Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant): Προσποίηση



Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant)


Προ­σποί­η­ση

(Make-Believe)


ΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ μᾶς ἀ­ρέ­σουν οἱ πα­ρα­με­λη­μέ­νες παι­δι­κὲς χα­ρές. Εἰ­δι­κὰ ἐ­κεῖ­νες ποὺ μὲ τὰ σκου­ρι­α­σμέ­να σκα­λο­πά­τια τους δί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση τα­ξι­διοῦ στὸ χρό­νο. Ἀλ­λὰ σή­με­ρα δὲν προ­λα­βαί­νου­με —ἡ μη­τέ­ρα της θέ­λει νὰ φᾶ­με στὸ σπί­τι της— κι ἔ­τσι ὁ­δη­γοῦ­με στοὺς ἑ­λι­κο­ει­δεῖς δρό­μους μὲ τὰ πα­νο­μοι­ό­τυ­πα σπί­τια στὸ Κρί­σταλ Κρίκ. Ἐ­κεῖ, ἡ παι­δι­κὴ χα­ρὰ εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νη ἀ­πὸ ξύ­λο καὶ σχη­μα­τί­ζει ἕ­να πλοῖ­ο. Ἔ­χει ἕ­να μι­κρὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο στὴν κο­ρυ­φὴ, στὸ ὁ­ποῖ­ο τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ σκαρ­φα­λώ­νει καὶ νὰ λέ­ει: «Για­γιά, ἂς σαλ­πά­ρου­με γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα!». Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α πῶς τῆς ἔρ­χον­ται αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα.

       Ἔ­τσι περ­νᾶ­με τὶς ἡ­μέ­ρες μας, ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα της δου­λεύ­ει, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας της λεί­πει. Παίρ­νου­με χάμ­πουρ­γκερς καὶ πα­τά­τες καὶ μίλ­κσέ­ηκς καὶ σάν­του­ιτς μὲ ἐ­πε­ξερ­γα­σμέ­νο κρέ­ας, πορ­το­κα­λὶ τυ­ρὶ καὶ πί­κλες. Τρῶ­με κο­τομ­που­κι­ὲς βου­τηγ­μέ­νες σὲ σὼς μου­στάρ­δας μὲ μέ­λι καὶ χω­νά­κια πα­γω­τοῦ πε­ρι­χυ­μέ­να ἀ­πὸ σο­κο­λά­τα ποὺ σκλη­ραί­νει γύ­ρω τους σὰν κέ­λυ­φος – ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα της δὲ θὰ τὴν ἄ­φη­νε νὰ φά­ει. Τὴν ἀ­φή­νω νὰ πα­σα­λεί­βε­ται μὲ τὸ πα­γω­τὸ καὶ τὴ σο­κο­λά­τα στὸ πρό­σω­πό καὶ στὰ χέ­ρια της. Δὲν τὴ μα­λώ­νω γιὰ νὰ τρώ­ει πιὸ μα­ζε­μέ­να, νὰ γλεί­φει τὸ χω­νά­κι με­θο­δι­κὰ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μὴ λε­ρώ­νε­ται.

       Πρέ­πει νὰ τῆς πῶ ὅ­τι αὔ­ριο θὰ πά­ει στὸ σπί­τι κά­ποι­ου ἄλ­λου. Πρέ­πει νὰ τῆς πῶ ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α μας μέ­ρα μα­ζί, ἐ­πει­δὴ ἡ μη­τέ­ρα της δὲ θέ­λει πιὰ τὴ βο­ή­θειά μου. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­φέ­ρω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ πεῖ οὔ­τε μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς λέ­ξεις.

       Ἐ­δῶ καὶ μῆ­νες, πη­γαί­νου­με ἀ­πὸ παι­δι­κὴ χα­ρὰ σὲ παι­δι­κὴ χα­ρά. Ὑ­πάρ­χουν τό­σες πολ­λὲς μι­κρὲς καὶ κρυμ­μέ­νες, ἂν ξέ­ρεις νὰ ψά­χνεις. Τὸ παι­δι­κὸ πάρ­κο πί­σω ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Με­θο­δι­στῶν τοῦ Ἁγ. Παύ­λου εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ο, ἀλ­λὰ πη­γαί­νει ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λὺς κό­σμος ἐ­κεῖ. Ἐ­κεί­νη κι ἐ­γώ, θέ­λου­με νὰ ἔ­χου­με ἕ­να μέ­ρος μό­νο γιὰ ἐ­μᾶς τὶς δύ­ο. Κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος καὶ φω­νά­ζει, «Ἐ­κεῖ, για­γιά!», μό­λις ἐν­το­πί­σει κά­τι ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μοιά­ζει μὲ τσου­λή­θρα, ἐγ­κα­τά­στα­ση ἀ­πὸ πλα­στι­κὲς πέ­τρες ἢ μὲ γύ­ρω-γύ­ρω-ὅ­λοι. Σκέ­φτο­μαι νὰ τὴν πά­ρω καὶ νὰ φύ­γου­με. Μα­ζὶ θὰ δι­α­σχί­σου­με τὴ χώ­ρα ψά­χνον­τας γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της κά­τω ἀ­πὸ τραμ­πά­λες καὶ μο­νό­ζυ­γα.

       Κό­βω τα­χύ­τη­τα κα­θὼς πλη­σι­ά­ζου­με τὴν παι­δι­κὴ χα­ρὰ τοῦ Κρί­σταλ Κρίκ. Σύ­χνα βρί­σκε­ται ἐ­δῶ μιὰ νε­α­ρὴ μη­τέ­ρα μὲ τὰ δυ­ὸ παι­διά της, ἕ­να νε­ο­γέν­νη­το κι ἕ­να νή­πιο, μὰ δὲ θέ­λω νὰ τὴ δῶ σή­με­ρα. Πάν­τα μοῦ χώ­νει τὸ νε­ο­γέν­νη­τό της στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Ὁ κό­σμος ὑ­πο­θέ­τει ὅ­τι μιὰ για­γιὰ θὰ θέ­λει πο­λὺ νὰ κρα­τή­σει ἕ­να μω­ρό, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ σχε­δὸν πο­τὲ δὲ θέ­λω. Ὅ­ταν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, παίρ­νω τὸ μι­κρὸ αὐ­τὸ ρὸζ δε­μα­τά­κι στὰ χέ­ρια μου καὶ τὸ τα­χτα­ρί­ζω ὡς εἴ­θι­σται. Θέ­λω νὰ πῶ στὴ μη­τέ­ρα ὅ­τι οἱ κό­ρες της, μὲ τὶς ἀ­σορ­τὶ ρὸζ κορ­δε­λί­τσες καὶ τὰ λευ­κὰ καλ­σόν, κά­ποι­α μέ­ρα θὰ γί­νουν ἡ κα­τα­στρο­φή της. Θὰ πρέ­πει νὰ πλά­σει πιὸ γε­ρὰ κο­ρί­τσια, ποὺ δὲ θὰ φο­βοῦν­ται νὰ λε­ρω­θοῦν, ποὺ θὰ μπο­ροῦν νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θουν στὶς ἀ­πώ­λει­ες ποὺ ἐ­πι­φυ­λάσ­σει ἡ ζω­ή.

       Ἡ γυ­ναί­κα δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ κι ἔ­τσι παρ­κά­ρω τὸ αὐ­το­κί­νη­το· ἡ ἐγ­γο­νή μου ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα ποὺ κολ­λά­ει ἀ­πὸ τὸ λι­ω­μέ­νο πα­γω­τό καὶ τρέ­χει ἀ­μέ­σως στὴ θέ­ση της λὲς κι εἶ­ναι ὁ κα­πε­τά­νιος τοῦ πλοί­ου. Τὸ ἔ­δα­φος εἶ­ναι νω­πὸ ἀ­πὸ τὴ χτε­σι­νο­βρα­δι­νὴ βρο­χὴ ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲ φο­βᾶ­ται τὸ ὑ­γρὸ γρα­σί­δι καὶ τὴ λά­σπη. Πιά­νει τὸ τι­μό­νι μὲ τὰ χέ­ρια της, ἐ­νῶ ἐ­γὼ κά­θο­μαι σὲ μιὰ κού­νια καὶ ξε­κου­ρά­ζω τὰ πό­δια μου. Εἶ­ναι δύ­σκο­λη δου­λειὰ τὸ νὰ κυ­νη­γᾶς ἕ­να τε­τρά­χρο­νο.

       Ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί, ὁ πα­τέ­ρας της λά­τρευ­ε νὰ κρε­μι­έ­ται ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ τὸ μο­νό­ζυ­γο, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως κι αὐ­τή. Μιὰ μέ­ρα σκαρ­φά­λω­σε σὲ μιὰ ξύ­λι­νη κα­τα­σκευ­ὴ ψη­λό­τε­ρα ἀ­πὸ παι­διὰ μὲ δι­πλά­σια ἡ­λι­κί­α ἀ­πὸ αὐ­τόν. Μιὰ μη­τέ­ρα πα­νι­κο­βλή­θη­κε καὶ τοῦ εἶ­πε νὰ κα­τέ­βει κά­τω· τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ πέ­σει καὶ θὰ σκο­τω­θεῖ. Αὐ­τὸς κοί­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ ψη­λό­τε­ρο σκα­λὶ πρὸς ἐ­μέ­να λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν πα­νι­κο­βλή­θη­κα. Τοῦ εἶ­πα ποῦ νὰ βά­λει τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια του ὁ­δη­γών­τας τον κά­τω. Εἶ­ναι τό­σα πολ­λὰ πράγ­μα­τα ποὺ θέ­λω νὰ τῆς πῶ – γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της, γιὰ τοὺς ἄν­τρες γε­νι­κά, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ φεύ­γουν χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲ σὲ ἀ­γα­ποῦν.

       «Για­γιά, ἔ­λα!», λέ­ει. Εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι νὰ σαλ­πά­ρου­με, τὸ πλή­ρω­μα ση­κώ­νει τὶς ἄγ­κυ­ρες. Μοῦ λέ­ει νὰ βια­στῶ καὶ νὰ ἐ­πι­βι­βα­στῶ. Στα­μα­τῶ τὴν κού­νια· ἕ­να φύλ­λο ἔ­χει κολ­λή­σει στὸν πά­το τοῦ σαν­δα­λιοῦ μου, λί­γη λά­σπη κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸ δά­χτυ­λό μου. Ἀ­νε­βαί­νω ἀ­πὸ τὴν ξύ­λι­νη σκά­λα τοῦ πλοί­ου. Ἡ ἐγ­γο­νή μου εἶ­ναι ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νη μὲ τὸ νὰ δι­α­τά­ζει τὸ φαν­τα­στι­κό της πλή­ρω­μα ἀλ­λὰ πα­ράλ­λη­λα κου­νᾶ τὸ κε­φά­λι της πρὸς ἐ­μὲ συγ­κα­τα­βα­τι­κά. Εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι τώ­ρα.

       Κά­νει τὸν ἦ­χο τῆς κόρ­νας καὶ ξε­κι­νᾶ­με. Οἱ κού­νι­ες καὶ τὸ λα­σπω­μέ­νο ἔ­δα­φος ὑ­πο­χω­ροῦν. Τὰ κύ­μα­τα λι­κνί­ζον­ται ἀ­πὸ κά­τω μας καὶ ἀρ­γὰ ἡ ἀ­κτὴ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Πλέ­ου­με ἥ­συ­χα μὲ τὸ ξύ­λι­νὸ πλοῖ­ο μας πρὸς τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἴ­σως πλέ­ου­με πρὸς τὸν πα­τέ­ρα της. Ἴ­σως πλέ­ου­με μα­κριὰ ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ἴ­σως δὲν ἔ­χει κἂν ση­μα­σία ὅ­σο τὸ ὅ­τι ἐ­μεῖς οἱ δύ­ο εἴ­μα­στε μα­ζὶ ἐ­δῶ στὴ θά­λασ­σα. Ὁ ἥ­λιος βυ­θί­ζε­ται καὶ εἶ­ναι τό­σο ὄ­μορ­φα ποὺ θέ­λω νὰ φω­νά­ξω τὴν ἐγ­γο­νή μου νὰ τῆς τὸν δεί­ξω: οἱ πορ­το­κα­λο­κόκ­κι­νες σκι­ὲς ἀν­τα­να­κλῶν­ται στὰ κα­θά­ρια μπλὲ νε­ρὰ ἀ­πὸ κά­τω μας. Ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νη μὲ τὸ νὰ μα­νου­βρά­ρει τὸ πλοῖ­ο, προ­σέ­χον­τας τὰ βρά­χια καὶ τὰ κύ­μα­τα. Δὲ θὰ γυ­ρί­σει σπί­τι στὴν ὥ­ρα της γιὰ τὸ βρα­δι­νό.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Προ­σποί­η­ση», ἢ «Make-Believe» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Smo­ke­long Quar­terly, τχ. 52 (Ἰ­ού­νιος 2016).

Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας, ἐ­πι­με­λή­τρια καὶ δα­σκά­λα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βι­βλι­α­ρί­διο Gather Us Up and Bring Us Home (Split Lip Press, 2017). [=Συγ­κέν­τρω­σέ μας καὶ πή­γαι­νέ μας σπί­τι]. Ἡ Ἄνν Πά­τσετ (Ann Patchett) ἐ­πέ­λε­ξε τὴν ἱ­στο­ρί­α της, “Most Likely To” [=«Πι­θα­νό­τα­τα να…»] ὡς νι­κή­τρια τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ μι­κρο­α­φή­γη­σης τοῦ Kenyon Review (2015). Ὑ­πῆρ­ξε ὑ­πό­τρο­φος τοῦ SmokeLong Quarterly γιὰ τὸ 2016 κερ­δί­ζον­τας τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Kathy Fish καὶ τι­μώ­με­νη ἐ­πι­σκέ­πτρια-συγ­γρα­φέ­ας στὸ Ke­rou­ac Hou­se γιὰ τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2017. Προ­τά­θη­κε γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Push­cart καὶ γιὰ Τὰ Κα­λύ­τε­ρα Μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα καὶ ἦ­ταν στὴ μα­κρὰ λί­στα γιὰ τὸ Τὸπ-50 τοῦ Wigleaf (ί­στο­λό­γιο γιὰ τὴ μι­κρο­α­φή­γη­ση). Οἱ ἱ­στο­ρί­ες της καὶ τὰ δο­κί­μιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ The Ke­nyon Re­viewE­pi­pha­ny, Gar­go­yleCream c­ity re­view, Ho­bart, Mon­key Bi­cy­cle, Wig­leaf καὶ ἀλ­λοῦ. Εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη συν­το­νι­σμοῦ στὸ Smoke­Long Quar­ter­ly καὶ ἐ­πι­με­λή­τρια ὕ­λης στὸ Pro­xi­mity. Δί­δα­ξε ἔκ­θε­ση καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ γιὰ ἐ­φτὰ χρό­νια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ball Sta­te καὶ ἔ­χει πα­ρευ­ρε­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα συ­νέ­δρια συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ The In­di­ana Ga­the­ring of Wri­ters καὶ τοῦ Win­ter Wheat: The Mid-A­me­ri­can Re­view Fe­sti­val of Wri­ting. Ἐ­πί­σης, ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ The Writers’ Center τῆς Ἰν­τιά­να καὶ σὲ δι­ά­φο­ρα γυ­ναι­κεῖ­α σω­φρο­νι­στι­κὰ ἱ­δρύ­μα­τα, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ προ­γράμ­μα­τος Right-to-Write στὴ Βαλ­χά­λα, Νέ­α ‘Υ­όρ­κη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


		
Advertisements

Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid): Κορίτσι



Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid)


Κο­ρί­τσι

(Girl)


Α ΠΛΕΝΕΙΣ τὰ ἀ­σπρό­ρου­χα τὶς Δευ­τέ­ρες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις πά­νω στὶς πέ­τρες. Νὰ πλέ­νεις τὰ χρω­μα­τι­στὰ τὶς Τρί­τες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις στὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Μὴν βγαί­νεις στὸν καυ­τὸ ἥ­λιο μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κά­λυ­πτο. Νὰ μα­γει­ρεύ­εις τὴν τη­γα­νη­τὴ κο­λο­κύ­θα σὲ πο­λὺ καυ­τὸ γλυ­κὸ λά­δι. Μού­λια­ζε στὸ νε­ρὸ τὰ ἐ­σώ­ρου­χά σου ἀ­μέ­σως μό­λις τὰ βγά­ζεις. Ὅ­ταν ἀ­γο­ρά­ζεις βαμ­βά­κι γιὰ νὰ φτιά­ξεις γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μιὰ ὡ­ραί­α μπλού­ζα, πρό­σε­χε νὰ μὴν ἔ­χει κόλ­λα, για­τὶ ἀλ­λι­ῶς θὰ χα­λά­σει στὸ πλύ­σι­μο. Ξαλ­μύ­ρι­ζε ἀ­πο­βρα­δὶς τὸ πα­στὸ ψά­ρι πρὶν τὸ μα­γει­ρέ­ψεις. Ἀ­λη­θεύ­ει ὅ­τι τρα­γου­δᾶς benna(1) στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο τὶς Κυ­ρια­κές; Νὰ τρῶς πάν­τα μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­κα­τεύ­ει τὸ στο­μά­χι τοῦ ἄλ­λου, ὅ­ταν σὲ βλέ­πει. Τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ περ­πα­τᾶς σὰν κυ­ρί­α, ὄ­χι σὰν τὴν τσού­λα ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ μὴν τρα­γου­δᾶς benna στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ τὶς Κυ­ρια­κές. Νὰ μὴν μι­λᾶς σὲ ἀ­λῆ­τες, οὔ­τε κὰν ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε ὁ­δη­γί­ες. Μὴν τρῶς φροῦ­τα στὸ δρό­μο, θὰ σὲ πά­ρουν στὸ κυ­νή­γι οἱ μύ­γες. Μὰ δὲν τρα­γου­δά­ω πο­τὲ benna τὶς Κυ­ρια­κὲς καὶ εἰ­δι­κὰ στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἕ­να κουμ­πί. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἡ κουμ­πό­τρυ­πα γιὰ τὸ κουμ­πὶ ποὺ μό­λις ἕ­ρα­ψες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται τὸ στρί­φω­μα τοῦ πο­δό­γυ­ρου ὅ­ταν βλέ­πεις ὅ­τι ἔ­χει ξη­λω­θεῖ, γιὰ νὰ μὴν κυ­κλο­φο­ρεῖς σὰν τὴν πόρ­νη ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Ἔ­τσι σι­δε­ρώ­νε­ται τὸ χα­κὶ παν­τε­λό­νι τοῦ πα­τέ­ρα σου γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει τσα­κί­σεις. Ἔ­τσι φυ­τεύ­ε­ται ἡ μπά­μια – μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι για­τὶ στὸ φυ­τὸ τῆς μπά­μιας φω­λιά­ζουν τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια. Ὅ­ταν φυ­τεύ­εις κο­λο­κά­σι(2), βε­βαι­ώ­σου ὅ­τι ἔ­χει πάν­τα ἀρ­κε­τὸ νε­ρό, ἀλ­λι­ῶς σοῦ καί­ει τὸν λαι­μὸ ὅ­ταν τὸ τρῶς. Ἔ­τσι σκου­πί­ζεις μιὰ γω­νί­α, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις τὸν αὐ­λό­γυ­ρο. Ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς πο­λύ, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς κα­θό­λου, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ συμ­πα­θεῖς πο­λύ. Ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ τσά­ι, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο μὲ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ προ­σκε­κλη­μέ­νο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ με­ση­με­ρια­νό, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ πρω­ι­νό. Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι πα­ρου­σί­ᾳ ἀν­δρῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν σὲ γνω­ρί­ζουν κα­λά, κι ἔ­τσι δὲν θὰ κα­τα­λά­βουν ἀ­μέ­σως τὴν πόρ­νη ποὺ σὲ προ­ει­δο­ποί­η­σα νὰ μὴν γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ πλέ­νε­σαι κά­θε μέ­ρα, ἐν ἀ­νάγ­κῃ μὲ τὸ ἴ­διο σου τὸ σά­λιο. Μὴν γο­να­τί­ζεις στὸ χῶ­μα γιὰ νὰ παί­ξεις μὲ τοὺς βό­λους, δὲν εἶ­σαι ἀ­γό­ρι, ξέ­ρεις. Μὴν ἀγ­γί­ζεις τὰ φυ­τὰ τῶν ἄλ­λων, μπο­ρεῖ νὰ κολ­λή­σεις τί­πο­τα. Μὴν πε­τᾶς πέ­τρες στοὺς κό­τσυ­φες, για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι κό­τσυ­φες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἡ ζύ­μη γιὰ τὸ ψω­μί, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πί­τες ἀ­πὸ πλα­τα­νό­φυλ­λα, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πι­πε­ρι­ὲς στὴν κα­τσα­ρό­λα. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ κα­τὰ τοῦ κρυ­ώ­μα­τος. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ γιὰ νὰ ρί­ξεις τὸ παι­δί, πρὶν ἀ­κό­μα γί­νει κα­λὰ-κα­λὰ παι­δί. Ἔ­τσι πι­ά­νε­ται ἕ­να ψά­ρι. Ἔ­τσι πε­τᾶς πί­σω στὴ θά­λασ­σα ἕ­να ψά­ρι ποὺ δὲν σοῦ ἀ­ρέ­σει, κι ἔ­τσι κα­νέ­να κα­κὸ δὲν θὰ σὲ βρεῖ ποὺ τὸ πέ­τα­ξες. Ἔ­τσι ἐκ­φο­βί­ζεις ἕ­ναν ἄν­δρα, ἔ­τσι σὲ ἐκ­φο­βί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας. Ἔ­τσι ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­δρα. Ἂν αὐ­τὸ δὲν λει­τουρ­γή­σει, ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λοι τρό­ποι, κι ἂν κι αὐ­τοὶ δὲν λει­τουρ­γή­σουν, μὴν νι­ώ­θεις καὶ τό­σο ἄ­σχη­μα ἂν πα­ραι­τη­θεῖς ἀ­π’ τὴν προ­σπά­θεια. Ἔ­τσι φτύ­νεις στὸν ἀ­έ­ρα, ἂν νι­ώ­σεις τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νεις, κι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ κου­νη­θεῖς γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μὴν πέ­σει πά­νω σου. Ἔ­τσι τὰ βγά­ζεις πέ­ρα οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ μή­να. Νὰ ζου­λᾶς πάν­τα το ψω­μὶ γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖς ὅ­τι εἶ­ναι φρέ­σκο. Κι ἂν ὁ φούρ­να­ρης δὲν μ’ ἀ­φή­σει νὰ πιά­σω τὸ ψω­μί; Θὲς νὰ πεῖς ὅ­τι με­τὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, θὰ γί­νεις πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ὁ φούρ­να­ρης δὲν ἀ­φή­νει νὰ πλη­σιά­σει τὸ ψω­μί;


       (1) Εἶ­δος ὁ­μα­δι­κοῦ τρα­γου­διοῦ (calypso music) τῶν κα­τοί­κων τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς σὲ μορ­φὴ ἐ­ρω­τα­παν­τή­σε­ων, μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου ἀν­τάλ­λα­σαν σκαν­δα­λώ­δη νέ­α ἢ κου­τσομ­πο­λιά.
       (2) Κο­λο­κα­σί­α ἡ ἐ­δώ­δι­μος ἢ ἁ­πλά, κο­λο­κά­σι, εἶ­ναι ἕ­να φυ­τὸ ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται γιὰ τοὺς βρώ­σι­μους κον­δύ­λους του ποὺ μοιά­ζουν μὲ γλυ­κο­πα­τά­τα. Ἂν καὶ εὐ­δο­κι­μεῖ κυ­ρί­ως σὲ τρο­πι­κὲς πε­ρι­ο­χές, ὅ­πως στὰ νη­σιὰ τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ, τὴν Ἀ­σί­α ἢ τὴν Δυ­τι­κὴ Ἀ­φρι­κή, ἀ­παν­τᾶ­ται σὲ πολ­λὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς Κύ­πρου.


Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Κο­ρί­τσι», ἢ «Girl» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker στὸ τεῦ­χος Ἰ­ου­νί­ου τοῦ 1978 καὶ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των At the Bottom of the River ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1983.

Ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ διαβάζει τὸ πεζό της «Κορίτσι» («Girl»):

Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid), ἢ ἀλ­λι­ῶς Maria Elaine Cynthia Potter Richardson, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ ἀ­λη­θι­νό της ὄ­νο­μα, γεν­νή­θη­κε στὶς Ἀν­τίλ­λες τὸ 1949 καὶ εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σὲ ἡ­λι­κί­α 17 χρο­νῶν ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν Β. Ἀ­με­ρι­κή, ὅ­που σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker κα­θὼς καὶ σὲ ἄλ­λα ἔν­τυ­πα. Δί­δα­ξε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ θή­τευ­σε ὡς κα­θη­γή­τρια Ἀ­φρι­κα­νι­κῶν καὶ Ἀ­φρο­α­με­ρι­κά­νι­κων Σπου­δῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Χάρ­βαρντ. Στὰ βι­βλί­α της θί­γον­ται θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­α καὶ ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά, ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς τῶν φύ­λων καὶ ἡ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα, οἱ σχέ­σεις μη­τέ­ρας-κό­ρης, κα­θὼς καὶ οἱ τα­ξι­κὲς καὶ φυ­λε­τι­κὲς δι­α­φο­ρές.

       Ὁ τρό­πος γρα­φῆς τῆς Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ δι­χά­ζει τοὺς με­λε­τη­τές της, κα­θὼς κά­ποι­οι ἀ­π’ αὐ­τοὺς θε­ω­ροῦν πὼς τὸ ἔρ­γο της ἑ­στι­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ κρι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς At the Bottom of the River, κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Autobiography of My Mother, ἀν­τα­να­κλοῦν τὰ πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα τῆς χώ­ρας της καὶ τοὺς ἔ­χει ἀ­πο­δο­θεῖ ὁ ὅ­ρος «μα­γι­κὸς ρε­α­λι­σμός». Ἡ ἴ­δια ἡ Κίνκεϊντ μι­λών­τας σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο γρα­φῆς της, πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς στὰ βι­βλί­α της συ­ναν­τῶν­ται τὸ «μα­γι­κὸ» καὶ τὸ «ρε­α­λι­στι­κὸ» στοι­χεῖ­ο, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ἀ­πα­ραί­τη­τα πὼς τὰ ἔρ­γα ἀ­παν­τοῦν στὰ κρι­τή­ρια τοῦ «μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ». Ἄλ­λοι, ὡ­στό­σο, κα­τα­τάσ­σουν πρω­τί­στως τὸ ἔρ­γο της στὰ πλαί­σια τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, χά­ρη στὸν πο­λι­τι­στι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο καὶ πει­ρα­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς γρα­φῆς της. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ δεῖγ­μα αὐ­τοῦ εἶ­ναι τὸ δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο «Κορίτσι» («Girl»). Σ’ αὐ­τὴν τὴν σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ με­τα­τρέ­πει σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἀ­φή­γη­μα τὶς ὁ­δη­γί­ες συμ­μόρ­φω­σης μιᾶς μη­τέ­ρας ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς πρὸς τὴν κό­ρη της καὶ μᾶς με­τα­φέ­ρει μέ­σῳ τῶν εἰ­κό­νων, τῶν γεύ­σε­ων καὶ τῶν ἀ­ρω­μά­των στὸν δι­κό της τό­πο κα­τα­γω­γῆς, ἐμ­πνευ­σμέ­νη κα­τὰ πά­σα πι­θα­νό­τη­τα ἀ­π’ τὴν δι­κή της παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α. Πρό­κει­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ γιὰ μιὰ λί­στα προ­τρο­πῶν καί, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς σὲ μιὰ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν ἠ­θῶν τῆς ἀν­τιλ­λι­ά­νι­κης κοι­νω­νί­ας μοιά­ζει νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸ κεί­με­νο γε­ω­γρα­φι­κὰ ἢ νὰ τοῦ ἀ­πο­δί­δει ἕ­ναν κα­θα­ρὰ το­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, τὸ ἔρ­γο κα­τα­φέρ­νει τε­λι­κὰ νὰ με­τα­δώ­σει ἕ­να πο­λὺ εὐ­ρύ­τε­ρο μή­νυ­μα ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ οἰ­κου­με­νι­κὰ σχε­δὸν τὶς ἀν­τι­λή­ψεις ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ νε­α­ρὸ κο­ρί­τσι σὲ γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι, στὸ δι­ή­γη­μα ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται οἱ ὁ­μοι­ό­τη­τες στὴν δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φύ­λο ἀ­νά­με­σα στὶς «πρω­τό­γο­νες» καὶ τὶς «πο­λι­τι­σμέ­νες» κοι­νω­νί­ες. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς φαι­νο­με­νι­κὰ πρό­κει­ται γιὰ δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους ποὺ λει­τουρ­γοῦν ἀρ­χι­κὰ σὰν ἀν­τι­θε­τι­κοὶ πό­λοι, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τό­σο ὁ ἐ­ξω­τι­κὸς κό­σμος τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς, ὅ­σο καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­πτυγ­μέ­νος οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ τε­χνο­λο­γι­κὰ δυ­τι­κὸς κό­σμος, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο βα­θιὰ ἀν­δρο­κρα­τού­με­νοι.

       Τέ­λος, πολ­λοὶ εἶ­ναι ἐ­πί­σης αὐ­τοὶ ποὺ ξε­χω­ρί­ζουν τὸ ἔρ­γο τῆς Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­ως, ἀ­νά­με­σά τους ἡ λο­γο­τέ­χνις καὶ φι­λό­σο­φος Susan Sontag (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1933-2004), γιὰ τὴν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα ποὺ τὸ δι­α­κρί­νει, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἀ­τρό­μη­τη καὶ μὲ ἀ­κρί­βεια ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ μι­λᾶ γι’ αὐ­τὰ ποὺ θέ­λει νὰ πεῖ, ἀν­τι­βαί­νον­τας τὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ πρό­τυ­πα γρα­φῆς. Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γρά­φει ἡ Giovanna Covi, κα­θη­γή­τρια Ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Σπου­δῶν Φύ­λου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τρέν­το καὶ με­λε­τή­τρια τῆς Κίνκεϊντ, «οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς χο­ρεύ­ουν στὸν χτύ­πο τῶν ταμ­πούρ­λων καὶ τὸν ρυθ­μὸ τῆς τζάζ (…)».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φία καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ καὶ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὴν ἐ­τή­σια ἀν­θο­λο­γί­α «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (τό­μοι 2014-2017), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/.


Σύλ­βια Ρά­ικ­μαν (Sylvia Reichman): Ἐπὶ τροχάδην



Σύλ­βια Ρά­ικ­μαν (Sylvia Reichman)


­πὶ τρο­χά­δην

(Fast talker)


       «ΠΕΝΗΝΤΑ πέντε», τοῦ ψι­θύ­ρι­σε.

       «Τί; Πε­νήν­τα πέν­τε μί­λια τὴν ὥ­ρα;»

       «Ὄ­χι. Λέ­ξεις. Τό­σες ἔ­χου­με. Βιά­σου, σὲ πα­ρα­κα­λῶ.»

       Ὁ ἱ­δρώ­τας κυ­λοῦ­σε στὸ λαι­μό του. Πά­τη­σε τέρ­μα τὸ γκά­ζι.

       «Ἀλ­λά… ὑ­πάρ­χουν τό­σα πολ­λὰ ποὺ θὰ ἤ­θε­λα νὰ σοῦ πῶ! Τό­σα πολ­λὰ ποὺ δὲν εἶ­πε ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο!»

       «Ἐν­νιά», μουρ­μού­ρι­σε ἐ­κεί­νη.

       «Ἐν­νιά;»

       «Τέσ­σε­ρεις.»

       «Θὰ μὲ παν­τρευ­τεῖς;»

       «Ναί.»



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Σύλ­βια Ρά­ικ­μαν (Sylvia Reichman). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι

Σε­ρὺ Πελ­λε­μέ­γι­ερ (Sheree Pellemeier): Τὸ ὄ­νει­ρο



Σε­ρὺ Πελ­λε­μέ­γι­ερ (Sheree Pellemeier)


Τὸ ­νει­ρο

(The dream)


Σ ΠΑΙΔΙ, ὀ­νει­ρευ­ό­ταν λύ­κους. Ἕ­να χρό­νο τὴν κυ­νη­γοῦ­σαν κά­θε βρά­δυ. Ἔ­τρε­χε καὶ δὲν τὴν ἔ­πι­α­σαν πο­τέ.

Ἀρ­γό­τε­ρα συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν ἄν­δρα. Παι­χνι­διά­ρης καὶ προ­στα­τευ­τι­κός. Κο­φτε­ρὰ δόν­τια, μα­λα­κὴ τρί­χα.

     Ἀ­κό­μα ὀ­νει­ρεύ­ε­ται λύ­κους.

    Ἀλ­λὰ τώ­ρα, κα­θὼς ἔρ­χον­ται στὸ ὄ­νει­ρό της, τρέ­χει μα­ζί τους.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Σε­ρὺ Πελ­λε­μέ­γι­ερ (Sheree Pellemeier). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Τζέην Ὄρβις (Jane Orvis): Τὸ παράθυρο



Τζέ­ην Ὄρ­βις (Jane Orvis)


Τὸ πα­ρά­θυ­ρο

(The window)


ΕΤΑ τὴν εἰ­δε­χθῆ δο­λο­φο­νί­α τῆς Ρί­τας του, ὁ Κάρ­τερ κά­θε­ται στὸ πα­ρά­θυ­ρο.

Χω­ρὶς τη­λε­ό­ρα­ση, δι­ά­βα­σμα, ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α. Ἡ ζω­ή του εἶ­ναι ὅ,τι περ­νά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς κουρ­τί­νες.

       Δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει νὰ ἀ­φή­σει τὸ δω­μά­τιο, νὰ ξέ­ρει ποιός τοῦ προ­μη­θεύ­ει τὰ γεύ­μα­τα ἢ ποι­ός πλη­ρώ­νει ­τοὺς λο­γα­ρια­σμούς. Ὁ κό­σμος του εἶ­ναι οἱ δρο­μεῖς, οἱ ἀλ­λα­γὲς τῶν ἐ­πο­χῶν, τὰ ἁ­μά­ξια ποὺ περ­νοῦν, τὸ φάν­τα­σμα τῆς Ρί­τας.

       Ὁ Κάρ­τερ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι τὰ κε­λιὰ μὲ τὴν μα­λα­κὴ ἐ­πέν­δυ­ση στοὺς τοί­χους δὲν ἔ­χουν πα­ρά­θυ­ρα.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Τζέ­ην Ὄρ­βις (Jane Orvis). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Τί­να Μίλ­μπερν (Tina Milburn): Ἡ στιγ­μὴ τῆς ἀ­πό­φα­σης



Τί­να Μίλ­μπερν (Tina Milburn)


στιγ­μὴ τῆς ­πό­φα­σης

(Moment of decision)


ΠΟΡΟΥΣΕ σχε­δὸν νὰ ἀ­κού­σει τὴν πόρ­τα τῆς φυ­λα­κῆς νὰ κλεί­νει μὲ πά­τα­γο.

       Ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ποὺ θὰ ἔ­χα­νε γιὰ πάν­τα, ὁ ἔ­λεγ­χος τοῦ ἴ­διου της τοῦ πε­πρω­μέ­νου, δὲν θὰ ἐ­πέ­στρε­φαν πο­τέ.

       Ἄ­γρι­ες σκέ­ψεις φυ­γῆς πέ­ρα­σαν σὰν ἀ­στρα­πὴ ἀ­πὸ τὸ μυα­λό της. Ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε δι­α­φυ­γή.

       Στρά­φη­κε πρὸς τὸν γαμ­πρὸ μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο κι ἐ­πα­νέ­λα­βε τὴν λέ­ξη: «Δέ­χο­μαι.»



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Τί­να Μίλ­μπερν (Tina Milburn). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Στῆ­βεν Μα­κλά­ουντ (Steven Macleod): Ὁ ἐ­πι­στά­της



Στῆ­βεν Μα­κλά­ουντ (Steven Macleod)


­πι­στά­της

(Τhe caretaker)


«ΜΗΝ ΠΕΡΠΑΤΑΣ πά­νω στὸ χορ­τά­ρι», φώ­να­ξε ὁ μι­κρό­σω­μος ἄν­δρας.

       «Μὴν εἶ­σαι ἠ­λί­θιος», ἀ­πάν­τη­σε ὁ με­γα­λό­σω­μος. «Δὲν νι­ώ­θει τί­πο­τα.»

       «Πρέ­πει νὰ τὸ φρον­τί­ζεις», ἀν­τέ­κρου­σε ὁ μι­κρό­σω­μος ἄν­δρας. «Μᾶς δί­νει ὀ­μορ­φιά, ἀλ­λὰ εἶ­ναι τρυ­φε­ρό.»

       «Ἂς εἶ­ναι.» Ὁ με­γα­λό­σω­μος ἄν­δρας ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε.

       Χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα εἶ­χαν φύ­γει καὶ οἱ δυό τους.

       Ἀ­δι­ά­φο­ρα, τὸ χορ­τά­ρι τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου, με­γα­λώ­νον­τας, σκέ­πα­σε καὶ τοὺς δύο.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Στῆ­βεν Μα­κλά­ουντ (Steven Macleod). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι