Κώ­στας Ἀ­ξε­λός: Ὁ Θάνατος



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός


Ὁ Θάνατος

(καὶ ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὴ ζω­ή)


ΝΑΣ ΚΙΝΕΖΟΣ μαν­δα­ρί­νος πρό­τει­νε κά­πο­τε στὸν κυ­βερ­νή­τη μιᾶς ἐ­παρ­χί­ας ἕ­να μέ­τρο ποὺ δὲν ἄρ­γη­σε νὰ υἱ­ο­θε­τη­θεῖ. Τὴν ὥ­ρα ποὺ τὸ θύ­μα ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ κε­φά­λι στὸ κού­τσου­ρο γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει ὁ δή­μιος νὰ τὸ ἀ­πο­κό­ψει, ἔ­φτα­νε καλ­πά­ζον­τας ἕ­νας πλου­μι­σμέ­νος ἱπ­πέ­ας καὶ φώ­να­ζε: «Στα­μα­τῆ­στε! Ὁ Ἄρ­χον­τας ἔ­δω­σε χά­ρη στὸν κα­τα­δι­κα­σμέ­νο.» Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τῆς ὑ­πέρ­τα­της εὐ­φο­ρί­ας ὁ δή­μιος ἔ­κο­βε τὸ κε­φά­λι τοῦ εὐ­τυ­χι­σμέ­νου θνη­τοῦ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 339.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.


			

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός: Οἱ φωνὲς τῆς Σιωπῆς



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός


Οἱ φωνὲς τῆς Σιωπῆς

(τὸ τε­χνο-λο­γι­κὸ κι ἐ­σχα­το-λο­γι­κὸ τέ­λος καὶ ἡ νέ­α ἀπ-αρ­χὴ)


ΧΑΛΙΝΑΓΩΓΗΜΕΝΗ ἀ­το­μι­κὴ ἐ­νέρ­γεια ξε­χύ­θη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἀ­χα­λί­νω­τη καὶ κα­τέ­στρε­ψε κά­θε ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ὴ στὸν πλα­νή­τη. Μό­νος δι­α­σω­θεὶς ἕ­νας κά­τοι­κος οὐ­ρα­νο­ξύ­στη στὸ Σι­κά­γο. Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γε καὶ ἤ­πι­ε ὅ,τι εἶ­χε στὸ ψυ­γεῖ­ο του, δι­ά­βα­σε, εἶ­δε κι ἄ­κου­σε τὴν ἰ­δε­α­τή του βι­βλι­ο­θή­κη, τὸ φαν­τα­στι­κό του μου­σεῖ­ο καὶ τὴν ὑ­παρ­κτή του δι­σκο­θή­κη, ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ποὺ ἔ­βλε­πε πὼς δὲν πέ­θαι­νε, ἀ­πο­φα­σί­ζει ν’ αὐ­το­κα­τα­στρα­φεῖ καὶ ρί­χνε­ται ἀ­πὸ τὸν τεσ­σα­ρα­κο­στὸ ὄ­ρο­φο στὸ κε­νό. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ περ­νᾶ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τοῦ πρώ­του ὀ­ρό­φου ἀ­κού­ει τὸ τη­λέ­φω­νο ποὺ κα­λεῖ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 339.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.


Κώ­στας Ἀ­ξε­λός: Θεός



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός


Θεός

(ἢ τὸ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὸ καὶ θεο-λο­γι­κὸ Ἀ­πόλυ­το)


ΝΑΣ ΒΡΑΧΜΑΝΟΣ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας κα­λεῖ τοὺς ἀν­τιρ­ρη­σί­ες νὰ πά­ρουν τὸ λό­γο. «Ὁ θε­ός σας εἶ­ναι φε­νά­κη», πα­ρα­τη­ρεῖ δί­και­α κά­ποι­ος. «Ἡ θρη­σκεί­α σας εἶ­ναι ψέ­μα καὶ χί­μαι­ρα κι ἐ­σεῖς, οἱ ἱ­ε­ρεῖς, τὸ στή­ριγ­μα τῆς κα­ται­σχύ­νης. Θε­ός, θρη­σκεί­α καὶ ἱ­ε­ρεῖς πρέ­πει νὰ κα­τα­πο­λε­μη­θοῦν καὶ νὰ ἐκ­μη­δε­νι­στοῦν. Τί ἔ­χεις νὰ μοῦ πεῖς, ἐ­σύ, ἀρ­χι­ε­ρέ­α;». «Κι ἐ­σὺ δι­κός μας εἶ­σαι», τοῦ ἁ­παν­τᾶ γα­λή­νια ὁ βραχ­μά­νος.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 336.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός: Πραγματικὸ καὶ Φανταστικό



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός


Πραγματικὸ καὶ Φανταστικό

(οἱ μυθο-λο­γι­κὲς πα­γί­δες)


ΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ κέν­ταυ­ροι ἀ­πο­θαυ­μά­ζει τὸ παι­δί του ποὺ χο­ρο­πη­δά­ει ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ ‘­κεῖ σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α τῆς Με­σο­γεί­ου. Ὁ πα­τέ­ρας γυρ­νά­ει πρὸς τὴ μά­να καὶ τὴ ρω­τά­ει: «Πρέ­πει ἄ­ρα­γε νὰ τοῦ ποῦ­με πὼς δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­νας μύ­θος;»



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 337.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (Kostas Axelos): Η Γλώσσα



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (Kostas Axelos)


Ἡ Γλώσσα

(ὀν­το-λο­γί­α: ὁ λό­γος τοῦ ὄν­τος)


ΠΤΑ ΚΑΤΟΙΚΟΙ τῆς Ἀ­τλαν­τί­δας ξε­κι­νοῦν γιὰ ἕ­να πε­ρί­πα­το. Ἕ­νας ποι­η­τής. Ἕ­νας ζω­γρά­φος. Ἕ­νας λη­στής. Ἕ­νας το­κο­γλύ­φος. Ἕ­νας ἐ­ρω­τευ­μέ­νος. Ἕ­νας στο­χα­στής. Φτά­νουν στὴν εἴ­σο­δο μιᾶς σπη­λιᾶς. «Τί μέ­ρος κα­τάλ­λη­λο γιὰ ἔμ­πνευ­ση!» ἀ­να­φω­νεῖ ὁ ποι­η­τής. «Τί ὑ­πέ­ρο­χο ζω­γρα­φι­κὸ θέ­μα!» λέ­ει ὁ ζω­γρά­φος. «Τί τό­πος πρό­σφο­ρος γιὰ προ­σευ­χή!» ψαλ­μω­δεῖ ὁ ἱ­ε­ρέ­ας. «Τί ὀ­νει­ρε­μέ­νη το­πο­θε­σί­α γιὰ ἐ­νέ­δρα!» ὁ­μο­λο­γεῖ ὁ λη­στής. «Μιὰ ἀ­νυ­πέρ­βλη­τη κρυ­ψώ­να!» μουρ­μου­ρί­ζει ὁ το­κο­γλύ­φος. «Τί κα­τα­φύ­γιο γιὰ τὸν ἔ­ρω­τά μου!» ὀ­νει­ρο­πο­λεῖ φω­να­χτὰ ὁ ἐ­ρω­τευ­μέ­νος. «Εἶ­ναι μιὰ σπη­λιά!» συμ­πλη­ρώ­νει ὁ στο­χα­στής.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 336.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (Kostas Axelos) (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.

Ζιζὲλ Πράσινος (Gisèle Prassinos): Ρεκλάμα



Ζιζὲλ Πράσινος (Gisèle Prassinos)


Ρεκλάμα

(Réclame)


ΝΑΣ ΚΥΡΙΟΣ ποὺ κα­τέ­βαι­νε νὰ πά­ρει τὸ με­τρὸ κρα­τοῦ­σε ὑ­πὸ μά­λης ἕ­να πο­λὺ με­γά­λο δέ­μα ἀ­π’ ὅ­που ἐ­ξεῖ­χε ἕ­να κομ­μά­τι πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα. Κα­θὼς ὅ­λος ὁ κό­σμος τὸν κοι­τοῦ­σε, ὁ κύ­ριος —λύ­νον­τας τὰ κορ­δό­νια τοῦ πα­που­τσιοῦ του— εἶ­πε: «Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε τὸ με­λά­νι Γου­ό­τερ­μαν!» Ὕ­στε­ρα κα­τέ­βη­κε χω­λαί­νον­τας τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς σκά­λας.

       Μό­λις ἔ­φτα­σε κά­τω, κά­θι­σε ὀ­κλα­δὸν σ’ ἕ­να παγ­κά­κι. Κι ἐ­κεῖ, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­τυ­λί­γει τὸ δέ­μα του. Δὲν ἔ­βγα­λε ὅ­μως τί­πο­τε μέ­σα ἀ­π’ αὐ­τό, οὔ­τε κὰν ἕ­να κομ­μά­τι πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα.

       Μό­λις τὸ τρέ­νο ἔ­φτα­σε στὸ σταθ­μό, ἐ­κεῖ­νος ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας μὲ τὸ δέ­μα του πα­ρα­μά­σχα­λα. Μὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ κα­νέ­να πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα. Μο­να­χὰ ἕ­να λει­ρὶ κό­τας κρε­μό­ταν. Τὸ τρέ­νο σφύ­ρι­ξε.

       Μιὰ τρα­χιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μα­κριά: «Εἶ­ναι πο­λὺ κα­λὴ μάρ­κα.»

       Πο­λὺ κον­τὰ σὲ μέ­να, ἕ­νας κύ­ριος ἔ­γι­νε πρά­σι­νος.



Πηγή: Gisèle Prassinos, Trouver sans chercher (1934 – 1944), εἰσαγ. Michel Dé­cau­din, σειρά: «L’age d’Or» (ἐπιμ. Henri Parisot), Παρίσι, Flammarion, 1976.

Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (Gisèle Prassinos) (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1920 – Πα­ρί­σι, 2015). Γαλ­λί­δα συγ­γρα­φέ­ας ἑλ­λη­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρά της δη­μο­σί­ευ­σε τὰ πρῶ­τα της κεί­με­να στὸ γνω­στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Minotaure τῶν Γάλ­λων ὑ­περ­ρε­α­λι­στῶν, ἐ­νῶ μέ­χρι τὰ δε­κα­εν­νιά της πρό­λα­βε νὰ ἐκ­δώ­σει δέ­κα βι­βλί­α, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὶς ἐμ­βλη­μα­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις G.L.M. Τὰ κεί­με­νά της ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἐκ­φρά­στη­καν μὲ τὸν πλέ­ον ἐγ­κω­μι­α­στι­κὸ τρό­πο οἱ ἐ­πι­φα­νέ­στε­ροι Γάλ­λοι ὑ­περ­ρε­α­λι­στές, ἀ­κο­λου­θή­θη­καν ἀ­πὸ εἰ­κο­σα­ε­τῆ σι­ω­πή. Τὸ 1958 δη­μο­σί­ευ­σε τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό της μυ­θι­στό­ρη­μα Μὰ ὁ χρό­νος δὲν ὑ­πάρ­χει χρη­σι­μο­ποι­ών­τας νέ­α ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν καὶ τὸ με­τέ­πει­τα ἔρ­γο της.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: «Le petit garçon». Ἔργο τῆς Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (περίπου 1975).



		

	

Βιλιὲ Ντὲ Λ’Ἴλ-Ἀντὰμ (Villiers de l’Isle-Antam)

 .

VilliersDeL'IsleAdam-OIroismosTouGiatrouAllintonil-Eikona-02

.

Βιλιὲ Ντὲ Λ’ Ἲλ-Ἀντάμ (Villiers de l’Isle-Antam)

. 

ἡρωϊσμὸς τοῦ γιατροῦ Ἀλλιντονίλ

(L’héroïsme du docteur Hallindonhill)

 .

Στὸνκύ­ριο Henry May

Σκο­τῶ­στε γιὰ νὰ θε­ρα­πευ­τεῖ­τε.

Ἐ­πί­ση­μο γνω­μι­κὸ τοῦ Broussais*

 .

01-HttaΠΑΡΑΞΕΝΗ ΥΠΟΘΕΣΗ τοῦ για­τροῦ Ἀλ­λιν­το­νὶλ θὰ ἐκ­δι­κα­σθεῖ προ­σε­χῶς στὸ κα­κουρ­γι­ο­δι­κεῖο τοῦ Λον­δί­νου.

       Νὰ πῶς ἔ­χουν τὰ γε­γο­νό­τα:

       Στὶς εἴ­κο­σι τοῦ πε­ρα­σμέ­νου Μά­η, οἱ δυ­ὸ με­γά­λες αἴ­θου­σες ἀ­να­μο­νῆς τοῦ ἐ­πι­φα­νοῦς εἰ­δι­κοῦ καὶ θε­ρα­πευ­τῆ ὅ­λων τῶν πνευ­μο­νι­κῶν πα­θή­σε­ων, ἦ­ταν ὡς συ­νή­θως, γε­μά­τες ἀ­πὸ πε­λά­τες μὲ τὰ δελ­τί­α ἀ­να­μο­νῆς στὸ χέ­ρι.

       Στὴν εἴ­σο­δο στε­κό­ταν ντυ­μέ­νος μὲ τὴν μα­κριὰ μαύ­ρη ρεν­τιγ­κό­τα του, ὁ δο­κι­μα­στὴς τῶν νο­μι­σμά­των: ἐ­λάμ­βα­νε ἀ­πὸ τὸν κα­θέ­να τὶς δύο ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὲς γκι­νέ­ες, τὶς δο­κί­μα­ζε μὲ ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ χτύ­πη­μα τοῦ σφυ­ριοῦ πά­νω σὲ ἕ­να πο­λυ­τε­λὲς ἀ­μό­νι, φω­νά­ζον­τας μη­χα­νι­κὰ all right.

       Μέ­σα στὸ τζα­μω­τὸ ἰ­α­τρεῖ­ο —στο­λι­σμέ­νο ὁ­λό­γυ­ρα μὲ με­γά­λα τρο­πι­κὰ δεν­δρύλ­λια μέ­σα σὲ με­γά­λες ἰ­α­πω­νι­κὲς γλά­στρες— εἶ­χε μό­λις πά­ρει τὴ θέ­ση του στὸ γρα­φεῖ­ο του, ὁ αὐ­στη­ρός, μι­κρό­σω­μος για­τρὸς Ἀλ­λιν­το­λίλ. Δί­πλα του, στὸ στρογ­γυ­λὸ τρα­πε­ζά­κι, ἡ γραμ­μα­τέ­ας του συν­τα­γο­γρα­φοῦ­σε τὶς σύν­το­μες συν­τα­γές. Στὴν πορ­φυ­ρὴ βε­λού­δι­νη πα­ρα­στά­δα μιᾶς πόρ­τας, τῆς καρ­φω­μέ­νης μὲ χρυ­σὰ καρ­φιά, ὀρ­θω­νό­ταν ἕ­νας ὑ­πη­ρέ­της μὲ τε­ρα­τώ­δη τρά­χη­λο, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν νὰ με­τα­φέ­ρει, τὸν ἕ­να με­τὰ τὸν ἄλ­λο, τοὺς πα­ρα­παί­ον­τες πνευ­μο­νο­πα­θεῖς, μέ­χρι τὴν πόρ­τα τῆς ἐ­ξό­δου – ἀ­π’ ὅ­που, ὁ ἀ­νελ­κυ­στή­ρας τοὺς ἔ­βγα­ζε, κα­θι­σμέ­νους σὲ εἰ­δι­κὰ κα­ρό­τσια, ἔ­ξω. (Κι αὐ­τό, μό­λις ἀ­κου­γό­ταν τὸ μυ­στη­ρι­ῶ­δες «ὁ ἑ­πό­με­νος».)

       Οἱ ἀ­σθε­νεῖς ἔμ­παι­ναν μέ­σα μὲ βλέμ­μα θο­λὸ καὶ θαμ­πὸ καὶ τὸ στέρ­νο γυ­μνό, κρα­τών­τας στὰ χέ­ρια τους τὰ ροῦ­χα τους· ἀ­μέ­σως, δέ­χον­ταν στὴν πλά­τη καὶ στὸ στῆ­θος, τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τοῦ πλη­ξί­με­τρου καὶ τοῦ σω­λη­να­ρί­ου:

       — Τίκ, τίκ, πλάφ! Ἀ­να­πνεῦ­στε!…πλάφ!… ὡ­ραῖ­α.

       Ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἡ συν­τα­γο­γρά­φη­ση κά­ποι­ου φαρ­μά­κου ἐν­τὸς ὀ­λί­γων δευ­τε­ρο­λέ­πτων, καὶ στὸ τέ­λος ἐ­κεῖ­νο τὸ πε­ρί­φη­μο «ὁ ἑ­πό­με­νος».

       Κι ἐ­δῶ καὶ τρί­α χρό­νια, κά­θε πρω­ΐ, ἡ οὐ­ρὰ πα­ρή­λαυ­νε συ­νή­θως ἀ­πὸ τὶς ἐν­νιὰ τὸ πρω­ῒ ἕ­ως τὶς δώ­δε­κα ἀ­κρι­βῶς.

       Ξαφ­νι­κά, τὴν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη, στὶς 20 Μαΐου, στὶς ἐν­νιὰ ἡ ὥ­ρα ἀ­κρι­βῶς, νά ’σου ποὺ κα­τα­φθά­νει ἕ­να εἶ­δος μα­κρο­σκε­λοῦς σκε­λε­τοῦ, μὲ δι­ε­σταλ­μέ­νες τὶς κό­ρες τῶν μα­τι­ῶν του, βα­θου­λω­μέ­να μά­γου­λα ποὺ ἄγ­γι­ζαν τὸν οὐ­ρα­νί­σκο του, μὲ τὸ στέρ­νο του γυ­μνὸ νὰ μοιά­ζει μὲ θω­ρα­κι­κὴ κοι­λό­τη­τα κηλι­δω­μέ­νης περ­γα­μη­νῆς, τὸ ὁ­ποῖ­ο τραν­τα­ζό­ταν ἀ­πὸ ξε­ρό­βη­χα – μὲ λί­γα λό­για ἕ­να εἶ­δος ζων­τα­νοῦ νε­κροῦ. Εἶ­χε μιὰ γα­λά­ζια γού­να ρε­νὰρ ποὺ τὴν κρα­τοῦ­σε στὸ ἀ­πο­στε­ω­μέ­νο χέ­ρι του καὶ ξά­πλω­σε τὸ μη­ρια­ῖο ὀ­στό του στὸ ἰ­α­τρεῖ­ο, βα­στα­ζό­με­νος, γιὰ νὰ μὴν πέ­σει, ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα φύλ­λα τῶν δεν­δρυλ­λί­ων.

