Λήδα Ντόντου: Κόρη σὲ ἔκσταση



Λή­δα Ντόν­του


Κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση


ΝΑ ΒΡΑΔΥ, ἔ­συ­ρε τὸ κορ­μί της ―ὅ,τι τέ­λος πάν­των εἶ­χε μεί­νει― ἔ­ξω ἀ­π’­τὸ σπί­τι. Εἶ­χε κουρ­νιά­σει στὸ δυά­ρι τοῦ πρώ­του, Σι­κί­νου καὶ Φω­κί­ω­νος γω­νί­α, ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη. Τὸ παν­τζού­ρι σά­πιο στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του, τὰ μά­τια σβη­στά, τὰ φῶ­τα ἄ­χρη­στα. Ἡ δι­α­δρο­μὴ τὴν κα­λω­σό­ρι­σε, σὰν δι­α­σκέ­λι­σε τὴν πόρ­τα. Στὸν κόρ­φο της τὸ ἕ­να χέ­ρι ἕ­σφιγ­γε τὸ ἄ­λι­κο φό­ρε­μα ἀ­πὸ τα­φτά, ἐ­νῶ τὸ ἄλ­λο δι­α­τη­ροῦ­σε τεν­τω­μέ­νο νὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται. Τὰ κα­τα­τό­πια γνώ­ρι­μα, κα­θο­δη­γοῦ­σαν. Οἱ δο­νή­σεις τοῦ πε­ζό­δρο­μου ―ἱ­κα­νὲς σει­ρῆ­νες― ὑ­πο­δαύ­λι­ζαν τὴν τρο­χιά της. Στὴν κορ­φὴ τῆς γούρ­νας, ἡ κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση, πε­ρή­φα­να τό­νι­ζε τὴ γύ­μνια της, ἀ­γναν­τεύ­ον­τας τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ἡ­δο­νο­βλε­ψί­ες. Ἡ γριὰ ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της. Κά­πο­τε εἶ­χε στα­θεῖ καὶ ἐ­κεί­νη ―στή­λη ἅ­λα­τος― βλέ­πον­τας μιὰ σι­λου­έ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μεί­νει μιὰ κουκ­κί­δα, μό­νι­μος λε­κὲς κά­τω ἀ­π’ ­τὰ βλέ­φα­ρα. Χρό­νια πλύ­σης μὲ γλυ­φὸ νε­ρό, ξε­θώ­ρια­σαν τὰ μά­τια, ἀλ­λοί­ω­σαν τὴν ὅ­ρα­ση, πέ­ρα ἀπ’ τὴν ἀ­νά­μνη­ση. Ψη­λα­φι­στὰ πλη­σί­α­σε τὴν κό­ρη καὶ μὲ νύ­χια φα­γω­μέ­να στὸ με­δού­λι, πέ­ρα­σε τὰ κουμ­πιὰ τοῦ φο­ρέ­μα­τος. Ραμ­μέ­νο στὰ μέ­τρα μιᾶς ζων­τα­νῆς. Τὸ ὕ­φα­σμα τσί­τω­σε στοὺς σφρι­γη­λοὺς γο­φούς, γρα­πώ­θη­κε στὶς πα­γω­μέ­νες θη­λές. Καὶ ἡ κό­ρη ―λύ­νον­τας τὰ ἀγ­κυ­λω­μέ­να χέ­ρια της― πρό­σφε­ρε στὸ ἰ­σχνὸ σαρ­κί­ο δυ­ὸ μπρούν­τζι­να μά­τια ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα.

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λή­δα Ντόν­του (Ἀ­θή­να, 1982). Ἔ­κα­νε Οἰ­κο­νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν και με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Στρα­σβοῦρ­γο. Ἀσχολεῖται με τὴν ζω­γρα­φι­κή, τὴν ποίηση καὶ τὸ διήγημα.

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ γλύπτη Μιχαὴλ Τόμπρου (1939) στὴν ὁδὸ Φωκίωνος Νέγρη στὴν Κυψέλη.


Advertisements

Γιῶργος Μύσταξ: Δυὸ πόδια φέρνουν τὴν ἄνοιξη


Γι­ῶρ­γος Μύ­σταξ

Δυ­ὸ πό­δια φέρ­νουν τὴν ἄ­νοι­ξη


ΤΕΚΟΤΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ τὸ στέ­γα­στρο γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὸ ψι­λό­βρο­χο. Εἶ­χε τρέ­ξει ἄ­δι­κα νὰ τὸ προ­λά­βει καὶ τώ­ρα ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ὁ φω­τει­νὸς πί­να­κας ποὺ σὲ ἐ­νη­με­ρώ­νει πό­τε ἔρ­χε­ται τὸ ἑ­πό­με­νο δὲν λει­τουρ­γοῦ­σε. Θὰ ἀρ­γοῦ­σε; Ἐ­κεῖ­νο τὸ κρύ­ο κυ­ρι­α­κά­τι­κο πρω­ι­νό τοῦ Γε­νά­ρη δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ψυ­χὴ στὸ δρό­μο. Βρῆ­κε λοι­πὸν εὐ­και­ρί­α, μέ­χρι νὰ ἔρ­θει τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, νὰ φτιά­ξει τὸ μαῦ­ρο της καλ­σὸν ποὺ ‘­χε κά­νει ζά­ρες λί­γο πιὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ γό­να­το, ἐ­κεῖ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ ψη­λὲς μαῦ­ρες μπό­τες. Τὸ ἔ­στρω­σε τρα­βών­τας το  ψη­λὰ στοὺς μη­ρούς, ἀ­να­ση­κώ­νον­τας στὴν προ­σπά­θειά της τὴ μαύ­ρη δερ­μά­τι­νη φου­στί­τσα κι ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας δυ­ὸ πα­νέ­μορ­φα πό­δια. Ἐ­γώ, πά­λι, ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα τὴν ἀ­φη­ρη­μά­δα της γιὰ νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι ἡ πο­λύ­χρω­μη ἄ­νοι­ξη φτά­νει ἐ­νί­ο­τε πρό­ω­ρα, μέ­σα σὲ μαῦ­ρο πε­ρι­τύ­λιγ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Μύ­σταξ. (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1967) Σπούδασε φιλολογία καὶ ἐργάζεται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Εἶ­ναι με­τα­πτυ­χια­κὸς φοι­τη­τὴς τοῦ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση, ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ἐκ­δο­τι­κὸς χῶ­ρος» τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ.


Χριστίνα Μπότσου: Μὴν καπνίζεις στὸ κρεββάτι


Χρι­στί­να Μπό­τσου


Μὴν κα­πνί­ζεις στὸ κρεβ­βά­τι


ΑΝΤΑ ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΑΝ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ φο­ροῦν δυ­να­τὰ ἀ­ρώ­μα­τα. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μιὰ ὕ­πο­πτη μα­ται­ο­δο­ξί­α, εἶ­ναι σὰν νὰ θέ­λουν νὰ κα­λύ­ψουν κά­ποι­α βα­ριὰ πα­ρα­φω­νί­α τῆς φύ­σης τους. Σὰν τὸ ἄ­ρω­μα αὐ­τὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει μὲ κά­ποι­ο τρό­πο τὴν ὕ­παρ­ξη τους σ’ ­ἕ­να κομ­μά­τι ποὺ μέ­νει γιὰ κεί­νους ἀ­ξε­δι­ά­λυ­το, λει­ψό. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κι ἐ­κεῖ­νοι τὴ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή τους μυ­ρω­διά, ὅ­μως τὴν ἀ­πο­κτοῦν μὲ τρό­πο πιὸ τί­μιο, μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀγ­γί­ζουν, καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ ἡ μυ­ρω­διὰ αὐ­τὴ χα­ράσ­σε­ται κά­που πο­λὺ πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὸ δέρ­μα. Ὁ πα­τέ­ρας μου θυ­μᾶ­μαι, εἶ­χε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή του μυ­ρω­διά, νὰ ἀ­ναγ­γέ­λει τὸν ἐρ­χο­μὸ του δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ φα­νεῖ, μιὰ ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τη μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ταμ­πά­κο καὶ ἁ­γι­ό­κλη­μα, μὲ μι­κρὲς με­ταλ­λι­κὲς νό­τες ἀ­πὸ κά­τι ποὺ θύ­μι­ζε μπα­χα­ρι­κό. Ἤ­μουν πε­ρή­φα­νη γιὰ αὐ­τή του τὴ μι­κρὴ ἐ­πα­νά­στα­ση, δί­πλα στοὺς ἄλ­λους πα­τε­ρά­δες ποὺ μυ­ρί­ζαν φτη­νὸ ἀ­φτερ­σέ­ιβ καὶ ἀλ­κο­όλ. Ἡ μυ­ρω­διά του αὐ­τὴ ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα μιᾶς ἀ­πεί­θαρ­χης ζω­ῆς κι ὅ­πως συμ­πε­ραί­νω με­γα­λώ­νον­τας πιά, μιᾶς γε­νι­κό­τε­ρης δυ­σθυ­μί­ας ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε­τι τὸ συμ­βα­τι­κό, μιᾶς ὁ­λι­κῆς ἄρ­νη­σης νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὸν κό­σμο τῶν με­γά­λων.

         Συ­νή­θι­ζε νὰ κα­πνί­ζει στὸ κρεβ­βά­τι, μιὰ βρώ­μι­κη συ­νή­θεια ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει στὸ στρα­τὸ καὶ θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι σὰν παι­δὶ μὲ ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ἡ μά­να μου τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ βγεῖ στὸ μπαλ­κό­νι, ὅ­μως ἦ­ταν τό­σο δο­σμέ­νος σὲ αὐ­τὴ τὴ μι­κρὴ ἡ­δο­νὴ ποὺ σύν­το­μα ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με τὴν προ­σπά­θεια νὰ τοῦ ἀλ­λά­ξου­με γνώ­μη. Ὅ­σο γιὰ τὸ ἁ­γι­ό­κλη­μα, τὸ πιὸ κα­θο­ρι­στι­κὸ ἴ­σως συ­στα­τι­κό τῆς μυ­ρω­διᾶς του, ἦ­ταν ἕ­να ἄ­γριο ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὸ κά­που στὸ ὕ­ψος του, ποὺ φύ­τρω­νε στὸν κῆ­πο ἀ­π’ τὸ πα­τρι­κό του στὸ χω­ριό. Κά­θε κα­λο­καί­ρι, ἔ­κο­βε τὰ ξε­ρα­μέ­να κλα­διὰ μὲ τὰ χέ­ρια του «γιὰ νὰ πε­τά­ξουν και­νού­ρι­ες φύ­τρες». Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ πα­τέ­ρα μου συμ­πλη­ρω­νό­ταν ἀ­πὸ τὶς βα­ρι­ὲς με­ταλ­λι­κὲς νό­τες τοῦ ἱ­δρώ­τα πά­νω στὴ μάλ­λι­νη μπλού­ζα, τὸν ἀ­φρὸ ξυ­ρί­σμα­τος ὂλντ σπά­ις καὶ τὶς φλοῦ­δες ἀ­πὸ μαν­τα­ρί­νι. Ἄ­ρω­μα δὲν κα­τα­δέ­χτη­κε νὰ φο­ρέ­σει πο­τέ.

         Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια, ὅ­ταν πέ­θα­νε ἡ μά­να μου καὶ τὰ ἀ­δέρ­φια μου σκόρ­πι­σαν τὸ κα­θέ­να σ’ ἄλ­λη πό­λη, ἐ­κεῖ­νος μά­ζε­ψε δυ­ὸ ροῦ­χα καὶ γύ­ρι­σε στὸ χω­ριό. Ἀ­πὸ τό­τε δὲ φά­νη­κε. Τὰ σκε­πά­σμα­τά του δὲ στα­μά­τη­σαν πο­τὲ νὰ μυ­ρί­ζουν ἁ­γι­ό­κλη­μα καὶ κα­πνό.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρι­στί­να Μπό­τσου. (Ἀ­θή­να, 1995). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λή.




		

	

Γιάννης Φαρσάρης: Χίλια εὐρὼ τὸ μήνα


Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης


Χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να

 

 ΑΓΓΕΛΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ἦ­ταν πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νη: «Ζη­τεῖ­ται γυ­ναί­κα 30-40 ἐ­τῶν, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ συν­τρο­φιὰ ὕ­πνου. Ὀ­κτά­ω­ρη νυ­χτε­ρι­νὴ ἀ­πα­σχό­λη­ση, μι­σθὸς χί­λια εὐ­ρώ.» Ἕ­ξι γυ­ναῖ­κες πῆ­ραν τη­λέ­φω­νο καὶ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ ὅ­λες γιὰ τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες δι­ευ­κρι­νί­σεις: Ὄ­χι σέξ, μό­νο ἀγ­κα­λιὰ ὕ­πνου, ὡ­ρά­ριο ἐρ­γα­σί­ας δώ­δε­κα τὰ με­σά­νυ­χτα ἕ­ως ὀ­κτώ τὸ πρω­ὶ (πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ προ­ε­τοι­μα­σί­α πρω­ϊ­νοῦ), ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὴ με­τα­ξω­τὴ νυ­χτι­κιὰ καὶ ὄ­χι πι­τζά­μα, μπά­νιο μὲ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­φρό­λου­τρο πρὶν ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο.

        Εἶ­μαι τριά­ντα ὀ­κτὼ χρο­νῶν, πε­τυ­χη­μέ­νος ἀ­σφα­λι­στής, χω­ρι­σμέ­νος, μὲ μιὰ κό­ρη στὰ ἐν­νιά. Δου­λεύ­ω σχε­δὸν ὅ­λη μέ­ρα, κά­θε βρά­δυ βγαί­νω μὲ φί­λους, γυ­ναῖ­κες ἀλ­λά­ζω συ­χνά, ὅ­μως ἔ­χω ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ μὴν παν­τρευ­τῶ πο­τὲ ξα­νὰ με­τὰ τὸν ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νο γά­μο. Μό­νο ποὺ τὶς νύ­χτες δὲν μπο­ρῶ νὰ κοι­μη­θῶ μο­νά­χος —στρι­φο­γυρ­νά­ω γιὰ χρό­νια ἄυ­πνος στὸ κρε­βά­τι— κι αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ μο­να­δι­κὲς ὀ­κτὼ ὧ­ρες πού μοῦ χα­λοῦν τὴν εὐ­τυ­χί­α. Κι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ βρῶ μιὰ λύ­ση γι’ αὐ­τό. Τὸ νὰ κοι­μᾶ­μαι ἀγ­κα­λιὰ μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀλ­λά­ζω συ­χνά, τὸ δο­κί­μα­σα καὶ μοῦ προ­κα­λεῖ χει­ρό­τε­ρους ἐ­φιά­λτες.

