Ρί­χαμ Άν­τλυ (Riham Adly): Τὸ Σύντομο Χρονικὸ τοῦ Κοριτσιοῦ…


Ρί­χαμ Άν­τλυ (Riham Adly)


Τό Σύν­το­μο Χρο­νι­κό τοῦ Κο­ρι­τσιοῦ,

εἰ­πω­μέ­νο ἀ­πό τήν Ρε­α­λί­στρια

ὡ­στό­σο Αἰ­σι­ό­δο­ξη Ἀ­φρι­κα­νί­δα Χαρ­το­ρί­χτρα

(The Brief Chronicled History of The Girl

as told by the Realist

but yet Optimistic African Fortune-teller)


ΟΡΙΤΣΙ, προ­τοῦ ὁ πα­τέ­ρας σου σέ φυ­τέ­ψει στήν μή­τρα τῆς μη­τέ­ρας σου, προ­τοῦ ἐγ­γρα­φοῦν τά δι­κά σου χρω­μο­σώ­μα­τα Χ καί ὄ­χι τά ὑ­γι­ῆ σου Υ ἤ­σουν στό νε­ρό, στόν ἀ­έ­ρα, στά στοι­χεῖ­α: ἕ­να τρι­ά­το­μο πού δέν ἀ­νῆ­κε οὔ­τε σέ φυ­λή, οὔ­τε σέ πα­τριά, οὔ­τε σέ κα­μιά νο­μα­δι­κή Kabilah.

        Στήν πρώ­τη σου με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Σοῦ δό­θη­κε τό ὄ­νο­μα Μα­ρί­α. Τσα­λα­βου­τοῦ­σες στή λά­σπη καί ἔ­παι­ζες μέ τόν Ἀμ­πτου­λάχ καί τόν Ἄμ­πελ. Κο­λυμ­ποῦ­σες στόν πο­τα­μό Μέ­ρεμπ τῆς Κεν­τρι­κῆς Ἐ­ρυ­θραί­ας κον­τά στήν ἐκ­κλη­σιά σου, ἡ πε­ρι­έρ­γειά σου πάν­τα νά αἰ­ω­ρεῖ­ται ὅ­πως ἡ σπά­νια γα­λα­ζό­φτε­ρη λιμ­πε­λού­λα πρό­θυ­μη νά ἵ­πτα­ται ψη­λά μέ­σα στή βρο­χή. Γνώ­ρι­ζες πώς ἤ­σουν δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τίς ἀ­δελ­φές σου, τίς θει­ές μέ τά θλι­μέ­να μά­τια, καί ὅ­λους τούς συγ­γε­νεῖς σου. Ἤ­σουν ὁ­λό­κλη­ρη, ἄ­τμη­τη, κά­θε ἴν­τσα τῆς σάρ­κας σου ἀ­κό­μη ὁ­λό­δι­κή σου. Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα κι ἕ­να ἀ­πό τ’ ἀ­γό­ρια ἦ­ταν νά σέ νυμ­φευ­θεῖ, ἔ­δει­ξαν ἐ­κεῖ­νον τόν τό­πο ἀ­νά­με­σα στά πό­δια σου. Ἀ­κά­θαρ­τη, εἶ­παν. Ὁ γυ­ναι­κό­κο­σμος στό χω­ριό γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νά κά­νουν – με­τα­στρέ­φον­τάς σε σέ μιάν ἀ­π’ αὐ­τές, τό εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας πού ὁ Ἄμ­πελ καί ὁ Ἀμ­πτου­λάχ ἐγ­κρί­να­νε. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ἡ μα­μή τε­μά­χι­σε τήν κλει­το­ρί­δα σου, ὁ γυ­ναι­κό­κο­σμος βγῆ­κε ἔ­ξω, ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος, πε­ρή­φα­νος. Δέν ἀν­τι­στά­θη­κες για­τί εἶ­χες τό­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νη, τό­σο με­γά­λη ἀ­γά­πη. Σκά­φτη­κες, βα­θού­λω­σες: ἀ­δει­α­σμέ­νη ἀ­π’ ὅ­λα πού σ’ ἔ­κα­ναν ἐ­σέ­να. Ἐ­σέ­να.

        Στήν δέ­υ­τε­ρή σου με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Ἤ­θε­λες νά ἀν­τι­στα­θεῖς σ΄ ὅ,τι κα­θο­ρι­ζό­ταν ὡς ἀ­γνό­τη­τά σου, ἀλ­λά ἡ ὑ­πο­τα­γή ἦ­ταν τό ἀν­τί­τι­μο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης. Ὁ πό­νος σου, χυ­μέ­νος τα­χύ­τε­ρα ἀ­πό τό αἷ­μα σου, γέ­μι­σε τόν πο­τα­μό Τά­να τῆς Κέ­νυ­ας. Ἁ­πλῶς, πέ­θα­νες.

        Σ’ αὐ­τήν τήν με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Θά πε­τά­ξεις τήν κα­λύ­πτρα τῆς κε­φα­λῆς πού σέ ἀ­νάγ­κα­σαν νά φο­ρᾶς στό τζα­μί. Θά ξε­φω­νί­σεις ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα σου θά σέ σύ­ρει στόν μπαρ­μπέ­ρη τοῦ Μπέ­νι Σου­έφ. Θά τοῦ σπρώ­ξεις τό χέ­ρι ὅ­ταν ἡ λε­πί­δα του γδέρ­νει τά μι­κρά χεί­λη τοῦ αἰ­δοί­ου σου. Θά τρέ­ξεις, αἱ­μορ­ρα­γών­τας τόν δι­κό σου πο­τα­μό Νεῖ­λο, κι ὅ­ταν τά δι­στα­κτι­κά / δει­λι­α­σμέ­να σου πό­δια σου δέν μπο­ροῦν νά τρέ­ξουν πα­ρα­πά­νω, θά ἀ­πο­γει­ω­θεῖς μέ τίς φτε­ροῦ­γες σου· χα­μο­γε­λᾶς γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α πού εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­κτη­θεῖ, ὅ­μως κο­ρί­τσι…

        Θά μεί­νεις.

        Θά τά ἐ­πα­να­λά­βεις ὅ­λα σέ μιάν ἄλ­λη με­τεν­σάρ­κω­ση.

        Δέν θά τούς ἀ­φή­σεις νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τόν ὑ­πέρ-κολ­πι­κό σου τραυ­μα­τι­σμό ὡς σύμ­βο­λο τῆς ἀ­γνό­τη­τάς σου.

        Δέ θά τούς ἀ­φή­σεις να σέ κα­λύ­ψουν ἤ νά σέ σβή­σουν για­τί δέν εἶ­σαι ἡ φουρ­νιά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

        Δέ θά τούς ἐ­πι­τρέ­ψεις νά ξε-φυλ­λί­σουν τήν παρ­θε­νι­κή ἀ­γά­πη σου γιά Σέ­να.

        Κο­ρί­τσι, θά μεί­νεις για­τί εἶ­ν’ ἀ­πί­στευ­το πῶς o­ἱ κο­λο­βω­μέ­νες ρί­ζες ξε­πε­τοῦν βλα­στά­ρια με­τά πού θά κο­ποῦν.



Πη­γή: ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Afreada, 19.04.2019:

https://afreada.com/2019/04/19/the-brief-chronicled-history-of-the-girl-as-told-by-the-realist-but-yet-optimistic-african-fortuneteller-by-riham-adly/

Ρί­χαμ Ἄν­τλυ (Riham Adly). Πε­ζο­γρα­φί­α της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξύ ἄλ­λων καὶ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Bending Genres, Con­nota­tion Press, Spelk, The Ca­binet of Heed, Vestal Re­view, Volney Road Re­view, Five: 2: One, Bril­liant Flash Fiction, Gin­ger­bread House lit, Wri­ting in a Wo­man’s voi­ce, Anti-He­roine Chick, Danse Ma­ca­bre καὶ @Fe­wer­than500. Πρό­σφα­τα μπῆ­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ Βρα­βεί­ου Με­τά­φρα­σης Arab-Lit. Ἡ Ἄν­τλυ ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της στὴ Γκί­ζα τῆς Αἰ­γύ­πτου.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοὶ καὶ ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012 (Ἁρ­μός, 2013) καὶ Iva: Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).


Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney): Τὰ ρομπὸτ εἴμαστε ἐμεῖς


Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney)

 

T­ὰ ρομ­πὸτ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς

(We are the robots)


ΤΑΝ Η ΤΡΙΤΗ κο­πέ­λα ποὺ μὲ πα­ρά­τα­γε φέ­τος. «Πή­γα­με σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ κλάμπ», ἔ­λε­γα στὸν Γκά­ρυ, «καὶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς βρα­διᾶς εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ἐν­τε­λῶς. Εἶ­χε γί­νει ἀ­πό­μα­κρη, ἐ­χθρι­κή».

Κοι­τῶν­τας με πά­νω ἀ­π’ τοὺς φα­κοὺς τῶν γυ­α­λι­ῶν του μὲ ρώ­τη­σε. «Χό­­ρε­ψες;»

«Κοί­τα», ἀ­πάν­τη­σα ἀ­κουμ­πῶν­τας μὲ τὸ δά­χτυ­λό τὸ σου­βὲρ τῆς μπύ­ρας μου. «Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­ρι­ξα με­ρι­κὲς στρο­φές.»

        Ἔ­γει­ρε τὸ κε­φά­λι του πρὸς τὸ μέ­ρος μου. «Ἔ­κα­νες μή­πως τὸ ρομ­πότ;»

        «Ὄ­χι, οὔ­τε κάν.»

        «Τί μου­σι­κὴ ἔ­παι­ζε;»

        «Τέ­κνο τῆς δε­κα­τί­ας τοῦ ’80.»

        Ὁ Γκά­ρυ ἔ­βγα­λε τὰ γυα­λιά του κι ἔ­τρι­ψε τὰ μά­τια του. «Πό­σες φο­ρὲς τό ’χου­με ξα­να­πεῖ – μὲ τὸ ποὺ ἀ­κοῦς αὐ­τὴ τὴ μου­σι­κή, πρέ­πει νὰ κά­νῃς τὸ ρομ­πότ.» Σή­κω­σε τὸ παλ­τό του. «Κα­μιὰ γυ­ναῖ­κα δὲν θὰ ἀ­νε­χθῇ κά­τι τέ­τοι­ο.»

        Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἤ­μουν στὰ πα­τώ­μα­τα. Μιὰ μπα­σο­γραμ­μὴ ποὺ ἔ­βγαι­νε ἀ­πό ’­να συν­θε­σά­ϊ­ζερ κόν­τευ­ε νὰ μὲ πνί­ξῃ, ὁ ἦ­χος ἑ­νὸς με­ταλ­λι­κοῦ ταμ­πού­ρου ἔ­σκι­ζε τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, κι ἐ­γὼ ἤ­μουν πλέ­ον μέ­ρος μιᾶς μη­χα­νῆς, μιὰ βαλ­βί­δα στὴν καρ­διὰ ἑ­νὸς ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νου με­ταλ­λι­κοῦ τέ­ρα­τος ποὺ κα­τα­βρό­χθι­ζε τὰ πάν­τα.


 

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα του https://www.davidgaffney.org/

https://www.davidgaffney.org/we-are-the-robots.html#

 

Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Κλῆ­τορ Μοὺρ τῆς Δυ­τι­κῆς Κάμ­πρια καὶ πλέ­ον ζεῖ στὸ Μάν­τσε­στερ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ Sawnoff Tales (2006), Aromabingo (2007), Never Never (2008), The Halflife of Songs (2010) καὶ τὴν πιὸ πρό­σφα­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του, More SawnOff Tales (2013). Ἐ­πί­σης, ἔ­χει γρά­ψει τὸ Buildings Crying Out, χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας ἀ­φί­σες ἀ­πὸ χα­μέ­νες γά­τες (Φε­στι­βὰλ Λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Λάν­κα­στερ, 2009)· τὸ 23 Stops To Hull, μιὰ σει­ρὰ ἱ­στο­ρι­ῶν γιὰ κά­θε κόμ­βο τῆς ἀγ­γλι­κῆς ἐ­θνι­κῆς ὀ­δοῦ M62 (Φε­στι­βὰλ Λο­γο­τε­χνί­ας Χάμ­περ Μά­ουθ 2009)· τὸ Sawnoff Opera, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ὄ­πε­ρες μὲ τὴν Ἰρ­λαν­δὴ συν­θέ­τρια Ailís Ní Ríain (BBC Radio 3, RNCM, Φι­λαρ­μο­νι­κὴ τοῦ Λί­βερ­πουλ καὶ Φε­στι­βὰλ Τέτ-ἄ-τέτ, Λον­δί­νο London 2010)· τὸ Destroy PowerPoint, ἱ­στο­ρί­ες σὲ μορ­φὴ PowerPoint γιὰ τὸ Φε­στι­βὰλ τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου τοῦ 2009· τὸ The Poole Confessions, ἱ­στο­ρί­ες εἰ­πω­μέ­νες σ’ ἕ­να κι­νη­τὸ ἐ­ξο­μο­λο­γη­τή­ριο (Λο­γο­τε­χνι­κὸ Φε­στι­βὰλ Πούλ 2010)· τὸ Station Stories, ὅ­που ἕ­ξι συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι συν­δε­δε­μέ­νοι μὲ τὸ κοι­νὸ μέ­σῳ ἀ­σύρ­μα­των ἀ­κου­στι­κῶν ἀ­παγ­γέ­λον­τας δι­η­γή­μα­τα στὸν σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸ σταθ­μὸ τοῦ Πι­καν­τίλ­λυ στὸ Μάν­τσε­στερ (Φε­στι­βὰλ Λο­το­τε­χνί­ας Μάν­τσε­στερ 2011)· τὸ Boy You Turn Me, μιὰν ἠ­χη­τι­κὴ ἐγ­κα­τά­στα­ση (Φε­στι­βὰλ Βι­βλί­ου Μπέρ­μιγ­χαμ 2011)· τὸ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὸ πρό­γραμ­μα συγ­γρα­φῆς Errata Slips (Κόρ­νερ­χά­ουζ τοῦ 2011)· τὸ Preston 3twenty (2012-2032), ἕ­να εἰ­κο­σα­ε­τοῦς δι­αρ­κεί­ας καλ­λι­τε­χνι­κὸ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ πρό­γραμ­μα· τὸ Men Who Like Women Who Smell of Their Jobs, (Λο­γο­τε­χνι­κὸ Φε­στι­βὰλ Μάν­τσε­στερ 2014) μιὰ ἔκ­θε­ση ὀ­πτι­κῶν τε­χνῶν μα­ζὶ μὲ τὴ ζω­γρά­φο Ἄ­λι­σον Ἔ­ρι­κα Φό­ουρντ, καὶ τὸ The Three Rooms In Valeries Head, (Φε­στι­βὰλ Κό­μικς τοῦ Λέ­ηκς 2015) ἕ­να ζων­τα­νὸ γρα­φι­στι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μα­ζὶ μὲ τὸν καλ­λι­τέ­χνη Ντὰν Μπέρ­ρυ καὶ τὴ συν­θέ­τρια Σά­ρα Λό­ουζ. Ἔ­χει γρά­ψει ἄρ­θρα στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες GuardianSunday TimesFinancial Times καὶ Prospect magazine, ἐ­νῷ ὑ­πῆρ­ξε μέ­λος τῆς κρι­τι­κῆς ἐ­πι­τροπῆς γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Μπρά­ιν­τπορτ τοῦ 2015. Ἡ ἱ­στο­ρί­α του The Staring Man συγ­κα­ταλ­λέ­ε­ται στὴ συλ­λο­γὴ τῶν κα­λύ­τε­ρων βρε­τα­νι­κῶν δι­η­γη­μά­των γιὰ τὸ 2016, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του μυ­θι­στό­ρη­μα, All The Places I’ve Ever Lived, κυ­κλο­φο­ρεῖ μέ­σῳ Urbane, καὶ τὸ γρα­φι­στι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τὸν Ντὰν Μπέρ­ρυ, The Three Rooms In Valeries Head, κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ  Top Shelf.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θανάσης Γαλανάκης (Ἀθήνα, 1993): Σπούδασε Μεσαιωνικὴ καὶ Νεοελ­λη­νικὴ Φιλολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἀσχολεῖται μὲ τὴν Ἱστορία καὶ τὴ Θεωρία τῆς Λογοτεχνίας, τὴ Μετάφραση θεωρητικῶν καὶ λογοτεχ­νικῶν κειμένων καὶ τὴν Ποίηση. Μελέτες, μεταφράσεις καὶ ποιήματά του ἔ­χουν δημοσιευτεῖ σὲ ἐπιστημονικά, φιλολογικὰ καὶ λογοτεχνικὰ περιο­δι­κά, ἐφημερίδες καὶ ἰστοτόπους. Ἀγαπᾷ τὰ ζῶα, ἰδιαίτερα τὰ πτηνά. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Πιὸ πρόσφατό του βιβλίο, ἡ ποιητικὴ συλλογή Τὰ Καναρίνια (Ἀθήνα, Σμίλη, 2019). Διατηρεῖ τὸ ἰστολό­γιο:

 ­http://ptinologion.wordpress.com


Τζάνετ Φρέιμ (Janet Frame): Τὰ πουλιὰ ἄρχισαν τὸ τραγούδι


Τζά­νετ Φρέ­ιμ (Janet Frame)


Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι

(The birds began to sing)


Α ΠΟΥΛΙΑ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι. Ὑ­πῆρ­χαν τέσ­σε­ρα ἐ­κεῖ καὶ κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ ἦ­ταν κό­τσυ­φες. Καὶ ‘γὼ τοὺς εἶ­πα, τί τρα­γου­δᾶ­τε μέ­ρα καὶ νύ­χτα, κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο καὶ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴ βρο­χὴ καὶ μὲς στὸν ἄ­νε­μο ποὺ κά­νει τὶς κορ­φὲς τῶν δέν­τρων ἀ­ση­μι­ές;

        Τρα­γου­δᾶ­με, εἶ­παν. Τρα­γου­δᾶ­με καὶ μό­λις ἀρ­χί­σα­με καὶ ἔ­χου­με πο­λὺ ἀ­κό­μα νὰ τρα­γου­δή­σου­με καὶ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ στα­μα­τή­σου­με, πρέ­πει νὰ συ­νε­χί­σου­με καὶ νὰ συ­νε­χί­σου­με τὸ τρα­γού­δι.

        Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι.

        Ἔ­βα­λα τὸ παλ­τό μου καὶ περ­πά­τη­σα στὴ βρο­χὴ πέ­ρα ἀ­π’ τὸ λό­φο. Περ­πά­τη­σα μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­λη γε­μά­τα κόκ­κι­νο νε­ρό, κα­τέ­βη­κα χαν­τά­κια γε­μά­τα συμ­φο­ρί­καρ­πους κι ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κα πά­λι μέ­σα ἀ­πὸ χαν­τά­κια ὅ­που φύ­τρω­ναν ἀ­γρι­ό­χορ­τα κι ἀμ­μό­φι­λα καὶ πέ­ρα­σα ρυά­κια ποὺ δί­πλα τους φύ­τρω­νε λι­νά­ρι, χορ­τά­ρι καὶ μα­νού­κα.

        Εἶ­δα ἕ­να πεῦ­κο στὴν κορ­φὴ ἑ­νὸς λό­φου.

        Εἶ­δα ἕ­ναν κο­ρυ­δαλ­λὸ νὰ βου­τά­ει μὲς στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται.

        Εἶ­δα ὅ­τι χι­ό­νι­ζε κά­που πέ­ρα ἀ­π’ τοὺς λό­φους, ἀλ­λὰ ὄ­χι ἐ­κεῖ ποὺ ἤ­μουν ἐ­γώ.

        Στά­θη­κα πά­νω σ’ ἕ­να λό­φο καὶ κοί­τα­ξα γιὰ ὥ­ρα πολ­λή.

        Δὲν τρα­γου­δοῦ­σα. Προ­σπά­θη­σα νὰ τρα­γου­δή­σω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ σκε­φτῶ κά­ποι­ο τρα­γού­δι.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πί­σω στὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο ὅ­που ἔ­με­να καὶ κά­θη­σα στὰ σκα­λιὰ τῆς πόρ­τας κι ἀ­φουγ­κρά­στη­κα. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κα μὲ τὸ κε­φά­λι καὶ τὰ μά­τια μου, μὲ τὸ μυα­λὸ καὶ μὲ τὰ χέ­ρια μου.

        Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι.

        Ἦ­ταν κό­τσυ­φες ποὺ κά­θον­ταν πά­νω στὸ τη­λε­γρα­φό­ξυ­λο καὶ πη­δοῦ­σαν πά­νω στὶς μη­λι­ές.

        Ἦ­ταν τέσ­σε­ρεις καὶ εἴ­κο­σι ἀ­π’ αὐ­τοὺς τρα­γου­δοῦ­σαν.

        Ποι­ό εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι, εἶ­πα. Πεῖ­τε μου τὸ ὄ­νο­μά του.

        Εἶ­μαι ἕ­να ἀν­θρώ­πι­νο ὃν καὶ δι­α­βά­ζω βι­βλί­α, ἀ­κού­ω μου­σι­κὴ καὶ μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ βλέ­πω τυ­πο­γρα­φη­μέ­νες εἰ­κό­νες. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ βλέ­πω λέ­ξεις σὲ ζω­η­ρὸ ἀν­τάν­τε ρυθ­μὸ νὰ τρα­γου­δι­οῦν­ται, νὰ ἐ­κτε­λοῦν­ται στὴ σκη­νή, νὰ γρά­φον­ται. Ἔ­τσι εἶ­πα ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ ὄ­νο­μα τοῦ τρα­γου­διοῦ, πεῖ­τέ το μου καὶ θὰ τὸ γρά­ψω ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸ ἀ­κοῦ­τε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου παιγ­μέ­νο ἀ­π’ τοὺς κα­λύ­τε­ρους μου­σι­κούς, θὰ νι­ώ­θε­τε τό­σο ὡ­ραῖ­α ἀ­κού­γον­τάς το, γι’ αὐ­τὸ πεῖ­τε μου τὸ ὄ­νο­μά του.

        Στα­μά­τη­σαν τὸ τρα­γού­δι. Ἔ­ξω ἦ­ταν σκο­τει­νά, ἂν καὶ ὁ ἥ­λιος ἔ­λαμ­πε. Ἦ­ταν σκο­τει­νὰ καὶ τὸ τρα­γού­δι εἶ­χε σι­ω­πή­σει.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα https://timehasflewn.tumblr.com/ || Janet Frame The Birds Began to Sing ἀπὸ τὸ Janet Frame, Sto­ries and Poems (2004). Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε ὡς The Lagoon and Other Stories (1951), καὶ ἀρ­γό­τε­ρα ὡς The Pocket Mirror (1967):

https://timehasflewn.tumblr.com/post/20487219689/the-birds-began-to-sing-a-short-story-by-janet

 

Janet Frame (Τζά­νετ Φρέ­ιμ): Ἡ Nene Janet Paterson Clutha (28 Αὐ­γού­στου 1924 – 29 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2004) εἶ­ναι Νε­ο­ζη­λαν­δὴ συγ­γρα­φέ­ας, γνω­στὴ μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τζά­νετ Φρέ­ιμ. Ἔ­γρα­ψε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, νε­α­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ μιὰ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνι­κή της κα­ρι­έ­ρα, ἡ Φρέ­ιμ ἔ­γι­νε γνω­στὴ καὶ λό­γω τῆς τρα­γι­κῆς προ­σω­πι­κῆς της ἱ­στο­ρί­ας. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ χρό­νια ψυ­χι­α­τρι­κοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ, γλί­τω­σε ὡς ἐκ θαύ­μα­τος τὴ λο­βο­το­μή, λί­γες μέ­ρες πρὶν τὴ χει­ρουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α, ὅ­ταν ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των κέρ­δι­σε ἀ­πρό­σμε­νά το κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας. Με­τὰ τὴ βρά­βευ­σή της, ἡ ἐ­πέμ­βα­ση ἀ­κυ­ρώ­θη­κε. Ἡ Τζά­νετ Φρέ­ιμ, ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της, ἕν­τε­κα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τέσ­σε­ρεις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, ἕ­να βι­βλί­ο νε­α­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α της σὲ τρεῖς τό­μους. Πέ­θα­νε στὸ Ντού­νεν­τιν τῆς Φλό­ριν­τας στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2004, σὲ ἡ­λι­κί­α 79 ἐ­τῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin): Ὁ Τζόκεϊ μου


Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin)


Τζό­κε­ΐ μου

(My Jockey)


’ ΑΡΕΣΕΙ νὰ δου­λεύ­ω στὰ Ἐ­πεί­γον­τα – ὅ­πως καὶ νά ‘χει, γνω­ρί­ζεις ἄν­τρες ἐ­κεῖ. Πραγ­μα­τι­κοὺς ἄν­τρες, ἥ­ρω­ες. Πυ­ρο­σβέ­στες καὶ τζό­κε­ϊ. Ἔρ­χον­ται συ­νέ­χεια στὰ Ἐ­πεί­γον­τα. Οἱ τζό­κε­ϊ ἔ­χουν ὑ­πέ­ρο­χες ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες. Σπᾶ­νε κό­κα­λα συ­νέ­χεια ἀλ­λὰ τὰ μπαν­τά­ρουν ὅ­πως-ὅ­πως καὶ ξα­να­τρέ­χουν στὴν ἑ­πό­με­νη κούρ­σα. Οἱ σκε­λε­τοί τους μοιά­ζουν μὲ δέν­τρα, μὲ ἀ­να­συ­ναρ­μο­λο­γη­μέ­νους βρον­τό­σαυ­ρους. Μὲ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες τοῦ Ἁ­γί­ου Σε­βα­στια­νοῦ.

        Ἐ­γὼ ἀ­να­λαμ­βά­νω τοὺς τζό­κε­ϊ για­τί μι­λά­ω ἱ­σπα­νι­κὰ κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι εἶ­ναι Με­ξι­κά­νοι. Ὁ πρῶ­τος τζό­κε­ϊ ποὺ γνώ­ρι­σα ἦ­ταν ὁ Μου­νιόθ. Θε­έ μου. Γδύ­νω ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ἀν­θρώ­πους καὶ δὲν εἶ­ναι σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση, μοῦ παίρ­νει κά­ποι­α λε­πτά. Ὁ Μου­νιὸθ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ἐ­κεῖ, ἀ­ναί­σθη­τος, Ἀζ­τέ­κος θε­ὸς σὲ μι­νι­α­τού­ρα. Ἐ­πει­δὴ τὰ ροῦ­χα του ἦ­ταν πο­λύ­πλο­κα, ἔ­νι­ω­θα λὲς καὶ ἐ­κτε­λοῦ­σα ἕ­να πο­λυ­σύν­θε­το τε­λε­τουρ­γι­κό. Ἐ­κνευ­ρι­στι­κό, κα­θὼς χρει­ά­στη­κε πο­λὺς χρό­νος, ὅ­πως στὸν Μι­σί­μα ὅ­που χρει­ά­ζον­ται τρεῖς σε­λί­δες γιὰ νὰ βγά­λει τὸ κι­μο­νό της μιὰ κυ­ρί­α. Τὸ βα­θυ­πόρ­φυ­ρο σα­τὲν που­κά­μι­σό του εἶ­χε πολ­λὰ κουμ­πιὰ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ ὤ­μου καὶ σὲ κά­θε μι­κρο­σκο­πι­κὴ μαν­σέ­τα· τὸ παν­τε­λό­νι του ἔ­σφιγ­γε μὲ πε­ρί­πλο­κο δέ­σι­μο κορ­δο­νι­ῶν, πραγ­μα­τι­κοὺς προ-κο­λομ­βια­νοὺς κόμ­πους. Οἱ μπό­τες του μύ­ρι­ζαν κο­πριὰ καὶ ἱ­δρώ­τα, ἀλ­λὰ ἦ­ταν τό­σο μα­λα­κὲς καὶ λε­πτο­κα­μω­μέ­νες σὰν τῆς Στα­χτο­πού­τας. Κι αὐ­τὸς συ­νέ­χι­ζε νὰ κοι­μᾶ­ται, ἕ­νας μα­γε­μέ­νος πρίγ­κι­πας.

