1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα [Πέρας τῆς σειρᾶς]: Ἐ­κρέ­μα­σα φού­ντα εἰς τὸ γένος μου



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα [Πέρας τῆς σειρᾶς]


Ἐ­κρέ­μα­σα φού­ντα εἰς τὸ γένος μου(1)

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΟΣΑΙΣ ΦΟΡΑΙΣ καὶ ἂν ἐ­γρά­φθη εἰς ξέ­νην στρα­τι­ω­τι­κὴν ὑ­πη­ρε­σί­αν, δὲν ἐ­κρέ­μα­σε πο­τὲ φούν­τα εἰς τὸ σπα­θί του, ἐ­ξη­γῶν κα­τὰ γράμ­μα τοὺς στί­χους τοῦ πο­λε­μι­στη­ρί­ου ἄ­σμα­τος τοῦ Ρή­γα:

Κάλ­λιο γιὰ τὴν πα­τρί­δα κα­νέ­νας νὰ χα­θῇ,

ἢ νὰ κρε­μά­σῃ φούν­τα γιὰ ξέ­νον στὸ σπα­θί.»


(1) Γράφει ὁ ἴδιος: «Ἐ­φύλα­ξα πίστιν εἰς τὴν παραγ­γελί­αν του [τοῦ Ρήγα], καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀξί­ωσε καὶ ἐ­κρέ­μα­σα φού­ντα εἰς τὸ γένος μου, ὡς στρα­τι­ώ­της του· χρυ­σῆ φού­ντα δὲν ἐ­στό­λι­σε πο­τὲ τὸ σπα­θί μου, ὅταν ἔ­παιρ­να δού­λευ­σιν εἰς ξέ­να κράτη.» («Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. κζ´). [Σημ. Γ. Βλ.]
Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρώ­νης» σ. 276 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).


Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 188 [Τἰτλος: «375.— Ἡ φούν­τα τοῦ σπα­θιοῦ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης..

Εἰκόνα: Κὰρλ Κρατσάιζεν (Karl Kra­ze­isen, 1794-1878), Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης (1828). Λι­θο­γρα­φία σὲ χαρ­τί, 29Χ23 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


			

Καλλιόπη Ἐξάρχου: Μαγειρική


Καλ­λι­ό­πη Ἐ­ξάρ­χου

 

Μα­γει­ρι­κή

 

ΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΟΛΑ γύ­ρω σου ση­μαί­νουν ὑ­πο­χώ­ρη­ση, μπαί­νεις μὲ μι­σὴ καρ­διὰ στὴν κου­ζί­να καὶ μα­γει­ρεύ­εις γε­μι­στὰ κο­λο­κυ­θά­κια αὐ­γο­λέ­μο­νο. Αἴφ­νης ἡ μυ­ρω­διά τους γί­νε­ται ἀρ­τη­ρί­α ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν ἐ­πο­χὴ τὴν πο­τι­σμέ­νη θω­πεῖ­ες ἀ­πὸ τὴ μα­γει­ρι­κή τῆς μά­νας. Λὲς καὶ τὸ κά­νει ἐ­πί­τη­δες, τὸ Δεύ­τε­ρο Πρό­γραμ­μα δι­α­λέ­γει ἕ­να τρα­γού­δι ἀ­σορ­τὶ καὶ μπερ­δεύ­ε­ται τὸ μέ­σα σου. Ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­νε­βαί­νει ἀ­κά­θε­κτη στὸ στό­μα ἡ γεύ­ση τοῦ κά­πο­τε, βά­ζεις τὰ δυ­να­τά σου νὰ χα­μο­γε­λά­σεις πά­νω ἀ­πὸ τὴν κα­τσα­ρό­λα, μή­πως καὶ πε­τύ­χει ἡ συν­τα­γὴ τῆς νο­σταλ­γί­ας.

        Τῆς ἄ­ρε­σε πο­λύ τῆς μά­νας μου ἡ μα­γει­ρι­κή. Τὴν ἐ­κτε­λοῦ­σε χω­ρὶς συν­τα­γὲς καὶ δό­σεις. Τὸ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­το, ἐ­ξάλ­λου, δὲν με­τρι­έ­ται σὲ γραμ­μά­ρια. Τοῦ φτά­νει μό­νο νὰ σαλ­πί­ζει τὸ αἷ­μα, γιὰ νὰ γί­νε­ται ἡ ἀ­νά­λη­ψη τῶν δα­χτύ­λων. Φαν­τα­στεῖ­τε δέ­κα δά­χτυ­λα ὅ­λο ἔ­παρ­ση —τὸ κα­θέ­να νὰ κι­νεῖ­ται γιὰ λο­γα­ρια­σμό του— νὰ ἐ­ξο­ρί­ζουν ξη­ρα­σί­ες καὶ στε­ρη­τι­κά, νὰ ἐ­ξο­ρύσ­σουν ὑ­γρὰ ρί­γη, νὰ γδέρ­νουν ἀ­πὸ πά­νω τους τὴν κρού­στα, νὰ ἁρ­πά­ζουν τὸ με­δού­λι καὶ νὰ τὸ στραγ­γα­λί­ζουν μέ­χρι στα­γό­νας. Ἀ­κο­λού­θη­σα τὴν τα­κτι­κή της μέ­χρι κε­ραί­ας, ὅ­ταν μπῆ­κα στὴν κου­ζί­να. Τοῦ γρα­φέ­α. Ἔ­πρε­πε πρῶ­τα ἀ­πὸ ὅ­λα νὰ ἐμ­πι­στευ­τῶ τὴ Φω­νή μου. Γιὰ τὴν ἀ­λη­θεί­α τοῦ πράγ­μα­τος.

        Τό­τε ἄρ­χι­σε τὸ μαρ­τύ­ριο τῶν λέ­ξε­ων καὶ τὸ δι­κό μου. Για­τί αὐ­τὴ καὶ ὄ­χι τὴν ἄλ­λη; Για­τί μὲ αὐ­τὴ τὴ σει­ρά; Ἡ πρω­το­κα­θε­δρί­α τους ἦ­ταν τὸ με­γά­λο πρό­βλη­μα. Καὶ ὄ­χι μό­νο. Δι­εκ­δι­κοῦ­σαν καὶ ἄλ­λα προ­νό­μια. Τὴ μου­σι­κό­τη­τά τους νὰ ἀ­κού­σω. Μοῦ ἔ­λε­γαν ὅ­τι δο­νοῦν­ται, σὰν βροῦν κα­τάλ­λη­λο τὸν τό­πο. Ἐκ­πλη­κτι­κὸ πῶς. Μοῦ ὑ­πό­σχον­ταν κά­θε μί­α γιὰ λο­γα­ρια­σμὸ της εὐ­γο­νί­α καὶ εὐ­καρ­πί­α.

        Στὸ χέ­ρι μου ἦ­ταν νὰ πά­ρω τὴν ἀ­πό­φα­ση. Τὴ δύ­σκο­λη ἀ­πό­φα­ση, ποὺ θὰ μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω ὅ­τι ἤγ­γι­κεν ὁ χρό­νος νὰ βά­λω τε­λεί­α. Οὔ­τε λό­γος, βέ­βαι­α, γιὰ τὸ τα­ξί­δι τὸ χα­ῶ­δες, τὸ ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το στὴ συ­νάν­τη­σή τους μὲ τὸν Ἄλ­λον ποὺ χτυ­πά­ει σὰν καμ­πά­να τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης. Καὶ πῶς νὰ μὴν τὸ εὐ­τε­λί­σεις, με­τα­θέ­τον­τας τὰ ὅ­ρια της πέ­ραν ἀ­πὸ ἐ­σέ­να, ὥ­σπου νὰ κερ­δί­σεις τὸ «ἀ­γα­πᾶ­τε ἀλ­λή­λους».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Καλ­λι­ό­πη Ἐ­ξάρ­χου Ἀ­να­πλη­ρώ­τρια Κα­θη­γή­τρια Θε­α­τρο­λο­γί­ας στὸ Τμῆ­μα Γαλ­λι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Α.Π.Θ. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α καὶ Θε­ω­ρί­α τοῦ Θε­ά­τρου. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει βι­βλί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος, λο­γο­τε­χνί­ας καὶ με­τα­φρά­σεις. Πρό­σφα­τα βι­βλί­α της Ὀ­νο­μά­ζο­μαι… Γυ­ναί­κα (θέ­α­τρο, University Studio Press, 2005), Τό­σο ἤ­θε­λε τὸ στῆ­θος (ποί­η­ση, Σο­κό­λη, 2020), Ἡ κυ­ρί­α Χ (δι­η­γή­μα­τα, Σο­κό­λη, 2018). Εἶ­ναι μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς (ποί­η­ση) τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δί­ο­δος, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐκ­δί­δε­ται στὴ Δρά­μα.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Φίλοι καὶ ἐχθροί



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Φίλοι καὶ ἐχθροί

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΑΝΗΝ τοῦ μα­κα­ρί­του Ἀ. Ζα­ΐ­μη, ἀ­κο­λου­θῶν­τας τὸ λεί­ψα­νον ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἔ­κλαι­γεν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα. Ὁ Κύ­ριος Τ. ζη­λω­τὴς ν’ ἀ­κού­σῃ τὴν καρ­δί­αν του, τοῦ λέ­γει:

       — »Δὲν ἐν­θυ­μεῖ­σαι τὰς δι­χο­νοί­ας σας;

       »Ἀ­πε­κρί­θη:

       — »Ἐ­στα­θή­κα­μεν συ­χνὰ ἐ­χθροὶ ἀ­νά­με­σόν μας, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἐ­μί­ση­σα πο­τέ.

       »Δεί­χνον­τάς του συγ­χρό­νως ἄλ­λον ἔ­ξο­χον Ἀ­γω­νι­στὴν τῆς πα­τρί­δος, τοῦ εἶ­πεν:

       — »Ἐ­στα­θή­κα­μεν συ­χνὰ φί­λοι, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἀ­γά­πη­σα πο­τέ.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 281 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 219 [Τίτλος: «480.— Φί­λοι κ’ ἐ­χτροί.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Τζιο­βά­νι Μπό­τζι (Gio­van­ni Bog­gi, 1770-1833), Κο­λο­κο­τρό­νης (1825). Ἔγ­χρω­μη λι­θο­γρα­φία (Ἐθ­νι­κὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Μου­σεῖο).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Κώστας Καναβούρης: Βράδυ τῶν κουρασμένων ἀνθρώπων


Κώ­στας Κα­να­βού­ρης


Βρά­δυ τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων


ΕΤΑΡΤΗ, ΜΙΑ ΤΕΤΑΡΤΗ, γύ­ρω στὶς 7 τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τί ἀ­πό­γευ­μα δη­λα­δή, πὲς βρά­δυ κα­λύ­τε­ρα. Μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ ξε­κι­νά­ει ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ τοῦ με­τρὸ «Νο­μι­σμα­το­κο­πεῖ­ο». Δὲν ξέ­ρω για­τί, ἀλ­λά, ὅ­ταν εἶ­ναι νω­ρὶς τὸ βρά­δυ καὶ εἶ­σαι μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ὅ­που κι ἂν πά­ει αὐ­τό, καὶ εἶ­ναι βα­θὺς χει­μώ­νας καὶ τὸ μέ­σα κρύ­ο μπερ­δεύ­ε­ται μὲ τὸ ἔ­ξω, τό­τε νο­μί­ζω πὼς εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων.  Ὄ­χι τό­σο στὸ με­τρό, ὅ­σο στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Θὲς ὁ φω­τι­σμός, θὲς ποὺ κοι­τά­ζεις ἔ­ξω μιὰ πό­λη κου­ρα­σμέ­νη, θὲς ποὺ τὸ ψι­λό­βρο­χο τρυ­πά­ει τὸ πε­ζο­δρό­μιο σὰν βι­τρι­ο­λι­κὸ χι­οῦ­μορ ἐκ­δί­κη­σης, θὲς ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­νε­βαί­νουν στὸ ὄ­χη­μα σὰν νὰ τὸ πε­ρί­με­ναν χί­λια χρό­νια ἢ ἀ­πὸ κά­ποι­ον προ­η­γού­με­νο χει­μώ­να χω­ρὶς ἄ­νοι­ξη, γε­γο­νὸς εἶ­ναι πὼς σὲ μιὰ Τε­τάρ­τη Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, στὶς 7 τὸ βρά­δυ, στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο καὶ γύ­ρω τρι­γύ­ρω χει­μώ­νας, βου­λιά­ζεις μέ­σα στὴν κού­ρα­ση τῶν ἀν­θρώ­πων.

        Για­τὶ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν πη­γαί­νουν, οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­πι­στρέ­φουν. Καὶ δὲν εἶ­ναι χα­ρού­με­νοι ποὺ ἐ­πι­στρέ­φουν, οὔ­τε εἶ­ναι χα­ρού­με­νοι ποὺ ἔ­φυ­γαν. Ἀ­π’ ὅ­που κι ἂν ἔ­φυ­γαν. Καὶ δὲν εἶ­ναι σι­ω­πη­λοί. Εἶ­ναι ἀ­μί­λη­τοι. Μὲ πολ­λὲς ἧτ­τες σω­ρι­α­σμέ­νες μέ­σα στὰ μά­τια τους. Ἀ­νε­λέ­η­τες ἧτ­τες.

        Βρί­σκω ἕ­να κά­θι­σμα ὅ­που μπο­ρῶ νὰ κα­θί­σω, ἕ­τοι­μος βέ­βαι­α νὰ ση­κω­θῶ, ἀ­φοῦ τὰ μέ­τρα γιὰ τὸν κο­ρω­νο­ϊ­ὸ μοιά­ζουν μὲ τὴν πα­ροι­μί­α «Τέ­τοι­α ὥ­ρα, τέ­τοι­α λό­για». Μέ­σα στὸ σα­κί­διο ἔ­χω τὰ «Ἅ­παν­τα» τοῦ Καί­σα­ρα Βα­λι­έ­χο (1892-1938). Ὁ μέ­γας Πε­ρου­βια­νὸς ποι­η­τής. Με­γά­λο μέ­ρος τῆς ἐ­νή­λι­κης ζω­ῆς του τὸ πέ­ρα­σε σι­τι­ζό­με­νος ἐ­λά­χι­στα. Πέ­θα­νε, κα­τέρ­ρευ­σε κα­λύ­τε­ρα, στὸ Πα­ρί­σι, λί­γο με­τὰ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν δη­μο­κρα­τι­κῶν δυ­νά­με­ων στὴν Ἱ­σπα­νί­α.

        Χαί­ρο­μαι για­τὶ θὰ δι­α­βά­σω κά­ποι­α ποι­ή­μα­τά του στὸ Τρί­το Πρό­γραμ­μα. Ἐ­κεῖ πη­γαί­νω. Καὶ πη­γαί­νω μέ­σα στὸν χει­μώ­να τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Τοὺς βλέ­πω κι ἀ­νοί­γω τὰ «Ἅ­παν­τα» στὸ τέ­ταρ­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο τοῦ Βα­λι­έ­χο, ποὺ ἔ­χει τί­τλο «Ἱ­σπα­νί­α πα­ρελ­θέ­τω ἀ­π’ ἐ­μοῦ τὸ πο­τή­ριον τοῦ­το» (Σε­πτέμ­βριος-Νο­έμ­βριος 1937).  Ἔ­χω ση­μα­δέ­ψει τὴ σε­λί­δα σ’ ἕ­να ποί­η­μα ποὺ μὲ συγ­κλό­νι­σε κι ἔ­χει τί­τλο «Χει­μώ­νας στὴ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νέλ». Καὶ λέ­ει σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο:

        «(…) Κοί­τα­ξα τὸ πτῶ­μα, τὴ σύν­το­μη ὁ­ρα­τή του τά­ξη / καὶ τὴ βρα­δύ­τα­τη φουρ­τού­να τῆς ψυ­χῆς του· / τὸ ’­δα νὰ ἐ­πι­ζεῖ, εἶ­χε τὸ στό­μα / τὴ μι­σο­κομ­μέ­νη ἡ­λι­κί­α δύ­ο στο­μά­των. / Φώ­να­ξαν τὸν ἀ­ριθ­μό του: κομ­μά­τια. / Φώ­να­ξαν τὴν ἀ­γά­πη του: δὲν φε­λοῦ­σε! / Φώ­να­ξαν τὴ σφαί­ρα του: νε­κρὴ κι ἐ­κεί­νη!».

        «Χει­μώ­νας στὴ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νέλ». Χει­μώ­νας σὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς Ἀ­θή­νας, χει­μώ­νας μιᾶς μά­χης μὲ μιὰ στρα­τιὰ ἀ­πὸ κου­ρα­σμέ­να μά­τια. Ἡ ἥτ­τα τῆς μά­χης τοῦ Τε­ρο­νὲλ συ­νε­χί­ζε­ται, κα­θὼς τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο προ­χω­ρά­ει ἀ­πὸ στά­ση σὲ στά­ση. Φεύ­γουν κι ἔρ­χον­ται οἱ πι­κροὶ στρα­τι­ῶ­τες τῶν ξε­χα­σμέ­νων ἐ­ρώ­των, τῶν ἄ­τυ­χων σω­μά­των, τῶν πα­ραι­τη­μέ­νων ἐ­ρώ­των μέ­σα στὰ ἄ­χρη­στα με­ρο­κά­μα­τα καὶ στὶς ἀ­συμ­πέ­ρα­στες ἀ­σύμ­με­τρες ἧτ­τες.

        Στὸ πί­σω μου κά­θι­σμα μιὰ γυ­ναί­κα κου­βεν­τιά­ζει μὲ τὴν ἀ­πέ­ναν­τι. Μα­σοῦν τὶς λέ­ξεις κρο­τα­λί­ζον­τας ἕ­ναν ἀ­νύ­παρ­κτο ζό­φο. Ἐ­κτί­ουν ποι­νὴ καὶ δὲν τὸ ξέ­ρουν. Τί γιὰ τὰ ἐμ­βό­λια λέ­νε ποὺ εἶ­ναι κα­τά­ρα καὶ ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «μας». Τί γιὰ τὴ θεί­α κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν κολ­λά­ει, τί ὅ­τι θέ­λουν νὰ ἀ­πα­γο­ρεύ­σουν (ποι­οὶ ἄ­ρα­γε;) τὴ λει­τουρ­γί­α. Τί γιὰ τοὺς «ξέ­νους» ποὺ θὰ μᾶς κα­τα­κτή­σουν καὶ γιὰ τοὺς «Εὐ­ρω­παί­ους» ποὺ μᾶς μι­σοῦν…

        Κρα­τά­ω στὰ χέ­ρια μου τὸν Βα­λι­έ­χο. Γι’ αὐ­τὸ ἔ­γι­νε ἡ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νὲλ καὶ ἡ­  Ἔ­ξο­δος τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου καὶ ἡ σφα­γὴ τῶν Ψα­ρῶν καὶ τῆς Χί­ου καὶ ἡ μά­χη τοῦ Μα­τζι­κὲρτ καὶ ὁ Σι­κε­λι­κὸς Ἑ­σπε­ρι­νὸς καὶ ἡ θυ­σί­α τοῦ Τζορ­ντά­νο Μπροῦ­νο; Γιὰ νὰ χα­θεῖ ἡ μά­χη μέ­σα σὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο κά­ποι­ο βρά­δυ, κά­που στὸν κό­σμο, κά­ποι­α χει­μω­νι­ά­τι­κη Τε­τάρ­τη;

        Ξα­να­νοί­γω τὸν Βα­λι­έ­χο προ­σε­κτι­κὰ σὰν νὰ δι­α­βά­ζω πα­ρά­νο­μη προ­κή­ρυ­ξη: «Φώ­να­ξαν τὴ σφαί­ρα του: νε­κρὴ κι ἐ­κεί­νη». Για­τὶ νε­κρὸς εἶ­ναι ὁ θά­να­τός μας.

        Κα­τε­βαί­νω ἀ­πὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Ναί: Θὰ δι­α­βά­σω Καί­σα­ρα Βα­λι­έ­χο. Ναί: Γι’ αὐ­τὸ ἔ­γι­ναν ὅ­λα. Για­τί, ναί: Εἶ­ναι βρά­δυ τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Καὶ ὅ­πως κα­τε­βαί­νω ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι δί­πλα μου μιὰ κί­νη­ση. Μα­ζί μου «κα­τέ­βη­κε» κι ἐ­κεῖ­νος ὁ ἐ­ξαί­σιος ποι­η­τὴς Σάν­τρο Πέ­να, ποὺ εἶ­δε φα­σι­σμοὺς καὶ φα­σι­σμοὺς νὰ τοῦ παίρ­νουν τὴ ζω­ή. Καὶ μοῦ λέ­ει: «Εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι κου­ρα­σμέ­νοι μό­νο· ἀλ­λὰ ὄ­χι εὐ­τε­λεῖς.» Κι ἔ­φυ­γε. Πῆ­γα κι ἐ­γώ.



Πη­γή: ἔφ. Ἡ Αὐ­γή, 16-01-2022.

https://www.avgi.gr/tehnes/405536_brady-ton-koyrasmenon-anthropon?amp

Kώστας Kαναβούρης (Kαβάλα 1955). Eἶναι πτυχιούχος Πολιτικῶν Eπι­στη­μῶν. Ἀπό τὸ 1992 εἶναι μέλος τῆς EΣHEA. Δούλεψε στὶς ἐφημερίδες Pι­ζο­σπάστης, Nέα, Mεσημβρινή, Ἔθνος, Ἐπενδυτής καὶ σὲ πολλοὺς ρα­διο­φω­νικοὺς σταθμούς. Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1995 εἶχε τὴν ἐκπομπὴ βιβλίου Bιβλιοθέαση στὸ τηλεοπτικὸ κανάλι Seven. Συνεργάζεται μὲ τὴν Kυ­ρια­κάτικη Aὐγ καὶ τὸ ραδιοφωνικὸ σταθμὸ NET 105,8. Ἔχουν εκδοθεῖ ὀκτώ συλ­λογές του μὲ ποιήματα, ἕνα βιβλίο μὲ δημοσιογραφικὰ κείμενα, μία συλλογὴ ἀφηγημάτων, καὶ μία νουβέλα. Πρῶτο του βιβλίο Ἡ δια­χω­ρι­στι­κὴ γραμμὴ τοῦ τοπίου (ποίηση, Ηριδανός, 1983)



		

	

Νατάσα Κεσμέτη: Γειτονικὲς πλὴν ἄγνωστες σφραγίδες


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Γει­το­νι­κές πλήν ἄ­γνω­στες Σφρα­γί­δες


ΟΛΥ ΗΣΥΧΟΣ ἄν­θρω­πος. Τήν πρώ­τη φο­ρά πού μᾶς μί­λη­σε ἦ­ταν ὅ­ταν ἦρ­θε καί μᾶς ζή­τη­σε νά κά­νου­με κά­τι μέ τή Σίλ­κυ πού ἐ­νο­χλοῦ­σε τά βρά­δια τήν γυ­ναί­κα του. Ἡ Σίλ­κυ ἦ­ταν ὁ σκύ­λος μας πού γαύ­γι­ζε στίς σκι­ές, στά πε­τού­με­να καί ἔ­τρε­χε πά­νω-κά­τω στήν αὐ­λή. Ἡ κρε­βα­το­κά­μα­ρά τους ἔ­βλε­πε στόν ἀ­κά­λυ­πτο. Τήν πυ­ρό­ξαν­θη Σίλ­κυ τήν ἄ­κου­γαν, ἰ­δί­ως τά κα­λο­και­ρι­νά βρά­δια, ὅ­ταν ἔ­στρω­ναν νά κοι­μη­θοῦν στό μπαλ­κό­νι τους. Ἀ­κό­μα τό­τε, δη­λα­δή μέ­σα στά 1980, οἱ λη­στεῖ­ες καί οἱ μα­φί­ες δέν εἶ­χαν κα­τα­τρο­μά­ξει τόν κό­σμο.

        Ἦ­ταν πο­λύ ἥ­συ­χος ἄν­θρω­πος. Μό­νον ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­κου­γό­ταν, ἀλ­λά ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς της πλη­ρο­φο­ροῦ­σε λά­θος. Οὔ­τε σκλη­ρή, οὔ­τε κα­κό­τρο­πη ἦ­ταν. Εἶ­χε ὑ­πεύ­θυ­νη θέ­ση κά­που καί μᾶλ­λον γύ­ρι­ζε σπί­τι της ξε­θε­ω­μέ­νη. Φαί­νε­ται πώς καί οἱ δύ­ο ἀ­γα­ποῦ­σαν τήν ἡ­συ­χί­α, ἀλ­λά, ὡς συ­νή­θως, τά χα­ρί­σμα­τα δέν φαί­νον­ται, καί κυ­ρί­ως αὐ­τά πού ἀ­νή­κουν στούς «ἁ­πλούς καί κα­θη­με­ρι­νούς ἀν­θρώ­πους». Φα­νε­ρώ­νουν τί­πο­τα αὐ­τές οἱ ἀ­ρα­χνι­α­σμέ­νες λέ­ξεις; Ὅ­πως καί ἡ ἄλ­λη: συ­νη­θι­σμέ­νοι, δη­λώ­νουν μάλ­λον τήν ἀ­φη­ρη­μά­δα τῶν πα­ρα­τη­ρη­τῶν καί τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τους. Δη­λα­δή τήν ἀ­φη­ρη­μά­δα καί τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ἀ­πό μᾶς. Τό ἀ­κρι­βέ­στε­ρο θά ἦ­ταν: ὅ­λων μας.

        Ὅ­ταν πέ­θα­νε ξαφ­νι­κά ἐ­κεῖ­νος, νέ­ος ἀ­κό­μα, ἔ­γι­νε γνω­στός ὁ θη­σαυ­ρός του καί σέ μᾶς, τούς γεί­το­νες. Τό μα­κρο­χρό­νιο με­ρά­κι του, τό μέ­γε­θος τῆς ὑ­πο­μο­νῆς καί τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος του, ἀλ­λά καί ὁ ἴ­διος ὁ θη­σαυ­ρός: μιά τε­ρά­στια συλ­λο­γή ἀ­πό κά­θε λο­γῆς χει­ρο­ποί­η­τη­τες σφρα­γί­δες ξυ­λό­γλυ­πτες ἤ σκα­λι­σμέ­νες σέ ἄλ­λα ὑ­λι­κά. Ἐ­ξαι­ρε­τι­κά με­γά­λες ἀλ­λά καί σέ μέ­γε­θος δα­χτυ­λή­θρας. Παμ­πά­λαι­ες, μαυ­ρι­σμέ­νες, χτυ­πη­μέ­νες, ἴ­σως καί μι­σο­κα­μέ­νες πού ὅ­μως ἔ­βρι­σκε τρό­πους νά τίς ἀ­πο­κα­θι­στᾶ καί νά τίς συν­τη­ρεῖ. Δι­α­βά­σα­με ξαφ­νι­α­σμέ­νοι:


Το Σάβ­βα­το 25 Ο­κτω­βρί­ου 2014 έ­φυ­γε ξαφ­νι­κά α­πό τη ζω­ή το ε­κλε­κτό μέ­λος του Σω­μα­τεί­ου των Φί­λων του Νο­μι­σμα­τι­κού Μου­σεί­ου, ο συλ­λέ­κτης Φρί­ξος Πι.

            Ὁ Φρί­ξος Πι. ή­ταν μέ­λος μας α­πό το 2002, άν­θρω­πος καλ­λι­ερ­γη­μέ­νος, λά­τρης της ι­στο­ρί­ας και της πα­ρά­δο­σης, φα­να­τι­κός συλ­λέ­κτης πα­λαι­ών αν­τι­κει­μέ­νων κα­θη­με­ρι­νής χρή­σης (σφρα­γί­δες άρ­του, κλει­διά, νο­μί­σμα­τα κ. ά.) και ά­ρι­στος γνώ­στης της ι­στο­ρι­κής τους α­ξί­ας, μι­λού­σε πάν­τα γι’ αυ­τά με α­γά­πη και πε­ρη­φά­νια.

            Ή­ταν άν­θρω­πος ευ­γε­νι­κός, δρα­στή­ριος , δη­μι­ουρ­γι­κός και α­κού­ρα­στος, παν­τα­χού πα­ρών στις εκ­δη­λώ­σεις του Σω­μα­τεί­ου, στις εκ­δρο­μές, στις δι­α­λέ­ξεις, στους αρ­χαι­ο­λο­γι­κούς πε­ρι­πά­τους με τον κα­λό το λό­γο για ό­λους και για ό­λα και πάν­τα με το χα­μό­γε­λο στο κα­λω­συ­νά­το πρό­σω­πό του.

            Εί­ναι μια με­γά­λη α­πώ­λεια για μας. Πραγ­μα­τι­κά θα μας λεί­ψει το α­μεί­ω­το εν­δι­α­φέ­ρον του για τις δι­α­χρο­νι­κές α­ξί­ες της ζω­ής, η αρ­χαι­ο­γνω­σί­α του, ο εν­θου­σια­σμός του και η α­γά­πη του για την πα­ρά­δο­ση, την ι­στο­ρί­α του τό­που μας, τα αρ­χαί­α μνη­μεί­α και τέ­χνερ­γα.

            Την πλού­σια συλ­λο­γή του σφρα­γί­δων άρ­του μπο­ρεί κα­νείς να θαυ­μά­σει στο Μου­σεί­ο Άρ­του των Α­λευ­ρό­μυ­λων Λού­λη στο Κε­ρα­τσί­νι. Τα μέ­λη του Δι­οι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου εκ­φρά­ζουν ει­λι­κρι­νή συλ­λυ­πη­τή­ρια στην οι­κο­γέ­νειά του


Εἶ­χε φρον­τί­σει λοι­πόν νά χα­ρί­σει τίς Εὐ­χα­ρι­στια­κές Σφρα­γί­δες του, πού δέν ἦ­ταν τό μό­νο του με­ρά­κι. Ὁ συλ­λε­κτι­κός του ἐν­θου­σια­σμός ἐ­πε­κτει­νό­ταν καί σέ πολ­λά ἄλ­λα πράγ­μα­τα μέ­σα σέ θαυ­μά­σι­ες βι­τρί­νες, τό­σο πού τό σπί­τι τους ἦ­ταν ἕ­να μι­κρό, ἀ­φα­νές, μου­σεῖ­ο. Τί­πο­τα ὡ­στό­σο δέν ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­σο τίς σφρα­γί­δες. Θά μπο­ροῦ­σε νά ἰ­σχύ­σει γι’ αὐ­τόν ὁ λό­γος τοῦ Ἄγ­γλου ζω­γρά­φου Eliot Hodgkin πώς τόν ἐν­δι­έ­φε­ραν ἐ­κεῖ­να πού κα­νείς δέ γυ­ρί­ζει νά δεῖ δυ­ό φο­ρές. Ἀλ­λά μά­θα­με πώς ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε δώ­σει κά­πο­τε μιάν ἄλ­λη ἐ­ξή­γη­ση: ἡ μά­να του τόν ἔ­βγα­λε ἀ­πό τήν πυρ­κα­γιά τῆς Σμύρ­νης καί, ἀ­νά­με­σα στά ἐ­λά­χι­στα πού πρό­λα­βε νά πά­ρει ἀ­πό τό σπί­τι τους, ἦ­σαν δυ­ό πα­νάρ­χαι­ες ὅ­σο καί ἀ­συ­νή­θι­στες ξυ­λό­γλυ­πτες σφρα­γί­δες. Οὔ­τε εἰ­κό­νες, οὔ­τε χρυ­σα­φι­κά, οὔ­τε ροῦ­χα, οὔ­τε τί­πο­τα ἄλ­λο, ἐ­κτός ἀ­πό τό ἐγ­χά­ρα­κτο πά­νω τους Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός Νι­κᾷ. Ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν πώς αὐ­τές τούς ἔ­σω­σαν κι ἀ­πό τίς φλό­γες κι ἀ­πό τή σφα­γή.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖα της βι­βλί­α: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012 καὶ IVA. Ἔ­σοπ­τρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης, Ἁρμός, 2017.


Είκόνα: Ἔργο τοῦ ζωγράφου Γεωργίου Μανουσάκη (Ηράκλειο Κρήτης 1914 – Αθήνα 2003).

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μαθαίνοντας ἀπὸ τὰ πουλιά



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Μαθαίνοντας ἀπὸ τὰ πουλιά

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕ στὸ Φω­τά­κο νὰ πά­ῃ νὰ κα­τα­σκο­πέ­ψῃ κα­τὰ τὸν Ἅ­ϊ-Σώ­στη τὸ χω­ριό.

       — Νὰ πᾷς τρι­γύ­ρω καὶ ξέ­μα­κρα, εἶ­πε, νὰ μὴ σὲ τρώ­ῃ τὸ βό­λι. Πρό­σε­ξε στὸ δρό­μο τὰ μι­κρο­πού­λια· ἂν τὰ ση­κώ­νῃς καὶ περ­νᾶν ἀ­πά­νω ἀ­π’ τὸ χω­ριό, ἢ κά­θων­ται μέ­σα ἄ­φο­βα, τό­τε δὲν εἶ­ναι Τοῦρ­κοι μέ­σα. Ἂν τὰ ἰ­δῇς ὅ­μως νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω φο­βι­σμέ­να καὶ νὰ κά­νουν ξαφ­νι­α­σμέ­νους γύ­ρους, τό­τε εἶ­ναι Τοῦρ­κοι στὸ χω­ριό.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Φω­τά­κου Ἀ­πο­μνημ., 1858, σ. 97.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 194 [Τίτλος: «397.— Τὸ πα­ρα­τη­ρη­τι­κό του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης..

Εἰκόνα: Νέστωρ Λ. Βαρ­βέ­ρης (1867-1954), Ὁ Κο­­λο­­κο­­τρώ­­νης κα­τευ­θυ­νό­με­νος πρὸς τὴ Νε­μέα (1908). Λά­δι σὲ μου­σα­μᾶ, 50Χ80 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

Μαρώ Τριανταφύλλου: Μακρακώμη Ἠλείας


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου


Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας

 

ΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΠΩΣ τὰ το­πω­νύ­μια ἀ­σκοῦν μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη γο­η­τεί­α εἰ­δι­κὰ στὸν ἀ­γε­ω­γρά­φη­το, πῶς κι­νη­το­ποι­οῦν τὴν φαν­τα­σί­α ὀ­δη­γών­τάς την σὲ θαυ­μα­στὲς οὐ­το­πί­ες. Βε­βαί­ως ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα μα­θαί­νει τὴν ἀ­λή­θεια κά­πως ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­ται ἀλ­λὰ τί ση­μα­σί­α ἔ­χει; Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ θυ­μᾶ­ται μὲ σω­μα­τι­κὴ ἡ­δο­νὴ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες ποὺ φαν­τά­στη­κε. Αἴφ­νης ἐ­γώ, σὰν πρω­τά­κου­σα τὴν πό­λη Μα­κρα­κώ­μη μα­γεύ­τη­κα. Ἤ­μουν πο­λὺ μι­κρὸ παι­δί, δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σων ἐ­τῶν ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­μαι πὼς μό­λις εἶ­χα πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἄ­ρα ἕ­ξι ἢ ἑ­φτὰ μᾶλ­λον. Μα­κρα­κώ­μη, μοῦ φά­νη­κε σὰν ὄ­νο­μα ἀ­στε­ριοῦ. Θὰ ἦ­ταν κά­που μα­κριὰ ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἕ­να μέ­ρος δύ­σκο­λο νὰ πά­ει κα­νείς, ἴ­σως καὶ ἀ­δύ­να­το γιὰ τοὺς κοι­νοὺς θνη­τούς, ἀλ­λὰ φω­τει­νό, πο­λὺ φω­τει­νό, ἴ­σως καὶ λί­γο κρύ­ο, ὄ­χι, θὰ ἦ­ταν ἕ­να μέ­ρος πο­λὺ κρύ­ο ἀλ­λὰ τὸ κρύ­ο του θὰ ἦ­ταν λαμ­πε­ρὸ καὶ παι­χνι­δι­ά­ρι­κο. Κι ἔ­λε­γα μέ­σα μου πὼς ἐ­κεῖ θὰ ἔ­με­ναν κά­ποι­οι σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι ποὺ βα­ρέ­θη­καν τὸν κό­σμο τοῦ­το καὶ με­τα­κό­μι­σαν στὸ θαῦ­μα ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σαν οἱ  ἴ­διοι καὶ γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ ὑ­πέ­ρο­χο, πιὸ ἰ­ρι­δί­ζον κα­θὼς προ­στί­θεν­ται κα­θη­με­ρι­νὰ κι ἄλ­λοι σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι, ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν, δι­α­κρι­τι­κά, χω­ρὶς κα­κί­α καὶ ζή­λεια, νὰ ζή­σουν ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νοι ὁ κα­θέ­νας σὲ ὅ,τι ἀ­γα­πᾶ. Ἀρ­γό­τε­ρα, μὴν μὲ ρω­τή­σε­τε πό­τε καὶ για­τί, θε­ώ­ρη­σα ὅ­τι ἡ Μα­κρα­κώ­μη ἀ­πὸ μό­νη της δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὴ καὶ κόλ­λη­σα αὐ­θαί­ρε­τα τὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ «Ἠ­λεί­ας» (τό­τε δὲν ἤ­ξε­ρα καν τί θὰ πεῖ «αὐ­θαί­ρε­τα», κι οὔ­τε μὲ ἔ­νοια­ζε γιὰ νά ΄μαι εἰ­λι­κρι­νής, ἡ φαν­τα­σί­α εἶ­ναι βα­σί­λει­ο τῶν παι­δι­ῶν, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α εἶ­ναι στὸ στό­χα­στρο τῆς ἐ­ξου­σί­ας). «Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας» λοι­πόν. Για­τί καὶ ἡ «Ἠ­λεί­α» φάν­τα­ζε στὰ παι­δι­κά μου μά­τια ὡς τό­πος ξε­χω­ρι­στὸς καὶ μὲ ἀρ­χέ­γο­νη ὀ­μορ­φιὰ καὶ ποι­ό­τη­τα. Στὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα γε­ω­γρα­φί­ας —ποὺ τώ­ρα τὰ λέ­με «τέ­στ», θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ἡ ἀγ­γλι­κὴ λέ­ξη, τὰ κά­νει λι­γό­τε­ρα φο­βε­ρὰ καὶ ἀγ­χο­γό­να γιὰ τὰ παι­διά, ποὺ ὅ­λο καὶ πιὸ δύ­σκο­λα πιὰ μα­θαί­νουν νὰ τα­ξι­δεύ­ουν μὲ μα­γι­κὰ τρέ­να καὶ ὅ­λο καὶ πιὸ μι­κρὰ κα­βα­λοῦν πυ­ραύ­λους ποὺ τὰ σφη­νώ­νουν σὲ ἄ­πρε­πες ἀ­λή­θει­ες τῶν με­γά­λων, δη­λα­δὴ στὰ ψέ­μα­τα ποὺ γρή­γο­ρα ἀ­φο­μοι­ώ­νουν λαί­μαρ­γα οἱ μπόμ­πι­ρες γιὰ νὰ κερ­δί­σουν τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἐ­νη­λί­κων, τὴν ἀ­πο­δο­χή τους ἢ ἁ­πλῶς τὴν ἡ­συ­χί­α τους) σ’ αὐ­τὰ τὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα ἔ­γρα­φα μὲ ὡ­ραῖ­α στρογ­γυ­λὰ εὐ­α­νά­γνω­στα γράμ­μα­τα πὼς ὁ νο­μὸς Ἠ­λεί­ας βρί­σκε­ται στὴν βο­ρει­ο­δυ­τι­κὴ Πε­λο­πόν­νη­σο καὶ ἔ­χει με­γά­λη καὶ ἀρ­χαί­α ἱ­στο­ρί­α, ὅ­πως ὁ γει­το­νι­κός του νο­μὸς Ἀ­χα­ΐ­ας. Ἔ­παιρ­να κα­λὸ βαθ­μό.

        Κρυ­φὰ ὅ­μως στὸν χάρ­τη ποὺ κα­τα­σκεύ­α­ζαν οἱ λάμ­ψεις τῶν ἄ­στρων, στε­ρέ­ω­να μὲ δι­α­μαν­τέ­νι­ες πι­νε­ζοῦ­λες τὴν το­πο­θε­σί­α Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας, ση­μει­ώ­νον­τας πὼς κά­πο­τε πρέ­πει νὰ τα­ξι­δέ­ψω ὡς ἐ­κεῖ. Τε­λευ­ταῖα τὰ μά­τια μου σκο­τει­νιά­ζουν ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ξε­χω­ρί­σω τὰ ἀν­τι­κεί­με­να καὶ τὶς λέ­ξεις ποὺ τὰ προ­βάλ­λουν στὴν ὀ­θό­νη τοῦ νοῦ. Γερ­νῶ καὶ φο­βοῦ­μαι μή­πως δὲν προ­λά­βω.

Κυ­ρια­κή, 30/1/2022



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βι­βλί­ο­:­ Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).



		

	

Σταυρούλα Τσούπρου: Οἱ φιγοῦρες τοῦ Minotaure


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Οἱ φι­γοῦ­ρες τοῦ Minotaure


ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΩΝΙΑΚΗ βι­τρί­να, Ρή­νου καὶ Γορ­γο­πο­τά­μου, τί­πο­τε δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἀλ­λά­ξει. Ὁ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμός του πα­ρέ­με­νε πει­σμα­τι­κὰ ὁ ἴ­διος ποὺ ἦ­ταν ἐ­δῶ καὶ κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ χρό­νια. Κα­θρε­φτι­ζό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια, τὶς ἀν­τι­κολ­λη­τι­κὲς κα­τσα­ρό­λες τε­λευ­ταί­ας τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τὰ ἀ­ε­ρο­δυ­να­μι­κοῦ σχή­μα­τος πο­λυ­τη­γά­νια κοι­τά­ζον­τας τὸν, μο­νί­μως τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες, σκυ­θρω­πὸ ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, ἴ­σως καὶ μὲ σι­χα­σιά. Ἡ νε­α­ρὴ ὑ­πάλ­λη­λος, συ­νη­θι­σμέ­νη νὰ τὸν βλέ­πει κά­θε πρω­ῒ αὐ­τὴν τὴν ὥ­ρα, δέ­κα λε­πτὰ με­τὰ τὸ ἄ­νοιγ­μα, καρ­φω­μέ­νον στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο, δὲν ἔ­δι­νε πλέ­ον κα­μί­α ση­μα­σί­α· ἄλ­λος ἕ­νας σφυ­ριγ­μέ­νος, ποὺ κά­νει τὴν ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κὴ πε­ραν­τζά­δα του. Ἂν καί, μάλ­λον, ἡ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη καὶ ντυ­μέ­νη στὸ καν­τί­νι δε­σποι­νι­δού­λα δὲν θὰ χα­ρα­κτή­ρι­ζε τό­σο ἤ­πια τὴν ἐν λό­γῳ ἐμ­μο­νι­κὴ πα­ρου­σί­α.

        Στὴν δεύ­τε­ρη, Χα­λε­πᾶ καὶ Ταύ­ρου, δὲν μπό­ρε­σε νὰ κοι­τά­ξει μὲ τὴν ἄ­νε­σή της. Τὸ γνω­στὸ συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­τυ­χη­σα­σῶν καὶ ἀ­τυ­χη­σάν­των ἀλ­λο­δα­πῶν πτυ­χι­ού­χων τῆς προ­σφά­τως ἐ­πα­νευ­ρι­σκο­μέ­νης ἐν πο­λέ­μω πα­τρί­δας, κα­θά­ρι­ζε πυ­ρε­τω­δῶς τὰ τζά­μια τοῦ δεύ­τε­ρου μα­γα­ζιοῦ τῆς ἡ­μέ­ρας· θὰ  ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν πολ­λὰ ἀ­κό­μη μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα γιὰ νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το γιὰ τρί­α ἄ­το­μα. Με­σο­λα­βοῦ­σαν, ὅ­μως, δύ­ο οἰ­κο­δο­μι­κὰ τε­τρά­γω­να χω­ρὶς μα­γα­ζιὰ καὶ τό­σο πο­λὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Προ­σπά­θη­σε νὰ ἀρ­κε­στεῖ σὲ ἕ­να μο­νό­φυλ­λο στε­νὸ τζά­μι ποὺ μό­λις εἶ­χε στε­γνώ­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τί­κρι­σε αὔ­ξη­σε ἀν­τὶ νὰ μει­ώ­σει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της: τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ ἀ­φτὶ της εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μί­α μυ­τε­ρὴ ἄ­νω ἀ­πό­λη­ξη, καὶ μά­λι­στα τρι­χω­τή. Πλη­σι­ά­ζον­τας καὶ ἀ­πο­μα­κρυ­νό­με­νη ἐ­ναλ­λάξ, ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, δι­α­πί­στω­σε ἐν τέ­λει ὅ­τι τὸ εἴ­δω­λό της δε­χό­ταν ποι­κί­λες πα­ρεμ­βά­σεις ἀ­πὸ τὰ χνου­δω­τὰ ζω­ό­μορ­φα κου­κλά­κια τῆς WWF, ποὺ βρί­σκον­ταν πα­ρα­τε­ταγ­μέ­να στὸ πά­νω ρά­φι τοῦ παι­χνι­δά­δι­κου. Συ­νέ­χι­σε τὸν δρό­μο της κα­θη­συ­χα­σμέ­νη, με­τρί­ως.

        Τὸ κα­τά­στη­μα μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας εἶ­χε τὶς κα­λύ­τε­ρες σχε­τι­κὲς προ­δι­α­γρα­φές. Τὰ ψη­λὰ καὶ φαρ­διὰ τζά­μια του κα­θρέ­φτι­ζαν μὲ ἀ­κρί­βεια, ἀ­πὸ πολ­λὲς καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς θέ­σεις, τὸ εἴ­δω­λό του, χά­ρη στὸ, οὐ­σι­α­στι­κά, ἄ­δει­ο ἐ­σω­τε­ρι­κό, ἐ­φό­σον οἱ ἐ­πι­δει­κνυ­ό­με­νες πρὸς πώ­λη­σιν πόρ­τες, ἀ­φ’ ἑ­νός, βρί­σκον­ταν βα­θύ­τε­ρα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ μα­γα­ζιοῦ καί, ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἕ­να ἰ­δα­νι­κὸ σκοῦ­ρο φόν­το. Ἐ­κεῖ καὶ τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀν­τε­λή­φθη τὶς ἄλ­λες φι­γοῦ­ρες.

        Δη­λα­δή, ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ὅ­ποι­ες καὶ ὅ­ποι­οι περ­νοῦ­σαν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς γω­νια­κὲς βι­τρί­νες καὶ κοι­τοῦ­σαν ἔ­στω καὶ ἀ­συ­νεί­δη­τα, γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου, μέ­σα στὸ τζά­μι, ἀ­πο­κτοῦ­σαν (στὰ μά­τια της μό­νον, ἄ­ρα­γε;) κε­φά­λι καὶ οὐ­ρὰ μι­νώ­ταυ­ρου ἢ ρι­νό­κε­ρου ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, ἀλ­λό­κο­το, ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, γιὰ ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα. Ἢ μή­πως δὲν ἦ­ταν, τε­λι­κά, τό­σο ἀλ­λό­κο­το;

        Δι­ό­τι καὶ ἡ ἴ­δια δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι, κοι­τών­τας τὸν ἑ­αυ­τό του μέ­σα στὸ τζά­μι τοῦ κα­τα­στή­μα­τος μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας, ἔ­βλε­πε μὲν τὸ κο­στού­μι (του) καὶ τὶς γό­βες (της) ἀλ­λὰ στὴ θέ­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ ἔ­βλε­πε τὸ ρύγ­χος ἑ­νὸς ζώ­ου νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ ὀ­σμι­στεῖ τὸ πα­ρά­ξε­νο εἴ­δω­λό του, σκουν­τών­τας μὲ τὸ κού­τε­λο στὸν πρό­χει­ρο κα­θρέ­φτη. Τὸ ζω­ό­μορ­φο κε­φά­λι ἦ­ταν δι­κό της, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α πε­ρὶ τού­του, για­τί κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­βλε­πε τὸ εἴ­δω­λο νὰ πιά­νει μὲ τὸ χέ­ρι του τὸ ρύγ­χος, τὰ ἀ­φτιά, τὰ μά­γου­λα, αἰ­σθα­νό­ταν αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι, τὸ δι­κό της χέ­ρι, ἀ­ρι­στε­ρὸ ἢ δε­ξί, μὲ τὰ δα­χτυ­λί­δια του καὶ τοὺς ξε­πα­γι­α­σμέ­νους κόμ­πους, νὰ ἀ­κουμ­πᾶ πά­νω στὴ μύ­τη-ρύγ­χος, πά­νω στὰ ἀ­φτιά, πά­νω στὰ μά­γου­λα. Τὸν κυ­ρί­ευ­σε με­γά­λη, πο­λὺ με­γά­λη τα­ρα­χή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες πού, συ­χνά, ἀ­κο­λου­θοῦν­ταν ἀ­πὸ λι­πο­θυ­μί­α. Ἀλ­λὰ ἐ­τού­τη τὴ φο­ρὰ δὲν λι­πο­θύ­μη­σε, ἴ­σως πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή του (ὅ­πο­τε λι­πο­θυ­μοῦ­σε, ὅ­ταν ἔ­πει­τα συ­νερ­χό­ταν ὅ­λα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ εἶ­ναι ὅ­πως καὶ πρίν).

        Ἄρ­χι­σε τό­τε, σι­γὰ-σι­γά, νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ τὴν γέν­νη­ση ἑ­νὸς συ­ναι­σθή­μα­τος, ἢ καὶ αἰ­σθή­μα­τος, ἀ­πο­λύ­τρω­σης· ἐ­πι­τέ­λους, εἶ­χε συν­τε­λε­στεῖ. Μῆ­νες καὶ χρό­νια κοι­τα­ζό­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς κα­θρέ­φτες καὶ ψευ­δο­κα­θρέ­φτες, φο­βού­με­νη καί, ταυ­τό­χρο­να, προ­σμέ­νον­τας μί­α με­τα­μόρ­φω­ση, πα­ρα­μόρ­φω­ση, ἀ­πο­μόρ­φω­ση, ὁ­τι­δή­πο­τε θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὸ φρι­κτὸ πρό­σω­πό του, τὸ ὁ­ποῖ­ο, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, κα­τέ­λη­γε νὰ μὴν ται­ριά­ζει πιὰ μὲ ὅ­σα σκε­φτό­ταν καὶ ἔ­νι­ω­θε. Δὲν τὸ πα­ρα­δε­χό­ταν πὼς ἡ λο­γι­κὴ θὰ συγ­χω­ροῦ­σε ὅ­λα ὅ­σα λυσ­σο­μα­νοῦ­σαν, κά­πο­τε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα, μέ­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λο ἢ στὴν ψυ­χή της, ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς αὐ­τὰ ἀ­πο­κα­λοῦν­ται. Καὶ ὄ­χι μό­νον στὴν δι­κή του ψυ­χή–εγ­κε­φα­λο, ἀλ­λὰ σὲ ὅ­λων. Ὅ­λες οἱ ψυ­χές–εγ­κέ­φα­λοι, πί­στευ­ε, εἶ­χαν ψε­γά­δια στὴν κα­τα­σκευ­ή τους, λί­γα, πολ­λὰ ἢ πά­ρα πολ­λά. Κα­μιὰ – κα­νέ­νας δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἐ­ξαί­ρε­ση. Καὶ τώ­ρα ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης εἶ­χε ξε­κι­νή­σει.

        Ἔ­κα­νε ἕ­ναν κύ­κλο στὸ τε­τρά­γω­νο τοῦ προι­κι­σμέ­νου κα­τα­στή­μα­τος καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὴν κεν­τρι­κὴ βι­τρί­να. Τώ­ρα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ δι­κό της ζω­ο­πρό­σω­πο εἴ­δω­λο ἔ­βλε­πε τὴν φα­νε­ρω­μέ­νη ἀ­πο­κτή­νω­ση πά­νω σὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πι­νους κορ­μούς, εἴ­τε κοί­τα­ζε τὸ ἀν­τι­κα­θρέ­φτι­σμά τους εἴ­τε τοὺς ἴ­διους. Εἶ­χε γί­νει καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο βῆ­μα. Ἄ­ρα­γε τὰ πράγ­μα­τα θὰ πή­γαι­ναν μέ­χρι τέ­λους ὅ­πως τὰ εἶ­χε ἀ­πὸ και­ρὸ φαν­τα­στεῖ; Ὅ­πως τὰ εἶ­χαν φαν­τα­στεῖ ὅ­λες οἱ ὅ­μοι­ες καὶ ὅ­λοι οἱ ὅ­μοι­οί τους; Ἐ­κεῖ­νες καὶ ἐ­κεῖ­νοι τῶν ὁ­ποί­ων ἡ σκέ­ψη ἁ­πλω­νό­ταν ἔ­ξω καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸ χθές, ἔ­ξω καὶ με­τὰ τὸ αὔ­ριο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μοιρολογώντας τὸν ζωντανό



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Μοιρολογώντας τὸν Ζωντανό

[τοῦ Δημήτρη Μακρῆ]


ΝΟΙΩΣΕ τὸ θά­να­τό του, Αὔ­γου­στο τοῦ 1841. Ντύ­θη­κε τ’ ἄρ­μα­τά του, κί­νη­σε ἀ­πὸ τὸ Με­σο­λόγ­γι καὶ πῆ­γε στὸ χω­ριὸ ποὔ­με­νε μὲ τὴ γυ­ναῖ­κα του. Ἐ­κεῖ ἔ­πε­σε στὸ στρῶ­μα, μὰ δὲν ξα­να­ση­κώ­θη­κε. Μιὰ μέ­ρα ἔ­βα­λε τὴ γυ­ναῖ­κα νὰ κα­θί­σῃ στὸ πλευ­ρό του καὶ τῆς εἶ­πε:

       — Χλιμ­μέ­νη γριά! Ἔρ­χε­ται ὁ Τά­τα­ρης [τα­χυ­δρό­μος = ὁ Χά­ρος] νὰ πά­ρῃ τὴν ψυ­χή μου. Μοι­ρο­λό­γα τὸν ἥ­ρω­ά σου!

       Ἡ γριὰ δὲν ἤ­θε­λε, μὰ τί νὰ κά­μῃ; Ἀρ­χί­ζει νὰ τοῦ τρα­γου­δῇ τὸ Κλέ­φτι­κο τρα­γοῦ­δι ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε.

       Αὐ­τὸς στὰ μά­τια τὴν κυ­τοῦ­σε, ἄ­κου­γε τὸ τρα­γοῦ­δι τὸ πα­λιὸ κ’ ἔ­βλε­πε μὲ τὸ νοῦ τὰ πε­ρα­σμέ­να του. Ἔ­τσι πέ­θα­νε ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ Με­σο­λογ­γιοῦ(1).


(1) Εἶχε στεφανωθῆ μ’ ἀγά­πη τὴ γυ­ναῖ­κα του στὸ Με­σο­λόγ­γι. «Ὁ ἥ­ρω­άς μου» συνεί­θι­ζε νὰ λέῃ αὐ­τή, ἀντὶς ὁ ἄ­ντρας μου. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Αἰ­ὼν» 10 7βρ. 1841. – Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 177 [Τίτλος: «348.— Μα­κρῆς ὁ Ζυ­γι­ώ­της.»].




		

	

Γι­ῶρ­γος Πα­λα­βρά­κης: Τρί­α κομ­μά­τια γιὰ κι­θά­ρα



Γι­ῶρ­γος Πα­λα­βρά­κης


Τρί­α κομ­μά­τια γιὰ κι­θά­ρα


          Πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­βρα­δο


ΚΑΠΝΙΖΕΙ τὸ τσι­γά­ρο του σκυ­φτὸς κά­τω ἀ­π’ τὰ μα­ρα­μέ­να κλή­μα­τα. Πο­λὺς κό­σμος μπαι­νο­βγαί­νει γιὰ νὰ ξε­σκά­σει ἀ­π’ τὴ φορ­τι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ κα­πνιὰ ξε­γλι­στρών­τας ὕ­που­λα ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να. Κά­νω νὰ τὸν φω­νά­ξω, ἀλ­λὰ τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ δι­στά­ζω. Ἔ­χει σκο­τει­νιά­σει τὸ πρό­σω­πό του. Βλέ­πεις, ἕ­ξι σχε­δὸν χρό­νια εἶ­ναι ρι­ζω­μέ­νος ἐ­δῶ. Τὰ δά­χτυ­λά του μοι­ραῖ­α συ­ναν­τοῦν τὴν καύ­τρα τοῦ τσι­γά­ρου —ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι βυ­θι­σμέ­νος σὲ πε­ρι­συλ­λο­γὴ— κι ἐν­στι­κτω­δῶς τὸ πε­τά­ει κά­τω. Ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται δέ­κα μέ­τρα, ψαύ­ει τοὺς κρο­τά­φους του καὶ γυρ­νᾶ πί­σω συ­νο­φρυ­ω­μέ­νος.

       Ὅ­λο λέ­με ὅ­τι δὲν θὰ τὸν ξα­να­δοῦ­με, μὰ κά­θε Πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­βρα­δο ἀ­κοῦ­με τὸν θλι­βε­ρὸ γογ­γυ­σμὸ τῆς κι­θά­ρας του.


* * *


            Στίγ­μα­τα


«ΣΤΑ ΜΙΚΡΑ ση­μά­δια πά­νω στὸ ξύ­λο βλέ­πεις τὴν πραγ­μα­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ὀρ­γά­νου», τοῦ εἶ­χε πεῖ ἕ­νας γέ­ρος κι­θα­ρί­στας πρὶν κα­τε­βά­σει μιὰ γεν­ναί­α γου­λιὰ κρα­σί. Ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ ποὺ δὲν ἔ­δε­σε μὲ τρι­πλὸ κόμ­πο τὶς τρεῖς πρῶ­τες χορ­δές. Ἡ λε­πτό­τε­ρη ἀ­πρό­σμε­να λύ­θη­κε κι ἐκ­δι­κη­τι­κὰ ἔ­πε­σε σὰν μα­στί­γιο πά­νω στὸ ἄ­μοι­ρο κα­πά­κι. Του­λά­χι­στον τώ­ρα δὲν ἔ­χει μό­νο ἡ ψυ­χὴ του χα­ρα­κι­ές…


* * *


            Λύ­τρω­ση


ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ προ­σπερ­νοῦ­σε τὸ πρῶ­το μέ­ρος τοῦ La Catedral ἀ­πὸ φό­βο μή­πως ἀ­πο­δώ­σει λά­θος τὴν ἔν­νοι­α saudade. Ἴ­σως ἔ­τρε­με στὴ σκέ­ψη τῆς βί­ω­σης μιᾶς τό­σο με­γά­λης ἀ­πώ­λειας. Με­λε­τοῦ­σε πάν­τα ἐ­πι­στα­μέ­να τὸ «Allegro solemne» δί­νον­τας βά­ση σὲ κά­θε νό­τα ξε­χω­ρι­στά. Ἔ­τσι, ἔ­νι­ω­θε ἕ­να αἴ­σθη­μα ψυ­χι­κῆς λύ­τρω­σης ὕ­στε­ρα ἀ­π’ τὴν κα­τά­νυ­ξη μὲ τὴν ὁ­ποί­α πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ κομ­μα­τιοῦ καὶ ἡ κι­θά­ρα μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ θή­κη της.

       Οἱ μέ­ρες κυ­λοῦ­σαν ἀρ­γὰ μὲ συν­τρο­φιὰ τὶς νο­σταλ­γι­κὲς με­λω­δί­ες τοῦ Barrios. Φαι­νό­ταν ὅ­τι ὅ­λα εἶ­χαν μπεῖ σὲ μιὰ ἁρ­μο­νι­κὴ τρο­χιὰ μέ­χρι ποὺ τὸ τη­λέ­φω­νο δι­έ­κο­ψε πρὸς στιγ­μὴν τὴ γα­λή­νη. Βούρ­κω­σε με­μιᾶς κι ἔ­μει­νε ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος γιὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τὰ χέ­ρια του δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­παν τε­λι­κά. Μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα ἀ­να­κού­φι­σης γέ­μι­σε τὸ στῆ­θος του.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ κοι­μή­θη­κε ἥ­συ­χος ποὺ δὲν θὰ ἔ­με­νε ὁ­λο­μό­να­χος ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀ­δι­κί­α καὶ τὸ μί­σος αὐ­τοῦ του κό­σμου…


* * *


Agustín Barrios, La Catedral. Παίζει κιθάρα ὁ John Williams.
Μέρη: 0:00 preludio saudade 2:15 andante religioso 4:01 allegro solemne


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Πα­λα­βρά­κης (Τρί­κα­λα τὸ 1992). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὰ φι­λο­λο­γι­κὰ ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια ὡς μου­σι­κός. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.