Γιῶργος Ἀποσκίτης: Ὀ­λυμ­πια­κὸς-Ἄ­γι­αξ: 1-0



Γιῶργος Ἀποσκίτης


Ὀ­λυμ­πια­κὸς-Ἄ­γι­αξ: 1-0


ΤΟ ΤΕΡΜΑ τοῦ ὑ­πο­φω­τι­σμέ­νου λι­μα­νιοῦ, προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ ὥ­ρα, ἡ Εὐ­τέρ­πη σερ­βί­ρει τὰ τε­λευ­ταῖ­α γι’ ἀ­πό­ψε γλυ­κὰ καὶ χα­ρί­ζει ἁ­πλό­χε­ρα χα­μό­γε­λα. Ὁ Πέ­τρος τῆς ρί­χνει λο­ξὲς μα­τι­ὲς καὶ σκέ­φτε­ται τί ἱ­στο­ρί­α νὰ τῆς πεῖ γιὰ νὰ τὴν πεί­σει νὰ ξα­να­βρε­θοῦν στὴν Ἀ­θή­να τὸ Φθι­νό­πω­ρο. Στὸ βά­θος τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­χνο­φαί­νε­ται ὁ «Δι­α­γό­ρας», τὸ κα­ρά­βι ποὺ μοιά­ζουν νὰ πε­ρι­μέ­νουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­π’ τοὺς λι­γο­στοὺς ἐ­να­πο­μεί­ναν­τες θα­μῶ­νες τῶν με­τρη­μέ­νων στὰ δά­χτυ­λα μα­γα­ζι­ῶν. «Ἐ­δῶ πού ’­χε­τε ἔρ­θει εἶ­ναι τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου», ἀ­να­φω­νεῖ μει­δι­ών­τας ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ψα­ρὰς πά­νω ἀ­π’ τὴ βάρ­κα του τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­ται νὰ ξα­νοι­χτεῖ γιὰ νὰ ρί­ξει πα­ρα­γά­δι. Κι ἐ­νῶ ἡ κόρ­να τοῦ πλοί­ου ἠ­χεῖ, «γκό­ο­ολ!» φω­νά­ζει ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἕ­νας ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νος πι­τσι­ρι­κὰς βα­στών­τας μιὰ ἀ­ε­ρόμ­πα­λα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τρέ­χον­τας πρὸς τοὺς ἐμ­φα­νῶς γλα­ρω­μέ­νους γο­νεῖς του ποὺ εἶ­ναι κα­θι­σμέ­νοι —μὲ τὰ μπαγ­κά­ζια τους ἕ­τοι­μα, μα­ζε­μέ­να— στὸ ἀ­κρια­νὸ τρα­πέ­ζι τοῦ κα­φε­νεί­ου τῆς Εὐ­τέρ­πης, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι πιὸ κον­τὰ στὴν προ­βλή­τα. «Τὸ παι­δὶ αὐ­τὸ ποὺ παί­ζα­με μπά­λα εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν Ὀλ­λαν­δί­α καὶ παί­ζει στὶς ἀ­κα­δη­μί­ες τοῦ Ἅ­γι­αξ.» «Ἔ­λα, Πά­νο, με­γά­λω­σες πιά, ἄ­σε τὶς βλα­κεῖ­ες, πᾶ­με… φύ­γα­με, τὸ πλοῖ­ο δὲν θὰ μᾶς πε­ρι­μέ­νει!»



