Γιώτα Ἀναγνώστου: Μὴ μένεις ἀπὸ τσιγάρα μετὰ τὶς δέκα


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου

 

Μὴ μέ­νεις ἀ­πὸ τσι­γά­ρα με­τὰ τὶς δέ­κα


Ν ΣΟΥ ΤΥΧΕΙ βά­λε δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κή. Δι­ά­λε­ξε ὅ,τι θές, δὲν θὰ σοῦ ὑ­πο­δεί­ξω. Μὰ νά ‘ναι δυ­να­τά. Με­τὰ τὶς δέ­κα θὰ γί­νει πά­λι φα­σα­ρί­α ἀ­πὸ πά­νω καὶ ξέ­ρεις πὼς σοῦ ‘χει ζη­τή­σει νὰ μὴν κα­λέ­σεις τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Ξέ­ρει, εἶ­πε, αὐ­τὴ τί θὰ κά­νει. Θὰ τὸ λύ­σει, εἶ­πε, μό­νη της τὸ πρό­βλη­μα καὶ νὰ τῆς δώ­σεις λί­γο χρό­νο.  Στὸ ἀ­σαν­σέρ. Τὸ ξέ­χα­σες; Φο­ροῦ­σε μά­σκα καὶ τὰ μαῦ­ρα της γυα­λιά, μὰ ἐ­σὺ τὰ ἔ­βλε­πες ὅ­σα ἤ­θε­λε νὰ κρύ­ψει. Ἂν ξα­να­γί­νει θὰ κα­λέ­σω τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α, εἶ­πες. Ὄ­χι, εἶ­πε αὐ­τή, καὶ σοῦ ‘σφί­ξε τὸ μπρά­τσο. Ξέ­ρει, εἶ­πε αὐ­τή.

        Βά­λε μο­νά­χα δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κὴ καὶ μὴν τὸ σκέ­φτε­σαι πὼς ἔ­μει­νες ἀ­πὸ τσι­γά­ρα καὶ πὼς ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται νὰ βγεῖς. Συμ­βαί­νει. Δὲν εἶ­ναι καὶ πρὸς θά­να­το. Θὰ ξη­με­ρώ­σει ποῦ θὰ πά­ει;

        Θά­να­το εἶ­πα; Ἄ­κου τώ­ρα. Ἤ­τα­νε μιὰ φο­ρὰ ἕ­νας ἄν­τρας. Εἶ­χε ἕ­να ὄ­νο­μα δύ­σκο­λο, νὰ δεῖς… Ἄ, ναὶ Ἀ­βι­μέ­λεχ. Υἱ­ὸς Ἱ­ε­ρο­βά­αλ. Καὶ ἤ­θε­λε ποὺ λὲς αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας νὰ γί­νει βα­σι­λιάς. Ὡς ἄν­δρας ποὺ θέ­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιὰς ἔ­πρε­πε καὶ τὰ χέ­ρια νὰ λε­ρώ­σει. Δὲν ἀ­πο­κτᾶς βα­σι­λι­κὴ ἐ­ξου­σί­α μὲ χέ­ρια κα­θα­ρά, ἔ­τσι πά­ει. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τοῦ­τος δι­ό­λου δὲν δί­στα­σε καὶ «ἀ­πέ­κτει­νε τοὺς ἀ­δελ­φοὺς αὐ­τοῦ υἱ­οὺς Ἱ­ε­ρο­βά­αλ, ἑ­βδο­μή­κον­τα ἄν­δρας ἐ­πὶ λί­θον ἕ­να». Κι ἔ­γι­νε βα­σι­λιὰς γιὰ τρί­α χρό­νια καὶ τὴν πό­λη Ἀ­ρη­μὰ κα­τέ­λα­βε καὶ τοὺς κα­τοί­κους φό­νευ­σε καὶ τὴν πό­λη κα­τε­δά­φι­σε καὶ τὴν ἔ­σπει­ρε ἁ­λά­τι. Γιὰ τέ­τοι­ο βα­σι­λιὰ μι­λᾶ­με. Κι ἔ­κα­ψε χί­λιους ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες στοὺς πύρ­γους τῆς Συ­χὲμ καὶ πο­λι­όρ­κη­σε με­τὰ τὴν Θή­βη καὶ τὴν κα­τέ­λα­βε. Καὶ θέ­λη­σε νὰ ξα­να­κά­ψει ὅ­σους στοὺς πύρ­γους τρέ­ξαν νὰ κλει­στοῦν γιὰ νὰ σω­θοῦν. Καὶ ἐ­κεῖ, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς, ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ποὺ δὲν πε­ρί­με­νε ὁ ἄν­δρας ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιάς. «Καὶ ἔρ­ρι­ψε γυ­νὴ μί­α κλά­σμα ἐ­πι­μύ­λιον ἐ­πὶ κε­φα­λὴν Ἀ­βι­μέ­λεχ» καὶ ὁ ἄν­δρας ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιὰς εἶ­δε τὸν θά­να­τό του ποὺ πλη­σί­α­ζε καὶ δι­έ­τα­ξε τὸν βα­στά­ζο του, αὐ­τὸς νὰ τὸν ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει «μὴ πό­τε εἴ­πω­σι γυ­νὴ ἀ­πέ­κτει­νεν αὐ­τόν».

        Βλέ­πεις αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ἄν­τρας σὰν τοὺς ἄλ­λους, αὐ­τὸς ἤ­τα­νε ἕ­νας βα­σι­λιάς, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε αὐ­τὸς ἀ­πὸ γυ­ναί­κας χέ­ρι νὰ βρε­θεῖ στὸν ἄλ­λο κό­σμο.

        «Ἐ­γὼ εἶ­χα δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κή. Εἶ­χα ξε­μεί­νει ἀ­πὸ τσι­γά­ρα κι ἔ­τσι δὲν βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι. Δι­ά­βα­ζα μά­λι­στα μιὰ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χι­ό­νη. Κά­που ἐ­δῶ τὸ ἔ­χω τὸ βι­βλί­ο.  Ἔ­λε­γε κά­τι γιὰ τὸ αἴ­νιγ­μα τοῦ Ἰ­ω­α­θάμ, γιὰ μιὰ ἀγ­κα­θιὰ ποὺ ἤ­θε­λε, λέ­ει, νὰ ἐ­ξου­σιά­ζει τ’ ἄλ­λα δέν­τρα. Δὲν κα­λο­θυ­μᾶ­μαι κι­ό­λας»

        Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ κα­τέ­λη­ξαν πὼς μᾶλ­λον γλί­στρη­σε, κα­θὼς ἔ­σκυ­βε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κάγ­κε­λο φω­νά­ζον­τας γιὰ νὰ ἀ­κού­σει ἡ ἔ­νοι­κος τοῦ κά­τω ὀ­ρό­φου καὶ νὰ χα­μη­λώ­σει τὴ μου­σι­κή. Ἐ­κεῖ ἀ­πέ­δω­σαν τὴν πτώ­ση ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι. Γλί­στρη­σε. Εἶ­χε μιὰ ἀ­νη­συ­χί­α, εἶ­παν, μιὰ νευ­ρι­κό­τη­τα για­τί ἦ­ταν πε­ρα­σμέ­νες δέ­κα κι εἶ­χε ξε­μεί­νει ἀ­πὸ τσι­γά­ρα. Πή­ρα­νε μά­λι­στα τὸ ἄ­δει­ο του πα­κέ­το King size.

        Ἔ­μει­ναν μο­να­χὰ ὅ­λες οἱ γό­πες στὸ τα­σά­κι κι εἴ­χα­νε ὅ­λες ἴ­χνη ἀ­πὸ κρα­γιόν. Τὶς πῆ­ρα καὶ τὶς φύ­τε­ψα στὴ γλά­στρα καὶ βγή­κα­νε κυ­κλά­μι­να στὸ χρῶ­μα τῶν χει­λι­ῶν της.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Οἱ δυσκολίες τῆς ἀλήθειας



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Οἱ δυσκολίες τῆς ἀλήθειας

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΠΡΟ ΔΥΟ ΕΤΩΝ τῆς Σε­πτεμ­βρια­νῆς με­τα­βο­λῆς ὅ­τε, τοῦ Γαλ­λι­κοῦ κόμ­μα­τος ἰ­σχύ­ον­τος ἐν τῇ Ἑλ­λη­νι­κῇ Κυ­βερ­νή­σει, τὸ Κυ­βερ­νη­τι­κὸν κόμ­μα ὑ­φί­στα­το σφο­δρὰν πί­ε­σιν, ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἔ­πα­θεν ἡ­μέ­ραν τι­νὰ κα­τὰ τοὺς γλου­τοὺς ἀ­πὸ δο­θι­ῆ­να [κα­λό­γε­ρον, τσι­ρί­λον] ἐ­πώ­δυ­νον. Ἐ­κά­λε­σεν ἀ­μέ­σως, τὸν ἕ­να κα­τό­πιν τοῦ ἄλ­λου, τὴν παλ­λα­κί­δα του, τὴν νύμ­φην του, τοὺς υἱ­ούς του καὶ τὸν πα­ρ’ αὐ­τῷ ζῶν­τα λο­χα­γὸν τῆς Φά­λαγ­γος Π. Μο­θω­νιόν, καὶ τοὺς ἠ­ρώ­τη­σε πε­ρὶ τοῦ ἐ­ξαν­θή­μα­τος αὐ­τοῦ. Τού­των ἕ­κα­στος τῷ ἔ­δω­κε πλη­ρο­φο­ρί­αν μὴ συμ­φω­νοῦ­σαν εἰς τὴν τῶν ἑ­τέ­ρων. Με­τά τι­νας ὥ­ρας ἀ­πὸ τῆς σκη­νῆς ταύ­της ἦλ­θον με­ρι­κοὶ τῶν φί­λων καὶ συγ­γε­νῶν του νὰ τὸν ἐ­πι­σκε­φθῶ­σιν, ἀ­φοῦ ἔ­μα­θον ὅ­τι ἀ­σθε­νεῖ. Γε­νο­μέ­νης συ­ζη­τή­σε­ως ἐ­πὶ τῶν πο­λι­τι­κῶν πραγ­μά­των τοῦ Κρά­τους, οἱ συ­ζη­τοῦν­τες, ὡς μὴ ἀ­νή­κον­τες εἰς τὸ κυ­βερ­νη­τι­κὸν κόμ­μα, κα­τέ­κρι­νον σφό­δρα τὴν πο­ρεί­αν τῆς κυ­βερ­νή­σε­ως καὶ ἐ­κά­κι­ζον τὸν Βα­σι­λέ­α τὸν δι­α­τη­ροῦν­τα αὐ­τήν. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­πέ­πλη­ξε πι­κρὰ αὐ­τούς λέ­γων:

       — »Καὶ ποῦ ἠ­ξεύ­ρει ὁ Βα­σι­λεὺς τί γί­νε­ται εἰς ὅ­λον τὸ Ἔ­θνος; Ποι­ὸς τοῦ λέ­γει τὴν ἀ­λή­θεια; Κα­θέ­νας τοῦ μι­λεῖ κα­τὰ τὸ συμ­φέ­ρον του.

       Εἷς τῶν πα­ρι­στα­μέ­νων τῷ ἀν­τι­πα­ρε­τή­ρη­σεν ὅ­τι, ὅ­ταν θε­λή­σῃ ὁ Βα­σι­λεύς, μαν­θά­νει καὶ τὰ ἐ­λά­χι­στα τῶν συμ­βαι­νόν­των εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ μὲ τοῦ­τον συ­νε­φώ­νει καὶ ὁ Μο­θω­νιός. Τό­τε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ὀρ­γι­σθεὶς καὶ ἀ­πο­τει­νό­με­νος πρὸς τὸν τε­λευ­ταῖ­ον τῷ εἶ­πεν:

       — »Βρὲ κού­τσου­ρο, σεῖς τὴν αὐ­γή, πέν­τε ἄν­θρω­ποι δι­κοί μου, μοῦ εἴ­πα­τε πέν­τε λο­γι­ῶν πράγ­μα­τα γιὰ τὸ σπει­ρὶ ποὺ πο­νῶ καὶ δὲν ἠμ­πό­ρε­σα νὰ μά­θω τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ τὰ με­ριά μου ἕ­ως τὰ μά­τια μου, ποὺ εἶ­ναι μί­α πή­χη μα­κρυ­ά, καὶ θέ­λεις νὰ μά­θῃ ὁ Βα­σι­λεὺς τί γί­νε­ται ἡ­μέ­ρες μα­κρυ­ά;»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 222-223 [Τίτλος: «485.— Ἀ­πὸ ποῦ κι’ ὡς ποῦ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


Ἠλίας Γκρής: Τὰ αὐγά


­λί­ας Γκρής


Τὰ αυ­γά


Ο ΣΠΙΤΑΚΙ ΤΟΥΣ ἀ­σβε­στω­μέ­νο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’­τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Ἡ αὐ­λὴ εὐ­ρύ­χω­ρη σκε­πα­ζό­ταν ἀ­πὸ ἰ­σκι­ό­φυλ­λη κλη­μα­τα­ριὰ –τὴν ἔ­κο­βε στὴ μέ­ση ὁ τσι­μεν­τέ­νιος δι­ά­δρο­μος ποὺ ἄρ­χι­ζε ἀ­π’­τὴ μι­κρὴ ἐ­ξώ­πορ­τα. Καὶ κρέ­μον­ταν φρά­ου­λες, κέ­ρι­να, ρο­δί­τες.

        Λί­γοι δι­α­βά­τες, οἱ ἀ­γω­γιά­τες, οἱ κα­ρα­γω­γεῖς. Ἀ­πὸ κεῖ περ­νοῦ­σαν ὅ­λοι γιὰ τὰ Ὀ­λύμ­πια. Θὰ ἔ­φτα­να πιὰ νὰ πά­ω στὸ Γυ­μνά­σιο γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει ὁ κά­τω δρό­μος, ἄ­σφαλ­τος ἀ­π’­τὴ με­ριὰ τοῦ Ἡ­ρώ­ου.

        Τὶς ἡ­μέ­ρες τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἔ­βγαι­νε στὸ δρό­μο, μιὰ εὐ­θεί­α χα­λι­κό­δρο­μος ἀ­πό­στα­ση γύ­ρω στὰ ἑ­κα­τὸ μέ­τρα, καὶ μὲ φώ­να­ζε.

       Ἤ­μουν τό­τε στὰ πέν­τε-ἕ­ξι χρο­νά­κια μου ποὺ ­’­βγαινε ἡ Γραμ­μα­τού­λα καὶ μὲ κα­λοῦ­σε! Κι ἔ­τρε­χα ξυ­πό­λυ­το…. Καὶ μὲ πε­ρί­με­νε στὴν αὐ­λὴ φι­λο­μει­δὴς μὲ τὰ με­γά­λα ἔκ­πλη­κτα μά­τια. Καὶ δί­πλα της ὁ Δη­μη­τρά­κης συ­νο­μί­λη­κος, στρουμ­που­λός, χα­ρού­με­νος ποὺ ἡ μά­να του τὸν ἄ­φη­σε στὴ για­γιὰ κι ἔ­φυ­γε. Ὅ­πως καὶ ἄλ­λοι ποὺ με­τα­νά­στευ­αν τό­τε τσοῦρ­μο γιὰ Αὐ­στρα­λί­α, Γερ­μα­νί­α…

        Με­σ’ ­ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, χά­μου παί­ζα­με στὸ χῶ­μα μὲ αὐ­το­σχέ­δια παι­χνί­δια. Καὶ θρό­ϊ­ζαν τὰ φύλ­λα τῆς κλη­μα­τα­ριᾶς. Καὶ μο­σχο­βό­λα­γε τὸ γι­α­σε­μὶ στὸν συρ­μα­τέ­νιο φρά­χτη.

        Περ­νοῦ­σε κά­νας του­ρί­στας μὲ σα­κί­διο, κά­ποι­ο κά­ρο ἢ φορ­τη­γὸ μα­κρο­μού­τσου­νο· ἂν ἦ­ταν φορ­τω­μέ­νο ἔ­τρι­ζε ὁ τό­πος.

        Γύ­ρω στὶς ἕν­τε­κα ἡ Γραμ­μα­τού­λα μά­ζευ­ε τ’ ­αὐ­γὰ ἀ­π’ ­τὸ κο­τέ­τσι. Καὶ σὲ λί­γο μᾶς φώ­να­ζε. Κα­θό­μα­σταν ὀ­κλα­δὸν μὲ τὸν Δη­μή­τρη σὲ ἕ­να κι­λί­μι ποὺ ἔ­στρω­νε στὸ δι­ά­δρο­μο καὶ τρώ­γα­με ἀ­πὸ δύ­ο αὐ­γὰ μά­τια. Καὶ ζε­στὸ ψω­μὶ ἀ­π’­τὸ φοῦρ­νο της!

        Θ’ ἀδημονοῦσα μᾶλ­λον ν’­ἀ­κού­σω τὴ φω­νή της, για­τί ὅ­λο καὶ προ­τι­μοῦ­σα τὸ πά­νω μέ­ρος τῆς αὐ­λῆς μας ποὺ ἔ­βλε­πε πρὸς τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο…

        Πέ­ρα­σαν δύ­ο τρί­α κα­λο­καί­ρια. Ὁ Δη­μη­τρά­κης, ἦρ­θαν καὶ τὸν πῆ­ραν στὴν Αὐ­στρα­λί­α. Καὶ ἡ για­γιὰ του ἔ­μει­νε μό­νη μὲ τὸν ἄν­τρα της, ἕ­ναν ἐρ­γά­τη, κα­λό­βο­λο ἄν­θρω­πο τὸν Νι­ό­νιο Ψα­ριά.

        Ἔ­φυ­γα κι ἐ­γὼ στὰ μέ­σα σχε­δὸν τοῦ ἑ­ξα­τά­ξιου Γυ­μνα­σί­ου. Καὶ χά­θη­κα στὴν Ἀ­θή­να μέ­σα στὸ ἄχ! καὶ βάχ! τῆς μέ­ρι­μνας. Καὶ μὲ τὰ πολ­λὰ βρέ­θη­κα με­τὰ τὴ χούν­τα, νὰ δου­λεύ­ω δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Κι ὅ­ταν πῆ­ραν τὴν ἐ­ξου­σί­α οἱ σο­σι­α­λι­στές, μ’­ ἔ­στει­λαν στὴ δη­μό­σια τη­λε­ό­ρα­ση νὰ κά­νω δο­κι­μα­στι­κά, γιὰ ἐκ­φω­νη­τὴς εἰ­δή­σε­ων. Καὶ πῆ­γα στὸ δι­ευ­θυν­τή. Δὲν θέ­λω πα­ρου­σια­στής, τοῦ εἶ­πα. Ζή­τη­σα νὰ κά­νω ἐ­λεύ­θε­ρο ρε­πορ­τάζ! Ἔ­βγαι­να καὶ στὸ γυα­λί, ὅ­ταν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τ’ ἀ­πο­φύ­γω. Μὲ ἤ­ξε­ρε πιὰ κι ὁ μπα­κά­λης μου!

        Ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­ραι­ὰ ἐ­πι­σκε­πτό­μουν τὸ γε­νέ­θλιο τό­πο. Ὥ­σπου ἐ­ξα­φα­νί­στη­κα γιὰ χρό­νια. Ἀλ­λὰ τὸ σα­ρά­κι τῆς νο­σταλ­γί­ας μ’ ­ἔ­τρω­γε. Καὶ λευ­κό­θριξ πιὰ ὑ­πέ­κυ­ψα!

        Κα­λο­καί­ρι μὲ τὴν Κε­ρα­σί­α καὶ τὸν Ὀρ­φέ­α μέ­να­με σ’­ ἕ­να στούν­τιο στὸν Κα­κο­βα­τό, κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα. Κι ἕ­να ἀ­πο­με­σή­με­ρο πῆ­γα στὴν πο­λί­χνη μας! Πέ­ρα­σα ἀ­π’ ­τὸ σπί­τι. Κλει­στό. Χά­ζε­ψα λί­γο ἀ­π’­ τὸ δρό­μο. Ἡ κλι­μα­τα­ριά, ποὺ εἶ­χε φυ­τέ­ψει ὁ πα­τέ­ρας, τσα­κι­στὴ ἀ­πὸ φρά­ου­λα καὶ μο­σχά­το. Ἡ συ­κιά μας στὴν πά­νω με­ριὰ τοῦ οἰ­κο­πέ­δου, γε­μά­τη αὐ­γό­συ­κα. Εἶ­δα τὴ μου­σμου­λιά μου στὸ βά­θος νὰ ξε­προ­βάλ­λει θε­ρι­ε­μέ­νη με­σ’­ ἀ­π’ ­τὰ πουρ­νά­ρια στὸ χεῖ­λος τοῦ γκρε­μοῦ. Τὴν εἶ­χα φυ­τέ­ψει μι­κρού­λης μ’ ἕ­να κου­κού­τσι στὴ γῆ.

        Τρά­βη­ξα γιὰ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Οἱ νε­κροί μου πε­ρί­με­ναν!

        Στά­θη­κα στὸ σπί­τι της, στὴν χα­μη­λὴ ἐ­ξώ­πορ­τα.

        «Θειὰ Γραμ­μα­τού­λα!» φώ­να­ξα..

        Τὴν εἶ­δα γρι­ού­λα πιά· τὰ χέ­ρια δι­πλω­μέ­να κά­τω ἀ­π’­ τὴν μπρο­στέλ­λα της. Ἐρ­χό­ταν στὸ δι­ά­δρο­μο καὶ μὲ ἀ­τέ­νι­ζε μὲ τὰ με­γά­λα ἔκ­πλη­κτα μά­τια πί­σω ἀ­πὸ γυα­λιά. Ἔ­ψα­χνε νὰ θυ­μη­θεῖ. Ἀλ­λὰ πάν­τα χα­μο­γε­λα­στή. Πλη­σί­α­ζε κι ἐ­γὼ γιὰ νὰ δι­α­σκε­δά­σω τὸν κόμ­πο στὸ λαι­μό μου, χα­μο­γέ­λα­σα…

        Λί­γο ἀ­κό­μη κι ἔ­βγα­λε φω­νή.

        «Λιά μου!Λιά μου!»

        Καὶ μ’ ἀγ­κά­λια­σε μὲ τὰ γυ­μνὰ μπρά­τσα της καὶ μ’ ἔ­σφιγ­γε. Τί γλυ­κὰ ἦ­ταν ὅ­λα σ’ ­αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα, σκέ­φτη­κα!

        Σκού­πι­σε μὲ τὴν μπρο­στέλ­λα τὰ μά­τια της. Καὶ μοῦ ‘λέ­γε γιὰ τὸν Δη­μη­τρά­κη. Ἔ­στα­ζε τὸ στό­μα της μέ­λι. Εἶ­χε κά­νει οἰ­κο­γέ­νεια στὴν Αὐ­στρα­λί­α. Πρό­κο­ψε, νοι­κο­κύ­ρης. Καὶ τῆς ἔ­κα­νε δι­σέγ­γο­να.

        Τὴν ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σα κι ἔ­κα­να νὰ πά­ω πρὸς τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, ἀλ­λὰ θυ­μή­θη­κα. Ἔ­βγα­λα μὲ τρό­πο δυ­ὸ χαρ­το­νο­μί­σμα­τα, καὶ γρή­γο­ρα, ὅ­πως ἔ­κα­να μὲ τὴ μά­να μου, στά­φη­κα καὶ τῆς ἔ­χω­σα τὰ λε­φτὰ στὸν μποῦ­στο –μὲς στὰ βυ­ζιά της.

        «Πώ! Πώ! παι­δά­κι μου», εἶ­πε δα­κρυ­σμέ­νη.

        Ἔ­φυ­γα πνιγ­μέ­νος.

        «Τὴν εὐ­χή μου», ἄ­κου­σα πί­σω μου. «Τὴν εὐ­χή μου, παι­δά­κι μου!»

        Καὶ τὴν φαν­τά­στη­κα μὲ τὸ χέ­ρι ση­κω­μέ­νο, νὰ μὲ σταυ­ρώ­νει!



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἡ­λί­ας Γκρὴς (Κρέ­στε­να Ὀ­λυμ­πί­ας, 1952). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ ἄ­σκη­σε τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α κυ­ρί­ως στὴ δη­μό­σια τη­λε­ό­ρα­ση. Ποιητὴς τῆς γενιᾶς του ἑβδομῆντα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ποί­η­ση, ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μια γιὰ τὴν ποί­η­ση καὶ τέσ­σε­ρις θε­μα­τι­κὲς ἀν­θο­λο­γί­ες. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Σπα­θιὰ καὶ Με­τε­ρί­ζια, Τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να καὶ ἡ ποί­η­σή του (ἀν­θο­λο­γί­α, ἔκδ. Δι­α­πο­λι­τι­σμός). Μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, ἰ­τα­λι­κά, βουλ­γα­ρι­κά, γερ­μα­νι­κά, ρώ­σι­κα, ἱ­σπα­νι­κά, περ­σι­κά. Δι­ε­τέ­λε­σε μέ­λος στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ Σε­να­ρί­ων τῆς Ε.Ρ.Τ. (1993-1995) καὶ στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ Κρα­τι­κῶν Βρα­βεί­ων Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Κύ­πρου (2003-2005). Εἶ­ναι μέ­λος τῆς ΕΣΗΕΑ καὶ τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἐλευθερία μὲ μικρὴ ἀξία!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἐλευθερία μὲ μικρὴ ἀξία!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Γεωργίου Τερτσέτη]

[θυμᾶται ὁ Γεώργιος Τερτσέτης:]

«ΟΘΩΜΑΝΟΣ Πε­λο­πον­νή­σιος ἦλ­θεν ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γυ­πτον εἰς τὰς Ἀ­θή­νας, κα­τὰ τὸ 1836. Ἔ­φε­ρε καὶ ἕ­να ἄ­τι δῶ­ρον τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη, ἀ­πὸ τοὺς Σε­χνε­τζιμ­πέ­η­δες [γρ. Σε­χνε­τζί­πη­δες]. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­φι­λο­ξέ­νη­σε τὸν Τοῦρ­κον συν­το­πί­την του. Εἰς τὸ γεῦ­μα ἤ­κου­σα νὰ τοῦ λέ­γῃ:

      »— Νὰ εὕ­ρῃς ἀ­ρά­δα καὶ νὰ εἰ­πῇς εἰς τὸν Ἰμ­βρα­ῒμ πασ­σᾶ νὰ ἔ­χῃ χά­ριν πὼς ἐ­γὼ καὶ ἄλ­λοι στρα­τι­ω­τι­κοὶ τῆς Πε­λο­πον­νή­σου ἤ­με­θα φυ­λα­κι­σμέ­νοι, εἰ­τε­μὴ σπι­θα­μὴ γῆς δὲν ἐ­κέρ­δι­ζε εἰς τὴν Πε­λο­πόν­νη­σον.

       »Μὲ τό­σην πε­ποί­θη­σιν ὡ­μι­λοῦ­σεν, ὁ­ποὺ ἴ­σως καὶ ἔ­λε­γεν ἀ­λή­θειαν, καὶ ἀ­νά­θε­μα ταὶς δι­χό­νοι­αις. Ἦλ­θε καὶ ἔ­πνε­ε τὰ λοί­σθια ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α ὅ­ταν ὁ Ἰμ­βρα­ΐ­μης ἁ­λώ­νι­ζε τὴν Πε­λο­πόν­νη­σον καὶ ἔ­πε­φτε τὸ Με­σο­λόγ­γι πο­λε­μού­με­νον ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο στρα­τάρ­χας. Ἡ ναυ­μα­χί­α τοῦ Ναυ­α­ρί­νου καὶ ἡ ἐκ­στρα­τεί­α τοῦ Μαι­ζὼν ἔ­σω­σαν τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν· ἀλ­λὰ πό­σον ἐ­κα­τέ­βη ἡ ἀ­ξί­α της!»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 282 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 219 [Τίτλος: «478.— Νὰ ἔ­χῃ χά­ρη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ζὰν-Σὰρλ Λανγκ­λουά (Jean-Charles Lang­lois, 1789-1870), Συνο­μι­λία τοῦ στρα­τη­γοῦ Μαι­ζῶ­νος μὲ τὸν Ἰ­μπρα­ὴμ Πα­σᾶ στὸ Να­υαρί­νο (1828) (λε­πτο­μέ­ρεια), κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς γαλ­λι­κῆς ἐ­πέμ­βα­σης στὸν Μω­ριᾶ (1828-1833). Λά­δι σὲ καμ­βά, 197Χ267 ἑκ. (Συλ­λο­γὴ τοῦ πύρ­γου τῶν Βερ­σαλ­λι­ῶν).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

Βαγγέλης Παπαδιόχος: Εἶναι δικὴ σου


Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος


Εἶ­ναι δι­κή σου


 ΒΡΟΧΗ ΕΠΕΦΤΕ ἀ­στα­μά­τη­τα κά­νον­τας τὶς λακ­κοῦ­βες τοῦ δρό­μου νὰ ξε­χει­λί­ζουν. Ἡ Μι­μό­ζα κα­θό­ταν σὲ μιὰ στά­ση λε­ω­φο­ρεί­ου μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ ρε­τι­ρὲ τῆς ἀ­πέ­ναν­τι πο­λυ­κα­τοι­κί­ας.

        «Εἶ­ναι ὥ­ρα», μουρ­μού­ρι­σε. «Ἐν­τά­ξει, χώ­ρι­σε πρό­σφα­τα καὶ τοῦ ἔρ­χε­ται δύ­σκο­λο. Ἂν ὅ­μως δεί­ξω πὼς θέ­λω νὰ πᾶ­με πα­ρα­κά­τω… Ναί, μό­λις στα­μα­τή­σει ἡ βρο­χὴ θὰ πά­ω», συμ­πλή­ρω­σε κι ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο.

        Ἄ­νοι­ξε τὴν κόκ­κι­νη ὀμ­πρέ­λα ποὺ τῆς εἶ­χε δώ­σει προ­χθὲς στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Μιὰ ξαφ­νι­κὴ μπό­ρα εἶ­χε ξε­σπά­σει καὶ τό­τε κα­θὼς ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ φύ­γουν.

       «Πά­ρ’ την, βρέ­χει πο­λύ», τῆς εἶ­πε.

       «Κι ἐ­σύ;»

       «Ἔ­χω τὴν κου­κού­λα. Πά­ρ’ την, εἶ­ναι δι­κή σου!» ἐ­πέ­μει­νε χα­μο­γε­λα­στός.

