Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος…


10-buzzati-stinkoryfitoukymatos-mtf-apotaitalikap-fournarisl1125-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος,

ἢ στὸν κο­λο­φώ­να τῆς δό­ξας

(Sulla cresta dell’ onda)


12-EpsilonΙΜΑΙ ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ὀρ­χή­στρας τοῦ μου­σι­κοῦ συ­νό­λου ποὺ κά­νει τοὺς πα­νη­γυ­ρι­σμοὺς στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος.

       Εἴ­μα­στε τριά­ντα δύ­ο ἄν­θρω­ποι καὶ στε­κό­μα­στε πά­νω σ΄ἕ­να εἶ­δος μι­κρῆς σχε­δί­ας ποὺ σκαμ­πα­νε­βά­ζει ἰ­σορ­ρο­πών­τας πά­νω στὴν ὑ­δά­τι­νη κο­ρυ­φή· δὲν ὑ­πάρ­χει, ὅ­μως, κίν­δυ­νος νὰ γλι­στρή­σου­με καὶ νὰ πέ­σου­με ἀ­πὸ τὴν μιὰ ἢ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, για­τὶ εἶ­ναι δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ θε­οῦ.

       Ὅ­ταν παί­ζου­με, εἴ­μα­στε μοι­ρα­σμέ­νοι στὰ τέσ­σε­ρα ἄ­κρα τῆς σχε­δί­ας, μὲ τὸ πρό­σω­πο πρὸς τὰ ἔ­ξω, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς ἀ­κού­ει ὅ­λος ὁ κό­σμος. Στὸ κέν­τρο ὑ­ψώ­νε­ται μιὰ ξύ­λι­νη κα­τα­σκευ­ὴ ποὺ μᾶς χρη­σι­μεύ­ει γιὰ κα­τοι­κί­α. Πά­νω στὴ στέ­γη ὑ­πάρ­χει ἕ­να μπαλ­κό­νι ἀπ΄ὅ­που δι­ευ­θύ­νω. Οἱ μου­σι­κοί, ἂν καὶ ἔ­χουν τὶς πλά­τες τους στραμ­μέ­νες πρὸς ἐ­μέ­να, ἀ­κο­λου­θοῦν τὶς ὁ­δη­γί­ες μου μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ τους.

       Πα­ρό­μοι­α μου­σι­κὰ σύ­νο­λα ὑ­πάρ­χουν χι­λιά­δες, ἴ­σως δε­κά­δες χι­λιά­δες, για­τί τὸ κύ­μα ἁ­πλώ­νε­ται μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι, σὲ ὅ­λα τα μή­κη καὶ πλά­τη τῆς γῆς, ἀ­κό­μη καὶ μέ­χρι τὶς πιὸ ἄ­θλι­ες χῶ­ρες: ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ, ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι λί­γο πιὸ φτω­χοί, γυ­ναῖ­κες λί­γο πιὸ ἄ­σχη­μες, κυ­νη­γοὶ λί­γο πιὸ ἄ­τυ­χοι, ἡ κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος ἀ­φο­ρᾶ καὶ σὲ αὐ­τούς.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ θέ­ση ποὺ δὲν λὲς ὅ­τι εἶ­σαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, ἂν πα­ρα­δε­χτοῦ­με ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει εὐ­τυ­χί­α, εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ θέ­ση ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη, θέ­ση ἐ­ξου­σί­ας, πλού­του καὶ δό­ξας.

       Ἀ­πὸ ψη­λά, ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος ξε­χω­ρί­ζου­με κα­θα­ρὰ καὶ τὶς δυ­ό του πλευ­ρές: ἐ­κεί­νη ποὺ ἀ­νε­βαί­νει εἶ­ναι λεί­α ἀλ­λὰ ἀ­πό­το­μη – ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι της· ἐ­κεί­νη, ἀν­τί­θε­τα, ποὺ κα­τε­βαί­νει, εἶ­ναι τρα­χιὰ καὶ ἀ­πρό­βλε­πτη: ἄλ­λο­τε κι­νεῖ­ται μα­ζὶ μὲ τὸ κύ­μα, ἄλ­λο­τε γκρε­μί­ζε­ται ἐν­τε­λῶς κά­θε­τα κι ἄλ­λο­τε σπά­ει καὶ θρυμ­μα­τί­ζε­ται σὲ ἀ­φρώ­δεις καὶ κα­τα­στρο­φι­κὲς δί­νες.

       Κι ἐ­γώ, ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος καὶ σπού­δα­ζα στὸ ὠ­δεῖ­ο, ὀ­νει­ρευ­ό­μουν νὰ φτά­σω ἐ­κεῖ πά­νω νι­κη­τής, δι­ά­ση­μος, ἕ­νας νέ­ος Το­σκα­νί­νι, πιὸ φη­μι­σμέ­νος ἀ­κό­μα. Με­τά, ἡ ζω­ή. Τώ­ρα πιά, ἀ­πὸ τὰ σα­ράν­τα μου ποὺ μοῦ προ­σφέρ­θη­κε αὐ­τὴ ἡ θέ­ση, εἶ­μαι συμ­βι­βα­σμέ­νος μὲ τὴν με­τρι­ό­τη­τά μου. Τώ­ρα εἶ­μαι ἑ­ξήν­τα τρι­ῶν. Καὶ νὰ ξέ­ρα­τε τί ἔ­χω δεῖ! Καὶ τὸ κύ­μα προ­χω­ρᾶ, προ­χω­ρᾶ ἀ­πὸ τὰ χρό­νια τῶν πρώ­των Φα­ρα­ώ, πο­τὲ δὲν στα­μά­τη­σε, πο­τὲ δὲν θὰ στα­μα­τή­σει, ἡ ἐ­πέ­λα­σή του εἶ­ναι τρο­με­ρή· ὅ­ταν στυ­λώ­νου­με τὰ μά­τια μας στὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λά­ει ἀ­πὸ κά­τω, μᾶς πιά­νει ἴ­λιγ­γος καὶ φό­βος.

       Πρὶν δε­χτῶ τὴ θέ­ση, πί­στευ­α ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ μιὰ εὐ­χά­ρι­στη καὶ λαμ­πρὴ δου­λειά, πάν­τα σ΄ἐ­πα­φὴ μὲ τὶς δι­α­ση­μό­τη­τες καὶ τοὺς με­γά­λους τῆς γῆς.

       Ἀν­τι­θέ­τως, εἶ­ναι μιὰ κου­ρα­στι­κὴ δου­λειά, για­τί ζοῦ­με, βέ­βαι­α, μέ­σα στὸ φῶς τῆς δό­ξας, ἀλ­λὰ μό­νο ὡς ὑ­πη­ρέ­τες· κι ἔ­πει­τα, ὅ­σα συμ­βαί­νουν κά­τω ἀπ΄τὰ μά­τια μας, ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὣς τὸ βρά­δυ, κα­θὼς παι­α­νί­ζου­με τὰ θρι­αμ­βι­κὰ ἐμ­βα­τή­ρια, τὰ ὡ­σαν­νά, τοὺς χαι­ρε­τι­σμοὺς καὶ τὶς δο­ξο­λο­γί­ες, μᾶς πο­νᾶ­νε καὶ μᾶς ρα­γί­ζουν τὴν καρ­διά.

       Βλέ­που­με ἐ­κεῖ κά­τω, ὅ­που το κύ­μα ἀρ­χί­ζει νὰ ὑ­ψώ­νε­ται, τὸ ἀ­τε­λεί­ω­το, ἄ­μορ­φο πλῆ­θος. Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­πό­στα­σης μοιά­ζει μὲ μιὰ σκο­τει­νὴ συ­νά­θροι­ση ποὺ χά­νε­ται στὸν μα­κρι­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα. Μὰ ἀπ΄ τὸ ἀ­ξε­δι­ά­λυ­το πλῆ­θος ξε­χω­ρί­ζουν συ­νε­χῶς οἱ ἐν­θου­σι­α­σμέ­νοι, ἢ οἱ ὀ­νει­ρο­πό­λοι, ἢ ἁ­πλῶς οἱ τυ­χε­ροί· καὶ ξε­κι­νοῦν τὴν ἀ­νά­βα­ση.

       Νέ­οι, ἀ­τρό­μη­τοι, μὲ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια, φαί­νε­ται νὰ προ­χω­ροῦν στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ καὶ νὰ ρί­χνον­ται πρὸς τὰ πά­νω. Γρή­γο­ρα κερ­δί­ζουν ἔ­δα­φος, ἤ­δη μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με τὰ πρό­σω­πά τους. Περ­πα­τοῦν μὲ κό­πο τεν­τώ­νον­τας τὰ χέ­ρια, φω­νά­ζον­τας, τρα­γου­δών­τας. Ὅ­μως, ξαφ­νι­κά, τοὺς κό­βε­ται ἡ φό­ρα, τρε­κλί­ζουν, στα­μα­τοῦν, δι­στά­ζουν· τὸ κύ­μα —κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει πῶς— ἔ­χει στα­μα­τή­σει νὰ τοὺς πα­ρα­σύ­ρει.

       Εἶ­ναι μιὰ σύν­το­μη κρί­ση, ἐν­νο­εῖ­ται, μιὰ ἀ­ναγ­καί­α παύ­ση γιὰ νὰ πά­ρεις ἀ­νά­σα, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να τέ­τοι­ον ἀ­νή­φο­ρο· σὲ λί­γο θὰ γί­νει ἡ τε­λι­κὴ προ­σπά­θεια. Μὰ τὰ νε­ρὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ κυ­λοῦν ὁρ­μη­τι­κὰ ἀ­πὸ κά­τω τους, ἔ­τσι ποὺ χέ­ρια καὶ πό­δια δὲν μπο­ροῦν νὰ πια­στοῦν ἀ­πὸ που­θε­νά. Τοὺς βλέ­που­με, λοι­πόν, ἐ­κεῖ κά­τω, ποὺ μᾶς κοι­τοῦν τα­ραγ­μέ­νοι: κά­ποι­οι ζη­τοῦν βο­ή­θεια, γιὰ νὰ τοὺς πε­τά­ξου­με ἕ­να σκοι­νί, ἄλ­λοι μᾶς ρί­χνουν τσάν­τες γε­μά­τες μὲ χρυ­σὲς λί­ρες, γιὰ νὰ τοὺς παι­α­νί­σου­με ἕ­να ὡ­ραῖ­ο ἐμ­βα­τή­ριο, ὥ­στε νὰ τὸ μά­θουν οἱ συγ­γε­νεῖς καὶ οἱ φί­λοι τους, λὲς καὶ ἔ­φτα­σαν, πράγ­μα­τι, στὴν κο­ρυ­φή.

       Μὰ καὶ τὰ δυ­ὸ αὐ­τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­ται αὐ­στη­ρῶς, κι ἐ­γὼ δὲν θέ­λω νὰ χά­σω τὴ δου­λειά μου. Κλεί­νου­με, λοι­πόν, τ΄ αὐ­τιά μας στὶς ἀ­πελ­πι­σμέ­νες ἐ­πι­κλή­σεις καὶ τοὺς ξα­να­ρί­χνου­με τὶς τσάν­τες μὲ τὸ χρυ­σά­φι.

       Καὶ νὰ πού, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­να­πνο­ῆς ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φή, οἱ δυ­στυ­χεῖς δὲν ἀν­τέ­χουν ἄλ­λο, τὸ ρεῦ­μα ποὺ λί­γο πρὶν τοὺς πα­ρέ­συ­ρε πρὸς τὰ πά­νω, με­τα­τρέ­πε­ται σὲ μιὰ ὀ­λι­σθη­ρὴ τσου­λή­θρα ποὺ τοὺς ρου­φᾶ στὴν τά­φρο τῆς ἥτ­τας τους. Κα­η­μέ­νοι νέ­οι, δὲν ἔ­χουν ἀ­πὸ ποῦ νὰ πια­στοῦν, ὑ­πο­χω­ροῦν: ὅ­λο καὶ πιὸ κά­τω, μὲ ὅ­λο καὶ με­γα­λύ­τε­ρη τα­χύ­τη­τα, γκρε­μί­ζον­ται, σφα­δά­ζουν, με­τα­μορ­φώ­νον­ται, τὰ γε­ρά­κια σὲ ἀ­ρου­ραί­ους, οἱ νε­ρά­ι­δες σὲ καμ­ποῦ­ρες μά­γισ­σες, ὅ­λο καὶ πιὸ μα­κρυ­ά, γί­νον­ται θρύ­ψα­λα, χά­νον­ται ὁ­ρι­στι­κά, τοὺς κα­τα­πί­νει ξα­νὰ τὸ ἐ­ξα­θλι­ω­μέ­νο πλῆ­θος.

       Ὅ­μως, κα­μιὰ φο­ρά, κά­ποι­ος ἔ­χει τὴν τύ­χη μὲ τὸ μέ­ρος του, καὶ τὸν κά­νει νὰ ξε­πε­ρά­σει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐμ­πό­διο. Ἔ­τσι, τὸν βλέ­που­με ποὺ ξε­πε­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ φρύ­δι τοῦ κύ­μα­τος, μὲ τὸ πρό­σω­πό του νὰ συ­σπᾶ­ται σ΄ ἕ­να πα­ρά­ξε­νο χα­μό­γε­λο. Νά ΄τος, νά ΄τη ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται μπρο­στά μας, στὸν κο­λο­φώ­να τῶν ἐ­πι­θυ­μι­ῶν του: μιὰ με­γα­λο­φυ­ΐ­α, ἕ­νας καλ­λι­τέ­χνης, ἕ­νας ἐ­πι­στή­μο­νας, ἕ­νας τρα­πε­ζί­της, ἕ­νας με­γα­λό­πνο­ος πο­λι­τι­κός, ἕ­νας ἡ­γέ­της, ἕ­νας βι­ο­μή­χα­νος, ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας, ἕ­νας ἠ­θο­ποι­ός, μιὰ στάρ, μιὰ δι­σε­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος, μιὰ βα­σί­λισ­σα. Τόκ, τόκ, τὸ σι­νιά­λο τῆς μπαγ­κέ­τας μου ποὺ ὑ­ψώ­νε­ται: ὁ πρῶ­τος ἐ­ξαί­σιος ἦ­χος τῆς σάλ­πιγ­γας.

       Ἡ δό­ξα; Ἡ δύ­να­μη; Οἱ πα­ρε­λά­σεις στὸ Μπρόν­τγουα­ιη; Ὁ ἔ­ρω­τας τῶν ὄ­μορ­φων κο­ρι­τσι­ῶν; Εἶ­ναι νέ­οι, ἔ­χουν ὅ­λη τὴ ζω­ὴ μπρο­στά τους, τί μα­κρὺ τα­ξί­δι χω­ρὶς ὅ­ριο, ἀ­νά­με­σα στὰ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα, τὰ λου­λού­δια, τὰ φῶ­τα, τὰ φι­λιά, τὰ με­γα­λεῖ­α, τὰ ὡ­ραῖ­α μας σαλ­πί­σμα­τα. Κοι­τᾶ­νε γύ­ρω τους θρι­αμ­βευ­τι­κά, τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νουν, λα­τρεύ­ον­ται, θε­ω­ροῦν­ται θε­οί.

       Ἕ­να γλί­στρη­μα, μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση, ἕ­νας μυι­κὸς σπα­σμός. Κα­λὰ-κα­λὰ δὲν ἔ­χουν φτά­σει στὴν κο­ρυ­φή. Μό­νο ἕ­να λε­πτό, λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτό. Οἱ μου­σι­κοὶ δὲν ἔ­χου­με φτά­σει ἀ­κό­μα στὴν πρώ­τη ἐ­πω­δό. Ἡ ἄ­βυσ­σος χαί­νει κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια τους, τὸ ἀ­φρῶ­δες βά­ρα­θρο, ἡ τρο­μα­κτι­κὴ τα­χύ­τη­τα τοῦ χρό­νου. Οἱ εὐ­νο­ού­με­νοι τῆς τύ­χης δὲν ἔ­χουν κὰν τὸν χρό­νο νὰ στρα­φοῦν γιὰ νὰ ζη­τή­σουν βο­ή­θεια, νὰ προ­βάλ­λουν ἔ­στω μιὰ κά­ποι­α ἀν­τί­στα­ση. Ἡ εὐ­τυ­χί­α στὴν κο­ρυ­φὴ κρά­τη­σε ὅ­σο καὶ μιὰ ἀ­νά­σα. Κα­τε­βαί­νουν κι­ό­λας· γκρε­μί­ζον­ται, ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται μὲς στὸ λάκ­κο. Λη­σμο­νή­θη­καν, πο­τὲ δὲν ὑ­πῆρ­ξαν · ἡ ἀ­νυ­παρ­ξί­α· ἡ σι­ω­πή.

       Καὶ τό­τε, ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ποὺ προ­κα­λεῖ τὸ δέ­ος, ση­κώ­νω ξα­νὰ τὴν μπαγ­κέ­τα. Ἡ κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος εἶ­ναι πρὸς στιγ­μὴν ἄ­δεια. Βρα­διά­ζει. Εἴ­μα­στε μό­νοι. Κου­ρά­γιο. Κατ΄ ἐ­ξαί­ρε­ση παί­ζου­με γιὰ μᾶς τοὺς ἴ­διους, τὴ φη­μι­σμέ­νη «Scalata del cielo» τοῦ Widmar Johannsen, ὕ­ψι­στη δο­ξο­λο­γί­α σὲ ρὲ μα­τζό­ρε. Γιὰ μᾶς τοὺς φου­κα­ρά­δες ποὺ ἐλ­πί­σα­με κά­πο­τε, μὰ δὲν εἴ­χα­με τὴ δύ­να­μη.

       Σύν­νε­φα ποὺ φέρ­νουν κα­ται­γί­δα, βαγ­κνε­ρι­κὰ σύν­νε­φα, κρέ­μον­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴ με­λα­νὴ ρά­χη τοῦ κύ­μα­τος – αὐ­τὸ τὸ ἄ­σπλα­χνο τέ­ρας τοῦ βί­ου. Ἂς προ­σποι­η­θοῦ­με, φί­λοι. Ἂς προ­σπα­θή­σου­με νὰ παί­ξου­με κα­λά. Ἂς βαυ­κα­λί­σου­με τοὺς ἑ­αυ­τούς μας ὅ­τι εἴ­μα­στε οἱ νι­κη­τές.

       Πο­λὺ ἀρ­γά. Ἡ νύ­χτα. Κα­νεὶς δὲν παί­ζει στὸ σκο­τά­δι. Εἴ­μα­στε μέ­σα στὴν πα­ράγ­κα μας. Στὸ φῶς τοῦ κε­ριοῦ: τὸ δεῖ­πνο. Κα­νεὶς δὲν μι­λᾶ: οἱ σκέ­ψεις. Μὰ ἀ­πὸ ἔ­ξω, ἀ­κό­μα κι ἐ­δῶ πά­νω, ἐ­ξα­πλώ­νε­ται ἡ ἀ­έ­να­η βου­ὴ τοῦ κύ­μα­τος —ἡ δό­ξα, τὸ χρυ­σά­φι, ἡ κυ­ρι­αρ­χί­α, ἡ πο­λυ­τέ­λεια, τὸ ἐ­φή­με­ρο, ἡ σκό­νη— βου­η­τὸ ἀ­πὸ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ θά­να­το.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


			

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ὑ­πὸ ἀμ­φι­σβή­τη­ση


09-buzzati-ypoamfisbitisi-mtf-apotaitalikap-fournarisl355-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ὑ­πὸ ἀμ­φι­σβή­τη­ση

(Contestato)


13-Alpha-Century_Mag_A_AraratΚΟΜΗ ΚΙ ΕΓΩ εἶ­μαι ὑ­πό­λο­γος. Στὸ σπί­τι μου πού, ὡς συ­νή­θως, εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὸ σὲ ὅ­λους, ἔρ­χον­ται τὰ παι­διά μου. Μὲ τὸ ποὺ μπαί­νουν μὲ βλέ­πουν ἀ­μέ­σως.Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς εἶ­μαι ἀ­κί­νη­τος καὶ σι­ω­πη­λός, ἀ­πὸ τὴ μιὰ γιὰ νὰ μὴν τοὺς τρο­μά­ξω κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη γιὰ νὰ μὴν τοὺς βα­ρύ­νω μὲ τὸ πι­θα­νὸ κύ­ρος τῆς πα­τρι­κῆς μου ἐ­ξου­σί­ας – τό­σο ἀμ­φι­σβη­τού­με­νη στὶς μέ­ρες μας. Καὶ δὲν κά­θο­μαι σὲ κα­μιὰ ἐ­πι­βλη­τι­κὴ πο­λυ­θρό­να, οὔ­τε τοὺς κοι­τῶ μὲ σο­βα­ρὰ κι αἰ­νιγ­μα­τι­κὰ μά­τια, ὅ­πως ται­ριά­ζει σὲ ἕ­ναν ἀ­νώ­τε­ρό τους. Ἀν­τί­θε­τα τοὺς κοι­τῶ τα­πει­νὰ κι ἐγ­κάρ­δια, ἐλ­πί­ζον­τας ἡ πα­ρου­σί­α μου νὰ τοὺς δώ­σει κου­ρά­γιο, νὰ τοὺς γα­λη­νέ­ψει, νὰ τοὺς κά­νει νὰ νι­ώ­σουν ἄ­νε­τα, νὰ τοὺς πα­ρη­γο­ρή­σει.

       Παρ΄ὅ­λα αὐ­τά, τὰ παι­διά μου… τί­πο­τα. Τρι­γυ­ρί­ζουν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, κοι­τά­ζουν ὁ­λό­γυ­ρα, ἐ­κτι­μοῦν τὶς ὡ­ραι­ό­τη­τες τῆς ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς, κον­το­στέ­κον­ται γιὰ νὰ ἐ­ξε­τά­σουν τὰ ἔρ­γα τέ­χνης ποὺ κο­σμοῦν τὸ σπί­τι, συμ­βου­λεύ­ον­ται ἐ­πε­ξη­γη­τι­κὰ φυλ­λά­δια, ἀν­ταλ­λάσ­σουν σχό­λια πε­ρὶ αἰ­σθη­τι­κῆς. Ἐ­μέ­να, οὔ­τε πού μου δί­νουν ση­μα­σί­α, οὔ­τε ἕ­νας χαι­ρε­τι­σμός, ἕ­να χα­μό­γε­λο, μιὰ χει­ρα­ψί­α. Καὶ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι εἶ­ναι παι­διά μου…

       Ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, ἀ­φοῦ εἶ­μαι ἱ­κα­νὸς νὰ ἀ­κού­ω κα­θα­ρὰ τὶς κου­βέν­τες τους, ἀ­κού­ω νὰ μὲ κα­κο­λο­γοῦν, νὰ μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν, ἀ­κό­μα καὶ νὰ μὲ χλευά­ζουν· ἐ­μέ­να, τὸν πα­τέ­ρα τους; Γε­λοῦν μὲ τὴν καρ­διά τους. Μὲ σαρ­κά­ζουν. Λὲς καὶ δὲν εἶ­μαι ἐ­κεῖ γιὰ νὰ τοὺς ἀ­κού­ω. Γιὰ αὐ­τοὺς εἶ­μαι ἕ­νας γε­λοῖ­ος κι ἀ­νί­κα­νος μα­θου­σά­λας, ὑ­πο­χεί­ριος —πῶς τοὺς ἀ­ρέ­σει αὐ­τὴ ἡ λέ­ξη!— στοὺς ἰ­σχυ­ροὺς καὶ τοὺς δυ­νά­στες.

       Δὲν μὲ χαι­ρε­τοῦν, δὲν μὲ κοι­τοῦν, ἀ­κό­μη κι ἂν βγά­λουν τὸ κα­πέ­λο οὔ­τε νὰ τὸ φαν­τα­στεῖς πὼς σκέ­πτον­ται νὰ μοῦ ἀ­πευ­θύ­νουν μιὰ προ­σευ­χή. Ἀ­φοῦ δὲν ὑ­πάρ­χω, δὲν μὲ λο­γα­ριά­ζουν κα­θό­λου.

       Τὸ ὡ­ραῖ­ο εἶ­ναι ὅ­τι καὶ μέ­σα μου κά­τι ἔ­χει ἀλ­λά­ξει. Κά­θε ἰ­δέ­α γιὰ ἐκ­δί­κη­ση, γιὰ τι­μω­ρί­α, γιὰ ἀν­τα­πό­δο­ση ἐ­νάν­τια σὲ αὐ­τοὺς τοὺς δυ­στυ­χι­σμέ­νους νε­α­ρούς, με­τα­τρέ­πε­ται ἐν τῇ γε­νέ­σει της σὲ δυ­σά­ρε­στη καρ­τε­ρί­α. Εἶ­ναι παι­διά μου, δὲν εἶ­ναι; Μέ­σα τους, ἂς τὸ ἀρ­νοῦν­ται μὲ θυ­μό, κι ἂς μὴν ἔ­χουν γιὰ αὐ­τὸ τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ὑ­πο­ψί­α, συ­νε­χί­ζω νὰ ὑ­πάρ­χω ἐ­γώ. Πῶς νὰ τοὺς τι­μω­ρή­σεις; Πῶς νὰ τοὺς ἀ­πο­πά­ρεις; Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πά­λι, μπο­ροῦν τὰ πράγ­μα­τα νὰ συ­νε­χι­στοῦν ἔ­τσι; Σχε­δόν, δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζω πιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Χά­νε­ται ἡ γῆ κά­τω ἀπ΄ τὰ πό­δια μου. Βο­η­θῆ­στε με φί­λοι μου. Στὸ κά­τω-κά­τω εἶ­μαι ὁ ΘΕΟΣ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


 

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ἡ για­γιά


08-buzzati-igiagia-mtf-apotaitalikap-fournarisl565-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ἡ για­γιά

«La nonna»


h-itta-somataΜΟΥΝ τριά­ντα τεσ­σά­ρων χρο­νῶν, ὅ­ταν ὁ φί­λος μου, Σορ­ντί­νο Ἐ­σκε­νά­ζυ, μὲ προ­σκά­λε­σε νὰ πε­ρά­σω τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο στὴ ἐ­ξο­χι­κή του κα­τοι­κί­α, στὴ λί­μνη Ὄρ­τα. Ἦ­ταν μιὰ με­γά­λη, πα­λαι­ϊ­κὴ βί­λα, ὅ­που το κα­λο­καί­ρι συγ­κεν­τρω­νό­ταν ὅ­λη ἡ με­γά­λη οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Ἐ­σκε­νά­ζυ.

       Μό­λις ἔ­φτα­σα ὁ φί­λος μου, ὁ Σορ­ντί­νο, μὲ συ­νό­δε­ψε στὸ δω­μά­τιό μου γιὰ νὰ φρε­σκα­ρι­στῶ, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται νὰ λέ­γε­ται. Με­τὰ δέ­κα λέ­πτα βγῆ­κα γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σω τὴν πα­ρέ­α ἀ­πὸ κά­τω.

       Στὸ μα­κρὺ δι­ά­δρο­μο, ποὺ φω­τι­ζό­ταν ἀ­μυ­δρὰ —ἀ­φοῦ ἡ πυ­κνὴ βλά­στη­ση ἀ­πὸ τὰ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὰ φυ­τὰ ἔ­κρυ­βε τὰ πα­ρά­θυ­ρα—, ἐρ­χό­ταν πρὸς ἐ­μέ­να μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ κρα­τοῦ­σε στὸ χέ­ρι της ἕ­να στρογ­γυ­λὸ πα­κέ­το τυ­λιγ­μέ­νο μὲ μιὰ γα­λά­ζια κορ­δέ­λα. Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς πρά­σι­νης πο­διᾶς της τὴν πέ­ρα­σα στὴν ἀρ­χὴ γιὰ κα­μα­ρι­έ­ρα. Με­τὰ ὑ­πέ­θε­σα ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ φο­ρε­σιὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν συ­χνὰ στὴ ἐ­ξο­χὴ οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ ζοῦν στὴν κοι­λά­δα.

       Ἦ­ταν μιὰ με­λα­χρι­νὴ ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς. Θὰ χα­ρα­ζό­ταν βα­θιὰ στὴ μνή­μη μου τὸ αἰ­σθη­σια­κό της στό­μα μὲ τὸ πά­νω χεῖ­λος ἐ­λα­φριὰ ἀ­να­ση­κω­μέ­νο, ὅ­πως σὲ με­ρι­κὰ μω­ρὰ ἀ­πὸ τὸ τέν­τω­μα τοῦ νε­α­νι­κοῦ δέρ­μα­τος.

       Δὲν στα­μά­τη­σε ὅ­ταν συ­ναν­τη­θή­κα­με, ἀλ­λὰ βρά­δυ­νε τὸ βῆ­μα της καὶ μοῦ ἔ­ρι­ξε—μό­νο γιὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα—, ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ ὀ­λέ­θρια βλέ­μα­τα ποὺ σοῦ καῖ­νε τὰ σω­θι­κά.

       Ντρο­πα­λὸς ἀ­πὸ τὴ φύ­ση μου δὲν μπό­ρε­σα πα­ρὰ νὰ μουρ­μου­ρί­σω μιὰ «κα­λη­μέ­ρα». «Κα­λη­μέ­ρα», ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη χα­μο­γε­λών­τας, καὶ μὲ προ­σπέ­ρα­σε μό­λις ἀγ­γί­ζον­τάς με, δι­α­τη­ρών­τας πάν­τα ἐ­κεῖ­νο τὸ τρο­με­ρὸ βλέμ­μα.

       Κα­τέ­βη­κα στὸν κῆ­πο μὲ ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο προ­αί­σθη­μα ὅ­τι σὲ λί­γο, μὲ τὸν ἕ­ναν ἢ τὸν ἄλ­λον τρό­πο, θὰ γνώ­ρι­ζα τὸ γο­η­τευ­τι­κὸ πλά­σμα· ἴ­σως ἄλ­λα­ζε ἡ ζω­ή μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νη στὸν κῆ­πο. Μὲ σύ­στη­σαν ἀ­μέ­σως στὴν οἰ­κο­δέ­σποι­να, τὴν για­γιὰ τοῦ Σορ­ντί­νο, μιὰ κυ­ρί­α πο­λὺ κομ­ψὴ πα­ρὰ τὴν προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α της. Μοῦ ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση τὸ στό­μα της, μα­ρα­μέ­νο πιὰ ἀ­πὸ ἀ­χτι­δω­τὲς ρυ­τί­δες, ἀλ­λὰ μὲ τὰ ση­μά­δια μιᾶς πα­λιᾶς ὀ­μορ­φιᾶς. Τὸ πά­νω χεῖ­λος εἶ­χε μιὰ ἀ­να­ση­κω­μέ­νη ἐ­λα­φριὰ πτυ­χή, σὰν νὰ ἀ­πο­κά­λυ­πτε ἕ­να χα­μό­γε­λο.

       «Μὰ γνω­ρι­ζό­μα­στε ἤ­δη!», ἦ­ταν τὰ πρῶ­τα λό­για της σ΄ ἕ­να ξέ­σπα­σμα χα­ρᾶς.

       Εἶ­πα ἀ­μή­χα­νος: «Δὲν θυ­μᾶ­μαι, κυ­ρί­α…»

       «Ἐ­γὼ θυ­μᾶ­μαι. Ναί, σὰν νὰ ἦ­ταν χθές… Τί νὰ σᾶς πῶ; Εἶ­στε θαῦ­μα! Θαῦ­μα! Που­λή­σα­τε τὴν ψυ­χή σας στὸ δι­ά­βο­λο, πα­ρα­δε­χτεῖ­τε το… Ὄ­χι, ὄ­χι, ἀ­στει­εύ­ο­μαι. Ἔ­χε­τε δί­κιο ποὺ μὲ κοι­τᾶ­τε ἔ­τσι. Φαν­τα­στεῖ­τε, πέ­ρα­σαν σχε­δὸν πε­νήν­τα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε… Δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ ἤ­σα­στε ἐ­σεῖς. Ἐ­σεῖς δὲν εἴ­χα­τε κὰν γεν­νη­θεῖ. Μὰ ἦ­ταν κά­ποι­ος σὰν ἐ­σᾶς, ὁ­λό­ι­διος, σᾶς τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι. Σκέ­φτο­μαι: δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας σας ἢ ἴ­σως ὁ παπ­πούς σας;»

       «Δὲν γνω­ρί­ζω, κυ­ρί­α. Τὸν πα­τέ­ρα μου τὸν ἔ­χα­σα ὅ­ταν ἤ­μουν ἀ­κό­μη μω­ρό… Κι ἔ­πει­τα ἐ­μεῖς ζού­σα­με στὴν Ὀλ­λαν­δί­α…»

       Ἐ­κεί­νη, σὰν νὰ μὴν εἶ­χε ἀ­κού­σει: «Καὶ θέ­λε­τε νὰ μά­θε­τε τὸ πιὸ ὡ­ραῖ­ο; Ἦ­ταν γιὰ μέ­να κά­τι σὰν κε­ραυ­νο­βό­λος ἔ­ρω­τας, ὅ­πως λέ­γα­νε τό­τε… Ποιός ξέ­ρει, ἂν δὲν εἶ­χε φύ­γει τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα… Θε­έ μου, πό­σο γο­η­τευ­τι­κὸς ἦ­ταν… Φυ­σι­κὰ δὲν τοῦ ἔ­δω­σα νὰ κα­τα­λά­βει τί­πο­τα. Φαν­τα­στεῖ­τε. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια. Μο­να­χὰ ἕ­να πράγ­μα: τὸ βρά­δυ, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρει, χω­ρὶς νὰ τοῦ πῶ λέ­ξη, τοῦ ἄ­φη­σα στὸ δω­μά­τιο ἕ­να γλυ­κό, μιὰ πορ­το­κα­λό­πι­τα. Φτι­αγ­μέ­νη εἰ­δι­κὰ γιὰ αὐ­τόν. Ἦ­ταν ἡ σπε­σι­α­λι­τέ μου…»

       Ἡ κου­βέν­τα κα­τέ­λη­ξε σὲ γε­νι­κὴ εὐ­θυ­μί­α. Ὡ­στό­σο μοῦ ἔ­μει­νε μιὰ πα­ρά­ξε­νη αἴ­σθη­ση, κά­τι σὰν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, κίν­δυ­νος, ἀ­να­στά­τω­ση. Καὶ δὲν τόλ­μη­σα νὰ ρω­τή­σω ποι­ά ἦ­ταν ἡ πα­νέ­μορ­φη νε­α­ρού­λα ποὺ εἶ­χα συ­ναν­τή­σει στὸ δι­ά­δρο­μο (για­τί ἤ­ξε­ρα ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά). Κι ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­νέ­βη­κα ξα­νὰ στὸ δω­μά­τιό μου, δὲν τόλ­μη­σα κὰν νὰ ἀ­νοί­ξω τὸ πα­κέ­το, τὸ τυ­λιγ­μέ­νο μὲ μιὰ γα­λά­ζια κορ­δέ­λα, ποὺ βρι­σκό­ταν πά­νω στὴ σι­φο­νι­έ­ρα (για­τί ἤ­ξε­ρα πὼς ἦ­ταν ἡ πορ­το­κα­λό­πι­τα, φτι­αγ­μέ­νη πε­νήν­τα χρό­νια πρίν).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ὁ σκύ­λος


07-buzzati-oskylos-mtf-apotaitalikap-fournarisl453-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ὁ σκύ­λος

(Il cane)


«ΚΑΜΙΑ ΕΙΚΟΣΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ πρίν», μοῦ δι­η­γό­ταν ὁ δό­κτο­ρας Ντι­έγ­κο Βέ­σκα, για­τρὸς ἀ­πὸ τὴ Βερ­μπά­νια, «εἶ­χα ἕ­ναν ὑ­πέ­ρο­χο μο­λοσ­σὸ ποὺ τὸν λέ­γα­νε Φού­ριο καὶ ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­λά­τρευ­τος. Ἦ­ταν τό­σο ὑ­πέ­ρο­χος, ὥ­στε ἕ­να μοι­ραῖ­ο βρά­δυ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Τὸν ἔ­ψα­ξα παν­τοῦ. Ἤ­μουν ἀ­πελ­πι­σμέ­νος· γύρ­να­γα γιὰ μῆ­νες κι ἀ­πὸ τὶς δυ­ὸ με­ρι­ὲς τῆς λί­μνης, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κά­ποι­ος μου τὸν εἶ­χε κλέ­ψει…

       »Ὣς ἐ­δῶ, θὰ μοῦ πεῖ­τε, τί­πο­τε πε­ρί­ερ­γο. Ἀ­κοῦ­στε ὅ­μως. Πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τό­τε πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια, ὅ­ταν ἕ­να πρω­ὶ παίρ­νω τὸ φε­ριμ­πὸτ γιὰ τὸ Λα­βέ­νο, ὅ­πως κά­νω του­λά­χι­στον δυ­ὸ φο­ρὲς τὴν ἑ­βδο­μά­δα, ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα. Βρι­σκό­μουν στὴν πρύ­μνη καὶ τὸ κα­ρα­βά­κι μό­λις εἶ­χε ξε­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴν προ­κυ­μαί­α, ὅ­ταν βλέ­πω νὰ ἔρ­χε­ται τρε­χά­τος, μαν­τέψ­τε ποι­ός, ὁ Φού­ριό μου, ὁ­λό­ιδιος. Στα­μα­τά­ει στὴν ἄ­κρη τῆς προ­κυ­μαί­ας, γα­βγί­ζει δυ­ὸ τρεῖς φο­ρὲς κι ὕ­στε­ρα βου­τά­ει στὸ νε­ρὸ κι ἀρ­χί­ζει νὰ κο­λυμ­πά­ει. Τὸ κα­ρα­βά­κι εἶ­χε πιὰ ξε­κι­νή­σει κι ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ μὲ προ­φτά­σει τὸ φου­κα­ρι­ά­ρι­κο τὸ ζων­τα­νό. Τό­τε ἀρ­χί­ζω νὰ φω­νά­ζω «Στα­μα­τῆ­στε! Στα­μα­τῆ­στε!» Τρέ­χω πά­νω νὰ ζη­τή­σω τὸν κα­πε­τά­νιο ποὺ μὲ ἤ­ξε­ρε, τὸν ἱ­κε­τεύ­ω νὰ στα­μα­τή­σει. Στὸ με­τα­ξὺ ὁ σκύ­λος συ­νέ­χι­ζε νὰ κο­λυμ­πά­ει, ἀλ­λὰ ἦ­ταν πιὰ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος κι ἐ­γὼ συ­νέ­χι­ζα νὰ τοῦ φω­νά­ζω Φού­ριο, Φού­ριο, γιὰ νὰ τοῦ δώ­σω κου­ρά­γιο, ἀλ­λὰ τὸν ἔ­βλε­πα ὁ­λο­έ­να πιὸ μα­κρυ­ά. Ἦρ­θε κι ὁ κα­πε­τά­νιος στὴν πρύ­μνη καὶ τοῦ ἔ­δει­ξα τὸ σκύ­λο ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε, ἀλ­λὰ ἔ­λε­γε πὼς δὲν ἔ­βλε­πε τί­πο­τα. Οἱ ἄλ­λοι ἐ­πι­βά­τες ἔ­λε­γαν, κι αὐ­τοί, ὅ­τι δὲν ἔ­βλε­παν τί­πο­τα, κι ἄρ­χι­σαν νὰ μὲ κοι­τοῦν μὲ ἕ­να τρό­πο σὰν νὰ μὲ περ­νά­γα­νε γιὰ τρε­λό.

       »Τε­λι­κά, ὁ κα­πε­τά­νιος, ἀ­φοῦ μὲ εἶ­δε ποὺ ἤ­μου­να τό­σο τα­ραγ­μέ­νος, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ μὲ εὐ­χα­ρι­στή­σει, γύ­ρι­σε τὸ φε­ριμ­πὸτ με­ρι­κὲς ἑ­κα­τον­τά­δες μέ­τρα πί­σω, μό­νο γιὰ νὰ μὲ πεί­σει ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­να σκυ­λὶ ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε· καὶ πραγ­μα­τι­κά, ὅ­ταν τὸ φε­ριμ­πὸτ ἄρ­χι­σε νὰ γυρ­νά­ει, ὁ Φού­ριο εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ κι ἐ­γὼ δὲν ξα­να­εῖ­πα τί­πο­τα, γιὰ νὰ μὴ μὲ νο­μί­σουν τε­λεί­ως πα­λα­βό.

       »Ὣς ἐ­δῶ, θὰ μοῦ πεῖ­τε, τί­πο­τα πε­ρί­ερ­γο. Ὅ­μως ἀ­κοῦ­στε. Ἀ­πὸ τό­τε κά­θε δυ­ὸ-τρεῖς μῆ­νες, μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νείς, ἡ σκη­νὴ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται: δὲν ἔ­χει κα­λὰ-κα­λά το φε­ριμ­πὸτ ξε­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη καὶ φτά­νει τρέ­χον­τας μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη αὐ­τός, ὁ Φού­ριο, ποὺ ρί­χνε­ται στὸ νε­ρὸ καὶ δρό­μο πί­σω ἀ­πὸ τὸ κα­ρα­βά­κι. Μὰ τὸ κα­ρα­βά­κι προ­χω­ρᾶ πιὸ γρή­γο­ρα ἀπ΄αὐ­τὸν καὶ τὸ δύ­στυ­χο τὸ ζων­τα­νὸ μέ­νει πί­σω καὶ κο­λυμ­πᾶ μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας· καὶ μὲ κοι­τᾶ, μὲ κοι­τᾶ. Αἰ­σθά­νο­μαι τὰ μά­τια του ποὺ μπαί­νουν ἐ­δῶ μέ­σα», κι ἔ­δει­χνε τὴν καρ­διά του. «Ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ ὁ Φού­ριο δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νει καὶ βλέ­πω τὸ κε­φα­λά­κι του νὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται κά­τω ἀπ΄τὸ νε­ρό· κά­θε φο­ρὰ τὰ ἴ­δια… Ὅ­μως δὲν τὸν κα­λῶ· μέ­νω ἤ­ρε­μος, δὲν φω­νά­ζω νὰ στα­μα­τή­σει τὸ κα­ρα­βά­κι. Ξέ­ρω ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­να φάν­τα­σμα. Ἂν κά­νω τὸ λο­γα­ρια­σμό, σή­με­ρα θά ΄πρε­πε νὰ ἦ­ταν εἴ­κο­σι τεσ­σά­ρων χρο­νῶν. Πο­τὲ σκύ­λος δὲν ἔ­ζη­σε τό­σο.» Δά­κρυ­α χα­ρά­κω­ναν τὰ μά­γου­λά του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Λε­πτό­τη­τα


06-buzzati-leptotita-mtf-apotaitalikap-fournarisl1314-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Λε­πτό­τη­τα

(Delicatezza)


05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΕ ΚΑΠΟΙΑ ΧΩΡΑ ἡ ποι­νὴ τοῦ θα­νά­του ἐ­κτε­λεῖ­ται μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρη λε­πτό­τη­τα. Ἰ­δοὺ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα:

       Ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ στιγ­μὴ νὰ ἐ­κτε­λε­στεῖ ἡ δι­κα­στι­κὴ ἀ­πό­φα­ση, πρὶν ἀ­κό­μη τοῦ κοι­νο­ποι­η­θεῖ ἡ ἡ­με­ρο­μη­νί­α ἐ­κτέ­λε­σης, ὁ δρά­στης —ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἐρ­νέ­στο Τρόλ, εἶ­ναι τα­πε­τσι­έ­ρης κι ἔ­χει σκο­τώ­σει τὴ σύ­ζυ­γό του μὲ δη­λη­τή­ριο—, ὁ­δη­γεῖ­ται δί­χως χει­ρο­πέ­δες στὴν Δι­εύ­θυν­ση τῶν Φυ­λα­κῶν.

       Ἐ­δῶ τὸν βά­ζουν νὰ κα­θί­σει στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ σὲ μιὰ ἀ­να­παυ­τι­κὴ πο­λυ­θρό­να, τοῦ προ­σφέ­ρουν τσι­γά­ρο, κα­φέ, κα­ρα­μέ­λες, κι ὕ­στε­ρα οἱ φύ­λα­κες βγαί­νουν, ἀ­φή­νον­τας μό­νους δι­ευ­θυν­τὴ καὶ κα­τα­δι­κα­σμέ­νο.

       Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ξε­κι­νᾶ νὰ μι­λά­ει:

       «Λοι­πόν, κύ­ρι­ε Τρόλ, κα­τα­δι­κα­στή­κα­τε σὲ θά­να­το. Ὅ­μως εἶ­ναι κα­θῆ­κον μου νὰ σᾶς κα­θη­συ­χά­σω· νὰ σᾶς πλη­ρο­φο­ρή­σω δη­λα­δὴ ὅ­τι, κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ποι­νὴ μᾶλ­λον θε­ω­ρη­τι­κή.»

       «Θε­ω­ρη­τι­κή;»

       «Ἀ­κρι­βῶς. Θε­ω­ρη­τι­κή. Δι­ό­τι ὁ θά­να­τος, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δὲν ὑ­πάρ­χει.»

       «Τί ἐν­νο­εῖ­ται δὲν ὑ­πάρ­χει;»

       «Ἐν­νο­ῶ δὲν ὑ­πάρ­χει ὡς ποι­νή, ὡς τι­μω­ρί­α, ὡς τρα­γι­κὸ γε­γο­νός, πη­γὴ φό­βου καὶ ἀ­γω­νί­ας. Πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα κυ­ρια­ρχοῦν, παν­τοῦ στὸν κό­σμο, ἀ­νό­η­τες προ­κα­τα­λή­ψεις. Ἂς ἀ­φή­σου­με κα­τὰ μέ­ρος τὸ σω­μα­τι­κὸ πό­νο πού, του­λά­χι­στον στὴν πε­ρί­πτω­σή σας, κύ­ρι­ε Τρόλ, εἶ­ναι ἀ­νύ­παρ­κτος, λό­γῳ τῆς ἀρ­τι­ό­τη­τας τῶν ἐ­ξο­πλι­σμῶν μας.» Ἕ­να μι­κρὸ δι­πλω­μα­τι­κὸ χα­μό­γε­λο. «Γιὰ τὸν ἠ­θι­κὸ πό­νο μι­λῶ, ποὺ φο­βᾶ­ται κα­νεὶς ἄ­δι­κα, ὅ­πως ἐλ­πί­ζω νὰ μπο­ρέ­σω νὰ σᾶς πεί­σω.

       »Γιὰ νὰ δοῦ­με, λί­γο: για­τί ὁ ἄν­θρω­πος φο­βᾶ­ται νὰ πε­θά­νει; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ἁ­πλού­στα­τη. Φο­βᾶ­ται για­τί με­τὰ ἀ­πὸ τὸ θά­να­τό του δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζεῖ πιά, δη­λα­δὴ νὰ κά­νει πράγ­μα­τα, νὰ βλέ­πει, νὰ ἀ­κού­ει κι ὅ,τι ἄλ­λο ἔ­κα­νε ἐ­νῶ ζοῦ­σε. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ τὸν δυ­σα­ρε­στεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μὰ γιὰ νὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ αἰ­σθά­νε­ται τὸν πό­νο εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο, conditio sine qua non, νὰ εἶ­ναι ζων­τα­νός. Συ­νε­πῶς ὁ νε­κρὸς δὲν ὑ­πο­φέ­ρει πιά, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει κὰν πί­κρες, νο­σταλ­γί­α καὶ τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­γω­νί­ες. Μὲ λί­γα λό­για, ὅ­ταν ἔ­χει ἔρ­θει ὁ θά­να­τος ὁ ἄν­θρω­πος δὲν στε­νο­χω­ρι­έ­ται ποὺ ἔ­χει πε­θά­νει. Ἠ­θι­κὸ δί­δαγ­μα: ἡ ἀρ­νη­τι­κὴ ὄ­ψη τοῦ θα­νά­του πού, σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μές, προ­κα­λεῖ τό­σο τρό­μο, εἶ­ναι μιὰ ἀ­νό­η­τη αὐ­τα­πά­τη.»

       Ὁ κύ­ριος Τρὸλ ἀν­τι­κρού­ει: «Εὔ­κο­λο νὰ τὸ λέ­τε, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, μὰ τὸ κα­κὸ μὲ τὸ θά­να­το δὲν εἶ­ναι μο­νά­χα ὅ­τι δὲ θὰ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ,τι ἔ­κα­νες ὅ­ταν ἤ­σουν ζων­τα­νός. Εἶ­ναι κι ἡ πί­κρα ποὺ θ΄ἀ­φή­σεις ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­λους αὐ­τοὺς ποὺ ἀ­γα­πᾶς.»

       «Ὡ­ραί­α! Ἀ­κό­μη κι αὐ­τὴ τὴν πί­κρα, νε­α­ρέ μου, δὲ θὰ μπο­ρεῖ­τε πιὰ νὰ τὴ νι­ώ­σε­τε, ἀ­φοῦ θὰ εἶ­στε νε­κρός.»

       «Κι ὕ­στε­ρα, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, ποι­ός σᾶς λέ­ει ὅ­τι με­τὰ θά­να­τον δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα;»

       «Τὸ ἤ­ξε­ρα ὅ­τι θὰ τὸ πεῖ­τε αὐ­τό, κύ­ρι­ε Τρόλ. Μιὰ ἀν­τίρ­ρη­ση μᾶλ­λον δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη. Ἀ­κρι­βῶς ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ θέ­μα­τος.»

       «Σᾶς ἀ­κού­ω, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά.»

       «Ὡ­ραῖα. Προ­φα­νῶς, ὑ­πάρ­χουν δύο πε­ρι­πτώ­σεις: εἴ­τε ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη ζω­ὴ με­τὰ θά­να­τον, ὅ­ποι­α καὶ νὰ εἶ­ναι αὐ­τή, εἴ­τε δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα. Κα­τα­νο­η­τό. Ἁ­πλού­στα­το, θά ΄λε­γα. Ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με τώ­ρα ὅ­τι ἐ­σεῖς…»

       «Ἀ­λή­θεια, ἐ­γώ…»

       «Σᾶς ξα­να­λέ­ω, μό­νο μιὰ ὑ­πό­θε­ση κά­νω, χω­ρὶς νὰ δι­α­κυ­βεύ­ον­ται οἱ προ­σω­πι­κές σας πε­ποι­θή­σεις. Ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με δη­λα­δὴ ὅ­τι ἐ­σεῖς, κύ­ρι­ε Τρόλ, δὲν πι­στεύ­ε­τε στὴ με­τὰ θά­να­τον ζω­ή. Σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση, ἂν βρεῖ­τε μιὰ ἄλ­λη ζω­ὴ θὰ εἶ­ναι μιὰ εὐ­χά­ρι­στη ἔκ­πλη­ξη πρὸς ὄ­φε­λός σας. Δὲ θὰ ἔ­χε­τε κα­νέ­να λό­γο νὰ πα­ρα­πο­νι­έ­στε. Δι­και­ο­λο­γη­μέ­να ἡ πί­κρα γιὰ τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να πρό­σω­πα ποὺ θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σε­τε θὰ με­τρια­στεῖ κα­τὰ πο­λὺ ἀ­πὸ τὴν βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι κι αὐ­τά, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, θὰ τὰ συ­ναν­τή­σε­τε. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι ἡ πα­ρη­γο­ριὰ ὅ­τι θὰ ξα­να­βρεῖ­τε ἐ­κεῖ πέ­ρα συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους ποὺ ἔ­χουν πε­θά­νει πρὶν ἀ­πό σᾶς.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ, μὲ τὸ μα­λα­κό, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τοὺς συγ­γε­νεῖς…»

       «Ὤ! Σᾶς ζη­τῶ συ­γνώ­μη…», κά­νει ὁ δι­ευ­θυν­τής, ποὺ ξέ­χα­σε πὼς ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ ἕ­ναν συ­ζυ­γο­κτό­νο. «Πάν­τως, ὣς ἐ­δῶ δὲν νο­μί­ζω πὼς ὑ­πάρ­χουν ἀν­τιρ­ρή­σεις. Τώ­ρα ἂς ἐ­ξε­τά­σου­με τὸ ἄλ­λο ἐν­δε­χό­με­νο, δη­λα­δὴ ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά. Μά, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι οὔ­τε ἐ­σεῖς ὑ­πάρ­χε­τε, δὲν ὑ­πάρ­χει πι­θα­νό­τη­τα νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθεῖ­τε, ὅ­πως εἴ­δα­με ἤ­δη. Μὲ λί­γα λό­για: κα­μιὰ στε­νο­χώ­ρια. Ὁ­ρί­στε, λοι­πόν, για­τὶ ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀ­πελ­πι­σί­α ὅ­σων δὲν ἔ­χουν πί­στη στε­ρεῖ­ται κά­θε νο­ή­μα­τος.»

