Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες

(Нови безпокойства)


Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ τοῦ τη­λε­φώ­νου, πραγ­μα­τι­κὰ πρό­σφε­ρε πολ­λὰ στὸν κό­σμο. Καὶ κυ­ρί­ως, μιὰ ἀ­πὸ τὶς βα­σι­κές του ἀ­νη­συ­χί­ες: για­τί δὲν μοῦ τη­λε­φω­νεῖ κα­νείς;

      Πρίν, αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα δὲν ἐ­τί­θε­το.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 29.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης Πα­τί­λης.)


			

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ρωγ­μὴ στὸ σύ­στη­μα ἀ­σφα­λεί­ας



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ρωγ­μὴ στὸ σύ­στη­μα ἀ­σφα­λεί­ας

(Пробив в системата за сигурност)


ΑΝΤΑ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, ἂν ἔ­χουν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ζω­ὴ οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῶν ἀ­ε­ρο­δρο­μί­ων, αὐ­τὲς οἱ πάν­το­τε σφιγ­μέ­νες, μὲ τὰ μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να πί­σω, μι­λι­τα­ρι­στι­κὰ εὐ­γε­νι­κές, ὄ­μορ­φες καὶ αὐ­στη­ρές, ἀ­πο­πνέ­ου­σες σι­γου­ριά, γυ­ναῖ­κες. Ἂν ὑ­πάρ­χει ἀ­μυ­χή, ση­μα­δά­κι, ρυ­τί­δα ἀ­π’ ὅ­που μπο­ρεῖ νὰ φα­νεῖ τί κρύ­βουν μέ­σα. Ἂν ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση, γιὰ κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές, ἐ­νῶ τοῦ δί­νει τὸ εἰ­σι­τή­ριο καὶ ρω­τά­ει αὐ­τό­μα­τα «δι­ά­δρο­μο ἢ πα­ρά­θυ­ρο», ξαφ­νι­κὰ νὰ στα­μα­τή­σει, νὰ κοι­τά­ξει κά­πως βα­θύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο καὶ ἁ­πλῶς νὰ πεῖ – οὔφ, ξε­θε­ώ­θη­κα… Εἶ­ναι σί­γου­ρος, ὅ­τι αὐ­το­μά­τως κά­τι τέ­τοι­ο θὰ ἐ­νερ­γο­ποι­οῦ­σε τὸν συ­να­γερ­μὸ τοῦ συ­στή­μα­τος ἀ­σφα­λεί­ας· τῆς ἴ­διας τῆς ζω­ῆς.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 30.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ὁ γέ­ρος καὶ τὸ μῆ­λο

 

 

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ὁ γέ­ρος καὶ τὸ μῆ­λο

(χρο­νι­κό, σω­τή­ριον ἔ­τος 1996)

Старецът и ябълката

(хроника анно домини 1996)


ΗΜΕΡΑ, εἶ­δα κά­τι ἐν­δι­α­φέ­ρον ὅ­σο κα­θό­μουν στὴν πί­σω τα­ρά­τσα. Στὸ νε­κρὸ ση­μεῖ­ο τοῦ με­ση­με­ριοῦ, γύ­ρω στὶς 3 (πάν­τα θε­ω­ροῦ­σα ὅ­τι τὸ με­ση­μέ­ρι εἶ­ναι ἡ βα­θιὰ νύ­χτα τῆς ἡ­μέ­ρας), ἄ­κου­σα πὼς ἀ­νοί­γει ἀρ­γά, μὲ τρί­ξι­μο, ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πὸ τὴ δι­πλα­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Καὶ κά­ποι­ο πα­ρά­ξε­νο ἐ­ξάρ­τη­μα ξε­μύ­τι­σε δει­λὰ ἀ­πὸ ‘κεῖ. Μπα­στού­νι, στὴν ἄ­κρη τοῦ ὁ­ποί­ου βρι­σκό­ταν δε­μέ­νο μὲ σύρ­μα ἕ­να κα­τσα­ρο­λά­κι. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ξε­πλέ­νε­σαι στὸ μπά­νιο ἢ βρά­ζεις τὸν κα­φέ. Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν φα­νε­ρω­νό­ταν. Τὸ μπα­στού­νι ἀρ­γὰ κα­τευ­θυ­νό­ταν πρὸς τὴν ἀ­πέ­ναν­τι μη­λιά, ποι­ὸς ξέ­ρει πῶς ρί­ζω­σε ἐ­δῶ, ἀ­νά­με­σα στὶς πο­λυ­κα­τοι­κί­ες. Κά­θε χρό­νο ἔ­κα­νε μιὰ χού­φτα μι­κρού­λι­κα ξι­νό­μη­λα. Πάν­τως, με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο φά­νη­κε κι ἕ­να γέ­ρι­κο ἀν­δρι­κὸ χέ­ρι· τὸ δέν­τρο δὲν ἦ­ταν καὶ τό­σο κον­τά. Ὁ γέ­ρος, ἔ­βα­ζε τo κα­τσα­ρο­λά­κι κά­τω ἀ­π’ τὸ μῆ­λο κου­νών­τας το, προ­σπα­θών­τας νὰ τὸ πιά­σει, θαρ­ρεῖς καὶ κυ­νη­γοῦ­σε πε­τα­λού­δα μὲ ἀ­πό­χη. Ἀλ­λὰ καὶ τὸ μῆ­λο δὲν πα­ρα­δι­νό­ταν. Ἦ­ταν μι­σο­ά­γριο καὶ σκλη­ρό, μα­θη­μέ­νο στοὺς ἀ­νέ­μους καὶ στοὺς ἠ­λί­θιους αὐ­τῆς τῆς ἀ­πο­μα­κρι­σμέ­νης γει­το­νιᾶς. Τὸ χέ­ρι τοῦ γέ­ρου κου­ρά­στη­κε, τὸ μπα­στού­νι ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει. Ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, ὅ­μως, δὲν ἔ­βγα­λε κε­φά­λι ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, οὔ­τε κι ἔ­σκυ­ψε, γε­γο­νὸς ποὺ θὰ με­γά­λω­νε ση­μαν­τι­κὰ τὶς πι­θα­νό­τη­τές του. Προ­φα­νῶς, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν δοῦν ὅ­τι ἔ­φτα­σε στὸ ση­μεῖ­ο νὰ πα­λεύ­ει στὰ μου­λω­χτὰ γιὰ ἕ­να ξι­νό­μη­λο. Αὐ­τὴ ἡ ντρο­πὴ ἔ­κα­νε τὴ μά­χη ἀ­κό­μα πιὸ δρα­μα­τι­κή. Πάν­τως, στὸ τέ­λος, ὁ γέ­ρος κα­τά­φε­ρε νὰ ρί­ξει τὸ πει­σμα­τά­ρι­κο μῆ­λο, καὶ τὸ μπα­στού­νι μὲ τὸ κα­τσα­ρο­λά­κι μα­ζεύ­τη­κε τρε­μά­με­νο πί­σω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἤ­μουν ὁ μό­νος μάρ­τυ­ρας αὐ­τῆς τῆς μά­χης καὶ κά­θη­σα νὰ τὴν κα­τα­γρά­ψω.

