Βαγγέλης Παπαδιόχος: Μπάγκειον


Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος


Μπάγ­κει­ον


ΡΑΦΩ ΣΕ ΌΛΟΥΣ ἐσᾶς ποὺ περ­νᾶ­τε συ­νέ­χεια ἀ­πὸ μπρο­στά μου κι ὅ­μως πο­τὲ δὲν μὲ βλέ­πε­τε. Γεν­νή­θη­κα γύ­ρω στὸ 1890. Στὴν ἀρ­χὴ μὲ ἔ­λε­γαν Φί­λιπ­πο Β΄ καὶ τὸν ἀ­δερ­φό μου Με­γα­λέ­ξαν­δρο. Μό­λις ὁ πα­τέ­ρας μας, Ἰ­ω­άν­νης Μπάγ­κας, μᾶς ἄ­φη­σε πῆ­ρα τὸ ὄ­νο­μά του. Τό­τε, χά­ζευ­α τὴν ἥ­συ­χη πλα­τεί­α μὲ τοὺς φοί­νι­κες, τοὺς φα­νο­στά­τες, τὰ παγ­κά­κια καὶ τὶς ἅ­μα­ξες. Πό­σος κα­λὸς κό­σμος πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τά μου χα­ζεύ­ον­τας τοὺς εὐ­ρύ­χω­ρους δι­α­δρό­μους μου, τοὺς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κούς μου κα­θρέ­φτες, τοὺς ἀ­κρι­βούς μου πί­να­κες καὶ τὰ σκα­λι­στά μου ἀ­γαλ­μα­τά­κια…

        Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἕ­νας ἄλ­λος κό­σμος μα­ζευ­ό­ταν στὸ λου­κου­μα­τζί­δι­κο ποὺ εἶ­χα στὸ ὑ­πό­γει­ο. Αὐ­τοὺς —τὸ ὁ­μο­λο­γῶ— προ­τι­μοῦ­σα νὰ τοὺς κρυ­φα­κού­ω πε­ρισ­σό­τε­ρο. Κά­ποι­ους τοὺς θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μα —Λα­πα­θι­ώ­της, Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ἄ­γρας, Ρί­τσος, Λά­σκος, Βαμ­βα­κά­ρης— καὶ ἄλ­λους πολ­λοὺς τοὺς ἔ­χω πιὰ ξε­χά­σει. Ἡ φτώ­χεια, ἡ φυ­μα­τί­ω­ση, τὸ πο­τό, τὸ χα­σὶς καὶ ἡ τέ­χνη βα­σί­λευ­αν ἐ­κεῖ μέ­σα. «Κά­τω ἀ­π’ τὰ τό­ξα τοῦ ὑ­πο­γεί­ου μὲ τὶς τε­φρὲς σκι­ές των καὶ μὲς στὴν κού­φια ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ μιὰ σι­γὴ ἀν­τη­χεῖ, τῆς κοι­νω­νί­ας οἱ ἄ­χρη­στοι κη­φῆ­νες μο­να­χοὶ στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς ζω­ῆς δι­α­γρά­φουν τὶς τρο­χι­ὲς των»(1), θυ­μᾶ­μαι εἶ­χε γρά­ψει ἕ­νας.

       Με­τὰ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν γρή­γο­ρα· πό­λε­μος, κα­το­χὴ καὶ ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση. Τὰ αὐ­το­κί­νη­τα στρι­φο­γυρ­νοῦ­σαν ἀ­στα­μά­τη­τα, τὸ τσι­μέν­το σκέ­πα­σε τὰ δέν­τρα κι ἐ­γὼ ἄρ­χι­σα νὰ γερ­νά­ω. Ὅ­λο καὶ λι­γό­τε­ροι ἀν­τί­κρι­ζαν πιὰ τοὺς γδαρ­μέ­νους τοί­χους καὶ τὰ τρυ­πη­μέ­να μου πα­τώ­μα­τα. Στὴν αὐ­γὴ τῆς νέ­ας χι­λι­ε­τί­ας τὰ φῶ­τα μου ξαφ­νι­κὰ ἔ­σβη­σαν. Ἀ­πὸ τό­τε, τὸν ἀ­πρό­θυ­μο ὕ­πνο μου δι­α­κό­πτουν εὐ­χά­ρι­στα κά­θε τό­σο ζω­γρά­φοι καὶ θε­α­τρί­νοι ποὺ μοῦ θυ­μί­ζουν ἐ­κεί­νους τοὺς πα­λιούς. Μό­νο αὐ­τοὶ βλέ­πουν μιὰ ὀ­μορ­φιὰ στὸ σκο­τά­δι μου.


(1) Στί­χοι ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα «Τὸ Μπάγ­κει­ον» τοῦ Ὀ­ρέ­στη Λά­σκου.

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος (Χο­λαρ­γός, 1986). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Ἀ­λι­βέ­ρι Εὐ­βοί­ας. Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κά, δη­μό­σια δι­οί­κη­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (Λα­θρε­πι­βά­τες [Ὀ­σε­λό­τος, 2018] καὶ Σκο­τει­νὰ δω­μά­τια [Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μές, 2019]).


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἀ­πὸ βο­σκό­που­λο κα­πε­τά­νιος



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἀ­πὸ βο­σκό­που­λο κα­πε­τά­νιος

[τοῦ Γιάννου Κλίμακα]


ΤΑ 1820, ἀ­φοῦ ἄρ­χι­σε ὁ πό­λε­μος τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα μὲ τὸ Σουλ­τά­νο, ἔ­φτα­σε στὴν Ἀτ­τι­κὴ καὶ γύ­ρω κά­ποι­ος Τοῦρ­κος Μπαμ­πάμ­πα­σης μὲ προ­στα­γὴ βα­σι­λι­κὴ νὰ συ­νά­ξῃ Τούρ­κους καὶ Χρι­στια­νοὺς Ἀρ­μα­τω­λοὺς ἐ­νάν­τια στὸν Ἀ­λή­πασ­σα. Ἔ­μα­θε γιὰ τὸ Βάσ­σο τὸ Μαυ­ρο­βου­νι­ώ­τη, ποὺ Κλέ­φτης ζοῦ­σε στὰ βου­νά, καὶ το­νὲ ρώ­για­σε [μί­σθω­σε].

       Ὁ Βάσ­σος, ἀ­φοῦ φτά­σα­νε στὸν Κι­θαι­ρῶ­να, ἀ­πο­φά­σι­σε καὶ σκό­τω­σε τοὺς Τούρ­κους. Ἔ­τσι κα­νεὶς δὲ θἄ­ξε­ρε τὸ τί γε­νῆ­καν.

       Ὅ­μως ἀ­πά­νου ἀ­πὸ τὴ ρά­χη ἕ­να τσο­πα­νό­που­λο, ἐ­νῷ ἔ­βο­σκε τὰ γί­δια του, εἶ­δε τὴ σκη­νὴ κι’ ἀ­να­τα­ρά­χτη­κε. Κι’ ἀν­τὶ νὰ φο­βη­θῆ, ἔ­τρε­ξε ἀ­προ­σκά­λε­στο, χα­ρὰ γι­ο­μᾶ­το γιὰ τὸ φο­νι­κὸ τῶν Τούρ­κων, καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸ Βάσ­σο μὲ κα­μά­ρι.

       — Τί γυ­ρεύ­εις ἐ­δῶ; τὸ ρώ­τη­σε ὁ Βάσ­σος ἄ­γριος, ἀ­νή­συ­χος μὴ μαρ­τυ­ρή­σῃ τὸ κα­κὸ ποὺ γί­νη­κε.

       — Θέ­λω νὰ σκο­τώ­νω κ’ ἐ­γὼ Τούρ­κους! Πᾶ­ρε με κον­τά σου, Κα­πε­τά­νε! εἶ­πε ἀ­θῷ­α τὸ παι­δί.

       Κι’ ἄ­φη­σε τὰ γί­δια, καὶ πῆ­γε Κλέ­φτης ὁ μι­κρὸς γι­δά­ρης. Ἦ­ταν ὁ Γιάν­νος Κλί­μα­κας, κα­τό­πι κα­πε­τά­νος ὀ­νο­μα­στὸς γιὰ τὴν πα­λη­κα­ριά του.

       Κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Ντρέ­μι­τσα τῶν Σα­λώ­νων, τὸ ἴ­διο τὸ χω­ριὸ ποὺ ἔ­βγα­λε τὸν Πα­νου­ριᾶ, τὸ Γκού­ρα, τὸ Ρού­κη κι’ ἄλ­λους.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 135. [Τίτλος: «253.— Τὸ βο­σκό­που­λο.].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἰωάννης Κλίμακας (Θήβα, ;-1877). Φωτογραφία: Πέτρος Μω­ρα­ΐ­της.


Ἀναστασία Κάτσικα: Τὸ δέρμα τοῦ σπιτιοῦ


Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα


Τὸ δέρ­μα τοῦ σπι­τιοῦ


ΤΑΝ ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο σπί­τι.

Ψη­λο­τά­βα­νο, μὲ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, χω­ρὶς κῆ­πο μπρο­στά. Τρί­α σκα­λιὰ τὸ χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ποὺ περ­νοῦ­σαν τὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Τρί­α σκα­λιὰ καὶ δυ­ὸ νε­ραν­τζι­ὲς φυ­τε­μέ­νες σὲ δυ­ὸ τε­τρά­γω­να παρ­τέ­ρια.

Ἦ­ταν ἕ­να εὐ­αί­σθη­το σπί­τι.

        Μά­ζευ­ε ἢ ξε­χεί­λω­νε ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸν και­ρὸ καὶ τὶς ἀ­νάγ­κες. Ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν ὅ­ταν τὰ μη­χα­νή­μα­τα τοῦ δρό­μου κα­τά­βρε­χαν τὴν πρό­σο­ψή του. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴ μαυ­ρί­λα τῆς πό­λης ποὺ εἶ­χε κα­θί­σει πά­νω του σχη­μα­τί­ζον­τας σκοῦ­ρες κη­λί­δες.

        Ἦ­ταν ἕ­να ζε­στὸ σπί­τι.

        Ἵ­δρω­νε πο­λύ το κα­λο­καί­ρι. Ἡ τα­ρά­τσα του γέ­μι­ζε ἀ­πὸ ὑ­γροὺς λε­κέ­δες. Στέ­γνω­ναν μό­νο με­τὰ τὴν παν­σέ­λη­νο τοῦ Αὐ­γού­στου, τό­τε ποὺ τὸ φεγ­γά­ρι στε­κό­ταν ὅ­λο το βρά­δυ πά­νω του.

        Ἦ­ταν ἕ­να μο­να­χι­κὸ σπί­τι.

        Στὴν πί­σω αὐ­λὴ ἦ­ταν σω­ρι­α­σμέ­να τὰ ἔ­πι­πλα ἀ­πὸ φὲρ φορ­ζὲ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ποὺ ἦ­ταν ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νη ἀ­πὸ και­ρό, πα­ρα­δο­μέ­νη σὲ μιὰ μοί­ρα δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­π’ αὐ­τὴ ποὺ ἦ­ταν γραμ­μέ­νη στὰ ἀ­στέ­ρια.

        Ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι μὲ ἐ­λεύ­θε­ρο πνεῦ­μα.

        Πρὶν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος τῆς οἰ­κο­γέ­νειας μά­ζε­ψε ὅ­λα τα κλει­διά. Πρῶ­τα τα κλει­διὰ ἀ­πὸ τὶς ντου­λά­πες καὶ τὸν μπου­φὲ κι ὕ­στε­ρα ὅ­λα τα μι­κρά, με­γά­λα καὶ με­γα­λύ­τε­ρα κλει­διὰ ποὺ ἀ­πα­γο­ρεύ­ουν σ’ ἕ­να σπί­τι νὰ κά­νει τοῦ κε­φα­λιοῦ του. Τὰ ἔ­κρυ­ψε σ’ ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ κου­τί. Τὰ πέ­τα­ξε.

        Ἦ­ταν ἕ­να αἰ­ώ­νιο σπί­τι.

        Κρα­τοῦ­σε πει­σμα­τι­κὰ κλει­στὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρά του καὶ σκο­τει­νὴ τὴν εἴ­σο­δό του. Κά­θε χρό­νο, ἐ­πέ­τρε­πε στὶς νε­ραν­τζι­ὲς νὰ ρί­χνουν τοὺς καρ­πούς τους στὰ χω­μά­τι­να τε­τρά­γω­να. Ἀ­πα­γό­ρευ­ε στὰ φὲρ φορ­ζὲ νὰ σκου­ριά­σουν.

        Ἦ­ταν ἕ­να ἥ­συ­χο σπί­τι.

        Ὁ ἀ­έ­ρας μπαι­νό­βγαι­νε ἀ­θό­ρυ­βα ἀ­πὸ τοὺς πό­ρους του μέ­ρα-νύ­χτα. Δὲν τά­ρα­ζε τὸ δρο­σε­ρὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του. Μό­νο το ξε­χα­σμέ­νο στὸ πά­τω­μα τοῦ σα­λο­νιοῦ δέρ­μα τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ ἀ­να­τρί­χια­ζε. Δὲν ἄν­τε­χε τὸ κρύ­ο ρεῦ­μα. Θυ­μό­ταν μό­νο τὴ ζέ­στη τῆς ζούγ­κλας. Ὅ­λοι εἶ­χαν κυ­λι­στεῖ πά­νω του. Τὰ παι­διὰ εἶ­χαν ἀγ­κα­λιά­σει τὸ κε­φά­λι του.

        Ἦ­ταν ἕ­να πι­στὸ σπί­τι.

        Στέ­κε­ται ἀ­κί­νη­το πά­νω ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα ποὺ ξα­πλώ­νει ἀ­νά­σκε­λα μὲ ἀ­νοι­χτὰ τὰ μά­τια. Ἀ­κού­ει σχε­δὸν ὁ­λο­κά­θα­ρα τὸν χτύ­πο τῆς λι­ον­τα­ρί­σιας καρ­διᾶς του.

        Θὰ κα­τα­πι­εῖς τὴν πεί­να καὶ τὴ δί­ψα γιὰ τὸ μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι στὴ ζούγ­κλα.

        Θὰ στὴ χορ­τά­σω ἐ­γώ.

        Ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει καὶ κλεί­νει.

        Τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­νοί­γουν καὶ κλεί­νουν.

        Εἶ­ναι ἕ­να ἄ­σπλα­χνο σπί­τι.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να μὲ τὶς δύ­ο κό­ρες της. Εἶ­ναι δα­σκά­λα καὶ δι­δά­σκει σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο στὰ Βρι­λήσ­σια. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κα­θὼς καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Κί­τρι­νο σκο­τά­δι, ἐκ­δό­θη­κε πρό­σφα­τα ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐ­νύ­πνιον. Ἀ­γα­πά­ει τὸ δι­ά­βα­σμα, τὸ θέ­α­τρο κι ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν κό­σμο τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Γκαϊντούρια!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Γκαϊντούρια!

Αὐτόχθονες καὶ Ἑτερόχθονες

[τοῦ Ριχάρδου Τσούρτς]


ΤΟΠΙΚΙΣΜΟΣ εἶ­χε γεν­νή­σει πολ­λὰ κα­κὰ καὶ στὰ χρό­νια τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, για­τὶ ἀ­πὸ τό­τε οἱ ντό­πιοι, μά­λι­στα οἱ Μω­ρα­ΐ­τες, μι­σοῦ­σαν τὸ Μαυ­ρο­κορ­δά­το, τὸν με­γά­λον πο­λι­τι­κό, καὶ τοὺς Φα­να­ρι­ῶ­τες καὶ τοὺς ἄλ­λους ξέ­νους, ποὺ ἤ­τα­νε πιὸ δι­α­βα­σμέ­νοι, κ’ ἔ­τσι μὲ τὰ προ­σόν­τα τους, τὴ γλωσ­σο­μά­θειά τους, περ­νού­σα­νε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γράμ­μα­τους τοὺς ντό­πιους, πο­λι­τι­κοὺς καὶ στρα­τι­ω­τι­κούς.

       Μὰ τὸ με­γά­λο κα­κὸ ξέ­σπα­σε μὲ τὸ πε­ρί­φη­μο ζή­τη­μα τοῦ «Αὐ­το­χθο­νι­σμοῦ», ποὺ ὁ Τρι­πο­λι­τσι­ώ­της Ρή­γας Πα­λα­μή­δης κι’ ἄλ­λοι Μω­ρα­ΐ­τες-Ρου­με­λι­ῶ­τες φέ­ρα­νε στὴ Συ­νέ­λευ­ση τοῦ 1843.

       Ὁ σκο­πός τους ἤ­τα­νε νὰ βά­λου­νε κά­ποι­ο φραγ­μὸ στῶν νι­ό­φερ­των [«Ἑ­τε­ρο­χθό­νων»] τὴν πλημ­μύ­ρα, ποὺ γι­νόν­τα­νε πο­λῖ­τες εὔ­κο­λα κι’ ἁρ­πά­ζα­νε τὴς δη­μό­σι­ες θέ­σεις ἀ­πὸ τοὺς ντό­πιους, ποὺ εἴ­χα­νε δώ­σει τὸ ἔ­χει καὶ τὸ αἷ­μα τους γιὰ τὸν ἀ­γῶ­να τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να καὶ γιὰ νὰ στρώ­σουν τὸ τρα­πέ­ζι ποὺ ἐρ­χόν­ταν καὶ κα­λο­κα­θί­ζαν οἱ ξε­νό­φερ­τοι. Ὅ­μως τὸν ἀ­γῶ­να τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να δὲν τὸν εἴ­χα­νε βγά­λει πέ­ρα Μω­ρα­ΐ­τες μο­να­χὰ καὶ Ρου­με­λι­ῶ­τες, μὰ ὁ­λά­κε­ρο τὸ Ἑλ­λη­νι­κό, κι’ ἄ­φη­σε τοὺς φι­λέλ­λη­νες [Εὐ­ρω­παί­ους κι’ Ἀ­να­το­λῖ­τες].

       Τρο­με­ρὸς ἦ­ταν ὁ χω­ρι­σμὸς καὶ στὴ Συ­νέ­λευ­ση καὶ στὴς ἐ­φη­με­ρί­δες, μὰ καὶ στὸν κό­σμο τὸν πο­λύ. Ἀ­φοῦ ὁ Θο­δω­ρά­κης Γρί­βας κι’ ἄλ­λοι ἀ­γράμ­μα­τοι Ἀ­γω­νι­στὲς προ­βά­λαν ἀ­κρά­τη­τοι ρή­το­ρες στὸ βῆ­μα καὶ χτυ­ποῦ­σαν τοὺς ἑ­τε­ρο­χθό­νους, ἀ­πο­φά­σι­σε κι’ ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος ὁ ἑ­τε­ρό­γλωσ­σος, γεν­νη­μέ­νος ἴ­σως Βούλ­γα­ρος, ἴ­σως Σέρ­βος, ποὺ μὲ τὸ ἄ­τα­χτο ἱπ­πι­κό του, ἑ­τε­ρό­γλωσ­σο κι’ αὐ­τὸ τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο, τό­σες εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει πα­λη­κα­ρι­ὲς ἐ­νάν­τια στοὺς τρο­με­ροὺς Ντε­λῆ­δες, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δο­κι­μά­σῃ αὐ­τῆς τῆς λο­γῆς τὸν πό­λε­μο, τὰ λό­για τὰ ρη­το­ρι­κὰ στὸ βῆ­μα ἀ­πά­νω. Σκαρ­φα­λώ­νει τὸ λοι­πὸν ἐ­κεῖ, μὰ κα­θὼς ἀν­τι­κρύ­ζει τό­σα μά­τια, τό­σα πρό­σω­πα γε­λα­στι­κά, τρέ­μει σὰ νἄ­τα­νε κι­ο­τῆς [δει­λὸς] καὶ σὰ ν’ ἀν­τί­κρυ­σε πρώ­τη φο­ρὰ τοὺς ἄ­γριους τοὺς Ντε­λῆ­δες. Τρέ­μει, χλω­μιά­ζει, θέ­λει ν’ ἀρ­χί­σῃ ἀ­π’ τὴς πα­λι­ές του θύ­μη­σες, ὅ­ταν μὲ τοὺς πα­λιοὺς συν­τρό­φους του τοὺς «Ἑ­τε­ρό­χθο­νας» τὸν Τοῦρ­κο πο­λε­μοῦ­σε, κι’ ἀρ­χί­ζει μὲ ὑ­πό­κω­φη λα­λιὰ νὰ λέ­ῃ:

       — Ποῦ εἶ­ναι ἐ­μέ­να ἐ­κεῖ­νο Πα­πά­ζο­γλου, ποῦ εἶ­ναι ἐ­μέ­να ἐ­κεῖ­νο Χα­τζη-Ζορ­μπᾶ, ποῦ εἶ­ναι ἐ­μέ­να ἐ­κεῖ­νο…

       Πνί­γε­ται ἡ φω­νή του καὶ μέ­νει ὀρ­θὸς ἐ­κεῖ καὶ κλαί­ει. Νε­κρι­κὴ σι­ω­πή, κι’ ἀρ­χί­ζει τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο νὰ κλαί­ῃ, κλαῖ­νε οἱ γέ­ρον­τες στρα­τι­ω­τι­κοὶ Πλη­ρε­ξού­σιοι, κλαῖν οἱ ἀ­πό­μα­χοι κ’ οἱ Φα­λαγ­γῖ­τες ἀ­κρο­α­τὲς ἀ­κρά­τη­τα, κλαῖν ὅ­λοι.

       Ὁ Πρό­ε­δρος στε­νο­χω­ρε­μέ­νος θυ­μᾶ­ται πὼς ὁ στρα­τη­γὸς Τσούρ­τσης, ὁ Ἄγ­γλος φι­λέλ­λη­νας, Ἑ­τε­ρό­χθο­νας κι’ αὐ­τός, ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σῃ καὶ βέ­βαι­α ἐ­νάν­τια στοὺς Αὐ­το­χθο­νι­στές.

       — Ὁ κ. Τσοὺρ­τς ἔ­χει τὸν λό­γον!

       Ση­κώ­νε­ται μὲ τὸ στα­νιὸ στὰ πό­δια του ὁ γέ­ρο-στρα­τη­γός, μὰ βῆ­μα δὲ μπο­ρεῖ νὰ κά­μῃ· ἀ­κουμ­πά­ει μὲ τὄ­να χέ­ρι στὸ κά­θι­σμα, ἀ­γρι­ο­κυ­τά­ζει τὸ Γρί­βα καὶ τὸν Κρι­ε­ζώ­τη, για­τὶ οἱ στρα­τι­ω­τι­κοὶ οἱ πα­λιοὶ ἔ­πρε­πε νὰ πο­νᾶ­νε τοὺς πα­λιοὺς συν­τρό­φους, καὶ μὲ τὴν ἀγ­γλι­κή του προ­φο­ρὰ βά­νει φω­νὴ με­γά­λη:

       — Γκα­ϊν­τού­ρια!

       Καὶ σω­ρι­ά­ζε­ται κα­τά­χλω­μος στὸ κά­θι­σμά του.

       Τρέ­χουν οἱ Πλη­ρε­ξού­σιοι τα­ραγ­μέ­νοι γύ­ρω του, βλέ­πουν πὼς δὲν εἶ­χε πά­θει τί­πο­τε, παύ­ουν τό­τε τὰ κλά­μα­τα, καὶ ξαφ­νι­κὰ γέ­λια ἀ­κρά­τη­τα χύ­νον­ται παν­τοῦ γιὰ τὸ σω­στὸ καὶ ται­ρια­στὸν αὐ­τὸ λό­γο τοῦ γε­ρο-Ἀ­γω­νι­στῆ.

       Ὅ­μως καὶ πά­λι τὸ ζή­τη­μα εἶ­χε χα­θῆ, κ’ οἱ Αὐ­το­χθο­νι­στὲς κερ­δῆ­σαν τὸ σκο­πό τους(1).


(1) Ὁ Τσὼρτς (Church) πάν­τα ἤ­τανε λι­γό­λο­γος στὴ ζωή του. «…Καθ’ ὅλην τὴν πε­ρί­ο­δον τῆς ἀ­πο­λύ­του μο­ναρ­χίας, εἰς ὅλας τὰς ἐν τῷ Συμ­βου­λίῳ τῆς Ἐ­πι­κρα­τεί­ας συ­ζη­τή­σεις τῶν νο­μο­σχε­δί­ων μίαν φω­νὴν ἄ­φι­νε: “Εἶ­μαι ἐ­ναν­τί­ος”». (Ἀλ. Σού­τσου «Ἡ με­τα­βο­λὴ τῆς Γ´ Σεπτ.» ἔκδ. β´, 1844 σ. 58). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Σε­λί­δες τι­νὲς τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς βα­σι­λεί­ας Ὄ­θω­νος, Ἀ­θῆ­ναι, 1898» σ. 105.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 67-68 [Τίτλος: «135.— Γκα­ϊν­τού­ρια.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ὁ Richard Church ὡς ἀξι­ω­ματι­κὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἐ­λα­φροῦ Πεζι­κοῦ τοῦ Δού­κα τῆς Ὑ­όρ­κης στὰ Ἑ­πτά­νη­σα σὲ πί­να­κα τοῦ 1813.



		

	

Γιῶργος Δουατζῆς: Μι­κρὸ δο­κί­μιο γιὰ τὸν Χρό­νο



Γιῶργος Δουατζῆς

 

Μι­κρὸ δο­κί­μιο γιὰ τὸν Χρό­νο


τοῦ­το γά­ρ ­στι­ν  χρό­νος
­ριθ­μὸς κι­νή­σε­ω­ς κα­τὰ τὸ πρό­τε­ρον καὶ ­στε­ρον
Ἀ­ρι­στο­τέ­λης (Φυ­σι­κά)

ΠΑΠΠΟΥΣ ἔ­τρε­χε μὲς στὸν χι­ο­νιᾶ κρα­τών­τας ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι τὸ ἐγ­γό­νι. Ἔ­τρε­χαν ὄ­μορ­φοι κι ἀν­τάλ­λα­ζαν τοὺς ρό­λους τους μέ­σα στοὺς αἰ­ῶ­νες ξε­γε­λών­τας τὸν χρό­νο μὲ ποι­ή­μα­τα καὶ τρα­γού­δια. Δι­ό­τι ὁ χρό­νος δὲν ἔ­μα­θε ὅ­τι εἰ­κό­νες, ποι­ή­μα­τα, τρα­γού­δια, δὲν ἔ­χουν τέ­λος. Βλέ­πεις, μό­νον νὰ με­τρά­ει γνώ­ρι­ζε…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Δουα­τζῆς (Ἀθήνα, 1948). Ποι­η­τής, συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1948 στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μί­α-Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες, πε­ρι­ο­δι­κά, ρα­δι­ο­τη­λε­ο­πτι­κοὺς σταθ­μούς. Πρώ­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐμ­φά­νι­ση τὸ 1971. Ἐ­ξέ­δω­σε 31 βι­βλί­α (ποί­η­ση, πε­ζό, θε­α­τρι­κά), συμ­με­τεῖ­χε σὲ 14 συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα, πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ 10 ἀν­θο­λο­γί­ες-λε­ξι­κά, με­τα­φρά­στη­κε σὲ 6 γλῶσ­σες, δη­μο­σί­ευ­σε σὲ 15 ἔν­τυ­πα καὶ 17 ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἰ­στο­σε­λί­δα: www.douatzis.gr



		

	

Ρουμπίνα Γκουγιουμτζιάν: Τὸ ἀγόρι καὶ τὸ σπίτι


Ρου­μπί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν


Τὸ ἀ­γό­ρι καὶ τὸ σπί­τι


 ΣΙΩΠΗ ἄ­νοι­ξε τὸ πρῶ­το συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου καὶ γλί­στρη­σε προ­σε­κτι­κὰ στὸ πά­τω­μα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς στὸ δω­μά­τιο. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὴ καὶ τὸ σπί­τι ἄ­δει­ο. Ὁ κα­θρέ­φτης τοῦ χὸλ ἦ­ταν πα­γω­μέ­νος καὶ βα­ρύς, ὅ­πως καὶ ὁ χρό­νος.

        Κά­θε ὥ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε, λει­τουρ­γοῦ­σε ἄλ­λο ρο­λό­ι στὸ σπί­τι καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα στα­μα­τοῦ­σαν. Ὁ χρό­νος δὲν εἶ­χε πο­τὲ τὴ σω­στὴ ἀ­κο­λου­θί­α. Μπο­ρεῖ τὴ μιὰ στιγ­μὴ νὰ ἦ­ταν νύ­χτα καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη με­ση­μέ­ρι. Ἄλ­λες φορές, οἱ ἐναλλαγές ἦταν πιὸ ὀμαλὲς καὶ ὅλα ἔδειχναν φυσιολογικά. Σὲ κάποια δωμά­τια ἦταν καλοκαίρι, σὲ ἄλλα χειμώνας. Σὲ κάποια ἔνιωθες τὴ νοσταλγία τοῦ φθινοπώρου, σὲ ἄλλα τὴ διαύγεια τῆς ἄνοιξης. Κανείς, ὅμως, δὲν βρισκόταν ἐκεῖ νὰ παρατηρήσει τὰ παράδοξα γεγονότα.

        Στὸ πρῶ­το πά­τω­μα ὑ­πῆρ­χε ἕ­να δω­μά­τιο μὲ βι­βλί­α καὶ μπερ­δε­μέ­νες ση­μει­ώ­σεις. Σὲ ὅ­λους τοὺς τοί­χους ὑ­ψώ­νον­ταν βι­βλι­ο­θῆ­κες. Στὸ κέν­τρο τοῦ δω­μα­τί­ου βα­σί­λευ­ε ἕ­να χά­ος ἀ­πὸ στοῖ­βες βι­βλί­ων, ζω­γρα­φι­ές, ση­μει­ώ­σεις καὶ σχέ­δια, καὶ στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς ὑ­ψη­λό­τε­ρης στοί­βας, μιὰ ὑ­δρό­γει­ος σφαί­ρα ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη εὐ­λα­βι­κὰ ἀ­πέ­πνε­ε ἕ­να μυ­στη­ρι­ώ­δη σε­βα­σμό. Τὸ δω­μά­τιο αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ, για­τί ἦ­ταν τὸ μό­νο ση­μα­δε­μέ­νο ἀ­πὸ κά­ποι­α πα­ρου­σί­α.

       Ξαφ­νι­κά, ἡ σι­ω­πή, μὲ ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το προ­αί­σθη­μα, γλί­στρη­σε πί­σω, κα­τέ­βη­κε τὶς σκά­λες καὶ γύ­ρι­σε στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε βγεῖ. Σύρ­θη­κε πρὸς τὸ κο­μο­δί­νο καὶ μπῆ­κε πά­λι μέ­σα στὸ πρῶ­το συρ­τά­ρι, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κλει­σε ἁ­πα­λά. Τό­τε, ἀ­κού­στη­κε ἕ­να τρί­ξι­μο καὶ ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα ἄ­νοι­ξε ἀ­πό­το­μα. Ἕ­να μι­κρὸ ἀ­γο­ρά­κι, ποὺ ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα ἔ­παι­ζε στὸν κῆ­πο, μπῆ­κε μέ­σα λα­χα­νι­α­σμέ­νο καὶ κοι­τά­χτη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ στὸν πα­γω­μέ­νο κα­θρέ­φτη. Ὕ­στε­ρα ἔ­τρε­ξε πά­νω καὶ κλεί­στη­κε στὸ δω­μά­τιο μὲ τὰ βι­βλί­α.

       Ὁ κα­θρέ­φτης ξε­πά­γω­σε γιὰ λί­γο καὶ ξα­να­πά­γω­σε πο­λὺ γρή­γο­ρα. Στὸ δω­μά­τιο, τὸ ἀ­γό­ρι ἅρ­πα­ξε τὴν ὑ­δρό­γει­ο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει καὶ νὰ ση­μει­ώ­νει πε­ρι­ο­χὲς ἐ­πά­νω της μὲ μο­λύ­βι. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει τὶς ἀ­κα­τα­νό­η­τες ση­μει­ώ­σεις του μὲ ἕ­να μυ­στή­ριο χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη. Κι αὐ­τὸ συ­νέ­χι­σε νὰ τὸ κά­νει δί­χως νὰ προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ὁ χρό­νος ποὺ περ­νοῦ­σε, εἴ­τε εἶ­χε σκο­τά­δι εἴ­τε φῶς, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ποὺ ἔ­βγαι­νε στὸν κῆ­πο νὰ παί­ξει. Καὶ τὰ σκόρ­πια ἀν­τι­κεί­με­να ἄλ­λα­ξαν πολ­λὲς φο­ρὲς θέ­ση μέ­σα στὸ δω­μά­τιο, ἐ­νῶ πολ­λοὶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς πά­νω στὴν ὑ­δρό­γει­ο ἴ­σως ἀ­να­ρω­τη­θή­κα­με τί συμ­βαί­νει ἐ­κεῖ ἔ­ξω καὶ ἂν ὑ­πάρ­χει Θε­ός.



Πη­γή: Ρουμ­πί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν, ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὴ βρο­χή καὶ ἄλ­λα μι­κρὰ ­φη­γή­μα­τα, Κα­λύ­βια Ἀτ­τι­κῆς, 2019, σελ. 45-46.

Ρουμ­πί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν (Γι­ε­ρε­βὰν τῆς Ἀρ­με­νί­ας, 1989). Ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α. Σπού­δα­σε στὴν Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ὀ­δον­τί­α­τρος καὶ γρά­φει μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Πά­νω ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα (αὐ­το­έκ­δο­ση), τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­λα­βε Βρα­βεῖ­ο Ὑ­περ­βα­τι­κοῦ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὸ 22ο Πα­νελ­λή­νιο Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης καὶ Πε­ζο­γρα­φί­ας. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῆς Γρα­φῆς, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὠ­ρί­ω­νας γιὰ τὸ ἔ­τος 2017. Τὸ Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὴ βρο­χή εἶ­ναι ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των ποὺ δη­μο­σι­εύ­ει.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΝΑΣ ΑΝΕΨΙΟΣ τοῦ Ἀ­λῆ Φαρ­μά­κη (πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1821), ὅ­ταν ἦ­σαν κλει­σμέ­νοι εἰς τὸν πύρ­γον τοῦ θεί­ου του, ἔ­λε­γε πρὸς τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη:

       — »Κρῖ­μας ὁ­ποὺ δὲν εἶ­σαι Τοῦρ­κος, μέ­γας ἀ­φέν­της θὰ γί­νο­σουν.

       — »Ἂν γέ­νω Τοῦρ­κος, θὰ μὲ σου­νε­τέ­ψουν;(1)

       — »Βέ­βαι­α.

       — »Ἐ­μᾶς ὅ­ταν μᾶς βα­πτί­ζουν, μᾶς κό­βουν ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς μας τρί­χες καὶ ταῖς βά­ζουν εἰς τὸ εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἂν γί­νω Τοῦρ­κος, εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον θὰ μὲ τρα­βοῦν ὁ Χρι­στὸς ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ καὶ ὁ Μω­ά­μεθ ἀ­πὸ τὴν <ψωλή> καὶ δὲν θέ­λω νὰ βά­λω εἰς πα­ρό­μοι­α δι­α­φο­ρὰ δύ­ο τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»


(1) σουνέτι· περιτομή.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρώ­νης» σ. 278 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 185-186 [Τίτλος: «367.— Δυ­ὸ τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»].

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: «Ἑ­στι­α­τό­ριον ὁ Παρ­θε­νών»



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


«Ἑ­στι­α­τό­ριον ὁ Παρ­θε­νών»

[τοῦ Δημητρίου Καλλέργη]


ΠΟ ΤΗ ΓΑΛΛΟ-ΑΓΓΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ τοῦ Πει­ραι­ᾶ στὰ 1855-6, ποὺ κα­τώρ­θω­σε τέ­λος τὸ νέ­ο ὑ­πουρ­γεῖ­ο Μαυ­ρο­κορ­δά­του νὰ τὴν ξε­κολ­λή­σῃ καὶ νὰ τὴ στεί­λῃ ἀ­πὸ ‘­κεῖ ποὺ ἦρ­θε, πολ­λὲς προ­σβο­λὲς ὑ­πό­φε­ρε καὶ τὸ Πα­λά­τι καὶ ἡ Κυ­βέρ­νη­ση καὶ ἡ κοι­νω­νί­α στὴν πρω­τεύ­ου­σα. Οἱ κα­βαλ­λα­ραῖ­οι Φραν­τσέ­ζοι κά­να­νε τὴν ξαφ­νι­κὴ πα­ρου­σί­α τους στὸ δη­μό­σιο πε­ρί­πα­το τοῦ Πο­λυ­γώ­νου μὲ τὰ πι­στό­λια στὸ χέ­ρι, καὶ οἱ κυ­ρά­δες μα­ζεῦ­αν τὰ φου­στά­νια τους, καὶ δός του δρό­μο. Οἱ πα­λη­κα­ρά­δες πιά­ναν ὅ­ποι­ο­νε βρί­σκα­νε φου­στα­νελ­λᾶ καὶ τὸν προ­σφω­νού­σα­νε προ­κλη­τι­κὰ μὲ τὸ «κα­πε­τὰν Κλε­φτής». Στὴν πλα­τεῖ­α τοῦ Πα­λα­τιοῦ ξε­πε­ζεῦ­αν ἐ­πι­δει­χτι­κὰ καὶ κα­του­ροῦ­σαν κα­τὰ τὸ Πα­λά­τι.

       Ἡ νέ­α Κυ­βέρ­νη­ση, μ’ ὅ­λες τὴς βρι­σι­ὲς καὶ κα­τη­γό­ρι­ες ποὺ δε­χό­ταν κα­θη­με­ρι­νὰ ἀ­πὸ τοὺς κα­θα­ροὺς πα­τρι­ῶ­τες ποὺ βρί­σκον­ται μο­νά­χα στὴν ἀν­τι­πο­λί­τε­ψη, ὑ­πό­φε­ρε πο­λὺ ὡς ποὺ νὰ μα­λα­κώ­σῃ τὴν ὁρ­μὴ τοῦ σκαι­οῦ Γάλ­λου, αὐ­τοῦ μά­λι­στα. Με­τα­ξὺ στρα­τοῦ Κα­το­χῆς καὶ Ἑλ­λην. στρα­τοῦ τὰ πρά­μα­τα ἦ­ταν πο­λὺ ἄ­σκη­μα.

     Ἔ­τσι ὁ νέ­ος ὑ­πουρ­γὸς τῶν Στρα­τι­ω­τι­κῶν, ὁ Δ. Καλ­λέρ­γης, φι­λό­γαλ­λος, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φέ­ρῃ κά­ποι­α για­τρειὰ στὸ κα­κό· ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δώ­σῃ γεῦ­μα ἐ­πί­ση­μο συ­να­δελ­φι­κὸ στοὺς Ἀγ­γλο-Γάλ­λους. Καὶ τὄ­δω­σε, ποῦ; Μέ­σα στὸ ἱ­ε­ρὸ δά­πε­δο τοῦ Παρ­θε­νῶ­να.

     «Τὸ πα­ραγ­γελ­θὲν συμ­πό­σιον τοῦ στρα­τη­γοῦ Καλ­λέρ­γη ἐ­γέ­νε­το χθὲς εἰς τὴν Ἀ­κρό­πο­λιν δι’ ὅ­λης τῆς ἐ­πι­ση­μό­τη­τος. Οἱ συν­δαι­τυ­μό­νες ἦ­σαν ἕ­ως 250, ὧν οἱ πλεῖ­στοι ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τοῦ ἐν Πει­ραι­εῖ Γαλ­λι­κοῦ καὶ Ἀγ­γλι­κοῦ στρα­τοῦ. Τὸ γεῦ­μα ἤρ­ξα­το ἀ­κρι­βῶς τὴν τε­τάρ­την ὥ­ραν καὶ ἐ­τε­λεί­ω­σε τὴν δε­κά­την ὥ­ραν τῆς νυ­κτός, παι­α­νι­ζού­σης τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς Μου­σι­κῆς. Πο­τὲ συμ­πό­σιον δὲν ἐ­γέ­νε­το διὰ με­γα­λει­τέ­ρας εὐ­τα­ξί­ας καὶ ἡ­συ­χί­ας. Τὰ φα­γη­τά, οἱ οἶ­νοι, τὰ γλυ­κί­σμα­τα, ἐν ἑ­νὶ λό­γῳ ἅ­παν­τα τὰ ἐ­δέ­σμα­τα ὑ­πῆρ­χον ἐ­κλε­κτὰ καὶ σπά­νια. Ὁ στρα­τη­γὸς Δ. Καλ­λέρ­γης φέ­ρων τὴν ἐ­πί­ση­μόν του στο­λὴν ἐ­κά­θη­το ἐν τῷ μέ­σῳ, καὶ πε­ρὶ αὐ­τὸν ἅ­πα­σα ἡ χο­ρεί­α τῶν προ­σκε­κλη­μέ­νων. Οὐ­δεὶς τῶν ὑ­πουρ­γῶν ἢ ἄλ­λων πο­λι­τι­κῶν ὑ­πῆρ­χε προ­σκε­κλη­μέ­νος, καὶ ὁ λό­γος φυ­σι­κός, δι­ό­τι τὸ συ­μό­σιον ἦ­το στρα­τι­ω­τι­κόν. Ἀλ­λὰ πα­ρευ­ρέ­θη­σαν εἰς αὐ­τὸ ὁ πρέ­σβυς τῆς Ἀγ­γλί­ας με­τὰ τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας του, ὁ ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν, ὁ νο­μάρ­χης Ἀτ­τι­κῆς καὶ Βοι[ω]τί­ας, ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς τῆς Δι­οι­κη­τι­κῆς Ἀ­στυ­νο­μί­ας Ἀ­θη­νῶν καὶ Πει­ραι­ῶς, ὁ γραμ­μα­τεὺς τῆς Νο­μαρ­χί­ας καὶ δι­ά­φο­ροι ἄλ­λοι ἐ­πί­ση­μοι πο­λῖ­ται με­τὰ τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν των. Ἡ Δη­μαρ­χί­α προ­σή­νεγ­κε 1000 ὀ­κά­δας δᾳ­δί­ου διὰ φα­νούς, οἵ­τι­νες τὴν νύ­κτα ἐ­φώ­τι­ζον ἅ­πα­σαν τὴν πό­λιν τοῦ Κέ­κρο­πος. Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαί­α δὲ ἀ­πὸ πρω­ΐ­ας ἐ­κυ­μά­τι­ζεν ἐ­πὶ τοῦ Παρ­θε­νῶ­νος. Μὲ εὐ­χα­ρί­στη­σίν μας δὲ εἴ­δο­μεν ὅ­τι διὰ τοῦ συμ­πο­σί­ου τού­του οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τοῦ ἡ­με­τέ­ρου στρα­τοῦ συ­να­δελ­φώ­θη­σαν στε­νώ­τα­τα με­τὰ τῶν Ἀγ­γλο-Γάλ­λων ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν, με­θ’ ὧν κα­τῆλ­θον εἰς τὴν πό­λιν καὶ συν­δι­ε­σκέ­δα­σαν εἰς τὰ καφ­φε­νεῖ­α τῆς Πρω­τευ­ού­σης.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ἀ­θη­νᾶ» 11 Ἰ­ουν. 1854.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 112. [Τίτλος: «220.— «Ἑ­στι­α­τό­ριον ὁ Παρ­θε­νών».].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Δημήτριος Καλλέργης (1803-1867). Φωτογραφία τοῦ André-A­dol­phe-Eu­gène Disdéri (1819-1890) στὸ Παρίσι τὸ 1865.



		

	

Ἀντώνης Μπαλασόπουλος: Μιὰ σχέση


Ἀν­τώ­νης Μπα­λα­σό­που­λος


Μιὰ Σχέ­ση


ΧΩ ΕΝΑ ΖΩΟ ποὺ τὸ γέν­νη­σα ἐ­γώ, μὴ μὲ ρω­τᾶ­τε πῶς. Ξέ­ρω ὅ­τι εἶ­ναι βι­ο­λο­γι­κὰ ἀ­δύ­να­το, καὶ ὄ­χι μό­νο γιὰ ἕ­ναν ἀλ­λὰ γιὰ δύ­ο δι­α­κρι­τοὺς λό­γους. Τί τὰ θέ­λε­τε ὅ­μως, οἱ λό­γοι δὲν βο­η­θοῦν ἀ­πέ­ναν­τι στὰ δε­δο­μέ­να, καὶ τὸ ζῶ­ο τὸ γέν­νη­σα μιὰ μέ­ρα ποὺ κά­νω ὅ,τι συ­νή­θως, δη­λα­δὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ μου, χω­ρὶς νὰ μὲ νοιά­ζουν οἱ συ­νέ­πει­ες. Ἁ­πλὰ τὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη μέ­ρα, καὶ ἀ­κρι­βέ­στε­ρα, γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες στὴ σει­ρά, ἔ­κα­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ,τι συ­νή­θως τοῦ κε­φα­λιοῦ μου. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ, πα­ρα­δό­θη­κα ἀ­μα­χη­τὶ σὲ μιὰ δύ­να­μη ἀ­πο­πλά­νη­σης τό­σο ἀ­κα­τα­μά­χη­τη (ἔ­τσι φαι­νό­ταν του­λά­χι­στον στὸ χρο­νι­κὸ ἐ­κεῖ­νο δι­ά­στη­μα κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἑ­νέ­δι­δα, καὶ μά­λι­στα κα­τὰ συρ­ρο­ή, στὶς ὀ­ρέ­ξεις της), ποὺ μὲ ἄ­φη­σε γκα­στρω­μέ­νο καὶ μὲ πο­νο­κέ­φα­λο καὶ μὲ ἕ­να ἄλ­λο συ­ναί­σθη­μα, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἔ­χω κα­τα­φέ­ρει νὰ βρῶ ὄ­νο­μα. Οὔ­τε γιὰ τὸ ζῶ­ο μου κα­τά­φε­ρα νὰ βρῶ. Καὶ ἔ­τσι, τὸ ὄ­νο­μά του εἶ­ναι ἁ­πλά «τὸ ζῶ­ο». Ὅ­σο γιὰ τὸ συ­ναί­σθη­μα ποὺ συν­δέ­ε­ται μὲ τὸ ζῶ­ο τό­σο στε­νὰ ὥ­στε νὰ εἶ­ναι, τρό­πον τι­νά, τὸ πε­τσί του, ἐ­πί­σης δὲν ἔ­χει ὄ­νο­μα, ἔ­χω ὅ­μως νὰ πῶ σχε­τι­κά τὰ ἑ­ξῆς: ἐ­νῶ τὸ ζῶ­ο, πα­ρά­ξε­νο πράγ­μα, μὲ ἀ­γα­πᾶ πο­λὺ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ὡς πα­τέ­ρα καὶ μη­τέ­ρα του μα­ζί, ἐ­γὼ δὲν τὸ ἀ­γα­πῶ κα­θό­λου. Ἢ μᾶλ­λον, τὸ ἀ­γα­πῶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ τὸ δεί­χνω. Κά­τι μὲ ἐμ­πο­δί­ζει. Ἴ­σως τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα ζῶ­α, εἶ­ναι ἀ­δέ­ξιο. Εἶ­ναι ἤ­δη ἑ­νὸς ἔ­τους καὶ συ­νε­χί­ζει νὰ κου­τρου­βα­λᾶ δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ χω­ρὶς ἱ­κα­νό­τη­τα ἰ­σορ­ρο­πί­ας, νὰ πέ­φτει ἄ­τσα­λα καὶ νὰ στραμ­που­λά­ει τὰ πό­δια του ὅ­ταν πη­δά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὰ ἔ­πι­πλα, νὰ τρώ­ει τὰ μοῦ­τρα του στὸ χῶ­μα ὅ­ταν κυ­νη­γά­ει ἄλ­λα ζῶα, τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ξέ­ρω ἂν τὸ γνω­ρί­ζουν κὰν σὰν ζῶ­ο, πάν­τως κα­μί­α δὲν τοῦ δί­νουν ση­μα­σί­α. Γιὰ νὰ τοῦ δεί­ξω λοι­πὸν κι ἐ­γὼ ὅ­τι δι­ό­λου δὲν τὸ ἀ­γα­πῶ, τὸ δι­ώ­χνω συ­νέ­χεια ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, παίρ­νω τὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ τὸ ἐγ­κα­τα­λεί­πω ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, ὅ­που ὅ­λα τὰ ἐν­δε­χό­με­να γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χὴ του εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὰ (φό­λα; βα­σα­νι­σμός; θαλ­πω­ρή; ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἀ­πὸ ἄλ­λα ζῶ­α;) καὶ τὸ πε­ρι­μέ­νω νὰ γυ­ρί­σει πί­σω καὶ νὰ μοῦ πεῖ τί εἶ­δε καὶ τί ἔ­νι­ω­σε, δη­λα­δὴ ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς νὰ μοῦ τὸ πεῖ, ἐ­πει­δὴ δὲ μι­λά­ει, καὶ οὔ­τε ξέ­ρει νὰ μι­λή­σει, ἀλ­λὰ νὰ μοῦ τὸ δεί­ξει, στὶς πλη­γὲς καὶ στὶς χα­ρές του, στὸ ἂν ἔ­χει ἀ­πο­κτή­σει πά­νω του μιὰ μυ­ρω­διὰ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στη καὶ μα­κρι­νὴ ἢ ἂν ἀν­τί­θε­τα, μυ­ρί­ζει νο­σταλ­γί­α γιὰ μέ­να, ἀ­να­σφά­λεια, ἀ­νάγ­κη γιὰ χά­δια καὶ ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲν ἐ­πι­τρέ­πω στὸν ἑ­αυ­τό μου οὔ­τε τώ­ρα τὶς δι­α­χυ­τι­κό­τη­τες, τοῦ βά­ζω λί­γο φαΐ σὲ ἕ­να μπὸλ καὶ με­τὰ τὸ ξα­να­δι­ώ­χνω. Καὶ τί ἔ­χει πε­ρά­σει κι ἔ­χει ἀ­κό­μα νὰ πε­ρά­σει κον­τά μου αὐ­τὸ τὸ ζῶ­ο!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Μπα­λα­σό­που­λος. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης (πτυ­χί­ο) καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μιν­νε­σό­τα, στὶς ΗΠΑ (μά­στερ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Τμῆ­μα Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Βι­βλί­α του: Ἀ­π’ τὸ μά­τι τῆς βε­λό­νας. Ἀρ­χεῖ­ο ἐλ­λει­πτι­κῶν πα­ρορ­μή­σε­ων (ἐ­κτὸς ἐμ­πο­ρί­ου, Ἀ­θή­να, Galerie Astra, 2010), Τὸ βι­βλί­ο τῶν μι­κρῶν Συλ­λο­γι­σμῶν (Ἀ­θή­να, Galerie Astra, 2011), Πολ­λα­πλό­τη­τες τοῦ Μη­δε­νὸς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, Σαιξ­πη­ρι­κόν, 2020).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα

Μαρτυρία μιᾶς νεοελληνικῆς διαστροφῆς

[τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη]


ΤΑ 1825 ἡ Κυ­βέρ­νη­ση γιὰ νὰ πε­ρι­ποι­η­θῇ τοὺς ἄ­τα­χτους κα­πε­τα­ναί­ους ποὺ τοὺς χρει­α­ζό­τα­νε πο­λὺ γιὰ νὰ χτυ­πή­σῃ τοὺς ἐ­χτρούς της, μοί­ρα­ζε μὲ τὴ φού­χτα τοὺς προ­βι­βα­σμούς, ἀν­τι­στρά­τη­γους καὶ τέ­τοι­α.

       Ὁ Κω­λέ­της τό­τε, τὸ δε­ξὶ χέ­ρι τῆς κυ­βέρ­νη­σης, ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν, εἶ­πε σ’ ἕ­ναν ξέ­νο ποὺ τοῦ πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο αὐ­τὸ ἤ­τα­νε κα­κό.

       — Τί νὰ κά­νου­με; Ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με γρό­σια, μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Emerson, A picture of Greece in 1825. London, 1826, Β´ σ. 260.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. ­νέκ­δο­ταΓνω­μι­κάΠε­ρί­ερ­γα­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 16-17 [Τίτλος: «28.—Μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.