Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Τί βγά­ζει, ἀ­λή­θεια, ἡ πέν­να μου, ὅ­ταν ἀ­κού­ω ρα­δι­ό­φω­νο:…]


08-kirschsarah-tibgazeialitheia-eikona-02


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Τί βγά­ζει, ­λή­θεια, πέν­να μου,

­ταν ­κού­ω ρα­δι­ό­φω­νο:…]

[Was mir so aus der Feder kriecht wenn ich Radio höre:…]


ΤΙ ΒΓΑΖΕΙ, ἀ­λή­θεια, ἡ πέν­να μου, ὅ­ταν ἀ­κού­ω ρα­δι­ό­φω­νο:


       Κα­λη­μέ­ρα!


      Εἶ­χα τὴν τύ­χη νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ζων­τα­νὸς ἀ­πὸ τὸ Ντά­χα­ου. Θέ­λω νὰ ἱ­στο­ρή­σω αὐ­τὴ τὴ με­γά­λη τύ­χη. Οἱ χω­ρι­κοὶ μοῦ δώ­σα­νε ψω­μὶ καὶ μέ­λι. Τὸ βρά­δυ οἱ να­ζι­στὲς ἄρ­χι­σαν νὰ ἐ­κτε­λοῦν Ρώ­σους. Παρ­τι­ζά­νους, Ἑ­βραί­ους καὶ στε­λέ­χη. Χω­ρὶς δί­κη. Κα­τό­πιν ἄρ­χι­σε ἡ προ­έ­λα­ση πρὸς τὴν Μό­σχα. Ἕ­νας ἀ­γρό­της ἀ­πὸ τὸ Münsterland εἶ­πε, ἂν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, πρέ­πει νὰ χά­σου­με γρή­γο­ρα αὐ­τὸν τὸν πό­λε­μο. Τὸ σα­ράν­τα ἕ­να, σα­ράν­τα δύ­ο εἴ­μα­σταν ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι. Μὲ πλη­σί­α­σε κά­ποι­ος: Στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης εἶ­χα δώ­σει στὴν ἀ­δελ­φή του νὰ φά­ει. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἡ σω­τη­ρί­α μου. Μό­λις ποὺ μπο­ροῦ­σα ἀ­κό­μη νὰ κι­νοῦ­μαι, ἔ­βλε­πα καὶ ἄ­κου­γα κι­ό­λας ἀγ­γέ­λους. Φω­νὲς σὰν νε­ρο­πη­γές. Ἕ­να ἄ­λο­γο κον­τά μου, ἔ­τσι ἦρ­θε ἡ Ἄ­νοι­ξη. Κά­θε­τοι ἀ­νέ­μοι, κρώ­ξι­μο γε­ρα­νῶν. Σ’ ἕ­να δι­ά­τρη­το ἀ­πὸ σφαῖ­ρες σπί­τι στὸ Witebsk* ὁ Hans ἔ­παι­ξε σα­ραμ­πάν­τες τοῦ Μπάχ. Τέσ­σε­ρεις ἑ­βδο­μά­δες ἀρ­γό­τε­ρα σκο­τώ­θη­κε. Ἐ­γὼ κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­φύ­γω. [54-55]


* Πό­λη τῆς Λευ­κο­ρω­σί­ας, γε­νέ­τει­ρα τοῦ Marc Chagall.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.


		
Διαφημίσεις

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Δό­ξα τῷ Θε­ῷ!…]


07-kirschsarah-doksatotheo-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Δό­ξα τῷ Θε­!…]

[Gottlob!…]

 

01-DeltaΟΞΑ τῷ Θε­ῷ! Ξα­νὰ ἐ­δῶ. Χτὲς ἦ­ταν μιὰ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη μέ­ρα, ἀλ­λὰ σὲ μιὰ με­γά­λη πό­λη ὅ­λα λει­τουρ­γοῦν δι­α­στρο­φι­κά. Τὸ ἀ­να­το­λι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο εἶ­ναι πρὸς τὸ πα­ρὸν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πο­κρου­στι­κό. Στὴν Unter den Linden*, ἂν πά­ει κα­νεὶς ἐ­κεῖ, κά­θε δι­α­κό­σια μέ­τρα ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το χτυ­πη­μέ­νο καὶ πα­ρα­τη­μέ­νο γιὰ πα­λι­ο­σί­δε­ρα στὴ με­σαί­α λω­ρί­δα. Μπο­ρεῖ κα­νέ­νας θαρ­ρα­λέ­ος νὰ πε­ρι­μέ­νει ἐ­κεῖ νὰ δεῖ κά­τι τέ­τοι­ο ἐν τῇ γε­νέ­σει του. Μέ­σα σὲ λί­γη ὥ­ρα εἶ­δα τέσ­σε­ρα ἀ­τυ­χή­μα­τα. Ἡ ἀ­νά­γνω­ση στὸ Deutsches Theater (ἡ Christa Wolf: Τί ἄλ­λο θέ­λει τέ­λος πάν­των αὐ­τή; Ἔ­χει δι­καί­ω­μα νὰ μπαί­νει στὸ Deutsches Theater!) ἦ­ταν δι­α­σκε­δα­στι­κὴ με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια. Ἡ Elke** μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι μί­α κυ­ρί­α ἔ­χυ­νε δά­κρυ­α ὅ­λη τὴν ὥ­ρα. Τέ­τοι­ες πι­έ­νες γνω­ρί­ζουν μό­νο ἀ­να­το­λι­κο­γερ­μα­νι­κὰ ἀμ­φί­βια. [51]


* Τὸ γνω­στὸ βου­λε­βάρ­το τοῦ Βε­ρο­λί­νου «Ὑ­πὸ τὰς φι­λύ­ρας», ὅ­πως ἀ­πο­δό­θη­κε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ ὁ­μό­τι­τλο ρο­μάν­τσο τοῦ Ἀλ­φόν­σου Κάρ (Sous les Tilleuls, 1832). Μὲ τὸν ἴ­διο τί­τλο ποί­η­μα τοῦ γερ­μα­νοῦ ποι­η­τῆ τοῦ Με­σαί­ω­να Walther von der Vogelweide καὶ σπον­δυ­λω­τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα τῆς Christa Wolf (1969/1974).
** Ἡ γερ­μα­νί­δα ποι­ή­τρια Elke Elbe (1938).

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Τὴ με­γα­λύ­τε­ρη μά­χη τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων…]


06-kirschsarah-timegalyterimachi-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Τὴ με­γα­λύ­τε­ρη μά­χη τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων]

[Die größte Panzerschlacht…]