       Ὄ­ψι­μο θέ­ρος τοῦ ἔ­τους 1996, με­ση­μέ­ρι, Βουλ­γα­ρί­α.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 97-98.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Μέ­χρι τὴν πόρ­τα



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Μέ­χρι τὴν πόρ­τα

(До вратата)


Ε ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ κα­τα­λα­βαί­νεις, ὅ­τι τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις εἶ­ναι νὰ πα­ρη­γο­ρη­θεῖς. Πρὶν νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ ἡ για­γιά μου, —ἔ­λι­ω­νε πιά— ἔ­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι μου καὶ φώ­να­ζε, φο­βε­ρὸ πράμα, ἀ­κό­μα θέ­λω τὴ ζω­ή, αὔ­ριο θ’ ἀρ­μέ­ξω λί­γο γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τσί­κα νὰ πι­ῶ. Ἡ κα­τσί­κα εἶ­χε πε­θά­νει πρὶν 20 χρό­νια, ἐ­νῶ ἡ για­γιά μου δὲν εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἐ­δῶ καὶ ἕ­ξι μῆ­νες…

       Μι­κρός, ὅ­ταν μ’ ἔ­πι­α­νε φό­βος νὰ κοι­μη­θῶ στὸ σκο­τά­δι, ἅ­πλω­να τὸ χέ­ρι ἀπ’ τὸ κρε­βά­τι μου, ἐ­κεί­νη ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι ἀ­π’ τὸ δι­κό της, ἤ­τα­νε στε­νὸ τὸ δω­μά­τιο, καὶ αὐ­τὴ ἡ γέ­φυ­ρα ἔ­δι­ω­χνε τὸν φό­βο μου. Σάμ­πως καὶ συμ­πο­ρευ­ό­μα­σταν ἕ­ως ἕ­να ση­μεῖ­ο, πι­α­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸ χέ­ρι, μέ­χρι νὰ δι­α­βοῦ­με τὸ τρο­μα­κτι­κό. Ἔ­πει­τα, μὲ ἄ­φη­νε στὸν ὕ­πνο.

       Τώ­ρα μό­νο μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς ἀν­τα­πο­δώ­σω τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Στὸν ὕ­πνο καὶ στὸν θά­να­το ὁ κα­θέ­νας μπαί­νει μό­νος, ὅ­μως, μέ­χρι τὴν πόρ­τα, εἶ­ναι κα­λὸ νὰ ‘σαι μὲ κά­ποι­ον.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 40.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)

Краят на Грозното пате (не е за деца)


…ΚΑΙ ΠΗΓΕ στὸ τέ­λος τὸ ἀ­σχη­μό­πα­πο στοὺς ὑ­πό­λοι­πους κύ­κνους, με­τὰ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες καὶ τὶς προ­σβο­λὲς ποὺ ὑ­πέ­στη ἀ­πὸ πά­πι­ες, ἀ­πὸ γα­λο­ποῦ­λες, ἀ­πὸ σκύ­λους, ἀ­π’ τὸ κρύ­ο… Ἐ­πι­τέ­λους, τέ­λος τὰ τρα­βήγ­μα­τα, ὅ­μως… οἱ κύ­κνοι φέρ­θη­καν ψυ­χρὰ καὶ ὑ­πε­ρο­πτι­κά. Ποῦ ἤ­σουν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο; Δὲν ἤ­σουν μα­ζί μας ἀ­νὰ τὸν κό­σμο. Ξέ­μει­νες σὲ αὐ­τὸ τὸ ξε­χα­σμέ­νο χω­ριὸ μὲ τὶς ἀ­παί­σι­ες πά­πι­ες καὶ τὶς κό­τες. Ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἔρ­χε­σαι; Ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ τοῦ χω­ριοῦ, χα­χα­χά. Δὲν μοι­ρα­ζό­μα­στε κοι­νὸ πα­ρελ­θόν, δὲν ἔ­χου­με γιὰ τί πράγ­μα νὰ μι­λή­σου­με. Στὸ χω­ριὸ μπο­ρεῖς νὰ εἶ­σαι πρῶ­τος ἀ­νά­με­σα στὶς πά­πι­ες, ὁ ἀ­σχη­μό­τε­ρος ἢ ὁ πιὸ ὄ­μορ­φος, τὸ ἴ­διο κά­νει. Σὲ ἐ­μᾶς, θὰ στρι­μώ­ξεις τὰ φτε­ρά σου ἐ­κεῖ πί­σω, στὸ τέ­λος, γκέγ­κε;! Δὲν θὰ σὲ ξε­που­που­λι­ά­σου­με, δὲν θὰ σὲ σκο­τώ­σου­με, μά­λι­στα θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­ψου­με νὰ μεί­νεις. Ὅ­μως, πάν­το­τε θὰ εἶ­σαι τὸ Ἀ­σχη­μό­πα­πο. Ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ στὸ ἑ­ξῆς, θὰ εἶ­σαι ξέ­νος ἀ­νά­με­σά μας… θὰ ἔ­λε­γε ὁ δι­κός τους Τόκ­βιλ, στὸ ἔρ­γο του Γιὰ τὴ δη­μο­κρα­τί­α στὸ κο­πά­δι. (Εἶ­μαι σί­γου­ρος, ὅ­τι οἱ κύ­κνοι, ὅ­πως καὶ ὅ­λα τὰ πτη­νά, ἀμ­φί­βια καὶ θη­λα­στι­κὰ ὄν­τα, ἔ­χουν ἀ­νε­πτυγ­μέ­νες δι­κές τους φι­λο­σο­φι­κὲς σχο­λές.)

