Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Ἡ πληγωμένη πάπια



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Ἡ πλη­γω­μέ­νη πά­πια


ΑΘΕ ΧΡΟΝΟ τὸ Τα­χυ­δρο­μι­κὸ Τα­μι­ευ­τή­ριο προ­κή­ρυσ­σε δι­α­γω­νι­σμὸ γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη ἔκ­θε­ση μὲ θέ­μα τὴν ἀ­πο­τα­μί­ευ­ση καὶ ἔ­δι­νε δῶ­ρο στὸν νι­κη­τὴ ἕ­ναν με­ταλ­λι­κὸ κουμ­πα­ρά. Ὁ μα­θη­τὴς δε­χό­ταν τὰ συγ­χα­ρη­τή­ρια τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ ἐ­νώ­πιον τῶν συμ­μα­θη­τῶν με­τὰ τὴν πρω­ι­νὴ προ­σευ­χὴ καὶ πα­ρα­λάμ­βα­νε τὸ ἔ­πα­θλο. Ἡ φτώ­χεια με­γά­λη, δυ­σκο­λεύ­ον­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λὰ ὑ­πο­σχέ­σεις τῆς Χούν­τας γιὰ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη καὶ πα­ροι­μί­ες ὅ­πως «φα­σού­λι τὸ φα­σού­λι γε­μί­ζει τὸ σα­κού­λι», «μά­ζευ­ε κι ἂς εἶ­ν’ καὶ ρῶ­γες», ποὺ ἦ­ταν εὐ­ρύ­τα­τα δι­α­δε­δο­μέ­νες, ἔ­τρε­φαν τὶς ἀ­δη­φά­γες τρά­πε­ζες μὲ τὸ ὑ­στέ­ρη­μα τῶν τα­πει­νῶν. Μὲ ἀ­πί­στευ­τες στε­ρή­σεις ὁ πα­τέ­ρας μου ἀ­πο­τα­μί­ευ­ε τὸ ἐ­λά­χι­στο γιὰ νὰ φτιά­ξει ἕ­να μα­γα­ζὶ στὸ χω­ριό, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἀ­πο­λαύ­σει για­τὶ τὸν πρό­λα­βε ἡ ἀρ­ρώ­στια.

       Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ «τυ­χε­ρὰ» παι­διὰ ἤ­μουν κι ἐ­γώ. Πα­ρα­μο­νὴ τῆς ἔκ­θε­σης εἶ­χα πα­πα­γα­λί­σει δυ­ὸ-τρί­α σχε­τι­κὰ θέ­μα­τα ἀ­πὸ ἐκ­θε­σι­ο­λό­για, τὰ συν­δύ­α­σα, ἔ­βα­λα καὶ δι­κά μου καὶ νί­κη­σα. Ἔ­τσι βρέ­θη­κα στὸ δρό­μο τῆς ἀ­πο­τα­μί­ευ­σης. Ὁ με­ταλ­λι­κὸς κουμ­πα­ρὰς δὲν μὲ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε. Γιὰ νὰ τὸν ἀ­νοί­ξεις ἔ­πρε­πε νὰ πᾶς στὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο. Ἐ­ξάλ­λου,  δὲν μά­ζευ­α τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τὰ κα­τα­θέ­σω. Σκε­φτό­μουν νὰ ἀ­γο­ρά­σω παι­χνί­δια ἢ δερ­μά­τι­νη μπά­λα. Μοῦ χά­ρι­σε λοι­πὸν ὁ πα­τέ­ρας μιὰ πλα­στι­κὴ πά­πια, ἡ ὁ­ποί­α στὴ μέ­ση ἀ­κρι­βῶς τοῦ κορ­μοῦ της εἶ­χε μιὰ σχι­σμὴ —κά­πως με­γά­λη, γιὰ νὰ χω­ρᾶ τὰ εἰ­κο­σά­ρι­κα— καὶ ἐ­κεῖ ἔ­ρι­χνα ὅ­σα τά­λι­ρα ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σα ἀ­πὸ τοὺς παπ­ποῦ­δες καὶ τὰ ἔ­σο­δα ἀ­πὸ τὰ κά­λαν­τα. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ πά­πια βά­ρυ­νε, πράγ­μα ποὺ σή­μαι­νε ὅ­τι κυ­ο­φο­ροῦ­σε μέ­σα της ἄ­φθο­νο ὑ­λι­κὸ παι­δι­κῶν ὀ­νεί­ρων.

       Ἐν τῷ με­τα­ξύ τὰ σχέ­διά μου εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει. Μὲ κέρ­δι­σε ἕ­να ρομ­πότ. Κου­νοῦ­σε χέ­ρια καὶ πό­δια, ἀ­να­βό­σβη­ναν ρυθ­μι­κὰ πο­λύ­χρω­μα λαμ­πά­κια καὶ ἔ­βγα­ζε μιὰ βα­θιὰ με­ταλ­λι­κὴ φω­νή, σὰν ἀ­πὸ τὸ ὑ­περ­πέ­ραν. Ἔ­χα­σα τὸ μυα­λό μου. Ξέ­χα­σα τὴ μπά­λα καὶ μιὰ μπουλ­ντό­ζα μὲ ἀ­να­τρε­πό­με­νο κου­βὰ ποὺ εἶ­χα βά­λει στὸ μά­τι. Κα­θό­μουν μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να καὶ τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­μουν. Κά­πως ἔ­τσι πρέ­πει νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν κι ὁ πα­τέ­ρας τὸ μα­γα­ζὶ στὸ χω­ριό, ὅ­ταν τὸν ἔ­βρι­σκα βυ­θι­σμέ­νο στὶς σκέ­ψεις ἀλ­λὰ μὲ πρό­σω­πο χα­ρού­με­νο.

       Ση­κω­θή­κα­με νω­ρὶς ἕ­να πρω­ί, νὰ πᾶ­με μὲ τὴ μη­τέ­ρα στὸ πα­νη­γύ­ρι μιᾶς γει­το­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας ποὺ γι­όρ­τα­ζε τὴν Πα­να­γί­α. Ὑ­πῆρ­χε καὶ μιὰ θαυ­μα­τουρ­γὴ ἀ­χει­ρο­ποί­η­τος εἰ­κό­να. Τὸ ΚΤΕΛ δρο­μο­λό­γη­σε ἐ­πι­πλέ­ον λε­ω­φο­ρεῖ­α γιὰ νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸν κό­σμο. Στὸ πα­νη­γύ­ρι πλή­θη εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει. Οἱ πα­ράγ­κες μὲ εἴ­δη προι­κός, χαλ­βά­δες καὶ παι­δι­κὰ παι­χνί­δια δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρὰ στὸ δρό­μο γιὰ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ οἱ φω­νὲς τῶν πω­λη­τῶν ἔ­κα­ναν ἀ­κό­μα πιὸ ἑ­ορ­τα­στι­κὴ τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα. Πί­ε­ση στὴν πί­ε­ση κα­τά­φε­ρα τὴ μη­τέ­ρα νὰ μοῦ πά­ρει ἕ­να μαῦ­ρο πλα­στι­κὸ φι­δά­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­τοῦ­σα στὴν ἀ­δερ­φή μου γιὰ νὰ τὴν τρο­μά­ζω.

       Ἐ­πι­στρέ­φον­τας τὸ με­ση­μέ­ρι ὅ­λη ἡ χα­ρὰ τῆς γι­ορ­τῆς πνί­γη­κε στὰ θλιμ­μέ­να μά­τια τῆς μη­τέ­ρας καὶ στὸ κλά­μα τῆς ἀ­δερ­φῆς. Στὸ σπί­τι μπῆ­καν κλέ­φτες. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­κα­τω­σού­ρα δὲν πῆ­ραν καὶ πολ­λὰ πράγ­μα­τα. Δὲν εἴ­χα­με. Ἕ­να πα­λιὸ γερ­μα­νι­κὸ ρα­δι­ό­φω­νο Filipps γιὰ μα­κρὰ καὶ με­σαῖ­α, με­ρι­κὰ χει­ρο­ποί­η­τα κεν­τή­μα­τα τῆς μη­τέ­ρας καὶ ἕ­να σὲτ ἀ­νο­ξεί­δω­τα μα­χαι­ρο­πί­ρου­να, δῶ­ρο γά­μου, ποὺ κρα­τού­σα­με γιὰ κα­μιὰ ἐ­πί­ση­μη ἡ­μέ­ρα, ἂν τρα­πε­ζώ­να­με δη­λα­δὴ κα­νέ­να ση­μαν­τι­κὸ πρό­σω­πο, κά­τι ποὺ δὲν ἔ­γι­νε πο­τὲ τό­σα χρό­νια καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἔ­πι­α­ναν ἁ­πλῶς χῶ­ρο στὸ συρ­τά­ρι. Ξαφ­νι­κὰ μαῦ­ρα φί­δια μὲ ἔ­ζω­σαν, ὅ­ταν δι­α­πί­στω­σα πὼς ἡ πά­πια μὲ τὶς οἰ­κο­νο­μί­ες μου εἶ­χε πα­ρα­βια­στεῖ, τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό της εἶ­χε κά­νει φτε­ρὰ καὶ μα­ζί του ἡ μπά­λα, ἡ μπουλ­ντό­ζα καὶ τὸ ρομ­πότ. Ἡ πά­πια κεί­τον­ταν μπρο­στά μου σκι­σμέ­νη καὶ τσα­λα­κω­μέ­νη. Βούρ­κω­σα τό­τε, ἔ­πε­σα στὸ κρε­βά­τι σὰν ἄ­δει­ο σα­κὶ καὶ ἔ­μει­να νὰ κοι­τῶ τὸ τα­βά­νι.

       Ἡ μη­τέ­ρα δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει. Πῶς νὰ τὸ πεῖ στὸν πα­τέ­ρα γιὰ νὰ μὴν τὸν στε­νο­χω­ρή­σει; Καὶ πῶς νὰ πα­ρη­γο­ρή­σει ἐ­μᾶς ποὺ τὰ εἴ­χα­με χα­μέ­να; Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κού­στη­κε τὸ τρί­ξι­μο τῆς σι­δε­ρέ­νιας ἐ­ξώ­πορ­τας, ση­μά­δι ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας ἐ­πέ­στρε­ψε. Βγῆ­κε ἡ μη­τέ­ρα νὰ τὸν προ­ϋ­παν­τή­σει καὶ ἀ­πὸ πί­σω της ἐ­μεῖς, μα­ζε­μέ­να σὰν νὰ μᾶς εἶ­χαν δεί­ρει. Σύν­το­μα ἡ μη­τέ­ρα τοῦ ἐ­ξή­γη­σε τὴν κα­τά­στα­ση καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος, ὁ πα­τέ­ρας πα­ρέ­μει­νε ψύ­χραι­μος. Τὴν χτύ­πη­σε ἁ­πα­λὰ στὴν πλά­τη καὶ μπή­κα­με μέ­σα. Συ­ζή­τη­σαν λί­γο πα­ρά­με­ρα κι ἔ­πει­τα χά­ι­δε­ψε ἐ­μᾶς στὸ κε­φά­λι καὶ κα­θί­σα­με νὰ φᾶ­με τὸν χαλ­βὰ Φαρ­σά­λων ποὺ εἴ­χα­με φέ­ρει ἀ­π’ τὸ πα­νη­γύ­ρι.

       Ἕ­ναν μή­να με­τά, τὸν κλέ­φτη τὸν ἔπια­σαν. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς. Εἶ­χε μπεῖ καὶ σὲ ἄλ­λα σπί­τια. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὰ κεν­τή­μα­τα καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἐ­πέ­στρε­ψαν στὴ θέ­ση τους. Μό­νο τα χρή­μα­τα δὲν ἐ­πε­στρά­φη­σαν πο­τέ. Τὸ γει­το­νό­που­λο τὰ εἶ­χε ξο­δέ­ψει. Ἐ­πέν­δυ­σε, ὅ­πως φά­νη­κε, σὲ ἕ­να πο­λὺ κα­λὸ πο­δή­λα­το μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ καὶ τὸ θαυ­μά­ζα­με ὅ­λοι.

       Μὲ τὰ χα­μέ­να λε­φτὰ στα­μά­τη­σε καὶ ἡ σχέ­ση μου μὲ τὴν ἀ­πο­τα­μί­ευ­ση. Δὲν ἀ­γό­ρα­σα ἄλ­λο κουμ­πα­ρὰ κι οὔ­τε οἱ τρά­πε­ζες εἶ­δαν πο­τὲ χρή­μα­τά μου. Ἄλ­λω­στε μιὰ ζω­ὴ οἱ οἰ­κο­νο­μί­ες μου ἦ­ταν πε­νι­χρές. Καὶ ἡ οἰ­κο­νο­μί­α τῆς χώ­ρας ὅ­μως δὲν ἐ­ξε­λί­χτη­κε κα­λύ­τε­ρα. Ὅ­πως τε­λι­κὰ ἀ­πο­δεί­χτη­κε, ἦ­ταν πάν­τα εὐ­ά­λω­τη στοὺς κλέ­φτες σὰν τὴν πλα­στι­κὴ πά­πια μου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).


			

Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández): Ἡ μπά­λα



Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández)


μπά­λα

(La Pelota)


