Πέτρος Φούρναρης: Ὁ Καλιγούλας


Πέτρος Φούρναρης


Ὁ Κα­λι­γού­λας


ΕΣΗΜΕΡΙ: καυ­τὸς ὁ ἥ­λιος. Μα­ζεύ­ω τὰ μα­γιό μας γιὰ νὰ φύ­γου­με, ὅ­ταν βλέ­πω τὴν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη ποι­ή­τρια, μὲ μιὰ ρόμ­πα πά­νω της, νὰ γέρ­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα ἀ­πὸ σα­νί­δες καὶ νὰ φω­νά­ζει μὲ κλα­ψι­ά­ρι­κη, λυ­πη­μέ­νη φω­νὴ ἕ­να ὄ­νο­μα. Ἀ­νε­βαί­νω τὸ σκα­λο­πά­τι ποὺ χω­ρί­ζει τὴν ἀμ­μου­διὰ ἀ­πὸ τὸ δρο­μά­κι καὶ τὴν ρω­τῶ τί ψά­χνει.

           «Ἕνα γά­το» μοῦ λέ­ει, «Λεί­πει τέσ­σε­ρις μέ­ρες τώ­ρα. Ἦρ­θε, τὸν πῆ­ρα στὴν ἀγ­κα­λιά μου, μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἕ­να φο­βι­σμέ­νο βλέμ­μα κι ἔ­φυ­γε, δὲν ξα­να­φά­νη­κε.»

           «Τί χρῶ­μα ἔ­χει;»

           «Σκοῦρο κα­φε­τί, μὲ λί­γο χρυ­σα­φὶ καὶ λί­γο ἄ­σπρο. Μὲ χρυ­σα­φέ­νια μά­τια.»

           Γιὰ νὰ τὴ βο­η­θή­σω ἤ­μουν ἕ­τοι­μος νὰ σκαρ­φα­λώ­σω τὸ φρά­χτη, νὰ μπῶ στὸ ψη­λὸ σπί­τι νὰ ψά­ξω τὸ γά­το, δὲν τὸ ἄν­τε­χα νὰ τὴ βλέ­πω τό­σο δυ­στυ­χι­σμέ­νη, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη μὲ κοί­τα­ξε μ΄ ἕ­να βλέμ­μα λί­γο χα­μέ­νο.

           «Τί ὡ­ραῖα», μοῦ λέ­ει, «οἱ ξέ­νοι φέ­τος στὸ νη­σί μας, καὶ τί εὐ­γε­νι­κοί. Χτὲς τὸ βρά­δυ φο­ροῦ­σα ἕ­να λευ­κὸ φό­ρε­μα, πέ­ρα­σε ἕ­νας Βρε­τα­νὸς καὶ μοῦ λέ­ει: τί ὡ­ραί­α ποὺ εἶ­στε μὲ αὐ­τὸ τὸ λευ­κὸ φό­ρε­μα! Χτὲς τὸ ἀ­πό­γευ­μα πά­λι, με­τὰ τὰ ψώ­νια, ἔ­κα­να ὠ­το­στὸπ γιὰ νὰ γλι­τώ­σω τὰ ἕ­ξι εὐ­ρὼ γιὰ τὴν κούρ­σα καὶ μὲ πῆ­ραν ἕ­να ζευ­γά­ρι Γάλ­λων. Τί εὐ­γε­νι­κοὶ ἄν­θρω­ποι! Πι­ά­σα­με κου­βέν­τα γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμό, μι­λή­σα­με γιὰ τὸν Κα­λι­γού­λα, τὴ με­τά­φρα­ση. Θυ­μό­μουν ἀ­κρι­βῶς ἕ­να στί­χο κά­που στὴν ἀρ­χή. Ce soir la nuit est lourde comme le chagrin humain: αὐ­τὴ ἡ νύ­χτα εἶ­ναι βα­ριὰ σὰν τὸν ἀν­θρώ­πι­νο πό­νο. Καὶ στὶς δυ­ὸ γλῶσ­σες ἐ­ξαί­σιος στί­χος, ἀλ­λὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ εἶ­ναι πιὸ ὡ­ραῖ­ος για­τί ἔ­χει πιὸ πολ­λὰ φω­νή­εν­τα.» Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ με­τρᾶ τὶς συλ­λα­βές του: «Ἀ-πό-ψε-ἡ-νύ-χτα-εἶ-ναι-βα-ριά-σὰν-τὸν-ἀν-θρώ-πι-νο-πό-νο. Φύ­γε­τε, φύ­γε­τε, μὴν σᾶς κρα­τῶ ἄλ­λο.» Καὶ κοι­τοῦ­σε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.

           Γυρ­νά­ει πά­λι καὶ μᾶς λέ­ει: «Ἔ­γρα­ψα μιὰ ἐ­πι­στο­λὴ στὴν Μέρ­κελ, καὶ μιὰ στὸ γερ­μα­νι­κὸ κοι­νο­βού­λιο. Πῶς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ Εὐ­ρώ­πη: ὁ πο­λι­τι­σμός! Ὄ­χι μό­νο τα λε­φτά.»

           «Μὰ τὸ ξέρου­νε» τῆς λέ­ω, «Τὸ ἀ­πο­σι­ω­ποῦν σκό­πι­μα.»

           «Ὄχι, δὲν τὸ ξέ­ρου­νε… Καὶ εἶ­μαι λί­γο θυ­μω­μέ­νη μὲ τοὺς ἐ­δῶ Ἰ­τα­λούς. Ὅ­λο γιὰ τὸν πό­λε­μο συ­ζη­τᾶ­νε. Μὰ τί θέ­λουν ἐ­πι­τέ­λους; Δὲν τὸν κά­να­με ἐ­μεῖς τὸν πό­λε­μο, αὐ­τοὶ τὸν κά­να­νε, καὶ ἀν­τὶ νὰ μὴ μι­λᾶ­νε, ποὺ χά­σα­νε κι­ό­λας, ἔ­χουν φω­νά­ξει πά­λι τοὺς κα­θη­γη­τές τους ἀ­πὸ τὰ πα­νε­πι­στή­μια , καὶ ξα­νὰ συ­νέ­δρια ἐ­πὶ συ­νε­δρί­ων.»

           Τὰ γα­λα­νά της μά­τια πε­τοῦ­σαν σπί­θες κα­τα­με­σή­με­ρα. Τὴν κα­λέ­σα­με στὴν ἔκ­θε­ση, θὰ ‘ρθεῖ τὸ ἀ­πό­γευ­μα στὶς ὀ­χτώ. Κα­θὼς φεύ­γα­με τὴν ἄ­κου­γα νὰ φω­νά­ζει μὲ τὴν κλα­ψι­ά­ρι­κη, λυ­πη­μέ­νη φω­νή της: «Κα­λι­γού­λα, Κα­λι­γού­λα. Ποῦ εἶ­σαι Κα­λι­γού­λα…»

11-8-2016



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση «καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι

Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ὁ Γενάκιας



Γιώργης Χριστοφιλάκης


Ὁ Γε­νά­κιας


ΣΤΡΑΤΟΣ ξε­κα­θά­ρι­ζε τὸ ἀν­τάρ­τι­κο στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο. Εἴ­χα­νε ζώ­σει Μά­υ­δες τὶς πό­λεις καὶ Χί­τες τὰ χω­ριά. Μπλο­κα­ρι­σμέ­νοι μέ­σα στοὺς λόγ­γους, σὲ πα­του­λι­ές, γού­πα­τα, κρύ­βον­ταν νη­στι­κοὶ καὶ ψει­ρι­ά­ρη­δες οἱ ἀν­τάρ­τες… Στὰ χω­ριὰ οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες σά­πι­ζαν κά­θε μέ­ρα στὸ ξύ­λο τοὺς γέ­ρους ὁ­πού ‘­χαν παι­διὰ στὸ βου­νό, βρί­ζα­νε πρό­στυ­χα τὶς γυ­ναῖ­κες τους, βά­να­νε φω­τιὰ καὶ καί­γα­νε σπί­τια μὲ ὑ­πάρ­χον­τα μέ­σα, μα­ζὶ μὲ οὕ­λη τὴ σπι­το­συ­γύ­ρι­ση… Πέν­τε στε­φά­νια ψη­λὰ ἀ­νέ­βη­κε ἡ φω­τιὰ στοῦ Γι­αν­νι­κά­κη τὸ σπί­τι, για­τὶ εἶ­χε γαμ­πρό, τὸν Μπα­σα­ρά, στὸ βου­νό. Ὁ­λά­κε­ρο ὁ­πλο­στά­σιο ἔ­κρυ­βε στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο ὁ πα­πα-Χρῆ­στος κι ὁ γιός του πρό­δι­νε τὰ στέ­κια τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴ με­ραρ­χί­α. Κι ἀ­πὲ τὸν τσά­κω­σαν μ’ ἄλ­λους πέν­τε οἱ κα­τσα­πλιά­δες, τοὺς δί­κα­σαν καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τοὺς κό­ψα­νε μὲ τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

       Ὁ Τσε­λί­δης, μὲ δι­πλό­στρι­φτο μου­στά­κι, σκό­τω­νε τὸν και­ρό του ὄ­ξω στοῦ Κα­ρα­φε­λού­κα τὸ μα­γα­ζὶ καὶ σὰν δὲ χά­λα­γε ἀν­τάρ­τες ἔ­κο­βε μὲ τὸ πι­στό­λι του στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα τὸ τσι­γά­ρο στὴ μέ­ση…

       Γε­νά­ρης 1949. Στὰ Με­μέ­ι­κα. Τριά­ντα πέν­τε σπί­τια. Εἴ­κο­σι πέν­τε φου­γά­ρα νὰ κα­πνί­ζουν… Κα­μιὰ κα­το­πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­ταῖ­οι ὅ­λο κι ὅ­λο τὸ χω­ριό… Ἐκ­κλη­σιά, σχο­λει­ὸ καὶ κοι­νό­τη­τα μα­ζί. Ἕ­να στρέμ­μα τό­πος. Κά­τω κάμ­πος με­γά­λος, ρεί­κια καὶ πουρ­νά­ρια φί­σκα. Δυ­ὸ λι­ο­τρί­βια καὶ ψη­λὰ τὸ βου­νὸ Ἑλ­λη­νί­τσα φί­σκα, ἔ­λα­τα καὶ με­λίσ­σια, ν’ ἀ­ρα­δί­ζουν* μέ­λισ­σες. Ὁ Δρόγ­γος κι ἡ Ψα­θρί­τσα νὰ σούρ­νουν τὰ νε­ρά… Λα­σπου­ριὰ καὶ βο­ριὰς ποὺ νὰ σοῦ τρυ­πά­ει τὸ κό­κα­λο…


ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΝΑΚΙΑΣ

Ἀ­μοι­βή: 50.000 σ’ ὅ­ποι­ον, κα­θ’ οἱ­ον­δή­πο­τε

τρό­πο, βο­η­θή­σει στὴ σύλ­λη­ψη κ. λ.π.


       Καρ­φω­μέ­νη ἡ δι­α­τα­γὴ καὶ στὰ δυ­ὸ μα­γα­ζιά. Ξη­με­ρο­βρα­δι­α­ζόν­του­σαν μέ­σα οἱ Χί­τες. Κερ­νά­γα­νε τὸν Τσε­λί­δη μα­στί­χα καὶ λου­κού­μι, παῖ­ζαν ξε­ρὴ καὶ κα­ψα­λά­γα­νε σύ­κα στὴ σόμ­πα.

       — Ἀ­μοι­βὴ 50.000. Σ’ ὅ­ποι­ο­νε τό­νε βρεῖ καὶ τὸν προ­δώ­κει…, μουρ­μού­ρα­γε ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας. Ἀ­κοῦς; Ἀ­κού­ω νὰ λές…

       Ὁ Γε­νά­κιας εἶ­χε ξο­μεί­νει στὸ βου­νὸ μὲ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ ἀν­τάρ­τες νιού­τσι­κους. Λά­κα­γε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ τὶς νύ­χτες. Κρυ­βό­τα­νε τὴ μέ­ρα. Μα­ζὶ μὲ τὸν Πέρ­δι­κα, τὸν Κον­τα­λώ­νη, τὸν Κλα­ρί­νη, τὸ Σα­τα­νᾶ, τὸν Κα­ρα­μού­ζη κι ἄλ­λους, εἴ­χα­νε πιά­σει τὰ βου­νὰ τῆς Ἀρ­κα­δί­ας λη­μέ­ρια. Ὁ Γε­νά­κιας δὲν τὸ κα­τα­δε­χό­τα­νε νὰ στεί­λει τοὺς συν­τρό­φους του στὸ χω­ριὸ γιὰ ψω­μί. Κα­τέ­βαι­νε ὁ ἴ­διος. Πό­τε στὸ ἕ­να κο­νά­κι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Ἕ­να καρ­βέ­λι ψω­μὶ τὴ βδο­μά­δα. Νε­ρὸ βρί­σκα­νε στὸ βου­νὸ μπό­λι­κο. Χει­μώ­νας και­ρὸς καὶ σπη­λι­ὲς γι’ ἀ­πάγ­κιο… Πό­τε κα­τέ­βαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Πό­τε στοῦ Στα­θο­λιᾶ… Ἐ­πε­ρί­με­νε, πλά­για­ζαν οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες στὸ σχο­λει­ὸ ἢ στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο τοῦ πα­πᾶ κι ἀ­μο­λυ­ό­τα­νε, ἀ­πὸ τὶς Λάκ­κες, ὁ ἀν­τάρ­της τὸν κα­τή­φο­ρο, λι­θά­ρι τὸ λι­θά­ρι… ρέ­μα τὸ ρέ­μα στὸ ἀ­κρια­νὸ σπί­τι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τοῦ ‘­δι­νε ὁ Στα­θο­λιᾶς τὸ καρ­βέ­λι τὸ ψω­μὶ καὶ τοῦ ‘­κλει­νε κα­τά­μου­τρα τὴν πόρ­τα. Φο­βό­τα­νε νὰ τὸν προ­δώ­κει, ἔ­τσι ποὺ ἤ­τα­νε ἄ­γριος κι ὁ­πλι­σμέ­νος κάρ­γα. Τὴν ἄλ­λη βδο­μά­δα πή­γαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       — Γέ­ρο, ὁ Γε­νά­κιας. — Ἔ­λα μέ­σα.

       — Εἶ­δες τὸ δι­κό μου παι­δί; — Ὄ­χι.

       — Πά­ρε τὸ σα­κού­λι.

       — Μό­νο ψω­μί…

       Τὸν ἀ­γνάν­τευ­ε τὸ ἀ­ϊ­τή­σιο μά­τι τοῦ γέ­ρου μέ­χρι πέ­ρα τὸ ρέ­μα. Μαν­τά­λω­νε με­τὰ τὴν πόρ­τα καὶ κου­κου­βι­ζό­ταν* κον­τὰ στὴ γριά του. Ἐν­νιὰ παι­διὰ καὶ σὰν τῆς κό­τας τὰ που­λιὰ λά­κι­σαν οὗ­λα…

       Δὲν εἶ­χε ἐλ­πί­δες τὸ ἀν­τάρ­τι­κο πιὰ κι ὁ Στα­θο­λιᾶς ξε­μύ­τι­σε στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Λού­κα. Στοῦ πα­πᾶ – τὸ καί τό… ὁ Γε­νά­κιας. Οἱ Μά­υ­δες τοῦ στή­σα­νε καρ­τέ­ρι. Με­ρό­νυ­χτο, βάρ­δια στὸ κο­νά­κι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τὸ ἤ­βλε­πε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης ἀ­πὸ πέ­ρα καὶ δὲν πλά­για­ζε τὶς νύ­χτες. Ἐ­πε­ρί­με­νε νὰ τὸν δεῖ. Νὰ τοῦ σφυ­ρί­ξει. Νὰ πά­ρει μυ­ρου­διὰ νὰ λα­κί­σει…

       Σαβ­βα­τό­βρα­δο. Ἀ­πὸ τὴν Πα­να­γιὰ ἀ­κου­γό­τα­νε ἡ λι­α­νο­φω­νού­λα τοῦ Κου­τσο­γρη­γό­ρη στὸν ἑ­σπε­ρι­νὸ καὶ τοῦ πα­πα-Χρή­στου τὸ θυ­μια­τό. Ὁ Γε­νά­κιας ἀ­φῆ­κε καὶ μπῆ­κε ἡ νύ­χτα δυ­ὸ στε­φά­νια κι ἀ­μο­λή­θη­κε, ἀ­πὸ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα τὰ μαν­τριά, τὸν κα­τή­φο­ρο. Κρυ­ώ­να­νε τὰ συν­τρό­φια, ἀλ­λὰ ποῦ φω­τιά…. Μή­τε κο­λο­στρώ­ση. Τρί­βα­νε τὸ κορ­μί τους στὶς πέ­τρες. Νὰ ζε­στα­θεῖ… Σγου­φτὰ* πέ­ρα­σε ἀ­πο­δί­πλα στὴν ἴσ­μπα τοῦ Κα­τσι­α­νά­κου. Στά­θη­κε. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Τὸν εἶ­δε καὶ σφύ­ρι­ξε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης. Ξα­χνα­σφύ­ρι­ξε μπᾶς κι ἀ­κού­σει καὶ λα­κί­σει. Ἀ­λα­φρο­πα­τών­τας ὁ ἀν­τάρ­της τὸ πλα­κό­στρω­το κρύ­φτη­κε γιὰ λί­γο στὴν κα­ρυ­διὰ καὶ μ’ ἕ­να σάλ­το κούρ­νια­σε στὸ κο­τέ­τσι. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κε. Ἡ­συ­χί­α πέ­ρα γιὰ πέ­ρα. Ἕ­να δυ­ὸ κο­κό­ρια καὶ τὸ σκυ­λὶ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα, ἡ Κο­ρα­κού­λα, βά­βι­ζε*. Τό ‘­φερ­νε γιὰ χι­ο­νιά… Ζύ­για­σε φω­νή:

       — Μπάρ­μπα Λιά…

       Δὲν κά­πνι­ζε τὸ φου­γά­ρο. «Θὰ πλά­για­σαν», νο­γή­θη­κε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κο­τέ­τσι καὶ κόν­τε­ψε στὴν πόρ­τα.