       «Πάν­τως, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά… Ὄ­χι πὼς εἶ­μαι τό­σο σκε­πτι­κι­στής… Ἔ­χω, μᾶλ­λον, τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι…»

       «Ὡ­ραι­ό­τα­τα. Ἂς πά­ρου­με τώ­ρα τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ πι­στεύ­ει στὴ με­τὰ θά­να­τον ζω­ή. Κα­τὰ πρώ­τον εἶ­ναι λο­γι­κό, λό­γῳ αὐ­τῆς του τῆς πε­ποί­θη­σης, νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὸ θά­να­το μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ἠ­ρε­μί­α. Ἐ­λᾶ­τε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὴ στιγ­μὴ ποὺ δι­α­σχί­ζει τὸ πε­ρί­φη­μο σύ­νο­ρο. Προ­χω­ρά­ει· τὸ πέ­ρα­σε· κοι­τά­ζει γύ­ρω του· ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα, ἴ­σως μὲ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ μορ­φή, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει. Ἡ πί­στη του τὸν ἀν­τά­μει­ψε, νιώ­θει πα­ρη­γο­ρη­μέ­νος καὶ ἀ­παλ­λαγ­μέ­νος ἀ­πὸ κά­θε ὑ­λι­κὸ βά­ρος· ἴ­σως καὶ νὰ βρεῖ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ μά­ται­α ἔ­ψα­ξε στὴ γῆ.

       »Καὶ νά ΄μα­στε δεύ­τε­ρη φο­ρὰ μπρὸς στὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἐν­δε­χό­με­νο: ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ πι­στεύ­ει στὴ με­τὰ θά­να­τον ζω­ὴ πε­θαί­νει μὰ ἐ­κεῖ πέ­ρα δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα· ὡ­στό­σο, ὅ­λα πᾶ­νε ρο­λό­ι: δὲν τὸν ἔ­χει ἐ­ξα­πα­τή­σει κα­νείς. Γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με ἔ­τσι: δὲν ὑ­πῆρ­ξε χρό­νος καὶ τρό­πος γιὰ δι­ά­ψευ­ση. Γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο βρί­σκο­μαι μα­ζί σας, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Τρόλ: ἡ πί­στη, ὅ­πως καὶ νὰ τὸ κά­νου­με, θὰ εἶ­ναι πάν­τα σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση.»

       «Ἕ­να σί­γου­ρο στοί­χη­μα, ἔ;»

       «Βλέ­πω ἔ­χου­με δι­α­βά­σει Πα­σκάλ! Σᾶς συγ­χαί­ρω γι΄ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ γιὰ νὰ σᾶς ἐ­ξη­γή­σω κα­λύ­τε­ρα αὐ­τὲς τὶς σκέ­ψεις, για­τί δὲν κά­νου­με μιὰ δο­κι­μή;»

       «Τί δο­κι­μή;»

       «Κά­τι σὰν συμ­βο­λι­κὴ ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ δρώ­με­νο, μιὰ ζων­τα­νὴ ἐ­πε­ξή­γη­ση, ἕ­να εἶ­δος παι­χνι­διοῦ.»

       «Τί θὰ πρέ­πει νὰ κά­νω;»

       Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς πι­έ­ζει τὸ κουμ­πὶ τῆς ἐν­δο­ε­πι­κοι­νω­νί­ας. Μιὰ βρα­χνὴ φω­νὴ ἀ­παν­τᾶ μέ­σα ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ή: «Δι­α­τάξ­τε, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά!»

       «Νὰ μοῦ στεί­λε­τε ἀ­μέ­σως τὴ Φι­ο­ρέλ­λα.»

       Ὁ κα­τά­δι­κος εἶ­ναι ἀ­νή­συ­χος. «Κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, νο­μί­ζω ὅ­τι δι­και­οῦ­μαι νὰ ξέ­ρω. Σὲ τί συ­νί­στα­ται αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­πα­ρά­στα­ση; Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ο κόλ­πο.»

       «Κόλ­πο; Ὄ­χι δά! Ὁ σκο­πὸς εἶ­ναι νὰ σᾶς κα­θη­συ­χά­σω. Μέ­χρι τώ­ρα εἴ­πα­με μό­νο λό­για. Στὰ λό­για ὅ­λα κα­λὰ· πρῶ­τος ἐ­γὼ τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζω. Αὐ­τὸ ποὺ θὰ κά­νου­με τώ­ρα εἶ­ναι μιὰ δο­κι­μὴ στὴν πρά­ξη. Σκε­φτεῖ­τε τὶς δι­α­στη­μι­κὲς πτή­σεις: πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐ­κτό­ξευ­ση οἱ κο­σμο­ναῦ­τες κλεί­νον­ται μέ­σα σὲ μιὰ δι­α­στη­μι­κὴ κά­ψου­λα γιὰ νὰ κα­τα­νο­ή­σουν, νὰ συ­νη­θί­σουν καὶ νὰ ἐ­ξοι­κει­ω­θοῦν μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Ἀλ­λὰ ἡ κά­ψου­λα δὲν ἀ­να­χω­ρεῖ, δὲν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ος κίν­δυ­νος. Τὸ ἴ­διο καὶ μὲ σᾶς. Αὐ­τὴ ἡ δο­κι­μή, σᾶς τὸ ξα­να­λέω, θὰ ξε­κα­θα­ρί­σει τὶς σκέ­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ κα­τά­στα­ση. Σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι με­τὰ θὰ αἰ­σθά­νε­στε πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα. Δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νά… Ὤ, νά καὶ ἡ κα­λή μας ἡ Φι­ο­ρέλ­λα!»

       Ἔ­χει μπεῖ στὸ δω­μά­τιο μιὰ κο­πέ­λα γύ­ρω στὰ εἴ­κο­σι· ὡ­ραι­ό­τα­τη καὶ προ­κλη­τι­κή. Φο­ρά­ει μιὰ πο­λὺ κον­τὴ φού­στα καὶ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸ ντε­κολ­τέ. Μιὰ εἰ­κό­να, ἂν μή τι ἄλ­λο, ἀ­πί­στευ­τη στὴ φυ­λα­κὴ τοῦ θα­νά­του.

       «Θε­ω­ρῶ πε­ριτ­τὲς τὶς συ­στά­σεις», πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ δι­ευ­θυν­τής, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν κα­τά­δι­κο. «Ἡ Φι­ο­ρέλ­λα μας εἶ­ναι εἰ­δι­κὴ σὲ αὐ­τὰ τὰ μι­κρὰ σκη­νι­κὰ δρώ­με­να. Ἡ Φι­ο­ρέλ­λα μας, στὴν πε­ρί­πτω­σή μας, συμ­βο­λί­ζει —κάλ­λι­στα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νεὶς ἐν­σαρ­κώ­νει—, τὴν ἄλ­λη ζω­ή. Καί, ἀ­κρι­βῶς γι΄ αὐ­τό, τώ­ρα ἀ­πο­σύ­ρε­ται… Τὰ λέ­με Φι­ο­ρέλ­λα…»

       Ἡ κο­πέ­λα ἀ­πευ­θύ­νει στὸν κα­τά­δι­κο ἕ­να ξε­δι­άν­τρο­πο χα­μό­γε­λο, τοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι καὶ με­τὰ βγαί­νει ἀπ΄τὸ δω­μά­τιο.

       Δι­ευ­θυν­τὴς καὶ δρά­στης μέ­νουν ξα­νὰ μό­νοι.

       «Αὐ­τὴ ἡ Φι­ο­ρέλ­λα;» ρω­τά­ει ὁ κύ­ριος Τρόλ, κά­νον­τας μιὰ κί­νη­ση μὲ νό­η­μα.

       Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς γε­λά­ει. «Βέ­βαι­α, βέ­βαι­α, φυ­σι­κὰ · ἂν τύ­χει ἡ πε­ρί­πτω­ση… Τώ­ρα θὰ κα­τα­λά­βε­τε πό­σο ἁ­πλὰ εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα. Βλέ­πε­τε ἐ­κεί­νη τὴν πόρ­τα; Δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νὰ τὴν ἀ­νοί­ξε­τε καὶ νὰ πε­ρά­σε­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο.Τώ­ρα, ἴ­σως ἀ­πὸ ἐ­κεῖ νὰ εἶ­ναι τὸ σκο­τά­δι. Τὸ σκο­τά­δι θὰ σή­μαι­νε τὸ τί­πο­τα. Μὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι καὶ ἡ Φι­ο­ρέλ­λα ποὺ σᾶς πε­ρι­μέ­νει. Δὲν εἶ­ναι, ἀ­λή­θεια, εὑ­ρη­μα­τι­κὴ ἀλ­λη­γο­ρί­α;»

       «Κι ἂν βρε­θῶ στὸ σκο­τά­δι; Ἐ­γώ…»

       «Ἐ­σεῖς, τί­πο­τα, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Τρόλ. Σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση, ἀ­φοῦ δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, θὰ γυ­ρί­σε­τε ὡ­ραῖ­α-ὡ­ραῖ­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Δὲν εἶ­ναι ἁ­πλό; Νο­μί­ζω τώ­ρα ὅ­τι ἀ­πὸ κεῖ εἶ­ναι ὅ­λα ἕ­τοι­μα.»

       «Καὶ ποι­ός ἀ­πο­φα­σί­ζει; Θέ­λω νὰ πῶ: ποι­ός κα­θο­ρί­ζει ἐ­ὰν θὰ βρῶ σκο­τά­δι ἢ τὴν κο­πέ­λα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ; Ἐ­σεῖς τὸ ἀ­πο­φα­σί­ζε­ται, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά;»

       «Κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ὄ­χι. Ἡ κο­πέ­λα τὸ ἀ­πο­φα­σί­ζει. Καὶ ἡ Φι­ο­ρέλ­λα εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­πρό­βλε­πτο πλά­σμα στὸν κό­σμο. Ἐμ­πρός, κου­ρά­γιο. Δο­κι­μά­ζου­με;»

       Ὁ κα­τά­δι­κος ση­κώ­νε­ται καὶ μὲ ἀ­βέ­βαι­α βή­μα­τα πλη­σιά­ζει πρὸς τὴν πόρ­τα. Πιά­νει δι­στα­κτι­κὰ τὸ πό­μο­λο, τὸ γυ­ρί­ζει ἀρ­γά, σπρώ­χνει μὲ πολ­λὴ προ­σο­χὴ τὸ πορ­τό­φυλ­λο. Δι­α­κρί­νει μιὰ λε­πί­δα ἀ­πὸ φῶς, μιὰ σχι­σμή, μιὰ λάμ­ψη στὸ ρὸζ χρῶ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σάρ­κας.

       Ἀ­κρι­βῶς τό­τε, ἀ­πὸ μιὰ ἐ­λά­χι­στη χα­ρα­γὴ —κα­λὰ κρυμ­μέ­νη στὸν τοῖ­χο, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ γρα­φεί­ου—, ἕ­νας δει­νὸς σκο­πευ­τὴς πυ­ρο­βο­λεῖ καὶ σκο­τώ­νει τὸν κύ­ριο Τρὸλ μὲ μιὰ βο­λὴ στὸν αὐ­χέ­να.


Δραματοποίηση: Filippo Tognazzo


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Οἱ χα­μέ­νες μέ­ρες


05-buzzati-oichamenesmeres-mtf-apotaitalikap-fournarisl363-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Οἱ χα­μέ­νες μέ­ρες

(I giorni perduti)


02-OmikronΕΡΝΕΣΤΟ ΚΑΖΙΡΑ, με­ρι­κὲς ἡ­μέ­ρες με­τὰ τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή του στὴν πο­λυ­τε­λῆ βί­λα, ἐ­πι­στρέ­φον­τας, δι­έ­κρι­νε ἀ­πὸ μα­κριὰ ἕ­ναν ἄν­δρα μ΄ ἕ­να κι­βώ­τιο στὶς πλά­τες… Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ μιὰ πλα­ϊ­νὴ πορ­τού­λα τοῦ μαν­τρό­τοι­χου καὶ τὸ φόρ­τω­νε σ΄ ἕ­να φορ­τη­γό.

       Δὲν τὸν προ­λά­βαι­νε πρὶν φύ­γει. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε, λοι­πόν, μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὸ φορ­τη­γὸ ἔ­κα­νε πο­λὺ δρό­μο μέ­χρι τὶς ἀ­πό­μα­κρες πα­ρυ­φὲς τῆς πό­λης καὶ στα­μά­τη­σε στὸ χεῖ­λος μιᾶς χα­ρά­δρας.

       Ὁ Κα­ζί­ρα κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸ ἁ­μά­ξι καὶ πῆ­γε νὰ δεῖ. Ὁ ἄ­γνω­στος ξε­φόρ­τω­σε τὸ κι­βώ­τιο ἀ­πὸ τὸ φορ­τη­γὸ καί, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, τὸ πέ­τα­ξε στὴν τά­φρο ποὺ ἦ­ταν ξέ­χει­λη ἀ­πὸ χι­λιά­δες ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α κι­βώ­τια.

       Πλη­σί­α­σε τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ρώ­τη­σε: «Σὲ εἶ­δα νὰ βγά­ζεις ἐ­κεῖ­νο τὸ κι­βώ­τιο ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο μου. Τί εἶ­χε μέ­σα; Καὶ τί εἶ­ναι ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ κι­βώ­τια;»

       Ἐ­κεῖ­νος τὸν κοί­τα­ξε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε: «Ἔ­χω κι ἄλ­λα στὸ φορ­τη­γὸ γιὰ πέ­τα­μα. Δὲν τὸ ξέ­ρεις; Εἶ­ναι οἱ μέ­ρες.»

       «Ποι­ὲς μέ­ρες;»

       «Οἱ μέ­ρες σου.»

       «Οἱ μέ­ρες μου;»

       «Οἱ χα­μέ­νες σου μέ­ρες. Οἱ μέ­ρες ποὺ ἔ­χα­σες. Δὲν τὶς πε­ρί­με­νες, ἔ; Ἦρ­θαν. Τί ἔ­κα­νες γιὰ αὐ­τές; Κοί­τα­ξέ τες, εἶ­ναι ἀ­νέ­πα­φες, ἀ­κό­μα ζω­η­ρές. Καὶ τώ­ρα…»

       Ὁ Κα­ζί­ρα κοί­τα­ξε. Τὰ κι­βώ­τια σχη­μά­τι­ζαν ἕ­να πε­λώ­ριο σω­ρό. Κα­τέ­βη­κε τὴν πλα­γιὰ κι ἄ­νοι­ξε ἕ­να.

       Μέ­σα ἦ­ταν ἕ­νας φθι­νο­πω­ρι­νὸς δρό­μος καὶ στὸ βά­θος ἡ Γκρα­τσι­έλ­λα, ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά του, ποὺ ἔ­φευ­γε ὁ­ρι­στι­κά. Κι αὐ­τὸς οὔ­τε κὰν τὴν κα­λοῦ­σε.

       Ἄ­νοι­ξε ἕ­να δεύ­τε­ρο. Ἦ­ταν ἕ­να δω­μά­τιο νο­σο­κο­μεί­ου καὶ στὸ κρε­βά­τι ὁ ἀ­δελ­φός του, ὁ Τζό­σου­α, ποὺ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος καὶ τὸν πε­ρί­με­νε· αὐ­τὸς ὅ­μως ἔ­τρε­χε γιὰ τὶς δου­λει­ές του.

       Ἄ­νοι­ξε ἕ­να τρί­το. Στὸ κάγ­κε­λο τοῦ πα­λιοῦ φτω­χι­κοῦ σπι­τιοῦ στε­κό­ταν ὁ Ντιούκ, ὁ πι­στὸς μο­λοσ­σός, ποὺ τὸν πε­ρί­με­νε ἐ­δῶ καὶ δυ­ὸ χρό­νια, πα­ρα­τη­μέ­νος, πε­τσὶ καὶ κόκ­κα­λο. Μὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν σκε­φτό­ταν νὰ γυ­ρί­σει.

       Αἰ­σθάν­θη­κε ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ στο­μά­χι. Ὁ ἐκ­φορ­τω­τὴς στε­κό­ταν στη­τὸς στὸ χεῖ­λος τῆς χα­ρά­δρας, ψυ­χρὸς σὰν ἐ­κτε­λε­στής.

       «Κύ­ρι­ε!» φώ­να­ξε ὁ Κα­ζί­ρα. «Ἀ­κοῦ­στέ με. Ἀ­φῆ­στέ με νὰ πά­ρω μό­νο αὐ­τὰ τὰ τρί­α κι­βώ­τια. Σᾶς ἱ­κε­τεύ­ω. Μό­νο αὐ­τὰ τὰ τρί­α. Εἶ­μαι πλού­σιος. Θὰ σᾶς δώ­σω ὅ,τι θέ­λε­τε.»

       Ὁ ἐκ­φορ­τω­τὴς ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι σὰν νὰ ἔ­δει­χνε ἕ­να ἀ­πρό­σι­το μέ­ρος, σὰν νὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά, ὅ­τι κα­μιὰ βελ­τί­ω­ση δὲν ἦ­ταν πι­θα­νή. Με­τὰ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ὡς διὰ μα­γεί­ας καὶ μο­νο­μιᾶς ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε κι ὁ γι­γαν­τια­ῖος σω­ρὸς τῶν μυ­στη­ρι­ω­δῶν κι­βω­τί­ων. Καὶ ἡ σκιὰ τῆς νύ­χτας ἔ­πε­φτε.


