Κωνσταντία Σωτηρίου: « Ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι καὶ μᾶς παίρνουν τὶς γάτες μας!»


Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου


«Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!»


ΕΙΔΗΣΗ εἶ­χε πε­ρά­σει τό­τε στὰ ψι­λὰ τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε με­γά­λη ση­μα­σί­α γιὰ τὴν βα­ρύ­τη­τά της. Δύ­ο Κυ­πρια­κὰ εἴ­δη γα­τι­ῶν, ἔ­λε­γε, κα­θα­ρό­αι­μα καὶ αὐ­τό­χθο­να, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν μά­λι­στα ὀ­νό­μα­τα ποὺ συν­δύ­α­ζαν τὸν ἀρ­χαῖ­ο Ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ καὶ τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, κιν­δύ­νευ­αν μὲ ἀ­φα­νι­σμὸ ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Ἡ ρά­τσα «Ἀ­φρο­δί­τη» καὶ ἡ ρά­τσα «Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη», ρά­τσες γα­τι­ῶν ἑλ­λη­νι­κῶν τῆς Κύ­πρου μας, μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, κιν­δύ­νευ­αν ἀ­πὸ Τούρ­κους ποὺ τὶς ἔ­κλε­βαν καὶ τὶς με­τέ­φε­ραν στὰ κα­τε­χό­με­να, ὅ­που τὶς δι­α­σταύ­ρω­ναν μὲ τουρ­κι­κές, μω­α­με­θα­νὲς γά­τες. Στό­χος ἔ­λε­γε τὸ δη­μο­σί­ευ­μα ἦ­ταν νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν μιὰ τρί­τη, και­νούρ­για ρά­τσα, ποὺ θὰ τὴν κα­το­χύ­ρω­ναν ὡς κυ­πρια­κὴ γιὰ νὰ τὴν ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σουν ἀρ­γό­τε­ρα ἐμ­πο­ρι­κά. Τὸ θέ­μα ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὴ Βου­λὴ ὅ­που ἕ­νας Οἰ­κο­λό­γος Βου­λευ­τὴς φαί­νε­ται νὰ ἔ­φε­ρε τὸ θέ­μα στὴν Ὁ­λο­μέ­λεια φω­νά­ζον­τας ἐμ­φαν­τι­κά: «Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!». Ὅ­ταν φυ­σι­κὰ ἐμ­πλά­κη­καν οἱ μυ­στι­κές μας ὑ­πη­ρε­σί­ες, δι­α­φά­νη­κε πὼς τέ­τοι­ο θέ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε. Μιὰ ὁ­μά­δα γυ­ναι­κῶν ἀ­πὸ τὴ Ρω­σί­α, ἦρ­θε λέ­ει σὲ μιὰ ἐκ­δή­λω­ση γιὰ κα­θα­ρό­αι­μες γά­τες στὴ Λε­με­σὸ καὶ ὑ­πο­στή­ρι­ξε μὲ πά­θος πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κα­τα­χω­ρη­θοῦν οἱ δύ­ο ἀρ­χαῖ­ες γά­τες ἀ­πὸ τὸ κρά­τος νο­μι­κά, γιὰ νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἡ ὀ­νο­μα­σί­α προ­έ­λευ­σης. Στό­χος τους ἦ­ταν νὰ ἐκ­με­ταλ­λευ­τοῦν οἱ ἴ­δι­ες τὶς γά­τες ἐμ­πο­ρι­κά. Σκά­ρω­σαν τό­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τοὺς Τούρ­κους ποὺ ἀ­πή­γα­γαν τὶς γά­τες καὶ τὶς ἀλ­λοί­ω­ναν. Καὶ ἔ­βα­λαν στὴν ἱ­στο­ρί­α τὴν Ἀ­φρο­δί­τη καὶ τὴν Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τά μας ποὺ κιν­δυ­νεύ­ει κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Συν­τα­γὴ δο­κι­μα­σμέ­νη νὰ τα­ρά­ξει τὰ νε­ρά. Ἄ­σχε­τα ἂν στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δύ­ο ἴ­δι­ες γά­τες μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, σερ­γι­α­νί­ζουν κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἀ­ψη­φών­τας τὸ ὁ­δό­φραγ­μα. «Gel kucuk kedim», ἔ­λα ἐ­δῶ μι­κρό μου γα­τί, ψι­θυ­ρί­ζει τὶς νύ­χτες ὁ Τοῦρ­κος σκο­πὸς κα­θὼς φω­νά­ζει γιὰ φαῒ τὴν «Βε­νούς»* καὶ τὴν «Οὒμ Χα­ράμ»*.


Σ.τ.Συγγραφέως: Βέ­νους λέ­νε οἱ Τουρ­κο­κύ­πριοι τὴν Ἀ­φρο­δί­τη. Οὒμ Χα­ρὰμ εἶ­ναι συγ­γε­νὴς τοῦ προ­φή­τη Μω­ά­μεθ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πάρ­χει ση­μαν­τι­κὸ τέ­με­νος στὴ Λάρ­να­κα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου γεν­νή­θη­κε στὴν  Λευ­κω­σί­α. Ἡ νου­βέ­λα της Ἡ Ἀ­ϊ­σὲ πά­ει δι­α­κο­πὲς βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ «Athens Prize for Literature» καὶ ἦ­ταν στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ δεύ­τε­ρή της νου­βέ­λα μὲ τί­τλο Φω­νὲς ἀ­πὸ χῶ­μα ἦ­ταν ἐ­πί­σης στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ τρί­τη νου­βέ­λα της Πι­κρί­α χώ­ρα κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2019. Οἱ τρεῖς νου­βέ­λες ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ τρι­λο­γί­α γιὰ τὸ πῶς οἱ γυ­ναῖ­κες τῆς Κύ­πρου δι­η­γοῦν­ται τὸν πό­λε­μο. Ἔ­χει γρά­ψει θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἀ­νε­ξάρ­τη­τες σκη­νὲς ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸν Θε­α­τρι­κὸ Ὀρ­γα­νι­σμὸ Κύ­πρου. Τὸ δι­ή­γη­μα της «Ἔ­θι­μα Θα­νά­του» κέρ­δι­σε τὸν παγ­κό­σμιο δι­α­γω­νι­σμὸ δι­η­γή­μα­τος τῆς Κοι­νο­πο­λι­τεί­ας γιὰ τὸ 2019.


Γι­ῶρ­γος Ἀ­ραμ­πα­τζῆς: Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα στὸ ὕ­φος τοῦ Ζὼρζ Πε­ρέκ


Romeo and Juliet balcony in Verona, Italy


Γι­ῶρ­γος Ἀ­ραμ­πα­τζῆς


Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα στὸ ὕ­φος τοῦ Ζὼρζ Πε­ρέκ


ΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ τῶν ἡ­δο­νι­στι­κῶν μον­τέ­λων, ἔ­χει γε­νι­κὰ δει­χθεῖ, στὴ σχε­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­τι ἡ πα­ρα­δο­χὴ γραμ­μι­κό­τη­τας γιὰ τὴ σχέ­ση τῶν με­τα­βλη­τῶν δὲν εἶ­ναι βι­ώ­σι­μη. Συ­νή­θως ἔ­χει προ­τα­θεῖ ὅ­τι οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις με­γα­λύ­τε­ρων ὁ­μά­δων (π.χ. φα­τρί­ες) ἢ πα­λαι­ό­τε­ρων κτι­ρί­ων (π.χ. ἀ­νά­κτο­ρα) τεί­νουν νὰ ἐ­νέ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη ἔν­τα­ση ἀ­πὸ αὐ­τὲς μι­κρό­τε­ρων ὁ­μά­δων ἢ νε­ό­τε­ρων κτι­ρί­ων. Λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη αὐ­τὸ τὸ πρό­βλη­μα, οἱ Daddy καὶ Love (1968) χρη­σι­μο­ποί­η­σαν ἕ­να μον­τέ­λο-ἐ­κτι­μη­τὴ δι­α­κύ­μαν­σης στα­θε­ρῆς με­τα­βλη­τό­τη­τας γιὰ τὶς πι­θα­νὲς πα­ραλ­λα­γές. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἡ ἀ­ξί­α ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται καὶ ἀ­πὸ τὴ γε­ω­γρα­φι­κὴ θέ­ση τῶν σχε­τι­κῶν κα­τα­σκευ­ῶν. Ἡ ἀ­νε­πάρ­κεια τῶν πα­ραλ­λα­γῶν τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ σὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη γε­ω­γρα­φι­κὴ θέ­ση κα­θι­στᾶ δύ­σκο­λη τὴ με­λέ­τη τῆς ἀ­ξί­ας ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ γε­νι­κῶς. Ἡ ἔ­ρευ­να τῶν δυ­ὸ με­λε­τη­τῶν ἐμ­πλου­τί­ζει τὴ σχε­τι­κὴ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μὲ τὴν προ­βο­λή, κα­θὼς καὶ τὴ δι­ε­ρεύ­νη­ση τῆς ἀ­ξί­ας συ­ναλ­λα­γῆς τοῦ πρά­σι­νου στοι­χεί­ου ἑ­νὸς μον­τέ­λου ἡ­δο­νι­κῆς ἀ­ξι­ο­λό­γη­σης (π.χ. κισ­σός). Ἐξ ἄλ­λου, ἡ λο­γι­κὴ γραμ­μι­κὴ ἡ­δο­νι­κὴ ἐ­ξί­σω­ση τῆς ἀ­ξί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅ­τι οἱ ἐ­λα­στι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πρά­σι­νων στοι­χεί­ων εἶ­ναι στα­θε­ρὲς καὶ δὲν θὰ πα­ρα­τη­ρη­θοῦν ἀ­πρό­ο­πτα (π.χ. πτώ­ση). Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει προ­η­γού­με­νη γνώ­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὴ γε­νι­κευ­μέ­νη λει­τουρ­γι­κὴ μορ­φὴ τοῦ πρά­σι­νου στοι­χεί­ου τοῦ μον­τέ­λου ἡ­δο­νι­κῆς ἀ­ξί­ας, μπο­ρεῖ καὶ πρέ­πει νὰ ἀμ­φι­σβη­τη­θεῖ ἡ ἐγ­κυ­ρό­τη­τα ἑ­νὸς τυ­χὸν δεύ­τε­ρου στοι­χεί­ου (π.χ. σχοι­νί). Ἕ­να μπαλ­κό­νι, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἔ­χει θε­τι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὴν ἀ­ξί­α τοῦ ἀ­κι­νή­του ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὴν ποι­ό­τη­τα τῶν πα­ραλ­λα­γῶν. Ὁ σκο­πὸς τῆς με­λέ­της τῶν Daddy καὶ Love εἶ­ναι νὰ δι­ε­ρευ­νή­σει τὴν ἔμ­με­ση ἀ­ξί­α ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ κα­τὰ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά του στὴ μεί­ω­ση τῶν δυ­σμε­νῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν πε­ρι­βαλ­λον­τι­κῶν ἐ­πι­δρά­σε­ων καὶ ἐ­ὰν κά­τι τέ­τοι­ο ὄν­τως πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται στὶς τρέ­χου­σες πρά­ξεις τῆς ἀ­γο­ρᾶς. Γιὰ νὰ δι­α­κρί­νου­με ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πὸ ἕ­να μπαλ­κό­νι, ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐκ­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­δο­χὴ ὅ­τι ἕ­να ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ ἄ­νοιγ­μα θε­ω­ρεῖ­ται ὡς μπαλ­κό­νι μό­νο ἂν εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὸ του­λά­χι­στον σὲ δύ­ο πλευ­ρὲς καὶ ἔ­χει ὕ­ψος ἀ­πὸ τὸ δά­πε­δο μέ­χρι τὴν ὀ­ρο­φή. Στὴν ἰ­δα­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση, κα­τὰ τὴν με­λέ­τη τῶν δυ­ὸ ἐ­πι­στη­μό­νων, τρεῖς τύ­ποι μπαλ­κο­νι­ῶν (ὑ­ψη­λὸ ἢ χα­μη­λό, στρογ­γυ­λὸ ἢ γω­νι­ῶ­δες, μὲ κάγ­κε­λα ἢ ὄ­χι) καὶ τρεῖς τύ­ποι δρά­μα­τος (τρα­γι­κό, κω­μι­κό, σα­τι­ρι­κὸ) θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ δώ­σουν ἐν­νέ­α πι­θα­νοὺς συν­δυα­σμοὺς ἀ­νὰ πε­ρί­πτω­ση. Ἡ ὡ­ραί­α δη­μο­σί­ευ­ση τῆς με­λέ­της ἔ­χει γί­νει στὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Verona Press.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­ρα­µ­πα­τζῆς. Ἀ­να­πλη­ρω­τὴς Κα­θη­γη­τὴς Βυ­ζαν­τι­νῆς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, µε­γά­λω­σε στὴν Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­ρί­σι. Ἀ­πὸ τὸ 1998 ἕ­ως τὸ 2012 ἐρ­γά­σθη­κε ὡς Ἐ­ρευ­νη­τὴς στὸ Κέν­τρο Ἐ­ρεύ­νης τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­σο­φί­ας τῆς Ἀ­κα­δη­µ­ί­ας Ἀ­θη­νῶν. Τὸ 2010 ἐ­κλέ­χθη­κε στὸ Πα­νε­πι­στή­µ­ιο Ἀ­θη­νῶν ὅ­που καὶ δι­ο­ρί­σθη­κε τὸ 2012. Τὰ ἐ­ρευ­νη­τι­κά του ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἑ­στι­ά­ζον­ται στὴ Βυ­ζαν­τι­νὴ φι­λο­σο­φί­α, τὶς ἀρ­χαῖ­ες πη­γές της καὶ τὶς νε­ω­τε­ρι­κὲς προσ­λή­ψεις της. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ νου­βέ­λα Μπρο­στὰ στὸ Δι­οι­κη­τή­ριο (Σμί­λη, 2018), ἔ­χει με­τα­φρά­σει Ὄρ­σον Οὐ­ὲλς (Mr Arcadin, Αἰ­γό­κε­ρως) καὶ Γκὺ ντὲ Μω­πα­σᾶν (Λό­για τοῦ Ἔ­ρω­τα, Ρο­ές), ἐ­νῶ ἔ­χει γρά­ψει με­λέ­τες γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (Λα­ϊ­κι­σμὸς καὶ Κι­νη­μα­το­γρά­φος, Ρο­ές, κ.ἄ.).

Εἰκόνα: Τὸ μπαλκόνι τῆς Ἰουλιέτας, στὴ Βερόνα τῆς Ἰταλίας.


Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς: Ὁ πα­λιὸς θε­α­τρί­νος



Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Ὁ πα­λιὸς θε­α­τρί­νος


ΟΝ ΕΚΤΙΜΟΥΣΑ γιὰ τὸ τα­λέν­το του καὶ ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς εἶ­χα πιά­σει τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ γε­λά­ει μὲ τὶς ἀ­τά­κες καὶ τὶς γκρι­μά­τσες του στὶς πα­λι­ὲς ται­νί­ες. Τυ­χαῖ­α τὸν συ­νάν­τη­σα σὲ μιὰ κοι­νω­νι­κὴ συ­νά­θροι­ση, στὸ σπί­τι ἑ­νὸς φί­λου, ἀ­νά­με­σα σὲ κό­σμο. Γνω­ρι­στή­κα­με καὶ ἀρ­χί­σα­με νὰ μι­λᾶ­με γε­νι­κῶς γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ τὰ πρῶ­τα του βή­μα­τα. Ὁ λό­γος του χει­μαρ­ρώ­δης, ὅ­πως καὶ τὸ παί­ξι­μό του. Ἡ μνή­μη του ἀ­στεί­ρευ­τη, ὥ­σπου φτά­σα­με σὲ λί­γο τὴν κου­βέν­τα μας στὸν Πέ­τρο Κυ­ρια­κό*. Γνώ­ρι­ζε πολ­λὲς καὶ πι­κάν­τι­κες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ πα­ρα­σκη­νί­ου. Εἶ­χε πα­ρα­συρ­θεῖ ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμό. Μέ­ρος ὅ­λα αὐ­τά, μιᾶς  ἀλ­λο­τι­νῆς νι­ό­της. Μὰ ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ ἐ­πι­μέ­νω λί­γο πα­ρα­πά­νω γιὰ νὰ μά­θω κι ἄλ­λα πε­ρι­στα­τι­κὰ γιὰ τὸν με­γά­λο Κυ­ρια­κό, δι­έ­κρι­να ἀ­μέ­σως κά­ποι­ον θυ­μὸ στὸ βλέμ­μα του. Μὲ σχε­δὸν ἀ­πό­το­μο τρό­πο, ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα κι ἔ­στρε­ψε τὴ συ­ζή­τη­ση ἀλ­λοῦ. Σὲ λί­γο μοῦ ἔ­στρε­ψε καὶ τὴν πλά­τη, μ’ ἕ­ναν τυ­πι­κὸ χαι­ρε­τι­σμό. Δὲν εἶ­χε κι ἄ­δι­κο, ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με. Ἀ­πὸ ποῦ κι ὣς ποῦ, νὰ δεί­χνω τέ­τοι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ πε­ρα­σμέ­νες δό­ξες ἑ­νὸς ἄλ­λου, ὅ­ταν εἶ­χα μπρο­στά μου ἕ­ναν ἀ­στέ­ρα ζων­τα­νό;


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

* Φω­το­γρα­φί­α: Δε­ξιὰ ὁ Πέ­τρος Κυ­ρια­κός, στὸν πε­ρί­φη­μο ρό­λο τοῦ Καρ­κα­λέ­τσου, ἀ­πὸ τὴν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ με­τα­φο­ρὰ τῆς ὀ­πε­ρέ­τας Οἱ ἀ­πά­χη­δες τῶν Ἀ­θη­νῶν (1930).


document.oncontextmenu=null;document.onselectstart=null;document.ondragstart=null;document.onmousedown=null;document.body.oncontextmenu=null;document.body.onselectstart=null;document.body.ondragstart=null;document.body.onmousedown=null;document.body.oncut=null;document.body.oncopy=null;document.body.onpaste=null;

document.oncontextmenu=null;document.onselectstart=null;document.ondragstart=null;document.onmousedown=null;document.body.oncontextmenu=null;document.body.onselectstart=null;document.body.ondragstart=null;document.body.onmousedown=null;document.body.oncut=null;document.body.oncopy=null;document.body.onpaste=null;

Χαρὰ Νικολακοπούλου: Τυχερή


Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου


Τυχερή


ΗΝ ΩΡΑ ποὺ ἔ­πε­σε ἡ εἴ­δη­ση στὴν Κα­λα­μά­τα πὼς ἔ­χα­νε φέ­ρει τὸ κε­φά­λι τοῦ Μή­τσου τοῦ Κα­νελ­λό­που­λου, ποὺ πρω­το­στα­τοῦ­σε στὸ ἀν­τάρ­τι­κό του Τα­ΰ­γε­του μὲ τὸ κω­δι­κὸ ὄ­νο­μα Μπουν­τού­ρης, ἡ μά­να του βρι­σκό­ταν στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Πό­τη τοῦ Μπα­κέ­α καὶ ψώ­νι­ζε κου­βα­ρί­στρες. Δε­κα­ε­φτά­χρο­νο παι­δὶ ὁ Πό­της, εἶ­χε μό­λις ἀ­να­λά­βει τὸ μα­γα­ζὶ με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ πα­τέ­ρα του ἀ­πὸ πνευ­μο­νί­α καὶ εἶ­χε πε­λα­γώ­σει.

        Ἔ­κα­νε ψω­φό­κρυ­ο καὶ πα­γω­νιά, χει­μώ­νας τοῦ ‘49. Ὅ­ταν μπαί­νει στὸ μα­γα­ζί του ὁ Χα­ρί­λα­ος Νι­κο­λό­που­λος, ὁ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νος καὶ Χα­ρί­λης, φο­ροῦ­σε ἕ­να κόκ­κι­νο που­λό­βερ πλε­κτό, αὐ­τὸ τὸ θυ­μᾶ­ται κα­λὰ ὁ Πό­της για­τί ἦ­ταν σπά­νια πο­λυ­τέ­λεια ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρό.

        — Ρὲ Πό­τη, λέ­νε πὼς φέ­ρα­νε τὸ κε­φά­λι ἐ­κεί­νου τοῦ Μή­τσου τοῦ Κα­νελ­λό­που­λου, ξά­δελ­φός σου δὲν ἤ­τα­νε, ρέ;

        — Πά­ψε ρέ, τοῦ γνέ­φει ἀ­πε­γνω­σμέ­να ὁ Πό­της, εἶ­ναι ἡ μά­να του ἐ­δῶ!

        Εὐ­τυ­χῶς ἡ γριὰ βα­ρι­ά­κου­γε καὶ δὲν πῆ­ρε χαμ­πά­ρι.

        — Ποῦ τὸ ξέ­ρεις; τὸν κον­το­ζυ­γώ­νει συν­θη­μα­τι­κά.

        — Τὸ γρά­φου­νε τὰ Νέ­α!*

        Ὁ Πό­της πιά­νει νὰ προ­σεύ­χε­ται πά­ρε την Πα­να­γί­α μου τὴ θεί­α μου ἀ­πὸ ἐ­δῶ κι ἃς γί­νει ὅ,τι θέ­λει. Ὕ­στε­ρα τρέ­χει στὸ δι­πλα­νὸ κα­φε­νε­δά­κι νὰ δεῖ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα.

        Ἀ­φοῦ ψώ­νι­σε τὰ λι­γο­στὰ ψώ­νια της ἡ γριά, τρα­βά­ει κα­τὰ τὸ πο­τά­μι, νὰ πά­ρει τὸ φορ­τη­γό, ποὺ ἐ­κτε­λοῦ­σε χρέ­η συγ­κοι­νω­νί­ας τό­τε. Κα­τε­βαί­νει στὴ Να­βα­ρί­νου κον­τὰ στὸ σπί­τι της, ἀ­κρι­βῶς στὴ στά­ση ποὺ ἔ­χουν ἀ­ναρ­τή­σει τὸ κε­φά­λι τοῦ παι­διοῦ μα­ζὶ μὲ ἑ­νὸς ἀλ­λου­νοῦ ποὺ τὸ ὄ­νο­μά του τε­λεί­ω­νε σὲ –έ­ας. Κό­σμος πο­λὺς εἶ­ναι μα­ζε­μέ­νος καὶ χα­ζεύ­ει μὲ μιὰ ἄ­γρια χα­ρὰ τὰ ἄ­θλια κου­φά­ρια. Ἡ γυ­ναί­κα σκέ­φτε­ται νὰ τρα­βή­ξει κα­τὰ κεῖ, για­τί ὅ­λο ἐ­κεῖ­νο τὸ σού­σου­ρο; Ἀλ­λὰ μιὰ σου­βλιὰ στὴ μέ­ση καὶ τὰ πό­δια της ποὺ δὲν τὴ βα­στᾶ­νε ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση τῆς ἀλ­λά­ζουν γνώ­μη. Σέρ­νον­τας τρυ­πώ­νει στὸ φτω­χι­κό της. Ἐ­ρη­μιὰ καὶ μιὰ ἀλ­λό­κο­τη ἡ­συ­χί­α τὴ ζώ­νει. Τὸν ἄν­τρα καὶ τὸν με­γά­λο γιὸ τοὺς εἶ­χε χα­μέ­νους ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο, ἡ μο­να­χο­κό­ρη παν­τρε­μέ­νη στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­νά­βει τὸ μαγ­κά­λι, γιὰ προ­σφά­ι λί­γη μπομ­πό­τα κι ἐ­λι­ές, ἕ­να κρεμ­μυ­δά­κι. Κά­νει τὸν σταυ­ρό της, ἀ­νά­βει τὸ καν­τή­λι καὶ γέρ­νει ἀ­πο­στα­μέ­νη στὴ χι­λι­ο­τριμ­μέ­νη μπα­τα­νί­α. Ἐ­κεῖ ἔ­σβη­σε σὰν φω­τί­τσα στὸν ἄ­νε­μο, μπου­κω­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­θυ­μιά­σεις. Χω­ρὶς πο­τὲ νά.


*Ἀ­νε­ξάρ­τη­τος ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ ἐ­φη­με­ρί­δα Κα­λα­μῶν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δυτ. Μα­κε­δο­νί­ας. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς κει­με­νο­γρά­φος σὲ δι­α­φη­μι­στι­κὲς ἑ­ται­ρί­ες. Ἀ­πὸ τὶς ἠ­λε­κτρο­νι­κὲς ἐκ­δό­σεις 24 γράμ­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ με­τα­πτυ­χια­κὴ ἐρ­γα­σί­α της Πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ες καὶ γλωσ­σι­κὲς ἀ­κρο­βα­σί­ες στὸ  πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της  Ἡ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Γυ­μνά­σιο (ἐκδ. Σι­δέ­ρη).


 

Βά­νια Σύρ­μου: Βόλ­τα μὲ πο­δή­λα­το



Βά­νια Σύρ­μου


Βόλ­τα μὲ πο­δή­λα­το


«ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ἔ­βγα­λε ἥ­λιο! Ἄρ­χι­σαν νὰ μὲ πο­νοῦν τὰ κόκ­κα­λά μου μὲ τό­ση βρο­χή! Μὲ τρα­βά­ει κι ἐ­κεί­νη ἡ το­μή, θυ­μᾶ­σαι, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πέμ­βα­ση στὸ γό­να­το. Δὲ βα­ρι­έ­σαι, ἀ­φοῦ μπο­ροῦ­με καὶ κά­νου­με ἀ­κό­μα πο­δή­λα­το, κα­λὰ εἴ­μα­στε. Βάλ­σα­μο ὁ χει­με­ρι­νὸς ἥ­λιος!…Τέ­τοι­α ἐ­πο­χὴ ἦ­ταν ποὺ σὲ πρω­το­γνώ­ρι­σα, σ’ αὐ­τὸ ἐ­δῶ το παγ­κά­κι. Θυ­μᾶ­σαι;… Προ­σπα­θοῦ­σες νὰ τι­νά­ξεις τὴ λά­σπη ἀ­π’ τὰ ροῦ­χα σου με­τὰ τὴ γλί­στρα μὲ τὸ πο­δή­λα­το στὸ βρεγ­μέ­νο χῶ­μα. Στα­μά­τη­σα καὶ κοι­τών­τας σε, γέ­λα­σα μὲ τὴ μά­ται­η προ­σπά­θειά σου. Ποῦ βρί­σκεις τὸ ἀ­στεῖ­ο; γύ­ρι­σες καὶ μοῦ ‘πες. Φο­ροῦ­σες ἐ­κεί­νη τὴν κόκ­κι­νη μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα ποὺ σ’ ἔ­κα­νε νὰ ξε­χω­ρί­ζεις. Σὲ βο­ή­θη­σα νὰ ξα­να­βά­λεις τὴν ἁ­λυ­σί­δα τοῦ πο­δη­λά­του σου καὶ φύ­γα­με μα­ζὶ συ­νε­χί­ζον­τας τὴν πο­δη­λα­τά­δα στὸ πάρ­κο. Κα­τά­λα­βα ἀ­μέ­σως πὼς σοῦ ἄ­ρε­σα ἀ­πὸ τὸν τρό­πο ποὺ γε­λοῦ­σες μ’ ὅ­σα ἔ­λε­γα. Τὰ μά­γου­λά σου κοκ­κί­νι­ζαν στὸ κρύ­ο κι ἐ­γὼ μὲ κό­πο κρα­τοῦ­σα τὰ μά­τια μου στὴν εὐ­θεί­α τῆς δι­α­δρο­μῆς. Προ­τι­μοῦ­σες τὶς χει­μω­νι­ά­τι­κες βόλ­τες. Ἀ­πο­λάμ­βα­νες τὸν πα­γω­μέ­νο ἀ­έ­ρα πού σοῦ ‘κό­βε τὴν ἀ­νά­σα στὴν ἀ­νη­φό­ρα. Θυ­μᾶ­σαι;… Δὲν φο­ροῦ­σα τό­τε γάν­τια καὶ τὰ χέ­ρια μου εἶ­χαν ξυ­λιά­σει στὸ τι­μό­νι. Ἔ­βα­ζα πό­τε τὸ ἕ­να πό­τε τ’ ἄλ­λο στὴν τσέ­πη τοῦ μπου­φὰν γιὰ νὰ μὴν κα­τα­λά­βεις πὼς κρύ­ω­να. Πάν­τα μὲ μά­λω­νες ποὺ ξε­χνοῦ­σα τὰ γάν­τια μου. Κοί­τα, τώ­ρα τὰ ἔ­χω μα­ζί μου. Πῶς κα­τά­φερ­νες νά ’­χεῖς πάν­τα τὸ νοῦ σου σὲ ὅ­λα; Τὸ σκου­φὶ τῆς Κα­τε­ρί­νας, τὸ κο­λα­τσιὸ τοῦ Νι­κό­λα, τὸ κα­σκὸλ τῆς Νέ­λης. Ἔ­χω και­ρὸ νὰ δῶ τὰ παι­διά. Τη­λέ­φω­νο μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα καὶ ἄν. Δὲν θέ­λω νὰ τοὺς ἐ­νο­χλῶ. Ἔ­χουν κι αὐ­τὰ τὶς δου­λει­ές τους. Ἄ, ξέ­χα­σα νὰ σοῦ πῶ. Οἱ συ­νά­δελ­φοι μοῦ κά­ναν δῶ­ρο δερ­μα­τό­δε­το ση­μει­ω­μα­τά­ριο γιὰ νὰ γρά­ψω, λέ­νε, τὶς ἀ­να­μνή­σεις μου ὡς δά­σκα­λος, τώ­ρα ποὺ βγαί­νω στὴ σύν­τα­ξη. Πα­λαι­ᾶς κο­πῆς! μὲ εἶ­παν οἱ νε­ό­τε­ροι. Κά­τι θὰ ξέ­ρουν. Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, δὲν ξέ­ρω πῶς θὰ εἶ­ναι ἡ μέ­ρα μου χω­ρὶς τὴν τά­ξη… Ξέ­ρω ὅ­μως πῶς εἶ­ναι χω­ρὶς ἐ­σέ­να… Δὲν χά­νω τὶς Κυ­ρια­κὲς στὸ πάρ­κο. Κά­νω τὶς ἴ­δι­ες δι­α­δρο­μὲς ποὺ κά­να­με πάν­τα. Θυ­μᾶ­μαι!… Ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι ἀ­κό­μα ψη­λά. Προ­λα­βαί­νου­με ἀ­κό­μα μιὰ βόλ­τα.»

       Ὅ­ση ὥ­ρα τὸν ἄ­κου­γα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ παγ­κά­κι νὰ μο­νο­λο­γεῖ κρα­τών­τας μιὰ φω­το­γρα­φί­α, πα­ρα­τη­ροῦ­σα πὼς κα­θὼς μι­λοῦ­σε, τὴν ψη­λα­φοῦ­σε ἀρ­γὰ μὲ τὸ δεί­κτη τοῦ χε­ριοῦ του. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο ση­κώ­θη­κε, ἔ­βα­λε προ­σε­κτι­κὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ τσέ­πη τοῦ παλ­τοῦ του καὶ τὴν πί­ε­σε πά­νω του σφι­χτά, σὰν νά ‘θε­λε νὰ βε­βαι­ω­θεῖ πὼς τὴν εἶ­χε μα­ζί του. Φό­ρε­σε τὰ γάν­τια του κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ πο­δή­λα­το. Μὲ ἀρ­γὲς πε­τα­λι­ὲς τὸν εἶ­δα νὰ χά­νε­ται στὸ βά­θος τῆς ἀ­λέ­ας.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζα­νέ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΦρέ­α­ρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».



		

	

Γιά­ννης Πα­γώ­νης: Τὰ σου­τζου­κά­κια



Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Τὰ σου­τζου­κά­κια


ΡΕ ΤΙ ΚΕΡΑΤΟ βερ­νι­κω­μέ­νο αὐ­τὸς ὁ Γι­ωρ­γῆς, τῆς συγ­χω­ρε­μέ­νης τῆς Κασ­σια­νῆς ὁ γιὸς» γύ­ρι­σε στὴ φι­λε­νά­δα ποὺ τὴ βο­η­θοῦ­σε στὴ λά­τρα ἡ Κα­τε­ρί­να, ἡ ὑ­πεύ­θυ­νη συσ­σι­τί­ου στὴν ἐ­νο­ρί­α τῆς Ἁ­γί­ας Σκέ­πης, δω­δε­κά­μι­σι τὸ με­ση­με­ρά­κι μιὰ Δευ­τέ­ρα Σα­ρα­κο­στῆς.

       «Ἄ­κου­σον-ἄ­κου­σον τί μοῦ ξε­φούρ­νι­σε στὰ κα­λὰ τοῦ κα­θου­μέ­νου ὁ ἀ­ναι­δέ­στα­τος… Νε­ρομ­πού­λια ἀ­πὸ σή­με­ρα τέρ­μα. Μπού­χτι­σα τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια. Τὸ κέ­φι μου τρα­βά­ει σου­τζου­κά­κια. Ἢ αὔ­ριο μοῦ τὰ φτειά­χνεις ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὰ μα­στό­ρευ­ε ἡ μά­να μου, ἢ δὲν ξα­να­πα­τά­ω τὸ πο­δά­ρι μου ἐ­δῶ μέ­σα, τὸ Θε­ὸ μπάρ­μπα νά ‘χεις. Τί μὲ λέ­γεις παι­δά­κι μου, τὸν ἀ­πο­πῆ­ρα. Σα­ρα­κο­στὴ ἔ­χου­με, ποῦ νὰ τὰ βροῦ­με τὰ σου­τζου­κά­κια; Ἐ­δῶ, καὶ τὶς κα­λὲς μέ­ρες ἀ­κό­μα, τὶς γι­ορ­τά­δες νὰ ποῦ­με, μὲ τὰ χί­λια ζό­ρια βγά­ζου­με λί­γες με­ρί­δες ἴ­σα-ἴ­σα νὰ βρί­σκουν ἀν­θρῶ­ποι σὰν καὶ τοῦ λό­γου σου ἕ­να πιά­το φα­γὶ νὰ λι­γδώ­νει τὸ ἄν­τε­ρό τους. Ἂν τώ­ρα ἡ γκα­στριά σου τρα­βά­ει ἐ­ξά­παν­τος σου­τζου­κά­κια, τί νὰ σὲ πῶ, ξυ­πνὸς δεί­χνεις, σύ­ρε νὰ βρεῖς κα­μιὰ δου­λειά, δὲν σὲ πῆ­ραν δὰ καὶ τὰ χρό­νια καὶ ξε­φορ­τώ­σου μας ποὺ μᾶς γέ­νη­κες τσιμ­πού­ρι μὲ τὶς ἀ­παι­τή­σεις σου. Αὐ­τὸ ποὺ σοῦ λέ­ω, γκά­ρι­ξε, καρ­φώ­νον­τάς με μὲ τὶς ἀ­γρι­ο­μα­τά­ρες του, ποὺ πῆ­γα νὰ κα­του­ρη­θῶ ἀπ΄τὴ τρο­μά­ρα μου. Δὲν στὸ κρύ­βω φι­λε­νά­δα, ἀν­τα­ρι­ά­στη­κα. Συ­ζη­τι­έ­ται ἄλ­λω­στε στὴ γει­το­νιά, πὼς με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς κυ­ρὰ-Κασ­σια­νῆς τοῦ ΄χει λι­γου­λά­κι σα­λέ­ψει. Ὅ­λη μέ­ρα λέ­νε, κά­θε­ται κλει­σμέ­νος στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι καὶ βγαί­νει μό­νο ἴ­σα νὰ βρεῖ κά­τι νὰ βά­λει στὸ στό­μα.»

       Ἔ­τσι κου­τσομ­πό­λευ­ε ἡ Κα­τε­ρί­να ἡ μα­γεί­ρισ­σα, ἡ ψυ­χο­πο­νιά­ρα, ποὺ πα­ρὰ τὰ πε­νῆν­τα της χρο­νά­κια καὶ τὴν ἀ­σου­λου­πω­σύ­νη ποὺ τὴν ἔ­δερ­νε, ἔ­τρε­φε ἀ­κό­μα κά­ποι­ες ἀ­μυ­δρὲς ἐλ­πί­δες νὰ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ, ἐν ἀ­νάγ­κῃ καὶ μὲ κά­να συν­τα­ξι­οῦ­χο ἀ­πὸ τοὺς δε­κά­δες ἐ­κεί­νους ποὺ με­λίσ­σι σω­στὸ μα­ζεύ­ον­ταν Κυ­ρια­κὲς καὶ γι­ορ­τά­δες στὸν ἐ­πι­βλη­τι­κὸ να­ὸ πρὸς ἐκ­κλη­σια­σμό, δι­αγ­κω­νι­ζό­με­νοι ἀ­γρί­ως, ποι­ός θὰ σώ­σει πρῶ­τος τὴ μί­ζε­ρη, μπα­κα­λί­στι­κη ψυ­χή του. Ἔ­ρι­χνε τὸ λοι­πὸν αὐ­τὴ τὰ δί­χτυ­α της κα­λὰ μα­τι­σμέ­να καὶ ἀ­νελ­λι­πῶς, ἀλ­λὰ τὰ γέ­ρι­κα ψα­ρά­κια, ἔ­δει­χναν νὰ προ­τι­μοῦν τὰ Ρώ­σι­κα κα­λά­μια μὲ τὸ ψεύ­τι­κο σκου­λή­κι, ἀ­πὸ τὴν σα­πι­σμέ­νη σα­γή­νη της. Ἡ ἐλ­πί­δα ὅ­μως κα­θὼς λέ­νε, πε­θαί­νει τε­λευ­ταί­α καὶ στὴ πε­ρί­πτω­ση της ὅ­σο περ­νοῦ­σε βέ­βαι­α καὶ ἀ­πὸ τὸ χε­ρά­κι της, θὰ τὴ δι­α­τη­ροῦ­σε ἐν ἀ­νάγ­κῃ ἀ­κό­μα καὶ τα­ρι­χευ­μέ­νη, στὸ κέν­τρο ἀ­κρι­βῶς τῆς κα­κο­χτι­σμέ­νης πυ­ρα­μί­δας τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο με­ση­μέ­ρι βρῆ­κε τὴν Κα­τε­ρί­να πί­σω ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο τῆς αἴ­θου­σας ἐκ­δη­λώ­σε­ων τοῦ να­οῦ, νὰ βο­λεύ­ει κά­τι νε­ρό­βρα­στα φα­σό­λια ψα­ρεύ­ον­τάς τα μὲ μιὰ κου­τά­λα ἀ­πὸ τὸν πά­το τοῦ τέν­τζε­ρη, σὲ κά­τι πλα­στι­κοὺς κε­σέ­δες.

       Ἕ­νας-ἕ­νας, μὲ τά­ξη ἀ­πό­λυ­τη, πα­ρή­λαυ­ναν οἱ ἀ­να­ξι­ο­πα­θοῦν­τες τῆς συ­νοι­κί­ας, ποὺ ἐ­πι­μέ­νον­τας νὰ ξε­ρο­γοῦν τὸ κομ­πο­λό­ι τῶν πι­κρῶν τους ἡ­με­ρῶν κα­τὰ τὸ δί­και­ο λό­γο τοῦ Ποι­η­τοῦ μὲ ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση γαι­δου­ρι­νή, δέ­χον­ταν ἀ­πὸ τὰ χε­ρά­κια της εὐ­γνώ­μο­να, —λὲς θεί­α κοι­νω­νί­α—, τὸ κε­σε­δά­κι κα­πα­κω­μέ­νο μιὰ φέ­τα χά­σι­κο ψω­μί.

       Τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ὥ­ρα ἀ­ρί­βα­ρε καὶ ὁ λε­γά­με­νος, κου­νά­με­νος λυ­γά­με­νος. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν τέν­τζε­ρη καὶ φα­νε­ρὰ ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ του οἴ­στρου, ἄρ­χι­σε νὰ στριγ­γλί­ζει στὴ κα­κο­μοί­ρα τὴ Κα­τε­ρί­να.

       «Ποῦ ‘ναι μω­ρή τα σου­τζου­κά­κια ποὺ σοῦ γύ­ρε­ψα; Μπέ­σα δὲν ἔ­χεις; Ἀλ­λὰ τί πε­ρι­μέ­νεις ἀ­πὸ μιὰ πα­λι­ομ­πα­κα­τέ­λα σὰν καὶ τοῦ λό­γου σου; Φεύ­γω, κι οὔ­τε πρό­κει­ται νὰ ξα­να­πα­τή­σω σὲ τοῦ­το τὸ μπουρ­δέ­λο, ποὺ νὰ πε­θαί­νω τῆς πεί­νας. Στὸ δι­ά­βο­λο καὶ σὺ καὶ τὰ πορ­δο­σπό­ρια σου», συμ­πλή­ρω­σε καὶ τρά­βη­ξε ἔ­ξαλ­λος γιὰ τὴν ἔ­ξο­δο.

       Ἡ Κα­τε­ρί­να πε­τά­χτη­κε στὸ κα­τό­πι του.

       «Γύρ­να πί­σω ἀ­θε­ό­φο­βε» προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν καλ­μά­ρει. «Πά­ρε τὴ με­ρί­δα καὶ θὰ σοῦ βά­λω καὶ λί­γη φέ­τα ποὺ σοῦ ἀ­ρέ­σει.»

       Στά­θη­κε αὐ­τὸς δί­βου­λος κά­τω ἀ­πὸ τὸ γεῖ­σο καὶ δὲν μι­λοῦ­σε κα­κι­α­σμέ­νος. Ἄ­ξαφ­να τὸν πή­ρα­νε τὰ ζου­μιά.

       «Ἡ μά­να μου ὅ­τι γου­στά­ρι­ζα μοῦ μα­γέ­ρευ­ε καὶ πο­τέ της δὲ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Σου­τζου­κά­κια ἤ­θε­λα, σου­τζου­κά­κια μοῦ ΄κα­μνε. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν πα­ρά­χω­σα, ἔ­χω νὰ φά­ω τῆς προ­κο­πῆς. Τί σοῦ γύ­ρε­ψα μω­ρή; Λί­γα σου­τζου­κά­κια σὰν κι αὐ­τὰ πού μοῦ μα­γεί­ρευ­ε ἡ συγ­χω­ρε­μέ­νη.»

       Τὰ λό­για του, χτύ­πη­σαν τὴ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἴ­σα στὴ καρ­διά.

       Πα­ρα­τη­ρών­τας τον νὰ ξε­μα­κραί­νει, ἔ­χον­τας δε­χτεῖ ἐν­τέ­λει νὰ πά­ρει τὸ γλί­σχρο γεῦ­μα, ὁρ­κί­στη­κε στὸ στε­φά­νι ποὺ πε­ρί­με­νε, τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο βρά­δυ χω­ρὶς ἀρ­γο­πο­ρί­α κα­μιά, νὰ τοῦ κά­μει τὸ χα­τί­ρι καὶ νὰ τοῦ πά­ει ἡ ἴ­δια αὐ­το­προ­σώ­πως στὸ μπε­κι­ά­ρι­κό του, τὰ σου­τζου­κά­κια ποὺ τό­σο λα­χτα­ροῦ­σε.

       Κι­νών­τας βι­α­στι­κὴ γιὰ τὸ χα­σά­πη τῆς συ­νοι­κί­ας, δὲν γνώ­ρι­ζε ἡ δό­λια, πό­ση ἡ­δο­νὴ μπο­ρεῖ νὰ κρύ­βε­ται μέ­σα σὲ μιὰ ντου­ζί­να κα­λο­μα­γει­ρε­μέ­να σου­τζου­κά­κια. Αὐ­τό, θὰ τὸ δι­α­πί­στω­νε λί­α­ν συν­τόμως.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.



		

	

Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ: Ἡ ἐ­πέ­τει­ος



Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ


Ἡ ἐ­πέ­τει­ος


ΟΙΤΑΖΩ γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ τὸ κι­νη­τό μου, 15.45. Εἶ­ναι ὥ­ρα νὰ ξε­κι­νή­σω. Κα­τε­βαί­νω τὶς σκά­λες πα­τών­τας στὶς μύ­τες. Δὲν θέ­λω νὰ μὲ ἀ­κού­σει ἡ μά­να. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου τὴ βλέ­πω στὴν κου­ζί­να ἀλ­λὰ προ­λα­βαί­νω νὰ βγῶ πρὶν μὲ ρω­τή­σει. Ἂν καὶ ξέ­ρει τὴν ἀ­πάν­τη­σή μου δὲν λέ­ει νὰ τὸ πά­ρει ἀ­πό­φα­ση ἑ­φτὰ χρό­νια τώ­ρα.

       «Ναί, θὰ πά­ω » τῆς φω­νά­ζω ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν κλει­στὴ πόρ­τα.

       Ὁ δρό­μος ἔ­χει κί­νη­ση καὶ κολ­λά­ω γιὰ ἕ­να τέ­ταρ­το στὸ φα­νά­ρι πρὶν τὴν ἐ­θνι­κή. Δὲν θὰ προ­λά­βω. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν θὰ προ­λά­βω. Ἀρ­χί­ζω νὰ ἱ­δρώ­νω . Χτυ­πά­ω τὰ χέ­ρια μου στὸ τι­μό­νι καὶ πα­τά­ω τὴν κόρ­να. Κά­ποι­ο αὐ­το­κί­νη­το μπῆ­κε στὸ ἀν­τί­θε­το ρεῦ­μα κυ­κλο­φο­ρί­ας καὶ μπλό­κα­ρε τὸ δρό­μο. Ἀ­νοί­γω τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ βρί­ζω τὸν ὁ­δη­γό. Τὸ με­τα­νι­ώ­νω ὅ­μως καὶ στα­μα­τά­ω. Πρέ­πει νὰ ἠ­ρε­μή­σω. Δὲν τῆς ἀ­ρέ­σει ὅ­ταν ἐ­κνευ­ρί­ζο­μαι. Παίρ­νω μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα καὶ φέρ­νω στὸ μυα­λό μου τὴ με­λω­δί­α τοῦ τρα­γου­διοῦ μας. Βά­ζω τὸ cd καὶ ἡ βρα­χνὴ φω­νὴ τοῦ Κοὲν χτυ­πά­ει σὰ γρο­θιὰ στὸ στο­μά­χι μου. «Dance me to the end of love». Φτά­νω στὸ 65ο χι­λι­ό­με­τρο Ἀ­θη­νῶν-Λα­μί­ας στὶς ἕ­ξι καὶ τέ­ταρ­το ἀ­κρι­βῶς. Ἔ­χω ἀρ­γή­σει πά­νω ἀ­πὸ μι­σὴ ὥ­ρα καὶ φο­βᾶ­μαι πὼς δὲν θὰ μὲ πε­ρι­μέ­νει. Ἁρ­πά­ζω τὸ μπου­κέ­το μὲ τὶς ἀ­νε­μῶ­νες καὶ βγαί­νω ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ὁ ἥ­λιος ἂν καὶ ὁ­δεύ­ει πρὸς τὴ δύ­ση του εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὸς γιὰ νὰ μοῦ θαμ­πώ­σει τὰ μά­τια. Κά­νω με­ρι­κὰ βή­μα­τα μὲ δυ­σκο­λί­α για­τί τὰ πό­δια λυ­γί­ζουν ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α καὶ τό­τε τὴ βλέ­πω.

       Εἶ­ναι ἐ­κεῖ ἀ­κί­νη­τη, ξα­πλω­μέ­νη στὴν ἄ­σφαλ­το, καὶ μοῦ χα­μο­γε­λά­ει μὲ τὸ ἴ­διο γλυ­κὸ χα­μό­γε­λο ποὺ μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε πάν­τα ὅ­ταν ἀγ­χω­νό­μουν.



Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀρ­γι­θέ­α τῆς Καρ­δί­τσας. Σὲ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α με­τα­κό­μι­σε στὸν Μα­ρα­θώ­να. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­δά­σκει στὰ παι­διὰ τὴν Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ δι­δά­σκε­ται συ­νε­χῶς ἀ­πὸ αὐ­τά. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να ἀ­το­μι­κὸ βι­βλί­ο μὲ δι­η­γή­μα­τα τὸ Ση­μά­δι Ἀ­δυ­να­μί­ας καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ τρεῖς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους: Ὑ­πὸ σκιάν, Δι­η­γή­μα­τα παν­τὸς και­ροῦ, Πά­λι μα­ζί. Ἐ­πί­σης, δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ κα­τὰ και­ροὺς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο ὡς ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ἠ­θο­ποι­ὸς γιὰ πολ­λὰ χρό­νια.



		

	

Χρῆστος Σακελλαρίδης: Ἕνα λεμόνι στὸ χέρι


Χρῆστος Σακελλαρίδης


Ἕ­να λε­μό­νι στὸ χέ­ρι


ΚΕΙΝΟ τὸ ἄ­ρω­μα πί­σω ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ. Στά­χια, ἐ­λι­ές, πρό­βα­τα καὶ κα­τσί­κες μὰ πιὸ πο­λὺ τὸ ἁλ­μυ­ρί­κι, ποὺ στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιά του κρύ­βου­με τὰ πα­κέ­τα μὲ τὰ τσι­γά­ρα. Ἔ­τσι ὅ­ποι­ος πη­γαί­νει πρῶ­τος ἔ­χει πάν­τα του­λά­χι­στον ἕ­να.

            Κρυ­βό­μα­στε για­τὶ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρά­σει ὁ μπάρ­μπα-Μα­νώ­λης καὶ νὰ μᾶς δεῖ νὰ κα­πνί­ζου­με καὶ τό­τε θὰ τὸ πεῖ στὴ γυ­ναί­κα του ποὺ τὴ φω­νά­ζου­με ρό­ι­τερ, για­τὶ εἶ­ναι ἡ πιὸ κου­τσομ­πό­λα ἀ­π’ τὶς γρι­ές. Με­τὰ οἱ γο­νεῖς μας δὲ θὰ μᾶς ἀ­φή­νουν ἔ­ξω στὸ σχο­λεῖ­ο τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα καὶ εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι. Δὲν ἔ­χου­με κά­που ἀλ­λοῦ νὰ πᾶ­με. Τὴν κα­λύ­βα ποὺ χτί­σα­με ὅ­λοι μα­ζὶ πέ­ρυ­σι τὴ δι­έ­λυ­σε ὁ Ἀν­τώ­νης, ὁ γιὸς τοῦ κὺρ-Μι­χά­λη, ποὺ ἦ­ταν κα­λὸς καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε ποὺ στὴ μέ­ση τοῦ χω­ρα­φιοῦ του φτι­ά­ξα­με αὐ­τὴν τὴν κα­λύ­βα καὶ μα­ζευ­ό­μα­σταν καὶ κα­πνί­ζα­με καὶ πί­να­με καὶ λέ­γα­με βλα­κεῖ­ες.

            Ὅταν παί­ζου­με πό­λε­μο, τὸ ἕ­να στρα­τό­πε­δο εἶ­ναι ἡ κα­λύ­βα καὶ τὸ ἄλ­λο τὸ σχο­λεῖ­ο. Περ­πα­τᾶ­με δύ­ο μα­ζὶ πάν­τα, κι ὅ­ταν ἤ­μα­σταν μὲ τὸν Νί­κο μιὰ φο­ρὰ βα­θειὰ μέ­σα στοὺς ἐ­λαι­ῶ­νες, κον­τὰ στὸ μι­κρὸ Βυ­ζαν­τι­νὸ πα­ρεκ­κλή­σι τὸν φί­λη­σα στὸ στό­μα. Ἔτρεμα στὴ σκέ­ψη ὅ­τι κά­ποι­ος θὰ μᾶς δεῖ ἢ ὅ­τι θὰ τὸν πει­ρά­ξει, ἀλ­λὰ ὁ Νί­κος ἁ­πλὰ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­πε «πᾶ­με νὰ τοὺς νι­κή­σου­με!». Ψά­χνα­με μιὰ ὥ­ρα νὰ τοὺς βροῦ­με, πή­γα­με ἀ­κό­μα καὶ μέ­χρι τὸ πε­σμέ­νο δέν­τρο στὸν ξε­ρο­πό­τα­μο ἀλ­λὰ δὲ βρή­κα­με κα­νέ­ναν. Ἐ­κεῖ γύ­ρω ἔ­χει πλα­τά­νια καὶ πά­ω πό­τε-πό­τε μό­νος μου καὶ γρά­φω, ἢ ἁ­πλὰ κοι­τά­ω τὸν τε­ρά­στιο ἱ­στὸ ποὺ ἔ­χουν φτιά­ξει οἱ ἀ­ρά­χνες.

            Πρὶν με­ρι­κοὺς μῆ­νες εἶ­χα δεῖ ἐ­κεῖ κα­θι­σμέ­νη τὴν Ἀγ­γε­λι­κού­λα, τὴν κό­ρη τοῦ πα­πᾶ. Ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα εἶ­ναι γύ­ρω στὰ τριά­ντα, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό της δὲν ἔ­χει με­γα­λώ­σει. Κυ­κλο­φο­ρεῖ γύ­ρω-γύ­ρω στὸ χω­ριὸ μό­νη της κρα­τών­τας πάν­τα στὸ χέ­ρι ἕ­να λε­μό­νι. Ὅταν μὲ βλέ­πει, μὲ ρω­τά­ει πάν­τα τί κά­νω, καὶ τί κά­νουν ἡ μα­μά μου κι ὁ μπαμ­πάς μου, μὲ μιὰ ἀρ­γό­συρ­τη φω­νὴ σὰν μοι­ρο­λό­ϊ. Πολ­λὲς φο­ρὲς μὲ ρω­τά­ει πῶς τὰ πά­ω στὸ σχο­λεῖ­ο, καὶ με­τὰ μοῦ λέ­ει τοὺς βαθ­μούς της στὸ γυ­μνά­σιο· ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὴ μα­θή­τρια. Οἱ γλῶσ­σες τοῦ χω­ριοῦ λέ­νε ὅ­τι ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα τὸ ἔ­πα­θε αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ἕ­να ἀ­γό­ρι καὶ τὸ κά­να­νε, κι ἔ­τσι ὁ πα­πὰς καὶ ἡ πα­πα­διὰ τὴν κλεί­σα­νε μέ­σα καὶ τὴ δέρ­να­νε. Κά­θε τό­σο ἀ­κού­ω λυγ­μοὺς μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της καὶ θέ­λω τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ θὰ πά­ω νὰ κοι­νω­νή­σω νὰ φτύ­σω τὸν πα­πά. Εἶ­ναι καὶ κα­κο­μού­τσου­νος καὶ μιὰ φο­ρὰ πῆ­γε νὰ κλω­τσή­σει τὴ γά­τα μου ὁ­πό­τε τοῦ τά’ χω μα­ζε­μέ­να.

            Πρὶν δύ­ο χρό­νια, τὴ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ στὸν Ἐ­πι­τά­φιο, μὲ εἶ­χε βά­λει νὰ κρα­τά­ω τὸ ἕ­να ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γο γιὰ τὴν πομ­πή, ἐ­πει­δὴ κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ἤ­θε­λε κι ἐ­μέ­να ὁ παπ­ποῦς μου ἦ­ταν κι αὐ­τὸς πα­πᾶς. Ὁ Μα­νοῦ­σος κρα­τοῦ­σε τὸ ἄλ­λο καὶ ὁ Γι­ῶρ­γος τὴ λαμ­πά­δα καὶ τὸ θυ­μια­τό. Πε­ρά­σα­με ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ δρο­μά­κια τοῦ χω­ριοῦ καὶ σὲ κά­θε σπί­τι μᾶς ρί­χνα­νε οἱ γρι­ὲς κο­λώ­νια ἢ ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό. Με­τὰ ὅ­ταν μα­ζευ­τή­κα­με τὰ παι­διὰ πά­λι στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­λοι μᾶς κο­ροϊ­δεύ­α­νε, για­τὶ εἴ­χα­με φο­ρέ­σει κά­τι ἄ­θλι­ες ἄ­σπρες ρόμ­πες σχε­δὸν σκι­σμέ­νες, καὶ σκυ­λο­βρω­μού­σα­με Μυρ­τώ.

            Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ δέ­χτη­κα, κι ἀ­πὸ τό­τε κά­θε χρό­νο πη­γαί­νω ἐξ ἀρ­χῆς στὸ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ Βαγ­γέ­λη καὶ τοὺς ἄλ­λους ἀ­λῆ­τες μὲ τὰ μη­χα­νά­κια. Μ’ ἀ­ρέ­σει ὁ Βαγ­γέ­λης, για­τὶ εἶ­ναι ντόμ­προς καὶ σκλη­ρα­γω­γη­μέ­νος καὶ κά­πο­τε μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι ἐ­γὼ εἶ­μαι τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ καὶ ὁ πιὸ μάγ­κας ἀ­π’­ ὅ­λους, ὅ,τι κι ἂν λέ­νε οἱ ἄλ­λοι γιὰ μέ­να. Ἄ ναί, καὶ για­τὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἀ­φή­νει ὅ,τι τσι­γά­ρα τοῦ ἔ­χουν μεί­νει στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιὰ στὸ ἁλ­μυ­ρί­κι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῆστος Σακελλαρίδης. Ποι­η­τὴς καὶ δά­σκα­λος ποὺ γεν­νή­θη­κε στὸ Λον­δί­νο καὶ με­γά­λω­σε στὴν Κρή­τη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Queen Mary, Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ UCL καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πι­στο­ποι­η­τι­κὸ στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση στὸ Bath Spa. Τὰ ποι­ή­μα­τα καὶ οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο, τὴν Ἰρ­λαν­δί­α, τὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴν πα­ρα­γω­γὴ ρα­δι­ο­φώ­νου, τὴν κι­νού­με­νη εἰ­κό­να καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ ἤ­χου.



		

	

Ἀ­θη­νᾶ Χα­ρα­λαμ­πί­δου: Πα­πού­τσια μὲ Ρί­ζες



Ἀ­θη­νᾶ Χα­ρα­λαμ­πί­δου


Πα­πού­τσια μὲ Ρί­ζες


Ὕ­στε­ρα σκύ­βου­με τὰ μά­τια, κοι­τᾶ­με τὰ πα­πού­τσια μας, κοι­τᾶ­με τὸ χῶ­μα. Δὲν ἔ­πε­σε τί­πο­τα.
Γιά­ννης Ρί­τσος, Ἡ­με­ρο­λό­για Ἐ­ξο­ρί­ας Ι.

ΙΧΑ ΜΕΙΝΕΙ πιὸ πί­σω ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­ω τὸν φό­βο νὰ ἐκ­βιά­ζει γνω­ρι­μί­ες. Εἶ­χαν γί­νει ὅ­λοι μιὰ πα­ρέ­α. Ὁ κα­θέ­νας κλα­ψού­ρι­ζε γιὰ τὰ δι­κά του. Ἂν τοὺς ἄ­κου­γε κά­ποι­ος, ἦ­ταν φα­νε­ρό, πὼς κα­νεὶς δὲν ἀ­παν­τοῦ­σε σὲ κα­νέ­να πα­ρὰ μό­νο στὸν ἑ­αυ­τό του. Ἤ­θε­λαν νὰ ποῦν, ὄ­χι ν’ ἀ­κού­σουν. Ποι­ός δὲν φο­βᾶ­ται στὸ δά­σος μὲ ὁ­μί­χλη; Ποι­ός δὲν φο­βᾶ­ται μὲ βα­ρί­δια στὰ πό­δια στὴν ἔ­ρη­μο χω­ρὶς νε­ρό; Ἀ­τέ­λει­ω­το περ­πά­τη­μα. Με­τὰ τὴν πρώ­τη μέ­ρα ἔ­πα­ψα νὰ με­τρά­ω τὸ χρό­νο. Μέ­χρι τό­τε εἶ­χα τὴν ψευ­δαί­σθη­ση τῆς ἐ­πι­λο­γῆς νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω. Σὰν νὰ κο­λυμ­πᾶς μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ πα­τᾶς. Ἂν προ­χω­ρή­σεις, εἶ­σαι με­σο­πέ­λα­γα. Εἶ­σαι τοῦ πε­λά­γου πιὰ καὶ ὄ­χι τῆς ἀ­κτῆς. Πρέ­πει νὰ συ­νε­χί­σεις νὰ κο­λυμ­πᾶς.

       Μιὰ γραμ­μὴ ἀ­πὸ γέ­νια, κολ­λη­μέ­να μαλ­λιὰ καὶ πα­πού­τσια ποὺ εἶ­χαν χά­σει τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά τους περ­πα­τοῦ­σαν πη­γαί­νον­τας τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα πί­σω. Μά­τια ποὺ προ­χω­ροῦ­σαν πρὶν τὰ πό­δια καὶ ἔ­ρι­χναν τὸ ἀγ­κί­στρι τῆς ἐλ­πί­δας στὴ μα­κρι­νὴ θέ­α κά­ποι­ων φώ­των. Με­τὰ μα­ζεύ­ον­ταν στὴν σκο­τει­νὴ κό­χη τους καὶ ἡ ὁ­ρα­τό­τη­τα πε­ρι­ο­ρί­ζον­ταν πά­λι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Εἶ­χα μεί­νει πιὸ πί­σω ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Καὶ ἐ­γὼ φο­βό­μουν. Ἡ ἀ­λα­ζο­νεί­α τῆς νι­ό­της ὅ­μως δὲν μ’ ἄ­φη­νε νὰ φα­νε­ρώ­νο­μαι. Κα­νέ­νας δὲν μὲ εἶ­χε προ­σέ­ξει σ’ αὐ­τὴ τὴν πο­ρεί­α ἐλ­πί­δας. Σὲ κα­νέ­να, ἴ­σως, δὲν θὰ ἔ­λει­πα πί­σω. Ὅ­ταν μὲ δάγ­κω­νε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ στῆ­θος καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ πά­ρω ἀ­νά­σα, ἔ­χω­να τὸ χέ­ρι μου στὴ τσάν­τα ποὺ φο­ροῦ­σα χια­στὶ στὸ στῆ­θος καὶ ἔ­πι­α­να τὴ μαν­τή­λα τῆς μά­νας μου. Τὴν ἔ­βγα­ζα, τὴ μύ­ρι­ζα τὴν ἔ­βα­ζα πί­σω στὴ θέ­ση της. Μύ­ρι­ζε σπί­τι, ζω­ή, ἀ­γά­πη, κά­τι δι­κό μου. Αἰ­σθα­νό­μουν πά­λι ἄν­θρω­πος, θυ­μό­μουν ποι­ός εἶ­μαι καὶ συ­νέ­χι­ζα.

       Εἶ­χα μεί­νει πιὸ πί­σω ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Ἄ­κου­γα τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους ἀ­πὸ μα­κριὰ ὅ­ταν ξε­κου­ρα­ζό­μα­σταν, ἀ­να­γνώ­σμα­τα γιὰ τὸν ὕ­πνο. Ἔ­τσι τοὺς εἶ­χα γνω­ρί­σει ἕ­ναν-ἕ­ναν ἀ­πὸ μα­κριά. Ἤ­θε­λα νὰ φτά­σουν πρῶ­τοι. Ἤ­θε­λα νὰ δῶ τί θὰ κά­νουν ἢ μᾶλ­λον τί θὰ ἀ­πο­γί­νουν. Κρυμ­μέ­νος, βλέ­πω τὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να πα­πού­τσια τους πα­ρα­τη­μέ­να νὰ ξε­κου­ρά­ζον­ται στὸ ἀ­φρά­το χῶ­μα ἑ­νὸς χω­ρα­φιοῦ, ἀ­να­ση­κω­μέ­να, μι­σὰ στὴ γῆ μι­σὰ στὸν ἀ­έ­ρα, ἕ­τοι­μα νὰ τὸ σκά­σουν. Τὰ ἴ­δια ἔ­χουν ξα­να­κά­νει πα­ρέ­α ἔ­ξω ἀ­πὸ τζα­μιά, ἀλ­λὰ πάν­τα οἱ ἰ­δι­ο­κτῆ­τες ἐ­πέ­στρε­φαν νὰ τὰ φο­ρέ­σουν. Ἔ­χουν χο­ρέ­ψει δί­πλα-δί­πλα σε μπα­ϊ­ρά­μια* καὶ γά­μους, ἔ­χουν στα­θεῖ ἀ­πέ­ναν­τι καὶ ἔ­χουν φλερ­τά­ρει, ἔ­χουν γί­νει τὸ ἀ­πο­κούμ­πι δυ­ὸ χα­μη­λω­μέ­νων μα­τι­ῶν καὶ δύ­ο κόκ­κι­νων μά­γου­λων. Τώ­ρα, τὸ ἕ­να δί­πλα στὸ ἄλ­λο, στρα­τι­ω­τά­κια χω­ρὶς μιὰ δι­α­τα­γὴ γιὰ περ­πά­τη­μα, χο­ρό, τρέ­ξι­μο, παι­χνί­δι, φλέρτ, ἔ­στω πά­τη­μα, νὰ ζή­σουν πά­λι. Ὁ πό­νος εἶ­ναι ζω­ή· ἀλ­λὰ ὄ­χι αὐ­τὴ ἡ ἀ­πρα­ξί­α.

       Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ θάμ­πος τῶν μα­τι­ῶν μου, ξε­χω­ρί­ζω τὰ ἀ­θλη­τι­κὰ τοῦ Ζα­μὶ ποὺ ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­ναν τὸ γή­πε­δο σὲ 20 δεύ­τε­ρα, τὰ πα­που­τσά­κια τῆς Ἀ­μέ­να καὶ δί­πλα τῆς κού­κλας της, τὰ γαμ­πρι­ά­τι­κα τοῦ Σά­ϊντ ποὺ δὲν πρό­λα­βαν νὰ ἀν­τα­μώ­σουν τὶς γό­βες μὲ τὶς ἀ­ση­μὶ πέρ­λες τῆς Χά­για, τὶς μπό­τες τῆς Νούν­τα ποὺ εἶ­χαν τὴν τύ­χη, νό­μι­ζαν, νὰ φύ­γουν μα­ζί της τα­ξί­δι, τὶς σα­γι­ο­νά­ρες τοῦ Ρί­φατ ποὺ ξε­κί­νη­σαν γιὰ κο­λύμ­πι καὶ δὲν δρο­σί­στη­καν πο­τέ.

       Τὰ δι­κά μου μο­κα­σί­νια ὑ­πο­μέ­νουν ἀ­κό­μη τὰ πλη­γω­μέ­να πό­δια μου, αὐ­τὰ τὰ ἴ­δια μο­κα­σί­νια ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­πό­γευ­μα φτε­ρὰ στὸ πλη­σί­α­σμα μὲ τὰ λευ­κὰ σαν­δά­λια τῆς Μα­λά­λα καὶ τὴ Γῆ τῆς Ἐ­παγ­γε­λί­ας. Μὰ πρὶν ἀ­πο­γει­ω­θοῦν, βά­ρυ­ναν ἀ­πὸ τὸ μο­λυ­σμέ­νο μὲ ἀ­πει­λὲς ἀ­έ­ρα καὶ προ­σγει­ώ­θη­καν στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ μου δί­πλα στὴν ἀ­κί­νη­τη μά­να μου πε­σμέ­νη μέ­σα σὲ ἕ­να κου­κού­λι ἀ­πὸ μαῦ­ρο κα­πνό. Τὸ μό­νο ποὺ πρό­λα­βα ἦ­ταν νὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρώ­σω ἀ­πὸ τὴ μαν­τή­λα της. Τὰ ἀ­νοι­χτὰ μά­τια της ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποὺ θυ­μό­μουν ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ δι­κά μου στὸ γυ­μνὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου· τὰ μά­τια της ἄ­δεια χω­ρὶς ἕ­να κα­νέ­να μή­νυ­μα γιὰ μέ­να.

       Ἀ­κουμ­πά­ω τὰ τρύ­πια πα­πού­τσια μου στὸ νω­πὸ χῶ­μα. Κρυ­ώ­νω μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν ὑ­γρὴ κουρ­τί­να τῆς ὁ­μί­χλης ποὺ πί­σω της χά­θη­καν οἱ ἄλ­λοι. Μὲ προ­στα­τεύ­ει ἀ­πὸ τὰ λό­για, τοὺς ἤ­χους, τὶς σι­ω­πές, τὶς σκέ­ψεις, τὴν ἐλ­πί­δα. Σὰ νὰ βου­βά­θη­καν ὅ­λοι μό­λις τὴν πέ­ρα­σαν. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ἔ­κα­ναν τὸ κα­θῆ­κον τους. Μα­σά­λια* γιὰ νὰ περ­νά­ει ἡ ὥ­ρα. Τώ­ρα δὲν πει­ρά­ζει νὰ ἔρ­θει μιὰ βρο­χὴ νὰ τὶς πα­ρα­χώ­σει στὴ λά­σπη ἑ­νὸς ξέ­νου χω­ρα­φιοῦ. Μὰ ἂν τὸ χῶ­μα εἶ­ναι δε­κτι­κὸ μπο­ρεῖ νὰ τὶς καρ­πί­σει καὶ νὰ βγά­λουν ρί­ζες καὶ κλα­διὰ καὶ τὰ πα­λιὰ νὰ μπλέ­ξουν μὲ τὰ νέ­α· ἂν τὸ χῶ­μα εἶ­ναι δε­κτι­κό. Για­τί θὰ χρεια­στοῦν και­νούρ­γι­ες ἱ­στο­ρί­ες. Μ΄ αὐ­τὴ τὴ σκέ­ψη περ­νά­ω καὶ ἐ­γὼ πί­σω ἀ­πὸ τὴν κουρ­τί­να.


* μπαϊράμι: μεγάλη μουσουλμανικὴ γιορτή.
* μασάλια: κουτσομπολιά.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­θη­νᾶ Χα­ρα­λαμ­πί­δου. Εἶ­ναι κα­θη­γή­τρια Ἀγ­γλι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Λο­γο­τε­χνί­ας σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο καὶ ἀ­πό­φοι­τη τοῦ Προ­γράμ­μα­τος Με­τα­πτυ­χια­κῶν Σπου­δῶν, Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὴ Λο­γο­τε­χνί­α καὶ τὴν Ἐκ­παί­δευ­ση τῆς Παι­δα­γω­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ ΑΠΘ. Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Μὲ τοὺς μα­θη­τές της γρά­φουν ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ στὰ ἀγ­γλι­κά.

Εἰκόνα: ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα:

https://www.koutipandoras.gr/article/skies-antiparathesis-sti-mnimi-toy-olokaytomatos



		

	

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης: Μοναχικὸς καφές



Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Μοναχικὸς καφές


ΠΙΝΕ τὸν κα­φέ του σ’ ἕ­να τρα­πε­ζά­κι ἔ­ξω, μό­νος, ὄ­χι ἀ­πὸ ἐ­πι­λο­γή, ἀλ­λὰ για­τὶ εἶ­χε ξε­μεί­νει χω­ρὶς κα­νέ­ναν σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη. Δού­λευ­ε σὲ μιὰ ἐρ­γα­σί­α ὅ­που δὲ γι­νό­ταν ν’ ἀ­να­πτύ­ξει σχέ­σεις μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους καί, με­τά, κου­ρα­σμέ­νος, ἔ­με­νε σπί­τι. Ἀλ­λὰ κά­ποι­ες φο­ρὲς πή­γαι­νε γιὰ ἕ­ναν κα­φέ, μό­νος. Τὸν πλη­σί­α­σε μιὰ ὄ­μορ­φη νέ­α κο­πέ­λα ποὺ ζη­τοῦ­σε οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­νί­σχυ­ση γιὰ κά­ποι­α ὁ­μά­δα ἀν­θρώ­πων σὲ ἀ­νάγ­κη, τυ­φλοὺς ἢ κω­φούς, δὲν κα­τά­λα­βε. Φο­ροῦ­σε φού­στα λί­γο πά­νω ἀ­π’ τὸ γό­να­το, μπό­τες, εἶ­χε πλού­σια κα­στα­νό­ξαν­θα μαλ­λιὰ σὲ ζω­η­ρὲς μποῦ­κλες καὶ ζε­στὸ χα­μό­γε­λο.  Τοῦ εἶ­πε, σκύ­βον­τας εὐ­γε­νι­κὰ πά­νω του, ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­δι­νε πέν­τε εὐ­ρὼ καὶ νὰ ἔ­παιρ­νε ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό, ποὺ φαι­νό­ταν, ὡ­στό­σο, ἔ­τσι ὅ­πως τὸ κρα­τοῦ­σε, ὀ­λι­γο­σέ­λι­δο καὶ μὲ ἀ­δι­ά­φο­ρη ὕ­λη. Τὸ ξε­φύλ­λι­σε γιὰ λί­γο καὶ τῆς τό ‘δω­σε πί­σω ἔ­χον­τας ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν ἐν­τύ­πω­σή του. Τῆς εἶ­πε πὼς θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να εὐ­ρὼ καὶ δὲν ἤ­θε­λε τὸ πε­ρι­ο­δι­κό. Ἕ­να εὐ­ρὼ ἁ­πλὰ γιὰ ἐ­νί­σχυ­ση. Πε­ρί­με­νε πὼς ἡ κο­πέ­λα θὰ ἐ­πέ­με­νε γιὰ τὰ πέν­τε ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κα­νε κά­τι τέ­τοι­ο. Ἔ­βγα­λε ἕ­να μπλο­κά­κι καὶ τοῦ ‘πε πὼς θὰ τοῦ ‘δί­νε μιὰ ἀ­πό­δει­ξη γιὰ τὸ ἕ­να. Τοῦ ‘δω­σε πράγ­μα­τι κά­τι σὰν ἀ­πό­δει­ξη. Τὴν κρά­τη­σε. Εἶ­χε γρά­ψει κά­τι πά­νω. Τὸ τη­λέ­φω­νό της! Τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι ζε­στά, λυ­γί­ζον­τας μά­λι­στα λί­γο καὶ τὰ γό­να­τα, καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Σί­γου­ρα δὲν ἔ­μοια­ζε κα­θό­λου μὲ ὅ­σες τρι­γύ­ρι­ζαν κά­νον­τας αὐ­τὴ τὴ δου­λειά. Δὲν τὴν εἶ­δε κὰν νὰ στα­μα­τά­ει σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο τρα­πέ­ζι, λὲς καὶ δὲν τὴν ἐν­δι­έ­φε­ρε πιὰ αὐ­τό. Χά­θη­κε ἁ­πλὰ στὸ βά­θος. Τό­τε, τὴν ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ μυα­λό του, καὶ μό­νος μὲ τὸν κα­φέ του, συ­νέ­χι­σε νὰ φαν­τα­σι­ώ­νε­ται ἄλ­λα πράγ­μα­τα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).