ΤΑΝ ἤ­μουν ὀ­χτὼ χρο­νῶν πέ­ρα­σα ἕ­να με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα μα­ζὶ μὲ τὴν για­γιά μου σ’ ἕ­να φτω­χι­κὸ σπι­τά­κι. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα τῆς ζή­τη­σα πολ­λὲς φο­ρὲς μιὰ πο­λύ­χρω­μη μπά­λα ποὺ ἔ­βλε­πα συ­νέ­χεια στὸ κα­τά­στη­μα. Στὴν ἀρ­χὴ ἡ για­γιά μου μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ τὴν ἀ­γο­ρά­σει καὶ νὰ μὴν τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σα ἄλ­λο. Με­τὰ μὲ ἀ­πεί­λη­σε πὼς θὰ μὲ δεί­ρει, ἀλ­λὰ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ —ἕ­τοι­μος νὰ τρέ­ξω ἂν χρει­α­ζό­ταν— τῆς ξα­να­ζή­τη­σα νὰ μοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν μπά­λα. Πέ­ρα­σαν λί­γα λε­πτὰ κι ὅ­ταν ση­κώ­θη­κε ἀ­π’ τὴν ρα­πτο­μη­χα­νή, ἐ­γὼ βγῆ­κα ἔ­ξω τρέ­χον­τας. Ἀλ­λά, ἐ­κεί­νη, δὲν μὲ πῆ­ρε στὸ κυ­νή­γι, πα­ρὰ ἄρ­χι­σε νὰ ψά­χνει μέ­σα σὲ ἕ­να μπα­οῦ­λο καὶ νὰ βγά­ζει ἔ­ξω κου­ρέ­λια. Ὅ­ταν κα­τά­λα­βα ὅ­τι σκό­πευ­ε νὰ φτιά­ξει μιὰ μπά­λα ἀπ’ τὰ κου­ρέ­λια, θύ­μω­σα πο­λύ. Αὐ­τὴ ἡ μπά­λα δὲν θὰ ἦ­ταν πο­τὲ σὰν ἐ­κεί­νη τοῦ κα­τα­στή­μα­τος. Ὅ­σο τὴν γέ­μι­ζε καὶ τὴν ἔ­ρα­βε μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν ἄλ­λη κι ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λη λύ­ση ἀ­π’ τὸ νὰ συμ­βι­βα­στῶ μ’ αὐ­τή. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν ὅ­τι μου ἔ­λε­γε ὅ­τι αὐ­τὴ μὲ τὰ κου­ρέ­λια θὰ ἦ­ταν πιὸ ὡ­ραῖ­α, αὐ­τὸ μὲ ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ὅ­ταν τὴν εἶ­χε σχε­δὸν τε­λει­ώ­σει, εἶ­δα πὼς τῆς ἔ­δι­νε σχῆ­μα καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­ξε­πλά­γην καὶ ἕ­να χα­μό­γε­λο ζω­γρα­φί­στη­κε στὸ πρό­σω­πό μου, ἀ­μέ­σως, ὅ­μως, πεί­σμω­σα πά­λι. Ὅ­ταν τὴν κλώ­στη­σα στὸν τοῖ­χο τῆς αὐ­λῆς τὸ λευ­κὸ ὕ­φα­σμα τοῦ κα­λύμ­μα­τός της γέ­μι­σε λά­σπες. Ὅ­σο τὴν τί­να­ζα, ἡ μπά­λα ἔ­χα­νε τὸ σχῆ­μα της. Μὲ ἔ­θλι­βε νὰ τὴν βλέ­πω τό­σο ἄ­σχη­μη, αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν μπά­λα, ἐ­γὼ εἶ­χα ἀ­κό­μα στὸ μυα­λό μου τὴν ἄλ­λη κι ἄρ­χι­σα ξα­νὰ νὰ θυ­μώ­νω. Ἀ­φοῦ τὴν κλώ­τση­σα μὲ ὅ­σο θυ­μὸ εἶ­χα, εἶ­δα πὼς ἡ μπά­λα ἄρ­χι­σε νὰ κου­νι­έ­ται: ἔ­παιρ­νε δι­κές της κα­τευ­θύν­σεις καὶ πή­γαι­νε σὲ μέ­ρη ποὺ δὲν ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ ἐ­γὼ εἶ­χα στὸ μυα­λό μου. Ἦ­ταν σὰν νὰ εἶ­χε δι­κή της θέ­λη­ση καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ ζω­ά­κι. Ἔ­κα­νε πράγ­μα­τα ποὺ μὲ ἔ­κα­ναν νὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­τι οὔ­τε ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ παί­ξει μα­ζί μου. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς γι­νό­ταν ἐ­πί­πε­δη καὶ ἔ­τρε­χε μὲ τό­ση δυ­σκο­λί­α ποὺ ἦ­ταν γε­λοῖ­ο νὰ τὴ βλέ­πεις, ξαφ­νι­κὰ ἔ­μοια­ζε σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ στα­μα­τή­σει, με­τὰ ὅ­μως, ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ κά­νει ἄλ­λες μιὰ-δυ­ὸ βόλ­τες. Μιὰ ἀ­πὸ τὶς φο­ρὲς ποὺ τὴν χτύ­πη­σα μὲ ὅ­λη μου τὴ δύ­να­μη, δὲν κου­νή­θη­κε ἀ­π’ τὴν θέ­ση της κι ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­στρέ­φε­ται μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα. Θέ­λη­σα νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βω, ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Ὅ­ταν κου­ρά­στη­κα νὰ τὸ προ­σπα­θῶ, σκέ­φτη­κα ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να πο­λὺ χα­ζὸ παι­χνί­δι, ὅ­τι ὅ­λη τὴν προ­σπά­θεια ἔ­πρε­πε νὰ τὴν κά­νω ἐ­γώ. Εἶ­χε πλά­κα νὰ χτυ­πᾶς τὴν μπα­λά, ἀλ­λὰ με­τὰ κου­ρα­ζό­σουν νὰ τρέ­χεις συ­νέ­χεια νὰ τὴν πιά­σεις. Ἔ­τσι, τὴν πα­ρά­τη­σα στὴ μέ­ση της αὐ­λῆς. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἄρ­χι­σα πά­λι νὰ σκέ­φτο­μαι τὴν μπά­λα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος καὶ νὰ ζη­τά­ω ἀ­π’ τὴν για­γιά μου νὰ μοῦ τὴν ἀ­γο­ρά­σει. Ἐ­κεί­νη ἀρ­νή­θη­κε πά­λι, μὲ ἔ­στει­λε ὅ­μως νὰ πά­ω νὰ πά­ρω γλυ­κὸ ἀ­πὸ κυ­δώ­νι. (Ὅ­ταν ἦ­ταν γι­ορ­τι­νὴ μέ­ρα ἢ ὅ­ταν εἴ­μα­σταν στε­να­χω­ρη­μέ­νοι τρώ­γα­με γλυ­κὸ ἀ­πὸ κυ­δώ­νι.) Τὴ στιγ­μὴ ποὺ δι­έ­σχι­ζα τὴν αὐ­λὴ γιὰ νὰ πά­ω στὸ κα­τά­στη­μα, εἶ­δα τὴν μπά­λα νὰ στέ­κε­ται τό­σο ἥ­συ­χα ποὺ μοῦ ἦρ­θε ἡ ὄ­ρε­ξη νὰ τὴν κλω­τσή­σω δυ­να­τὰ στὸ κέν­τρο. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τὸ προ­σπα­θή­σω πολ­λὲς φο­ρὲς γιὰ νὰ τὸ κα­τα­φέ­ρω, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ πή­γαι­να στὸ κα­τά­στη­μα ἡ για­γιά μου μοῦ πῆ­ρε τὴν μπά­λα καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ μοῦ τὴν ἔ­δι­νε με­τά. Στὸ κα­τά­στη­μα δὲν θέ­λη­σα νὰ κοι­τά­ξω τὴν ἄλ­λη, ἂν καὶ ἔ­νι­ω­θα τὸ βλέμ­μα της πά­νω μου μὲ τὰ ἔν­το­να χρώ­μα­τά της. Ἀ­φοῦ φά­γα­με τὸ γλυ­κό, ἐ­γὼ ἄρ­χι­σα νὰ θέ­λω πά­λι τὴν μπά­λα ποὺ μοῦ εἶ­χε πά­ρει ἡ για­γιά μου, ὅ­ταν μοῦ τὴν ἔ­δω­σε ὅ­μως κι ἔ­παι­ξα λί­γο, γρή­γο­ρα βα­ρέ­θη­κα. Ἀ­πο­φά­σι­σα τό­τε νὰ τὴν ἀ­φή­σω δί­πλα στὴν αὐ­λό­πορ­τα κι ὅ­ταν θὰ περ­νοῦ­σε κά­ποι­ος νὰ τὴν κλω­τσοῦ­σα. Κά­θι­σα πά­νω της καὶ πε­ρί­με­να, ἀλ­λὰ δὲν πέ­ρα­σε κα­νείς. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο στα­μά­τη­σα γιὰ νὰ συ­νε­χί­σω νὰ παί­ζω καὶ ὅ­πως κοί­τα­ξα τὴν μπά­λα μοῦ φά­νη­κε πιὸ γε­λοί­α ἀ­πὸ πο­τέ. Εἶ­χε γί­νει πλά­κα σὰν τη­γα­νό­ψω­μο. Στὴν ἀρ­χὴ μοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ο καὶ τὴν ἔ­βα­ζα στὸ κε­φά­λι μου, τὴν πε­τοῦ­σα στὸ ἔ­δα­φος γιὰ ν’ ἀ­κού­σω τὸν ξε­ρὸ ἦ­χο ποὺ ἔ­βγα­ζε κα­θὼς ἔ­σκα­γε στὸ χῶ­μα καί, τέ­λος, τὴν γύ­ρι­ζα στὸ πλά­ι καὶ τὴν ἔ­κα­να νὰ τρέ­χει σὰν νὰ ἦ­ταν ρό­δα.


Ὅ­ταν μὲ κα­τέ­λα­βαν ἐκ νέ­ου ἡ κού­ρα­ση καὶ ἡ θλί­ψη, πῆ­γα νὰ πῶ στὴ για­γιά μου ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν μπά­λα, ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να τη­γα­νό­ψω­μο κι ὅ­τι ἂν δὲν μοῦ ἀ­γό­ρα­ζε αὐ­τὴν τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, θὰ πέ­θαι­να ἀ­πὸ στε­να­χώ­ρια. Ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε νὰ γε­λά­ει καὶ τραν­τα­ζό­ταν ἡ με­γά­λη της κοι­λιὰ καὶ ἐ­γὼ τό­τε ἔ­σκυ­ψα τὸ κε­φά­λι μου πά­νω της καὶ χω­ρὶς νὰ κου­νη­θῶ κά­θη­σα σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα ποὺ ἡ για­γιά μου ἔ­φε­ρε κον­τά της. Ἡ κοι­λιά της ἦ­ταν σὰν μιὰ με­γά­λη ζε­στὴ μπά­λα ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε καὶ κα­τέ­βαι­νε μὲ τὴν ἀ­να­πνο­ή της μέ­χρι ποὺ ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα.