       — Γέ­ρο Στα­θο­λιά…

       Χτύ­πη­σε. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα, πά­τη­σε τὸ πο­λυ­βό­λο ὁ Μά­υς καὶ τὸν θέ­ρι­σε. Δυ­ὸ τρεῖς ρι­πὲς ἀ­πὸ πά­νω… Πέντ’ ἕ­ξι κού­φι­ες… Χα­μο­σύρ­θη­κε ὁ Γε­νά­κιας μέ­χρι τὴ γού­βα τὸν ἀ­σβέ­στη, τρά­βη­ξε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα ποὺ κρέ­μα­γε στὸ ζου­νά­ρι, ἔ­βγα­λε τὸν κρί­κο καὶ τὴν κρά­τη­σε στὰ χέ­ρια του μέ­χρι ποὺ ἔ­σκα­σε… Ἀ­λα­φρὸ τὸ κορ­μὶ κύ­λι­σε μέ­σα καὶ χά­θη­κε στὴ γού­βα. Τὸ χέ­ρι ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα εἶ­χε μεί­νει τὸ μι­σὸ ὄρ­θιο μέ­σα στὸ σβη­σμέ­νο χαρ­μά­νι καὶ σὰν πί­δα­κας ἔ­τρε­χε τὸ αἷ­μα, κα­τα­κόκ­κι­νο, πά­νω στὸν κά­τα­σπρο ἀ­σβέ­στη. Πε­τά­χτη­καν πέν­τε Μά­υ­δες ἀ­πὸ τοῦ Στα­θο­λιᾶ καὶ πῆ­ραν τὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­γά­δες πυ­ρο­βο­λών­τας καὶ χτυ­πών­τας τὴ με­γά­λη καμ­πά­να τῆς Πα­να­γιᾶς. Ἀ­νά­στα­ση, θὰ τσέ­πω­ναν δέ­κα χι­λιά­δες ὁ κα­θέ­νας καὶ τοῦ ἀ­πο­σπα­σμα­τάρ­χη τα συ­χα­ρί­κια. Γλεν­το­κό­πι οὕ­λη νύ­χτα με­τὰ καὶ σὰν ἔ­πι­α­σε νὰ ξη­με­ρώ­νει, ἔ­βγα­λαν τὸ Γε­νά­κια ἀ­πὸ τὴ γού­βα καὶ στή­σαν χο­ρὸ γύ­ρω του. Με­τὰ τοὺς ἦρ­θε τὸ χα­βέ­σι* νὰ τὸν δέ­σουν πα­ρα­μά­σχα­λα, μὲ τρι­χιά, ἀ­πὸ τὸ σα­μά­ρι στὴ φο­ρά­δα τοῦ Λυ­κούρ­γου καὶ τὸν σούρ­να­νε στὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­κά­δες, πί­νον­τας κρα­σὶ καὶ πυ­ρο­βο­λών­τας στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀ­πο­με­σή­με­ρο τὸν ἤ­φε­ραν στὸ προ­αύ­λιο τῆς Πα­να­γιᾶς.

       Δυ­ὸ Πο­λι­α­νί­τες Μά­υ­δες ἔ­κο­ψαν κον­τό­κου­ρα* ἀ­πὸ τὴ μου­ριὰ τοῦ Κου­σι­ου­ρα­πο­στό­λη καὶ τρά­βη­ξαν κα­τὰ τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Τὸν βρῆ­καν στ’ ἀπά­νου κα­λύ­βι νὰ τα­ΐ­­ζει μιὰ γι­δού­λα ποῦ ‘­χε.

       — Ποῦ εἶ­ναι τὸ παι­δί σου, γέ­ρο;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὁ γαμ­πρός σου κά­νε;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὅ­μως νὰ σφυ­ρᾶς ξέ­ρεις…

       Πέ­σα­νε πά­νω στὸ γέ­ρο σὰν κάρ­γι­ες καὶ χτυ­πά­γα­νε στὸ σταυ­ρό. Ἔ­τρε­ξε τὸ αἷ­μα στὰ παν­τε­λό­νια, στὴν που­κα­μί­σα κι ἔ­πη­ξε μέ­σα στὰ τσα­ρού­χια του… Ὁ ἕ­νας πῆ­ρε ἀ­πὸ δί­πλα ἕ­να χα­ρα­νὶ* πα­γω­μέ­νο νε­ρὸ καὶ τό ‘χυ­σε πά­νω στὸ κορ­μὶ τοῦ γέ­ρου ν’ ἀ­πο­κά­μει… Τὸ Μάρ­κο πᾶ­ν’ στὴν ἐκ­κλη­σιά. Τὸ Μάρ­κο πᾶν’ στὸ μνῆ­μα. Ξήν­τα πα­πά­δες πᾶ­ν’ μπρο­στά… Ἄλ­λος κα­λύ­τε­ρα δὲν τὸ τρα­γού­δη­σε ἀ­π’ τὸ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       Οἱ ἄλ­λοι βα­ρή­γα­νε τὴν καμ­πά­να νὰ μα­ζω­χτεῖ τὸ χω­ριό.

       — Πᾶ­με.

       Μπρο­στὰ ἡ θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Καὶ πί­σω ὁ γκο­νάς του. Ἑ­φτά­χρο­νος. Κα­τε­βή­κα­νε στὴν Πα­να­γιά. Ἐ­κεῖ ὁ γκο­νᾶς γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­δε τὸ Γε­νά­κια. Ἀ­πὸ τὸ σούρ­σι­μο στὰ σο­κά­κια εἶ­χε γί­νει χου­λού­ζης* κι ἄ­γνω­ρος. Ἕ­να κου­βά­ρι λά­σπες. Ὁ Τσε­λί­δης μὲ τὰ χέ­ρια χω­μέ­να στὶς τσέ­πες πά­γαι­νε κι ἐρ­χό­ταν… Γύ­ρω γύ­ρω στὰ του­ρά­κια* τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς, ὄρ­θιοι, γέ­ροι, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­τα­ῖ­οι. Μέ­σα στὸ προ­αύ­λιο, κα­μιὰ δε­κα­ριὰ Μά­υ­δες, ὁ πρό­ε­δρος, ὁ πα­πάς, ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας κι ὁ Στα­θο­λιᾶς. Ὁ Τσε­λί­δης τρά­βη­ξε τὸ πι­στό­λι κι ἔ­κα­νε νό­η­μα στὸ Γι­αν­νά­κο τοῦ Μπα­σα­ρᾶ, γυ­μνα­σι­ό­παι­δο, νὰ πλη­σιά­σει.

       — Ἔ­λα δῶ, Μπα­σα­ρό­που­λο.

       Ὁ Γι­αν­νά­κης ἔ­κα­νε δυ­ὸ βή­μα­τα.

       — Πά­ρ’ τὸ τσε­κού­ρι ἀ­π’ τὴν ἐ­λιὰ καὶ κό­ψ’ του τὸ κε­φά­λι.

       — Δὲν μπο­ρῶ.

       — Πά­ρ’ το καὶ κό­ψ’ το, μοῦ­λε, για­τὶ θὰ σοῦ γε­μί­σω τὰ ἄν­τε­ρα σφαῖ­ρες.

       Ὁ Γι­αν­νά­κος ἔμ­πη­ξε τὸ κλά­μα. Ὁ Τσε­λί­δης τοῦ ‘­ρι­ξε δυ­ὸ τρεῖς μπι­στο­λι­ὲς στὰ πό­δια, πῆ­ρε τὴν τρι­χιὰ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νος ὁ Γε­νά­κιας, τὸν ἔ­σου­ρε μέ­χρι τὸ κομ­μέ­νο κυ­πα­ρίσ­σι, τοῦ ‘­βα­λε τὸ κορ­μὶ πά­νου στὸ κού­τσου­ρο καὶ μὲ μιὰ τσε­κου­ριὰ τοῦ πῆ­ρε τὸ κε­φά­λι. Τι­νά­χτη­κε τὸ στῆ­θος νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θιο, ἔ­γει­ρε κι ἔ­πε­σε δί­πλα στὸ κού­τσου­ρο. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, τὸ κε­φά­λι κύ­λη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­λιά. Ἐ­κεῖ ζύ­γω­σε ἡ γριὰ τοῦ Γι­ο­το­λιᾶ, ὁ­πού ‘χε γιὸ ταγ­μα­τάρ­χη στὸ στρα­τό, κι ἄ­νοι­ξε κου­βέν­τα μὲ τὸ κε­φά­λι.

       — Πα­λι­ο­κα­τσα­πλιά… Κα­λὰ σοῦ κά­μα­νε… Μᾶς βού­τα­γες τὸ ψω­μί…

       Κι ὅ­λο κλό­τσα­γε τὸ κε­φά­λι τοῦ Γε­νά­κια, ποὺ δὲν εἶ­χε κλεί­σει ἀ­κό­μα τὰ τριά­ντα…


ἀραδίζω = (ἀρκαδ.) περνοδιαβαίνω.

κουκουβίζω = κουρνιάζω, ζαρώνω.

σγουφτά = σκυφτά.

βαβίζω = γαυγίζω.

χα­βέ­σι = (τουρκ.) κέφι.

κοντόκουρο = κομμάτι ξύλου, μπαστούνι.

χαρανί* = μεταλλικὸς κουβάς, κατσαρόλα.

χου­λού­ζης, ὁ = (τουρκ.) ἐλαττωματικός, λειψός.

τουράκι, τό = (τουρκ.) πάγκος.


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πε­τρο­πό­λε­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­στέ­ρι, Ἀ­θή­να, 1981.

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Ἑλληνίτσα [Με­μή] Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, ἠ­θο­ποιΐα, σκη­νο­θε­σί­α, δι­ή­γη­μα, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Γιὰ χρό­νια Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Πρω­το­δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­να­γέν­νη­σις τῆς Με­γα­λό­πο­λης. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ἔβγα ψυχὴ ἀπ’ τὸ κορ­μί (Βιω­μα­τικὰ ἀφη­γή­μα­τα, Ἑλλη­νικὰ Γράμ­μα­τα, Ἀθή­να, 2006).



		

	

Νίκος Δαββέτας: Κυριακὴ καὶ έξοδοῦχος


Νί­κος Δαβ­βέ­τας


Κυ­ρια­κὴ καὶ ἐ­ξο­δοῦ­χος


ΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ποὺ ἔ­βγαι­να στὴν πό­λη μὲ εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρη. Ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα ἔ­βρε­χε ἀ­στα­μά­τη­τα, Ὡς τὸ με­ση­μέ­ρι —ἀ­πὸ κα­φε­νεῖ­ο σὲ κα­φε­νεῖ­ο— εἶ­χα φά­ει σχε­δὸν ὅ­λα μου τὰ χρή­μα­τα. Καὶ ποῦ νὰ πᾶς ἄ­φραγ­κος μὲ τέ­τοι­ο πα­λι­ό­και­ρο; Ἀ­να­πο­φά­σι­στος στά­θη­κα κά­τω ἀ­πὸ τὸ κι­ό­σκι τῶν ὑ­πε­ρα­στι­κῶν λε­ω­φο­ρεί­ων· ἕ­να χαρ­τὶ πρό­χει­ρα κολ­λη­μέ­νο στὸ τζά­μι πλη­ρο­φο­ροῦ­σε τὸ ἐ­πι­βα­τι­κὸ κοι­νὸ ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο δρο­μο­λό­γιο γιὰ τὴν πρω­τεύ­ου­σα ἀ­να­βάλ­λε­ται «μέ­χρι νε­ω­τέ­ρας…». Τρι­γύ­ρω ἐ­ρη­μιά, τέ­τοι­α ὥ­ρα ὅ­λοι θὰ εἶ­ναι γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να τρα­πέ­ζι. Μπαμ­πάς, μα­μά, παι­δὶ καὶ στὴ μέ­ση το πα­τρο­πα­ρά­δο­το ψη­τό. Ἡ μα­μὰ βέ­βαι­α μπο­ρεῖ νὰ θέ­λει νὰ μα­χαι­ρώ­σει τὸν μπαμ­πά, ὁ μπαμ­πὰς νὰ τὴν πε­τά­ξει ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, τὸ παι­δὶ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σει καὶ τοὺς δύ­ο ἐξ ἐ­πα­φῆς, ἀλ­λὰ ὡς εἰ­κό­να ἡ Ἁ­γί­α Τριά­δα εἶ­ναι ἀ­ξε­πέ­ρα­στη. Τό­τε τὴν εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται κα­τα­πά­νω μου. Τὸ πο­λύ­χρω­μο φό­ρε­μα της ἀ­νέ­μιζε στὸν πα­γω­μέ­νο ἀ­έ­ρα καὶ τὸ κορ­δό­νι ἀ­πὸ τὸ ταγά­ρι της πε­ρα­σμέ­νο χια­στὶ  τό­νι­ζε τὸ σφρι­γη­λὸ στῆ­θος. Ἦ­ταν μιὰ μι­κρὴ γύ­φτισ­σα. Σί­γου­ρα θὰ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸν κα­ταυ­λι­σμὸ τῶν τσιγ­γά­νων ποὺ βρί­σκε­ται κον­τὰ στὴ χω­μα­τε­ρή. Κά­θι­σε δί­πλα μου στὸ παγ­κά­κι καὶ ξε­δί­πλω­σε μιὰ μι­σο­φα­γω­μὲνη σο­κο­λά­τα·

       «Ὄ­χι, δὲν θέ­λω.» «Φαν­τά­ρος;» «Δὲν φαί­νο­μαι;» «Ποῦ πᾶς;»

       «Δὲν ἔ­χω νὰ πά­ω που­θε­νά.» «Ἔ­τσι κά­θε­σαι δῶ;» «Ἔ­τσι.»

       «Καὶ τί φκιά­νεις;» «Τί­πο­τα.» «Ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι;» «Ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να.» «Ἔ­χεις ἕ­να πεν­τα­κο­σά­ρι­κο;» «Για­τί ρω­τᾶς;»

       «Δώ­σ’ το καὶ θὰ σὲ πά­ρω στὸ στό­μα μου… Θὰ δεῖς, με­τὰ θὰ θέ­λεις κι ἄλ­λο.» «Αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ κά­νεις;» «Ὄ­χι, γιὰ σέ­να θὰ τὸ κά­νω.» «Καὶ γιὰ τὸ πεν­τα­κο­σά­ρι­κο;» «Ἐ, τί; Ἔ­τσι; Στὸ τζάμ­πα;»

       Αἴφ­νης ἄ­δρα­ξε τὸ μη­ρό μου: «Λοι­πόν;» Ἔ­νι­ω­σα μιὰ ἀ­να­τρι­χί­λα, ἕ­να ἠ­λε­κτρι­κὸ ρεῦ­μα νὰ δι­α­περ­νᾶ τὴ σπον­δυ­λι­κή μου στή­λη. Τὴν κοί­τα­ξα στὰ μά­τια. Ἕ­να με­λὶ ποὺ ἔ­σβη­νε μὲς στὸ χει­μω­νι­ά­τι­κο ἀ­πο­με­σή­με­ρο, ἕ­να χρῶ­μα ποὺ βου­λί­α­ζε στὸ μόβ, ὅ­πως ἡ ἄ­δειά μου ζω­ὴ πί­σω ἀ­πὸ ἀ­νε­πί­δο­τα γράμ­μα­τα, γράμ­μα­τα ποὺ μοῦ ἐ­πι­στρέ­φον­ταν στὸ στρα­τό­πε­δο μὲ τὴν ἔν­δει­ξη «πα­ρα­λή­πτης ἄ­γνω­στος». Τρά­βη­ξα τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πεν­τα­κο­σά­ρι­κο ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη μου καὶ τῆς τὸ ἔ­χω­σα στὸ μποῦ­στο. Αὐ­τὴ ξε­κούμ­πω­σε τὸ παν­τα­λό­νι, ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι της μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σλὶπ κι ἄρ­χι­σε νὰ μοῦ τὸν χα­ϊ­δεύ­ει. Ὅ­ταν τὸν ἔ­νι­ω­σε σκλη­ρό, γο­νά­τι­σε καὶ πέ­ρα­σε τὴ γλώσ­σα της ἀ­πὸ τὴ ρί­ζα ὡς τὴ βά­λα­νο, κέν­τρι­σε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὴν οὐ­ρή­θρα καὶ συ­νέ­χι­σε πά­νω κά­τω, ὥ­σπου νὰ τε­λει­ώ­σω. Ἔ­γει­ρα στὸ παγ­κά­κι καὶ κοί­τα­ξα ψη­λά. Πά­νω μου, τὰ μο­λυ­βέ­νια σύν­νε­φα τα­ξί­δευ­αν, τα­ξί­δευ­αν πρὸς τὸ Νό­το μα­ζὶ μὲ τὶς ἀγ­γα­ρεῖ­ες, τὶς σκο­πι­ές, τὴ γυ­ναί­κα μου, τὸ ἄ­δει­ο μου σπί­τι ποὺ εἶ­χε γί­νει ἕ­νας κύ­βος παι­δι­κὸς καὶ δὲν μᾶς χω­ροῦ­σε πιά. Τὸ πῆ­ρε κι αὐ­τὸ μα­κριά μου ὁ ἄ­νε­μος ποὺ κα­θά­ρι­ζε τὸν οὐ­ρα­νό. Δὲν ξέ­ρω πό­ση ὥ­ρα πέ­ρα­σε, ὥ­σπου ἄ­κου­σα βή­μα­τα βα­ριὰ δί­πλα μου. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κα καὶ εἶ­δα ἕ­ναν ὁ­δη­γὸ τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων νὰ μὲ κοι­τά­ει κα­λὰ κα­λά.

       «Τί κά­νεις αὐ­τοῦ, ρέ;…  Κο­τζὰμ μαν­τρά­χα­λος δὲν ντρέ­πε­σαι νὰ τὴν παί­ζεις στὰ παγ­κά­κια;»



Πηγή: Ιστορίες μια ανάσας, (εκδ. Κέδρος, 2002).

Νίκος Δαββέτας (Αθήνα 1960). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δώ­δε­κα βι­βλί­α (ἔ­ξι ποι­η­τι­κά, μί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ πέν­τε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα). Ἡ συλ­λο­γή του Τὸ κί­τρι­νο σκο­τά­δι τοῦ Βὰν Γκὸγκ (Κέ­δρος, 1995) με­τα­φρά­στη­κε στὰ ἀγ­γλι­κά καὶ στὰ ἰ­σπα­νι­κά. Τὸ 2003 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ Βρε­τα­νί­α μιὰ ἐ­πι­λο­γὴ ποι­η­μά­των του σὲ με­τά­φρα­ση Thom Nairn. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά του με­τα­φρά­στη­καν στὶς κυ­ρι­ό­τε­ρες εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς γλῶσ­σες. Τὸ 2010 τι­μή­θη­κε γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ἡ Ε­βραί­α νύ­φη μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα & Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Α­θη­νῶν.

 

Στέλλα Τσιρέκα: Δανεική ζωή

tsirekastella-daneikizoi-eikona-02


Στέλ­λα Τσι­ρέ­κα

 

Δα­νει­κὴ ζω­ὴ

 

k-kappa-somataΑΘΙΣΑΝ ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ στὸ γω­νια­κὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα στὴ τζα­μα­ρί­α ἡ μί­α ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη.

Τὸ λι­νὸ ἄ­σπρο τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο μὲ τὸ δι­α­κρι­τι­κὸ λευ­κὸ κέν­τη­μα καὶ τὸ γα­ρύ­φαλ­λο στὸ πορ­σε­λά­νι­νο βά­ζο προ­σέ­δι­δαν τὴν ψευ­δαί­σθη­ση μιᾶς σπι­τι­κῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας. Ἔ­τσι τὸ ἔ­νι­ω­θαν ἐ­ξάλ­λου καὶ οἱ δυ­ό τους αὐ­τὸ τὸ μι­κρὸ ἑ­στι­α­τό­ριο στὴν ἄ­κρη τοῦ πάρ­κου.

         Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἴ­κο­σι χρό­νια —τό­σα με­τροῦ­σε ἡ γνω­ρι­μί­α τους— τὸ ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν κά­θε με­ση­μέ­ρι Πα­ρα­σκευ­ῆς. Τὸ τρα­πέ­ζι ἦ­ταν κρα­τη­μέ­νο πάν­τα γι’ αὐ­τὲς τὶς δυ­ό. Μό­νο γι’ αὐ­τὲς τὶς δυ­ό. Με­γά­λω­σαν μὲ τὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ μα­γα­ζιοῦ, ξε­προ­βό­δι­σαν τοὺς πα­λιοὺς ὑ­παλ­λή­λους καὶ ὑ­πο­δέ­χτη­καν τοὺς νέ­ους μέ­χρι ποὺ πά­λι­ω­σαν κι αὐ­τοί. Γεύ­τη­καν κά­θε πιά­το, ἤ­ξε­ραν ἀπ΄ ἔ­ξω τὴ μου­σι­κή, κά­θε ἦ­χος καὶ μυ­ρω­διὰ ἦ­ταν τό­σο γνώ­ρι­μα ὅ­σο καὶ τὰ σπί­τια τους.

         Γνω­ρί­στη­καν σὲ μιὰ πα­ρου­σί­α­ση βι­βλί­ου ἑ­νὸς πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέ­α τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ φρόν­τι­σαν νὰ γνω­ρί­σουν καὶ προ­σω­πι­κὰ κι ἀ­πὸ τό­τε ἔ­γι­ναν ἀ­χώ­ρι­στες.

         Τοὺς ἕ­νω­σε τὸ πά­θος τους γιὰ τὰ βι­βλί­α. Δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι ἦ­ταν κι οἱ δυ­ὸ σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες χω­μέ­νες στὴ χαρ­τού­ρα καὶ τὴ γρα­φει­ο­κρα­τί­α. Χι­λιά­δες πο­λί­τες πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο τους κι ἐ­κεῖ­νες πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να τζά­μι δι­εκ­πε­ραί­ω­ναν τὶς ὑ­πο­θέ­σεις γρή­γο­ρα καὶ τυ­πι­κά. Ἀ­νί­α καὶ πλή­ξη καὶ ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Ἀ­ριθ­μοί, ὑ­πο­γρα­φὲς καὶ τυ­πι­κὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες.

         Γι’ αὐ­τὸ ἀ­γά­πη­σαν τὰ βι­βλί­α. Ἄλ­λος κό­σμος. Ζω­ή, κί­νη­ση καὶ δρά­ση. Καὶ συ­ναί­σθη­μα. Πο­λὺ συ­ναί­σθη­μα. Τὰ ρού­φη­ξαν. Δι­ά­βα­ζαν ἀ­κα­τά­σχε­τα κι οἱ δυ­ό. Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν πα­ρου­σιά­σεις γιὰ κά­θε τί και­νού­ριο ποὺ ἐκ­δί­δον­ταν, ἔ­βλε­παν τὶς βι­βλι­ο­κρι­τι­κές, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα ἢ ται­νί­ες ποὺ βα­σί­στη­καν σὲ βι­βλί­α…

         Κι ὕ­στε­ρα τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ στρογ­γυ­λὸ τρα­πε­ζά­κι γί­νον­ταν ὁ ἀ­πο­λο­γι­σμὸς τῆς ἑ­βδο­μά­δας. Συ­ζη­τή­σεις ἐ­πὶ συ­ζη­τή­σε­ων καὶ ἀ­να­λύ­σεις ἐ­πὶ ἀ­να­λύ­σε­ων. Σκέ­ψεις ποὺ γέν­νη­σε ἡ ἀ­νά­γνω­ση καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα ποὺ δι­έ­γει­ρε. Περ­νοῦ­σαν ὧ­ρες μι­λών­τας γιὰ ἥ­ρω­ες φαν­τα­στι­κοὺς μπο­ρεῖ καὶ ὑ­παρ­κτοὺς σὰν νὰ τοὺς γνώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ και­ρό, σὰν νὰ ἦ­ταν γεί­το­νες, φί­λοι, συ­νά­δελ­φοι, σύν­τρο­φοι. Σάν… Τοὺς εἶ­χαν με­λε­τή­σει τό­σο κα­λὰ ποὺ πάν­τα κά­τι και­νού­ριο ἔ­βρι­σκαν νὰ ποῦν γι’ αὐ­τούς. Τοὺς σύγ­κρι­ναν μὲ ἄλ­λους ἥ­ρω­ες πα­λι­ό­τε­ρους, ποῦ ἔ­μοια­ζαν, ποῦ ξε­χώ­ρι­ζαν, ποιόν προ­τι­μοῦ­σαν, τί θὰ ἔ­κα­ναν ἐ­κεῖ­νες ἂν ἦ­ταν στὴ θέ­ση τους. Ἄν…

         Περ­νοῦ­σαν ὧ­ρες μέ­χρι ποὺ σου­ρού­πω­νε καὶ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νες πλή­ρω­ναν τὸ λο­γα­ρια­σμὸ —πάν­τα ἡ κα­θε­μιὰ τὰ δι­κά της πλὴν ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων— καὶ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νες ἀ­πο­χαι­ρε­τι­όν­του­σαν καὶ χώ­ρι­ζαν τρα­βών­τας ἡ κα­θε­μιὰ γιὰ τὸ σπί­τι της.

         Σή­με­ρα ἦ­ταν μιὰ τέ­τοι­α ξε­χω­ρι­στὴ μέ­ρα. Ἡ Φλώ­ρα ἔ­κλει­νε τὰ ἑ­ξῆν­τα της. Συν­τα­ξι­οῦ­χος πιὰ ποῦ κα­λύ­τε­ρα νὰ τὸ γι­ορ­τά­σει; Στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της στέ­κι μὲ τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της φί­λη. Ἔ­ξω ἔ­κα­νε κρύ­ο ποὺ πε­ρό­νια­ζε τὰ κό­κα­λα καὶ ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ἔ­ρι­χνε ἕ­να ψι­λό­βρο­χο ποὺ δὲν ἔ­λε­γε νὰ στα­μα­τή­σει. Λι­γο­στοὶ ἦ­ταν οἱ δι­α­βά­τες ποὺ δι­έ­σχι­ζαν βι­α­στι­κὰ τὸ πάρ­κο σχε­δὸν τρέ­χον­τας μὲ ἀ­νοι­χτὲς τὶς ὀμ­πρέ­λες τους.

         Ἡ Φλώ­ρα πα­ράγ­γει­λε μιὰ ζε­στὴ σού­πα γιὰ νὰ στυ­λω­θεῖ. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα ἔ­νι­ω­θε μιὰ ἀ­νη­συ­χί­α, δυ­σφο­ρί­α σχε­δὸν κι ὁ και­ρὸς χει­ρο­τέ­ρευ­ε τὴ δι­ά­θε­σή της. Στὰ ἑ­ξη­κο­στά της γε­νέ­θλια εἶ­χε ἀ­νάγ­κη νὰ μεί­νει μό­νη της, νὰ κά­νει τὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ τῆς δι­κῆς της ζω­ῆς.

         Ἡ Εὐ­αν­θί­α μᾶλ­λον δὲν τὸ ἔ­νι­ω­σε. Τῆς ἔ­δω­σε τὸ δῶ­ρο της τυ­λιγ­μέ­νο μὲ σα­τὲν χαρ­τὶ καὶ δι­α­κρι­τι­κὸ φι­όγ­κο. Δὲ χρει­α­ζό­ταν καὶ με­γά­λη φαν­τα­σία νὰ κα­τα­λά­βει κα­νεὶς τί ἦ­ταν. Ἕ­να βι­βλί­ο δι­α­λεγ­μέ­νο προ­σε­κτι­κὰ ἀ­πὸ εἰ­δι­κὸ πα­λαι­ο­πω­λεῖ­ο. Σί­γου­ρα ἔ­ψα­ξε πο­λὺ γιὰ νὰ τὸ βρεῖ.

         Ἤ­δη ἀ­νέ­λυ­ε τὴν ὑ­πό­θε­ση στὴ Φλώ­ρα ἀ­να­φέ­ρον­τας ἕ­να σω­ρὸ πα­ρά­πλευ­ρες ἱ­στο­ρί­ες ποὺ τῆς τὴ θύ­μι­ζαν. Ἡ Φλώ­ρα με­τὰ βί­ας τὴν ἄ­κου­γε. Τὸ βλέμ­μα της καρ­φώ­θη­κε στὸ πάρ­κο. Μιὰ ψη­λό­λι­γνη νε­α­ρὴ κο­πέ­λα χο­ρο­πη­δοῦ­σε γε­λών­τας γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να παγ­κά­κι γιὰ νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο της ποὺ ἔ­τρε­χε στὸ κα­τό­πι της. Τὰ μα­κριὰ κα­τά­μαυ­ρα μαλ­λιά της βρέ­χον­ταν, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲ φαί­νον­ταν νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. Τὸ κα­τα­κόκ­κι­νο παλ­τὸ της ξε­κούμ­πω­το ἀ­νέ­μι­ζε σὰν ἄ­λι­κο λά­βα­ρο χα­ρί­ζον­τας χρῶ­μα στὸ μουν­τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὁ νε­α­ρὸς τὴν ἅρ­πα­ξε κι ἑ­νώ­θη­καν οἱ δυ­ό τους σὲ ἕ­να πα­θι­α­σμέ­νο φι­λὶ ποὺ ἀ­ψη­φοῦ­σε τὸ κρύ­ο, τὴ βρο­χή, τὸν χῶ­ρο καὶ τὸν χρό­νο.

         — Τί λὲς κι ἐ­σύ; ἡ φω­νὴ τῆς Εὐ­αν­θί­ας τὴν ἐ­πα­νέ­φε­ρε στὴ δι­κή της πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

         Ἀ­νά­δευ­ε σι­ω­πη­ρὴ τὴ σού­πα της. Στὸν ὑ­γρὸ χυ­λὸ σχη­μα­τί­στη­κε μιὰ δί­νη, πη­χτὴ καὶ λι­πα­ρή.

         — Μ’ αὐ­τὰ καὶ μ’ αὐ­τὰ ξε­χά­σα­με νὰ ζή­σου­με, κα­τά­φε­ρε νὰ ψελ­λί­σει ἡ Φλώ­ρα χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸ βλέμ­μα της. Δὲν τόλ­μη­σε νὰ κοι­τά­ξει στὰ μά­τια τὴ φί­λη της. Δὲν τόλ­μη­σε ν’ ἀν­τι­κρί­σει τὸν κα­θρέ­φτη της.

         Βα­ριὰ σι­ω­πὴ ἔ­πε­σε. Μό­νο το κου­τά­λι ἀ­κού­στη­κε κα­θὼς δι­α­πέ­ρα­σε τὸ πα­χὺ ὑ­γρὸ κι ἔ­φτα­σε στὸν πά­το τοῦ πιά­του.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στέλ­λα Τσι­ρέ­κα (Κο­ζά­νη, 1971). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δα­σκά­λα στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση ἐ­πὶ 17 χρό­νια. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς. Εἶ­ναι φοι­τή­τρια στὸ Β’ ἔ­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φλώ­ρι­νας. Τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ γρά­φει ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι.


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Τὸ Συνδικάτο τοῦ Ἐγκλήματος


diabatiarchontoula-tosyndikatotouegklimatos-eikona-01


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Τὸ Συνδικάτο τοῦ Ἐγκλήματος


06-sΤΟ ΠΑΤΑΡΙ σκα­λί­ζον­τας πα­λιὰ τε­φτέ­ρια εἶ­χε βρεῖ ἐ­κεῖ­νο τὸ κεί­με­νο. Τὸ συν­δι­κά­το τῶν τρι­ῶν, ὑ­πὸ —ἄ­νω κά­τω τε­λεί­α— Λου­κί­α Στέλ­λα Ρο­δού­λα —στὴν ὀ­νο­μα­στι­κή— ἕ­να ὅ­πλο καὶ μιὰ μά­σκα ζω­γρα­φι­σμέ­να μὲ σι­νι­κή, κι ἀ­πὸ κά­τω —πρά­κτο­ρες θα­νά­του —ἄ­νω κά­τω τε­λεί­α— πρά­κτωρ Υ-17 Νί­να, πρά­κτωρ Χ-10 Σο­φί­α, πρά­κτωρ Κ+6 Μα­ρι­έ­τα. Ἔ­τσι τι­μω­ρεῖ τὸ συν­δι­κά­το τοὺς πα­ρα­βά­τες – ὄ­χι ὅ­μως καὶ τὴν Κό­ζα νό­στρα.Ὑ­πο­γρα­φὲς δυ­σα­νά­γνω­στες καὶ πά­λι ζω­γρα­φι­σμέ­να ὅ­πλα μὲ σι­νι­κὴ καὶ ἡ ὑ­πό­λοι­πη σε­λί­δα κομ­μέ­νη ἐ­κεῖ ποὺ ἐ­πι­δί­κα­ζαν μιὰ τι­μω­ρί­α σ’ αὐ­τήν, ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς τε­λευ­ταί­ους πρά­κτο­ρες. Θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μα τὸ σφί­ξι­μο στὸ στο­μά­χι ἐ­κεί­νης τῆς ἡ­μέ­ρας. Τὰ κρυ­φὰ γέ­λια, τὰ ὑ­πο­νο­ού­με­να καὶ τὶς σι­ω­πὲς τῆς πα­ρέ­ας στὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο μά­θη­μα τῶν Μα­θη­μα­τι­κῶν, ὅ­που βρί­σκον­ταν —τὸ Συν­δι­κά­το— τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα. Ἦ­ταν μα­ζὶ καὶ δὲν ἦ­ταν. Ἦ­ταν φί­λες καὶ δὲν ἦ­ταν. Δὲν τὴν ἔ­παιρ­ναν στὶς συ­νε­δριά­σεις τοῦ Συν­δι­κά­του καὶ τὴν εἶ­χαν παι­δὶ γιὰ τὰ θε­λή­μα­τα, ἀλ­λὰ μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ τῆς ἔ­χουν κη­ρύ­ξει ἐμ­πάρ­γκο, νὰ τὴν ἔ­χουν στὸ πε­ρι­θώ­ριο καὶ νὰ λέ­νε μυ­στι­κὰ ἡ μιὰ στὴν ἄλ­λη κοι­τών­τας μὲ νό­η­μα πρὸς τὸ μέ­ρος της, πή­γαι­νε πο­λύ. Ἕ­νας κόμ­πος στὸ λαι­μό, φό­βος, πα­ρά­πο­νο, ντρο­πὴ σὲ ἡ­με­ρή­σια δι­ά­τα­ξη καὶ ποῦ νὰ τὰ ξο­μο­λο­γη­θεῖ ὅ­λα αὐ­τά, οἱ φί­λες της ἦ­ταν, δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα ξέ­νες, ὥ­σπου ὁ κα­θη­γη­τής τους τὴν εἶ­χε πά­ρει ὑ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α του, δὲν ἔ­βλε­πε πό­σο λί­γο τὴν ἀ­γα­ποῦ­σαν οἱ φί­λες της ἄλ­λο ἀ­ξι­ο­δά­κρυ­το γε­γο­νὸς κι αὐ­τό, ποὺ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­ζε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, αὐ­τὴ ἤ­θε­λε νὰ μεί­νει στὸ συν­δι­κά­το, ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ὅ­πως αὐ­τές, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὴν ἔ­χουν στὴν ἄ­κρη, νά ὅ­μως ποὺ δὲν τὴν ἤ­θε­λαν, ἀ­ταί­ρια­στη ἀ­νά­με­σά τους κι ἤ­θε­λαν λέ­ει νὰ τὴν κη­ρύ­ξουν ἀ­νε­πι­θύ­μη­τη καὶ νὰ τὸ δι­α­δώ­σουν σὲ ὅ­λη τὴν τά­ξη πὼς τά­χα εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ τὸν κα­θη­γη­τὴ τῶν Μα­θη­μα­τι­κῶν!


       Κα­λε­σμέ­νη σή­με­ρα σὲ μιὰ μι­κρὴ σύ­να­ξη πα­λι­ῶν συμ­μα­θη­τρι­ῶν τὶς εἶ­δε ὅ­λες ἐ­κεῖ. Ὥ­ρι­μες γυ­ναῖ­κες, ἀλ­λαγ­μέ­νες ὅ­λες τους, λί­γο πιὸ βα­ριὰ ἢ ἰ­σχνὴ σι­λου­έ­τα, μο­να­χι­κὲς ἢ ὄ­χι, δι­α­ζευγ­μέ­νες ἢ παν­τρε­μέ­νες μὲ παι­διὰ —με­ρι­κὲς καὶ μὲ ἐγ­γό­νια— κά­ποι­ες ἀ­γνώ­ρι­στες καὶ ἀ­ποῦ­σες, ἀ­πο­συρ­μέ­νες στὸν ἑ­αυ­τό τους, ἄ­ερ­γες, ἄ­νερ­γες, ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες ἢ νοι­κο­κυ­ρὲς κι ἄλ­λες ζων­τα­νές, μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα καὶ κοι­νω­νι­κοὺς προ­βλη­μα­τι­σμούς, κα­λη­ώ­ρα ἡ Ρο­δού­λα, ποὺ θέ­λη­σε νὰ ὀρ­γα­νώ­σουν —λέ­ει— ἡ πα­λιὰ πα­ρέ­α, τί συγ­κι­νη­τι­κό, μιὰ δι­ά­λε­ξη γιὰ τὸ bullying στὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ ἐγ­γο­νοῦ της, μή­πως ἤ­θε­λε νὰ τὸ ἀ­να­λά­βει;


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογή: Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νη­σί­δες, 2015). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Μαν­δρα­γό­ρας, ἀρ. 51, Δε­κέμ­βρι­ος 2014.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.



		

	

Νίκος Δασκαλόπουλος: Δὲν πρέπει να περιπλανήθηκε καὶ πολλὴ ὥρα

daskalopoulosnikos-denprepeinaperiplanithikegiapolyora-%ce%b5%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%b1-02


Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος


Δὲν πρέ­πει νὰ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε καὶ πο­λὺ ὥ­ρα


01-epsilonΙΝΑΙ ΔΥΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ, φί­λοι. Ὁ ἕ­νας κά­νει τὰ πάν­τα γιὰ τὴν τέ­χνη του. Ὁ ἄλ­λος σχε­δὸν τί­πο­τα, κι ὅ­μως τοῦ ἔρ­χον­ται ὅ­λα εὔ­κο­λα. Πο­λὺ τα­λέν­το. Στὰ πάν­τα. Ἐκ­δί­δε­ται. Δι­α­βά­ζε­ται. Ἀ­ρέ­σει στὸν κό­σμο. Ἀ­ρέ­σει στοὺς κρι­τι­κούς. Ἀ­ρέ­σει στοὺς ὁ­μό­τε­χνους. Τὸν θέ­λουν ὅ­λοι στὴν πα­ρέ­α. Ὅ­λες θέ­λουν νὰ τὸν πη­δή­ξουν. Ὅ­λοι θέ­λουν νὰ τὸν πη­δή­ξουν. Ὁ ἄλ­λος τί­πο­τα· κά­τι ἀ­ραι­ὲς δη­μο­σι­εύ­σεις σὲ μι­κρὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ μιὰ αὐ­το­έκ­δο­ση ποὺ πῆ­γε ἄ­πα­τη. Σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πάρ­τυ ποὺ πᾶ­νε καὶ δι­α­βά­ζει ὁ τα­λαν­τοῦ­χος ἀ­πο­σπά­σμα­τα, βγά­ζουν τὰ φι­λα­ρά­κια μιὰ κοι­νὴ φω­το­γρα­φί­α. Γί­νε­ται ἡ πιὸ δι­ά­ση­μη φω­το­γρα­φί­α τοῦ τα­λαν­τού­χου. Εἶ­ναι τὸ μό­νο ντο­κου­μέν­το ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε κι ὁ ἄλ­λος λο­γο­τέ­χνης, για­τὶ κα­νεὶς δὲν τὸν ξέ­ρει καὶ κα­νεὶς δὲν ἀ­σχο­λεῖ­ται. Καὶ τί κά­νουν; Πᾶ­νε καὶ τὸν κό­βουν ἀ­πὸ τὴ φω­το­γρα­φί­α. Ἡ φω­το­γρα­φί­α νὰ τὸν στοι­χει­ώ­νει. Νὰ βλέ­πει τὸν φί­λο του παν­τοῦ καὶ νὰ λέ­ει «Μὰ ἤ­μουν ἐ­κεῖ». Ὁ τα­λαν­τοῦ­χος λο­γο­τέ­χνης πα­θαί­νει καρ­κί­νο τοῦ προ­στά­τη. Πε­θαί­νει. Οὔ­τε γυ­ναί­κα. Οὔ­τε παι­διά. Κα­νεὶς δὲν τὸν κλαί­ει. Τοῦ κά­νουν ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα. Ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τὸν κλαί­ει. Καὶ κα­νεὶς δὲν κα­τά­λα­βε πο­τὲ τί ἔ­γρα­ψε — ἁ­πλῶς τοὺς ἄ­ρε­σε τὸ πρω­το­πο­ρια­κὸ στὺλ τῆς γρα­φῆς. Ὁ ἄλ­λος κλαί­ει γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ δὲν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν καὶ γιὰ τὴ γα­μη­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α ποὺ συ­νε­χί­ζουν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὅ­λοι, χω­ρὶς ἐ­κεῖ­νον. Τὴν ἱ­στο­ρί­α μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε ἕ­νας με­τα­φρα­στής. Ὅ­σο τὴν σκε­φτό­μουν πρὶν τὴ γρά­ψω, στὸν ὄ­ρο­φό μου, ἀ­κου­γόν­του­σαν τρο­με­ρά, φρι­κτὰ κλά­μα­τα. Κά­ποι­ος ἔ­σκου­ζε. Δὲν εἶ­χα ξα­να­κού­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Τε­λι­κά, ἦ­ταν ἡ γά­τα μιᾶς για­γιᾶς ἀ­πὸ πά­νω. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, χά­θη­κε μέ­σα στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ ἔ­κλαι­γε γο­ε­ρὰ γιὰ τὴν για­γιά.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1988). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ μου­σι­κός. Σπού­δα­σε Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ΜΜΕ καὶ τε­λεί­ω­σε τὸ πρό­γραμ­μα Cultural Studies τοῦ Queen Margaret University, στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἐ­ξέ­δι­δε τὸ μου­σι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Independent Magazine καὶ πλέ­ον συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ μου­σι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Sonik. Κεί­με­νά του γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμὸ κα­θὼς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ sites ὅ­πως: LiFO, Αὐγή, Left.gr, Red Notebook, Unfollow. Ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὴν ἱστοσελίδα Ποι­εῖν, καὶ τὰ ἔντυπα Φρέ­αρ, Θρά­κα κ.ἄ.


Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Βου­λιῶ


basilopouloufoteini-boulio-eikona-03


Φωτεινὴ Βασιλοπούλου

 

Βου­λιῶ


Στὸν Γι­ῶρ­γο Γάβ­βα­ρη

02-HttaΒΟΥΛΙΩ ἦ­ταν ὁ στά­βλος μας. Ἐ­κεῖ δέ­να­με τὶς γί­δες. «Πα­λι­ό­τε­ρα καὶ τὸν Ντο­ρή μας» ἔ­λε­γε ὁ παπ­πού­λης μου, μ’ ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μὸ πάν­τα. Ἡ Βου­λι­ῶ ἦ­ταν τε­ρά­στια. Ὁ πιὸ με­γά­λος στά­βλος ποὺ εἶ­χα δεῖ πο­τέ. Εἶ­χε κι ἕ­να με­σο­πά­τω­μα. Καὶ μιὰ μι­σο­ξερ­χα­βα­λω­μέ­νη ξύ­λι­νη σκά­λα. Αὐ­τοῦ πά­νου ἤ­τα­νε ὁ σα­νὸς γιὰ νὰ μὴν τὸν φτά­νου­νε τὰ ζων­τα­νά.

       Πα­λι­ό­τε­ρα ἐ­κεῖ περ­νοῦ­σαν τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους ὅ­λα τα ζευ­γά­ρια τῆς οἰ­κο­γέ­νειας, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ κά­ποι­οι πιὸ μα­κρι­νοὶ συγ­γε­νεῖς.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ὁ στά­βλος ἄ­δεια­ζε ἀ­π’ τὰ ζων­τα­νά, ποὺ ξε­ρο­στα­λιά­ζα­νε στ’ ἀ­γιά­ζι ἢ στέλ­νον­ταν σὲ γει­το­νι­κὰ σπί­τια ἂν ὁ και­ρὸς ἦ­ταν χιο­νιᾶς, στρώ­νον­ταν δυ­ὸ τρεῖς μπά­λες σα­νὸς κι ἀ­πὸ πά­νου τὰ νυ­φι­ά­τι­κα χα­σέ­νια σεν­τό­νια καὶ νιὰ χού­φτα ρύ­ζι. Τό ’­χαν δι­α­λέ­ξει για­τὶ δὲν ἀ­κούμ­πα­γε σ’ ἄλ­λο σπί­τι —πράγ­μα σπά­νιο γιὰ τὸ χω­ριό, ὅ­που ὅ­λοι μοι­ρα­ζόν­του­σαν τὸ με­σό­τοι­χο γιὰ λό­γους οἰ­κο­νο­μί­ας— κι ἔ­τσι κα­νεὶς δὲ θ’ ἄ­κου­γε τὶς ἀρ­χι­κὲς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες τῆς νύ­φης, ἔ­πει­τα τὶς κραυ­γὲς πό­νου τῆς πρώ­της φο­ρᾶς καὶ κα­τό­πιν τὰ βογ­κη­τὰ τῆς ἡ­δο­νῆς. Τό ’­χαν ἀ­κό­μα δι­α­λέ­ξει για­τὶ τ’ ἄ­χυ­ρο θ’ ἀγ­κά­λια­ζε καὶ θὰ ζέ­σται­νε τοὺς νι­ό­παν­τρους ἐ­ρα­στὲς καὶ θὰ ρού­φα­γε τὰ ἐ­ρω­τό­λο­γα καὶ τὶς φω­νές τους.

       Καὶ τί δὲ θά ’­χε ἀ­κού­σει αὐ­τὸ τὸ σπι­τά­κι!

       Τὴ Δευ­τέ­ρα τὸ σεν­τό­νι ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ μα­τω­μέ­νο. Πό­σα κο­κό­ρια εἶ­χαν σφα­χτεῖ, για­τὶ τὸ ἄγ­χος τοῦ γαμ­προῦ ἦ­ταν με­γά­λο ἢ ὁ ἔν­τι­μος πρό­τε­ρος βί­ος τῆς νύ­φης δὲν ἦ­ταν καὶ τό­σο ἔν­τι­μος! Ξέ­ρω καὶ τρα­γι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες. Μιᾶς νύ­φης τὸ σεν­τό­νι βά­φτη­κε μὲ αἷ­μα χυ­μέ­νο ἀ­π’ τὸν κομ­μέ­νο της λαι­μό. Τὴν ἔ­σφα­ξε ὁ ἴ­διος ὁ ἀ­δερ­φός της σὰν κο­κό­ρι, ὅ­ταν ὁ γαμ­πρὸς τοὺς ἔ­στει­λε τὸ χα­σὲ κά­τα­σπρο, μή­νυ­μα γιὰ τὶς πομ­πὲς τῆς κό­ρης.

       Αὐ­τὰ ἤ­ξε­ρα γιὰ τὴ Βου­λι­ῶ. Ὅ­τι ὁ στά­βλος μας ἤ­τα­νε τὸ σπι­τά­κι τῆς πρώ­της νύ­χτας κι ὅ­τι ὁ με­γά­λος μου ὁ μπάρ­μπας ἔ­βα­λε τέ­λος σ’ αὐ­τὴ τὴν πα­ρω­δί­α. «Μὴν τολ­μή­σε­τε» εἶ­πε «νὰ στα­θεῖ­τε ἀ­πό­ξω καὶ μὴν ψά­ξε­τε γιὰ σεν­τό­νια κι αἵ­μα­τα… Σᾶς ἔ­σφα­ξα.» Κι ἐ­πει­δὴ ἤ­τα­νε κομ­μα­τά­κι ντρέ­ου­ρος κι ὅ,τι ἔ­λε­γε τὸ ἐν­νο­οῦ­σε, δὲν τολ­μή­σα­νε νὰ συ­νε­χί­σουν τὸ ἔ­θι­μο.

       Με­τὰ τὸ γκρέ­μι­σμα τοῦ στά­βλου, ἔ­μα­θα ὅ­τι κά­πο­τε ἦ­ταν σπί­τι, τὸ σπί­τι τῆς Βου­λι­ῶς. Μιᾶς ἀ­γράμ­μα­της, ἁ­πλῆς κι ἁ­γνῆς γυ­ναί­κας. Ὅ­πως εἶ­ναι ὅ­λες οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ χω­ριοῦ, μὲ μιὰ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ τὴν αὐ­λα­κώ­νει κα­θη­μερ­νὰ ὁ ἥ­λιος, τὸ ξε­ρο­βό­ρι κι ἡ ἀ­γρο­τιά.

       Ὅ­μως, ἐ­κεῖ­νος —ὁ ἄν­τρας της— δὲν τά ’­βλε­πε αὐ­τά. Ἀλ­λι­ῶς, δὲ θὰ ’­φευ­γε μα­κριά της, γιὰ τὴν ξέ­νη χώ­ρα χω­ρὶς μιὰ στερ­νὴ κου­βέν­τα, ἕ­να στερ­νὸ ἀγ­κά­λια­σμα, ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό. Οὔ­τε λό­γος γιὰ δά­κρυ­α. Τὰ δά­κρυ­α δὲν ἦ­ταν γιὰ τοὺς ἄν­τρες.

       Κι ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, οὔ­τε φω­νὴ οὔ­τε ἀ­κρό­α­ση. Οὔ­τε ἕ­να ἔμ­βα­σμα, ὅ­πως στὶς ἄλ­λες ποὺ οἱ ἄν­τρες τους εἴ­χα­νε πά­ει στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οὔ­τε ἕ­να γράμ­μα νὰ τῆς πεῖ πὼς εἶ­ναι κα­λά, οὔ­τε κὰν δυ­ὸ ξε­ρὰ χαι­ρε­τί­σμα­τα. Κι ἔ­πει­τα, ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­κου­γε ὅ­τι γύ­ρι­σε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­γεν­τί­να —πράγ­μα ποὺ μό­νο τρεῖς φο­ρὲς ἔ­ζη­σε στὸ βί­ο της (βλέ­πεις, ἡ χώ­ρα ἦ­ταν τό­σο μα­κρι­νὴ μὲ ἐ­λά­χι­στους με­τα­νά­στες ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω χω­ριά, με­τρη­μέ­νους στὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἑ­νὸς χε­ριοῦ)— ἔ­τρε­χε μὲ τὰ πό­δια ὁ­λά­κε­ρα χι­λι­ό­με­τρα γιὰ νὰ ρω­τή­σει ἂν εἴ­δα­νε τὸν ἄν­τρα της, ἂν εἶ­ναι κα­λά, ἂν τῆς στέλ­νει χαι­ρε­τί­σμα­τα. Εὐ­τυ­χῶς, ἡ ἁ­πλό­τη­τα τοῦ μυα­λοῦ της τὴν ἐμ­πό­δι­ζε νὰ δι­α­κρί­νει τὴν ἀ­μη­χα­νί­α, ποὺ με­τὰ βί­ας κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ μι­σο­πα­γω­μέ­να τους χα­μό­γε­λα. Φυ­σι­κὰ καὶ ρώ­τα­γε γιὰ τὴν ὑ­γεί­α της καὶ τῆς ἔ­στελ­νε χαι­ρε­τί­σμα­τα. «Νά κι αὐ­τὸ τὸ ξομ­πλια­στὸ μαν­τί­λι ποὺ φο­ροῦ­νε οἱ γυ­ναῖ­κες τῶν Ἀρ­γεν­τί­νων στὴν τρα­χη­λιὰ σὰν πᾶ­νε στὴν ἐκ­κλη­σά τους, μοῦ τό ’­δω­κε γιὰ σέ­να» τῆς εἶ­πε κά­πο­τε ἕ­νας με­τα­νά­στης.

       Καὶ σὰ γύ­ρι­σε ὁ­λό­χα­ρη μὲ τὸ μαν­τί­λι μπουρ­λι­α­σμέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της, οἱ χω­ρια­νές της κά­να­νε πὼς χα­ρή­κα­νε μὲ τὴ χα­ρά της καὶ πο­τὲ κα­μιά τους δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα γιὰ τοὺς ψι­θύ­ρους π’ ἀ­κου­γόν­τα­νε, ὅ­τι τά­χα­τες ὁ προ­κομ­μέ­νος της εἶ­χε φκιά­σει και­νούρ­για οἰ­κο­γέ­νεια στὴν Ἀρ­γεν­τί­να μὲ μιὰ ντό­πια κι εἶ­χαν καὶ παι­διά.

       Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ὄ­ξω —το­ξω­τε­ρι­κὸ— ὅ­λο καὶ γέ­μι­ζε τὸ σπί­τι της μὲ κά­να ξε­ρὸ πα­ξι­μά­δι, κά­να μά­τσο ρί­γα­νη, κά­να πε­ρισ­σευ­ού­με­νο ζαρ­ζα­βα­τι­κό, ποὺ οἱ γει­τό­νισ­σες πα­ρὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τους στε­ροῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ παι­διά τους, γρι­κών­τας τὴν ἐ­ρη­μιά της. Νι­ώ­θα­νε τύ­ψεις, ἀλ­λὰ καὶ τυ­χε­ρὲς μέ­σα στὴ φτώ­χεια τους μὲ τὴν σκέ­ψη ὅ­τι δὲν ἔ­χα­σαν τὸ ταί­ρι τους στὴν ξε­νι­τιά. Αὐ­τὲς του­λά­χι­στον καὶ νὰ κοι­μόν­τα­νε νη­στι­κὲς θὰ χόρ­ται­ναν μὲ μιὰ νυ­χτε­ρι­νὴ ἀγ­κα­λιά.

       Οἱ τύ­ψεις συ­νε­χί­στη­καν ἀ­κό­μα καὶ με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς Βου­λι­ῶς. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ νὰ δι­ά­λε­ξαν νὰ στέλ­νουν στὴ Βου­λι­ῶ τὰ νι­ό­παν­τρα ζευ­γά­ρια τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους. Νι­ώ­θα­νε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πο­τί­ζουν τὸ στε­ρη­μέ­νο ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα σπί­τι, ὅ­πως ἔ­κα­ναν καὶ μὲ τὰ δι­ψα­σμέ­να ζων­τα­νά τους.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).