Ρι­κάρ­δο Καλ­δε­ρὸν Ἴν­κα (Ricardo Calderón Inca): Ἡ ἀ­να­μο­νή



Ρι­κάρ­δο Καλ­δε­ρὸν Ἴν­κα (Ricardo Calderón Inca)


Ἡ ἀ­να­μο­νή

(La espera)


(ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νος φτά­νει καὶ παίρ­νει θέ­ση πλά­ι σ’ ἕ­ναν ἄλ­λον ἄν­τρα ποὺ πε­ρι­μέ­νει κάμ­πο­ση ὥ­ρα στὸ παγ­κά­κι. Ἔ­πει­τα χα­μο­γε­λοῦν καὶ πιά­νουν κου­βέν­τα.)

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Γειά, πῶς πά­ει;

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Τὰ ἴ­δια, ἐ­σύ;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Πε­ρι­μέ­νω, ὅ­πως κά­θε μέ­ρα.

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: (Συ­νο­φρυ­ώ­νε­ται.) Τὶ πε­ρι­μέ­νεις;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Νά ’ρ­θουν.

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Ποι­οὶ εἶ­ναι νά ’ρ­θουν;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: (Μει­δι­ών­τας καὶ μὲ μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα.) Εἶ­σαι και­νού­ριος σ’ αὐ­τό, σω­στά;

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Ναί, σή­με­ρα τὸ πρω­ῒ ἔ­φτα­σα.

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται!

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Λοι­πόν, ποι­ούς πε­ρι­μέ­νεις;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Πε­ρι­μέ­νου­με! Εἴ­μα­στε κι οἱ δυ­ὸ σ’ αὐ­τό.

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Συγ­γνώ­μη, κι ἐ­γώ;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Κι ἐ­σύ, ναί. Δὲν φαί­νε­σαι κα­λά, δὲν εἶ­ναι ἔ­τσι;

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Δὲν φαί­νο­μαι τί;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: (Μὲ βλέμ­μα ὁ­λωσ­δι­ό­λου ἀ­πο­ρη­μέ­νο.)

Σσσς! Ἄ­κου­σε. Ἔ­φτα­σαν, εἶ­ναι ἐ­δῶ.


Ἀ­μέ­σως με­τά, ση­κώ­νον­ται κι οἱ δυ­ὸ ὄρ­θιοι. Τὸ ἔ­δα­φος σεί­ε­ται κι ὕ­στε­ρα ἕ­να ρῆγ­μα σχη­μα­τί­ζε­ται. Δυ­ὸ ἄν­τρες ἐ­φορ­μοῦν καὶ τοὺς προ­τρέ­πουν νὰ κα­τέ­βουν. Τε­λι­κά, στὸ χεῖ­λος τοῦ ἀ­νοίγ­μα­τος ποὺ χαί­νει μπρο­στὰ στὸν ΝΕΟ ΑΝΤΡΑ βλέ­που­με τὸ ρῆγ­μα νὰ κλεί­νει, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὅ­λοι τους κα­τε­βαί­νουν. Ἕ­νας ἄλ­λος ἄν­τρας παίρ­νει θέ­ση στὸ παγ­κά­κι.


Πη­γή: Minificcionistas Pandemicos, Microbios. Antologia, πρό­λο­γος: Patricia Nasello, Λί­μα, Dendro ediciones, 2020.

Ρι­κάρ­δο Καλ­δε­ρὸν Ἴν­κα (Ricardo Calderón Inca) (Τρου­χί­γιο, 1986 ). Πε­ρου­βια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρί­α βι­βλί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: Micro­acerti­jos li­te­ra­ri­os (Edicio­nes O­rem, 2009), Alte­ra­cio­nes (E­di­cio­nes O­rem, 2013) καὶ Gra­fitos (Quarks E­di­cio­nes di­gi­ta­les, 2020).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


			

Σαλβαδόρ Ἐλισόντο (Salvador Elizondo): Ἡ πεταλούδα


Σαλ­βα­δὸρ Ἐ­λι­σόν­το (Salvador Elizondo)


Ἡ πε­τα­λού­δα


ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ εἶ­ναι ἕ­να στιγ­μια­ῖο ζῶ­ο ποὺ ἐ­φηῦ­ραν οἱ Κι­νέ­ζοι. Τὰ ἐν λό­γῳ ἀν­τι­κεί­με­να κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται, συ­νή­θως, ἀ­πὸ λε­πτό­τα­τες σκλῆ­θρες μπαμ­ποὺ ποὺ σχη­μα­τί­ζουν τὸ σῶ­μα καὶ τὶς νευ­ρώ­σεις τῶν φτε­ρῶν. Αὐ­τὲς κα­λύ­πτον­ται ἀ­πὸ πο­λὺ λε­πτὸ ρι­ζό­χαρ­το ἢ ἀ­πὸ ἀ­τό­φιο με­τά­ξι καὶ δι­α­κο­σμοῦν­ται μέ­σῳ μιᾶς σχε­δὸν ἄ­γνω­στης καὶ μυ­στι­κῆς ζω­γρα­φι­κῆς τε­χνι­κῆς, τῆς ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νης Φὲν Χού­α, ποὺ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ ἁ­πλώ­νεις μὲ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα πο­λύ­χρω­μες σκο­νοῦ­λες πά­νω σε μιὰ συλ­λη­πτή­ρια ἢ πα­γι­δευ­τι­κὴ ἐ­πι­φά­νεια, σχη­μα­τί­ζον­τας τοι­ου­το­τρό­πως τὰ ἀλ­λό­κο­τα σχέ­δια ποὺ βλέ­που­με στὰ φτε­ρά τους. Στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ σώ­μα­τός τους ἔ­χουν ἕ­να κομ­μα­τά­κι ρι­ζό­χαρ­το μὲ τὸ ἰ­δε­ό­γραμ­μα τῆς πε­τα­λού­δας τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει μα­γι­κὲς δυ­νά­μεις. Οἱ κα­τα­σκευα­στὲς πε­τα­λού­δων δι­α­βε­βαι­ώ­νουν ὅ­τι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ τὸ φυ­λα­κτὸ τοὺς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ πε­τοῦν. Ὅ­σοι ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα, οἱ γραμ­μα­τι­ζού­με­νοι —λο­γο­κρι­τὲς καὶ συ­νο­δι­κοί— κα­θὼς ἐ­πί­σης ὁ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς στρα­τη­γούς μας ποὺ μὲ συ­χνό­τη­τα συμ­βου­λεύ­ον­ται τὸν οἰ­ω­νὸ τὸν ἀ­πο­κα­λού­με­νο τῆς πε­τα­λού­δας ἢ Ποὺ χού, προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θουν τὴν κα­τά­λη­ξη τῶν ἐκ­στρα­τει­ῶν ποὺ θὰ δι­ε­ξα­γά­γουν, λέ­νε ὅ­τι οἱ πε­τα­λοῦ­δες ἐ­φευ­ρέ­θη­καν, ὅ­πως ὅ­λα τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ὑ­πάρ­χουν στὴν Κί­να, ἀ­πὸ τὸν Κί­τρι­νο Αὐ­το­κρά­το­ρα ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη­σε κα­τὰ τὴ μυ­θι­κὴ ἐ­πο­χὴ τοῦ Φοί­νι­κα καὶ στὸν ὁ­ποῖ­ον ὀ­φεί­λον­ται ἐ­πί­σης ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς γρα­φῆς, τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τοῦ κό­σμου.


Πηγή: «El retrato de Zoe y otras mentiras» (ἐκδ. Joaquín Mortiz, 1969)

Ὁ Σαλ­βα­δὸρ Ἐ­λι­σόν­το (Salvador Elizodo) (Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 1932-2006) ἦ­ταν με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στής καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸς κρι­τι­κός. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα του εἶ­ναι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Farabeuf o la crónica de un instante, καὶ οἱ συλ­λο­γὲς (μι­κρὸ)δι­η­γη­μά­τω­ν El retrato de Zoe y otras mentiras (ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ «Ἡ πε­τα­λού­δα») και Narda o el verano. Ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να κο­σμο­πο­λί­τι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ὕ­φος μὲ ἐ­πιρ­ρο­ὲς ἀ­πὸ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Τζό­ις ἢ ὁ Πά­ουντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γο­ς (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τής Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἱ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


 

Μουσταφὰ Χάνταρ (Mustapha Handar): Φαλαινοκτονία


Μου­στα­φὰ Χάν­ταρ (Mustapha Handar)


Φα­λαι­νο­κτο­νί­α

(Ballenicidio)


                                                Γιὰ τὸ δελ­φί­νι καὶ τὴ φά­λαι­να, εὐ­τυ­χί­α εἶ­ναι νὰ ὑ­πάρ­χεις.

                                                                                                            Ζὰκ Κου­στώ

Π’ ΤΟΝ ΣΑΡΩΤΙΚΟ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ, ποὺ ἀ­φά­νι­σε ὅ­λα τὰ ὄν­τα στὴ γῆ, ἐ­πέ­ζη­σε μο­να­χὰ ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τὸν εἶ­χε κα­τα­πι­εῖ μιὰ φά­λαι­να. Πα­ρέ­μει­νε στὸ στο­μά­χι της, ὥ­σπου τρά­βη­ξαν τὰ νε­ρὰ καὶ στέ­γνω­σε ἡ γῆ· κι ἄρ­χι­σαν πά­λι νὰ φεγ­γο­βο­λοῦν τὰ βου­νά, τὰ λι­βά­δια κι οἱ ἀ­κρο­γι­α­λι­ές.

        Τὸ πε­λώ­ριο πλά­σμα κου­βα­λοῦ­σε τὰ γο­νί­δια τῆς εἰ­ρή­νης, τῆς βο­ή­θειας καὶ τοῦ σε­βα­σμοῦ πρὸς τὸ ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­δος. Πο­τὲ δὲν λη­σμό­νη­σε τὴ θρυ­λι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῶν προ­γό­νων του μὲ πρω­τα­γω­νι­στὴ τὸν προ­φή­τη Γι­ού­νους.* Πλη­σί­α­σε τὴ στε­ριά, ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα του τὸν ἐ­πι­ζῶν­τα καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε ἁ­πα­λὰ σὲ μιὰ ζε­στὴ ἀμ­μου­διά. Ἦ­ταν λὲς καὶ εἶ­χε ξα­να­γεν­νη­θεῖ.

       Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ βδο­μά­δα, ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πλεύ­σει στὸ πέ­λα­γος. Κα­τα­σκεύ­α­σε ἕ­να κα­νὸ καὶ πῆ­γε νὰ κυ­νη­γή­σει τὰ γι­γάν­τια κή­τη. Χρει­α­ζό­ταν λά­δι γιὰ τὶς λάμ­πες του, κρέ­ας ζω­τι­κὴ πη­γὴ πρω­τε­ϊ­νῶν καὶ δέρ­μα γιὰ νὰ φτιά­ξει μ’ αὐ­τὸ ροῦ­χα καὶ πα­πού­τσια.


* Γι­ού­νους: τὸ ὄ­νο­μα τοῦ προ­φή­τη Ἰ­ω­νὰ στὰ ἀ­ρα­βι­κά.

 

Πη­γή: Πηγή: Minificcionistas Pandémicos, Microbios. Antología, πρόλογος: Patricia Nasello, Λίμα, Dendro ediciones, 2020.

Μου­στα­φὰ Χάν­ταρ (Mustapha Handar) (Ἀ­γα­δίρ, 1982). Μα­ρο­κι­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴ Χι­λή, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ εἴ­δους. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ βι­βλί­ο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Atrapados en telaranas (Quarks Ed. Digitales, Πε­ρού, 2020).

Μετάφραση  ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο (Luis Enrique Délano): Μπουσόνι


Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο (Luis Enrique Délano)


Μπου­σό­νι

(Buzoni)


ΑΝΕ ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ποὺ εἶ­μαι ἄρ­ρω­στος, ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος, χω­ρὶς νὰ ξε­μυ­τί­σω στὸν κῆ­πο ἢ νὰ δῶ τὴ θά­λασ­σα. Ἴ­σα ποὺ τὴ νι­ώ­θω, τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν πέ­φτει ἡ σι­ω­πὴ καὶ φτά­νει ὣς ἐ­μέ­να τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ τῆς ἄμ­πω­της. Μέ­σα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἔ­χω δεῖ νὰ περ­νᾶ­νε με­ρι­κὰ θα­λασ­σο­πού­λια καὶ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ὅ­λο. Ἔ­ξω πρέ­πει νὰ με­γα­λώ­νουν τὰ φυ­τά, νὰ τσιμ­πο­λο­γᾶ­νε τὰ σπουρ­γί­τια ὅ,τι βρί­σκου­νε στὴ γῆ. Τί νὰ κά­νει ὁ Μπου­σό­νι; Εἶ­ναι μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ κά­νω στὸν ἑ­αυ­τό μου ἀ­νή­συ­χος. Θὰ εἶ­ναι ἀ­κί­νη­τος, ἀ­κουμ­πών­τας τὴ ρά­χη του στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο, μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο κά­πως ἁ­πα­λὰ σ’ αὐ­τὸν τὸν λε­πτὸ κορ­μὸ εὐ­κά­λυ­πτου ποὺ χρη­σι­μεύ­ει γιὰ κο­λώ­να. Θὰ εἶ­ναι μὲ τὰ ἀ­δύ­να­μα πό­δια του, τοὺς κά­πως πε­σμέ­νους ὤ­μους του καὶ τὸ με­γά­λο του κε­φά­λι, τὸ ἄ­δει­ο του σκά­φαν­δρο, ποὺ μέ­σα του δὲν πε­τοῦν σκέ­ψεις, δὲν ὑ­πάρ­χουν ἰ­δέ­ες ποὺ ξε­ση­κώ­νουν, στό­χοι ποὺ ἀ­να­στα­τώ­νουν. Θὰ κοι­τά­ζει στα­θε­ρὰ ὅ,τι συμ­βαί­νει μπρο­στά του, πάν­τα ἕ­τοι­μος νὰ τρο­μά­ξει κά­ποι­ον, κά­ποι­ον ποὺ περ­νά­ει καὶ ποὺ ξαφ­νι­κὰ εἰ­σβάλ­λει στὴν ἀ­κί­νη­τη ὕ­παρ­ξή του καὶ παίρ­νει μιὰ τρο­μά­ρα, για­τὶ ὁ Μπου­σό­νι εἶ­ναι σὰν φάν­τα­σμα καὶ ὅ­ταν τὸν βλέ­πουν ξαφ­νι­κά, ἀ­να­πάν­τε­χα, οἱ γυ­ναῖ­κες πνί­γουν μιὰ κραυ­γὴ καὶ οἱ ἄν­τρες βά­ζουν τὸ χέ­ρι στὴ θή­κη τοῦ ρε­βόλ­βερ, ἂν καὶ ἡ κί­νη­ση μέ­νει πάν­τα στὴ μέ­ση, για­τὶ ὁ Μπου­σό­νι δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νος. Δὲν εἶ­ναι; Κά­ποι­ες φο­ρὲς δὲν εἶ­μαι καὶ τό­σο σί­γου­ρος.

        Καὶ νὰ σκε­φτεῖς ὅ­τι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος του ἔ­δω­σα τὸ κα­τά­λυ­μα ποὺ ἔ­χει τώ­ρα, ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος τὸν συ­ναρ­μο­λό­γη­σα, τὸν ἔ­φτια­ξα, μα­ζεύ­ον­τας ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ μέ­ρη τὰ δύ­ο κομ­μά­τια ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λεῖ­ται. Ἐ­γὼ τοῦ ἔ­δω­σα αὐ­τὴ τὴν κα­κο­μοι­ρι­α­σμέ­νη ζω­ὴ ποὺ ζεῖ, αὐ­τὴν τὴν κα­τά­στα­σή του ποὺ προ­κα­λεῖ τὴν ἔκ­πλη­ξη, τὴν ἐ­πι­κίν­δυ­νη ὄ­ψη του. Ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος τὸν ὁ­δή­γη­σα, τὸν τα­κτο­ποί­η­σα ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι καὶ τοῦ εἶ­πα, κά­τσε ἐ­κεῖ Μπου­σό­νι, εἶ­σαι κα­λὰ ἐ­κεῖ, κα­νέ­να που­λὶ δὲν θὰ κου­τσου­λή­σει τὰ ροῦ­χα σου. Οὔ­τε κὰν θὰ σὲ πλη­σιά­σουν, ὅ­πως δὲν πλη­σιά­ζουν ἐ­κεί­νους τοὺς με­γά­λους κά­κτους ποὺ εἶ­ναι μπρο­στά σου, Μπου­σό­νι, για­τί τὰ λι­μα­σμέ­να σπουρ­γί­τια, τὰ χε­λι­δό­νια μὲ τὶς σκοῦ­ρες ζα­κέ­τες καὶ τὰ γκρί­ζα ντι­ού­κας ξέ­ρουν νὰ ἐν­το­πί­ζουν τὸν κίν­δυ­νο. Ἐ­κεῖ τὸν ἄ­φη­σα κι ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε λί­γο ὡς πο­λὺ ἀ­κί­νη­τος, μὲ τὴ λα­στι­χέ­νια στο­λή του, ἀρ­κε­τὰ πα­χὺς γιὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὰ ὑ­πο­θα­λάσ­σια ρεύ­μα­τα. Καὶ τὰ γυ­α­λά­κια μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν βλέ­πει τί­πο­τα, ὅ­μως ἐ­μεῖς βλέ­που­με τὸ κε­νὸ ἐ­κεῖ ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χουν δύ­ο μά­τια, ἕ­να μέ­τω­πο, ἴ­σως ἕ­να σκοῦ­ρο μου­στά­κι. Καὶ εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ ἀ­που­σί­α ἕ­να ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πράγ­μα­τα ποὺ τὸν κά­νουν τό­σο μυ­στη­ρι­ώ­δη, καὶ λί­γο τρο­μα­κτι­κό. Εἶ­μαι ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τοῦ Μπου­σό­νι, εἶ­ναι σὰν τὸ χα­ρα­κτή­ρα ἑ­νὸς βι­βλί­ου ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ἔ­χω γρά­ψει, καὶ ὄ­χι ἕ­να σκιά­χτρο ἢ ἕ­να ἀν­δρεί­κε­λο. Ὁ Μπου­σό­νι ἔ­χει ἕ­να σκο­πό, ὧ­ρες-ὧ­ρες μοιά­ζει ζων­τα­νός, νο­μί­ζεις ὅ­τι θὰ ση­κώ­σει τὰ χέ­ρια καὶ θὰ βγά­λει τὸ σκά­φαν­δρο γιὰ νὰ δεί­ξει τὴν τρύ­πα, τὸ κε­νό, τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκε­ται τὸ κε­φά­λι του, καὶ ἔ­τσι νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν κα­τά­στα­σή του τοῦ ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νου, τοῦ ὄν­τος ποὺ γνώ­ρι­σε τὸν κε­ραυ­νὸ τῆς γκι­λο­τί­νας.

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς τρεῖς μέ­ρες τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ, πε­ρι­μέ­νω τὸ πρω­ΐ, τὴν πρω­ϊ­νὴ ὁ­μί­χλη τῆς ἀ­κτῆς, γιὰ νὰ βγῶ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιὰ στὸν κῆ­πο, στὸ γε­ρά­νι μὲ τὰ λου­λού­δια ὄ­χι τὰ με­νε­ξε­διά, ἀλ­λὰ τὰ ἄ­σπρα, σὰν τὸ γά­λα, καί, πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, πα­ρι­στά­νον­τας τὸν ἀ­δι­ά­φο­ρο, ἢ πὼς ξέ­χα­σα τά­χα ἀ­φη­ρη­μέ­νος, νὰ δῶ τὸν Μπου­σό­νι μὲ τὴ ρά­χη ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο, νὰ πε­ρά­σω ἀ­πὸ κον­τά του, ἔ­χον­τας συ­νεί­δη­ση τῆς πρά­ξης μου καὶ συ­νε­πῶς μὲ ἠ­ρε­μί­α, καὶ νὰ κοι­τά­ξω ἔ­τσι μέ­σα ἀ­πὸ τὸ γυα­λὶ τοῦ σκά­φαν­δρου. Πε­ρι­μέ­νω μὲ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α νὰ τὸ κά­νω, ὅ­μως ὅ­πως πάν­τα, καὶ μό­νο ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι ἀ­να­στα­τώ­νο­μαι, για­τὶ, ἴ­σως αὔ­ριο, ἴ­σως με­θαύ­ριο, ἢ με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να μή­να, εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν τὸ κά­νω, θὰ δι­α­κρί­νω πί­σω ἀ­π’ τὰ γυ­α­λά­κια, στὸ βά­θος, δύ­ο μά­τια δι­εισ­δυ­τι­κά, ἴ­σως ἕ­να με­λα­χρι­νὸ μέ­τω­πο, κι ἕ­να μου­στά­κι σκοῦ­ρο καὶ πυ­κνό, καὶ τό­τε δὲν θὰ ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γὴ πα­ρὰ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σω.



Πη­γή: Antropofagia, Editorial Huda, Σαν­τιά­γο, 1971.

Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο Ντί­ας (Lu­is En­ri­que Dé­la­no Dí­az) (Σαν­τιά­γο, Χι­λή, 14/7/1907 – 20/3/1985). Γιὸς τοῦ στρα­τη­γοῦ Μα­νου­ὲλ Ἀ­γου­στὶν Ντέ­λα­νο Μπρά­βο καὶ τῆς Ἰ­σο­λί­να Δί­ας Πόρ­ρας, ξε­κί­νη­σε τὶς πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Χι­λῆς. Ἡ λο­γο­τε­χνι­κή του κα­ρι­έ­ρα ἄρ­χι­σε στὰ δεκα­εν­νέα του χρό­νια, τὸ 1926, μὲ τὴν δη­μο­σί­ευ­ση τῆς πρώ­της ποι­η­τι­κῆς του συλ­λο­γῆς, ψα­ρὰς τῶν ­στε­ρι­ῶν (El pescador de estrellas), μα­ζὶ μὲ τὸν Ἀ­λε­χάν­τρο Γκου­τι­έ­ρες. Τὸ 1928, μα­ζὶ μὲ τὸν φί­λο του Σαλ­βα­δὸρ Ρέ­γες Φι­γε­ρό­α καὶ ἄλ­λους, ἵ­δρυ­σαν τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Letras, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­με­τεῖ­χε μέ­χρι τὸ 1930, ὡς μέ­λος τῆς ὁ­μά­δας τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος τοῦ Ἰ­μα­ζι­σμοῦ. Τὸ 1929, ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El Mercurio, ποὺ ἀ­νῆ­κε στὸν συγ­γε­νῆ του Ἀ­γου­στὶν Ἔν­τουα­ρντς. Τα­ξί­δε­ψε στὴν Ἱ­σπα­νί­α τὸ 1934 γιὰ νὰ σπου­δά­σει Φι­λο­λο­γί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­δρί­της, ὅ­που καὶ ἔ­ζη­σε τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο. Ὀ­νο­μά­στη­κε Πρό­ξε­νος τῆς Χι­λῆς στὸ Με­ξι­κὸ τὸ 1940, ἀ­ξί­ω­μα ποὺ δι­α­τή­ρη­σε μέ­χρι τὸ 1946 ὅ­ταν ἔ­γι­νε Πρό­ξε­νος στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­που ἔ­μει­νε μέ­χρι τὸ 1949. Ἔ­γι­νε δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Vistazo τὸ 1952. Τὸ 1956 ἡ νου­βέ­λα του Puerto de fuego τοῦ χά­ρι­σε τὸ Δη­μο­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο τοῦ Σαν­τιά­γο. Ἔ­λα­βε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας, γιὰ τὴν εἰ­δι­κό­τη­τα τοῦ συν­τά­κτη, τὸ 1970. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ἔ­γι­νε πρέ­σβης τῆς Χι­λῆς στὴν Σου­η­δί­α. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς θη­τεί­ας του ἐ­κεῖ, ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νομ­πὲλ στὸν φί­λο του Πάμ­πλο Νε­ρού­δα. Ὑ­πῆρ­ξε δι­α­κε­κρι­μέ­νο μέ­λος τοῦ Κομ­μου­νι­στι­κοῦ Κόμ­μα­τος τῆς Χι­λῆς καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Πάμ­πλο Νε­ρού­δα γιὰ τὴν με­τα­φο­ρὰ πο­λε­μι­κῶν προ­σφύ­γων τοῦ ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐμ­φυ­λί­ου στὸ ἀ­τμό­πλοι­ο Win­ni­peg. Ἐ­ξο­ρί­στη­κε γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ τὸ 1974 ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ Με­ξι­κό. Στὴ Χι­λὴ ἐ­πέ­στρε­ψε μό­λις τὸ 1984. Σύ­ζυ­γός του ἦ­ταν ἡ φω­το­γρά­φος Ντο­λό­ρες Φαλ­κόν, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε ἕ­ναν γιό, τὸν συγ­γρα­φέ­α Πό­λι Ντέ­λα­νο. Ἀ­πε­βί­ω­σε τὸ 1985 στὸ Σαν­τιά­γο, λί­γους μῆ­νες ἀ­φοῦ εἶ­χε λά­βει τὴν ἄ­δεια νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ Χι­λή.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἀ­θα­να­σιά­δου Μα­ρί­α Δι­κη­γό­ρος, ἰ­σπα­νί­στρια καὶ με­τα­φρά­στρια.



		

	

Ραφαὲλ Πέρεθ Ἐστράδα (Rafael Pérez Estrada): Μαύ­ρη σει­ρή­να


Ρα­φα­ὲλ Πέ­ρεθ Ἐ­στρά­δα (Rafael Pérez Estrada)


Μαύ­ρη σει­ρή­να

(Sirena negra)


ΤΟΥΣ ΥΠΟΝΟΜΟΥΣ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ἀ­νά­με­σα σὲ ἀ­λι­γά­το­ρες καὶ κρο­κό­δει­λους ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νους στὸ ἀ­έ­να­ο σκό­τος καὶ στὶς ὑ­γρα­σί­ες, ζεῖ, τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη ἀ­πὸ τὶς σει­ρῆ­νες. Γέν­νη­μα μιᾶς μυ­θο­λο­γί­ας στὴν ὁ­ποί­α ἡ ἰ­σχύς, ἡ δρά­ση καὶ ἡ πε­ρι­πέ­τεια παί­ζουν πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο, ἡ μαύ­ρη σει­ρή­να σκά­βει στὰ βά­θη τῆς σι­ω­πῆς τῆς πο­λι­τεί­ας. Τὰ μά­τια της ἀ­κτι­νο­βο­λοῦν με­λαγ­χο­λί­α καὶ οἱ γο­φοί της ἀ­φή­νουν με­τέ­ω­ρη τὴ θέρ­μη κά­ποι­ας ἀ­νέ­φι­κτης θω­πεί­ας. Ὁ­μοί­ως μὲ τὶς ἀ­δελ­φές τους στὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα, ἔ­χουν στὴ δι­ά­θε­σή τους ἄ­σμα αἰ­σθη­σια­κό, λί­αν πει­στι­κό, τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­σελ­κύ­ει τοὺς μο­να­χι­κοὺς σὲ κω­νι­κὲς πα­γί­δες, σὰν κι αὐ­τὲς ποὺ φτιά­χνουν τὰ μυρ­μήγ­κια τοῦ γέ­νους Pheidole megacephala. Μό­λις ἐκ­πλη­ρω­θεῖ τὸ τε­λε­τουρ­γι­κὸ τοῦ θα­νά­του, τὰ ὄν­τα αὐ­τὰ βγά­ζουν κραυ­γὲς ἀ­πελ­πι­σί­ας καὶ τρέ­λας, λέ­ξεις φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σύν­δε­τες οἱ ὁ­ποῖ­ες μι­λοῦν, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, γιὰ ἕ­να φεγ­γά­ρι ποὺ αὐ­τὲς πο­τὲ δὲν θὰ τὸ δοῦν, γιὰ κά­ποι­ον μα­κρι­νὸ πλα­νή­τη ὁ ὁ­ποῖ­ος στρέ­φει τὶς στιγ­μὲς τοῦ ἔ­ρω­τα πρὸς ὅ­σους τὸν ἀ­τε­νί­ζουν.

(1988)


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση: e-Kuoreo. Κυ­ρια­κή, 18 Δε­κεμ­βρί­ου 2016.

https://e-kuoreo.blogspot.com/2016/12/173-sirenas-ii.html?m=1

Ρα­φα­ὲλ Πέ­ρεθ Ἐ­στρά­δα (Rafael Pérez Estrada) (1934, Μά­λα­γα – 2000, Μά­λα­γα). Ἱ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ εἰ­κα­στι­κός. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Valle de los galanes τὸ 1968, ἐ­νῶ ἀ­κο­λού­θη­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α. Ἔ­γρα­ψε ποί­η­ση καὶ θέ­α­τρο, κα­θὼς καὶ ἰ­δι­ό­μορ­φα πε­ζά, ὅ­πως τὸ πα­ρα­πά­νω.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).

 

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás): Προσευχή


Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás)


Προ­σευ­χή

[Oración]


ΤΑΝ ΔΙΑΒΑΖΩ ἕ­να ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κὸ ποί­η­μα στὰ ὄ­νει­ρά μου, ξυ­πνά­ω καὶ πε­τά­γο­μαι ἀ­πὸ τὰ σκε­πά­σμα­τα ὅ­πως ὁ πνιγ­μέ­νος μό­λις βρεῖ ἀ­έ­ρα. Ξά­γρυ­πνος πιά, ἀ­να­ζη­τῶ σὲ ὅ­λα τὰ βι­βλί­α, δί­χως νὰ τοὺς βρί­σκω, τοὺς στί­χους ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ μά­τια μου νὰ ἀ­νοί­ξουν. Ἀ­να­ζη­τῶ τὸ ποί­η­μα ποὺ ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­πως ἀ­να­ζη­τεῖ τὸν Θε­ὸ ἐ­κεῖ­νος ποὺ γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει. Ποί­η­μα τοῦ ὀ­νεί­ρου, σῶ­σέ με, ἔ­λα νὰ μὲ βρεῖς, φύ­λα­ξέ με ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ὠ­κε­α­νὸ σά­πιας πρό­ζας ποὺ εἶ­ναι ἡ ἀ­γρύ­πνια. Ἁ­γι­α­σθή­τω τὸ ὄ­νο­μά σου, Σίλ­βια Πλάθ, ἐλ­θέ­τω ἡ βα­σι­λεί­α σου, Ἔ­μι­λι Ντί­κιν­σον, δὸς ἡ­μῖν σή­με­ρον τὸν στί­χον ἡ­μῶν τὸν ἐ­πι­ού­σιον, Χόρ­χε Μαν­ρί­κε, προ­σευ­χή­σου ὑ­πὲρ ἡ­μῶν, τῶν ξα­γρυ­πνι­σμέ­νων, Βι­θέν­τε Ἀ­λε­ϊ­ξάν­τρε. Γεν­νη­θή­τω τὸ θέ­λη­μά σου ὡς ἐν οὐ­ρα­νῷ καὶ ἐ­πὶ τῆς γῆς, Χὶλ δὲ Μπι­έδ­μα, καὶ μὴ εἰ­σε­νέγ­κῃς ἠ­μᾶς εἰς πει­ρα­σμόν, Πέ­δρο Σα­λί­νας. Πι­στεύ­ω στὰ σο­νέ­τα τοῦ Λό­πε δὲ Βέγ­κα καὶ στὶς ρί­μες τοῦ Μπέ­κερ καὶ στὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τοῦ Ἐ­σπρον­θέ­δα. Συγ­χώ­ρα, Σαίξ­πηρ, τὰ ἀ­νο­μή­μα­τά μας. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, δῶ­σε μας μιὰ με­τα­φο­ρά. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, ἀ­πο­κά­λυ­ψέ μας ἕ­να ρυθ­μό. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, βγά­λε ἕ­ναν ἑν­δε­κα­σύλ­λα­βο ἀ­πὸ τὸ κα­πέ­λο σου. Χαῖ­ρε, Σιμ­πόρ­σκα, μή­τηρ ἐ­λε­ή­μων, ζω­ὴ καὶ γλυ­κύ­τη­τα, ἐλ­πί­δα μας, χαῖ­ρε. Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νω ἔ­γρα­ψε ἡ Λου­ὶζ Γκλὶκ στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες της: «Θυ­μᾶ­μαι τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α ὡς μιὰ μα­κρὰ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ βρί­σκο­μαι ἀλ­λοῦ.» Καὶ εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος γε­νη­θή­τω ποί­η­μα, καὶ τὸ ποί­η­μα ἐ­γέ­νε­το σὰρξ καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν. Ἐν ἀρ­χὴ ἦ­το τὸ χά­ος καὶ βα­σί­λευ­ε τὸ σκό­τος καὶ τὸ πνεῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου φτε­ρο­κο­ποῦ­σε πά­νω ἀ­πὸ τοὺς δα­κτύ­λους καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἔ­ρε­βος. Ἰ­δέ­α Βι­λα­ρί­νιο, ἔ­λα στὶς ψυ­χές μας, ποὺ ἐ­σέ­να λα­χτα­ροῦν. Πι­στεύ­ω στὸν Ρίλ­κε, στὸν Βερ­λαὶν καὶ στὸν Ρεμ­πώ, κα­θὼς καὶ στὸν Λόρ­κα, στὸν Οὐ­ι­δόμ­προ, στὸν Θερ­νού­δα καὶ στὸν Ὀ­κτά­βιο Πάς, στὸν Μπόρ­χες καὶ στὴν Πι­σαρ­νίκ. Πη­γαί­νω γιὰ ὕ­πνο μὲ τὸν Λου­ὶς δὲ Γκόν­γκο­ρα, μὲ τὸν Μπων­τλαὶρ ξυ­πνά­ω, μὲ τὸ Τα­ξί­δι στὴν Ἰ­θά­κη καὶ μὲ τὸν δὸν Ἀν­τό­νιο Μα­τσά­δο. Ἀ­μήν.


 

Πη­γή: Ἐ­φη­με­ρί­δα El País, 30 Ὀ­κτω­βρί­ου 2020: https://elpais.com/opinion/2020-10-29/oracion.html

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás) (Βα­λέν­θια, 1946). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος καὶ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος, θε­ω­ρεῖ­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἐν ζω­ῇ πε­ζο­γρά­φος τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. [Γιὰ μιὰ ἄλλη πιὸ ρεαλιστικὴ καὶ λιγότερο δημοκοπικὴ προσέγγιση στὸ θέμα, μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης τοῦ ἱστολογίου μας νὰ διαβάσει τὸ μπονζάϊ «Ποιητές» τῆς Ἄνα Μαρίας Σούα, σὲ μετάφραση τῆς Ἄννας Βερροιοπούλου. Σ.Τ.Ἐ.]

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel): Μιὰ ἱστορία καθὼς πρέπει


Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel)


Μιὰ ἱ­στο­ρί­α κα­θὼς πρέ­πει

(Una historia decente)

(1/2)


 ΚΑΡΜΕΝΘΙΤΑ ἦ­ταν πο­λὺ πει­θή­νια. Ἡ ἀ­θω­ό­τη­τα τῆς Καρ­μεν­θί­τα ἦ­ταν πα­ροι­μι­ώ­δης. Ἡ μη­τέ­ρα της ἐ­πα­γρυ­πνοῦ­σε γιὰ αὐ­τὴν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ ἔ­βα­ζε ἕ­να τεῖ­χος προ­στα­σί­ας ἀ­νά­με­σα στὴν κό­ρη της καὶ στὰ τε­χνά­σμα­τα τοῦ κό­σμου.

Ἡ μη­τέ­ρα, μὲ τὸ ποὺ ἔ­γι­νε ἡ Καρ­μεν­θί­τα δώ­δε­κα χρο­νῶν, φαί­νον­ταν πο­λὺ ἀ­νή­συ­χη. «Τὴν μέ­ρα ποὺ θὰ ἔ­χει πε­ρί­ο­δο ἡ κό­ρη μου γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ —σκε­φτό­ταν— ἀν­τί­ο στὴν χρυ­σή της ἀ­θω­ό­τη­τα.» Ὅ­μως κα­τά­φε­ρε νὰ λύ­σει τὸ πρό­βλη­μα. Ὅ­ταν εἶ­δε τὴν κό­ρη της νὰ χλο­μιά­ζει γιὰ πρώ­τη φο­ρά, ἔ­τρε­ξε στοὺς δρό­μους σὰν τρε­λὴ καὶ γύ­ρι­σε σύν­το­μα μὲ ἕ­να με­γά­λο μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια. «Πά­ρε κό­ρη μου, πά­ρε, τώ­ρα ἀρ­χί­ζεις νὰ γί­νε­σαι γυ­ναί­κα.» Καὶ ἡ Καρ­μεν­θί­τα, ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νη καὶ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη μὲ ἐ­κεῖ­να τὰ ὑ­πέ­ρο­χα κόκ­κι­να λου­λού­δια, ξέ­χα­σε νὰ ἔ­χει ἔμ­μη­νο ρή­ση. Ὅ­λους τους μῆ­νες, δώ­δε­κα φο­ρὲς τὸν χρό­νο, κα­τὰ τὴν διά­ρκεια πολ­λῶν χρό­νων, ἡ Καρ­μεν­θί­τα πα­ρέ­με­νε ἔ­τσι ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νη καὶ ἀ­λη­θι­νὰ προ­φυ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ κα­κό. Μὲ τοὺς μαύ­ρους κύ­κλους γιὰ προ­άγ­γε­λο κά­θε 30 τοῦ μή­να, ἡ μά­να της τῆς ἔ­βα­ζε ἕ­να μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια στὸ χέ­ρι.

        Ἡ Καρ­μεν­θί­τα ἔ­κλει­σε τὰ σα­ράν­τα. Ἡ μά­να της, γριὰ πιά, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τὴν φω­νά­ζει Καρ­μεν­θί­τα, ἀλ­λὰ ὅ­λοι τὴν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν Δό­νια Καρ­μέ­λα. Σὲ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­λι­κί­α, ἔ­φτα­σε ἕ­νας μή­νας ποὺ ἡ Καρ­μεν­θί­τα δὲν εἶ­χε μαύ­ρους κύ­κλους, τό­τε ἡ μη­τέ­ρα της, τῆς χά­ρι­σε ἕ­να μπου­κέ­το ἄ­σπρα λου­λού­δια. «Πά­ρε, κό­ρη μου, εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπου­κέ­το ποὺ σοῦ προ­σφέ­ρω, ἔ­χεις στα­μα­τή­σει ἤ­δη νὰ εἶ­σαι γυ­ναί­κα.» Ἡ Καρ­μεν­θί­τα ξε­ση­κώ­θη­κε. «Μά, μα­μά, οὔ­τε κὰν τὸ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξα.» Σὲ αὐ­τὸ ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα: «Τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο γιὰ ἐ­σέ­να κό­ρη μου.» Ἐ­κεῖ­νο τὸ λευ­κὸ μπου­κέ­το, μα­ρα­μέ­νο πιά, μα­δη­μέ­νο, δι­α­λυ­μέ­νο, ξε­ρό, ἦ­ταν τὸ μπου­κέ­το ποὺ ἔ­βα­λαν στὸ φέ­ρε­τρο τῆς Καρ­μεν­θί­τα.


Μιὰ μὴ κα­θὼς πρέ­πει ἱ­στο­ρί­α

(Historia indecente)

(2/2)


ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΚΙΤΑ, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε τὴν κρί­σι­μη ἠ­λι­κί­α, ἡ μη­τέ­ρα της ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τὸ ἴ­διο ποὺ ἔ­κα­νε ἡ μά­να τῆς Καρ­μεν­θί­τα, καὶ ὅ­ταν τὴν εἶ­δε νὰ γί­νε­ται χλω­μὴ καὶ νὰ ἔ­χει μαύ­ρους κύ­κλους, τῆς χά­ρι­σε ἕ­να μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια. Ὅ­μως ἡ Μα­ρι­κί­τα ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ξε­δι­άν­τρο­πη ἀ­πὸ τὴν Καρ­μεν­θί­τα. Ἅρ­πα­ξε τὸ μπου­κέ­το, ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο, πέ­τα­ξε τὰ λου­λού­δια καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ ἔ­χει ἔμ­μη­νο ρή­ση.



Πη­γή: Antología del microrrelato español (1906-2011), el cuatro género narativo, Catedra Letras Hispánicas, 2013.

Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel) (Ἱ­σπα­νί­α 1900-Με­ξι­κὸ 1983). Γεν­νή­θη­κε στὴν Κα­λάν­τα (Calanda) τῆς Ἱ­σπα­νί­ας, κον­τὰ στὴν ἐ­παρ­χί­α τῆς Ἀ­ρα­γώ­νας, τὸ 1900.Ἦ­ταν γό­νος εὔ­πο­ρης οἰ­κο­γέ­νειας καὶ ἀ­να­τρά­φη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­στη­ρά. Τὴν πε­ρί­ο­δο 1917-1924 σπού­δα­σε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­δρί­της ὅ­που γνω­ρί­στη­κε —με­τα­ξὺ ἄλ­λων Ἱ­σπα­νῶν καλ­λι­τε­χνών— μὲ τὸν ζω­γρά­φο Σαλ­βα­δὸρ Ντα­λὶ κα­θὼς καὶ μὲ τὸν ποι­η­τὴ Φε­δε­ρί­κο Γκαρ­θί­α Λόρ­κα, μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους συν­δέ­θη­κε φι­λι­κά. Με­τὰ τὶς σπου­δές του ξε­κί­νη­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­τη στὸ Πα­ρί­σι. Ἡ πρώ­τη του προ­σω­πι­κὴ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα ἐκ­δη­λώ­θη­κε μὲ τὸν Ἀν­δα­λου­σια­νὸ σκύ­λο, τὸ 1929, μί­α ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, μό­λις 17 λε­πτῶν. Ὡς κι­νη­μα­το­γρα­φι­στὴς θε­ω­ρεῖ­ται πλέ­ον ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τῆς παγ­κό­σμιας ἱ­στο­ρί­ας τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, ὡς συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι τὸ ἴ­διο τα­λαν­τοῦ­χος καὶ ἀ­πο­λαυ­στι­κός. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ καὶ ἐκ­δο­θεῖ ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α του, Ἡ Τε­λευ­ταί­α μου Πνο­ή­, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὀ­δυσ­σέ­α­ς, τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2015. Τὸ ἔρ­γο του χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὅ­πως τὸ δι­α­τυ­πώ­νει ὁ ἴ­διος μι­λών­τας γιὰ τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν αὐ­τοβι­ογραφία του, «­ἀ­πὸ ἕ­ναν ἔν­το­νο ἐ­ρω­τι­σμό, ὑ­πο­ταγ­μέ­νο σὲ μιὰ βα­θιὰ θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη καὶ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α τοῦ θα­νά­του­». Ἐ­κεί­νη τὴν βα­θιὰ θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη θὰ ἀ­πο­δo­μή­σει μὲ κά­θε τρό­πο τό­σο στὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ὅ­σο καὶ στὸ συγ­γρα­φι­κό.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


 

Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna): Ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ δέ­κα θα­νά­τους



Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna)


Ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ δέ­κα θα­νά­τους

(El sentenciado a diez muertes)


ΚΕΙΝΟΣ ὁ πε­ρι­πλα­νώ­με­νος ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε γυ­ρί­σει ὅ­λη τὴν γῆ, ἐ­πέ­στρε­ψε μιὰ μέ­ρα στὴν πό­λη του. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α τὸν ρώ­τη­σε πὼς τὸν ἔ­λε­γαν, ἀλ­λὰ δὲν θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά του, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος μὲ ὅ­λα τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἄ­ξι­ζαν τὴν προ­σο­χή του, αὐ­τὸ τὸ εἶ­χε ξε­χά­σει. Ἔ­τσι τὸν ἔ­βα­λαν στὴν φυ­λα­κή, τὸν τύ­λι­ξαν σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ καὶ ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­καν ὅ­λες οἱ δι­α­δι­κα­σί­ες, τὸν κα­τα­δί­κα­σαν δέ­κα φο­ρὲς σὲ θά­να­το γιὰ δέ­κα ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα ἐγ­κλή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­χαν βρεῖ τὸν δρά­στη καὶ τὸν σκό­τω­σαν μό­νο μιὰ φο­ρά, δι­ό­τι δὲν γι­νό­ταν ἀλ­λι­ῶς, ἀλ­λὰ μὲ τρό­πο ὁ­ρι­στι­κό. Αὐ­τός, ὁ κα­κό­μοι­ρος ἄν­τρας ποὺ δὲν εἶ­χε δι­α­πρά­ξει κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ τοῦ ἀ­πέ­δι­δαν, μέ­χρι ποὺ με­τα­νό­η­σε στὸ τέ­λος.

       Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη ἀ­να­κου­φί­στη­κε δι­ό­τι, ὄ­χι μό­νο εἶ­χε σκο­τώ­σει τὸν δύ­στυ­χο κα­λὸ ἄν­τρα «ποὺ δὲν θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά του» ἀλ­λὰ εἶ­χε φέ­ρει εἰς πέ­ρας τὴν δι­α­λεύ­καν­ση ἐ­κεί­νων τῶν ἐγ­κλη­μά­των ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ μεί­νουν ἀ­τι­μώ­ρη­τα, ἔχοντας ἐ­πί­σης δι­και­ώ­σει τὸ ἀ­ξί­ω­μά της «Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θρι­αμ­βεύ­ει».



Πη­γή: Antologia del microrrelato espanol (1906-2011), el cuatro genero narativo, Catedra Letras Hispanicas, 2013.

Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna) γεν­νή­θη­κε τὸ 1888 στὴ Μα­δρί­τη καὶ πέ­θα­νε τὸ 1963 στὸ Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες. Συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 100 βι­βλί­α: μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια, βι­ο­γρα­φί­ες καὶ θε­α­τρι­κά. Πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, ξε­χώ­ρι­σε καὶ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς παγ­κό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας ὡς ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τῆς γκρεγ­κε­ρί­ας (λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος δι­κῆς του ἐ­πι­νό­η­σης ποὺ συν­δυά­ζει τὴν με­τα­φο­ρὰ μὲ τὸ χι­οῦ­μορ) καὶ ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου τρό­που ζω­ῆς του, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τῆς προ­σω­πι­κῆς σχέ­σης ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε μὲ μιὰ κέ­ρι­νη κού­κλα ποὺ ἀ­γό­ρα­σε καὶ ἔ­φε­ρε ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz): Χίλιες και δύο νύχτες


Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz)


Χί­λι­ες καὶ δύ­ο νύ­χτες

(Mil y dos noches)


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ στὸ τέ­λος της ἡ χι­λι­ο­στὴ καὶ μιὰ νύ­χτα, ἡ Σε­χρα­ζάντ, κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὶς τό­σες ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δώ­σει ἕ­να τέ­λος σὲ αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­φή­γη­σης ἐ­νώ­πιον ἑ­νὸς ἄν­τρα ποὺ κά­θε βρά­δυ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος χω­ρὶς νὰ τῆς δί­νει ἄ­φε­ση.

Νω­ρὶς τὸ πρω­ῒ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ πα­λά­τι. Ἀ­φοῦ τρι­γυρ­νοῦ­σε γιὰ ὧ­ρες ἔ­φιπ­πη, φτά­νον­τας στὰ βου­νὰ βρῆ­κε κα­τα­φύ­γιο στὴν κα­λύ­βα ἑ­νὸς βο­σκοῦ. Ἐ­κεῖ, ἀ­σφα­λὴς πιά, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δύ­ο πράγ­μα­τα ποὺ λα­χτα­ροῦ­σε πιὸ πο­λύ. Τὰ πρω­ι­νὰ θὰ ἔ­γρα­φε τὴν πρώ­τη της νου­βέ­λα καὶ τὰ βρά­δια, θὰ ἔ­νι­ω­θε πά­νω στὸ σῶ­μα της τὴν ρυθ­μι­κὴ κί­νη­ση ἑ­νὸς ἄν­τρα, με­τὰ ἀ­πὸ τό­σες νύ­χτες πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ ἀ­πο­χῆς.


Πη­γή: Irene Andres-Suárez: Anto­lo­gía del mi­cror­re­la­to espa­ñol (1906-2011), el cu­arto gé­nero nar­rativo, Cá­tedra Le­tras His­pánicas

Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz) γεν­νή­θη­κε τὸ 1957 στὴν πό­λη Κάν­τιθ τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος Φι­λο­σο­φί­ας καὶ δι­δά­κτωρ Φι­λο­λο­γί­ας ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σε­βίλ­λης. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὸ γυ­μνά­σιο καὶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­ναι συν­το­νι­στὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ κέν­τρου τῆς Τε­του­ὰν καὶ μέ­λος τοῦ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ ἐ­πι­τε­λεί­ου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σε­βίλ­λης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ πα­ρα­κά­τω βι­βλί­α: La luna azul. Cuentos desde Tetúan (2005), Letras minúsculas y coda (2009), Cronicas de reojo (2011) κ.ἄ. καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ δι­ά­φο­ρες ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες. Ἐ­πί­σης γρά­φει μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἄρ­θρα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἐντμοῦνδο Πὰς Σολδάν (Edmundo Paz Soldán): Μπάρνες


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán)


Μπάρ­νες

(Barnes)


ΤΟ ΚΕΛΙ ποὺ πα­ρέ­με­νε ὑ­πὸ κρά­τη­ση, ὁ Μπάρ­νες σκέ­φτη­κε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν μιὰ πα­ρε­ξή­γη­ση. Γιὰ αὐ­τὸ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ γαν­τζω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­λή­θεια μὲ ἔ­παρ­ση. Ὅ­μως λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸν με­τέ­φε­ραν σὲ ἕ­να σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο καὶ τὸν ση­μά­δε­ψαν στὰ μά­τια μὲ ἕ­ναν ἐ­κτυ­φλω­τι­κὸ ἀ­να­κλα­στή­ρα καὶ ξε­κί­νη­σε ἡ ἀ­νά­κρι­ση, ὅ­ταν τοῦ ἀ­πήγ­γει­λαν κα­τη­γο­ρί­ες γιὰ τὴν δο­λο­φο­νί­α τοῦ προ­έ­δρου, ἀ­να­λο­γί­στη­κε τὴν με­τρι­ό­τη­τά του, τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἀ­ση­μαν­τό­τη­τα τῆς ζω­ῆς του καὶ τό­τε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­νι­ω­σε τὸ βά­ρος τῆς ὕ­παρ­ξης, πε­ρή­φα­νο καὶ μη­δα­μι­νὸ καὶ τό­τε ἀ­πο­κρί­θη­κε πὼς ναί, ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε δο­λο­φο­νή­σει τὸν πρό­ε­δρο.Ἔ­πει­τα τὸν κα­τη­γό­ρη­σαν γιὰ τὴν βομ­βι­στι­κὴ ἐ­πί­θε­ση ποὺ προ­κά­λε­σε τὸν θά­να­το 287 στρα­τι­ω­τῶν στὴν Τα­ρα­πα­κὰ καὶ ἡ μο­να­δι­κή του ἀν­τί­δρα­ση ἦ­ταν νὰ γε­λά­σει ὑ­πο­τι­μη­τι­κὰ καὶ νὰ δε­χτεῖ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες. Στὴν συ­νέ­χεια, ὁ­μο­λό­γη­σε δί­χως δεύ­τε­ρη σκέ­ψη ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ὑ­παί­τιος γιὰ τὸ σαμ­πο­τὰζ τοῦ ἀ­ε­ρα­γω­γοῦ ποὺ προ­κά­λε­σε τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ κα­τάρ­ρευ­ση τῆς Βο­λι­βί­ας, γιὰ τὴν πυρ­κα­γιὰ ποὺ ἀ­φά­νι­σε τὸ 92% τῶν δα­σι­κῶν ἐ­κτά­σε­ων τῆς Κο­τσαμ­πάμ­πα, γιὰ τὴν ἀ­να­τί­να­ξη τεσ­σά­ρων ἀ­ε­ρο­πλά­νων τῆς LAB* ἐν πτή­σει καὶ τέ­λος γιὰ τὸν βια­σμὸ τῆς κό­ρης τοῦ Νο­τι­α­με­ρι­κα­νοῦ πρέ­σβη στὴν Λὰ Πάθ. Τοῦ ἀ­να­κοί­νω­σαν ὅ­τι θὰ τὸν ἐ­κτε­λοῦ­σαν τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ καὶ ἐ­κεῖ­νος συμ­φώ­νη­σε ὅ­τι ἕ­νας ἄν­θρω­πος σὰν κι αὐ­τὸν δὲν ἄ­ξι­ζε νὰ ζεῖ.

* Ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὴ ἑ­ται­ρεί­α τῆς Βο­λι­βί­ας.


Πη­γή: Desecuentros, Santillana USA Publishing Company, 2004.

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán) γεν­νή­θη­κε στὴν Κο­τσαμ­πάμ­πα (Βο­λι­βί­α) τὸ 1967. Σπό­υ­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Ἱ­σπα­νό­φω­νη Λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει λά­βει πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις καὶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὰ ἑ­ξῆς βρα­βεῖ­α: Χου­ὰν Ροῦλ­φο (Premio Juan Rulfo 1997), Ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος (Premio Nacional de Novela) (Bolivia) 2002), Γκούγ­κεν­χά­ιμ (Guggenheim Fellowship, 2006). Σύγ­χρο­νοι με­λε­τη­τὲς κα­τα­τάσ­σουν τὸ ἔρ­γο του στὸ Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα Μα­κόν­το (McΟndo), ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Μα­γι­κοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ, με­του­σι­ω­μέ­νου ὡς Μον­τέρ­νου Ρε­α­λι­σμοῦ μὲ συ­χνὲς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἀ­να­φο­ρές. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ζεῖ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Cornell University ἀ­πὸ τὸ 1997 κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως: The New York Ti­mes, El Pais, Time καὶ E­ti­que­ta Ne­gra. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ δυ­ὸ ται­νί­ες τοῦ Ἀλ­φόν­σο Μά­γιο (Alfonso Mayo) ἔ­χουν βα­σι­στεῖ σὲ δι­η­γή­μα­τά του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.