 


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Talleres Bbarravento (Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση Mon­te­vi­deo, 1945):

http://talleresbarravento.cl/la-pelota-un-cuento-de-felisberto-hernandez/

Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández) (Μοντεβιδέο, Οὐ­ρου­γου­άη 1902-1964). Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­ας, ὑ­πῆρ­ξε μου­σι­κo­συν­θέ­της καὶ πι­α­νί­στας. Στὰ δε­κα­έ­ξι του χρό­νια, λό­γῳ τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς δυ­σχέ­ρειας τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς του, ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται σὰν κα­θη­γη­τὴς πιά­νου, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συ­νό­δευ­ε μου­σι­κὰ ται­νί­ες βω­βοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἄρ­χι­σε ἐμ­φα­νί­σεις σὰν σό­λο μου­σι­κὸς καὶ συν­θέ­της, θή­τευ­σε μα­θη­τὴς τοῦ Guillermo Kolischer, ἱ­δρυ­τῆ τοῦ μου­σι­κοῦ Ὠ­δεί­ου τῆς πό­λης, καὶ ἔ­φτα­σε νὰ θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀρ­κε­τὰ κα­λὸς πι­α­νί­στας. Ὡ­στό­σο, πα­ρὰ τὶς μου­σι­κές του ἐ­πι­δό­σεις, ἡ λο­γο­τε­χνί­α μπῆ­κε ἀ­πὸ νω­ρὶς στὴν ζω­ὴ τοῦ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ὥ­στε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ τῆς ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ 1925 καὶ με­τά. Ὄ­χι τυ­χαῖ­α, λοι­πόν, ὁ κό­σμος τῆς μου­σι­κῆς, ἔ­χει κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο στὰ ἔρ­γα του, τό­σο ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴ θε­μα­τι­κή τους, ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­πί­πε­δο γρα­φῆς. Δὲν πρό­κει­ται, ὡ­στό­σο, γιὰ μιὰ με­λω­δί­α ἁρ­μο­νι­κή, μιᾶς ποὺ ὁ Ἐρ­νάν­τεθ, πα­ρα­μορ­φώ­νει ἢ λα­θεύ­ει σκό­πι­μα στὴν σύν­τα­ξη προ­κει­μέ­νου νὰ ἐκ­φρά­σει αὐ­τὸ ποὺ θέ­λει. Ἡ ἀ­νορ­θο­δο­ξί­α αὐ­τὴ βρί­σκε­ται συ­χνὰ στὸ στό­χα­στρο τῶν ἐ­πι­κρι­τῶν του, ἀλ­λὰ χά­ρη σ’ αὐ­τὸν τὸν προ­σω­πι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς καὶ κυ­ρί­ως στὴν λο­ξὴ μα­τιὰ τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν του, ἱ­στο­ρί­ες βα­σι­σμέ­νες κα­τὰ κύ­ριο λό­γο σὲ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ καὶ νε­α­νι­κή του ἡ­λι­κί­α, ὁ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ εἶ­ναι γιὰ πολ­λοὺς ἕ­νας μο­να­δι­κὸς δη­μι­ουρ­γός. Τὰ δι­η­γή­μα­τά του, τὰ ὁ­ποῖ­α με­τα­φρά­στη­καν με­τα­γε­νέ­στε­ρα σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες, χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν πρω­τί­στως ὡς φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν Κορ­τά­θαρ, ἕ­νας τέ­τοι­ος χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς εἶ­ναι ἐλ­λι­πὴς καὶ πε­ρι­ο­ρι­στι­κός. Πα­ρὰ τὶς δι­ά­φο­ρες με­τα­φρα­στι­κὲς πρω­το­βου­λί­ες, ὡ­στό­σο, καὶ κυ­ρί­ως τὸ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το τα­λέν­το του ἢ τὸ ἄ­κρως πρω­τό­τυ­πο καὶ προ­σω­πι­κὸ συγ­γρα­φι­κό του σύμ­παν (ὁ Χου­ὰν Κάρ­λος Ὀ­νέ­τι, ὁ Γκαρ­θί­α Μάρ­κες ἢ ὁ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο εἶ­ναι με­τα­ξὺ ἄλ­λων θαυ­μα­στές του, ἐ­νῶ στὶς προ­σπά­θει­ες τῆς Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι ὀ­φεί­λε­ται σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ δι­ά­δο­ση τοῦ ἔρ­γου του στὴν Ἱ­σπα­νί­α), τὸ ἔρ­γο τοῦ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ δὲν ἔ­γι­νε πο­τὲ εὐ­ρέ­ως γνω­στὸ καὶ πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι σή­με­ρα στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ρευ­μά­των, ἕ­νας ἐ­λεύ­θε­ρος σκο­πευ­τὴς ἔ­ξω ἀ­πὸ κά­θε κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia): Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη



Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia)


Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη

(Un cadaver sobre la ciudad)


ΑΠΟΙΟ σού­ρου­πο ὁ Χου­ὰν Κ. Μαρ­τί­νι Ρε­ὰλ μοῦ ἔ­δει­ξε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴν ἀ­γρυ­πνί­α τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ ἦ­ταν μιὰ λή­ψη μὲ τὸ φέ­ρε­τρο νὰ κρέ­με­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲ σκοι­νιὰ καὶ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Εἶ­χαν το­πο­θε­τή­σει τὴν κά­σα στὴ θέ­ση της, ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ τὴ βγά­λουν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ πα­λάγ­κα καὶ τρο­χα­λί­ες για­τὶ ὁ Ἂρλτ πα­ρα­ῆ­ταν με­γά­λος γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν δι­ά­δρο­μο.

       Τὸ φέ­ρε­τρο αὐ­τὸ ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες δί­νει μιὰ κα­λὴ εἰ­κό­να τῆς θέ­σης τοῦ Ἂρλτ στὴν ἀρ­γεν­τι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α. Πέ­θα­νε στὰ σα­ράν­τα δύ­ο του χρό­νια καὶ πάν­τo­τε θὰ εἶ­ναι νέ­ος καὶ κά­θε φο­ρὰ θὰ βγά­ζου­με τὸ πτῶ­μα του ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος ποὺ δι­α­τρέ­χει τὸ ἔρ­γο του στὶς μέ­ρες μας εἶ­ναι αὐ­τὸς τῆς κα­θι­έ­ρω­σης. Ὣς τώ­ρα τὸ ὕ­φος του τὸν εἶ­χε σώ­σει ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­τα­λή­ξει στὸ μου­σεῖ­ο: εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κα­τα­στεῖ οὐ­δέ­τε­ρη αὐ­τὴ ἡ γρα­φή, συγ­κρού­ε­ται με­τω­πι­κὰ μὲ τὸ πρό­τυ­πο τῆς ὑ­περ­δι­όρ­θω­σης ποὺ κα­θο­ρί­ζει τὸ μέ­σο ὕ­φος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας.

       Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τυ­πη πα­ρέκ­κλι­ση στὴ γλώσ­σα τοῦ Ἂρλτ, μιὰ σχέ­ση ἀ­πό­στα­σης καὶ δι­α­φο­ρο­ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ μη­τρι­κὴ γλώσ­σα, κά­τι ποὺ πάν­το­τε εἶ­ναι δεῖγ­μα με­γά­λου συγ­γρα­φέ­α. Ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο Ἀρ­γεν­τι­νὸς ἀ­πὸ τὸν Ἂρλτ (κα­νεὶς δὲν ἀν­τι­τί­θε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν «ἀρ­γεν­τι­νὴ πα­ρά­δο­ση»): ὁ γρά­φων εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος, κά­ποι­ος ἄρ­τι ἀ­φι­χθεὶς ποὺ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στὸν ἴ­λιγ­γο μιᾶς ἄ­γνω­στής του πο­λι­τεί­ας. Πα­ρα­δό­ξως, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἔ­χει φτά­σει νὰ προ­σεγ­γί­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λὺ τὸ «ἐκ­κεν­τρι­κὸ» ὅ­ρα­μα τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ ἔρ­γο του μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ σὰν προ­φη­τεί­α: ἀν­τὶ νὰ ἀν­τα­να­κλοῦν τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν φτά­σει στὸ ὁ­ρια­κὸ ση­μεῖο νὰ συ­νο­ψί­ζουν τὴ μελ­λον­τι­κή της μορ­φή.

