Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga): Ὁ γιός



­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga)


Ὁ γιός

(El hijo)


ΤΑΝ μί­α δυ­να­τὴ μέ­ρα κα­λο­και­ριοῦ στὸ Μι­σι­ό­νες, μὲ ὅ­λο τὸν ἥ­λιο, τὴ ζέ­στη καὶ τὴν ἠ­ρε­μί­α ποὺ μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει αὐ­τὴ ἡ ἐ­πο­χή. Ἡ φύ­ση ἐν­τε­λῶς ἀ­νοι­χτή, αἰ­σθά­νε­ται ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη μὲ τὸν ἑ­αυ­τό της.

       Ὅ­πως ὁ ἥ­λιος, ἡ ζέ­στη καὶ ἡ ἠ­ρε­μί­α τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος, ὁ πα­τέ­ρας ἀ­νοί­γει ἐ­πί­σης τὴν καρ­διά του στὴ φύ­ση.

       Πρό­σε­χε μι­κρέ – λέ­ει στὸ γιό του, συ­νο­ψί­ζον­τας σὲ αὐ­τὴ τὴ φρά­ση ὅ­λες τὶς ἐ­πι­ση­μάν­σεις του γιὰ τὸ τί μπο­ρεῖ νὰ πά­ει στρα­βὰ καὶ ποὺ γιὸς του κα­τα­λα­βαί­νει ἀ­πό­λυ­τα.

       — Ναί, μπαμ­πὰ – ἀ­παν­τά­ει τὸ πλα­σμα­τά­κι ἐ­νῶ πιά­νει τὸ του­φέ­κι καὶ φορ­τώ­νει μὲ φυ­σίγ­για τὶς τσέ­πες τοῦ που­κα­μί­σου του, τὶς ὁ­ποῖ­ες κλεί­νει μὲ προ­σο­χή.

       — Νὰ γυ­ρί­σεις τὴν ὥ­ρα τοῦ με­ση­με­ρια­νοῦ φα­γη­τοῦ – το­νί­ζει ὁ πα­τέ­ρας.

       — Ναί, μπαμ­πά, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ὁ μι­κρός.

       Ἰ­σορ­ρο­πεῖ τὸ του­φέ­κι στὸ χέ­ρι του, χα­μο­γε­λά­ει στὸν πα­τέ­ρα του, τὸν φι­λά­ει στὸ κε­φά­λι καὶ φεύ­γει.

       Ὁ πα­τέ­ρας τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ γιὰ λί­γο μὲ τὰ μά­τια του καὶ γυ­ρί­ζει στὴ δου­λειὰ τῆς ἡ­μέ­ρας, εὐ­τυ­χι­σμέ­νος μὲ τὴν χα­ρὰ τοῦ γιοῦ του.

       Ξέ­ρει ὅ­τι ὁ γιός του εἶ­ναι ἐκ­παι­δευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν πιὸ τρυ­φε­ρὴ ἡ­λι­κία τό­σο στὴν ἐ­ξοι­κεί­ω­ση μὲ τὸν κίν­δυ­νο ὅ­σο καὶ στὴν προ­φύ­λα­ξη ἀ­πὸ αὐ­τόν, μπο­ρεῖ νὰ χει­ρι­στεῖ τὸ ὅ­πλο του καὶ νὰ κυ­νη­γή­σει τὸ ὁ,τι­δή­πο­τε. Πα­ρό­τι εἶ­ναι πο­λὺ ψη­λὸς γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του, δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ μό­νο δε­κα­τρι­ῶν ἐ­τῶν. Καὶ μοιά­ζει μι­κρό­τε­ρος ἂν κρί­νει κα­νεὶς ἀ­πὸ τὴν ἁ­γνό­τη­τα τῶν γα­λά­ζι­ων μα­τι­ῶν του, φρέ­σκα ἀ­κό­μα ἀ­πὸ παι­δι­κὴ ἔκ­πλη­ξη.

       Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ση­κώ­σει ὁ πα­τέ­ρας τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὴ δου­λειά του γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει μὲ τὸ μυα­λὸ του τὴν πο­ρεί­α ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ ὁ γιὸς του.

       Ἔ­χει δι­α­σχί­σει τὴν κόκ­κι­νη κο­ρυ­φὴ καὶ προ­χω­ρά­ει εὐ­θεί­α στὸ βου­νὸ περ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ ξέ­φω­το μὲ τὰ σπαρ­τά.

       Γιὰ νὰ κυ­νη­γή­σει κα­νεὶς στὸ βου­νὸ —νὰ κυ­νη­γή­σει θη­ρά­μα­τα— χρει­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρη ὑ­πο­μο­νὴ ἀ­πὸ αὐ­τὴ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει ὁ μι­κρός του. Ἀ­φοῦ δι­α­σχί­σει αὐ­τὴ τὴ νη­σί­δα στὸ βου­νό, ὁ γιός του θὰ πε­ρά­σει τὸ ὅ­ριο τῆς πε­ρί­φρα­ξης καὶ θὰ κα­τέ­βει μέ­χρι τὴν πε­διά­δα, ἀ­να­ζη­τών­τας πε­ρι­στέ­ρια, που­λιὰ του­κὰν ἢ τὸ τά­δε ζευ­γά­ρι ἐ­ρω­δι­ῶν ὅ­πως αὐ­τὸ τοῦ φί­λου του, τοῦ Χου­άν, ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὶς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες.

       Μό­νο τώ­ρα, ὁ πα­τέ­ρας σκά­ει ἕ­να χα­μό­γε­λο στὴν ἀ­νά­μνη­ση τοῦ κυ­νη­γε­τι­κοῦ πά­θους τῶν δύ­ο μι­κρῶν φί­λων.

       Κά­ποι­ες μό­νο φο­ρὲς κυ­νη­γοῦν κα­νέ­να γι­α­κού­το­ρο(1), κα­νέ­να σου­ρου­κουὰ(2) —ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρες αὐ­τὸ— καὶ ἐ­πι­στρέ­φουν θρι­αμ­βευ­τές, ὁ Χου­ὰν στὸ ράν­τσο, μὲ τὸ ὅ­πλο τῶν ἐν­νέ­α χι­λι­ο­στῶν ποὺ ἐ­κεῖ­νος τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει, καὶ ὁ γιὸς του στὸ ὀ­ρο­πέ­διο, μὲ τὸ με­γά­λο του­φέ­κι Σαὶντ-Ἐ­τι­έν, μὲ δι­α­μέ­τρη­μα 16, τε­τρα­πλὸ κλεί­σι­μο καὶ λευ­κὸ μπα­ρού­τι.

       Καὶ ὁ ἴ­διος ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι. Στὰ δε­κα­τρί­α θὰ ἔ­δι­νε καὶ τὴ ζω­ή του γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σει ἕ­να του­φέ­κι. Ὁ γιός του, σὲ αὐ­τὴ τὴν ἡ­λι­κί­α, τὸ ἔ­χει ἤ­δη καὶ ὁ πα­τέ­ρας χα­μο­γε­λά­ει.

       Ὡ­στό­σο, δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο αὐ­τό, γιὰ ἕ­να πα­τέ­ρα χῆ­ρο, χω­ρὶς ἄλ­λη πί­στη οὔ­τε ἐλ­πί­δα ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ τοῦ γιοῦ του, ἕ­να γιὸ ἐκ­παι­δευ­μέ­νο ὅ­πως τὸν ἔ­χει ἐκ­παι­δεύ­σει αὐ­τός, ἐ­λεύ­θε­ρο μέ­σα στὸ μι­κρῆς ἐμ­βέ­λειας πε­δί­ο δρά­σης του, σί­γου­ρο γιὰ τὰ μι­κρά του πό­δια καὶ χέ­ρια ἀ­πὸ τὴν ἡ­λι­κί­α τῶν τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν, μὲ συ­νεί­δη­ση τῶν ἄ­πει­ρων κιν­δύ­νων καὶ τῆς ἔλ­λει­ψης τῶν δι­κῶν τοῦ δυ­νά­με­ων.

       Αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας ἔ­πρε­πε νὰ πα­λέ­ψει δυ­να­τὰ ἐ­νάν­τια σὲ αὐ­τὸ ποὺ ὁ ἴ­διος ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὡς ἐ­γω­ι­σμό. Εἶ­ναι πο­λὺ εὔ­κο­λο ἕ­να μι­κρὸ πλά­σμα νὰ κά­νει λά­θος ὑ­πο­λο­γι­σμό, βά­ζει ἕ­να πό­δι στὸ κε­νὸ καὶ κά­πως ἔ­τσι χά­νε­ται ἕ­νας γιός!

       Ὁ κίν­δυ­νος ὑ­πάρ­χει πάν­τα γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο σὲ κά­θε ἡ­λι­κί­α. Ὡ­στό­σο, ἡ ἀ­πει­λὴ μει­ώ­νε­ται ἐ­ὰν ἀ­πὸ μι­κρὸς συ­νη­θί­σει νὰ στη­ρί­ζε­ται μό­νο στὶς δι­κές του δυ­νά­μεις.

       Μὲ αὐ­τὸ τὸ σκε­πτι­κὸ ἐκ­παί­δευ­σε τὸν γιό του. Καὶ γιὰ νὰ τὸ κα­τα­φέ­ρει ἔ­πρε­πε νὰ ἀν­τι­στα­θεῖ ὄ­χι μό­νο στὴν καρ­διά του ἀλ­λὰ καὶ στὰ βά­σα­να τοῦ μυα­λοῦ του. Για­τί αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας, μὲ στο­μά­χι καὶ ὅ­ρα­ση ἀ­δύ­να­μα, ὑ­πο­φέ­ρει ἐ­δῶ καὶ λί­γο και­ρὸ ἀ­πὸ πα­ραι­σθή­σεις.

       Ἔ­βλε­πε, συμ­πυ­κνω­μέ­νες σὲ πο­λὺ ἐ­πώ­δυ­νες ψευ­δαι­σθή­σεις, ἀ­να­μνή­σεις μιᾶς εὐ­τυ­χί­ας ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὸ κε­νὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν εἶ­χε πε­ρι­ο­ρί­σει. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ γιοῦ του δὲν ξέ­φευ­γε ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο. Τὸν εἶ­δε μί­α φο­ρὰ νὰ πέ­φτει, κα­λυμ­μέ­νο μὲ αἷ­μα ἐ­νῶ τρό­χι­ζε μί­α σφαί­ρα αὐ­τό­μα­του ὅ­πλου. Τὸ εἶ­δε αὐ­τὸ ἐ­νῶ ὁ γιὸς του ἁ­πλὰ λί­μα­ρε τὴν ἀγ­κρά­φα τῆς κυ­νη­γε­τι­κῆς του ζώ­νης.

       Ἀ­παί­σια κα­τά­στα­ση…. Ἀλ­λὰ σή­με­ρα, τὴ ζε­στὴ καὶ κα­λο­και­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα, τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε φαί­νε­ται κλη­ρο­νο­μή­σει καὶ ὁ γιός του, ὁ πα­τέ­ρας νι­ώ­θει εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, ἤ­ρε­μος καὶ σί­γου­ρος γιὰ τὸ μέλ­λον.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ὄ­χι πο­λὺ μα­κριά, ἀ­κού­γε­ται ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμός.

       — Τὸ Σαὶντ-Ἐ­τι­έν… σκέ­φτε­ται ὁ πα­τέ­ρας ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας τὸν ἦ­χο. Δύ­ο πε­ρι­στέ­ρια λι­γό­τε­ρα στὸ βου­νό.

       Χω­ρὶς νὰ δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α στὸ ἀ­σή­μαν­το αὐ­τὸ συμ­βάν, ὁ ἄν­δρας ἀ­πορ­ρο­φᾶ­ται ἐκ νέ­ου στὴ δου­λειά του.

       Ὁ ἥ­λιος, ἤ­δη πο­λὺ ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, συ­νε­χί­ζει νὰ ἀ­νε­βαί­νει. Ὅ­που καὶ νὰ κοι­τά­ξει κα­νεὶς —πέ­τρες, γῆ, δέν­τρα— ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­ραι­ω­μέ­νος ὅ­πως σὲ ἕ­να φοῦρ­νο, δο­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὴ ζέ­στη. Ἕ­νας βα­θὺς βόμ­βος ποὺ γε­μί­ζει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ εἶ­ναι καὶ ἐμ­πο­τί­ζει τὸ πε­ρι­βάλ­λον μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι, συγ­κεν­τρώ­νει ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ὅ­λη τὴν τρο­πι­κὴ ζω­ή.

       Ὁ πα­τέ­ρας ρί­χνει μιὰ μα­τιὰ στὸ ρο­λό­ι τοῦ χε­ριοῦ του: δώ­δε­κα. Καὶ ση­κώ­νει τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ βου­νό.

       Ὁ γιός του θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γυρ­νά­ει. Μέ­σα στὴν ἀ­μοι­βαί­α ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ μοι­ρά­ζον­ται —ὁ πα­τέ­ρας μὲ τοὺς ἀ­ση­μέ­νιους κρο­τά­φους καὶ τὸ παι­δὶ τῶν δε­κα­τρι­ῶν ἐ­τῶν— δὲν ἐ­ξα­πα­τοῦ­σαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον πο­τέ. Ὅ­ταν ὁ γιὸς τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε – «ναί, μπαμ­πά», θὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πε. Εἶ­πε ὅ­τι θὰ γυρ­νοῦ­σε στὶς δώ­δε­κα καὶ ὁ πα­τέ­ρας χα­μο­γέ­λα­σε βλέ­πον­τάς τον νὰ φεύ­γει.

       Κι ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε γυ­ρί­σει.

       Ὁ ἄν­δρας γυρ­νᾶ στὴ δου­λειά του, προ­σπα­θών­τας νὰ συγ­κεν­τρώ­σει τὴν προ­σο­χή του σὲ αὐ­τὸ ποὺ κά­νει. Εἶ­ναι τό­σο εὔ­κο­λο, τό­σο εὔ­κο­λο νὰ χά­σεις τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ χρό­νου μέ­σα στὸ βου­νὸ καὶ νὰ κα­θί­σεις γιὰ λί­γο στὸ ἔ­δα­φος ἀ­κί­νη­τος γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς…

       Ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε… ἦ­ταν δώ­δε­κα καὶ μι­σή. Ὁ πα­τέ­ρας βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ ἐρ­γα­στή­ριό του, στη­ρί­ζει τὸ χέ­ρι του στὸν πάγ­κο καὶ μη­χα­νι­κὰ ξε­πη­δά­ει ἀ­πὸ τὸ βά­θος τοῦ μυα­λοῦ του ὁ πυ­ρο­βο­λι­σμὸς καὶ ξαφ­νι­κά, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὶς τρεῖς ποὺ τὸν ἀ­να­κά­λε­σε, σκέ­φτη­κε ὅ­τι με­τὰ τὸν ἦ­χο τοῦ Σαὶντ-Ἐ­τι­ὲν δὲν ἄ­κου­σε τί­πο­τα ἄλ­λο. Δὲν ἄ­κου­σε τὸ κύ­λι­σμα τῶν πε­τρῶν κά­τω ἀ­πὸ τὸ γνώ­ρι­μο περ­πά­τη­μα. Ὁ γιός του δὲν εἶ­χε γυ­ρί­σει καὶ ἡ φύ­ση ἔ­με­νε ἐ­κεῖ ἀ­κί­νη­τη στὴν ἄ­κρη τὴ δά­σους πε­ρι­μέ­νον­τάς τον.

       Ὤ, δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὸς ἕ­νας με­τρη­μέ­νος χα­ρα­κτή­ρας καὶ μιὰ τυ­φλὴ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν ἐκ­παί­δευ­ση τοῦ γιοῦ του γιὰ νὰ δι­ώ­ξει τὸ φάν­τα­σμα τοῦ πε­πρω­μέ­νου ποὺ ἕ­νας πα­τέ­ρας μὲ ἀ­σθε­νῆ ὅ­ρα­ση βλέ­πει νὰ φτά­νει ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φο­γραμ­μὴ τοῦ βου­νοῦ. Πε­ρι­σπα­σμός, ἀ­μέ­λεια, τυ­χαῖ­ο γε­γο­νός, κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς ἀ­σή­μαν­τες αὐ­τὲς αἰ­τί­ες ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ κα­θυ­στε­ρή­σουν τὴν ἄ­φι­ξη τοῦ γιοῦ του δὲν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ αὐ­τὴ τὴν καρ­διά.

       Ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμός, ἕ­νας μό­νο πυ­ρο­βο­λι­σμὸς ἀ­κού­στη­κε, καὶ μά­λι­στα πρὶν ὥ­ρα. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τόν, ὁ πα­τέ­ρας δὲν ἄ­κου­σε κα­νέ­ναν θό­ρυ­βο, δὲν εἶ­δε κα­νέ­να που­λί, δὲν ἦρ­θε οὔ­τε ἕ­νας ἄν­θρω­πος νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι συ­νέ­βη κά­ποι­ο ἀ­τύ­χη­μα σὲ κά­ποι­ον ποὺ δι­έ­σχι­σε τὴν πε­ρί­φρα­ξη…

       Μὲ τὸ κε­φά­λι στὸν ἀ­έ­ρα καὶ χω­ρὶς μα­χαί­ρι ὁ πα­τέ­ρας φεύ­γει. Δι­α­σχί­ζει τὸ ξέ­φω­το, μπαί­νει στὸ βου­νό, περ­νά­ει τὸ ὅ­ριο τῆς πε­ρί­φρα­ξης χω­ρὶς νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει ἴ­χνος τοῦ γιοῦ του.

       Ὡ­στό­σο ἡ φύ­ση πα­ρα­μέ­νει ἀ­κί­νη­τη. Καὶ ὅ­ταν πιὰ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­χει δι­α­σχί­σει κά­θε γνω­στὸ κυ­νη­γε­τι­κὸ μο­νο­πά­τι καὶ ἀ­φοῦ ἔ­χει ἐ­ξε­ρευ­νή­σει μά­ται­α τὸν βάλ­το, ἀ­πο­κτᾶ πλέ­ον τὴν σι­γου­ριὰ ὅ­τι κά­θε βῆ­μα ποὺ κά­νει πρὸς τὰ ἐμ­πρὸς τὸν φέρ­νει, μοι­ραῖ­α καὶ ἀ­να­πό­φευ­κτα, πιὸ κον­τὰ στὸ πτῶ­μα τοῦ γιοῦ του.

       Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νεὶς νὰ κα­τη­γο­ρή­σει, δυ­στυ­χῶς. Ὑ­πῆρ­χε μό­νο ἡ ψυ­χρὴ τρο­με­ρὴ καὶ τε­τε­λε­σμέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: ὁ γιός του πέ­θα­νε δι­α­σχί­ζον­τας ἕ­να….

       Ἀλ­λὰ ποῦ, σὲ ποι­ό μέ­ρος;! Ἔ­χει τό­σα συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα ἐ­κεῖ καὶ εἶ­ναι τό­σο, μὰ τό­σο βρώ­μι­κο τὸ βου­νό! Ὤ, τό­σο βρώ­μι­κο! Δὲν θέ­λει πο­λὺ νὰ μὴν προ­σέ­ξεις, ὅ­ταν δι­α­σχί­ζεις τὰ σύρ­μα­τα μὲ τὸ του­φέ­κι στὸ χέ­ρι…

       Ὁ πα­τέ­ρας πνί­γει μιὰ κραυ­γή. Εἶ­δε κά­τι νὰ ση­κώ­νε­ται στὸν ἀ­έ­ρα… Ὤ, δὲν εἶ­ναι ὁ γιός του, δὲν εἶ­ναι! Καὶ γυρ­νά­ει ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη…

       Τί­πο­τα δὲν θὰ κέρ­δι­ζε μὲ τὸ νὰ δεῖ τὸ χρῶ­μα τῆς ἐ­πι­δερ­μί­δας του καὶ τὴν ἀ­γω­νί­α τῶν μα­τι­ῶν του. Αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε φω­νά­ξει τὸ γιό του. Ἀ­κό­μα κι ἂν ἡ καρ­διά του τὸν φω­νά­ζει μὲ κραυ­γές, τὸ στό­μα του πα­ρα­μέ­νει σι­ω­πη­λό. Ξέ­ρει κα­λὰ ὅ­τι τὸ νὰ φω­νά­ξει τὸ ὄ­νο­μά του, ὅ­τι τὸ νὰ τὸν φω­νά­ξει με­γα­λό­φω­να, θὰ εἶ­ναι ἡ πα­ρα­δο­χὴ τοῦ θα­νά­του του.