        Δὲν εἶ­χε κα­λὰ-κα­λὰ ξυ­πνή­σει, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει τὴ μη­τέ­ρα του. Δὲν κρα­τοῦ­σε τὸ χέ­ρι μου, ὅ­πως κά­νουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­σθε­νεῖς, ἀλ­λὰ γαν­τζώ­θη­κε στὸν λαι­μό μου, κλαί­γον­τας μὲ ἀ­να­φι­λη­τὰ Mama­cita! Mama­cita! (1) Ἡ μό­νη πε­ρί­πτω­ση ν’ ἀ­φή­σει τὸν δρα Τζόν­σον νὰ τὸν ἐ­ξε­τά­σει ἦ­ταν νὰ τὸν κρα­τά­ω στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ νὰ τὸν κου­νά­ω σὰν μω­ρό. Ἦ­ταν μι­κρό­σω­μος σὰν παι­δὶ ἀλ­λὰ δυ­να­τός, μυ­ώ­δης. Ἕ­νας ἄν­τρας στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Ὀ­νει­ρε­μέ­νος ἄν­τρας; Ὀ­νει­ρε­μέ­νο μω­ρό;

        Ὁ δρ Τζόν­σον σφούγ­γι­σε τὸ μέ­τω­πό μου κα­θὼς με­τέ­φρα­ζα. Εἶ­χε στὰ σί­γου­ρα σπα­σμέ­νη κλεί­δα, του­λά­χι­στον τρί­α σπα­σμέ­να πλευ­ρά, πι­θα­νῶς καὶ δι­ά­σει­ση. Ὄ­χι, εἶ­πε ὁ Μου­νιόθ. Ἔ­πρε­πε νὰ τρέ­ξει στὶς αὐ­ρια­νὲς κοῦρ­σες. Πή­γαι­νέ τον γιὰ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α, εἶ­πε ὁ δρ Τζόν­σον. Ἐ­φό­σον δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξα­πλώ­σει στὸ φο­ρεῖ­ο τὸν κου­βά­λη­σα στὸν δι­ά­δρο­μο, σὰν τὸν Κὶνγκ-Κόνγκ. Ἔ­κλαι­γε τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, τὰ δά­κρυ­ά του μού­σκε­ψαν τὸ στῆ­θος μου.

        Πε­ρι­μέ­να­με τὸν χει­ρι­στὴ τοῦ ἀ­κτι­νο­λο­γι­κοῦ μη­χα­νή­μα­τος στὸν σκο­τει­νὸ θά­λα­μο. Τὸν κα­θη­σύ­χα­ζα ὅ­πως θὰ ἔ­κα­να μ’ ἕ­να ἄ­λο­γο. Cal­mate, lin­do, calma­te. De­spa­cio… de­spa­cio(2). Σι­γὰ… σι­γά. Ἡ­σύ­χα­σε στὴν ἀγ­κα­λιά μου, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­φυ­σά­ει καὶ νὰ ρου­θου­νί­ζει ἁ­πα­λά. Χά­ι­δε­ψα τὴν ἐ­ξαί­σια πλά­τη του. Ρί­γη­σε καὶ τρε­μού­λια­σε σὰν τὴ ρά­χη ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου που­λα­ριοῦ. Ἦ­ταν θαυ­μά­σιο.


(1) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Μα­νού­λα μου! Μα­νού­λα μου!
(2) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Ἠ­ρέ­μη­σε, ὀ­μορ­φού­λη, ἠ­ρέ­μη­σε.


Πηγή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Τζό­κε­ΐ μου» («My Jockey») δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Berkeley Monthly (1983) καὶ πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στὶς συλ­λο­γές: Phan­tom Pain (Tom­bou­ctou Books – 1984) καὶ Ho­me­sick ( Black Spar­row Press – 1990). Σή­με­ρα πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ A Ma­nual for Clea­ning Wo­men (Farrar, Straus and Giroux – August 2015).Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο βι­βλί­ο ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ μὲ τί­τλο Ὁ­δη­γί­ες γιὰ οἰ­κια­κὲς βο­η­θούς σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Κα­τε­ρί­νας Σχι­νᾶ γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Στε­ρέ­ω­μα (1η ἔκ­δο­ση Νο­έμ­βριος 2018).

Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin), (12 Νοεμβρίου 1936-12 Νοεμβρίου 2004) ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της δὲν ἦ­ταν εὐ­ρέ­ως γνω­στή, ὡ­στό­σο εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ἀλ­λὰ ἀ­φο­σι­ω­μέ­νο κοι­νό. Ἀ­πέ­κτη­σε ξαφ­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ φή­μη ἕν­τε­κα χρό­νια με­τὰ τὸν θά­να­τό της, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2015, ὅ­ταν οἱ ἐκ­δό­σεις Farrar, Straus and Giroux ἐ­ξέ­δω­σαν μί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των σὲ ἕ­ναν τό­μο, A Manual for Cleaning Women, μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Stephen Emerson. Μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν εὐ­πώ­λη­των τοῦ New York Times καὶ μέ­σα σὲ λί­γες ἑ­βδο­μά­δες κα­τά­φε­ρε νὰ ση­μει­ώ­σει με­γα­λύ­τε­ρες πω­λή­σεις ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ προ­η­γού­με­να βι­βλί­α της μα­ζί. Ἐ­πί­σης, μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν 10 κα­λύ­τε­ρων βι­βλί­ων τοῦ 2015 τοῦ New York Times Book Review καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Kirkus.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ. κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Luigi Malerba.



		

	

Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Μαθήματα τανγκό


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Μαθήματα τανγκό

(Tango Lessons)


ΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ στὸ Μαν­χά­ταν, ὅ­που κά­πο­τε πη­γαῖ­ναν οἱ Λα­τί­νοι γιὰ χο­ρό. Εἶ­ναι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ ἔ­χει μιὰ φτω­χὴ με­τα­νά­στρια ἀ­πὸ τὸ Που­έρ­το Ρί­κο ἢ τὸν Ἅ­γιο Δο­μί­νι­κο ἢ τὸ Με­ξι­κό, μπὰς καὶ βγά­λει κά­να φράγ­κο γιὰ τὴν ἄ­δεια πα­ρα­μο­νῆς της, ἀλ­λὰ ἔ­φτια­ξε ἕ­να τό­σο γα­μά­το μπάρ, ποὺ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τὸ ἐκ­θεί­α­σαν στὸν χρό­νο ποὺ κά­νει μιὰ σπί­θα νὰ ἐ­ξα­πλω­θεῖ μὲ ὀ­χτὼ μπο­φὸρ καὶ ἔ­τσι τώ­ρα, στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες συ­χνά­ζει ὅ­λος ὁ κα­λὸς κό­σμος τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἀ­πὸ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ες, ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ποὺ ἀ­φή­νουν τὴ βα­ρε­τὴ κα­φε­τέ­ρια τῆς ἑ­ται­ρεί­ας τους σὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς οὐ­ρα­νο­ξύ­στες γιὰ νὰ πιοῦν μιὰ μπί­ρα στῆς Ντο­λό­ρες, ἕ­ως φοι­τη­τὲς καὶ φοι­τή­τρι­ες, ὅ­λων τῶν ἐ­θνι­κο­τή­των, ποὺ θέ­λουν νὰ μά­θουν τὰ μυ­στι­κὰ τοῦ ταν­γκό, γιὰ νὰ ἐν­τυ­πω­σιά­σουν κά­ποι­α γκό­με­να ἢ γκό­με­νο στὴν πα­τρί­δα. Για­τί πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, στῆς Ντο­λό­ρες λει­τουρ­γεῖ μιὰ σχο­λὴ χο­ροῦ. Ὄ­χι σὰν τὶς ἄλ­λες, ὅ­που πᾶς καὶ φο­ρᾶς τὴ στο­λὴ καὶ τὰ εἰ­δι­κὰ πα­πού­τσια σου καὶ μα­θαί­νεις βῆ­μα-βῆ­μα ἐ­πὶ μῆ­νες ἕ­ναν ἀ­πο­στει­ρω­μέ­νο χο­ρὸ γιὰ νὰ κο­κο­ρευ­τεῖς σὲ κά­ποι­ο πάρ­τι ἀ­πο­φοί­των ἢ μιὰ βρα­διὰ τῆς τά­ξης σου ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν. Στῆς Ντο­λό­ρες μά­θαι­νες ἐ­κεῖ, στὴ σκη­νή, ἀ­νά­με­σα στὰ τρα­πέ­ζια, στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς χυ­μέ­νης μπί­ρας, τοῦ κα­πνοῦ, τῆς τη­γα­νί­λας ἀ­πὸ τὴν κου­ζί­να καὶ στὰ μουγ­κρη­τὰ κά­ποι­ου τε­λει­ω­μέ­νου ποὺ ξέ­μει­νε ἐ­κεῖ ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο τῆς ζω­ῆς ποὺ δὲν πῆ­ρε πο­τέ. Στῆς Ντο­λό­ρες, ἔμ­παι­νες μέ­σα, ἔ­λε­γες τί μπί­ρα θέ­λεις, ἂν καὶ πάν­τα ἴ­δια γεύ­ση εἶ­χε, καὶ με­τὰ πή­γαι­νες καὶ δι­ά­λε­γες ἀ­πέ­ναν­τι μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­πε­λι­ὲς ποὺ θὰ ἦ­ταν ἡ δα­σκά­λα σου ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, ἢ ὅ­ποι­ο βρά­δυ ἐρ­χό­σουν, ἂν ἄν­τε­χες ἢ ἂν δὲν ἦ­ταν πι­α­σμέ­νη. Τὴ σή­κω­νες πά­νω μὲ ἕ­να ἄγ­γιγ­μα στὸν ὦ­μο κι ἐ­κεί­νη σὲ γρά­πω­νε σφι­χτὰ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ τὸν κῶ­λο, γιὰ νὰ σὲ πε­ρι­φέ­ρει μὲ μα­ε­στρί­α στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὴν Ἱ­σπα­νί­α ἢ ὅ­που ἀλ­λοῦ χο­ρεύ­ε­ται ταν­γκὸ καὶ νὰ σὲ κά­νει νὰ ξε­χά­σεις ὅ­τι ἤ­σουν στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­τι πρὶν λί­γο ἤ­σουν χω­μέ­νος σὲ ἔγ­γρα­φα, σὲ ἐρ­γα­σί­ες φοι­τη­τῶν, σὲ μιὰ κου­ζί­να, σὲ ἕ­να αἰ­δοῖ­ο ἢ στὸν σκου­πι­δό­το­πο τοῦ μυα­λοῦ σου.

        Τὸ βρά­δυ ποὺ πῆ­γα συ­στη­μέ­νος στῆς Ντο­λό­ρες εἶ­χα πι­εῖ τρεῖς μπί­ρες τὸ με­ση­μέ­ρι μὲ ἕ­ναν συ­νά­δελ­φο, εἶ­χα δι­ορ­θώ­σει λο­γο­κλεμ­μέ­νες ἐρ­γα­σί­ες, εἶ­χα γνω­ρί­σει τὴν και­νού­ρια μου συ­νερ­γά­τι­δα, εἶ­χα κολ­λή­σει στὴν κί­νη­ση καὶ εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει τρεῖς φο­ρὲς νὰ γυ­ρί­σω πί­σω. Χαί­ρο­μαι ποὺ δὲν τὸ ἔ­κα­να. Χαί­ρο­μαι ποὺ γνώ­ρι­σα τὴν Πι­λάρ. Χαί­ρο­μαι ποὺ ἐ­ξέ­λι­ξα τὴ ζω­ή μου χο­ρεύ­ον­τας. Για­τί ἡ Πι­λὰρ δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς μιὰ χο­ρεύ­τρια, ἦ­ταν τυ­φώ­νας… Σα­ρω­τι­κὴ καὶ πάν­τα φευ­γά­τη, σοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στὸ αὐ­τὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ χό­ρευ­ες καὶ σοῦ ἔ­παιρ­νε τὴν καρ­διὰ καὶ τὸ μυα­λό. Ἂν ἤ­σουν τυ­χε­ρὸς ἄ­κου­γες καὶ κά­να γλυ­κό­λο­γο, μὰ ἂν τολ­μοῦ­σες νὰ τῆς ἀν­τα­πο­δώ­σεις, χα­νό­ταν λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Σὲ πα­ρα­τοῦ­σε στὴ σκη­νὴ τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας τῆς Ντο­λό­ρες καὶ δὲν τὴν ξα­νά­βλε­πες ὅ­λο το βρά­δυ. Τὴ μό­νη φο­ρὰ ποὺ τὸ ἔ­κα­να καὶ τῆς εἶ­πα ὅ­τι χο­ρεύ­ει πο­λὺ ὡ­ραί­α, ἔ­μει­να νὰ κά­νω τὸ σκιά­χτρο μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να γιὰ νὰ φεύ­γουν τὰ κο­ρά­κια, ἡ κα­κο­τυ­χί­α καὶ οἱ ἀρ­νη­τι­κές μου σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί συ­νέ­βη. Εἶ­χα τό­σα πολ­λὰ νὰ πῶ στὴν Πι­λάρ, μὰ οἱ λέ­ξεις μου ἔ­με­ναν πάν­τα κρε­μα­σμέ­νες στὰ χεί­λη, ἀ­φοῦ κυ­ρί­ως δὲν ἤ­θε­λα νὰ χα­θεῖ. Δὲν μὲ ἔ­νοια­ζε νὰ μά­θω ταν­γκό. Τί νὰ τὸ κά­νω ἄλ­λω­στε στὴν τά­ξη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ ξυ­πνή­σω κά­να βα­ρι­ε­στη­μέ­νο φοι­τη­τή. Τί νὰ τὸ κά­νω; Εἶ­χε πε­ρά­σει ὁ και­ρὸς ποὺ ἔ­κα­να ἔ­ρω­τα μὲ τὸ σῶ­μα. Τώ­ρα τὸ μυα­λὸ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε. Ὁ ἔ­ρω­τας ἄλ­λω­στε δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἡ προ­έ­κτα­ση τῶν σκέ­ψε­ών σου. Ὅ­σο πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρες καὶ γο­η­τευ­τι­κές, τό­σο πιὸ πο­λὺ φλό­γα βγά­ζει τὸ σῶ­μα σου. Σὰν τὴν Πι­λάρ. Σὰν τὸν χο­ρό της. Σὰν ἐ­μέ­να ποὺ ἀ­φη­νό­μουν στὰ χέ­ρια της νὰ μὲ μά­θει ταν­γκό. Νὰ μὲ μά­θει νὰ ζῶ, τὸ ἔ­λε­γα στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ αὐ­το­κι­νή­του μου κα­θὼς ἔ­φευ­γα. Τέ­τοι­α θὰ τῆς ἔ­λε­γα, ἂν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω, μὰ ἔ­τρε­μα νὰ τὸ κά­νω. Ἔ­κλει­να τὰ μά­τια καὶ μὲ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στὰ κα­θί­σμα­τα καὶ τὰ ἁ­πλω­μέ­να πό­δια καὶ τὶς φω­νὲς ὅ­σων μᾶς κοι­τοῦ­σαν. Ἐ­κεί­νη πε­τοῦ­σε κι ἐ­γὼ ἔ­σερ­να τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια μου στὸ πά­τω­μα ἀ­πὸ κά­τω της. Ναί, ἡ Πι­λὰρ δὲν ἦ­ταν γιὰ λι­γό­ψυ­χους καὶ ρι­ψά­σπι­δες. Δὲν τὴν ἄγ­γι­ζα πιὰ στὸν ὦ­μο ὅ­ταν ἔμ­παι­να μέ­σα. Δὲν χρει­α­ζό­ταν. Ἡ Πι­λὰρ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν μπρο­στά μου σὰν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸς καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε ἡ μου­σι­κὴ χα­νό­ταν στὸ σκο­τά­δι λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ, ἀ­φή­νον­τάς με ἔ­ρη­μο νὰ δι­ψά­ω γιὰ κά­τι ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο, ὄ­χι ὅ­μως γιὰ νε­ρό, οὔ­τε γιὰ μπί­ρα.

        Ἤ­θε­λε κό­τσια νὰ ἀ­γα­πή­σεις τὴν Πι­λάρ. Ἤ­θε­λε καὶ πο­λὺ ἀλ­κο­όλ. Μά, κυ­ρί­ως κό­τσια. Ὅ­πως χρει­ά­ζε­ται γιὰ τὶς πραγ­μα­τι­κὲς γυ­ναῖ­κες. Ὅ­πως χρει­ά­ζε­ται γιὰ αὐ­τὲς ποὺ σοῦ μα­θαί­νουν ὅ­τι ὑ­πάρ­χεις. Δὲν κα­τα­λή­ξα­με πο­τὲ σὲ κά­ποι­ο κρε­βά­τι μὲ τὴν Πι­λάρ. Δὲν τῆς μί­λη­σα πο­τὲ ἄλ­λω­στε γιὰ νὰ τὸ προ­τεί­νω. Ἔ­πλε­κε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ δι­κά μου κι ἔ­παιρ­να αἷ­μα, καρ­διά, φω­νή, φῶς μέ­σα ἀ­πὸ τὶς φλέ­βες της ποὺ δι­α­γρά­φον­ταν στὰ λευ­κά της χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, γιὰ μιὰ ὥ­ρα κά­θε βρά­δυ ἐ­πὶ τρεῖς μῆ­νες. Στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες. Ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Κά­η­κε ἕ­να με­ση­μέ­ρι ἀ­πὸ φω­τιὰ στὴν κου­ζί­να.

        Πῆ­γα ἕ­να βρά­δυ τὴν Κά­θριν σ’ ἐ­κεί­νη τὴ γει­το­νιὰ στὴ δέ­κα­τη ἐ­πέ­τει­ό μας. Ἡ Πι­λὰρ μοῦ ἔ­μα­θε νὰ ἀ­γα­πά­ω καὶ νὰ εἶ­μαι σύν­τρο­φος, πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἀλ­λι­ῶς;


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton): Παραδείσια Πουλιά


Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton)


Πα­ρα­δεί­σια Πουλιά

(Pasarea Paradisului)


 ΣΙΝΙΟΡΑ ἤ­τα­νε πάν­το­τε τρε­λή, ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ με­τα­κό­μι­σε στὸ ἄ­δει­ο δι­α­μέ­ρι­σμα τοῦ ἀ­πο­κά­τω ὀ­ρό­φου, πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν. Ἄρ­χι­σε ὅ­μως ν’ ἀ­κού­γε­ται πιὸ λο­γι­κὴ στὸν Νούν­τσιο, τώ­ρα ποὺ κι αὐ­τὸς πά­ει νὰ τρε­λα­θεῖ. Τοῦ ἔ­δει­ξε τὴ συλ­λο­γή της ἀ­πὸ εἴ­δη συλ­λε­κτι­κά: ἕ­ναν κα­θα­ρι­στὴ πί­πας ποὺ τὸν ἔ­λε­γε «τὸ ὅ­πλο τῆς Ἄν­νι Ὄ­ου­κλυ»· μιὰ πι­νέ­ζα ποὺ τὴν ἔ­λε­γε «τὸ κα­πέ­λο τοῦ Ἄμ­πυ Λίν­κολν»· ἕ­να νύ­χι ποὺ τὸ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὸ πλευ­ρὸ τοῦ δι­α­ό­λου». Κα­θη­με­ρι­νὰ ἔ­παιρ­νε κα­θέ­να ἀν­τι­κεί­με­νο καὶ τὸ ξε­σκό­νι­ζε ἀ­πὸ κά­τω μ’ ἕ­να μο­νὸ φτε­ρὸ στρου­θο­κα­μή­λου, ποὺ τὸ φύ­λα­γε δι­πλω­μέ­νο σ’ ἕ­να βα­ζά­κι ἀ­πὸ μπι­σκό­τα σκύ­λου. Πα­ρέ­δι­δε στὸν Νούν­τσιο μα­θή­μα­τα στὸ ψεύ­τι­κο ξυ­λό­φω­νό της —μιὰ ντου­ζί­να πα­ραλ­λα­γὲς στὸ «Tu vuo fa l’Ame­ri­cano»— καὶ με­τέ­φρα­ζε τὰ «πα­ρα­λει­πό­με­να τοῦ δι­κα­στη­ρί­ου» τῶν σκυ­λι­ῶν τῆς γει­το­νιᾶς.

        Τοῦ Νούν­τσιο τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὴ Σι­νι­ό­ρα, βα­σι­κὰ για­τὶ τοῦ ἔ­φτια­χνε γλυ­κὰ σάν­του­ιτς, ποὺ πο­τὲ δὲν τοῦ ‘φτια­χνε ἡ γυ­ναί­κα του κα­θώς, ὅ­πως ἔ­λε­γε, κά­νου­νε τὰ δά­χτυ­λα νὰ κολ­λᾶ­νε, κι ὅ,τι πιά­νει στὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς μέ­ρας νὰ κολ­λά­ει ἀ­πά­νω του, ὥ­σπου νὰ γί­νει μιὰ ὀ­πτι­κὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια μὲ τὰ δέ­κα πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­κα­νε με­τὰ τὸ κο­λα­τσιό.

        Τώ­ρα τοῦ ἄ­ρε­σε ἀ­κό­μα καὶ νὰ κά­θε­ται μὲ τὴ Σι­νι­ό­ρα στὸν κῆ­πο, κι ἄς ἔ­νι­ω­θε τὰ ἐ­νή­λι­κα παι­διά του καὶ τὸ ταί­ρι τους —καὶ τὴ γυ­ναί­κα του— νὰ κά­νου­νε «τσκ τσκ» πί­σω ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ δεύ­τε­ρου, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἡ Σι­νι­ό­ρα θὰ κα­θό­τα­νε στὴν ἀγ­κα­λιά του, θὰ τοῦ πλη­σί­α­ζε τὸ πο­τή­ρι μὲ τὴ λε­μο­νά­δα στὸ στό­μα καὶ θὰ τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στ’ αὐ­τὶ τὴ ρου­μά­νι­κη λέ­ξη γιὰ κά­θε λου­λού­δι στὸν κῆ­πο.


Zambilă, τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε.


                        Gălbenele.


                                    Floarea-soarelui.


                                                Pa-sa-re-a pa-ra-di-su-lu-i.


Ὁ­που­δή­πο­τε κι ἂν τοῦ ’­δει­χνε, ὁ Νούν­τσιο ἔ­βλε­πε μο­νά­χα πι­κρα­λί­δες καὶ τοὺς πο­λυ­και­ρι­σμέ­νους λε­κέ­δες ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­ζαν τὴ μι­κρού­λα, του­βλο­χτι­σμέ­νη αὐ­λή του – ἤ­ξε­ρε ὅ­μως πώς, μὲ λί­γη πί­στη, καὶ μὲ τὸ χρό­νο, καὶ μὲ ὅ­ρα­μα, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἰ­δεῖ καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα μὲ τὴν ἴ­δια κα­θα­ρό­τη­τα, ὅ­πως κι ἡ Σι­νι­ό­ρα:


        οἱ μί­σχοι τους οἱ λε­πτοί—


              καὶ τ’ ἀν­θο­βό­λη­μά τους σὰ φω­το­βο­λί­δα—


                    καὶ τὰ χεί­λια τους τὰ βα­θιά, τὰ βι­ο­λε­τιά.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση The Cincinnatti Review, 13.03.2019

(https://www.cincinnatireview.com/micro/micro-pasarea-paradisului-birds-of-paradise-by-molia-dumbleton/)

Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἔρ­γα της σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Sean O’Faolain Story Prize καὶ μὲ τὸ Columbia Journal Winter Fiction Award. Ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των πε­ρι­λή­φθη­κε στὴν τε­λι­κὴ λί­στα γιὰ τὸ Iowa Short Fiction Award (2018).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­ναν τό­μο δι­η­γη­μά­των. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν: P. Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017, μὲ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe)· M. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (Βακ­χι­κόν, 2019, συ­νέκ­δο­ση μὲ Fondazione Mario Luzi)· Umberto Saba, Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Τρα­γου­δι­ῶν (Βακ­χι­κόν, 2019, Α΄ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν – Ἰ­τα­λι­κὸ Μορ­φω­τι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το). Με­τα­φρά­σεις καὶ κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά.


Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel): Συνομοταξία


Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel)


Συ­νο­μο­τα­ξί­α

(Phylum)


ΜΟΥΝ ΤΟ ΕΙΔΟΣ τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­βα­ζε νὰ τοῦ κα­θα­ρί­ζουν τ’ αὐ­τιά. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ δὲν τῆς ἄ­ρε­σαν κα­θό­λου οἱ σκύ­λοι. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με στὸ σπί­τι ἑ­νὸς δρό­μου ποὺ εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τῆς ἀ­σφάλ­του. Σοῦ εἶ­πα τὴ γνώ­μη μου γιὰ σέ­να. Σοῦ εἶ­πα νὰ μὴ μ’ ἐ­νο­χλεῖς. Τὸ σπί­τι δὲν σοῦ ἀ­νῆ­κε. Ὁ ἐν λό­γῳ δρό­μος πο­τὲ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε. Εἶ­χε μιὰ μυ­ρω­διὰ σὰν ἀν­τι­γριπ­πι­κὸ σι­ρό­πι. Μοῦ ἀ­ρέ­σει ἐ­κεῖ ποὺ μέ­νω νὰ μυ­ρί­ζει ὄ­μορ­φα.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ πή­γαι­νε σὲ συ­σκέ­ψεις ἐρ­γα­σί­ας. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε τὸ τυ­ρὶ γκούν­τα. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με σ’ ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα δί­πλα σ’ ἕ­να κα­τά­στη­μα ντε­λι­κα­τέ­σεν. Ἔ­κλε­βα χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι σου. Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἀ­πε­χθα­νό­σουν τὸ ντύ­σι­μό μου. Ξε­γλι­στροῦ­σα ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τὶς νύ­χτες καὶ πή­γαι­να στὸ Χάρ­λεμ. Βα­σι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῶν πό­λε­ων εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λοι μπο­ροῦν νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σουν παν­τοῦ καὶ νὰ μὴν τοὺς πά­ρουν εἴ­δη­ση. Ξέ­ρα­με ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο δι­ευ­κό­λυ­νε τὸ παι­χνί­δι. Μᾶς ἄ­ρε­σε ποὺ παι­ζό­ταν ἕ­να παι­χνί­δι.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ εὐ­χα­ρί­στως κο­λυμ­ποῦ­σε σὲ πι­σί­νες ξε­νο­δο­χεί­ων. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ εὐ­χα­ρί­στως ἄ­κου­γε στὸ ρά­διο θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Δὲν εἴ­χα­με παι­διά. Ἔ­βα­ζες ν’ ἀ­κού­σεις Μό­τσαρτ καὶ Μπὰχ κι ἔ­λε­γες ὅ­τι σοῦ ἄ­ρε­σε ἡ κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα κι ἐ­σὺ ἤ­ξε­ρες ὅ­τι δὲν ξέ­ρεις ἄλ­λους συν­θέ­τες. Μοῦ ἀ­ρέ­σει ὁ Τζὼν Λέν­νον. Αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι συν­θέ­της. Ποι­ὸς τὸ λέ­ει;

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω ἀρ­γὰ τὶς νύ­χτες κι ὅ­ταν στε­νο­χω­ρι­ό­ταν τρα­βοῦ­σε τὰ μαλ­λιά του καὶ γο­νά­τι­ζε κι ἔ­κλαι­γε. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ ἔ­δι­νε στὴν ἀ­να­κύ­κλω­ση ὅ,τι σκου­πί­δια εἶ­χε, ἐ­πει­δὴ ἡ σκέ­ψη ὅ­τι σι­γὰ-σι­γὰ σκό­τω­να τὸν πλα­νή­τη μ’ ἔ­κα­νε νὰ θέ­λω νὰ βγά­λω τὰ λυσ­σα­κά μου. Ἤ­μα­σταν προ­σκολ­λη­μέ­νοι ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο κυ­ρί­ως ἀ­πὸ φό­βο.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ κοι­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἔ­βλε­πε μιὰ πα­ρέ­λα­ση ἀ­πὸ ἐ­λέ­φαν­τες, γά­τες κι ἀ­γρι­ο­γού­ρου­να. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­κο­βε τὸ φα­γη­τό του σὲ πολ­λὰ μι­κρὰ κομ­μά­τια, ἔ­τσι ὥ­στε οἱ μπου­κι­ὲς ποὺ ἔ­τρω­γε ἦ­ταν σὰν στα­φί­δες. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με σ’ ἕ­να αὐ­το­σχέ­διο οἴ­κη­μα στὸ Βερ­μόντ. Ξέ­ρα­με κι οἱ δυ­ό μας ὅ­τι οἱ συ­ζη­τή­σεις δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό μας ση­μεῖ­ο. Κά­πο­τε δὲν μοῦ μί­λη­σες γιὰ ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο. Σοῦ φαί­νε­ται πο­λὺ με­γά­λο δι­ά­στη­μα;

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ σκά­λι­ζε πέ­τρες κι ἔ­φτια­χνε βέ­λη, ποὺ μα­γεί­ρευ­ε φί­δια κι ἔ­στρε­φε μὲ νο­σταλ­γί­α τὸ βλέμ­μα στὸ οὐ­ρα­νό. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ πι­πι­λοῦ­σε ἄ­χυ­ρα καὶ μα­γεί­ρευ­ε με­γά­λες πο­σό­τη­τες φα­γη­τοῦ γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὴν ἀ­γά­πη ὅ­λων. Ξα­πλώ­να­με στὴν ἀμ­μου­διὰ μιᾶς μα­κρι­νῆς πα­ρα­λί­ας μέ­χρι νὰ σα­πί­σου­με. Τὸ δέρ­μα μας ἔ­λι­ω­νε καὶ τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια μας ἄ­σπρι­ζαν στὸν ἥ­λιο καὶ στὸ τέ­λος τὰ μι­κρὰ παι­διὰ ἔρ­χον­ταν κι ἔ­παι­ζαν μα­ζί τους. Τὸ κά­στρο τῶν ὀ­στῶν μας εἶ­χε γύ­ρω του μιὰ τά­φρο καὶ τὸ φεγ­γά­ρι ἀ­νέ­βα­ζε τὴν πλημ­μύ­ρα τῆς θά­λασ­σας τό­σο κον­τά μας, ποὺ τὸ νε­ρὸ χτυ­ποῦ­σε τὴν πύ­λη τοῦ λει­ψά­νου μας. Ἤ­θε­λες νὰ φύ­γεις καὶ ν’ ἀ­κο­λου­θή­σεις τὸ φεγ­γά­ρι. Μοῦ ἀρ­κοῦ­σε νὰ πα­ρα­μεί­νω στὴν ἀμ­μου­διά. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α σου ἀ­πο­δεί­χτη­κε χω­ρὶς νό­η­μα για­τί στὸ τέ­λος μᾶς πῆ­ρε καὶ τοὺς δυ­ὸ ἡ θά­λασ­σα.


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Bomb (08.02.2018):

https://bombmagazine.org/articles/phylum

Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Belly Up, ἡ ὁ­ποί­α βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο 2018 Believer Book Award καὶ ἡ ὁ­ποί­α με­τα­φρά­ζε­ται ἤ­δη στὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Tin Hou­se, Con­jun­ctions, BombVi­ce, Noon, καὶ Guer­ni­ca. Ἔ­χει λά­βει χο­ρη­γί­ες καὶ ὑ­πο­τρο­φί­ες ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα καὶ πα­νε­πι­στή­μια. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν προ­τα­θεῖ γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α Pushcart. Ζεῖ στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κού Πλα­νόδι­ο­ν ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flo­wer (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νόδι­ο­ν και Γρα­φή.


 

Σήντυ Κάσγκρόουβ (Shady Cosgrove): Ἐντόμου σοφία



Σήντυ Κάσγκρόουβ (Shady Cosgrove)


Ἐν­τό­μου σο­φί­α

(Insect Wisdom)


Γιὰ τὴ Λί­ζα Σλέ­ι­τερ

’ ΕΠΙΑΣΕ ὁ πα­νι­κὸς τοῦ χει­ρό­γρα­φου, κι ἔ­τσι κί­νη­σα γιὰ τὴν πί­σω αὐ­λὴ γιὰ προ­ο­πτι­κὴ καὶ ἡ­λι­ό­φως. Τρί­α βή­μα­τα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα, ὅρ­μη­σε ἕ­να γι­γάν­τιο μα­μού­νι. Ἤ­τα­νε πέν­τε μέ­τρα μα­κρύ, προ­ϊ­στο­ρι­κό, ὅ­λο φτε­ρὰ καὶ σα­γό­νια, μυρ­μηγ­κο­σκα­θα­ρό­σφη­κα. M’ ἔπια­σε στὴ λα­βί­δα του, κρε­μα­σμέ­νη ἀ­νά­πο­δα. Ὁ ἄν­τρας μου στά­θη­κε ἀ­νή­συ­χος, κα­θὼς πή­γαι­νε νὰ σκαρ­φα­λώ­σει. Τὸ ἑ­πτά­χρο­νό μας χαι­ρε­τοῦ­σε κου­νών­τας τὸ χέ­ρι, κα­θὼς κοί­τα­γε ἀ­πὸ μα­κριὰ τὶς κε­ραῖ­ες καὶ τὰ πε­τα­χτὰ μά­τια, ὥ­σπου ὁ πα­τέ­ρας του τὸ συ­νό­δε­ψε μέ­σα γιὰ μά­θη­μα τρομ­πο­νιοῦ καὶ μπα­νά­κι. Ἔ­μει­να ‘κεῖ ἔ­ξω, νὰ αἰ­ω­ροῦ­μαι πά­νω ἀ­π’ τὸ γρα­σί­δι. Πε­ρά­σα­νε μέ­ρες. Βδο­μά­δες. Τὸ σκυ­λὶ τοῦ γεί­το­να ἐ­πι­τέ­λους ἔ­σκα­σε καί, σὰν ἔ­γι­νε ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α, χα­λά­ρω­σε ἡ ἄ­γρια λα­βὴ καὶ κα­τρα­κύ­λη­σα στὸ ἔ­δα­φος.



Πη­γή: ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Cordite Poetry Review, 1 February 2018.

(http://cordite.org.au/poetry/suburbia/insect-wisdom/)

Σήντυ Κάσγκρόουβ (Shady Cosgrove) εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν βι­βλί­ων: What the Ground Can’t Hold (Picador, 2013) καὶ She Played Elvis (Allen and Unwin, 2009). Δι­η­γή­μα­τά της ὑ­πάρ­χουν σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες τῆς Αὐ­στρα­λί­ας. Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Wollongong, στὴν Αὐ­στρα­λί­α.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­ναν τό­μο δι­η­γη­μά­των. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν: P. Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017, μὲ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe)· M. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (Βακ­χι­κόν, 2019, συ­νέκ­δο­ση μὲ Fondazione Mario Luzi)· Umberto Saba, Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Τρα­γου­δι­ῶν (Βακ­χι­κόν, 2019, Α΄ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν – Ἰ­τα­λι­κὸ Μορ­φω­τι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το). Με­τα­φρά­σεις καὶ κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Ἀνίτα Γκόβιτς (Anita Goveas): Ἄς τραγουδήσουμε όλα τα βρομόλογα που ξέρουμε


Ἀ­νί­τα Γκό­βις (Anita Goveas)


Ἂς τρα­γου­δή­σου­με ὅ­λα τα βρο­μό­λο­γα ποὺ ξέ­ρου­με

(Let’s Sing All the Swear Words We Know)


ΙΣΑΙ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ μὲ μύ­τη σὰν καμ­πά­να καὶ μ’ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς ση­μά­δι ποὺ μοιά­ζει μὲ ἄγ­κυ­ρα. Εἶ­σαι ἡ Ἀν­τω­νί­α για­τί αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ,τι πλη­σι­έ­στε­ρο ὑ­πάρ­χει πρὸς τὸ μο­να­δι­κὸ ὄ­νο­μα ποὺ δι­ά­λε­ξε ὁ πα­τέ­ρας σου. Δὲν εἶ­σαι ὁ λό­γος τῆς φυ­γῆς του, μὰ δὲν εἶ­σαι καὶ λό­γος ἱ­κα­νὸς νὰ τὸν κά­νει νὰ μεί­νει. Οἱ πνεύ­μο­νές σου εἶ­ναι ὑ­γι­εῖς ὅ­ταν τί­πο­τε ἄλ­λο δὲν εἶ­ναι, καὶ κλαῖς σὰν τὸ πο­τά­μι ποὺ χυ­μά­ει, ὅ­λο φο­νι­κὰ ρεύ­μα­τα στὸν βυ­θὸ καὶ κα­νέ­να τέρ­μα. Τρῶς μο­νά­χα ρύ­ζι μπα­σμά­τι καὶ φο­ρᾶς μο­νά­χα σόρ­τς. Χτυ­πᾶς τα­του­ὰζ σ’ ὅ­λες σου τὶς Μπάρ­μπι μ’ ἀ­νε­ξί­τη­λο με­λά­νι καὶ τρα­γου­δᾶς ὅ­λα τα βρο­μό­λο­γα ποὺ σοῦ μα­θαί­νει ἡ νταν­τά σου σ’ ἕ­να ἄ­σμα ποὺ δὲν πρό­κει­ται νὰ τὸ βγά­λουν νὸκ ἄ­ουτ ὅ­λες οἱ σφα­λιά­ρες τοῦ κό­σμου. Εἶ­σαι ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ δόν­τια μι­σο­φέγ­γα­ρα κι ἔ­χεις τοὺς νε­φρο­ει­δεῖς λο­βοὺς τοῦ πα­τέ­ρα σου. Φο­ρᾶς ἄ­ρω­μα ποὺ ἀ­φή­νει λί­γδα κι ἀγ­γί­ζεις ὅ­λους τοὺς γυ­μνο­σά­λια­γκες. Λα­τρεύ­εις τὸ πῶς στοι­χί­ζον­ται ἀ­ριθ­μοὶ στὸ κε­φά­λι σου καὶ κρύ­βε­σαι πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἀ­τη­μέ­λη­τη φράν­τζα σου καὶ κά­τω ἀ­πὸ μπλου­ζά­κια Πὲρλ Τζὰμ στὸ μά­θη­μα τῶν μα­θη­μα­τι­κῶν. Σ’ ἑλ­κύ­ει ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς πυ­ρω­μέ­νης ἀ­σφάλ­του καὶ τὸ νὰ βλέ­πεις τὰ κα­φε­τιὰ —στὸ χρῶ­μα σου— φύλ­λα μὲ με­γε­θυν­τι­κὸ φα­κό. Τὸ στό­μα σου λέ­ει «ἄν­τε γα­μή­σου» χω­ρὶς νὰ χρεια­στεῖ νὰ τὸ ἀ­νοί­ξεις. Εἶ­σαι ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ βυ­ζιὰ σὰν γκρέ­ιπ­φρουτ καὶ καρ­που­ζέ­νιο κῶ­λο. Χα­ζεύ­εις τὰ ἀ­γό­ρια κα­θὼς σὲ χα­ζεύ­ουν. Δὲν δι­α­θέ­τεις τὰ λό­για ποὺ θὰ ἔ­κα­ναν κά­ποι­ον νὰ μεί­νει, μι­λᾶς μό­νη σου ὅ­ταν κα­νεὶς δὲν σ’ ἀ­κού­ει. Φεύ­γεις ὅ­σο πιὸ γρή­γο­ρα μπο­ρεῖς κι ἐ­πι­στρέ­φεις κά­θε Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, δι­ό­τι κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ξέ­ρει τὰ λό­για ἀ­π’ τὸ τρα­γού­δι σου.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν διαδικτυακὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Lost Ballon (19.09.19) [ἐ­πι­λέ­χθη­κε ἀ­πὸ τὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ ἦ­ταν προ­τει­νό­με­νες στὸ Lost Balloon γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γία Best Microfiction Anthology 2019]:

https://lost-balloon.com/2018/09/19/lets-sing-all-the-swear-words-we-know-by-anita-goveas/

Ἀ­νί­τα Γκό­βις (Anita Goveas). Βρε­τα­νί­δα ἀ­σι­α­τι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Βά­ση της εἶ­ναι τὸ Λον­δί­νο καὶ καύ­σι­μό της ὁ δυ­να­τὸς κα­φὲς καὶ τὸ πα­νὶρ τζαλ­φρέ­ζι. Εἶ­ναι συ­χνὰ χω­μέ­νη σὲ βι­βλι­ο­θῆ­κες καὶ στὸ ἀ­νε­ξάρ­τη­το βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς γει­το­νιᾶς της Bookseller Crow. Δου­λειά της πρω­το­εκ­δό­θη­κε στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Lon­don Short Story Prize An­tho­logy τοῦ 2016 καὶ πιὸ πρό­σφα­τα στὰ Rig­gwel­ter PressAnti-He­roin ChicFor­mer ca­ctus magLitro, καὶ Long­leaf Re­view. Τι­τι­βί­ζει ἀ­τά­κτως στὸ @coffeeandpaneer.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ἔ­ϊ­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender): Τέρμα



­ϊ­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender)


Τέρ­μα

(End of the Line)


ΑΝΤΡΑΣ πῆ­γε στὸ κα­τά­στη­μα κα­τοι­κί­δι­ων ζώ­ων νὰ ἀ­γο­ρά­σει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ἕ­ναν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ τοῦ κρα­τᾶ συν­τρο­φιά. Τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν γε­μά­το πι­τσι­λω­τοὺς σκύ­λους καὶ συ­νε­σταλ­μέ­νες γά­τες ποὺ ἔ­κα­ναν νά­ζια καὶ οἱ προ­ση­νεῖς ἀ­γό­ρα­ζαν σκύ­λους καὶ οἱ ἀ­νε­ξάρ­τη­τοι ἀ­γό­ρα­ζαν γά­τες καὶ ὁ ἄν­τρας αὐ­τὸς χά­ζευ­ε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ ὥ­σπου στὸ βά­θος τοῦ κα­τα­στή­μα­τος βρῆ­κε ἕ­να κλου­βὶ ποὺ εἶ­χε μέ­σα ἕ­ναν κα­να­πὲ-μι­νι­α­τού­ρα καὶ μιὰ μι­κρο­σκο­πι­κὴ τη­λε­ό­ρα­ση κι ἕ­ναν μι­κρὸ γο­η­τευ­τι­κὸ κα­στα­νὸ ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος φο­ροῦ­σε κο­στού­μι ἀ­πὸ του­ίντ. Κοί­τα­ξε τὸ καρ­τε­λά­κι μὲ τὴν τι­μή. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἦ­ταν ἀ­κρι­βὸς ἀλ­λὰ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας εἶ­χε στα­θε­ρὴ δου­λειὰ ὑ­ψη­λοῦ κύ­ρους καὶ θε­ώ­ρη­σε πὼς ἡ ἀ­γο­ρὰ αὐ­τὴ ἀ­ξί­ζει τὰ χρή­μα­τά της.

       Ἔ­φε­ρε τὸ κλου­βὶ στὸν μπρο­στι­νὸ χῶ­ρο τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, πλή­ρω­σε μὲ τὴν πι­στω­τι­κή του κάρ­τα καὶ κέρ­δι­σε πόν­τους γιὰ δω­ρε­ὰν ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὰ εἰ­σι­τή­ρια.

       Μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ κλου­βὶ τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα ἦ­ταν δε­μέ­νο μὲ τὴ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας καὶ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἐ­λα­φρῶς στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας τα­κτο­ποί­η­σε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό του, ἐ­πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο, καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ κλου­βί. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ βλέ­φα­ρα, πράγ­μα ποὺ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ τὸ δεῖ κα­νείς, κι ἔ­πει­τα μὲ τσι­ρι­χτὴ φω­νὴ ζή­τη­σε κά­τι νὰ φά­ει. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­φε­ρε στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μιὰ στα­γό­να οὐ­ί­σκι σερ­βι­ρι­σμέ­νη μέ­σα στὸ σπεί­ρω­μα μιᾶς βί­δας κι ἕ­να κομ­μά­τι κο­τό­που­λο ρο­λὸ μὲ τὴν πέ­τσα του. Δὲν εἶ­χε μα­χαι­ρο­πί­ρου­να, κι ἔ­τσι εἶ­πε στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ φά­ει ἐ­λεύ­θε­ρα μὲ τὰ χέ­ρια του, πράγ­μα ποὺ νευ­ρί­α­σε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἐ­ξή­γη­σε πὼς προ­τοῦ τὸν πιά­σουν ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας πο­λὺ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος καὶ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νος σύμ­βου­λος τε­χνο­λο­γί­ας ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τα­ξι­δέ­ψει πολ­λὲς φο­ρὲς στὸ Πα­ρί­σι καὶ στὸ Μι­λά­νο καὶ πὼς τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ τρώ­ει μὲ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να κι εὐ­χα­ρι­στεῖ πά­ρα πο­λύ. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας λύ­θη­κε στὰ γέ­λια, ἔ­βρι­σκε τὸν μι­κρὸ αὐ­τὸ ἄν­τρα τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει πο­λὺ ἀ­στεῖ­ο. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας τοῦ εἶ­πε μὲ φω­νὴ καμ­πά­να ὅ­τι τὰ κα­τα­στή­μα­τα ποὺ δι­α­θέ­τουν κου­κλό­σπι­τα εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὰ τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα καὶ ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται ἕ­να κρε­βά­τι, πα­ρα­κα­λεῖ, μ’ ἕ­να κα­νο­νι­κὸ μα­ξι­λά­ρι, πα­ρα­κα­λεῖ, κι ἕ­να φω­τι­στι­κὸ καὶ με­ρι­κὰ βι­βλί­α μὲ πραγ­μα­τι­κὲς σε­λί­δες, ἂν εἶ­ναι εὔ­κο­λο, φυ­σι­κά. Πα­ρα­κα­λεῖ. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας κάγ­χα­σε λί­γο ἀ­κό­μη καὶ ἔ­γνε­ψε κα­τα­φα­τι­κά.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νος στὸν κα­να­πέ του. Ἔ­μει­νε ξύ­πνιος μέ­χρι ἀρ­γὰ τὴν πρώ­τη ἐ­κεί­νη νύ­χτα, γε­λών­τας τσι­ρι­χτὰ μὲ τὶς βρα­δι­νὲς τη­λε­ο­πτι­κὲς ἐκ­πομ­πές, πράγ­μα ποὺ ἐ­νό­χλη­σε ὣς ἐ­κεῖ ποὺ δὲν πά­ει τὸν με­γά­λο ἄν­τρα. Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κοι­μη­θεῖ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλεί­σει μά­τι. Στὶς τέσ­σε­ρις τὰ χα­ρά­μα­τα, ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­ρι­ξε λί­γο ἀν­τι­ϊ­στα­μι­νι­κὸ μέ­σα στὸ σω­λη­νά­ριο μὲ τὸ νε­ρὸ τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα, καὶ κά­πως ἔ­τσι τε­λι­κὰ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα τὸν ἔ­πι­α­σε ὑ­πνη­λί­α. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­ρι­ξε κα­τὰ λά­θος πά­ρα πο­λύ, δι­ό­τι, ἂν κά­ποι­ος πε­τύ­χαι­νε τὴ σω­στὴ ἀ­να­λο­γί­α, θὰ ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ ἄ­θλου, ἀ­κό­μη κι ἂν ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος εἶ­χε κλί­ση στὰ μα­θη­μα­τι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α οὕ­τως ἢ ἄλ­λως δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸ δυ­να­τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα, καὶ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας τρεῖς μέ­ρες τρέ­κλι­ζε, χου­ζου­ρεύ­ον­τας πό­τε ἐ­δῶ καὶ πό­τε ἐ­κεῖ στὸ κλου­βί του, ἐ­νῶ τὰ σά­λια του ἄ­φη­ναν μι­κρο­σκο­πι­κοὺς λε­κέ­δες στὸν κα­να­πέ. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας πῆ­γε στὴ δου­λειὰ καὶ δὲν στα­μά­τη­σε ὅ­λη μέ­ρα νὰ σκέ­φτε­ται μὲ λα­χτά­ρα τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα, καὶ στὶς πέν­τε ἔ­τρε­ξε πί­σω στὸ σπί­τι, τό­σο ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἦ­ταν ποὺ θὰ ξα­νά­βλε­πε τὸν μι­κρό του ἄν­τρα, ὅ­μως βρῆ­κε πά­λι τὸν φι­λα­ρά­κο σκο­τει­νι­α­σμέ­νο. Ὅ­ταν ἡ ἐ­πί­δρα­ση τοῦ ἀν­τι­ϊ­στα­μι­νι­κοῦ πα­ρῆλ­θε, ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ξύ­πνη­σε μὲ τὰ ἰγ­μό­ρεια πεν­τα­κά­θα­ρα, καὶ βρι­σκό­ταν τώ­ρα πιὰ σ’ ἕ­να πλή­ρως ἐ­πι­πλω­μέ­νο δω­μά­τιο, μὲ ὅ­λες τὶς ἀ­νέ­σεις, μὲ πο­λυ­έ­λαι­ο καὶ μὲ ἀρ­κε­τά, πο­λὺ μι­κρὰ βι­βλί­α, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ἦ­ταν καὶ ἡ Στα­χτο­πού­τα στὰ ἱ­σπα­νι­κά, καὶ τὸ ὁ­λο­δι­κό του κα­τοι­κί­διο μυρ­μήγ­κι μέ­σα σὲ κλου­βί.

       Οἱ δυ­ὸ ἄν­τρες τὰ πῆ­γαν κα­λὰ γιὰ πε­ρί­που δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὸς μὲ τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς καὶ βο­η­θοῦ­σε τὸν με­γά­λο ἄν­τρα μὲ τὶς τρα­πε­ζι­κές του συ­ναλ­λα­γές. Ἀ­νά­με­σα στοὺς λο­γα­ρια­σμούς, ὅ­μως, τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λᾶ γιὰ τὴ ζω­ή του πί­σω στὸ σπί­τι του καὶ γιὰ τὸ πῶς τὸν εἶ­χαν συλ­λά­βει οἱ κυ­νη­γοὶ κε­φα­λῶν μι­κρῶν ἀν­τρῶν μέ­σα σ’ ἕ­ναν φοῦρ­νο, ἀ­π’ ὅ­λα τὰ μέ­ρη ἐ­κεῖ – ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, καὶ γιὰ τὸ πό­σο πο­λὺ τοῦ ἔ­λει­παν ἡ γυ­ναί­κα του καὶ τὰ παι­διά του. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας δὲν εἶ­χε οὔ­τε γυ­ναί­κα οὔ­τε παι­διὰ καὶ δὲν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­ει τὸ κομ­μά­τι αὐ­τό. «Εἶ­σαι δι­κός μου τώ­ρα», εἶ­πε στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. «Πλή­ρω­σα τρε­λὰ λε­φτὰ γιὰ πάρ­τη σου.»

       «Μὰ ἔ­χω εὐ­θύ­νες», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας στὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη του, καὶ τὸ βλέμ­μα του, στὸ φῶς, ἔ­μοια­ζε ὑ­γρό.

       «Εἶ­πες ὅ­τι θὰ μὲ πᾶς πί­σω», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας.

       «Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα τέ­τοι­ο», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε καὶ νὰ θυ­μη­θεῖ ἂν ὄν­τως τὸ εἶ­χε πεῖ ἢ ὄ­χι. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα κα­λὸς στὸ νὰ συγ­κρα­τεῖ ὀ­νό­μα­τα οὔ­τε στὸ νὰ ἀ­να­κα­λεῖ, γε­νι­κῶς, τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε στὴ μνή­μη του.

       Ἀ­φοῦ πε­ρά­σα­νε τρεῖς πε­ρί­που ἑ­βδο­μά­δες, ἀ­φοῦ ἐ­νη­με­ρώ­θη­κε γιὰ τὶς προ­σω­πι­κό­τη­τες τῶν παι­δι­ῶν καὶ τῶν παπ­πού­δων καὶ τῶν θεί­ων τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα, ἀ­φοῦ ἄ­κου­σε γιὰ τὸ δέ­κα­το γεῦ­μα στὸ Πα­ρί­σι καὶ γιὰ τὸν σερ­βι­τό­ρο ποὺ εἶ­πε ὅ­τι ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας εἶ­χε πά­ρα πο­λὺ κα­λὴ προ­φο­ρά, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας τοῦ ἀ­φη­γή­θη­κε τὴ δι­α­δρο­μὴ ἐ­κεί­νη μὲ τὸ τρέ­νο γιὰ Το­σκά­νη, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τρα­γου­δοῦ­σε ἄ­ρι­ες γιὰ τε­νό­ρους συ­νο­δεία μαν­το­λί­νου, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἐ­πι­δό­θη­κε στὸ νὰ βα­σα­νί­σει τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ποὺ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας εἶ­χε γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­στα­ξε στὸ νε­ρό του στὰ μου­λω­χτὰ μιὰ στα­γο­νί­τσα οἰ­κια­κοῦ κα­θα­ρι­στι­κοῦ, λε­πτὴ σὰν τὴ μύ­τη τῆς βε­λό­νας, καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη νύ­χτα τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ βλέ­πει πα­ραι­σθή­σεις, νὰ τι­νά­ζε­ται καὶ νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ, ν’ ἀ­να­γου­λιά­ζει καὶ ν’ ἀ­μο­λά­ει μι­κρὰ ρὸζ βου­να­λά­κια στὶς γω­νί­ες τοῦ κλου­βιοῦ. Τὸ μι­κρὸ σῶ­μα του ἦ­ταν τό­σο μι­κρό, ὥ­στε ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ φαν­τα­στεῖ κα­νεὶς πὼς πο­νοῦ­σε τό­σο πο­λύ. Πό­σος πο­λὺς πό­νος μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει αἰ­σθη­τὸς σ’ ἕ­ναν χῶ­ρο μι­κρο­σκο­πι­κὸ σὰν κι αὐ­τόν; Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας κοι­μή­θη­κε βα­ριά, βέ­βαι­ος πὼς τὸ κα­τοι­κί­διό του ὑ­πε­ρέ­βαλ­λε ἁ­πλῶς γιὰ νὰ κά­νει ἐ­φέ.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἄρ­χι­σε νὰ παίρ­νει τὴν ἀ­ναρ­ρω­τι­κή του ἄ­δεια καὶ νὰ μέ­νει στὸ σπί­τι.

       Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸ νὰ πε­τά­ει τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα στὸν ἀ­έ­ρα καὶ νὰ τὸν ξα­να­πιά­νει. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους. Ἀρ­χι­κὰ εἶ­πε μὲ στι­βα­ρή, πα­τρι­κὴ φω­νὴ ὅ­τι δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό, ὕ­στε­ρα οὔρ­λια­ξε κι ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. Ὁ ἄν­τρας δὲν ἀν­τέ­δρα­σε κι ἔ­τσι ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἐ­πι­στρά­τευ­σε τὴ λο­γι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πέ­δω­σε γιὰ λί­γο, λέ­γον­τας: «κοί­τα, κι ἐ­γὼ ἄν­τρας εἶ­μαι, εἶ­μαι ἁ­πλῶς μι­κρὸς ἄν­τρας. Εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πί­πο­νο αὐ­τὸ γιὰ μέ­να», εἶ­πε. «Ἀ­κό­μη κι ἂν δὲν μὲ συμ­πα­θεῖς», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας, «πο­νά­ει καὶ πά­λι». Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας στά­θη­κε ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο καὶ ἄ­κου­σε, εἶ­χε ὅ­μως φτά­σει νὰ τοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ τι­νά­ζει στὸν ἀ­έ­ρα τὸν μι­κρό του ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν μι­λοῦ­σε πιὰ καὶ τό­σο γιὰ τὴν τέ­χνη τῆς μπαγ­κέ­τας καὶ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας, ἐμ­φα­νί­ζον­τας με­λα­νι­ὲς καὶ οὐ­λὲς στὸ κορ­μί του, κα­τέ­λη­ξε νὰ στα­μα­τή­σει ἐν­τε­λῶς νὰ μι­λᾶ. Τὸν πο­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ δὲν εἶ­χε πιὰ κα­μιὰ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ νε­ρό.

       Τοῦ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ νὰ δρα­πε­τεύ­σει. Μὰ πῶς; Τὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας εἶ­ναι τὸ Ἐμ­πά­ιρ Στέ­ιτ Μπίλ­ντινγκ. Ἡ πί­σω αὐ­λὴ εἶ­ναι ἀ­φρι­κα­νι­κὸ βο­σκο­τό­πι.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας κά­θι­σε καὶ εἶ­δε τη­λε­ό­ρα­ση μα­ζὶ μὲ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Ὅ­ση ὥ­ρα κρά­τη­σε ἡ ἐκ­πομ­πὴ μὲ τὶς σέ­ξι γυ­ναῖ­κες, ἔ­ρι­ξε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μέ­σα στὸ παν­τε­λό­νι του καὶ τὸν ἄ­φη­σε ἁ­πλῶς ἐ­κεῖ. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας σκούν­τη­ξε τὸ πέ­ος τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα τὸ ὁ­ποῖ­ο με­γά­λω­νε στὸ πλά­ι του λὲς κι ἦ­ταν ἡ φα­σο­λιὰ τοῦ Τζὰκ αὐ­το­προ­σώ­πως, ἀ­πο­πνέ­ον­τας μιὰ γή­ι­νη μυ­ρω­διὰ κλει­σού­ρας, τέ­τοι­α ποὺ ἔ­κα­νε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ νι­ώ­θει ἀ­μη­χα­νί­α γιὰ τὸ δι­κό του μι­κρὸ πέ­ος τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν κα­τα­χω­νι­α­σμέ­νο στὸ παν­τε­λό­νι τοῦ συμ­βού­λου τὸ ὁ­ποῖ­ο φο­ροῦ­σε. Ἕ­σφι­ξε τὴ γρο­θιὰ του κα­τὰ πά­νω της καὶ ἡ φα­σο­λιὰ ψή­λω­σε κι ἄλ­λο καὶ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας, ἐ­νο­χλη­μέ­νος, βού­τη­ξε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μέ­σ’ ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι του καὶ τὸν ἐκ­σφεν­δό­νι­σε στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας χτύ­πη­σε στὸ πό­δι τοῦ τρα­πε­ζιοῦ. Ξύ­πνη­σε μέ­σα στὸ κλου­βί του, τὸ κε­φά­λι του βού­ι­ζε. Δὲν τὸν εἶ­χε πτο­ή­σει καὶ τό­σο τὸ ὅ­τι βρέ­θη­κε μέ­σα στὸ ἐ­σώ­ρου­χο ἑ­νὸς με­γά­λου ἄν­τρα, δι­ό­τι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν ἔπι­α­σαν, ποὺ ἔ­νι­ω­σε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­να­λαμ­πὴ ἰ­σχύ­ος.

       «Μὴν τὸ ξα­να­κά­νεις αὐ­τό», προ­ει­δο­ποί­η­σε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας, μὲ τὸ κε­φά­λι του νὰ κα­τα­λαμ­βά­νει ὁ­λό­κλη­ρό το βό­ρει­ο τοί­χω­μα τοῦ κλου­βιοῦ.

       «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ βλέμ­μα δὲν ἦ­ταν πλέ­ον ὑ­γρὸ ἀλ­λὰ ἀ­πλα­νές. «Κύ­ρι­ε. Λυ­πη­θεῖ­τε με.»

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας τύ­λι­ξε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μὲ κολ­λη­τι­κὴ ται­νί­α, ὅ­λο του τὸ κορ­μί, κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλο­τσή­σει καὶ ὑ­πῆρ­χαν μό­νο μι­κρὲς τρύ­πες γιὰ τὸ στό­μα του καὶ γιὰ τὰ μά­τια του. Ἔ­πει­τα, τὸν ἔ­βα­λε στὸ ψυ­γεῖ­ο γιὰ μί­α ὥ­ρα. Μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψε, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας βρῆ­κε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα λι­πό­θυ­μο καὶ τὸν ἔ­ρι­ξε στὸ φουρ­νά­κι, σὲ πο­λύ, πο­λὺ χα­μη­λὴ θερ­μο­κρα­σί­α, ἄλ­λα δέ­κα λε­πτά. Τὸ εἶ­χε προ­θερ­μά­νει. Ὁ ἄν­τρας ξα­να­ζων­τά­νε­ψε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες.

       «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ», εἶ­πε στὸν με­γά­λο ἄν­τρα, μὲ σπα­σμέ­νη φω­νή.

       Τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ λέ­ξη πα­ρα­κα­λῶ. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ εὐ­γέ­νεια καὶ δὲν τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι. Ἦ­ταν πλη­κτι­κὰ στὴ δου­λειὰ καὶ κα­νεὶς δὲν πρό­σε­ξε τὸ και­νού­ριο του παλ­τό. Ἀ­γό­ρα­σε στὸν ἑ­αυ­τό του ἕ­να εἰ­σι­τή­ριο γιὰ Πα­ρί­σι μὲ ὅ­λους τους πόν­τους ποὺ εἶ­χε μα­ζέ­ψει στὴν πι­στω­τι­κὴ κάρ­τα του, δὲν ἄρ­γη­σε ὅ­μως νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι δὲν γνώ­ρι­ζε οὔ­τε λέ­ξη ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα καὶ φο­βό­ταν πο­λὺ ὅ­τι μπο­ρεῖ κα­τὰ λά­θος νὰ πα­ραγ­γεί­λει νὰ φά­ει ἀρ­νί­σια μυα­λά. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ζη­τή­σει ἀ­πὸ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ τοῦ με­τα­φρά­σει, δι­ό­τι δὲν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­σει τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ μι­λᾶ μὲ προ­φο­ρά. Ἡ σκέ­ψη καὶ μό­νο τὸν ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ἡ προ­θε­σμί­α γιὰ τὴ χρή­ση τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου ἔ­λη­ξε, χω­ρὶς ἀν­τί­κρι­σμα. Στὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ἁ­πλώ­θη­κε στὸ κά­θι­σμά της καὶ κοι­μή­θη­κε, ἐ­φό­σον δὲν ἐμ­φα­νί­στη­κε κα­νεὶς στὸ δι­πλα­νὸ κά­θι­σμα. Στὴ δου­λειά, πρό­τει­νε σὲ μιὰ γο­η­τευ­τι­κὴ συ­νά­δελ­φο ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε πολ­λὰ χρό­νια νὰ βγοῦν κι ἐ­κεί­νη τὸν πα­ρα­μέ­ρι­σε καὶ ἔ­τρε­ξε νὰ τὸ πεῖ ἀ­μέ­σως στοὺς συ­να­δέλ­φους της. Δὲν εἶ­πε κὰν ὄ­χι· τῆς φά­νη­κε τό­σο προ­φα­νές, ποὺ δὲν χρει­ά­στη­κε κὰν νὰ τὸ πεῖ.

       «Βγά­λε τὰ ροῦ­χα σου», εἶ­πε τὸ ἴ­διο ἀ­πό­γευ­μα στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας μα­ζεύ­τη­κε καὶ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ὕ­ψω­σε ἕ­να μπου­κά­λι ποὺ πε­ρι­εῖ­χε κα­θα­ρι­στι­κὸ μπά­νιου ἀ­πει­λών­τας τον. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας γδύ­θη­κε ἀρ­γά, δί­πλω­σε τὰ ροῦ­χα του καὶ στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τι στὸν με­γά­λο ἄν­τρα, τὸ δέρ­μα του ἦ­ταν χλω­μό, τὸ στῆ­θος του μιὰ πυ­κνή, τρι­χω­τὴ χλό­η, τὸ πέ­ος του κρυμ­μέ­νο, τὰ χεί­λη του ἔ­τρε­μαν ἀ­νε­παί­σθη­τα, ἔ­πρε­πε νὰ κοι­τά­ξει κα­νεὶς πα­ρὰ πο­λὺ προ­σε­χτι­κὰ γιὰ νὰ τὸ πα­ρα­τη­ρή­σει.

       «Κά­νε κά­τι», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κά­θι­σε στὸν κα­να­πέ. «Τί;», εἶ­πε.

       «Γί­νε ντοῦ­ρος», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας. «Δεῖ­ξε μου πῶς μοιά­ζεις.»

       Τὸ κε­φά­λι τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα δὲν εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ πο­νά­ει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸ χτύ­πη­σε στὸ τρα­πέ­ζι· τὸ μυα­λό του τὸ ἔ­νι­ω­θε νὰ εἶ­ναι θο­λω­μέ­νο καὶ σὲ πλή­ρη σύγ­χυ­ση ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πέ­ρα­σε μιὰ ὥ­ρα στὸ ψυ­γεῖ­ο κι ὕ­στε­ρα λί­γο χρό­νο στὸ φουρ­νά­κι. Ἔ­βα­λε τὸ πέ­ος του στὴ χού­φτα του κι ἔ­νι­ω­σε μιὰ βα­ριά, θλι­βε­ρὴ ἀ­να­λαμ­πὴ ἡ­δο­νῆς καί, στὸ φόν­το τῆς ἀ­πό­λυ­της βρα­δύ­νοι­ας, τὸ κορ­μί του ξα­να­βρῆ­κε τὴ σει­ρά του.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας δὲν στα­μά­τη­σε νὰ γε­λᾶ μὲ τὴ στύ­ση τοῦ μι­κροῦ του ἄν­τρα ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν μιὰ χα­ρὰ ἀ­λη­θι­νὴ ἀλ­λὰ μι­κρο­σκο­πι­κή! Τί ἀ­στεῖ­ο νὰ βλέ­πεις αὐ­τὸν τὸν ἄν­τρα σὰν ἄν­τρα. Ἔ­δει­χνε μὲ τὸ δά­χτυ­λο καὶ γε­λοῦ­σε. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἔ­μει­νε στὸν κα­να­πὲ καὶ σκέ­φτη­κε τὴ γυ­ναί­κα του, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω στὸν κό­σμο καὶ μά­ζευ­ε τὰ κα­πά­κια ἀ­πὸ τὰ μπου­κά­λια τὰ ὁ­ποῖ­α πε­τοῦ­σαν κά­τω οἱ με­γά­λοι ἄν­θρω­ποι καὶ τὰ ἔ­κα­νε δί­σκους σερ­βι­ρί­σμα­τος· τῆς ἔ­παιρ­νε ὧ­ρες νὰ λειά­νει τὶς αἰχ­μη­ρὲς ἄ­κρες τους κι ὕ­στε­ρα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε με­ταλ­λι­κὸ χρῶ­μα γιὰ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ καὶ τὰ ζή­λευ­αν ὅ­λοι οἱ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι ἐ­κεῖ γύ­ρω, τό­σο ὄ­μορ­φα ἦ­ταν καὶ μὲ τό­σο με­ρά­κι φτι­αγ­μέ­να. Κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν δι­έ­θε­τε τὴν ὑ­πο­μο­νὴ νὰ κάμ­ψει τὶς αἰχ­μη­ρὲς αὐ­τὲς γω­νί­ες. Ἐ­νί­ο­τε που­λοῦ­σε καὶ κα­νέ­ναν κι ἔ­βγα­ζε γε­ρὸ χαρ­τζι­λί­κι. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας σκέ­φτη­κε τοὺς δί­σκους αὐ­τούς, δί­σκους πά­νω σε δί­σκους, κόκ­κι­νους, μπλὲ καὶ κί­τρι­νους, ὥ­σπου στὸ τέ­λος κά­τι λί­γο ἀ­νά­βλυ­σε, ὁ ὀρ­γα­σμὸς ἦ­ταν δί­χως ἡ­δο­νὴ ἀλ­λὰ γε­μά­τος νο­σταλ­γί­α.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας στα­μά­τη­σε νὰ γε­λᾶ.

       «Τί σκέ­φτε­σαι;», εἶ­πε.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

       «Πῶς εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα σου;», εἶ­πε.

       Τί­πο­τα.

       «Πή­γαι­νε με νὰ τὴ δῶ», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κά­θι­σε, γυ­μνός, στὸ πά­τω­μα τοῦ κλου­βιοῦ του. Εἶ­χε ἀλ­λά­ξει τώ­ρα πιά. Εἶ­χε ἀ­πο­κο­πεῖ. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γυ­ρί­σει πί­σω, πο­λὺς ὁ δρό­μος γιὰ πί­σω. Εἶ­χε φύ­γει.

       «Νὰ δεῖς ποι­ά;», ρώ­τη­σε.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας γέ­λα­σε πο­νη­ρά.

       «Τὴ γυ­ναί­κα σου», εἶ­πε.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι. Κοί­τα­ξε ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος τὸν με­γά­λο ἄν­τρα. «Γιὰ σέ­να ἡ δι­α­δρο­μὴ φτά­νει στὸ τέρ­μα της μ’ ἐ­μέ­να», εἶ­πε.

       Ἦ­ταν ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πρό­τα­ση ποὺ εἶ­χε ἀρ­θρώ­σει τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἑ­βδο­μά­δες. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­ρι­ξε κά­τω το κλου­βὶ κι ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας χτύ­πη­σε στὸν κα­να­πέ.

       «Ναί!» , οὔρ­λια­ξε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας. «Καὶ τὰ παι­διά σου θέ­λω νὰ δῶ. Πῶς τὰ λα­τρεύ­ω τὰ παι­διά!»

       Ἄ­νοι­ξε τὸ κλου­βὶ καὶ στή­ρι­ξε στὴν πα­λά­μη του τὸν μι­κρὸ λου­λου­δά­το κα­να­πέ. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα ἦ­ταν ἀ­νέκ­φρα­στο καὶ ψυ­χρό.

       «Ὄ­χι», εἶ­πε, μὲ κλει­στὰ μά­τια.

       «Θὰ σὲ βα­σα­νί­σω», φώ­να­ξε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἔ­γει­ρε σ’ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι καὶ ἕ­νω­σε τὰ χέ­ρια του κά­τω ἀ­πὸ τὸ μά­γου­λό του. Ὁ πό­νος δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιὰ μυ­στή­ριο γι’ αὐ­τόν, καὶ ὅ­ποι­ος ἔ­χει ἐ­ξοι­κει­ω­θεῖ μὲ τὸν πό­νο, ἔ­χει εἰ­σέλ­θει σ’ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος ἐ­λευ­θε­ρί­ας.

       «Ὄ­χι», ψι­θύ­ρι­σε μέ­σα στὶς ἀρ­θρώ­σεις του.

       Κα­θὼς ἡ ἀ­νά­σα του σχη­μά­τι­ζε ζε­στὰ σύν­νε­φα ποὺ σκέ­πα­ζαν τὰ χέ­ρια του, ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας πε­ρί­με­νε, μι­σο­ζα­λι­σμέ­νος, νὰ θα­να­τω­θεῖ. Αἰ­σθα­νό­ταν τὸν θά­να­τό του σὰν κά­τι τρο­με­ρὰ ἀ­σή­μαν­το καὶ σὰν βρα­χὺ σῆ­μα κι ὅ­μως δὲν βι­α­ζό­ταν νὰ πε­θά­νει κι ἔ­στελ­νε κύ­μα­τα ἀ­γά­πης στὴ γυ­ναί­κα του καὶ στὰ παι­διά του, στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κός, σὲ αὐ­τοὺς ποὺ δι­αι­σθά­νον­ταν τὸ βρα­χὺ σῆ­μα.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­παι­ζε μὲ τὰ πό­δια τῆς μι­κρῆς πο­λυ­θρό­νας. Ἀ­φαί­ρε­σε τὸ μα­ξι­λά­ρι καὶ στὶς σχι­σμὲς μέ­σα βρῆ­κε με­ρι­κὰ κέρ­μα­τα, κέρ­μα­τα τό­σο μι­κρὰ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε κὰν νὰ τὰ πιά­σει καὶ νὰ τὰ ση­κώ­σει.

       Ἔ­φε­ρε τὸ κε­φά­λι του κον­τὰ στὸ κλου­βὶ τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα.

       «Σύμ­φω­νοι», εἶ­πε.

       Τέσ­σε­ρις μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, ἄ­φη­σε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα ἐ­λεύ­θε­ρο. Τοῦ συμ­πε­ρι­φέρ­θη­κε κα­λὰ τὶς τέσ­σε­ρις αὐ­τὲς μέ­ρες, τοῦ ἔ­δω­σε νὰ φά­ει κα­λά, νὰ κά­νει μπά­νιο ἀ­κό­μη, νὰ πι­εῖ ἀ­σπι­ρί­νη, τοῦ ἔ­δω­σε καὶ και­νού­ριο μα­ξι­λά­ρι. Θέ­λη­σε νὰ τοῦ μεί­νουν θε­τι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις καὶ μιὰ κα­λὴ γε­νι­κὴ εἰ­κό­να. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μέ­ρες, πῆ­ρε τὸ κλου­βὶ πα­ρα­μά­σχα­λα, ἄ­νοι­ξε τὴν μπρο­στι­νὴ πόρ­τα καὶ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Ξε­κλεί­δω­σε τὴν πόρ­τα τοῦ κλου­βιοῦ. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κοι­μό­ταν ἀ­στα­μά­τη­τα ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, λί­γες μό­νο στιγ­μὲς ἦ­ταν δια­υγὴς καὶ τό­τε κοι­τοῦ­σε τὸν με­γά­λο ἄν­τρα στὰ γι­γαν­τια­ῖα του μά­τια, ὅ­μως οἱ ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου τὸν ἔ­λου­σαν στὴ στιγ­μή, κι ἔ­τσι ξύ­πνη­σε. Βγῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ κλου­βί. Πε­ρί­με­νε νὰ πε­τά­ξει χα­μη­λὰ κά­ποι­ο που­λὶ καὶ νὰ τὸν φά­ει. Δὲν εἶ­ναι κι ὁ χει­ρό­τε­ρος θά­να­τος, σκέ­φτη­κε. Οἱ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν κα­τὰ κα­νό­να ἕ­να λά­δι τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πω­θοῦ­σε τὰ που­λιὰ καὶ ἄλ­λα ζῶ­α, ὅ­λο αὐ­τὸ ὅ­μως εἶ­χε ξε­πλυ­θεῖ μὲ τὸν και­ρὸ ἀ­πὸ πά­νω του. Μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει στὰ δε­ξιά του τὴν μπα­τά­λι­κη φι­γού­ρα τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θό­ταν ὀ­κλα­δόν. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἦ­ταν θλιμ­μέ­νος, ἡ θλί­ψη δὲν ἦ­ταν ὅ­μως πο­λὺ με­γά­λη. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας εἶ­χε κα­ταν­τή­σει βα­ρε­τός. Τώ­ρα ποὺ κά­πως ἔ­μοια­ζε μὲ ἄν­θρω­πο, ἦ­ταν εὐ­κο­λό­τε­ρο νὰ τὸν συ­να­να­στρα­φεῖς καὶ δυ­σκο­λο­τε­ρο νὰ τὸν ἔ­χεις γιὰ παι­χνί­δι. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας δι­έ­σχι­σε τὸ πε­ζο­δρό­μιο πα­ρα­παί­ον­τας, τὰ χέ­ρια του προ­ε­ξεῖ­χαν μὲ τρό­πο ἀ­συ­νή­θι­στο, λὲς καὶ ἦ­ταν βρεγ­μέ­να ἢ βου­τηγ­μέ­να σὲ μπο­γιά. Ἔ­μοια­ζε νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸ ἴ­διο του τὸ σῶ­μα.

       Κά­θι­σε κά­τω, στὸ κρά­σπε­δο. Ἕ­να μι­κρὸ μπλὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­νέ­βη­κε τὸν δρό­μο, τό­σο μι­κρό, ποὺ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας δὲν θὰ τὸ εἶ­χε προ­σέ­ξει, ἂν δὲν κοι­τοῦ­σε ἀ­πὸ πρὶν στὸ ὕ­ψος τῶν πο­δι­ῶν. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἐ­πι­βι­βά­στη­κε. Δὲν εἶ­χε κα­θό­λου χρή­μα­τα, τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ὅ­μως μάρ­σα­ρε πρὸς στιγ­μὴν κι ὕ­στε­ρα συ­νέ­χι­σε τὴν πο­ρεί­α του με­τα­φέ­ρον­τας καὶ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Κά­θι­σε πί­σω καὶ κοί­τα­ξε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἔ­ξω στὸν δρό­μο. Ὅ­λοι οἱ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι γύ­ρω του εἶ­χαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ὀ­σμι­στοῦν τί εἶ­χε συμ­βεῖ. Ζοῦ­σαν μ’ αὐ­τὸν τὸν φό­βο κα­θη­με­ρι­νά. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες τοὺς κρα­τοῦ­σαν ἐ­νή­με­ρους καὶ τοὺς πλη­ρο­φο­ροῦ­σαν γιὰ κά­θε νέ­ο πε­ρι­στα­τι­κό. Ἕ­νας γη­ραι­ό­τε­ρος ἄν­τρας μὲ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη λευ­κὴ γε­νειά­δα δι­έ­σχι­σε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ νὰ κα­θί­σει δί­πλα στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα καὶ ἅ­πλω­σε ἁ­πα­λὰ τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο του. Πα­ρα­κο­λού­θη­σαν πα­ρέ­α τὰ γκρί­ζα κρά­σπε­δα νὰ μέ­νουν πί­σω.

       Στὸ γκα­ζόν, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας βρῆ­κε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ξε­καρ­δι­στι­κὸ καὶ περ­πά­τη­σε δί­πλα του μέ­χρι τὸ ἑ­πό­με­νο τε­τρά­γω­νο. Ὣς καὶ τὰ ἐ­λα­στι­κὰ καὶ οἱ τρο­χοὶ πε­ρι­στρέ­φον­ταν στὴν ἐν­τέ­λεια. Σκέ­φτη­κε πώς, ἐ­φό­σον τὸ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε, μπο­ροῦ­σε νὰ πα­τή­σει πά­νω στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο αὐ­τὸ καὶ νὰ τὸ συν­τρί­ψει. Δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἦ­ταν ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο μὲ καρ­φιὰ τό­σο αἰχ­μη­ρά, ποὺ θὰ τρυ­ποῦ­σαν εὔ­κο­λα τὴ λα­στι­χέ­νια σό­λα καὶ θὰ ἔ­φτα­ναν μέ­σα στὴ σάρ­κα τοῦ πο­διοῦ. Γιὰ κά­ποι­α τε­τρά­γω­να κρα­τοῦ­σε τὸ πό­δι του πά­νω ἀ­πὸ τὸ ὄ­χη­μα, πα­ρα­τη­ρών­τας νὰ ξε­προ­βάλ­λουν στά­σεις λε­ω­φο­ρεί­ου, πι­να­κί­δες μι­κρὲς σὰν ὀ­δον­το­γλυ­φί­δες, κά­ποι­α στιγ­μὴ ὅ­μως αἰ­σθάν­θη­κε κό­πω­ση καὶ πῆ­γε στὴ γω­νί­α καὶ ἄ­φη­σε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο νὰ στρί­ψει καὶ κά­θι­σε κά­τω στὸ με­γά­λο πλα­στι­κὸ μπλὲ παγ­κά­κι, στὴ γω­νί­α ποὺ ἦ­ταν γιὰ τοὺς με­γά­λους ἀν­θρώ­πους.

       Μό­λις ἔ­φτα­σε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο του, τὸ πῆ­ρε. Ἦ­ταν Σάβ­βα­το. Τὸ πῆ­ρε μέ­χρι τὸ τέρ­μα. Ἐ­δῶ, οἱ δρό­μοι ἦ­ταν γε­μά­τοι σκου­πί­δια καὶ τὴν ἀ­πό­στα­ση τὴν ὁ­ρι­ο­θε­τοῦ­σαν με­νε­ξε­διὰ βου­νά. Ὅ­λα ἔ­μοια­ζαν νὰ ἔρ­χον­ται πο­λὺ κον­τὰ κι ἀ­κό­μα καὶ οἱ ἐ­πι­γρα­φὲς τῶν κα­τα­στη­μά­των φάν­τα­ζαν ὑ­περ­βο­λι­κὰ φω­τει­νὲς καὶ ἐ­πι­βλη­τι­κές. Ἐ­ξαρ­χῆς δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε, αὐ­τὸς ὁ τό­πος στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν εἶ­χε ξα­να­βρε­θεῖ πο­τὲ πρὶν κι ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε ἀλ­λι­ώ­τι­κη μυ­ρω­διά, μύ­ρι­ζε εὐ­ω­δια­στὸ λου­λού­δι καὶ χω­ρι­ά­τι­κο ψω­μί. Ἐ­πὶ μί­α ὥ­ρα δὲν πέ­ρα­σε κα­νέ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο κι ἔ­τσι ξε­κί­νη­σε νὰ περ­πα­τᾶ μὲ στα­θε­ρὸ βῆ­μα πρὸς τὸ σπί­τι του, μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

       Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ ἁ­πλῶς ποῦ ἔ­με­ναν. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ τὰ μι­κρὰ σπί­τια τους καὶ τὰ κα­τοι­κί­διά τους καὶ τὰ σχο­λεῖ­α τους. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ ἂν εἶ­χαν ἁ­μά­ξια ἢ ἂν τὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸ βα­σι­κὸ με­τα­φο­ρι­κὸ μέ­σο. Εὐ­ελ­πι­στοῦ­σε νὰ ἐν­το­πί­σει κά­ποι­ο μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο.

       «Δὲν θέ­λω νὰ σᾶς βλά­ψω!», εἶ­πε φω­να­χτά. «Θέ­λω ἁ­πλῶς νὰ γί­νω κομ­μά­τι τῆς κοι­νω­νί­ας σας.»

       Τὸ βλέμ­μα του δι­έ­τρε­χε τε­τρά­γω­να ὁ­λό­κλη­ρα μὲ γκα­ζὸν καὶ πε­ζο­δρό­μια. Ἀ­νέ­κα­θεν δι­έ­θε­τε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ὅ­ρα­ση.

       «Ἂν μὲ ἀ­φή­σε­τε νὰ δῶ τὸ χω­ριό σας», εἶ­πε φω­να­χτά, «σὰν ἀν­τάλ­λαγ­μα, θὰ σᾶς προ­στα­τεύ­σω ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Θὰ φυ­λά­ω τὶς ἐ­ξώ­πορ­τές σας σὰν κέρ­βε­ρος!». Τὸ φώ­να­ζε στὶς ἀγ­κα­θω­τὲς σκι­ὲς ποὺ ἔ­ρι­χναν οἱ φυ­το­φρά­χτες, κά­τω στὸ ρεῖ­θρο, μέ­σα στὶς νω­πὲς κε­φα­λὲς τῶν ψε­κα­στή­ρων.

       Τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­κε ἦ­ταν ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ κί­τρι­νο κα­πέ­λο μὲ μιὰ κορ­δέ­λα, στε­ρε­ω­μέ­νο ἔ­ξο­χα πά­νω στὸ κί­τρι­νο πέ­τα­λο ἑ­νὸς ρό­δου. Τὸ κρά­τη­σε στὸ χέ­ρι του γιὰ δέ­κα ὁ­λό­κλη­ρα λε­πτά, θαυ­μά­ζον­τας τὴ λε­πτο­δου­λειὰ τοῦ χει­ρο­τε­χνή­μα­τος. Ἦ­ταν κεν­τη­μέ­νο ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη. Τὸ γεῖ­σο τοῦ κα­πέ­λου ἦ­ταν ἴ­σο μὲ τὴ βά­ση τοῦ ἀν­τί­χει­ρά του. Ὅ,τι εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὸν ἴ­διο τοῦ φά­νη­κε ἀ­η­δι­α­στι­κὸ καὶ τε­ρά­στιο. Ποῦ νὰ εἶ­ναι οἱ ψη­λοὶ ἄν­θρω­ποι, οἱ πιὸ χον­τροὶ ἄν­θρω­ποι, σκέ­φτη­κε. Ποῦ εἶ­ναι οἱ θε­ϊ­κῶν δι­α­στά­σε­ων ἐ­ξω­γή­ι­νοι;

       Τε­λι­κά, κά­θι­σε κά­τω στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

       «Βρῆ­κα ἕ­να κα­πέ­λο!», φώ­να­ξε. «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ! Βγεῖ­τε ἔ­ξω! Ὑ­πό­σχο­μαι νὰ τὸ δώ­σω στὸν νό­μι­μο ἰ­δι­ο­κτή­τη του.»

       Φω­λι­α­σμέ­νοι μέ­σα σ’­ἕ­να βρα­χῶ­δες μόρ­φω­μα, ὀ­χτὼ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι, μιὰ ὁ­μά­δα, κρα­τοῦ­σαν ὁ ἕ­νας τὸ χέ­ρι τοῦ ἄλ­λου. Εἶ­χαν ξε­κι­νή­σει νὰ πᾶ­νε σ’ ἕ­να πάρ­τι γε­νε­θλί­ων. Τὸ ἕ­να κορ­μὶ με­τέ­δι­δε στὸ ἄλ­λο κα­τα­πλη­κτι­κὴ ζε­στα­σιά. Θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ πα­ρα­μεί­νουν ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα, ἂν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νουν. Ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νοι σ’ αὐ­τό. Τὰ γε­νέ­θλια ἔρ­χον­ταν καὶ πα­ρέρ­χον­ταν. Τὰ κί­τρι­να κα­πέ­λα μπο­ροῦ­σαν νὰ τὰ ξα­να­ρά­ψουν. Δὲν ἦ­ταν δι­κή τους δου­λειὰ νὰ φρον­τί­σουν τὸν κό­σμο ὅ­λο, ψι­θύ­ρι­σε ἡ μη­τέ­ρα στὴν κό­ρη, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ κί­τρι­νο φό­ρε­μα ἦ­ταν ἀ­πα­ρά­μιλ­λο, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ χέ­ρι ἔ­παι­ζε ἱ­δρω­μέ­νο, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸν γί­γαν­τα ἀ­π’ ἔ­ξω νὰ το­πο­θε­τεῖ τὸ κα­πέ­λο της στὸ πε­λώ­ριο κε­φά­λι του καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐν­νο­ή­σει τὴν τό­ση εὐ­σπλα­χνί­α ποὺ λυ­νό­ταν καὶ ξα­να­λυ­νό­ταν μὲς στὴν καρ­διά της.


Δραματοποίηση:

Shatterbox

Σκηνοθεσία: Jessica Sanders

Simon Helber ὡς Ὁ μικρὸς ἄντρας

Brett Gelman ὡς Ὁ μεγάλος ἄντρας

shatterbox: Μιὰ συσκευὴ γιὰ τὴ μηχανικὴ κονιοποίηση ἑνὸς δείγματος ὑλικοῦ, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀπὸ ἐπιστήμονες.


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Luvina.

(https://luvina.com.mx/foros/index.php?option=com_content&task=view&id=486&Itemid=46)

Ἔι­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender) (1969). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των W­i­l­l­f­ul Crea­tu­res καὶ T­he G­i­rl in t­he F­l­a­m­m­a­b­le S­k­i­rt, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το βι­βλί­ο τῶν Τά­ιμς τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς χρο­νιᾶς τῶν Τά­ιμς τοῦ Λὸς Ἄν­τζε­λες, ὅ­πως καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, I­n­v­i­s­i­b­le S­i­gn of My O­wn. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ G­r­a­n­ta, Har­per­’s, P­a­r­is R­e­v­i­ew, GQ, F­e­n­ce, M­c­S­w­e­e­n­e­y­’s καὶ ἔ­χουν με­τα­δο­θεῖ σὲ ἐ­θνι­κὸ δί­κτυ­ο στὴ ρα­δι­ο­φω­νι­κὴ ἐκ­πομ­πή, T­h­is A­m­e­r­i­c­an L­i­fe. Κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­σκαρτ τὸ 2002. Στὴν ἱστο­σε­λίδα μας δη­μο­σιεύτη­κε τὸ διήγη­μά της «Μνη­μο­νι­κό».

Ἱ­στο­σε­λί­δα: http://aimeebender.com/

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.