       Οἱ δι­η­γή­σεις τοῦ Ἂρλτ (καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἔ­ξο­χες ἀ­φρι­κα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς ὑ­ψη­λό­τε­ρες κο­ρυ­φὲς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας) ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ ὅ­τι ὁ Ἂρλτ πάν­το­τε ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὴν ἀ­φή­γη­ση στοὺς τρα­χεῖς τρό­πους τοῦ με­λο­δρά­μα­τος καὶ στὶς δι­α­δε­δο­μέ­νες χρή­σεις τῆς κουλ­τού­ρας (στὰ βι­βλί­α ἐ­κλα­ϊ­κευ­μέ­νης ἐ­πι­στή­μης, στὰ ἐγ­χει­ρί­δια σε­ξο­λο­γί­ας, στὶς ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες τῆς Βί­βλου, στὶς τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ἀ­πὸ ἐ­ξω­τι­κὲς χῶ­ρες, στὶς πα­λι­ὲς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις τῆς Ἀ­να­το­λῆς, στὶς στῆ­λες τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ ρε­πορ­τάζ). Ἡ σα­γή­νη τῆς δι­ή­γη­σης περ­νᾶ ἀ­πὸ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τοῦ Χό­λι­γουντ καὶ τὸν κί­τρι­νο τύ­πο. Ἡ κουλ­τού­ρα τῶν μα­ζῶν οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται τὰ συμ­βάν­τα καὶ τὰ ἐ­πι­βάλ­λει σὲ μιὰ λο­γι­κὴ στε­ρε­ό­τυ­που καὶ σκαν­δά­λου. Ὁ Ἂρλτ με­τα­ποι­εῖ αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα σὲ πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὰ κεί­με­νά του. Οἱ δι­η­γή­σεις του συλ­λαμ­βά­νουν τὸν πυ­ρή­να τῆς πα­ρά­νοι­ας τοῦ σύγ­χρο­νου κό­σμου: τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν λα­ϊ­κῶν ἀ­φη­γή­σε­ων, τὴ χει­ρα­γώ­γη­ση τῆς πί­στης, τὴν ἐ­πι­νό­η­ση γε­γο­νό­των, τὸν κα­τα­τε­μα­χι­σμὸ τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος, τὴ λο­γι­κὴ τῆς συ­νω­μο­σί­ας.

       Ὁ Ἂρλτ εἶ­ναι ὁ πιὸ σύγ­χρο­νος ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς μας. Τὸ πτῶ­μα του πα­ρα­μέ­νει πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Οἱ τρο­χα­λί­ες καὶ τὰ σκοι­νιὰ ποὺ τὸ στη­ρί­ζουν εἶ­ναι κομ­μά­τι τῶν μη­χα­νῶν καὶ τῶν πα­ρά­ξε­νων ἐ­φευ­ρέ­σε­ων ποὺ κι­νοῦν τὴ μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ μέλ­λον.



Πη­γή: Ricardo Piglia, Formas Βreves, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2000 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Temas Grupo Editorial, 1999].

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia) (1940, Ἀν­τρογ­κέ, ἐ­παρ­χί­α τοῦ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 2017, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὸς λο­γο­τέ­χνης καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ τὰ γρα­πτά του μπο­ροῦν νὰ ἰ­δω­θοῦν ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ πει­ρά­μα­τα ποὺ ξε­φεύ­γουν ἀ­πὸ τὶς συ­νή­θεις τα­ξι­νο­μή­σεις. Ὅ­πως ἔ­χει γρά­ψει ὁ ἴ­διος στὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ βι­βλί­ου του Formas Breves, «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ σκε­φτοῦ­με τὸ ὑ­πάρ­χον ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νο ποὺ προ­ει­κο­νί­ζε­ται κι ἂς μὴν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola): Οἱ πίθηκοι



Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola)


Οἱ πί­θη­κοι

(Los monos)


ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΚΕΛΕΡ ἔ­χα­σε πέν­τε χρό­νια στὸ Τε­του­ὰν νὰ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­ναν χιμ­πα­τζῆ νὰ σκέ­φτε­ται. Σὰν κα­λὸς Γερ­μα­νός, σχε­δί­α­σε γιὰ ἐ­κεῖ­νον μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη σει­ρὰ ἀ­πὸ νο­η­τι­κὰ τε­χνά­σμα­τα. Τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ βρεῖ τὴν ἔ­ξο­δο μέ­σα σὲ πε­ρί­πλο­κους λα­βυ­ρίν­θους· τὸν ἔ­κα­νε νὰ φτά­σει σὲ δυ­σπρό­σι­τες λι­χου­δι­ὲς χρη­σι­μο­ποι­ών­τας σκά­λες, πόρ­τες, κρε­μά­στρες καὶ μπα­στού­νια. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τέ­τοι­ου εἴ­δους προ­πό­νη­ση, ὁ Μό­μο ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει τὸ εὐ­φυ­έ­στε­ρο πι­θη­κο­ει­δὲς τοῦ κό­σμου· πι­στὸς ὅ­μως στὸ εἶ­δος του ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κε ὅ­λες τὶς στιγ­μὲς ἀ­δρά­νειας τοῦ ψυ­χο­λό­γου καὶ ἀ­πό­κτη­σε τὶς δε­ξι­ό­τη­τές του δί­χως νὰ δι­α­σχί­σει τὸ κα­τώ­φλι τῆς συ­νεί­δη­σης. Τοῦ προ­σφέρ­θη­κε ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὅ­μως προ­τί­μη­σε νὰ μεί­νει στὸ κλου­βί του.

       Κά­πως ἔ­τσι, πολ­λὲς χι­λι­ε­τί­ες πί­σω (πό­σες;), οἱ πί­θη­κοι ἀ­πο­φά­σι­σαν γιὰ τὸ πε­πρω­μέ­νο τους ἀν­τι­στε­κό­με­νοι στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ γί­νουν ἄν­θρω­ποι. Δὲν λύ­γι­σαν στὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση τοῦ ἐ­ξορ­θο­λο­γι­σμοῦ καὶ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­κό­μη στὸν πα­ρά­δει­σο: γκρο­τέ­σκοι, ἄ­σε­μνοι κι ἐ­λεύ­θε­ροι μὲ τὸν δι­κό τους τρό­πο. Τοὺς βλέ­που­με τώ­ρα στὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο σὰν ἕ­ναν κά­ποι­ον κα­θρέ­φτη τῆς θλί­ψης: μᾶς κοι­τοῦν μὲ σαρ­κα­σμὸ καὶ οἶ­κτο, δι­ό­τι ἐ­πι­μέ­νου­με νὰ πα­ρα­τη­ροῦ­με τὴ ζω­ώ­δη συμ­πε­ρι­φο­ρά τους.

       Δε­μέ­νοι σὲ κά­ποι­α ἀ­ό­ρα­τη ἐ­ξάρ­τη­ση, χο­ρεύ­ου­με στὸν ἦ­χο ποὺ μᾶς παί­ζε­ται, ὅ­πως ὁ πί­θη­κος τῆς λα­τέρ­νας. Ψά­χνου­με καὶ δὲν βρί­σκου­με τὶς ἐ­ξό­δους μέ­σα στὸ λα­βύ­ριν­θο ποὺ πέ­φτου­με, κι ὁ λό­γος ἀ­στο­χεῖ, αἰχ­μά­λω­τος ἄ­φτα­στων με­τα­φυ­σι­κῶν καρ­πῶν.

       Ἡ δι­ε­ξο­δι­κὴ συ­νε­δρί­α τοῦ Μό­μο μὲ τὸν Βόλ­φγκανγκ Κέ­λερ ἐ­ξά­λει­ψε μιὰ γιὰ πάν­τα κά­θε ἐλ­πί­δα, κι εἶ­χε γιὰ τέ­λος ἕ­να ἀ­κό­μη με­λαγ­χο­λι­κὸ κα­τευ­ό­διο ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ ἀ­στο­χί­α.

       (Ὁ Χό­μο Σά­πι­ενς ἔ­φτα­σε στὸ γερ­μα­νι­κὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ γρα­φτεῖ ἡ ξα­κου­στὴ με­λέ­τη σχε­τι­κὰ μὲ τὴν εὐ­φυ­ΐ­α τῶν ἀν­θρω­πο­ει­δῶν, ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε φή­μη κι ἐ­πι­τυ­χί­α, ἐ­νῶ ὁ Μό­μο πα­ρέ­με­νε γιὰ πάν­τα στὸ Τε­του­ὰν, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας μιὰ ἐ­φ’ ὄ­ρου ζω­ῆς πα­ρο­χὴ καρ­πῶν μὲ ἕ­να ἅ­πλω­μα τοῦ χε­ριοῦ του.)



Πη­γή: Juan José Arreola, Besti­ario. Va­ria inven­cion, Coleccion ita­lica, Turner, 2002 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση (γιὰ τὸ Besti­ario) στὸ Punta de Plata, Με­ξι­κό, Uni­versi­dad Na­cional Au­tono­ma de Me­xico, 1959].

Χου­ὰν Χο­σὲ ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola) (1918, Σα­πο­τλάν [ση­με­ρι­νὴ ὀ­νο­μα­σί­α: Σι­ου­δὰδ Γκου­σμάν]– 2001, Γου­α­δα­λα­χά­ρα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε μί­α μό­νο νου­βέ­λα καὶ ἀρ­κε­τὲς συλ­λο­γὲς μι­κρῶν πε­ζῶν. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἐκ τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων καὶ ἐ­πι­δρα­στι­κό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Ἕλενα Σανχαουανμπενίτο (Elena Sanjuanbenito): ***


Ἕ­λε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito)


* * *


ΙΑ ΦΟΡΑ γνώ­ρι­σα ἕ­ναν τύ­πο ποὺ δού­λευ­ε σ’ ἕ­να ἐρ­γο­στά­σιο ἀ­στε­ρί­σκων. Ἦ­ταν ἕ­νας τύ­πος με­γα­λό­σω­μος μὲ γε­ρὰ πνευ­μό­νια. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ καὶ πα­ρὰ τὰ χρό­νια ποὺ δού­λευ­ε στὸ ἐρ­γο­στά­σιο, ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ τε­λεί­ω­νε τὴν βάρ­δια του κά­πως ζα­λι­σμέ­νος. Για­τὶ, ὅ­πως μοῦ εἶ­πε, δὲν κά­νουν ὅ­λοι γιὰ νὰ δου­λέ­ψουν σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο ἐρ­γο­στά­σιο, πολ­λοὶ ποὺ τὸ  ἐ­πι­χει­ροῦν ἐγ­κα­τα­λεί­πουν τὴν προ­σπά­θεια μέ­σα σὲ λί­γες μέ­ρες ἰ­σχυ­ρι­ζό­με­νοι ἄ­σθμα καὶ ζα­λά­δες.

        Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ γε­ρὰ πνευ­μό­νια φαί­νε­ται ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται καὶ ἀρ­κε­τὴ ὑ­πο­μο­νὴ για­τί οἱ ἀ­στε­ρί­σκοι δὲν ἀ­πο­σπῶν­ται πάν­τα μὲ τὴν πρώ­τη καὶ δὲν πρέ­πει νὰ μεί­νει κα­νέ­νας κολ­λη­μέ­νος στὸν μί­σχο. Οἱ ἀλ­λερ­γι­κοί, οὔ­τε κι αὐ­τοὶ συ­νη­θί­ζουν νὰ μέ­νουν πο­λὺ και­ρὸ στὴ δου­λειά, τὰ φτερ­νί­σμα­τα δι­α­κό­πτουν τὴν ἐρ­γα­σί­α τους καὶ ἀ­φή­νουν τὸ προ­ϊ­ὸν σὲ ἄ­θλια κα­τά­στα­ση, ἐ­λα­φρῶς ὑ­γρό, κι ἔ­τσι δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­τά­ξει.

        Ἀ­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν μί­σχο μὲ ἕ­να τέ­λει­ο ἀν­θρώ­πι­νο φύ­ση­μα, οἱ ἀ­στε­ρί­σκοι πρέ­πει νὰ ἀ­νυ­ψω­θοῦν μέ­σα στὸ ἐρ­γο­στά­σιο καὶ νὰ στρο­βι­λι­στοῦν ἄ­τα­κτα, σπρωγ­μέ­νοι ἀ­πὸ ρεύ­μα­τα ζε­στοῦ ἀ­έ­ρα. Στὴ συ­νέ­χεια βγαί­νουν ἀ­πὸ τὴν κα­μι­νά­δα κα­τὰ κύ­μα­τα, μι­κρὰ ἢ με­γά­λα ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ζή­τη­ση, καὶ κα­τευ­θύ­νον­ται ἀρ­γὰ πρὸς τὶς ὑ­πο­ση­μει­ώ­σεις τῶν σε­λί­δων, τὰ ψι­λὰ γράμ­μα­τα τῶν συμ­βο­λαί­ων καὶ τὰ συρ­τά­ρια τῶν προ­γραμ­μα­τι­στῶν. Ἐ­πί­σης, πρὸς τὰ τμή­μα­τα τῶν μα­θη­μα­τι­κῶν, τὶς αἰ­τή­σεις μὲ ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ πε­δί­α ἢ τὴν κό­μη κά­ποι­ας κυ­ρί­ας ποὺ μό­λις ἔ­χει βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κομ­μω­τή­ριο.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο: Razones para ir a Arkansas (ἐκδ. ESJB, 2014) (αὐ­το­έκ­δο­ση).

Ἕ­λε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito) (Μα­δρί­τη, 1970). Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ Λό­γοι γιὰ νὰ πᾶς στὸ Ἀρ­κάν­σας εἶ­ναι τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/. Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.


Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Noell Oszvald.

Ἄνχελ Ὀλγόσο: Φυσικὸ περιβάλλον


Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso)

 

Φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον

 

ΤΙΣ ΔΩΔΕΚΑ καὶ εἴ­κο­σι, ἕ­να ἡ­λι­ό­λου­στο Σάβ­βα­το τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου, σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς κου­ζί­νας τοῦ σπι­τιοῦ, σ’ ἕ­να χω­ρι­ου­δά­κι κον­τὰ στὴν βι­ο­μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νη πρω­τεύ­ου­σα τῆς ἐ­παρ­χί­ας, ὁ ἄν­δρας χτυ­πᾶ τὴ γυ­ναί­κα ἡ ὁ­ποί­α θὰ τι­μω­ρή­σει τὸν γιὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ κλω­τσή­σει τὸν σκύ­λο ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ δαγ­κώ­σει τὴ γά­τα ἡ ὁ­ποί­α θὰ κυ­νη­γή­σει τὸ πον­τί­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­σει τὴν κα­τσα­ρί­δα ἡ ὁ­ποί­α θὰ γρα­πώ­σει τὸ σκου­λή­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ κα­τα­σπα­ρά­ξει τὸν ἄν­δρα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).


Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/. Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.


Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .


Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo): Magush



Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo)

Μαγκούς

(Magush)


ΑΠΟΙΑ ΘΕΣΣΑΛΗ ΜΑΓΙΣΣΑ προ­έ­βλε­ψε τὴ μοί­ρα τοῦ Πο­λυ­κρά­τη πα­ρα­τη­ρών­τας τὰ σχέ­δια ποὺ ἔ­φτια­χνε ἡ θά­λασ­σα στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ ὅ­ταν ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν τὸ κύ­μα· μιὰ Ρω­μαί­α ἑ­στιά­δα προ­έ­βλε­ψε ἐ­κεί­νη τοῦ Καί­σα­ρα σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­ρὸ ἀ­πὸ ἄμ­μο ποὺ πε­ρι­στοί­χι­ζε κά­ποι­ο φυ­τό· ὁ γερ­μα­νὸς Κορ­νή­λιος Ἀ­γρίπ­πας χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη γιὰ νὰ προ­βλέ­ψει τὸ μέλ­λον. Ὁ­ρι­σμέ­νοι μά­γοι τοῦ και­ροῦ μας δι­α­βά­ζουν τὰ φύλ­λα τοῦ τσα­γιοῦ ἢ τὸ κα­τα­κά­θι τοῦ κα­φὲ στὸν πά­το τοῦ φλι­τζα­νιοῦ, κά­ποι­οι τὰ δέν­τρα, τὴ βρο­χή, τὶς κη­λί­δες με­λά­νι ἢ τὸ ἀ­σπρά­δι τοῦ αὐ­γοῦ, κά­ποι­οι τὶς γραμ­μὲς ἁ­πλῶς τῆς πα­λά­μης, ἄλ­λοι κοι­τοῦν μέ­σα σὲ κρυ­στάλ­λι­νες σφαῖ­ρες. Ὁ Μαγ­κοὺς λέ­ει τὴ μοί­ρα μὲ τὸ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὸ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο κτί­ριο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο στὸ ὁ­ποῖ­ο ζεῖ. Τὰ ἑ­φτὰ πε­λώ­ρια πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὰ δώ­δε­κα πα­ρα­θυ­ρά­κια τοῦ γει­το­νι­κοῦ κτι­ρί­ου εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸν σὰν τρα­που­λό­χαρ­τα. Ὁ Μαγ­κοὺς δὲν σκέ­φτη­κε πο­τὲ νὰ συ­σχε­τί­σει πα­ρά­θυ­ρα μὲ τρα­που­λό­χαρ­τα: ἦ­ταν δι­κή μου ἡ ἰ­δέ­α. Οἱ μέ­θο­δοί του εἶ­ναι μυ­στη­ρι­ώ­δεις καὶ ἐ­ξη­γοῦν­ται μο­νά­χα ἐν μέ­ρει. Μοῦ εἶ­πε πὼς κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς μέ­ρας δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα, για­τὶ τὸ φῶς κά­νει τὶς εἰ­κό­νες νὰ ἀ­χνο­φαί­νον­ται. Ἡ πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γι’ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ εἶ­ναι τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, τό­τε ποὺ συγ­κε­κρι­μέ­νες ἀ­χτί­δες φω­τός, κα­θὼς φιλ­τρά­ρον­ται ἀ­πὸ τὶς περ­σί­δες τῶν πα­ρα­θύ­ρων στὰ πλά­για τοῦ κτι­ρί­ου, ἀν­τα­να­κλῶν­ται στὰ τζά­μια τῶν μπρο­στι­νῶν πα­ρα­θύ­ρων. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­νο­νί­ζει τὰ ραν­τε­βοῦ του μὲ τοὺς πε­λά­τες πάν­το­τε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα. Γνω­ρί­ζω —ἔ­φτα­σα σὲ αὐ­τὴ τὴ γνώ­ση ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σει­ρὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σε­ων— ὅ­τι τὸ ψη­λό­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ κτι­ρί­ου φα­νε­ρώ­νει ὑ­πο­θέ­σεις τῆς καρ­διᾶς, τὸ χα­μη­λὸ τμῆ­μα ὑ­πο­θέ­σεις ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὸ χρῆ­μα καὶ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ κεν­τρι­κὸ τμῆ­μα οἰ­κο­γε­νεια­κὰ προ­βλή­μα­τα καὶ θέ­μα­τα ὑ­γεί­ας.

            Ὁ Μαγ­κοὺς εἶ­ναι φί­λος μου πα­ρό­τι εἶ­ναι μό­λις δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Τὸν γνώ­ρι­σα κα­τὰ τύ­χη μιὰ μέ­ρα ποὺ πῆ­γα νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να σα­κὶ κάρ­βου­να. Δὲν ἄρ­γη­σα νὰ δι­αι­σθαν­θῶ τὴ μαν­τι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ με­ρι­κὲς κου­βέν­τες στὸ αἴ­θριο τοῦ καρ­βου­νά­δι­κου (ἤ­μα­σταν πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ σα­κιὰ μὲ κάρ­βου­νο καὶ πε­θαί­να­με ἀ­πὸ τὴν πα­γω­νιά), μὲ ὁ­δή­γη­σε στὸ δω­μά­τιο ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται. Τὸ δω­μά­τιο εἶ­ναι κά­τι σὰν δι­α­δρο­μά­κος, ἐ­ξί­σου κρύ­ος μὲ τὸ αἴ­θριο· ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν συν­δυα­σμὸ ἀ­πὸ φεγ­γί­τες μὲ χρω­μα­τι­στὰ τζά­μια κι ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ψη­λὸ καὶ στε­νὸ —σὰ νὰ προ­ο­ρί­ζε­ται γιὰ κά­ποι­α κα­μη­λο­πάρ­δα­λη—, δι­α­κρί­νε­ται μὲ ἄ­νε­ση τὸ ἀ­πέ­ναν­τι κτί­ριο μὲ τὴν κι­τρι­νω­πὴ πρό­σο­ψή του ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς βρο­χὲς κι ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σα λί­γη ὥ­ρα σ’ αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι τὸ κρύ­ο ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ καὶ τὴ θέ­ση του ἔ­παιρ­νε μιὰ εὐ­χά­ρι­στη αἴ­σθη­ση ζε­στα­σιᾶς. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο φαι­νό­με­νο συμ­βαί­νει κα­τὰ τὶς στιγ­μὲς τῆς μαν­τεί­ας κι ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τὸ δω­μά­τιο ἀλ­λὰ τὸ σῶ­μα ποὺ ἀ­πορ­ρο­φᾶ ἐ­κεῖ­νες τὶς τό­σο ὠ­φέ­λι­μες ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες.

            Ὁ Μαγ­κοὺς μὲ ἐ­κτι­μοῦ­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως κι ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὸς μα­ζί μου. Μὲ ἄ­φη­νε νὰ κοι­τά­ζω ὁ­λο­μό­να­χος, τὴν πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη ὥ­ρα, ἕ­να πρὸς ἕ­να τα πα­ρά­θυ­ρα τοῦ κτι­ρί­ου. (Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρές, σκη­νὲς ποὺ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θοῦν γί­νον­ταν ὁ­ρα­τές· ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α στά­θη­κα ἀρ­χι­κὰ τυ­χε­ρός.) Σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­δα —πλη­ρώ­νον­τας ποι­ός ξέ­ρει τί ἁ­μαρ­τί­ες— τὴ με­τέ­πει­τα ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­ζη­λό μου. Φο­ροῦ­σε τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νή­θι­ζε νὰ μὲ θαμ­πώ­νει καὶ τὰ πλού­σια μαλ­λιά της ἦ­ταν πι­α­σμέ­να πί­σω σε ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κὸ κό­τσο χα­μη­λὰ στὸ σβέρ­κο της. Γιὰ νὰ δῶ τέ­τοι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χω τὰ μά­τια λύγ­κα, ὅ­μως ἡ κα­θα­ρό­τη­τα τῆς εἰ­κό­νας ὀ­φει­λό­ταν στὴ μα­γεί­α ποὺ τὴν πε­ρι­έ­βαλ­λε καὶ ὄ­χι στὴν ὅ­ρα­σή μου. (Ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό­στα­ση κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­βά­σω ἐ­πι­στο­λὲς ἢ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ ἡ­με­ρο­λό­για.) Ἐ­κεῖ εἶ­δα τὴν ἐ­πώ­δυ­νη σκη­νὴ ποὺ θὰ κα­λού­μουν ἀρ­γό­τε­ρα νὰ ὑ­πο­μεί­νω ἐν­σαρ­κω­μέ­νη. Ἐ­κεῖ εἶ­δα ἐ­κεί­νη τὴν κλί­νη κα­λυμ­μέ­νη μὲ ρό­δι­να σκε­πά­σμα­τα καὶ τὶς φρι­κτὲς αὐ­τὲς κυ­ρί­ες ποὺ ἔμ­παι­ναν κι ἔ­βγαι­ναν κρα­τών­τας δέ­μα­τα στὰ χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, στὰ τζα­μέ­νια πα­ρά­θυ­ρα, κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς τῆς δύ­σης, εἶ­δα τὶς βόλ­τες στοὺς πο­τα­μοὺς Τίγ­κρε καὶ Λου­χάν. Ἐ­κεῖ ἔ­φτα­σα πο­λὺ κον­τὰ στὸ νὰ στραγ­γα­λί­σω κά­ποι­ον. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ βι­ώ­σω αὐ­τὰ τὰ πε­ρι­στα­τι­κά, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μοῦ φά­νη­κε κομ­μα­τά­κι ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμέ­νη καὶ ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου ἴ­σως λι­γό­τε­ρο ὄ­μορ­φη.

            Μὲ τὸ πέ­ρας αὐ­τῶν τῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν λι­γό­στε­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου νὰ ζή­σω ὅ,τι μοῦ ἤ­τα­νε γρα­φτό. Συμ­βου­λεύ­τη­κα τὸν Μαγ­κούς. Ἦ­ταν ἄ­ρα­γε δυ­να­τὸν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γω; Νὰ ἀ­παρ­νη­θῶ τὴ ζω­ή… ἦ­ταν δυ­να­τόν; Ὁ Μαγ­κούς, ἔ­ξυ­πνος ὅ­πως εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε μὲ ποι­όν τρό­πο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­λο­ποι­ή­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Γιὰ κάμ­πο­σες μέ­ρες δὲν ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ κον­τά του. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω εἰ­κό­νες, νὰ ἀ­πέ­χω ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ἀ­να­ζη­τῶ ὅ­πως κι ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ζῶ. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς γιὰ χά­ρη τῆς φι­λί­ας μας, ποὺ κρα­τοῦ­σε τό­σα χρό­νια, ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξαί­ρε­ση· σὲ κα­νέ­ναν δὲν θὰ εἶ­χε ἐ­πι­τρέ­ψει αὐ­τὴ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὶς πα­γί­δες ποὺ ἔ­στη­νε ὁ Μαγ­κοὺς σὲ πε­λά­τες τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­ξα­πα­τοῦ­σε πα­ρου­σι­ά­ζον­τάς τους τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὰ νὰ ἦ­ταν δι­κό τους.

            — Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο σῶ­φρον νὰ βι­ώ­σει κά­ποι­ος ἄλ­λος τὴ μοί­ρα σου εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως μό­λις κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή της στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Εἰ­δάλ­λως, δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται αὐ­τὴ νὰ ἔρ­θει στὴ συ­νέ­χεια καὶ νὰ σὲ γυ­ρέ­ψει: ἡ μοί­ρα μοιά­ζει μὲ ἀν­θρω­πο­φά­γο τί­γρη ποὺ στή­νει ἐ­νέ­δρα στὸ ἀ­φεν­τι­κό της, συ­νή­θι­ζε νὰ μοῦ λέ­ει ὁ Μαγ­κούς· καὶ γιὰ νὰ μὲ κα­θη­συ­χά­σει πρό­σθε­τε: Κά­ποι­α μέ­ρα ἐν­δέ­χε­ται νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα πιὰ γιὰ σέ­να σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα.

            — Θὰ πε­θά­νω; – ρω­τοῦ­σα μὲ ἔκ­δη­λη ἀ­νη­συ­χί­α.

            — Δὲν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το – ἀ­παν­τοῦ­σε ὁ Μαγ­κούς. Μπο­ρεῖς νὰ συ­νε­χί­σεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς πε­πρω­μέ­νο.

            — Μά, μέ­χρι καὶ τὰ σκυ­λιὰ ἔ­χουν πε­πρω­μέ­νο – ἀν­τέ­τει­να.

            — Τὰ σκυ­λιὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γουν: εἶ­ναι ὑ­πά­κου­α.

            Ἡ πρό­γνω­ση τοῦ Μαγ­κοὺς ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε ὣς ἕ­να βαθ­μὸ κι ἔ­τσι ἔ­ζη­σα γιὰ λί­γο και­ρὸ βα­ρι­ε­στη­μέ­νος καὶ ἤ­ρε­μος, ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος στὴ δου­λειά μου, ὅ­μως ἡ ζω­ὴ αὐ­τὴ μὲ τρά­βα­γε καὶ τὴ νο­σταλ­γοῦ­σα, τὸ νὰ εἶ­μαι μα­ζὶ μὲ τὸν Μαγ­κοὺς καὶ νὰ ἀ­τε­νί­ζω τὸ κτί­ριο. Ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χαν ἐ­κλεί­ψει οἱ μορ­φὲς ἐ­κεῖ­νες οἱ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στὸ νὰ ρί­ξουν φῶς στὴ μοί­ρα μου. Σὲ κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα μᾶς ξαφ­νί­α­ζαν ἐ­νί­ο­τε νέ­ες ἀ­να­πό­δρα­στες συν­θέ­σεις. Ἀ­μυ­δρὰ φῶ­τα, φαν­τά­σμα­τα μὲ κε­φά­λια σκύ­λων, ἐγ­κλη­μα­τί­ες, τὰ πάν­τα ἔ­δει­χναν πὼς θὰ ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴ φτά­σουν αὐ­τὲς οἱ εἰ­κό­νες ποὺ ἔ­βλε­πα νὰ γί­νουν ἀ­λη­θι­νές.

            — Ποι­ὸς θὰ ζοῦ­σε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση αὐ­τὲς τὶς ἀ­θλι­ό­τη­τες; – εἶ­πα στὸν Μαγ­κούς, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τέ­λη­ξε ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, γιὰ νὰ μοῦ ἀ­πο­σπά­σει τὴν προ­σο­χή, νὰ κά­νει τὸν σύμ­βου­λο μα­ζὶ καὶ τὸν μά­γο. Ἄρ­χι­σα νὰ βλέ­πω βεγ­γα­λι­κά, μα­ρι­ο­νέ­τες, γι­α­πω­νέ­ζι­κα φα­νά­ρια, νά­νους, ἀν­θρώ­πους ντυ­μέ­νους σὰν ἀρ­κοῦ­δες καὶ σὰν γά­τες. Τοῦ εἶ­πα ὑ­πο­κρι­νό­με­νος:

            — Σὲ ζη­λεύ­ω. Θά ’­θε­λα νά ’­μουν δε­κα­τεσ­σά­ρων.

            — Ἂς ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να – μοῦ εἶ­πε ὁ Μαγ­κούς.

            Ἀ­πο­δέ­χτη­κα τὴν πρό­τα­ση, ἂν καὶ μοῦ φά­νη­κε πα­ρά­τολ­μη. Τί θὰ ἔ­κα­να μὲ ἐ­κεί­νους τοὺς μι­κρού­λη­δες νά­νους; Μι­λή­σα­με ὥ­ρα πολ­λὴ γιὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες ποὺ πι­θα­νὸν κου­βα­λοῦ­σαν μα­ζί τους οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἡ­λι­κί­ες μας. Χά­σα­με, ἴ­σως, τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ τὴν εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη.

            Τὸ σχέ­διό μας δὲν ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε. Χά­σα­με κι οἱ δυ­ὸ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σου­με τὴν πε­ρι­έρ­γειά μας.

            Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ὑ­πο­κύ­πτου­με ἐκ νέ­ου στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να· κά­νου­με κά­ποι­ες ἀ­πό­πει­ρες, ὅ­μως κά­θε φο­ρὰ τεί­νει νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νί­ζε­ται ὁ ἴ­διος ἀ­πο­τρε­πτι­κὸς πα­ρά­γον­τας: ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τὶς δυ­σκο­λί­ες τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χει ὑ­περ­νι­κή­σει ὁ Μαγ­κούς, ἀ­πο­βαί­νει πα­ρά­λο­γο. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο και­ρὸ εἶ­χα βά­λει σκο­πὸ νὰ φύ­γω. Ἑ­τοί­μα­σα τὶς ἀ­πο­σκευ­ές μου. Ἀ­πο­χαι­ρε­τη­θή­κα­με. Οἱ εἰ­κό­νες στὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν θελ­κτι­κές. Κά­τι μὲ κρά­τη­σε πί­σω τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη καὶ στὸν Μαγ­κούς· δὲν εἶ­χε τὸ κου­ρά­γιο νὰ δρα­πε­τεύ­σει ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο.

            Πάν­το­τε μὲ συ­ναρ­πά­ζει τὸ πε­πρω­μέ­νο τοῦ Μαγ­κοὺς κι ἐ­κεῖ­νον τὸ δι­κό μου (ὅ­σο ἄ­σχη­μο κι ἂν εἶ­ναι), ὅ­μως κα­τὰ βά­θος ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ τῶν δυ­ό μας εἶ­ναι νὰ συ­νε­χί­σου­με νὰ ἀ­τε­νί­ζου­με τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἐ­κεί­νου τοῦ σπι­τιοῦ καὶ νὰ δω­ρί­ζου­με σὲ ἄλ­λους τὸ δι­κό μας πε­πρω­μέ­νο, ἐ­φό­σον δὲν μᾶς φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι κά­τι τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο.



Πηγή: Silvina Ocampo, La furia y otros cuentos, ἐ­πιμ. Ernesto Montequin, Biblioteca Silvina Ocampo, Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Editorial Sudamericana, 2006 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Sur, 1959].

Σιλ­βί­να ­κάμ­πο (Silvina Ocampo) (1903, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 1993, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὴ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Προ­τοῦ ἀ­φι­ε­ρω­θεῖ μὲ πά­θος στὴ γρα­φὴ σπού­δα­σε σχέ­διο καὶ ζω­γρα­φι­κὴ στὸ Πα­ρί­σι μὲ δα­σκά­λους τὸν Τζόρ­τζιο ντὲ Κί­ρι­κο καὶ τὸν Φερ­νὰν Λε­ζέ. Σύ­ζυ­γος τοῦ Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες καὶ φί­λη τοῦ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες. Οἱ τρεῖς τους ἐ­πι­με­λή­θη­καν καὶ ἐ­ξέ­δω­σαν τὸ 1940 τὴ μνη­μει­ώ­δη Ἀν­θο­λο­γί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.