Γιώτα Ἀναγνώστου: Ἡ ἐφημερίδα δὲν ἀφήνει χνούδι


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα δὲν ἀ­φή­νει χνού­δι


ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται στὴ Μ.Χ. ποὺ τὸ ἐ­νέ­πνευ­σε

Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ, ποὺ δρα­πέ­τευ­σε ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο τῆς Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ καὶ βγῆ­κε γιὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της τσάρ­κα. Ἡ θη­λυ­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ Λε­ο­πόλ­δου Μπλούμ. Συ­νο­πτι­κό­τε­ρη καὶ γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρη. Ἀ­πο­λύ­τως ἀ­κα­τάλ­λη­λη γιὰ ὅ­σους μὲ τὰ βι­βλί­α ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν τὰ βα­ρά­κια τοῦ γυ­μνα­στη­ρί­ου καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους ποὺ δὲν θὰ δί­στα­ζαν νὰ ἀ­ρά­ξουν στὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὸν «Ὀ­δυσ­σέ­α» στὰ γλι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ἀν­τη­λια­κὸ χέ­ρια καὶ τά­χα δὲν προ­σέ­χουν ὅ­λη τὴν ἐ­κτε­θει­μέ­νη γύ­μνια. Τό­σο ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι στὴν ἀ­νά­γνω­ση. Τρύ­πω­σε ἡ Βιρ­τζί­νια στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να τὸν ἀν­δρο­κρα­τού­με­νο. Εἶ­χε φαί­νε­ται δι­κό της δω­μά­τιο. Ἔ­σκα­σε ὁ ἀ­νυ­πέρ­βλη­τος ὁ Τζό­υς ἀ­π’ τὸ κα­κό του ποὺ δὲν θὰ εἶ­ναι μό­νος νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς δάφ­νες τοῦ βι­βλί­ου ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρουν καὶ κα­νεὶς δὲν ἄν­τε­ξε νὰ τὸ τε­λει­ώ­σει.

        Αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ὁ Λε­ο­πόλ­δος Μπλούμ. Θὰ μπο­ροῦ­σε ὡ­στό­σο νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ. Ἔ­κα­νε κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Κά­θε μέ­ρα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ φό­ρε­μα. Ὅ­λα χρω­μα­τι­στά, φαν­τα­χτε­ρὰ καὶ κραυ­γα­λέ­α. Καὶ τὸ κρα­γιὸν της κα­τα­κόκ­κι­νο. Σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­νι­σορ­ρο­πί­α μὲ τὴν ἡ­λι­κί­α της καὶ τὶς ἐ­πι­τα­γὲς τῆς μό­δας, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἡ­ρω­ί­δα πρό­τυ­πο. Στὴ λα­ϊ­κὴ γιὰ φροῦ­τα. Στὸ σοῦ­περ-μάρ­κετ κά­ποι­α ἀ­πα­ραί­τη­τα, καὶ τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ μι­κρὴ σο­κο­λα­τί­τσα (γιὰ τοὺς πο­λέ­μιους τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το λό­γω με­γέ­θους, τι­μῆς καὶ δί­αι­τας). Τέ­λος στὸ πε­ρί­πτε­ρο. Μιὰ το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα, χα­μη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας. Μὲ τὶς τσάν­τες στὰ χέ­ρια καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα στὴ μα­σχά­λη πή­γαι­νε στὸ μι­κρὸ κα­φε­νε­δά­κι. Ἀ­πό­με­ρο καὶ συμ­πα­θη­τι­κό. Ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἡ κα­λη­μέ­ρα συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ φι­λι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, για­τί σὲ ξέ­ρουν. Δὲν εἶ­σαι μό­νον τὸ ἀν­τί­τι­μο ἑ­νὸς κα­φέ. Ἀ­πὸ αὐ­τά. Ζη­τοῦ­σε ἕ­ναν σκέ­το καὶ ἄ­νοι­γε πρῶ­τα τὴ σο­κο­λα­τί­τσα, με­τὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Δι­ά­βα­ζε τὰ ζώ­δια. Φρι­κτὴ ἡ ση­με­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα γιὰ «λο­γο­τέ­χνες». Δι­ά­βα­ζε καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ρου­φοῦ­σε τὸν κα­φέ. Ἀν­τάλ­λασ­σε κου­βέν­τες μὲ τὸν κα­φε­τζή. Ἄ­φη­νε ἕ­να κέρ­μα στὸ τρα­πε­ζά­κι καὶ ση­μά­δια ἀ­πὸ τὸ κρα­γιόν της στὸ φλι­τζά­νι. Μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τά της. Ἴ­σι­ω­νε τὶς πτυ­χὲς ἀ­πὸ τὸ φό­ρε­μα. Ἔ­φευ­γε. Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε.

        Στὸ σπί­τι ἄ­νοι­γε τὶς κουρ­τί­νες γιὰ νὰ τὴ βλέ­πει κα­λύ­τε­ρα. Μα­γεί­ρευ­ε. Τί­να­ζε. Σκού­πι­ζε. Τέ­λος ἔ­παιρ­νε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­φε μό­νο γι’ αὐ­τή, τὴ δι­κή του Ὀ­δύσ­σεια σὲ δό­σεις λέ­ξε­ων κα­θο­ρι­σμέ­νου ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ἀ­ριθ­μοῦ. Τὴν πα­τσα­βού­ρια­ζε. Στὸ ἄλ­λο χέ­ρι τὸ AJAX. Ἔ­τσι κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια της. Στὸν δι­κό της λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να δὲν θὰ ἔμ­παι­νε πο­τέ. Μπο­ρεῖ δω­μά­τιο δι­κό της νὰ μὴν εἶ­χε καὶ ἔ­τσι μοι­ραῖ­α δὲν ἀ­νέ­πτυ­ξε κα­νέ­να συγ­γρα­φι­κὸ τα­λέν­το. Μπο­ρεῖ οἱ ἄρ­ρε­νες γρα­φιά­δες νὰ θε­ω­ροῦν πὼς τοὺς ἀ­νή­κουν ὅ­λες οἱ θέ­σεις τοῦ κα­νό­να ἀ­κό­μα κι ἂν πρό­κει­ται γιὰ πό­λεις ἐ­παρ­χια­κές, μι­κροῦ­λες, ὅ­που το μέ­γε­θος ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς τε­λευ­ταί­ας ἀ­πο­γρα­φῆς καὶ κά­νει ἀ­πα­ραί­τη­το γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια τοῦ λό­γου καὶ τὸ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὸ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τί στὸ δι­ά­βο­λο οἱ ἀ­να­γνῶ­στες στὴ με­γά­λη τους πλει­ο­ψη­φί­α, τὴν τε­ρά­στια (νὰ κι ἕ­να με­γε­θυν­τι­κὸ γιὰ τὴν ἀν­τί­στι­ξη), εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες – ὅ­πως καὶ τὸ ἐ­κλο­γι­κὸ σῶ­μα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι μιὰ ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α. Τώ­ρα προ­έ­χει ὁ θά­να­τος τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἕ­να πα­τσα­βου­ρι­α­σμέ­νο φτη­νὸ χαρ­τὶ πο­τι­σμέ­νο AJAX μές τὰ χέ­ρια της. Ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μὴ ὁ θά­να­τος ἡ πιὸ με­γά­λη εὐ­τυ­χί­α καὶ τζά­μια ἀ­ό­ρα­τα νὰ μὴν ἐμ­πο­δί­ζει τί­πο­τα τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α.

        Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, γι’ αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­νε ἀρ­γά, βα­σα­νι­στι­κὰ ἀρ­γά, ὅ­πως ὁ Τζό­υς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.


		
Advertisements

Ἕλλη Κούσουλα: Γύρνα πίσω στὸ καινούργιο


Ἕλ­λη Κού­σου­λα


Γύρ­να πί­σω στὸ Και­νούρ­γιο


ΕΜΠΤΗ, 6 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2003. Κη­φι­σιὰ-Πει­ραι­ᾶς. Κα­θὼς γλι­στρά­ω ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὶς πόρ­τες ποὺ κλεί­νουν, ἡ μα­τιά μου πέ­φτει σὲ μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη θέ­ση δί­πλα στὸ δε­ξὶ πα­ρά­θυ­ρο. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὸ σύμ­παν σὰν νὰ κα­τα­λα­βαί­νει πὼς κρέ­με­σαι ἀ­πὸ μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη θέ­ση δί­πλα στὸ δε­ξὶ πα­ρά­θυ­ρο, καὶ στὴ δί­νει, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­ναι ἐν­νιὰ καὶ τὰ μα­γα­ζιὰ σχο­λά­σα­νε καὶ θὰ ἔ­πρε­πε γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο μι­σά­ω­ρο νὰ ἰ­σορ­ρο­πεῖς κόν­τρα στὰ τραν­τάγ­μα­τα τοῦ βα­γο­νιοῦ, τὰ μο­να­χι­κὰ σπρω­ξί­μα­τα καὶ τὸ μού­δια­σμα μιᾶς ἀ­νε­λέ­η­της μέ­ρας.

        Ἀ­πέ­ναν­τί μου, τσα­λα­κω­μέ­νος σα­ραν­τά­ρης κρα­τᾶ δί­λι­τρο μπου­κά­λι κό­κα-κό­λας, ἀ­νοι­χτό. Κά­θε λί­γο πί­νει μι­κρὲς γου­λι­ές. Ρεύ­ε­ται δυ­να­τά. Μὲ κοι­τά­ει στὰ μά­τια χα­μο­γε­λών­τας, θέ­λει νὰ προ­κα­λέ­σει, ἀ­μη­χα­νί­α, ἀ­πο­στρο­φή, ὁ­τι­δή­πο­τε, ἀρ­κεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει. Τοῦ ἀν­τα­πο­δί­δω μό­νο μι­σὸ χα­μό­γε­λο. Τὸν λυ­πᾶ­μαι, ἀλ­λὰ εἶ­μαι ἄ­δεια.

        Στὸ Μα­ρού­σι ἀ­νε­βαί­νει ἐμ­φα­νῶς εὐ­κα­τά­στα­τη κυ­ρί­α, ἑ­ξην­τά­ρα, στὴν τρί­χα. Κά­θε­ται δί­πλα του.

        — Δῶσ’ μου ἕ­να εὐ­ρὼ νὰ φά­ω κά­τι.

        Ἐ­νάν­τια στὶς προσ­δο­κί­ες μου —ἤ­μουν σί­γου­ρη πὼς θὰ μουρ­μού­ρα­γε κά­τι μὲ δυ­σφο­ρί­α γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γει— ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα χω­ρὶς δι­σταγ­μὸ καὶ ψά­χνει γιὰ τὸ εὐ­ρώ. Ὁ ἐ­παί­της μοῦ γε­λᾶ μα­νια­κά, καὶ μό­λις παίρ­νει τὸ κέρ­μα ἀρ­χί­ζει νὰ τρα­γου­δᾶ δυ­να­τά, κα­θα­ρά, λα­ϊ­κὸ τρα­γού­δι ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ. Μό­λις τε­λει­ώ­νει καὶ τὸ δεύ­τε­ρο ρε­φρέν, ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ κοι­νοῦ, ἀ­πευ­θύ­νε­ται ξα­νὰ στὴν ἔκ­πλη­ξη.

        —  Ἡ κό­κα-κό­λα κά­νει δύ­ο εὐ­ρώ.

        —  Δὲν κά­νει νὰ πί­νεις τό­ση κό­κα-κό­λα.

        — Λὲς γι’ αὐ­τὸ νὰ μὴν κοι­μᾶ­μαι;

        — Ἡ κό­κα-κό­λα ἔ­χει κα­φε­ΐ­νη, γι’ αὐ­τὸ ξα­γρυ­πνᾶς. Ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι;

        — Ἀ­π’ τὸ Και­νούρ­γιο. Ἔ­ξω ἀ­π’ τ’ Ἀ­γρί­νιο.

        — Καὶ τί κά­νεις ἐ­δῶ; Ἡ Ἀ­θή­να δὲν κά­νει, στὴν Ἀ­θή­να χά­νε­σαι, γύρ­να στὸ χω­ριό σου, ἀ­π’ τὸν Μάρ­τιο θά ‘ναι ὡ­ραῖ­α στὸ χω­ριό.

        — Ρω­τᾶς ἂν μὲ θέ­λουν;

        — Ποι­ὸς γο­νιὸς δὲν θέ­λει τὸ παι­δί του; Κι ἂν ποῦ­με μιὰ κου­βέν­τα πα­ρα­πά­νω ἐ­μεῖς οἱ γο­νεῖς τί ἔ­γι­νε; Κα­νεὶς δὲν νοι­ά­ζε­ται πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ τὸ γο­νιό.

        — Λέ­ει πὼς γυ­ρί­ζω στὰ μα­γα­ζιὰ ὅ­λη μέ­ρα.

        Ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν στὰ Πε­τρά­λω­να. Περ­νών­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δε­ξί μου πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἕ­να δά­κρυ. Μου­τζου­ρώ­νει τὸ βαμ­μέ­νο βλέμ­μα τῆς μαν­τάμ. Τὸ ἀ­να­ζη­τῶ, θέ­λω νὰ πεῖ κά­τι.

        — Τό­σο θά ’­ταν κι ὁ γιός μου, ψι­θυ­ρί­ζει. Ἄ­τι­μο πρά­μα.

        Φτά­νου­με Ταῦ­ρο. Θὰ πε­ρά­σουν μέ­ρες γιὰ νὰ δρα­πε­τεύ­σω ἀ­πὸ τὸν σκο­πὸ τοῦ τρα­γου­διοῦ ποὺ ἀ­κό­μα δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ.

        Αὐ­τὴ ἡ δι­α­δρο­μὴ κο­στί­ζει ἀ­κρι­βά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἕλ­λη Κού­σου­λα (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο, ναυ­τι­λια­κὰ καὶ με­τα­φο­ρὲς στὸ ΤΕΙ Πει­ραι­ά, καθὼς καὶ ἀγ­γλι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ΜΠΣ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ ΕΑΠ.


Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Τὸ προξενιό



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Τὸ προξενιό


ΘΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ἦ­ταν τριά­ντα χρο­νῶν κι ἀ­κό­μα δί­χως ἄν­τρα. Στὸ πα­ρελ­θόν, τῆς εἶ­χαν ἔρ­θει κάμ­πο­σα προ­ξε­νιά, μὰ ὁ παπ­ποὺς τὰ εἶ­χε ἀ­πορ­ρί­ψει ὅ­λα. Πλέ­ον δὲν χω­ρά­γα­νε ἀ­να­βο­λές, ἤ­δη στὸ χω­ριὸ γε­ρον­το­κό­ρη τὴν ἀ­νε­βά­ζα­νε, κα­κο­ρί­ζι­κη τὴν κα­τε­βά­ζα­νε. Τὸ πρῶ­το Σάβ­βα­το τοῦ Ἰ­ού­λη, ἡ θεί­α κι ὁ παπ­ποὺς ἦρ­θαν σπί­τι μας, τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ’ρ­χό­ταν κι ὁ ὑ­πο­ψή­φιος γαμ­πρός, κα­θό­τι ἔ­με­νε κον­τὰ στὰ μέ­ρη τὰ δι­κά μας.

       Οἱ με­γά­λοι μοῦ ’­χαν ρη­τῶς ἀ­πα­γο­ρέ­ψει νὰ πα­ρί­στα­μαι στὴ γνω­ρι­μί­α, τί δου­λειὰ ἔ­χουν τὰ πι­τσι­ρί­κια νὰ μπλέ­κον­ται σὲ τέ­τοι­ες δου­λει­ές, ἔ­λε­γε ὁ παπ­πούς. Ἡ ἀ­παί­τη­ση αὐ­τὴ μό­νο τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­ξά­ψει, τί ἤ­θε­λαν νὰ μοῦ κρύ­ψουν, τί φο­βοῦν­ταν; Ἐ­ρά­στρια τῶν Πέν­τε Φί­λων καὶ τῶν Μυ­στι­κῶν Ἑ­φτά, κρυ­φο­κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴ χα­ρα­μά­δα, κρα­τών­τας ση­μει­ώ­σεις. Τὰ πρῶ­τα εὑ­ρή­μα­τα τῆς ἔ­ρευ­νας ἦ­ταν συ­ναρ­πα­στι­κά. Ὁ μέλ­λον­τας γαμ­πρὸς ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ βα­ριᾶς μορ­φῆς μυ­ω­πί­α. Ὁ φα­κὸς τῶν γυ­α­λιῶν του ἦ­ταν τό­σο πα­χὺς ποὺ τὰ μά­τια του φαί­νον­ταν πολ­λά­κις με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ κα­νο­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που. Ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ γυα­λιὰ-κιά­λια κι ἔ­τσι ἂν ὁ γαμ­πρὸς ἀ­γνάν­τευ­ε τὴ Ρού­με­λη ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι μας, νά ’­βλε­πε ἀν­θρώ­πους ν’ ἀ­γναν­τεύ­ου­νε τ’ αὐ­λά­κι. Ἢ γιὰ γυα­λιὰ-με­γε­θυν­τι­κοὺς φα­κούς, ποὺ τὸν βό­η­θα­γαν νὰ ξε­ψει­ρί­ζει κε­φά­λια μὲ εὐ­κο­λί­α ἢ νὰ ἐν­το­πί­ζει δα­κτυ­λι­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα σὲ πα­λιὰ σερ­βί­τσια τοῦ κα­φὲ κι ἐ­πι­δερ­μί­δες χρό­νια ἀ­νέγ­γι­χτες.

       Ἡ πιὸ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτη, ὡ­στό­σο, πα­ρα­τή­ρη­ση ἀ­φο­ροῦ­σε τὶς πα­λά­μες τῶν μελ­λό­νυμ­φων. Ἡ θεί­α εἶ­χε τρα­χιὰ χέ­ρια γε­μά­τα ρό­ζους καὶ νύ­χια φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ χω­ρα­φιοῦ. Ὁ κύ­ριος Βησ­σα­ρί­ων εἶ­χε δά­χτυ­λα τρυ­φε­ρὰ καὶ λε­πτε­πί­λε­πτα ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σαν ἐ­κτε­τα­μέ­νη πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­ση, ἐν­δε­χο­μέ­νως καὶ πι­α­νο­παι­ξί­α.

       Ὁ παπ­ποὺς ἀ­πέρ­ρι­ψε κι αὐ­τὸ τὸ προ­ξε­νιό, δὲ θὰ δώ­σω ἐ­γὼ τὴν κό­ρη μου σ’ αὐ­τὸν τὸν γκα­βού­λια­κα, εἶ­πε πρὶν κα­λὰ-κα­λὰ πε­ρά­σει ὁ πα­ρο­λί­γον θεῖ­ος μου τὴν ἔ­ξω πόρ­τα. Εὐ­τυ­χῶς ὅ­ταν φό­ρε­σα ἐ­γὼ γυα­λιά, ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πε­θά­νει δέ­κα χρό­νια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.



		

	

Βάσω Σινοπούλου: ZUMA


Βά­σω Σι­νο­πού­λου


ZUMA


ΙΓΟ ΚΑΙΡΟ με­τὰ ποὺ πέ­θα­νε ὁ ἄν­τρας της τὸν ζή­τη­σαν στὸ τη­λέ­φω­νο γιὰ τὸ πρό­γραμ­μα ποὺ εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει, εἶ­παν. Τοὺς ἐ­ξή­γη­σε, τὴν συλ­λη­πή­θη­καν ἀλ­λὰ τὸ πρό­γραμ­μα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­κυ­ρω­θεῖ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ πα­ρα­δώ­σουν. Ὁ νε­α­ρὸς ποὺ τὸ ἔ­φε­ρε τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ τὸ ἐγ­κα­τέ­στη­σε ἐ­ξη­γών­τας δι­ά­φο­ρα ποὺ ἐ­κεί­νη δὲν κα­τα­λά­βαι­νε οὔ­τε ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν νὰ κα­τα­λά­βει καὶ στὸ τέ­λος τῆς ἔ­δει­ξε ἕ­να παι­χνί­δι δῶ­ρο μα­ζὶ μὲ τὸ πρό­γραμ­μα. Αὐ­τὸ τῆς ἄ­ρε­σε. Ἦ­ταν μιὰ σει­ρὰ χρω­μα­τι­στὲς μπα­λί­τσες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ τῆς ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πον­τί­κι καὶ νὰ τὶς δι­α­λύ­σει πρὶν ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν στὸ ἀ­νοι­χτὸ στό­μα τοῦ δρά­κου ποὺ πε­ρί­με­νε στὸ τέ­λος τῆς δι­α­δρο­μῆς. Φαι­νό­ταν ἁ­πλὸ καὶ εὔ­κο­λο καὶ εἶ­χε βα­ρε­θεῖ τὶς πα­σι­έν­τζες ποὺ ἔ­παι­ζε τὰ βρά­δυ­α ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κοι­μη­θεῖ, κά­θε βρά­δυ δη­λα­δή. Τὸ πρῶ­το ἐ­πί­πε­δό τὸ ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα καὶ τό­τε ἡ ὀ­θό­νη γέ­μι­σε ἀ­στρά­κια πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα καὶ συγ­χα­ρη­τή­ρια. Ἔ­σβη­σαν καὶ στὴν ὀ­θό­νη φά­νη­κε μιὰ πλα­τεί­α. Κοί­τα­ξε κα­λύ­τε­ρα. Ἦ­ταν ἡ πλα­τεί­α στὸ χω­ριὸ τῆς μά­νας της ποὺ περ­νοῦ­σε τὰ κα­λο­καί­ρια. Κυ­ρια­κὴ πρω­ῒ με­τὰ τὴν λει­τουρ­γί­α ­ὅ­λοι μὲ τὰ κα­λά τους ροῦ­χα με­ρι­κοὶ κρα­τοῦ­σαν τὸ ἀν­τί­δω­ρο τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἄ­σπρο μαν­τή­λι. Εἶ­δε τὰ ξα­δέρ­φια της, τὴν θεί­α της, ἀν­θρώ­πους ποὺ εἶ­χε χρό­νια νὰ δεῖ καὶ νὰ θυ­μη­θεῖ, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι πε­θα­μέ­νοι. Ἡ εἰ­κό­να ἔ­σβη­σε καὶ στὴν ὀ­θό­νη ἄρ­χι­σε τὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πίπε­δο τοῦ παι­χνι­διοῦ. Τὸ στα­μά­τη­σε. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὸ γυ­ρί­σει πί­σω νὰ ξα­να­δεῖ τὴν εἰ­κό­να. Δὲν ἤ­ξε­ρε. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τί ἦ­ταν αὐ­τό. Πα­λιὲς φω­το­γρα­φί­ες ποὺ εἶ­χε βγά­λει ὁ ἄν­τρας της ἀλ­λὰ πό­τε καὶ για­τί. Μπερ­δεύ­τη­κε νύ­στα­ξε πῆ­γε νὰ κοι­μη­θεῖ.

        Συ­νέ­χι­σε τὴν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα στὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο καὶ ὅ­ταν τὸ συμ­πλή­ρω­σε, ἡ ὀ­θό­νη γέ­μι­σε πά­λι ἀ­στε­ρά­κια καὶ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα καὶ με­τὰ φά­νη­κε πά­λι μιὰ πλα­τεί­α. Ἡ πλα­τεί­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της ὅ­πως ἦ­ταν πρὶν πολ­λὰ χρό­νια. Ἡ ΕΒΓΑ, τὸ ψι­λι­κα­τζήδι­κο, τὸ μα­νά­βι­κο μὲ τὰ κα­φά­σια ἁ­πλω­μέ­να στὸ πε­ζο­δρό­μιο, ἡ ἀ­φε­τη­ρί­α τῶν πα­λι­ῶν λε­ω­φο­ρεί­ων. Δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τε. Προ­σπά­θη­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τί ἀ­κρι­βῶς τῆς εἶ­χε πεῖ ὁ νε­α­ρὸς ποὺ εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­γραμ­μα. Βρῆ­κε τὴν ἑ­ται­ρεί­α στὰ χαρ­τιὰ ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­φή­σει καὶ πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο. Μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση, μου­σι­κὴ, ἂν θέ­λε­τε αὐ­τὸ, ἐ­κεῖ­νο, τὸ ἄλ­λο, πα­τῆ­στε 1, 2, 3, 4. Δὲν πά­τη­σε τί­πο­τε καὶ πε­ρί­με­νε. Κά­ποι­ος τῆς μί­λη­σε κα­νο­νι­κά. Εἶ­πε ὄ­νο­μα, δι­εύ­θυν­ση, τη­λέ­φω­νο καὶ ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σει μὲ αὐ­τὸν ποὺ τῆς εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­γραμ­μα. Πε­ρί­με­νε. Ἔ­κα­νε λά­θος δὲν τῆς εἶ­χαν στεί­λει πο­τὲ τί­πο­τε. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σε τί συ­νέ­βαι­νε μὲ τὸ παι­χνί­δι. Τὴν ἄ­κου­σε χω­ρὶς νὰ τὴν δι­α­κό­ψει καὶ με­τὰ τὴν ρώ­τη­σε ἂν ἦ­ταν κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ σπί­τι νὰ μι­λή­σει μα­ζί του. Ἔ­βα­λε τὸ ἀ­κου­στι­κὸ στὴ θέ­ση του καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να. Τὸ ψυ­γεῖ­ο ἦ­ταν ἄ­δει­ο θά ΄πρε­πε νὰ πά­ει γιὰ ψώ­νια ἀλ­λὰ κά­θη­σε μπρο­στὰ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή.

        Τὰ ἐ­πί­πε­δα δυ­σκό­λευ­αν τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο καὶ κά­θε φο­ρὰ μιὰ και­νούρ­για πλα­τεί­α στὴν ὀ­θό­νη της. Ἡ μι­κρὴ πλα­τεί­α στὴν Σέ­ρι­φο ἕ­να κα­λο­καί­ρι, πλα­τεῖ­ες σὲ ἐ­παρ­χια­κὲς πό­λεις καὶ πό­λεις στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ τὸ παι­χνί­δι δυ­σκό­λευ­ε ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἐ­πέ­με­νε νὰ τὸ τε­λειώ­σει καὶ νὰ βρεῖ μιὰ ἐ­ξή­γη­ση σὲ ὅ­λο αὐ­τό. Ἔ­φτα­σε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πί­πε­δο. Ἡ πλα­τεί­α ἦ­ταν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ποὺ εἶ­χε κη­δέ­ψει τὸν ἄν­τρα της. Ἡ πομ­πὴ ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν ἡ ἴ­δια. Τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν κλει­στὸ ἀλ­λὰ τὰ ἀγ­γελ­τή­ρια ἔ­γρα­φαν τὸ δι­κό της ὄ­νο­μα. Ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὴν πομ­πὴ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους καὶ ἐ­κεῖ ποὺ τέ­λει­ω­νε τὸ μο­νο­πά­τι στὸν μι­κρὸ ἀ­νή­φο­ρο εἶ­δε τὸν ἄν­τρα της. Τῆς ἔ­γνε­ψε χα­μο­γε­λών­τας νὰ πά­ει κον­τά του. Σή­κω­σε καὶ τὰ δυ­ό της χέ­ρια γιὰ νὰ τοῦ πεῖ ὅ­τι τὸν εἶ­δε καὶ ἔ­τρε­ξε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι δὲν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὴ γῆ.

        Τὴν βρῆ­καν πε­σμέ­νη ἐ­πά­νω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη ποὺ ἀ­να­βό­σβη­νε ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας «τὸ παι­χνί­δι τε­λεί­ω­σε».



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Σι­νο­πού­λου (Ἀ­θή­να). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.


Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Κο­τσί­ρια στὰ κε­ρα­μί­δια



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Κο­τσί­ρια στὰ κε­ρα­μί­δια


Στὸν Γι­ῶρ­γο Πρίμ­πα


ΡΥΩΝΕ. Ἔ­κα­νε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του μὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ δεῖ τί­πο­τα. Τὰ ξα­νά­κλει­σε, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρος ὅ­τι τὰ εἶ­χε κὰν ἀ­νοί­ξει πρίν. Δο­κί­μα­σε νὰ κου­νη­θεῖ μὰ δὲν μπό­ρε­σε. Ἔ­κλει­σε σφι­χτὰ τού­τη τὴ φο­ρὰ τὰ μά­τια του καὶ γλά­ρια­σε. Ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο τὸν ἔ­βγα­λε ἡ γυ­ναί­κα του, ποὺ ἄρ­χι­σε ξαφ­νι­κὰ νὰ σκού­ζει καὶ νὰ χτυ­πι­έ­ται. Τρό­μα­ξε, ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ κα­λο­κα­τα­λά­βει τί ἔ­λε­γε. Ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ «βού­λω­σ’ τὸ στό­μα σου, μᾶς ἀ­κοῦ­νε τό­σοι ξέ­νοι», ἀλ­λὰ δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὰ κά­νει χει­ρό­τε­ρα. Εὐ­τυ­χῶς οἱ στριγ­κλι­ὲς κό­πη­καν μα­χαί­ρι με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ ξε­ροὺς χτύ­πους.

       Ἔ­κα­νε ν’ ἀλ­λά­ξει πλευ­ρό, για­τί τό­νε πό­νη­γε οὗ­λο του τὸ κορ­μί, ἀλ­λὰ δὲ στά­θη­κε μπο­ρε­τό. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­να-δυ­ὸ λε­πτὰ στὴν ἴ­δια θέ­ση πρέ­πει νὰ λα­γο­κοι­μή­θη­κε, ἀλ­λὰ πά­λε τό­νε ξυ­πνή­σα­νε. Τού­τη τὴ βο­λὰ ἤ­τα­νε οἱ ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρες τῆς με­γά­λης του θυ­γα­τέ­ρας. «Τὴν ξε­πάν­του­λη, κο­ρί­τσι τῆς παν­τρειᾶς, τί ἀ­ρου­λι­ώ­τα­νε(1) ἔ­τσι; Ποι­ός γαμ­πρὸς θὰ τὴν ἔ­παιρ­νε, ποὺ βέ­λα­ζε σὰ γί­δα ποὺ σούρ­νει; Θὰ τῆς δώ­κω κα­νιὰ ἀ­νά­στρο­φη, ποὺ θά ’­ναι οὕ­λη δι­κιά της» σκέ­φτη­κε. «Τί στὸ δι­ά­βο­λο σκού­ζα­νε οὗ­λοι καὶ δὲν τὸν ἀ­φή­να­νε νὰ κοι­τα­χτεῖ(2) μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α του;» Τώ­ρα πό­νη­γε πιὸ πο­λύ. Ἔ­κα­νε μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια νὰ τοὺς ἀ­γνο­ή­σει. Καὶ τὸ πέ­τυ­χε. Ἔ­πε­σε σὲ βα­θὺ ὕ­πνο.

       Ἕ­να δυ­να­τὸ τράν­ταγ­μα κι ἕ­νας θό­ρυ­βος σὰ νὰ πέ­σα­νε κο­τσί­ρια(3) στὰ κε­ρα­μί­δια τό­νε βγά­λα­νε ἀ­π’ τὸ λή­θαρ­γο. «Ἄλ­λο καὶ τοῦ­το! Ποιός νὰ ’­ρι­νε κο­τσί­ρια στὰ κε­ρα­μί­δια νυ­χτι­ά­τι­κα καὶ μὲ τέ­τοι­ο κρύ­ο;» Πό­σο κρύ­ω­νε, πά­λι!

       Ἔ­κα­νε νὰ ξα­να­νοί­ξει τὰ μά­τια του, μὰ πά­λι δὲν μπό­ρε­σε νὰ δεῖ τί­πο­τα. Οὔ­τε μιὰ χα­ρα­μά­δα που­θε­νά. Μπό­ρε­σε μό­νο νὰ νι­ώ­σει ὅ­τι βρι­σκό­ταν σ’ ἕ­να ψυ­χρὸ καὶ σκο­τει­νὸ μέ­ρος. Τὸ σκο­τά­δι ἦ­ταν πη­χτό. Σοῦ ’­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα. Κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν στε­νὸς κι ὁ ἀ­έ­ρας λι­γο­στός. Ὁ πό­νος ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτος σὰ νὰ τοῦ ’­χα­νε μπή­ξει στὸ κορ­μὶ ἀ­χι­νάγ­κα­θα. Τὸν πο­νοῦ­σε ὅ­λη του ἡ ἀ­ρι­στε­ρὴ πλευ­ρά. Λὲς κι ἦ­ταν στὴν ἴ­δια θέ­ση γιὰ ὧ­ρες. Ἴ­σως καὶ μέ­ρες. Ναί, σί­γου­ρα μέ­ρες. Δο­κί­μα­σε νὰ κου­νη­θεῖ ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μὰ δὲν μπό­ρε­σε. Ἡ προ­σπά­θεια τὸν τσά­κι­σε.

       Ὁ ἀ­έ­ρας ὁ­λο­έ­να καὶ λι­γό­στευ­ε. Ἔ­κα­νε μιὰ προ­σπά­θεια νὰ γε­μί­σει τ’ ἀ­δύ­να­μα πλε­μό­νια του, νὰ βρεῖ δυ­νά­μεις γιὰ νὰ γυ­ρί­σει ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη. Νὰ ξα­λα­φρώ­σει νιὰ στά­λα. Ἔ­κλει­σε πά­λι τὰ μά­τια του, ἕ­σφι­ξε τὰ δόν­τια, τὰ σταυ­ρω­μέ­να του χέ­ρια, τὰ πι­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἀ­κι­νη­σί­α πό­δια του. Ὁ ὦ­μος του κου­νή­θη­κε γιὰ λί­γο καὶ μὲ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες του δυ­νά­μεις κα­τόρ­θω­σε, ἐ­πι­τέ­λους, νὰ γυ­ρί­σει στὸ δε­ξί του πλευ­ρό. Κι ἀ­πέ­μει­νε σ’ αὐ­τὴ τὴ στά­ση γιὰ πάν­τα.

       Ἐ­κεῖ τὸν βρῆ­καν ἔν­τρο­μοι οἱ δι­κοί του πέν­τε χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς ἐ­κτα­φῆς.


(1) οὔρλιαζε σὰ τσακάλι.
(2) κοιμηθεῖ.
(3) φασόλια φάβας.


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).



		

	

Christos Siorikis: Eduart


Christos Siorikis


Éduart


STA es la primera vez que decide dejar de jugar en el patio. Toma sitio bajo el techado y observa el recreo: fútbol con el tapón de una botella. Los maestros no permiten balones – solo en Gimnasia; muchas veces les han quitado las pelotas que traían de casa. ¿Haría lo mismo el nuevo maestro? Lo han traído para el chico que tiene el problema, pero es un maestro normal. Les dio clase anteayer, cuando faltó su maestra, y les mandó callarse dos veces y les puso deberes. Normal, pero nuevo. Y se fijó en él, le dijo que leyera y le felicitó por las pocas palabras que leyó a duras penas (en el oral es mejor, lo demostró).

       Permanece aún bajo el techado, empapado en sudor de tanto correr. Ha cogido algo de color por el sol (finales de primavera), pero no se pondrá muy moreno porque él es rubio, de Rumanía. Estos días dicen en casa que se marcharán de Grecia en cuanto termine el curso, su familia y el tío con los primos, todos rumbo a la República Checa. Piensa en el nombre de la ciudad: Praga. ¿Se quedarán acaso allí hasta que él cumpla los dieciocho y pueda hacer lo que quiera? Sería bueno saber dónde, con quiénes, y otras cosas. Se levanta antes de que suene la campana, atraviesa los terrenos de juego improvisados, se da patadas con dos chicos a los que interrumpe la jugada y va hacia el nuevo maestro:

       — Profe, ¿usted cuántos años tiene?



Fuente: Revista Μικρό Πεζό, número 1, 2014.

Christos Siorikis (Atenas). Se dedica a la enseñanza, escribe poesía y traduce del español. Ha participado en la traducción de la antología de relato breve hispano Mini71cuentos.

Tra­duc­ción: I­lek­tra A­na­gno­stou, Be­atriz Cá­rca­mo A­boi­tiz, So­fía Fer­taki, Theoni Kabra, María Kalouptsi, Eduardo Lucena, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos, E­vange­lía Po­lyra­ki, Anto­nia Vla­chou.

La tra­duc­ción y revisión colectivas de los minir­rela­tos es producto del taller que orga­ni­zaron y co­ordina­ron, en la a­ca­de­mia de i­dio­mas A­ba­ni­co desde octu­bre de 2017 hasta marzo de 2018, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos y E­du­a­rdo Lu­ce­na.



		

	

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Ἡ ὀδοντοστοιχία



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Ἡ ὀδοντοστοιχία


ΟΥ ΕΙΠΑΝ, τρεῖς μῆ­νες ἔ­χεις τὸ πο­λὺ ζω­ή. Σὰν τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α τὰ δόν­τια του ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φτιά­ξει. Δι­ό­τι μα­κρο­πρό­θε­σμα ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὴν κα­λή του ἐμ­φά­νι­ση κι ἂς εἶ­ναι σκε­λε­τός. Ἂν μά­λι­στα μελ­λον­τι­κὰ κά­ποι­ο ἐρ­γα­στή­ριο ζη­τή­σει τὰ ὀ­στά του γιὰ με­λέ­τη, θὰ ἤ­θε­λε πο­λὺ οἱ ἐ­ρευ­νή­τρι­ες νε­α­ρές το ὡ­ραῖ­ο του κρα­νί­ο νὰ κοι­τοῦν, τὴν ἄ­ψο­γη ὀ­δον­το­στοι­χί­α νὰ θαυ­μά­ζουν καὶ ἴ­σως νὰ σκέ­φτον­ται πό­σο ἄ­δι­κος ἦ­ταν ὁ θά­να­τός του, μὲ τέ­τοι­α δόν­τια ἄ­φθαρ­τα νὰ γεί­ρει στὴν ἀ­φά­νεια, θύ­μα τῆς λαί­μαρ­γης κα­τά­πο­σης τοῦ ἄ­σπλα­χνου νω­δοῦ ψυ­χο­συλ­λέ­κτη.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).