Δραματοποίηση: Monica Mainardi


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Κυ­πα­ρίσ­σια


04-buzzati-kyparissia-mtf-apotaitalikap-fournarisl319-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Κυ­πα­ρίσ­σια

(Cipressi)


08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΧΩ ΤΗΝ ΤΥΧΗ νὰ εἶ­μαι ἰ­δι­ο­κτή­της ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου κή­που μὲ δέν­δρα σὲ στὺλ 18ου αἰ­ώ­να —ὄ­χι με­γά­λου, ἀλ­λὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς—, ποὺ μοιά­ζει μὲ τὸν κῆ­πο τοῦ Νεγ­κράρ, πά­νω ἀ­πὸ τὴν Βε­ρό­να. Δυ­ὸ μο­νο­πά­τια τοῦ κή­που εἶ­ναι χα­ραγ­μέ­να πά­νω σε ἀ­πό­το­μη ἀ­νη­φο­ριὰ μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ ἡ τε­λευ­ταί­α γραμ­μὴ τοῦ λι­βα­διοῦ ται­ριά­ζει ἀ­κρι­βῶς μὲ τὸν μα­κρι­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα τοῦ φρά­χτη τοῦ Λε­ο­πάρ­ντι. Τὰ μο­νο­πά­τια πλαι­σι­ώ­νον­ται, κι ἀπ΄ τὶς δυ­ὸ πλευ­ρές, ἀ­πὸ πα­ρά­ξε­να κυ­πα­ρίσ­σια ποὺ ὁ κη­που­ρός, προ­φα­νῶς ἀ­πὸ μό­νος του, τὰ ὀ­νό­μα­σε «τε­ρα­τό­μορ­φα». Ἀν­τὶ νὰ ὀρ­θώ­νον­ται στη­τὰ καὶ συμ­πα­γῆ σὰν λαμ­πά­δες, ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ βγά­ζουν πα­ρά­ξε­νες δι­α­κλα­δώ­σεις ποὺ τοὺς δί­νουν ἐκ­πλη­κτι­κὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα: ἀν­θρώ­πι­νες μορ­φές, κου­κου­βά­γι­ες, ἱπ­πό­καμ­ποι, ἄγ­γε­λοι, δρά­κοι, φαν­τά­σμα­τα. Λοι­πόν, ἕ­να βρά­δυ πρὶν ἀ­πὸ ἑ­πτὰ χρό­νια, κα­θὼς περ­νοῦ­σα μο­να­χός μου ἀ­πὸ ἕ­να ἀπ΄ τὰ μο­νο­πά­τια, σή­κω­σα τὰ μά­τια μου κι ἀ­να­τρί­χια­σα κα­θὼς ἀ­να­γνώ­ρι­σα, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν κυ­πα­ρισ­σι­ῶν ποὺ φω­τι­ζό­ταν ἀπ΄ τὸ στερ­νὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου, τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἑ­νὸς ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους μου φί­λους ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει πρό­σφα­τα. Ὀ­πτι­κὴ ἀ­πά­τη; Αὐ­θυ­πο­βο­λὴ ποὺ προ­κα­λεῖ­ται, ἕ­νας θε­ὸς ξέ­ρει, ἀ­πὸ ποι­ό ἐ­ρέ­θι­σμα τοῦ ἀ­συ­νει­δή­του; Γιὰ νὰ δι­α­ψεύ­σω τὴν πρώ­τη ἐν­τύ­πω­ση, κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ χα­ρού­με­νη, με­τα­κι­νή­θη­κα με­ρι­κὰ μέ­τρα καὶ ξα­να­κοί­τα­ξα τὸ κυ­πα­ρίσ­σι. Ἀλ­λὰ ἡ τα­ρα­χή μου πα­ρέ­μει­νε ἴ­δια. Τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ φί­λο μου, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔ­τσι, ἔ­βλε­πα τὴν πλά­τη καὶ τὸ σβέρ­κο, ἀ­πὸ κά­τω πρὸς τὰ πά­νω· καὶ ἡ ὁ­μοι­ό­τη­τα ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τη.

       Μή­πως γερ­νά­ω; Μὲ τὸν και­ρὸ κι ἄλ­λα πρά­σι­να, ἀν­θρώ­πι­να ὁ­μοι­ώ­μα­τα σχη­μα­τί­στη­καν στὶς κορ­φὲς τῶν κυ­πα­ρισ­σι­ῶν· κα­θέ­να πῆ­ρε τὸ σχῆ­μα, τὴν ἔκ­φρα­ση, μέ­χρι καὶ τὴ μορ­φὴ φί­λων ποὺ μὲ τὸν και­ρὸ χα­θῆ­καν. Ἤ­δη ἀ­να­γνω­ρί­ζω ὀ­χτώ. Τώ­ρα πιὰ δὲ μὲ φο­βί­ζουν· κά­θε ἄλ­λο: τὴ νύ­χτα, ὅ­ταν κοι­μᾶ­μαι στὴν κον­τι­νὴ βί­λα, ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι μὲ φυ­λᾶ­νε σὰν πι­στοὶ φύ­λα­κες. Τὶς μέ­ρες ποὺ φυ­σά­ει τοὺς κοι­τά­ζω πολ­λὴ ὥ­ρα: λι­κνί­ζον­ται, ὅ­λοι μα­ζί, καρ­τε­ρι­κά, σὲ κά­θε ρι­πὴ τοῦ ἀ­νέ­μου. Καὶ γέρ­νον­τας τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὴ μιὰ με­ριά, ὅ­λοι μα­ζί, μοιά­ζει νὰ θέ­λουν νὰ μοῦ ποῦν: «Ἐμ­πρός, κου­ρά­γιο, για­τί δὲν ἔρ­χε­σαι κι ἐ­σύ;»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Οἱ γρα­φιά­δες


03-buzzati-oigrafiades-mtf-apotaitalikap-fournarisl1151-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Οἱ γρα­φιά­δες

(Gli scrivani)


09-Mi-589px-M_LeMannequinΕΣ ΣΤΗΝ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΑΙΘΟΥΣΑ βρί­σκον­ται στοι­χι­σμέ­να τὸ ἕ­να πί­σω ἀπ΄τὸ ἄλ­λο, ἑ­κα­τον­τά­δες, χι­λιά­δες τρα­πέ­ζια. Πά­νω σὲ κά­θε τρα­πέ­ζι μιὰ γρα­φο­μη­χα­νή. Σὲ κά­θε τρα­πέ­ζι κά­θε­ται ἕ­νας ἄν­θρω­πος.

       Κα­τὰ ἑ­κα­τον­τά­δες, κα­τὰ χι­λιά­δες, γρά­φου­με ἀ­να­φο­ρές, ἱ­στο­ρί­ες καὶ μύ­θους γιὰ τὸν Κύ­ριο καὶ Ἀ­φέν­τη Μας. Εἴ­μα­στε οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Βα­σι­λιᾶ. Κά­θε τό­σο περ­νᾶ ἕ­νας ὑ­πη­ρέ­της γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει τὶς γραμ­μέ­νες σε­λί­δες. Αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Κύ­ριός μας τὶς δι­α­βά­ζει ὅ­λες. Ἀν­τι­θέ­τως, με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ μᾶς συ­νε­χί­ζουν νὰ γρά­φουν μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ὴ χω­ρὶς ὁ Κύ­ριος καὶ Ἀ­φέν­της μας νὰ ἔ­χει δι­α­βά­σει ἀπ΄ αὐ­τὰ οὔ­τε μιὰ ἀ­ρά­δα.

       Εἴ­μα­στε οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Βα­σι­λιᾶ. Κι ἐ­γὼ βρί­σκο­μαι ἐ­δῶ, γιὰ νὰ γρά­φω, πολ­λὰ χρό­νια. Μπρο­στά μου, ἔ­χον­τας γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη του, δου­λεύ­ει ὁ Ἀν­τώ­νιο Σκοκ­κιά­ρι, κοι­νω­νι­ο­λό­γος, ἐ­πι­φορ­τι­σμέ­νος νὰ γρά­φει τὶς ὁ­μι­λί­ες τῶν κυ­ρί­ων ὑ­πουρ­γῶν· ἀ­ρι­στε­ρά, ὁ Γκέλ­μο Βά­ι­σχορν, εἰ­ση­γη­τής, ψυ­χρὸς κι ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κός· δε­ξιά, ὁ Κα­θη­γη­τὴς Μί­ρο Κα­στε­νέν­το­λο, ἱ­στο­ρι­κός· πί­σω μου, ὁ Ἀ­σκά­νιο Ἰν­τε­λι­κά­το, ποι­η­τὴς – ὁ θε­ὸς νὰ τὸν ἔ­χει κα­λά.

       Ξαφ­νι­κά, κλάκ, ἡ γρα­φο­μη­χα­νή μου ἔ­κα­νε ἕ­ναν δυ­να­τὸ κρό­το, μιὰ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα ἄ­να­ψε πά­νω ἀ­πὸ τὸ πλη­κτρο­λό­γιο κι ὅ­λοι γύ­ρι­σαν νὰ μὲ κοι­τά­ξουν.

       Γύ­ρι­σαν ὅ­λοι νὰ μὲ κοι­τά­ξουν, για­τί αὐ­τὸς ὁ κρό­τος καὶ αὐ­τὴ ἡ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα σή­μαι­ναν τὴν κα­τα­δί­κη μου. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ στιγ­μή, λό­γῳ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στης βου­λῆς τοῦ Ἀ­φέν­τη Μας, ἐ­γὼ ἔ­πρε­πε νὰ συ­νε­χί­σω νὰ γρά­φω ἀ­στα­μά­τη­τα, ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὶς πο­λὺ σύν­το­μες παύ­σεις ποὺ ἀ­παι­τοῦν­ται γιὰ τὶς σω­μα­τι­κὲς ἀ­νάγ­κες. Ἂν στα­μα­τοῦ­σα, θὰ ἐρ­χό­ταν ὁ θά­να­τος.

       Ἄ­ρα­γε, μὲ ποιόν τρό­πο μὲ εἶ­χαν κοι­τά­ξει οἱ σύν­τρο­φοί μου; Μὲ λύ­πη ἢ μὲ φθό­νο; Ἤ­μουν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κα­τα­δι­κα­σμέ­νος ἢ ἐ­πι­λεγ­μέ­νος;

       Στὴ γλώσ­σα μας ἡ «κλή­ση» εἶ­ναι ἕ­νας βα­ρυ­σή­μαν­τος τί­τλος. Συμ­βαί­νει σπά­νια. Ἐ­δῶ καὶ ἐν­νιὰ χρό­νια, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, κα­νεὶς δὲν ἔ­χει πά­ρει αὐ­τὸν τὸν τί­τλο στὴν αἴ­θου­σά μας· καὶ κα­νεὶς δὲν τὸν ἔ­χει δι­α­τη­ρή­σει πά­νω ἀ­πὸ πέν­τε χρό­νια.

       Ἡ «κλή­ση» ἀ­φο­ρᾶ, σχε­δὸν πάν­τα, γρα­φιά­δες κά­ποι­ας ἡ­λι­κί­ας. Σπα­νί­ζει στοὺς νέ­ους. Ἀ­κρι­βῶς γι΄ αὐ­τὸ τὸ λό­γο πολ­λοὶ θε­ω­ροῦν ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ τι­μω­ρί­α, ἀλ­λὰ γιὰ ὑ­ψη­λὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­πὸ μέ­ρους τοῦ Κυ­ρί­ου Μας πού, ἔ­χον­τας μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­γά­πη γιὰ τὸ ἔρ­γο ἑ­νὸς συγ­κε­κρι­μέ­νου γρα­φιά, ἀ­πὸ φό­βο μὴν ζη­τή­σει σύν­τα­ξη καὶ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ δου­λειά, τὸν κρα­τά­ει μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ τοῦ θα­νά­του.

       Ἄλ­λοι, ἀν­τί­θε­τα, πι­στεύ­ουν ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ θε­τι­κὴ ἀ­πο­τί­μη­ση, ἀλ­λὰ ἁ­πλῶς γιὰ κά­ποι­ο ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ κα­πρί­τσια πού, κα­μιὰ φο­ρά, ἀ­ρέ­σουν στοὺς ἰ­σχυ­ρούς. Πραγ­μα­τι­κά, ὑ­πάρ­χουν πα­λι­ὲς πε­ρι­πτώ­σεις γρα­φιά­δων ποὺ «κλή­θη­καν», ἂν καὶ δὲν εἶ­χαν πα­ρὰ μέ­τρια προ­σόν­τα.

       Ἀν­τι­κρου­ό­με­νες ὡ­στό­σο εἶ­ναι οἱ ἀ­πό­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ «κλή­ση». Ἄλ­λοι πι­στεύ­ουν ὅ­τι ἡ ἀ­πει­λὴ τοῦ θα­νά­του —ποὺ ἔρ­χε­ται στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ στα­μα­τή­σεις νὰ ἐρ­γά­ζε­σαι— θο­λώ­νει τὸ νοῦ καὶ μει­ώ­νει τὴ ζω­τι­κό­τη­τα, ὥ­στε με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο και­ρὸ ὁ ἄν­θρω­πος νὰ σπά­ει, νὰ στα­μα­τά­ει νὰ γρά­φει καὶ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται στὴ μοί­ρα του. Ἄλ­λοι, ἀν­τί­θε­τα, ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ἡ μοι­ραί­α ἀλ­λα­γὴ ἐ­ρε­θί­ζει καὶ πολ­λα­πλα­σιά­ζει τὶς προ­σπά­θει­ες, φέρ­νον­τας μιὰ και­νούρ­για νι­ό­τη· ἔ­τσι ὁ δι­α­λεγ­μέ­νος ἀν­τέ­χει γιὰ μιὰ μα­κρὰ πε­ρί­ο­δο γρά­φον­τας ἀ­να­φο­ρές, ἱ­στο­ρί­ες καὶ μύ­θους μὲ ὁ­λο­έ­να με­γα­λύ­τε­ρη ἀρ­τι­ό­τη­τα.

       Μά, ἂν ὁ γρα­φιὰς στα­μα­τή­σει, πῶς ἔρ­χε­ται ὁ θά­να­τος; Ὅ­ταν οἱ δυ­νά­μεις μου λι­γο­στέ­ψουν, μὲ ποι­όν τρό­πο θὰ πε­θά­νω; Τὸ πράγ­μα εἶ­ναι ἀ­βέ­βαι­ο. Συ­νή­θως ἀ­πο­κλεί­ε­ται ἡ ἐ­πέμ­βα­ση τοῦ δή­μιου τῆς αὐ­λῆς. Κα­νέ­νας βί­αι­ος θά­να­τος. Μᾶλ­λον φαν­τά­ζε­ται κα­νεὶς ἕ­να θλι­βε­ρὸ τέ­λος ἀ­πὸ ἀ­σι­τία, ἀ­φοῦ ὁ δυ­στυ­χὴς δὲν θὰ ἔ­χει πιὰ τὴν εὔ­νοι­α τοῦ Κύ­ριου καὶ Ἀ­φέν­τη, δη­λα­δὴ τὸ μο­να­δι­κὸ λό­γο ὕ­παρ­ξής του.

       Ὑ­πάρ­χει, ἐ­πί­σης, καὶ μιὰ ἄλ­λη θε­ω­ρί­α. Ἴ­σως ὁ θά­να­τος νὰ μὴν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ πλα­τω­νι­κὴ ἀ­πει­λή. Ἴ­σως ὁ γρα­φιὰς νὰ στα­μα­τά­ει νὰ δου­λεύ­ει, ὁ Ἄρ­χον­τας νὰ τὸν συγ­χω­ρεῖ, καί, ἐν ἀ­γνοί­ᾳ ὅ­λων νὰ τοῦ ἀ­πο­νέ­μει ἀ­κό­μη κι ἕ­να ἔ­πα­θλο. Ἀ­φε­λεῖς οὐ­το­πί­ες.

       Ἡ γρα­φο­μη­χα­νή μου ἔ­κα­νε ἕ­να κρό­το, ἡ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα ἄ­να­ψε. Ὅ­λοι γύ­ρι­σαν νὰ μὲ κοι­τά­ξουν.

       Μό­νο ἐ­γώ, μὲς στὴν τε­ρά­στια αἴ­θου­σα, «κλή­θη­κα». Ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ σχο­λά­σου­με ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι θὰ φύ­γουν· ἐ­γὼ θὰ συ­νε­χί­σω νὰ γρά­φω, νὰ γρά­φω ὣς τὴν πιὸ βα­θιὰ νύ­χτα. Καὶ τὴν αὐ­γή, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να σύν­το­μο ὕ­πνο πά­νω σε ἕ­να αὐ­το­σχέ­διο κρε­βά­τι, φτι­αγ­μέ­νο σὲ μιὰ γω­νιὰ ἀ­πὸ τὸν φύ­λα­κα, θὰ ξα­ναρ­χί­σω τὴ δου­λειά. Πο­τέ ξα­νὰ μιὰ μέ­ρα ἀ­νά­παυ­σης, πο­τέ ξα­νὰ δι­α­κο­πές. Κι ἂν μιὰ μέ­ρα δὲν τὰ κα­τα­φέ­ρω νὰ συ­νε­χί­σω, καὶ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω ὁ­ρι­στι­κὰ τὸ πλη­κτρο­λό­γιο, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν τὸ τέ­λος.

       Ὁ κα­θη­γη­τὴς Κα­στε­νέν­το­λο, ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς ποὺ δου­λεύ­ει δί­πλα μου, εἶ­ναι πιὰ γέ­ρος καὶ μὲ ἀ­γα­πά­ει.

       «Μὴν τὸ βά­ζεις κά­τω», λέ­ει. «Ἀ­φοῦ σὲ φώ­να­ξε ὁ Ἀ­φέν­της Μας, αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι σοῦ ἔ­χει με­γά­λη ἐ­κτί­μη­ση.»

       «Μά, δὲν μπο­ρῶ νὰ φύ­γω πιὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις; Ἐ­σεῖς σὲ λί­γο θὰ γυ­ρί­σε­τε σπί­τι σας, θὰ ξα­να­δεῖ­τε τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους σας, μπο­ρεῖ­τε νὰ ξε­σκά­σε­τε, νὰ γε­λά­σε­τε, νὰ δι­α­σκε­δά­σε­τε, νὰ τρι­γυρ­νᾶ­τε στὰ δά­ση καὶ στὰ λι­βά­δια. Ἐ­γώ, ὅ­μως, ὄ­χι. Ἐ­γὼ μό­νο θὰ γρά­φω, θὰ γρά­φω. Μέ­χρι πό­τε θὰ ἀν­τέ­ξω;»

       «Ποι­ός ξέ­ρει; Ἴ­σως ὁ Κύ­ριος καὶ Ἀ­φέν­της Μας, ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ γρά­φεις, νὰ κα­τέ­βει ἐ­δῶ νὰ σὲ βρεῖ καὶ νὰ σὲ προ­σκα­λέ­σει σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ θρυ­λι­κά του γλέν­τια. Γιὰ κά­ποι­ο λό­γο δι­α­φέ­ρεις ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ἀλ­λι­ῶς δὲ θὰ σὲ “κα­λοῦ­σε”. Γιὰ σκέ­ψου καὶ μέ­να. Εἶ­μαι ἱ­στο­ρι­κός, γέ­ρος καὶ κου­ρα­σμέ­νος, σή­με­ρα ἔ­βα­λα τε­λεί­α στὴν πραγ­μα­τεί­α μου πά­νω στὶς δυ­αρ­χί­ες τοῦ ὕ­στε­ρου Με­σαί­ω­να, ποὺ θὰ εἶ­ναι καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α μου δου­λειά, ἀ­φοῦ αὔ­ριο, ὅ­πως ξέ­ρεις, βγαί­νω στὴ σύν­τα­ξη. Παρ΄ ὅ­λα αὐ­τά σε ζη­λεύ­ω. Ἀ­πο­χω­ρῶ ἀ­πὸ τὴ δου­λειὰ ἄ­ση­μος κι ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νος, γνω­ρί­ζω κα­λὰ ὅ­τι ὁ Κύ­ριος καὶ Ἀ­φέν­της ἀ­γα­πᾶ δι­η­γή­μα­τα σὰν τὰ δι­κά σου καὶ δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ ἱ­στο­ρί­α.» (Πράγ­μα ποὺ δὲν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια· ἀν­τι­θέ­τως μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια εἶ­ναι πα­θι­α­σμέ­νος μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ δὲ δι­α­βά­ζει σχε­δὸν τί­πο­τε ἄλ­λο.)

       Σύν­το­μες κου­βέν­τες. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ χα­λα­ρώ­σου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ση­μα­σί­α ἔ­χει νὰ γρά­φεις, νὰ γρά­φεις: αὐ­τὸς ἱ­στο­ρί­α, ἐ­γὼ ἄ­χρη­στα πα­ρα­μύ­θια. Ἀλ­λὰ σὲ λί­γο αὐ­τός, ὁ Κα­στε­νέν­το­λο, θὰ φύ­γει, ἐ­νῶ ἐ­γὼ θὰ συ­νε­χί­σω νὰ δου­λεύ­ω.

       Τὸ φῶς τοῦ πρω­ι­νοῦ λι­γο­στεύ­ει σι­γὰ- σι­γὰ κα­θὼς βρα­διά­ζει. Ντάν! τὸ καμ­πα­νά­κι ση­μαί­νει τὸ τέ­λος τοῦ ὡ­ρα­ρί­ου.

       Ἑ­κα­τό, χί­λιοι συ­νά­δελ­φοι γρα­φιά­δες ποὺ βρί­σκον­ται γύ­ρω μου στα­μα­τοῦν νὰ χτυ­πᾶ­νε τὰ πλῆ­κτρα ταυ­τό­χρο­να, ση­κώ­νον­ται, βά­ζουν τὸ πλα­στι­κὸ κά­λυμ­μα στὴν μη­χα­νή τους καὶ προ­χω­ροῦν πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο σὰν με­λαγ­χο­λι­κοὶ μέρ­μηγ­κες, ρί­χνον­τάς μου κλε­φτὲς μα­τι­ές· ἐ­γώ, ἀν­τί­θε­τα, μέ­νω.

       Ἀ­κό­μη κι ὁ κα­θη­γη­τὴς Κα­στε­νέν­το­λο ἔ­χει ση­κω­θεῖ· μὲ κοι­τᾶ καὶ χα­μο­γε­λᾶ ὅ­λο κα­λο­σύ­νη:

       «Σὲ χαι­ρε­τῶ, ἀ­γα­πη­τέ μου φί­λε, αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο βρά­δυ ποὺ εἴ­μα­στε μα­ζί. Μὴ φο­βᾶ­σαι. Ἐ­σὺ εἶ­σαι ὁ ἐ­κλε­κτός, ὁ ξε­χω­ρι­στός. Ἐ­γὼ φεύ­γω στὸ σκο­τά­δι, τώ­ρα πιὰ τὸ μό­νο ποὺ χρει­ά­ζο­μαι εἶ­ναι ξε­κού­ρα­ση.»

       Βγά­ζει ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι τὸ πλα­στι­κὸ κά­λυμ­μα, τὸ ἁ­πλώ­νει, τὸ τεν­τώ­νει γιὰ νὰ τοῦ δώ­σει τὸ σχῆ­μα τοῦ θό­λου καὶ νὰ σκε­πά­σει τὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τοῦ συ­νο­μο­λο­γού­με­νου μό­χθου.

       Κλάκ, κλάκ, δυ­ὸ φο­ρὲς ἕ­νας ξε­ρὸς καὶ μο­χθη­ρὸς χτύ­πος βγαί­νει ἀ­πὸ τὴ μη­χα­νὴ τοῦ Κα­στε­νέν­το­λο. Καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὸ πλη­κτρο­λό­γιο ἀ­νά­βει ἡ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα. «Κλη­θείς» κι αὐ­τός, ἀ­κρι­βῶς τὴν ὕ­στα­τη στιγ­μὴ τῆς κα­ρι­έ­ρας του.

       Μέ­νει ἐ­κεῖ, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος. Ἔ­χει γί­νει ἄ­σπρος σὰν τὸ κε­ρί. Ἀλ­λά, κα­τε­βά­ζει ἀρ­γὰ τὸ πλα­στι­κὸ κά­λυμ­μα, τὸ ἁ­πλώ­νει μὲ προ­σο­χὴ πά­νω στὴ μη­χα­νὴ καὶ ἰ­σι­ώ­νει τὴν τσά­κι­ση.

       Μὲ κοι­τά­ει ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρά.

       «Δὲν γί­νε­ται, ὄ­χι. Γειά σου. Δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο. Ὅ,τι θέ­λει ἂς γί­νει.»

       Βγῆ­κε ἀπ΄τὴν αἴ­θου­σα τε­λευ­ταῖ­ος, βα­δί­ζον­τας πρὸς τὸ πε­πρω­μέ­νο του.

       Ἔ­μει­να μό­νος μέ­σα στὴ βα­θιὰ σι­ω­πή. Ἄ­να­ψα τὴ λάμ­πα. Καὶ στὸ ἀ­μυ­δρὸ φῶς, πε­ρι­κυ­κλω­μέ­νος ἀπ΄τὸ σκο­τά­δι, γρά­φω, γρά­φω.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ἡ ποί­η­ση


02-buzzati-ipoiisi-mtf-apotaitalikap-fournarisl657-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ἡ ποί­η­ση

(La poesia)


06-sΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑ τῆς θα­λα­μη­γοῦ του, ὁ Τζόρ­τζιο Κάμ, ἰ­δι­ο­κτή­της με­ταλ­λεί­ων, εἶ­χε τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ σώ­σει ἕ­ναν νε­α­ρὸ ποὺ πά­λευ­ε μὲ τὰ κύ­μα­τα. Ἦ­ταν ἕ­νας νε­α­ρού­λης ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς, ποὺ προ­έ­κυ­ψε ὅ­τι ἦ­ταν καὶ παι­δὶ τοῦ Θε­οῦ. Αὐτὸς, ἐ­πει­δὴ τοῦ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος, ἔ­στει­λε νὰ τὸν φω­νά­ξουν καὶ τὸν ρώ­τη­σε τί ἀν­τα­μοι­βὴ θὰ ἤ­θε­λε.

       «Αἰ­σθά­νο­μαι εὐ­γνώ­μων», ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της με­ταλ­λεί­ων, «ἀλ­λά, για­τί μοῦ κά­νεις αὐ­τὴ τὴν προ­σφο­ρὰ μὲ τό­σο ἐ­πι­τι­μη­τι­κὸ τρό­πο;»

       «Στὴ θέ­α πλου­σί­ων τοῦ εἴ­δους σου χα­λι­έ­μαι λί­γο, ἀλ­λὰ μὴ δί­νεις ση­μα­σί­α· ὅ­λοι ἔ­χου­με τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες μας. Πές μου κα­λύ­τε­ρα μιὰ ἐ­πι­θυ­μί­α σου. Ὅ­σο δύ­σκο­λος κι ἂν εἶ­μαι, θὰ κά­νω ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο μπο­ρῶ.»

       Ὁ Κάμ, ποὺ περ­νι­ό­ταν γιὰ δι­α­νο­ού­με­νος καὶ προ­σκα­λοῦ­σε συ­χνὰ στὶς δε­ξι­ώ­σεις του φι­λο­σό­φους, συγ­γρα­φεῖς, ζω­γρά­φους, μου­σι­κούς, θέ­λη­σε νὰ κά­νει κα­λὴ ἐν­τύ­πω­ση:

       «Θὰ ἤ­θε­λα νὰ μοῦ κά­νεις δῶ­ρο τὴν ποί­η­ση.»

       «Τί εἴ­δους ποί­η­ση;»

       «Τὴν ποί­η­ση τοῦ Γου­όλ­τερ Τριμ­πο­λάν­τι.» Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ εἶ­χε ἀ­κού­σει νὰ μι­λοῦν πο­λὺ γι΄ αὐ­τὸν τὸ νε­α­ρὸ ποι­η­τή, κι ὁ ἴ­διος τὸν εἶ­χε δι­α­βά­σει, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ὡ­στό­σο νὰ κα­τα­λά­βει τί­πο­τα.

       «Αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα», εἶ­πε ὁ Θε­ός. «Τὰ ποι­ή­μα­τα τοῦ Τριμ­πο­λάν­τι που­λι­οῦν­ται σὲ ὅ­λα τὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α· ἂν θυ­μᾶ­μαι κα­λά, γιὰ χί­λι­ες πεν­τα­κό­σι­ες λί­ρες τὸ ἕ­να.»

       «Δὲν ἐν­νο­οῦ­σα αὐ­τό. Θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα νὰ μοῦ χα­ρί­σεις τὴν ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ ὁ­ρι­σμέ­νοι φί­λοι μου ὁρ­κί­ζον­ται ὅ­τι ἀν­τλοῦν ἀ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς στί­χους, καὶ ποὺ ἐ­γὼ προ­σπά­θη­σα μά­ται­α ν΄ἀ­πο­κτή­σω.»

       Ὁ Θε­ὸς κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι του: «Δὲν εἶ­ναι πράγ­μα­τα αὐ­τὰ γιὰ σέ­να, πί­στε­ψέ με. Ἄλ­λο δῶ­ρο θὰ σοῦ ταί­ρια­ζε.»

       «Τί ἄλ­λο νὰ ζη­τή­σω;» ἀ­πάν­τη­σε ὁ με­γι­στά­νας. «Ὅ­λα τὰ ἄλ­λα τὰ ἔ­χω ἤ­δη. Μό­νο ἡ ποί­η­ση μοῦ λεί­πει.»

       «Ἀ­φοῦ ἐ­πι­μέ­νεις», εἶ­πε ὁ παν­το­δύ­να­μος, «θὰ σὲ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σω μὲ αὐ­τήν». Κι ἔ­βγα­λε ἀπ΄τὸν μαν­δύ­α του ἕ­να μι­κρὸ πα­κέ­το τυ­λιγ­μέ­νο μὲ γα­λα­νὸ χαρ­τὶ καὶ δε­μέ­νο μὲ μιὰ χρυ­σα­φιὰ κορ­δέ­λα. «Ἐ­δῶ μέ­σα εἶ­ναι ἡ ποί­η­ση ποὺ ἐ­πι­θυ­μεῖς. Ἀλ­λὰ μὴ στε­νο­χω­ρη­θεῖς, ἂν δὲν μπο­ρέ­σεις νὰ βρεῖς τὸ εὐ­ερ­γέ­τη­μα ποὺ πε­ρι­μέ­νεις.»

       Ὁ Κάμ, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε πρῶ­τα μιὰ ὑ­πό­κλι­ση, ἔ­φυ­γε μὲ τὸ πα­κέ­το του ποὺ ἦ­ταν τό­σο ἐ­λα­φρὺ σὰν νὰ ἦ­ταν ἄ­δει­ο. Ἀ­νέ­βη­κε στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ πῆ­ρε τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο του δρό­μο. Λό­γῳ τῆς θε­ϊ­κῆς πρό­σκλη­σης εἶ­χε ἀ­να­βάλ­λει πολ­λὲς ἐ­πεί­γου­σες ὑ­πο­θέ­σεις.

       Πράγ­μα­τι, μό­λις μπῆ­κε στὸ γρα­φεῖ­ο του, ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα ἦρ­θε βι­α­στι­κὰ ὁ γραμ­μα­τέ­ας κρα­τών­τας μιὰ στοί­βα ἀ­πὸ ἔγ­γρα­φα καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ τὸν πλη­ρο­φό­ρη­σαν γιὰ μιὰ κα­το­λί­σθη­ση στὸ φρε­ά­τιο νού­με­ρο 27 – ὅ­που θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ σπεύ­σει ἀ­μέ­σως γιὰ νὰ ρί­ξει μιὰ μα­τιά. Ἀ­πὸ κεῖ, στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς 1, ἐ­δῶ καὶ μιὰ ὥ­ρα, πε­ρί­με­νε ὁ Θάν­τε­ους Φαν­τού­σκα ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει ἀ­πὸ τὴν Πρά­γα γιὰ νὰ τοῦ ὑ­πο­βάλ­λει ἕ­να σχέ­διο γιὰ συγ­χώ­νευ­ση ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς 2 ἔ­τρε­με ἀ­πὸ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α ἄλ­λος ἕ­νας ἀ­να­στα­τω­μέ­νος ἄν­θρω­πος: Ὁ Μομ­πί­λιο Σα­τούρπ —πλη­ρε­ξού­σιος των συν­δι­κα­λι­στι­κῶν ὀρ­γά­νων—, καὶ στὸν δερ­μά­τι­νο χαρ­το­φύ­λα­κά του ὑ­πῆρ­χαν ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χαν νὰ κά­νουν μὲ τὸ ξέ­σπα­σμα μιᾶς ἀ­νε­λέ­η­της, πεν­τα­ε­τοῦς ἀ­περ­γί­ας.

       Ἔ­τσι ὁ Κάμ, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἔ­χω­σε τὸ πα­κέ­το μὲ τὴν ποί­η­ση σ΄ἕ­να συρ­τά­ρι τοῦ γρα­φεί­ου του, ἀ­φέ­θη­κε νὰ πα­ρα­συρ­θεῖ ἀ­πὸ τὴ τρο­με­ρὴ κα­ται­γί­δα ποὺ ὁ ἴ­διος εἶ­χε προ­κα­λέ­σει τὴν ἡ­μέ­ρα πού, ὄν­τας φτω­χὸς με­ταλ­λω­ρύ­χος, εἶ­χε ἐ­ξο­ρύ­ξει ἀ­πὸ τὴ βα­θιὰ γῆ ἕ­να τε­ρά­στιο δι­α­μάν­τι.

       Οἱ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις οἱ συ­ζη­τή­σεις τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα οἱ συ­ναν­τή­σεις οἱ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σεις οἱ συ­νο­μι­λί­ες τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μέ­ρος τοῦ κό­σμου στὸ ἄλ­λο οἱ δε­ξι­ώ­σεις τὰ συμ­βό­λαι­α τὰ ραν­τε­βοὺ τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα οἱ συ­ναν­τή­σεις τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα ὁ­λο­έ­να αὐ­ξά­νον­ται καὶ μπάνγκ! ξαφ­νι­κὰ τὸν ξα­να­βρί­σκου­με στὸ προ­ε­δρι­κό του γρα­φεῖ­ο: ἀ­σπρο­μάλ­λης καὶ κου­ρα­σμέ­νος κοι­τά­ει γύ­ρω του σα­στι­σμέ­νος. Για­τὶ σή­με­ρα αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ πιὸ ἰ­σχυ­ρὸς ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ας τοῦ πλα­νη­τι­κοῦ συ­στή­μα­τος· ὡ­στό­σο ἀ­να­στε­νά­ζει βα­θιὰ σὰν νὰ ἦ­ταν (συγ­χω­ρέ­στε μέ!): δυ­στυ­χι­σμέ­νος. Ἀ­πὸ τὴν ὑ­πό­θε­ση τῆς ποί­η­σης, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα ση­μαν­τι­κὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χουν ἀ­πα­σχο­λή­σει τὸ μυα­λό του, δὲν ἔ­χει μεί­νει οὔ­τε ἡ πιὸ ἀ­μυ­δρὴ ἀ­νά­μνη­ση…

       Τό­τε, ψά­χνον­τας ἕ­να ἐ­νερ­γεια­κὸ ἀ­με­ρι­κά­νι­κο χά­πι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἐ­δῶ καὶ κάμ­πο­σο και­ρό, ἀ­νοί­γει τὸ δεύ­τε­ρο συρ­τά­ρι δε­ξιά. Τὸ χέ­ρι του συ­ναν­τᾶ κά­τι: ἕ­να πα­κέ­το· εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ σκο­νι­σμέ­νο, τυ­λιγ­μέ­νο μὲ γα­λά­ζιο χαρ­τί. Τὸ ζυ­γιά­ζει στὸ δε­ξί του χέ­ρι —δι­στα­χτι­κός— καὶ δὲν βρί­σκει στὰ ἐγ­κε­φα­λι­κά του ἀγ­γεῖ­α τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­να­φο­ρὰ γι΄ αὐ­τό. Κα­τα­λή­γει: «Ποιός ξέ­ρει ποι­ός ἔ­χω­σε αὐ­τὸ τὸ σκου­πί­δι ἐ­δῶ μέ­σα;» Καὶ τὸ ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει στὸ κα­λά­θι τῶν ἀ­χρή­στων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια»

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.

Ἴταλο Καλβίνο (Italo Calvino): Ἡ περιπέτεια ἑνὸς κακοποιοῦ (L’avventura di un bandito)

Calvino,Italo-IPeripeteiaEnosKakopoiou-Eikona-04


Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο (Italo Calvino)


πε­ρι­πέ­τεια ἑ­νὸς κα­κο­ποι­οῦ

(L’avventura di un bandito)

 

02-TaphΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΣΕ ἦ­ταν νὰ μὴν πια­στεῖ ἀ­μέ­σως. Ὁ Τζὶμ χώ­θη­κε στὸ κού­φω­μα μιᾶς πόρ­τας καὶ πε­ρί­με­νε. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ φά­νη­κε ὅ­τι οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ σκό­πευ­αν νὰ συ­νε­χί­σουν νὰ τρέ­χουν ἴ­σια μπρο­στά τους, ἀλ­λὰ ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σε τὰ βή­μα­τά τους νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω, νὰ στρί­βουν σ’ ἕ­να στε­νό. Πε­τά­χτη­κε ἀ­μέ­σως ἔ­ξω μὲ ἀ­νά­λα­φρες, με­γά­λες δρα­σκε­λι­ές.

          — Ἀ­κί­νη­τος ἢ πυ­ρο­βο­λοῦ­με, Τζίμ!

          «Μπρά­βο ρὲ πα­λι­κα­ρά­κια, πυ­ρο­βο­λῆ­στε!» ψι­θύ­ρι­σε ὁ Τζίμ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν κι­ό­λας ἐ­κτὸς πε­δί­ου βο­λῆς, μὲ τὰ πό­δια του νὰ φτε­ρου­γί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὰ πέ­τρι­να σκα­λο­πά­τια, στὸ λα­βύ­ριν­θο τῶν στε­νῶν σο­κα­κι­ῶν τῆς πα­λιᾶς πό­λης. Στὴν πα­λιὰ βρύ­ση πή­δη­ξε τὸ κάγ­κε­λο τῆς σκά­λας καὶ βρέ­θη­κε σὲ μιὰ στο­ὰ ποὺ γι­γάν­τω­νε τὸ θό­ρυ­βο τῶν βη­μά­των του.

          Ὅ­λα τὰ γνω­στὰ μέ­ρη ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­κλει­στοῦν: δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πά­ει οὔ­τε στὴ Λό­λα, οὔ­τε στὴ Νίλ­ντε, οὔ­τε στὴ Ρε­νέ. Τοῦ­τοι, σὲ λί­γο, θὰ ἔ­φτα­ναν παν­τοῦ, θὰ χτύ­πα­γαν ὅ­λες τὶς πόρ­τες. Ἦ­ταν μιὰ γλυ­κιὰ νύ­χτα, μὲ σύν­νε­φα τό­σο φω­τει­νὰ πά­νω ἀ­πὸ τὶς στέ­γες καὶ τὶς κα­μά­ρες ποὺ ἔ­λε­γες πὼς ἦ­ταν μέ­ρα.

          Μό­λις ξε­γλί­στρη­σε στοὺς με­γά­λους δρό­μους τῆς νέ­ας πό­λης, ὁ Μά­ριο Ἀλ­μπα­νέ­ζι, ὁ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νος Τζὶμ Μπο­λε­ρό, στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο νὰ τρέ­χει καὶ ἔ­σπρω­ξε πί­σω ἀ­πὸ τὰ αὐ­τιὰ του τὰ μαλ­λιὰ ποὺ τοῦ εἶ­χαν πέ­σει μπρο­στὰ στοὺς κρο­τά­φους. Δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα, οὔ­τε ἕ­να βῆ­μα. Μὲ προ­σο­χή, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα, πέ­ρα­σε στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ δρό­μου, ἔ­φτα­σε στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τῆς Ἀρ­μάν­τα, ἀ­νέ­βη­κε τὶς σκά­λες. Τέ­τοι­α ὥ­ρα, σί­γου­ρα, δὲ θὰ εἶ­χε κα­νέ­να στὸ σπί­τι καὶ θὰ κοι­μό­ταν. Ὁ Τζὶμ χτύ­πη­σε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα της.

          — Ποι­ὸς εἶ­ναι; ἀ­κού­στη­κε ὑ­στέ­ρα ἀ­πὸ λί­γο μιὰ θυ­μω­μέ­νη ἀν­τρι­κὴ φω­νή. Τέ­τοι­α ὥ­ρα ὁ κό­σμος κοι­μᾶ­ται… Ἦ­ταν ὁ Λι­λίν.

          — Ἄ­νοι­ξε μιὰ στιγ­μὴ Ἀρ­μάν­τα, ἐ­γὼ εἶ­μαι, ὁ Τζίμ, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τὸς μὲ σι­γα­νὴ ἀλ­λὰ σί­γου­ρη φω­νή.

          Ἡ Ἀρ­μάν­τα στρι­φο­γύ­ρι­σε στὸ κρε­βά­τι της:

          — Ἔ­λα, Τζίμ, κοῦ­κλε μου, ἀ­νοί­γω ἀ­μέ­σως, ρὲ εἶ­ναι ὁ Τζίμ. Ψά­χνει κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι της γιὰ τὸ κουμ­πὶ πού ἀ­νοί­γει αὐ­τό­μα­τα τὴν πόρ­τα, τὸ πα­τά­ει.

           Ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει ὑ­πά­κου­η. Ὁ Τζὶμ προ­χω­ρεῖ στὸ δι­ά­δρο­μο, μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες καὶ μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο. Τὸ σῶ­μα τῆς Ἀρ­μάν­τα κά­τω ἀ­πὸ τὰ σεν­τό­νια μοιά­ζει νὰ πιά­νει ὁ­λό­κλη­ρό τὸ κρε­βά­τι. Στὸ μα­ξι­λά­ρι, τὸ ἄ­βα­φτο πρό­σω­πο, κά­τω ἀ­πὸ τὴ μαύ­ρη φράν­τζα, δεί­χνει τὶς σα­κοῦ­λες καὶ τὶς ρυ­τί­δες του. Λί­γο πιὸ πέ­ρα, σὰν νὰ ἦ­ταν χω­μέ­νος ὁ­λό­κλη­ρος μέ­σα σὲ μιὰ πτυ­χὴ τῆς κου­βέρ­τας, ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ὁ σύ­ζυ­γος τῆς Λι­λίν, μὲ τὴ μι­κρο­κα­μω­μέ­νη χλω­μή του φά­τσα, ἕ­τοι­μος νὰ πα­ρα­δο­θεῖ πά­λι στὸν ὕ­πνο ποὺ τοῦ δι­α­κό­ψα­νε.

          Ὁ Λι­λὶν πρέ­πει νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ φύ­γει καὶ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πε­λά­της· γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ μπεῖ στὸ κρε­βά­τι καὶ νὰ βρεῖ δι­έ­ξο­δο στὸν ὕ­πνο, τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ τοῦ γε­μί­ζει τὶς τεμ­πέ­λι­κες μέ­ρες του. Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ ξέ­ρει ἢ νὰ θέ­λει νὰ κά­νει ὁ Λι­λίν. Ἀρ­κεῖ νὰ ἔ­χει νὰ κα­πνί­ζει καὶ εἶ­ναι ἥ­συ­χος. Ἡ Ἀρ­μάν­τα δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­ῖ ὅ­τι ὁ Λι­λὶν τῆς κο­στί­ζει τί­πο­τα σπου­δαῖα πράγ­μα­τα, χώ­ρια ἀ­πὸ τὰ κου­τιὰ τὸν κα­πνὸ ποὺ κα­πνί­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὣς τὸ βρά­δυ. Βγαί­νει τὸ πρω­ὶ μὲ τὸ κου­τί του, πά­ει στὸν πα­που­τσή, στὸν πα­λια­τζή, στὸν κα­πνο­δο­χο­κα­θα­ρι­στή, τυ­λί­γει τὸ ἕ­να τσι­γα­ρό­χαρ­το με­τὰ τὸ ἄλ­λο, κα­θι­σμέ­νος σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ σκα­μνά­κια ποὺ ἔ­χουν ὅ­λα τὰ μα­γα­ζιά, μὲ τὰ με­γά­λα σὰν τοῦ κλέ­φτη χέ­ρια του ἀ­κουμ­πι­σμέ­να πά­νω στὰ γό­να­τά του, μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ ψό­φιο βλέμ­μα του, ἀ­κού­γον­τας πάν­τα ὅλο τὸν κό­σμο σὰν νά ‘­ταν χα­φι­ές, χω­ρὶς νὰ συμ­με­τέ­χει σχε­δὸν πο­τὲ σὲ κα­μιὰ συ­ζή­τη­ση, πα­ρὰ μό­νο μὲ κά­ποι­ες σύν­το­μες φρά­σεις κι ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­να­πάν­τε­χα στρα­βο­μου­τσού­νι­κα κί­τρι­να χα­μό­γε­λά του. Τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μα­γα­ζὶ κλεί­σει, πά­ει στὸ κα­πη­λει­ὸ κι ἀ­δειά­ζει ἕ­να λί­τρο, κα­πνί­ζει ὅσα τσι­γά­ρα τοῦ ἀ­πο­μέ­νουν, μέ­χρι νὰ κα­τε­βά­σουν κι ἐ­κεῖ τὰ ρο­λά. Βγαί­νει· ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­κό­μα κό­βει βόλ­τες στὸ δρό­μο μὲ τὸ ἐ­φαρ­μο­στὸ φό­ρε­μα καὶ τὰ πρη­σμέ­να πό­δια της μέ­σα στὰ στε­νὰ γο­βά­κια. Ὁ Λι­λὶν ἐμ­φα­νί­ζε­ται, τῆς σφυ­ρί­ζει σι­γά, ψι­θυ­ρί­ζει κά­ποι­α φρά­ση γιὰ νὰ τῆς πεῖ πὼς εἶ­ναι ἀρ­γά, νὰ πά­ει γιὰ ὕ­πνο. Ἐ­κεί­νη, χω­ρὶς νὰ τὸν κοι­τά­ξει, πά­νω στὸ σκα­λὶ τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου σὰν πά­νω σὲ σκη­νὴ θε­ά­τρου, τὸ στῆ­θος συμ­πι­ε­σμέ­νο στὸ σου­τι­έν, τὸ γέ­ρι­κο σῶ­μα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρι­τσί­στι­κο φο­ρε­μα­τά­κι, μὲ τὸ νευ­ρι­κὸ πή­γαι­νε ἔ­λα τῆς τσάν­τας στὸ χέ­ρι, τοὺς κύ­κλους τῶν τα­κου­νι­ῶν πά­νω στὸ λι­θό­στρω­το, τὸ ξαφ­νι­κὸ μουρ­μού­ρι­σμα κά­ποι­ου τρα­γου­διοῦ, τοῦ ἀπαν­τᾶ ὄ­χι, πὼς ἔ­χει ἀ­κό­μα κό­σμο στὸ γύ­ρο, πὼς αὐ­τὸς μπο­ρεῖ καὶ νὰ φύ­γει, νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νει στὸ σπί­τι. Ἔ­τσι ἐ­ρω­το­τρο­πο­ῦν κά­θε βρά­δυ.

          — Λοι­πόν, Τζίμ; ρω­τά­ει ἡ Ἀρ­μάν­τα.

          Αὐ­τὸς ἔ­χει κι­ό­λας βρεῖ τὰ τσι­γά­ρα πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο καὶ ἀ­νά­βει ἕ­να.

          — Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ πε­ρά­σω ἐ­δῶ τὴ νύ­χτα. Ἤ­δη βγά­ζει τὸ σα­κά­κι, λύ­νει τὴ γρα­βά­τα.

          — Ἐν­τά­ξει Τζίμ, ἔ­λα στὸ κρε­βά­τι. Ἐ­σύ, Λι­λίν, πή­γαι­νε στὸ ντι­βά­νι, ἄν­τε Λι­λὶν κοῦ­κλε, φύ­γε, ἄσε νὰ ξα­πλώ­σει ὁ Τζίμ.

          Ὁ Λι­λὶν μέ­νει γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος σὰν πέ­τρα, ὕ­στε­ρα ση­κώ­νε­ται βγά­ζον­τας ἕ­να πα­ρά­πο­νο χω­ρὶς λέ­ξεις, ἀ­φή­νει τὸ κρε­βά­τι, παίρ­νει τὸ μα­ξι­λά­ρι του, μιὰ κου­βέρ­τα, τὸν κα­πνὸ ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, τὰ τσι­γα­ρό­χαρ­τα, τὰ σπίρ­τα, τὸ τα­σά­κι. — Ἄν­τε, Λι­λὶν κοῦ­κλε, ἄν­τε. Προ­χω­ρεῖ σκυ­φτὸς μὲ ὅ­λα τὰ συμ­πράγ­κα­λά του πρὸς τὸν κα­να­πὲ τοῦ δι­α­δρό­μου.

          Ὁ Τζὶμ ξεν­τύ­νε­ται κα­πνί­ζον­τας, δι­πλώ­νει κα­λά τὸ παν­τε­λό­νι του, τα­κτο­ποι­εῖ τὸ σα­κά­κι σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι, φέρ­νει στὸ κο­μο­δί­νο τὰ τσι­γά­ρα, τὰ σπίρ­τα, ἕ­να τα­σά­κι, μπαί­νει στὸ κρε­βά­τι. Ἡ Ἀρ­μάν­τα σβή­νει τὸ φῶς τοῦ ἀμ­πα­ζοὺρ καὶ ἀ­να­στε­νά­ζει. Ὁ Τζὶμ κα­πνί­ζει. Ὁ Λι­λὶν κοι­μᾶ­ται στὸ δι­ά­δρο­μο. Ἡ Ἀρ­μάν­τα ἀλ­λά­ζει στά­ση. Ὁ Τζὶμ σβή­νει τὸ τσι­γά­ρο στὸ τα­σά­κι. Κά­ποι­ος κτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα.

          Μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι του ὁ Τζὶμ ἀγ­γί­ζει ἤ­δη τὸ πι­στό­λι στὴν τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ, μὲ τὸ ἄλ­λο κρα­τᾶ τὴν Ἀρ­μάν­τα ἀ­πὸ τὸν ἀγ­κώ­να, νὰ εἶ­ναι προ­σε­κτι­κή. Τὸ χέ­ρι τῆς Ἀρ­μάν­τα εἶ­ναι χον­τρὸ καὶ μαλ­θα­κό· μέ­νουν γιὰ λί­γο ἔ­τσι, ἀ­κί­νη­τοι.

          — Λι­λίν, ρώ­τα ποι­ός εἶ­ναι, λέ­ει σι­γὰ ἡ Ἀρ­μάν­τα. Ὁ Λι­λίν, ἀ­πὸ τὸ δι­ά­δρο­μο, ξε­φυ­σᾶ.

          — Ποι­ὸς εἶ­ναι; λέ­ει ἄ­γαρ­μπα.

          — Ἔ­λα, Ἀρ­μάν­τα, ἐ­γὼ εἶ­μαι, ὁ Ἄν­τζε­λο.

          — Ποι­ὸς Ἄν­τζε­λο; κά­νει ἐ­κεί­νη.

          — Ὁ Ἄν­τζε­λο ὁ ἀ­στυ­νό­μος, Ἀρ­μάν­τα. Περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ σκέ­φτη­κα νὰ ἀ­νέ­βω… Μπο­ρεῖς νὰ ἀ­νοί­ξεις μιὰ στιγ­μή;

          Ὁ Τζὶμ ἔ­χει ἤ­δη βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ τοὺς κά­νει νό­η­μα νὰ σω­πά­σουν. Ἀ­νοί­γει μιὰ πόρ­τα, κοι­τά­ζει στὸν καμ­πι­νέ, παίρ­νει τὴν κα­ρέ­κλα μὲ τὰ ροῦ­χα του καὶ τὴν πά­ει ἐ­κεῖ.

          — Κα­νέ­νας δὲ μὲ ἔ­χει δεῖ. Ξεμ­πέρ­δευ­ε μὲ δαῦ­τον, γρή­γο­ρα, λέ­ει σι­γὰ καὶ κλεί­νε­ται στὸν καμ­πι­νέ.

          — Ἔ­λα Λι­λὶν κοῦ­κλε, ἔ­λα πά­λι στὸ κρε­βά­τι, ἄν­τε Λι­λίν. Ἡ Ἀρ­μάν­τα ξα­πλω­μέ­νη δι­ευ­θύ­νει τὶς με­τα­κι­νή­σεις.

          — Λοι­πόν, Ἀρ­μάν­τα, θὰ μὲ κά­νεις νὰ πε­ρι­μέ­νω ἀ­κό­μα πο­λύ; λέ­ει ὁ ἄλ­λος ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.

          Μὲ ὅ­λο τὸ πά­σο του, ὁ Λι­λὶν ση­κώ­νει κου­βέρ­τα, μα­ξι­λά­ρι, κα­πνό, σπίρ­τα, τσι­γα­ρό­χαρ­τα, τα­σά­κι, γυ­ρί­ζει στὸ κρε­βά­τι, μπαί­νει μέ­σα καὶ τρα­βά­ει τὸ σεν­τό­νι ὣς τὰ μά­τια του. Ἡ Ἀρ­μάν­τα πι­έ­ζει τὸ κουμ­πὶ καὶ ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα.

          Μπαί­νει ὁ Σόν­του, μὲ τὸ τσα­λα­κω­μέ­νο ὕ­φος τοῦ γέ­ρου ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ ποὺ φο­ρά­ει πο­λι­τι­κά, τὰ γκρί­ζα μου­στά­κια του κα­λύ­πτουν τὸ χον­τρό του πρό­σω­πο.

          — Τρι­γυ­ρί­ζεις ὣς ἀρ­γά, ἀ­στυ­νό­με, λέ­ει ἡ Ἀρ­μάν­τα.

          — Νά, ἔ­κα­να μιὰ βολ­τί­τσα, λέ­ει ὁ Σόν­του, καὶ σκέ­φτη­κα νὰ σοῦ κά­νω μιὰ ἐ­πί­σκε­ψη.

          — Τί ἤ­θε­λες;

          Ὁ Σόν­του ὀρ­θὸς στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ σκού­πι­ζε μὲ τὸ μαν­τί­λι του τὸ ἱ­δρω­μέ­νο πρό­σω­πο.

          — Τί­πο­τα, ἔ­τσι, μιὰ μι­κρὴ ἐ­πί­σκε­ψη. Κα­νέ­να νέ­ο;

          — Τί νέ­ο;

          — Μή­πως εἶ­δες κα­τὰ τύ­χη τὸν Ἀλ­μπα­νέ­ζι;

          — Τὸν Τζίμ; Τί σκά­ρω­σε πά­λι;

          — Τί­πο­τα. Κά­τι θέ­λα­με νὰ τοῦ ζη­τή­σου­με. Τὸν εἶ­δες;

          — Πρὶν τρεῖς μέ­ρες.

          — Ὄ­χι. Τώ­ρα.

          — Εἶ­ναι δυ­ὸ ὧ­ρες ποὺ κοι­μᾶ­μαι, ἀ­στυ­νό­με. Ἄλ­λα για­τί ἔρ­χε­σαι σὲ μέ­να; Πή­γαι­νε στὶς δι­κές του: τὴ Ρό­ζυ, τὴ Νίλ­ντε, τὴ Λό­λα…

          — Δὲν βγαί­νει τί­πο­τα· ὅ­ταν σκα­ρώ­νει κά­τι τὶς ἀ­πο­φεύ­γει.

          — Ἀ­πὸ ἐ­δῶ, πάν­τως, δὲν πέ­ρα­σε. Ἴ­σως ἄλ­λη φο­ρά, ἀ­στυ­νό­με.

          — Ἔ­τσι ρώ­τη­σα, Ἀρ­μάν­τα· δὲ βα­ρι­έ­σαι, χαί­ρο­μαι λοι­πὸν ποὺ σὲ εἶ­δα.

          — Κα­λη­νύ­χτα ἀ­στυ­νό­με.

          — Ἄν­τε κα­λη­νύ­χτα.

          Ὁ Σόν­του γύ­ρι­σε νὰ φύ­γει ἀλ­λὰ δὲν ἔ­φευ­γε.

          — Σκε­φτό­μου­να, τώ­ρα πιὰ κον­τεύ­ει νὰ ξη­με­ρώ­σει καὶ δὲ θὰ κά­νω ἄλ­λους γύ­ρους. Καὶ δὲ μοῦ κά­νει καρ­διὰ νὰ γυ­ρί­σω σ’ ἐκε­ῖνο τὸ ράν­τσο. Ἀ­φοῦ εἶ­μαι ἐ­δῶ, σκε­φτό­μου­να νὰ μεί­νω. Τί λὲς Ἀρ­μάν­τα;

          — Ἀ­στυ­νό­με, εἶ­σαι πάν­τα τό­σο κα­λός, ἀλ­λά, γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια, τέ­τοι­α ὥ­ρα ἔ­χω πά­ψει νὰ δέ­χο­μαι. Πῶς νὰ τὸ κά­νου­με, ἀ­στυ­νό­με, ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει καὶ τὸ δι­κό του ὡ­ρά­ριο.

          — Ἀρ­μάν­τα, ἕ­να φί­λο σὰν κι ἔ­με­να… Ὁ Σόν­του ἔ­βγα­ζε κι­ό­λας τὸ σα­κά­κι του, τὸ που­λό­βερ.

          — Εἶ­σαι ἐν­τά­ξει τύ­πος· ἂν βρι­σκό­μα­σταν, ὅ­μως, αὔ­ριο βρά­δυ;

          Ὁ Σόν­του συ­νέ­χι­σε νὰ γδύ­νε­ται: — Κα­τα­λα­βαί­νεις Ἀρ­μάν­τα, εἶ­ναι μό­νο μέ­χρι νὰ ξη­με­ρώ­σει. Λοι­πόν, κά­νε πιὸ ἐ­κεῖ.

          — Αὐ­τὸ ση­μαί­νει πὼς ὁ Λι­λὶν θὰ πά­ει στὸ ντι­βά­νι· ἄν­τε, Λι­λίν, ἄν­τε κοῦ­κλε μου, πή­γαι­νε ἀ­πὸ κεῖ.

          Ὁ Λι­λὶν ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση τῶν χε­ρι­ῶν του στὸν ἀ­έ­ρα, ὑ­στέ­ρα ἔ­ψα­ξε τὸν κα­πνὸ στὸ τρα­πε­ζά­κι, ση­κώ­θη­κε μουρ­μου­ρί­ζον­τας, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι σχε­δὸν χω­ρὶς ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του, πῆ­ρε τὸ μα­ξι­λά­ρι, τὴν κου­βέρ­τα, τὰ τσι­γα­ρό­χαρ­τα, τὰ σπίρ­τα, «Ἄν­τε Λι­λὶν κοῦ­κλε μου», βγῆ­κε σέρ­νον­τας τὴν κου­βέρ­τα στὸ δι­ά­δρο­μο. Ὁ Σόν­του στρι­φο­γύ­ρι­ζε ἤ­δη μέ­σα στὰ σεν­τό­νια.

          Στὸν καμ­πι­νὲ ὁ Τζὶμ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ τὸν οὐ­ρα­νὸ νὰ πρα­σι­νί­ζει. Εἶ­χε ξε­χά­σει τὰ τσι­γά­ρα στὸ κο­μο­δί­νο, αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ δρά­μα. Καὶ τώ­ρα ὁ ἄλ­λος εἶ­χε μπεῖ στὸ κρε­βά­τι κι αὐ­τὸς ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νει κλει­σμέ­νος ἐκε­ῖ μέ­σα μέ­χρι τὸ πρω­ί, ἀ­νά­με­σα στὸν μπιν­τὲ κι ἐ­κεῖ­να τὰ κου­τιὰ τάλκ, χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ κα­πνί­σει. Εἶ­χε ντυ­θεῖ χω­ρὶς νὰ κά­νει θό­ρυ­βο, εἶ­χε χτε­νι­στεῖ στὴν τρί­χα κοι­τά­ζον­τας τὰ μοῦ­τρα του στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ νι­πτή­ρα, πα­ρα­με­ρί­ζον­τας ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­ρώ­μα­τα, τὰ κολ­λύ­ρια, τὰ φάρ­μα­κα, τὰ ἐν­το­μο­κτό­να ποὺ γαρ­νί­ρι­ζαν τὴν κον­σό­λα. Δι­ά­βα­σε με­ρι­κὲς ἐ­τι­κέ­τες στὸ φῶς τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ, ἔ­κλε­ψε ἕ­να κου­τὶ κα­ρα­μέ­λες καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ψα­χου­λεύ­ει ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ. Δὲν εἶ­χε νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει πολ­λὰ πράγ­μα­τα: ρο­ῦ­χα μού­λια­ζαν μέ­σα στὸ νι­πτή­ρα κι ἄλ­λα ἦ­ταν ἁ­πλω­μέ­να. Βάλ­θη­κε νὰ δο­κι­μά­ζει τὶς βρύ­σες τοῦ μπιν­τέ· τὸ νε­ρὸ πε­τά­χτη­κε κά­νον­τας θό­ρυ­βο. Κι ἂν ὁ Σόν­του ἄ­κου­γε; Στὸ δι­ά­ο­λο ὁ Σόν­του καὶ ἡ φυ­λα­κή! Ὁ Τζὶμ βα­ρι­ό­τα­νε, γύ­ρι­σε στὸ νι­πτή­ρα, ἀ­ρω­μά­τι­σε τὸ σα­κά­κι του μὲ κο­λό­νια, ἔ­βα­λε μπρι­γι­αν­τί­νη. Βέ­βαι­α, ἂν δὲν τὸν ἔπια­ναν σή­με­ρα σί­γου­ρα θὰ τὸν ἔπι­α­ναν αὔ­ριο, ἀλ­λὰ θὰ γλί­τω­νε του­λά­χι­στον τὸ αὐ­τό­φω­ρο, καὶ ἂν ὅλα πή­γαι­ναν κα­λά, θὰ τὸν ἄ­φη­ναν ἀ­μέ­σως. Νὰ πε­ρι­μέ­νει ἐκε­ῖ, ἀ­κό­μα δύ­ο καὶ τρεῖς ὧ­ρες χω­ρὶς τσι­γά­ρα, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ σκα­μνί… ποι­ός θε­ὸς θὰ τό ‘­θε­λε; Ἦ­ταν σί­γου­ρο: θὰ τὸν ἄ­φη­ναν ἀ­μέ­σως ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἄ­νοι­ξε ἕ­να ντου­λά­πι: ἔ­τρι­ξε. Στὸ δι­ά­ο­λο καὶ τὸ ντου­λά­πι καὶ ὅλα τὰ ἄλ­λα. Τὰ ρο­ῦ­χα τῆς Ἀρ­μάν­τα ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­να στὴ σει­ρά. Ὁ Τζὶμ ἔ­βα­λε τὸ πι­στό­λι του στὴν τσέ­πη μιᾶς γού­νας. «Θὰ πε­ρά­σω με­τὰ νὰ τὸ πά­ρω —σκέ­φτη­κε— ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς δὲ θὰ τὴ φορέ­σει μέ­χρι νά ‘ρ­θει ὁ χει­μώ­νας». Τρά­βη­ξε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη, ἦ­ταν ἄ­σπρο ἀ­πὸ τὴ να­φθα­λί­νη. «Κα­λύ­τε­ρα, δὲ θὰ τὸ φά­ει ὁ σκό­ρος», ἀ­στει­εύ­τη­κε. Ἔ­πλυ­νε πά­λι τὰ χέ­ρια του, κι ἐ­πει­δὴ σι­χαι­νό­τα­νε τὶς πε­τσέ­τες τῆς Ἀρ­μάν­τα, σκου­πί­στη­κε σ’ ἕ­να παλ­τὸ ποὺ ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο στὸ ντου­λά­πι.

          Ὁ Σόν­του, στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα, ἄ­κου­σε ἕ­να θό­ρυ­βο. Ἀ­κούμ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του τὴν Ἀρ­μάν­τα. — Τί εἶ­ναι; Ἐ­κεί­νη γύ­ρι­σε πλευ­ρό, πέ­ρα­σε τὸ χον­τρὸ καὶ μαλ­θα­κό της χέ­ρι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν λαι­μό του: — Τί­πο­τα… Ποι­ός θέ­λεις νὰ εἶ­ναι… Ὁ Σόν­του δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ ση­κω­θεῖ, ἐ­πει­δὴ ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε ν’ ἀ­κού­ει κά­ποι­ους θο­ρύ­βους ἀ­πὸ μέ­σα, ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τά­ει παι­γνι­δι­ά­ρι­κα: — Τί εἶ­ναι, ἔ;…ἔ, τί εἶ­ναι;

          Ὁ Τζὶμ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα. — Ἄν­τε ἀ­στυ­νό­με, μὴν κά­νεις τὸ βλά­κα, ἄν­τε πιά­σε με.

          Ὁ Σόν­του ἅ­πλω­σε ἀ­μέ­σως τὸ χέ­ρι του στὸ πι­στό­λι ποὺ ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο στὸ σα­κά­κι, ἀλ­λὰ χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­μάν­τα. — Ποι­ὸς εἶ­ναι;

          — Ὁ Τζὶμ Μπο­λε­ρό.

          — Ψη­λὰ τὰ χέ­ρια.

          — Εἶ­μαι ἄ­ο­πλος, ἀ­στυ­νό­με, μὴν κά­νεις βλα­κεῖ­ες. Πα­ρα­δί­νο­μαι.

          Στε­κό­ταν τώ­ρα κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι, μὲ τὸ σα­κά­κι ριγ­μέ­νο στοὺς ὤ­μους καὶ τὰ χέ­ρια ψη­λά.

          —Ὤ, Τζίμ, ἔ­κα­νε ἡ Ἀρ­μάν­τα.

          — Σὲ με­ρι­κὲς μέ­ρες θὰ πε­ρά­σω πά­λι νὰ σὲ βρῶ, Ἄν­τα, εἶ­πε ὁ Τζίμ.

          Ὁ Σόν­του εἶ­χε ση­κω­θεῖ γκρι­νι­ά­ζον­τας καὶ ἔ­βα­ζε τὸ παν­τε­λό­νι του. — Κα­τα­ρα­μέ­νη ὑ­πη­ρε­σί­α… Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κά­τσεις πο­τὲ ἥ­συ­χος…

          Ὁ Τζὶμ πῆ­ρε τὰ τσι­γά­ρα ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, ἄ­να­ψε, ἔ­βα­λε τὸ πα­κέ­το στὴν τσέ­πη.

          — Δώ­σ’ μου ἕ­να τσι­γά­ρο, Τζίμ, εἶ­πε ἡ Ἀρ­μάν­τα ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τὸ χα­λα­ρό της στῆ­θος.

          Ὁ Τζὶμ τῆς ἔ­βα­λε ἕ­να τσι­γά­ρο στὸ στό­μα, τὸ ἄ­να­ψε, βο­ή­θη­σε τὸ Σόν­του νὰ βά­λει τὸ σα­κά­κι του.

          — Πᾶ­με ἀ­στυ­νό­με.

          — Τί νὰ γί­νει; Θὰ βρε­θοῦ­με ἄλ­λη φο­ρὰ Ἀρ­μάν­τα, ἔ­κα­νε ὁ Σόν­του.

          — Γειά σου, Ἄν­τζε­λο, εἶ­πε ἐ­κεί­νη.

          — Γειά σου, Ἀρ­μάν­τα, εἶ­πε πά­λι ὁ Σόν­του.

          — Γειά σου, Τζίμ.

          Ἔ­φυ­γαν. Στὸ δι­ά­δρο­μο ὁ Λι­λὶν κοι­μό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­τα­τα­λαι­πω­ρη­μέ­νου ντι­βα­νι­ο­ῦ. Οὔ­τε ποὺ κου­νή­θη­κε.

          Ἡ Ἀρ­μάν­τα κά­πνι­ζε κα­θι­σμέ­νη στὸ με­γά­λο κρε­βά­τι· ὕ­στε­ρα ἔ­σβη­σε τὸ ἀμ­πα­ζοὺρ για­τί τώ­ρα πιὰ ἕ­να γκρί­ζο φῶς ἔμ­παι­νε στὸ δω­μά­τιο.

          — Λι­λίν, φώ­να­ξε. Ἔ­λα Λι­λίν, ἔ­λα στὸ κρε­βά­τι, ἄν­τε Λι­λὶν κο­ῦ­κλε μου, ἔ­λα.

          Ὁ Λι­λὶν ἤ­δη μά­ζευ­ε τὸ μα­ξι­λά­ρι, τὸ τα­σά­κι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Δύ­σκο­λοι ἔ­ρω­τες (ἐκδ. Ἀστέρι, 1982).

Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο (Italo Calvino) (Σαν­τιά­γο, Κού­βα, 1923-Σι­έ­να, Ἰ­τα­λί­α 1985). Ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε οἰ­κο­γε­νεια­κῶς στὴν Ἰ­τα­λί­α. Τὸ 1943 ἐν­τάσ­σε­ται στοὺς παρ­τι­ζά­νους τῆς ἰ­τα­λι­κῆς αν­τί­στα­σης. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὴν LUnita, καὶ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Botteghe Os­cu­re. Στὸν Γαλ­λι­κὸ Μάη τοῦ 1968 γνω­ρί­ζει κι ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν Ρεη­μὸν Κε­νώ, καὶ ἔρ­χε­ται σὲ ἐ­πα­φή μὲ τοὺς Ρολὰν Μπάρτ καὶ Κλώντ Λε­βὶ-Στρώς. Τὸ 1981 κερ­δί­ζει τὸ γαλ­λι­κὸ πα­ρά­ση­μο τῆς Λε­γε­ώ­νας τῆς Τι­μῆς. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ὁ δι­χα­σμέ­νος ὑ­πο­κό­μης (1952), ἄλ­λα βι­βλί­α του: Δύ­σκο­λοι ἔ­ρω­τες (1970), Ἀ­ό­ρα­τες πό­λεις (1972), κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Ἀν­ταῖ­ος Χρυ­σο­στο­μί­δης (Κά­ι­ρο, 1952-Ἀ­θή­να, 2015). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Με­τέ­φρα­σε ἔρ­γα τῶν: Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο, Ἀν­τό­νιο Ταμ­πού­κι, Κούρ­τσιο Μα­λα­πάρ­τε, Ἀλ­μπέρ­το Μο­ρά­βια, Ντά­ριο Φό, Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα, Ντί­νο Μπου­τζά­τι κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 2006 ἔ­ως τὸ 2013 ἦ­ταν ὑ­πεύ­θυ­νος μα­ζὶ μὲ τὴ Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη τῆς σει­ρᾶς ντο­κι­μαν­τὲρ «Οἱ κε­ραῖ­ες τῆς ἐ­πο­χῆς μας», στὴν ΕΡΤ. Δί­δα­ξε με­τά­φρα­ση σὲ με­τα­πτυ­χια­κὰ τμή­μα­τα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν καὶ στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης Λο­γο­τε­χνί­ας (ΕΚΕΜΕΛ). Τὸ 2003 βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Ξέ­νης Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης.