Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης: Δωμάτιο 111



Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης


Δω­μά­τιο 111


ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ τῆς πτέ­ρυ­γας μὲ ἐ­νη­μέ­ρω­σε, ὅ­τι θὰ με­τα­φερ­θῶ. Ρω­τών­τας «για­τί;» ἀ­πάν­τη­σε «ἔ­χου­με δύ­ο εὐ­ά­λω­τους σὲ μι­κρό­βια κι εἶ­στε ὁ μό­νος μὲ νό­ση­μα μὴ με­τα­δι­δό­με­νο».

       Σὲ λί­γο μὲ πῆ­γαν στὸ δω­μά­τιο 111. Το­πο­θε­τή­θη­κα ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἐ­κεῖ εὑ­ρι­σκο­μέ­νους. Μὲ λευ­χαι­μί­α. Δε­ξιά, πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἕ­νας με­σή­λι­κας. Ἔ­δι­νε δια­ρκῶς ὁ­δη­γί­ες στὴ σύ­ζυ­γο, ποὺ πλάν­τα­ζε βου­βά, γιὰ τὴ δι­α­χεί­ρι­ση ἑ­νὸς πα­νω­ση­κώ­μα­τος, στὸ Το­λό, καὶ γιὰ τὸ πῶς θὰ με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να δω­μά­τια. «Πρό­σε­ξε», τό­νι­ζε, «μὴν ἔ­χει ὁ ἀ­δερ­φός μου τί­πο­τε ἀ­παι­τή­σεις στὸ σπί­τι, θὰ κα­τέ­βω καὶ θὰ τὸν πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος!» Πρὶν τὰ χα­ρά­μα­τα κα­τέ­λη­ξε.

       Ἀ­ρι­στε­ρά μου ἕ­νας ἄν­τρας, γύ­ρω στὰ 50. Σὲ λή­θαρ­γο, λές. Μὲ ὄ­ψη ἄ­σπρη σὰν γλειμ­μέ­νο κό­κα­λο. Τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἡ μί­α, γε­ρα­σμέ­νη πρό­ω­ρα. Μα­ζὶ μιὰ ἔ­φη­βη. Θυ­γα­τέ­ρα της ἀ­πὸ γά­μο μὲ τὸν ἀ­σθε­νῆ. Τώ­ρα σὲ δι­ά­στα­ση. Ἡ δεύ­τε­ρη, ξαν­θιὰ Οὐ­κρα­νή. Συ­ζοῦ­σε μὲ τὸν δι­πλα­νό.

       Ὅ­ταν ὁ ἐν λό­γῳ ξυ­πνοῦ­σε καὶ ἦ­ταν πα­ροῦ­σα ἡ πρώ­ην, τὸν πα­ρό­τρυ­νε, μὲ σβη­σμέ­νη φω­νή, «πᾶ­με σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, στὴν Τῆ­νο, νὰ βο­η­θή­σει ἡ Πα­να­γί­α!». Ἔ­βα­ζε φι­τι­λι­ὲς γιὰ τὴν και­νούρ­για, «δὲν ἦρ­θε σή­με­ρα, ὅ­πως καὶ προ­χθές, εἶ­δες; Ἐ­νῶ ἐ­γὼ μέ­ρα νύ­χτα ἐ­δῶ μὲ τὸ κο­ρί­τσι μας». Ἐ­κεῖ­νος ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴ ξαν­θιά, «ἔ­χει τὸ μα­γα­ζὶ στὴν πα­ρα­λια­κή, μω­ρὴ μα­λά­κω, πῶς νά ‘ρθεῖ;»

       Ὅ­σες νύ­χτες πα­ρέ­μει­νε ζων­τα­νός, κα­τὰ τὶς 4 τὸ πρω­ΐ, τη­λε­φω­νοῦ­σε σὲ κά­ποι­ον. Ρω­τοῦ­σε, ἂν τὰ κο­ρί­τσια εἶ­ναι στὴ γύ­ρα. Παίρ­νον­τας ἀ­πάν­τη­ση μὴ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὴ οὔρ­λια­ζε, «Σή­κω­σέ τες νὰ πᾶ­νε στὰ τρα­πέ­ζια, γα­μῶ τὸν ἀν­τί­θε­ό μου, νὰ κά­νουν κον­σο­μα­σιόν. Θὰ τὶς ξε­σκί­σω ἅ­μα γυ­ρί­σω. Κι ἐ­σέ­να, μα­λά­κα».

       Τὴ μέ­ρα ποὺ κα­τέ­λη­ξε κι ἐ­κεῖ­νος ἡ πρώ­ην ἀ­νέ­βα­σε ὀ­κτά­βες. Ρί­χτη­κε στὴ γκό­με­να. «Μά­ζε­ψέ τα. Τὸ παι­δί μου ἔ­χει νό­μι­μο δι­καί­ω­μα στὸ μα­γα­ζί. Ἢ χά­σου ἢ μέ­νεις καὶ σ’ ἔ­χω που­τά­να μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες νὰ μοῦ τὰ φέρ­νεις, κα­ρι­ό­λα.»

       Κοί­τα­ξα ἔ­ξω τὸν οὐ­ρα­νό. Πα­νω­ση­κώ­μα­τα, κω­λόμ­πα­ρα, με­τα­δι­δό­με­να καὶ μὴ νο­σή­μα­τα. Ζω­ή…



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης (Δε­σφί­να Φω­κί­δας, 1951). Ποί­η­ση, Δο­κί­μιο-Κρι­τι­κή. Τε­χνι­κὸς μη­χα­νο­λο­γι­κῆς συν­τή­ρη­σης στὴ χη­μι­κὴ βι­ο­μη­χα­νί­α (Ἀ­λου­μί­νιον τῆς Ἑλ­λά­δος). Ποι­ή­μα­τά του, δο­κι­μια­κὰ κεί­με­να καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς κρι­τι­κὲς δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ποι­ή­μα­τά του με­τα­φρά­στη­καν στὰ ἀλ­βα­νι­κά, γαλ­λι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κα. Βι­βλί­α του: Πτω­χὸν με­τάλ­λευ­μα (ἔκ­δο­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἐμ­βό­λι­μον, Ἄ­σπρα Σπί­τια, 1990), Ἀ­μει­ψι­σπο­ρά (ἔκ­δο­ση τῆς Δη­μό­σιας Κεν­τρι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Λε­βα­δεί­ας, 1996), Δί­στο­μο 10 Ἰ­ου­νί­ου 1944 – τὸ Ὁ­λο­καύ­τω­μα (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2010· Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Χρο­νι­κοῦ-Μαρ­τυ­ρί­ας), Πι­­στο­­ποι­­η­τι­­κὰ θνη­­τό­τη­­τας. Ποι­ήμα­τα 1970-2010 (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2014) κ.ἄ.

Διαφημίσεις

Χαρὰ Νικολακοπούλου: Ἡ Βασίλω



Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου


Ἡ Βα­σί­λω


 ΒΑΣΙΛΩ Μ. γεν­νη­θη­κε στὴ Λάκ­κα Σου­λί­ου, στὸ χω­ριὸ Δερ­βί­ζαι­να ἐν ἔ­τει 189… Στὰ εἴ­κο­σι δύ­ο της παν­τρεύ­τη­κε τὸν Γι­ώρ­γη Γ. κι ἔ­κα­ναν ἕ­ξι παι­διά, ἔ­ζη­σαν τὰ τέσ­σε­ρα. Σκλη­ρὴ γυ­ναί­κα μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες στιγ­μὲς γλυ­κύ­τη­τας καὶ προ­σή­νειας.  Πα­νέ­ξυ­πνη, δι­α­ό­λου κάλ­τσα.  Ἡ φτώ­χεια τοὺς ἔ­δερ­νε, ὅ­πως καὶ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους, στὴν ἄ­γο­νη γῆ ποὺ τοὺς δό­θη­κε. Ἕ­να κη­πά­κι μὲ τὰ ζαρ­ζα­βα­τι­κά τους, δυ­ὸ κα­τσί­κες καὶ πέν­τε πρό­βα­τα ἦ­ταν τὸ ἔ­χει τους. Ὁ ἄν­τρας της ἦ­ταν πρα­μα­τευ­τής, γυ­ρο­λό­γος, πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ χω­ριὰ τῆς πε­ρι­ο­χῆς που­λών­τας τὴν πρα­μά­τεια του. Βα­σί­λισ­σα τὴν εἶ­χε τὴ Βα­σί­λω, ὅ,τι φτω­χι­κὸ ἀ­πο­κτοῦ­σε, στὰ χέ­ρια της τὸ ἀ­πό­θε­τε. Ἡ Βα­σί­λω δὲν σκο­τι­ζό­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ νοι­κο­κυ­ριοῦ, ψό­φα­γε νὰ λι­ά­ζε­ται στὴν αὐ­λή της μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔπι­α­νε τὸ τρα­γού­δι.

        Μα­νου­σά­κια, μα­νου­σά­κια, μό­σχος καὶ γα­ρυ­φαλ­λά­κια.

        Τὰ παι­διά της τὰ ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πὸ κον­τά της νω­ρίς, με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ ἄν­δρα της δὲν εἶ­χε νὰ τὰ θρέ­ψει. Τὰ ἔ­στει­λε στὴν Ἀ­θή­να στὴν ἀ­δελ­φή της, ποὺ εἶ­χε τὴν τύ­χη νὰ κα­τέ­βει γιὰ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα καὶ νὰ τὴν υἱ­ο­θε­τή­σει ἕ­να πλού­σιο ζευ­γά­ρι ἄ­τε­κνων με­γα­λο­α­στῶν. Κρά­τη­σε κον­τά της μό­νον τὸν με­γα­λύ­τε­ρο, τὸν Κί­τσο. Τὸν πάν­τρε­ψε μὲ προ­ξε­νιὸ μὲ τὴν Ἄν­να, κό­ρη ἐρ­γά­τη, ποὺ μό­λις εἶ­χε γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α. Μὲ τὸ ζευ­γά­ρι συγ­κα­τοι­κοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια στέ­γη. Ὅ­ταν ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο ἐγ­γό­νια καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι φτά­νουν καὶ πε­ρισ­σεύ­ουν, ἐ­φάρ­μο­σε μί­α δρα­στι­κὴ καὶ πρω­τό­τυ­πη μέ­θο­δο ἀν­τι­σύλ­λη­ψης: μπού­κα­ρε στὴν κά­μα­ρα τοῦ ζευ­γα­ριοῦ κά­θε ποὺ μυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι ἐ­πί­κει­ται συ­νου­σί­α καὶ τοὺς ἔ­κο­βε τὴ φό­ρα: «Δύ­ο ἔ­χε­τε, φτά­νουν! Δὲν χρει­ά­ζε­στε ἄλ­λα. Πῶς θὰ τὰ θρέ­ψε­τε, μπρέ;»

        Στὰ γε­ρά­μα­τα κα­τέ­βη­κε στὴν Ἀ­θή­να νὰ θά­ψει τὸ στερ­νο­πού­λι της τὸν Νά­σο ποὺ ἔ­φυ­γε στὰ σα­ράν­τα ἑ­φτά του. Τὴ νύ­φη της τὴ Μα­ρί­α, ποὺ ἔ­κλαι­γε καὶ χτυ­πι­ό­ταν στὴν κη­δεί­α, τὴν ἀ­πο­πῆ­ρε: «Τί κά­νεις ἔ­τσι, γυ­ναί­κα; Οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νοὺς καὶ οἱ πε­θα­μέ­νοι μὲ τοὺς πε­θα­μέ­νους!»

        Ἡ Βα­σί­λω ἀ­πε­βί­ω­σε στὰ ἐ­νε­νῆν­τα ἑ­φτά της ἐν Ἀ­θή­ναις. Αἰ­τί­α ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἔκ­θε­ση στὸν ἥ­λιο, τὸν ὁ­ποῖ­ον λά­τρευ­ε ὅ­πως εἴ­πα­με, γε­γο­νὸς ποὺ τῆς προ­κά­λε­σε ντου­βρουν­τζά*, κα­τὰ τὰ κοι­νῶς λε­γό­με­να.  Στὸν για­τρὸ ποὺ ἦρ­θε νὰ τὴν ἐ­πι­σκε­φτεῖ ἑ­τοι­μο­θά­να­τη, ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι «τί ἦρ­θες νὰ κά­νεις κι ἐ­σύ; Ἐ­γὼ τώ­ρα φεύ­γω. Ἄν­τε γειὰ καὶ κα­λὴ ἀν­τά­μω­ση.»

        Ἔ­τσι πέ­θα­νε, ἥ­συ­χη καὶ ἀ­γέ­ρω­χη, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­ζη­σε.


ντου­βρουν­τζάς· ἐγκεφαλικό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου. Σπούδασε Φιλολογία καὶ πῆρε με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δυτικῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ σὲ πα­νελ­λή­νιους δι­α­γω­νι­σμοὺς καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Μαν­δρα­γό­ρας, Πα­ρέμ­βα­ση, Κο­ράλ­λι, Δέ­κα­τα, Ὀ­ρο­πέ­διο, Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 2014 λει­τουρ­γεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα τὸ δι­κό της ἐρ­γα­στή­ρι Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς καὶ ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὸ Κέν­τρο Δί­α Βί­ου Μά­θη­σης (ΙΝΕΔΙΒΙΜ).


Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Κίτρινη σκόνη



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Κί­τρι­νη σκό­νη


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ μέ­σα πίσ­σα σκο­τά­δι. Ἡ Μ. δὲν εἶ­ναι δί­πλα του. Πε­ρί­ερ­γο. Τὴ φω­νά­ζει. Κα­μιὰ ἀ­πάν­τη­ση. Ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ περ­πα­τά­ει στὰ τυ­φλά, πα­τά­ει τὸν δι­α­κό­πτη, τὸ φῶς δὲν ἀ­νά­βει, γυρ­νά­ει πί­σω, πιά­νει ψη­λα­φί­ζον­τας τὸν ἀ­να­πτή­ρα ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, ἁρ­πά­ζει μα­ζὶ κι ἕ­να κε­ρὶ ποὺ ἔ­χει στὸ πρῶ­το συρ­τά­ρι γιὰ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κης. Ἀ­νά­βει τὸ φυ­τί­λι καὶ πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς οἱ τοῖ­χοι στὸ δω­μά­τιο ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει χρῶ­μα, ἀ­πὸ λα­δὶ ποὺ ἦ­ταν ἔ­χουν γί­νει ἕ­να βα­θὺ κόκ­κι­νο. Πιά­νει τὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας, τὸ γυρ­νᾶ, μπρο­στά του βλέ­πει τὸν δι­ά­δρο­μό του σπι­τιοῦ καὶ τὸ μι­κρὸ χὼλ ποὺ βγά­ζει στὴ βε­ράν­τα. Ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιὰ τί­πο­τα, τὰ ὑ­πό­λοι­πα δω­μά­τια δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, ἀν­τὶ γιὰ πόρ­τες βρί­σκει παν­τοῦ τοί­χους. Οἱ τοῖ­χοι τοῦ δι­α­δρό­μου ἔ­χουν βα­φτεῖ κι αὐ­τοὶ τὸ χρῶ­μα τῆς πορ­φύ­ρας. Βα­στών­τας γε­ρὰ μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια τὸ κε­ρὶ παίρ­νει τὴν εὐ­θεί­α βῆ­μα-βῆ­μα. Στὴ μέ­ση πε­ρί­που τῆς δι­α­δρο­μῆς ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ Μ.· στὸ χλω­μό της πρό­σω­πο εἶ­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἕ­να χα­μό­γε­λο πα­γω­μέ­νο, ἀ­νοι­γο­κλεί­νει τὸ στό­μα της, κά­τι τοῦ λέ­ει, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος τί­πο­τα δὲν ἀ­κού­ει. Τὴν πα­ρα­κα­λεῖ νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βει, μή­πως καὶ κα­τα­φέ­ρει καὶ δι­α­βά­σει τὰ χεί­λη της. Ἐ­κεί­νη τὸν ἀγ­γί­ζει ἐ­λα­φριὰ στὴν πλά­τη δυ­ὸ φο­ρές, κι ὕ­στε­ρα ἡ μορ­φὴ της ξε­θω­ριά­ζει λί­γο λί­γο μέ­χρι ποὺ χά­νε­ται τε­λεί­ως. Χτυ­πά­ει τοὺς τοί­χους μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη καὶ δο­κι­μά­ζει γρυλ­λί­ζον­τας νὰ ἀρ­θρώ­σει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Χ., ὁ ἴ­διος —σκέ­φτε­ται— σὰν νὰ ἔ­χει ἀ­πω­λέ­σει τὴν ἀ­κο­ή του, ἴ­σως οἱ ἄλ­λοι ὅ­μως τὸν ἀ­κοῦ­νε. Τί­πο­τα. Φτά­νει στὴ μπαλ­κο­νό­πορ­τα, κον­το­στέ­κε­ται γιὰ λί­γη ὥ­ρα προ­τοῦ τε­λι­κὰ τὴν ἀ­νοί­ξει καὶ στρέ­ψει ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ τὸ βλέμ­μα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Στὴ θέ­ση τῆς βε­ράν­τας εἶ­ναι ἕ­να κομ­μά­τι ξύ­λο ποὺ ἴ­σα τὸν χω­ρά­ει νὰ ἀ­νέ­βει. Μὲ τὸ ποὺ πα­τᾶ πά­νω του, τὸ κομ­μά­τι τὸ ξύ­λο ἀρ­χί­ζει νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται ἐνῶ τὴν ἴ­δια ὥ­ρα νι­ώ­θει ἔν­το­νο μού­δια­σμα στὰ πό­δια καὶ κά­τι πρω­τό­γνω­ρο νὰ τὸν δι­α­περ­νᾶ. Τὰ κα­τα­φέρ­νει μὲ δυ­σκο­λί­α νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σει καὶ κοι­τᾶ πρὸς τὰ κά­τω. Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, τί­πο­τα του­λά­χι­στον ὅ­πως τὸ ξέ­ρει καὶ τὸ θυ­μό­ταν. Τὰ πάν­τα μοιά­ζουν νὰ εἶ­ναι κα­λυμ­μέ­να ἀ­πὸ μιὰ πη­χτὴ κί­τρι­νη σκό­νη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Βασίλης Μανουσάκης: Ἐκνευρισμός


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Ἐ­κνευ­ρι­σμός


 ΙΣΙΔΩΡΑ ἔ­φτα­σε λα­χα­νι­α­σμέ­νη στὸ σχο­λεῖ­ο ποὺ τὴν πε­ρί­με­ναν οἱ ἄλ­λοι γο­νεῖς. Δί­πλα της ἡ κό­ρη της νὰ παί­ζει σὰν γα­τὶ στὰ πό­δια της. Ὁ Μά­νος τὴν εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ νὰ ἔρ­χε­ται. Σὰν ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο βγῆ­κε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ καὶ κά­θι­σε μό­νος στὸ πε­ζο­δρό­μιο κοι­τών­τας πέ­ρα στὸν δρό­μο. Σὰν νὰ τὴν πε­ρί­με­νε. Τὴν πε­ρί­με­νε.

            Κα­θη­με­ρι­νὰ ροῦ­χα ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, ἁ­πλὰ ντυ­μέ­νη, μὰ πάν­τα προ­σεγ­μέ­νη. Χω­ρὶς κρα­γιὸν ἢ ἄλ­λο βά­ψι­μο, ἡ Ἰ­σι­δώ­ρα ἔ­δει­χνε συ­νή­θως φυ­σι­κή. Μιὰ φο­ρὰ δὲν τὴν ἔ­χω δεῖ μὲ κρα­γιόν. Θὰ τῆς πή­γαι­νε, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­νος, ἀλ­λὰ οἱ σκέ­ψεις του πε­ρὶ αἰ­σθη­τι­κῆς δι­α­κό­πη­καν ἀ­πὸ τὴν κο­φτή της κα­λη­μέ­ρα. Κα­λὰ τὸ κα­τά­λα­βα, σκέ­φτη­κε πά­λι ὁ Μά­νος, ποὺ εἶ­χε νι­ώ­σει τὸν ἐ­κνευ­ρι­σμό της ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὴν εἶ­δε νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ μα­κριά. Τί ἔ­χεις; Τὴ ρώ­τη­σε στὸ μυα­λό του.

            Τί­πο­τα, ἄ­κου­σε μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ νὰ λέ­ει. Τί­πο­τα ση­μαν­τι­κό.

            Τὴν κοί­τα­ξε, ἔ­πει­τα καὶ τὸ κο­ρι­τσά­κι στὰ πό­δια της καὶ τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν αὐ­λή. Στὴ συ­νάν­τη­ση μὲ τοὺς ἄλ­λους γο­νεῖς γιὰ κά­ποι­α βα­ρε­τὰ θέ­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου, ὁ Μά­νος εἶ­χε γυ­ρί­σει τὴν κα­ρέ­κλα του ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ τὴν κοι­τά­ει. Για­τί εἶ­σαι ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νη; Τί σὲ τρώ­ει; Ρω­τοῦ­σε στὸ μυα­λό του. Ἄλ­λη ὥ­ρα, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μὲ μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιὰ ἐ­κεί­νη, κα­θὼς ἔ­νι­ω­θε τὸ βλέμ­μα του νὰ καί­ει πά­νω της καὶ ἔ­γερ­νε τὸ κε­φά­λι της πρὸς τὸ μέ­ρος του.

            — Τώ­ρα…

            — Με­τά…

            Καὶ συ­νέ­χι­σαν ἔ­τσι τὸν δι­ά­λο­γό τους δί­χως νὰ ἀ­κού­σουν λέ­ξη ἀ­πὸ ὅ­σα λέ­γον­ταν στὴν αἴ­θου­σα.

            Τε­λεί­ω­σε ἡ συ­νάν­τη­ση, τε­λεί­ω­σε καὶ ὁ βου­βὸς δι­ά­λο­γος.

            Φεύ­γον­τας, πέ­ρα­σε ἀ­πὸ δί­πλα της κι ἐ­κεί­νη ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὸν στα­μά­τη­σε. Πε­ρί­με­νε ἔ­ξω, τοῦ εἶ­πε μὲ ἕ­να ἀ­κό­μα σφί­ξι­μο στὸ μπρά­τσο. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, σὲ πε­ρι­μέ­νω κά­θε φο­ρὰ ὅ­που καὶ νὰ εἶ­σαι, σκέ­φτη­κε ἐ­κεῖ­νος καὶ προ­χώ­ρη­σε γρή­γο­ρα μή­πως καὶ τὸν εἶ­χε ἀ­κού­σει.

            Ἄ­δεια­σε ἡ αὐ­λὴ ἀ­πὸ κό­σμο σι­γὰ-σι­γὰ κι ἐ­κεί­νη ἔ­μει­νε τε­λευ­ταί­α, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ κο­ρι­τσά­κι της νὰ πά­ει του­α­λέ­τα. Ὁ Μά­νος κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι καὶ λι­α­ζό­ταν. Χω­ρὶς λό­γο. Ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ρε μέ­σα του για­τί. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ τὴν εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­ζε. Ἔ­λα νὰ κά­τσεις, τῆς ἔ­γνε­ψε. Μό­λις κά­θι­σε, τὴν κοί­τα­ξε μέ­σα στὰ μά­τια. Πές μου τί ἔ­χεις. Εἶ­μαι ἐ­δῶ γιὰ σέ­να, ἔ­λε­γε τὸ βλέμ­μα.

            Κά­τι θέ­λω, κά­τι δὲν θέ­λω, ἀ­πάν­τη­σε μὲ ἕ­να ὁ­λο­φά­νε­ρα μπερ­δε­μέ­νο χα­μό­γε­λο.

            Μί­λη­σέ μου. Ξέ­ρω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ πᾶς κά­που, τὴν κα­θη­σύ­χα­σε τὸ δι­κό του χα­μό­γε­λο.

            Τὸ κο­ρι­τσά­κι γύ­ρι­σε καὶ τοὺς βρῆ­κε νὰ κοι­τά­ζον­ται βα­θιὰ μέ­σα στὰ μά­τια.

            «Τί λέ­τε;» Ρώ­τη­σε μὲ τὴ γλυ­κιά της φω­νή. Οὔ­τε αὐ­τὴ μι­λοῦ­σε πο­λύ, ἀλ­λὰ τώ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὴ ρω­τή­σει.

            «Θὰ σοῦ τὰ γρά­ψω», τοῦ εἶ­πε ἡ Ἰ­σι­δώ­ρα καὶ ἡ φω­νή της τὸν ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὴ θαλ­πω­ρὴ τῆς λι­α­κά­δας.

            «Νὰ τὸ κά­νεις ὀ­πωσ­δή­πο­τε», τῆς εἶ­πε λί­γο με­τὰ κα­θὼς ἐ­κεί­νη εἶ­χε φτά­σει στὴν πόρ­τα τοῦ σχο­λεί­ου.

            Γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ὑ­πό­σχε­σης.

            Εὐ­χα­ρι­στῶ, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­νος καὶ βγῆ­κε στὸν δρό­μο μὲ τὸ κε­φά­λι γε­μά­το ἥ­λιο.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


 

Δημήτρης Βαρβαρήγος: Ἡ άπόλυτη ἔκσταση


Δη­μή­τρης Βαρ­βα­ρή­γο­ς 


Ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἔκ­στα­ση


ΑΘΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ τῶν ἀ­έ­ρη­δων χα­ζεύ­ει τὶς θεῖ­ες ψυ­χὲς τῶν ἀ­θα­νά­των. Πρώ­τη συγ­κί­νη­ση ποὺ δέ­χε­ται εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­λευ­θε­ρί­α. Δεύ­τε­ρη, ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἔκ­στα­ση, ἡ με­τά­βα­σή της στὸ ἀρ­χαῖ­ο πα­ρελ­θόν. Τρί­τη, ἡ ἕ­νω­ση καὶ ἡ ἀ­φο­μοί­ω­σή της στὸ σή­με­ρα μὲ τὴν καρ­διὰ τοῦ χθές. Καὶ νὰ ἡ με­τα­μόρ­φω­ση εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ νὰ νι­ώ­σει τὶς αἰ­σθή­σεις σὰν Ἀ­ρε­τές.

        Εἶ­χε δι­α­βά­σει τὴν Ἀν­τι­γό­νη στὸ σχο­λεῖ­ο, εἶ­χε δώ­σει ἐ­ξε­τά­σεις γι’ αὐ­τήν, τὴν εἶ­χε δι­α­λέ­ξει, τὴν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει σὰν ἀ­δελ­φή της, ὅ­πως ἡ Ἰ­σμή­νη. Ἀ­πὸ τό­τε εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει τὸ ρό­λο της, τὸ ρό­λο ποὺ θὰ ἔ­παι­ζε ἡ Ἀν­τι­γό­νη μέ­σα της. Τώ­ρα ἐ­δῶ με­τα­μορ­φώ­θη­κε ἐν­τε­λῶς, ἦ­ταν πλέ­ον ἡ Ἀν­τι­γό­νη, για­τί αἰ­σθάν­θη­κε ξαφ­νι­κὰ νὰ πλημ­μυ­ρί­ζει ἀ­πὸ ἀ­γά­πη. Ξε­χεί­λι­σε σὰν πη­γὴ δο­ξα­σμέ­νη τῆς Περ­σε­φό­νης νὰ πο­τί­σει τὰ καρ­πε­ρὰ λι­βά­δια. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ πάν­τα, ἀ­κό­μα καὶ τὸν Κρέ­ον­τα τὸν μι­ση­τὸ πε­θε­ρό της. Ἀ­γα­ποῦ­σε ἀ­κό­μη καὶ τὸ θά­να­το, για­τί κα­νεὶς δὲν θὰ βρι­σκό­ταν νὰ τῆς πεῖ πὼς ἔ­κα­νε πο­τὲ ἀ­νο­μί­α, ἀ­φοῦ ὅ­λα ἀ­πὸ ἀ­γά­πη ἤ­σαν κα­μω­μέ­να. Σὰν τὰ βλέ­φα­ρά της τρε­μό­παι­ξαν στὸ φῶς χα­μο­γέ­λα­σε μὲ τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἔ­βλε­πε ξύ­πνια, μὰ μί­α ἁ­πα­λὴ σκιὰ ἀν­θρώ­πι­νη τὴν χά­ι­δε­ψε καὶ σὰν μέ­σα ἀ­π’ τὴ σάρ­κα της νὰ χού­για­ξε στὸ αἷ­μα. Ἕ­να ἀ­πά­νε­μο φτε­ρού­γι­σμα ἁ­πλώ­θη­κε ἀ­λάρ­γα στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­φή­νον­τάς της μί­α γλύ­κα τό­ση ποὺ ἀν­τά­μω­νε τὸν ἔ­ρω­τα. Τῆς ἔπι­α­σε ἁ­πα­λά τὸ χέ­ρι ὡς ἄλ­λος Ἰ­ά­σο­νας καὶ τὴν τα­ξί­δε­ψε στῆς καρ­διᾶς του τὴ γῆ. Καὶ τῆς ἄ­ρε­σε καὶ τοῦ ἀ­φέ­θη­κε μέ­σα ἀ­πὸ ἀ­να­στε­ναγ­μοὺς ἀ­τό­φια, νὰ τὴν ρου­φή­ξει, ὅ­πως οἱ μέ­λισ­σες τὴ γύ­ρη. Καὶ σὰν νύμ­φη γλυ­κό­λα­λη φώ­να­ξε στὴν ἕ­νω­ση γιὰ τὴν καρ­διὰ τῶν ἀν­θρώ­πων, γιὰ τὰ βά­θη τῆς γῆς τοῦ Πλού­τω­να, γιὰ τὰ θη­ρί­α τῆς ἀ­βύσ­σου καὶ γλύ­κα­νε ἡ καρ­διὰ ἀ­π’ τὸ θεῖ­ο βύ­θι­σμα κι ἔ­μοια­ζε εὐ­τυ­χι­σμέ­νη μέ­σα στὰ ἄν­θι­να πέ­πλα νὰ χύ­νον­ται στὰ κομ­ψὰ στή­θη της. Κι ἀ­να­στέ­να­ξε. Κι ἀ­να­φώ­νη­σε ὡς ἄλ­λη ἱ­έ­ρεια, ὡς ἄλ­λη Περ­σε­φό­νη, ὡς ἄλ­λη Ἀν­τι­γό­νη.

        «Ἑλ­λά­δα μου, πό­σο εἶ­σαι ὄ­μορ­φη!».

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δη­μή­τρης Βαρ­βα­ρή­γο­ς (Ἀ­θή­να, 1951) Σπούδασε ἠλεκτρονικά, σεναριογραφία, θέατρο καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ «awarded by the writing school». Γρά­φει σή­ριαλ γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, θέ­α­τρο καὶ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει συ­νο­λι­κὰ 18 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἐ­νη­λί­κων, 7 παι­δι­κὰ βι­βλί­α καὶ ὀ­κτὼ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει ὡς ἐκ­παι­δευ­τῆς σὲ ἐρ­γα­στή­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τελευταῖο του βιβλίο Carpe diem (2019, Λυκόφως).


http://www.dvarvarigos.gr   http://dimitrisbarbarigos.blogspot.gr/


Ἑλένη Γούλα: Προσωπικὴ γνώμη


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Προ­σω­πι­κὴ γνώ­μη


ΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΜΗ γιὰ τὴν Καλ­λι­ό­πη δὲν εἶ­χα μέ­χρι χτὲς τὸ πρω­ῒ ποὺ δὲ μὲ χω­ροῦ­σε τὸ σπί­τι καὶ πῆ­ρα τοὺς δρό­μους, νὰ ξε­λαμ­πι­κά­ρει τὸ μυα­λό μου, νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὴ δρο­σιὰ τοῦ βου­νοῦ, νὰ μυ­ρί­σω τὸ χῶ­μα καὶ τὶς πέ­τρες.

Τὸ σπί­τι της εἶ­ναι σὲ ψη­λὸ ση­μεῖ­ο μὲ τε­τρά­γω­νη αὐ­λή, ὡ­ραῖα λου­λού­δια, κα­θα­ροὺς τοί­χους ἄ­σπρους. Δὲν ἔ­χει ἀ­να­και­νι­στεῖ, εἶ­ναι ὅ­πως τὰ φτι­ά­χνα­νε πα­λιὰ τὰ σπί­τια μὲ σκε­πα­στὸ χα­γιά­τι καὶ μιὰ πέ­τρι­νη σκά­λα ἐ­ξω­τε­ρι­κή. Ἐ­κεῖ ἔ­χει πλέ­ξει ἡ κλη­μα­τα­ριὰ μὲ τὰ κί­τρι­να τώ­ρα φύλ­λα της ἕ­τοι­μα νὰ πέ­σουν.

        Κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα εἶ­χαν βγεῖ θεί­α κι ἀ­νι­ψιὰ καὶ τὶς εἶ­δα. Κα­θι­σμέ­νη στὴν ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα ἡ θεί­α, ὄρ­θια μὲ τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ βα­θὺ πιά­το ἡ ἀ­νι­ψιά.

        Γειά σας! Ἂν δὲ χαι­ρε­τή­σεις ἐ­δῶ σὲ θε­ω­ροῦν ἀ­κα­τά­δε­χτο, τί ψυ­χὴ ἔ­χει μιὰ κα­λη­μέ­ρα; Τί κά­νε­τε; Κα­λη­μέ­ρα! Ἡ κυ­ρί­α Τάδε, ἔ­σκυ­ψε ἡ νε­ό­τε­ρη στὴν ἄλ­λη ποὺ κα­θό­τα­νε στὸ κα­ρό­τσι καὶ δὲν κου­νοῦ­σε οὔ­τε χέ­ρια οὔ­τε πό­δια οὔ­τε κε­φά­λι μό­νο τὰ μά­τια της!

        Στα­μά­τη­σα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βλέμ­μα μὲ κάρ­φω­σε ἐ­πὶ τό­που, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα, κι ἄρ­χι­σα ἐ­γώ, ποὺ ἤ­μουν δι­στα­κτι­κὴ στὶς κου­βέν­τες (τὸ ἀν­τί­θε­το μοῦ συμ­βαί­νει μὲ τὶς λέ­ξεις στὸ χαρ­τί), νὰ μι­λά­ω γιὰ τὸν ἄρ­ρω­στο πα­τέ­ρα, γιὰ τὸν κῆ­πο, γιὰ τὶς κο­λο­κυ­θι­ές, τὴν κο­λο­κυ­θό­πι­τα, τὸ τυ­ρί, τὸν του­ρι­σμὸ καὶ οὔ­τε θυ­μᾶ­μαι πιὰ γιὰ τί ἄλ­λο. Μὲ ὁ­δη­γοῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ μά­τια, ρου­φοῦ­σαν ὅ­λες τὶς κου­βέν­τες, ὅ­λες τὶς κι­νή­σεις, καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες πε­ρι­έ­γρα­φα, τοὺς ἀ­νε­παί­σθη­τους ἀ­κό­μη ἤ­χους ποὺ κά­να­με ἡ ἀ­νι­ψιά της κι ἐ­γώ. Ἀγ­γί­ζα­νε τὰ μά­τια τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τά μας, ὅ,τι φαι­νό­τα­νε ἀ­πέ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ εἴ­χα­με κλεί­σει προ­σε­κτι­κὰ στὰ μα­νί­κια, στὰ φερ­μου­άρ, στὰ κουμ­πιά, στὶς πα­ρα­μά­νες, στὶς φό­δρες, στὶς κό­πι­τσες.

        Δὲν πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει πο­τέ! τρό­μα­ξα ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους κα­τά­φε­ρα νὰ ξε­γαν­τζω­θῶ. Περ­πα­τοῦ­σα πα­ρα­πα­τών­τας στὸν δρό­μο τὸν ἀ­νη­φο­ρι­κό, ἔ­στρι­βα νὰ ἀ­γναν­τέ­ψω τὴ θά­λασ­σα, τὸ βου­νό, ἀ­κουμ­ποῦ­σα τὰ μι­κρὰ φυ­τὰ ποὺ πρα­σι­νί­ζα­νε στὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ μέ­σα μου, πά­νω μου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα μου ἀ­κό­μη, εἶ­χε τρυ­πώ­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­χόρ­τα­γο, ἄ­πλη­στο βλέμ­μα. Δὲν ἦ­ταν τό­σο ἡ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ καὶ ὁ φό­βος τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ποὺ μὲ τά­ρα­ζε πα­ρό­λο ποὺ ἤ­μου­να πιὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λους. Ὁ ἀ­έ­ρας, τὰ δέν­τρα, οἱ ἦ­χοι τῶν που­λι­ῶν, ἡ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φυ­σι­κὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ τό­που δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω μου —εἶ­χε κολ­λή­σει σὰν στάμ­πα καὶ ἁ­πλω­νό­τα­νε παν­τοῦ— τὸ μί­σος ποὺ ἔ­κρυ­βε τὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο βλέμ­μα: Κα­νεὶς νὰ μὴ χα­ρεῖ τί­πο­τα, ἀ­φοῦ δὲ μπο­ρῶ ἐ­γώ, νὰ χα­ρῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γία Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, (Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007), ἐνῶ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).


Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου: Ἡ νυ­χτε­ρί­δα



Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου


Ἡ νυ­χτε­ρί­δα


ΦΤΑΣΕ μὲ τὸ πλοῖ­ο τῆς ἄ­γο­νης γραμ­μῆς ἕ­να πα­ρά­ω­ρα ζε­στὸ πρω­ῒ τοῦ Σε­πτέμ­βρη καὶ ἀ­νέ­βη­κε σέρ­νον­τας μιὰ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη βα­λί­τσα πρὸς τὴ Χώ­ρα ὅ­που ἤ­θε­λε νὰ μπεῖ ἄ­γνω­στος καὶ ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος. Μὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το. Οἱ κά­τοι­κοι πε­ρι­μέ­να­νε μὲ ἀ­γω­νί­α νὰ ἔρ­θει δά­σκα­λος στὸ νη­σί. Στὴν ἀρ­χὴ χά­ρη­καν, μὰ γρή­γο­ρα ἐ­νο­χλή­θη­καν ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρό του ὕ­φος ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ φο­βη­θοῦν πὼς σύν­το­μα θὰ ἔ­φευ­γε κι αὐ­τὸς μὲ ἀ­πό­σπα­ση. Ἀ­να­ζη­τών­τας μὲ ἄγ­χος τὸ πιὸ κα­τάλ­λη­λο κα­τά­λυ­μα, μή­πως καὶ τὸν κα­λο­πιά­σουν, τὸ βρῆ­καν ἀ­μέ­σως στὸ δι­ώ­ρο­φο ἀρ­χον­τι­κὸ τῆς κυ­ρί­ας Θε­α­νῶς. Εἶ­δαν κι ἔ­πα­θαν νὰ τὴν πεί­σουν νὰ δώ­σει τὸν ἄ­δει­ο κά­τω ὄ­ρο­φο, ἦ­ταν κά­πως ἰ­δι­ό­τρο­πη καὶ δὲν νοί­κια­ζε πο­τὲ σὲ δη­μό­σιους ὑ­παλ­λή­λους. Μὰ αὐ­τὸν τὸν συμ­πά­θη­σε ἀ­νε­ξή­γη­τα.

       Εὐ­ρύ­χω­ρο καὶ ἄ­νε­το, μὲ ἕ­να με­γά­λο πε­ρι­φραγ­μέ­νο κῆ­πο, τὸ σπί­τι τοῦ φά­νη­κε πε­ρι­ποι­η­μέ­νο καὶ εὐ­χά­ρι­στο, μὲ γοῦ­στο στο­λι­σμέ­νο. Ἕ­να πα­χὺ χα­λὶ στὸ σα­λό­νι, γιὰ νὰ κρύ­βει τὸ φθαρ­μέ­νο πά­τω­μα, σκέ­φτη­κε κα­χύ­πο­πτα. Ἡ σκό­νη κά­τω ἀ­πὸ τὰ βα­ριὰ ἔ­πι­πλα εὐ­τυ­χῶς δὲν φαι­νό­ταν. Νά καὶ τὸ τζά­κι ποὺ τὸν ἔ­κα­νε ἀ­μέ­σως νὰ φαν­τά­ζε­ται σκη­νὲς τοῦ χει­μώ­να, τὶς φλό­γες νὰ στέλ­λουν λαμ­πρὲς ἀν­ταύ­γει­ες καὶ ν’ ἀν­τα­να­κλοῦν στὰ καμ­πυ­λω­τὰ πό­δια τοῦ τρα­πε­ζιοῦ, νὰ τρε­μο­παί­ζουν πά­νω στὸ μπρού­τζι­νο χε­ρού­λι τῆς πόρ­τας, νὰ φω­τί­ζουν τὸ μάρ­μα­ρο καὶ τὸ κά­τω μέ­ρος τῆς κα­μι­νά­δας. Στὴ μιὰ πλευ­ρὰ τοῦ τζα­κιοῦ μιὰ φαρ­διὰ πο­λυ­θρό­να ἦ­ταν ἤ­δη κα­λυμ­μέ­νη μὲ φλο­κά­τη, ἐ­νῶ πά­νω στὸν μπου­φὲ ἕ­να σερ­βί­τσιο τοῦ τσα­γιοῦ καὶ δυ­ὸ φω­το­γρα­φί­ες προ­πο­λε­μι­κὲς χρω­μά­τι­ζαν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα.

       Ἡ πρώ­τη μέ­ρα ἔ­σβη­νε μα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα κι αὐ­τὸς ἄϋ­πνος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι ἑ­τοι­μά­στη­κε νὰ ξα­πλώ­σει νω­ρὶς στὰ σεν­τό­νια ποὺ μύ­ρι­ζαν λε­βάν­τα. Μὰ πρὶν προ­λά­βει νὰ χα­ρεῖ τὴν ἀ­νά­παυ­ση καὶ νὰ σκε­φτεῖ ὁτι­δή­πο­τε, ἕ­να φτε­ρο­κό­πη­μα τὸν ἔ­κα­νε νὰ πε­τα­χτεῖ ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι γιὰ ν’ ἀ­νά­ψει πά­λι τὸ φῶς. Αὐ­τὸ ποὺ πε­τοῦ­σε δὲν ἦ­ταν ἔν­το­μο ξε­χα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι μή­τε που­λὶ πα­γι­δευ­μέ­νο. Ἦ­ταν μιὰ νυ­χτε­ρί­δα. Ψά­χνον­τας γιὰ τὴ σκού­πα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν πῶς καὶ πό­τε νὰ εἶ­χε μπεῖ. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἢ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­δύ­να­το. Ἀ­πὸ τὴν κα­μι­νά­δα μᾶλ­λον, ποὺ θὰ τὴν πέ­ρα­σε γιὰ σπή­λαι­ο καὶ ἐ­κεῖ ἐγ­κλω­βί­στη­κε. Πῆ­ρε τὴν σκού­πα κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴν κυ­νη­γᾶ μὰ οἱ πτή­σεις τοῦ ἱ­πτά­με­νου θη­λα­στι­κοῦ ἦ­ταν τό­σο ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὲς στὸν ψη­λο­τά­βα­νο κλει­στὸ χῶ­ρο ποὺ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὴν πε­τύ­χει τρέ­χον­τας προ­σε­κτι­κά, μὴν ἐ­νο­χλή­σει νυ­χτι­ά­τι­κα τὴν σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ὁ­μο­λό­γη­σε τὴν ἥτ­τα του κι ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὴν ἐλ­πί­δα πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα θὰ πε­τά­ξει πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς νύ­χτας, πρὸς τὴ φύ­ση ποὺ τὴν κα­λοῦ­σε. Καὶ νά ποὺ ὁ ἀ­πρό­σμε­νος ἐ­πι­σκέ­πτης χά­θη­κε. Θὰ ἔ­φυ­γε, σκέ­φτη­κε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση καὶ ἔ­πε­σε γιὰ ὕ­πνο.

       Ση­κώ­θη­κε χα­ρά­μα­τα. Μὰ μό­λις ἄ­να­ψε τὸ φῶς καὶ μπῆ­κε στὸ μπά­νιο, ἕ­να γνώ­ρι­μο φτε­ρο­κό­πη­μα φα­νέ­ρω­σε πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα ἦ­ταν ἀ­κό­μη μὲς στὸ σπί­τι. Εἶ­χε κά­νει ὅ­μως τὸ μοι­ραῖ­ο λά­θος. Σὲ τό­σο στε­νὸ χῶ­ρο τὰ πε­ρι­θώ­ρια ἑ­λιγ­μῶν της ἦ­ταν ἐ­λά­χι­στα. Ἡ σκού­πα αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν κα­τέρ­ρι­ψε στὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἐ­κεῖ γρά­φτη­κε τὸ τέ­λος της.

       Τὸ τέ­λος της; Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Ὁ δά­σκα­λος ποὺ γνώ­ρι­ζε γιὰ τὴν τύ­χη ποὺ φέρ­νουν τὰ ὀ­στὰ τῆς νυ­χτε­ρί­δας, ἔ­κο­ψε μὲ τὴν ψα­λί­δα τοῦ κή­που τὰ χει­ρό­πτε­ρά της καὶ τὰ ἔ­βα­λε σὲ ἕ­να ἄ­δει­ο γυ­ά­λι­νο βα­ζά­κι. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὴν ἀρ­τά­να γιὰ νὰ θά­ψει τὸ ὑ­πό­λοι­πο λει­ψὸ σῶ­μα, προ­σέ­χον­τας μὴν τὸν δεῖ κα­νεὶς καὶ ἀ­πο­ρή­σει τί κά­νει ἀ­ξη­μέ­ρω­τα στὸν κῆ­πο. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὴ μα­κά­βρια αὐ­τὴ τα­φὴ καὶ γύ­ρι­σε στὴν κά­μα­ρά του, σκέ­φτη­κε, κοι­τά­ζον­τας τὸ φο­νι­κὸ γού­ρι, τὰ κομ­μέ­να χει­ρό­πτε­ρα, πὼς δὲν ἄρ­χι­ζε ἄ­σχη­μα αὐ­τὸ τὸ φθι­νό­πω­ρο σὲ τοῦ­το τὸ νη­σί. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου (Ρό­δος, 1965). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Δη­μό­σια Δι­οί­κη­ση. Δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ πε­ζο­γρά­φος, ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἔγ­κρι­τες πε­ρι­ο­δι­κὲς καὶ ἐγ­κυ­κλο­παι­δι­κὲς ἐκ­δό­σεις. Σή­με­ρα δι­ευ­θύ­νει τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κο­ράλ­λι. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τῆς Δι­οι­κοῦ­σας Ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κω­στῆ Πα­λα­μᾶ. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο δο­κι­μί­ου τοῦ PENClub καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Φω­τέα γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ἐ­ναν­τί­ον τοῦ χρό­νου Τὸ 2011 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης (European Union Prize for Literature) γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Ἀγ­κρι­τζέν­το, τὸ ὁ­ποῖ­ο με­τα­φρά­στη­κε στὰ ἰ­τα­λι­κά, τὰ πο­λω­νι­κά, τὰ σερ­βι­κά, τὰ κρο­α­τι­κὰ καὶ τὰ ἀλ­βα­νι­κά. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ κύ­κλος τοῦ χώ­μα­τος (Κα­στα­νι­ώ­της, 2017).