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


		
Advertisements

Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου: ΚΛΜ



Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου


ΚΛΜ


Ε ΕΙΧΕ ΠΙΑΣΕΙ ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Μοῦ τὰ ἕ­σφιγ­γε τό­σο δυ­να­τὰ στὶς χοῦ­φτες του, ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι θὰ μοῦ τὰ ξε­ρί­ζω­νε. Ἀ­κό­μη καὶ ἀ­φοῦ ξε­ψύ­χη­σε, δὲν ἔ­λε­γε νὰ μοῦ τὰ ἀ­φή­σει. Μπαί­νον­τας δὲν πα­ρα­τή­ρη­σε. Τὸ τσε­κού­ρι. Τὸ εἶ­χα βά­λει ἀ­νά­με­σα στὶς πε­τσέ­τες, ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ πε­τσέ­τες ἄ­σπρες καὶ κί­τρι­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα του καὶ τὰ κλό­τση­σε στὴν ἄ­κρη. Ἔ­ζε­χνε. Τὸ σῶ­μα του κόκ­κι­νο κα­μέ­νο. Ἡ οὐ­λὴ στὸ δε­ξί του γό­να­το. Τὸ ση­μά­δι κά­τω ἀ­π’ τὸ λαι­μό. Ἴ­διος. Κι ἐ­γώ. Τὸν κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Αἰ­σθάν­θη­κα τὸ χρό­νο νὰ μὲ ἐ­πι­στρέ­φει. Δέ­κα χρό­νια πί­σω, ἐ­κεῖ ποὺ εἴ­χα­με μεί­νει. Καὶ οἱ δύ­ο. Μί­α στιγ­μὴ πρίν· μί­α στιγ­μὴ με­τά. Τί­πο­τ’ ἄλ­λο. Μπῆ­κε στὸ νε­ρὸ μέ­χρι τὴ μέ­ση. Μὲ κοι­τοῦ­σε χω­ρὶς νὰ μι­λά­ει. Ἐ­γὼ ὁ­λο­έ­να τὸν πλη­σί­α­ζα, μέ­χρι ποὺ στα­μά­τη­σα ἀ­πὸ πά­νω του. Γδύ­θη­κα. Τὰ μά­τια του μὲ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ὅ­σο ἔμ­παι­να. Τὸ νε­ρὸ ἔ­και­γε. Ἔ­σκυ­ψα ἀ­πὸ πά­νω του. Μοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ γό­να­τα κι ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­νε­βαί­νει. Νό­μι­σα πὼς θὰ μὲ πο­νοῦ­σε. Στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου μὲ δά­χτυ­λα ἀ­κί­νη­τα, ποὺ πο­λὺ εὔ­κο­λα ἔμ­παι­ναν, ἂν ἤ­θε­λε, μέ­σα μου, πο­λὺ εὔ­κο­λά τὰ γλί­στρα­γε, ἂν ἤ­θε­λε, πρὸς τὴν κοι­λιά μου. Ἀ­πο­φά­σι­σε τὸ δεύ­τε­ρο. Ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη ἄρ­χι­σα. Νὰ τοῦ τρί­βω τὸ στῆ­θος καὶ τοὺς ὤ­μους. Ἔ­ψα­χνε τὰ μά­τια μου. Τοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κα. Φί­λη­σα τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ του κι ἐ­κεῖ­νος πέ­ρα­σε τὰ δά­χτυ­λά του στὸ λαι­μό μου. Τὰ κύ­κλω­σε, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­σκη­σε πί­ε­ση. Μὲ ἄ­φη­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θῶ. Ἔ­τρι­ψα τὰ μπρά­τσα του. Εἶ­χε σχε­δὸν ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ ὅ­ταν ἅ­πλω­σα τὸ δί­χτυ. Μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Βυ­θί­στη­κε μέ­χρι τὸ λαι­μό. Προ­ε­ξεῖ­χαν μό­νο τὰ χέ­ρια του νὰ χου­φτώ­νουν ἄ­γαρ­μπα τὰ στή­θη μου λὲς κι ἤ­μουν ἀ­γε­λά­δα καὶ μὲ ἄρ­με­γε. Μὲ πό­νε­σε. Ἔ­κα­να νὰ τὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νω, αὐ­τὸς ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε, σφίγ­γον­τάς τα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πα­λά­μες του. Ἔ­τρε­μα. Εἶ­χε νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ ἀ­π’ τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κοι­μη­θή­κα­με μα­ζί. Μὲ ζού­λη­ξε τό­σο πο­λὺ ποὺ ἔ­βα­λα τὶς φω­νές. Σώ­πα­σα μό­νο ἀ­φοῦ μὲ χτύ­πη­σε. Ἔ­πει­τα μὲ συ­νή­θι­σε. Δὲν τὰ ἔ­βλε­πα τὰ μά­τια του. Μοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κε.


Ὅ­ταν ἄ­φη­σα τὸ τσε­κού­ρι, τὸν ἔ­σπρω­ξα κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ αἵ­μα­τος. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τοῦ τραβ­ή­ξω τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ μὲ ἀ­φή­σει. Ρί­χτη­κα στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄλ­λου ἐ­πὶ τό­που, γυ­μνὸς κι ἐ­κεῖ­νος, καὶ ἐ­νω­θή­κα­με. Κοί­τα­ξα τὸ στέρ­νο μου. Εἶ­δα δέ­κα δά­χτυ­λα μαῦ­ρα πά­νω στὰ κόκ­κι­να πρη­σμέ­να στή­θη μου. Καὶ πά­νω τους ἄλ­λα δέ­κα, ἄ­σπρα, νὰ στραγ­γί­ζουν ὅ­σο γά­λα εἶ­χε μεί­νει.


Ἰ­ού­νιος/Ὀ­κτώ­βριος ’15


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου. Σπούδασε στὴν Royal Academy of Dramatic Art στὸ τµ­ή­µ­α κλα­σι­κῶν σπου­δῶν τοῦ King’s College London (ὑ­πο­τρο­φί­α Ἱ­δρύ­µ­α­τος Σκυ­λί­τση). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σκη­νο­θέ­της, βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­της καὶ ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ πα­ρα­στά­σεις θε­ά­τρου (κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο ρε­περ­τό­ριο, παι­δι­κό, ὄ­πε­ρα, docudrama, devised κ.ἄ.), ἀλ­λὰ καὶ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, σὲ Ἑλ­λά­δα καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει, ἐ­πι­µ­ε­λεῖ­ται καὶ µ­ε­τα­φρά­ζει.


Βάνια Σύρμου: Camera Obscura


Βά­νια Σύρ­μου


Camera Obscura


ΙΑ ΩΡΑ τὸ βλέμ­μα του μέ­νει ἀ­κί­νη­το, ὑ­πνω­τι­σμέ­νο πά­νω της . Ἔ­χει ἔρ­θει ἀ­πὸ μα­κριὰ μό­νο γιὰ ἐ­κεί­νη. Ἡ πο­λυ­κο­σμί­α ὅ­μως δὲν τὸν ἀ­φή­νει νὰ τὴ δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Προ­τι­μᾶ ἔ­τσι νὰ τὴν πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­πὸ μα­κριά, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ τὴν πλη­σιά­σει.

        Στέ­κε­ται ὄρ­θια μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ φῶς νὰ λού­ζει τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ μαλ­λιά της. Μὲ τὰ μά­τια χα­μη­λω­μέ­να καὶ τὸ κε­φά­λι σκυ­φτό, δια­βά­ζει μὲ προ­σο­χὴ ἕ­να γράμ­μα ποὺ κρα­τᾶ στὰ χέ­ρια της. Ἡ μορ­φὴ της κα­θρε­φτί­ζε­ται στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου, ἐ­πι­τρέ­πον­τας στὸ εἴ­δω­λο νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὴν εἰ­κό­να της . Ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν κα­θη­λώ­νει εἶ­ναι ὁ λευ­κός της λαι­μός. Τὰ δε­μέ­να σὲ κό­τσο ξαν­θά της μαλ­λιὰ ἀ­φή­νουν νὰ δι­α­γρά­φε­ται τὸ πε­ρί­γραμ­μα τοῦ αὐ­χέ­να της, ποὺ κα­τα­λή­γει ἤ­ρε­μα στοὺς λε­πτούς της ὤ­μους. Μιὰ λευ­κὴ ὀρ­γάν­τζα τοὺς ἀγ­κα­λιά­ζει προ­στα­τευ­τι­κά, φτά­νον­τας ὡς τὸ νε­α­νι­κό της μποῦ­στο. Τὸ βλέμ­μα του δι­α­νύ­ει ξα­νὰ τὴν ἁ­πα­λὴ αὐ­τὴ δι­α­δρο­μὴ , ἀρ­γο­πο­ρών­τας ἐ­κεῖ ποὺ τὸ φῶς παί­ζει μὲ τὶς μποῦ­κλες τῶν μαλ­λι­ῶν της, ὅ­ταν πέ­φτουν ἐ­λεύ­θε­ρες στὸ πλά­ι τοῦ λαι­μοῦ της. Κα­θὼς τὴν κοι­τᾶ, εὔ­χε­ται νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­θε­ται δί­πλα της, σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κα­ρέ­κλα κά­τω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο , γε­μά­τος πε­ρι­έρ­γεια, ἴ­σως καὶ ζή­λεια γιὰ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ γράμ­μα­τος καὶ νὰ θαυ­μά­ζει τὸ ρο­δα­λὸ χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα καὶ τὰ χεί­λη της. Ἴ­σως πά­λι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀπ΄ τὴν κουρ­τί­να τοῦ σε­πα­ρέ της, νὰ μπο­ροῦ­σε ἀ­νε­νό­χλη­τος νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­π’ τὸ κα­θρέ­φτι­σμα τοῦ πα­ρα­θύ­ρου τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της, ἐ­νῶ δι­α­βά­ζει ἐ­κεῖ­νο τὸ γράμ­μα.

        Προ­σπα­θεῖ νὰ στρι­μω­χτεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος δι­εκ­δι­κών­τας κι αὐ­τὸς μιὰ θέ­ση κον­τά της. Τοὺς βλέ­πει νὰ τὴν φω­το­γρα­φί­ζουν ἀ­στα­μά­τη­τα μὲ τὶς ψη­φια­κές τους μη­χα­νὲς καὶ τὰ κι­νη­τά. Τὴν φαν­τά­ζε­ται νὰ πο­ζά­ρει μό­νο γιὰ χά­ρη του, προ­στα­τευ­μέ­νη ἀ­π’ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα βλέμ­μα­τα, κι ἐ­κεῖ­νος πί­σω ἀ­π’ τὴν camera obscura, συλ­λαμ­βά­νον­τας τὸ φῶς της, νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει γιὰ πάν­τα τὴν αὔ­ρα της καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἀ­πο­κλει­στι­κά το τέ­λει­ο ἀ­πεί­κα­σμα τῆς φι­γού­ρας της ἀ­νε­στραμ­μέ­νο πά­νω στὸ καμ­βά του.

        Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει ἐ­πι­τέ­λους νὰ τὴν πλη­σιά­σει, ὁ φύ­λα­κας εἰ­δο­ποι­εῖ τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες πὼς πρέ­πει σύν­το­μα νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σουν ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα Βερ­μέερ, για­τί ἡ πι­να­κο­θή­κη πρό­κει­ται νὰ κλεί­σει στὰ δέ­κα ἑ­πό­με­να λε­πτά. Κοι­τά­ζον­τας τὸν πί­να­κα ἀ­πὸ κον­τά, ἡ μα­τιά του σκα­λώ­νει στὶς στι­κτὲς πι­νε­λι­ὲς ἀ­νοι­χτοῦ χρώ­μα­τος ποὺ φω­τί­ζουν τὸ μποῦ­στο της. Ζη­λεύ­ει τὸ βλέμ­μα τοῦ ζω­γρά­φου. Τὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ μὲ μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ ποὺ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ σι­λου­έ­τα της. Δὲν τὴν εἶ­δε ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε. Τὸν πα­ρη­γο­ρεῖ ὡ­στό­σο ἡ σκέ­ψη πὼς ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­π’ τὴν Δρέσ­δη, τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὸ γράμ­μα μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φω­τί­ζει τὴ μο­να­ξιά του μέ­σα ἀ­π’ τὴ μι­κρὴ ρε­προν­του­ξιόν, ποὺ κρέ­με­ται στὸν τοῖ­χο τῆς σκο­τει­νῆς του κά­μα­ρης χρό­νια τώ­ρα, ἀ­γο­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ πλα­νό­διο καλ­λι­τέ­χνη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζαν­έ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, Φρέ­αρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».

Εἰκόνα: Τὸ κορίτσι μὲ τὸ γράμμα (1657) τοῦ Γιοχάννες Βερμέερ (1632-1675).

Γε­ωρ­γί­α Βε­λη­βα­σά­κη: Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη



Γε­ωρ­γί­α Βε­λη­βα­σά­κη


Ἡ  μητέρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη


ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ εἶναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Ἔ­χει τέσ­σε­ρα πό­δια μὲ ὀ­νό­μα­τα παι­δι­ῶν καὶ καμ­πύ­λες στὶς ἄ­κρες. Ἡ ὄ­ψη της εἶ­ναι γα­λά­ζια. Μιὰ χρυ­σὴ ἀν­τα­νά­κλα­ση τὴν κά­νει νὰ ξε­χω­ρί­ζει ἀ­π’ ὅ­λα τ’ ἄλ­λα πράγ­μα­τα τοῦ δω­μα­τί­ου. Ἡ ρά­χη της κυρ­τή, σχε­δὸν χε­λω­νί­σια. Στέ­κε­ται —χρό­νια τώ­ρα— στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ· δὲν κα­τα­δέ­χε­ται νὰ τὴν ἀγ­γί­ζουν, τρέ­μει τὰ ἀ­πρό­σε­χτα χέ­ρια καὶ τὰ βλέμ­μα­τα.

       Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἕ­να πορ­σε­λά­νι­νο κου­τί. Κρύ­βει μυ­στι­κὰ καὶ χα­μέ­να ὄ­νει­ρα. Ὅ­ταν χα­μο­γε­λᾶ τὰ μά­τια της στρέ­φον­ται πρὸς τὰ μέ­σα, ἔ­τσι ποὺ κα­νέ­να χα­μό­γε­λό της δὲν μέ­νει χω­ρὶς λύ­πη. Στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ ὑ­πο­δέ­χε­ται τοὺς κα­λε­σμέ­νους της, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ πε­ρι­μέ­νει.

       Δὲν πλέ­νει πιά­τα. Δὲν μα­γει­ρεύ­ει. Δὲν τῆς ἀ­ρέ­σουν οἱ σκοῦ­πες καὶ τὰ ξε­σκο­νό­πα­να. Ζω­γρα­φί­ζει στὸ πρό­σω­πό της πο­τά­μια ποὺ γέρ­νουν πρὸς τὰ κά­τω. Ὕ­στε­ρα κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να τὴν ἀν­τα­νά­κλα­σή της στὸν τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου. Με­τρᾶ τὰ πό­δια της· τέσ­σε­ρα. Δὲν εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­γὼ εἶ­μαι! τὴν ἀ­κού­ω ποὺ λέ­ει.

       Ἔ­χει μιὰ χα­ραγ­μα­τιὰ ποὺ δὲν φαί­νε­ται κι ἕ­να χά­ρι­σμα, κρυ­φὸ κι αὐ­τό. Ἂν τῆς χα­ϊ­δέ­ψεις τὰ μά­τια καὶ τὴν κοι­τά­ξεις συμ­πο­νε­τι­κά, ἂν εἶ­σαι λί­γο πιὸ ἀ­λη­θι­νὸς ἀ­π’ ὅ,τι συ­νη­θί­ζεις, ἂν τῆς πεῖς ὅ­τι τὴν ἀ­γα­πᾶς —μὰ νὰ τὴν ἀ­γα­πάς— σοῦ δεί­χνει κά­τι πα­λιὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια τῆς νι­ό­της της καὶ σοῦ ὑ­πό­σχε­ται, σοῦ ὑ­πό­σχε­ται… Μιὰ μέ­ρα μὲ ἄ­φη­σε νὰ δῶ κά­τω ἀ­πὸ τὴ γα­λά­ζια της ὄ­ψη. Ἀ­πὸ μέ­σα ἦ­ταν λευ­κὴ μὲ μι­κρὲς κη­λί­δες σὰν ἀ­στε­ρό­σκο­νη. Στὶς γω­νί­ες μα­ζεύ­ε­ται τὸ μαῦ­ρο καὶ δὲν φεύ­γει.

       Μοιά­ζει πα­λιὰ ὅ­σο τὸ σπί­τι ποὺ τὴν πε­ρι­έ­χει. Καὶ ἄ­δεια, ὅ­σο τὰ πράγ­μα­τα ποὺ δὲν μπό­ρε­σε νὰ χω­ρέ­σει. Κά­θε βρά­δυ ἀ­νά­βει ὅ­λα τὰ φῶ­τα. Δὲν κοι­μᾶ­ται. Ἡ πλη­γή της ἀ­φορ­μί­ζει τὴ νύ­χτα.

       Κα­τα­λα­βαί­νει μὲ τὴν ἁ­φή. Κα­μιὰ φο­ρᾶ βγά­ζει ἕ­ναν ἦ­χο σὰ νύ­χι πά­νω στὴ γυ­α­λι­στε­ρή της ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν ξέ­ρει πῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ, λέ­ει. Τὸ σπί­τι τὴν πνί­γει. Δὲν ἀν­τέ­χει τὰ κλει­στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Πα­ρα­πο­νι­έ­ται πὼς κα­νεὶς δὲν τὴν ἀ­κού­ει. Κιν­δυ­νεύ­ει νὰ σπά­σει ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τε­τα­μέ­νη ἀ­δι­α­φο­ρί­α μας. Δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ πέ­τρα, λέ­ει, δὲν εἶ­ναι πέ­τρα…

       Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Κά­θε πρω­ὶ τὴ ση­κώ­νω καὶ τὴ βά­ζω στὸ ρά­φι χω­ρὶς νὰ τὴν κοι­τά­ζω. Κα­θα­ρί­ζω τὸ τρα­πέ­ζι της μ’ ἕ­να πα­νί. Τὴ μα­λώ­νω πὼς δὲν κά­νει κα­λὰ ποὺ στέ­κε­ται ἀ­κί­νη­τη τό­σο και­ρό, πὼς αὐ­τὴ φταί­ει ποὺ μα­ζεύ­τη­κε τό­ση σκό­νη. Τρί­βω τὶς πτυ­χές της μὲ μα­νί­α. Τῆς τρα­γου­δά­ω γιὰ ἕ­να μι­κρὸ πορ­σε­λά­νι­νο κου­τὶ μέ­σα σ’ ἕ­να με­γά­λο σκο­νι­σμέ­νο σπί­τι. Στέ­κο­μαι ὄρ­θια στὴ μέ­ση τοῦ σα­λο­νιοῦ, τὴ δεί­χνω μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Καὶ ἄ­φη­σέ με, τῆς λέ­ω, ν’ ἀ­νοί­ξω τὴν κοι­λιά σου, νὰ κα­θα­ρί­σω κι ἐ­κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο… Γί­νε­ται τό­τε καὶ τὸ γα­λά­ζιο της χρῶ­μα φω­τί­ζε­ται μ’ ἕ­ναν τρό­πο στε­να­χτι­κό. Τὴν ἄλ­λη φο­ρά, μοῦ λέ­ει, τὴν ἄλ­λη φο­ρά. Τὴν ἐ­πι­στρέ­φω στὴ θέ­ση της μ’ ἕ­να πι­κρὸ φι­λί. Ἐ­κεί­νη δὲν στα­μα­τά­ει νὰ μὲ κοι­τά­ζει.

       Μι­σῶ τὴν εὐ­θραυ­στό­τη­τά της. Καὶ ἂν μιὰ μέ­ρα, μοῦ γλι­στρί­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια; Καὶ ἂν ἀ­να­πη­δή­σει στὸν ἀ­έ­ρα καὶ ἀ­νοί­ξει ἡ ρά­χη της καὶ φα­νεῖ ἡ χα­ραγ­μα­τιὰ καὶ θρυμ­μα­τι­στεῖ ἡ γα­λά­ζια της ὄ­ψη; Καὶ ἂν δὲν ἔ­χω προ­λά­βει νὰ ἀ­φαι­ρέ­σω τὸ μαῦ­ρο ἀ­πὸ τὶς γω­νί­ες καὶ τὰ σπλά­χνα της; Πῶς φο­βᾶ­μαι ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα. Πῶς κου­ρά­στη­κα νὰ φο­βᾶ­μαι ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Α. Βε­λη­βα­σά­κη. Ποί­η­ση καὶ δι­ή­γη­μα, παραμύθια. Σπού­δα­σε μου­σι­κή, θέ­α­τρο, Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ (Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­χτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο) καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (Πα­νε­πι­στή­μιο Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ τρα­γού­δι, τὴ στι­χουρ­γι­κὴ καὶ ἔχει ἐ­κτε­νῆ προ­σω­πι­κὴ δι­σκο­γρα­φί­α. Βιβλίο της: Τὸ Μι­κρὸ Μυ­στι­κὸ τῆς Ζω­ῆς (ἔμ­με­τρο πα­ρα­μύ­θι, 2010). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ ἀν­θο­λό­γιο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς-Δι­α­δρο­μὴ 2 (ἐκδ. Γρα­φο­μη­χα­νή, 2017). Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα www.velivasaki.gr



		

	

Στάθης Ἀντωνίου: Μιὰ ἀκόμη μέρα στὸ μυαλὸ ἑνὸς μαθηματικοῦ

 

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου

 

Μιὰ ἀ­κό­μη μέ­ρα στὸ μυα­λὸ ἑ­νὸς μα­θη­μα­τι­κοῦ


ΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὴν κού­πα μου. Τὸ σύν­νε­φο παίρ­νει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς ἀ­ε­ρό­στα­του, δι­ογ­κώ­νε­ται μέ­χρι νὰ γί­νει σχε­δὸν δι­ά­φα­νο κι ἔ­πει­τα ξα­να­σερ­βί­ρε­ται στὴν κού­πα μου.

Στὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο βλέ­πω ἕ­να ἀν­θι­σμέ­νο κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Τὰ πέ­τα­λα πάλ­λον­ται ἐ­λα­φρὰ μέ­χρι ποὺ τὸ κα­θέ­να ἀ­πο­κτά­ει τὸ δι­κό του ρυθ­μό. Τὸ τρι­αν­τά­φυλ­λο ἀ­νοί­γει καὶ κά­θε πέ­τα­λο εἶ­ναι ἕ­να κύ­μα σὲ μιὰ και­νού­ρια θά­λασ­σα. Ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ φεύ­γω.

        Ἁ­πλώ­νω τὰ βι­βλί­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ μπαί­νω στὸ γνώ­ρι­μο κό­σμο τῶν ἐ­ξι­σώ­σε­ων. Τὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα στα­μα­τᾶ­νε καὶ βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς μου. Σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, οἱ ἔν­νοι­ες γί­νον­ται κα­θο­λι­κὲς καὶ ἀ­πό­μα­κρες. Σὰν νὰ πε­τᾶς σ’ ἕ­ναν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ χαρ­το­γρα­φεῖς ἀ­πὸ ψη­λά. Ἡ ἄμ­μος, τὸ χῶ­μα καὶ ἡ πέ­τρα γί­νον­ται στε­ριὰ καὶ ὁ­τι­δή­πο­τε μπλὲ γί­νε­ται νε­ρό. Γί­νε­σαι ἄρ­χον­τας καὶ ὅ,τι ἀ­πο­δει­κνύ­εις ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται γιὰ ὅ­λους καὶ γιὰ πάν­τα.

        Ἕ­νας ἐ­νο­χλη­τι­κὸς ἦ­χος μὲ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρέ­πει νὰ πά­ω νὰ φά­ω. Ἔ­χω ρυθ­μί­σει τὸ ρο­λό­ι μου νὰ χτυ­πά­ει σὲ ὅ­λα τὰ γεύ­μα­τα τῆς μέ­ρας ὥ­στε νὰ μὴν μὲ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ θέ­μα «φα­γη­τό». Στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α κά­θο­μαι μὲ ἄλ­λους ἐ­ρευ­νη­τὲς καί, ὅ­πως συ­νή­θως, συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὴ δου­λειά μας. Θὰ ΄θε­λα νὰ μι­λή­σω καὶ γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, ὅ­πως τὴν ὄ­μορ­φη κί­τρι­νη θά­λασ­σα ποὺ φαν­τά­στη­κα τὸ πρω­ί, ἀλ­λὰ ντρέ­πο­μαι.

        Κοι­τά­ω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ γρα­φεί­ου μου, ὁ ἀ­έ­ρας παί­ζει μὲ τὰ φύλ­λα τῶν δέν­τρων. Τὸ δα­σά­κι τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου εἶ­ναι τέ­λει­ο. Ὅ­λα εἶ­ναι τέ­λεια. Ἡ δου­λειά μου, οἱ φί­λοι μου, ἡ γυ­ναί­κα μου, ὅ­λα τέ­λεια, μὰ κά­τι λεί­πει. Σὰν νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου ποὺ ΄χει κλει­στεῖ σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πρό­βλη­μα ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ λύ­σω για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ ξε­κι­νή­σω. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πιά­νει ἀν­τι­δρά­ω δι­α­φο­ρε­τι­κά. Κά­ποι­ες φο­ρὲς παίρ­νω μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα καὶ ἀ­φή­νω τὸ χέ­ρι μου νὰ κυ­λή­σει. Ἄλ­λες, πιά­νω τὰ πα­λιά μου πι­νέ­λα καὶ σκι­τσά­ρω κά­τι ἀ­φη­ρη­μέ­νο.

        Κα­θὼς κλεί­νω τὰ βι­βλί­α μου, σκέ­φτο­μαι πὼς ἂν θέ­λω νὰ λύ­σω τὸ πρό­βλη­μα, πρέ­πει νὰ δο­κι­μά­σω κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό.

        Περ­πα­τά­ω στὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ περ­πα­τοῦ­σα τὸ πρω­ὶ μό­νο ποὺ τώ­ρα εἶ­ναι νύ­χτα. Ἴ­σως ἡ λύ­ση δὲν μοιά­ζει μὲ λύ­ση. Ἴ­σως γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ κου­τὶ θέ­λει πολ­λὲς μι­κρὲς κι­νή­σεις. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ καὶ τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρο κι αὐ­τὸ μὲ μπερ­δεύ­ει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Στα­μα­τά­ω ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο καὶ ἐν­στι­κτω­δῶς ψά­χνω τὸ κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πρὶν προ­λά­βω νὰ τὸ βρῶ, ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ λέ­ω «βε­βαί­ως».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου (1982) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­ρευ­νη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Μα­θη­μα­τι­κῶν στὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τσό­βιο Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο καὶ ὡς σύμ­βου­λος στὴν ἑ­ται­ρεί­α Avon. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Shakespeare & Co τοῦ Πα­ρι­σιοῦ καὶ στὸ ποιητικὸ έργατήριο τοῦ «Ἱ­δρύ­ματος Τά­κης Σι­νό­που­λος» στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει σὲ δι­α­δι­κτυα­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος: Τὸ τάμα



Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Τὸ τά­μα


ΧΟΥΝ ΚΙ ΟΙ ΑΡΓΙΕΣ τὰ κα­λά τους. Παίρ­νεις γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὰ πό­δια σου ἢ τὴ μη­χα­νή σου καὶ τὸ κό­βεις γιὰ τὰ μέ­ρη ποὺ σερ­γι­ά­νι­ζες μι­κρὸς μὲ τὸ πο­δή­λα­τό σου. Φτά­νεις ἂς ποῦ­με στὸ Γα­λά­τσι, πά­νω στὰ Τουρ­κο­βού­νια. Καὶ δὲν γνω­ρί­ζεις τί­πο­τα καὶ κα­νέ­ναν. Ὅ­λα πε­θα­μέ­να. Στρί­βεις στὴν Ὕ­δρας, δε­ξιὰ στὴ Σύ­ρου καὶ φτά­νεις στὴ Μέσ­σης. Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­χα­σες τὸν χαρ­τα­ε­τό σου τὸ ’75. Κι ἀ­κό­μα τὸν ψά­χνεις. Ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­σαι καὶ γκα­ζώ­νεις γιὰ τὸ Ἄλ­σος. Κον­το­στέ­κε­σαι στὴν 28ης Ὀ­κτω­βρί­ου. Σφαῖ­ρες χο­ρεύ­ουν στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πέ­φτεις κά­τω. Τρεῖς σπα­σμέ­νοι σταυ­ροί, ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ εἰ­κο­νο­στά­σι. Καὶ θυ­μᾶ­σαι αὐ­τὰ ποὺ ἄ­κου­γες μι­κρὸς γιὰ τὸ Τά­μα, λέ­ει, τοῦ Ἔ­θνους, γιὰ τὸ χρέ­ος τὸ πα­λιό, γιὰ ἀ­γω­νι­στές, γιὰ σω­τῆ­ρες καὶ τέ­τοι­α. Καὶ θυ­μᾶ­σαι καὶ κεῖ­νο τὸν συγ­χω­ρια­νὸ τοῦ πα­τέ­ρα σου ποὺ στὰ χρό­νια της Χούν­τας κά­θε τρεῖς καὶ λί­γο ζη­τοῦ­σε συν­δρο­μὴ γιὰ τὸν Να­ὸ καὶ τὸ νέ­ο Παρ­θε­νώ­να. Καὶ τό­τε σκέ­φτε­σαι τὸ ἄλ­λο τά­μα ποὺ ἔ­κα­νε ἡ για­γιὰ τοῦ Νι­κό­λα. Καὶ τὰ κό­κα­λα ποὺ ξέ­θα­ψε ἡ μπουλ­ντό­ζα τό­τε ποὺ φτι­ά­χνα­νε τὸν δρό­μο. Ἀρ­χὲς τοῦ ’80. Κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κες, ἄ­ρα­γε ξα­να­πε­θαί­νει ἕ­νας νε­κρός; Κι ὁ δά­σκα­λος ποὺ εἶ­πε στὴν τά­ξη «ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὁ τό­πος μας, παι­διά μου· γι’ αὐ­τὸ ἡ ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α πρέ­πει νὰ γί­νει ἡ ἐ­θνι­κή μας ἐ­πι­στή­μη». Καὶ ἀ­πὸ τό­τε ὁρ­κί­στη­κες νὰ γί­νεις ἀρ­χαι­ο­λό­γος. Μὰ τὴν ὑ­πό­σχε­ση δὲν τὴν τή­ρη­σες κι ἔ­γι­νες γρα­φιὰς-σκα­πα­νέ­ας, νὰ σκά­βεις μὲ λέ­ξεις τὶς μνῆ­μες, πόν­το-πόν­το, μὴν κα­τα­στρέ­ψεις τὶς σι­ω­πές. Νὰ στοι­χει­ώ­σει ἐ­πι­τέ­λους καὶ τὸ πέν­θος. Κι ἡ για­γιὰ ἡ Μι­κρα­σι­ά­τισ­σα τὸ εἶ­χε, λέ­ει, τά­μα κά­θε μέ­ρα νὰ σέρ­νει τὰ πο­δά­ρια της ἀ­π’ τοὺς Ἀμ­πε­λό­κη­πους ἴ­σα­με τὰ Τουρ­κο­βού­νια ν’ ἀ­νά­ψει κε­ρὶ στὸν Νι­κο­λό της ποὺ οἱ Να­ζὶ του­φέ­κι­σαν κεῖ­νο τὸ χά­ρα­μα τοῦ σα­ράν­τα τέσ­σε­ρα. Καὶ σκύ­βεις τὸ κε­φά­λι στὸ σπα­σμέ­νο μάρ­μα­ρο κι ἀ­κοῦς τὴ δε­κα­ε­ξά­χρο­νη φω­νή του. Ἐ­γὼ πά­λε­ψα γιὰ ν’ ἀλ­λά­ξω τὸν κό­σμο. Ἐ­σὺ τώ­ρα φρόν­τι­σε νὰ μὴν κα­τα­στρα­φεῖ. Καὶ ξέ­ρεις κα­λὰ πὼς πρέ­πει νὰ κρα­τή­σεις τὸ τά­μα. Νὰ μὴν κλεί­νεις τὰ μά­τια. Νὰ μὴ λὲς ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό σου. Νὰ μὴν ξε­χνᾶς. Ὅ­σο ζεῖς-τὸ-τά­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μ.Ε., ἐ­νῶ σπου­δά­ζει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γή­μα­των Δη­μό­σι­ες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πή­γη, 2013) καὶ Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Ρο­δα­κιό, 2018). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς ἱ­στο­χώ­ρους καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Φρέ­αρ, Δέ­κα­τα, Bookpress καὶ στὸ Fra­ctal. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κὸ ἱ­στό­το­πο Ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κῶν Θε­μά­των.



		

	

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Μά­να καὶ γιός



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Μά­να καὶ γιός


ΓΟΡΙ ἢ ἄν­δρας περ­πα­τά­ει στὸν δρό­μο. Ψά­χνει τὴ μά­να του ἢ τὴν σκέ­φτε­ται. Ἡ μά­να ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι. Δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται σι­ω­πη­λά, περ­νά­ει ἀ­πὸ μέ­σα του, δὲν τὴν γνω­ρί­ζει. Ἐ­κεί­νη τὸν νι­ώ­θει καὶ τὸν φι­λᾶ. Κά­τι ἁ­πα­λὸ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ μνή­μη, αὔ­ρα δρο­σί­ζει τὸ μνῆ­μα.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).