10-hΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΜΑΧΗ τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων με­τὰ τὸν Β’ Παγ­κό­σμιο πό­λε­μο λέ­νε οἱ στρα­τι­ω­τι­κοὶ ὅ­τι ἔ­χουν δώ­σει ἐ­ναν­τί­ον τῆς Φρου­ρᾶς τοῦ Χουσ­σε­ΐν. Ὑ­πὸ κα­ταρ­ρα­κτώ­δη βρο­χή. Σή­με­ρα πρέ­πει νὰ πε­ρά­σω στὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­νο­ή­τως εἶ­μαι πο­λὺ νω­ρὶς στὸ πό­δι, με­σά­νυ­χτα, καὶ τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν πρέ­πει νὰ δι­α­βά­σω τὸ κεί­με­νο τοῦ Meister* στὴν Ἔκ­θε­ση-Πέ­τερ Βά­ϊς, εἶ­μαι ἀ­πο­κα­μω­μέ­νη. Θὰ τὸ κοι­τά­ξω στὸ τραῖ­νο. Ἕ­να προ­σχέ­διο τοῦ «Ἀ­πο­χαι­ρε­τών­τας τοὺς γο­νεῖς». Ἄχ, ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χω ἀ­κού­σει τὴν κό­ρη μου. Νὰ μὴν ἐ­κτε­θῶ σὲ αὐ­τὸ τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα. Ἐ­πει­δὴ στὴν Ἑ­ται­ρεί­α-Πέ­τερ Βά­ϊς πρό­κει­ται γιὰ συ­νά­θροι­ση ἐ­πι­κίν­δυ­νων γιὰ μέ­να ὑ­πο­λειμ­μά­των ἀ­ρι­στε­ρῶν ἀν­θρώ­πων. Ἀλ­λὰ βρί­σκο­μαι ἀ­κό­μη στὸ Τ.** Στὸ Τ. τί­πο­τε δὲν μὲ στε­νο­χω­ρεῖ. Πρέ­πει νὰ πά­ρω μα­ζί μου ἕ­ναν χάρ­τη τῆς πό­λης, ἔ­χω ξε­χά­σει τὶς πε­ρι­ο­χές. Τρά­βη­ξα ἕ­ναν ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή μας. Γρά­φει «Βε­ρο­λῖ­νο» ἐ­πά­νω, κα­τό­πιν «εἶ­ναι ὡ­στό­σο ἁ­πλῶς πρω­τεύ­ου­σα». Τῆς Γερ­μα­νι­κῆς Λα­ϊ­κῆς ΓΛΛΔ.*** Πρέ­πει νὰ κοι­τά­ξω ἕ­ναν ἄλ­λο. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ εἶ­ναι ἕ­νας δι­α­λυ­μέ­νος χάρ­της. Ὁ Schumann ἀ­πο­ρεῖ ποὺ σκα­λί­ζω τὸ ρά­φι. Ἀ­γνο­εῖ τί ἦ­ταν κά­πο­τε γιὰ μέ­να τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Τώ­ρα εἶ­μαι μιὰ χω­ριά­τα ὅ­πως αὐ­τὸς καὶ εὐ­τυ­χὴς γι’ αὐ­τό. [49]


* Ἐν­νο­εῖ τὸν γερ­μα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Peter Weiss (1916-1982) καὶ τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό του ἀ­φή­γη­μα Abschied von den Eltern (1961).
** Tielenhemme.
*** Στὸ κεί­με­νο «DDDR». Ἂν δὲν με­τα­φέ­ρει τυ­πο­γρα­φι­κὸ σφάλ­μα τοῦ χάρ­τη ἢ δὲν εἰ­ρω­νεύ­ε­ται τὸν δη­μο­κρα­τι­κὸ/λα­ϊ­κὸ προ­σα­να­το­λι­σμὸ τοῦ κρά­τους μὲ τὴν ἐμ­φα­τι­κὴ ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ «D», ἡ Kirsch παί­ζει μὲ τὰ ἀ­κρω­νύ­μια τῆς Λα­ϊ­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας τῆς Γερ­μα­νί­ας (DDR) καὶ τοῦ νέ­ας τε­χνο­λο­γί­ας δι­πλο­ε­στια­κοῦ βη­μα­το­δό­τη «DDDR».

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Κρε­μι­έ­μαι συ­νε­χῶς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο…]


05-kirschsarah-kremiemaisynechos-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Κρε­μι­έ­μαι συ­νε­χῶς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο]

[Dauernd häng ich am Radio…]


07-Kappa-471px-T2JB159_-_Jungle_Book_capital_KΡΕΜΙΕΜΑΙ συ­νε­χῶς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ ἀ­κού­ω εἰ­δή­σεις καὶ σχό­λια. Πο­λε­μι­κὲς οἰ­μω­γές. Εἶ­ναι ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ πό­σο λο­γι­κὰ τὰ βρί­σκουν ὅ­λα οἱ λε­γό­με­νοι εἰ­δι­κοί. Ὅ­σο πιὸ γρή­γο­ρα ξε­σπά­σει ὁ πό­λε­μος, λέ­νε, τό­σο πιὸ εὐ­νο­ϊ­κὰ θὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ. Στὴν Αἴ­γυ­πτο καὶ τὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὀρ­γα­νώ­νον­ται πάρ­τυ γιὰ τὴ δύ­ση τοῦ κό­σμου. Τὰ ξε­νο­δο­χεῖ­α προ­σφέ­ρουν σαμ­πά­νια σὲ ὅ­ποι­ον νοι­κιά­σει δω­μά­τιο. Ἢ τοῦ προ­σφέ­ρουν ἀ­μέ­σως γιὰ τὸ κου­ρά­γιο του σου­ΐ­τα. Πρέ­πει νὰ φύ­γου­με γρή­γο­ρα. Πα­γο­δρο­μί­α μὲ τὸ χά­ρα­μα. Μεῖ­ον τέσ­σε­ρεις βαθ­μοί, ὅ­λα μιὰ πά­χνη. Στὴ μι­ση­τὴ πο­λί­χνη, ὅ­που ξα­να­ῆρ­θα στὸν κομ­μω­τὴ καὶ γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­σω εἰ­σι­τή­ρια, ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἀ­θυ­μί­α. Ἤ­μουν σχε­δὸν μιὰ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὴ ἐγ­κάρ­σια το­μὴ γιὰ τὸν κομ­μω­τή μου. Τό­σο ἀ­νή­συ­χους εἶ­χα νὰ δῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Τσερ­νόμ­πιλ. Ἡ εἰ­κό­να μ’ ἔ­βρι­σκε ὣς τὴν καρ­διά. Ἄν­θρω­ποι σχε­δὸν συμ­πα­θη­τι­κοὶ μέ­σα στὴν ἀ­νημ­πό­ρια τους. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἔρ­χον­ται ἡ ζω­γρά­φος μας καὶ ὁ Isegrim ποὺ σὲ τέ­τοι­ους και­ροὺς ἐ­πι­μέ­νουν νὰ πᾶ­νε στὴν Κο­ρέ­α. Ὁ Isegrim με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­πέμ­βα­ση στὸ σα­γό­νι, ποὺ τὸν κά­νει γιὰ τὰ κα­λὰ γκρι­νιά­ρη. Βλέμ­μα χτυ­πη­μέ­νου λι­ον­τα­ριοῦ. [39]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Ἦ­ταν μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ἀ­νά­γνω­σης τὴν Ἄ­νοι­ξη…]


04-kirschsarah-itanmalista-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[­ταν μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ­νά­γνω­σης τὴν ­νοι­ξη]

[Ja es gab sie die Lesereise im Frühjahr…]


03-HttaΤΑΝ μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ἀ­νά­γνω­σης τὴν Ἄ­νοι­ξη, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δέ­σπο­ζαν ἕ­να που­λὶ καὶ πόρ­τες ἀ­νοι­χτές. Κά­θε βρά­δυ, σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ θέ­ση, καὶ ἄλ­λα που­λιά, ἄλ­λες πόρ­τες ἀ­νοι­χτές, καὶ μα­ζὶ τὸ δι­κό μου ποί­η­μα γιὰ τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη βρο­χή, τὸ ἀν­τί­στοι­χο που­λί, τὴν πόρ­τα ποὺ χτυ­πᾶ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, καὶ πό­σο συ­ναρ­πα­στι­κὸ ἦ­ταν κά­θε ποὺ συ­νέ­πι­πταν τὸ ποί­η­μα καὶ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἐ­νῶ ἐ­γὼ δι­ά­βα­ζα αὐ­τὸ τὸ κεί­με­νο δυ­να­τά, μπρο­στὰ σὲ ἕ­να κοι­νὸ ὅ­πως ἕ­να εἶ­στε τώ­ρα Ἐ­σεῖς, ἄ­κου­γα τὴ φω­νή μου ὅ­πως μπο­ρῶ τώ­ρα νὰ τὴν ἀ­κού­ω στὸν χῶ­ρο αὐ­τὸ τοῦ σή­με­ρα, ἄ­κου­γα τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη βρο­χὴ ὅ­πως πρω­τύ­τε­ρα τὸ κο­τσύ­φι, καὶ ἡ πόρ­τα, ἡ πραγ­μα­τι­κὰ δι­α­θέ­σι­μη, ἡ πρὸς τὰ ἔ­ξω ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα, χτύ­πη­σε στὴ θέ­ση τῆς πόρ­τας ποὺ χτυ­ποῦ­σε ‘δῶ κι ἐ­κεῖ κι ἐ­γὼ δι­ά­βα­ζα γιὰ τὸ κοι­νό, γιὰ ἕ­να κοι­νὸ ὅ­πως εἶ­στε τώ­ρα Ἐ­σεῖς, καὶ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ τρα­βή­ξω ὅ­σο κρα­τοῦ­σε ἡ σύν­δε­ση μὲ τὸν ἔ­ξω κό­σμο, ἡ πόρ­τα ἡ ὄν­τως ἀ­νοι­χτὴ χτυ­πών­τας ’­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ ἡ βρο­χὴ καὶ τὸ κο­τσύ­φι ἢ ὁ τρυ­πο­φρά­κτης ἡ τουρ­λί­δα καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μοῦ εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­γα­πη­τό. [24-25]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Τὸ με­λαγ­χο­λι­κὸ δί­χως ἀ­κτὴ νη­σί…]


03-kirschsarah-tomelancholiko-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Τὸ με­λαγ­χο­λι­κὸ δί­χως ­κτὴ νη­σί]

[Die düstere strandlose Insel…]


10-Taph-Chronica_Polonorum_TΟ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ δί­χως ἀ­κτὴ νη­σὶ εἶ­ναι ἐ­πί­σης τώ­ρα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ οὐ­ρά­νια τό­ξα αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ χρό­νου. Ἀ­π’ ὅ­ποι­ο πα­ρά­θυ­ρο κι ἂν τὸ κοι­τά­ξεις, κι ἐ­μεῖς ἔ­χου­με τέ­τοι­α καὶ στὰ ὀ­χτὼ ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα, βλέ­πεις τὰ βα­θυ­σκό­τει­να σύν­νε­φα τοῦ νη­σιοῦ κι ἐ­πά­νω τους κεν­τη­μέ­να τὰ συ­νή­θως δι­πλὰ οὐ­ρά­νια τό­ξα. Δρό­μοι μα­κρι­νοὶ μέ­σα στὴ θύ­ελ­λα: τὰ πό­δια μι­λοῦν γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­να­στε­νά­ζουν. Ἡ βρε­τα­νι­κὴ θά­λασ­σα, γλά­ροι, μαυ­ρό­χη­νες καὶ πά­πι­ες τοῦ πο­τα­μοῦ Eyder. Νε­κρὲς μὲ ὑ­δά­τι­να μαρ­γα­ρι­τά­ρια στὰ ὄ­μορ­φα φτε­ρά. Ράμ­φη σφη­νο­ει­δῆ μὲ χρῶ­μα πρά­σι­νο τῆς ἐ­λιᾶς καὶ με­γά­λα ρου­θού­νια, ἀ­νοι­χτο­πρά­σι­να μά­γου­λα, φτέ­ρω­μα στὸ στῆ­θος ρο­δα­λό. Ἕ­να τό­σο εὐ­γε­νι­κὸ ἀ­σπρό­μαυ­ρο ροῦ­χο φτε­ρω­τό. Δη­λη­τη­ρι­α­σμέ­νες ἀ­πὸ πε­τρέ­λαι­ο. Πλά­ϊ στὴ νε­κρὴ ἀρ­σε­νι­κὴ πά­πια φτε­ρού­γι­ζε πεν­θών­τας την μιὰ θη­λυ­κιά. Ἔ­δει­χνε κι­ό­λας ἀρ­ρω­στη­μέ­νη. Τέ­τοι­ες στιγ­μὲς μοῦ προ­κα­λοῦν ἀ­νεί­πω­τη ὀρ­γὴ ὁ ἀν­θρώ­πι­νος πα­ρα­σι­τι­σμὸς καὶ ἡ κα­τά­στα­ση στὸν πλα­νή­τη, ὀ­λι­σθη­ρὴ καὶ πά­ει λέ­γον­τας. [23-24]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Σάρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Στὸ Μίνσκ δι­α­δη­λώ­σεις δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας…]


02-kirschsarah-stominskdiadiloseisdiamartyrias-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Στὸ Μίνσκ δι­α­δη­λώ­σεις δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας]

[In Minsk Protestdemonstrationen…]


06-sΤΟ ΜΙΝΣΚ δι­α­δη­λώ­σεις δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας, ἐ­πει­δὴ δὲν ὑ­πάρ­χουν τσι­γά­ρα. Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸς στό­λος με­γά­λης ἔ­κτα­σης μὲ ἀ­ε­ρο­πλα­νο­φό­ρα κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴν Σα­ου­δι­κὴ Ἀ­ρα­βί­α. Ἐλ­πί­ζω νὰ ξέ­ρουν τί κά­νουν. Μί­α ἡ­μέ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πο­κα­λοῦν­ται Δι­ε­θνεῖς Στρα­τι­ω­τι­κὲς Ἀ­πο­στο­λές. Δὲν ἀ­στει­εύ­ον­ται μὲ τὸ πε­τρέ­λαι­ο. Φτιά­χνω κα­φέ. Ἐ­λα­φρῶς χα­μη­λὴ ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ πί­ε­ση στὶς Ἑ­βρί­δες. Ἐ­κεῖ θὰ ἤ­θε­λα νὰ πά­ω. Σὰν πέ­τρα ἀ­νά­με­σα σὲ πέ­τρες. Μά­λι­στα αὔ­ριο ἔ­χει γε­νέ­θλια ὁ Πέ­τρος Πε­τρο­νάρ­ρος.* Ἀ­γα­πη­μέ­νος ποι­η­τής. Ἀλ­λὰ τί γί­νε­ται στὸ Mariehamn;** Βορ­ρὰς ἕ­να, ὁ­μί­χλη, ἐν­νέ­α βαθ­μοί, χί­λια δε­κα­τέσ­σε­ρα ἑ­κτο­πα­σκάλ. Τὸ τσο­πα­νό­σκυ­λο καὶ ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη πη­γαί­νουν σή­με­ρα μέ­χρι τοὺς βρά­χους. Ἐ­κεῖ ποὺ ἀν­θί­ζουν βα­τό­μου­ρα. Βλέ­πει κα­νεὶς τὰ πα­λιὰ καὶ τὰ και­νούρ­για πλοῖ­α στὴν ἀ­πό­κρη­μνη ἀ­κτή. Σή­με­ρα εἶ­ναι Κυ­ρια­κή, ἔρ­χον­ται οἱ Σου­η­δοὶ με­θο­κό­ποι. Φο­ρᾶ­νε ἄ­σπρα σκου­φιὰ μὲ τὸ ὄ­νο­μα τῆς λέμ­βου. Γιὰ νὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς τὸ βρά­δυ, σὲ πε­ρί­πτω­ση ἀ­νάγ­κης, νὰ τοὺς πε­τά­ξει πά­λι ἐ­κεῖ. Στὰ βρά­χια δὲν ἔ­πε­σαν πο­τέ. Αὐ­τὸ ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει δὲν τὸ ζή­σα­με ἀ­κό­μη, λέ­ει τὸ τσο­πα­νό­σκυ­λο. [11]


* Στὸ κεί­με­νο «Stein Steinarr» (1908-1958), ὁ θε­ω­ρού­με­νος σπου­δαι­ό­τε­ρος ποι­η­τὴς τῆς Ἰσ­λαν­δί­ας. Τὸ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο με­τα­φρά­ζε­ται κα­τὰ προ­σέγ­γι­ση, γιὰ νὰ μὴ χα­θεῖ τὸ λο­γο­παί­γνιο.

** Πρω­τεύ­ου­σα τῶν νή­σων Âland, αὐ­τό­νο­μης πε­ρι­ο­χῆς τῆς Φι­λαν­δί­ας.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.