       Ἔ­τσι, τὸ Ἀ­σχη­μό­πα­πο δὲν βρῆ­κε ἀ­νά­παυ­ση οὔ­τε ἀ­νά­με­σα στοὺς ξέ­νους, οὔ­τε καὶ ἀ­νά­με­σα στοὺς δι­κούς του.


Δι­δάγ­μα­τα:

       «Δὲν εἶ­ναι δυ­στύ­χη­μα νὰ γεν­νη­θεῖς ἀ­νά­με­σα σὲ πά­πι­ες, ἀρ­κεῖ νὰ βγεῖς ἀ­πὸ αὐ­γὸ κύ­κνου», ὁ­ρί­ζει ρο­μαν­τι­κὰ ὁ Ἀν­τερ­σεν.

       Ἀ­πὸ ὅ,τι αὐ­γὸ θέ­λεις ξε­πε­τά­ξου, φτά­νει μό­νο νὰ βρε­θεῖς ἀ­νά­με­σα σὲ ὁ­μοί­ους σου, ἀ­πο­κρί­νε­ται τὸ πο­λύ­πα­θο Ἀ­σχη­μό­πα­πο.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 11-12.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας

(Историята на един жест)


ΤΕΣ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ, μοῦ ἔ­τυ­χε κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα νὰ δῶ του­λά­χι­στον ἐ­δῶ καὶ εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο μιᾶς γυ­ναί­κας. Ζή­τη­σα φω­τιά, δὲν εἶ­χε καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τὸ τσι­γά­ρο της, ἐ­νῶ πιὸ πρὶν ρού­φη­ξε βα­θιὰ γιὰ νὰ φουν­τώ­σει ἡ κά­φτρα του. Ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χα ξε­χά­σει αὐ­τὴ τὴ σκη­νὴ – ρού­φηγ­μα, πλη­σί­α­σμα τῶν προ­σώ­πων, ἄγ­γιγ­μα τῶν δα­κτύ­λων, γρή­γο­ρη ἀν­ταλ­λα­γὴ βλεμ­μά­των… Πα­λιά, ἔ­τσι ἀ­νά­βα­νε τσι­γά­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι στοὺς δρό­μους καὶ στὶς ται­νί­ες. Οἱ πρῶ­τοι ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη, οἱ δεύ­τε­ροι, γιὰ νὰ βροῦν τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ με­τα­δώ­σουν τὸ συν­θη­μα­τι­κό, ἂν εἶ­ναι κα­τά­σκο­ποι, ἢ γιὰ νὰ ἐ­ρω­τευ­θοῦν, ἂν πά­λι τὸ ἔρ­γο ἦ­ταν γαλ­λι­κό.

       Ὁ χρό­νος γιὰ ν’ ἀ­νά­ψεις ἕ­να τσι­γά­ρο ἀ­πὸ ἄλ­λο, εἶ­ναι γύ­ρω στὰ 3 δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τὸ ἄγ­γιγ­μα τῶν δύ­ο τσι­γά­ρων δη­μι­ουρ­γεῖ γέ­φυ­ρα, βολ­τα­ϊ­κὸ τό­ξο. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κοι­τά­ξεις κά­ποι­ον ἀ­πὸ τό­σο κον­τὰ καὶ νὰ μὴ νι­ώ­σεις κά­τι. Ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι θέ­μα ἀ­πό­στα­σης. Πρὶν ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια σί­γου­ρα θὰ κα­ψου­ρευ­ό­μουν (τὸ ρῆ­μα εἶ­ναι ἀ­κρι­βές, ἂν καὶ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο), ὅ­μως τώ­ρα δυ­σκο­λεύ­ο­μαι καὶ κα­τα­φέρ­νω νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτῶ μα­ζὶ μὲ τὸ ἀ­ναμ­μέ­νο μου τσι­γά­ρο. Γερ­νά­ω.


Υ.Γ.

       Θυ­μή­θη­κα, ὅ­τι στὸν στρα­τὸ ὑ­πῆρ­χε ὁ­λό­κλη­ρη τε­λε­τή, φτι­αγ­μέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Πῶς ὁ νέ­ος θὰ ζη­τοῦ­σε φω­τιὰ ἀ­πὸ τὴν «πα­λι­ο­σει­ρά». Ὁ­ρί­στε, μὲ ποιά πα­ρω­χη­μέ­νη φρά­ση: «Σύν­τρο­φε, πα­λαι­ὲ στρα­τι­ώ­τη, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ πλη­σιά­σω τὴ φλο­γώ­δη εὐ­τυ­χί­α σας, δί­χως νὰ σᾶς τὴν ἀ­φαι­ρέ­σω.» Ὁ­ποί­α με­γα­λει­ώ­δης τα­πεί­νω­ση.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 53-54.

 

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Lapsus

 


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Lapsus

(Лапсус)


Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ τῶν νε­κρῶν εἶ­ναι στα­θε­ρή, μπερ­δεύ­τη­κε ἡ ἐκ­φω­νή­τρια τῶν εἰ­δή­σε­ων… Καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, τὸ ρη­θὲν εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἀ­λη­θές. Δὲν μπο­ρῶ νὰ σκε­φτῶ πιὸ στα­θε­ρὴ κα­τά­στα­ση.


Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 120.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Spam



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Spam

(Спам)


ΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ἀ­νοί­γω τὸν φά­κε­λο μὲ τὰ spam καὶ δι­α­βά­ζω ἀρ­γά: ­ξέ­χα­στο κα­λο­καί­ρι στὴ Σι­κε­λί­αστὴν Το­σκά­νη. Σε­μι­νά­ριο Τά­ο. ­να­μνή­σεις ­πὸ τὴ μή­τρα. Are you looking for an affair, ρω­τά­ει κά­ποι­α Sabrine. Ἦρ­θε κι ἔ­δε­σε, κα­θὼς τώ­ρα μό­λις δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι τὸ μέ­ηλ μου κέρ­δι­σε 1 ἑ­κα­τομ­μύ­ριο λί­ρες.

       Πε­τά­γο­μαι γιὰ λί­γο στὴν κυ­ρί­ως ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α: Ἀ­να­μέ­νου­με τὴν ἔκ­θε­σή σας. Ἡ ἀ­σφά­λεια τοῦ αὐ­το­κι­νή­του λή­γει. Τε­λευ­ταί­α ὑ­πεν­θύ­μι­ση. Θὰ ἀ­φι­ε­ρώ­σε­τε λί­γο χρό­νο στὸ χει­ρό­γρα­φο ἑ­νὸς ἄ­γνω­στου συγ­γρα­φέ­α;

       Ἄ, ὄ­χι, ἐ­πι­στρέ­φω στὸ spam. Δυ­ὸ κό­σμοι. Στὸν ἕ­να, μὲ προ­σκα­λοῦν στὴ Σι­κε­λί­α, οἱ γυ­ναῖ­κες πε­θαί­νουν γιὰ μέ­να, τὸ μέ­ηλ μου κερ­δί­ζει ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, κλη­ρο­νό­μοι τοῦ Κα­τὰρ θέ­λουν νὰ μοῦ με­τα­φέ­ρουν τὰ χρή­μα­τα κά­ποι­ου… μῆ­τρες… ἄσ­ραμς… τά­ο… Ὁ ἄλ­λος – δου­λειά, ἀ­πλή­ρω­τες ἀ­σφά­λει­ες καὶ χει­ρό­γρα­φα σὲ ἀ­να­μο­νή. Ὑ­πο­πτεύ­ο­μαι πὼς ὅ­ταν πε­θά­νου­με, πη­γαί­νου­με κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὸ spam. Τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι, πι­θα­νόν, τὸ ἄλ­λο ὄ­νο­μα τοῦ πα­ρα­δεί­σου.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 119.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Μιχαὴλ Βέσιμ (Михаил Вешим): Ἡ ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ


besimmichail-iepochitoutherismou-eikona-01


Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ (Михаил Вешим)


Ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ θε­ρι­σμοῦ

(По жътва)

[2004]


[Ὁ ἀ­να­γνώ­στης τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας θὰ κα­τα­νο­ή­σει κα­λύ­τε­ρα τὸ μπον­ζά­ι ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ, ἂν δι­α­βά­σει προ­η­γου­μέ­νως τὸ πα­σί­γνω­στο στὴν Βουλ­γα­ρί­α ὁ­μώ­νυ­μο πε­ζὸ (1904) τοῦ Ἐ­λὶν Πε­λὶν ποὺ δη­μο­σι­εύ­σα­με χθές. Γραμ­μέ­νο ἑ­κα­τὸ χρό­νια με­τὰ (2004) ἀ­πὸ τὸ πε­ζὸ τοῦ δι­ά­ση­μου συμ­πα­τρι­ώ­τη του, καὶ πά­νω στὸ χνά­ρι του, «Ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ θε­ρι­σμοῦ» τοῦ Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ ἔρ­χε­ται νὰ σα­τυ­ρί­σει τὰ ἤ­θη μιᾶς με­ρί­δας τῆς νε­ο­λαί­ας, δι­α­βρω­μέ­νης ἀ­πὸ τὴν μου­σι­κὴ ὑ­πο­κου­λτού­ρα τῆς Δύ­σης καὶ τὰ ναρ­κω­τι­κά, στὴν με­τα“κομ­μου­νι­στι­κὴ” κα­πι­τα­λι­στι­κὴ πιὰ Βουλ­γα­ρί­α. Σ.Τ.Ε.]


d-delta-somataΥΝΑΤΟ ΘΕΡΙΣΜΑ πέ­φτει μέ­σα στὰ κλὰμπ τοῦ φαρ­δύ­καμ­που τῆς Σό­φιας. Ἀ­πὸ ἄ­κρη σὲ ἄ­κρη, μέ­χρι ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι ἀν­θρώ­που, κου­νι­οῦν­ται χρυ­σὰ στά­χια κά­να­βης καὶ κου­ρα­σμέ­νοι ἐρ­γά­τες δι­α­κρί­νον­ται ἐ­κεῖ στὰ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα. Ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες ἕ­να φο­βε­ρὸ καύ­σω­να στὸ sound. Τὰ φω­τει­νὰ ἐ­φὲ λάμ­πουν ἄ­γρια καὶ ἀ­νε­λέ­η­τα, ἀλ­λὰ οἱ καυ­τές τους ἀ­κτί­νες δὲν δι­ώ­χνουν ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια τοῦ κλὰμπ τοὺς ἐρ­γα­τι­κοὺς νέ­ους. Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­κού­ρα­στα θε­ρί­ζουν ἐ­κεῖ καὶ συγ­κεν­τρώ­νουν χρυ­σὰ δε­μά­τια ἰν­δι­κῆς κά­να­βης. Ἱ­δρώ­τας τρέ­χει ἀ­πὸ τὰ μέ­τω­πά τους, ἡ ψυ­χὴ μέ­νει χω­ρὶς δύ­να­μη, μὰ δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­παυ­λα. Πε­ρι­μέ­νει ἡ ὥ­ρι­μη κά­να­βη.

       Καὶ νά σ’ αὐ­τὴν τὴν σκλη­ρὴ ἐ­πο­χή, κά­τω ἀ­πὸ τὴν καυ­τὴ κό­λα­ση τῶν προ­βο­λέ­ων ἠ­χοῦν οἱ ρυθ­μοὶ τοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος «Με­τρό­πο­λη» καὶ ρέ­ουν σὲ techno-κύ­μα­τα μέ­χρι τὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν προ­σευ­χὴ εὐ­χα­ρι­στί­ας. Ση­κώ­νον­ται κά­που ἀ­πὸ τὴν γω­νί­α δυ­να­τοὶ κρό­τοι καὶ ντε­σιμ­πὲλ καὶ δυ­να­μω­μέ­νο μέ­σα ἀ­πὸ χι­λιά­δες βάτ, ὑ­ψώ­νε­ται ἕ­να τρα­γού­δι νέ­ο, ἀ­νέ­με­λο, φαρ­δὺ-πλα­τὺ σὰν τὸν κάμ­πο, ἱ­ε­ρὸ σὰν τὸν ἔ­ρω­τα.

       Ὁ Ντὶ Τζέ­ι Νι­κό­λα Ἔ­ϊ ἀ­φή­νει τὸ βα­ρὺ δε­μά­τι κά­να­βης καὶ γιὰ κάμ­πο­ση ὥ­ρα ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν θέ­ση του. Ὕ­στε­ρα χα­μο­γε­λα­στὸς πα­ρα­τη­ρεῖ τὴν γριά του μη­τέ­ρα καὶ τὴν μι­κρή του ἀ­δελ­φού­λα νὰ κου­νι­οῦν­ται μό­νες στὴν πί­στα. Ἡ ἀ­δελ­φή του κα­τα­πί­νει ἕ­να χά­πι ἔκ­στα­ση καὶ χα­ρού­με­να τὸν πει­ρά­ζει:

       «Ἀ­δελ­φέ, μέ­σα ἀ­π’ αὐ­τὲς ἐ­δῶ τὶς τε­χνο­λο­γί­ες, δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σεις τὴν φω­νὴ τῆς Πέν­κα!»

       «Τὴν πιά­νω, ἀλ­λὰ ἀ­δύ­να­τη… Ὅ­ταν μι­ξα­ρι­στεῖ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἠ­χεῖα­, ἡ vocal χά­νε­ται!», ἀ­παν­τᾶ ὁ Ντὶ Τζέ­ι Νι­κό­λα Ἔ­ϊ, καὶ συμ­πλη­ρώ­νει:

       «Μη­τέ­ρα, γιὰ κά­τσε νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς καὶ νὰ τοὺς ἀ­κού­σεις! Ἂν πιά­σεις τὴν vocal τῆς Πέν­κα μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­τιρ­ντί, νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι πράγ­μα­τι θὰ γί­νει νύ­φη σου!»

       Ση­κώ­νε­ται ὄρ­θια ἡ γριά του μη­τέ­ρα, πί­νει τὸ λε­ξο­τα­νίλ της, τοῦ χα­μο­γε­λᾶ μὲ ἀ­γά­πη, κα­θὼς κου­νι­έ­ται στοὺς ξέ­φρε­νους ρυθ­μοὺς τῆς μου­σι­κῆς:

       «Ἂν ἐ­σὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζεις τὴν φω­νή της, ἐ­γὼ θὰ τὴν κα­τα­λά­βω;»

       «Ἂν τραγουδοῦσε μό­νη της, πέ­ρα ἀ­πὸ θά­λασ­σες, θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζα. Ἀλ­λὰ μὲ τὸ “Με­τρό­πο­λη”… ἀ­κό­μη κι ἕ­νας ἔμ­πει­ρος Ντὶ Τζέ­ι σὰν κι ἐ­μέ­να δυ­σκο­λεύ­ε­ται.»

       Ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο σε­πα­ρὲ ἄ­ξαφ­να κα­τα­φτά­νει ἕ­να “φτι­αγ­μέ­νο” ξυ­πό­λυ­το πι­τσι­ρί­κι καὶ φο­βι­σμέ­νο ἀ­να­κοι­νώ­νει, ὅ­τι ἡ Πέν­κα ἔ­χει λι­πο­θυ­μή­σει ἀ­πὸ ὑ­περ­βο­λι­κὴ δό­ση.

       Ἡ ἄ­σχη­μη εἴ­δη­ση με­τα­δό­θη­κε στό­μα μὲ στό­μα σ’ ὅ­λο τὸν κάμ­πο τοῦ κλάμπ. Ἔ­τρε­ξε ὁ Ντὶ Τζέ­ι Νι­κό­λα Ἔϊ τρε­λα­μέ­νος, σὲ ἀ­πόγνω­ση, μέ­ρια­ζε τὸν κό­σμο καὶ ἔ­πε­σε δί­πλα ἀ­πὸ τὸ ἄ­ψυ­χο σῶ­μα τῆς κο­πέ­λας.

       «Πέν­κα, χα­ρά μου, techno-χα­ρά μου, τρα­γού­δι μου techno!», πνί­γε­ται ἡ φω­νή του μέ­σα σὲ λυγ­μούς, ἐ­πί­σης σὲ στὺλ techno.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο βρά­δυ τὰ φῶ­τα συ­νέ­χι­σαν νὰ καῖ­νε ἀ­νε­λέ­η­τα καὶ τὰ ὄρ­γα­να τοῦ «Με­τρό­πο­λη» κρο­τοῦ­σαν ξα­νὰ μέ­χρι τὸν Θε­ό. Ἀλ­λὰ μέ­σα στὰ χω­ρά­φια τοῦ κλάμπ, γε­μά­τα κά­να­βη, δὲν ὑ­πῆρ­χαν ἐρ­γά­τες. Τὰ στά­χια καί­γον­ταν καὶ ἔ­πε­φταν μο­να­χι­κά.

       Ὁ κάμ­πος μὲ τὴν ἰν­δι­κὴ κά­να­βη γι­όρ­τα­ζε βα­ριὰ γι­ορ­τή.

       Κή­δευ­αν τὴν Πέν­κα, τὸ μα­νε­κέν.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στο­σε­λί­δα http://www.litclub.bg/library/nbpr/veshim/po_zhutva.html.

mihail-veshim-02

Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ (Михаил Вешим) (ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Μιχαὴλ Γκε­όρ­γκι­εφ Μί­σεβ [Ми­ха­ил Ге­ор­ги­ев Ми­шев]) (Σό­φια Βουλ­γα­ρί­ας, 1960). Βούλ­γα­ρος συγ­γρα­φέ­ας, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος, γιὸς τοῦ συγ­γρα­φέα Γκε­όρ­γκι Μί­σεβ. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­χι­συν­τά­κτης τῆς σα­τι­ρι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Στάρ­σελ. Ὁ Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ συμ­με­τέ­χει μὲ δι­κά του χι­ου­μο­ρι­στι­κὰ δι­η­γή­μα­τα στὴν Ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὸ παγ­κό­σμιο χι­οῦ­μορ, δί­πλα στὸν Μὰρκ Του­έ­ιν καὶ τὸν Γούν­τι Ἄλ­λεν. Τὸ βι­βλί­ο του Ὁ Ἄγ­γλος γεί­το­νας γνω­ρί­ζει με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α. Ἀ­να­μέ­νε­ται ἡ ἔκ­δο­σή του καὶ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκιόλα (Ντού­πνι­τσα, Βουλ­γα­ρί­α, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κά, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το ξέ­νων γλωσ­σῶν τῆς Σό­φιας καὶ ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντουμ­πά­ρο­βα. Γιὰ τὸ ἱστολόγιό μας ἔχει μεταφράσει πεζὰ τοῦ Νικόλα Ράντεφ καὶ τοῦ Βέσελ Τσάνκοφ.

Εἰ­κό­να: φω­το­γρα­φί­α τοῦ Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ – εἰ­ρω­νι­κή, γιὰ μᾶς, τοῦ ‘με­γα­λο­ϊ­δε­α­τι­σμοῦ’ τοῦ Τύ­που ὡς τέ­ταρ­της ἐ­ξου­σί­ας.


 

Ἐλὶν Πελίν (Елин Пелин): Ἡ ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ


pelinelin-iepochitoutherismou-eikona-03


Ἐ­λὶν Πε­λίν (Елин Пелин)

Ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ θε­ρι­σμοῦ

(По жътва)

[1904]


03-SigmaΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ του ἔ­χει φτά­σει ὁ ἐ­ξαν­τλη­τι­κὸς θε­ρι­σμὸς τῶν σι­τη­ρῶν στὸν φαρ­δύ­καμ­πο τῆς Σό­φιας. Ἀ­πὸ ἄ­κρη σὲ ἄ­κρη, μέ­χρι ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι ἀν­θρώ­που, κυ­μα­τί­ζουν χρυ­σὰ στα­ρέ­νια στά­χια καὶ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νοι ἐρ­γά­τες φαί­νον­ται ἐ­κεῖ ἀ­πὸ τὰ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα. Ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες ἕ­ναν φο­βε­ρὸ καύ­σω­να. Ἕ­νας γα­λά­ζιος οὐ­ρα­νὸς ἔ­χει συρ­ρι­κνω­θεῖ πά­νω ἀ­πὸ τὴν γῆ καὶ ρί­χνει φω­τιὰ καὶ λαύ­ρα. Πά­νω ἀ­πὸ τὸν κάμ­πο τρέ­μει μιὰ ὁ­μί­χλη, σκέ­τη κό­λα­ση. Ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­να δά­ση κου­ρα­σμέ­να μπλα­βί­ζουν, σὰν νὰ πε­ρι­μέ­νουν πό­τε ὁ κάμ­πος θὰ φουν­τώ­σει στὶς φλό­γες. Τὰ που­λιὰ ἔ­χουν ἀ­πο­δρά­σει μα­κριά, πέ­ρα στὰ ἀ­νή­λια­στα λαγ­κά­δια καὶ οὔ­τε οἱ φω­νές τους ἀ­κού­γον­ται. Μο­νά­χα κά­που-κά­που ἄ­κου­γε­ται τὸ γουρ­γού­ρι­σμα ἀ­γρι­ο­πε­ρί­στε­ρου στὰ φύλ­λα δρο­σε­ρῆς ἀ­γρι­α­χλα­διᾶς. Ἡ ζέ­στη δυ­σβά­στα­κτη καὶ ἀ­πο­πνι­κτι­κή.

       Πά­νω στὸν οὐ­ρά­νιο θό­λο ὁ ἥ­λιος ἔ­χει στα­μα­τή­σει φλε­γό­με­νος καὶ ἀ­νε­λέ­η­τος, ἀλ­λὰ οἱ καυ­τές του ἀ­κτί­νες δὲν πτο­οῦν τοὺς ἐρ­γα­τι­κοὺς χω­ρι­κούς. Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­κού­ρα­στα θε­ρί­ζουν καὶ συγ­κεν­τρώ­νουν τὰ χρυ­σὰ δε­μά­τια. Ἱ­δρώ­τας τρέ­χει ἀ­πὸ τὰ κού­τε­λά τους, ἡ ψυ­χὴ μέ­νει χω­ρὶς δύ­να­μη, μὰ δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­παυ­λα. Τὸ ὥ­ρι­μο σι­τά­ρι δὲν πε­ρι­μέ­νει.

       Φέ­τος ὁ Κύ­ριος εὐ­λό­γη­σε τὰ χω­ρά­φια καὶ δὲν ἔ­στει­λε οὔ­τε χα­λά­ζια, οὔ­τε ἀ­κρί­δες στοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς, βα­σα­νι­σμέ­νους χω­ρι­κούς. Τοὺς ἔ­δω­σε εὐ­ερ­γε­τι­κὲς βρο­χὲς τὸν Μά­ϊ­ο καὶ δὲν θέ­λη­σε νὰ τοὺς στε­ρή­σει τὴν ὀ­νει­ρε­μέ­νη ἐλ­πί­δα γιὰ πλού­σια σο­δειά. Τί λό­για ἁ­γνά, τί προ­σευ­χὲς ἀ­πο­σπά­στη­καν ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­ζω­ο­γο­νη­μέ­νες ψυ­χὲς τῶν χω­ρι­κῶν:

       «Ὁ Κύ­ριος μᾶς βο­η­θά­ει! Ἂς δου­λέ­ψου­με, ἂς δου­λέ­ψου­με!»

       Καὶ νά, σ’ αὐ­τὴν τὴν σκλη­ρὴ ἐ­πο­χὴ τοῦ χρό­νου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὴν καυ­τὴ κό­λα­ση τοῦ ἥ­λιου, πά­νω ἀ­πὸ τὸν φαρ­δύ­καμ­πο ἠ­χοῦν τρα­γού­δια καὶ ρέ­ουν πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν προ­σευ­χὴ εὐ­χα­ρι­στί­ας. Φω­νὲς κο­ρι­τσι­ῶν ὑ­ψώ­νουν ἕ­να τρα­γού­δι νέ­ο, ἀ­νέ­με­λο, φαρ­δὺ-πλα­τὺ σὰν τὸν κάμ­πο, ἱ­ε­ρὸ σὰν τὸν ἔ­ρω­τα.

       Ὁ λε­βέν­της Νι­κό­λας συ­χνὰ-πυ­κνὰ ἀ­φή­νει κά­τω το βα­ρὺ δε­μά­τι καὶ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται. Ὕ­στε­ρα χα­μο­γε­λα­στὸς πα­ρα­τη­ρεῖ τὴν γριά του μη­τέ­ρα καὶ τὴν μι­κρή του ἀ­δελ­φού­λα πῶς θε­ρί­ζουν τὰ στά­χια μό­νες. Ἡ ἀ­δελ­φή του γυ­ρί­ζει πρὸς τὴν με­ριά του καὶ πο­νη­ρὰ τὸν πει­ρά­ζει:

       «Ἀ­δελ­φέ, δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σεις τὴν φω­νὴ τῆς Πέν­κα!»

       Καὶ τὸ ἡ­λι­ο­κα­μέ­νο της προ­σω­πά­κι λάμ­πει ἀ­πὸ τὸ χα­μό­γε­λο.

       «Τὴν πιά­νω, ἀλ­λὰ ἀ­δύ­να­μη… ἀ­να­μι­γνύ­ε­ται μὲ τὶς ἄλ­λες καὶ χά­νε­ται!», ἀ­παν­τᾶ ὁ Νι­κό­λας καὶ συμ­πλη­ρώ­νει:

       «Μη­τέ­ρα, γιὰ κά­τσε νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς καὶ νὰ τὶς ἀ­κού­σεις! Ἂν πιά­σεις τὴν φω­νὴ τῆς Πέν­κα, νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι πράγ­μα­τι θὰ γί­νει νύ­φη σου!»

       Ἰσιώνει τὴν πλά­τη ἡ γριά του μη­τέ­ρα, τοῦ χα­μο­γε­λά­ει μὲ ἀ­γά­πη καὶ σκύ­βον­τας μὲ τὸ δρε­πά­νι, τοῦ λέ­ει:

       «Ἂν ἐ­σὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζεις τὴν φω­νή της, ἐ­γὼ θὰ τὴν κα­τα­λά­βω;»

       «Ἂν τρα­γου­δοῦσε μό­νη της, πέ­ρα ἀ­πὸ θά­λασ­σες, θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζα!»

       Ἄ­ξαφ­να τὸ τρα­γού­δι τῶν κο­ρι­τσι­ῶν σώ­πα­σε καὶ ὁ κάμ­πος ἡ­σύ­χα­σε. Καὶ νά, ἀ­πὸ κά­που μα­κριὰ ὑ­ψώ­θη­κε μιὰ μο­να­χι­κὴ φω­νή, ψη­λὴ καὶ κου­δου­νι­στή. Στὴν ἀρ­χὴ τρε­μά­με­νη καὶ ἀ­νά­λα­φρη, ἀλ­λὰ σι­γὰ-σι­γὰ δυ­νά­μω­σε καὶ ἁ­πλώ­θη­κε δρι­μύ­τε­ρη πά­νω ἀ­πὸ τὸν κάμ­πο. Ὁ Νι­κό­λας ἀ­μό­λη­σε τὸ δε­μά­τι καὶ χτύ­πη­σε τὶς πα­λά­μες του.

       «Ὁ­ρί­στε, εἶ­ναι ἐ­κεί­νη!»

       Κι ἔ­μει­νε νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται.

       Τὸ τρα­γού­δι πλάταινε, νέ­ο καὶ ἀ­νέ­με­λο, κα­θα­ρὸ σὰν πη­γή, γε­μά­το ἐ­πι­θυ­μί­ες καὶ ἐλ­πί­δα. Ἐ­κεῖ­νο ἔ­φτια­χνε μπου­κέ­τα ἀ­πὸ γλυ­κό­λο­γα καὶ τὰ ἔ­στελ­νε μὲ ἀ­γά­πη σὲ κά­ποι­ον κά­που. Τὴν μιὰ τα­ραγ­μέ­να χα­νό­ταν, τὴν ἄλ­λη ὑ­ψω­νό­ταν θαρ­ρα­λέ­α, σὰν νὰ πά­λευ­ε μὲ κά­ποι­ο με­γά­λο κα­η­μό, μὲ κά­ποι­α μο­χθη­ρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α, μὰ ὕ­στε­ρα νι­κη­φό­ρα ἀ­πο­κο­ρυ­φω­νό­ταν, ρέ­ον­τας ὁρ­μη­τι­κὰ καὶ ὑ­πε­ρή­φα­να.

       Δὲν κρα­τή­θη­κε ὁ Νι­κό­λας, στά­θη­κε στὴν μέ­ση του χω­ρα­φιοῦ καὶ ἀ­να­φώ­νη­σε:

       «Ἔ­ε­ε-ἔ­εχ!»

       Ἠ­χη­ρά, ἀ­να­ζω­ο­γο­νη­τι­κὰ γέ­λια τοῦ ἀ­πάν­τη­σαν ἀ­πὸ τὰ κον­τι­νὰ χω­ρά­φια.

       Τὰ χρυ­σὰ στά­χια τα­ρά­χτη­καν ἐ­λα­φριὰ καὶ σι­γο­ψι­θύ­ρι­σαν χα­ρού­με­να.

       Τὸν ἄ­κου­σε ἡ Πέν­κα ἀ­πὸ μα­κριὰ ποὺ ἦ­ταν καὶ τοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να τρα­γού­δι ἐ­ρω­τι­κό, ὅ­λο νο­ή­μα­τα.

       Πά­νω ἀ­πὸ τὸν φαρ­δύ­καμ­πο, λὲς καὶ μ’ ἕ­ναν σταυ­ρὸ στὸ χέ­ρι, ἄ­νοι­ξε τὰ φτε­ρά της ἡ ἐλ­πί­δα, ἀ­κο­λου­θού­με­νη ἀ­πὸ τὴν χα­ρά.

       Πῆ­ραν τὰ πά­νω τους οἱ κου­ρα­σμέ­νες ψυ­χὲς καὶ ὁ κάμ­πος σεί­σθη­κε ἀ­πὸ τρα­γού­δια καὶ γέ­λια.

       Ἀλ­λὰ ἄ­ξαφ­να, ἀ­πὸ ἕ­να μα­κρι­νὸ χω­ρά­φι κα­τέ­φτα­σε ἕ­να ξυ­πό­λυ­το πι­τσι­ρί­κι καὶ φο­βι­σμέ­νο ἀ­να­κοί­νω­σε, ὅ­τι ἡ Πέν­κα εἶχε λι­πο­θυ­μή­σει.

       Ἡ ἄ­σχη­μη αὐ­τὴ εἴ­δη­ση με­τα­δό­θη­κε στό­μα μὲ στό­μα σ’ ὅ­λο τὸν κάμ­πο.

       «Ἡ Πέν­κα κα­τέρ­ρευ­σε ἀ­πὸ τὴν ζέ­στη!»

       «Θε­ὲ καὶ Κύ­ρι­ε!»

       «Καὶ ἄλ­λο θύ­μα!»

       Οὔ­τε θε­ο­μη­νί­α δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ χτυ­πή­σει τό­σο βα­ριὰ τὶς ψυ­χὲς τῶν χω­ρι­κῶν.

       Πέ­τα­ξαν οἱ ἄν­θρω­ποι τὰ κο­φτε­ρὰ δρε­πά­νια καὶ κυ­ρι­ευ­μέ­νοι ἀ­πὸ τρό­μο καὶ θλί­ψη, ἔ­τρε­χαν πρὸς τὸ χω­ρά­φι τῆς Πέν­κα.

       «Ἂς εἶ­ναι ψέ­μα, Κύ­ρι­ε!»

       Καὶ γυ­ναῖ­κες, καὶ κο­ρί­τσια, καὶ ἄν­δρες, καὶ μη­τέ­ρες συγ­κεν­τρώ­θη­καν ἔν­τρο­μοι στὸ χω­ρά­φι της.

       Δί­πλα σ΄ ἕ­να χρυ­σα­φέ­νιο δε­μά­τι εἶ­χε πέ­σει ἀ­νά­σκε­λα, σὰν πυ­ρο­βο­λη­μέ­νη, ἡ Πέν­κα – τὸ κα­μά­ρι τοῦ χω­ριοῦ. Τὸ λευ­κό της μαν­τί­λι σκέ­πα­ζε τὰ μά­τια της, γιὰ νὰ σκιά­σει τὸ ὡ­ραῖ­ο της πρό­σω­πο. Τὰ πυ­κνά της μα­τό­κλα­δα – κλει­σμέ­να γιὰ πάν­τα. Ἀ­πὸ τὰ μι­σά­νοι­χτά της χεί­λη εἶ­χε τρέ­ξει μιὰ ἄ­λι­κη στά­λα αἵ­μα­τος, χρω­μα­τί­ζον­τας τὸν λευ­κό της λαι­μό. Τὸ ἕ­να της χέ­ρι ἀ­κό­μη κρα­τοῦ­σε τὸ κο­φτε­ρὸ δρε­πά­νι, ἐ­νῶ στὸ ἄλ­λο βα­στοῦ­σε τὰ κομ­μέ­να στά­χια.

       Τὸ κο­ρί­τσι εἶ­χε πά­θει θερ­μο­πλη­ξί­α.

       Ἔ­τρε­ξε ὁ Νι­κό­λας τρε­λα­μέ­νος, σὲ ἀπόγνωση, μέ­ρια­ζε τὸν κό­σμο κι ἔ­πε­σε δί­πλα ἀ­πὸ τὸ ἄ­ψυ­χο σῶ­μα τῆς κο­πέ­λας.

       «Πέν­κα, χα­ρά μου, Πέν­κα, τρα­γού­δι μου!», πνί­γη­κε ἡ φω­νή του μέ­σα σὲ λυγ­μούς.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ὁ ἥ­λιος καὶ πά­λι ἔ­και­γε ἀ­νε­λέ­η­τα, ἀλ­λὰ στὰ χω­ρά­φια δὲν ὑ­πῆρ­χαν ἐρ­γά­τες. Τὰ στά­χια καί­γον­ταν κι ἔ­πε­φταν μο­να­χι­κά.

       Ὁ κάμ­πος γι­όρ­τα­ζε βα­ριὰ γι­ορ­τή.

       Κή­δευ­αν τὴν Πέν­κα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος: Виртуална библиотека за българска литература – Словото (Βουλ­γα­ρι­κὴ εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»:

http://www.slovo.bg/showbio.php3?ID=85)

καὶ

https://chitanka.info/text/5293  .

pelin_elin

­λὶν Πε­λίν (Елин Пелин) (ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ντη­μή­ταρ Ἰ­βά­νωφ Στο­γιά­νωφ [Димитър Иванов Стоянов]) (Μπάϊλοβο, 1877 – Σόφια, 1949). Βούλ­γα­ρος συγ­γρα­φέ­ας, “ζω­γρά­φος” καὶ ὑ­μνη­τὴς τοῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ χω­ριοῦ, κο­σμα­γά­πη­τος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μὲ πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης τὴ ζω­ὴ τῶν συγ­χω­ρια­νῶν του ἀ­πὸ τὸ Μπά­ϊ­λο­βο τῆς Βουλ­γα­ρί­ας. Ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα τοῦ συγ­γρα­φέ­α εἶ­ναι τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Γῆ καὶ γε­νιὰ τῶν Γε­ρα­κά­δων. Ἔρ­γα τοῦ Ἐ­λὶν Πε­λὶν εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να σὲ 40 ξέ­νες γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα (Ντού­πνι­τσα, Βουλ­γα­ρί­α, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κά, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το ξέ­νων γλωσ­σῶν τῆς Σό­φιας καὶ ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντουμ­πά­ρο­βα. Γιὰ τὸ ἱστολόγιό μας ἔχει μεταφράσει πεζὰ τοῦ Νικόλα Ράντεφ καὶ τοῦ Βέσελ Τσάνκοφ.