Μανουὲλ Βιθέντ (Manuel Vicent): Σκέτος καφές


Μα­νου­ὲλ Βι­θέντ (Manuel Vicent)


Κα­φὲς σκέ­τος

[Café solo]


ΕΡΩ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ὅ­τι τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ πε­θά­νω δὲν θὰ μοῦ λεί­ψουν τὰ σπου­δαῖ­α γε­γο­νό­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χω ζή­σει, ἀλ­λὰ τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ κα­φὲ μὲ φρυ­γα­νι­σμέ­νο ψω­μὶ καὶ ὁ­ρι­σμέ­νες μι­κρὲς αἰ­σθή­σεις, ὅ­πως, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, νὰ ἁ­πλώ­νω τὸ πό­δι μου πρὸς τὴ δρο­σε­ρὴ με­ριὰ τοῦ σεν­το­νιοῦ τὰ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα ξη­με­ρώ­μα­τα, τὴν ὥ­ρα ποὺ κε­λα­η­δά­ει τὸ κο­τσύ­φι στὸν κῆ­πο. Ἂν βα­ρι­έ­μαι κά­πως νὰ πε­θά­νω, εἶ­ναι για­τὶ δὲν θὰ μπο­ρῶ πλέ­ον νὰ πη­γαί­νω τὰ πρω­ϊ­νὰ νὰ ἀ­γο­ρά­ζω ἐ­φη­με­ρί­δα οὔ­τε νὰ χα­ζεύ­ω στὸ δρό­μο, στὴ στά­ση τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, τὰ δρο­σε­ρὰ πρό­σω­πα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν ποὺ ἔ­χουν ἀ­κό­μα ὅ­λο τὸν ἔ­ρω­τα μπρο­στά τους. Ὁ ἀ­γώ­νας μου γιὰ τὴν ὕ­παρ­ξη συ­νί­στα­ται στὸ νὰ εἶ­ναι, τὴν ὥ­ρα τοῦ πρω­ι­νοῦ, πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­φὲ ἀπ’ ὅ­τι οἱ κα­τα­στρο­φὲς ποὺ δι­α­βά­ζω στὴν ἀ­νοι­χτὴ πλά­ϊ στὸ φρυ­γα­νι­σμέ­νο ψω­μὶ ἐ­φη­με­ρί­δα. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης πο­λὺ εὐ­χά­ρι­στο νὰ τη­λε­φω­νεῖς σὲ κά­ποι­ον φί­λο κα­τὰ τὸ με­ση­με­ρά­κι, γιὰ νὰ σοῦ δι­η­γη­θεῖ τὰ τε­λευ­ταῖ­α κου­τσομ­πο­λιά. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ με­ριά, εἶ­ναι ἡ Κρι­τι­κὴ τοῦ κα­θα­ροῦ λό­γου τοῦ Κὰντ καί, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τὸ κου­βεν­το­λό­ι. Ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι οἱ κου­βεν­τοῦ­λες στὸ πα­ρε­ά­κι θὰ εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ πράγ­μα ποὺ θὰ θυ­μᾶ­ται κα­νεὶς κα­τὰ τρό­πο πο­λὺ πιὸ ἀ­νε­ξί­τη­λο ἀ­πὸ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε φι­λο­σο­φί­α, καὶ μα­ζί τους θὰ συ­νυ­πάρ­χει ἡ γλυ­κύ­τη­τα ἑ­νὸς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νοῦ πε­ρι­πά­του, με­ρι­κὰ ἡ­λι­ο­βα­σι­λέ­μα­τα, τὰ βρα­δι­νὰ δι­α­βά­σμα­τα στὸ κρε­βά­τι πα­ρέ­α μὲ τὸ στορ­γι­κὸ φῶς τοῦ πορ­τα­τὶφ στὸ κο­μο­δί­νο. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ μά­θω τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ κά­νει τοὺς πιὸ σο­φοὺς ἑ­τοι­μο­θά­να­τους νὰ κλαῖ­νε. Χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α, τὰ δά­κρυ­ά τους δὲν ὀ­φεί­λον­ται στὶς νί­κες ποὺ πέ­τυ­χαν οὔ­τε στὶς με­γά­λες τρα­γω­δί­ες ποὺ ὑ­πέ­φε­ραν, ἀλ­λὰ στὶς ἁ­πλὲς ἀ­πο­λαύ­σεις ποὺ βί­ω­σαν, στὸν κα­λό­καρ­δο κό­σμο ποὺ γνώ­ρι­σαν, στὰ φα­γη­τὰ ποὺ γεύ­τη­καν χα­λα­ρά, πα­ρέ­α μὲ φί­λους. Τί εἶ­ναι ὁ θά­να­τος; Ἴ­σως τε­λι­κὰ ὁ θά­να­τος συ­νί­στα­ται στὸ νὰ μὴν φᾶς πιὰ ἕ­να κρι­τσα­νι­στὸ κρουα­σὰν μα­ζὶ μὲ τὸν κα­φὲ τὰ πρω­ι­νὰ δί­πλα στὸ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο καὶ νὰ μὴν μά­θεις πο­τὲ ξα­νὰ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῶν κυ­ρι­α­κά­τι­κων ἀ­γώ­νων πο­δο­σφαί­ρου. Στὸ τέ­λος ὅ­λων των θρη­σκει­ῶν καὶ τῶν φι­λο­σο­φι­ῶν, ἐν μέ­σῳ τό­σων θε­ῶν, ἡ­ρώ­ων καὶ ὀ­νεί­ρων φαί­νε­ται πὼς ἡ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­να σύ­νο­λο ἀ­πὸ κου­βεν­τοῦ­λες καὶ μιὰ πλο­κὴ ἀ­πὸ ἀ­ρώ­μα­τα, μιὰ μι­κρὴ συ­νή­θεια τὰ πιὸ στέ­ρε­α θε­μέ­λια τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­χνὸ ποὺ βγά­ζουν κά­ποι­ες κοῦ­πες μπρο­στὰ στὶς ὁ­ποῖ­ες ὁ­ρι­σμέ­νοι ὑ­πήρ­ξα­με εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.


Πη­γή: Ἐ­φη­με­ρί­δα El País, 5 Μαρ­τί­ου 2012.

Ὁ Μα­νου­ὲλ Βι­θὲντ (Manuel Vicent) γεν­νή­θη­κε στὴ Μπι­γι­αμ­πι­έ­χα τοῦ Κα­στε­γιὸν τὸ 1936. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους ἰ­σπα­νοὺς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φους τῆς τε­λευ­ταί­ας 50ετίας, συ­νερ­γά­ζε­ται ἀ­νελ­λι­πῶς ἀ­πὸ τὸ 1981 μὲ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El País.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Λη­τὼ Πα­λαι­ο­λό­γου-Σο­φοῦ. Σπου­δά­ζει Νο­μι­κὰ στὴν Κο­μο­τη­νὴ καὶ σχέ­διο μό­δας στὴν Ἀ­θή­να.

Ραοὺλ Σάντσεθ Κίλες (Raúl Sánchez Quiles): Τὸ λάθος


Ρα­οὺλ Σάν­τσεθ Κί­λες (Raúl Sánchez Quiles)


Τὸ λά­θος


ΚΟΥΩ μιὰ τρο­με­ρὴ κραυ­γὴ τῆς κό­ρης μου. Τρέ­χω μέ­χρι τὸ δω­μά­τιό της καὶ τὴν βλέ­πω πά­νω στὸ κρε­βά­τι, δεί­χνον­τάς μου τρο­μο­κρα­τη­μέ­νη ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ἔν­το­μο ποὺ σέρ­νε­ται στὸ χα­λί της. Χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη τὸ συν­θλί­βω μὲ τὰ κα­λο­και­ρι­νά μου μο­κα­σί­νια. Κά­θο­μαι δί­πλα της, τὴν χα­ϊ­δεύ­ω καὶ πα­ρα­τη­ρῶ ὅ­τι τὸ ζῶ­ο κου­νά­ει ἀ­κό­μα ἕ­να πό­δι. Σκύ­βω, τὸ κοι­τά­ζω ἀ­πὸ κον­τὰ καὶ ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι ἕ­να μουρ­μου­ρη­τὸ ἀ­γω­νί­ας: «Helfen, Helfen!»* Τό­τε τὰ κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­λα.

        Μό­λις σκό­τω­σα τὸν Κάφ­κα.


* «Βο­ή­θεια, Βο­ή­θεια!» στὰ γερ­μα­νι­κά.


Πη­γή: Irene Andres-Suárez, Antología del microrrelato español (1906-2011), el cuatro género narrativo, Cátedra Letras Hispánicas, 2013.

Ρα­οὺλ Σάν­τσεθ Κί­λες (Raúl Sánchez Quiles) γεν­νή­θη­κε στὴν Τε­νε­ρί­φη τὸ 1978. Σπού­δα­σε κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες καὶ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El Día. Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ἐ­πί­σης ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος στὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ στὸ θέ­α­τρο. Πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γὲς γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα κα­θὼς ἐ­πί­σης ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ προ­σω­πι­κή του συλ­λο­γὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των τὸ 2010 (Sólo 175 microrrelatos, Tenerife, 2010). Πα­ράλ­λη­λα δη­μο­σι­εύ­ει τὰ δι­η­γή­μα­τά του στὸ προ­σω­πι­κό του ἰ­στο­λό­γιο Hiperbreves S.A.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Ἐντμοῦντο Πὰς Σολδάν (Edmundo Paz Soldán): Παραμύθι μὲ δικτάτορα καὶ κάρτες


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán)


Πα­ρα­μύ­θι μὲ δι­κτά­το­ρα καὶ κάρ­τες

(Cuento con dictador y tarjetas)


ΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ὁ δι­κτά­το­ρας Χο­α­κὶν Ἰ­τουρ­βί­δε δι­α­φέν­τευ­ε μιὰ βι­ο­τε­χνί­α καρ­τῶν καὶ εἶ­χε τὸ μο­νο­πώ­λιο τῆς πώ­λη­σης τῶν καρ­τῶν στὴ χώ­ρα καὶ μιὰ μέ­ρα τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α νὰ κη­ρύ­ξει τὴν 26η Ἰ­ου­νί­ου Ἡ­μέ­ρα τῆς Φι­λί­ας καὶ οἱ κάρ­τες ποὺ φτι­ά­χτη­καν γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα εἶ­χαν μιὰ ἀ­πρό­σμε­νη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸν πλη­θυ­σμὸ καὶ πραγ­μα­το­ποί­η­σαν θε­α­μα­τι­κὲς εἰ­σπρά­ξεις γιὰ τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση· αὐ­τὸ ὤ­θη­σε τὸν δι­­κτάτο­ρα νὰ κη­ρύ­ξει τὴν 14η τοῦ Αὐ­γού­στου Ἡ­μέ­ρα τῆς Ζή­λειας καὶ ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α ἐ­πα­να­λή­φθη­κε. Καὶ μὲ φό­ρα του ἡ δυ­να­μι­κή τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας συ­νε­χί­στη­κε καὶ σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ πεν­τα­ε­τί­α ὅ­λες οἱ μέ­ρες τοῦ ἔ­τους ἐ­ξαν­τλή­θη­καν καὶ ὑ­πῆρ­χε Ἡ­μέ­ρα τῆς Μνη­σι­κα­κί­ας καὶ Ἡ­μέ­ρα τῆς Ἄ­πι­στης Μνη­στῆς καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Προ­πα­πού­δων καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Συ­ζύ­γων ποὺ Ἀ­γα­πι­οῦν­ται ἀλ­λὰ στὴν Πραγ­μα­τι­κό­τη­τα Μι­σοῦν­ται καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Λα­τρῶν τοῦ Αὐ­νάν καὶ Ἡ­μέ­ρα αὐ­τῶν ποὺ Θά­θε­λαν νὰ κοι­μη­θοῦν μὲ τὶς Ὑ­πη­ρέ­τρι­ές τους καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ Μαρ­κή­σιου Ντὲ Σὰντ καὶ Ἡ­μέ­ρα αὐ­τῶν ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται Κεν­ταύ­ρους. Γιὰ νὰ δώ­σει χῶ­ρο σὲ νέ­ες ἐ­πι­νο­ή­σεις ἔ­πρε­πε νὰ χω­ρί­σει τὴν μέ­ρα σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη: τὸ σού­ρου­πο τῆς 3ης τοῦ Γε­νά­ρη κη­ρύ­χτη­κε Στιγ­μὴ αὐ­τῶν ποὺ Τοὺς Ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νουν Σὲξ στὸ Σκο­τά­δι ἑ­νὸς Κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ τὸ ξη­μέ­ρω­μα τῆς 16ης τοῦ Ὀ­κτώ­βρη Στιγ­μὴ αὐ­τῶν ποὺ Δὲν Σκο­τώ­νουν οὔ­τε μιὰ Μύ­γα καὶ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς 21ης  τοῦ Δε­κέμ­βρη Στιγ­μὴ τῶν Νο­σταλ­γῶν τοῦ Τσα­τσα­τσά. Καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ὁ δι­κτά­το­ρας ἤ­δη κο­νο­μοῦ­σε πιὸ πο­λὺ χρῆ­μα ἐ­τη­σί­ως μὲ τὴν πώ­λη­ση τῶν καρ­τῶν πα­ρὰ μὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κλε­βε ἀ­προ­κά­λυ­πτα ἀ­πὸ τὰ τα­μεῖ­α τοῦ Κρά­τους, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­φή­σει τὴν ἐ­ξου­σί­α. Ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει μα­ζί της, ὑ­πέρ­γη­ρος πιὰ καὶ σε­βά­σμιος πα­τριά­ρχης. Ὅ­ταν πέ­θα­νε ἦ­ταν ἕ­νας ὑ­πέρ­γη­ρος. Πρὸς τι­μήν του, ἡ Σύ­νο­δος τῶν Ἐ­ξε­χόν­των τῆς χώ­ρας κή­ρυ­ξε τὴν ὥ­ρα τέσ­σε­ρις καὶ εἴ­κο­σι ἑ­πτὰ λε­πτὰ καὶ δε­κα­πέν­τε δευ­τε­ρό­λε­πτα τῆς 2ης τοῦ Ἀ­πρί­λη σὰν τὴν Φευ­γα­λέ­α Στιγ­μὴ τῶν Ἰ­σό­βι­ων Δι­κτα­τό­ρων.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Rio Fugitivo:

http://riofugitivo.blogspot.com/2008/02/cuento-con-dictador-y-tarjeta-s-un.html

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δὰν (Edmundo Paz Soldán): Γεν­νή­θη­κε στὴν Κο­τσαμ­πάμ­πα (Βο­λι­βί­α) τὸ 1967. Σπό­υ­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Ἱ­σπα­νό­φω­νη Λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει λά­βει πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις καὶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὰ ἑ­ξῆς βρα­βεῖ­α: Χου­ὰν Ροῦλ­φο (Pre­mio Ju­an Rul­fo 1997), Ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος (Pre­mio Na­cio­nal de No­ve­la) (Bo­li­via) 2002), Γκούγ­κεν­χά­ιμ (Guggen­heim Fellow­ship, 2006). Σύγ­χρο­νοι με­λε­τη­τὲς κα­τα­τάσ­σουν τὸ ἔρ­γο του στὸ Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα Μα­κόν­το (McΟndo), ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Μα­γι­κοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ, με­του­σι­ω­μέ­νου ὡς Μον­τέρ­νου Ρε­α­λι­σμοῦ μὲ συ­χνὲς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἀ­να­φο­ρές. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ζεῖ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Cornell University ἀ­πὸ τὸ 1997 κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως: The New York Ti­­mes, El Pais, Ti­me καὶ E­ti­­que­­ta Ne­­gra. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ δυ­ὸ ται­νί­ες τοῦ Ἀλ­φόν­σο Μά­γιο (Alfonso Mayo) ἔ­χουν βα­σι­στεῖ σὲ δι­η­γή­μα­τά του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τός του τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Λάουρα Νικάστρο (Laura Nicastro): Ἐξομολόγηση


Λά­ου­ρα Νι­κά­στρο (Laura Nicastro)


Ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση

[Confesión]


ΛΘΑ σὲ γά­μου κοι­νω­νί­α μὲ αὐ­τὸν τὸν ἄν­τρα», κα­τέ­θε­σε ἡ γυ­ναί­κα ἐ­νώ­πιον τοῦ δι­κα­στῆ, «για­τὶ ἦ­ταν ἐ­πο­χὴ ἐ­πι­δη­μί­ας καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει μό­νο ἀν­τι­γρι­πι­κὰ ἐμ­βό­λια».



Πη­γή: e-Nanos, Macedonia Ediciones, Morón (Buenos Aires), 2010.

Λά­ου­ρα Νι­κά­στρο (Laura Nicastro) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1946). Σπού­δα­σε Φι­λο­σο­φί­α στὴ Σχο­λὴ Φι­λο­σο­φί­ας καὶ Γραμ­μά­των (UBA). Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α δι­η­γη­μά­των Οἱ κλέ­φτες της φω­τιᾶς, Τὸ βι­βλί­ο τῶν λα­θραί­ων ἐ­ρώ­των κ.ἄ. Τὰ βι­βλί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας e-nanos, Κα­λει­δο­σκό­πιο· τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Πέμ­πτη γιὰ πάν­τα κ.ἄ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Ἄνχελ Θαπάτα (Ángel Zapata): Ἰσόπεδη διάβαση


Ἄν­χελ Θα­πά­τα (Ángel Zapata)


Ἰ­σό­πε­δη δι­ά­βα­ση

(Paso a nivel)


ΟΝΟ γιὰ τοὺς ἄλ­λους θὰ εἶ­μαι νε­κρὸς κά­ποι­α μέ­ρα, ὄ­χι γιὰ μέ­να. Γιὰ μέ­να δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, θὰ ὑ­πάρ­χουν μυρ­μήγ­κια ἢ κά­ποι­ου ἄλ­λου εἴ­δους ἐ­χθρι­κὰ ὄν­τα. Τώ­ρα ἀ­να­ζη­τῶ τὴ φρά­ση ποὺ νὰ λέ­ει πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος ὁ δι­ά­δρο­μος, τὸ νε­ρὸ ὅ­που πλέ­ουν μυρ­μήγ­κια, ἀλ­λὰ δὲν μοῦ ‘ρ­χε­ται. Ἀντ’ αὐ­τῆς βρί­σκω καρ­φιά, καρ­φιὰ κα­λὰ κρυμ­μέ­να στὴ σάρ­κα, καρ­φιὰ ποὺ σχί­ζουν τὴ σάρ­κα. Βρί­σκω μιὰ ἀ­πέ­ραν­τη ἔ­ρη­μη ἔ­κτα­ση, μή­τε σκο­τει­νὴ μή­τε πραγ­μα­τι­κὰ φω­τει­νή, ποὺ μοιά­ζει μὲ πο­λι­κὴ νύ­χτα.



Πη­γή: Luz de tormenta, Ἐκ­δό­σεις Páginas de Espuma (2018)

Ἄν­χελ Θα­πά­τα (Ángel Zapata) (Μα­δρί­τη, 1961). Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὴν Es­cuela de Es­cri­to­res τῆς Μα­δρί­της. Γρά­φει μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα μὲ ἔν­το­νο ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κὸ χα­ρα­κτῆ­ρα. Τί­τλοι ἔρ­γων του Las bu­enas in­ten­cio­nes y o­tros cu­en­tos (2001),  La vi­da au­sen­te (2006), Luz de tor­menta (2018).

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Ρι­κάρ­δο Καλ­δε­ρὸν Ἴν­κα (Ricardo Calderón Inca): Ἡ ἀ­να­μο­νή



Ρι­κάρ­δο Καλ­δε­ρὸν Ἴν­κα (Ricardo Calderón Inca)


Ἡ ἀ­να­μο­νή

(La espera)


(ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νος φτά­νει καὶ παίρ­νει θέ­ση πλά­ι σ’ ἕ­ναν ἄλ­λον ἄν­τρα ποὺ πε­ρι­μέ­νει κάμ­πο­ση ὥ­ρα στὸ παγ­κά­κι. Ἔ­πει­τα χα­μο­γε­λοῦν καὶ πιά­νουν κου­βέν­τα.)

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Γειά, πῶς πά­ει;

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Τὰ ἴ­δια, ἐ­σύ;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Πε­ρι­μέ­νω, ὅ­πως κά­θε μέ­ρα.

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: (Συ­νο­φρυ­ώ­νε­ται.) Τὶ πε­ρι­μέ­νεις;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Νά ’ρ­θουν.

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Ποι­οὶ εἶ­ναι νά ’ρ­θουν;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: (Μει­δι­ών­τας καὶ μὲ μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα.) Εἶ­σαι και­νού­ριος σ’ αὐ­τό, σω­στά;

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Ναί, σή­με­ρα τὸ πρω­ῒ ἔ­φτα­σα.

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται!

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Λοι­πόν, ποι­ούς πε­ρι­μέ­νεις;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Πε­ρι­μέ­νου­με! Εἴ­μα­στε κι οἱ δυ­ὸ σ’ αὐ­τό.

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Συγ­γνώ­μη, κι ἐ­γώ;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Κι ἐ­σύ, ναί. Δὲν φαί­νε­σαι κα­λά, δὲν εἶ­ναι ἔ­τσι;

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Δὲν φαί­νο­μαι τί;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: (Μὲ βλέμ­μα ὁ­λωσ­δι­ό­λου ἀ­πο­ρη­μέ­νο.)

Σσσς! Ἄ­κου­σε. Ἔ­φτα­σαν, εἶ­ναι ἐ­δῶ.


Ἀ­μέ­σως με­τά, ση­κώ­νον­ται κι οἱ δυ­ὸ ὄρ­θιοι. Τὸ ἔ­δα­φος σεί­ε­ται κι ὕ­στε­ρα ἕ­να ρῆγ­μα σχη­μα­τί­ζε­ται. Δυ­ὸ ἄν­τρες ἐ­φορ­μοῦν καὶ τοὺς προ­τρέ­πουν νὰ κα­τέ­βουν. Τε­λι­κά, στὸ χεῖ­λος τοῦ ἀ­νοίγ­μα­τος ποὺ χαί­νει μπρο­στὰ στὸν ΝΕΟ ΑΝΤΡΑ βλέ­που­με τὸ ρῆγ­μα νὰ κλεί­νει, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὅ­λοι τους κα­τε­βαί­νουν. Ἕ­νας ἄλ­λος ἄν­τρας παίρ­νει θέ­ση στὸ παγ­κά­κι.


Πη­γή: Minificcionistas Pandemicos, Microbios. Antologia, πρό­λο­γος: Patricia Nasello, Λί­μα, Dendro ediciones, 2020.

Ρι­κάρ­δο Καλ­δε­ρὸν Ἴν­κα (Ricardo Calderón Inca) (Τρου­χί­γιο, 1986 ). Πε­ρου­βια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρί­α βι­βλί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: Micro­acerti­jos li­te­ra­ri­os (Edicio­nes O­rem, 2009), Alte­ra­cio­nes (E­di­cio­nes O­rem, 2013) καὶ Gra­fitos (Quarks E­di­cio­nes di­gi­ta­les, 2020).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Σαλβαδόρ Ἐλισόντο (Salvador Elizondo): Ἡ πεταλούδα


Σαλ­βα­δὸρ Ἐ­λι­σόν­το (Salvador Elizondo)


Ἡ πε­τα­λού­δα


ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ εἶ­ναι ἕ­να στιγ­μια­ῖο ζῶ­ο ποὺ ἐ­φηῦ­ραν οἱ Κι­νέ­ζοι. Τὰ ἐν λό­γῳ ἀν­τι­κεί­με­να κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται, συ­νή­θως, ἀ­πὸ λε­πτό­τα­τες σκλῆ­θρες μπαμ­ποὺ ποὺ σχη­μα­τί­ζουν τὸ σῶ­μα καὶ τὶς νευ­ρώ­σεις τῶν φτε­ρῶν. Αὐ­τὲς κα­λύ­πτον­ται ἀ­πὸ πο­λὺ λε­πτὸ ρι­ζό­χαρ­το ἢ ἀ­πὸ ἀ­τό­φιο με­τά­ξι καὶ δι­α­κο­σμοῦν­ται μέ­σῳ μιᾶς σχε­δὸν ἄ­γνω­στης καὶ μυ­στι­κῆς ζω­γρα­φι­κῆς τε­χνι­κῆς, τῆς ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νης Φὲν Χού­α, ποὺ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ ἁ­πλώ­νεις μὲ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα πο­λύ­χρω­μες σκο­νοῦ­λες πά­νω σε μιὰ συλ­λη­πτή­ρια ἢ πα­γι­δευ­τι­κὴ ἐ­πι­φά­νεια, σχη­μα­τί­ζον­τας τοι­ου­το­τρό­πως τὰ ἀλ­λό­κο­τα σχέ­δια ποὺ βλέ­που­με στὰ φτε­ρά τους. Στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ σώ­μα­τός τους ἔ­χουν ἕ­να κομ­μα­τά­κι ρι­ζό­χαρ­το μὲ τὸ ἰ­δε­ό­γραμ­μα τῆς πε­τα­λού­δας τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει μα­γι­κὲς δυ­νά­μεις. Οἱ κα­τα­σκευα­στὲς πε­τα­λού­δων δι­α­βε­βαι­ώ­νουν ὅ­τι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ τὸ φυ­λα­κτὸ τοὺς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ πε­τοῦν. Ὅ­σοι ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα, οἱ γραμ­μα­τι­ζού­με­νοι —λο­γο­κρι­τὲς καὶ συ­νο­δι­κοί— κα­θὼς ἐ­πί­σης ὁ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς στρα­τη­γούς μας ποὺ μὲ συ­χνό­τη­τα συμ­βου­λεύ­ον­ται τὸν οἰ­ω­νὸ τὸν ἀ­πο­κα­λού­με­νο τῆς πε­τα­λού­δας ἢ Ποὺ χού, προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θουν τὴν κα­τά­λη­ξη τῶν ἐκ­στρα­τει­ῶν ποὺ θὰ δι­ε­ξα­γά­γουν, λέ­νε ὅ­τι οἱ πε­τα­λοῦ­δες ἐ­φευ­ρέ­θη­καν, ὅ­πως ὅ­λα τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ὑ­πάρ­χουν στὴν Κί­να, ἀ­πὸ τὸν Κί­τρι­νο Αὐ­το­κρά­το­ρα ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη­σε κα­τὰ τὴ μυ­θι­κὴ ἐ­πο­χὴ τοῦ Φοί­νι­κα καὶ στὸν ὁ­ποῖ­ον ὀ­φεί­λον­ται ἐ­πί­σης ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς γρα­φῆς, τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τοῦ κό­σμου.


Πηγή: «El retrato de Zoe y otras mentiras» (ἐκδ. Joaquín Mortiz, 1969)

Ὁ Σαλ­βα­δὸρ Ἐ­λι­σόν­το (Salvador Elizodo) (Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 1932-2006) ἦ­ταν με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στής καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸς κρι­τι­κός. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα του εἶ­ναι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Farabeuf o la crónica de un instante, καὶ οἱ συλ­λο­γὲς (μι­κρὸ)δι­η­γη­μά­τω­ν El retrato de Zoe y otras mentiras (ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ «Ἡ πε­τα­λού­δα») και Narda o el verano. Ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να κο­σμο­πο­λί­τι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ὕ­φος μὲ ἐ­πιρ­ρο­ὲς ἀ­πὸ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Τζό­ις ἢ ὁ Πά­ουντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γο­ς (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τής Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἱ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


 

Μουσταφὰ Χάνταρ (Mustapha Handar): Φαλαινοκτονία


Μου­στα­φὰ Χάν­ταρ (Mustapha Handar)


Φα­λαι­νο­κτο­νί­α

(Ballenicidio)


                                                Γιὰ τὸ δελ­φί­νι καὶ τὴ φά­λαι­να, εὐ­τυ­χί­α εἶ­ναι νὰ ὑ­πάρ­χεις.

                                                                                                            Ζὰκ Κου­στώ

Π’ ΤΟΝ ΣΑΡΩΤΙΚΟ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ, ποὺ ἀ­φά­νι­σε ὅ­λα τὰ ὄν­τα στὴ γῆ, ἐ­πέ­ζη­σε μο­να­χὰ ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τὸν εἶ­χε κα­τα­πι­εῖ μιὰ φά­λαι­να. Πα­ρέ­μει­νε στὸ στο­μά­χι της, ὥ­σπου τρά­βη­ξαν τὰ νε­ρὰ καὶ στέ­γνω­σε ἡ γῆ· κι ἄρ­χι­σαν πά­λι νὰ φεγ­γο­βο­λοῦν τὰ βου­νά, τὰ λι­βά­δια κι οἱ ἀ­κρο­γι­α­λι­ές.

        Τὸ πε­λώ­ριο πλά­σμα κου­βα­λοῦ­σε τὰ γο­νί­δια τῆς εἰ­ρή­νης, τῆς βο­ή­θειας καὶ τοῦ σε­βα­σμοῦ πρὸς τὸ ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­δος. Πο­τὲ δὲν λη­σμό­νη­σε τὴ θρυ­λι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῶν προ­γό­νων του μὲ πρω­τα­γω­νι­στὴ τὸν προ­φή­τη Γι­ού­νους.* Πλη­σί­α­σε τὴ στε­ριά, ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα του τὸν ἐ­πι­ζῶν­τα καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε ἁ­πα­λὰ σὲ μιὰ ζε­στὴ ἀμ­μου­διά. Ἦ­ταν λὲς καὶ εἶ­χε ξα­να­γεν­νη­θεῖ.

       Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ βδο­μά­δα, ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πλεύ­σει στὸ πέ­λα­γος. Κα­τα­σκεύ­α­σε ἕ­να κα­νὸ καὶ πῆ­γε νὰ κυ­νη­γή­σει τὰ γι­γάν­τια κή­τη. Χρει­α­ζό­ταν λά­δι γιὰ τὶς λάμ­πες του, κρέ­ας ζω­τι­κὴ πη­γὴ πρω­τε­ϊ­νῶν καὶ δέρ­μα γιὰ νὰ φτιά­ξει μ’ αὐ­τὸ ροῦ­χα καὶ πα­πού­τσια.


* Γι­ού­νους: τὸ ὄ­νο­μα τοῦ προ­φή­τη Ἰ­ω­νὰ στὰ ἀ­ρα­βι­κά.

 

Πη­γή: Πηγή: Minificcionistas Pandémicos, Microbios. Antología, πρόλογος: Patricia Nasello, Λίμα, Dendro ediciones, 2020.

Μου­στα­φὰ Χάν­ταρ (Mustapha Handar) (Ἀ­γα­δίρ, 1982). Μα­ρο­κι­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴ Χι­λή, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ εἴ­δους. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ βι­βλί­ο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Atrapados en telaranas (Quarks Ed. Digitales, Πε­ρού, 2020).

Μετάφραση  ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο (Luis Enrique Délano): Μπουσόνι


Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο (Luis Enrique Délano)


Μπου­σό­νι

(Buzoni)


ΑΝΕ ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ποὺ εἶ­μαι ἄρ­ρω­στος, ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος, χω­ρὶς νὰ ξε­μυ­τί­σω στὸν κῆ­πο ἢ νὰ δῶ τὴ θά­λασ­σα. Ἴ­σα ποὺ τὴ νι­ώ­θω, τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν πέ­φτει ἡ σι­ω­πὴ καὶ φτά­νει ὣς ἐ­μέ­να τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ τῆς ἄμ­πω­της. Μέ­σα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἔ­χω δεῖ νὰ περ­νᾶ­νε με­ρι­κὰ θα­λασ­σο­πού­λια καὶ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ὅ­λο. Ἔ­ξω πρέ­πει νὰ με­γα­λώ­νουν τὰ φυ­τά, νὰ τσιμ­πο­λο­γᾶ­νε τὰ σπουρ­γί­τια ὅ,τι βρί­σκου­νε στὴ γῆ. Τί νὰ κά­νει ὁ Μπου­σό­νι; Εἶ­ναι μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ κά­νω στὸν ἑ­αυ­τό μου ἀ­νή­συ­χος. Θὰ εἶ­ναι ἀ­κί­νη­τος, ἀ­κουμ­πών­τας τὴ ρά­χη του στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο, μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο κά­πως ἁ­πα­λὰ σ’ αὐ­τὸν τὸν λε­πτὸ κορ­μὸ εὐ­κά­λυ­πτου ποὺ χρη­σι­μεύ­ει γιὰ κο­λώ­να. Θὰ εἶ­ναι μὲ τὰ ἀ­δύ­να­μα πό­δια του, τοὺς κά­πως πε­σμέ­νους ὤ­μους του καὶ τὸ με­γά­λο του κε­φά­λι, τὸ ἄ­δει­ο του σκά­φαν­δρο, ποὺ μέ­σα του δὲν πε­τοῦν σκέ­ψεις, δὲν ὑ­πάρ­χουν ἰ­δέ­ες ποὺ ξε­ση­κώ­νουν, στό­χοι ποὺ ἀ­να­στα­τώ­νουν. Θὰ κοι­τά­ζει στα­θε­ρὰ ὅ,τι συμ­βαί­νει μπρο­στά του, πάν­τα ἕ­τοι­μος νὰ τρο­μά­ξει κά­ποι­ον, κά­ποι­ον ποὺ περ­νά­ει καὶ ποὺ ξαφ­νι­κὰ εἰ­σβάλ­λει στὴν ἀ­κί­νη­τη ὕ­παρ­ξή του καὶ παίρ­νει μιὰ τρο­μά­ρα, για­τὶ ὁ Μπου­σό­νι εἶ­ναι σὰν φάν­τα­σμα καὶ ὅ­ταν τὸν βλέ­πουν ξαφ­νι­κά, ἀ­να­πάν­τε­χα, οἱ γυ­ναῖ­κες πνί­γουν μιὰ κραυ­γὴ καὶ οἱ ἄν­τρες βά­ζουν τὸ χέ­ρι στὴ θή­κη τοῦ ρε­βόλ­βερ, ἂν καὶ ἡ κί­νη­ση μέ­νει πάν­τα στὴ μέ­ση, για­τὶ ὁ Μπου­σό­νι δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νος. Δὲν εἶ­ναι; Κά­ποι­ες φο­ρὲς δὲν εἶ­μαι καὶ τό­σο σί­γου­ρος.

        Καὶ νὰ σκε­φτεῖς ὅ­τι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος του ἔ­δω­σα τὸ κα­τά­λυ­μα ποὺ ἔ­χει τώ­ρα, ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος τὸν συ­ναρ­μο­λό­γη­σα, τὸν ἔ­φτια­ξα, μα­ζεύ­ον­τας ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ μέ­ρη τὰ δύ­ο κομ­μά­τια ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λεῖ­ται. Ἐ­γὼ τοῦ ἔ­δω­σα αὐ­τὴ τὴν κα­κο­μοι­ρι­α­σμέ­νη ζω­ὴ ποὺ ζεῖ, αὐ­τὴν τὴν κα­τά­στα­σή του ποὺ προ­κα­λεῖ τὴν ἔκ­πλη­ξη, τὴν ἐ­πι­κίν­δυ­νη ὄ­ψη του. Ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος τὸν ὁ­δή­γη­σα, τὸν τα­κτο­ποί­η­σα ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι καὶ τοῦ εἶ­πα, κά­τσε ἐ­κεῖ Μπου­σό­νι, εἶ­σαι κα­λὰ ἐ­κεῖ, κα­νέ­να που­λὶ δὲν θὰ κου­τσου­λή­σει τὰ ροῦ­χα σου. Οὔ­τε κὰν θὰ σὲ πλη­σιά­σουν, ὅ­πως δὲν πλη­σιά­ζουν ἐ­κεί­νους τοὺς με­γά­λους κά­κτους ποὺ εἶ­ναι μπρο­στά σου, Μπου­σό­νι, για­τί τὰ λι­μα­σμέ­να σπουρ­γί­τια, τὰ χε­λι­δό­νια μὲ τὶς σκοῦ­ρες ζα­κέ­τες καὶ τὰ γκρί­ζα ντι­ού­κας ξέ­ρουν νὰ ἐν­το­πί­ζουν τὸν κίν­δυ­νο. Ἐ­κεῖ τὸν ἄ­φη­σα κι ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε λί­γο ὡς πο­λὺ ἀ­κί­νη­τος, μὲ τὴ λα­στι­χέ­νια στο­λή του, ἀρ­κε­τὰ πα­χὺς γιὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὰ ὑ­πο­θα­λάσ­σια ρεύ­μα­τα. Καὶ τὰ γυ­α­λά­κια μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν βλέ­πει τί­πο­τα, ὅ­μως ἐ­μεῖς βλέ­που­με τὸ κε­νὸ ἐ­κεῖ ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χουν δύ­ο μά­τια, ἕ­να μέ­τω­πο, ἴ­σως ἕ­να σκοῦ­ρο μου­στά­κι. Καὶ εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ ἀ­που­σί­α ἕ­να ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πράγ­μα­τα ποὺ τὸν κά­νουν τό­σο μυ­στη­ρι­ώ­δη, καὶ λί­γο τρο­μα­κτι­κό. Εἶ­μαι ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τοῦ Μπου­σό­νι, εἶ­ναι σὰν τὸ χα­ρα­κτή­ρα ἑ­νὸς βι­βλί­ου ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ἔ­χω γρά­ψει, καὶ ὄ­χι ἕ­να σκιά­χτρο ἢ ἕ­να ἀν­δρεί­κε­λο. Ὁ Μπου­σό­νι ἔ­χει ἕ­να σκο­πό, ὧ­ρες-ὧ­ρες μοιά­ζει ζων­τα­νός, νο­μί­ζεις ὅ­τι θὰ ση­κώ­σει τὰ χέ­ρια καὶ θὰ βγά­λει τὸ σκά­φαν­δρο γιὰ νὰ δεί­ξει τὴν τρύ­πα, τὸ κε­νό, τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκε­ται τὸ κε­φά­λι του, καὶ ἔ­τσι νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν κα­τά­στα­σή του τοῦ ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νου, τοῦ ὄν­τος ποὺ γνώ­ρι­σε τὸν κε­ραυ­νὸ τῆς γκι­λο­τί­νας.

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς τρεῖς μέ­ρες τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ, πε­ρι­μέ­νω τὸ πρω­ΐ, τὴν πρω­ϊ­νὴ ὁ­μί­χλη τῆς ἀ­κτῆς, γιὰ νὰ βγῶ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιὰ στὸν κῆ­πο, στὸ γε­ρά­νι μὲ τὰ λου­λού­δια ὄ­χι τὰ με­νε­ξε­διά, ἀλ­λὰ τὰ ἄ­σπρα, σὰν τὸ γά­λα, καί, πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, πα­ρι­στά­νον­τας τὸν ἀ­δι­ά­φο­ρο, ἢ πὼς ξέ­χα­σα τά­χα ἀ­φη­ρη­μέ­νος, νὰ δῶ τὸν Μπου­σό­νι μὲ τὴ ρά­χη ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο, νὰ πε­ρά­σω ἀ­πὸ κον­τά του, ἔ­χον­τας συ­νεί­δη­ση τῆς πρά­ξης μου καὶ συ­νε­πῶς μὲ ἠ­ρε­μί­α, καὶ νὰ κοι­τά­ξω ἔ­τσι μέ­σα ἀ­πὸ τὸ γυα­λὶ τοῦ σκά­φαν­δρου. Πε­ρι­μέ­νω μὲ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α νὰ τὸ κά­νω, ὅ­μως ὅ­πως πάν­τα, καὶ μό­νο ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι ἀ­να­στα­τώ­νο­μαι, για­τὶ, ἴ­σως αὔ­ριο, ἴ­σως με­θαύ­ριο, ἢ με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να μή­να, εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν τὸ κά­νω, θὰ δι­α­κρί­νω πί­σω ἀ­π’ τὰ γυ­α­λά­κια, στὸ βά­θος, δύ­ο μά­τια δι­εισ­δυ­τι­κά, ἴ­σως ἕ­να με­λα­χρι­νὸ μέ­τω­πο, κι ἕ­να μου­στά­κι σκοῦ­ρο καὶ πυ­κνό, καὶ τό­τε δὲν θὰ ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γὴ πα­ρὰ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σω.



Πη­γή: Antropofagia, Editorial Huda, Σαν­τιά­γο, 1971.

Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο Ντί­ας (Lu­is En­ri­que Dé­la­no Dí­az) (Σαν­τιά­γο, Χι­λή, 14/7/1907 – 20/3/1985). Γιὸς τοῦ στρα­τη­γοῦ Μα­νου­ὲλ Ἀ­γου­στὶν Ντέ­λα­νο Μπρά­βο καὶ τῆς Ἰ­σο­λί­να Δί­ας Πόρ­ρας, ξε­κί­νη­σε τὶς πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Χι­λῆς. Ἡ λο­γο­τε­χνι­κή του κα­ρι­έ­ρα ἄρ­χι­σε στὰ δεκα­εν­νέα του χρό­νια, τὸ 1926, μὲ τὴν δη­μο­σί­ευ­ση τῆς πρώ­της ποι­η­τι­κῆς του συλ­λο­γῆς, ψα­ρὰς τῶν ­στε­ρι­ῶν (El pescador de estrellas), μα­ζὶ μὲ τὸν Ἀ­λε­χάν­τρο Γκου­τι­έ­ρες. Τὸ 1928, μα­ζὶ μὲ τὸν φί­λο του Σαλ­βα­δὸρ Ρέ­γες Φι­γε­ρό­α καὶ ἄλ­λους, ἵ­δρυ­σαν τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Letras, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­με­τεῖ­χε μέ­χρι τὸ 1930, ὡς μέ­λος τῆς ὁ­μά­δας τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος τοῦ Ἰ­μα­ζι­σμοῦ. Τὸ 1929, ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El Mercurio, ποὺ ἀ­νῆ­κε στὸν συγ­γε­νῆ του Ἀ­γου­στὶν Ἔν­τουα­ρντς. Τα­ξί­δε­ψε στὴν Ἱ­σπα­νί­α τὸ 1934 γιὰ νὰ σπου­δά­σει Φι­λο­λο­γί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­δρί­της, ὅ­που καὶ ἔ­ζη­σε τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο. Ὀ­νο­μά­στη­κε Πρό­ξε­νος τῆς Χι­λῆς στὸ Με­ξι­κὸ τὸ 1940, ἀ­ξί­ω­μα ποὺ δι­α­τή­ρη­σε μέ­χρι τὸ 1946 ὅ­ταν ἔ­γι­νε Πρό­ξε­νος στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­που ἔ­μει­νε μέ­χρι τὸ 1949. Ἔ­γι­νε δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Vistazo τὸ 1952. Τὸ 1956 ἡ νου­βέ­λα του Puerto de fuego τοῦ χά­ρι­σε τὸ Δη­μο­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο τοῦ Σαν­τιά­γο. Ἔ­λα­βε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας, γιὰ τὴν εἰ­δι­κό­τη­τα τοῦ συν­τά­κτη, τὸ 1970. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ἔ­γι­νε πρέ­σβης τῆς Χι­λῆς στὴν Σου­η­δί­α. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς θη­τεί­ας του ἐ­κεῖ, ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νομ­πὲλ στὸν φί­λο του Πάμ­πλο Νε­ρού­δα. Ὑ­πῆρ­ξε δι­α­κε­κρι­μέ­νο μέ­λος τοῦ Κομ­μου­νι­στι­κοῦ Κόμ­μα­τος τῆς Χι­λῆς καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Πάμ­πλο Νε­ρού­δα γιὰ τὴν με­τα­φο­ρὰ πο­λε­μι­κῶν προ­σφύ­γων τοῦ ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐμ­φυ­λί­ου στὸ ἀ­τμό­πλοι­ο Win­ni­peg. Ἐ­ξο­ρί­στη­κε γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ τὸ 1974 ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ Με­ξι­κό. Στὴ Χι­λὴ ἐ­πέ­στρε­ψε μό­λις τὸ 1984. Σύ­ζυ­γός του ἦ­ταν ἡ φω­το­γρά­φος Ντο­λό­ρες Φαλ­κόν, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε ἕ­ναν γιό, τὸν συγ­γρα­φέ­α Πό­λι Ντέ­λα­νο. Ἀ­πε­βί­ω­σε τὸ 1985 στὸ Σαν­τιά­γο, λί­γους μῆ­νες ἀ­φοῦ εἶ­χε λά­βει τὴν ἄ­δεια νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ Χι­λή.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἀ­θα­να­σιά­δου Μα­ρί­α Δι­κη­γό­ρος, ἰ­σπα­νί­στρια καὶ με­τα­φρά­στρια.



		

	

Ραφαὲλ Πέρεθ Ἐστράδα (Rafael Pérez Estrada): Μαύ­ρη σει­ρή­να


Ρα­φα­ὲλ Πέ­ρεθ Ἐ­στρά­δα (Rafael Pérez Estrada)


Μαύ­ρη σει­ρή­να

(Sirena negra)


ΤΟΥΣ ΥΠΟΝΟΜΟΥΣ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ἀ­νά­με­σα σὲ ἀ­λι­γά­το­ρες καὶ κρο­κό­δει­λους ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νους στὸ ἀ­έ­να­ο σκό­τος καὶ στὶς ὑ­γρα­σί­ες, ζεῖ, τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη ἀ­πὸ τὶς σει­ρῆ­νες. Γέν­νη­μα μιᾶς μυ­θο­λο­γί­ας στὴν ὁ­ποί­α ἡ ἰ­σχύς, ἡ δρά­ση καὶ ἡ πε­ρι­πέ­τεια παί­ζουν πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο, ἡ μαύ­ρη σει­ρή­να σκά­βει στὰ βά­θη τῆς σι­ω­πῆς τῆς πο­λι­τεί­ας. Τὰ μά­τια της ἀ­κτι­νο­βο­λοῦν με­λαγ­χο­λί­α καὶ οἱ γο­φοί της ἀ­φή­νουν με­τέ­ω­ρη τὴ θέρ­μη κά­ποι­ας ἀ­νέ­φι­κτης θω­πεί­ας. Ὁ­μοί­ως μὲ τὶς ἀ­δελ­φές τους στὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα, ἔ­χουν στὴ δι­ά­θε­σή τους ἄ­σμα αἰ­σθη­σια­κό, λί­αν πει­στι­κό, τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­σελ­κύ­ει τοὺς μο­να­χι­κοὺς σὲ κω­νι­κὲς πα­γί­δες, σὰν κι αὐ­τὲς ποὺ φτιά­χνουν τὰ μυρ­μήγ­κια τοῦ γέ­νους Pheidole megacephala. Μό­λις ἐκ­πλη­ρω­θεῖ τὸ τε­λε­τουρ­γι­κὸ τοῦ θα­νά­του, τὰ ὄν­τα αὐ­τὰ βγά­ζουν κραυ­γὲς ἀ­πελ­πι­σί­ας καὶ τρέ­λας, λέ­ξεις φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σύν­δε­τες οἱ ὁ­ποῖ­ες μι­λοῦν, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, γιὰ ἕ­να φεγ­γά­ρι ποὺ αὐ­τὲς πο­τὲ δὲν θὰ τὸ δοῦν, γιὰ κά­ποι­ον μα­κρι­νὸ πλα­νή­τη ὁ ὁ­ποῖ­ος στρέ­φει τὶς στιγ­μὲς τοῦ ἔ­ρω­τα πρὸς ὅ­σους τὸν ἀ­τε­νί­ζουν.

(1988)


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση: e-Kuoreo. Κυ­ρια­κή, 18 Δε­κεμ­βρί­ου 2016.

https://e-kuoreo.blogspot.com/2016/12/173-sirenas-ii.html?m=1

Ρα­φα­ὲλ Πέ­ρεθ Ἐ­στρά­δα (Rafael Pérez Estrada) (1934, Μά­λα­γα – 2000, Μά­λα­γα). Ἱ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ εἰ­κα­στι­κός. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Valle de los galanes τὸ 1968, ἐ­νῶ ἀ­κο­λού­θη­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α. Ἔ­γρα­ψε ποί­η­ση καὶ θέ­α­τρο, κα­θὼς καὶ ἰ­δι­ό­μορ­φα πε­ζά, ὅ­πως τὸ πα­ρα­πά­νω.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).