       Ὅρ­μη­σε τό­τε πά­νω του καὶ τὸν φί­λη­σε σὰν νὰ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὸν ἔ­βλε­πε. Μό­λις ἀ­πο­χαι­ρε­τί­στη­καν στα­μά­τη­σε ἕ­να τα­ξὶ καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε τὸ ἁ­μά­ξι του. Ὅ­ταν εἶ­δε ποὺ μέ­νει ἤ­θε­λε πιὰ νὰ μά­θει τὰ πάν­τα γιὰ αὐ­τόν.

       «Συγ­γνώ­μη, ἔ­χε­τε φω­τιά;» μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ δι­έ­κο­ψε τὶς ἀ­να­πο­λή­σεις της.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιὰ δί­πλα της κι ἔ­βγα­λε τὸν ἀ­να­πτή­ρα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη της. Κα­θὼς τῆς τὸν ἔ­δι­νε πα­ρα­τή­ρη­σε συ­νο­φρυ­ω­μέ­νη τὸ πρό­σω­πό της.

       «Μι­μό­ζα! Ἐ­σὺ εἶ­σαι;» μουρ­μού­ρι­σε ἡ ἄλ­λη.

       Ἔ­πει­τα, τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­σαν ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο καὶ ἡ Μι­μό­ζα τὴν μι­μή­θη­κε.

       «Χρι­στί­να!» ἀ­να­φώ­νη­σε.

       Πλη­σί­α­σαν ταυ­τό­χρο­να ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη καὶ φι­λή­θη­καν σταυ­ρω­τά.

       «Πό­σα χρό­νια ἔ­χω νὰ σὲ δῶ;» τὴ ρώ­τη­σε ἡ Χρι­στί­να.

       «Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ reunion νο­μί­ζω. Μιὰ χα­ρὰ φαί­νε­σαι!»

      «Ἔ­χω πά­ρει με­ρι­κὰ κι­λά­κια… Τρι­αν­τα­πεν­τα­ρί­σα­με κι­ό­λας… Ἐ­σέ­να βέ­βαι­α, ἂν δὲν σὲ ἤ­ξε­ρα, θὰ σὲ ἔ­κα­να τὸ πο­λὺ γιὰ εἴ­κο­σι ἑ­πτά! Πῶς κι ἀ­πὸ ‘δῶ; Μὴ μοῦ πεῖς ὅ­τι μέ­νεις κά­που τρι­γύ­ρω;»

       «Ὄ­χι, ἔ­χω μιὰ δου­λειὰ ἐ­δῶ κον­τὰ καί…»

       Ἡ Χρι­στί­να σχη­μά­τι­σε ἕ­να πο­νη­ρὸ χα­μό­γε­λο καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ ἁ­πα­λὴ τσιμ­πιὰ στὸ μπρά­τσο.

       «Μι­μο­ζά­κι, αὐ­τὸ τὸ ὕ­φος τὸ θυ­μᾶ­μαι! Πι­στεύ­ω θὰ εἶ­ναι κα­λὴ αὐ­τὴ ἡ… δου­λειά».

       Ξέ­σπα­σαν καὶ οἱ δύ­ο σὲ αὐ­θόρ­μη­τα χα­χα­νη­τά.

       «Ἐν­τά­ξει, κα­λὴ εἶ­ναι! Ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­δῶ;»

       «Ἐ­δῶ μέ­νω!», ἀ­πο­κρί­θη­κε δεί­χνον­τάς της ἀ­πέ­ναν­τι.

       Ἡ Μι­μό­ζα γύ­ρι­σε πρὸς τὰ ‘κεῖ ξε­ρο­κα­τα­πί­νον­τας.

       «Παν­τρε­μέ­νη μὲ παι­δὶ πλέ­ον!» συ­νέ­χι­σε ἡ Χρι­στί­να βγά­ζον­τας τὸ κι­νη­τό της.

       Στὴν ὀ­θό­νη πό­ζα­ρε χα­μο­γε­λα­στὸς ἐ­κεῖ­νος κι ἕ­να ἀ­γο­ρά­κι ποὺ τοῦ ἔ­μοια­ζε.

       «Λοι­πόν, γιὰ πὲς κι ἐ­σὺ γιὰ τὴ… δου­λειά σου».

       Ἡ Μι­μό­ζα χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα της σὲ μιὰ λακ­κού­βα ἀ­νά­με­σά τους, ὅ­που κα­θρε­φτι­ζό­ταν τὸ πρό­σω­πο τῆς Χρι­στί­νας. Κα­θὼς βυ­θο­με­τροῦ­σε τὴν μι­κρο­σκο­πι­κὴ βρώ­μι­κη λι­μνού­λα τὴν θυ­μή­θη­κε τό­τε, στὴν Πέμ­πτη δη­μο­τι­κοῦ, ποὺ τῆς εἶ­χε χα­ρί­σει τὴ γό­μα της.

       «Πά­ρ’ τὴν Μι­μό­ζα, εἶ­ναι δι­κή σου! Ἐ­γὼ δὲν πι­στεύ­ω πὼς οἱ Ἀλ­βα­νοὶ εἶ­ναι κλέ­φτες. Ἂν θέ­λεις, μπο­ροῦ­με νὰ γί­νου­με φί­λες!»

       Θὰ πί­στευ­ε τὸ ἴ­διο ἂν μά­θαι­νε πὼς λί­γο πρὶν τὶς Πα­νελ­λή­νι­ες εἶ­χα πά­ει μὲ τὸν Πέ­τρο, ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τό­τε.

       «Μι­μό­ζα, εἶ­σαι κα­λά;» τὴ ρώ­τη­σε.

       «Σύ… συγ­γνώ­μη, πρέ­πει… πρέ­πει νὰ φύ­γω τώ­ρα», τραύ­λι­σε.

       «Ὀ­κέ­ι, χά­ρη­κα ποὺ σὲ εἶ­δα. Θὰ περ­πα­τοῦ­σα μα­ζί σου, ἔ­χω πέν­τε λε­πτὰ μέ­χρι ν’ ἀ­νοί­ξω τὸ μα­γα­ζί, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ βρῶ τὴν ὀμ­πρέ­λα μου. Νά, μιὰ κόκ­κι­νη σὰν τὴ δι­κή σου εἶ­ναι!»

       Ἡ Μι­μό­ζα ἄ­φη­σε τὴν ὀμ­πρέ­λα στὸ κά­θι­σμα.

       «Εἶ­ναι δι­κή σου!» ψέλ­λι­σε καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε τσα­λα­πα­τών­τας στὴ βρο­χή.



Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος (Χο­λαρ­γός, 1986) Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Ἀ­λι­βέ­ρι Εὐ­βοί­ας. Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κά, δη­μό­σια δι­οί­κη­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Λα­θρε­πι­βά­τες (ἐκδ. Ὀ­σε­λό­τος, 2018) καὶ Σκο­τει­νὰ δω­μά­τια ἐκδ. Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μές, 2019).


Ἠλίας Γκρής: Ὁ χτίστης


Ἠ­λί­ας Γκρὴς


Ὁ χτί­στης


ΟΝ ΕΙΧΕ ΓΙΑ ΧΤΙΣΙΜΑΤΑ στὸ νε­όδ­μη­το. Ἦ­ταν με­τὰ τὸ με­γά­λο σει­σμό, κον­τὰ ἕ­ξι ρί­χτερ. Τὸ 1962, ποὺ ἰ­σο­πε­δώ­θη­κε ἡ δυ­τι­κὴ Ἠ­λεί­α, χτυ­πή­θη­καν καὶ τὰ Ἰ­ό­νια Νη­σιά.

        Χτί­στης κα­λὸς κι ἐρ­γο­λά­βος, ἀ­π’ τὴ σπου­δαί­α φά­ρα τῶν Λαγ­κα­δια­νῶν μα­στό­ρων, ποὺ κα­τη­φό­ρι­σαν πρὸς τὰ χω­ριὰ τῆς Ὀ­λυμ­πί­ας κι ἔ­χτι­ζαν τ’ ἀν­τι­σει­σμι­κά.

        Ὁ νοι­κο­κύ­ρης τοῦ κου­βά­λα­γε λά­σπη, τοῦ­βλα. Κι αὐ­τὸς ἔ­χτι­ζε μπα­τι­κό, ὑ­περ­μπα­τι­κὸ ἀ­να­λό­γως… Λι­γο­μί­λη­τος, με­τρη­μέ­νος. Καὶ ὅ­σο δού­λευ­ε τὸ μυ­στρί, σφύ­ρι­ζε δη­μο­τι­κά, μ’ ἕ­ναν τρό­πο σι­γα­νό, σχε­δὸν μυ­στι­κό. Δὲν ἔ­χτι­ζε, κέν­τα­γε! Κι ὅ­λο ἔ­παιρ­νε λε­φτά, ἔ­ναν­τι. Καὶ ἦρ­θε, μὲ τὸν και­ρό, ἔ­γι­νε ἡ δου­λειὰ ὅ­πως ἔ­πρε­πε. Ἔ­ρι­ξαν καὶ τὴν πλά­κα μα­ζὶ μὲ τρεῖς ἐρ­γά­τες. Ἡ νοι­κο­κυ­ρὰ ἔ­σφα­ξε ἕ­ναν κόκ­κο­ρα. Καὶ σὲ λί­γες μέ­ρες ξε­κα­λού­πω­σαν. Ἔ­κα­ναν λο­γα­ρια­σμό.

       «Χί­λι­ες δραχ­μές», τοῦ λέ­ει, «κι ἐ­ξο­φλοῦ­μαι!»

       «Κα­λά, θὰ σὲ δῶ τὸ βρα­δά­κι στὴν ἀ­γο­ρά».

       Μά­ζε­ψε τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια, πέ­τα­ξε τὰ μπά­ζα, σκού­πι­σε. Τὸ σπί­τι ἔ­δει­ξε· πα­λα­τά­κι! Μπαι­νό­βγαι­νε στὰ τρί­α δω­μά­τια, στὴν κου­ζί­να, ὅ­λο θαύ­μα­ζε. Καὶ ἤ­δη τὸ φαν­τα­ζό­ταν σο­βα­τι­σμέ­νο, μὲ κου­φώ­μα­τα· θὰ τὰ ‘φέρ­νε ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να, δεύ­τε­ρο χέ­ρι. Καὶ λο­γά­ρια­ζε ποὺ θὰ ‘μπαι­ναν τὰ κρε­βά­τια τῶν παι­δι­ῶν. Κά­θι­σε στὴ βε­ραν­τού­λα, κά­πνι­ζε. Ξε­κου­ρά­στη­κε.

       Καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ ἀ­πό­γευ­μα ξυ­ρί­στη­κε, πλύ­θη­κε ἔ­ξω στὴ βρύ­ση. Σι­νι­α­ρί­στη­κε. Ζή­τη­σε λε­φτὰ ἀ­π’ τὴν κυ­ρά του.

       Ἐ­κεί­νη χά­θη­κε στὸ ἀν­τί­σκη­νο ποὺ κοι­μόν­του­σαν, πῆ­γε στὸ γι­οῦ­κο, ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι μὲς στὰ δι­πλω­μέ­να μὲ τά­ξη στρω­σί­δια καὶ σκε­πά­σμα­τα. Κι ἔ­βγα­λε ἕ­να χι­λι­ά­ρι­κο.

       «Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο», τοῦ κά­νει.

       Ἀ­νη­φό­ρι­σε στὸ καλ­ντε­ρί­μι, κα­τη­φό­ρι­σε. Τὸν βρῆ­κε στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς πλα­τεί­ας. Βγά­ζει τὸ χέ­ρι ἀ­π’ τὴν τσέ­πη καὶ τοῦ δί­νει τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα.

       Τὸ παίρ­νει ὁ χτί­στης, μ’ ἕ­να «εὐ­χα­ρι­στῶ» μέ­σ’ ἀ­πὸ τὰ δόν­τια.

       Κά­νει νὰ φύ­γει. Ἀλ­λὰ ὁ ἄλ­λος δι­στά­ζει σκε­πτι­κός…

       «Τί ‘ναι;» ἀ­πο­ρεῖ ὁ μά­στο­ρας.

       «Μοῦ ἀ­φή­νεις ἕ­να δε­κά­ρι­κο, νὰ πά­ρω ψω­μὶ γιὰ τὰ παι­διά;»


(1988, 2018)


Πηγή: Μικροκύματα 99+1 μικρο-διηγήματα (ἐκδ. Ἡ ἐφημερίδα τῶν Συντα­­­κτῶν, 2018).

Ἡ­λί­ας Γκρὴς (Κρέ­στε­να Ὀ­λυμ­πί­ας 1952). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ ἄ­σκη­σε τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α κυ­ρί­ως στὴ δη­μό­σια τη­λε­ό­ρα­ση. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ποί­η­ση, ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μια γιὰ τὴν ποί­η­ση καὶ τέσ­σε­ρις θε­μα­τι­κὲς ἀν­θο­λο­γί­ες. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Σπα­θιὰ καὶ Με­τε­ρί­ζια, Τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να καὶ ἡ ποί­η­σή του (ἀν­θο­λο­γί­α, ἔκδ. Δι­α­πο­λι­τι­σμός). Μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, ἰ­τα­λι­κά, βουλ­γα­ρι­κά, γερ­μα­νι­κά, ρώ­σι­κα, ἱ­σπα­νι­κά, περ­σι­κά. Δι­ε­τέ­λε­σε μέ­λος στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ Σε­να­ρί­ων τῆς Ε.Ρ.Τ. (1993-1995) καὶ στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ Κρα­τι­κῶν Βρα­βεί­ων Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Κύ­πρου (2003-2005). Εἶ­ναι μέ­λος τῆς ΕΣΗΕΑ καὶ τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χριστὸς vs Πατρίδα: 0-1



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χριστὸς vs Πατρίδα: 0-1


«Γ. ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ…… Καὶ ἄλ­λο πα­ρά­δειγ­μα, κύ­ριοι, θε­ο­σε­βεί­ας κα­τὰ τὸ ἔ­τος 1822. Ἕ­νας γεν­ναῖ­ος στρα­τι­ώ­της Πε­λο­πον­νή­σιος, γνω­στὸς διὰ τὰ πο­λε­μι­κά του ἔρ­γα εἰς ταῖς συμ­πλο­καῖς μὲ τοὺς ἐ­χθρούς, ἐ­πῆ­γε νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῇ εἰς ἕ­να πνευ­μα­τι­κόν, νὰ λά­βῃ τὴν ἁ­γί­αν Με­τά­δο­σιν. Ὁ πνευ­μα­τι­κός, ἀ­φοῦ ἤ­κου­σε ὅ­λην του τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σιν, τοῦ εἶ­πε:

       — Παι­δί μου, δὲν ἠμ­πο­ρῶ νὰ σοῦ δώ­σω ἄ­δειαν Κοι­νω­νί­ας, ἐ­σκό­τω­σες ἄν­θρω­πον.

       Ὁ στρα­τι­ώ­της τὸ ἔ­βα­ψεν, ἐ­πῆ­γε κ’ ἐ­πα­ρε­πο­νέ­θη εἰς τὸν Δε­σπό­την τῆς Με­θώ­νης· ὁ Δε­σπό­της τοῦ εἶ­πε:

       — Ἔ­λα τὴν Κυ­ρια­κὴν εἰς τὴν λει­τουρ­γί­αν.

       Ἐ­πῆ­γε τὴν ὥ­ραν τῆς Κοι­νω­νί­ας, ὁ Δε­σπό­της ὀρ­θὸς εἰς τὴν με­γά­λην θύ­ραν τοῦ ἱ­ε­ροῦ μὲ τὸ δι­σκο­πό­τη­ρον λέ­γει τοῦ στρα­τι­ώ­του:

       — Λά­βε τὸ δι­σκο­πό­τη­ρον, κοι­νω­νή­σου μό­νος σου· τὰ χέ­ρια σου εἶ­ναι πλέ­ον ἄ­ξια ἀ­πὸ τὰ δι­κά μου νὰ σὲ κοι­νω­νή­σουν. Ἡ­μεῖς διὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν τῆς πα­τρί­δος καὶ δό­ξαν θε­οῦ πο­λε­μοῦ­μεν μὲ δε­ή­σεις, ἐ­σεῖς μὲ τὰ στή­θη σας εἰς τοὺς κιν­δύ­νους.<»>



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ἐ­πί­ση­μος Ἐ­φη­με­ρὶς τῆς Συ­νε­λεύ­σε­ως» τόμ. Ϛ, 1864, σ. 656, συ­νε­δρ. 5 Ὀ­κτ. 1864. – «Γε­νι­κὴ Ἐ­φημ. τῆς Ἑλ­λά­δος» 2 Νβρ. 1856 (ὑ­πὸ Γ. Τερ­τσέ­τη). – Γ. Τερ­τσέ­τη λό­γος τῆς 25 Μαρτ. 1869 σ. 17.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 11-12 [τίτλος: «16.—Ἡ μετάληψη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Ἀγ­γέ­λα Κα­ϊ­μα­κλι­ώ­τη: Τοῦ Λαζάρου



Ἀγ­γέ­λα Κα­ϊ­μα­κλι­ώ­τη


Τοῦ Λα­ζά­ρου


ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ὑ­πῆρ­ξε γιὰ μέ­να τὸ με­γά­λο αἴ­νιγ­μα. Τὸν πρω­το­γνώ­ρι­σα ἐ­κεῖ γύ­ρω στὰ ὀ­κτώ μου ὅ­ταν προ­σφυ­γά­κι κα­τέ­φευ­γα στὶς γει­το­νι­ές του. Ἔμ­παι­να λα­θραῖ­α στὸ σπί­τι του τὶς Κυ­ρια­κὲς με­τὰ τὸ κα­τη­χη­τι­κὸ καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τὸν προ­σεγ­γί­σω μὲ τὶς σι­ω­πὲς καὶ τὶς τη­λε­πα­θη­τι­κὲς προ­σευ­χές μου. Ἄλ­λο­τε στε­κό­μουν σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη, μὲ κολ­λη­μέ­νο τὸ ἕ­να μά­γου­λο στὶς πέ­τρι­νες κο­λό­νες τοῦ να­οῦ, εἰ­σπνέ­ον­τας τὴν ὑ­γρα­σί­α τῆς πί­στης καὶ τοῦ φό­βου, ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μὲ τὸ ἡ­μί­φως τῶν κε­ρι­ῶν καὶ τὴ νε­κρι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ μο­σχο­λί­βα­νου. Προ­τι­μοῦ­σα τὸ μι­κρὸ αὐ­το­σχέ­διο κρη­σφύ­γε­τό μου, ἀ­πὸ τὶς θέ­σεις γυ­ναι­κῶν καὶ ἀν­δρῶν ὅ­που ἄν­θρω­ποι ἀ­μί­λη­τοι καὶ σκυ­θρω­ποὶ συμ­με­τεῖ­χαν στὴν ἀ­κο­λου­θί­α ἄλ­λο­τε κα­θή­με­νοι ἢ ὄρ­θιοι, γο­νυ­πε­τεῖς ἢ σκυ­φτοί, κά­νον­τας τὸ σταυ­ρὸ τοὺς ρυθ­μι­κὰ καὶ συν­το­νι­σμέ­να ἢ ψι­θυ­ρί­ζον­τας φο­βε­ρές, μυ­στι­κὲς προ­σευ­χές. Ἀ­πὸ τὴν κρύ­πτη μου μπο­ροῦ­σα νὰ προ­σποι­η­θῶ πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χα ὡς σῶ­μα κι ἔ­τσι ἀ­πε­ρί­σπα­στη καὶ συγ­κεν­τρω­μέ­νη μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὴν εἰ­κό­να του, ἴ­σως πε­τύ­χαι­να τὴν ὀ­πτι­κὴ ἐ­πα­φὴ καὶ τὴν προ­σο­χή του, γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει ἐ­πι­τέ­λους τί ἐν­νο­οῦ­σε μὲ κεῖ­νο τὸ «εἶ­δα φό­βους, εἶ­δα πό­νους, εἶ­δα βά­σα­να καὶ τρό­μους, δῶ­στε μου λί­γο νε­ρά­κι νὰ ξε­πλύ­νω τὸ φαρ­μά­κι». Τό­τε ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τάς μου ἐν­δε­χο­μέ­νως ὁ φί­λος τοῦ Χρι­στοῦ τὸ μυ­στι­κό του, νὰ κα­τά­φερ­να νὰ ξε­πλύ­νω τὸ δι­κό μου τὸ φαρ­μά­κι.


* * *


       Κα­τε­βαί­νω μὲ συγ­κί­νη­ση τὴ μι­κρὴ σκά­λα ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ να­οῦ μὲ τὶς λάρ­να­κες. Συ­νει­δη­το­ποι­ῶ πὼς τὸ νε­ρὸ ποὺ ρέ­ει ὡς ἁ­γί­α­σμα εἶ­ναι ἕ­να δῶ­ρο κα­θαρ­τι­κό. Καὶ τό­τε νί­πτω τὰ χέ­ρια καὶ τὸ πρό­σω­πο.

       Εἶ­ναι ὄ­μορ­φη ἡ ζω­ὴ Λά­ζα­ρε, γι’ αὐ­τὸ ἀ­να­στή­θη­κες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγ­γέ­λα Κα­ϊ­μα­κλι­ώ­τη (Ἀμ­μό­χω­στος, 1967). Εἶ­ναι κά­το­χος Πτυ­χί­ου Παι­δα­γω­γι­κῶν καὶ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Τί­τλου στὴν Ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ Ἡ­γε­σί­α καὶ Πο­λι­τι­κή. Ἔ­χει ἐ­πί­σης με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς σὲ θέ­μα­τα δι­α­χεί­ρι­σης κρί­σε­ων καὶ δι­α­με­σο­λά­βη­σης. Εί­ναι δι­ευ­θύν­τρια σχο­λεί­ων Δη­μο­τι­κῆς Ἐκ­παί­δευ­σης, πρό­ε­δρος τῆς Πο­λι­τι­στι­κῆς Ἕ­νω­σης Λάρ­να­κας καὶ ἀ­ρι­στίν­δην μέ­λος τοῦ Δι­οι­κη­τι­κοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Πο­λι­τι­σμοῦ γιὰ παι­διὰ καὶ νέ­ους. Δι­ε­τέ­λε­σε ἀν­τι­πρό­ε­δρος τῆς Ἕ­νω­σης Λο­γο­τε­χνῶν Κύ­πρου. Δη­μο­σί­ευ­σε πέν­τε βι­βλί­α ποί­η­σης καὶ ἕ­να μὲ δι­η­γή­μα­τα. Τε­λευ­ταῖ­ο της ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Οἱ πι­κρο­δάφ­νες θέ­λουν κού­ρε­μα (Βακ­χι­κόν, 2020).

Εἰ­κό­να: Ἡ Ἀ­νά­στα­σις τοῦ Λα­ζά­ρου. Κρύ­πτη στὸ να­ὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Λα­ζά­ρου, στὴ Λάρ­να­κα τῆς Κύ­πρου. Φω­το­γρα­φί­α: Γιά­ννης Πα­τί­λης, 30 Ἰ­ου­λί­ου 2011.



		

	

Μαρία Κοτρούτσου: Φύλλο ὁδηγιῶν χρήσης


Μα­ρί­α Κο­τρού­τσου


Φύλλο ὁδηγιῶν χρήσης:

Ἐραστής χωρὶς δεσμεύσεις, πληροφορίες γιὰ τὸ χρήστη


ΤΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ:

Στὴν συν­θή­κη πε­ρι­έ­χε­ται ἄ­το­μο τοῦ εὐ­ρύ­τε­ρου κοι­νω­νι­κοῦ κύ­κλου, αὐ­στη­ρά.  Οἱ κα­λυ­πτό­με­νες προ­δι­α­γρα­φὲς εἶ­ναι συμ­βα­τι­κοῦ ἐ­πι­πέ­δου. Νέ­α ἐ­νι­σχυ­μέ­νη σύν­θε­ση βρα­δεί­ας ἀ­πο­δέ­σμευ­σης.


ΧΡΗΣΗ:

Ἁ­πλή, σύν­το­μη καὶ σπο­ρα­δι­κὴ χρή­ση ὥ­στε νὰ μὴν ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἡ με­τα­βό­λι­ση τῆς οὐ­σί­ας. Ἀ­πο­τε­λεῖ συμ­πλή­ρω­μα σε­ξου­α­λι­κῆς ζω­ῆς, δὲν ὑ­πο­κα­θι­στᾶ μί­α ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νη καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη σχέ­ση.


ΠΙΘΑΝΕΣ ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ:

Σὲ πε­ρί­πτω­ση κα­τά­στα­σης φρι­κτῆς ἀ­νη­συ­χί­ας, ἀϋ­πνί­ας καὶ ἀ­νώ­φε­λης ἀ­να­ζή­τη­σης ἀ­παν­τή­σε­ων, πα­ρα­κα­λῶ ξε­πλύ­νε­τε μὲ ἄ­φθο­νο ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νῆ­στε μὲ τὸ Κέν­τρο Δη­λη­τη­ρι­ά­σε­ων. Κά­να­τε ὑ­περ­κα­τα­νά­λω­ση τῆς ἐν­δει­κτι­κῆς προσ­λαμ­βα­νό­με­νης πο­σό­τη­τας πρόσ­λη­ψης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κοτρούτσου Μαρία (Πήλιο, 1993). Σπού­δα­σε Μη­χανι­κὸς Πλη­ροφο­ρικῆς στὸ Πανε­πι­στή­μιο Ἰωαν­νί­νων. Ἔ­ζη­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ τώ­ρα ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὸν Βό­λο. Δου­λεύει σὲ μπὰρ στὸ κέντρο τῆς πό­λης, ἐνῶ παράλ­λη­λα διδά­σκει ἀγ­γλι­κά σὲ κέν­τρο ξέ­νων γλως­σῶν. Δη­μο­σιε­ύει γιὰ πρώ­τη φορά.


Τίνα Χρηστίδη: Τὰ σύκα-σύκα


Τί­να Χρη­στί­δη


Τὰ σύκα-σύκα


ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ τὴν κα­λο­και­ρι­νή, πάν­τα κά­τω ἀ­πὸ τὴ συ­κιά, εὐ­θὺς μό­λις φτά­σεις στὴν κα­λύ­βα τὴν ἐ­ξο­χι­κή, ἐ­κεῖ θὰ τὸν πε­τύ­χεις. Σὲ λέ­νε Ἑ­λέ­νη. Θὰ σὲ ἀγ­κα­λιά­σει τὸ ἴ­διο στορ­γι­κὰ ὅ­πως καὶ πέ­ρυ­σι, ὅ­πως κά­θε χρό­νο ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ποὺ τὸν γη­ρο­κο­μεῖ ἡ για­γιά σου. Σὲ λέ­νε Ἰ­ω­άν­να. Θὰ πλη­σιά­σεις καὶ θὰ στα­θεῖς μπρο­στά του, κά­πως μα­κριά, πό­τε στὸ ἕ­να πό­δι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Σὲ λέ­νε Γε­ωρ­γί­α. Μὲ τὰ μά­τια θὰ ὀρ­γώ­σεις τὸν κορ­μὸ τοῦ δέν­τρου. Σὲ λέ­νε Ἐλ­πί­δα. Ἄ­ρα­γε τί ἀ­πέ­γι­νε ἡ περ­σι­νὴ ἀ­ρά­χνη ποὺ εἶ­χες ἐν­το­πί­σει στὸ κλα­δὶ νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζει τρε­λα­μέ­νη; Σὲ λέ­νε Φα­τί­μα. Δυ­ὸ πό­δια ποὺ σὲ κλεί­νουν, ὁ ὁ­ρί­ζον­τας θὰ γί­νει μου­στά­κι, μιὰ κί­τρι­νη γραμ­μὴ στὴ μέ­ση, σὰν οὐ­ρὰ πα­στω­μέ­νη. Σὲ πιά­νει ἡ λί­γδα. Νι­κο­τί­νη καὶ κρα­σί. Σὲ λέ­νε Λι­ούμ­πα. Τὰ ζα­ρω­μέ­να δά­χτυ­λα θὰ ἀ­νέ­βουν ἀρ­γὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ φου­στα­νά­κι. Σὲ λέ­νε Ντε­νί­σα. Θὰ γρα­τζου­νή­σουν τὸ πλα­κὲ στῆ­θος, θὰ τρέ­μουν πά­νω ἀ­πὸ τὶς ρῶ­γες, θὰ τὶς τσιμ­πή­σουν ἐ­λα­φρά, κά­θε ποὺ τρα­βι­έ­σαι τὰ πό­δια θὰ σφίγ­γουν, μιὰ μέγ­γε­νη σὲ κλει­δώ­νει. Σὲ λέ­νε Κι­ράμ­πο. Πά­νω ποὺ κά­νεις νὰ φύ­γεις, μπρο­στά σου τὰ αὐ­στη­ρὰ μά­τια τῆς μά­νας. Στά ΄κο­ψα ἀ­π’ τὴ ρί­ζα, ἂν κά­νεις ὅ­τι ἁ­πλώ­νεις χέ­ρι σὲ κέ­ρα­σμα. Μὴ κά­νεις σὰ λι­μα­σμέ­νο. Ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε βο­ή­θεια νὰ λὲς μά­λι­στα. Ὄ­χι ναί. Μά­λι­στα. Μὴν ἀν­τι­μι­λᾶς. Νὰ εἶ­σαι φρό­νι­μη καὶ νὰ ἀ­κοῦς τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους.

        Πάν­τως σύ­κα δὲ θὰ ξα­να­φᾶς. Σοῦ φέρ­νουν ἐ­με­τό. Κι ἄς μὴ σὲ λέ­νε Σο­φί­α.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Τί­να Χρη­στί­δη (1970). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να ὡς φι­λό­λο­γος στὴ μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Ὡς με­τα­πτυ­χια­κὴ φοι­τή­τρια στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ ἐκ­πό­νη­σε τὴ δι­πλω­μα­τι­κή της ἐρ­γα­σί­α πά­νω στὶς Ἀ­ό­ρα­τες Πό­λεις τοῦ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο. Εἶναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτο­ρας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει βι­βλί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς γιὰ παι­διά, ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μαν­­δρα­γό­ρας. Κεί­με­νά της καὶ βι­βλι­ο­κρι­τι­κὲς ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της.