       — Μι­κρέ! – τοῦ ξε­φεύ­γει ξαφ­νι­κά. Καὶ ἐ­ὰν ἡ φω­νὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που μὲ τέ­τοι­ο χα­ρα­κτή­ρα εἶ­ναι ἱ­κα­νὴ νὰ κλά­ψει, κλεί­νου­με μὲ εὐ­σπλα­χνί­α τὰ αὐ­τιὰ μπρο­στὰ στὴν ἀ­γω­νί­α ποὺ ἐκ­φρά­στη­κε μὲ αὐ­τὴ τὴν φω­νή.

       Κα­νεὶς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς κόκ­κι­νες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου, γε­ρα­σμέ­νος κα­τὰ δέ­κα χρό­νια, ὁ πα­τέ­ρας προ­χω­ρᾶ ψά­χνον­τας τὸν γιό του ποὺ μό­λις ἔ­χει πε­θά­νει.

       — Παι­δά­κι μου! Μι­κρού­λη μου! Τὸν φω­νά­ζει μὲ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ ποὺ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῶν σπλά­χνων του.

       Ἤ­δη ἀ­πὸ πρίν, σὲ πλή­ρη εὐ­δαι­μο­νί­α καὶ γα­λή­νη, αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴν πα­ραί­σθη­ση τοῦ γιοῦ τοῦ πε­σμέ­νου κά­τω, μὲ τὸ μέ­τω­πο ἀ­νοι­χτὸ ἀ­πὸ μιὰ σφαί­ρα χρώ­μα­τος νι­κε­λί­ου. Τώ­ρα, σὲ κά­θε σκι­ε­ρὴ γω­νιὰ τοῦ δά­σους βλέ­πει κα­λώ­δια μὲ σπί­θες καὶ στὴ βά­ση ἑ­νὸς στύ­λου μὲ τὸ του­φέ­κι ἀ­φο­πλι­σμέ­νο πε­σμέ­νο στὸ πλά­ι, βλέ­πει…

       — Μι­κρέ μου! Γι­έ μου!

       Ἀ­κό­μα καὶ οἱ δυ­νά­μεις ποὺ κά­νουν ἕ­ναν πα­τέ­ρα νὰ ἔ­χει πα­ραι­σθή­σεις τοῦ χει­ρό­τε­ρου ἐ­φιά­λτη, ἔ­χουν τὰ ὅ­ριά τους. Καὶ ὁ δι­κός μας αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι οἱ αἰ­σθή­σεις του τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­πουν, ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ βλέ­πει νὰ ξε­προ­βά­λει ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­πλευ­ρο μο­νο­πά­τι ὁ γιὸς του.

       Ἕ­να παι­δὶ δε­κα­τρι­ῶν χρο­νῶν ἀρ­κεῖ νὰ δεῖ ἀ­πὸ πε­νήν­τα μέ­τρα μα­κριὰ τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ πα­τέ­ρα του ποὺ ἦρ­θε χω­ρὶς μα­χαί­ρι μέ­σα στὸ δά­σος γιὰ νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νει τὸ βῆ­μα του μὲ τὰ μά­τια γε­μά­τα δά­κρυ­α.

       — Μι­κρέ… μουρ­μου­ρί­ζει ὁ ἄν­δρας. Καί, ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος, ἀ­φή­νε­ται νὰ πέ­σει στὴν λαμ­πε­ρὴ ἄμ­μο, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὰ πό­δια τοῦ γιοῦ του.

Τὸ πλα­σμα­τά­κι, ἔ­τσι δε­μέ­νο, στέ­κε­ται ὄρ­θιο. Καὶ κα­θὼς κα­τα­λα­βαί­νει τὸν πό­νο τοῦ πα­τέ­ρα του, τὸν χα­ϊ­δεύ­ει ἀρ­γὰ στὸ κε­φά­λι.

       — Κα­η­μέ­νε μπαμ­πά…

       Τε­λι­κά, ὁ χρό­νος πέ­ρα­σε. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἤ­δη τρεῖς…

       Μα­ζὶ τώ­ρα πιά, πα­τέ­ρας καὶ γιὸς παίρ­νουν τὸ δρό­μο τοῦ γυ­ρι­σμοῦ.

       — Πῶς καὶ δὲν πα­ρα­τή­ρη­σες τὸν ἥ­λιο γιὰ νὰ ὑ­πο­λο­γί­σεις τὴν ὥ­ρα; Μουρ­μου­ρί­ζει ἀ­κό­μα ὁ πρῶ­τος.

       — Τὸν πα­ρα­τή­ρη­σα μπαμ­πά… ἀλ­λὰ ὅ­ταν ξε­κί­νη­σα γιὰ νὰ γυ­ρί­σω εἶ­δα τοὺς ἐ­ρω­διοὺς τοῦ Χου­ὰν καὶ τοὺς ἀ­κο­λού­θη­σα.

       — Τί μὲ ἔ­κα­νες νὰ πε­ρά­σω μι­κρέ!

       — Μπαμ­πά­κα…μουρ­μού­ρι­σε καὶ ὁ μι­κρός.

       Με­τὰ ἀ­πὸ μί­α μα­κρὰ σι­ω­πή:

       — Καὶ τοὺς ἐ­ρω­διούς; Τοὺς σκό­τω­σες; Ρω­τά­ει ὁ πα­τέ­ρας.

       — Ὄ­χι.

       Ἀ­σή­μαν­τη λε­πτο­μέ­ρεια με­τὰ ἀ­πὸ ὅ­λο αὐ­τό. Κά­τω ἀ­πὸ τὸν πυ­ρα­κτω­μέ­νο οὐ­ρα­νὸ καὶ ἀ­έ­ρα, δι­α­σχί­ζον­τας τὸ ξέ­φω­το μὲ τὰ σπαρ­τά, ὁ ἄν­δρας γυρ­νά­ει στὸ σπί­τι μὲ τὸ γιό του μὲ τὸ χέ­ρι πε­ρα­σμέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους του, τοὺς ὤ­μους ποὺ ἔ­χουν φτά­σει σχε­δὸν στὸ ὕ­ψος τῶν δι­κῶν του ὤ­μων. Γυρ­νά­ει μού­σκε­μα στὸν ἱ­δρώ­τα καί, ἂν καὶ δι­α­λυ­μέ­νος στὸ σῶ­μα καὶ τὴν ψυ­χή, χα­μο­γε­λά­ει ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α.


* * *


Χα­μο­γε­λά­ει ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α τῶν πα­ραι­σθή­σε­ων….. Για­τὶ ὁ πα­τέ­ρας προ­χω­ρά­ει μό­νος του.

       Δὲν συ­νάν­τη­σε κα­νέ­ναν καὶ τὸ χέ­ρι του στη­ρί­ζε­ται στὸ κε­νό. Για­τί πί­σω του, στὴ βά­ση τοῦ στύ­λου καὶ μὲ τὰ πό­δια ψη­λά, πι­α­σμέ­να στὸ ἀγ­κα­θω­τὸ σύρ­μα, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος του γιὸς κεί­τε­ται στὸν ἥ­λιο, νε­κρὸς ἀ­πὸ τὶς δέ­κα τὸ πρω­ΐ.


(1) Yacutoro: πτη­νὸ μαῦ­ρο μὲ μέ­γε­θος ὅ­σο μιὰ μι­κρὴ κό­τα (γλώσ­σα γκου­ρα­νὶ τῶν ἰ­θα­γε­νῶν της Νό­τιας Ἀ­με­ρι­κῆς πε­ρι­ο­χὴ τῆς Πα­ρα­γουά­ης).
(2) Surucua: πτη­νὸ μὲ πολ­λὰ χρώ­μα­τα. Στὸν Rio de la Plata πο­λὺ ἥ­με­ρος πα­πα­γά­λος μὲ πα­νέ­μορ­φα φτε­ρὰ (γλώσ­σα γκου­α­ρα­νί).

Δρα­μα­το­ποι­ή­σεις:

Σκηνοθεσία: Antonio Aguilar

Πατέρας: Felipe Miranda * Γιός: Carlos Bueno



Ἄλλες ἑρμηνεῖες:

https://www.youtube.com/watch?v=iAQQo60jSMU

https://www.youtube.com/watch?v=TzKJb4E0UKY



Πη­γή: http://recursosbiblio.url.edu.gt/publicjlg/Libros_y_mas/2015/09/cuentHQ.pdf

Ὁ Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Silvestre Quiroga Forteza) (Σάλ­το, Οὐ­ρου­γουά­η 1878-Μπου­έ­νος Ἄ­ϊ­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1937) θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους ἱ­σπα­νό­φω­νους ἀ­φη­γη­τὲς καὶ ὁ δά­σκα­λος τοῦ δι­η­γή­μα­τος κα­θὼς συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 200. Κι­νεῖ­ται μέ­σα στὸ ρεῦ­μα τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ μὲ κύ­ρια θέ­μα­τα τὴ μο­να­ξιά, τὴ θλί­ψη, τὴ με­λαγ­χο­λί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ Πό­ε, τοῦ Μπων­τλαὶρ καὶ τοῦ Κί­πλινγκ,ὁ Κι­ρό­γα ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ τὴν πλού­σια ἐμ­πει­ρί­α του, τὶς προ­σω­πι­κές του ἐν­τυ­πώ­σεις καὶ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις ποὺ ἔ­κα­νε κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τῆς μα­κρᾶς πα­ρα­μο­νῆς του στὶς ζοῦγ­κλες τοῦ Τσά­κο καὶ τοῦ Μι­σι­ό­νες, γιὰ νὰ γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα ὅ­που ἡ ζούγ­κλα, τὰ πο­τά­μια, τὰ με­γά­λα καὶ μι­κρὰ ζῶ­α τοῦ δά­σους, τὰ ἴ­δια τὰ δέν­τρα ἀ­πο­κτοῦν ἔν­το­νη ζω­ὴ καὶ δρά­ση. Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο δη­μο­σι­εύ­ον­ται τὸ 1917 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀ­γά­πης, τῆς τρέ­λας καὶ τοῦ θα­νά­του, τὸ 1918 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ζούγ­κλας καὶ τὸ 1921 τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ Ἀ­να­κόν­τα τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται τὸ κο­ρυ­φαῖ­ο ἔρ­γο του λό­γῳ τῆς εὐ­αι­σθη­σί­ας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὴ ζω­ὴ στὴ ζούγ­κλα. Ἡ ζω­ή του σὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­παι­τη­τι­κὸ φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον ση­μα­δεύ­τη­κε καὶ ἀ­πὸ τρα­γι­κὰ γε­γο­νό­τα τὰ ὁ­ποῖ­α τὸν ἐ­πη­ρέ­α­σαν βα­θιὰ καὶ ἔ­κα­ναν τὸ θά­να­το βα­σι­κὸ συ­νο­δοι­πό­ρο τῆς συγ­γρα­φι­κῆς καὶ προ­σω­πι­κῆς του δι­α­δρο­μῆς: ἔ­χα­σε τὸν πα­τέ­ρα του ἀ­πὸ ἀ­τύ­χη­μα ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς ἐ­νῶ ἦ­ταν αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας τοῦ πα­τριοῦ του καὶ τῆς πρώ­της του συ­ζύ­γου. Ὁ ἴ­διος, τέ­λος, αὐ­το­κτό­νη­σε ὅ­ταν δι­α­γνώ­στη­κε μὲ καρ­κί­νο. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Γιός» («El hijo») ἀ­πο­δί­δει μὲ κο­ρυ­φού­με­νη ἔν­τα­ση τὴν ὀ­δύ­νη τοῦ φό­βου τῆς ἀ­πώ­λειας τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μπρο­στὰ στὸ ἀ­πρό­βλε­πτο πε­ρι­βάλ­λον τῆς ζούγ­κλας ποὺ δὲν συγ­χω­ρεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ λά­θος. (Βλ. καὶ τὸ κεί­με­νό του «Ὁ Δε­κά­λο­γος τοῦ τέ­λει­ου διη­γη­μα­το­γρά­φου» στὸ ἱστολόγιό μας.)

Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὲς πη­γές:

– Bellini Giuseppe, Nueva Hi­sto­ria de la lite­ratu­ra hi­spa­no­ame­rica­na, Ma­drid: Ca­sta­lia E­di­ci­o­nes, 1997

https://www.escritores.org/biografias/247-horacio-quiroga

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τισμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρᾶ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ι­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).


			

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Ἡ πληγωμένη πάπια



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Ἡ πλη­γω­μέ­νη πά­πια


ΑΘΕ ΧΡΟΝΟ τὸ Τα­χυ­δρο­μι­κὸ Τα­μι­ευ­τή­ριο προ­κή­ρυσ­σε δι­α­γω­νι­σμὸ γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη ἔκ­θε­ση μὲ θέ­μα τὴν ἀ­πο­τα­μί­ευ­ση καὶ ἔ­δι­νε δῶ­ρο στὸν νι­κη­τὴ ἕ­ναν με­ταλ­λι­κὸ κουμ­πα­ρά. Ὁ μα­θη­τὴς δε­χό­ταν τὰ συγ­χα­ρη­τή­ρια τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ ἐ­νώ­πιον τῶν συμ­μα­θη­τῶν με­τὰ τὴν πρω­ι­νὴ προ­σευ­χὴ καὶ πα­ρα­λάμ­βα­νε τὸ ἔ­πα­θλο. Ἡ φτώ­χεια με­γά­λη, δυ­σκο­λεύ­ον­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λὰ ὑ­πο­σχέ­σεις τῆς Χούν­τας γιὰ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη καὶ πα­ροι­μί­ες ὅ­πως «φα­σού­λι τὸ φα­σού­λι γε­μί­ζει τὸ σα­κού­λι», «μά­ζευ­ε κι ἂς εἶ­ν’ καὶ ρῶ­γες», ποὺ ἦ­ταν εὐ­ρύ­τα­τα δι­α­δε­δο­μέ­νες, ἔ­τρε­φαν τὶς ἀ­δη­φά­γες τρά­πε­ζες μὲ τὸ ὑ­στέ­ρη­μα τῶν τα­πει­νῶν. Μὲ ἀ­πί­στευ­τες στε­ρή­σεις ὁ πα­τέ­ρας μου ἀ­πο­τα­μί­ευ­ε τὸ ἐ­λά­χι­στο γιὰ νὰ φτιά­ξει ἕ­να μα­γα­ζὶ στὸ χω­ριό, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἀ­πο­λαύ­σει για­τὶ τὸν πρό­λα­βε ἡ ἀρ­ρώ­στια.

       Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ «τυ­χε­ρὰ» παι­διὰ ἤ­μουν κι ἐ­γώ. Πα­ρα­μο­νὴ τῆς ἔκ­θε­σης εἶ­χα πα­πα­γα­λί­σει δυ­ὸ-τρί­α σχε­τι­κὰ θέ­μα­τα ἀ­πὸ ἐκ­θε­σι­ο­λό­για, τὰ συν­δύ­α­σα, ἔ­βα­λα καὶ δι­κά μου καὶ νί­κη­σα. Ἔ­τσι βρέ­θη­κα στὸ δρό­μο τῆς ἀ­πο­τα­μί­ευ­σης. Ὁ με­ταλ­λι­κὸς κουμ­πα­ρὰς δὲν μὲ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε. Γιὰ νὰ τὸν ἀ­νοί­ξεις ἔ­πρε­πε νὰ πᾶς στὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο. Ἐ­ξάλ­λου,  δὲν μά­ζευ­α τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τὰ κα­τα­θέ­σω. Σκε­φτό­μουν νὰ ἀ­γο­ρά­σω παι­χνί­δια ἢ δερ­μά­τι­νη μπά­λα. Μοῦ χά­ρι­σε λοι­πὸν ὁ πα­τέ­ρας μιὰ πλα­στι­κὴ πά­πια, ἡ ὁ­ποί­α στὴ μέ­ση ἀ­κρι­βῶς τοῦ κορ­μοῦ της εἶ­χε μιὰ σχι­σμὴ —κά­πως με­γά­λη, γιὰ νὰ χω­ρᾶ τὰ εἰ­κο­σά­ρι­κα— καὶ ἐ­κεῖ ἔ­ρι­χνα ὅ­σα τά­λι­ρα ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σα ἀ­πὸ τοὺς παπ­ποῦ­δες καὶ τὰ ἔ­σο­δα ἀ­πὸ τὰ κά­λαν­τα. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ πά­πια βά­ρυ­νε, πράγ­μα ποὺ σή­μαι­νε ὅ­τι κυ­ο­φο­ροῦ­σε μέ­σα της ἄ­φθο­νο ὑ­λι­κὸ παι­δι­κῶν ὀ­νεί­ρων.

       Ἐν τῷ με­τα­ξύ τὰ σχέ­διά μου εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει. Μὲ κέρ­δι­σε ἕ­να ρομ­πότ. Κου­νοῦ­σε χέ­ρια καὶ πό­δια, ἀ­να­βό­σβη­ναν ρυθ­μι­κὰ πο­λύ­χρω­μα λαμ­πά­κια καὶ ἔ­βγα­ζε μιὰ βα­θιὰ με­ταλ­λι­κὴ φω­νή, σὰν ἀ­πὸ τὸ ὑ­περ­πέ­ραν. Ἔ­χα­σα τὸ μυα­λό μου. Ξέ­χα­σα τὴ μπά­λα καὶ μιὰ μπουλ­ντό­ζα μὲ ἀ­να­τρε­πό­με­νο κου­βὰ ποὺ εἶ­χα βά­λει στὸ μά­τι. Κα­θό­μουν μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να καὶ τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­μουν. Κά­πως ἔ­τσι πρέ­πει νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν κι ὁ πα­τέ­ρας τὸ μα­γα­ζὶ στὸ χω­ριό, ὅ­ταν τὸν ἔ­βρι­σκα βυ­θι­σμέ­νο στὶς σκέ­ψεις ἀλ­λὰ μὲ πρό­σω­πο χα­ρού­με­νο.

       Ση­κω­θή­κα­με νω­ρὶς ἕ­να πρω­ί, νὰ πᾶ­με μὲ τὴ μη­τέ­ρα στὸ πα­νη­γύ­ρι μιᾶς γει­το­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας ποὺ γι­όρ­τα­ζε τὴν Πα­να­γί­α. Ὑ­πῆρ­χε καὶ μιὰ θαυ­μα­τουρ­γὴ ἀ­χει­ρο­ποί­η­τος εἰ­κό­να. Τὸ ΚΤΕΛ δρο­μο­λό­γη­σε ἐ­πι­πλέ­ον λε­ω­φο­ρεῖ­α γιὰ νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸν κό­σμο. Στὸ πα­νη­γύ­ρι πλή­θη εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει. Οἱ πα­ράγ­κες μὲ εἴ­δη προι­κός, χαλ­βά­δες καὶ παι­δι­κὰ παι­χνί­δια δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρὰ στὸ δρό­μο γιὰ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ οἱ φω­νὲς τῶν πω­λη­τῶν ἔ­κα­ναν ἀ­κό­μα πιὸ ἑ­ορ­τα­στι­κὴ τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα. Πί­ε­ση στὴν πί­ε­ση κα­τά­φε­ρα τὴ μη­τέ­ρα νὰ μοῦ πά­ρει ἕ­να μαῦ­ρο πλα­στι­κὸ φι­δά­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­τοῦ­σα στὴν ἀ­δερ­φή μου γιὰ νὰ τὴν τρο­μά­ζω.

       Ἐ­πι­στρέ­φον­τας τὸ με­ση­μέ­ρι ὅ­λη ἡ χα­ρὰ τῆς γι­ορ­τῆς πνί­γη­κε στὰ θλιμ­μέ­να μά­τια τῆς μη­τέ­ρας καὶ στὸ κλά­μα τῆς ἀ­δερ­φῆς. Στὸ σπί­τι μπῆ­καν κλέ­φτες. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­κα­τω­σού­ρα δὲν πῆ­ραν καὶ πολ­λὰ πράγ­μα­τα. Δὲν εἴ­χα­με. Ἕ­να πα­λιὸ γερ­μα­νι­κὸ ρα­δι­ό­φω­νο Filipps γιὰ μα­κρὰ καὶ με­σαῖ­α, με­ρι­κὰ χει­ρο­ποί­η­τα κεν­τή­μα­τα τῆς μη­τέ­ρας καὶ ἕ­να σὲτ ἀ­νο­ξεί­δω­τα μα­χαι­ρο­πί­ρου­να, δῶ­ρο γά­μου, ποὺ κρα­τού­σα­με γιὰ κα­μιὰ ἐ­πί­ση­μη ἡ­μέ­ρα, ἂν τρα­πε­ζώ­να­με δη­λα­δὴ κα­νέ­να ση­μαν­τι­κὸ πρό­σω­πο, κά­τι ποὺ δὲν ἔ­γι­νε πο­τὲ τό­σα χρό­νια καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἔ­πι­α­ναν ἁ­πλῶς χῶ­ρο στὸ συρ­τά­ρι. Ξαφ­νι­κὰ μαῦ­ρα φί­δια μὲ ἔ­ζω­σαν, ὅ­ταν δι­α­πί­στω­σα πὼς ἡ πά­πια μὲ τὶς οἰ­κο­νο­μί­ες μου εἶ­χε πα­ρα­βια­στεῖ, τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό της εἶ­χε κά­νει φτε­ρὰ καὶ μα­ζί του ἡ μπά­λα, ἡ μπουλ­ντό­ζα καὶ τὸ ρομ­πότ. Ἡ πά­πια κεί­τον­ταν μπρο­στά μου σκι­σμέ­νη καὶ τσα­λα­κω­μέ­νη. Βούρ­κω­σα τό­τε, ἔ­πε­σα στὸ κρε­βά­τι σὰν ἄ­δει­ο σα­κὶ καὶ ἔ­μει­να νὰ κοι­τῶ τὸ τα­βά­νι.

       Ἡ μη­τέ­ρα δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει. Πῶς νὰ τὸ πεῖ στὸν πα­τέ­ρα γιὰ νὰ μὴν τὸν στε­νο­χω­ρή­σει; Καὶ πῶς νὰ πα­ρη­γο­ρή­σει ἐ­μᾶς ποὺ τὰ εἴ­χα­με χα­μέ­να; Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κού­στη­κε τὸ τρί­ξι­μο τῆς σι­δε­ρέ­νιας ἐ­ξώ­πορ­τας, ση­μά­δι ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας ἐ­πέ­στρε­ψε. Βγῆ­κε ἡ μη­τέ­ρα νὰ τὸν προ­ϋ­παν­τή­σει καὶ ἀ­πὸ πί­σω της ἐ­μεῖς, μα­ζε­μέ­να σὰν νὰ μᾶς εἶ­χαν δεί­ρει. Σύν­το­μα ἡ μη­τέ­ρα τοῦ ἐ­ξή­γη­σε τὴν κα­τά­στα­ση καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος, ὁ πα­τέ­ρας πα­ρέ­μει­νε ψύ­χραι­μος. Τὴν χτύ­πη­σε ἁ­πα­λὰ στὴν πλά­τη καὶ μπή­κα­με μέ­σα. Συ­ζή­τη­σαν λί­γο πα­ρά­με­ρα κι ἔ­πει­τα χά­ι­δε­ψε ἐ­μᾶς στὸ κε­φά­λι καὶ κα­θί­σα­με νὰ φᾶ­με τὸν χαλ­βὰ Φαρ­σά­λων ποὺ εἴ­χα­με φέ­ρει ἀ­π’ τὸ πα­νη­γύ­ρι.

       Ἕ­ναν μή­να με­τά, τὸν κλέ­φτη τὸν ἔπια­σαν. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς. Εἶ­χε μπεῖ καὶ σὲ ἄλ­λα σπί­τια. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὰ κεν­τή­μα­τα καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἐ­πέ­στρε­ψαν στὴ θέ­ση τους. Μό­νο τα χρή­μα­τα δὲν ἐ­πε­στρά­φη­σαν πο­τέ. Τὸ γει­το­νό­που­λο τὰ εἶ­χε ξο­δέ­ψει. Ἐ­πέν­δυ­σε, ὅ­πως φά­νη­κε, σὲ ἕ­να πο­λὺ κα­λὸ πο­δή­λα­το μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ καὶ τὸ θαυ­μά­ζα­με ὅ­λοι.

       Μὲ τὰ χα­μέ­να λε­φτὰ στα­μά­τη­σε καὶ ἡ σχέ­ση μου μὲ τὴν ἀ­πο­τα­μί­ευ­ση. Δὲν ἀ­γό­ρα­σα ἄλ­λο κουμ­πα­ρὰ κι οὔ­τε οἱ τρά­πε­ζες εἶ­δαν πο­τὲ χρή­μα­τά μου. Ἄλ­λω­στε μιὰ ζω­ὴ οἱ οἰ­κο­νο­μί­ες μου ἦ­ταν πε­νι­χρές. Καὶ ἡ οἰ­κο­νο­μί­α τῆς χώ­ρας ὅ­μως δὲν ἐ­ξε­λί­χτη­κε κα­λύ­τε­ρα. Ὅ­πως τε­λι­κὰ ἀ­πο­δεί­χτη­κε, ἦ­ταν πάν­τα εὐ­ά­λω­τη στοὺς κλέ­φτες σὰν τὴν πλα­στι­κὴ πά­πια μου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).


Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández): Ἡ μπά­λα



Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández)


μπά­λα

(La Pelota)


ΤΑΝ ἤ­μουν ὀ­χτὼ χρο­νῶν πέ­ρα­σα ἕ­να με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα μα­ζὶ μὲ τὴν για­γιά μου σ’ ἕ­να φτω­χι­κὸ σπι­τά­κι. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα τῆς ζή­τη­σα πολ­λὲς φο­ρὲς μιὰ πο­λύ­χρω­μη μπά­λα ποὺ ἔ­βλε­πα συ­νέ­χεια στὸ κα­τά­στη­μα. Στὴν ἀρ­χὴ ἡ για­γιά μου μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ τὴν ἀ­γο­ρά­σει καὶ νὰ μὴν τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σα ἄλ­λο. Με­τὰ μὲ ἀ­πεί­λη­σε πὼς θὰ μὲ δεί­ρει, ἀλ­λὰ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ —ἕ­τοι­μος νὰ τρέ­ξω ἂν χρει­α­ζό­ταν— τῆς ξα­να­ζή­τη­σα νὰ μοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν μπά­λα. Πέ­ρα­σαν λί­γα λε­πτὰ κι ὅ­ταν ση­κώ­θη­κε ἀ­π’ τὴν ρα­πτο­μη­χα­νή, ἐ­γὼ βγῆ­κα ἔ­ξω τρέ­χον­τας. Ἀλ­λά, ἐ­κεί­νη, δὲν μὲ πῆ­ρε στὸ κυ­νή­γι, πα­ρὰ ἄρ­χι­σε νὰ ψά­χνει μέ­σα σὲ ἕ­να μπα­οῦ­λο καὶ νὰ βγά­ζει ἔ­ξω κου­ρέ­λια. Ὅ­ταν κα­τά­λα­βα ὅ­τι σκό­πευ­ε νὰ φτιά­ξει μιὰ μπά­λα ἀπ’ τὰ κου­ρέ­λια, θύ­μω­σα πο­λύ. Αὐ­τὴ ἡ μπά­λα δὲν θὰ ἦ­ταν πο­τὲ σὰν ἐ­κεί­νη τοῦ κα­τα­στή­μα­τος. Ὅ­σο τὴν γέ­μι­ζε καὶ τὴν ἔ­ρα­βε μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν ἄλ­λη κι ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λη λύ­ση ἀ­π’ τὸ νὰ συμ­βι­βα­στῶ μ’ αὐ­τή. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν ὅ­τι μου ἔ­λε­γε ὅ­τι αὐ­τὴ μὲ τὰ κου­ρέ­λια θὰ ἦ­ταν πιὸ ὡ­ραῖ­α, αὐ­τὸ μὲ ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ὅ­ταν τὴν εἶ­χε σχε­δὸν τε­λει­ώ­σει, εἶ­δα πὼς τῆς ἔ­δι­νε σχῆ­μα καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­ξε­πλά­γην καὶ ἕ­να χα­μό­γε­λο ζω­γρα­φί­στη­κε στὸ πρό­σω­πό μου, ἀ­μέ­σως, ὅ­μως, πεί­σμω­σα πά­λι. Ὅ­ταν τὴν κλώ­στη­σα στὸν τοῖ­χο τῆς αὐ­λῆς τὸ λευ­κὸ ὕ­φα­σμα τοῦ κα­λύμ­μα­τός της γέ­μι­σε λά­σπες. Ὅ­σο τὴν τί­να­ζα, ἡ μπά­λα ἔ­χα­νε τὸ σχῆ­μα της. Μὲ ἔ­θλι­βε νὰ τὴν βλέ­πω τό­σο ἄ­σχη­μη, αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν μπά­λα, ἐ­γὼ εἶ­χα ἀ­κό­μα στὸ μυα­λό μου τὴν ἄλ­λη κι ἄρ­χι­σα ξα­νὰ νὰ θυ­μώ­νω. Ἀ­φοῦ τὴν κλώ­τση­σα μὲ ὅ­σο θυ­μὸ εἶ­χα, εἶ­δα πὼς ἡ μπά­λα ἄρ­χι­σε νὰ κου­νι­έ­ται: ἔ­παιρ­νε δι­κές της κα­τευ­θύν­σεις καὶ πή­γαι­νε σὲ μέ­ρη ποὺ δὲν ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ ἐ­γὼ εἶ­χα στὸ μυα­λό μου. Ἦ­ταν σὰν νὰ εἶ­χε δι­κή της θέ­λη­ση καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ ζω­ά­κι. Ἔ­κα­νε πράγ­μα­τα ποὺ μὲ ἔ­κα­ναν νὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­τι οὔ­τε ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ παί­ξει μα­ζί μου. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς γι­νό­ταν ἐ­πί­πε­δη καὶ ἔ­τρε­χε μὲ τό­ση δυ­σκο­λί­α ποὺ ἦ­ταν γε­λοῖ­ο νὰ τὴ βλέ­πεις, ξαφ­νι­κὰ ἔ­μοια­ζε σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ στα­μα­τή­σει, με­τὰ ὅ­μως, ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ κά­νει ἄλ­λες μιὰ-δυ­ὸ βόλ­τες. Μιὰ ἀ­πὸ τὶς φο­ρὲς ποὺ τὴν χτύ­πη­σα μὲ ὅ­λη μου τὴ δύ­να­μη, δὲν κου­νή­θη­κε ἀ­π’ τὴν θέ­ση της κι ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­στρέ­φε­ται μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα. Θέ­λη­σα νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βω, ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Ὅ­ταν κου­ρά­στη­κα νὰ τὸ προ­σπα­θῶ, σκέ­φτη­κα ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να πο­λὺ χα­ζὸ παι­χνί­δι, ὅ­τι ὅ­λη τὴν προ­σπά­θεια ἔ­πρε­πε νὰ τὴν κά­νω ἐ­γώ. Εἶ­χε πλά­κα νὰ χτυ­πᾶς τὴν μπα­λά, ἀλ­λὰ με­τὰ κου­ρα­ζό­σουν νὰ τρέ­χεις συ­νέ­χεια νὰ τὴν πιά­σεις. Ἔ­τσι, τὴν πα­ρά­τη­σα στὴ μέ­ση της αὐ­λῆς. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἄρ­χι­σα πά­λι νὰ σκέ­φτο­μαι τὴν μπά­λα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος καὶ νὰ ζη­τά­ω ἀ­π’ τὴν για­γιά μου νὰ μοῦ τὴν ἀ­γο­ρά­σει. Ἐ­κεί­νη ἀρ­νή­θη­κε πά­λι, μὲ ἔ­στει­λε ὅ­μως νὰ πά­ω νὰ πά­ρω γλυ­κὸ ἀ­πὸ κυ­δώ­νι. (Ὅ­ταν ἦ­ταν γι­ορ­τι­νὴ μέ­ρα ἢ ὅ­ταν εἴ­μα­σταν στε­να­χω­ρη­μέ­νοι τρώ­γα­με γλυ­κὸ ἀ­πὸ κυ­δώ­νι.) Τὴ στιγ­μὴ ποὺ δι­έ­σχι­ζα τὴν αὐ­λὴ γιὰ νὰ πά­ω στὸ κα­τά­στη­μα, εἶ­δα τὴν μπά­λα νὰ στέ­κε­ται τό­σο ἥ­συ­χα ποὺ μοῦ ἦρ­θε ἡ ὄ­ρε­ξη νὰ τὴν κλω­τσή­σω δυ­να­τὰ στὸ κέν­τρο. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τὸ προ­σπα­θή­σω πολ­λὲς φο­ρὲς γιὰ νὰ τὸ κα­τα­φέ­ρω, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ πή­γαι­να στὸ κα­τά­στη­μα ἡ για­γιά μου μοῦ πῆ­ρε τὴν μπά­λα καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ μοῦ τὴν ἔ­δι­νε με­τά. Στὸ κα­τά­στη­μα δὲν θέ­λη­σα νὰ κοι­τά­ξω τὴν ἄλ­λη, ἂν καὶ ἔ­νι­ω­θα τὸ βλέμ­μα της πά­νω μου μὲ τὰ ἔν­το­να χρώ­μα­τά της. Ἀ­φοῦ φά­γα­με τὸ γλυ­κό, ἐ­γὼ ἄρ­χι­σα νὰ θέ­λω πά­λι τὴν μπά­λα ποὺ μοῦ εἶ­χε πά­ρει ἡ για­γιά μου, ὅ­ταν μοῦ τὴν ἔ­δω­σε ὅ­μως κι ἔ­παι­ξα λί­γο, γρή­γο­ρα βα­ρέ­θη­κα. Ἀ­πο­φά­σι­σα τό­τε νὰ τὴν ἀ­φή­σω δί­πλα στὴν αὐ­λό­πορ­τα κι ὅ­ταν θὰ περ­νοῦ­σε κά­ποι­ος νὰ τὴν κλω­τσοῦ­σα. Κά­θι­σα πά­νω της καὶ πε­ρί­με­να, ἀλ­λὰ δὲν πέ­ρα­σε κα­νείς. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο στα­μά­τη­σα γιὰ νὰ συ­νε­χί­σω νὰ παί­ζω καὶ ὅ­πως κοί­τα­ξα τὴν μπά­λα μοῦ φά­νη­κε πιὸ γε­λοί­α ἀ­πὸ πο­τέ. Εἶ­χε γί­νει πλά­κα σὰν τη­γα­νό­ψω­μο. Στὴν ἀρ­χὴ μοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ο καὶ τὴν ἔ­βα­ζα στὸ κε­φά­λι μου, τὴν πε­τοῦ­σα στὸ ἔ­δα­φος γιὰ ν’ ἀ­κού­σω τὸν ξε­ρὸ ἦ­χο ποὺ ἔ­βγα­ζε κα­θὼς ἔ­σκα­γε στὸ χῶ­μα καί, τέ­λος, τὴν γύ­ρι­ζα στὸ πλά­ι καὶ τὴν ἔ­κα­να νὰ τρέ­χει σὰν νὰ ἦ­ταν ρό­δα.


Ὅ­ταν μὲ κα­τέ­λα­βαν ἐκ νέ­ου ἡ κού­ρα­ση καὶ ἡ θλί­ψη, πῆ­γα νὰ πῶ στὴ για­γιά μου ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν μπά­λα, ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να τη­γα­νό­ψω­μο κι ὅ­τι ἂν δὲν μοῦ ἀ­γό­ρα­ζε αὐ­τὴν τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, θὰ πέ­θαι­να ἀ­πὸ στε­να­χώ­ρια. Ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε νὰ γε­λά­ει καὶ τραν­τα­ζό­ταν ἡ με­γά­λη της κοι­λιὰ καὶ ἐ­γὼ τό­τε ἔ­σκυ­ψα τὸ κε­φά­λι μου πά­νω της καὶ χω­ρὶς νὰ κου­νη­θῶ κά­θη­σα σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα ποὺ ἡ για­γιά μου ἔ­φε­ρε κον­τά της. Ἡ κοι­λιά της ἦ­ταν σὰν μιὰ με­γά­λη ζε­στὴ μπά­λα ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε καὶ κα­τέ­βαι­νε μὲ τὴν ἀ­να­πνο­ή της μέ­χρι ποὺ ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα.


 


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Talleres Bbarravento (Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση Mon­te­vi­deo, 1945):

http://talleresbarravento.cl/la-pelota-un-cuento-de-felisberto-hernandez/

Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández) (Μοντεβιδέο, Οὐ­ρου­γου­άη 1902-1964). Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­ας, ὑ­πῆρ­ξε μου­σι­κo­συν­θέ­της καὶ πι­α­νί­στας. Στὰ δε­κα­έ­ξι του χρό­νια, λό­γῳ τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς δυ­σχέ­ρειας τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς του, ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται σὰν κα­θη­γη­τὴς πιά­νου, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συ­νό­δευ­ε μου­σι­κὰ ται­νί­ες βω­βοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἄρ­χι­σε ἐμ­φα­νί­σεις σὰν σό­λο μου­σι­κὸς καὶ συν­θέ­της, θή­τευ­σε μα­θη­τὴς τοῦ Guillermo Kolischer, ἱ­δρυ­τῆ τοῦ μου­σι­κοῦ Ὠ­δεί­ου τῆς πό­λης, καὶ ἔ­φτα­σε νὰ θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀρ­κε­τὰ κα­λὸς πι­α­νί­στας. Ὡ­στό­σο, πα­ρὰ τὶς μου­σι­κές του ἐ­πι­δό­σεις, ἡ λο­γο­τε­χνί­α μπῆ­κε ἀ­πὸ νω­ρὶς στὴν ζω­ὴ τοῦ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ὥ­στε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ τῆς ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ 1925 καὶ με­τά. Ὄ­χι τυ­χαῖ­α, λοι­πόν, ὁ κό­σμος τῆς μου­σι­κῆς, ἔ­χει κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο στὰ ἔρ­γα του, τό­σο ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴ θε­μα­τι­κή τους, ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­πί­πε­δο γρα­φῆς. Δὲν πρό­κει­ται, ὡ­στό­σο, γιὰ μιὰ με­λω­δί­α ἁρ­μο­νι­κή, μιᾶς ποὺ ὁ Ἐρ­νάν­τεθ, πα­ρα­μορ­φώ­νει ἢ λα­θεύ­ει σκό­πι­μα στὴν σύν­τα­ξη προ­κει­μέ­νου νὰ ἐκ­φρά­σει αὐ­τὸ ποὺ θέ­λει. Ἡ ἀ­νορ­θο­δο­ξί­α αὐ­τὴ βρί­σκε­ται συ­χνὰ στὸ στό­χα­στρο τῶν ἐ­πι­κρι­τῶν του, ἀλ­λὰ χά­ρη σ’ αὐ­τὸν τὸν προ­σω­πι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς καὶ κυ­ρί­ως στὴν λο­ξὴ μα­τιὰ τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν του, ἱ­στο­ρί­ες βα­σι­σμέ­νες κα­τὰ κύ­ριο λό­γο σὲ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ καὶ νε­α­νι­κή του ἡ­λι­κί­α, ὁ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ εἶ­ναι γιὰ πολ­λοὺς ἕ­νας μο­να­δι­κὸς δη­μι­ουρ­γός. Τὰ δι­η­γή­μα­τά του, τὰ ὁ­ποῖ­α με­τα­φρά­στη­καν με­τα­γε­νέ­στε­ρα σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες, χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν πρω­τί­στως ὡς φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν Κορ­τά­θαρ, ἕ­νας τέ­τοι­ος χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς εἶ­ναι ἐλ­λι­πὴς καὶ πε­ρι­ο­ρι­στι­κός. Πα­ρὰ τὶς δι­ά­φο­ρες με­τα­φρα­στι­κὲς πρω­το­βου­λί­ες, ὡ­στό­σο, καὶ κυ­ρί­ως τὸ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το τα­λέν­το του ἢ τὸ ἄ­κρως πρω­τό­τυ­πο καὶ προ­σω­πι­κὸ συγ­γρα­φι­κό του σύμ­παν (ὁ Χου­ὰν Κάρ­λος Ὀ­νέ­τι, ὁ Γκαρ­θί­α Μάρ­κες ἢ ὁ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο εἶ­ναι με­τα­ξὺ ἄλ­λων θαυ­μα­στές του, ἐ­νῶ στὶς προ­σπά­θει­ες τῆς Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι ὀ­φεί­λε­ται σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ δι­ά­δο­ση τοῦ ἔρ­γου του στὴν Ἱ­σπα­νί­α), τὸ ἔρ­γο τοῦ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ δὲν ἔ­γι­νε πο­τὲ εὐ­ρέ­ως γνω­στὸ καὶ πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι σή­με­ρα στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ρευ­μά­των, ἕ­νας ἐ­λεύ­θε­ρος σκο­πευ­τὴς ἔ­ξω ἀ­πὸ κά­θε κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia): Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη



Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia)


Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη

(Un cadaver sobre la ciudad)


ΑΠΟΙΟ σού­ρου­πο ὁ Χου­ὰν Κ. Μαρ­τί­νι Ρε­ὰλ μοῦ ἔ­δει­ξε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴν ἀ­γρυ­πνί­α τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ ἦ­ταν μιὰ λή­ψη μὲ τὸ φέ­ρε­τρο νὰ κρέ­με­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲ σκοι­νιὰ καὶ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Εἶ­χαν το­πο­θε­τή­σει τὴν κά­σα στὴ θέ­ση της, ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ τὴ βγά­λουν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ πα­λάγ­κα καὶ τρο­χα­λί­ες για­τὶ ὁ Ἂρλτ πα­ρα­ῆ­ταν με­γά­λος γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν δι­ά­δρο­μο.

       Τὸ φέ­ρε­τρο αὐ­τὸ ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες δί­νει μιὰ κα­λὴ εἰ­κό­να τῆς θέ­σης τοῦ Ἂρλτ στὴν ἀρ­γεν­τι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α. Πέ­θα­νε στὰ σα­ράν­τα δύ­ο του χρό­νια καὶ πάν­τo­τε θὰ εἶ­ναι νέ­ος καὶ κά­θε φο­ρὰ θὰ βγά­ζου­με τὸ πτῶ­μα του ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος ποὺ δι­α­τρέ­χει τὸ ἔρ­γο του στὶς μέ­ρες μας εἶ­ναι αὐ­τὸς τῆς κα­θι­έ­ρω­σης. Ὣς τώ­ρα τὸ ὕ­φος του τὸν εἶ­χε σώ­σει ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­τα­λή­ξει στὸ μου­σεῖ­ο: εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κα­τα­στεῖ οὐ­δέ­τε­ρη αὐ­τὴ ἡ γρα­φή, συγ­κρού­ε­ται με­τω­πι­κὰ μὲ τὸ πρό­τυ­πο τῆς ὑ­περ­δι­όρ­θω­σης ποὺ κα­θο­ρί­ζει τὸ μέ­σο ὕ­φος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας.

       Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τυ­πη πα­ρέκ­κλι­ση στὴ γλώσ­σα τοῦ Ἂρλτ, μιὰ σχέ­ση ἀ­πό­στα­σης καὶ δι­α­φο­ρο­ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ μη­τρι­κὴ γλώσ­σα, κά­τι ποὺ πάν­το­τε εἶ­ναι δεῖγ­μα με­γά­λου συγ­γρα­φέ­α. Ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο Ἀρ­γεν­τι­νὸς ἀ­πὸ τὸν Ἂρλτ (κα­νεὶς δὲν ἀν­τι­τί­θε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν «ἀρ­γεν­τι­νὴ πα­ρά­δο­ση»): ὁ γρά­φων εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος, κά­ποι­ος ἄρ­τι ἀ­φι­χθεὶς ποὺ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στὸν ἴ­λιγ­γο μιᾶς ἄ­γνω­στής του πο­λι­τεί­ας. Πα­ρα­δό­ξως, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἔ­χει φτά­σει νὰ προ­σεγ­γί­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λὺ τὸ «ἐκ­κεν­τρι­κὸ» ὅ­ρα­μα τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ ἔρ­γο του μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ σὰν προ­φη­τεί­α: ἀν­τὶ νὰ ἀν­τα­να­κλοῦν τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν φτά­σει στὸ ὁ­ρια­κὸ ση­μεῖο νὰ συ­νο­ψί­ζουν τὴ μελ­λον­τι­κή της μορ­φή.

       Οἱ δι­η­γή­σεις τοῦ Ἂρλτ (καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἔ­ξο­χες ἀ­φρι­κα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς ὑ­ψη­λό­τε­ρες κο­ρυ­φὲς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας) ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ ὅ­τι ὁ Ἂρλτ πάν­το­τε ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὴν ἀ­φή­γη­ση στοὺς τρα­χεῖς τρό­πους τοῦ με­λο­δρά­μα­τος καὶ στὶς δι­α­δε­δο­μέ­νες χρή­σεις τῆς κουλ­τού­ρας (στὰ βι­βλί­α ἐ­κλα­ϊ­κευ­μέ­νης ἐ­πι­στή­μης, στὰ ἐγ­χει­ρί­δια σε­ξο­λο­γί­ας, στὶς ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες τῆς Βί­βλου, στὶς τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ἀ­πὸ ἐ­ξω­τι­κὲς χῶ­ρες, στὶς πα­λι­ὲς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις τῆς Ἀ­να­το­λῆς, στὶς στῆ­λες τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ ρε­πορ­τάζ). Ἡ σα­γή­νη τῆς δι­ή­γη­σης περ­νᾶ ἀ­πὸ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τοῦ Χό­λι­γουντ καὶ τὸν κί­τρι­νο τύ­πο. Ἡ κουλ­τού­ρα τῶν μα­ζῶν οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται τὰ συμ­βάν­τα καὶ τὰ ἐ­πι­βάλ­λει σὲ μιὰ λο­γι­κὴ στε­ρε­ό­τυ­που καὶ σκαν­δά­λου. Ὁ Ἂρλτ με­τα­ποι­εῖ αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα σὲ πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὰ κεί­με­νά του. Οἱ δι­η­γή­σεις του συλ­λαμ­βά­νουν τὸν πυ­ρή­να τῆς πα­ρά­νοι­ας τοῦ σύγ­χρο­νου κό­σμου: τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν λα­ϊ­κῶν ἀ­φη­γή­σε­ων, τὴ χει­ρα­γώ­γη­ση τῆς πί­στης, τὴν ἐ­πι­νό­η­ση γε­γο­νό­των, τὸν κα­τα­τε­μα­χι­σμὸ τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος, τὴ λο­γι­κὴ τῆς συ­νω­μο­σί­ας.

       Ὁ Ἂρλτ εἶ­ναι ὁ πιὸ σύγ­χρο­νος ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς μας. Τὸ πτῶ­μα του πα­ρα­μέ­νει πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Οἱ τρο­χα­λί­ες καὶ τὰ σκοι­νιὰ ποὺ τὸ στη­ρί­ζουν εἶ­ναι κομ­μά­τι τῶν μη­χα­νῶν καὶ τῶν πα­ρά­ξε­νων ἐ­φευ­ρέ­σε­ων ποὺ κι­νοῦν τὴ μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ μέλ­λον.



Πη­γή: Ricardo Piglia, Formas Βreves, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2000 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Temas Grupo Editorial, 1999].

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia) (1940, Ἀν­τρογ­κέ, ἐ­παρ­χί­α τοῦ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 2017, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὸς λο­γο­τέ­χνης καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ τὰ γρα­πτά του μπο­ροῦν νὰ ἰ­δω­θοῦν ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ πει­ρά­μα­τα ποὺ ξε­φεύ­γουν ἀ­πὸ τὶς συ­νή­θεις τα­ξι­νο­μή­σεις. Ὅ­πως ἔ­χει γρά­ψει ὁ ἴ­διος στὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ βι­βλί­ου του Formas Breves, «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ σκε­φτοῦ­με τὸ ὑ­πάρ­χον ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νο ποὺ προ­ει­κο­νί­ζε­ται κι ἂς μὴν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola): Οἱ πίθηκοι



Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola)


Οἱ πί­θη­κοι

(Los monos)


ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΚΕΛΕΡ ἔ­χα­σε πέν­τε χρό­νια στὸ Τε­του­ὰν νὰ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­ναν χιμ­πα­τζῆ νὰ σκέ­φτε­ται. Σὰν κα­λὸς Γερ­μα­νός, σχε­δί­α­σε γιὰ ἐ­κεῖ­νον μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη σει­ρὰ ἀ­πὸ νο­η­τι­κὰ τε­χνά­σμα­τα. Τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ βρεῖ τὴν ἔ­ξο­δο μέ­σα σὲ πε­ρί­πλο­κους λα­βυ­ρίν­θους· τὸν ἔ­κα­νε νὰ φτά­σει σὲ δυ­σπρό­σι­τες λι­χου­δι­ὲς χρη­σι­μο­ποι­ών­τας σκά­λες, πόρ­τες, κρε­μά­στρες καὶ μπα­στού­νια. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τέ­τοι­ου εἴ­δους προ­πό­νη­ση, ὁ Μό­μο ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει τὸ εὐ­φυ­έ­στε­ρο πι­θη­κο­ει­δὲς τοῦ κό­σμου· πι­στὸς ὅ­μως στὸ εἶ­δος του ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κε ὅ­λες τὶς στιγ­μὲς ἀ­δρά­νειας τοῦ ψυ­χο­λό­γου καὶ ἀ­πό­κτη­σε τὶς δε­ξι­ό­τη­τές του δί­χως νὰ δι­α­σχί­σει τὸ κα­τώ­φλι τῆς συ­νεί­δη­σης. Τοῦ προ­σφέρ­θη­κε ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὅ­μως προ­τί­μη­σε νὰ μεί­νει στὸ κλου­βί του.

       Κά­πως ἔ­τσι, πολ­λὲς χι­λι­ε­τί­ες πί­σω (πό­σες;), οἱ πί­θη­κοι ἀ­πο­φά­σι­σαν γιὰ τὸ πε­πρω­μέ­νο τους ἀν­τι­στε­κό­με­νοι στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ γί­νουν ἄν­θρω­ποι. Δὲν λύ­γι­σαν στὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση τοῦ ἐ­ξορ­θο­λο­γι­σμοῦ καὶ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­κό­μη στὸν πα­ρά­δει­σο: γκρο­τέ­σκοι, ἄ­σε­μνοι κι ἐ­λεύ­θε­ροι μὲ τὸν δι­κό τους τρό­πο. Τοὺς βλέ­που­με τώ­ρα στὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο σὰν ἕ­ναν κά­ποι­ον κα­θρέ­φτη τῆς θλί­ψης: μᾶς κοι­τοῦν μὲ σαρ­κα­σμὸ καὶ οἶ­κτο, δι­ό­τι ἐ­πι­μέ­νου­με νὰ πα­ρα­τη­ροῦ­με τὴ ζω­ώ­δη συμ­πε­ρι­φο­ρά τους.

       Δε­μέ­νοι σὲ κά­ποι­α ἀ­ό­ρα­τη ἐ­ξάρ­τη­ση, χο­ρεύ­ου­με στὸν ἦ­χο ποὺ μᾶς παί­ζε­ται, ὅ­πως ὁ πί­θη­κος τῆς λα­τέρ­νας. Ψά­χνου­με καὶ δὲν βρί­σκου­με τὶς ἐ­ξό­δους μέ­σα στὸ λα­βύ­ριν­θο ποὺ πέ­φτου­με, κι ὁ λό­γος ἀ­στο­χεῖ, αἰχ­μά­λω­τος ἄ­φτα­στων με­τα­φυ­σι­κῶν καρ­πῶν.

       Ἡ δι­ε­ξο­δι­κὴ συ­νε­δρί­α τοῦ Μό­μο μὲ τὸν Βόλ­φγκανγκ Κέ­λερ ἐ­ξά­λει­ψε μιὰ γιὰ πάν­τα κά­θε ἐλ­πί­δα, κι εἶ­χε γιὰ τέ­λος ἕ­να ἀ­κό­μη με­λαγ­χο­λι­κὸ κα­τευ­ό­διο ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ ἀ­στο­χί­α.

       (Ὁ Χό­μο Σά­πι­ενς ἔ­φτα­σε στὸ γερ­μα­νι­κὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ γρα­φτεῖ ἡ ξα­κου­στὴ με­λέ­τη σχε­τι­κὰ μὲ τὴν εὐ­φυ­ΐ­α τῶν ἀν­θρω­πο­ει­δῶν, ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε φή­μη κι ἐ­πι­τυ­χί­α, ἐ­νῶ ὁ Μό­μο πα­ρέ­με­νε γιὰ πάν­τα στὸ Τε­του­ὰν, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας μιὰ ἐ­φ’ ὄ­ρου ζω­ῆς πα­ρο­χὴ καρ­πῶν μὲ ἕ­να ἅ­πλω­μα τοῦ χε­ριοῦ του.)



Πη­γή: Juan José Arreola, Besti­ario. Va­ria inven­cion, Coleccion ita­lica, Turner, 2002 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση (γιὰ τὸ Besti­ario) στὸ Punta de Plata, Με­ξι­κό, Uni­versi­dad Na­cional Au­tono­ma de Me­xico, 1959].

Χου­ὰν Χο­σὲ ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola) (1918, Σα­πο­τλάν [ση­με­ρι­νὴ ὀ­νο­μα­σί­α: Σι­ου­δὰδ Γκου­σμάν]– 2001, Γου­α­δα­λα­χά­ρα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε μί­α μό­νο νου­βέ­λα καὶ ἀρ­κε­τὲς συλ­λο­γὲς μι­κρῶν πε­ζῶν. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἐκ τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων καὶ ἐ­πι­δρα­στι­κό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Ἕλενα Σανχαουανμπενίτο (Elena Sanjuanbenito): ***


Ἕ­λε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito)


* * *


ΙΑ ΦΟΡΑ γνώ­ρι­σα ἕ­ναν τύ­πο ποὺ δού­λευ­ε σ’ ἕ­να ἐρ­γο­στά­σιο ἀ­στε­ρί­σκων. Ἦ­ταν ἕ­νας τύ­πος με­γα­λό­σω­μος μὲ γε­ρὰ πνευ­μό­νια. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ καὶ πα­ρὰ τὰ χρό­νια ποὺ δού­λευ­ε στὸ ἐρ­γο­στά­σιο, ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ τε­λεί­ω­νε τὴν βάρ­δια του κά­πως ζα­λι­σμέ­νος. Για­τὶ, ὅ­πως μοῦ εἶ­πε, δὲν κά­νουν ὅ­λοι γιὰ νὰ δου­λέ­ψουν σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο ἐρ­γο­στά­σιο, πολ­λοὶ ποὺ τὸ  ἐ­πι­χει­ροῦν ἐγ­κα­τα­λεί­πουν τὴν προ­σπά­θεια μέ­σα σὲ λί­γες μέ­ρες ἰ­σχυ­ρι­ζό­με­νοι ἄ­σθμα καὶ ζα­λά­δες.

        Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ γε­ρὰ πνευ­μό­νια φαί­νε­ται ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται καὶ ἀρ­κε­τὴ ὑ­πο­μο­νὴ για­τί οἱ ἀ­στε­ρί­σκοι δὲν ἀ­πο­σπῶν­ται πάν­τα μὲ τὴν πρώ­τη καὶ δὲν πρέ­πει νὰ μεί­νει κα­νέ­νας κολ­λη­μέ­νος στὸν μί­σχο. Οἱ ἀλ­λερ­γι­κοί, οὔ­τε κι αὐ­τοὶ συ­νη­θί­ζουν νὰ μέ­νουν πο­λὺ και­ρὸ στὴ δου­λειά, τὰ φτερ­νί­σμα­τα δι­α­κό­πτουν τὴν ἐρ­γα­σί­α τους καὶ ἀ­φή­νουν τὸ προ­ϊ­ὸν σὲ ἄ­θλια κα­τά­στα­ση, ἐ­λα­φρῶς ὑ­γρό, κι ἔ­τσι δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­τά­ξει.

        Ἀ­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν μί­σχο μὲ ἕ­να τέ­λει­ο ἀν­θρώ­πι­νο φύ­ση­μα, οἱ ἀ­στε­ρί­σκοι πρέ­πει νὰ ἀ­νυ­ψω­θοῦν μέ­σα στὸ ἐρ­γο­στά­σιο καὶ νὰ στρο­βι­λι­στοῦν ἄ­τα­κτα, σπρωγ­μέ­νοι ἀ­πὸ ρεύ­μα­τα ζε­στοῦ ἀ­έ­ρα. Στὴ συ­νέ­χεια βγαί­νουν ἀ­πὸ τὴν κα­μι­νά­δα κα­τὰ κύ­μα­τα, μι­κρὰ ἢ με­γά­λα ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ζή­τη­ση, καὶ κα­τευ­θύ­νον­ται ἀρ­γὰ πρὸς τὶς ὑ­πο­ση­μει­ώ­σεις τῶν σε­λί­δων, τὰ ψι­λὰ γράμ­μα­τα τῶν συμ­βο­λαί­ων καὶ τὰ συρ­τά­ρια τῶν προ­γραμ­μα­τι­στῶν. Ἐ­πί­σης, πρὸς τὰ τμή­μα­τα τῶν μα­θη­μα­τι­κῶν, τὶς αἰ­τή­σεις μὲ ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ πε­δί­α ἢ τὴν κό­μη κά­ποι­ας κυ­ρί­ας ποὺ μό­λις ἔ­χει βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κομ­μω­τή­ριο.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο: Razones para ir a Arkansas (ἐκδ. ESJB, 2014) (αὐ­το­έκ­δο­ση).

Ἕ­λε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito) (Μα­δρί­τη, 1970). Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ Λό­γοι γιὰ νὰ πᾶς στὸ Ἀρ­κάν­σας εἶ­ναι τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/. Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.


Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Noell Oszvald.

Ἄνχελ Ὀλγόσο: Φυσικὸ περιβάλλον


Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso)

 

Φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον

 

ΤΙΣ ΔΩΔΕΚΑ καὶ εἴ­κο­σι, ἕ­να ἡ­λι­ό­λου­στο Σάβ­βα­το τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου, σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς κου­ζί­νας τοῦ σπι­τιοῦ, σ’ ἕ­να χω­ρι­ου­δά­κι κον­τὰ στὴν βι­ο­μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νη πρω­τεύ­ου­σα τῆς ἐ­παρ­χί­ας, ὁ ἄν­δρας χτυ­πᾶ τὴ γυ­ναί­κα ἡ ὁ­ποί­α θὰ τι­μω­ρή­σει τὸν γιὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ κλω­τσή­σει τὸν σκύ­λο ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ δαγ­κώ­σει τὴ γά­τα ἡ ὁ­ποί­α θὰ κυ­νη­γή­σει τὸ πον­τί­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­σει τὴν κα­τσα­ρί­δα ἡ ὁ­ποί­α θὰ γρα­πώ­σει τὸ σκου­λή­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ κα­τα­σπα­ρά­ξει τὸν ἄν­δρα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).


Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/. Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.


Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .