κλει­διά. Κα­τε­βά­ζον­τας λίγο το βλέμ­μα της, ἐ­κεί­νη τοῦ λέ­ει: «Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἐ­πι­μεί­νει.» Ἐ­κεῖ­νος ἀ­κού­ει τὸ σχό­λιο δί­χως νὰ ἀν­τι­δρά­σει. Στέ­κε­ται ὄρ­θιος, μὲ τὸν για­κὰ τοῦ παλ­τοῦ ἀ­να­ση­κω­μέ­νο καὶ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες, ἂν καὶ ἀ­μέ­σως αἰ­σθά­νε­ται τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀλ­λά­ξει τὴν τρο­πὴ ποὺ ἔ­χει πά­ρει ἡ συ­ζή­τη­ση καί, μὲ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα, κα­τα­φέρ­νει νὰ μι­λή­σουν γιὰ ὅ­σα ἔ­χουν κά­νει, γιὰ τὰ παι­διὰ ποὺ ἀ­πέ­κτη­σαν (καὶ ἔχασαν) καὶ γιὰ τὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα ποὺ τοὺς κρα­τοῦν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νους. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­οῦν­ται μὲ τὴν ὑ­πό­σχε­ση νὰ ξα­να­ϊ­δω­θοῦν, ξέ­ρουν ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ τὴν τη­ρή­σουν. Ἐ­κεί­νη για­τί δὲν εἶ­ναι θι­α­σώ­της οὔ­τε τῶν συ­ναν­τή­σε­ων μὲ πα­λαι­οὺς συμ­μα­θη­τὲς οὔ­τε τῶν εὐ­και­ρια­κῶν ἐ­ξό­δων γιὰ δεῖ­πνο μὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς πρώ­ην της. Ἐ­κεῖ­νος για­τί αἰ­σθά­νε­ται ἀ­μή χα­νος καὶ λίγο πλη­γω­μέ­νος. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἐ­πι­μεί­νει. Πῶς νὰ ἐ­πι­μεί­νεις ὅ­ταν σου λέ­νε ὅ­τι δὲν σὲ ἀ­γα­ποῦν; Μὰ καὶ βέ­βαι­α εἶ­χε σκε­φτεῖ νὰ μὴν ὑ­πο­τα­χθεῖ στὸ προ­φα­νὲς καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὶς συμ­βου­λὲς ὁ­ρι­σμέ­νων κοι­νῶν φί­λων ποὺ τοῦ ἔ­λε­γαν πὼς ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νοι ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο καὶ πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πα­λέ­ψει γιὰ νὰ τὴν ξα­να­κερ­δί­σει. Ἀλ­λά, στὸ τέ­λος, ἐ­πέ­λε­ξε τὴ ρι­ζι­κὴ ἀ­πο­μά­κρυν­ση, σὰν νὰ εἶ­χε ἐν­τα­χθεῖ σὲ κά­ποι­ο πρό­γραμ­μα προ­στα­σί­ας μαρ­τύ­ρων καὶ νὰ εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ζω­ή, ὄ­νο­μα, ἐ­πάγ­γελ­μα, πό­λη. Νὰ πα­λέ­ψει; Μὰ τί ἤ­θε­λε; Νὰ μπεῖ ξη­με­ρώ­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της ὡς φτη­νὴ ἀ­πο­μί­μη­ση τοῦ Ρω­μαί­ου; Ἢ νὰ με­ταμ­φι­ε­στεῖ σὲ κι­θα­ρω­δὸ ποῦ μπαί­νει μπρο­στά­ρης σὲ καν­τά­δα; Μή­πως νὰ προσ­λάμ­βα­νε κα­νέ­ναν ἀ­ε­ρο­πό­ρο-ἀ­κρο­βά­τη γιὰ νὰ σχε­διά­σει στὸν οὐ­ρα­νὸ μιὰ γλυ­κα­νά­λα­τη φρά­ση; Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ εἰ­δι­κὰ ἐ­φὲ τοῦ φαί­νον­ταν ὅ­τι ἁρ­μό­ζουν σὲ ἐ­κεί­νους πού, λό­γω ἐ­γω­ι­σμοῦ καὶ πε­ρη­φά­νιας, δὲν σέ­βον­ται τὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ἑ­νὸς —πιὸ ξε­κά­θα­ρο δὲν γι­νό­ταν— «Δὲν σὲ ἀ­γα­πά­ω». Ὄρ­θιος στὸ πε­ζο­δρό­μιο, πε­ρι­μέ­νει νὰ ἀλ­λά­ξει τὸ χρῶ­μα στὸ φα­νά­ρι. Δὲν θυ­μᾶ­ται πλέ­ον τὴν προ­σπά­θεια τῶν νε­α­ρῶν ἠ­θο­ποι­ῶν ἐ­πὶ σκη­νῆς, οὔ­τε τὸ γε­μά­το ἱ­κα­νο­ποί­η­ση βλέμ­μα ποὺ ἀν­τάλ­λα­ξαν τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὸ κοι­νὸ τοὺς χει­ρο­κρο­τοῦ­σε μὲ ἐν­θου­σια­σμό. Καὶ τὸν θλί­βει ποὺ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πό­σο κον­τὰ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­χαν ἔρ­θει ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης τῆς γνώ­μης πώς, ὅ­ταν σοῦ λέ­νε ὅ­τι μιὰ ἱ­στο­ρί­α τε­λεί­ω­σε, εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὸ νὰ μὴν ἐ­πι­μεί­νεις, νὰ μὴν πα­λέ­ψεις καὶ νὰ τῆς βά­λεις, μὲ ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ ἀ­ξι­ο­πρε­πῆ καὶ γρή­γο­ρο τρό­πο, τε­λεί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010). Τώρα καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ στα­τι­κὸ πο­δη­λά­το (ἐκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013).

SergiPamies-Eikona-04Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔργο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Τὰ τρα­γού­δια ποὺ ἄ­ρε­σαν στὸν Λέ­νιν


Pamies,Sergi-TaTragoudiaPouAresanStonLenin-Eikona-01


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)


Τὰ τρα­γού­δια ποὺ ἄ­ρε­σαν στὸν Λέ­νιν

(Les cançons que agradaven a Lenin)


17-oΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ἡ ὥ­ρα νὰ κλεί­σεις τὸ σπί­τι τῶν γο­νι­ῶν σου, εἶ­ναι σὰν νὰ βυ­θί­ζε­σαι σ’ ἕ­να χῶ­ρο ξέ­νο καί, ταυ­τό­χρο­να, οἰ­κεῖ­ο. Ὅ­σο ὅ­λα ἀ­κό­μα εἶ­ναι στὴν ἀρ­χή, ὑ­πάρ­χουν δύ­ο ἐ­ναλ­λα­κτι­κές: νὰ κρα­τή­σεις ἢ νὰ κα­τα­στρέ­ψεις. Ἂν εἶ­σαι ὑ­περ­βο­λι­κὰ συν­τη­ρη­τι­κός, θὰ κα­τα­λή­ξεις νὰ νοι­κιά­σεις μιὰ ἀ­πο­θή­κη γιὰ νὰ φυ­λά­ξεις τὰ ἔ­πι­πλα ἢ νὰ φορ­τώ­σεις τὸ δι­κό σου σπί­τι σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ νὰ ἀλ­λοι­ώ­σεις τὸ χα­ρα­κτή­ρα του. Ἂν εἶ­σαι ὑ­περ­βο­λι­κὰ ρι­ζο­σπα­στι­κός, στὴν ἀρ­χὴ θὰ ἀ­να­κου­φι­στεῖς θυ­σι­ά­ζον­τας τό­σα πράγ­μα­τα. Ὡ­στό­σο, πο­λὺ σύν­το­μα θὰ θε­λή­σεις νὰ ξα­να­δεῖς τὸ ἄλ­μπουμ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες, νὰ ἀ­να­κτή­σεις τὸ τη­γά­νι ποὺ ἔ­κα­νε τὶς ἀ­ξέ­χα­στες ὀ­με­λέ­τες ἢ νὰ ἀ­κού­σεις τοὺς δί­σκους μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ μου­σι­κὴ τῆς Βό­ρειας Κο­ρέ­ας. Τό­τε θὰ λυ­πη­θεῖς ποὺ τὰ ἔ­χεις πε­τά­ξει· πί­στευ­ες ὅ­τι ἦ­ταν σα­βού­ρα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖς ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν ἡ ἄγ­κυ­ρα ποὺ σὲ βο­η­θοῦ­σε νὰ μὴν χα­θεῖς. Ἂν σὲ ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α ἐ­πεμ­βαί­νει ἡ οἰ­κο­γέ­νειά σου, τὰ πάν­τα δι­αι­ω­νί­ζον­ται. Κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­δέλ­φια ξα­να­βρί­σκει ἐ­ρε­θί­σμα­τα ποὺ ἀρ­νεῖ­ται νὰ ἀ­πο­ποι­η­θεῖ. Κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ ἐγ­γό­νια θε­ω­ρεῖ ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ πε­τα­χτεῖ τί­πο­τα, ἐ­νῶ ὑ­πάρ­χει πάν­τα κά­ποι­ος πού, μὲ πα­ρά­ται­ρη με­γα­λο­πρέ­πεια, προ­τεί­νει μιὰ δω­ρε­ὰ σὲ κά­ποι­ο μου­σεῖ­ο. Ὅ­σο κρα­τᾶ­νε οἱ ἀν­τεγ­κλή­σεις —ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ ἔλ­λει­ψη ρε­α­λι­σμοῦ καὶ μιὰ σχε­τι­κὴ μι­κρο­πρέ­πεια—, μπο­ρεῖς νὰ πε­ρά­σεις τὴν ὥ­ρα σου ἐν­το­πί­ζον­τας τὸ λί­πος στὰ πλα­κά­κια τῆς κου­ζί­νας, τὰ κα­λώ­δια ποὺ ἔ­χουν τρα­βή­ξει οἱ τε­χνι­κοὶ τῆς ἑ­ται­ρεί­ας ποὺ πῆ­ραν τὸ με­τρη­τή, τὸ πλῆ­θος συν­δε­τή­ρων στὸ πά­τω­μα καὶ τὶς ἀλ­λα­γὲς τό­νου τῆς μπο­γιᾶς στὸ τα­βά­νι, ἀ­πο­λι­θώ­μα­τα ἀ­πὸ τὶς πλημ­μύ­ρες τοῦ πά­νω δι­α­με­ρί­σμα­τος. Ἂν δὲν ἔ­χεις μὲ ποι­ὸν νὰ τσα­κω­θεῖς, ὅ­λα θὰ ἐ­ξε­λι­χθοῦν κα­τὰ τρό­πο πιὸ ἤ­ρε­μο. Θὰ ἔ­χεις χρό­νο γιὰ νὰ κον­το­στα­θεῖς μπρο­στὰ σὲ μι­σο­ξε­χα­σμέ­νους θη­σαυ­ρούς: μὲ με­γά­λη προ­σο­χή, θὰ φυ­λά­ξεις τὶς φω­το­γρα­φί­ες τῆς σι­ω­πη­λῆς καὶ ἀ­πο­σι­ω­πη­μέ­νης ἀ­δελ­φῆς. Θὰ τὴν ἀ­να­κα­λύ­ψεις μὲ τὴ συγ­κί­νη­ση καὶ τὴν ἔκ­πλη­ξη τῆς πρώ­της φο­ρᾶς, πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τσε­χοσ­λο­βά­κι­κα δέν­τρα, τό­σο ἀ­σπρό­μαυ­ρη ὅ­σο καὶ ἡ στο­λὴ ποὺ φο­ροῦ­σαν οἱ κα­λό­γρι­ες τοῦ Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ροῦ οἱ ὁ­ποῖ­ες τὴ φρόν­τι­σαν μέ­χρι τὸ τέ­λος· ἢ μ’ ἕ­να κλα­δά­κι ἀ­νά­με­σα στὰ κα­τα­ναγ­κα­στι­κὰ νευ­ρώ­δη δά­χτυ­λά της, χα­μο­γε­λών­τας δί­χως νὰ τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, μὲ τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ δι­ε­θνι­στι­κοῦ συν­δρό­μου, κοι­τά­ζον­τας πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν κοι­λά­δα μὲ τοὺς μι­κροὺς λό­φους. Καί, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ θὰ εἶ­σαι εὐ­γνώ­μων ποὺ δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ος ἄλ­λος κον­τά σου ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι θὰ σοῦ λεί­πει ἡ ἀν­ταλ­λα­γὴ ἀ­πό­ψε­ων καί, σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἔ­χεις ἀ­δέλ­φια, τὰ γέ­λια ποὺ θὰ μοι­ρα­ζό­σουν μα­ζί τους. Μιὰ συμ­βου­λή: Ἂν κά­ποι­α φο­ρὰ σοῦ τύ­χει ὁ κλῆ­ρος νὰ ἀ­δειά­σεις τὸ σπί­τι τῶν γο­νιῶν σου, μὴν δι­α­νο­η­θεῖς νὰ σε­βα­στεῖς τοὺς κα­νό­νες πε­ρὶ ἄ­χρη­στων ὑ­λι­κῶν καὶ ἀ­να­κύ­κλω­σης. Ἂν βαλ­θεῖς νὰ ξε­χω­ρί­σεις τὸ γυα­λὶ ἀ­πὸ τὰ πη­χά­κια τῶν κά­δρων ἢ ἀ­πὸ τὶς κορ­νί­ζες καὶ τὰ πα­σπαρ­τοὺ ὅ­λων τῶν φω­το­γρα­φι­ῶν —ποὺ πλέ­ον ἔ­χουν με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἑ­βδο­μήν­τα ὀ­χτὼ καρ­φιὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α τώ­ρα κρέ­μον­ται μό­νο πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μα πε­ρι­γράμ­μα­τα ἀ­πὸ σκου­ρό­χρω­μη σκό­νη—, στὸ τέ­λος θὰ τρε­λα­θεῖς. Τὸ στρογ­γυ­λὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ κά­δου γιὰ ἀ­να­κύ­κλω­ση γυα­λιοῦ εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ μι­κρὸ καὶ δὲν παίρ­νει με­γά­λα ἀν­τι­κεί­με­να, συ­νε­πῶς, προ­η­γου­μέ­νως, θὰ πρέ­πει νὰ τὰ σπά­σεις καί, ἂν εἶ­σαι ἀ­δέ­ξιος, θὰ κο­πεῖς ἢ θὰ ἀ­κρω­τη­ρια­στεῖς. Τὸ νὰ δι­α­λέ­ξεις ἀ­νά­με­σα στὸν κά­δο ἀ­πορ­ριμ­μά­των καὶ στὶς κοῦ­τες ὅ­που φυ­λᾶς ὅ­λα τὰ ἀν­τι­κεί­με­να στὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χει ἀ­πο­νε­μη­θεῖ χά­ρη —ὅ­πως γί­νε­ται μὲ τοὺς πιὸ γεν­ναί­ους ταύ­ρους στὶς κα­λύ­τε­ρες ταυ­ρο­μα­χί­ες— εἶ­ναι, μὲ δι­α­φο­ρά, τὸ πιὸ συ­ναρ­πα­στι­κό. Μὲ κά­θε ἀ­πό­φα­ση εἶ­ναι σὰν νὰ περ­νᾶς ἐ­ξε­τά­σεις ποὺ σοῦ φτύ­νουν κα­τά­μου­τρα πράγ­μα­τα πα­σι­φα­νῆ ποὺ ὅ­μως δὲν τὰ εἶ­χες σκε­φτεῖ πο­τέ. Πῶς ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται κα­νεὶς τὴν πα­τρι­κὴ κλη­ρο­νο­μιὰ σ’ ἕ­να νοι­κι­α­σμέ­νο δι­α­μέ­ρι­σμα; Πῶς νὰ αἰ­σθαν­θεῖς μέ­ρος ἑ­νὸς σπι­τιοῦ ὅ­ταν σὲ ἔ­χουν γα­λου­χή­σει μὲ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ ἰ­δι­ο­κτη­σί­α εἶ­ναι κλο­πή; Καί, ξαφ­νι­κά, σὰν καί­ρια ἀ­νά­μνη­ση ποὺ θὰ ξε­πη­δή­σει ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια σου τὴ ζω­ή, θὰ ἀ­παγ­γεί­λεις νο­ε­ρὰ τὸ ποί­η­μα τοῦ Γκαμ­πρι­ὲλ Ἀ­ρέ­στι ποὺ ἔ­μα­θες στὴ διά­ρκεια τῆς θη­τεί­ας σου ἀ­πὸ τοὺς πιὸ Βά­σκους ἀ­πὸ τοὺς Βά­σκους φί­λους σου, ὅ­ταν μό­λις εἶ­χες ἀρ­χί­σει νὰ δι­αι­σθά­νε­σαι ὅ­τι, ἴ­σως κά­ποι­α μέ­ρα, θὰ γι­νό­σουν συγ­γρα­φέ­ας. Θὰ ὑ­πε­ρα­σπι­σθῶ τὸ σπί­τι τοῦ πα­τέ­ρα μου. / Ἐ­νάν­τια στοὺς λύ­κους, / ἐ­νάν­τια στὴν ξη­ρα­σία, / ἐ­νάν­τια στὴν το­κο­γλυ­φί­α, / ἐ­νάν­τια στὴ δι­και­ο­σύ­νη, / θὰ ὑ­πε­ρα­σπι­σθῶ τὸ σπί­τι τοῦ πα­τέ­ρα μου. / Θὰ χά­σω τὰ κο­πά­δια, / τὰ πε­ρι­βό­λια, / τοὺς πευ­κῶ­νες. / Θὰ χά­σω τοὺς τό­κους, / τὰ εἰ­σο­δή­μα­τα, / τὰ με­ρί­σμα­τα, / ἀλ­λὰ θὰ ὑ­πε­ρα­σπι­σθῶ τὸ σπί­τι τοῦ πα­τέ­ρα μου. Ἐ­δῶ, ἀν­τι­θέ­τως, οἱ λύ­κοι δὲν ἔ­χουν τὸ με­γα­λεῖ­ο των με­τα­φο­ρῶν. Εἶ­ναι μύ­γες με­θυ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν κου­φό­βρα­ση. Εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­τα­μί­ευ­ση γιὰ τὴν ἀ­πο­τα­μί­ευ­ση, ποὺ συγ­χέ­ε­ται μὲ τὴ σύ­νε­ση. Καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­να μέ­ρι­σμα. Ἀν­τὶ γιὰ κο­πά­δια, πε­ρι­βό­λια καὶ πευ­κῶ­νες, εἶ­χες μό­νο δυ­νά­μεις γιὰ νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖς χι­λιά­δες βι­βλί­α —ἀ­νά­με­σά τους καὶ ἕ­να τοῦ Ἀ­ρέ­στι—, βου­νὰ ἀ­πὸ χαρ­τιὰ καὶ ἔγ­γρα­φα. Τὰ δι­λήμ­μα­τα ποὺ σοῦ γεν­νι­οῦν­ται τὴν ὥ­ρα ποὺ πρέ­πει νὰ κα­τα­δι­κά­σεις ἢ νὰ ἀ­πο­νεί­μεις χά­ρη ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πὸ πραγ­μα­τι­κό­τη­τες κα­θό­λου ποι­η­τι­κὲς καὶ ντρο­πι­α­στι­κὰ μύ­χι­ες. Τὸ πι­ο­λὲ-θερ­μό­με­τρο, ἀ­να­μνη­στι­κὸ ἀ­πὸ τὴν Κρι­μαί­α; Τοῦ ἀ­πο­νέ­με­ται χά­ρη. Ἡ πέν­θι­μη λι­θο­γρα­φί­α τοῦ Ἀν­τό­νι Τά­πι­ες; Στὸν κά­δο ἀ­πορ­ριμ­μά­των. Τὸ δα­χτυ­λί­δι ποὺ φτι­ά­χτη­κε ἀ­πὸ συν­τρίμ­μια ἑ­νὸς ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ βομ­βαρ­δι­στι­κοῦ Β-52 ποῦ εἶ­χε κα­ταρ­ρι­φθεῖ στὸ Βι­ετ­νάμ; Τοῦ ἀ­πο­νέ­με­ται χά­ρη. Ὁ δί­σκος Τὰ τρα­γού­δια ποῦ ἄ­ρε­σαν στὸν Λέ­νιν; Στὸν κά­δο ἀ­πορ­ριμ­μά­των. Πρὶν φτά­σεις σὲ αὐ­τὴ τὴ φά­ση, θὰ ἔ­χεις ἐ­πι­ζή­σει μιᾶς μα­κρᾶς δι­α­δι­κα­σί­ας ἐ­πι­λο­γῶν. Οἱ κοῦ­τες θὰ γε­μί­σουν μὲ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α, ἀν­τί­γρα­φα κί­νη­σης λο­γα­ρια­σμῶν καὶ ταυ­τό­τη­τες —νό­μι­μες καὶ πλα­στές— καὶ τὴ χαρ­τού­ρα ποὺ κα­θι­στᾶ ἐ­πί­ση­μη τὴν ὕ­παρ­ξη κά­θε οἰ­κο­γέ­νειας – ἄ­ρα καὶ αὐ­τῆς. Σ’ ἕ­να προ­γε­νέ­στε­ρο στά­διο, τὰ χρή­σι­μα πράγ­μα­τα θὰ ἔ­χουν κα­ταλ­λή­λως ἀ­ξι­ο­ποι­η­θεῖ —καὶ ἐ­νί­ο­τε λη­στευ­θεῖ— ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς, φί­λους, γεί­το­νες καὶ μὴ κερ­δο­σκο­πι­κοὺς ὀρ­γα­νι­σμούς. Πιά­τα, κα­τσα­ρό­λες, μα­χαι­ρο­πί­ρου­να, πο­δι­ές, μπουρ­νού­ζια, τά­περ, πλε­χτὰ κου­βερ­λὶ ἀλ­λὰ καὶ ἐκ­δό­σεις ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς πρώ­της ἢ τῆς δεύ­τε­ρης πα­ρα­νο­μί­ας (μιὰ πε­ρί­ο­δος ποὺ πάν­τα εἶ­χε γε­ω­λο­γι­κὴ δι­ά­στα­ση: πλει­στό­και­νος, ὁ­λό­και­νος, πα­ρα­νο­μί­α). Τὰ ροῦ­χα θὰ ἔ­χουν δω­ρι­στεῖ γιὰ τὴν ἀ­γα­θο­ερ­γί­α, ποὺ τώ­ρα ἔ­χει με­το­νο­μα­στεῖ, χά­ρη σὲ μιὰ ση­μα­σι­ο­λο­γι­κὴ μα­νού­βρα, σὲ ἀλ­λη­λεγ­γύ­η. Εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὸ νὰ μὴν σὲ πά­ρει ἀ­πὸ κά­τω. Ἡ δύ­να­μη κά­ποι­ων ἀ­να­μνή­σε­ων εἶ­ναι ὀ­λέ­θρια. Κερ­δί­ζεις θύ­μι­σες, χά­νεις τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α σου. Πρέ­πει νὰ θω­ρα­κι­στεῖς ἀ­πέ­ναν­τί σε αὐ­τὲς τὶς ἐ­νέ­δρες, ἀ­κό­μα καὶ ἂν γι’ αὐ­τὸ θὰ πρέ­πει νὰ πι­εῖς —κα­τὰ προ­τί­μη­ση τὴ σλι­βο­βί­τσα ἀ­πὸ τὸ ἔ­πι­πλο-μπάρ, ἕ­να λι­κὲρ πού, πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ ζα­λά­δα, προ­κα­λεῖ βαλ­κα­νι­κὴ ἀ­μνη­σί­α—, νὰ ἀ­πο­τι­νά­ξεις τὶς ἀ­να­στο­λές σου καὶ νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖς ἀ­πὸ τὰ προ­σκόμ­μα­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ σὲ ἐμ­πο­δί­σουν νὰ φέ­ρεις σὲ πέ­ρας τὸ πρό­γραμ­μά σου (τρί­α δρο­μο­λό­για μέ­χρι τὸν κά­δο ἀ­πορ­ριμ­μά­των γιὰ κά­θε κού­τα ποὺ τῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε χά­ρη εἶ­ναι μιὰ λο­γι­κὴ ἀ­να­λο­γί­α). Τὰ ἔ­πι­πλα θὰ τὰ ἀ­να­λά­βει κά­ποι­α ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ Δή­μου ποὺ θὰ στεί­λει μιὰ ὁ­μά­δα ἀ­πὸ ἐρ­γά­τες. Τὸ νὰ τοὺς βλέ­πεις νὰ ἐρ­γά­ζον­ται εἶ­ναι ἕ­να θέ­α­μα ποὺ δὲν πρέ­πει νὰ χά­σεις: πέν­τε ὧ­ρες χο­ρο­γρα­φί­ας σὲ ἀ­σαν­σὲρ καὶ σκά­λες, μὲ ξε­μον­τα­ρι­σμέ­να ρά­φια, μὲ πράγ­μα­τα πού, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως εἶ­χαν μπεῖ μὲ πί­ε­ση, πρέ­πει ἐ­πί­σης νὰ βγοῦν μὲ πί­ε­ση, μὲ ται­νί­ες συ­σκευ­α­σί­ας ποὺ οὐρ­λιά­ζουν ἀ­πὸ πό­νο καί, ὡς μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση, ἕ­να ρε­περ­τό­ριο ἀ­πὸ τρα­γού­δια ποὺ σφυ­ρί­ζει ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ὁ­μά­δας – κα­μί­α σχέ­ση μὲ ἐ­κεῖ­να ποὺ ἄ­ρε­σαν στὸν Λέ­νιν. Καί, ἀ­φοῦ πλέ­ον ἀ­δειά­σει τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, θὰ εἶ­σαι πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι δὲν ἦ­ταν τε­λι­κὰ ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ σοῦ κλέ­ψουν τὰ ὅ­πλα γιὰ νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖς, μὲ τὰ ἴ­δια σου τὰ χέ­ρια, τὸ σπί­τι τοῦ πα­τέ­ρα σου. Καὶ κα­νέ­νας δὲν θὰ χρεια­στεῖ νὰ που­λή­σει τὴν ψυ­χή του καὶ νὰ χά­σει τοὺς ἀ­πο­γό­νους του γιὰ νὰ κρα­τη­θεῖ ὄρ­θιος. Δὲν θὰ μπο­ρεῖς πλέ­ον νὰ κα­θί­σεις που­θε­νὰ για­τί δὲν θὰ ὑ­πάρ­χουν κα­ρέ­κλες, οὔ­τε κρε­βά­τια καὶ τὸ πά­τω­μα θὰ εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ βρό­μι­κο καὶ σκο­νι­σμέ­νο. Καὶ τό­τε, σὰν μιὰ ἀ­να­πάν­τε­χη ἀ­λή­θεια, θὰ σὲ κα­τα­κλύ­σει ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι μιὰ πε­ρί­ο­δος ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε, ὅ­τι φαι­νο­με­νι­κὰ πέ­ρα­σες τὶς ἐ­ξε­τά­σεις, ἀλ­λά, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἔ­χεις κο­πεῖ (θὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖς ἄν, τὸ νὰ κλεί­σεις τὸ σπί­τι κά­ποι­ου ποὺ πλέ­ον δὲν εἶ­ναι στὴ ζω­ὴ ἢ ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ φύ­γει γιὰ ἀλ­λοῦ για­τί πλέ­ον δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα μό­νος του, ση­μαί­νει, κα­τὰ βά­θος, ὅ­τι πα­ρα­δί­νε­σαι). Καὶ θὰ νι­ώ­σεις ὅ­πως οἱ νι­κη­μέ­νοι τῶν με­γά­λων ἀ­θλη­τι­κῶν τε­λι­κῶν πού, πα­ρὰ τὴν ἥτ­τα, εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι, λό­γω πρω­το­κόλ­λου, νὰ πα­ρα­μεί­νουν στὸν ἀ­γω­νι­στι­κὸ χῶ­ρο, πε­ρι­μέ­νον­τας τὴ χει­ρα­ψί­α τῶν ἀρ­χῶν καὶ τὸ με­τάλ­λιο τῆς πα­ρη­γο­ριᾶς. Πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ ἔ­κλει­σες ἐ­πι­τέ­λους τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, τε­λευ­ταί­α ἐκ­κρε­μό­τη­τα σὲ μιὰ μα­κρὰ λί­στα τε­λευ­ταί­ων ἐ­πι­θυ­μι­ῶν. Πα­ρη­γο­ριὰ γι’ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι —θὰ τὸ αἰ­σθαν­θεῖς ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ κλεί­νεις ὁ­ρι­στι­κὰ τὴν πόρ­τα— ἡ ἀ­πό­λυ­τη θλί­ψη για­τί τε­λι­κὰ δὲν βρῆ­κες τρό­πο νὰ τι­μή­σεις μὲ τὴν ἀ­πα­ραί­τη­τη ζέ­ση καὶ πί­στη οὔ­τε τὸ σπί­τι οὔ­τε τοὺς γο­νεῖς σου.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010). Τώρα καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ στα­τι­κὸ πο­δη­λά­το (ἐκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013).

SergiPamies-Eikona-04Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.