Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕναν φρικτὸ φονιά



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕναν φρικτὸ φονιά


ΛΕΓΟΝ πε­ρί τι­νος Ἀβ­βᾶ Ἀ­πολ­λῶ εἰς Σκῆ­τιν, ὅ­τι ποι­μὴν ἦν ἄ­γροι­κος· καὶ ἰ­δὼν γυ­ναῖ­κα ἐν γα­στρὶ ἔ­χου­σαν ἐν τῷ ἀ­γρῷ, ἐ­νερ­γη­θεὶς ὑ­πὸ τοῦ δι­α­βό­λου εἶ­πε· θέ­λω ἰ­δεῖν πῶς τὸ βρέ­φος κεῖ­ται ἐν τῇ κοι­λί­ᾳ αὐ­τῆς· καὶ ἀ­ναρ­ρή­ξας αὐ­τήν, εἶ­δε τὸ βρέ­φος· καὶ εὐ­θέ­ως ἐ­πά­τα­ξεν αὐ­τὸν ἡ καρ­δί­α αὐ­τοῦ· καὶ κα­τα­νυ­γείς, ἦλ­θεν εἰς Σκῆ­τιν, καὶ ἀ­νήγ­γει­λε τοῖς πα­τρά­σιν ὃ ἐ­ποί­η­σεν· ἤ­κου­σε δὲ αὐ­τῶν ψαλ­λόν­των· αἱ ἡ­μέ­ραι τῶν ἐ­τῶν ἡ­μῶν ἐν αὐ­τοῖς ἑ­βδο­μή­κον­τα ἔ­τη· ἐ­ὰν δὲ ἐν δυ­να­στεί­αις, ὀ­γδο­ή­κον­τα· καὶ τὸ πλεῖ­ον αὐ­τῶν κό­πος καὶ πό­νος· καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· εἰ­μὶ τεσ­σα­ρά­κον­τα ἐ­τῶν, μί­αν εὐ­χὴν μὴ ποι­ή­σας· καὶ νῦν ἐ­ὰν ζή­σω ἄλ­λα τεσ­σα­ρά­κον­τα ἔ­τη, οὐ παύ­ο­μαι εὐ­χό­με­νος τῷ Θε­ῷ, ἵ­να συγ­χω­ρή­σῃ μοι τὰς ἁ­μαρ­τί­ας μου· οὐ­δὲ γὰρ ἐρ­γό­χει­ρον ἐ­ποί­ει· ἀλ­λὰ πάν­το­τε ηὔ­χε­το, λέ­γων· ἥ­μαρ­τον ὡς ἄν­θρω­πος, ὡς Θε­ὸς ἱ­λά­σθη­τι· καὶ γέ­γο­νεν αὐ­τῷ ἡ εὐ­χὴ αὕ­τη, εἰς με­λέ­την νυ­κτὸς καὶ ἡ­μέ­ρας· ἦν δὲ ἀ­δελ­φὸς μέ­νων με­τ’ αὐ­τοῦ· καὶ ἤ­κου­σεν αὐ­τοῦ λέ­γον­τος· ὤ­χλη­σά σοι Κύ­ρι­ε, ἄ­φες μοι, ἵ­να ἀ­να­παύ­σω­μαι μι­κρόν· καὶ ἐ­γέ­νε­το αὐ­τῷ πλη­ρο­φο­ρί­α, ὅ­τι συ­νε­χώ­ρη­σεν αὐ­τῷ ὁ Θε­ὸς πά­σας τὰς ἁ­μαρ­τί­ας αὐ­τοῦ, καὶ τὸ τῆς γυ­ναι­κός· εἰς δὲ τὸ παι­δί­ον οὐκ ἐ­πλη­ρο­φο­ρή­θη· καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ τις τῶν γε­ρόν­των, ὅ­τι καὶ τὸ τοῦ παι­δί­ου συ­νε­χώ­ρη­σέ σοι ὁ Θε­ός· ἀλ­λὰ ἀ­φί­ει σε ἐν πό­νῳ, ὅ­τι συμ­φέ­ρει τῇ ψυ­χῇ σου.


* * *


ΕΛΕΓΑΝ γιὰ κά­ποι­ον ἀβ­βᾶ Ἀ­πολ­λὼ στὴν Σκή­τη, ὅ­τι ὡς κο­σμι­κὸς ἦ­ταν ἀ­γροῖ­κος τσο­πά­νης. Κι ὅ­ταν κά­πο­τε εἶ­δε στὸ χω­ρά­φι μιὰ γυ­ναί­κα ἔγ­κυ­ο, πα­ρα­κι­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν δι­ά­βο­λο, εἶ­πε: «θέ­λω νὰ δῶ πῶς κά­θε­ται τὸ βρέ­φος μέ­σα στὴν κοι­λιά της.» Κι ἀ­φοῦ τὴν ἔ­σχι­σε, εἶ­δε τὸ βρέ­φος. Κι ἀ­μέ­σως τὸν πό­νε­σε δυ­να­τὰ ἡ καρ­διά του. Καὶ κα­τα­συν­τριμ­μέ­νος ἦλ­θε στὴ Σκή­τη καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε στοὺς πα­τέ­ρες αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε. Τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη τοὺς ἄ­κου­σε νὰ ψέλ­νουν: «οἱ ἡ­μέ­ρες τῆς ζω­ῆς μας ἕ­ως ἑ­βδο­μήν­τα χρό­νια· κι ἂν εἴ­μα­στε δυ­να­τοί, ὀ­γδόν­τα. Τὰ πα­ρα­πά­νω κό­πος καὶ πό­νος.» Καὶ τοὺς εἶ­πε: «εἶ­μαι σα­ράν­τα χρο­νῶν καὶ μιὰ προ­σευ­χὴ δὲν ἔ­κα­μα. Καὶ τώ­ρα, ἂν ζή­σω ἄλ­λα σα­ράν­τα χρό­νια, δὲν θὰ παύ­σω νὰ προ­σεύ­χο­μαι στὸ Θε­ό νὰ μοῦ συγ­χω­ρή­σει τὶς ἁ­μαρ­τί­ες.» Καὶ δὲν ἔ­φτια­χνε τί­πο­τε πρὸς τὸ ζῆν μὲ τὰ χέ­ρια του· πα­ρὰ προ­σευ­χό­ταν πάν­το­τε λέ­γον­τας: «ὡς ἄν­θρω­πος ἁ­μάρ­τη­σα, ὡς Θε­ὸς λυ­πή­σου ­με.» Καὶ τού­τη ἡ προ­σευ­χὴ ἦ­ταν ἡ με­λέ­τη του μέ­ρα καὶ νύ­χτα. Ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­ποι­ος ἀ­δελ­φὸς ποὺ ἔ­με­νε μα­ζί του· καὶ τὸν ἄ­κου­σε νὰ λέ­ει: «Κύ­ρι­ε, σὲ ἐ­νό­χλη­σα· ἄ­σε μὲ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ λι­γά­κι.» Καὶ ἔ­μα­θε ὅ­τι ὁ Θε­ὸς τοῦ συγ­χώ­ρη­σε ὅ­λες τὶς ἁ­μαρ­τί­ες, ἀ­κό­μη καὶ ἐ­κεί­νη τῆς γυ­ναί­κας. Ἀλ­λὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ παι­δὶ δὲν ἔ­μα­θε κά­τι· καὶ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς γέ­ρον­τες τοῦ εἶ­πε ὅ­τι καὶ τὸ ἁ­μάρ­τη­μα τοῦ παι­διοῦ σοῦ συγ­χώ­ρη­σε ὁ Θε­ός· ἀλ­λὰ σὲ ἀ­φή­νει νὰ πο­νᾶς, ἐ­πει­δὴ αὐτὸ συμ­φέ­ρει τὴν ψυ­χή σου. (Με­τά­φρα­ση: Γ.Π.)



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 20.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Σπύ­ρος Κρό­κος: Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου



Σπύ­ρος Κρό­κος


Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου


ΕΡΝΩ ΤΗΝ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὥ­ρα κα­θι­σμέ­νος σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο ξύ­λι­νο παγ­κά­κι, δί­πλα ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τη­μέ­νη πλά­στιγ­γα γιὰ τὰ ἐμ­πο­ρεύ­μα­τα. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς τά­βλες ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸν λει­τουρ­γι­κό του κορ­μό, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ σφυ­ρο­κό­πη­μα τῶν και­ρι­κῶν συν­θη­κῶν καὶ τοῦ χρό­νου, ἔ­χουν σα­πί­σει καὶ δι­α­λυ­θεῖ. Οἱ κα­ρό­βι­δες ποὺ συγ­κρα­τοῦν τὸ με­ταλ­λι­κὸ σκε­λε­τὸ μὲ τὰ ξύ­λα τῆς πλά­της καὶ τοῦ κα­θί­σμα­τος ποὺ ἀ­πέ­μει­ναν, ἔ­χουν ρι­λα­ξά­ρει, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ συν­δέ­σεις νὰ ξε­θυ­μά­νουν. Ἔ­τσι, ἡ πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὸ σύ­νο­λο τῆς κα­τα­σκευ­ῆς σὲ μιὰ ἄ­ναρ­χη τα­λάν­τω­ση πό­τε δε­ξιὰ καὶ πό­τε ἀ­ρι­στε­ρά, δί­νον­τας, γιὰ ὅ­ποι­ον κά­θε­ται, τὴν εἰ­κό­να τῆς ἀ­κού­σιας συμ­με­το­χῆς του σὲ θε­α­τρι­κὴ φαρ­σο­κω­μω­δί­α. Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔρ­χο­μαι ἐ­δῶ. Ἰ­δι­αί­τε­ρά τα δρο­σε­ρὰ κα­λο­και­ρι­ά­τι­κα δει­λι­νὰ καὶ τὰ μουν­τὰ χει­με­ρι­νὰ ἀ­πο­με­σή­με­ρα. Τό­τε ποὺ τὸ ψι­λό­βρο­χο δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­νο στὴ σι­γα­λιὰ τῆς ἐγ­κα­τά­λει­ψης, συ­νε­πι­κου­ρού­με­νο ἀ­πὸ τὸν τσίγ­κο τοῦ ὑ­πο­στέ­γου, ἐκ­φρά­ζει τὶς ἀν­τιρ­ρή­σεις του κα­τὰ τρό­πο ἐκ­κω­φαν­τι­κό. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ρη­μαγ­μέ­νου το­πί­ου μὲ σα­γη­νεύ­ει, ἀ­σκών­τας μου πα­ράλ­λη­λα μιὰ ἕλ­ξη μυ­στη­ρια­κή, σχε­δὸν ἱ­ε­ρή. Μιὰ ἱ­ε­ρό­τη­τα ποὺ ἐ­φορ­μεῖ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζει ἡ ἄρ­ρη­κτη σχέ­ση πα­ρελ­θόν­τος καὶ μνή­μης, τό­σο ἐ­πά­νω στὸ πα­ρὸν ποὺ βι­ώ­νε­ται, ὅ­σο καὶ στὸ μέλ­λον ποὺ σχε­δι­ά­ζε­ται καὶ προσ­δο­κᾶ­ται.

       Ἐ­κεῖ­νος δὲν κά­θε­ται πο­τέ. Τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ κι­νεῖ­ται. Ὅ­πως τό­τε. Ἀρ­γὰ καὶ με­θο­δι­κά. Ἐ­πι­θε­ω­ρών­τας τὶς πα­ρο­πλι­σμέ­νες σι­δη­ρο­τρο­χι­ὲς καὶ τοὺς σκα­σμέ­νους στὸν ἥ­λιο στρω­τῆ­ρες, μὲ τὸ βλέμ­μα νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται ἀ­δι­ά­κο­πα ἀ­πὸ τὴ μί­α ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ στὴν ἄλ­λη. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς φρέ­σκιας πίσ­σας ἔ­χει ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τῶν ἀ­γρι­ό­χορ­των ποὺ ἔ­χουν φυ­τρώ­σει πα­ρα­πλεύ­ρως τῶν γραμ­μῶν. Ξα­να­σαί­νει στὸ γε­ρα­σμέ­νο σῶ­μα τῆς γῆς ποὺ πό­τι­σε μὲ ἱ­δρώ­τα, ἀ­γω­νί­ες, ἄγ­χη, ἐλ­πί­δες καὶ ὄ­νει­ρα. Οἱ δεῖ­κτες τοῦ με­γά­λου ρο­λο­γιοῦ τῆς ἀ­πο­βά­θρας ἔ­χουν ἀ­πὸ χρό­νια πα­γώ­σει καὶ ἡ δί­γλωσ­ση πι­να­κί­δα τοῦ σταθ­μοῦ δὲν ἔ­χει πλέ­ον δη­λω­τι­κὸ νό­η­μα ἄ­φι­ξης γιὰ κα­νέ­ναν τα­ξι­δι­ώ­τη. Ὁ ὑ­γρὸς δυ­τι­κὸς ἄ­νε­μος ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὶς σκου­ρι­α­σμέ­νες ἁ­λυ­σί­δες ποὺ τὴν κρα­τᾶ­νε δε­μέ­νη στὸ στέ­γα­στρο, σ’ ἕ­να ἄρ­ρυθ­μο μοι­ρο­λό­ι ἀ­να­μνή­σε­ων κι ἀ­να­πό­λη­σης. Δὲν εἶ­ναι μό­νο οἱ μνῆ­μες ἀ­πὸ τοὺς συ­ριγ­μοὺς τοῦ τραί­νου κα­θὼς μπαί­νει στὸ σταθ­μό, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες καὶ οἱ ἦ­χοι ποὺ τοῦ ἔ­δι­ναν ζω­ή: οἱ δο­νή­σεις ἀ­πὸ τὶς τρα­βέρ­σες ποὺ συγ­κρα­τοῦν τὶς ρά­γες ὅ­ταν τὸ σι­δε­ρέ­νιο φί­δι κυ­λά­ει ἐ­πά­νω τους, οἱ κλαγ­γὲς τῆς πέ­δη­σης, ὁ προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὸς ἦ­χος τῶν φα­να­ρι­ῶν καὶ οἱ μπά­ρες ποὺ κα­τε­βαί­νουν στὰ γει­το­νι­κὰ πα­σά­για, τὸ λε­φού­σι τῶν ἐ­πι­βα­τῶν μὲ τὶς ἀ­πο­σκευ­ές τους καὶ ἡ σπου­δή τους γιὰ ἐ­πι­βί­βα­ση καὶ ἀ­πο­βί­βα­ση, τὸ σφύ­ριγ­μα τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, ὁ στριγ­κὸς ἦ­χος τῶν σι­δη­ρο­τρο­χι­ῶν ἀ­πὸ τοὺς ἑ­λιγ­μοὺς ποὺ ἐ­κτε­λεῖ ὁ κλει­δοῦ­χος.

       Τὸ βλέμ­μα μου ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ δι­κό του κα­θὼς αὐ­τὸ δι­α­τρέ­χει τὰ τρί­α με­γά­λα μπλὲ παν­τζού­ρια —κλει­στὰ πλέ­ον— στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο τοῦ δί­πα­του κτη­ρί­ου. Στιγ­μὲς ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ πα­ρα­κο­λου­θῶ νὰ κα­τε­βαί­νει νο­η­τὰ τὴ βαμ­μέ­νη μὲ κα­φε­τὶ λα­δομ­πο­γιὰ δρύ­ι­νη σκά­λα, ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ μι­κρὴ ἀ­πο­θή­κη στὸ ἰ­σό­γει­ο. Τώ­ρα στέ­κε­ται στὴν ξύ­λι­νη, ξε­φλου­δι­σμέ­νη, δί­φυλ­λη πόρ­τα τῆς εἰ­σό­δου, μὲ τὴν το­ξο­ει­δὴ κά­σα καὶ τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα. Ἡ ζω­ὴ τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν τῶν σι­δη­ρο­δρο­μι­κῶν κυ­λοῦ­σε πάν­τα δί­πλα στὸ σταθ­μό. Ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λες δύ­ο κα­τοι­κί­ες, μι­κρό­τε­ρες, ἰ­σό­γει­ες αὐ­τές, στὴν πί­σω πλευ­ρὰ τοῦ σταθ­μοῦ. Ἔ­βλε­παν στὸν ἀ­κά­λυ­πτο χῶ­ρο μὲ τοὺς φοί­νι­κες καὶ τὶς λε­μο­νι­ές. Πα­ρα­τη­ρῶ μα­ζί του τὶς ἄ­δει­ες ἀ­πο­βά­θρες κι ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὶς λο­γι­ῶν-λο­γι­ῶν ψυ­χὲς ποὺ τὶς μοι­ρά­στη­καν: φοι­τη­τές, ἐρ­γα­ζό­με­νοι, του­ρί­στες, τα­ξι­δευ­τές, φαν­τά­ροι, μα­θη­τές, τυ­χο­δι­ῶ­κτες. Χι­λιά­δες πρό­σω­πα πό­τι­σαν τὸ χῶ­μα αὐ­τὸ μὲ δά­κρυ­α, εἴ­τε ἀ­πὸ τὴ συγ­κί­νη­ση τῆς ἀν­τά­μω­σης εἴ­τε ἀ­πὸ τοὺς λυγ­μοὺς τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ.

       Ἡ στέρ­φα γῆ δὲ μαρ­τυ­ρᾶ σή­με­ρα τί­πο­τα ἀ­πὸ τοὺς ἔν­δο­ξους χρό­νους της. Βι­ώ­νω τὴ βου­βή του θλί­ψη κα­θὼς πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ γε­μά­το φθο­ρὲς ἑ­τοι­μόρ­ρο­πο κτί­ριο, ποὺ νο­μο­τε­λεια­κὰ θὰ τὸ ὁ­δη­γή­σουν σὲ κα­τάρ­ρευ­ση. Πάν­τα πο­νᾶς ὅ­ταν κά­τι ξε­ρι­ζώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ψυ­χή σου. Μὲ κοι­τά­ζει. Νο­μί­ζω πὼς ἔ­χει βουρ­κώ­σει. Ἴ­σως νὰ βούρ­κω­σα ἐ­γώ… Κα­τα­φέρ­νω νὰ ση­κω­θῶ ἀ­πὸ τὸ παγ­κά­κι ἀ­φοῦ πρῶ­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­μαι γιὰ κάμ­πο­σα δευ­τε­ρό­λε­πτα ὡς κομ­πάρ­σος, σὲ ἄλ­λη μί­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς κα­κό­τρο­πα σκη­νο­θε­τη­μέ­νες πα­ρα­στά­σεις του. Βα­δί­ζω πρὸς ἐ­κεῖ­νον προ­σπα­θών­τας νὰ μι­λή­σω κα­θα­ρὰ καὶ στα­θε­ρά, κοι­τών­τας τον στὰ μά­τια.

       «Πα­τέ­ρα μή­πως νὰ πη­γαί­νου­με; Τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ au­to­mo­tri­ce φαί­νε­ται πὼς ἔ­βα­λε κα­θυ­στέ­ρη­ση…». Κά­νω μιὰ προ­σπά­θεια νὰ χα­μο­γε­λά­σω, μά­ται­η…

       «Πᾶ­με ἀ­γό­ρι μου» ἀ­πο­κρί­νε­ται σφίγ­γον­τας τὰ χεί­λη σὲ μιὰ γλυ­κό­πι­κρη ἔκ­φρα­ση.

       Κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Ἐ­πι­τα­χύ­νω γιὰ νὰ τὸν προ­λά­βω. Περ­πα­τῶ πλά­ι του. Ἁ­πλώ­νω τὸ χέ­ρι καὶ τοῦ σφίγ­γω τὸν ὦ­μο. Ἀν­τα­πο­δί­δει χτυ­πών­τας με στορ­γι­κὰ στὴν πλά­τη. Γυ­ρί­ζω τὸ κε­φά­λι ὠ­θού­με­νος ἀ­πὸ τὴν ὁρ­μέμ­φυ­τη ἀ­νάγ­κη τῆς στερ­νῆς μα­τιᾶς. Ἀν­τι­κρί­ζω τὸ πε­ρι­φραγ­μέ­νο πί­σω μέ­ρος τοῦ σταθ­μοῦ. Εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς ἄ­κου­σα τὸ «κλὶκ» τῆς χρο­νο­μη­χα­νῆς. Κα­ρὲ μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς ἀρ­χί­ζουν νὰ ξε­τυ­λί­γον­ται στὸ πα­νὶ τῆς μνή­μης, ρά­θυ­μα κι ἐ­πι­λε­κτι­κά. Κα­τα­νι­κῶ τὴν πρό­κλη­ση καὶ ἐ­πα­νέρ­χο­μαι. Σὲ μιὰ τυ­χαί­α συ­νάν­τη­ση μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, ἔ­μα­θα πὼς πά­ει και­ρὸς ποὺ οἱ φοί­νι­κες ἔ­χουν ξε­ρα­θεῖ. Ἀ­λή­θεια… πό­σο θὰ ἤ­θε­λα νὰ μυ­ρί­σω τὰ ἄν­θη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς δί­φο­ρες λε­μο­νιές…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ε. Κρό­κος (Ἀ­θή­να, 1973) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ δίδαξε στὸ δη­μό­σιο Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς, ἐ­νῶ βρί­σκον­ται σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη οἱ με­τα­πτυ­χια­κές του σπου­δὲς στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Οἱ πει­ρα­μα­τι­σμοὶ του ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­ται πρὸς τὸ πα­ρὸν στὸ δι­ή­γη­μα καὶ στὸ μι­κρὸ-δι­ή­γη­μα.


 

Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας: Πρώ­τη μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο



Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας


Πρώ­τη μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο


ΤΑΝ ΑΚΟΜΗ θεοσκότεινα ἔ­ξω. Ἡ μη­τέ­ρα εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἀ­ξη­μέ­ρω­τα καὶ ἔ­κα­νε ἑ­τοι­μα­σί­ες. Τὴν ἄ­κου­γε νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο στὴν κου­ζί­να καὶ τούμ­πα­λιν. Τὸ μι­κρό τους σπί­τι τρεῖς κά­μα­ρες ὅ­λο κι ὅ­λο, δύ­ο ὑ­πνο­δω­μά­τια καὶ ἡ κου­ζί­να. Οἱ πιὸ χα­ρού­με­νες ἀ­να­μνή­σεις του ἀ­πο­κτή­θη­καν σὲ αὐ­τὰ τὰ πε­νῆν­τα τε­τρα­γω­νι­κά.

       Ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα κα­θό­ταν ἀ­κί­νη­τος στὸ κρε­βά­τι νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται γνώ­ρι­μους ἤ­χους. Τὸ τρί­ξι­μο τῆς δί­φυλ­λης ντου­λά­πας ἀ­πὸ ὅ­που ἔ­βγα­ζε τὰ ροῦ­χα γιὰ νὰ τὰ βά­λει στὴ βα­λί­τσα, μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ ξε­χω­ρί­σει ἀ­πὸ αὐ­τὸ τῶν ντου­λα­πι­ῶν τῆς κου­ζί­νας. Ἄ­κου­γε τὸ νε­ρὸ ποὺ κό­χλα­ζε γιὰ νὰ τοὺς βρά­σει αὐ­γό. Τὸ συν­δύ­α­σε μὲ τὸ χτύ­πη­μα τῶν πιά­των στὸ τρα­πέ­ζι καὶ κα­τά­λα­βε πὼς τοὺς ἑ­τοί­μα­ζε πρω­ι­νό.

       Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ση­κω­θεῖ. Τὸ μού­δια­σμα ποὺ ἔ­νι­ω­θε ἦ­ταν ἕ­να μεῖγ­μα ἀ­γω­νί­ας, ἐ­λά­χι­στου φό­βου γιὰ τὸ ἄ­γνω­στο καὶ τῆς χα­ρᾶς γιὰ τὸ και­νού­ριο ποὺ ἔρ­χε­ται, γιὰ τὴν ἔκ­πλη­ξη, ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ ἔκ­πλη­ξη για­τί στὴν ἔ­χουν μαρ­τυ­ρή­σει. Αὐ­τὰ ἦ­ταν ποὺ τὸν κρά­τη­σαν ξύ­πνιο ἀ­πό­ψε, δὲν τοῦ κόλ­λα­γε κα­θό­λου ὕ­πνος. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα ἔ­πλα­θε εἰ­κό­νες γιὰ τὸ νέ­ο σχο­λεῖ­ο. Ἦ­ταν σί­γου­ρα πρω­το­πο­ρια­κὸ ἀ­φοῦ συμ­με­τεῖ­χαν καὶ οἱ γο­νεῖς στὰ μα­θή­μα­τα. Γε­γο­νὸς ποὺ πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ χα­ρά, τοῦ αὔ­ξα­νε λι­γά­κι τὸ ἄγ­χος.

       Ἀ­πὸ τὸν δρό­μο ἀ­κού­στη­καν φω­νές, δι­ό­λου πε­ρί­ερ­γο πα­ρό­λο ποὺ δὲν εἶ­χε φέ­ξει ἀ­κό­μη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια κου­μάν­το στὴν πό­λη τους ἔ­κα­νε ὁ στρα­τός. Αὐ­τοὶ οἱ στριφ­νοί, νευ­ρι­κοὶ ἄν­τρες, μὲ τὶς κα­τά­μαυ­ρες στο­λὲς καὶ τὰ κόκ­κι­να πε­ρι­βρα­χι­ό­νια. Τοὺς εἶ­χε συ­νη­θί­σει, δὲν τὸν τρό­μα­ζαν πιά. Σί­γου­ρα θὰ ἦ­ταν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρο τὸ και­νού­ριο σχο­λεῖ­ο, ἀ­φοῦ τὴν προ­η­γού­με­νη ἡ μα­μὰ καὶ ὁ μπαμ­πὰς τοῦ εἶ­χαν μι­λή­σει γι’ αὐ­τὸ μὲ τό­ση συγ­κί­νη­ση. Εἶ­χε μπεῖ γιὰ τὰ κα­λά τὸ Φθι­νό­πω­ρο κι ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε ν’ ἀρ­χί­σουν τὰ μα­θή­μα­τα. Ὅ­τι θὰ τοὺς με­τέ­φε­ραν μὲ κα­μι­ό­νια δὲν τὸ ἔ­βρι­σκε πε­ρί­ερ­γο. Τὸ μυα­λό του ἦ­ταν στοὺς συμ­μα­θη­τὲς ποὺ θὰ γνώ­ρι­ζε, στὰ νέ­α παι­χνί­δια καὶ τὰ τρα­γού­δια ποὺ θὰ μά­θαι­νε. Σί­γου­ρα θὰ ταί­ρια­ζε ἀ­πό­λυ­τα σ’ ἕ­να σχο­λεῖ­ο ποὺ ἀ­γα­ποῦν τὰ λου­λού­δια, τό­σο, ποὺ ἂν δὲν φο­ρᾶς ἕ­να ἡ­λι­ο­τρό­πιο στὸ πέ­το δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ εἰ­σέλ­θεις.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας (Reutlingen  τῆς  Γερ­μα­νί­ας, 1971). Ἀ­πὸ τὸ 1977 ζεῖ στὴν Κο­μο­τη­νή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος τοῦ Τμή­μα­τος Βι­βλι­ο­θη­κο­νο­μί­ας καὶ Συ­στη­μά­των Πλη­ρο­φό­ρη­σης τοῦ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κο­νό­μος στὴν Δη­μο­τι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Κο­μο­τη­νὴς (1996-98) καὶ ἀ­πὸ τὸ 1998 στὴν Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Τμή­μα­τος Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Ταυ­τό­χρο­να σπου­δά­ζει Δι­οί­κη­ση Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων στὸ Τμῆ­μα Οἰ­κο­νο­μι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ Δ.Π.Θ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Τε­ταρ­τη­μό­ρια (ποί­η­ση 2019). Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πολ­λὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Τρί­α πο­τή­ρια, μὴ πολ­λά ἐ­στι;



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Τρί­α πο­τή­ρια, μὴ πολ­λά ἐ­στι;


ΔΕΛΦΟΣ ἠ­ρώ­τη­σε τὸν Ἀβ­βᾶν Σι­σώ­ην, λέ­γων· τί ποι­ή­σω; ὅ­τι ἀ­παν­τῶ εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν καὶ πολ­λά­κις γί­νε­ται ἀ­γά­πη καὶ κρα­τοῦ­σί με· λέ­γει αὐ­τῷ ὁ γέ­ρων· κό­πον ἔ­χει τὸ πρᾶγ­μα· λέ­γει οὖν Ἀ­βρα­ὰμ ὁ μα­θη­τὴς αὐ­τοῦ· ἐ­ὰν γέ­νη­ται ἀ­πάν­τη­σις ἐν Σαβ­βά­τῳ ἢ ἐν Κυ­ρια­κῇ καὶ πί­ῃ ἀ­δελ­φὸς τρί­α πο­τή­ρια, μὴ πολ­λά ἐ­στι; λέ­γει ὁ γέ­ρων· ἐ­ὰν οὐκ ἔ­στι σα­τα­νᾶς, πολ­λὰ οὐκ ἔ­στιν.


Τρί­α πο­τή­ρια, μή­πως εἶ­ναι πολ­λά;

Ἕ­νας ἀ­δερ­φὸς ρώ­τη­σε τὸν Ἀβ­βᾶ Σι­σώ­η, λέ­γον­τάς του: τί νὰ κά­νω; Για­τὶ συ­ναν­τῶ τοὺς ἀ­δερ­φοὺς στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς γί­νε­ται ἀ­γά­πη καὶ μὲ κρα­τοῦ­νε. Τοῦ λέ­ει ὁ Γέ­ρον­τας: ἔ­χει κό­πο τὸ πρᾶγ­μα. Τοῦ λέ­ει λοι­πὸν ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ὁ μα­θη­τής του: Κι ἂν γι­νει συ­να­πάν­τη­μα τὸ Σάβ­βα­το ἢ τὴν Κυ­ρια­κὴ καὶ πι­εῖ ὁ ἀ­δερ­φὸς τρί­α πο­τή­ρια, μή­πως εἶ­ναι πολ­λά; Καὶ λέ­ει ὁ γέ­ρον­τας: ἂν δὲν ὑ­πάρ­χει σα­τα­νᾶς, δὲν εἶ­ναι πολ­λά.

[Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 110.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη: Μὲ ἕνα παγάκι



Γε­ωρ­γί­α Σό­φη


Μὲ ἕ­να πα­γά­κι


       — ΚΙΡΡΩΣΗ.

       — Μὰ εἶ­ναι…

       — Εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ πε­ρί­ερ­γο. Ἡ ἡ­λι­κί­α του δὲν τὸ δι­και­ο­λο­γεῖ. Δυ­στυ­χῶς δὲ δι­α­γνώ­στη­κε ἐγ­καί­ρως.

       — Μοῦ λέ­τε…

       — Η πε­ρί­πτω­ση νὰ τὸν σώ­σου­με εἶ­ναι μι­κρή. Θὰ σᾶς δώ­σω ὁ­δη­γί­ες. Ἐ­ὰν δὲ δοῦ­με βελ­τί­ω­ση, κα­λὸ θὰ εἶ­ναι νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξου­με. Φαί­νε­ται κα­τα­βε­βλη­μέ­νος.

       Ἅρ­πα­ξε τὸ χαρ­τὶ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι τοῦ κτη­νί­α­τρου καὶ τὸ ἔ­χω­σε στὴν τσάν­τα της. Ὅ­ση ὥ­ρα κρά­τη­σε ἡ ἀ­νά­λυ­ση, ἔ­νι­ω­θε τὸν ἱ­δρώ­τα νὰ κα­τε­βαί­νει στὴ ρα­χο­κο­κα­λιά της. Ὁ Μάρ­κος, μὲ ἀ­φη­μέ­νο τὸ κε­φά­λι στὸ πά­τω­μα, τὴν πε­ρί­με­νε.

       Ἔ­ξω εἶ­χε βρέ­ξει. Τώ­ρα περ­πα­τοῦ­σε μὲ ἔν­τα­ση. Κά­θε τό­σο ἀ­πέ­φευ­γε τὶς ὑ­γρὲς πα­γί­δες, ἀ­να­κα­τεύ­ον­τας νευ­ρι­κὰ τὰ μαλ­λιά της. Ὁ Μάρ­κος πιὸ πί­σω ἀγ­κο­μα­χοῦ­σε στὸ ρυθ­μό της. Ποῦ καὶ ποῦ τὸν κοί­τα­ζε. Τὸ τρί­χω­μά του ἦ­ταν γε­μά­το φα­λα­κρὰ μπα­λώ­μα­τα καὶ φυλ­λα­ρά­κια ἀ­πὸ τὶς ἀ­κα­κί­ες.

       Δι­α­σχί­σα­νε τὴ λε­ω­φό­ρο χω­ρὶς νὰ γλι­τώ­σει τὴν πτώ­ση. Φθά­σα­νε σπί­τι κι οἱ δύ­ο ἐ­ξαν­τλη­μέ­νοι. Μπαί­νον­τας ἐκ­σφεν­δό­νι­σε τὰ κλει­διὰ στὸν τοῖ­χο καὶ κλει­δώ­θη­κε στὸ μπά­νιο. Ὁ Μάρ­κος ἀ­πό­μει­νε, μὲ τὸ λου­ρὶ πε­ρα­σμέ­νο στὸ λαι­μό, μπρο­στὰ στὴ μι­σά­νοι­χτη μπαλ­κο­νό­πορ­τα ποὺ ἔ­φερ­νε τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἀ­πό­βρο­χου.

       Ὅ­ταν ἔ­πε­σε τὸ νε­ρὸ πά­νω της, ἄρ­χι­σε νὰ βά­ζει τὶς σκέ­ψεις σὲ σει­ρά. Πῶς τῆς εἶ­χε ἔρ­θει νὰ τὸ ξε­κι­νή­σει αὐ­τό; Δυ­ὸ βδο­μά­δες ὁ­λό­κλη­ρες ποὺ τὸ «Ἀ­φεν­τι­κὸ» εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, αὐ­τὸς ἀ­κό­μη στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα γρυ­λί­ζον­τας πα­ρα­πο­νι­ά­ρι­κα, ἀ­με­τα­κί­νη­τος στὴν ἀ­πό­φα­σή του νὰ πε­ρι­μέ­νει. Τό­τε τὸ ξε­κί­νη­σε. Τοῦ ἔ­δω­σε πρώ­τη φο­ρά, ἔ­τσι γιὰ ἀ­στεῖ­ο. Ἄλ­λω­στε κι αὐ­τὴ ἤ­θε­λε νὰ πι­εῖ ἕ­να πο­τὸ μὲ πα­ρέ­α.

       Κα­μιὰ φο­ρὰ οἱ σκύ­λοι πα­θαί­νουν χει­ρό­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους.  Για­τί δὲ βρί­σκουν ἕ­ναν κό­σμιο τρό­πο ἐ­πι­βί­ω­σης, ὅ­πως βρί­σκουν οἱ ἄν­θρω­ποι; Πο­λὺ θὰ τό ‘θέ­λε νὰ γρυ­λί­σει, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἔ­κα­νε. Βρῆ­κε τρό­πους. Πολ­λα­πλα­σί­α­σε τὶς ἐ­ξό­δους πα­ρὰ τὶς ἐ­ξά­ψεις τῆς κλι­μα­κτη­ρί­ου. Ἐ­πέν­δυ­σε σὲ ἐ­λι­ξί­ρια κα­τὰ τοῦ γή­ρα­τος. Ἀ­κό­μα καὶ σὲξ μὲ τὸν ἄ­χα­ρο τοῦ κά­τω ὀ­ρό­φου προ­σπά­θη­σε. Βρῆ­κε τρό­πους «νὰ συ­νε­χί­σει τὴ ζω­ή της». Κρά­τη­σε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον μό­νο τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πο­τό. Οὐ­ί­σκι μὲ ἕ­να πα­γά­κι.

       Ἄς ποῦ­με πὼς ἄ­φη­σε νὰ τὴ συν­δέ­ει μα­ζί του μιὰ συ­νή­θεια. Κι ἕ­νας σκύ­λος, ὁ δι­κός της, αὐ­τὴ τὸν εἶ­χε μα­ζέ­ψει. Ἕ­να με­γα­λό­σω­μο κου­τά­βι ἀ­σπρό­μαυ­ρο, μὲ μά­τια πα­ρά­ξε­να, τὸ ἕ­να μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο. Γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε πε­λώ­ριος, τό­σο ποὺ στὴ βόλ­τα οἱ δυ­ό τους πα­ρα­βγαί­να­νε. Ὅ­ταν γυ­ρί­ζα­νε κου­ρα­σμέ­νοι, ὁ Μάρ­κος (συ­νή­θως εἶ­χε κερ­δί­σει τὸν «ἀ­γώ­να») τὴν πε­ρί­με­νε νὰ πι­εῖ πρώ­τη νε­ρό, γλεί­φον­τάς της τὰ πό­δια.

       Μπο­ρεῖ καὶ οἱ σκύ­λοι, ὅ­πως οἱ γά­τες, νὰ ἐ­πι­λέ­γουν, ἂν τοὺς δο­θεῖ ἡ εὐ­και­ρί­α. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Μάρ­κου συ­νέ­βη. Ἡ χα­ρά του, ὅ­ταν ἦρ­θε νὰ μεί­νει στὸ σπί­τι μα­ζί τους ἦ­ταν ἀ­πί­στευ­τη. Τοῦ ζη­τοῦ­σε βόλ­τα καὶ χά­δια. Τὸν  πε­ρί­με­νε ἀ­νυ­πό­μο­να, ὅ­ταν ἄ­κου­γε τὰ κλει­διά του. Τὰ δι­κά του πό­δια ἔ­γλει­φε πιά. Ὅ­ταν, σπά­νια ἐρ­χό­ταν σὲ ἐ­κεί­νη, τοῦ ἔ­λε­γε ὅ­λο πί­κρα… «Νὰ πᾶς στὸ Ἀ­φεν­τι­κό σου».

       Στὸ χω­ρι­σμὸ τοῦ ἀ­πα­γό­ρευ­σε νὰ πά­ρει τὸν Μάρ­κο, πα­ρό­λο ποὺ τὴν πα­ρα­κά­λε­σε. Οἱ ἔ­ρω­τες δὲν κρα­τᾶ­νε πο­λὺ στὶς μέ­ρες μας. Ὁ Μάρ­κος ὅ­μως θὰ μεί­νει γιὰ πάν­τα μα­ζί της. Εἶ­ναι δι­κός της.

       Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ μπά­νιο μὲ τὰ νε­ρὰ νὰ στά­ζουν. Δί­πλα στὸν κα­να­πὲ βρῆ­κε τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ οὐ­ί­σκι. Γέ­μι­σε ὣς πά­νω ἕ­να πο­τή­ρι καὶ τὸ πι­α­τά­κι τοῦ Μάρ­κου. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἔμ­παι­νε κρύ­ο. Τὰ σύν­νε­φα εἶ­χαν σκο­τει­νιά­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τοῦ ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα. Εἶ­χε μεί­νει ὥ­ρα ἐ­κεῖ νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται τοὺς ἤ­χους. Σὰ νὰ πε­ρί­με­νε ἀ­κό­μη. Πῆ­γε στὴν κου­ζί­να νὰ φέ­ρει πα­γά­κια.

       «Θέ­λεις νὰ μεί­νεις στὴ θλί­ψη σου, ἔ; Ἔ­χα­σες τὸ Ἀ­φεν­τι­κό σου. Ἂν ἄ­φη­να νὰ σὲ πά­ρει, τώ­ρα θὰ ἤ­σουν ἀ­δέ­σπο­τος.

       …Ἔ­πρε­πε νὰ τὸν ἔ­χεις ξε­χά­σει. Αὐ­τὸς φταί­ει ποὺ σὲ ἄ­φη­σε. Ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους. Θὰ πε­θά­νεις καὶ δὲ θὰ τὸ μά­θει.

       Ἔ­ρι­ξε ἕ­να πα­γά­κι στὸ οὐ­ί­σκι τοῦ Μάρ­κου.

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο… Τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ.

       Κρα­τών­τας τὸ πο­τή­ρι της, τσούγ­κρι­σε τὸ πι­α­τά­κι του. Στὸν ἦ­χο ποὺ ἀ­κού­στη­κε, γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὴν κοί­τα­ξε μὲ τὸ με­γά­λο του μά­τι.

       Κρα­τοῦ­σε ἕ­να πο­τή­ρι ποὺ ξε­χεί­λι­ζε. Τὸ σῶ­μα της φαι­νό­ταν ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νο, τὰ μά­τια της γυ­ά­λι­ζαν. Τὰ χέ­ρια της ἔ­τρε­μαν κά­νον­τας τὸ πο­τή­ρι νὰ βγά­ζει κρυ­στάλ­λι­νους ψυ­χροὺς ἤ­χους.

       Ση­κώ­θη­κε μὲ δυ­σκο­λί­α καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος της. Ἀ­κούμ­πη­σε ἁ­πα­λά το κε­φά­λι του στὰ πό­δια της, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸ οὐ­ί­σκι ποὺ τοῦ εἶ­χε σερ­βί­ρει. Καὶ κοί­τα­ξε θλιμ­μέ­νος τὸ πα­γά­κι ποὺ ἐ­πέ­πλε­ε.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη (1980). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὸ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο. Παρακολούθησε σεμνάρια Δημιουργικῆς γραφῆς στὸ Δῆμο Ἀ­θη­ναίων.



		

	

Στρα­τῆς Τσίρ­κας: Τὰ κάλαντα



Στρα­τῆς Τσίρ­κας


Τὰ κά­λαν­τα


[Ἕ­να πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο δι­ή­γη­μα τοῦ Στρα­τῆ Τσίρ­κα.
Τό­πος: στὸ Κά­ϊ­ρο τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, τρί­α παι­διὰ ποὺ μό­λις ἔ­χουν πεῖ τὰ κά­λαν­τα, πέ­φτουν θύ­μα­τα λη­στεί­ας ἀ­πὸ μιὰ συμ­μο­ρί­α ντα­ή­δων. ΣτΕ]

 Ο ΜΕΓΑΛΟ τὸ ζή­τη­μα, κα­τα­λα­βαί­νεις, ἦ­ταν τὸ ταμ­ποῦρ­λο: Ἂν εἶ­χες ταμ­ποῦρ­λο, ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν τε­λει­ω­μέ­νη. Σύν­τρο­φο ἔ­βρι­σκες ἀ­μέ­σως καὶ τὸ φα­νά­ρι δὲν κό­στι­ζε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να γρό­σι. Ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κα­νε ἕ­να με­γά­λο ἔ­ξο­δο. Τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς μοῦ ἔ­φε­ρε ἕ­να ταμ­ποῦρ­λο! Μι­κρού­τσι­κο, βέ­βαι­α, καὶ τε­νε­κε­δέ­νιο. — Ἔ­τσι δὲν θὰ τὸ σπά­σεις εὔ­κο­λα, μοῦ εἶ­πε. Μὰ ἐ­γὼ κα­τά­λα­βα πὼς ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­νο­μί­α. Τὰ πέ­τσι­να ταμ­ποῦρ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ πρῶ­τα χρό­νια με­τὰ τὸν πό­λε­μο κό­στι­ζαν ἕ­ναν κό­σμο λε­φτά.

       Πῆ­γα καὶ βρῆ­κα ἀ­μέ­σως τὸ φί­λο μου τὸ Μι­χά­λη. Ἦ­ταν τὸ πα­λι­κά­ρι τῆς γει­το­νιᾶς κι ὁ κα­λύ­τε­ρος σύν­τρο­φος γιὰ τὰ κά­λαν­τα. Συ­χνὰ τύ­χαι­νε νὰ μᾶς ρι­χτοῦν τὰ ἀ­ρα­πά­κια στὶς γει­το­νι­ὲς καὶ νὰ μᾶς σκί­σουν τὸ φα­νά­ρι ἢ νὰ σπά­σουν τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν πο­λύ­τι­μος.

       — Τὸ ταμ­ποῦρ­λο τὸ ἔ­χου­με, τοῦ φώ­να­ξα. Βγαί­νου­με ἀ­πό­ψε;

       Ὁ Μι­χά­λης δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως. Εἶ­πε, ὅ­μως, πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρου­με μα­ζί μας καὶ τὸν ἀ­δερ­φό του, τὸν Δη­μή­τρη. Ἦ­ταν καλ­λί­φω­νος, λέ­ει, καὶ θὰ βο­η­θοῦ­σε πο­λὺ στὴ δου­λειά. H ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ὁ Δη­μή­τρης τρα­γου­δοῦ­σε σὰν ἄγ­γε­λος. Σοῦ ‘φτα­νε νὰ τὸν ἀ­κού­σεις νὰ ψάλ­λει μιὰ φο­ρὰ «Τῇ Ὑ­περ­μά­χῳ» ἢ νὰ δι­α­βά­ζει τὸν «Ἀ­πό­στο­λο» γιὰ νὰ προ­τι­μή­σεις ἀ­μέ­σως τὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο ὅ­που ἐ­κεῖ­νος ἔ­ψαλ­λε ἀ­πὸ τὸν Ἅ­ϊ Νι­κό­λα. Μὰ ἡ πρό­τα­ση τοῦ Μι­χά­λη εἶ­χε κά­ποι­α ὑ­στε­ρο­βου­λί­α: Τὰ λε­φτὰ ποὺ θὰ κερ­δί­ζα­με θὰ μοι­ρά­ζον­ταν στὰ τρί­α. Ἐ­κεῖ­να θὰ ἔ­παιρ­ναν τὰ πιὸ πολ­λὰ κι ἐ­γώ, μ΄ ὅ­λο το ταμ­ποῦρ­λο μου, τὰ πιὸ λί­γα.

       Κι ὅ­μως, χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, δέ­χτη­κα. Τό­ση ἦ­ταν ἡ ἀ­γά­πη ποὺ τοῦ εἶ­χα κι ὁ θαυ­μα­σμός μου!

       Ξε­κι­νή­σα­με βρα­δά­κι. Ὁ Μι­χά­λης φο­ροῦ­σε ἕ­να μαῦ­ρο μα­κρὺ παλ­τό, ποὺ φού­σκω­νε κω­μι­κὰ στὴν κοι­λιά του, σκε­πά­ζον­τας τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Σ’ ἐ­μέ­να ξέ­πε­σε τὸ χάρ­τι­νο φα­να­ρά­κι κι ἡ φρον­τί­δα νὰ τὸ ἀ­να­βο­σβή­νω κά­θε τό­σο. Ὁ Δη­μή­τρης, σὰν πρίγ­κι­πας, μὲ τὰ ὄ­μορ­φα μά­τια του καὶ τὴ γλυ­κιὰ φω­νή του, εἶ­χε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ πή­γαι­νε στὸ δρό­μο πό­τε πιὸ μπρο­στά, πό­τε πιὸ πί­σω μας, σάμ­πως νὰ μὴν μᾶς ἤ­ξε­ρε. Ὁ Μι­χά­λης τὸν πεί­ρα­ζε λέ­γον­τάς του πὼς ἔ­κα­νε τὸν κόν­τε γιὰ χα­τί­ρι τῆς Ρη­νού­λας. Μὰ πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε γιὰ νὰ κα­τα­λά­βω τὴ ση­μα­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ πει­ράγ­μα­τος. Ἡ «πε­λα­τεί­α» τοῦ Μι­χά­λη καὶ τοῦ Δη­μή­τρη ἦ­ταν ἡ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πὸ τὶς φτω­χο­γει­το­νι­ές. Ἀμπ­ντίν, Σού­μπρα, Κό­φτι­κο Πα­ζά­ρι. Οἱ εἰ­σπρά­ξεις μέ­τρι­ες. Λέ­γα­με κι «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἂν τύ­χαι­νε νὰ μᾶς δώ­σουν κα­νέ­να γρο­σά­κι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ φουν­τού­κια καὶ τὰ ἀ­μύ­γδα­λα. Τό­τες ἐ­γὼ τοὺς τρά­βη­ξα στὶς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὲς γει­το­νι­ές. Αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Μέ­ρες τώ­ρα τὸ φύ­λα­γα. Στὸ κου­ρεῖ­ο τοῦ πα­τέ­ρα μου ἔρ­χον­ταν ὅ­λο για­τροὶ καὶ δι­κη­γό­ροι.

       Ἀ­πὸ μέ­ρες τώ­ρα μὲ ρω­τοῦ­σαν:

       — Ἔ, πι­τσι­ρί­κο, δὲ θὰ ‘ρθεῖς νὰ μᾶς τὰ πεῖς;

       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τοῦ­σα ἀ­ό­ρι­στα. Ση­μεί­ω­να, ὅ­μως, τὸ ὄ­νο­μα καὶ φρόν­τι­ζα νὰ μά­θω τὴ δι­εύ­θυν­ση. Ἔ­τσι, στὴν πιὸ ἀ­πελ­πι­στι­κὴ στιγ­μὴ τῆς «ἐ­πι­χεί­ρη­σης» ξε­φούρ­νι­σα στοὺς φί­λους μου μιὰ λί­στα μὲ ἕ­ξι-ἑ­φτὰ ὀ­νό­μα­τα γεν­ναῖα.

       — Πᾶ­με, τοὺς εἶ­πα, παίρ­νον­τας ὕ­φος προ­στα­τευ­τι­κό.

       — Τί λές, μω­ρέ!

       Φώ­να­ξαν κι οἱ δυ­ό τους. Θὰ μᾶς δι­ώ­ξουν μὲ τὶς κλο­τσι­ές.

       — Ἔ­γνοι­α σας, εἶ­πα ἐ­γώ. Ξέ­ρω τὴ δου­λειά μου.

       Ἡ δου­λειά μου ἦ­ταν, μό­λις ἄ­νοι­γε ἡ πόρ­τα, νὰ εἰ­δο­ποι­ῶ πὼς ὁ Τά­κης ὁ γιὸς τοῦ Κὺρ Στέ­φα­νου, τοῦ μπαρ­μπέ­ρη, ἦρ­θε νὰ πεῖ τὰ κά­λαν­τα. Ἔ­τσι τὰ πή­γα­με θαυ­μά­σια. Τὰ σε­λι­νά­κια ἦρ­θαν νὰ σκε­πά­σουν τὰ γρο­σά­κια τῶν φτω­χο­γει­το­νι­ῶν.

       Μά, ἕ­να πράγ­μα δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε: Στὰ σπί­τια αὐ­τὰ ποὺ πη­γαί­να­με, σὰν ἄ­κου­γαν ποι­ός εἶ­ναι ἔ­ξω, μὲ φώ­να­ζαν νὰ μπῶ μέ­σα, ἐ­νῶ τοὺς φί­λους μου τοὺς ἄ­φη­ναν στὴν πόρ­τα. Μὲ φί­λευ­αν ἰ­δι­αί­τε­ρα καὶ μοῦ ἔ­δι­ναν στὸ χέ­ρι, κρυ­φά, κα­νέ­να σε­λί­νι, λέ­γον­τάς μου πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι «δι­κό μου, μό­νο δι­κό μου».

       Θυ­μή­θη­κα τὸ κόλ­πο τοῦ Μι­χά­λη ποὺ μοῦ ἐ­πέ­βα­λε τὸ Δη­μή­τρη. Ὅ­μως, ἡ καρ­διά μου δὲν βά­στα­ξε καὶ τοὺς τὰ ὁ­μο­λό­γη­σα ὅ­λα ἀ­μέ­σως. Κι ἔ­τσι τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρά μου μπῆ­καν στὸν κοι­νὸ κουμ­πα­ρά. Ὅ­λα θὰ τε­λεί­ω­ναν μιὰ χα­ρά, θὰ περ­νού­σα­με φί­να τὴν ἐ­παύ­ριο, μὲ κι­νη­μα­το­γρά­φο κ.λπ. κ.λπ., ἂν στὸ γυ­ρι­σμό, ἐ­κεῖ στὰ  μπα­ξε­δά­κια τοῦ Μα­ρου­φιοῦ, δὲ συ­ναν­τού­σα­με τὸ Στρα­βο­σπύ­ρο μὲ τὴν πα­ρέ­α του.

       Ὁ Στρα­βο­σπῦ­ρος ἦ­ταν ἕ­νας ἴ­σα­με κεῖ πά­νω, μόρ­της καὶ βλά­σφη­μος. Τὶς Κυ­ρια­κὲς στὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο που­λοῦ­σε κου­λού­ρια τῆς κα­νέ­λας. Μα­ζί του καὶ δυ­ὸ ἄλ­λοι —Πα­να­γιά μου φύ­λα­γε!— ποὺ κου­βα­λοῦ­σαν μιὰ λα­τέρ­να κι ἕ­να φα­νά­ρι τζά­μι­νο, στο­λι­σμέ­νο μὲ λο­γῆς-λο­γῆς κορ­δέ­λες καὶ χαρ­τιά. Τί ἤ­θε­λε ὁ Δη­μή­τρης σ’ ἐ­κεί­νη τὴ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ νὰ πά­ει νὰ τοὺς παι­νευ­τεῖ γιὰ τὶς εἰ­σπρά­ξεις μας; Ὥ­σπου νὰ τὸ πά­ρου­με χαμ­πά­ρι, μᾶς εἶ­χαν βά­λει κά­τω, μᾶς πῆ­ραν τὰ λε­φτὰ καὶ μᾶς σπά­σαν καὶ τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Τί μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ κά­νει κι ὁ Μι­χά­λης τὸ παι­δὶ μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ντα­γλα­ρά­δες.

       Ἐ­γώ, κλαί­γον­τας καὶ βα­στών­τας πάν­τα τὸ χάρ­τι­νο σβη­σμέ­νο φα­να­ρά­κι μου, τρά­βη­ξα γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ Μι­χά­λης κι ὁ Δη­μή­τρης, ὅ­μως, πῆ­ραν στὸ κα­τό­πι τοὺς μόρ­τες, κα­λών­τας, ἄ­δι­κα, τοὺς τσα­ού­ση­δες νὰ τοὺς πιά­σουν. Δὲν ξέ­ρω πῶς τέ­λει­ω­σαν οἱ φί­λοι μου. Δὲ ρώ­τη­σα ἢ δὲ θυ­μᾶ­μαι πιά. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ εἶ­ναι πὼς πέ­ρα­σα τὶς γι­ορ­τὲς γε­μά­τες πί­κρα καὶ θλί­ψη ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη. Τὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ τό­τε πὼς ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λοι πιὸ δυ­στυ­χι­σμέ­νοι ἀ­πὸ μέ­να καὶ πὼς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μὲ τὸ Στρα­βο­σπῦ­ρο ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀ­δι­κί­ας καὶ τῆς βί­ας ποὺ βα­σί­λευ­ε καὶ  βα­σι­λεύ­ει ἀ­κό­μα στὸν κό­σμο.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Δη­μή­τρης Πο­σάν­τζης, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009).

Στρα­τῆς Τσίρ­κας  (23 Ἰ­ου­λί­ου 1911, Κά­ϊ­ρο-27 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1980, Ἀ­θή­να). Ἕλ­λη­νας συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­ξι­ο­λο­γό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς γιὰ τὴν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή του τρι­λο­γί­α Ἀ­κυ­βέρ­νη­τες πο­λι­τεῖ­ες καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Ἡ χα­μέ­νη Ἄ­νοι­ξη.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Καὶ ἤρ­ξα­το βο­ᾶν ὁ δαί­μων



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Καὶ ἤρ­ξα­το βο­ᾶν ὁ δαί­μων


ΛΛΟΤΕ πά­λιν, φέ­ρου­σιν αὐ­τῷ [τῷ Ἀββᾷ Λογγίνῳ] τι­νες δαι­μο­νι­ῶν­τα· ὁ δέ φη­σι πρὸς αὐ­τούς· ἐ­γὼ τί ποι­ῆ­σαι ὑ­μῖν οὐκ ἔ­χω· ἀλ­λὰ μᾶλ­λον ἀ­πέλ­θε­τε πρὸς τὸν Ἀβ­βᾶν Ζή­νω­να· εἶ­τα ὁ Ἀβ­βᾶς Ζή­νων ἤρ­ξα­το ἐ­πι­κεῖ­σθαι τῷ δαί­μο­νι ἐκ­δι­ώ­κων αὐ­τόν· καὶ ἤρ­ξα­το βο­ᾶν ὁ δαί­μων· ἄρ­τι νο­μί­ζεις Ἀβ­βᾶ Ζή­νων, ὅ­τι διὰ σὲ ἐ­ξέρ­χο­μαι; ἰ­δοὺ ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος ἐ­κεῖ προ­σεύ­χε­ται, κα­τ’ ἐ­μοῦ ἐν­τυγ­χά­νων· καὶ φο­βού­με­νος τὰς εὐ­χὰς αὐ­τοῦ ἐ­ξέρ­χο­μαι· ἐ­πεὶ οὐκ ἐ­δί­δουν σοι ἀ­πό­κρι­σιν.


Ὁ σω­στὸς ἐ­ξορ­κι­στής

Ἄλ­λο­τε πά­λι, κά­ποι­οι τοῦ φέρ­νουν [στὸν Ἀββᾶ Λογγῖνο] ἕ­να δαι­μο­νι­σμέ­νο· κι αὐ­τὸς τοὺς λέ­ει: ἐ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ σᾶς κά­νω κά­τι· κα­λύ­τε­ρα νὰ πᾶ­τε στὸν Ἀβ­βᾶ Ζή­νω­να. Ἔ­πει­τα ὁ Ἀβ­βᾶς Ζή­νων ἄρ­χι­σε νὰ ζο­ρί­ζει τὸν δαί­μο­να δι­ώ­χνων­τάς τον. Καὶ τό­τε ὁ δαί­μο­νας ἔ­βα­λε τὶς φω­νές: τώ­ρα νο­μί­ζεις, Ἀβ­βᾶ Ζή­νω­να, ὅ­τι γιὰ τοῦ λό­γου σου βγαί­νω· νά, ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος ἐ­κεῖ κά­τω προ­σεύ­χε­ται, ἐ­πι­τι­μών­τας με· καὶ βγαί­νω ἐ­πει­δὴ φο­βᾶ­μαι τὶς προ­σευ­χές του· γι αὐ­τὸ καὶ δὲν σοῦ ἀπαντοῦσα.

[Μετάφραση: Γ.Π.]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 63.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]