        Ἡ Μά­ριον εἶ­ναι τριά­ντα ἕ­ξι ἐ­τῶν. Τὴν ἀ­πέ­λυ­σαν ἀ­π’ τὴ δου­λειά της ὡς πω­λή­τρια καλ­λυν­τι­κῶν τρεῖς μῆ­νες πρὶν καὶ ἔ­κτο­τε εἶ­ναι ἄ­νερ­γη. Ἔ­χει μιὰ μη­τέ­ρα νὰ φρον­τί­σει στὸ σπί­τι, ἕ­να στε­γα­στι­κὸ δά­νει­ο στ’ ὄ­νο­μά της κι ἕ­ναν σύ­ζυ­γο ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νο. Ὅ­ταν ἔ­λε­γε κά­θε βρά­δυ στὴ μη­τέ­ρα της: «Πρέ­πει νὰ βρῶ μιὰ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε δου­λειά», δὲν φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ γνω­ρί­σει ἐ­μέ­να ὡς ὑ­πο­ψή­φιο ἐρ­γο­δό­τη.

        Συ­ζή­τη­σα ἐ­ξαν­τλη­τι­κὰ μα­ζί της, τῆς ἐ­ξή­γη­σα τὸ πρό­βλη­μά μου καὶ τὶς ἀ­παι­τή­σεις μου κι ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ δο­κι­μά­σου­με γιὰ με­ρι­κὲς μέ­ρες. Στὶς δώ­δε­κα ἀ­κρι­βῶς κά­θε βρά­δυ μοῦ χτυ­ποῦ­σε τὸ κου­δού­νι, περ­νά­γα­με κά­να μι­σά­ω­ρο στὸν κα­να­πὲ λέ­γον­τας τὰ νέ­α τῆς ἡ­μέ­ρας, με­τὰ ἔ­κα­νε ἕ­να μπά­νιο μὲ τὸ ἀ­φρό­λου­τρο ποὺ εἶ­χα δι­α­λέ­ξει, φο­ροῦ­σε τὴ με­τα­ξω­τὴ νυ­χτι­κιὰ ποὺ τῆς εἶ­χα ἀ­γο­ρά­σει καὶ ξά­πλω­νε γιὰ νὰ μοῦ δι­α­θέ­σει τὸν ὦ­μο της. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δέ­κα λε­πτὰ εἶ­χα ἠ­ρε­μή­σει καὶ κοι­μό­μουν ἥ­συ­χα ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κὴ μέ­ρα.

        Οὔ­τε μί­α νύ­χτα δὲν πέ­ρα­σε ἴ­χνος πο­νη­ρῆς σκέ­ψης ἀ­π’ τὸ μυα­λό μου, ἡ Μά­ριον δὲν ἦ­ταν ὁ τύ­πος μου ἄλ­λω­στε καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ δια­ρκῶς ἄλ­λα­ζα ἦ­ταν σα­φῶς ὀ­μορ­φό­τε­ρες. Τὴ συν­τρο­φι­κό­τη­τα ἤ­θε­λα, τὴ ζε­στα­σιὰ στὸ κρε­βά­τι μου ἀ­πο­ζη­τοῦ­σα, αὐ­τό μοῦ ἔ­λει­πε μό­νο ἀ­π’ τὴ ζω­ή μου καὶ αὐ­τὸ ἀ­γό­ρα­ζα μὲ χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σω νὰ κοι­μη­θῶ. Ἀ­κρι­βὸ ἢ φθη­νὸ δὲν ξέ­ρω, ἐ­μέ­να αὐ­τὸ μοῦ ’­λει­πε, ὄ­χι τὰ χρή­μα­τα. Πο­λὺ γρή­γο­ρα κα­τά­λα­βε κι ἐ­κεί­νη πὼς ἦ­ταν ἡ πιὸ εὔ­κο­λη δου­λειὰ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ: χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να γιὰ νὰ κοι­μᾶ­ται ἁ­πλῶς δί­πλα σ’ ἕ­ναν ἀ­να­σφα­λῆ, χω­ρι­σμέ­νο, κου­ρα­σμέ­νο ἐρ­γέ­νη.

        Κι ὁ ὕ­πνος μου ἔ­γι­νε ἤ­ρε­μος κι ἐ­γὼ ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σα νὰ νι­ώ­θω κα­λύ­τε­ρα. Καὶ στὴ δου­λειά μου ἔ­γι­να ἀ­πο­δο­τι­κό­τε­ρος καὶ μὲ τοὺς φί­λους μου πιὸ εὐ­δι­ά­θε­τος καὶ στὶς γυ­ναῖ­κες πιὸ πε­ρι­ζή­τη­τος. Καὶ σὰν πα­τέ­ρας ἔ­γι­να κα­λύ­τε­ρος, τὶς ὧ­ρες ποὺ περ­νοῦ­σα μὲ τὴ μι­κρή μου. Ἡ ἰ­δέ­α νὰ προσ­λά­βω γυ­ναί­κα γιὰ συν­τρο­φιὰ ὕ­πνου ἀ­πέ­δι­δε ἐ­ξαι­ρε­τι­κά. Ἤ­μουν πάν­τα κα­λὸς στὴ δι­α­χεί­ρι­ση τῶν προ­βλη­μά­των.

        Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ, πε­ρί­που δύ­ο μῆ­νες με­τά, δὲν χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας στὶς δώ­δε­κα καὶ ἡ Μά­ριον δὲν φά­νη­κε. Τὴν πῆ­ρα στὸ κι­νη­τό της, ὅ­μως τό ’­χε κλει­στό. Ἀ­νη­σύ­χη­σα καὶ δὲν κοι­μή­θη­κα κα­θό­λου ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Ἀλ­λὰ δὲν ἦρ­θε οὔ­τε τὸ ἑ­πό­με­νο, οὔ­τε κα­νέ­να ἄλ­λο βρά­δυ καὶ τὸ τη­λέ­φω­νό της ἦ­ταν μο­νί­μως κλει­στὸ κι ἐ­γὼ ἔ­πα­ψα νὰ κοι­μᾶ­μαι τὰ βρά­δια χω­ρὶς τὴν ἀγ­κα­λιά της.

        Καὶ ἀ­φοῦ ἀ­πο­γο­η­τεύ­τη­κα, ἔ­βα­λα ξα­νὰ τὴν ἴ­δια ἀγ­γε­λί­α καὶ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ και­νούρ­γι­ες κο­πέ­λες γιὰ δι­ε­ρευ­νη­τι­κὲς συ­ζη­τή­σεις. Δο­κί­μα­σα νὰ κοι­μη­θῶ μὲ δύ­ο ἀ­πὸ αὐ­τές, ἀλ­λὰ δὲν προ­σέ­λα­βα κα­μί­α, για­τὶ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε κα­θό­λου ἡ ἀγ­κα­λιά τους καὶ τὸ ἀ­φρό­λου­τρο δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ κρύ­ψει τὴ μυ­ρω­διά τους – ἡ μί­α μά­λι­στα ἀ­νά­σαι­νε ἐ­κνευ­ρι­στι­κὰ βα­ριά. Καὶ τώ­ρα ἔ­χω πά­λι μέ­ρες νὰ κοι­μη­θῶ σὰν ἄν­θρω­πος κι εἶ­ναι νὰ σπά­σει τὸ κε­φά­λι μου καὶ κα­πνί­ζω ὅ­λες τὶς νύ­χτες νευ­ρι­κὰ βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση.

        Σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ στὶς ὀ­κτὼ ἀ­κρι­βῶς χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι κι ἕ­νας πι­τσι­ρι­κὰς ἀ­πὸ κού­ριερ μοῦ πα­ρέ­δω­σε ἕ­ναν φά­κε­λο. Τὸν ἄ­νοι­ξα καὶ βρῆ­κα μέ­σα ἕ­να ση­μεί­ω­μα: «Δὲν κά­νουν χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να οἱ ἀ­λη­θι­νὲς ἀγ­κα­λι­ές. Δω­ρε­ὰν εἶ­ναι.» Μα­ζὶ εἶ­χε σὲ μιὰ δε­σμί­δα ὅ­λα τὰ λε­φτὰ ποὺ τῆς εἶ­χα δώ­σει. Ἔ­χει κλει­στὸ πά­λι τὸ κι­νη­τό, καὶ τώ­ρα ἦρ­θα ἐ­δῶ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα, ἀλ­λὰ ζο­ρί­ζο­μαι, για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ γρά­ψω στὴν ἀγ­γε­λί­α αὐ­τὸ ποὺ θέ­λω νὰ τῆς πῶ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ Φό­βος Κα­νέ­νας. 29 Μικροδιηγήματα (Openbook, 2015).

Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης (Ἱ­ε­ρά­πε­τρα, 1973). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­στή­μη Ὑ­πο­λο­γι­στῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, Ἐκ­παί­δευ­ση Ἐ­νη­λί­κων στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὴν ἀ­νοι­κτὴ βι­βλι­ο­θή­κη OPENBOOK καὶ συμ­με­τέ­χει στὴν ὁ­μά­δα ἔκ­δο­σης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Fractal. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Φό­βος Κα­νέ­νας (Openbook, 2015). Ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της καὶ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὸ www.open-sesame.me



		

	

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Υλισμός

 


Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Ὑ­λι­σμός


ΚΛΑΙΓΑΝ καὶ οἱ δύ­ο γιὰ ὥ­ρα, ὁ ἕ­νας στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄλ­λου. Ἡ τρά­πε­ζα μό­λις τοὺς εἶ­χε κα­τά­σχει τὸ σπί­τι. Τὸ σπί­τι ποὺ χρό­νια ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν, ποὺ τὸ ἔ­φτια­ξαν μὲ με­ρά­κι, τὸ σπί­τι ὅ­που με­γά­λω­σαν τὰ παι­διά τους. Ἔ­κλαι­γαν κι ἀγ­κά­λια­ζαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο σφι­χτά. Τό­σο σφι­χτὰ ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χαν ἀγ­κα­λια­στεῖ τὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σαν, ὅ­ταν ἦ­ταν μα­ζί, τὰ χρό­νια ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν καὶ με­γά­λω­ναν τὰ παι­διά τους.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).



		

	

Λίνα Βαλετοπούλου: Ἡ σολίστ “μὲ τὸ γάντι”


Λί­να Βα­λε­το­πού­λου


Ἡ σο­λί­στ «μὲ τὸ γάν­τι»


ΛΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ἀ­πό­γευ­μα πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας. Τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν μου τεν­τώ­θη­καν, λύ­γι­σαν καὶ σὲ μιὰ ἄρ­τια πο­ζι­σιὸν πά­τη­σαν πά­νω στὸ ἀ­λέ­κια­στο τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο τῆς μα­μᾶς σὰν σὲ πλῆ­κτρα πιά­νου. Δὲν κι­νοῦν­ταν τυ­χαί­α, μὰ ἔ­παι­ζαν στ’ ἀ­λή­θεια μιὰ με­λω­δί­α ποὺ μό­νο ἐ­γὼ μπο­ροῦ­σα ν’ «ἀ­κού­σω». Θὰ ἦ­ταν, βέ­βαι­α, ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κὸ ἂν σᾶς ἔ­λε­γα ὅ­τι δὲν ξέ­ρω νὰ παί­ζω πιά­νο. Ἀ­φι­έ­ρω­σα τὰ κα­λύ­τε­ρά μου χρό­νια στὰ ὠ­δεῖ­α καὶ πέ­ρα­σα ἀ­τε­λεί­ω­τες ὧ­ρες με­λε­τών­τας σὲ ὄρ­θια πιά­να καὶ σὲ πιά­να μὲ οὐ­ρά. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­μως ποὺ σᾶς ἀ­να­φέ­ρω δὲν ἔ­γι­νε ἔ­πει­τα ἀ­πὸ με­λέ­τη ὥ­στε νὰ ἐ­ξη­γεῖ τὴν κι­νη­τι­κό­τη­τα τῶν δα­χτύ­λων. Γι’ αὐ­τὸ καὶ μὲ τρό­μα­ξε.

        Νὰ πά­ρου­με τὰ πράγ­μα­τα μὲ τὴ σει­ρά. Δε­σποι­νὶς ἐ­τῶν τριά­ντα ἐν­νέ­α, ἔ­με­να μα­ζὶ μὲ τοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους γο­νεῖς μου καὶ δὲν θὰ ἤ­θε­λα κά­ποι­ο σχό­λιο πά­νω σ’ αὐ­τό. Μ’ ἀ­νά­θρε­ψαν μὲ τὴ λε­γό­με­νη κλα­σι­κὴ παι­δεί­α, ποὺ πά­ει νὰ πεῖ ἀ­πα­ραι­τή­τως πιά­νο καὶ γαλ­λι­κὰ σὺν τὶς σπου­δὲς στὴ φι­λο­λο­γί­α, γιὰ νὰ ἔ­χω γε­ρὲς βά­σεις στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, στ’ ἀρ­χαί­α καὶ στὰ λα­τι­νι­κά. Ὕ­στε­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, ἀ­να­με­νό­ταν νὰ μὲ βροῦν ὅ­λες οἱ τύ­χες, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κι ἐ­πει­δὴ ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ξέ­φυ­γα ἀ­π’ τὸ θέ­μα, δὲν μοῦ ἔ­φτα­νε ἡ ἄ­χα­ρη ζω­ή μου, ἦρ­θε καὶ τὸ ἀ­να­πάν­τε­χο γε­γο­νὸς νὰ μοῦ τὴν κά­νει ἀ­κό­μα δυ­σκο­λο­τε­ρη.

        Θὰ μοῦ πεῖ­τε, ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ πρό­βλη­μα, ἐ­πει­δὴ κι­νοῦν­ται τὰ δά­χτυ­λα σὰν σὲ πιά­νο; Δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Ὅ­που κι ἂν στε­κό­μουν, τὰ δά­χτυ­λα ξε­κι­νοῦ­σαν μιὰ φρε­νή­ρη κί­νη­ση ὄ­χι ἐ­πι­τό­που ἀλ­λὰ σὲ μιὰ ἀ­κτί­να ἑ­νά­μι­σι μέ­τρου μὲ κίν­δυ­νο νὰ χτυ­πή­σω ὅ­ποι­ον βρι­σκό­ταν κον­τά μου ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Καὶ τὸ πιὸ πε­ρί­ερ­γο ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ μου­σι­κὸ ἔρ­γο ποὺ ἔ­παι­ζαν καὶ με­τὰ νὰ στα­μα­τή­σουν. Φαν­τα­στεῖ­τε, λοι­πόν, τί φρί­κη, τὴν ὥ­ρα ποὺ πή­γαι­να μὲ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο στὸ κέν­τρο ἢ ἔ­κα­να τὰ ψώ­νια στὸ σου­περ­μάρ­κετ ἢ στὴ λα­ϊ­κή, ν’ ἁ­πλώ­νον­ται τὰ χέ­ρια μου καὶ νὰ γα­ζώ­νουν μὲ τὰ δά­χτυ­λα τὸν ἀ­έ­ρα.

        Ζή­τη­σα βο­ή­θεια ἀ­πὸ εἰ­δι­κό, για­τί οἱ γο­νεῖς ἂν τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν θὰ εἴ­χα­με κο­πε­τούς, τοῦ τύ­που «τὸ κα­η­μέ­νο το κο­ρι­τσά­κι μας τί τοῦ ‘­μέλ­λε νὰ πά­θει». Νό­στι­μος ὁ νευ­ρο­λό­γος, δὲν λέ­ω. Εἶ­χε κά­νει κι ἕ­να ἀ­κα­τα­λα­βί­στι­κο με­τα­δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ξε­κί­νη­σε παίρ­νον­τας τὸ ἱ­στο­ρι­κό μου. Μᾶλ­λον δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε ἐ­ξαρ­χῆς τὴν ἡ­λι­κί­α μου καὶ τὸ ἕ­να Α4 δὲν τοῦ ἔ­φτα­σε. Ση­κώ­θη­κε νὰ φέ­ρει καὶ δεύ­τε­ρο. Τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­γι­νε μάρ­τυ­ρας μιᾶς κρί­σης τῶν ἀλ­λό­κο­των δαχτύ­λων μου. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὰ στα­μα­τή­σει. Μά­ται­α. Ἐ­κεῖ­να ἠ­ρέ­μη­σαν με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ σύν­το­μη, εὐ­τυ­χῶς, φούγ­κα τοῦ Μπάχ. Αὐ­τό, βέ­βαι­α, τὸ ἤ­ξε­ρα μό­νο ἐ­γώ. Ὁ για­τρὸς ἀ­πέ­μει­νε μ’ ἔκ­πλη­κτο βλέμ­μα καὶ στοι­χη­μα­τί­ζω ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ σκί­σει τὰ πτυ­χί­α του.

        Ἐ­γὼ πά­λι εἶ­χα τὸν κα­η­μό μου. Δὲν ἔ­φτα­νε ποὺ ἔ­χα­να «τὸ τρέ­νο τῆς ζω­ῆς», εἶ­χα ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σω καὶ τὸ ἀλ­λό­κο­το αὐ­τὸ συμ­βὰν ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ κλεί­νο­μαι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ νὰ μει­ώ­νω τὶς πι­θα­νό­τη­τες γιὰ μιὰ σχέ­ση. Νά, ὁ νευ­ρο­λό­γος, ἄς ποῦ­με. Στὴν ἀρ­χή, ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κὸς καὶ δι­α­χυ­τι­κός. Με­τὰ τὴν κρί­ση τῶν δα­χτύ­λων, μὲ κοί­τα­ζε πα­ρά­ξε­να καὶ εἶ­χα τὴν αἴ­σθη­ση πὼς ἤ­θε­λε νὰ μὲ ξε­φορ­τω­θεῖ. Φεύ­γον­τας, μοῦ ἔ­δω­σε δυ­ὸ εἰ­δῶν χά­πια: ἠ­ρε­μι­στι­κὰ καὶ μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κά. Δὲν ξα­να­πῆ­γα.

        Τὴ λύ­ση τὴν βρῆ­κα μό­νη μου, τυ­χαῖ­α. Ἔ­κα­νε τσου­χτε­ρὸ κρύ­ο καὶ φό­ρε­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ γάν­τια. Πέ­ρα­σε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πρω­ι­νὸ χω­ρὶς νὰ ἐ­κτε­λέ­σουν τ’ ἀλ­λό­κο­τα δά­χτυ­λά μου κά­ποι­ο μου­σι­κὸ ἔρ­γο. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­βγα­λα τὰ γάν­τια, τὰ ἀν­τι­λή­φθη­κα νὰ λυ­γί­ζουν καὶ νὰ τεν­τώ­νον­ται σὲ μιὰ προ­ε­τοι­μα­σί­α βιρ­του­ό­ζι­κης ἐ­κτέ­λε­σης. Τὰ πρό­λα­βα ξα­να­φο­ρών­τας τὰ γάν­τια. Αὐ­τὸ ἦ­ταν. Κα­μί­α κί­νη­ση. Κοι­μή­θη­κα ἔ­τσι ἀ­κό­μα καὶ τὸ βρά­δυ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα προ­μη­θεύ­τη­κα γάν­τια ὅ­λων των εἰ­δῶν: μάλ­λι­να, βαμ­βα­κε­ρά, σα­τέν, δερ­μά­τι­να, πλα­στι­κὰ καὶ τῆς μιᾶς χρή­σης. Δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ τὸ ἀ­φή­σω νὰ μοῦ ξα­να­συμ­βεῖ. Θὰ ἔ­παι­ζα μό­νο σὲ πιά­νο κι ὄ­χι στὸν ἀ­έ­ρα.

        Ὁ Λου­κᾶς μὲ γνώ­ρι­σε νὰ φο­ρά­ω τὰ γάν­τια μου καὶ νὰ πί­νω κα­φέ. Τὸ θε­ώ­ρη­σε πο­λὺ σὶκ καὶ θέ­λη­σε νὰ ξα­να­βρε­θοῦ­με. Τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ δὲν κρα­τή­θη­κε καὶ μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἡ ἐμ­μο­νή μου μὲ τὰ γάν­τια εἶ­ναι κά­τι σὰν μό­δα ἢ ἔ­χω κά­ποι­ο πρό­βλη­μα στὰ χέ­ρια. Τὰ ἔ­βγα­λα, λοι­πόν, καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο τὰ μα­κριὰ μυ­ώ­δη δά­χτυ­λα πῆ­ραν θέ­ση στὸ τρα­πέ­ζι, κι ἀ­π’ ὅ­σο κα­τά­λα­βα ἀ­πὸ τὴν ἔ­ναρ­ξη καὶ τὰ με­γά­λα ἀρ­πὲζ τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ, ἦ­ταν ἡ σο­νά­τα «ὑ­πὸ τὸ σε­λη­νό­φως» τοῦ Μπε­τό­βεν. Ὁ Λου­κᾶς στὴν ἀρ­χὴ νό­μι­ζε ὅ­τι ἀ­στει­εύ­ο­μαι. Ἔ­βλε­πε ὅ­μως ὅ­τι δὲν στα­μα­τοῦ­σα, κι ἄρ­χι­σε νὰ κοι­τά­ζει γύ­ρω του σα­στι­σμέ­νος. Τέ­λος, θυ­μή­θη­κε μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δου­λειὰ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει κι ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας.

        Μὲ τὰ χρό­νια συ­νή­θι­σα τὰ γάν­τια καὶ ξέ­χα­σα τ’ ἀλ­λό­κο­τα δά­χτυ­λα. Σὲ για­τροὺς δὲν ξα­να­πῆ­γα, ἔ­φτα­σα πε­νήν­τα χρό­νων καὶ ζῶ μό­νη μου. Ἐρ­γά­ζο­μαι ὡς μου­σι­κὸς καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ σὲ κον­τσέρ­τα καὶ συ­ναυ­λί­ες ἀ­να­τρέ­χω στὴ μου­σι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ μυα­λοῦ μου, βρί­σκω τὰ πρὸς ἐ­κτέ­λε­ση ἔρ­γα καὶ βά­ζω στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α τὸν αὐ­τό­μα­το πι­λό­το. Τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν μου, ὅ­ταν ἀ­παλ­λάσ­σον­ται ἀ­π’ τὰ γάν­τια, με­γα­λουρ­γοῦν κι ὅ­λοι μὲ θε­ω­ροῦν μιὰ με­γά­λη σο­λί­στ μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τα­λέν­το. Ἡ σο­λί­στ «μὲ τὸ γάν­τι».



Πη­γή: Ζω­ὲς σὲ ἀ­να­δί­πλω­ση (δι­η­γή­μα­τα, ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2014)

Λί­να Βα­λε­το­πού­λου (Βό­λος). Σπού­δα­σε κλα­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ εἶ­ναι δι­πλω­μα­τοῦ­χος πιά­νου. Ἐρ­γά­στη­κε στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γή­τρια μου­σι­κῆς. Ἔ­χει κά­νει σπου­δὲς στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Γνω­ρί­ζει ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴ συλ­λο­γι­κὴ ἔκ­δο­ση «Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς 2» (ἔκδ. Ὀ­σε­λό­τος, Ἀ­θή­να 2013), καὶ ἀλλοῦ.


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ἂν δὲν θυμᾶσαι, τοῦ λέω, νὰ κοιτάξεις τὴ βέρα, τὸ γράφει μέσα



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

 

Ἂν δὲν θυμᾶσαι, τοῦ λέω, νὰ κοιτάξεις τὴ βέρα,

τὸ γράφει μέσα

.

Ἐπέτειος

.

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.