       — Τάκ! τάκ! πάφ! Δὲν γί­νε­ται τί­πο­τε! Μουρ­μού­ρι­σε ὁ για­τρὸς Ἀλ­λιν­το­νίλ: μπὰς καὶ εἶ­μαι ἰ­α­τρο­δι­κα­στὴς ποὺ δι­α­πι­στώ­νει τὸ θά­να­το; Θὰ φτύ­νε­τε τὰ φλέ­μα­τα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ πνεύ­μο­να, ὁ δε­ξιὸς εἶ­ναι ξα­φρι­στή­ρι!..

       — Ὁ ἑ­πό­με­νος!

       Ὁ ὑ­πη­ρέ­της πῆ­γε νὰ ση­κώ­σει τὸν πε­λά­τη, ὅ­ταν ἡ ἐ­ξο­χό­τη­τά του ὁ θε­ρα­πευ­τής, χτυ­πών­τας ξαφ­νι­κὰ τὸ μέ­τω­πό του, πρό­σθε­σε μὲ ἕ­να πα­ρά­ξε­νο χα­μό­γε­λο:

       — Εἶ­στε πλού­σιος;

       — Πο­λυ­ε­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος! Ἀ­πάν­τη­σε βρα­χνὰ ὁ δυ­στυ­χὴς ποὺ μό­λις εἶ­χε ξα­πο­στεί­λει ὁ Ἀλ­λιν­το­νὶλ τό­σο γρή­γο­ρα ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη.

       — Τό­τε, ἡ ἅ­μα­ξά σας νὰ σᾶς με­τα­φέ­ρει ἀ­μέ­σως στὸ σταθ­μὸ Βι­κτώ­ρια! Ὑ­πάρ­χει μιὰ τα­χεί­α τῶν ἕν­τε­κα γιὰ τὸ Ντό­βερ! Με­τὰ παίρ­νε­τε τὸ ὑ­πε­ρω­κε­ά­νιο ! Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ Κα­λαί, πᾶ­τε στὴ Μασ­σα­λί­α μὲ κλι­νά­μα­ξα ποὺ δι­α­θέ­τει θερ­μά­στρα! Μὲ τε­λι­κὸ προ­ο­ρι­σμὸ τὴ Νί­και­α! Ἐ­κεῖ, ἐ­πὶ ἕ­ξι μῆ­νες θὰ τρῶ­τε νε­ρο­κάρ­δα­μο, χω­ρὶς ψω­μί, οὔ­τε κρα­σί, οὔ­τε φροῦ­τα, οὔ­τε κρέ­ας. Θὰ παίρ­νε­τε μιὰ κου­τα­λιὰ τῆς σού­πας βρό­χι­νο νε­ρὸ ἐμ­πλου­τι­σμέ­νο μὲ ἰ­ώ­διο κά­θε δυ­ὸ μέ­ρες. Καὶ νε­ρο­κάρ­δα­μο, νε­ρο­κάρ­δα­μο, νε­ρο­κάρ­δα­μο! Λι­ω­μέ­νο καὶ ἀ­λε­σμέ­νο μὲ τὸ χυ­μό του, εἶ­ναι ἡ μό­νη σας εὐ­και­ρί­α… ἀλ­λὰ καὶ πά­λι!

       Αὐ­τὸς ὁ δῆ­θεν θε­ρα­πευ­τὴς γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ον μὲ ἔ­χουν ξε­κου­φά­νει, μοῦ φαι­νό­ταν κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ πα­ρά­λο­γος, τὸν συ­στή­νω σ’ ἕ­ναν ἀ­πελ­πι­σμέ­νο, ἀλ­λὰ δί­χως νὰ τὸν πι­στεύ­ω οὔ­τε μιὰ στιγ­μή.

       Ἀ­φοῦ το­πο­θε­τή­θη­κε μὲ με­γά­λη προ­σο­χὴ στὸν ἀ­νελ­κυ­στή­ρα ὁ φθι­σι­κὸς Κροῖ­σος, ἡ οὐ­ρὰ τῶν πνευ­μο­νο­πα­θῶν, σκορ­βου­τι­κῶν καὶ βρογ­χι­τι­κῶν, ξα­να­βρῆ­κε πά­λι τὴν κα­νο­νι­κὴ ρο­ή της. Ἕ­ξι μῆ­νες με­τά, στὶς 3 Νο­εμ­βρί­ου, στὶς ἐν­νιὰ ἡ ὥ­ρα ἀ­κρι­βῶς, μπῆ­κε χω­ρὶς τὸ δελ­τί­ο ἀ­να­μο­νῆς μέ­σα στὸ ἰ­α­τρεῖ­ο τοῦ δό­κτο­ρος Ἀλ­λι­λον­τὶλ ἕ­να εἶ­δος γί­γαν­τα μὲ δυ­να­τὴ καὶ χα­ρού­με­νη φω­νὴ ποὺ τὸ ἠ­χό­χρω­μά της ἔ­κα­νε νὰ δο­νοῦν­ται τὰ τζά­μια τοῦ ἰ­α­τρεί­ου καὶ νὰ ρι­γοῦν τὰ φύλ­λα τῶν τρο­πι­κῶν φυ­τῶν, ἕ­νας κο­λοσ­σια­ῖος με­γα­λο­μπε­μπὲς μὲ πλού­σιο τρί­χω­μα. Ἄ­νοι­ξε δρό­μο ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τοὺς πε­λά­τες τοῦ δό­κτο­ρος Ἀλ­λι­λον­τίλ, ἴ­διος μὲ ἀν­θρώ­πι­νη βόμ­βα, καὶ ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὸ ἱ­ε­ρὸ τοῦ πρίγ­κη­πα τῆς Ἐ­πι­στή­μης, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ψυ­χρός, μὲ τὸ μαῦ­ρο του ἔν­δυ­μα, μό­λις εἶ­χε προ­λά­βει νὰ κα­θί­σει, ὡς συ­νή­θως, στὸ γρα­φεῖ­ο του. Ἀρ­πά­ζον­τάς τον ἀ­πὸ τὶς μα­σχά­λες, τὸν σή­κω­σε σὰν πού­που­λο καὶ φι­λοῦ­σε καὶ ξα­να­φι­λοῦ­σε τὰ δυ­ὸ ψυ­χρὰ καὶ λεῖ­α μά­γου­λα τοῦ για­τροῦ, μὲ τὸν τρό­πο μιᾶς πα­ρά­ξε­νης Νορ­μαν­δῆς τρο­φοῦ· στὴ συ­νέ­χεια τὸν ἄ­φη­σε σὲ κω­μα­τώ­δη σχε­δὸν κα­τά­στα­ση καὶ νὰ ἀ­σφυ­κτιᾶ, στὴν πο­λυ­θρό­να του.

       — Δυ­ὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια; Τὰ θέ­λε­τε; Μή­πως θέ­λε­τε τρί­α; φώ­να­ζε ὁ γί­γαν­τας, ἀ­παί­τη­ση φο­βε­ρὴ καὶ τρο­με­ρή!

       — Σᾶς ὀ­φεί­λω τὴν ἀ­νά­σα μου, τὸν ἥ­λιο, τὰ ὡ­ραῖ­α γεύ­μα­τα, τὰ φρε­νή­ρη πά­θη τῆς ζω­ῆς, τὰ πάν­τα! Ἀ­παι­τεῖ­στε λοι­πὸν ἀ­νή­κου­στη ἀ­μοι­βή: δι­ψῶ γιὰ ἀ­να­γνώ­ρι­ση!

       — Ἄ! αὐ­τὸ πιά! Ποι­ὸς εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ τρε­λός; Νὰ τὸν δι­ώ­ξε­τε… ἄρ­θρω­σε ἀ­δύ­να­μα ὁ για­τρὸς με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­ξάν­τλη­σης.

       — Μὰ ὄ­χι, μὰ τί λέ­τε; Γρύλ­λι­σε ὁ τρε­λὸς μὲ βλέμ­μα πυγ­μά­χου ποὺ ἔ­κα­νε τὸν ὑ­πη­ρέ­τη νὰ ὀ­πι­σθο­χω­ρή­σει. Γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής, κα­τα­νο­ῶ για­τί ἐ­σεῖς, ὁ σω­τή­ρας μου, δὲν μὲ ἀ­να­γνω­ρί­ζε­τε. Εἶ­μαι ὁ ἄν­θρω­πος μὲ τὸ νε­ρο­κάρ­δα­μο! Ὁ ἀ­πο­τε­λει­ω­μέ­νος σκε­λε­τός, ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος! Νί­και­α, τὸ νε­ρο­κάρ­δα­μο, νε­ρο­κάρ­δα­μο, νε­ρο­κάρ­δα­μο! Πέ­ρα­σε τὸ ἑ­ξά­μη­νό μου ἐ­κεῖ, καὶ ἰ­δοὺ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τοῦ ἔρ­γου σας. Ἐ­λᾶ­τε, ἀ­κοῦ­στε αὐ­τό.

       Καὶ χτυ­ποῦ­σε τὸ θώ­ρα­κά του μὲ τὶς γρο­θι­ές του ποὺ ἦ­ταν ἱ­κα­νὲς νὰ τσα­κί­σουν τὸ κρα­νί­ο τῶν πλέ­ον δυ­να­τῶν ταύ­ρων τοῦ Μίν­τλε­σεξ.

       — Ἔ! Εἶ­πε ὁ για­τρὸς χο­ρο­πη­δών­τας — Εἶ­στε…τί! Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ ἑ­τοι­μο­θά­να­τος πού…

       — Ναί, χί­λι­ες φο­ρὲς ναί, ἐ­γὼ εἶ­μαι! Οὔρ­λια­ξε ὁ γί­γαν­τας. — Χθὲς τὸ βρά­δυ κι­ό­λας, μό­λις ἀ­πο­βι­βά­στη­κα, πα­ράγ­γει­λα τὴν προ­το­μή σας ἀ­πὸ μπροῦν­τζο κι ἔ­χω τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ πα­ραγ­γεί­λω νὰ σᾶς ἀ­πο­νεί­μουν ἐ­πι­κή­δει­ες τι­μὲς στὸ Γου­έ­στμιν­στερ!

     Πῆ­ρε τὸ θάρ­ρος νὰ ἀ­νέ­βει πά­νω σὲ ἕ­ναν ἄ­νε­το κα­να­πὲ μὲ σπα­σμέ­να ἐ­λα­τή­ρια καὶ κλα­ψού­ρι­σε:

       — Ἄ! τί ὄ­μορ­φη ποὺ εἶ­ναι ἡ ζω­ή, καὶ ἀ­να­στέ­να­ξε μὲ τὸ χα­σμω­δι­κὸ χα­μό­γε­λο μιᾶς ἤ­ρε­μης, ἀ­τά­ρα­χης ἔκ­στα­σης.

       Μὲ τὶς δυ­ὸ λέ­ξεις ποὺ ἐκ­στό­μι­σε χα­μη­λό­φω­να ὁ για­τρός, ὁ γραμ­μα­τέ­ας καὶ ὁ ὑ­πη­ρέ­της ἀ­πο­σύρ­θη­καν. Μό­λις ἔ­μει­νε μό­νος ὁ Ἀλ­λιν­το­νὶλ μὲ τὸν ἀ­να­στη­θέν­τα, κοί­τα­ξε τὸν γί­γαν­τα μὲ ὕ­φος ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νο, χλω­μὸς καὶ ψυ­χρός, μὲ βλέμ­μα ποὺ πρό­δι­δε νευ­ρι­κό­τη­τα, κι ἀ­φοῦ ἔ­μει­νε κά­ποι­ες στιγ­μὲς σι­ω­πη­λός, μουρ­μού­ρι­σε ξαφ­νι­κά:

       — Ἐ­πι­τρέψ­τε μου πρῶ­τα νὰ ἀ­φαι­ρέ­σω αὐ­τὴ τὴ μύ­γα ἀ­πὸ τὸν κρό­τα­φό σας.

       Καὶ προ­χω­ρών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος του, ὁ για­τρὸς ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του ἕ­να κον­τό­κα­νο ρε­βόλ­βερ bulle dog καὶ τὸ ἄ­δεια­σε δυ­ὸ φο­ρές, πο­λὺ γρή­γο­ρα, στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ κρο­τα­φι­κὴ ἀρ­τη­ρί­α.

       Ὁ γί­γαν­τας σω­ρι­ά­στη­κε κά­τω, κά­νον­τας τὴν ὀ­στε­ο­θή­κη θρύ­ψα­λα καὶ κη­λι­δώ­νον­τας μὲ τὸ ἀ­να­γνω­ρί­σι­μο τσερ­βέ­λο του τὸ χα­λὶ τοῦ ἰ­α­τρεί­ου πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο χτυ­πι­ό­ταν γιὰ ἕ­να λε­πτὸ μὲ τὶς πα­λά­μες του ἀ­νοι­χτές.

       Μὲ δέ­κα ψα­λι­δι­ές, γού­να, ροῦ­χα καὶ ἐ­σώ­ρου­χα, ψα­λι­δι­σμέ­να στὴν τύ­χη, ἄ­φη­σαν γυ­μνὸ τὸ στῆ­θος τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ σο­βα­ρὸς χει­ρουρ­γός, μὲ μιὰ κί­νη­ση τοῦ τε­ρά­στιου χει­ρουρ­γι­κοῦ του νυ­στε­ριοῦ, ἔ­σκι­σε εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω.

       Ἕ­να τέ­ταρ­το ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ὁ ἀ­στυ­φύ­λα­κας μπῆ­κε στὸ ἰ­α­τρεῖ­ο νὰ πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν δό­κτο­ρα Ἀλ­λιν­το­νὶλ νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει, ἐ­κεῖ­νος, ἤ­ρε­μος, κα­θι­σμέ­νος μπρο­στὰ στὸ γρα­φεῖ­ο του, μὲ ἕ­να φα­κὸ στὸ χέ­ρι, ἐ­ξέ­τα­ζε ἕ­να ζεῦ­γος τε­ρά­στια πνευ­μό­νια, ποὺ κεί­τον­ταν ὅ­μοι­α, σὲ πρη­νῆ στά­ση, πά­νω στὸ αἱ­μάσ­σον ἀ­να­λό­γιό του.

      Ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἰ­δι­ο­φυΐα προ­σπά­θη­σε μ’ αὐ­τὸν τὸν ἄν­θρω­πο νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὴν ὑ­περ-θαυ­μα­τουρ­γὴ δρά­ση τοῦ νε­ρο­κάρ­δα­μου ποὺ ἦ­ταν θρε­πτι­κὴ καὶ ταυ­το­χρό­νως ἀ­να­ζω­ο­γο­νη­τι­κή.

       — Κύ­ρι­ε ἀ­στυ­φύ­λα­κα, εἶ­πε ἐ­νῶ ση­κω­νό­ταν, ἔ­κρι­να σκό­πι­μο νὰ θυ­σιά­σω αὐ­τὸν τὸν ἄν­θρω­πο ἐ­φό­σον ἡ ἄ­με­ση νε­κρο­ψί­α μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψει τὸ μυ­στι­κὸ τῆς ὑ­γεί­ας γιὰ τὴν ἐκ­φυ­λι­σμέ­νη ἀ­ρεί­α φυ­λὴ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους· αὐ­τὸς εἶ­ναι καὶ ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ον δὲν δί­στα­σα, τὸ ὁ­μο­λο­γῶ, νὰ θυ­σιά­σω ἐ­δῶ τὴν συ­νεί­δη­σή μου στὸ κα­θῆ­κον.

       Εἶ­ναι πε­ριτ­τὸ νὰ προ­σθέ­σου­με ὅ­τι ὁ ἐ­πι­φα­νὴς για­τρὸς ἀ­φέ­θη­κε ἐ­λεύ­θε­ρος μὲ μιὰ ἀ­πο­λύ­τως τυ­πι­κὴ ἐγ­γύ­η­ση, ἐ­φό­σον ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α του ἦ­ταν πιὸ χρή­σι­μη ἀ­πὸ τὴν κρά­τη­σή του.

       Αὐ­τὴ ἡ πα­ρά­ξε­νη ὑ­πό­θε­ση θὰ ἐκ­δι­κα­σθεῖ τώ­ρα στὸ Βρε­τα­νι­κὸ Κα­κουρ­γι­ο­δι­κεῖ­ο. Ἄ! πό­σο θαυ­μά­σι­ες ἀ­γο­ρεύ­σεις θὰ δι­α­βά­σει ἡ Εὐ­ρώ­πη!

       Ὅ­λα δεί­χνουν ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ ὑ­πέ­ρο­χο ἔγ­κλη­μα δὲν θὰ κο­στί­σει στὸν ἥ­ρω­ά του τὴν κρε­μά­λα τοῦ Newgate , ἀ­φοῦ οἱ Ἄγ­γλοι εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ποὺ κα­τα­νο­οῦν, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς, ὅ­τι ἡ ἀ­πο­κλει­στι­κὴ ἀ­γά­πη τῆς μελ­λον­τι­κῆς Ἀν­θρω­πό­τη­τας, μὲ τὴν τέ­λεια πε­ρι­φρό­νη­ση τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Ἀ­τό­μου, ἀ­πο­τε­λεῖ στὶς μέ­ρες μας, τὸ μο­να­δι­κὸ κί­νη­τρο γιὰ τὴν ἀ­θώ­ω­ση τῶν με­γα­λό­ψυ­χων αὐ­τῶν πα­ρα­βα­τῶν τῆς Ἐ­πι­στή­μης.

.

* Francois Broussais: Ἐ­πι­φα­νὴς για­τρὸς ποὺ πέ­θα­νε τὸ 1938. Συγ­γρα­φέ­ας τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς «Ἰ­α­τρι­κῆς τῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας». Φη­μι­ζό­ταν γιὰ τὸν δε­σπο­τι­κό του χα­ρα­κτή­ρα, καὶ τὸ γνω­μι­κὸ ποὺ τοῦ ἀ­πο­δί­δει ὁ Βι­λι­ὲ ἐκ­φρά­ζει τὴν θρυ­λι­κὴ βι­αι­ό­τη­τα τῶν με­θό­δων του.

. 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

..

Πη­γή: Ἀπὸ τὸ βι­βλί­ο Claire Lenoir et autres contes insolites, ἐκ­δό­σεις Flam­ma­ri­on, εἰ­σα­γω­γὴ καὶ ση­μει­ώ­σεις τοῦ Jacques Noiray, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1888 μὲ ἀ­φι­έ­ρω­ση στὸν ἐκ­δό­τη Louis-Henry-May τῶν ἐκ­δό­σε­ων Quantin.

 

Auguste_de_Villers_de_L'Isle-AdamJean-Marie-Mathias-Philippe-Auguste de Villiers de L’Isle-Adam, ὁ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νος Κό­μης, καὶ ἀ­πὸ τὸ 1846 Μαρ­κή­σιος de Villiers de L’Isle-Adam (Saint-Brieuc, 7 Νο­εμ­βρί­ου 1838 – Πα­ρί­σι, 18 Αὐ­γού­στου 1889). Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του τὸν φώ­να­ζε Mathias ἐ­νῶ γιὰ τοὺς φί­λους του ἦ­ταν ὁ Βιλ­λι­έ, ὁ ἴ­διος χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ ὄ­νο­μα Auguste στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο πολ­λῶν βι­βλί­ων του. Ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λος θαυ­μα­στὴς τοῦ Ἔν­τγκαρ Ἄλ­λαν Πό­ε, τοῦ Μπων­τλαὶρ καὶ τῆς μου­σι­κῆς τοῦ Βάγ­κνερ. Ἦ­ταν φί­λος τοῦ Μαλ­λαρ­μὲ καὶ ἐ­νέ­πνευ­σε τοὺς Γάλ­λους συμ­βο­λι­στές. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­ρι­στο­κρά­της ποὺ ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴ μο­ναρ­χί­α, εἶ­ναι γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὰ νέ­α αἰ­σθη­τι­κὰ μέ­σα ποὺ εἰ­σή­γα­γε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τῆς ἐ­πο­χῆς καὶ γιὰ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κοῦ καὶ τοῦ ὀ­νει­ρι­κοῦ στὸ ἔρ­γο του.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Ἰ­ω­άν­να Ἀ­βρα­μί­δου (Δρά­μα, 1951). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς με­τα­φρά­στρια στὴν ΕΕ ἀ­πὸ τὸ 1980 ἕ­ως τὸ 2001. Ἀ­πὸ τὸ 2003 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας, ποί­η­σης, καὶ φι­λο­σο­φί­ας.

.

Ρεζὶ Zωφρέ (Regis Jauffret): Μαζὶ μὲ ἕναν Ἄραβα

.

Jauffret,Regis-MaziMeEnanAraba-Eikona-01

.

Ρεζὶ Zωφρέ (Regis Jauffret)

 .

Μα­ζὶ μὲ ἕ­ναν Ἄ­ρα­βα

(Avec un Arabe)

 .

17-oΓΙΟΣ ΜΟΥ εἶ­χε ἐγ­χει­ρι­στεῖ γιὰ ὄγ­κο στὸν ἐγ­κέ­φα­λο. Ἡ κα­τά­στα­σή του δὲν  ­ἦτα­ν  πο­λὺ σο­βα­ρὴ καὶ ἔ­γι­νε κα­λά. Ἐ­δῶ καὶ πέν­τε χρό­νια ζεῖ ξα­νὰ μιὰ κα­νο­νι­κὴ ζω­ή, μά­λι­στα ἐ­φηῦ­ρε μιὰ μη­χα­νὴ ποὺ κι­νεῖ­ται μὲ νε­ρό. Στὰ ἑ­ξήν­τα του κα­τε­βά­ζει ἰ­δέ­ες σὰν νὰ ἦ­ταν νέ­ος.  Ἐ­πι­προ­σθέ­τως, πῆ­ρε δι­α­ζύ­γιο γιὰ νὰ παν­τρευ­τεῖ μιὰ δη­μο­σι­ο­γρά­φο ποὺ τοῦ γνώ­ρι­σε ἠ­θο­ποι­οὺς καὶ γε­νι­κὰ δι­α­ση­μό­τη­τες.

       Δὲν ἔ­χω πιὰ κα­μιὰ ἔ­γνοι­α γι’ αὐ­τόν, εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ εὐ­τυ­χὴς γιὰ ἄν­θρω­πος τῆς ἡ­λι­κί­ας του. Ὅ­μως δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ φαν­τα­στεῖ­τε πό­σο ἀ­νη­συ­χοῦ­σα, ὅ­ταν ἦ­ταν στὴν κλι­νι­κή, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ τό­σο ζε­στὸ δω­μά­τιο ποὺ μοι­ρα­ζό­ταν μὲ ἕ­ναν Ἄ­ρα­βα. Για­τὶ, γιὰ πο­λὺ κα­κή μας τύ­χη, δὲν εἴ­χα­με κα­τα­φέ­ρει νὰ ἐ­ξα­φα­λί­σου­με ἕ­να δι­κό μας μο­νό­κλι­νο δω­μά­τιο. Τό­τε μά­λι­στα κα­τά­φε­ρα νὰ δι­α­πι­στώ­σω πὼς ἡ χώ­ρα μας εἶ­χε δι­α­τη­ρή­σει, πα­ρὰ τὴν κρί­ση, τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ φι­λο­ξε­νί­α της.

       Πράγ­μα­τι, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι τὴν ὥ­ρα τοῦ γεύ­μα­τος σέρ­βι­ραν καὶ στοὺς δυ­ὸ τὰ ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς πιά­τα ἐ­νῶ ἐ­πί­σης, ὅ­ταν ὁ φί­λος μας πα­ρα­πο­νιό­ταν γιὰ πό­νους μορ­φά­ζον­τας,  τοῦ ἔ­στελ­ναν ἀ­μέ­σως κά­ποι­ον γιὰ νὰ τὸν βο­η­θή­σει. Αὐ­τὲς οἱ ἀ­βελ­τη­ρί­ες μὲ ἐ­κνεύ­ρι­σαν καὶ θε­ω­ρών­τας τὸ ὅ­λο ζή­τη­μα πα­ρά­δο­ξο, ἔ­σκυ­ψα νὰ τὸ πῶ χα­μη­λό­φω­να στὸ αὐ­τὶ τοῦ γιοῦ μου.

       — Ξέ­ρεις, μα­μά, τὸν φρον­τί­ζουν ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καὶ μέ­να.

       — Σί­γου­ρα.

       — Ἀ­κρι­βῶς τὸ ἴ­διο.

       Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο. Τοῦ ἄλ­λα­ζαν τοὺς ἐ­πι­δέ­σμους κά­θε πρω­ί, ἐ­νῶ κα­μιὰ φο­ρὰ ὁ γιός μου ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν σει­ρά του, πρὶν κά­ποι­ος κα­τα­δε­χτεῖ νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μα­ζί του. Μο­λο­νό­τι ἔ­δω­σα­  φι­λο­δώ­ρη­μα στὴν ὑ­πεύ­θυ­νη νο­σο­κό­μα, ἡ κα­τά­στα­ση δὲν βελ­τι­ώ­θη­κε ἐ­παρ­κῶς. Ζή­τη­σα ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα μου νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ στὸν προ­ϊ­στά­με­νο τῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας. Αὐ­τὸς ὁ κύ­ριος πά­λι δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αι­τέ­ρως δε­κτι­κός. Ὡ­στό­σο, προ­σπά­θη­σε φα­νε­ρὰ νὰ τὸν πεί­σει ὅ­τι τὸ κά­πως ἄ­γριο δέρ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­κεί­νου, ποὺ ἔ­λε­γε πολ­λὰ γιὰ­ τὴν πι­κρί­α καὶ τὸ μί­σος ποὺ ἔ­τρε­φε γιὰ τὴν ἀ­στι­κὴ τά­ξη, ἦ­ταν ἁ­πλῶς σκου­ρό­χρω­μη ἐ­πι­δερ­μί­δα. Φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του, ὁ ἄν­τρας μου τὸν προ­ει­δο­ποί­η­σε πώς, ἂν ὁ γιὸς μας δὲν θε­ρα­πευ­ό­ταν, θὰ τὸν μή­νυ­ε.

       — Ἀ­ξί­ζει κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἐ­πι­φα­νεια­κὲς φρον­τί­δες, ποὺ θὰ τὶς πε­ρί­με­νε κα­νεὶς μό­νο ἀ­πὸ ἕ­να πρω­τό­γο­νο νο­σο­κο­μεῖ­ο.

       Πα­ρὰ τὰ ὀ­γδόν­τα πέν­τε του χρό­νια, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἔ­βα­λε πο­λὺ κό­πο, σὲ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς συ­νάν­τη­σης, γιὰ νὰ μὴ βγά­λει τὴ ζώ­νη του καὶ τὸν τι­μω­ρή­σει ὅ­πως τοὺς ἰ­θα­γε­νεῖς. Κι ὅ­μως εἶ­ναι ἕ­νας γλυ­κὸς ἄν­θρω­πος, ποὺ πο­τὲ δὲν ἔ­χει ση­κώ­σει χέ­ρι πά­νω μου οὔ­τε πά­νω στὰ παι­διά μας.

       Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σπί­τι, ἔ­κα­να ὅ,τι μπο­ροῦ­σα γιὰ νὰ τὸν ἠ­ρε­μή­σω, ἐ­πει­δὴ φο­βή­θη­κα πά­ρα πο­λὺ μή­πως τοῦ ἔρ­θει συγ­κο­πή. Πέ­θα­νε δυ­ὸ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ καρ­δια­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια. Ὅ­μως εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νη  ὅ­τι, ἂν ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα τὸν εἶ­χαν δε­χτεῖ μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­γέ­νεια καὶ χω­ρὶς νὰ ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σου­ν μιὰ ἀ­φ’­ ὑ­ψη­λοῦ πε­ρι­φρό­νη­ση στὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά του, θὰ ἦ­ταν ἀ­κό­μη μα­ζί μας.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (Gallimard, 2007).

R­ég­is J­a­u­f­f­r­et (Μασσαλία, 1955). Γάλλος μυθιστοριογράφος (H­i­s­t­o­i­résda­mοur, C­l­ém­e­n­ceP­i­c­ot, F­r­a­g­m­e­n­tsdelav­ied­esg­e­ns, A­s­i­led­esf­o­us κ.ἄ.). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων του M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (2007) πῆρε τὸ Βρα­βεῖ­ο L­i­v­re F­r­a­n­ce Cu­l­t­u­re-T­é­l­é­r­a­ma καὶ τὸ G­r­a­nd P­r­ix de l’ h­u­m­o­ur n­o­ir.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

.

Γκὺ Ντὲ Μωπασσάν (Guy de Maupassant): Ὄνειρα

 

 

Γκὺ Ντὲ Μωπασσάν (Guy de Maupassant)

 

Ὄνειρα

(Rêves)

 

ΤΑΝ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΔΕΙΠΝΟ μὲ φί­λους, πα­λιοὺς φί­λους. Ἦ­ταν πέν­τε: ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας για­τρὸς καὶ τρεῖς ἀ­νύ­παν­δροι, ἀ­νε­πάγ­γελ­τοι πλού­σιοι ἄν­δρες.

       Εἴ­χα­με μι­λή­σει πε­ρὶ παν­τὸς ἐ­πι­στη­τοῦ καὶ βρι­σκό­μα­σταν σὲ μιὰ κα­τά­στα­ση νω­χέ­λειας, ἐ­κεί­νη ἡ νω­χέ­λεια ποὺ προ­η­γεῖ­ται τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης με­τὰ τὸ γεῦ­μα. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς συν­δαι­τη­μό­νες ποὺ κοί­τα­ζε σι­ω­πη­λὸς ἐ­πὶ πέν­τε λε­πτὰ τὴ θο­ρυ­βώ­δη, κε­λα­ρυ­στὴ καὶ στο­λι­σμέ­νη μὲ τὰ μπὲκ γκα­ζιοῦ λε­ω­φό­ρο, λέ­ει ξαφ­νι­κά:

       «Ὅ­ταν δὲν ἀ­σχο­λεῖ­ται κα­νεὶς μὲ τί­πο­τε ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ἕ­ως τὸ βρά­δυ, οἱ μέ­ρες εἶ­ναι ἀ­τε­λεί­ω­τες.»

       «Καὶ οἱ νύ­χτες ἐ­πί­σης» πρό­σθε­σε κά­ποι­ος ποὺ κα­θό­ταν δί­πλα του. «Δὲν κοι­μᾶ­μαι κα­θό­λου, οἱ ἀ­πο­λαύ­σεις μὲ κου­ρά­ζουν, οἱ συ­ζη­τή­σεις εἶ­ναι πάν­τα οἱ ἴ­δι­ες· πο­τὲ δὲν σκον­τά­φτω πά­νω σὲ μιὰ νέ­α ἰ­δέ­α καὶ πρὶν ξε­κι­νή­σω μιὰ συ­ζή­τη­ση μὲ κά­ποι­ον, αἰ­σθά­νο­μαι μιὰ σφο­δρὴ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ μὴ λέω, οὔ­τε ν’ ἀ­κού­ω τί­πο­τε. Δὲν ξέ­ρω τί νὰ κά­νω τὰ βρά­δια μου.»

       Καὶ ὁ τρί­τος ἄ­ερ­γος ἀ­να­φώ­νη­σε:

       «Θὰ πλή­ρω­να ὅ­σο-ὅ­σο γιὰ νὰ περ­νῶ κα­θη­με­ρι­νά, του­λά­χι­στον δύο ὧ­ρες εὐ­χά­ρι­στες.»

       Τὴ στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη πλη­σί­α­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας ὁ ὁ­ποῖ­ος μό­λις εἶ­χε ἀ­πο­θέ­σει στὸ μπρά­τσο του τὸ ἐ­πα­νω­φό­ρι του.

       «Ἐ­κεῖ­νος», εἶ­πε, «ποὺ θὰ ἀ­να­κά­λυ­πτε ἕ­να και­νούρ­γιο βί­τσιο καὶ θὰ τὸ πρό­σφε­ρε στοὺς ὁ­μοί­ους του ὥ­στε νὰ συν­το­μέ­ψει κα­τὰ τὸ ἥ­μι­συ τὴ ζω­ή τους, θὰ πρό­σφε­ρε με­γα­λύ­τε­ρη ὑ­πη­ρε­σία στὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον ποὺ θὰ ἔ­βρι­σκε ἕ­ναν νέ­ο τρό­πο γιὰ νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει τὴν αἰ­ώ­νια ὑ­γεί­α καὶ νε­ό­τη­τα».

       Ὁ για­τρὸς ξέ­σπα­σε σὲ γέ­λια· καὶ μα­σών­τας τὸ ποῦ­ρο του εἶ­πε:

       «Ναί, ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει κα­νεὶς ἔ­τσι ἁ­πλά. Πα­ρ’ ὅ­λες τὶς ἐ­πι­στα­μέ­νες ἔ­ρευ­νες καὶ με­λέ­τες σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ὕ­λη ἀ­πὸ συ­στά­σε­ως κό­σμου. Οἱ πρῶ­τοι ἄν­θρω­ποι ἔ­φτα­σαν ξαφ­νι­κὰ στὴν τε­λει­ό­τη­τα αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους. Ἐ­μεῖς, μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας μπο­ροῦ­με νὰ συγ­κρι­θοῦ­με μα­ζί τους.»

       Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρεῖς ἄ­ερ­γους μουρ­μού­ρι­σε:

       «Κρί­μα.»

       Κι ἕ­να λε­πτὸ με­τὰ πρό­σθε­σε:

       «Ἂν μπο­ροῦ­με του­λά­χι­στον νὰ κοι­μό­μα­στε, νὰ κοι­μό­μα­στε κα­λὰ χω­ρὶς νὰ αἰ­σθα­νό­μα­στε οὔ­τε κρύ­ο, οὔ­τε ζέ­στη, νὰ κοι­μό­μα­στε ἐ­ξα­φα­νί­ζον­τας τὴ με­γά­λη κό­πω­ση ποὺ νι­ώ­θου­με τὰ βρά­δια, νὰ κοι­μό­μα­στε δί­χως νὰ βλέ­που­με ὄ­νει­ρα.»

       «Για­τί δί­χως ὄ­νει­ρα;» ρώ­τη­σε ὁ γεί­το­νάς του.

       Ὁ ἄλ­λος συ­νέ­χι­σε:

       «Για­τὶ τὰ ὄ­νει­ρα δὲν εἶ­ναι πάν­τα εὐ­χά­ρι­στα, εἶ­ναι πάν­τα πα­ρά­ξε­να, ἀ­πί­θα­να, ἀ­συ­νάρ­τη­τα, κι ἐ­πει­δὴ κοι­μό­μα­στε, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με τὰ κα­λύ­τε­ρα, ὅ­πως θὰ θέ­λα­με. Πρέ­πει νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­μα­στε ξύ­πνιοι.»

       «Καὶ ποι­ός σᾶς ἐμ­πο­δί­ζει»; ρώ­τη­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας.

       Ὁ για­τρὸς πέ­τα­ξε τὸ ποῦ­ρο του.

       «Ἀ­γα­πη­τέ μου, γιὰ νὰ ὀ­νει­ρευ­τεῖς, χρει­ά­ζε­ται με­γά­λη δύ­να­μη καὶ πο­λὺ δου­λειὰ ὥ­στε νὰ ἔ­χεις τὴν ἀ­ναγ­καί­α θέ­λη­ση, καὶ συ­νε­πῶς ἡ κό­πω­ση ποὺ θὰ προ­κύ­ψει ἀ­πὸ ὅ­λη τὴν προ­σπά­θεια, θὰ εἶ­ναι με­γά­λη.

       »Ὅ­μως, τὸ πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νει­ρο, ἐ­κεῖ­νος ὁ πε­ρί­πα­τος τῆς σκέ­ψης μας μέ­σα ἀ­πὸ γο­η­τευ­τι­κὰ ὁ­ρά­μα­τα, εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα, ὅ,τι πιὸ ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ ὑ­πάρ­χει στὸν κό­σμο· ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ ἔρ­θει μὲ φυ­σι­κὸ τρό­πο, νὰ μὴν τὸ προ­κα­λοῦ­με ἐ­μεῖς βε­βι­α­σμέ­να καὶ νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­πό­λυ­τη σω­μα­τι­κὴ εὐ­ε­ξί­α. Τὸ ὄ­νει­ρο αὐ­τὸ μπο­ρῶ νὰ σᾶς τὸ προ­σφέ­ρω, ὑ­πὸ τὸν ὅρο ὅ­τι θὰ μοῦ ὑ­πο­σχε­θεῖ­τε πὼς δὲν θὰ κά­νε­τε κα­τά­χρη­ση.»

       Ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους:

       «Ἄ, ξέ­ρω, τὸ χα­σίς, τὸ ὄ­πιο, ἡ πρά­σι­νη μαρ­με­λά­δα, οἱ τε­χνη­τοὶ πα­ρά­δει­σοι. Δι­ά­βα­σα τὸν Μπων­τλαίρ· καὶ μά­λι­στα δο­κί­μα­σα τὸ πε­ρί­φη­μο ναρ­κω­τι­κὸ ποὺ μὲ ἔ­ρι­ξε βα­ριὰ ἄρ­ρω­στο.»

       Ὁ για­τρὸς κά­θι­σε.

       «Ὄ­χι, αἰ­θέ­ρα, μό­νον αἰ­θέ­ρα, τί­πο­τε ἄλ­λο, καὶ θὰ πρό­σθε­τα ὅ­τι ἐ­σεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι τῶν γραμ­μά­των, θὰ ἔ­πρε­πε ποῦ καὶ ποῦ νὰ κά­νε­τε χρή­ση.»

       Οἱ τρεῖς πλού­σιοι ἄν­δρες πλη­σί­α­σαν. Ὁ ἕ­νας ρώ­τη­σε:

       «Ἐ­ξή­γη­σέ μας λοι­πὸν τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα ἀ­πὸ τὴ χρή­ση του.»

       Ὁ για­τρὸς ἀ­πάν­τη­σε:

       «Ἂς ἀ­φή­σου­με κα­τὰ μέ­ρος τὰ με­γά­λα λό­για, ἐν­τά­ξει; Δὲν μι­λῶ μὲ ὅ­ρους ἰ­α­τρι­κῆς, οὔ­τε ἠ­θι­κῆς· μι­λῶ γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση. Κα­θη­με­ρι­νὰ ἐ­πι­δί­δε­στε σὲ ὑ­περ­βο­λὲς ποὺ ρο­κα­νί­ζουν τὴ ζω­ή σας. Θέ­λω νὰ σᾶς ὑ­πο­δεί­ξω μιὰ νέ­α ἐμ­πει­ρί­α τὴν ὁ­ποί­αν μό­νο οἱ εὐ­φυ­εῖς ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν νὰ βι­ώ­σουν, θὰ ἔ­λε­γα μά­λι­στα: οἱ πο­λὺ εὐ­φυ­εῖς, για­τί εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νη ὅ­πως καὶ κά­θε τὶ ποὺ προ­κα­λεῖ ὑ­περ­δι­έ­γερ­ση τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν ὀρ­γά­νων μας, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κή. Θὰ πρό­σθε­τα δὲ ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται μιὰ κά­ποι­α προ­ε­τοι­μα­σί­α, δη­λα­δὴ θὰ πρέ­πει νὰ μᾶς γί­νει συ­νή­θεια προ­κει­μέ­νου νὰ αἰ­σθαν­θοῦ­με ἀ­πό­λυ­τα τὰ μο­να­δι­κὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ αἰ­θέ­ρα.

       »Τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τά του δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τοῦ χα­σίς, τοῦ ὀ­πί­ου ἢ τῆς μορ­φί­νης καὶ στα­μα­τοῦν ἀ­μέ­σως μό­λις δι­α­κό­πτε­ται ἡ εἰ­σπνο­ή του, ἐ­νῶ τὰ ἄλ­λα ποὺ πα­ρά­γουν ὀ­νει­ρι­κὲς κα­τα­στά­σεις, συ­νε­χί­ζουν τὴ δρά­ση τους ἐ­πὶ πολ­λὲς ὧ­ρες ἀ­κό­μα.

       »Τώ­ρα θὰ προ­σπα­θή­σω νὰ ἀ­να­λύ­σω ὅ­σο γί­νε­ται μὲ με­γα­λύ­τε­ρη σα­φή­νεια αὐ­τὸ ποὺ αἰ­σθά­νε­ται κα­νείς. Ἀλ­λὰ τὰ πράγ­μα­τα δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λα, εἶ­ναι πο­λὺ εὔ­θραυ­στες, σχε­δὸν ἀ­σύλ­λη­πτες αὐ­τὲς οἱ αἰ­σθή­σεις.

       »Εἶ­χα ἀρ­χί­σει νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ αὐ­τὸ τὸ φάρ­μα­κο, ὅ­ταν εἶ­χα προ­σβλη­θεῖ ἀ­πὸ πο­λὺ δυ­να­τὲς νευ­ραλ­γί­ες, ἀλ­λὰ ἔ­κτο­τε μᾶλ­λον ἔ­κα­να μιὰ κά­ποι­α κα­τά­χρη­ση.

       »Ὑ­πέ­φε­ρα ἀ­πὸ πο­λὺ δυ­να­τοὺς πο­νο­κε­φά­λους καὶ πο­νό­λαι­μους, κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ μιὰ ἀ­φό­ρη­τη θερ­μό­τη­τα στὸ δέρ­μα μου, ἕ­ναν ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ πυ­ρε­τό. Πῆ­ρα ἕ­να με­γά­λο φι­α­λί­διο αἰ­θέ­ρα καὶ ἀ­φοῦ ξά­πλω­σα, εἶ­χα ἀρ­χί­σει νὰ τὸν εἰ­σπνέ­ω σι­γὰ-σι­γά. Σὲ λί­γα λε­πτά, εἶ­χα τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἄ­κου­γα θο­λὰ ἕ­να μουρ­μου­ρη­τὸ ποὺ πο­λὺ γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε ἕ­να εἶ­δος βου­η­τοῦ, καὶ ὅ­τι ὅ­λο τὸ μέ­σα μου γι­νό­ταν ἐ­λα­φρύ, ἐ­λα­φρὺ σὰν ἀ­έ­ρας ποὺ ἐ­ξα­τμι­ζό­ταν.

       »Με­τά, αἰ­σθα­νό­μουν ἕ­να εἶ­δος ψυ­χι­κοῦ λή­θαρ­γου, μιᾶς ὑ­πνω­τι­κῆς εὐ­ε­ξί­ας πα­ρὰ τοὺς πό­νους ποὺ ἐ­πέ­με­ναν, ἀλ­λὰ ποὺ εἶ­χαν πά­ψει πλέ­ον νὰ εἶ­ναι ἀ­φό­ρη­τοι. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς πό­νους ποὺ δέ­χε­ται κα­νεὶς νὰ τοὺς ὑ­πο­μέ­νει καὶ ὄ­χι πιὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ φρι­κτὸς σπα­ραγ­μὸς ἐ­νάν­τια στὸν ὁ­ποῖ­ον δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται τὸ βα­σα­νι­σμέ­νο κορ­μί μας.

       »Ἀ­μέ­σως, ἡ πα­ρά­ξε­νη καὶ γο­η­τευ­τι­κὴ αἴ­σθη­ση κε­νοῦ ποὺ εἶ­χα στὸ στῆ­θος μου, ἐ­πε­κτά­θη­κε καὶ στὰ ὑ­πό­λοι­πα μέ­λη μου, ποὺ ἔ­γι­ναν κι αὐ­τὰ μὲ τὴ σει­ρά τους πο­λὺ ἐ­λα­φριά, ἐ­λα­φριὰ σὰν νὰ εἶ­χαν συγ­χω­νευ­θεῖ ἡ σάρ­κα καὶ τὰ ὀ­στά μου καὶ εἶ­χε μεί­νει μό­νο τὸ δέρ­μα, ἀ­ναγ­καῖ­ο γιὰ νὰ μὲ κά­νει νὰ γευ­τῶ τὴ γλύ­κα τῆς ζω­ῆς καὶ νὰ γέρ­νω μέ­σα της μὲ εὐ­ε­ξί­α. Τό­τε δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι δὲν ὑ­πέ­φε­ρα πιά. Ὁ πό­νος εἶ­χε φύ­γει, συγ­χω­νεύ­τη­κε κι αὐ­τὸς καὶ ἐ­ξα­τμί­στη­κε. Καὶ τό­τε ἄ­κου­σα φω­νές, τέσ­σε­ρις φω­νές, δύο δι­α­λό­γους ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα ὅ­μως νὰ δι­α­κρί­νω τὰ λό­για. Ἄλ­λο­τε ἦ­ταν δυσ­δι­ά­κρι­τοι ἦ­χοι κι ἄλ­λο­τε ἔ­φτα­νε στ’ αὐ­τιά μου κά­ποι­α λέ­ξη ποὺ ξε­χώ­ρι­ζε. Ἀλ­λὰ ἀ­να­γνώ­ρι­σα ὅ­τι ἦ­ταν μό­νο τὸ ὀ­ξυ­μέ­νο βου­η­τὸ στ’ αὐ­τιά μου. Δὲν κοι­μό­μουν, ἤ­μουν ξύ­πνιος· κα­τα­λά­βαι­να, αἰ­σθα­νό­μουν, ἤ­μουν σὲ θέ­ση νὰ σκέ­πτο­μαι λο­γι­κά, κα­θα­ρά, καὶ βα­θιά, μὲ μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ δύ­να­μη καὶ μιὰ χα­ρὰ τῆς ζω­ῆς καὶ μιὰ πα­ρά­ξε­νη μέ­θη ποὺ ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα τοῦ δε­κα­πλα­σια­σμοῦ τῶν νο­η­τι­κῶν ἱ­κα­νο­τή­των μου.

       »Δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τὸ χα­σίς, δὲν ἦ­ταν οὔ­τε τὰ κά­πως νο­ση­ρὰ ὁ­ρά­μα­τα τοῦ ὀ­πί­ου· ἦ­ταν μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ὄ­ξυν­ση τῆς σκέ­ψης, ἕ­νας νέ­ος τρό­πος νὰ βλέ­πω, νὰ κρί­νω, νὰ ἐ­κτι­μῶ τὰ πράγ­μα­τα τῆς ζω­ῆς, νὰ εἶ­μαι σί­γου­ρος καὶ νὰ ἔ­χω ἀ­πό­λυ­τη συ­νεί­δη­ση ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ τρό­πος ἦ­ταν ὁ ἀ­λη­θι­νός.

       »Καὶ ξαφ­νι­κά, μοῦ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ ἡ ἀρ­χαί­α εἰ­κό­να τῆς Γρα­φῆς. Μοῦ φαι­νό­ταν ὅ­τι εἶ­χα γευ­τεῖ τὸν καρ­πὸ τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ ὅ­τι μοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ταν ὅ­λα τὰ μυ­στή­ρια, τό­σο πο­λὺ βρι­σκό­μουν ὑ­πὸ τὸ κρά­τος μιᾶς νέ­ας, πα­ρά­ξε­νης καὶ ἀ­ναν­τίρ­ρη­της λο­γι­κῆς.

       »Καὶ τὰ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, οἱ συλ­λο­γι­σμοί, οἱ ἀ­πο­δεί­ξεις ἔ­φτα­ναν σω­ρη­δὸν καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­να­τρέ­πον­ταν ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πό­δει­ξη, ἕ­ναν λο­γι­κὸ συλ­λο­γι­σμό, ἕ­να ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο ἐ­πι­χεί­ρη­μα. Τὸ κε­φά­λι μου εἶ­χε γί­νει ἡ πα­λαί­στρα νέ­ων ἰ­δε­ῶν. Ἤ­μουν ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο ὄν, ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο μὲ μιὰ ἀ­ήτ­τη­τη εὐ­φυί­α καὶ γευ­ό­μουν μιὰ ὑ­πέρ­με­τρη ἡ­δο­νή, δι­α­πι­στώ­νον­τας τὴν δύ­να­μή μου.

       »Αὐ­τὸ κρά­τη­σε πο­λύ. Εἰ­σέ­πνε­α πάν­το­τε τὸν αἰ­θέ­ρα μου ἀ­πὸ τὸ στό­μιο τοῦ φι­α­λι­δί­ου μου. Ξαφ­νι­κὰ ἀν­τι­λή­φθη­κα ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­δει­ο καὶ ἔ­νι­ω­σα μιὰ τρο­μα­κτι­κὴ θλί­ψη.»

       Οἱ τέσ­σε­ρις ἄν­δρες ἀ­να­φώ­νη­σαν μὲ μιὰ φω­νή: «Για­τρὲ γρή­γο­ρα μιὰ συν­τα­γὴ γιὰ ἕ­να λί­τρο αἰ­θέ­ρα!!» Ἀλ­λὰ ὁ για­τρὸς φο­ρών­τας τὸ κα­πέ­λο του ἀ­πάν­τη­σε:

       «Ἄ, ὅ­λα κι ὅ­λα, πᾶ­τε νὰ σᾶς δη­λη­τη­ριά­σουν οἱ ἄλ­λοι!»

       Καὶ βγῆ­κε.

       Κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ἂν τὸ ἀν­τέ­χει ἡ καρ­διά σας!!!!

                                                                                                           

8 Ἰ­ου­λί­ου 1882

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Contes Fantastiques Complets, ἐπι­λογὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις: ἐκ­δό­σεις Marabout. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: 8 Ἰ­ου­λί­ου 1882, στὸ Gil Blas.

 

Γκὺ ντὲ Μω­πασ­σάν (Guy de Maupassant) (Tourville-sur-Arques 5.8.1850-Πα­ρί­σι 6.7.1893). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ νο­βε­λί­στας, συν­δε­ό­ταν μὲ φι­λί­α μὲ τὸν Ἐ­μὶλ Ζο­λὰ καὶ τὸν Γου­σταῦ­ο Φλωμ­πέρ. Τὰ ἔρ­γα του χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται, πα­ρὰ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ καὶ τὸν πε­σι­μι­σμὸ ποὺ ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πὸ αὐ­τό, ἀ­πὸ με­γά­λη ρε­α­λι­στι­κὴ δύ­να­μη καὶ ἔ­λεγ­χο τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν του μέ­σων. Ἡ πα­ρου­σί­α του στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ στε­ρέ­ω­μα τῆς Γαλ­λί­ας, διαρ­κεῖ μί­α δε­κα­ε­τί­α, ἀ­πὸ τὸ 1880 ἕ­ως τὸ 1890, πρὶν τρε­λα­θεῖ καὶ πε­θά­νει σὲ ἡ­λι­κί­α 42 ἐ­τῶν. Ἀ­πέ­κτη­σε φή­μη πρὶν τὸ θά­να­τό του καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα νὰ θε­ω­ρεῖ­ται με­γά­λος συγγραφέας ἐ­νῶ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ ἔρ­γο του ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­θη­κε καὶ ἀ­πὸ τὴ με­τα­φο­ρὰ ἔργων του στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Ἰ­ω­άν­να Ἀ­βρα­μί­δου (Δρά­μα, 1951). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς με­τα­φρά­στρια στὴν ΕΕ ἀ­πὸ τὸ 1980 ἕ­ως τὸ 2001. Ἀ­πὸ τὸ 2003 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας, ποί­η­σης, καὶ φι­λο­σο­φί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά.

 

Εἰ­κό­να: Τὸ γρα­φεῖο τοῦ Γκὺ ντὲ Μω­­πασ­σὰν στὸ Πα­ρί­σι.

 

Ἐμὶλ Σιοράν (Emil Cioran): [Ἕνας παλιὸς φίλος, ἄστεγος…]

 

 

­μὶλ Σι­ο­ράν (Emil Cioran)

 

[Ἕνας παλιὸς φίλος, ἄστεγος]

[Un vieil ami, clochard…]

 

ΝΑΣ ΠΑΛΙΟΣ ΦΙΛΟΣ, ἄ­στε­γος, ἢ ἂν προ­τι­μᾶ­τε, πλα­νό­διος μου­ζι­κάν­της, ἀ­φοῦ γύ­ρι­σε στὸ σπί­τι τῶν δι­κῶν του στὶς Ἀρ­δέν­νες, ἔ­στη­σε, μιὰ Κυ­ρια­κὴ πρω­ί, γιὰ τὸ τί­πο­τα, με­γά­λο καυ­γὰ μὲ τὴ μά­να του, πα­λιὰ δα­σκά­λα, τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­κεί­νη ἑ­τοι­μά­ζο­ταν νὰ πά­ει στὴ λει­τουρ­γί­α.

       Ἐ­κτὸς ἑ­αυ­τῆς, χά­νον­τας ξαφ­νι­κὰ τὸ χρῶ­μα καὶ τὴ μι­λιά της, πέ­τα­ξε χά­μω τὸ κα­πέλ­λο της, τὸ παλ­τό της, τὴ μπλού­ζα, τὸν στη­θό­δε­σμο, τὸ φου­στά­νι, τὴν κυ­λότ­τα καὶ τὶς κάλ­τσες της καί, ὁ­λό­γυ­μνη, ἄρ­χι­σε νὰ χο­ρεύ­ει λά­γνα μπρο­στὰ στὸν ἄν­τρα της καὶ τὸν γυι­ό της ποὺ εἶ­χαν κολ­λή­σει πά­νω στὸν τοῖ­χο, πα­ρα­λυ­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν τρό­μο τους, ἀ­νί­κα­νοι νὰ κά­νουν ἢ νὰ ποῦν τὸ πα­ρα­μι­κρὸ γιὰ νὰ τὴ στα­μα­τή­σουν.

       Μό­λις τέ­λει­ω­σε τὸν χο­ρό της, σω­ρι­ά­στη­κε σὲ μιὰ πο­λυ­θρό­να κι ἔ­βα­λε τὰ κλάμ­μα­τα.

  

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Ébauches de vertige» ποὺ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸν τό­μο Écartelement, NRF essais, Gallimard, 1979, σελ. 73.

 

Ἐ­μὶλ Σι­ο­ράν (Emil Cioran). Γεν­νή­θη­κε στὶς 8 Ἀ­πρι­λί­ου 1911 στὸ Ρα­σι­νά­ρι τῆς Ρου­μα­νί­ας καὶ σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Βου­κου­ρε­στί­ου. Πο­λὺ νέ­ος ἀ­να­κά­λυ­ψε τὸν Νί­τσε, τὸν Ντο­στο­γι­έφ­κι, τὸν Σο­πε­νά­ου­ερ, τὸν Φλωμ­πέρ, τὸν Λί­χτεν­μπεργκ, τὸν Μπαλ­ζάκ, τὸν Ταγ­κὸρ καὶ τὸν Σέν­γκλερ, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­πη­ρέ­α­σαν τὴ σκέ­ψη του, ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Χέγ­κελ, ὁ Χοῦ­σερλ, ὁ Κάντ, ὁ Βά­ι­νιγ­κερ, ὁ Φί­χτε καὶ ὁ Κίρ­κεγ­κωρ. Τὸ 1937, καὶ ἔ­χον­τας ἤ­δη συγ­γρά­ψει τέσ­σε­ρα δο­κί­μια στὴ μη­τρι­κή του γλώσ­σα, στάλ­θη­κε μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Βου­κου­ρε­στί­ου, στὸ Πα­ρί­σι, ὅ­που καὶ πα­ρέ­μει­νε ἕ­ως τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του. Τὸ πρῶ­το του ἔρ­γο ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὰ γαλ­λι­κὰ ἦ­ταν τὸ Ἐγ­κόλ­πιο ἀ­να­σκο­λο­πι­σμοῦ (1949), καὶ ἀ­κο­λού­θη­σαν πλῆ­θος με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια. Πέ­θα­νε στὶς 20 Ἰ­ου­νί­ου 1995.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­χί­νες (1972). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ περ. Πλα­νό­διον.

 

Εἰκόνα: Πίνακας τῆς Tree Pruitt.