Αὐγὴ Λίλλη: Ἀνάποδα



Αὐγὴ Λίλλη


Ἀ­νά­πο­δα


ΑΠΛΩΣΕ ἀ­νά­πο­δα. Μὲ τὶς πα­τοῦ­σες νὰ κοι­τά­ζουν τὸ κε­φα­λά­ρι. Αὐ­τὸ κά­νει, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει ὕ­πνο. Μπᾶς καὶ ἀλ­λά­ξει λί­γο ἡ ἐ­νέρ­γεια, ἡ ρο­ὴ τῶν πραγ­μά­των. Ἂν δὲν κά­νει κρύ­ο, ἀ­νοί­γει καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ φω­τι­σμὸς τοῦ δρό­μου εἶ­ναι μο­νί­μως ἐ­κτὸς λει­τουρ­γί­ας καί, ὅ­ταν εἶ­ναι κα­θα­ρὸς ὁ οὐ­ρα­νός, τὰ ἀ­στέ­ρια δι­α­κρί­νον­ται λαμ­πε­ρά. Ση­κώ­νε­ται. Τρα­βᾶ τὴν κουρ­τί­να. Κοι­τά­ζει ἔ­ξω: Σε­πτέμ­βριος, ξα­στε­ριά. Τὰ μά­τια δὲν λέ­νε νὰ κλεί­σουν. Θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­δι­κὸ βι­βλί­ο ποὺ τοὺς εἶ­χε πά­ρει ἡ μα­μὰ μὲ τὸν Κα­λὸ Μά­γο ποὺ δί­δα­σκε ἀ­στρο­νο­μί­α. Δὲν ἔ­χει συγ­κρα­τή­σει καὶ πολ­λά, ἀλ­λὰ δι­α­κρί­νει ἀ­κό­μα τὶς Ἄρ­κτους, τὸν Ὠ­ρί­ω­να, τὸν Δρά­κον­τα, μπο­ρεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει τὸν Δί­α καὶ τὸν Κρό­νο… Βλέ­πει τὴν οὐ­ρὰ τῆς Με­γά­λης Ἄρ­κτου καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζει: ἡ Μι­κρὴ θὰ εἶ­ναι κά­που ἐ­κεῖ στὴ γω­νί­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, σκέ­φτε­ται, θυ­μᾶ­ται. Κά­που ἐ­κεῖ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι, ἐ­πέ­με­νε καὶ γκρί­νια­ζε, δὲν τὴν βρί­σκει, δὲν τὴν βρί­σκει! Θὰ στὴν δεί­ξω ἐ­γώ, πε­ρί­με­νε, λέ­ει ἐ­κεῖ­νος. Κοι­τά­ει, ξα­να­κοι­τά­ει, ὑ­πο­λο­γί­ζει βά­σει τοῦ με­γά­λου τη­γα­νιοῦ, ἀλ­λὰ τί­πο­τα. Ξάφ­νου, νά, τῆς λέ­ει, νά, ἐ­κεῖ, καὶ τῆς δεί­χνει ἕ­να γα­λα­κτε­ρὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ λε­κὲ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεί­νη σκά­ει στὰ γέ­λια. Ἐ­κεῖ­νος δυ­σα­να­σχε­τεῖ. Μὰ ἡ Μι­κρὴ Ἄρ­κτος δὲν εἶ­ναι τό­σο μι­κρή, λέ­ει, εἶ­ναι καὶ αὐ­τὴ σὰν τη­γά­νι, ἀλ­λὰ μὲ ἕ­να πιὸ κυρ­τὸ χε­ρού­λι, καὶ ἁ­πλῶς κά­πως πιὸ μι­κρή! Ὄ­χι, αὐ­τὴ εἶ­ναι! Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι, καὶ τοῦ ἐ­ξη­γεῖ ξα­νά. Τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζεις βά­σει τῆς Με­γά­λης Ἄρ­κτου, ἐ­πὶ πέν­τε, ἐ­πὶ ἑ­φτά, δὲν θυ­μᾶ­ται τώ­ρα… Ἀλ­λὰ πῶς νὰ τὸν πεί­σει ποὺ ἔ­χει στρα­βω­θεῖ καὶ τὴ Μι­κρὴ Ἄρ­κτο δὲν βρί­σκει! Αὐ­τὴ εἶ­ναι σοῦ λέ­ω, για­τί ἐ­πι­μέ­νεις; Αὐ­τὸς ὁ λε­κές; Δεῖ­ξε μου τό­τε τὰ ἑ­πτὰ της ἀ­στέ­ρια! Ἐ­κεῖ­νος προ­σπα­θεῖ μὲ σι­γου­ριά, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη γε­λά­ει. Μά, αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα δὲν εἶ­ναι ἀ­στε­ρι­σμός, σὰν θραῦ­σμα ἀ­πὸ γα­λα­ξί­α εἶ­ναι, ἕ­νας λε­κές, ἕ­νας λε­κὲς στὸν οὐ­ρα­νό, τοῦ λέ­ει, ἐ­κεῖ­νος ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται καὶ ἐ­κεί­νην τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.


			

Σωτήρης Παστάκας: Ἀνιχνευτής Νικόλ


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Ἀνιχνευτής Νικόλ


ΙΧΕ ΚΛΕΙΣΕΙ ΡΑΝΤΕΒΟΥ γιὰ νὰ δῶ τὴν κό­ρη του, Νι­κόλ, στὴ Γ’ Λυ­κεί­ου, ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ἦρ­θε μό­νος του. Βι­α­στι­κός, ἀ­μή­χα­νος, φαι­νό­ταν πὼς ἦ­ταν σκα­στὸς ἀ­πὸ τὴ δη­μό­σια ὑ­πη­ρε­σί­α στὴν ὁ­ποί­α δού­λευ­ε. Μοῦ ζή­τη­σε ἕ­να πο­τή­ρι κρύ­ο νε­ρὸ καὶ λί­γο με­τὰ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν του­α­λέ­τα μου. Ἤ­θε­λε μιὰ ἀ­πάν­τη­ση ἢ μᾶλ­λον ἕ­ναν ἐν­θαρ­ρυν­τι­κὸ λό­γο γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς κό­ρης του. Ἡ ὁ­ποί­α μό­λις γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὴν 5η Πα­νελ­λή­νια Ναυ­το­προ­σκο­πι­κὴ Regatta στὰ Κα­λὰ Νε­ρά, στὸ Πή­λιο, ἔ­σπευ­σε νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει πὼς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μὲ μιὰ ἀ­νι­χνευ­τή. Τὴν εἶ­χε ἀ­πο­μο­νώ­σει τὸ βρά­δυ στὴ σκη­νὴ καὶ τὸ εἰ­δύλ­λιο ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἀ­νά­με­σα σὲ μα­θή­μα­τα κω­πη­λα­σί­ας μὲ τὴ μυ­θι­κὴ Ἀρ­γὼ καὶ τὴν ἐκ­δρο­μὴ μὲ τὸν Μου­τζού­ρη ὣς τὶς Μη­λι­ές. Κοι­τά­ζον­ταν στὰ μά­τια ὅ­ταν περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὴν Ἄ­νω Γα­τζέ­α, τὴν Ἁγία Τριά­δα, τὸν Ἅ­γιο Ἀ­θα­νά­σιο Πι­να­κά­των καὶ τὰ Ἀρ­γυ­ρέ­ϊ­κα. Στὴ γέ­φυ­ρα τοῦ Ἐ­βα­ρί­στο ντὲ Κί­ρι­κο, πά­νω ἀ­πὸ τὸν χεί­μαρ­ρο Τα­ξιά­ρχη, ἔ­δω­σαν αἰ­ώ­νιο ὅρ­κο ἀ­γά­πης. Στὶς Μη­λι­ές, ἡ Νι­κὸλ ἀ­γό­ρα­σε στὴν κα­λή της ἕ­να δα­κτυ­λι­δά­κι ἀ­πὸ χρω­μα­τι­σμέ­νο μέ­ταλ­λο καὶ μιὰ ψεύ­τι­κη κί­τρι­νη χάν­τρα.

        Δὲν ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἔ­λε­γε στὸν πα­τέ­ρα της τὶς ἐ­ρω­τι­κές της κα­τα­κτή­σεις. Τοῦ τὰ ἔ­λε­γε ὅ­λα ἀ­π’ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ «φα­σώ­θη­κε» στὰ δώ­δε­κα μὲ μιὰ συμ­μα­θή­τριά της. Εἶπε πὼς ἐ­πέ­με­νε νὰ παίρ­νει μα­ζί της μιὰ ἄλ­λη φι­λε­να­δί­τσα, σὲ ὅ­λες τὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς ἐ­ξορ­μή­σεις. Πὼς πέ­ρυ­σι τὸν ἀ­νάγ­κα­ζε νὰ τὴν πη­γαί­νει μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το σὲ γει­το­νι­κὴ πό­λη νὰ συ­ναν­τή­σει ἕ­να κο­ρί­τσι, με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴ Νι­κόλ, ποὺ τὸ εἶ­χε γνω­ρί­σει μέ­σω Φέισμπουκ. Ἡ ἀρ­χι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ πα­τέ­ρα ἦ­ταν ἂν «εἶ­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ μιὰ κό­ρη νὰ πε­ρι­γρά­φει τὴ σε­ξου­α­λι­κή της ζω­ὴ στὸν πα­τέ­ρα της». Τοῦ ἀ­πάν­τη­σα μὲ μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση: «Θὰ προ­τι­μού­σα­τε μᾶλ­λον νὰ μὴ γνω­ρί­ζε­τε τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ζω­ὴ τῆς κό­ρης σας, γιὰ νὰ εἶ­στε ἥ­συ­χος;»

        Τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ἄρ­χι­σαν νὰ πέ­φτουν βρο­χή: εἶ­ναι λε­σβί­α ἢ δὲν εἶ­ναι; Μή­πως εἶ­ναι μπα­ϊ­σέ­ξου­αλ; Μὴν τυ­χὸν καὶ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται ἁ­πλῶς ἡ Νι­κόλ, ὅ­πως κά­νουν ὅ­λα τὰ κο­ρί­τσια τῆς ἡ­λι­κί­ας της; Ἕ­να κο­ρί­τσι στὰ δε­κα­ε­φτά του δὲν εἶ­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ νὰ «κά­νει ἐμ­πει­ρί­ες»;

        Ἔ­βα­λα ἀ­νά­χω­μα τὴν ἰ­α­τρι­κὴ κα­τά­τα­ξη τῶν νό­σων: ἀ­πὸ τὰ μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80 ἡ ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α ἔ­πα­ψε πιὰ νὰ εἶ­ναι ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς Ψυ­χι­α­τρι­κῆς. Οἱ ψυ­χί­α­τροι ποὺ δα­πα­νοῦ­σαν χρό­νο γιὰ νὰ ἐ­πα­να­φέ­ρουν στὴν τά­ξη ἄ­το­μα μὲ ἀ­πο­κλί­νου­σες σε­ξου­α­λι­κὲς συμ­πε­ρι­φο­ρὲς ξο­δεύ­ουν πλέ­ον τὸν χρό­νο τους πη­γαί­νον­τας γιὰ κυ­νή­γι ἢ σκαρ­φα­λώ­νουν στὸν Ὄ­λυμ­πο. Φυ­σι­κά, θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τοῦ πῶ σί­γου­ρα μιὰ ἐ­κτί­μη­ση ἂν τὴν ἔ­βλε­πα, δι­ε­ρευ­νη­τι­κὰ μὲ τὴ σύμ­φω­νη γνώ­μη της, στὸ ἰ­α­τρεῖ­ο μου. Θὰ ἐ­κτι­μοῦ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν βαθ­μὸ λει­τουρ­γι­κό­τη­τάς της, τὴν ἀ­πό­δο­ση δη­λα­δὴ στὰ μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου. «Ὅ­λοι οἱ κα­θη­γη­τὲς μᾶς δί­νουν συγ­χα­ρη­τή­ρια, για­τρέ. Ἡ Νι­κὸλ εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πι­με­λὴς καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἔ­ξυ­πνη», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας της, ὁ­πό­τε ἔ­κρι­να πὼς ἡ Νι­κὸλ ζοῦ­σε μιὰ χα­ρὰ τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α της καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ πα­ρέμ­βω. Μό­νον ἂν ὑ­πῆρ­χε ἔκ­πτω­ση τῆς λει­τουρ­γι­κό­τη­τας στὶς κα­θη­με­ρι­νές της ἀ­σχο­λί­ες, θὰ εἶ­χε νό­η­μα νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ μα­ζί της καὶ νὰ τῆς ἁ­πα­λύ­νω τὸ ἄγ­χος, ὅ­πως πρέ­πει νὰ κά­νω μὲ ὅ­λους τους νευ­ρω­σι­κοὺς ἀ­σθε­νεῖς. Καὶ τοῦ τὸ εἶ­πα.

        Ἔ­φυ­γε πε­πει­σμέ­νος πὼς γιὰ τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α τῆς κό­ρης του φταῖ­νε οἱ τη­λε­ο­πτι­κὲς σει­ρὲς καὶ τὰ πρω­ι­νά­δι­κα ποὺ ἔ­χουν γε­μί­σει «τοι­ού­τους», ἡ Ἀν­τὲλ Ἑ­ξαρ­χό­που­λος καὶ οἱ σε­ξου­α­λι­κὲς προ­τι­μή­σεις τοῦ πρω­θυ­πουρ­γοῦ τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου Ξα­βι­ὲ Μπε­τέλ. Φυ­σι­κά, ὅ­πως τὸ πε­ρί­με­να, δὲν τη­λε­φώ­νη­σε πο­τὲ νὰ κλεί­σει ραν­τε­βοὺ γιὰ μιὰ δεύ­τε­ρη ἐ­πί­σκε­ψη.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015).

Σωτήρης Παστάκας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



Γιῶργος Ἀποσκίτης: False alarm


Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


False Alarm


ΑΠΟΙΟ βρο­χε­ρὸ πρω­ϊ­νὸ φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρας τό­σο δυ­να­τός, ποὺ πί­στε­ψα πὼς θὰ σή­κω­νε τὴ στέ­γη καὶ μα­ζί τὸ σπί­τι ὁ­λό­κλη­ρο. Μι­σά­νοι­ξα τὰ μά­τια καὶ τὰ βρῆ­κα ὅ­λα ἀ­με­τα­κί­νη­τα στὴ θέ­ση τους. «Ἡ ἀ­πο­γεί­ω­ση ἀ­να­βάλ­λε­ται», μο­νο­λό­γη­σα, καὶ μὲ μιὰ ἐ­λα­φρὰ ζα­λά­δα, κι ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἔ­λυ­σα τὴ ζώ­νη, ἔ­φτα­σα πα­ρα­πα­τών­τας στὴν κου­ζί­να, ἄ­να­ψα τὸ γκά­ζι κι ἕ­ψη­σα τὸν πρῶ­το κα­φὲ τῆς μέ­ρας.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης: Ὁ Μιχάλης



Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης


Ὁ Μι­χά­λης


ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ποὺ μπῆ­κε στὸ κα­φε­νεῖ­ο ἦ­ταν πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Ρώ­τη­σε τὸν κα­φε­τζὴ ἂν φά­νη­κε ὁ Μι­χά­λης κι ἡ ἀ­πάν­τη­ση στυ­φὴ πὼς ὄ­χι. Κά­θη­σε στὸ πλά­ι καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μιὰ παρ­τί­δα τά­βλι. Με­τὰ μι­σὴ ὥ­ρα βα­ρέ­θη­κε κι ἔ­φυ­γε. Στὸ κρε­βά­τι του ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε σὲ δυ­ὸ λε­φτά, ὅ­πως ὅ­λοι ποὺ βγά­ζου­νε μὲ μό­χθο τὸ ψω­μί τους. Ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἑ­πο­μέ­νης. Ἤ­ρε­μος καὶ λυ­τρω­τι­κὸς ὁ ὕ­πνος τοῦ με­ση­με­ριοῦ τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς. Βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ μπά­νιο, μά­ζε­ψε σὲ δυ­ὸ σα­κοῦ­λες τὰ σεν­τό­νια καὶ τ’ ἄ­πλυ­τα, φό­ρε­σε κα­θα­ρὰ ροῦ­χα καὶ θαύ­μα­σε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν ὁ­λό­σω­μο κα­θρέ­φτη. «Κα­λὰ λέ­ει ὁ Μι­χά­λης νὰ ξα­να­παν­τρευ­τῶ, τὴ μπο­γιά μου τὴν ἔ­χω…». Εἶ­δε στὸ κο­μο­δί­νο τὴ φω­το­γρα­φί­α τῆς κυ­ρα-Μα­ρί­κας καὶ σο­βα­ρεύ­τη­κε. «Βρε­θή­κα­με ἀρ­γά, ἔ­φυ­γες νω­ρίς, οὔ­τε παι­διὰ οὔ­τε σκυ­λιά, ὅ­λ’ ἡ ζω­ή μας ἕ­να τί­πο­τα.» Φεύ­γον­τας ἄ­φη­σε τ’ ἄ­πλυ­τα στὸ κα­θα­ρι­στή­ριο. Στὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο πῆ­ρε λα­χεῖ­α, ἔ­γρα­ψε πρὸ-πὸ κι ἡ δι­ά­θε­ση του ἔ­σια­ξ’ ἐν­τε­λῶς. Στὸ κα­φε­νεῖ­ο ἀ­π’ τοὺς γνω­στοὺς δὲν ἤ­τα­νε κα­νείς.

       — Φά­νη­κε ὁ Μι­χά­λης; Ρώ­τη­σε τὸν κα­φε­τζῆ. Αὐ­τὸς τὸν κοί­τα­ξε πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος στὰ μά­τια, πρώ­τη φο­ρὰ στὰ τό­σα χρό­νια.

       — Ὁ Μι­χά­λης δὲ θὰ ξα­να­φα­νεῖ. Ἀρ­γὰ χτὲς τὸ βρά­δυ… κα­τα­λα­βαί­νεις… καὶ σή­με­ρα στὶς τρεῖς τὸν κη­δέ­ψα­νε.

Ζα­λί­στη­κε.

       — Τὸ Μι­χά­λη; Γιὰ στά­σου, ρέ, ἔ­τσι ξαφ­νι­κά; δὲν εἶ­χε τί­πο­τα ὁ ἄν­θρω­πος…

       — Πῶς δὲν εἶ­χε, ὅ­λοι στὴν ἡ­λι­κί­α του κά­τι ἔ­χου­με, λί­γο ζά­χα­ρο, λί­γη οὐ­ρί­α, νὰ μὴ σοῦ βά­λω κι ἀ­πὸ τὶς βα­ρι­ές… Τέ­λος πάν­των, ζω­ὴ σὲ λό­γου μας… Καὶ πῆ­γε στὸν μπου­φέ.

       Βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζὶ σὰν χα­μέ­νος. Ἄρ­χι­σε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει χω­ρὶς προ­ο­ρι­σμό. Τὸ κρύ­ο τσου­χτε­ρό, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ χι­ο­νί­ζει, μὰ δὲν τό ‘­νι­ω­θε. Στὴν πλα­τεί­α τὰ φῶ­τα τῶν δι­α­φη­μί­σε­ων ἀ­να­βό­σβη­ναν ρυθ­μι­κά, πρά­σι­να, κί­τρι­να, βά­φαν τὸ χι­ό­νι, πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ἀ­πὸ τα­βέρ­νες, ἔ­πει­τα μπῆ­κε στὸ πάρ­κο, ξα­να­βγῆ­κε, ἔ­ψα­χνε τό­ση ὥ­ρα νὰ βρεῖ ἕ­ναν τό­πο ποὺ τὸν περ­πά­τη­σαν μα­ζὶ ἢ ποὺ κά­θι­σαν νὰ φᾶ­νε ἢ νὰ πι­οῦ­νε, μὰ τί­πο­τα, για­τί ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν τὸ ταί­ρι του μό­νο στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μο­νά­χα στὸ τά­βλι, μέ­σα στὸ τά­βλι, κι οἱ κου­βέν­τες καὶ τὰ κα­λαμ­πού­ρια τους ὅ­λα γύ­ρω ἀ­π’ αὐ­τό, κα­λαμ­πού­ρια τυ­πο­ποι­η­μέ­να δη­λα­δή, στε­γνὰ ἀ­πὸ γοῦ­στο τώ­ρα ποὺ τὰ σκέ­φτε­ται, τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια κά­θε μέ­ρα, ὅ­πως κι οἱ παρ­τί­δες τους, παιγ­μέ­νες τρεῖς καὶ τέσ­σε­ρις φο­ρὲς ἡ κα­θε­μιά, χι­λιά­δες παρ­τί­δες, τὴν ἴ­δια πάν­τα ὥ­ρα, ἕ­ξι μ’ ἐν­νιά, μ’ ἐν­νιὰ ἀ­πα­ραι­τή­τως, για­τί ὁ Μι­χά­λης ἔ­φευ­γε ποὺ τὸν πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι ἡ γυ­ναί­κα του νὰ φέ­ρει τὸ γι­α­ούρ­τι, κι ἂν ἡ παρ­τί­δα δὲν τέ­λει­ω­νε στὶς ἐν­νιά, τὴν ἔ­κο­βαν καὶ τὴ συ­νέ­χι­ζαν τὴν ἑ­πο­μέ­νη, για­τί ἡ γυ­ναί­κα του ἤ­τα­νε γκρι­νιά­ρα, «νοι­κο­κυ­ρά, κα­θα­ρή, μὲ τὶς ἐκ­κλη­σί­ες της καὶ τὰ ψυ­χι­κά της, θαρ­ρεῖς κι εἴ­μα­στε Μπρού­κλη­δες, μὰ ἡ μέ­ση της τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια σα­κα­τε­μέ­νη καὶ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ κου­νη­θεῖ κι ὅ­λο γκρι­νιά­ζει», ἡ φου­κα­ριά­ρα ἡ γυ­ναί­κα τοῦ φί­λου του, ποὺ πο­τὲ του δὲν τὴν εἶ­δε καὶ τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτε­ται οὔ­τε τὸ σπί­τι τους ἤ­ξε­ρε, κι ἂν σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ τὸ μά­θαι­νε γιὰ τὴν κη­δεί­α, πό­ση ντρο­πή, θά ‘­πρε­πε νὰ ρω­τά­ει τοὺς ξέ­νους, χρό­νια φι­λί­α μὲς στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μὰ στα­μα­τοῦ­σ’ ἐ­κεῖ, μό­νο στὸ τά­βλι, μέ­σα στὸ τά­βλι καὶ ἴ­σως δὲν ἦ­ταν μό­νο ποὺ ἡ γυ­ναί­κα ἤ­τα­νε στρα­βὴ καὶ δὲν τὸν κά­λε­σαν πο­τὲ στὸ σπί­τι γιὰ φα­ΐ, κι ἤ­τα­νε χῆ­ρος, θὰ μπο­ρού­σα­νε, ἔ­στω γιὰ ἕ­ναν κα­φέ, τώ­ρα ποὺ τὸ συλ­λο­γι­έ­ται κα­λύ­τε­ρα «κι ἐ­σὺ δὲν τὸ ἐ­πι­δί­ω­ξες, ἢ γιὰ νὰ λέ­με τὰ πράγ­μα­τα μὲ τ’ ὄ­νο­μά τους, τ’ ἀ­πό­φυ­γες ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ κι ὕ­στε­ρα ἔ­μει­νε ἔ­τσι, ἴ­σως νὰ σὲ κά­λε­σε καὶ νὰ μὴν πῆ­γες, λε­πτο­μέ­ρει­ες, ποῦ νὰ θυ­μᾶ­σαι πιά, ἀλ­λὰ ἴ­σως, για­τί ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν… ἀ­κρο­δε­ξιός, βα­σι­λό­φρο­νας, κι ἐ­σὺ ἀ­ρι­στε­ρὸς ἀ­νέν­τα­χτος, κα­μά­ρι, ἀ­γω­νι­στὴς μ’ ἐ­ξο­ρί­ες καὶ πα­ρα­δέ­ξου το πὼς ἀ­κό­μα κι οἱ τα­λαι­πω­ρη­μέ­νοι σὰν κι ἐ­σέ­να με­ρι­κὲς φο­ρὲς με­τρᾶν τοὺς ἄλ­λους ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν κομ­μα­τι­κή τους το­πο­θέ­τη­ση κι ἂς σοῦ κα­κο­φά­νη­κε, ὅ­ταν κι ἐ­σέ­να σὲ μέ­τρη­σαν ἄλ­λοι ἔ­τσι, θυ­μᾶ­σαι δὰ τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ σοῦ πρό­τει­νε νὰ παί­ξε­τε τό ΄κα­νες πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ φι­λό­τι­μο κι ὅ­λο γύ­ρι­ζες κλε­φτὰ νὰ δεῖς ἅ­μα σὲ βλέ­πουν οἱ «δι­κοί σου» καὶ τί θὰ λέ­νε, καὶ σὰν κα­τά­λα­βες πὼς δὲν τοὺς πο­λυ­νοιά­ζει, για­τὶ μέ­σα στὸ κα­φε­νεῖ­ο μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ,τι θές, νὰ παί­ζεις παρ­τί­δες μ’ ἀλ­λό­θρη­σκους κι ὁ­μό­θρη­σκους, μ’ ἀν­τί­θε­τους πο­λι­τι­κὰ καὶ μ’ ὁ­μο­ϊ­δε­ά­τες, ἀ­κό­μα καὶ μὲ πού­στη­δες καὶ μὲ χα­σι­κλῆ­δες, κι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἄλ­λω­στε ὅ­λ’ ἡ γλύ­κα τοῦ κα­φε­νεί­ου, τό­τε ἄρ­χι­σες νὰ τὴ βρί­σκεις μὲ τὸ Μι­χά­λη, κι ὄ­χι πὼς ἦ­ταν τί­πο­τα ἰ­δι­αί­τε­ρο, συν­τα­ξι­οῦ­χος σι­δη­ρο­δρο­μι­κός, τσιγ­γού­νης καὶ γκρι­νιά­ρης, μὲ μπό­λι­κα κου­σού­ρια, ἐ­ρι­στι­κὸς καὶ στὴ χα­σού­ρα καὶ στὸ κέρ­δος, δυ­ὸ οὖ­ζα ὅ­λα κι ὅ­λα δη­λα­δή, μὰ ἦ­ταν ὁ Μι­χά­λης σου, τὸ ταί­ρι σου, ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά σου, ποὺ ἤ­ξε­ρες πὼς θὰ τὸν βρεῖς ἐ­κεῖ στὶς ἕ­ξι καὶ ἔ­στω μέ­χρι τὶς ἐν­νιά, κι ἔ­στω μο­νά­χα μὲς στὸ τά­βλι, μὰ νά το, τὸ θυ­μᾶ­σαι κα­θα­ρά, ναί, ἦ­ταν σ’ αὐ­τὸ τὸ σαν­του­ϊ­τσά­δι­κο, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρα­πέ­ζι στὸ βά­θος, τε­λει­ώ­σα­τε τὸ τά­βλι στὶς ὀ­χτώ­μι­σι κι ἦ­ταν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ —ἢ Πέμ­πτη;— τὸν εἶ­χε τα­ρά­ξει στὴ νη­στεί­α ἡ γυ­να­ί­κα του, «πᾶ­με», εἶ­πες, «νὰ σὲ κε­ρά­σω μιὰ ρε­τσί­να» καὶ φά­γα­τε πα­τά­τες καὶ λου­κά­νι­κα καὶ τά ‘­πια­τε, Με­γά­λη Πέμ­πτη γιὰ μι­σὴ ὥ­ρα ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ τά­βλι…».

       — Μιὰ λου­κά­νι­κα καὶ μιὰ πα­τά­τες καὶ ρε­τσί­να.

       Κι ὁ πι­τσι­ρί­κος τὰ ‘­φε­ρε, σὰν τό­τε, καὶ πί­νει καὶ «φέ­ρε κι ἄλ­λο», ἔ­γι­νε στου­πί, «ἐ­βί­βα, Μι­χα­λού­δι, ἄ­ρα­γε σοῦ ‘­βα­λαν στὴν κά­σα κά­να τά­βλι;», «κύ­ριος, κλεί­νου­με», «ἐν­τά­ξει, ὁ λο­γα­ρια­σμὸς δι­κός μου, Μι­χα­λά­κο μου», καὶ βγῆ­κε κι ἄρ­χι­σε πά­λι ἡ πε­ρι­πλά­νη­ση καὶ χά­θη­κε, «αὐ­τὴ ἡ πό­λη εἶ­ναι μπερ­δε­μέ­νη κι ἄς εἶ­ναι μιὰ στα­λιά, κι ἀ­πό­ψε γέρ­νει, θαρ­ρεῖς τὸ χι­ό­νι ἔ­πε­σε μο­νό­παν­τα», θέ­λει νὰ πά­ει ἴ­σια καὶ παίρ­νει τὰ στε­νά, μὰ ἔ­φτα­σε στὸ σπί­τι του ἐ­πι­τέ­λους με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ πε­σί­μα­τα καὶ τώ­ρα τρί­το, πί­σ’ ἀπ’ την πόρ­τα τῆς αὐ­λῆς, «ἀ­πό­ψε σέρ­νο­μαι γιὰ χά­ρη σου, σὲ ξε­νυ­χτά­ω», μὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ση­κω­θεῖ, δὲν ἔ­χει ὅ­μως καὶ με­γά­λη ση­μα­σί­α, για­τὶ κι ἡ αὐ­λὴ εἶ­ναι σπί­τι μας κι ἔ­νι­ω­σε ζε­στὰ μὲς στὴ δι­κιά του ἰ­δι­ο­κτη­σί­α κι ἀ­φέ­θη­κε ἐ­λεύ­θε­ρος, Ἀρ­χάγ­γε­λε Μι­χα­ήλ, κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε…



Πη­γή: Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Νε­φέ­λη, 1990).

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Ποῦρα γεμιστά (Δι­η­γή­μα­τα, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀ­θή­να, 2017).



		

	

Μά­γδα Κόσ­συ­βα: Χέρια

 



Μά­γδα Κόσ­συ­βα


Χέ­ρια


Η ΘΕΛΙΑ ἔ­κο­βε χέ­ρια. Γεν­νή­θη­κε στὴν Μα­δρί­τη τὸ 1985.

       Δὲν δι­α­μέ­λι­ζε πάν­τα ἀν­θρώ­πους, μό­νο τὰ τε­λευ­ταῖ­α τέσ­σε­ρα χρό­νια. Δί­δα­σκε ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης. Κά­θε Μάρ­τη τε­λοῦ­σε ἕ­να εἶ­δος μνη­μό­συ­νου γιὰ τὰ χέ­ρια ποὺ εἶ­χε κα­θαι­ρέ­σει. Ἄ­να­βε κε­ριά, πή­γαι­νε στὴν βι­τρί­να μὲ τὰ χέ­ρια τοῦ ἑ­κά­στο­τε θα­νόν­τος, ἔ­λε­γε κά­ποι­α λό­για γιὰ τὸν ἐ­κλι­πόν­τα καὶ το­πο­θε­τοῦ­σε μιὰ προ­σφο­ρὰ ποὺ θὰ τὸν ἀν­τι­προ­σώ­πευ­ε.

       Ἤ­πι­ε ἕ­να ἀ­κό­μα κο­νιάκ, τώ­ρα στέ­κον­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Μα­έ­στρο.

       Τί ὑ­πέ­ρο­χα χέ­ρια!

       Ἂν καὶ ἀ­νῆ­καν σὲ ἄν­τρα με­γα­λύ­τε­ρο τῆς μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, εἶ­χαν χρῶ­μα καὶ σχῆ­μα παι­δι­κό. Χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι πλα­δα­ρὰ ἦ­ταν εὔ­πλα­στα, ἀ­νοι­χτὰ στὴν ἐ­ναλ­λα­γὴ σχη­μά­των. Ἀ­κό­μα κι ὅ­σο ζοῦ­σαν ἔ­μοια­ζαν σὰν νὰ εἶ­χαν ἤ­δη τα­ρι­χευ­τεῖ. Τό­ση τε­λει­ό­τη­τα δὲν ταί­ρια­ζε στὴν ζω­ή.

       Βέ­βαι­α στὴν πε­ρί­πτω­σή τους, ὁ κα­νό­νας ἀ­ναι­ροῦν­ταν, για­τὶ πο­λὺ ἁ­πλὰ δὲν εἶ­χε κα­μί­α ση­μα­σί­α ἂν ἦ­ταν δύ­σμορ­φα ἢ γε­μά­τα κά­λους, τὰ χέ­ρια αὐ­τὰ ἔ­γρα­φαν νό­τες, τὶς πέ­τα­γαν στὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὶς μοί­ρα­ζαν σὲ ἔγ­χορ­δα, πνευ­στὰ καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς σὲ φω­νη­τι­κὲς χορ­δές. Ἐ­να­πό­θε­σε μπρο­στά τους ἕ­να βι­νύ­λιο μὲ τὸ Canzone Del Mal Di Luna.

       Χαί­ρο­μαι ποὺ κά­να­με ἔ­στω μιὰ χει­ρα­ψί­α καὶ ἂς ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α σου.

       Ἡ Θέ­λια ἄ­να­ψε ἕ­να τσι­γά­ρο, κρά­τη­σε ἑ­νὸς λε­πτοῦ σι­γὴ καὶ σκέ­φτη­κε πό­σα χέ­ρια δὲν θὰ εἶ­χαν κο­πεῖ, ἂν κά­ποι­ος τὴν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει.



Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Νίκος-Γαβριὴλ Πεντζίκης: Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ βαριέται


Νί­κος Γα­βρι­ήλ Πεν­τζί­κης


Ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ βα­ρι­έ­ται


ΚΕΦΤΟΥΜAI ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ νὰ κά­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ βα­ρι­έ­ται. Πο­λὺ λί­γο τὸν ἀ­πα­σχο­λοῦν οἱ φρον­τί­δες οἱ βι­ο­τι­κές. Με­τα­το­πί­ζε­ται σι­γα­νὰ καὶ πη­γαί­νει νὰ φά­ει καὶ νὰ πι­εῖ νε­ρό. Ἄλ­λα σὲ κα­μιὰ μέ­ρι­μνα καὶ φρον­τί­δα δὲν ἐ­πι­μέ­νει γιὰ πο­λύ. Πάν­τα αἰ­σθά­νε­ται τὴν ἀ­νάγ­κη ν’ ἀ­φε­θεῖ, νὰ κα­θή­σει, νὰ πέ­σει στὸ στρῶ­μα. Ἄλ­λα ξα­νὰ ἀν­τι­δρᾶ. Δὲν βο­λεύ­ε­ται κα­θι­στός. Ση­κώ­νε­ται. Χα­σο­με­ρᾶ μὲ σχέ­δια ἀ­πραγ­μα­το­ποί­η­τα. Ἐ­πι­χει­ρεῖ κά­τι νὰ κά­νει καὶ τὰ πα­ρα­τᾶ ὅ­λα στὴ μέ­ση. Ξέ­χα­σε ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το νὰ κα­τέ­βει τὴ σκά­λα. Δο­κι­μά­ζει νὰ πά­ει σ’ ἄλ­λο δω­μά­τιο, ν’ ἀλ­λά­ξει χῶ­ρο. Δὲν θά ‘­ταν τά­χα κά­ποι­α ἔκ­πλη­ξη τὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ πα­ρά­θυ­ρου καὶ τὸ κοί­ταγ­μα; Ρί­χνει ἕ­να βλέμ­μα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Τοῦ ἐν­τυ­πώ­νον­ται οἱ γε­ω­με­τρι­κοὶ ὄγ­κοι τῶν τρι­γύ­ρω σπι­τι­ῶν τῆς συ­νοι­κί­ας. Τὰ πα­ρο­μοιά­ζει μὲ τὰ στε­ρε­ο­με­τρι­κὰ σχή­μα­τα τῆς κρυ­σταλ­λο­γρα­φί­ας. Ἄ­ρα­γε, κά­νει μὲ τὸ νοῦ του τὴ σκέ­ψη, ἕ­νας ποὺ ξέ­ρει αὐ­τὸ τὸ πα­νε­πι­στη­μια­κὸ μά­θη­μα, ξέ­ρει καὶ τὰ μυ­στι­κὰ τῶν σπι­τι­ῶν; Ἐγ­κα­τα­λεί­πει καὶ τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ στὴ μέ­ση εὐ­θὺς ποὺ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι σκέ­πτε­ται. Πη­δᾶ ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἰ­δέ­α σὲ ἄλ­λη, ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ὅ­τι τί­πο­τα δὲν προ­κά­νει νὰ μά­θει ἀ­π’ ὅ­λα ὅ­σα ὑ­πο­πί­πτουν στὶς αἰ­σθή­σεις του. Τί τά­χα ση­μαί­νουν μέ­σα στὴν ψυ­χή του, βα­θύ­τε­ρα, οἱ φω­νὲς τῶν παι­δι­ῶν ποὺ ἀ­κού­γον­ται, καὶ μιὰ ἄλ­λη ἀν­τρι­κὴ καὶ μιὰ τρί­τη ποὺ ἀ­πο­κρί­νε­ται; Μαν­τεύ­ει πε­ρί­που, ἄλ­λα δὲν θέ­λει νὰ βά­λει σὲ κό­πο τὴ φαν­τα­σί­α του. Ἀ­πο­φεύ­γει κά­θε εἰ­κό­να καὶ ἀν­τί­λη­ψη μό­χθου, τῆς ἐ­πί­γειας ἐρ­γα­σί­ας, ποὺ τό­σο φαι­δρὰ τὴν ἐ­ξαγ­γέ­λουν τὰ τρε­ξί­μα­τα τῶν παι­δι­ῶν.

        Τὸν κου­ρά­ζει ἡ θέ­α ἑ­νὸς κί­τρι­νου λε­ρω­μέ­νου που­κά­μι­σου, ποὺ κα­λύ­πτει ἕ­ν’ ἀ­δύ­να­μο κορ­μὶ δου­λευ­τά­ρη. Τί φρί­κη τὰ ρο­ζι­α­σμέ­να χέ­ρια ποὺ κου­μαν­τέρ­νουν τὴ γού­με­να τοῦ κα­ρα­βιοῦ. Μέ­σα ἀ­πὸ τ’ ἀν­τι­κρι­νὸ πα­ρά­θυ­ρο δι­α­κρί­νει κά­ποι­α γυ­ναι­κεί­α μορ­φή, κα­θι­σμέ­νη σ’ ἕ­να κρε­βά­τι ἐ­πί­χρυ­σο. Ση­κώ­νε­ται ὄρ­θια καὶ κι­νών­τας τὰ χέ­ρια χτε­νί­ζει τ’ ἀ­νυ­πό­τα­κτα μαλ­λιά. Ἕ­νας δι­α­βα­τά­ρι­κος πό­θος γεν­νι­έ­ται μέ­σα του κι’ ἀ­νά­βει τσι­γά­ρο. Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ στέ­κει νω­θρὸς μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. «Δὲν τὴν φτά­νω ἀ­πλώ­νον­τας τὸ χέ­ρι», συλ­λο­γι­έ­ται. «Πο­λὺ μα­κριὰ βρί­σκον­ται ὅ­λα τὰ πρά­μα­τα, κι’ ὅ­σο πά­ει μα­κραί­νουν ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.» Ψαύ­ει μὲ τὸ χέ­ρι τὸ ροῦ­χο του. «Ποῦ ἔ­χει πά­ει ὁ ἐ­αυ­τός μου;», ρω­τι­έ­ται. Μέ­σα στὴν κά­μα­ρή του παν­τοῦ ἐ­ρεί­πια, κα­τά­λοι­πα ἀ­συν­ταί­ρια­στων ὑ­πο­θέ­σε­ων, σὰ νὰ ἔ­χει πε­ρά­σει ὁ Ἀτ­τί­λας. Πά­ει καὶ ξα­πλώ­νει σὲ μιὰ πο­λυ­θρό­να. Κοι­τά­ει τὸ τα­βά­νι βά­νον­τας μὲ τὸ νοῦ του οὐ­ρα­νοὺς καὶ θά­λασ­σες. Ἡ θά­λασ­σα τῆς ἐ­πι­φά­νειας τῆς γῆς δέρ­νει ἀ­λύ­πη­τα τὴ στε­ριά, βογ­κών­τας πα­θι­α­σμέ­να. Ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νὸ κομ­μα­τι­ά­ζον­ται σὲ πο­λύ­μορ­φη ἱ­στο­ρί­α τὰ σύν­νε­φα τῆς συ­ναι­σθη­μα­τι­κῆς βρο­χῆς. Φῶς καὶ ἄ­νε­μος με­τα­μορ­φώ­νουν κά­θε ὄ­ψη τοῦ κό­σμου. Κα­θι­σμέ­νος στὴν πο­λυ­θρό­να του νι­ώ­θει νὰ τὸν ἀ­πορ­ρο­φᾶ τὸ σύμ­παν. Ὅ­ταν μέ­σα στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του ζη­τή­σει νὰ δεῖ ποῦ ἀ­κρι­βῶς βρί­σκε­ται, δὲν βρί­σκει πα­ρὰ συν­τρίμ­μια, σκόρ­πια στὰ τέσ­σε­ρα πέ­ρα­τα σπα­σμέ­να κομ­μά­τια. Ὅ­λος ὁ ὑ­πό­λοι­πος χῶ­ρος ἄ­δει­ος. Αἰ­θέ­ρας. Κε­νό. Τρο­μά­ζον­τας εἶ­ν’ ἕ­τοι­μος νὰ προ­σευ­χη­θεῖ σὲ μί­αν ἀ­σώ­μα­τη ἰ­σχυ­ρὴ πα­ρου­σί­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ποὺ δι­α­σχί­ζουν τὸ ἄ­πει­ρο. Πα­ρα­κα­λεῖ νά ‘ρ­θει ὁ Ἄγ­γε­λος νὰ τὸν πά­ρει, ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σει νὰ νι­ώ­σει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κρυμ­μέ­νος καὶ χα­μέ­νος μέ­σα σ’ εὐ­ρύ­τε­ρη ἀγ­κα­λιά.

(1946)


Πη­γή: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).

Νί­κος Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κης (1908-1993). Πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ αυ­το­δί­δα­κτος ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ καὶ Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Γαλ­λί­α (πτυ­χί­ο Ὀ­πτι­κῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας), καὶ στὴ συ­νε­χεί­α σπού­δα­σε Βο­τα­νο­λο­γί­α καὶ Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ὑ­πῆρ­ξε βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της καὶ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κο­χλί­ας. Ἀ­νή­κει στὴν ὁ­μά­δα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ εἶ­ναι γνω­στοὶ ὡς «Σχο­λὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης».  Βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Ρalmes Αcademiques (1951), τὸ Α΄Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (1984), τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ (1987), κ.ἄ. Τὰ ἔρ­γα του κι­νοῦν­ται με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Παν­τρεύ­ει τὴν πα­ρά­δο­ση (ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νὴ καὶ δη­μο­τι­κὴ) μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Πι­στὸς στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, δι­α­βά­ζει πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ συ­να­ξά­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ε­ται. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του “παι­ζω-γρά­φο”. Τὸ 1988 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).


 

Κίμων Καλαμάρας: Una famiglia


Κί­μων Κα­λα­μά­ρας


Una Famiglia


 ΓΙΑΓΙΑ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ τυ­ρό­πι­τα, σπα­να­κό­πι­τα καὶ ψω­μί. Μό­λις ἔ­σβη­σε τὸ τη­γά­νι μὲ τὰ κε­φτε­δά­κια καὶ τὴν κόκ­κι­νη σάλ­τσα, ἄρ­χι­σε νὰ κό­βει τὶς πα­τά­τες. Ὁ παπ­ποὺς θὰ γύρ­να­γε ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο, λί­γο με­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι, βα­δί­ζον­τας ἀρ­γὰ-ἀρ­γά, μὲ τὸ μπα­στου­νά­κι νὰ στη­ρί­ζει τὸ ἑ­τοι­μόρ­ρο­πο βῆ­μα του, ἀ­φή­νον­τας σα­κοῦ­λες γε­μά­τες γα­ρι­δά­κια καὶ σο­κο­λά­τες στὸ τρα­πέ­ζι. Τὰ ἐγ­γό­νια, ὅ­λα πρῶ­το-ξά­δερ­φα, μέ­χρι δώ­δε­κα χρο­νῶν, εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὴν πέρ­γκο­λα. Εἶ­χε ἀ­φό­ρη­τη ζέ­στη, κον­τὰ στοὺς 40, καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι δὲν φό­ρα­γαν οὔ­τε πα­πού­τσια οὔ­τε σαν­δά­λια. Κά­ποι­οι εἶ­χαν πε­τά­ξει καὶ τὶς μπλοῦ­ζες. Τὸ πά­τω­μα, στὸ χρῶ­μα τοῦ τσι­μέν­του, ἂν δὲν τὸ κα­τά­βρε­χες ποὺ καὶ πού, ἔ­και­γε σὰν τη­γά­νι.

        Τὰ κάγ­κε­λα ποὺ στή­ρι­ζαν τὴν πέρ­γκο­λα χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν συ­χνὰ γιὰ παι­χνί­δι. Πι­α­νό­σουν σὲ ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ καὶ μὲ τὰ δυ­ό σου χέ­ρια, ἔ­τει­νες τὸ σῶ­μα σου γύ­ρω του, μέ­χρι νὰ ἐ­ξαν­τλη­θεῖ ἡ κι­νη­τι­κή σου ἐ­νέρ­γεια. Μι­κροὶ ἀ­κρο­βά­τες, ἐ­πί­δο­ξοι ὀ­λυμ­πι­ο­νί­κες… Ἄλ­λες φο­ρὲς τὰ πιὸ με­γά­λα ἀ­πὸ τὰ ἀ­γό­ρια, θὰ ἔπια­ναν ἕ­να που­λί, ἕ­να τζι­τζί­κι, κά­ποι­ο σκα­θά­ρι.

        Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ὁ παπ­πούς, τὰ παι­διὰ εἶ­χαν ἤ­δη μα­ζευ­τεῖ, κά­τω ἀ­πὸ τὴν πέρ­γκο­λα, γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ ὕ­πο­πτη σι­ω­πή. Μὲ τὸ ποὺ πλη­σί­α­σε, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν, καὶ ξαφ­νι­κά, ἀ­κού­στη­κε κά­τι νὰ βομ­βί­ζει: Μιὰ χρυ­σό­μυ­γα προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πε­τά­ξει, καὶ τὰ πρά­σι­να φτε­ρὰ της γυ­ά­λι­ζαν, κά­τω ἀ­πὸ τὴν δαν­τέ­λα ποὺ ἔ­πλε­καν τὰ ἄ­γου­ρα στα­φύ­λια μὲ τὰ φύλ­λα τῆς κλη­μα­τα­ριᾶς. Τὰ φτε­ρὰ της μπλέ­κον­ταν σὲ μιὰ λε­πτὴ πρά­σι­νη κλω­στή, μπερ­δεύ­ον­ταν στὸ σῶ­μα της. Τὸ πό­δι της ἦ­ταν δε­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν κλω­στὴ καὶ ἡ κλω­στὴ ἦ­ταν δε­μέ­νη στὸ κάγ­κε­λο. Ξαφ­νι­κά, σὰν ἀ­ε­ρι­ω­θού­με­νο ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ ἕ­ναν ἐ­πι­κίν­δυ­νο ἑ­λιγ­μό, ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος. Προ­σπά­θη­σε νὰ πε­τά­ξει ψη­λὰ ἀλ­λὰ ἡ κλω­στὴ τὴν τρά­βα­γε κά­τω, κά­νον­τας κύ­κλους στὰ τυ­φλά, γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἄ­ξο­νά της. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­μοια­ζε μὲ μᾶς: σὰ νὰ ἔ­κα­νε ἠ­θε­λη­μέ­να κά­ποι­α πε­ρί­τε­χνα ἀ­κρο­βα­τι­κά, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ ται­ριά­ξει, νὰ γί­νει μέ­λος τῆς δι­ευ­ρυ­μέ­νης αὐ­τῆς ἀν­θρώ­πι­νης οἰ­κο­γέ­νειας.

        Ἀ­φοῦ κα­τά­λα­βε τὴν αἰ­τί­α τῶν δει­νῶν της, τὸ ἔν­στι­κτό της συ­νέ­τει­νε σὲ μιὰ ἡ­ρω­ι­κὴ ἔ­ξο­δο. Ἕ­να ὑ­πό­κω­φο βου­η­τὸ τα­λάν­τευ­σε τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα. Τὰ φτε­ρὰ της λαμ­πύ­ρι­σαν κα­θὼς χτύ­πη­σαν τὸν ἀ­έ­ρα ρυθ­μι­κά. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος καὶ μὲ πρω­τό­γνω­ρη δύ­να­μη πέ­τα­ξε μὲ ὅ­λη της τὴν ψυ­χὴ μπρο­στά. Τό­τε, τὸ δε­μέ­νο της πο­δα­ρά­κι ἀ­πο­κολ­λή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα της. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ αἰ­ω­ρή­θη­κε στὸν ἀ­έ­ρα. Τὸ ρά­διο ἔ­παι­ζε κά­ποι­ο βαλ­σά­κι. Ἔ­πει­τα πέ­τα­ξε μα­κριά.

        Τὸ παι­χνί­δι εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. Ἡ για­γιὰ εἶ­χε στρώ­σει τρα­πέ­ζι. Ὁ παπ­ποὺς μά­ζε­ψε τὰ ἐγ­γό­νια γύ­ρω του. Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γαν, τὰ χώ­ρι­σε σὲ ὁ­μά­δες καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ παί­ζουν ξε­ρή.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀ­θή­να, 1976). Εἶ­ναι ψυ­χο­λό­γος-ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τὴς καὶ ἐκ­παι­δευ­τῆς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν ψυ­χι­κῆς ὑ­γεί­ας στὴν συ­στη­μι­κὴ οἰ­κο­γε­νεια­κὴ θε­ρα­πεί­α. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σί­ευ­σε στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἰ­δε­ο­δρό­μιο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, Δέ­κα­τα καὶ στοὺς ἱ­στό­το­πους Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, Νέ­ο Πλα­νό­διον. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Γράμ­μα­τα σὲ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α­ (ἐ­πι­στο­λι­κὴ νου­βέ­λα, Ἐκ­δό­σεις Γκο­βό­στη, 2020).



		

	

Ἀντωνία Πασχαλίδου: Τὸ καράβι


Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου


Τὸ  κα­ρά­βι


ΛΟΙ ΜΙΛΟΥΣΑΝ γιὰ τὸ κα­ρά­βι. Εἶ­χε καὶ πα­νιά, ὅ­μως δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρο τὸ χρῶ­μα τους. Λο­γι­κὸ θὰ ἦ­ταν νὰ εἶ­ναι ἄ­σπρα. Ὡ­στό­σο πό­τε ἄ­κου­γε νὰ τὰ πε­ρι­γρά­φουν κόκ­κι­να, πό­τε μπλέ… Ὅ­λο ψοῦ ψοῦ ψοῦ πί­σω ἀ­πὸ τὶς πλά­τες τῶν ἄλ­λων. Ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ γυ­ναῖ­κες. Αὐ­τὸ συ­νέ­βαι­νε κυ­ρί­ως τὰ κα­λο­καί­ρια. Ὕ­στε­ρα ἠ­ρε­μοῦ­σαν ὅ­λοι. Ξα­νάρ­χι­ζαν τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς ἀ­σχο­λί­ες τους. Κι ὁ πα­τέ­ρας ἤ­τα­νε δια­ρκῶς ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μὲ τὰ μα­θή­μα­τα, τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα βέ­βαι­α, μιᾶς κι ἀ­πὸ χρό­νια εἶ­χε πα­ρα­τή­σει τὴ δου­λειά. Κα­νεὶς δὲν μι­λοῦ­σε γιὰ κεί­νη ἢ ὅ­ταν μι­λοῦ­σαν ἔ­λε­γαν γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν: τί ὄ­μορ­φη ποὺ ἦ­ταν, τί δυ­να­τό­τη­τες εἶ­χε, τί ἔ­φτια­χνε μὲ τὰ χέ­ρια της! Μέ­χρι ποὺ ἀ­πο­μο­νώ­θη­κε σὲ κεῖ­νο τὸ δω­μά­τιο στὸν δεύ­τε­ρο ὄ­ρο­φο. Ἔ­βλε­πε στὸν κῆ­πο. Δὲν εἶ­χε ὅ­μως ἐ­πα­φὴ μὲ κα­νέ­ναν — ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κά­τι ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ ἄν­τρα της, τῆς ἀ­δελ­φῆς της καὶ φυ­σι­κὰ τὴ γυ­ναί­κα ποὺ τὴ φρόν­τι­ζε.

        Τὸ παι­δὶ δὲν τὸ ἄ­φη­ναν νὰ τὴ δεῖ. Ἔ­τσι ἔ­μα­θε νὰ ζεῖ χω­ρὶς μη­τέ­ρα. Μό­νο μὲ τὴ σκιὰ ποὺ τὴν ἔ­βλε­πε κά­θε τό­σο πί­σω ἀ­πὸ τὶς κουρ­τί­νες. Μά­να θε­ω­ροῦ­σε κά­τι ὑ­πο­κα­τά­στα­τα-θεῖ­ες. Σι­ω­πή.

        Κι ὅ­ταν ἄ­νοι­γε ὁ και­ρός, ἄρ­χι­ζαν πά­λι οἱ κου­βέν­τες γιὰ τὸ κα­ρά­βι. Ὁ πα­τέ­ρας τὸ πε­ρι­έ­γρα­φε το­νί­ζον­τας κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια: τὸ σκα­ρὶ τὰ ξάρ­τια τὴν πλώ­ρη τὰ σκοι­νιά. Σὰν πα­λιὸς ναυ­τι­κὸς ποὺ εἶ­χε ξεμ­παρ­κά­ρει καὶ λα­χτα­ροῦ­σε τὴ ζω­ὴ στὸ πλοῖ­ο. Οἱ θεῖ­ες κα­τα­πι­ά­νον­ταν μὲ κεν­τή­μα­τα γιὰ τὰ ἔ­πι­πλα, τρα­πε­ζο­μάν­τι­λα, δαν­τέ­λες γιὰ τὶς μα­ξι­λα­ρο­θῆ­κες καὶ παν­τοῦ φυ­σι­κὰ ὑ­πῆρ­χε τὸ κα­ρά­βι ἢ ἔ­στω μιὰ ἰ­δέ­α του: ἕ­να πα­νί, μιὰ ἄγ­κυ­ρα.

        Ὅ­σο πλη­σί­α­ζε τὸ κα­λο­καί­ρι οἱ κου­βέν­τες θέ­ρι­ευ­αν. Τό­σο ποὺ πί­στευ­ε πὼς ὅ­που νά ‘ναι θὰ φα­νεῖ κά­ποι­ο πλοῖ­ο στὸ μι­κρὸ λι­μά­νι. Αὐ­τὸ βέ­βαι­α δὲν συ­νέ­βαι­νε πο­τέ. Ὅ­λο τὸν και­ρὸ ποὺ οἱ δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ ἔ­τρω­γαν τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο τους, ξέ­χνα­γαν ἐν­τε­λῶς τὴ γυ­ναί­κα. Μη­τέ­ρα-φάν­τα­σμα. Ὁ μι­κρὸς κυ­ρι­ευ­ό­ταν ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια. Ἤ­θε­λε νὰ βρεῖ τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ τρυ­πώ­σει στὸ ἀ­να­το­λι­κο­με­σημ­βρι­νὸ δω­μά­τιο. Τῆς ἔ­κα­νε μᾶλ­λον κα­λὸ ὁ ἥ­λιος. Γι’ αὐ­τὸ τὰ πρω­ι­νὰ ἀ­πὸ τὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ κή­που ἔ­βλε­πε τὸ πα­ρά­θυ­ρό της ἀ­νοι­χτὸ μὲ τὶς κουρ­τί­νες μα­ζε­μέ­νες. Τὴ μη­τέ­ρα που­θε­νά.

        Ἔ­τσι πέ­ρα­σε πο­λὺς και­ρὸς μέ­χρι τὴν ἀ­να­στά­τω­ση καὶ τὴν ὑ­πό­κω­φη ἔν­τα­ση ἐ­κεῖ­νο τὸ ξη­μέ­ρω­μα. Ἔ­φτα­σε ὁ για­τρός, ὕ­στε­ρα ἔμ­παι­ναν ἔ­βγαι­ναν. Ὁ πα­τέ­ρας θλιμ­μέ­νος, οἱ θεῖ­ες σταυ­ρο­κο­πι­οῦν­ταν κι ἀγ­κά­λια­ζαν τὸν μι­κρό. Τοῦ χά­ι­δευ­αν τὰ μαλ­λιά, τὸ κε­φά­λι. Μέ­χρι πού… ναί, πρό­λα­βε νὰ δεῖ. Κα­τέ­βη­καν δυ­ὸ ἄν­τρες μὲ κά­τι ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ σῶ­μα τυ­λιγ­μέ­νο σὲ σεν­τό­νι. Δὲν ἔ­βλε­πε οὔ­τε χέ­ρια, οὔ­τε πό­δια, τί­πο­τα, μό­νο τὸ σχῆ­μα ἀν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος.

        Ἔ­κλα­ψαν ὅ­λοι… ὅ­λοι ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τόν.

        Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­κα­νε ἦ­ταν νὰ τρέ­ξει στὸ δω­μά­τιό της. Ἡ λευ­κὴ κουρ­τί­να κυ­μά­τι­ζε κι ἔμ­παι­νε φῶς ποὺ σὲ τύ­φλω­νε. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι ὅ­μως, ἐ­πά­νω στὴ σι­φο­νι­έ­ρα, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κα­ρά­βι μὲ μπλὲ καὶ κόκ­κι­να πα­νιὰ φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ σπίρ­τα. Οὔ­τε με­γά­λο οὔ­τε μι­κρό. Ὄ­μορ­φο. Ἀ­τα­ξί­δευ­το.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Luigi Malerba.


Ἀντώνης Γιαννακός: Ἀριθμητήριο


Ἀν­τώ­νη Γι­α­ν­να­κός


Ἀ­ριθ­μη­τή­ριο


 ΒΑΓΓΕΛΙΤΣΑ ἤ­τα­νε λί­γο πά­νω ἀ­πὸ τρι­ῶν χρο­νῶν. Εἶ­χε πε­ρά­σει τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες ἐ­κεί­νης τῆς ἄ­νοι­ξης σκαρ­φα­λω­μέ­νη πά­νω στὸ ντι­βά­νι νὰ βλέ­πει ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δώ­μα­τος τὰ αὐ­το­κί­νη­τα νὰ περ­νοῦν κά­τω στὸ δρό­μο. Ἔ­φευ­γαν οἱ γο­νεῖς της νὰ δου­λέ­ψουν βάρ­δια στὸ ἐρ­γο­στά­σιο καὶ οἱ βάρ­δι­ες ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γες, τύ­χαι­νε νὰ λεί­πουν καὶ οἱ δύ­ο μα­ζὶ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ἄλ­λες φο­ρὲς τοὺς κρά­τα­γαν γιὰ δι­πλή, πρω­ὶ – βρά­δυ.

        Ὅ­ταν ἡ γερ­μα­νί­δα ἀ­πὸ τὸν κά­τω ὄ­ρο­φο γύ­ρι­ζε νω­ρίς, εἶ­χε κλει­δὶ καὶ ἀ­νέ­βαι­νε πά­νω στὸ δῶ­μα ποὺ ἔ­με­ναν. Τὴν ἔ­παιρ­νε στὸ σπί­τι της μέ­χρι νὰ ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ γυ­ρί­σουν. Ὅ­μως κά­θε ξη­μέ­ρω­μα ἐ­κεί­νης τῆς Ἄ­νοι­ξης ἡ Βαγ­γε­λί­τσα ἔ­πι­νε τὸ γά­λα της καὶ κα­θό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ βλέ­πει τὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Τῆς εἶ­χε δώ­σει ὁ πα­τέ­ρας της ἕ­να κομ­μά­τι χαρ­τὶ μὲ γραμ­μὲς καὶ ἕ­να μο­λύ­βι καὶ τῆς ἔ­λε­γε κά­θε φορ­τη­γὸ ἢ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ περ­νά­ει νὰ βά­ζει μιὰ γραμ­μὴ στὸ χαρ­τί. Ὅ­ταν με­τὰ τὸ τέ­λος τῆς βάρ­διας ἔ­φτα­νε σπί­τι, μέ­χρι νὰ ἑ­τοι­μά­σει τὸ φα­γη­τὸ ἡ μά­να της, κα­θό­τα­νε στὸ ντι­βά­νι καὶ με­τρού­σα­νε πό­σα φορ­τη­γὰ καὶ λε­ω­φο­ρεῖ­α εἴ­χα­νε πε­ρά­σει.

        Πάν­τα το με­ση­μέ­ρι ὅ­ταν γυρ­νοῦ­σε εἶ­χε κά­τι στὰ χέ­ρια του γιὰ τὴν μο­νά­κρι­βή του κό­ρη. Μιὰ κα­ρα­μέ­λα, μιὰ σο­κο­λά­τα, μπι­σκό­τα, κά­τι σὰν ἀν­τα­μοι­βή, σὰν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση καὶ ἐ­ξι­λέ­ω­ση γιὰ τὶς ὧ­ρες ποὺ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ τὴν ἀ­φή­νουν μό­νη της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἐ­κεί­νη πε­ρή­φα­νη ἔ­πε­φτε στὴν ἀγ­κα­λιά του, κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὸν λαι­μό του καὶ τοῦ ἔ­δει­χνε τὸ χαρ­τὶ μὲ τὶς γραμ­μὲς ποὺ εἶ­χε τρα­βή­ξει μὲ τὰ φορ­τη­γὰ ποὺ πέ­ρα­σαν. Ἐ­κεῖ­νος τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να με­γά­λο φι­λὶ καὶ τὴν λι­χου­διά της.

        Εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι τὸ κα­λο­καί­ρι μὲ τὴν ἄ­δεια ποὺ θὰ ἔ­παιρ­νε ἡ μά­να της, θὰ τὴν κα­τέ­βα­ζε στὸ χω­ριὸ στὶς γι­α­γιά­δες. Ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν ἡ δου­λειὰ στὸ ἐρ­γο­στά­σιο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει πιὰ μα­ζί τους στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ ἔ­κα­νε και­ρὸ νὰ τὴν δεῖ. Μό­νο ἐ­κεί­νη θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔρ­θει στὸ Ντί­σελ­ντορφ κά­ποι­α στιγ­μὴ μὲ τοὺς παπ­ποῦ­δες. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ μπεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα μὲ στε­ρη­μέ­νο τὸ δι­α­βα­τή­ριο ἀ­πὸ τὴν χούν­τα.

        Κα­θὼς ἔ­βλε­πε τὸ χαρ­τὶ μὲ τὶς γραμ­μὲς γιὰ τὰ φορ­τη­γά, κά­ποι­α στιγ­μή, ὅ­ταν θὰ γί­νει κο­πέ­λα, θὰ ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ τὴν δι­κή του ἱ­στο­ρί­α, πὼς ἔ­μα­θε ἐ­κεῖ­νος νὰ με­τρά­ει. Τό­τε ποὺ λί­γο πιὸ με­γά­λος ἀ­πὸ ὅ­τι ἐ­κεί­νη τώ­ρα, πή­γαι­νε στὸ πλά­τω­μα ψη­λὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ χω­ριό. Ἔ­κα­νε πὼς ἔ­παι­ζε βό­λους ἀλ­λὰ τὸν εἴ­χα­νε βά­λει τὰ με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­δέρ­φια του καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν δη­μο­σιά. Κά­θε φορ­τη­γὸ ποὺ πέρ­να­γε ἔ­βα­ζε μιὰ με­γά­λη πέ­τρα στὴ σει­ρά. Ἂν ἦ­ταν κούρ­σα ἔ­βα­ζε μιὰ μι­κρή. Καὶ ἀ­νά­λο­γα τὴν κα­τεύ­θυν­ση ἤ­τα­νε οἱ πέ­τρες σὲ ἄλ­λη σει­ρά. Πά­νω ἦ­ταν ὁ δρό­μος γιὰ τὰ Σέρ­βια, κά­τω ὁ δρό­μος γιὰ τὴν Ἐ­λασ­σό­να. Σὰν ἔ­πε­φτε τὸ φῶς κα­τέ­βαι­ναν δυ­ὸ ἀν­τάρ­τες ἀ­πὸ τὸ λη­μέ­ρι με­τροῦ­σαν τὶς πέ­τρες καὶ βλέ­πα­νε πό­σα φορ­τη­γά τοῦ στρα­τοῦ πε­ρά­σα­νε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀντώ­νης Γιαν­νακός. Ἔχει ἐκδώσει Σκαλίζοντας ἀνα­μνή­σεις (διηγήματα, Γαβριηλίδης, 2014) καὶ δύο ποιητικές συλλογές. Τελευταῖο του βιβλίο εἶναι Τέσσερις βολικοί θάνα­τοι (μυ­θιστόρημα, Κέδρος, 2016).


Ἡρὼ Νικοπούλου: Ὀρεινοὶ καὶ Πεδινοὶ 1863


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ὀ­ρει­νοὶ καὶ Πε­δι­νοὶ

1863


ΑΛΙ ΤΑ ΠΕΤΑΞΕ ὅ­λα. Τώ­ρα τὴν ἐ­νο­χλοῦν οἱ βου­τι­ές. Τὰ δρο­σε­ρὰ νε­ρά, ποὺ τι­νά­ζον­ται καὶ κα­τα­βρέ­χουν τὰ πάν­τα, μό­λις κα­τα­κά­τσουν τρι­γύ­ρω σχη­μα­τί­ζουν ἀ­μέ­σως μι­κρά, βρώ­μι­κα ρυά­κια· τὴν αὐ­λα­κώ­νουν σὰν ξε­βαμ­μέ­νο ρί­λεμ, τὸ βρί­σκει προ­σβλη­τι­κὸ καὶ ἐν­τε­λῶς ἀν­τι­αι­σθη­τι­κὸ ὅ­λο αὐ­τό. Καύ­σω­νας μέ­σα Ἰ­ου­λί­ου καὶ ξα­να­τυ­λί­χτη­κε ὁ­λό­γυ­ρα μὲ τὴν ψη­λὴ ἀ­ση­μέ­νια μπέρ­τα νὰ μὴν τὴν βλέ­που­με. Κα­νεὶς νὰ μὴν τὴν δεῖ μέ­χρι ν’ ἀ­πο­φα­σί­σει.

        Χρό­νια καὶ χρό­νια ἀ­πο­λύ­τως ἀ­να­πο­φά­σι­στη κι ἀ­συμ­φι­λί­ω­τη μὲ τὸν ἑ­αυ­τό της, εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­ρεῖς πὼς χώ­ρε­σε, ἄ­λε­σε καὶ μό­νια­σε στὸ τε­τρά­γω­νο τό­τε χω­νευ­τή­ρι της τὶς πα­λι­ὲς συν­ταγ­μα­τι­κὲς δι­α­μά­χες τους. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, συ­νε­χῶς ἄλ­λα­ζε, σχή­μα­τα, ὀ­νό­μα­τα, ἐ­ρα­στές, προ­στά­τες, Κλε­άν­θης, Σά­ουμ­περτ, Ὄ­θω­νας, Λέ­ο Φὸν Κλέν­τσε. Πά­νω ποὺ κά­τι κα­τά­φερ­νε, κά­πως σου­λου­πω­νό­ταν κι ἄρ­χι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ νὰ τὴν συ­νη­θί­ζουν καὶ νὰ τὴν ἀ­γα­ποῦν, αὐ­τὴ ἀ­προσ­δό­κη­τά τα χά­λα­γε ὅ­λα, κλει­νό­ταν πά­λι στ’ ἀγ­κά­θια της. Πάν­τα, κά­τι συ­νέ­βαι­νε ξαφ­νι­κά.

        Εἴ­πα­με, τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, κι ἄς ἔλ­πι­ζαν ὅ­λοι πὼς με­τὰ ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν πε­νήν­τα χρό­νια καὶ βά­λε ἐ­πι­τέ­λους θὰ κα­τα­στά­λα­ζε κά­που· ὅ­μως ὄ­χι, αὐ­τὴ κα­μώ­νε­ται σὰν γυ­ναί­κα με­ταιχ­μια­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ποὺ πε­τὰ ξέ­φρε­να τὸ ἕ­να ροῦ­χο με­τὰ τὸ ἄλ­λο μὲ κρυ­φὴ ἐλ­πί­δα καὶ θυ­μό. Κα­τὰ και­ροὺς ἐ­ξα­κον­τί­ζει μπά­ζα, μαρ­μά­ρι­να κιγ­κλι­δώ­μα­τα, τσι­μεν­τέ­νι­ες Μοῦ­σες, γυ­ά­λι­νους δρο­μεῖς, κο­λο­νά­κια, ξη­λω­μέ­να παγ­κά­κια, γραμ­μὲς τοῦ τράμ, πα­λιὰ συν­τρι­βά­νια, δεν­τρί­λια καὶ ζαρ­τι­νι­έ­ρες ψη­λὰ στὸν ἀ­έ­ρα· τὰ κοι­τᾶ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται μὲ κί­νη­ση ἀρ­γὴ πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἀ­φα­λὸ τῆς πό­λης ἀ­φή­νον­τας κα­τά­πλη­κτούς τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ποὺ μὲ τὸ στό­μα μι­σά­νοι­χτο κα­τα­πί­νουν γιὰ μί­α ἀ­κό­μα φο­ρὰ ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ γε­λά­κι. Γιὰ λί­γο εἶ­ναι αἰ­σι­ό­δο­ξη, δο­κι­μά­ζει πά­λι καὶ πά­λι, μέ­χρι ποὺ φτά­νει ξα­νὰ στὴν ἀ­πό­γνω­ση καὶ μοι­ραί­α κα­τα­λή­γει στὴν πιὸ ἄ­χα­ρη ἐκ­δο­χή.

        Αὐ­τὴ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἑ­πο­μέ­νη…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση στην εφ. Αυγή, Αναγνώσεις, (05.07. 2020)

 

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέντε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τέσσερις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡρώ Νικολοπούλου καὶ ἄλλες συνταχνιακές ἱστορίες (διη­γήματα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2020). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λογοτεχνικὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸν ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο καὶ ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, ἱσπανιά, βουλγαρικά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα.

Στά Ἰσπανικὰ κυκλοφορεῖ ἡ ἀνθολογία ποιημάτων της μέ τὸν τίτλο Aceptiones de la Miranda σὲ μετάφραση Jose Antonio Moreno Jurado (2019, El Arbol de la Luz, Sevilla).

Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr