Ἑλένη Γούλα: Προσωπικὴ γνώμη


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Προ­σω­πι­κὴ γνώ­μη


ΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΜΗ γιὰ τὴν Καλ­λι­ό­πη δὲν εἶ­χα μέ­χρι χτὲς τὸ πρω­ῒ ποὺ δὲ μὲ χω­ροῦ­σε τὸ σπί­τι καὶ πῆ­ρα τοὺς δρό­μους, νὰ ξε­λαμ­πι­κά­ρει τὸ μυα­λό μου, νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὴ δρο­σιὰ τοῦ βου­νοῦ, νὰ μυ­ρί­σω τὸ χῶ­μα καὶ τὶς πέ­τρες.

Τὸ σπί­τι της εἶ­ναι σὲ ψη­λὸ ση­μεῖ­ο μὲ τε­τρά­γω­νη αὐ­λή, ὡ­ραῖα λου­λού­δια, κα­θα­ροὺς τοί­χους ἄ­σπρους. Δὲν ἔ­χει ἀ­να­και­νι­στεῖ, εἶ­ναι ὅ­πως τὰ φτι­ά­χνα­νε πα­λιὰ τὰ σπί­τια μὲ σκε­πα­στὸ χα­γιά­τι καὶ μιὰ πέ­τρι­νη σκά­λα ἐ­ξω­τε­ρι­κή. Ἐ­κεῖ ἔ­χει πλέ­ξει ἡ κλη­μα­τα­ριὰ μὲ τὰ κί­τρι­να τώ­ρα φύλ­λα της ἕ­τοι­μα νὰ πέ­σουν.

        Κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα εἶ­χαν βγεῖ θεί­α κι ἀ­νι­ψιὰ καὶ τὶς εἶ­δα. Κα­θι­σμέ­νη στὴν ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα ἡ θεί­α, ὄρ­θια μὲ τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ βα­θὺ πιά­το ἡ ἀ­νι­ψιά.

        Γειά σας! Ἂν δὲ χαι­ρε­τή­σεις ἐ­δῶ σὲ θε­ω­ροῦν ἀ­κα­τά­δε­χτο, τί ψυ­χὴ ἔ­χει μιὰ κα­λη­μέ­ρα; Τί κά­νε­τε; Κα­λη­μέ­ρα! Ἡ κυ­ρί­α Τάδε, ἔ­σκυ­ψε ἡ νε­ό­τε­ρη στὴν ἄλ­λη ποὺ κα­θό­τα­νε στὸ κα­ρό­τσι καὶ δὲν κου­νοῦ­σε οὔ­τε χέ­ρια οὔ­τε πό­δια οὔ­τε κε­φά­λι μό­νο τὰ μά­τια της!

        Στα­μά­τη­σα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βλέμ­μα μὲ κάρ­φω­σε ἐ­πὶ τό­που, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα, κι ἄρ­χι­σα ἐ­γώ, ποὺ ἤ­μουν δι­στα­κτι­κὴ στὶς κου­βέν­τες (τὸ ἀν­τί­θε­το μοῦ συμ­βαί­νει μὲ τὶς λέ­ξεις στὸ χαρ­τί), νὰ μι­λά­ω γιὰ τὸν ἄρ­ρω­στο πα­τέ­ρα, γιὰ τὸν κῆ­πο, γιὰ τὶς κο­λο­κυ­θι­ές, τὴν κο­λο­κυ­θό­πι­τα, τὸ τυ­ρί, τὸν του­ρι­σμὸ καὶ οὔ­τε θυ­μᾶ­μαι πιὰ γιὰ τί ἄλ­λο. Μὲ ὁ­δη­γοῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ μά­τια, ρου­φοῦ­σαν ὅ­λες τὶς κου­βέν­τες, ὅ­λες τὶς κι­νή­σεις, καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες πε­ρι­έ­γρα­φα, τοὺς ἀ­νε­παί­σθη­τους ἀ­κό­μη ἤ­χους ποὺ κά­να­με ἡ ἀ­νι­ψιά της κι ἐ­γώ. Ἀγ­γί­ζα­νε τὰ μά­τια τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τά μας, ὅ,τι φαι­νό­τα­νε ἀ­πέ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ εἴ­χα­με κλεί­σει προ­σε­κτι­κὰ στὰ μα­νί­κια, στὰ φερ­μου­άρ, στὰ κουμ­πιά, στὶς πα­ρα­μά­νες, στὶς φό­δρες, στὶς κό­πι­τσες.

        Δὲν πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει πο­τέ! τρό­μα­ξα ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους κα­τά­φε­ρα νὰ ξε­γαν­τζω­θῶ. Περ­πα­τοῦ­σα πα­ρα­πα­τών­τας στὸν δρό­μο τὸν ἀ­νη­φο­ρι­κό, ἔ­στρι­βα νὰ ἀ­γναν­τέ­ψω τὴ θά­λασ­σα, τὸ βου­νό, ἀ­κουμ­ποῦ­σα τὰ μι­κρὰ φυ­τὰ ποὺ πρα­σι­νί­ζα­νε στὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ μέ­σα μου, πά­νω μου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα μου ἀ­κό­μη, εἶ­χε τρυ­πώ­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­χόρ­τα­γο, ἄ­πλη­στο βλέμ­μα. Δὲν ἦ­ταν τό­σο ἡ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ καὶ ὁ φό­βος τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ποὺ μὲ τά­ρα­ζε πα­ρό­λο ποὺ ἤ­μου­να πιὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λους. Ὁ ἀ­έ­ρας, τὰ δέν­τρα, οἱ ἦ­χοι τῶν που­λι­ῶν, ἡ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φυ­σι­κὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ τό­που δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω μου —εἶ­χε κολ­λή­σει σὰν στάμ­πα καὶ ἁ­πλω­νό­τα­νε παν­τοῦ— τὸ μί­σος ποὺ ἔ­κρυ­βε τὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο βλέμ­μα: Κα­νεὶς νὰ μὴ χα­ρεῖ τί­πο­τα, ἀ­φοῦ δὲ μπο­ρῶ ἐ­γώ, νὰ χα­ρῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γία Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, (Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007), ἐνῶ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).


Διαφημίσεις

Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου: Ἡ νυ­χτε­ρί­δα



Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου


Ἡ νυ­χτε­ρί­δα


ΦΤΑΣΕ μὲ τὸ πλοῖ­ο τῆς ἄ­γο­νης γραμ­μῆς ἕ­να πα­ρά­ω­ρα ζε­στὸ πρω­ῒ τοῦ Σε­πτέμ­βρη καὶ ἀ­νέ­βη­κε σέρ­νον­τας μιὰ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη βα­λί­τσα πρὸς τὴ Χώ­ρα ὅ­που ἤ­θε­λε νὰ μπεῖ ἄ­γνω­στος καὶ ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος. Μὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το. Οἱ κά­τοι­κοι πε­ρι­μέ­να­νε μὲ ἀ­γω­νί­α νὰ ἔρ­θει δά­σκα­λος στὸ νη­σί. Στὴν ἀρ­χὴ χά­ρη­καν, μὰ γρή­γο­ρα ἐ­νο­χλή­θη­καν ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρό του ὕ­φος ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ φο­βη­θοῦν πὼς σύν­το­μα θὰ ἔ­φευ­γε κι αὐ­τὸς μὲ ἀ­πό­σπα­ση. Ἀ­να­ζη­τών­τας μὲ ἄγ­χος τὸ πιὸ κα­τάλ­λη­λο κα­τά­λυ­μα, μή­πως καὶ τὸν κα­λο­πιά­σουν, τὸ βρῆ­καν ἀ­μέ­σως στὸ δι­ώ­ρο­φο ἀρ­χον­τι­κὸ τῆς κυ­ρί­ας Θε­α­νῶς. Εἶ­δαν κι ἔ­πα­θαν νὰ τὴν πεί­σουν νὰ δώ­σει τὸν ἄ­δει­ο κά­τω ὄ­ρο­φο, ἦ­ταν κά­πως ἰ­δι­ό­τρο­πη καὶ δὲν νοί­κια­ζε πο­τὲ σὲ δη­μό­σιους ὑ­παλ­λή­λους. Μὰ αὐ­τὸν τὸν συμ­πά­θη­σε ἀ­νε­ξή­γη­τα.

       Εὐ­ρύ­χω­ρο καὶ ἄ­νε­το, μὲ ἕ­να με­γά­λο πε­ρι­φραγ­μέ­νο κῆ­πο, τὸ σπί­τι τοῦ φά­νη­κε πε­ρι­ποι­η­μέ­νο καὶ εὐ­χά­ρι­στο, μὲ γοῦ­στο στο­λι­σμέ­νο. Ἕ­να πα­χὺ χα­λὶ στὸ σα­λό­νι, γιὰ νὰ κρύ­βει τὸ φθαρ­μέ­νο πά­τω­μα, σκέ­φτη­κε κα­χύ­πο­πτα. Ἡ σκό­νη κά­τω ἀ­πὸ τὰ βα­ριὰ ἔ­πι­πλα εὐ­τυ­χῶς δὲν φαι­νό­ταν. Νά καὶ τὸ τζά­κι ποὺ τὸν ἔ­κα­νε ἀ­μέ­σως νὰ φαν­τά­ζε­ται σκη­νὲς τοῦ χει­μώ­να, τὶς φλό­γες νὰ στέλ­λουν λαμ­πρὲς ἀν­ταύ­γει­ες καὶ ν’ ἀν­τα­να­κλοῦν στὰ καμ­πυ­λω­τὰ πό­δια τοῦ τρα­πε­ζιοῦ, νὰ τρε­μο­παί­ζουν πά­νω στὸ μπρού­τζι­νο χε­ρού­λι τῆς πόρ­τας, νὰ φω­τί­ζουν τὸ μάρ­μα­ρο καὶ τὸ κά­τω μέ­ρος τῆς κα­μι­νά­δας. Στὴ μιὰ πλευ­ρὰ τοῦ τζα­κιοῦ μιὰ φαρ­διὰ πο­λυ­θρό­να ἦ­ταν ἤ­δη κα­λυμ­μέ­νη μὲ φλο­κά­τη, ἐ­νῶ πά­νω στὸν μπου­φὲ ἕ­να σερ­βί­τσιο τοῦ τσα­γιοῦ καὶ δυ­ὸ φω­το­γρα­φί­ες προ­πο­λε­μι­κὲς χρω­μά­τι­ζαν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα.

       Ἡ πρώ­τη μέ­ρα ἔ­σβη­νε μα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα κι αὐ­τὸς ἄϋ­πνος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι ἑ­τοι­μά­στη­κε νὰ ξα­πλώ­σει νω­ρὶς στὰ σεν­τό­νια ποὺ μύ­ρι­ζαν λε­βάν­τα. Μὰ πρὶν προ­λά­βει νὰ χα­ρεῖ τὴν ἀ­νά­παυ­ση καὶ νὰ σκε­φτεῖ ὁτι­δή­πο­τε, ἕ­να φτε­ρο­κό­πη­μα τὸν ἔ­κα­νε νὰ πε­τα­χτεῖ ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι γιὰ ν’ ἀ­νά­ψει πά­λι τὸ φῶς. Αὐ­τὸ ποὺ πε­τοῦ­σε δὲν ἦ­ταν ἔν­το­μο ξε­χα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι μή­τε που­λὶ πα­γι­δευ­μέ­νο. Ἦ­ταν μιὰ νυ­χτε­ρί­δα. Ψά­χνον­τας γιὰ τὴ σκού­πα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν πῶς καὶ πό­τε νὰ εἶ­χε μπεῖ. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἢ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­δύ­να­το. Ἀ­πὸ τὴν κα­μι­νά­δα μᾶλ­λον, ποὺ θὰ τὴν πέ­ρα­σε γιὰ σπή­λαι­ο καὶ ἐ­κεῖ ἐγ­κλω­βί­στη­κε. Πῆ­ρε τὴν σκού­πα κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴν κυ­νη­γᾶ μὰ οἱ πτή­σεις τοῦ ἱ­πτά­με­νου θη­λα­στι­κοῦ ἦ­ταν τό­σο ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὲς στὸν ψη­λο­τά­βα­νο κλει­στὸ χῶ­ρο ποὺ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὴν πε­τύ­χει τρέ­χον­τας προ­σε­κτι­κά, μὴν ἐ­νο­χλή­σει νυ­χτι­ά­τι­κα τὴν σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ὁ­μο­λό­γη­σε τὴν ἥτ­τα του κι ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὴν ἐλ­πί­δα πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα θὰ πε­τά­ξει πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς νύ­χτας, πρὸς τὴ φύ­ση ποὺ τὴν κα­λοῦ­σε. Καὶ νά ποὺ ὁ ἀ­πρό­σμε­νος ἐ­πι­σκέ­πτης χά­θη­κε. Θὰ ἔ­φυ­γε, σκέ­φτη­κε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση καὶ ἔ­πε­σε γιὰ ὕ­πνο.

       Ση­κώ­θη­κε χα­ρά­μα­τα. Μὰ μό­λις ἄ­να­ψε τὸ φῶς καὶ μπῆ­κε στὸ μπά­νιο, ἕ­να γνώ­ρι­μο φτε­ρο­κό­πη­μα φα­νέ­ρω­σε πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα ἦ­ταν ἀ­κό­μη μὲς στὸ σπί­τι. Εἶ­χε κά­νει ὅ­μως τὸ μοι­ραῖ­ο λά­θος. Σὲ τό­σο στε­νὸ χῶ­ρο τὰ πε­ρι­θώ­ρια ἑ­λιγ­μῶν της ἦ­ταν ἐ­λά­χι­στα. Ἡ σκού­πα αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν κα­τέρ­ρι­ψε στὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἐ­κεῖ γρά­φτη­κε τὸ τέ­λος της.

       Τὸ τέ­λος της; Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Ὁ δά­σκα­λος ποὺ γνώ­ρι­ζε γιὰ τὴν τύ­χη ποὺ φέρ­νουν τὰ ὀ­στὰ τῆς νυ­χτε­ρί­δας, ἔ­κο­ψε μὲ τὴν ψα­λί­δα τοῦ κή­που τὰ χει­ρό­πτε­ρά της καὶ τὰ ἔ­βα­λε σὲ ἕ­να ἄ­δει­ο γυ­ά­λι­νο βα­ζά­κι. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὴν ἀρ­τά­να γιὰ νὰ θά­ψει τὸ ὑ­πό­λοι­πο λει­ψὸ σῶ­μα, προ­σέ­χον­τας μὴν τὸν δεῖ κα­νεὶς καὶ ἀ­πο­ρή­σει τί κά­νει ἀ­ξη­μέ­ρω­τα στὸν κῆ­πο. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὴ μα­κά­βρια αὐ­τὴ τα­φὴ καὶ γύ­ρι­σε στὴν κά­μα­ρά του, σκέ­φτη­κε, κοι­τά­ζον­τας τὸ φο­νι­κὸ γού­ρι, τὰ κομ­μέ­να χει­ρό­πτε­ρα, πὼς δὲν ἄρ­χι­ζε ἄ­σχη­μα αὐ­τὸ τὸ φθι­νό­πω­ρο σὲ τοῦ­το τὸ νη­σί. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου (Ρό­δος, 1965). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Δη­μό­σια Δι­οί­κη­ση. Δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ πε­ζο­γρά­φος, ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἔγ­κρι­τες πε­ρι­ο­δι­κὲς καὶ ἐγ­κυ­κλο­παι­δι­κὲς ἐκ­δό­σεις. Σή­με­ρα δι­ευ­θύ­νει τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κο­ράλ­λι. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τῆς Δι­οι­κοῦ­σας Ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κω­στῆ Πα­λα­μᾶ. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο δο­κι­μί­ου τοῦ PENClub καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Φω­τέα γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ἐ­ναν­τί­ον τοῦ χρό­νου Τὸ 2011 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης (European Union Prize for Literature) γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Ἀγ­κρι­τζέν­το, τὸ ὁ­ποῖ­ο με­τα­φρά­στη­κε στὰ ἰ­τα­λι­κά, τὰ πο­λω­νι­κά, τὰ σερ­βι­κά, τὰ κρο­α­τι­κὰ καὶ τὰ ἀλ­βα­νι­κά. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ κύ­κλος τοῦ χώ­μα­τος (Κα­στα­νι­ώ­της, 2017).

Πηγὴ Κούτση: Ἡ ρουτίνα


Πη­γὴ Κού­τση


Ἡ ρου­τί­να


ΙΧΕ ΦΤΑΣΕΙ ἀ­πό­γευ­μα καὶ ὁ Μπὲν ἀ­σχο­λοῦν­ταν μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ρου­τί­να. Φρόν­τι­σε τὴν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα γιὰ τὴ βρα­δι­νὴ λει­τουρ­γί­α, φό­ρε­σε τὰ φρε­σκο­πλυ­μέ­να του ἄμ­φια, ἔ­λεγ­ξε τὸν χῶ­ρο ποὺ θὰ ὑ­πο­δε­χό­ταν σὲ λί­γο τὸ ποί­μνιο γιὰ τὸ ἐκ­κλη­σί­α­σμα. Τὸν ἀ­έ­ρι­σε λί­γο γιὰ νὰ τὸν ἐ­ξα­γνί­σει ὁ κρύ­ος ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τῶν προ­η­γού­με­νων θρη­σκευ­ό­με­νων.

       Δὲν ἔ­νι­ω­θε πο­λὺ κα­λὰ σή­με­ρα. Ἕ­νας πο­νο­κέ­φα­λος ἀ­πὸ χθὲς τὸν τα­λαι­πω­ροῦ­σε καὶ τοῦ στε­ροῦ­σε τὴ δύ­να­μη τοῦ λό­γου του, ὅ­ταν μι­λοῦ­σε στοὺς πι­στούς. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τοῦ χα­λοῦ­σε τὴ δι­ά­θε­ση ἢ οἱ σκέ­ψεις ποὺ ἔ­χει τε­λευ­ταῖα γιὰ τὸ λει­τούρ­γη­μά του.

        Τὰ χέ­ρια του δὲν συ­νερ­γά­ζον­ταν ὅ­πως πα­λιὰ στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῆς Θεί­ας Κοι­νω­νί­ας. Στα­μά­τη­σε καὶ στά­θη­κε λί­γο σα­στι­σμέ­νος. Τὰ κοί­τα­ξε καὶ τὰ κού­νη­σε γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει ὅ­τι δὲν ἔ­πα­θαν κά­τι. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τί­πο­τα. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι χά­νει τὴν πί­στη του. Καὶ ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἔλ­λει­ψη πί­στης ἄρ­χι­ζε νὰ φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του. Κα­τά­λα­βε μιὰ φλέ­βα στὸ κε­φά­λι του νὰ φου­σκώ­νει ἀ­πὸ τὴν ἔν­τα­ση τῆς ἐ­νο­χῆς, ὁ πο­νο­κέ­φα­λος νὰ με­γα­λώ­νει, ἡ ἀ­να­πνο­ή του νὰ δυ­σκο­λεύ­ει. Στὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα λο­γι­κῆς ποὺ τοῦ ἔ­μει­ναν ἔ­τρε­ξε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο.

        Κοί­τα­ξε τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ γιὰ αὐ­τὸν ἀ­πὸ μι­κρὸ παι­δὶ ἦ­ταν ἡ ἐν­σάρ­κω­ση τῆς ἀ­πό­λυ­της στή­ρι­ξης καὶ τῆς Ἀ­γά­πης. Ὀρ­φα­νὸς κα­θὼς ἦ­ταν, ἀ­πο­τέ­λε­σε γιὰ αὐ­τὸν τὸν Ἰ­δα­νι­κὸ Πα­τέ­ρα καὶ Μη­τέ­ρα μα­ζί. Τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε ὅ­ταν ὁ πό­νος τῆς ἄ­θλιας ζω­ῆς του δὲν ἀν­τε­χό­ταν καὶ ἡ πα­γω­νιὰ τῆς ψυ­χῆς του ἔ­ψα­χνε θαλ­πω­ρή.

        Γο­νά­τι­σε. Ἡ μύ­τη του ἄ­νοι­ξε καὶ ζε­στὸ αἷ­μα ἄρ­χι­σε νὰ στά­ζει στὴ βά­ση τοῦ Σταυ­ροῦ. Τὰ δά­κρυ­α ἀ­κο­λού­θη­σαν σὲ λί­γο τὴ δι­α­δρο­μὴ τοῦ αἵ­μα­τος καὶ αὐ­τὸ τὸ ἀ­νορ­θό­δο­ξο μεῖγ­μα ζη­τοῦ­σε συγ­χώ­ρε­ση γιὰ τὴν ἔλ­λει­ψη πί­στης.

        Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ συλ­λά­βει ὅ­τι πιὰ δὲν πί­στευ­ε ὅ­πως πα­λιά. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δε­χτεῖ. Τί συ­νέ­βη; Πῶς μπο­ροῦ­σε νὰ προ­δώ­σει τὸν Πα­τέ­ρα του; Τὸ στο­μά­χι του σφί­χτη­κε, ἔ­γι­νε ἕ­νας δυ­να­τὸς κόμ­πος. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­σά­νει. Σκέ­φτη­κε νὰ φω­νά­ξει γιὰ βο­ή­θεια. Τὴν ἀρ­νή­θη­κε μέ­σα του τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πο­φέ­ρει, τὸ ἄ­ξι­ζε. Ἄρ­χι­σε βου­βὰ νὰ προ­σεύ­χε­ται. Νὰ ζη­τά­ει συγ­χώ­ρε­ση γιὰ τὸν ξε­πε­σμό του, νὰ Τὸν κα­λεῖ νὰ ἔρ­θει γιὰ νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τω­λὲς σκέ­ψεις του. Ἡ προ­σευ­χή του ἄρ­χι­σε νὰ γί­νε­ται πιὸ ἐ­πι­τα­κτι­κή. Τὸν ἤ­θε­λε μπρο­στά του ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα. Ὁ Χρι­στὸς ὅ­μως δὲν ἐρ­χό­ταν. Δὲν τὸν κα­τα­δε­χό­ταν. Ξά­πλω­σε στὸ πα­γω­μέ­νο πά­τω­μα καὶ σπαρ­τα­ροῦ­σε ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ τὴ συν­τρι­βή. Δὲν ἦ­ταν ἄ­ξιος νὰ ἀ­γα­πη­θεῖ.

        Σι­ω­πή. Σκο­τά­δι. Ἕ­να σάρ­κι­νο σα­κὶ χω­ρὶς ψυ­χή. Ὁ σταυ­ρὸς στὸν λαι­μὸ του εἶ­χε σπά­σει. Τὸν κοί­τα­ξε καὶ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἦ­ταν μό­νος. Ὁ Μπὲν δὲν θὰ ἀ­σχο­λού­ταν πιὰ μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη τοu ρου­τί­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἡ κομμένη φωτογραφία


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Ἡ κομ­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α


Ο ΞΥΛΙΝΟ ΚΟΥΤΑΚΙ μὲ τὶς ἀ­σπρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φί­ες στὸν μι­σαν­τρὰ τοῦ χω­ριοῦ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε εὐ­και­ρια­κὴ προ­σφυ­γή του, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν εἶ­χαν πιὰ με­τα­δη­μο­τεύ­σει, κα­θὼς ὁ θά­να­τος εἶ­χε ἀ­φή­σει πολ­λὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὰ γύ­ρω του. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πει­κό­νι­ζαν τὸν ἐ­κλι­πόν­τα θεῖ­ο σὲ νε­α­νι­κὴ (πῶς ἀλ­λι­ῶς) ἡ­λι­κί­α ἢ τὸν πα­τέ­ρα στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς θη­τεί­ας, ἐ­λά­χι­στες ἀ­κό­μη συγ­γε­νεῖς ἢ φί­λους. Τοῦ κι­νοῦ­σε πάν­το­τε τὴν πε­ρι­έρ­γεια μιὰ ἐν­τε­λῶς ἀ­ταί­ρια­στη, γιὰ δύ­ο λό­γους. Ὁ πρῶ­τος για­τί ἀ­πει­κό­νι­ζε τὴ για­γιὰ Λέ­νω, ἀ­συ­νή­θι­στα νέ­α, ντυ­μέ­νη (στὰ μαῦ­ρα βέ­βαι­α) κά­πως πιὸ ἐ­πί­ση­μα, καὶ τὸν πα­τέ­ρα του δί­πλα, μὲ ροῦ­χα τῆς πό­λης καὶ τι­ράν­τες, νέ­ο κι ἀ­γέ­ρω­χο. Ὁ δεύ­τε­ρος για­τί ἦ­ταν κομ­μέ­νη καὶ τῆς ἔ­λει­πε τὸ πά­νω δε­ξὶ μέ­ρος δί­πλα στὸν πα­τέ­ρα. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ὑ­πῆρ­χε πε­ρι­ο­ρι­σμὸς στὶς ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ τε­θοῦν, χω­ρὶς πάν­τως ρη­τὴ ἀ­πα­γό­ρευ­ση. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν οἱ ἀ­πει­κο­νι­ζό­με­νοι εἶ­χαν ἀ­πο­βι­ώ­σει καὶ ὁ κό­σμος καὶ οἱ οἰ­κο­γε­νεια­κοὶ ρό­λοι εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει, πῆ­ρε τὴν ἀ­πάν­τη­ση ἀ­πὸ τὴ μά­να του, ὅ­σα τέ­λος πάν­των ἤ­ξε­ρε κι ἐ­κεί­νη. Ὅ­ταν λοι­πὸν ὁ Μ. ἀ­πο­λύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ναυ­τι­κό, τὸ δύ­σκο­λο ἔ­τος 1948 τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου, τὸ ὀ­ρει­νὸ χω­ριὸ τῆς Ἠ­πεί­ρου εἶ­χε ἐκ­κε­νω­θεῖ μὲ κυ­βερ­νη­τι­κὴ ἐν­το­λὴ καὶ οἱ κά­τοι­κοι ἐ­κτο­πί­στη­καν εἴ­τε σὲ μιὰ γει­το­νι­κὴ κω­μό­πο­λη εἴ­τε στὴν πρω­τεύ­ου­σα τοῦ νο­μοῦ. Ὄν­τας ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ ἡ ἐ­πι­στρο­φή, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μεί­νει στὴν Ἀ­θή­να κά­νον­τας εὐ­και­ρια­κὲς δου­λει­ές. Τό­τε ἦ­ταν πού, ὅ­πως συ­νη­θι­ζό­ταν, ἰ­δι­ο­ποι­ή­θη­κε ἕ­να οἰ­κό­πε­δο στὸ Πέ­ρα­μα. Στὴν ἴ­δια πε­ρι­ο­χὴ φαί­νε­ται πὼς γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­πο­κε­κομ­μέ­νη τῆς φω­το­γρα­φί­ας. Τε­λει­ώ­νον­τας ὁ ἐμ­φύ­λιος, μὲ τὸν ἐ­πα­να­πα­τρι­σμὸ τέ­λει­ω­σε καὶ ἡ ὑ­πο­μο­νὴ τῆς Λέ­νως. Μο­λο­νό­τι ζοῦ­σε ἀ­κό­μη ὁ ἄν­τρας της, πῆ­ρε ἡ ἴ­δια τὸν δρό­μο γιὰ τὴν πρω­τεύ­ου­σα. Μὲ τί ἑλ­λη­νι­κά, τί χρή­μα­τα, τί γε­ω­γρα­φι­κὲς γνώ­σεις, κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ Πέ­ρα­μα καὶ μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ πα­λι­κα­ριοῦ στὸ χέ­ρι ἔ­φτα­σε στὸν προ­ο­ρι­σμό της. Ἀ­να­φώ­νη­σε, λέ­ει, τὴ φρά­ση «τὸ δι­κό μου τὸ παι­δί», κι ὡς ἐ­κεῖ ξέ­ρου­με. Ὁ Μ. πάν­τως ἐ­πέ­στρε­ψε μα­ζί της στὸ χω­ριό. Δὲν δό­θη­κε πο­τὲ κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση, πῶς βρέ­θη­καν στὴν ἴ­δια φω­το­γρα­φί­α μά­να, γιὸς καὶ ἀ­πο­κομ­μέ­νη. Οὔ­τε ἂν ἡ τε­λευ­ταί­α ἦ­ταν τὸ ἴ­διο πρό­σω­πο μὲ μιὰ ὄ­μορ­φη πο­δη­λά­τισ­σα σὲ ἡ­μι­α­στι­κὸ το­πί­ο, ἄλ­λης φω­το­γρα­φί­ας στὸ ἴ­διο ξύ­λι­νο κου­τί.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Ἄ, ρὲ μάνα



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Ἄ ρέ, μά­να


ΙΧΑ ΚΟΙΜΗΘΕΙ μό­νο δύ­ο ὧ­ρες. Τὸ με­ση­μέ­ρι ζή­τη­σα ν’ ἀλ­λά­ξουν οἱ σκο­πι­ὲς γιὰ νὰ νὰ πά­ω στὴν ἀ­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γί­α στὸ δι­πλα­νὸ χω­ριό. Μοῦ φαι­νό­ταν μιὰ πρά­ξη ἀν­θρώ­πι­νη. Στὸ στρα­τό­πε­δο ἦρ­θε ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας στὶς 11 τὸ βρά­δυ. Μα­ζευ­τή­κα­με καὶ ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σε με­ρι­κὲς εὐ­χὲς καὶ τὸ εὐ­αγ­γέ­λιο, εἴ­πα­με τὸ «Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη». Ἄ­χα­ρη Ἀ­νά­στα­ση.

       Μὲ εἶ­χαν ὑ­πη­ρε­σί­α στὴν πύ­λη. Ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α ἐ­πέ­στρε­ψα κα­τευ­θεί­αν στὴ σκο­πιὰ στὶς δύ­ο τὸ πρωΐ. Εἶ­χα κοι­νω­νή­σει καὶ δὲν ἔ­νι­ω­θα κού­ρα­ση. Ἤ­μουν χα­ρού­με­νος. Μέ­σα μου συν­τε­λοῦν­ταν μιὰ ἀ­νά­στα­ση ἀ­πὸ τὸ δρά­μα τῶν προ­η­γού­με­νων ἡ­με­ρῶν. Σι­γο­έ­ψαλ­λα τὸ «Ἀ­να­στά­σε­ως ἡ­μέ­ρα λαμ­πρυν­θῶ­μεν λα­οί, Πά­σχα Κυ­ρί­ου, Πά­σχα». Δά­κρυ­ζα. Σκε­φτό­μουν τὸ σπί­τι καὶ τοὺς συγ­γε­νεῖς ποὺ σὲ λί­γο θὰ ἔ­ψη­ναν τὸ ἀρ­νὶ στὸ χω­ριό. Ἄ­δεια μοῦ εἶ­χαν δώ­σει τὴ Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα. Ἐ­πέ­στρε­ψα τὴ Με­γά­λη Πέμ­πτη. Οἱ «κα­λὲς» μέ­ρες δί­νον­ταν σὲ ὅ­σους εἶ­χαν μέ­σον. Οἱ ἄλ­λοι… στὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­λη τὴ Μ. Ἑ­βδο­μά­δα τὸ στρα­τό­πε­δο ἦ­ταν σὲ ἀ­να­βρα­σμό. Τὸ Πά­σχα θὰ τὸ γι­όρ­τα­ζε μα­ζί μας ὁ στρα­τη­γὸς μὲ τὴ γυ­ναί­κα του. Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­ψα ἀ­πὸ τὴν ἄ­δεια ὣς καὶ τὸ Μ. Σάβ­βα­το ὅ­λοι κοι­μό­μα­σταν ἐ­λά­χι­στα. Γυ­α­λί­ζα­με ἅρ­μα­τα μά­χης καὶ τζὶπ στὸν ὄρ­χο, σκου­πί­ζα­με, ἀ­πο­ψι­λώ­να­με ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα τὸ στρα­τό­πε­δο, μὲ τὰ χέ­ρια, ἀ­φοῦ τὰ σκα­πτι­κὰ δὲν ἔ­φτα­ναν γιὰ ὅ­λους, ἀ­σβε­στώ­να­με τοί­χους. Με­τέ­φε­ρα ἕ­να τρέ­ι­λερ γε­μά­το χόρ­τα. Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ δέ­σω στὸν κο­τσα­δό­ρο τοῦ τζίπ. Δὲν εἶ­χα βο­ή­θεια. Τὸ τρέ­ι­λερ κύ­λη­σε καὶ μοῦ ἔ­πι­α­σε τὸ χέ­ρι. Πά­λευ­α νὰ τὸ βγά­λω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα. Τὸ χέ­ρι ἄρ­χι­σε νὰ πρή­ζε­ται. Περ­νοῦ­σε τυ­χαῖα ἕ­νας ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς καὶ μὲ εἶ­δε. Ἔ­σπρω­ξε τὸ τρέ­ι­λερ κι ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σα τὸ χέ­ρι. «Πά­γο» μοῦ εἶ­πε. «Μὴν πᾶς στὸ για­τρὸ για­τὶ θὰ σὲ τι­μω­ρή­σουν. Θὰ ποῦν ὅ­τι τὸ ἔ­κα­νες ἐ­πί­τη­δες γιὰ ἀ­ναρ­ρω­τι­κή.»

       Τὸν ἄ­κου­σα. Ἔ­βα­ζα πά­γο καὶ τὸ ἔ­κρυ­βα στὴν τσέ­πη. Εὐ­τυ­χῶς ποὺ δὲν ἔ­σπα­σε. Μὲ πο­νοῦ­σε πο­λὺ ὅ­μως.

       Τὴν Κυ­ρια­κὴ τὸ πρω­ῒ δὲν μὲ ἄ­φη­σαν νὰ πά­ω στὸ προ­σκλη­τή­ριο. «Μεῖ­νε στὴ σκο­πιά» μοῦ εἶ­πε ὁ ἔ­φε­δρος ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς ποὺ ἦ­ταν ὑ­πη­ρε­σί­α στὸ φυ­λά­κιο τῆς πύ­λης. «Θὰ ἔρ­χον­ται ἐ­πί­ση­μοι καὶ εἶ­σαι ἀ­πὸ τοὺς λί­γους μὲ σι­δε­ρω­μέ­νη στο­λή.» «Ἄ ρέ, μά­να», σκέ­φτη­κα. «Τί μοῦ ἔ­κα­νες;» Θυ­μή­θη­κα μὲ τί σχο­λα­στι­κό­τη­τα σι­δέ­ρω­νε τὰ φρε­σκο­πλυ­μέ­να ροῦ­χα μου. «Ποι­ός ξέ­ρει πό­τε θὰ ξα­ναρ­θεῖς» ἔ­λε­γε. Κόν­τευ­ε δώ­δε­κα τὸ με­ση­μέ­ρι καὶ ἀ­κό­μη δὲν μὲ εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει. Δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κα. Ἤ­μουν νη­στι­κός. Ὁ ἔ­φε­δρος μὲ ἄ­φη­σε μό­νο δέ­κα λε­πτὰ νὰ ξε­μου­διά­σω καὶ νὰ φά­ω κά­τι, για­τὶ ὁ ἀν­τι­κα­τα­στά­της μου ἦ­ταν γιὰ κλά­μα­τα. Ἡ στο­λὴ τοῦ ἐρ­χό­ταν μι­κρὴ καὶ εἶ­χε παν­τοῦ τσα­λά­κες. Ἀ­νέ­λα­βα πά­λι. Ζα­λι­ζό­μουν, ἀλ­λὰ σὲ ποι­όν νὰ τὸ πῶ. Τὰ μά­τια μου βούρ­κω­ναν. Κα­τὰ τὴ μί­α ἔ­γι­νε πα­νι­κός. Κα­τέ­βη­κε ὁ δι­οι­κη­τὴς καὶ οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ στὴν πύ­λη. Ἐρ­χό­ταν ὁ στρα­τη­γός. Με­τὰ τὰ «πα­ρου­σιά­στε», τὰ «στρα­τι­ώ­της τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων κλπ.» γιὰ τὴν ὑ­πο­τι­θέ­με­νη γνω­ρι­μί­α, πῆ­ρα πά­λι τὴ θέ­ση μου στὴ σκο­πιά. Μὲ φώ­να­ξε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως ὅ­μως ὁ ἔ­φε­δρος. Μᾶς εἶ­χαν στή­σει ὅ­λους τοῦ φυ­λα­κί­ου τὸν ἕ­ναν δί­πλα στὸν ἄλ­λον σὰν γιὰ ἐ­κτέ­λε­ση. Μᾶς ἔ­δω­σαν ἀ­πὸ ἕ­να αὐ­γό. Τὸ μυα­λό μου κοι­μό­ταν. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πολ­λά. Μό­νο τὴ φω­νὴ τοῦ στρα­τη­γοῦ νὰ μὲ ρω­τά­ει ἀ­πὸ ποῦ εἶ­μαι καὶ «Δέ­κα μέ­ρες ἄ­δεια στὸν Καρ­δι­τσι­ώ­τη». Τσουγ­κρί­σα­με καὶ τοῦ ἔ­σπα­σα τὸ αὐ­γό. Μᾶλ­λον ἡ ἔκ­φρα­σή μου ἔ­δει­χνε ὅ­τι δὲν τὸ πί­στευ­α καὶ γι’ αὐ­τὸ πιὸ δυ­να­τὰ καὶ ἐ­πι­τα­κτι­κὰ ὁ στρα­τη­γὸς εἶ­πε στὸν δι­οι­κη­τή: «Φεύ­γει τώ­ρα!». «Ἄ ρέ, μά­να» ἦ­ταν τὸ μό­νο ποὺ σκέ­φτη­κα.

       Μὲ ὠ­το­στόπ, λε­ω­φο­ρεῖ­α καὶ τραῖ­να στὶς δύ­ο τὸ βρά­δυ ἔ­φτα­σα στὸ σπί­τι κι ἔ­βα­λα τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος: Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα



Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα


μο­νά­χα ὅ­ταν τὰ χέ­ρια μου σὲ χά­νουν,
ἡ πο­νε­μέ­νη φαν­τα­σί­α μου σὲ κερ­δί­ζει.
Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος, «Ἀ­να­στο­λὴ»

ΥΡΙΣΕ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν ντου­λά­πα. Πρῶ­τα τὸ δε­ξιὸ φύλ­λο ποὺ ἔ­τρι­ξε ἀ­πὸ τὴν ἀ­χρη­σί­α. Γκρι­νιά­ζει κι αὐ­τὴ μὲ τὸν τρό­πο της —σκέ­φτη­κε— ποὺ χέ­ρι δὲν τὴν ἀ­νοί­γει πιά. Ὅ­λα το­πο­θε­τη­μέ­να μὲ τά­ξη καὶ σει­ρά. Χώ­θη­κε ὁ­λό­κλη­ρος λὲς καὶ ἤ­θε­λε νὰ τ᾿ ἀ­γα­πή­σει γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψουν οἱ μπλοῦ­ζες, νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει κι ἐ­κεῖ­νο τὸ τα­γι­ὲρ ποὺ φό­ρα­γε τὴν ἄ­νοι­ξη, νὰ τὸν τυ­λί­ξει καὶ τὸ μαν­τὼ ποὺ τό­σο τῆς πή­γαι­νε. Μαν­τα­ρί­νι, κισ­σός, ὀρ­χι­δέ­α πυρ­πό­λη­σαν τὶς αἰ­σθή­σεις του καὶ ζα­λι­σμέ­νος πι­σω­πά­τη­σε. Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα κρε­μό­ταν τε­λευ­ταί­α δί­χως νὰ τὴν ἔ­χει ξε­θω­ριά­σει ὁ χρό­νος. Δί­στα­σε. Τὴν ἄ­νοι­ξε πά­νω στὸ κρε­ϐ­ά­τι, τὴ σι­δέ­ρω­σε μὲ τὶς πα­λά­μες του, τὴ δί­πλω­σε προ­σε­κτι­κά, τὴν τα­κτο­ποί­η­σε στὸ σα­κί­διό του – ἄ­στα­τος ὁ και­ρὸς τε­λευ­ταῖ­α, δὲν εἶ­ναι παῖ­ξε-γέ­λα­σε. Ὕ­στε­ρα, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ φύλ­λο. Ἐ­δῶ δὲν χρο­νο­τρί­ϐ­η­σε. Φό­ρε­σε τὸ κα­ρὼ που­κά­μι­σο ποὺ τοῦ εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει ἐ­κεί­νη – «τώ­ρα εἶ­σαι ὁ­λό­ι­διος ὁ Ρόμ­περτ Ρέν­τφορντ στὸ Γη­τευ­τὴ τῶν ἀ­λό­γων, ὁ γη­τευ­τὴς τῆς δι­κῆς μου ζω­ῆς, μὴν σοῦ πῶ καὶ κα­λύ­τε­ρος», τοῦ εἶ­χε πεῖ ἡ Δε­σποι­νι­ὼ στὴν ἐ­πέ­τει­ο τοῦ γά­μου τους πρὶν ἀ­πὸ κάμ­πο­σα χρό­νια.

       Πά­στρε­ψε γιὰ λί­γη ὥ­ρα τὸ σπί­τι, τα­κτο­ποί­η­σε τὰ πιά­τα στὴν κου­ζί­να, πῆ­ρε ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ κι ἔ­κα­με τὸ χρέ­ος του. Σὲ λί­γο βγῆ­κε ἔ­ξω νὰ κά­μει ἕ­να τσι­γά­ρο. Δὲν τὸν χώ­ρα­γε ὁ τό­πος, δὲν τὸν χώ­ρα­γε τὸ σῶ­μα του. Δε­κά­ρα δὲν ἔ­δι­νε γιὰ τὶς συ­μϐ­ου­λὲς τοῦ για­τροῦ.

       Ἔ­σκυ­ψε μὲ δυ­σκο­λί­α· ἄ­φη­σε τὸ κλει­δὶ τῆς γκαρ­σο­νι­έ­ρας ποὺ νοί­κια­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὸ χα­λά­κι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας μα­ζὶ μ᾿ ἕ­να γράμ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, γιὰ τὸν Κώ­στα. Θὰ κα­τα­λά­ϐ­ει αὐ­τός, συλ­λο­γί­στη­κε. Τὰ βή­μα­τά του τὸν ἔ­φε­ραν στὸν κου­ρέ­α τῆς γει­το­νιᾶς. «Κού­ρε­μα καὶ κόν­τρα ξύ­ρι­σμα, πα­ρα­κα­λῶ.» «Ἄν­τε καὶ γαμπρός, Νι­κή­τα», τοῦ εὐ­χή­θη­κε ὁ Θε­ό­φι­λος —φτυ­στὸς ὁ Δι­ο­νύ­σης Πα­πα­γι­αν­νό­που­λος στὸ Λού­να Πὰρκ— κι ἀ­μέ­σως δαγ­κώ­θη­κε μὲ τὴ γκά­φα του. «Μὲ τὸ συμ­πά­θιο», συ­νέ­χι­σε αὐ­τὸς χω­ρὶς νὰ τσιγ­κου­νευ­τεῖ τὴν Old Spice, «ἀλ­λὰ δὲν μοῦ ἔ­χεις πεῖ πο­τὲ πό­σα χρό­νια κου­ϐ­α­λᾶς στὴν καμ­πού­ρα σου».

       Γέ­λα­σε καὶ τοῦ ᾿πε: «χον­τρι­κά, πάν­τα χον­τρι­κά, Θε­ό­φι­λε, λί­γο προ­τοῦ πε­θά­νω…» «Κου­νή­σου ἀπ᾿ τὴ θέ­ση σου, ἄν­θρω­πέ μου», τοῦ εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος καὶ σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε. «Τὸ μό­νο ποὺ εὔ­χο­μαι εἶ­ναι ἐ­κεῖ ποὺ θὰ πά­ω νὰ βρῶ ἕ­να ψα­λί­δι σὰν τὸ δι­κό σου, Θε­ό­φι­λε.»

       Γιὰ μιὰ στιγ­μή, κα­θὼς γύ­ρι­σε, εἶ­δε τὸ πρό­σω­πο τῆς Δε­σποι­νι­ῶς, ὅ­πως τὸ χά­ρα­ξε ὁ νοῦς του μέ­σα στὸν κα­θρέ­φτη, νὰ δι­α­νεύ­ει σὰν ἀ­ε­ρι­κό. Χα­μο­γέ­λα­σε. «Ἄ, μὴν ξε­χά­σεις, τὴν ἀ­γά­πη μου στὴν Οὐ­ρα­νί­α», τοῦ ἔ­γνε­ψε ὁ Νι­κή­τας κλεί­νον­τας τὴν πόρ­τα καὶ κον­το­στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μή: «Πο­τὲ δὲν ἤ­μουν κα­λύ­τε­ρα, Θε­ό­φι­λε. Ὕ­πνος καὶ ξύ­πνιος εὔ­κο­λα ζευ­γα­ρώ­νουν, μέ­χρι νὰ κά­νεις πφφ καὶ νὰ πε­ρά­σεις στὸ σκο­τει­νὸ τὸ θά­λα­μο».

       Στα­μά­τη­σε στὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ Γκί­κα κι ἔ­παι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α παρ­τί­δα τά­ϐ­λι μὲ τὸν Ἀρ­γύ­ρη – ὅ­λο δι­πλὰ σή­με­ρα· ἦ­ταν, φαί­νε­ται, ἡ μέ­ρα του. Ἀν­τάλ­λα­ξαν —ὅ­πως πάν­τα— λί­γα λό­για γιὰ τὰ τρέ­χον­τα, ἤ­πια­νε τὸ σα­ϐ­ϐ­α­τια­νό τους μὲ με­ζέ, ἔ­ϐ­α­λε μιὰ ἐ­λιὰ στὸ στό­μα, γέ­μι­σε καὶ τὸ φλα­σκί του γιὰ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κης. Ἀ­πο­χαι­ρε­τή­θη­καν. Στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς γω­νί­ας ἀ­γό­ρα­σε πα­κέ­το. Ἀ­πὸ τὰ βα­ριά.

       Τό ᾿χε πά­ρει ἀ­πό­φα­ση. Ὅ­ταν ἔ­χα­σε τὴ δου­λειά του, δὲν τὸν πεί­ρα­ξε. Οὔ­τε σκο­τί­στη­κε ποὺ ἡ σύν­τα­ξη δὲν φτού­ρα­γε γιὰ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μή­να. Οὔ­τε ἔ­σκα­σε ὅ­ταν τοῦ κα­τα­σχέ­σα­νε τὸ σπί­τι. Οὔ­τε τά ᾿βα­ψε μαῦ­ρα σὰν χά­λα­σε γιὰ πάν­τα ἡ ὑ­γεί­α του. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τό, ἔ­λε­γε φι­λο­σο­φών­τας κά­θε φο­ρά, ἔ­τσι γιὰ νὰ πα­ρη­γο­ρι­έ­ται. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τό. Μιὰ μέ­ρα… ἔ­μει­νε μι­σός. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τή. Μαγ­κού­φη καὶ τσαγ­κό, τὸν ἔ­λε­γαν, ἐ­πει­δὴ ἀ­πέ­φευ­γε ἔ­κτο­τε τὶς πολ­λὲς συ­να­να­στρο­φές. Πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν πεί­ρα­ξε ποὺ δὲν τή­ρη­σε τὴν ὑ­πό­σχε­σή του καὶ δὲν τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε.

       Πί­σω δὲν κοί­τα­ξε καὶ τρά­ϐ­η­ξε κα­τὰ πά­νω. Στὸ δρό­μο συ­νάν­τη­σε ξω­μά­χους. «Πῶς ἀ­πὸ δῶ;» τοὺς ρώ­τη­σε. Κι ἐ­κεῖ­νοι χα­μο­γέ­λα­σαν καὶ προ­σπέ­ρα­σαν. Ὁ πε­ρί­πα­τος στὸ βου­νὸ τὸν ἀ­να­ζω­ο­γό­νη­σε. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ εἰ­σέ­ϐ­α­λε μέ­σα του καὶ τὸν μέ­θυ­σε. Σὲ λί­γο ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ἄ­ρα­ξε σ᾿ ἕ­να πε­ζού­λι. Οἱ χυ­μοὶ ἀ­νέ­ϐ­αι­ναν ἀ­πὸ τὶς ρί­ζες. Φού­σκω­ναν τὰ μά­τια τῶν δέν­τρων. Ἴ­δια κι ἡ ψυ­χή του πλημ­μύ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὴν κραι­πά­λη τῶν χρω­μά­των, κι ὅ­λα τὸν ἔ­κα­ναν δι­κό τους, κι ὅ­λα γί­νον­ταν κα­θρέ­φτης νὰ δεῖ μέ­σα τους πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα, πά­θη κι ἀ­γά­πες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιά, τὰ γκρί­ζα χρό­νια.

       Ἔϐαλε τὸ χέ­ρι ἀν­τή­λιο. Τὰ πλε­ού­με­να γλι­στροῦ­σαν στὴν ὑ­γρὴ ἐ­πι­φά­νεια καὶ σὲ λί­γο ἔ­σϐ­η­ναν ἀ­πὸ μπρο­στά του, ὅ­πως κλεί­νεις γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὰ μά­τια καὶ ἀ­νε­παι­σθή­τως κα­ρώ­νεις τὸν αἰ­ώ­νιο ὕ­πνο. Εἶ­δε καὶ τὴν Πε­λο­πόν­νη­σο ποὺ αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα φάν­τα­ζε σὰν ζῶ­ο ξα­πλω­μέ­νο· καὶ τὴν Αἴ­γι­να ἀ­μέ­ρι­μνη νὰ τα­ξι­δεύ­ει πά­νω σ᾿ ἕ­να πλα­τα­νό­φυλ­λο. Φο­ϐ­ή­θη­κε μή­πως δὲν τὴν ἀν­τέ­ξει τό­ση ὀ­μορ­φιὰ καὶ κά­νει πί­σω, φο­ϐ­ή­θη­κε μή­πως σπά­σει ἀ­πὸ τὸ φῶς. Ἔ­κλει­σε γιὰ ὥ­ρα τὰ μά­τια κι αἰ­σθάν­θη­κε τὸ οὐ­ρα­νο­θά­λασ­σο καὶ τὰ δέν­τρα καὶ τὸ βου­νὸ ὁ­λά­κε­ρο νὰ μπαί­νει μέ­σα του, νὰ γί­νε­ται ὁ ἴ­διος χῶ­μα καὶ νε­ρό, ἥ­λιος, σύν­νε­φο καὶ μώϐ, λὲς κι ἡ ζω­ή του μό­λις ξε­κι­νοῦ­σε.

       Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι σὲ μιὰ πέ­τρα καὶ τὴ χά­ι­δε­ψε μὲ στορ­γὴ λὲς κι αὐ­τὴ ἡ πέ­τρα συμ­πύ­κνω­νε τὸ σπό­ρο τῆς φω­τιᾶς ποὺ γιὰ χρό­νια ἀ­δρά­νειας καὶ σι­γῆς κρύ­ϐ­ε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα νὰ ξα­να­γεν­νη­θεῖ. Ἀ­φυ­πνί­στη­κε ἀ­πὸ ἕ­να ἀγ­κά­θι ποὺ τοῦ μά­τω­σε τὸ δά­χτυ­λο. Ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο ξε­πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Μιὰ σκιὰ στά­θη­κε πί­σω του καὶ σὰν με­τά­ξι τὸν ἄγ­γι­ξε. Το ᾿ξε­ρε! Μιὰ ζω­ὴ αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ σύν­θη­μά τους. «Δε­σποι­νι­ώ!» εἶ­πε ξαφ­νι­α­σμέ­νος. «Ἐ­σύ;»

       Ἀ­να­θάρ­ρε­ψε. Λύ­θη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἡ σι­ω­πή του καὶ ἄ­να­ψε τὸ γέ­λιο μέ­σα του. Μέ­τρη­σαν τὰ χρό­νια κι ἀ­να­λο­γί­στη­καν πό­σο γρή­γο­ρα ἐ­ρη­μώ­νει ὁ ἄν­θρω­πος σὰν μέ­νει μαγ­κού­φης καὶ τί­πο­τα δὲν πε­ρι­μέ­νει. Μί­λη­σαν γιὰ τὰ πα­λιά, τὰ χι­λι­ο­ει­πω­μέ­να, τὰ δι­κά τους, μί­λη­σαν καὶ γιὰ τ᾿ ἄλ­λα, τὰ σκο­τει­νά, τ᾿ ἀ­νο­μο­λό­γη­τα. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ κά­ποι­ες πα­ραλ­λα­γές. Εἶ­παν νὰ τὰ ἱ­στο­ρή­σουν κά­πως ἀ­ό­ρι­στα, σὲ τρί­το πρό­σω­πο, λὲς καὶ ὅ­λα τοῦ­τα συ­νέ­ϐ­η­σαν σὲ ξέ­νους.

       Κου­ϐ­έν­τα στὴν κου­ϐ­έν­τα, κά­πνι­σαν ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πα­κέ­το. Στὸ τέ­λος τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὸ και­νού­ριο σπί­τι, ἂν εἶ­ναι στε­νά­χω­ρο, ἂν ἔ­χει ὑ­γρα­σί­α, ἂν χρει­ά­ζε­ται με­ρε­μέ­τια. Τὰ γνω­στά. Τὰ χέ­ρια του ἔ­πια­ναν.

       «Μὴν σκο­τί­ζε­σαι! Μό­νο… αὐ­τὲς οἱ ἀ­γρυ­πνί­ες.»

       Χα­μο­γέ­λα­σε. «Κι ἐ­μέ­να», τῆς ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε, «ὕ­πνος δὲν μοῦ κολ­λᾶ τε­λευ­ταῖ­α».

       «Ποῦ ἀ­κού­στη­κε!» τοῦ εἶ­πε. « Ἡ νύ­φη νὰ κλέ­ϐ­ει τὸ γαμ­πρό…»

       Γέ­λα­σαν μὲ τὴν ψυ­χή τους.

       «Σὲ κα­λό μας!» τοῦ ἔ­κα­νε στὸ τέ­λος καὶ χά­ι­δε­ψε τὰ γκρί­ζα χι­ό­νια.

       Λέ­γα­νε ἱ­στο­ρί­ες μέ­χρι ποὺ τὸ φεγ­γά­ρι ἔ­σκα­σε μύ­τη πί­σω ἀ­πὸ τὸ βου­νό.

       Ἔϐαλε ψύ­χρα κι αὐ­τὴ δὲν εἶ­χε πά­ρει τί­πο­τα μα­ζί της.

       Ἄ­νοι­ξε τὸ σα­κί­διο καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε στοὺς ὤ­μους τὴν κί­τρι­νη ζα­κέ­τα.

       «Δι­ψῶ, Νι­κή­τα, δι­ψῶ!» τοῦ φά­νη­κε νὰ λέ­ει, μ᾿ ἕ­να χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη.

       Ἔϐγαλε ἀπ᾿ τὴ μέ­σα τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ του τὸ φλα­σκί. Ἤ­πιαν μιὰ γου­λιὰ κρα­σὶ νὰ γλυ­κά­νουν τὴν πί­κρα τῆς ἀ­που­σί­ας καὶ μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο ράν­τι­σε τὸ χῶ­μα.

       Τὴ να­νού­ρι­σε μ᾿ ἕ­να σκο­πὸ στὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει ἕ­να κα­τα­χεί­μω­νο στὸ Κιλ­κὶς καὶ ἔ­κτο­τε τοὺς ἔ­δι­νε κου­ρά­γιο. Ἦ­ταν τὸ πα­ρα­σύν­θη­μα —μὰρς γιὰ ὕ­πνο— ποὺ μό­νον οἱ δυ­ό τους γνώ­ρι­ζαν καὶ τό ᾿λε­γαν κά­θε χρό­νο τέ­τοι­α μέ­ρα.

       Ψυ­χὴ δὲν σά­λευ­ε τρι­γύ­ρω, μό­νο τοῦ ἀ­νέ­μου τὸ σκίρ­τη­μα ἔ­σϐ­η­νε κά­που στὸ βά­θος μα­ζὶ μὲ τὸν κα­η­μὸ τῆς φυ­σαρ­μό­νι­κας. Σι­ω­πὴ σφρά­γι­ζε τώ­ρα τὰ χεί­λη, καὶ μιὰ λύ­πη ποὺ σπάρ­θη­κε ὁ­λό­γυ­ρα στὴν πλά­ση σοῦ ᾿σφιγ­γε τὴν καρ­διά.

       Τὸ σκο­τά­δι σι­γὰ-σι­γὰ τοὺς κύ­κλω­σε. Τὸν ἔ­κλει­σε στὴν ἀγ­κα­λιά της, ἔ­γει­ραν στὸ πλά­ι καὶ ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν νω­ρὶς-νω­ρίς.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Τὸ Ρο­δα­κιό, 2018).

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μ.Ε., ἐ­νῶ σπου­δά­ζει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γή­μα­των Δη­μό­σι­ες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πή­γη, 2013) καὶ Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Ρο­δα­κιό, 2018). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς ἱ­στο­χώ­ρους καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Φρέ­αρ, Δέ­κα­τα, Bookpress καὶ στὸ Fra­ctal. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κὸ ἱ­στό­το­πο Ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κῶν Θε­μά­των.

Ἀνδρέας Μήτσου: Κουστούμι ἀπὸ γνήσιο ἀγγλικὸ κασμὶρ


Ἀν­δρέ­ας Μή­τσου


Κου­στού­μι ἀ­πὸ γνή­σιο ἀγ­γλι­κὸ κα­σμὶρ


ΑΤΕΒΑΙΝΑΜΕ ΨΗΛΑ ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α.

Μπρο­στὰ πή­γαι­νε ἡ μά­να μου καὶ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὰ τρί­α ἀ­δέρ­φια μου. Ἐ­γώ, ἐρ­χό­μου­να πα­ρα­πί­σω, ὅ­πως ἦ­ταν τὸ χού­ι μου.

        Εἴ­χα­με τὸ μνη­μό­συ­νο γιὰ τὰ σα­ράν­τα τοῦ πα­τέ­ρα μου.

        Τό­τε τὸν εἶ­δα.

        Περ­νοῦ­σε στὸν κεν­τρι­κὸ δρό­μο τοῦ χω­ριοῦ, στη­τὸς καὶ κορ­δω­μέ­νος. Οἱ δι­κοί μου, ὅ­τι εἶ­χαν στρί­ψει ἀ­ρι­στε­ρά, γιὰ τὸ σπί­τι μας, ὅ­ταν αὐ­τὸς ξε­φύ­τρω­σε ἀ­πὸ τὸ μο­νο­πά­τι πλά­ι στὸ πο­τά­μι, τὴ Μαν­τή­λω, καὶ βά­δι­ζε σ’ ἀν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση, πρὸς τὴν πλα­τεί­α.

        Ἄλ­λα­ξα πο­ρεί­α, ξέ­κο­ψα ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα.

        Για­τὶ φο­ροῦ­σε τὸ κου­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου.

        «Εἶ­μαι ὁ για­τρός», φώ­να­ζε χαι­ρέ­κα­κα. «Εἶ­μαι ὁ για­τρὸς Πα­πα­θω­μάς».

        Πα­λα­βὸς δὲν ἦ­ταν, δὲν τά­χε χά­σει ἀ­κό­μα, πα­ρὰ ἕ­νας βαμ­μέ­νος κόκ­κι­νος, ἕ­να δε­κα­ο­χτά­χρο­νο πα­λι­ό­παι­δο, ποὺ ξέ­μει­νε ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους φο­νιά­δες καὶ δὲν δί­στα­σε νὰ βγά­λει τὰ ροῦ­χα τοῦ πα­τέ­ρα μου καὶ νὰ τὰ φο­ρέ­σει ὁ ἴ­διος, ἀ­φή­νον­τας τὸ τρυ­πη­μέ­νο ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες κορ­μὶ ὁ­λό­γυ­μνο, πά­νω στὰ βου­νά.

        Γιὰ νὰ τὸ φά­νε πιὸ εὔ­κο­λά τὰ ὄρ­νια καὶ τὰ τσα­κά­λια.

        Ἦ­ταν ξε­νό­φερ­τος στὸ χω­ριό. Δὲν ξέ­ρα­με ἀ­πὸ ποῦ κρα­τοῦ­σε ἡ σκού­φια του. Τὸν εἶ­χαν στρα­το­λο­γή­σει μὲ τὸ ζό­ρι οἱ ἀν­τάρ­τες καὶ ἔ­γι­νε με­τὰ ἕ­να σκυ­λὶ μαῦ­ρο, ἕ­νας γε­νί­τσα­ρος, τό­σο ποὺ κι οἱ ἴ­διοι οἱ δι­κοί του τὸν φο­βόν­του­σαν καὶ τὸν ἀ­πέ­φευ­γαν.

        Τὸ σῶ­μα τοῦ πα­τέ­ρα μου δὲν τὸ ηὔ­ρα­με πο­τέ.

        Ὁ Μά­μα­λης, ἔ­τσι τὸν λέ­γα­με, δι­ά­βαι­νε κά­θε μέ­ρα μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πέ­τρι­νο σπί­τι μας, φω­νά­ζον­τας: «Εἶ­μαι ὁ για­τρὸς Πα­πα­θω­μάς. Εἶ­μαι ὁ για­τρός». Πε­ρι­φε­ρό­ταν με­τὰ στὴν πλα­τεί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας τὴν ἴ­δια δή­λω­ση.

        Συ­νέ­χι­σε νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ καὶ πολ­λὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα. Κα­νεὶς ὅ­μως, δὲν τὸν ἀ­πό­παιρ­νε πιά. Κα­νεὶς δὲν τοῦ ’­δι­νε ση­μα­σί­α, ἀ­φοῦ εἶ­χε χά­σει τε­λι­κὰ τὰ μυα­λά του.

        Πῆ­γε και­ρὸ φυ­λα­κή, τὸν βα­σά­νι­σαν οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες, τὸν πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ φά­λαγ­γα, τί ἄλ­λο τού­κα­ναν δὲν ξέ­ρω.

        Ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε μὲ τὴν ἀ­μνη­στί­α, γύ­ρι­σε καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ χω­ριό.

        Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ βγῆ­κε στὴν πλα­τεί­α φο­ροῦ­σε πά­λι τὸ κου­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου κι ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε τὰ ἴ­δια λό­για. Τό­σο ποὺ τὸν συ­νή­θι­σαν ὅ­λοι, κι ὅ­σοι νε­ό­τε­ροι μά­λι­στα δὲν τὸν ξέ­ρα­νε, οὔ­τε εἶ­χαν ἀ­κού­σει τί­πο­τε γιὰ τὸ φό­νο, γιὰ τὴν ἐ­κτέ­λε­ση, τὸν πι­στεύ­α­νε πὼς ἦ­ταν ὅ­ποι­ος ἔ­λε­γε.

        Τὸν δέ­χτη­κα στὴν αὐ­λή μου. Εἶ­χα μεί­νει ἡ μό­νη κλη­ρο­νό­μος στὸ ἀρ­χον­τι­κό τοῦ για­τροῦ, τ’ ἀ­δέρ­φια μου ἔ­φυ­γαν στὴν Ἀ­θή­να, ἡ μά­να μου πέ­θα­νε.

        Τοῦ ’­δι­να κά­θε με­ση­μέ­ρι ἕ­να πιά­το φαΐ, τοῦ τὸ πή­γαι­να ἔ­ξω, στὸ πε­ζού­λι. Δὲν τὸν ἤ­θε­λα νὰ μπεῖ μέ­σα στὸ σπί­τι μου.

        Κα­θό­μου­να καὶ τὸν κοί­τα­ζα ποὺ ἔ­τρω­γε, κι εἶ­χα ἕ­να φό­βο, ἔ­τρε­μα ἀ­πὸ ἀ­γω­νί­α, μὴν πέ­σει πά­νω του τὸ φαΐ, ἔ­τσι ὅ­πως ἔ­τρω­γε λαί­μαρ­γα. Καὶ τὸ λε­ρώ­σει τὸ κου­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου.

        Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε τὸ φα­γη­τό, ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν ἴ­δια φρά­ση. «Εἶ­μαι ὁ για­τρός» μοῦ ’­λε­γε «εἶ­μαι ὁ για­τρός, Πα­πα­θω­μάς». Καὶ μὲ πε­ρί­με­νε.

        Πή­γαι­να τό­τε ἐ­γὼ γρή­γο­ρα καὶ τοῦ ’­φερ­να μιὰ κα­νά­τα νε­ρὸ ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι. Τὸ ’­πι­νε, ση­κώ­νον­ταν κι ἔ­φευ­γε χορ­τα­σμέ­νος.

        Μό­νο τὴ μέ­ρα ποὺ χά­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­να­κο­πή καρ­διᾶς –οὔ­τε τριά­ντα χρό­νων– δὲν ἐ­πα­νέ­λα­βε τὴ φρά­ση του. Ἀ­πό­φα­γε, σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε, πρώ­τη του φο­ρά, κι ἀ­πο­χώ­ρη­σε με­τὰ σι­ω­πη­λός, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει γιὰ τὸ νε­ρό.

        Τὸν ἔ­κλα­ψα ὅ­πως δὲν εἶ­χα κλά­ψει ἄν­θρω­πο. Κα­τέ­βα­σα μὲ τὰ νύ­χια τὸ πρό­σω­πό μου, ξε­ρί­ζω­σα τὰ μαλ­λιά μου. Ἔ­σκου­ξα δυ­να­τά. Ἔ­φτα­σαν οἱ φω­νές μου ὡς τοὺς λόγ­γους καὶ στ’ ἄ­γρια βου­νά. Σὰν κό­τα κα­κά­ρι­ζα πά­νω στὸ νε­κρὸ κορ­μί.

        Τὸ μαῦ­ρο κου­στού­μι τοῦ για­τροῦ, κου­στού­μι ἀ­πὸ γνή­σιο ἀγ­γλι­κὸ κα­σμί­ρι ἄ­φθαρ­το. Ὀ­λο­καί­νουρ­γιο. Τὸ που­κά­μι­σο λευ­κό, κολ­λα­ρι­στὸ καὶ πεν­τα­κά­θα­ρο. Ἔ­λαμ­πε μέ­σα στὸ φέ­ρε­τρο. Τὰ κεν­τη­τὰ σκαρ­πί­νια μὲ τὰ μι­κρὰ δον­τά­κια ἄ­λι­ω­τα. Τό­σα χρό­νια.

        Ἡ γρα­βά­τα του ἤ­τα­νε κόκ­κι­νη. Κα­τα­κόκ­κι­νη, αἷ­μα.



Πηγή: Ὁ Ὀρφέας καὶ ὁ Ἀνδρέας

Ἀν­δρέ­ας Μή­τσου (Ἀμφιλοχία, 1950). Σπούδασε ἀγγλική λογοτεχνία, ἑλλη­νική φιλολογία καὶ εἶναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Ἔχει ἐκδώσει ἐννέα συλ­λο­γές διηγημάτων, πέντε μυθιστορήματα και δύο νουβέλες. Τὸ μυθιστόρημά του Τὰ ἀνίσχυρα ψεύδη τοῦ Ὀρέστη Χαλκιόπουλου τιμήθηκε μὲ τὸ Κρατικὸ Βραβεῖο Μυθιστορήματος (1996). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Σφῆκες μὲ τὸ Βραβεῖο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη (2002) καὶ ἡ συλλογή διηγημάτων Ἡ εξαίσια γυναίκα καὶ τὰ ψάρια (2016) τὸ Κρατικὸ Βραβεῖο Διηγήματος. Ἔργα του ἔχουν μεταφραστεῖ σὲ διάφορες γλῶσσες.