Ἄννα Στρούλια: Ἡ Ξένη


Ἄν­να Στρού­λια


H Ξέ­νη


ΝΑ ΠΡΩΙ ξύ­πνη­σα καὶ δὲν θυ­μό­μουν τί­πο­τα. Εἶ­χα μό­λις ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια μου, καὶ πρὶν προ­λά­βω ν’ ἀ­να­ρω­τη­θῶ ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἄ­γνω­στο δω­μά­τιο καὶ πῶς βρέ­θη­κα ἐ­κεῖ, ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε καὶ μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζα μιὰ ἀ­να­μαλ­λι­α­σμέ­νη Κυ­ρί­α —τὰ ροῦ­χα της ἦ­ταν ἔ­τσι βαλ­μέ­να ποὺ δὲν κα­τα­λά­βαι­νες ἂν μ’ αὐ­τὰ εἶ­χε κοι­μη­θεῖ ἢ ἦ­ταν ντυ­μέ­νη γιὰ ἔ­ξω— ἡ ὁ­ποί­α, μὲ ἐκ­πλη­κτι­κὴ βε­βαι­ό­τη­τα, μοῦ εἶ­πε νευ­ρι­α­σμέ­να: «Σή­κω γρή­γο­ρα, Ἄν­να! Τί κά­νεις; Θ’ ἀρ­γή­σεις.»

        Πρὶν προ­λά­βω κὰν ν’ ἀν­τι­δρά­σω, εἶ­χε βρον­τή­ξει τὴν πόρ­τα πί­σω της κι εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ἐ­γὼ ὅ­μως εἶ­χα ἤ­δη λά­βει τὴν πρώ­τη πλη­ρο­φο­ρί­α γιὰ τὸ ἄ­το­μό μου, ὅ­τι δη­λα­δὴ μὲ λέ­νε Ἄν­να, καὶ ὅ­τι γιὰ κά­ποι­ο λό­γο πρέ­πει νὰ βια­στῶ. Αὐ­τὸ τὸ δεύ­τε­ρο μοῦ δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ κά­ποι­α δυ­σφο­ρί­α. Θὰ προ­τι­μοῦ­σα νὰ εἶ­χα τὸν χρό­νο νὰ πε­ρι­ερ­γα­στῶ τὸ δω­μά­τιο.

        Ἔ­τσι ὅ­πως ἦρ­θαν τὰ πράγ­μα­τα, δὲν εἶ­χα χρό­νο γιὰ πολ­λὰ-πολ­λά. Ση­κώ­θη­κα γρή­γο­ρα, ἔ­ρι­ξα μιὰ κλε­φτὴ μα­τιὰ στὸν κα­θρέ­φτη, κι ἄ­νοι­ξα τὴ ντου­λά­πα γιὰ νὰ ντυ­θῶ. Φό­ρε­σα μιὰ μπλού­ζα κι ἕ­να παν­τε­λό­νι, πῆ­ρα καὶ ἕ­να παλ­τὸ κι ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα.

        Πρὶν ἀ­κό­μη προ­λά­βω νὰ φτά­σω στὸ κε­φα­λό­σκα­λο, ἡ ἴ­δια Κυ­ρί­α πε­τά­χτη­κε ἀ­π’ τ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ καί, πάν­το­τε φου­ρι­ό­ζα, δί­χως στιγ­μὴ νὰ στα­μα­τή­σει, μοῦ φώ­να­ξε: «Τί νὰ σοῦ ἔ­χω γιὰ με­ση­μέ­ρι; Καὶ μὴ δι­α­νο­η­θεῖς νὰ κά­τσεις μὲ τὶς ὧ­ρες, ὁ για­τρὸς τὸ εἶ­πε: Πρέ­πει νὰ ξε­κου­ρά­ζε­σαι.» Ἡ φω­νή της ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ τὰ δε­ξιά μου τώ­ρα.


Ἤ­μουν πλέ­ον στὸν πά­νω ὄ­ρο­φο. Τζα­μα­ρί­ες παν­τοῦ καὶ μπρο­στά μου ἕ­νας κα­να­πὲς μὲ τὸ τρα­πε­ζά­κι – τὸ κα­θι­στι­κό. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα γιὰ λί­γο ἂν πρέ­πει νὰ πά­ω ἀ­ρι­στε­ρὰ ἢ δε­ξιά, πά­λι ὅ­μως ἤ­ξε­ρα πὼς ἀ­ρι­στε­ρὰ εἶ­ναι ἡ κου­ζί­να, καὶ πὼς ἐ­γὼ πρέ­πει νὰ φύ­γω. Προ­χώ­ρη­σα λοι­πὸν στὰ δε­ξιὰ καί, δυ­ὸ-τρί­α βή­μα­τα με­τά, βρέ­θη­κα σ’ ἕ­να τε­ρά­στιο σα­λό­νι: Ἐμ­πρὸς ἡ τρα­πε­ζα­ρί­α, στὸ βά­θος δυ­ὸ κα­να­πέ­δες καὶ πέ­ρα, στὴν ἄ­κρα ἀ­ρι­στε­ρά, ἕ­να πιά­νο. Δί­πλα του ἡ μπαλ­κο­νό­πορ­τα καὶ πα­ρα­δί­πλα μιὰ πόρ­τα, ἡ ἔ­ξο­δος. «Τί κρί­μα», σκέ­φτη­κα, «ποὺ δὲν ἔ­χω τὸν χρό­νο νὰ μά­θω ἂν ξέ­ρω πιά­νο. Καὶ τὸ χει­ρό­τε­ρο νὰ μὴν ξέ­ρω για­τί βι­ά­ζο­μαι». Ἡ Κυ­ρί­α, βέ­βαι­α, δὲ φαι­νό­ταν που­θε­νά. «Στὴ βε­ράν­τα θὰ εἶ­ναι μᾶλ­λον» σκέ­φτη­κα, «ἀλ­λά, ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, δὲν μπο­ρῶ νὰ τὸ ρι­σκά­ρω. Ἄς φύ­γω, τώ­ρα ποὺ προ­λα­βαί­νω».

        Προ­χώ­ρη­σα ἴ­σια στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα καί, πρὶν τὴν ἀ­νοί­ξω, κον­το­στά­θη­κα καὶ φώ­να­ξα «Φεύ­γω», χω­ρὶς νὰ πά­ρω ἀ­πάν­τη­ση. Μπῆ­κα στὸ ἀ­σαν­σὲρ καὶ πά­τη­σα τὸ κουμ­πὶ τοῦ ἰ­σο­γεί­ου.

        Τέ­ταρ­τος ὄ­ρο­φος. «Ἄ­ρα ἤ­μουν στὸν πέμ­πτο». Κα­θὼς οἱ ὄ­ρο­φοι κα­τέ­βαι­ναν, σκέ­φτη­κα: «Καὶ τί χαί­ρο­μαι ποὺ ξέ­φυ­γα, ἀ­φοῦ δὲν ξέ­ρω ἀ­πὸ τί; Καὶ ποῦ θὰ πά­ω τώ­ρα;… Για­τί φεύ­γω;… Δὲν ξέ­ρω για­τί, ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ γυ­ρί­σω… Ἀ­φοῦ μὲ πε­ρι­μέ­νουν…»

        Ἀ­πὸ τὸ ἀ­σαν­σὲρ βγῆ­κα στὸν δι­ά­δρο­μό τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, καὶ ἔ­ψα­ξα τὶς τσέ­πες μου. Οὔ­τε χαρ­τιά, οὔ­τε λε­φτά, οὔ­τε τί­πο­τα Δὲν ἤ­ξε­ρα κὰν σὲ ποι­ά πό­λη καὶ σὲ ποι­ά χώ­ρα βρί­σκο­μαι. Τὸ ἀ­πο­φά­σι­σα. «Θὰ γυ­ρί­σω πί­σω καὶ θὰ ρω­τή­σω.»

        Μπῆ­κα στὸ ἀ­σαν­σὲρ καὶ πά­τη­σα τὸ κουμ­πὶ τοῦ πέμ­πτου. Κα­θὼς ἀ­νέ­βαι­να ἔ­νι­ω­θα ἀ­μή­χα­να. Ντρε­πό­μουν νὰ ἐ­νο­χλή­σω πά­λι αὐ­τὴν τὴν πο­λυ­ά­σχο­λη Κυ­ρί­α, ποὺ τό­σο ἀ­γω­νι­οῦ­σε μὴν ἀρ­γή­σω. Δὲν εἶ­χα ὅ­μως ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή.


Ἤ­μου­να πιὰ μπρο­στὰ στὴ μί­α καὶ μο­να­δι­κὴ πόρ­τα τοῦ πέμ­πτου. Οὔ­τε ὄ­νο­μα, οὔ­τε μα­τά­κι – τί­πο­τα, μό­νο το κου­δού­νι. Τὸ χτύ­πη­σα, καὶ πε­ρί­με­να. Δευ­τε­ρό­λε­πτα με­τὰ ἀ­κού­στη­καν βι­α­στι­κὰ βή­μα­τα, κι ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε. Μπῆ­κα καὶ εἶ­δα τὴν πλά­τη τῆς Κυ­ρί­ας ν’ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται βι­α­στι­κά, τρέ­χον­τας σχε­δόν. Φο­βή­θη­κα ὅ­τι πά­λι θὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. «Ἐ­ε­ε­ε­ε…», εἶ­πα, τρέ­χον­τας κι ἐ­γὼ πί­σω της.

        «Για­τί γύ­ρι­σες;», μοῦ φώ­να­ξε δί­χως νὰ στα­μα­τή­σει. Ἤ­μα­σταν ἤ­δη στὸ κα­θι­στι­κὸ καὶ τρέ­χα­με πρὸς τὴν κου­ζί­να. «Μι­σὸ λε­πτό», τῆς φώ­να­ξα, κι ἀ­μέ­σως ντρά­πη­κα. «Πο­λὺ δυ­να­τὰ τὸ εἶ­πα», σκέ­φτη­κα, καὶ αἰ­σθα­νό­μουν χει­ρό­τε­ρα ἀ­πὸ πρίν. Κον­το­στά­θη­κε, γύ­ρι­σε πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ μὲ κοί­τα­ξε. Τὰ μά­τια της ἦ­ταν κοκ­κι­νι­σμέ­να καὶ γυ­ά­λι­ζαν. «Τί ἔ­γι­νε πά­λι; Τί ξέ­χα­σες;», μοῦ εἶ­πε θυ­μω­μέ­να, καὶ φαι­νό­ταν ἕ­τοι­μη πά­λι νὰ φύ­γει. Ξε­ρο­κα­τά­πια. «Συγ­γνώ­μη», τῆς εἶ­πα κομ­πι­ά­ζον­τας, «Ποι­ὰ εἶ­σαι;».

        Χα­μή­λω­σε τὰ μά­τια καὶ με­μιᾶς σω­ρι­ά­στη­κε στὴν πο­λυ­θρό­να. Γιὰ λί­γο ἔ­μοια­ζε νὰ ἠ­ρε­μεῖ. Μό­νο γιὰ λί­γο. Ὕ­στε­ρα ξα­να­θύ­μω­σε, καὶ μοῦ φώ­να­ξε νευ­ρι­α­σμέ­νη: «Δὲν νο­μί­ζεις ὅ­τι πα­ρα­τρά­βη­ξε αὐ­τό; ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ! ΦΤΑ-ΝΕΙ! Πρέ­πει νὰ ξε­χά­σεις κά­ποι­α στιγ­μὴ καὶ νὰ προ­χω­ρή­σεις. Πές, ρὲ παι­δί μου, ὅ­τι ξυ­πνᾶς μιὰ μέ­ρα καὶ τὰ ἔ­χεις ἀ­φή­σει ὅ­λα πί­σω. Πὲς ὅ­τι μιὰ μέ­ρα ξυ­πνᾶς, καὶ δὲν θυ­μᾶ­σαι τί­πο­τα.»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄν­να Στρού­λια (Βό­λος, 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη (ΑΠΘ), Γλωσ­σο­λο­γί­α (ΜΑ, Paris 8) καὶ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α τῆς Ἐκ­παί­δευ­σης στὸ Πα­ρί­σι (ΜΑ, Paris 5), Ἐ­πι­μέ­λεια Κει­μέ­νων (ΜΙΕΤ) καὶ Κα­λὲς Τέ­χνες στὴν Ἀ­θή­να (MA, ΑΣΚΤ), ὅ­που ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται. Ἔρ­γα της ἔ­χουν ἐ­κτε­θεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


Βενετία Κουτσοῦ: Καπέλο μελὸν στὸ Σηκουάνα


Βε­νε­τί­α Κου­τσοῦ


Κα­πέ­λο με­λὸν στὸν Ση­κουά­να


 ΕΜΜΟΝΗ ΜΟΥ μὲ τὸν Ρίλ­κε ξε­κί­νη­σε ἕ­να τυ­χαῖ­ο πρω­ὶ πρὶν χρό­νια. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ἀ­πὸ πάν­τα, ὁ κό­σμος μου πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στὸ τε­τρά­γω­νο ποὺ σχη­μα­τί­ζουν ἡ ὁ­δὸς Μὸνζ μὲ τὶς λε­ω­φό­ρους Σὲν Ζερ­μαίν, Ρα­σπά­ιγ καὶ Μον­παρ­νάς. Τὸ πάν­τα εἶ­ναι τὸ τώ­ρα. Πάν­τα καὶ τώ­ρα ἀ­νε­βαί­νω τὸ πλα­κό­στρω­τό τῆς Μου­φτὰρ σχε­δὸν πα­τών­τας πά­νω στὰ χτε­σι­νά μου βή­μα­τα. Πά­νω τους μπο­ρῶ νὰ πι­σω­πα­τή­σω μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­κρί­βεια. Στὴν ἀ­νά­μνη­ση τῆς παι­δι­κῆς μου εἰ­κό­νας, εἶ­μαι ἀ­πα­ράλ­λα­χτος μὲ τώ­ρα, ὅ­πως καὶ ἡ εἰ­κό­να τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Φο­ρῶ τὸ ἴ­διο κα­φὲ παλ­τὸ καὶ τὸ ἴ­διο μπε­ρέ. Τὸ νὰ εἶ­σαι μιὰ κα­ρι­κα­τού­ρα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ση­μαί­νει κά­τι γιὰ κά­ποι­ον, ἕ­ναν καλ­λι­τέ­χνη ἄς ποῦ­με, ἢ καὶ τί­πο­τε.

        Ὁ Πι­ὲρ εἶ­ναι ἕ­να μο­νό­χνο­το ἀ­γό­ρι μὲ κα­φὲ παλ­του­δά­κι ποὺ δι­α­βά­ζει δια­ρκῶς τὸ ἴ­διο βι­βλί­ο· γρά­φει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο τοῦ πα­τέ­ρα μου. Θὰ γί­νει μᾶλ­λον κα­θη­γη­τής. Εἶ­μαι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νος στὴν εἰ­κό­να μου ἀ­πὸ πάν­τα. Ὅ­λη ἡ δρά­ση τῆς ζω­ῆς μου δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται μὲ αὐ­τὴ τὴν ἴ­δια ὄ­ψη. Πῶς ὅ­μως ἀλ­λά­ζει ἡ ὄ­ψη κά­ποι­ου ὅ­ταν αὐ­τὸ ποὺ κου­βα­λά­ει μέ­σα του πα­ρα­μέ­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το μὲ ἀ­κρί­βεια χη­μι­κῆς ἕ­νω­σης;

        «Ὁ Ρίλ­κε ἦ­ταν ἕ­να σι­ω­πη­λό, σο­βα­ρὸ ἀ­γό­ρι μὲ πλῆ­θος χα­ρί­σμα­τα» γρά­φει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ βι­βλί­ου μου. Θὰ περ­πα­τή­σω ὡς τοὺς μπου­κι­νί­στες τοῦ Ση­κουά­να γιὰ ν’ ἀ­πο­κτή­σω τὸ ἴ­διο βι­βλί­ο ποὺ συλ­λέ­γω χρό­νια τώ­ρα.

        Πλη­σιά­ζω τὸ πο­τά­μι με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λοὺς μῆ­νες. Ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι βρί­σκε­ται πάν­τα ἐ­κεῖ μὲ κα­θη­συ­χά­ζει τό­σο, ὥ­στε νὰ μὴ χρεια­στεῖ νὰ τὸ δῶ ξα­νὰ ὣς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μου. Μπρο­στὰ στοὺς πάγ­κους τῶν βι­βλί­ων στέ­κε­ται ἕ­νας ψη­λὸς ὡ­ραῖ­ος ἄν­τρας μὲ κα­πέ­λο με­λόν. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ἂν τὸ κα­πέ­λο ὀ­μορ­φαί­νει ἐ­κεῖ­νον ἢ τὸ ἀν­τί­στρο­φο, πάν­τως συ­νυ­πάρ­χουν ἀ­νε­ξάρ­τη­τα, μπο­ρεῖ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ τὸ κα­πέ­λο νὰ πε­τά­ξει ἐ­λεύ­θε­ρο κι ἐ­κεῖ­νος νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ χω­ρὶς πρό­βλη­μα. Σί­γου­ρα ἔ­χουν μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη σχέ­ση. Αὐ­τὴ ἡ ἔν­νοι­α συ­ζη­τι­έ­ται πο­λὺ στὸν κύ­κλο μου. Μί­α τρο­με­ρὴ ἀν­τί­φα­ση. Ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ σχέ­ση. Ἴ­σως ἂν δὲν ἤ­μουν τό­σο κολ­λη­μέ­νος στὰ νο­ή­μα­τα τῶν λέ­ξε­ων νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ συμ­βι­βα­στῶ μὲ εὑ­ρη­μα­τι­κοὺς συν­δυα­σμούς, ποὺ ἐ­πι­νο­οῦν νέ­ες συμ­βά­σεις ζω­ῆς. Ἡ ἐ­πι­νό­η­ση εἶ­ναι ἕ­να τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ τρίκ, μιὰ πα­ρά­φρα­ση τῆς ἀ­λή­θειας. Ἕ­να κα­πέ­λο με­λὸν στὰ νε­ρὰ τοῦ Ση­κουά­να.

        Ὁ πω­λη­τὴς βι­βλί­ων μὲ βλέ­πει ποὺ πα­ρα­τη­ρῶ τὸν πε­λά­τη του. «Εἶ­ναι για­τρός», μοῦ λέ­ει. «Τί θὰ κά­να­με ἀ­λή­θεια χω­ρὶς τοὺς για­τρούς;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Δὲν ξέ­ρω ἂν κι ἐ­κεῖ­νος, ὅ­πως ἐ­γώ, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι πράγ­μα­τι ἂν ἔ­λει­παν οἱ πω­λη­τὲς βι­βλί­ων ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ ζω­ή, ἡ ζω­ὴ θὰ συ­νε­χί­ζον­ταν. Ὅ­πως ἄλ­λω­στε καὶ οἱ κα­θη­γη­τὲς λο­γο­τε­χνί­ας.

        Τὸ νό­η­μα τῆς ζω­ῆς μου εἶ­ναι μί­α φαν­τα­σί­ω­ση μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α του­λά­χι­στον θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πρω­τα­γω­νι­στῶ. Ἂν ὄ­χι, τό­τε κα­λύ­τε­ρα νὰ βγῶ ἀ­πὸ αὐ­τήν.

        O ἄν­δρας μπρο­στά μου πρω­τα­γω­νι­στεῖ σὲ κά­ποι­ον πί­να­κα τοῦ Μαγ­κρίτ. Αὐ­τὸς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ στὴν τέ­χνη, σί­γου­ρα ἔ­χει ὑ­πάρ­ξει. Ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης τοῦ Ση­κουά­να σί­γου­ρα θὰ ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ταν σὲ κά­ποι­ον πί­να­κα, ἑ­νὸς ἰμ­πρε­σι­ο­νι­στή. Ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς λο­γο­τε­χνί­ας, στὸν ἴ­διο πί­να­κα, θὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ταν στὰ χρώ­μα­τα τῶν βι­βλί­ων καὶ τοὺς ἰ­ρι­δι­σμοὺς τοῦ πο­τα­μοῦ.

        «Ὁ­ρί­στε τὸ βι­βλί­ο σας. Εἶ­ναι ἡ πιὸ πα­λιὰ ἔκ­δο­ση ποὺ βρῆ­κα.» Τὸ βά­ζω στὴν τσάν­τα. Γράμ­μα­τα σ’ ἕ­ναν νέ­ο ποι­η­τή. Τὸ ξέ­ρω ἀ­π’ ἔ­ξω. Σε­λί­δα 19: Ἂν ἴ­σως ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά σας, σᾶς φαί­νε­ται φτω­χή, μὴν τὴν κα­τα­φρο­νή­σε­τε. Κα­τα­φρο­νῆ­στε τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό σας, ποὺ δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ποι­η­τὴς καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­λέ­σει κον­τά του τὰ πλού­τη της.

        Θὰ τὸ δι­α­βά­σω στοὺς φοι­τη­τές μου, γνω­ρί­ζον­τας βέ­βαι­α ὅ­τι θὰ μπο­ρέ­σουν νὰ ζή­σουν καὶ χω­ρὶς αὐ­τό. Ἐ­πι­στρέ­φω στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου, στὸ στε­νὸ δρο­μά­κι τῆς Ἀμ­πὲ ντὲ λ’ ἐ­πέ. Ἐ­κεῖ θὰ συ­ναν­τή­σω τὸν χα­ρι­σμα­τι­κὸ νε­α­ρὸ Ρίλ­κε, κά­που στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20ου αἰ­ώ­να, στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ 2ου ὀ­ρό­φου, γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω ὅ­τι δὲ θὰ κα­τά­φερ­να πο­τὲ νὰ τὸν ἔ­χω φί­λο.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βε­νε­τί­α Κου­τσοῦ: Σπού­δα­σε στὴν Ἑλ­λά­δα Γαλ­λι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ, θε­α­τρο­λο­γί­α στὸ Πα­ρί­σι (πα­νε­πι­στή­μιο Sorbonne ΙΙΙ) καὶ Μό­δα στὴ Λυ­ὼν (πα­νε­πι­στή­μιο Lumiere-Lyon II). Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς σχε­διά­στρια καὶ σύμ­βου­λος μό­δας σὲ Ἑλ­λά­δα καὶ Γαλ­λί­α. Εἶ­ναι λέ­κτο­ρας στὸ τμῆ­μα δη­μι­ουρ­γι­κοῦ Σχε­δια­σμοῦ & Ἔν­δυ­σης τοῦ Δι­ε­θνοῦς Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Ἑλ­λά­δας. Ὡς μέ­λος τῆς ὁ­μά­δας PieTa σχε­δί­α­σε δρά­σεις ὅ­που το ἔν­δυ­μα με­τα­τρέ­πε­ται σὲ μέ­σο καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης καὶ δι­η­γεῖ­ται ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὴν ἄυ­λη πο­λι­τι­στι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά: Remaster your shirt-scan your Ego, Wear is Art, Ἐν­δυ­μα­το­γρα­φί­α: ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὸ τα­ξί­δι, Ὁ μύ­θος ἐν­δύ­ε­ται κ.α. Οἱ πα­ρα­πά­νω ἐκ­θέ­σεις ἔ­χουν φι­λο­ξε­νη­θεῖ σὲ μου­σεῖ­α τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει μι­κρὲς καὶ με­γά­λες ἱ­στο­ρί­ες. Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη.


Χαράλαμπος Κόκκινος: Ὁ κῆπος


Χα­ρά­λαμ­πος Κόκ­κι­νος


Ὁ κῆ­πος


ΟΥ ΕΙΧΑΝΕ ΜΙΛΗΣΕΙ γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρι­ο­χή. Γιὰ ἕ­ναν κῆ­πο δι­α­φο­ρε­τι­κό, μὲ πολ­λὰ μυ­στι­κά. Ἀ­φοῦ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε ἀρ­κε­τά, ἑ­στί­α­σε τὸν βη­μα­τι­σμό του πρὸς τὸ μέ­ρος του. Ὁ κῆ­πος βρι­σκό­ταν σὲ ἕ­να ξέ­φω­το, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο τοῦ χω­ριοῦ. Πέ­ρα­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν κεν­τρι­κή του εἴ­σο­δο. Στα­μά­τη­σε σὲ ἕ­να ἀ­δι­ά­φο­ρο, σχε­δὸν κρυ­φὸ καὶ ξε­χα­σμέ­νο, ση­μεῖ­ο, ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν κα­λύ­τε­ρα προ­φυ­λαγ­μέ­νος ἀ­πὸ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα βλέμ­μα­τα, καὶ ἔ­στη­σε αὐ­τί. Ἔ­πε­σε πά­νω σε ἕ­ναν καυ­γά. Ὁ παν­σὲς φώ­να­ζε στὴ γαρ­δέ­νια ποὺ δὲν τοῦ ἔ­δι­νε κα­μί­α ση­μα­σί­α. Ἡ γα­ρυ­φαλ­λιὰ καὶ τὸ γε­ρά­νι μπῆ­καν στὴ μέ­ση. Ὁ κα­τι­φὲς χα­μο­γε­λοῦ­σε συ­νω­μο­τι­κὰ στὸν χρυ­σάν­θε­μο. Τὸν προ­σκά­λε­σε στὸ παρ­τέ­ρι του. Ἐ­κεῖ­νος, πῆ­ρε μα­ζί του τὸν κυ­κλά­μι­νο καὶ ἀ­πο­δέ­χτη­κε τὴν πρό­σκλη­ση. Ὁ ἡ­λί­αν­θος βρῆ­κε εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­να­κτή­σει τὴν πρω­το­κα­θε­δρί­α. Πῆ­ρε τὸ μέ­ρος τῶν ἀ­δυ­νά­των, προ­σπα­θών­τας δῆ­θεν νὰ βά­λει μιὰ τά­ξη. Ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε. Στά­θη­κε κα­λύ­τε­ρα για­τί ἀ­δη­μο­νοῦ­σε νὰ πιά­σει κι ἄλ­λες τέ­τοι­ες στιγ­μές. Ἐ­δῶ, εἶ­χαν πά­ψει νὰ ἔ­χουν ἰ­σχὺ οἱ ἐ­πο­χές. Ὅ­λα συ­νέ­βαι­ναν μὲ μιὰ συ­νέ­χεια ἀ­στα­μά­τη­τη. Ἡ βι­ο­λέ­τα κα­θό­ταν μό­νη της σκε­πτι­κὴ καὶ βλο­συ­ρή. Ἡ ἴ­ρι­δα ἔ­παι­ζε μὲ τὰ χρώ­μα­τα καὶ προ­κα­λοῦ­σε τὸ σκυ­λά­κι ρί­χνον­τας στὰ μά­τια του χώ­μα­τα. Ἡ καμ­πα­νού­λα ἦ­ταν στε­νο­χω­ρη­μέ­νη για­τί δὲν ἦ­ταν Κυ­ρια­κὴ ἐ­νῶ ἡ μαρ­γα­ρί­τα προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σει. Ἡ πι­κρο­δάφ­νη μα­ζὶ μὲ τὸν με­νε­ξὲ ἄ­νοι­ξαν τὴν πόρ­τα καὶ τοῦ φώ­να­ξαν. Τοῦ πρό­σφε­ραν γλυ­κὸ τοῦ κου­τα­λιοῦ τρι­αν­τά­φυλ­λο καὶ ἕ­να πο­τή­ρι σπά­νιο ἀ­φέ­ψη­μα ἀ­πὸ μέν­τα, δυ­ό­σμο, ἀρ­μπα­ρό­ρι­ζα καὶ ἰ­βί­σκο γιὰ νὰ ξε­δι­ψά­σει. Ὁ καυ­γὰς εἶ­χε στα­μα­τή­σει καὶ ὁ χο­ρὸς ξε­κι­νοῦ­σε. Αἰ­σθα­νό­ταν ἀ­μή­χα­να ἀλ­λὰ μὲ ἕ­ναν πρω­τό­γνω­ρο τρό­πο ὑ­πέ­ρο­χα. Ἡ ὀρ­ταν­σί­α τοῦ ἔ­δω­σε τὸ χέ­ρι της. Χό­ρε­ψε μὲ τὴν ψυ­χή του. Εἶ­χε νυ­χτώ­σει καὶ τὰ λου­λού­δια εἶ­χαν κου­ρα­στεῖ. Κα­θὼς τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σαν ὁ μὴ μὲ λη­σμό­νει τοῦ ζή­τη­σε νὰ μὴν τοὺς προ­δώ­σει. Εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­μύ­θι. Τὸ ἄ­ρω­μα τῆς γι­α­σε­μὶ τὸν εἶ­χε με­θύ­σει καὶ νό­μι­σε ὅ­τι εἶ­δε τὸν νάρ­κισ­σο νὰ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρά­λαμ­πος Κόκ­κι­νος (Πε­ρι­στέ­ρι, 1966). Σπού­δα­σε μη­χα­νι­κὸς στὸ ΕΜΠ, ὅ­που καὶ ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε δι­δά­κτο­ρας. Ἐρ­γά­στη­κε στὸν το­μέ­α τῆς Ἐκ­παί­δευ­σης Ἐ­νη­λί­κων, δι­δά­σκον­τας γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­χε τὴν εὐ­θύ­νη σχε­δια­σμοῦ καὶ ὑ­λο­ποί­η­σης προ­γραμ­μά­των ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς κα­τάρ­τι­σης. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά «Ρεύ­μα­τα», «Ὁ­δὸς Πα­νός», «Fractal», «Eyelands», «Ὁ Πο­λί­της», «Δευ­κα­λί­ων», «International Journal of Humanities», «Synesis», «Open Journal of Philosophy» κ.ἄ. Πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἁ­πλὴ Με­τά­βα­ση (Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, 2021). Ἐ­πί­σης, Ἡ τε­χνο­λο­γί­α συν­δρο­μη­τὴς τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ; (Πα­πα­ζή­ση, 2004) κ.ἄ.


Δημήτρης Χριστόπουλος: Τὸ γενεαλογικὸ μου δέντρο


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Τὸ γε­νε­α­λο­γι­κό μου δέν­τρο


Α ΚΕΡΑΣΙΑ ἀ­πὸ μι­κρὴ τὰ φο­ϐ­ό­μου­να. Στὸ χω­ριὸ δὲν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λη κε­ρα­σιὰ ἀπ᾿ τὴ δι­κιά μας. Μιὰ ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιὰ ποὺ ἔ­κα­νε κά­τι με­γά­λα σὰ χει­ρο­ϐο­μϐ­ί­δες πε­τρο­κέ­ρα­σα. Τὸ θέ­ρος ἅ­πλω­νε βα­ρὺ τὸν ἴ­σκιο της στὴν αὐ­λὴ καὶ μᾶς ἔ­σω­ζε ἀπ᾿ τὰ λι­ο­πύ­ρια. Στὶς χον­τρές της κλά­ρες δέ­να­με σκοι­νιὰ κι αἰ­ω­ρού­μα­σταν ὁ­λη­με­ρὶς μὲ τ᾿ ἀ­δέλ­φια μου. Ἀπ᾿ τὰ χλω­ρά της κλω­νά­ρια φτι­ά­χνα­με σπα­θιά. Τοὺς γει­τό­νους ἀπ᾿ τὸ δι­κό μας δέν­τρο τοὺς φι­λεύ­α­με κι οἱ γυ­ναῖ­κες ἑ­τοί­μα­ζαν κε­ρα­σό­πι­τα. Καὶ τὸ ψυ­χο­σά­ϐ­ϐ­α­το τῆς Πεν­τη­κο­στῆς μ᾿ αὐ­τὰ γλυ­καί­να­νε τὸν κό­σμο γιὰ ὅ­σους πέ­θα­ναν νέ­οι, ἄ­κλαυ­τοι καὶ μό­νοι στὰ βου­νὰ καὶ στὶς θά­λασ­σες.

        Ἡ θειά μου ἡ Ἀ­σή­μω μὲ τὴ μαύ­ρη τὴ μπο­λί­δα, κα­θι­σμέ­νη στὸ κα­τώ­φλι τοῦ σπι­τιοῦ της, τ᾿ ἄ­λε­θε μιὰ χα­ρὰ στὸ ἄ­δει­ο ἀ­πὸ δόν­τια στό­μα της καὶ δυ­ὸ-δυ­ὸ μοῦ τὰ κρέ­μα­γε σκου­λα­ρί­κια στ᾿ αὐ­τιά, χτυ­πών­τας πα­λα­μά­κια μὲ ρυθ­μό:

 

Ἀ­νέ­ϐ­η­κα στὴν κε­ρα­σιά,

Μα­ρί- Μα­ρί­α, Μα­ρι­γώ,

νὰ κό­ψω ἕ­να κε­ρά­σι

–  βά­ι τζιγ­κι­τζέ­λα, βά­ι τζιγ­κι­τζό.

T᾿ ἀν­τρό­γυ­νο ποὺ γί­νη­κε,

νὰ ζή­σει, νὰ γε­ρά­σει.

Νὰ κά­νει δώ­δε­κα παι­διά,

δώ­δε­κα πα­λι­κά­ρια.

Νὰ κά­νει κι ἕ­να ϑ­η­λυ­κὸ

νὰ μὴ χα­θεῖ τὸ σό­ι.


        Πέντ᾿-ἕ­ξι θά ᾿μου­να τό­τε. Κεί­νη τὴ μέ­ρα ὁ ἥ­λιος ἔ­ψη­νε τὴν πέ­τρα. Ψή­θη­κα κι ἐ­γὼ στὸν πυ­ρε­τό. Κά­που-κά­που ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ μα­κριὰ τοῦ γκι­ό­νη τὸ λά­λη­μα. Ἔ­φθα­νε βλέ­πεις ὁ και­ρὸς τοῦ θε­ρι­σμοῦ. Τὸ κά­μα δυ­νά­μω­νε, δυ­νά­μω­νε κι ἐ­μέ­να ὁ κοι­λό­πο­νος, ὥ­σπου ἡ κοι­λιά μου ἔ­γι­νε τούμ­πα­νο. Μό­νο μὲ κε­ρά­σια ξε­γε­λά­γα­με τό­τε τὴν πεί­να μας. Τὴ νύ­χτα μὲ κρά­τη­σε κον­τά της ἡ κα­ψε­ρή, ταμ­που­ρω­μέ­νη στὸν κα­ταρ­ρά­κτη τῆς κα­λύ­ϐ­ας της νὰ λέ­ει ὅ­λη τὴν ὥ­ρα πα­ρα­μύ­θια γιὰ χά­ρη μου, μέ­χρι ποὺ ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα στὰ χέ­ρια της. «Ἡ­σύ­χα­σε, που­λά­κι μου.» Μιὰ νε­κρι­κὴ σι­ω­πὴ ποὺ ἔ­λι­ω­νε τὰ σω­θι­κὰ ἁ­πλώ­θη­κε τρι­γύ­ρω. «Κοι­μή­σου, Μα­ρι­γού­λα μου…»

        Ξάφ­νου οἱ σκι­ὲς με­γά­λω­σαν κι ἕ­νας ὁ­λά­κε­ρος στρα­τὸς ἀ­πὸ ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σι­ὲς πα­ρέ­λα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά μου. Γι­γαν­τό­δεν­τρα ποὺ ἀπ᾿ τὰ κλα­διά τους κρέ­μον­ταν, ἀν­τὶ γιὰ ἄ­λι­κες μπα­λί­τσες, σκιά­χτρα ἀ­πὸ γυ­ναῖ­κες καὶ μω­ρά. Χο­ρο­στά­σι ἀ­πὸ κε­ρά­σια σκέ­πα­σε τὸν τό­πο, πλημ­μύ­ρι­σε τὶς ροῦ­γες, τὶς μάν­τρες, ἔ­πνι­ξε τοὺς ἀν­θρώ­πους στὰ σπί­τια τους. Σὲ λί­γο ὅ­λα θὰ τὰ τύ­λι­γαν οἱ φλό­γες.

        Κι εἶ­δα δε­κά­δες κορ­μιὰ νὰ σέρ­νουν τὸν πύ­ρι­νο χο­ρὸ μὲς στὸ λά­λα­ρο τοῦ θέ­ρους. Κι εἶ­δα τοὺς γο­νιούς μου νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται ἄ­ψυ­χοι στὸ ἀ­ψη­λό­τε­ρο κλα­ρὶ τῆς κε­ρα­σιᾶς. Κι εἶ­δα τ᾿ ἀ­δέλ­φια μου λογ­χι­σμέ­να στὸ ξύ­λι­νο κορ­μί της. Κι εἶ­δα τὶς μυ­λό­πε­τρες ν᾿ ἀ­λέ­θουν σὰν πί­του­ρο τὴν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα. Κι εἶ­δα τὸ αἷ­μα νὰ κο­χλά­ζει σὰ νε­ρὸ ἀπ᾿ τὴ χούρ­χου­λη τοῦ μύ­λου. Κι εἶ­δα τὸν παπ­πού­λη μὲ τὰ ρά­σα δέν­τρο κα­ρϐ­ου­νι­α­σμέ­νο στὸν στρό­γυ­ρα τοῦ ἁ­λω­νιοῦ.

        Ἀ­θέ­ρι­στα ἀ­πο­μεί­να­νε κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι τὰ χω­ρά­φια κι ἀ­τρύ­γη­τα τ᾿ ἀμ­πέ­λια τὸ Σε­πτέ­μϐ­ρη. Κι ὁ ἥ­λιος, τὸ ἄλ­λο πρω­ι­νὸ ποὺ ξε­μυ­τί­σα­με ἀ­πὸ τὴν κα­τα­πα­κτή, δὲν ἔ­λε­γε νὰ ξη­με­ρώ­σει. «Πα­τέ­ρα! Μά­να! Μα­γδα­λη­νή! Σω­τή­ρη!» φώ­να­ζα. Κα­νεὶς δὲν ἀ­πο­κρί­θη­κε, κα­νείς. Μαν­τα­λω­μέ­νες οἱ ψυ­χὲς μὲς στὴν καυ­τὴ ἀν­τη­λιά. Καὶ τὰ πρό­σω­πα δί­χως πρό­σω­πο. Μό­νο τὸ κόμ­μι, τὸ ἀ­ση­μέ­νιο δά­κρυ τῆς ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιᾶς, δὲν ἔ­πα­ψε νὰ κυ­λᾶ ἄ­φθο­νο κά­θε σού­ρου­πο ἀ­πὸ τὶς πλη­γές της καὶ νὰ τὸ συ­νά­ζουν ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ οἱ γυ­ναῖ­κες γιὰ νὰ φτιά­ξουν κα­ταπλά­σμα­τα καὶ βάλ­σα­μα γιὰ τὶς δι­κές τους πλη­γές.

        Δε­κα­ε­τί­ες κύ­λη­σαν ἀ­πὸ τό­τε. Κι ἐ­γὼ κα­τα­δι­κά­στη­κα νὰ ζῶ πε­θα­μέ­νη ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀ­πο­θα­μέ­νους, με­τρών­τας μὲ τὰ δέν­τρα τὰ χρό­νια μου. 6, 12, 18, 81… Τὰ δέν­τρα μὲ τοὺς κρε­μα­σμέ­νους, τὸ γε­νε­α­λο­γι­κό μου δέν­τρο. Ὅ­σο θυ­μᾶ­μαι δὲν πε­θαί­νω. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι βά­σα­νο με­γά­λο. Μό­νο ἡ σκιὰ τῆς κε­ρα­σιᾶς κα­τοι­κεῖ τὶς ἄ­δει­ες κά­μα­ρες τοῦ νοῦ μου. Οἱ δυ­ό μας ἀ­πο­μεί­να­με μο­νά­χα· αὐ­τὴ κι ἐ­γώ. Πο­τὲ δὲν ξα­νά­ϐ­α­λα κε­ρά­σια στὸ στό­μα μου, ἂν καὶ τό­τε —τ᾿ ὁ­μο­λο­γῶ— αὐ­τὰ μοῦ σῶ­σαν τὴ ζω­ή. Οὔ­τε σκου­λα­ρί­κια κρέ­μα­σα οὔ­τε παι­διὰ ἔ­κα­μα, γιὰ νὰ κλεί­σουν τά­χα­τες τὰ δι­κά μου τραύ­μα­τα. Σταυ­ρὸ φί­λη­σα στὸ γε­νε­α­λο­γι­κό μου δέν­τρο.

        Νὰ κά­μει κι ἕ­να ϑ­η­λυ­κὸ νὰ μὴ χα­θεῖ τὸ σό­ι, μὲ τα­χτά­ρι­ζε κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ἡ θειά μου ἡ Ἀ­σή­μω.

        Νὰ μὴ χα­θεῖ τὸ σό­ι… τὸ σό­ι… τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι…

        Τὸ ἴ­διο πάν­τα ψέ­μα.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Τὸ Ρο­δα­κιό, 2018).

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μ.Ε., ἐ­νῶ σπου­δά­ζει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γή­μα­των Δη­μό­σι­ες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πή­γη, 2013) καὶ Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Ρο­δα­κιό, 2018). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς ἱ­στο­χώ­ρους καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Φρέ­αρ, Δέ­κα­τα, Bookpress καὶ στὸ Fra­ctal. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κὸ ἱ­στό­το­πο Ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κῶν Θε­μά­των.



		

	

Ἀλέξανδρος Βαλκανᾶς: Σκηνὴ ἀποχωρισμοῦ


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς


Σκη­νὴ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ


ΟΥ ΕΙΧΑΝ ΠΕΙ ΟΤΙ σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο γι­νό­ταν ἡ συ­ναλ­λα­γή. Τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὸ παγ­κά­κι κι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια δὲν τὸ ἀ­κούμ­πη­σε, τὸ πέ­τα­ξε, ὄ­χι ἀ­πὸ με­γά­λο ὕ­ψος, πάν­τως τὸ πέ­τα­ξε. Ἔ­κα­νε δέ­κα εἴ­κο­σι βή­μα­τα, στά­θη­κε, γύ­ρι­σε πί­σω νὰ κοι­τά­ξει. Τὸ βι­βλί­ο τοῦ φά­νη­κε σο­κα­ρι­σμέ­νο, ὅ­λο ἕ­να πα­ρά­πο­νο γι’ αὐ­τὴν τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Τὸ εἶ­χε σκε­φτεῖ και­ρὸ πρὶν πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­ση, ἔ­πρε­πε νὰ στε­ρη­θεῖ κά­τι πο­λύ­τι­μο, μιὰ προ­σφο­ρὰ στὴ θά­λασ­σα τοῦ κό­σμου. Μιὰ ρι­πὴ ἀ­νέ­μου τὸ ξε­φύλ­λι­σε, τὸ ἐμ­προ­σθό­φυλ­λο καὶ λί­γες ἀ­κό­μα σε­λί­δες. Ἀ­πο­ρί­α. Ἔ­κλει­σε πά­λι. Στὴν τρί­τη σε­λί­δα ἦ­ταν ἡ ἀ­φι­έ­ρω­ση μὲ μπλὲ με­λά­νι ἀ­πὸ τὸ φι­λό­λο­γό του. Τοῦ εὐ­χό­ταν μί­α ζω­ὴ γε­μά­τη πε­ρι­πέ­τει­ες, εἶ­χε ὑ­πο­γρά­ψει μὲ με­γά­λα γράμ­μα­τα: ὁ Δά­σκα­λός σου. Ἕ­νας πε­ρα­στι­κὸς στα­μά­τη­σε, ἔ­σκυ­ψε, χά­ζευ­ε τὸν τί­τλο. Συ­νέ­χι­σε τὸν δρό­μο του.

        Ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ παγ­κά­κι. Στρι­μώ­χτη­κε δί­πλα στὸ βι­βλί­ο, τὰ πό­δια ἑ­νω­μέ­να καὶ τὰ χέ­ρια ἀ­νά­με­σα. Δί­στα­σε μί­α στιγ­μή, τὸ πῆ­ρε καὶ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε πά­νω στὸν γο­φό του. Ἔ­νι­ω­σε τὴ ζε­στα­σιά του νὰ δι­α­περ­νᾶ τὸ ὕ­φα­σμα τοῦ παν­τε­λο­νιοῦ, μιὰ δι­ά­χυ­ση στὸ δέρ­μα. Ἀ­πο­πλά­νη­ση. Δὲν ἤ­τα­νε ἀ­γνώ­μων, εἶ­χε γί­νει ἀ­φορ­μὴ ν’ ἀ­νοί­ξει μί­α πόρ­τα στὴ ζω­ή, τοῦ ἔ­δει­ξε ἕ­ναν τρό­πο νὰ ἀ­κουμ­πᾶ τὰ πράγ­μα­τα: δυ­ὸ δό­σεις γλύ­κας, ἴ­σες δό­σεις πό­νου. Τὸ ἔ­σπρω­ξε μὲ τὴν ἀ­νά­πο­δη τῆς πα­λά­μης σὰν ἀ­πὸ ἔγ­καυ­μα. Ἐ­κεῖ­νο χο­ρο­πή­δη­σε στὸ παγ­κά­κι, λί­γο καὶ θὰ ‘πέ­φτε. Ση­κώ­θη­κε, τά­χυ­νε τὸ βῆ­μα. Ἄλ­λο καὶ τοῦ­το…, ἄ­κου­γε τσι­ρί­δες, ἤ­θε­λε νὰ κλεί­σει μὲ τὰ χέ­ρια του τ’ αὐ­τιά. «Δὲν τὸ πι­στεύ­ω!» —αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲ γύ­ρι­ζε μὲ τί­πο­τα— «Αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δὲν ὑ­πάρ­χει, εἶ­ναι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νο. Δὲν φαν­τά­ζε­σαι πό­σο και­ρὸ τὸ ψά­χνω!». Ἡ φω­νὴ ἐ­κτό­ξευ­ε βεγ­γα­λι­κά.

     Ἔ­φτα­σε στὸ ἁ­μά­ξι, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα καὶ χώ­θη­κε μέ­σα. Γυα­λιὰ ἡ­λί­ου κι ἕ­να γκρι­ζο­μάλ­λι­κο κε­φά­λι εἰ­σέ­βα­λαν στὸν μπρο­στι­νὸ κα­θρέ­φτη. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ βά­λει μπρός, δύ­ο κο­ρί­τσια ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ δί­πλα του. Ἡ με­λα­χρι­νὴ μὲ τὴν μπλὲ τού­φα κρα­τοῦ­σε μί­α με­γά­λη ὑ­φα­σμα­τέ­νια τσάν­τα. Τὸ βι­βλί­ο του ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κυ­μα­τι­στὴ κί­νη­ση τῶν ἐ­φη­βι­κῶν βη­μά­των. Στὴν πά­νω γω­νί­α τὸ με­γά­λο «Ὁ» τοῦ τί­τλου, τὸ μι­σό, τοῦ ἔ­κλει­νε τὸ μά­τι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νάς. Γεν­νή­θη­κε στὴ Μελ­βούρ­νη τῆς Αὐ­στρα­λί­ας καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να ὅ­που καὶ ζεῖ. Σπούδασε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στήμιο Κρή­της, πα­ράλ­λη­λα έκανε σπου­δὲς στὸ τρα­γού­δι καὶ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Μου­σι­κῆς. Ἐρ­γά­στη­κε στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γη­τὴς φι­λό­λο­γος. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ) ἐ­νῶ κεί­με­να καὶ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς καὶ μου­σι­κὲς σκη­νὲς τῆς Ἀ­θή­νας. Θε­α­τρι­κά του ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ στοὺς Δι­α­γω­νι­σμοὺς Θε­α­τρι­κοῦ Ἔρ­γου τῆς Ἕ­νω­σης Σε­να­ρι­ο­γρά­φων Ἑλ­λά­δας («Τὸ Κου­τὶ» Α΄ βρα­βεῖ­ο 2018, «Μιὰ Σχε­δὸν Ἀ­λη­θι­νὴ Ἱ­στο­ρί­α» Ἔ­παι­νος 2017). Ὡς ἑρ­μη­νευ­τὴς συμ­με­τεῖ­χε στὸν δί­σκο (EP) Ὁ Κῆ­πος ποὺ Ἔ­σβη­σε κι Ἐ­χά­θη, σὲ ποί­η­ση Να­πο­λέ­ον­τος Λα­πα­θιώ­τη καὶ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση Anastazios.



		

	

Γιώτα Ἀναγνώστου: Δὲν θ’ ἀργήσει


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου 

 

Δὲν θ’ ἀρ­γή­σει


ΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ τὰ ἄ­με­τρα,  τὰ ἀ­βυσ­σα­λέ­α βά­θη,  τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο κῆ­τος. Τὸν ὄγ­κο του ὠ­θεῖ μὲς στὸ νε­ρὸ ση­κώ­νον­τας τὴν ἄμ­μο ἀ­π’ τὸν πυθ­μέ­να. Τὸν ὕ­πνο τῶν πε­τα­λού­δων τοῦ βυ­θοῦ τα­ρά­ζει καὶ σπᾶ­νε ἐ­κεῖ­νες τὰ κου­κού­λια καὶ φτε­ρο­κο­ποῦν τρι­γύ­ρω φω­σφο­ρί­ζου­σες. Τὸ μά­τι του θο­λὸ ἀ­πὸ δά­κρυ­α θυ­μοῦ γιὰ τὰ μι­κρό­τε­ρα ψα­ρά­κια ποὺ ἐ­νο­χλοῦ­νε τὴν πο­ρεί­α του. Κά­νει ἑ­λιγ­μοὺς νὰ τὰ ἀ­πο­φύ­γει ἐ­πι­δέ­ξιους. Τὸν μυ­ρί­ζει ἀ­πὸ μα­κριὰ τὸν φό­βο ποὺ τρι­γύ­ρω σπέρ­νει κι ἀ­κού­ει τῶν ὠ­κε­α­νῶν τὸ λά­λον ὕ­δωρ ποὺ τοῦ με­τα­φέ­ρει τὴν ἀ­πό­γνω­ση μι­κρῶν ζω­ῶν.

        Πτε­ρύ­για καὶ οὐ­ρὰ ἔ­χει ἀ­πὸ με­τά­ξι. Γα­λα­ζο­πρά­σι­νο τὸ χρῶ­μα του μὰ τὸ κε­φά­λι φού­ξια, ξε­χω­ρί­ζει. Τὸ στό­μα σὰν ἀ­νοί­γει κα­τα­πί­νει ὅ­λο τὸ πλαγ­κτὸν τῆς θά­λασ­σας κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν φυ­ση­τή­ρα του ἐ­κτι­νάσ­σει ἀ­πεί­θαρ­χα βρο­χὴ ἀ­στε­ρι­ῶν ποὺ σκᾶ­νε ἄλ­λα μέ­σα στὸ νε­ρὸ καὶ ἄλ­λα, ἀ­κό­μα πιὸ με­γά­λα, ἔ­ξω στὸν κα­τα­σκό­τει­νο οὐ­ρα­νό.

        Ἕ­να πε­λώ­ριο κῆ­τος. Πλέ­ει πρὸς τὰ ρη­χὰ γιὰ νὰ μὲ βρεῖ. Ἕ­νας βα­ρὺς καὶ ἐ­ξαί­σιος ὑ­πο­βρύ­χιος κό­σμος θὰ ἐ­ξο­κεί­λει στὰ ρη­χὰ καὶ θὰ μὲ κα­τα­πι­εῖ για­τί ἄλ­λο σκο­πὸ δὲν ἔ­χει ἡ ὕ­παρ­ξή του καὶ ἡ πλεύ­ση του αὐ­τὴ ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­πο­δώ­σει δι­και­ο­σύ­νη. Εἶ­ναι ἕ­να κῆ­τος δι­κα­στής. Μοῦ στέλ­νει τὴ φω­νή του μὲ τὰ ρεύ­μα­τα καὶ σὲ συ­χνό­τη­τες ποὺ ξέ­ρει πὼς δι­α­κρί­νω ἀ­πὸ χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά, ἐ­νῶ τὸ πε­ρι­μέ­νω μὲ λα­χτά­ρα, ἄ­ο­πλη ἐν­τε­λῶς – ὅ­πως αὐ­τὸς ποὺ ξέ­ρει ὅ­τι φταί­ει ποὺ τὰ ὅ­πλα του ἀ­παρ­νή­θη­κε καὶ λα­χτα­ρᾶ τὴν τι­μω­ρί­α, κι εἶ­ναι ἡ φω­νὴ καὶ τὸ τρα­γού­δι του κλά­μα μω­ροῦ πού μοῦ ζη­τά­ει νὰ τὸ θη­λά­σω.

        Τὸ νι­ώ­θω. Πλη­σιά­ζει. Δὲν εἶ­ναι ποὺ τὸ στῆ­θος μου φου­σκώ­νει καὶ  τὴν ἄ­φι­ξή του ἀ­ναγ­γέλ­λει. Εἶ­ναι ποὺ ξέ­ρει, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο κῆ­τος, ὅ­τι δὲν ἀν­τέ­χω γιὰ πο­λὺ νὰ πε­ρι­μέ­νω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.


Ἀντώνης Ν. Παπαβασιλείου: Πῶς γράφεται ἕνα ποίημα. Συνταγὴ σύντομος καὶ λίαν ὠφέλιμος


Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου 


Πῶς γρά­φε­ται ἕ­να ποί­η­μα.

Συν­τα­γὴ σύν­το­μος καὶ λί­αν ὠ­φέ­λι­μος


ΑΙΡΝΕΙΣ ΜΕΛΑΝΙ κα­λό, βα­σι­λι­κὸ τὸ μπλέ, καὶ χαρ­τὶ πα­χύ, 120 γραμ­μα­ρί­ων του­λά­χι­στον. Ἂν δὲν ἔ­χεις καὶ ὁ κομ­πι­οῦ­τερ σοῦ κά­νει. Σβή­νεις συ­νέ­χεια, κλα­δεύ­εις ἀ­λύ­πη­τα. Δὲν γο­η­τεύ­ε­σαι οὔ­τε γο­η­τεύ­εις. Τὰ πα­ρά­ση­μα τὰ σπᾶς καὶ τὰ καῖς σὲ ξύ­λα λε­πτὰ μου­ριᾶς, μοι­ρά­ζον­τας τὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα σὰν ζά­χα­ρη στὰ παι­διὰ ποὺ παί­ζουν μῆ­λα στὸν δρό­μο. Τὸ τη­λέ­φω­νο κλει­στὸ κι ἀ­κυ­ρω­μέ­νο. Δὲν θὲς νὰ ἀ­κού­σεις πα­ρά­σι­τα. Βλέ­πεις. Πῶς πέ­φτει ἡ κα­νέ­λα στὸν κα­φέ, πλά­για στὸν ἥ­λιο σὰν νὰ σκο­νί­ζει τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα; Ἔ­τσι. Ἀ­φή­νεις στὴν ἄ­κρα τὰ με­τὰ καὶ μό­νον μὲ τὶς σκλη­ρὲς λέ­ξεις κοι­μᾶ­σαι. Ἂν σοῦ δο­θεῖ νὰ πεῖς τὸ πλά­γιο τοῦ φω­τός, δό­ξα­σε, καὶ βά­λε τὸ χαρ­τὶ στὸ συρ­τά­ρι νὰ ξε­πια­στεῖ. Βρά­ζεις τσά­ϊ Βραγ­για­νῶν καὶ κά­θε­σαι νὰ ἀ­κού­σεις τί ψέλ­νουν τὰ που­λιὰ στὸ δι­πλα­νὸ μπε­τόν. Καὶ οὕ­τως γί­γνε­ται.



Πη­γή: Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας, φ. 970, 20.5.2022.

Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου (Γρε­βε­νά, 1969). Ζεῖ στὰ Γρε­βε­νά. Συ­νερ­γά­ζε­ται στὴν ἔκ­δο­ση τῆς Ἑ­βδο­μα­δια­ίας Ἐ­φη­με­ρί­δα­ς Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­α­ς καὶ δι­δά­σκει ἀγ­γλι­κά. Τυ­πώ­νει τὸ ἑ­ξα­μη­νια­ῖο μο­νό­φυλ­λο ΤΥΡΒΗ. Βι­βλί­ο του: Λό­για Ρι­ζω­μέ­να (manifesto, 2017).



		

	

Π. ‘Ενιγουεϊ: The (wo)man who disappeared


Π. Ένιγουεϊ


The (wo)man who disappeared


ΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ τὴν ἔ­ψη­νε κα­θημε­ρι­νὰ (μὲ γλυκό­λο­γα, λου­λού­δια, ποι­ή­μα­τα, ἀ­κρι­βὰ ἑ­στι­α­τό­ρι­α, τὰ ξέ­ρε­τε..) Καὶ ὅ­ταν τοῦ ἔ­κα­τσε, τὴν ἑ­πο­μένη, ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Δι­καίως.

 



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ (1976, φι­λο­λο­γι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ἀ­λέ­ξη Πα­πα­δι­α­μάν­τη). Πε­ζο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἕ­νε­κε­ν μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Για­τί νὰ μὴ δι­α­βά­ζου­με τοὺς κλα­σι­κούς» (Φε­βρ. ’14). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Θρά­κα.



		

	

Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Quod me nutrit…

Ν


Σπ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Quod me nutrit…


«—ΟΤΑΝ ὁ για­τρὸς ὁ Θε­ο­δώ­ρου πέ­θα­νε, ζή­τη­σε νὰ τό­νε θά­ψου­νε στὸ περ­βό­λι. Δὲν ἤ­θε­λε στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Ἐ­δῶ καὶ καμ­μιὰ δε­κα­ριὰ χρό­νια ἀ­φό­του βγῆ­κε στὴ σύν­τα­ξη, ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὴν Ἀ­θή­να καὶ γύ­ρι­σε στὸ χω­ριό, ὥ­σπου τὸν χτύ­πη­σε ὁ καρ­κί­νος καὶ τό­νε θέ­ρι­σε μέ­σα σὲ δυ­ὸ μῆ­νες. Πρὶν κλεί­σει τὰ μά­τια, εἶ­πε νὰ τό­νε θά­ψου­νε στὸν κάμ­πο. Ἤ­θε­λε ἐ­κεῖ, στὸ περ­βό­λι ποὺ οἱ γο­νεῖς του —Θιὸς σχω­ρέ­σ’ τους— πα­λεύ­α­νε ὁ­λη­με­ρὶς μὲ τὸ τσα­πὶ καὶ τὴ μά­του­κα γιὰ νὰ τό­νε σπου­δά­σου­νε, νὰ γί­νει ἄν­θρω­πος. Ζή­τη­σε νὰ τοῦ γρά­ψου­νε στὴν πλά­κα: “Ἐ­κεῖ­νο μ’ ἔ­θρε­ψε, ἐ­κεῖ­νο ἂς μὲ φά­ει”.»



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.



		

	

Πέτρος Φούρναρης: Ὁ βλάσφημος


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης


Ὁ βλά­σφη­μος


ΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΕΤΡΑ ὕ­ψους πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να ἑ­βδο­μήν­τα μπρο­στά του ἔ­μοια­ζε ὀγ­κό­λι­θος, ἀ­κό­μα κι ἂν τὸ φάρ­δος της ἦ­ταν μό­λις μι­σὸ μέ­τρο. Αὐ­τὲς ἦ­ταν οἱ δι­α­στά­σεις τῆς πέ­τρας ποὺ ξε­φόρ­τω­ναν στὴ αὐ­λή του κι αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μπό­ι του.  Με­γά­λα φορ­τη­γὰ δὲν χω­ροῦ­σαν στὰ σο­κά­κια τοῦ νη­σιοῦ ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σαν στὸ ἀ­τε­λι­ὲ καὶ τὸ ὄ­νει­ρό του νὰ πλά­σει κά­τι με­γά­λης κλί­μα­κας ἀ­παι­τοῦ­σε τὴν πα­ρα­μο­νή του στὸ λα­το­μεῖ­ο καὶ τὴν ἐρ­γα­σί­α του στὸ ὕ­παι­θρο. Πράγ­μα σχε­δὸν ἀ­δύ­να­τον. Πρῶ­τον, για­τί ἐ­κεῖ δὲν ὑ­πῆρ­χαν πέ­τρες στὸ μέ­γε­θος ποὺ τὶς χρει­α­ζό­ταν καὶ δεύ­τε­ρον, για­τί ἀ­κό­μα κι ἂν ὑ­πῆρ­χαν, δὲν θὰ τοῦ τὸ ἐ­πέ­τρε­παν, ἀ­φοῦ κα­νεὶς δὲν τὸν συμ­πα­θοῦ­σε στὸ ἐρ­γο­τά­ξιο.

        Ὅ­ταν λοι­πὸν ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι τοῦ Ἰ­ου­λί­ου προ­σγει­ώ­θη­καν μπρός του οἱ δυ­ὸ ὀγ­κό­λι­θοι, σὰν με­τε­ω­ρί­τες ἀ­πὸ τὸ δι­ά­στη­μα, ἀν­τὶ νὰ βλα­στη­μή­σει τὰ ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα φουρ­νέ­λα σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε γιὰ αὐ­τὴν τὴν εὔ­νοι­α τῆς τύ­χης. Πρώ­τον για­τὶ οἱ δυ­ὸ βρά­χοι ἀ­κουμ­ποῦ­σαν ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο, ἀ­φή­νον­τας με­τα­ξύ τους ἕ­να προ­στα­τευ­τι­κὸ κε­νὸ ποὺ τὸν ἔ­σω­σε ἀ­πὸ τὶς ὑ­πό­λοι­πες κο­τρό­νες ποὺ ἔ­πε­φταν βρο­χὴ γύ­ρω του. Καὶ δεύ­τε­ρον για­τί οἱ πέ­τρες ποὺ μέ­σα τους βρῆ­κε κα­τα­φύ­γιο ἦ­ταν σι­δε­ρό­πε­τρες: δύ­σκο­λες ἀλ­λὰ συ­νά­μα ἀν­θε­κτι­κὲς πέ­τρες ποὺ θὰ ἔ­κα­ναν τὸ γλυ­πτό του αἰ­ώ­νιο.

        Ἀ­κό­μα κι ἡ κα­κο­τυ­χί­α του νὰ τὸν δαγ­κώ­σει ἡ “οὐ­ρα­νο­κα­τέ­βα­τη” ὄ­χεν­τρα στὸν πα­ρά­με­σο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ δὲν τὸν πτό­η­σε. Ἔ­λυ­σε ἀ­στρα­πια­ῖα τὸ κορ­δό­νι τοῦ πα­που­τσιοῦ καὶ ἀ­φοῦ πά­τη­σε τὴ μιὰ ἄ­κρη του τὸ τύ­λι­ξε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν καρ­πὸ σφίγ­γον­τας μὲ τὸ δε­ξί. Ὕ­στε­ρα πά­λι, δέ­νον­τας τὴν ἴ­δια ἄ­κρη στὸν βρα­χί­ο­να μιᾶς κου­τσου­πιᾶς καὶ τρα­βών­τας μὲ τὸ πλη­γω­μέ­νο, κα­τά­φε­ρε νὰ τὸ σφί­ξει ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα.

        Ὁ τσο­πά­νος ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε τὴν σύ­ριγ­γα γιὰ νὰ τρυ­πή­σει τὸ δά­χτυ­λο καὶ νὰ βγεῖ τὸ δη­λη­τή­ριο κα­τα­ρι­ό­ταν ἕ­να πα­ρό­μοι­ο φί­δι ποὺ τοῦ εἶ­χε σκο­τώ­σει δυ­ὸ κα­τσί­κες, ἀλ­λὰ ὁ λι­λι­πού­τειος γλύ­πτης κα­θὼς με­τα­φε­ρό­ταν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κά­θε ἄλ­λο ἀ­πὸ ἀρ­νη­τι­κὲς σκέ­ψεις ἔ­κα­νε. Ἀν­τι­θέ­τως, ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς τό­τε ποὺ τὸ μυα­λό του συ­νέ­λα­βε τὴν σύν­θε­ση τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ του σχε­δί­ου. Ἀ­πο­ρών­τας πῶς τὸ μη­χα­νά­κι ποὺ τὸν με­τέ­φε­ρε ἄν­τε­χε τὸ βά­ρος του —λε­πτὸ πρὸς λε­πτὸ γι­νό­ταν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ή του ἀ­σή­κω­το— φαν­τά­στη­κε ὡς γλυ­πτὸ τὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἀ­νά­λο­γο τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του.

        Στὴν ἐν­τα­τι­κὴ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­μο­νη σκέ­ψη σχη­μά­τι­σε ἕ­να χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη του – ἐν­τε­λῶς πα­ρά­ται­ρο μὲ τὰ χον­δρο­ει­δῆ ἀ­στεῖ­α τῶν για­τρῶν καὶ τοῦ βο­η­θη­τι­κοῦ προ­σω­πι­κοῦ γιὰ τὸ ἀ­νά­στη­μα καὶ τὴν κα­τα­γω­γή του: “Ἀλ­βα­νὸς εἶ­ναι, θὰ ἀν­τέ­ξει!”, “Ἕ­νας Ἀλ­βα­νὸς λι­γό­τε­ρος!”.

        Ποῦ νὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πὼς αὐ­τὸς ἔ­βλε­πε ἤ­δη τὸ ἔρ­γο του τε­λει­ω­μέ­νο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ λα­το­μεῖ­ο. Ἕ­ναν ψη­λὸ καὶ βα­ρὺ γί­γαν­τα ὅ­λο μπρά­τσα ποὺ θὰ κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα ψη­λό­τε­ρα μιὰ ἔ­χιδ­να, δεί­χνον­τας τὴν προ­κλη­τι­κὰ στὸ Θε­ό, σὰν νὰ τοῦ ΄λέ­γε: «Ὅ­σα φί­δια καὶ πέ­τρες νὰ στέλ­νεις, ἐ­γὼ θὰ δη­μι­ουρ­γῶ.»


24-6-2022



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση «καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι