Ἴνγκριντ Τζέντρεζίνσκι (Ingrid Jendrzejewski): Κυματιστὰ μαλλιὰ μὲ ὄγκο


Ἴν­γκριντ Τζέν­τρε­ζίν­σκι (Ingrid Jendrzejewski)


Κυ­μα­τι­στὰ μαλ­λιὰ μὲ ὄγ­κο

(Roll and Curl)


 ΠΟΛΗ στὴν ὁ­ποί­α κα­τοι­κεῖς εἶ­ναι μι­κρὴ κι ἔ­τσι ὅ­ταν κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ο­χὴ Ἄμ­περ Γκρό­ουβς ζη­τᾶ στὸ τη­λέ­φω­νο τὴν κα Φί­λιπς κα­τα­λα­βαί­νεις πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται: πέ­θα­νε ἢ ὁ ἄν­τρας της ἢ ἡ ἀ­δερ­φή της.

        «Εἶ­ναι στὸ στε­γνω­τή­ριο», λὲς καὶ σκᾶς μιὰ φού­σκα ἀ­πὸ τὴν τσί­χλα σου. Νο­μί­ζεις ὅ­τι ἤ­σουν ἀ­πο­λύ­τως σα­φὴς ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος ἀ­ναγ­κά­ζε­σαι νὰ συμ­πλη­ρώ­σεις «Λοι­πόν, ἐ­λᾶ­τε ἀ­πὸ ἐ­δῶ νὰ τῆς τὸ πεῖ­τε ὁ ἴ­διος, ἀλ­λι­ῶς θὰ πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ τὴν λού­σω καὶ νὰ τὴν στε­γνώ­σω. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴν ἀ­φή­σω στὴ μέ­ση».

        Κλεί­νεις τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ στρέ­φεις τὸ βλέμ­μα σου στὴν κα Φί­λιπς. Κα­θι­στὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κά­λυμ­μα τοῦ στε­γνω­τη­ρί­ου δι­α­βά­ζει ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό, τυ­λιγ­μέ­νη σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ ρόμ­πα. Ἔ­χει ἕ­να ἐ­λα­φρὸ τρέ­μου­λο καὶ στὴν ἀρ­χὴ νο­μί­ζεις ὅ­τι κλαί­ει, ἀλ­λὰ με­τὰ βλέ­πεις ὅ­τι γε­λά­ει. Στὰ μπρο­στι­νά της δόν­τια δι­α­κρί­νε­ται λί­γο κρα­γιόν.

        Ὅ­ταν τὸ χρο­νό­με­τρο χτυ­πᾶ, ση­κώ­νεις τὸ κά­λυμ­μα κι ἐ­ξε­τά­ζεις τὰ μαλ­λιά της. Τὸ τζὲλ ἔ­χει κα­θί­σει, ὁ­πό­τε τὴν φέρ­νεις στὸ μέ­ρος σου καὶ τῆς βγά­ζεις τὰ ρό­λε­ϊ. Βυ­θί­ζεις τὴ χτέ­να σου ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στὰ ἀ­ραι­ὰ μαλ­λιά της γιὰ νὰ τοὺς δώ­σεις ὄγ­κο, ἔ­πει­τα χτε­νί­ζεις ὅ­σα μέ­νουν πε­σμέ­να φέρ­νον­τάς τα στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κρα­νί­ου, γιὰ νὰ τοὺς δώ­σεις τὸ σχῆ­μα ποὺ τῆς ἀ­ρέ­σει. Μὲ τὸ χέ­ρι σου φτιά­χνεις τὶς μποῦ­κλες στὰ πλά­για τοῦ κε­φα­λιοῦ της.

       Ἔ­πει­τα παίρ­νεις τὸ σπρέ­ι. Ἡ κα Φίλ­πς χα­μο­γε­λᾶ, κλεί­νει σφι­χτά τά μά­τια κι ἀ­να­ση­κώ­νει τὸ πη­γού­νι. «Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο πάν­τα σκέ­φτο­μαι ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη βρο­χή», λέ­ει κα­θὼς ξε­κι­νᾶς νὰ τὴν ραν­τί­ζεις.

       Συ­νε­χί­ζεις γιὰ τρί­α λε­πτὰ πε­ρί­που· συ­νε­χί­ζεις μέ­χρι ποὺ τε­λει­ώ­νεις ὁ­λό­κλη­ρη τὴ φιά­λη. Τὴν ραν­τί­ζεις μέ­χρις ὅ­του τὰ μαλ­λιὰ της γί­νουν σκλη­ρὰ σὰν κρά­νος καὶ τὸ χα­μό­γε­λό της στα­θε­ρο­ποι­η­θεῖ σὰν ἀ­σπί­δα. Ἔ­πει­τα τῆς δί­νεις λί­γο βαμ­βά­κι. Τῆς λὲς ὅ­τι εἶ­ναι γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὰ δόν­τια της.


Πηγή: Ἱστοσελίδα Bath Flash Fiction Award (Πρῶτο βραβεῖο Φεβρουαρίου 2016):

https://bathflashfictionaward.com/2016/02/ingrid-jendrzejewski-february-2016-first-prize/


Ἡ Ἴν­γκριντ Τζέν­τρε­ζιν­σκι (Ingrid Jendrzejewski) σπού­δα­σε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ ἀγ­γλι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἤ­βαν­σβιλ καὶ Φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Καίμ­πριτζ. Λο­γο­τε­χνι­κὴ δου­λειά της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ (The Conium Review, Inktears, Wyvern Lit, Vine Leaves, Flash Frontier, The LiarsLeague NYC, and Williwaw: An Anthology of the Marvellous κ.ἄ.). Πέ­ρυ­σι κέρ­δι­σε τὸν δι­α­γω­νι­σμό Gigantic Sequins’ Flash Non-fiction Contest, κα­θὼς καὶ τὸν δι­α­γω­νι­σμὸ Rochdale’s Literaure & Ideas Festival Bite-sized Enlightenment Flash Fiction Contest, ἐ­νῶ πῆ­ρε καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο A Room of Her Own Foundation’s Orlando Prize for Flash Fiction. Δου­λειὰ της ὑ­πάρ­χει στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα www.ingridj.com  καὶ τι­τι­βί­σμα­τά της στὴ δι­εύ­θυν­ση

@LunchOnTuesday.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν ἔχει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νό­δι­ο­ν και Γρα­φή.


Τζὸν Τσί­βερ (John Cheever): Ἡ συνάντηση


Τζὸν Τσί­βερ (John Cheever)


Ἡ συ­νάν­τη­ση

(Reunion)


ΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ποὺ εἶ­δα τὸν πα­τέ­ρα ἦ­ταν στὸ Grand Central Station. Πή­γαι­να ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τῆς για­γιᾶς μου, στὸ Aridondacks, σὲ μιὰ ἀ­γροι­κί­α στὸ Cape ποὺ εἶ­χε νοι­κιά­σει ἡ μά­να μου, κι ἔ­γρα­ψα στὸν πα­τέ­ρα μου ὅ­τι θὰ βρι­σκό­μουν στὸ σταθ­μὸ τῶν τρέ­νων, στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, γιὰ μι­ά­μι­ση ὥ­ρα· τὸν ρω­τοῦ­σα ἂν θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ γευ­μα­τί­σου­με μα­ζί. Ἡ γραμ­μα­τέ­ας του μοῦ ἔ­γρα­ψε γιὰ νὰ μοῦ πεῖ ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ μὲ συ­ναν­τοῦ­σε στὶς δώ­δε­κα τὸ με­ση­μέ­ρι στὸν γκι­σὲ τῶν πλη­ρο­φο­ρι­ῶν, καὶ ἀ­κρι­βῶς στὶς δώ­δε­κα τὸν εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος. Μοῦ ἦ­ταν ἕ­νας ἄ­γνω­στος —ἡ μά­να μου τὸν εἶ­χε χω­ρί­σει ἐ­δῶ καὶ τρί­α χρό­νια κι ἀ­πὸ τό­τε δὲν τὸν εἶ­χα ξα­να­δεῖ— ἀλ­λὰ μό­λις τὸν εἶ­δα αἰ­σθάν­θη­κα ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας μου, σάρ­κα καὶ αἷ­μα μου, τὸ μέλ­λον καὶ ἡ κα­τα­δί­κη μου. Ἤ­ξε­ρα πὼς ὅ­ταν θὰ με­γά­λω­να θὰ γι­νό­μουν κά­πως σὰν κι αὐ­τόν. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ κα­νο­νί­σω τὴν πο­ρεί­α μου ἔ­χον­τας ἐ­πί­γνω­ση τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Ἦ­ταν ἕ­νας με­γα­λό­σω­μος, ὄ­μορ­φος ἄν­τρας κι ἤ­μουν τρο­με­ρὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ποὺ τὸν ξα­νά­βλε­πα. Μὲ χτύ­πη­σε στὴν πλά­τη κι ἕ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι μου. «Γειά σου, Τσάρ­λι», εἶ­πε. «Γειά σου, ἀ­γό­ρι μου. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ σὲ πά­ω στὸ κλὰμπ ποὺ συ­χνά­ζω, ἀλ­λὰ εἶ­ναι στὴν ἑ­ξη­κο­στὴ λε­ω­φό­ρο, κι ἀ­φοῦ πρέ­πει νὰ φύ­γεις γρή­γο­ρα μὲ τὸ τρέ­νο νο­μί­ζω θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ πᾶ­με νὰ φᾶ­με τί­πο­τα ἐ­δῶ κον­τά.» Πέ­ρα­σε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ δί­πλα μου καὶ ὀ­σμί­στη­κα τὸν πα­τέ­ρα μου μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἡ μά­να μου μυ­ρί­ζει ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἦ­ταν ἕ­να βα­ρὺ κρά­μα ἀ­πὸ οὐ­ί­σκι, κο­λό­νια ξυ­ρί­σμα­τος, βερ­νί­κι πα­που­τσι­ῶν, μαλ­λί, καὶ ταγ­κά­δα ὥ­ρι­μου ἀρ­σε­νι­κοῦ. Ἔλ­πι­ζα κά­ποι­ος νὰ μᾶς ἔ­βλε­πε μα­ζί. Μα­κά­ρι νὰ μᾶς ἔ­παιρ­ναν μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Ἤ­θε­λα μί­αν ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι ἤ­μα­σταν κά­πο­τε μα­ζί.

        Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ σταθ­μὸ καὶ πή­ρα­με ἕ­να σο­κά­κι ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο. Ἦ­ταν νω­ρὶς ἀ­κό­μα καὶ τὸ μέ­ρος ἦ­ταν ἄ­δει­ο. Ὁ μπάρ­μαν καυ­γά­δι­ζε μὲ τὸν ντε­λι­βε­ρά, κι ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πο­λὺ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να κόκ­κι­νο παλ­τὸ . Κα­θί­σα­με κι ὁ πα­τέ­ρας μου κά­λε­σε τὸν σερ­βι­τό­ρο μὲ δυ­να­τὴ φω­νή. «Kellner!*», τοῦ φώ­να­ξε. «Carbon! Cameriere!* Ἐ­σύ!» Ἡ τρα­χύ­τη­τά του μέ­σα στὸ ἄ­δει­ο ἑ­στι­α­τό­ριο ἔ­μοια­ζε ἐ­κτὸς τό­που. «Μπο­ροῦ­με νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με ἐ­δῶ;», φώ­να­ξε. «Σβέλ­τα! Σβέλ­τα!» Ὕ­στε­ρα χτύ­πη­σε πα­λα­μά­κια. Ὁ σερ­βι­τό­ρος τὸν πρό­σε­ξε καὶ πλη­σί­α­σε ἀρ­γὰ- ἀρ­γὰ στὸ τρα­πέ­ζι μας.

       «Σὲ μέ­να χτυ­ποῦ­σες τὰ χέ­ρια σου;», ρώ­τη­σε.

       «Ἠ­ρέ­μη­σε, ἠ­ρέ­μη­σε, sommelier*», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ἂν δὲν ζη­τά­ω πολ­λὰ ἀ­πὸ σέ­να —κι ἂν δὲν εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς ἁρ­μο­δι­ό­τη­τές σου— θὰ θέ­λα­με δυ­ὸ Beefeater Gibsons*.»

       «Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ μοῦ χτυ­πᾶ­νε πα­λα­μά­κια», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα φέ­ρει τὴ σφυ­ρί­χτρα μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ἔ­χω μιὰ σφυ­ρί­χτρα ποὺ τὴν ἀ­κοῦ­νε μό­νο τὰ αὐ­τιὰ τῶν γέ­ρων σερ­βι­τό­ρων. Λοι­πόν, βγά­λε τὸ μπλο­κά­κι καὶ τὸ μο­λυ­βά­κι σου καὶ δὲς ἂν μπο­ρεῖς νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις: δυ­ὸ Beefeater Gibsons. Ἐ­πα­νέ­λα­βε με­τὰ ἀ­πὸ μέ­να: δυ­ὸ Beefeater Gibsons.»

       «Νο­μί­ζω πὼς θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ πᾶ­τε που­θε­νὰ ἀλ­λοῦ», εἶ­πε ἥ­συ­χα ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Αὐ­τό», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, «εἶ­ναι ἡ πιὸ λαμ­πρὴ πρό­τα­ση ποὺ ἄ­κου­σα πο­τέ. Ἔ­λα, Τσάρ­λι! Πᾶ­με νὰ φύ­γου­με ἀ­πὸ δῶ».

       Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο κι ἀ­κο­λού­θη­σα τὸν πα­τέ­ρα μου μέ­χρι ἕ­να ἄλ­λο ἑ­στι­α­τό­ριο. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν ἦ­ταν τό­σο τρα­χύς. Ἦρ­θαν τὰ πο­τά μας καὶ μὲ ἀ­νέ­κρι­νε γιὰ τὴ σε­ζὸν τοῦ μπέ­ιζ­μπολ. Ὕ­στε­ρα χτυ­ποῦ­σε μὲ τὸ μα­χαί­ρι τὸ χεῖ­λος τοῦ ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ του κι ἄρ­χι­σε ξα­νὰ νὰ φω­νά­ζει. «Garson! Kellner! Cameriere! Ἐ­σύ! Θὰ σὲ πεί­ρα­ζε νὰ μᾶς φέ­ρεις δυ­ὸ ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια;»

       «Πό­σο χρο­νῶν εἶ­ναι τὸ ἀ­γό­ρι;», ρώ­τη­σε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Γα­μῶ­το!», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Για­τί δὲν κοι­τᾶς τὴ δου­λειά σου;»

       «Συ­γνώ­μη, κύ­ρι­ε», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος. «Ἀλ­λὰ δὲν θὰ σερ­βί­ρω ἄλ­λο πο­τὸ στὸ ἀ­γό­ρι».

       «Λοι­πόν, σοῦ ἔ­χω ἕ­να νέ­ο», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Σοῦ ἔ­χω ἕ­να πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον νέ­ο. Αὐ­τὸ ἐ­δῶ τυ­χαί­νει νὰ μὴν εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ ἑ­στι­α­τό­ριο στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Ἔ­χει ἀ­νοί­ξει ἄλ­λο ἕ­να στὴ γω­νί­α. Πᾶ­με, Τσάρ­λι.»

       Πλή­ρω­σε τὸ λο­γα­ρια­σμό, τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ μπή­κα­με σὲ ἕ­να ἄλ­λο. Ἐ­δῶ οἱ σερ­βι­τό­ροι φο­ροῦ­σαν ρὸζ σα­κά­κια σὰν κυ­νη­γε­τι­κὰ μπου­φάν, καὶ πά­νω στοὺς τοί­χους ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ εἴ­δη ἐ­ξο­πλι­σμοῦ γιὰ ἄ­λο­γα. Κα­θί­σα­με κι ὁ πα­τέ­ρας μου ἄρ­χι­σε ξα­νὰ νὰ φω­νά­ζει. «Ὑ­πεύ­θυ­νε τοῦ κο­πα­διοῦ! Πά­νω τους», κι ἄλ­λα τέ­τοι­α. «Θὰ θέ­λα­με ἕ­να πο­τό, τοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ ποὺ λέ­νε. Δη­λα­δή, δύ­ο Bibson Geefeaters.»

       «Δύ­ο Bibson Geefeaters;», ρώ­τη­­σε χα­μο­γε­λών­τας ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Γα­μῶ­το, ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ τί θέ­λω», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου θυ­μω­μέ­νος. «Θέ­λω δυ­ὸ Beefeater Gibsons, καὶ σβέλ­τα. Ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει τὰ πράγ­μα­τα στὴν εὔ­θυ­μη γη­ραι­ὰ Ἀγ­γλί­α. Ἔ­τσι μοῦ λέ­ει ὁ φί­λος μου ὁ δού­κας. Γιὰ νὰ δοῦ­με τί κο­κτέ­ιλ ξέ­ρει νὰ κά­νει ἡ Ἀγ­γλί­α.»

       «Ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι Ἀγ­γλί­α», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος

       «Μὴ δι­α­φω­νεῖς μα­ζί μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου.«Ἁ­πλῶς, κά­νε ὅ­τι σου λέ­νε».

       «Σκέ­φτη­κα μό­νο πὼς ἴ­σως σοῦ ἄ­ρε­σε νὰ ξέ­ρεις ποὺ βρί­σκε­σαι», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Ἂν εἶ­ναι κά­τι ποὺ δὲν ἀ­νέ­χο­μαι», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, «εἶ­ναι ἕ­νας θρα­σὺς ὑ­πη­ρέ­της. Πᾶ­με Τσάρ­λι.»

       Τὸ τέ­ταρ­το μέ­ρος ποὺ πή­γα­με τὸ εἶ­χαν Ἰ­τα­λοί. «Buon giorno», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Per favore, possiamo avere due coctail americani, forti, forti. Molto gin, poco vermut.*»

       «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω ἰ­τα­λι­κά», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Ἔ­λα, κό­φτο», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Κα­τα­λα­βαί­νεις ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὸ ξέ­ρεις, γα­μῶ­το, πο­λὺ κα­λὰ ὅ­τι κα­τα­λα­βαί­νεις. Vogliamo due coctail Americani. Subito.*»

       Ὁ σερ­βι­τό­ρος μᾶς πα­ρά­τη­σε καὶ μι­λοῦ­σε μὲ τὸν ὑ­πεύ­θυ­νο, ποὺ ἦρ­θε στὸ τρα­πέ­ζι μας καὶ εἶ­πε: «Λυ­πᾶ­μαι, κύ­ρι­ε, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ τὸ τρα­πέ­ζι εἶ­ναι κρα­τη­μέ­νο.»

       «Κα­νέ­να πρό­βλη­μα», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Δῶ­στε μας ἕ­να ἄλ­λο τρα­πέ­ζι.»

       «Ὅ­λα τα τρα­πέ­ζια εἶ­ναι κρα­τη­μέ­να», εἶ­πε ὁ ὑ­πεύ­θυ­νος.

       «Τὸ ἔ­πι­α­σα», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Δὲν μᾶς θέ­λε­τε γιὰ πε­λά­τες σας. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Λοι­πόν, ἄ­ι στὸ δι­ά­ο­λο. Vada all’ inferno.* Πᾶ­με,Τσάρ­λι.»

       «Πρέ­πει νὰ πά­ρω τὸ τρέ­νο μου», εἶ­πα.

       «Λυ­πᾶ­μαι, ἀ­γό­ρι μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Λυ­πᾶ­μαι πά­ρα πο­λύ». Μὲ ἀγ­κά­λια­σε μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ ἕ­σφι­ξε πά­νω του. «Θὰ σὲ συ­νο­δέ­ψω μέ­χρι τὸ σταθ­μό. Μα­κά­ρι νὰ ὑ­πῆρ­χε χρό­νος νὰ πη­γαί­να­με μέ­χρι τὸ κλὰμπ ποὺ συ­χνά­ζω.»

       «Δὲν πει­ρά­ζει, μπαμ­πά», εἶ­πα.

       «Θὰ σοῦ πά­ρω μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα», εἶ­πε. «Θὰ σοῦ πά­ρω μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα, γιὰ νὰ δι­α­βά­σεις στὸ τρέ­νο.»

       Ὕ­στε­ρα πλη­σί­α­σε σὲ ἕ­να πε­ρί­πτε­ρο ποὺ που­λοῦ­σε μό­νο ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ εἶ­πε: «Ἀ­γα­πη­τέ μου, κύ­ρι­ε ἔ­χε­τε τὴν κα­λο­σύ­νη νὰ μοῦ δώ­σε­τε μί­α ἀ­πὸ τὶς ἄ­χρη­στες ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς κω­λο­φυλ­λά­δες σας τῆς πεν­τά­ρας;» Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος ἔ­στρε­ψε ἀλ­λοῦ τὸ βλέμ­μα του καὶ κοι­τοῦ­σε τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο ἑ­νὸς πε­ρι­ο­δι­κοῦ. «Ζη­τά­ω πολ­λά, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε;», ρώ­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ζη­τά­ω πολ­λὰ νὰ μοῦ που­λή­σε­τε ἕ­να ἐ­με­τι­κὸ δεῖγ­μα κί­τρι­νου τύ­που;»

       «Πρέ­πει νὰ φύ­γω, μπαμ­πά», εἶ­πα.«Εἶ­ναι ἀρ­γά.»

       «Ὄ­χι, ἕ­να λε­πτό, ἀ­γό­ρι μου», εἶ­πε. «Πε­ρί­με­νε ἕ­να λε­πτό. Θέ­λω νὰ τὰ πῶ ἕ­να χε­ρά­κι μὲ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο.»

       «Γειά σου, μπαμ­πά», εἶ­πα καὶ κα­τέ­βη­κα τὶς σκά­λες καὶ πῆ­ρα τὸ τρέ­νο μου. Αὐ­τὴ ἦ­ταν καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ εἶ­δα τὸν πα­τέ­ρα μου.

Kellner: Σερ­βι­τό­ρος στὰ γερ­μα­νι­κά.
Cameriere: Σερ­βι­τό­ρος.
Sommelier: Σερβιτόρος κρασιοῦ.
Beefeater Gibsons: Κοκτέιλ μαρτίνι μὲ τζίν.
Per favore, possiamo avere due coctail americani, forti, forti. Molto gin, poco vermut: Μπο­ροῦ­με νὰ ἔ­χου­με, πα­ρα­κα­λῶ, δυ­ὸ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα κο­κτέ­ιλ, δυ­να­τά, δυ­να­τά; Πο­λὺ τζίν, λί­γο βερ­μούτ.
Vogliamo due coctail Americani. Subito.: Θέ­λου­με δυ­ὸ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα κο­κτέ­ιλ. Ἀ­μέ­σως.
Vada all’ inferno: Ἄ­ι στὸ δι­ά­ο­λο.


Πηγή: https://docs.google.com/document/d/1jfJm8mmXkpX7xMD70QTrUdf8S4sZF01U3PdYrHHjKOI/edit

Ὁ Τζὸν Οὐ­ί­λιαμ Τσί­βερ (John William Cheever) (27 Μαΐ­ου 1912 – 18 Ἰ­ου­νί­ου 1982) εἶ­ναι Ἀ­με­ρι­κα­νὸς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Ἐ­πο­νο­μά­ζε­ται συ­νή­θως «Τσέ­χωφ τῶν προ­α­στί­ων». Τὰ ἔρ­γα του δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον στὸ Upper East Side τοῦ Μαν­χά­ταν, στὰ προ­ά­στια τοῦ Westchester, στὰ πα­λαι­ὰ χω­ριὰ τῆς Νέ­ας Ἀγ­γλί­ας ποὺ βρί­σκον­ται σὲ δι­ά­φο­ρες πό­λεις τῆς Νό­τιας Ἀ­κτῆς γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ Κου­ίν­σι τῆς Μα­σα­χου­σέ­της ὅ­που καὶ γεν­νή­θη­κε. Ἐ­πί­σης δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται καὶ στὴν Ἰ­τα­λί­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴ Ρώ­μη. Σή­με­ρα θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ ση­μαν­τι­κοὺς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Στὰ δι­η­γή­μα­τά του πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται: «Τὸ τε­ρά­στιο ρα­δι­ό­φω­νο» —ποὺ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὸ χα­ρα­κτη­ρί­σου­με προ­φη­τι­κὸ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὶς τε­χνο­λο­γί­ες ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιὰ τὴν πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῆς ζω­ῆς τῶν ἀν­θρώ­πων— τὸ «Goodbye, My Brother», τὸ «Five-Forty-Eight», τὸ «The country Husband» καὶ τὸ «The swimmer». Ἔ­χει γρά­ψει ἐ­πί­σης τέσ­σε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα: The Wapshot Chronicle (Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος,1958), The Wapshot Scandal (Με­τάλ­λιο William Dean Howells, 1965), Bullet Park (1969), Falconer (1977) καὶ μιὰ νου­βέ­λα: On What a Paradise It Seems (1982). Τὰ θέ­μα­τά του ἔ­χουν νὰ κά­νουν κυ­ρί­ως μὲ τὴ διτ­τὴ ἀν­θρώ­πι­νη συμπεριφορά. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς δρα­μα­το­ποι­οῦν­ται ὡς δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὴν κό­σμια, κοι­νω­νι­κὴ εἰ­κό­να τῶν χα­ρα­κτή­ρων καὶ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἠ­θι­κή τους ἐ­ξα­χρεί­ω­ση κι ἄλ­λο­τε πά­λι ὡς μιὰ σύγ­κρου­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ χα­ρα­κτῆ­ρες (συ­νή­θως δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια), ποὺ ἐν­σαρ­κώ­νουν τὶς ἀν­τι­θέ­σεις (σκο­τά­δι καὶ φῶς, σάρ­κα καὶ πνεῦ­μα). Πολ­λά του ἔρ­γα, ἐ­πί­σης, ἐκ­φρά­ζουν τὴν νο­σταλ­γί­α γιὰ ἕ­να τρό­πο ζω­ῆς ποὺ ἔ­χει πιὰ χα­θεῖ καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ μιὰ συ­νε­χῆ προ­σκόλ­λη­ση στὴν πα­ρά­δο­ση κι ἕ­να βα­θὺ αἴ­σθη­μα γιὰ τὴν κοι­νό­τη­τα – μιὰ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πο­ξέ­νω­ση καὶ τὸν νο­μα­δι­σμὸ ποὺ ὑ­πάρ­χει στὰ σύγ­χρο­να προ­ά­στια. Μιὰ ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο The stories of John Cheever βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ Μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ἄλ­λα ἐ­θνι­κὰ βρα­βεῖ­α. Τὸν Ἀ­πρί­λη τοῦ 1982, ἕ­ξι βδο­μά­δες πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του, ὁ Τζὸν Τσί­βερ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τάλ­λιο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Ἀ­με­ρι­κά­νι­κης Ἀ­κα­δη­μί­ας Γραμ­μά­των καὶ Τε­χνῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πλα­νό­δι­ο­ν (τχ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­δι­ο­ν – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στή­ν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τώ­ν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγ­γρα­φεί­ς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ Γρί­λι­ες (ἐκδ. Βακ­χι­κό, 2020).


Μάγδα Κόσσυβα: “Ὁι Ἐραστές ΙΙ”


Μά­γδα Κόσ­συ­βα


«Οἱ Ἐ­ρα­στές ΙΙ»


 ΡΕΝΕ ἦ­ταν ψη­λὸς σὰν κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νο σκιά­χτρο, εἶ­χε ἕ­να ἄ­βο­λο χα­μό­γε­λο ποὺ τὸν ἔ­κα­νε συμ­πα­θῆ καὶ δυ­ὸ ἀ­γω­νι­ώ­δη μά­τια ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ φαί­νε­ται ἔ­ξυ­πνος. Ἐ­πί­σης εἶ­χε μιὰ πε­ρί­ερ­γη ἱ­κα­νό­τη­τα ἢ δυ­σκο­λί­α ἴ­σως.

        Ὅ­ταν ἔ­νι­ω­θε ἐ­ρω­τι­κὴ ἕλ­ξη γιὰ κά­ποι­ον καὶ ἤ­θε­λε νὰ τὸν φι­λή­σει, ταυ­τό­χρο­να ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε δι­α­κα­ῶς νὰ τὸν σκο­τώ­σει. Ὁ­πό­τε δὲν εἶ­χε φι­λή­σει πο­τὲ κα­νέ­ναν ἄν­θρω­πο, ἀ­πὸ ἀ­πο­στρο­φὴ στὰ δο­λο­φο­νι­κὰ ἔν­στι­κτα ποὺ γεν­νᾶ ὁ ἔ­ρω­τας.

        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν χει­ρό­τε­ρα μό­λις γνώ­ρι­σε τὴν Λου­ΐζ. Μό­νο μὲ πλα­νη­τι­κὴ σύγ­κρου­ση θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ συγ­κρί­νει. Ἡ Λου­ῒζ τὸν συγ­κι­νοῦ­σε ἐ­πι­κίν­δυ­να. Ἀ­πρό­θυ­μος νὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται, σκέ­φτη­κε νὰ προ­τεί­νει στὴν Λου­ῒζ νὰ φι­λι­οῦν­ται μὲ ἕ­ναν μο­να­δι­κὸ τρό­πο, νὰ φο­ρᾶ­νε κου­κοῦ­λες ὅ­σο φι­λι­οῦν­ται καὶ ἔ­τσι νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον.

        Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να μή­να ἀ­που­σί­ας ἡ Λου­ῒζ τοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο τοῦ πί­να­κα τοῦ Μαγ­κρίτ, «Οἱ Ἐ­ρα­στές ΙΙ».

        Σὰν εὐ­χα­ρι­στή­ρια ἀ­πάν­τη­ση τῆς ἔ­στει­λε ἕ­να τη­λε­γρα­φι­κὸ σχε­δὸν μή­νυ­μα ποὺ συ­νό­ψι­ζε τὴν κα­τά­στα­σή του.

        Ἕ­να βρά­δυ τὴν βρῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του νὰ φορᾶ ἕ­να λευ­κὸ σεν­τό­νι στὸ κε­φά­λι.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Ζευγάρι ποὺ μιμεῖται τὸ γνωστὸ ἔργο τοῦ Ρενὲ Μαγκρὶτ «Ἐραστές II».

 

Βιρτζίνια Γουλφ (Virginia Woolf): Γαλάζιο καὶ Πράσινο


Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ (Virginia Woolf)


Γα­λά­ζιο καὶ Πρά­σι­νο

(Blue & Green)


Πρά­σι­νο

 

Α ΜΥΤΕΡΑ δά­χτυ­λα τοῦ γυα­λιοῦ κρέ­μον­ται πρὸς τὰ κά­τω. Τὸ φῶς γλι­στρά­ει πά­νω στὸ γυα­λὶ καὶ στά­ζει μιὰ λι­μνού­λα ἀ­πὸ πρά­σι­νο. Ὅ­λη μέ­ρα τὰ δέ­κα δά­χτυ­λα τῆς ἀν­τα­νά­κλα­σης στά­ζουν πρά­σι­νο στὸ μάρ­μα­ρο. Τὰ φτε­ρὰ τῶν πα­ρα­κὶτ —οἱ ἄ­γρι­ες κραυ­γὲς τους – μυ­τε­ρὲς λε­πί­δες φοι­νι­κό­δεν­τρων— πρά­σι­να κι αὐ­τὰ· πρά­σι­νες βε­λό­νες ποὺ λάμ­πουν στὸν ἥ­λιο. Ὅ­μως τὸ σκλη­ρὸ γυα­λὶ στά­ζει στὸ μάρ­μα­ρο· οἱ λι­μνοῦ­λες αἰ­ω­ροῦν­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἄμ­μο τῆς ἐ­ρή­μου· οἱ κα­μῆ­λες τὶς δι­α­σχί­ζουν γέρ­νον­τας μιὰ ἀ­πὸ δῶ καὶ μιὰ ἀ­πὸ κεῖ· οἱ λι­μνοῦ­λες κα­τα­στα­λά­ζουν πά­νω στὸ μάρ­μα­ρο· τὶς πε­ρι­βάλ­λουν βοῦρ­λα· τὶς πνί­γουν ἀ­γρι­ό­χορ­τα· ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ἕ­να λευ­κὸ ἀν­θά­κι· ὁ βά­τρα­χος πέ­φτει μὲ γδοῦ­πο· τὴ νύ­χτα τ’ ἀ­στέ­ρια εἶ­ναι δε­μέ­να ἄρ­ρη­κτα ἐ­κεῖ. Ἔρ­χε­ται τὸ βρά­δυ καὶ ἡ σκιὰ δι­ώ­χνει τὸ πρά­σι­νο πά­νω ἀ­π’ τὸ ρά­φι τοῦ τζα­κιοῦ· ἡ τα­ραγ­μέ­νη ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Πλοῖ­α δὲν ἔρ­χον­ται· τὰ ἄ­σκο­πα κύ­μα­τα λι­κνί­ζον­ται κά­τω ἀ­π’ τὸν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νό. Εἶ­ναι νύ­χτα· οἱ βε­λό­νες στά­ζουν κη­λί­δες ἀ­πὸ μπλέ. Τὸ πρά­σι­νο χά­θη­κε.

 

Γα­λά­ζιο

 

ΤΟ ΤΕΡΑΣ μὲ τὴν κον­τό­χον­τρη ἀ­να­ση­κω­τὴ μύ­τη ἀ­νε­βαί­νει στὴν ἐ­πι­φά­νεια καὶ ἐ­κτο­ξεύ­ει ἀ­πὸ τὰ στρογ­γυ­λε­μέ­να ρου­θού­νια του δυ­ὸ πί­δα­κες νε­ροῦ, τὸ ὁ­ποῖ­ο, κα­τά­λευ­κο στὸ κέν­τρο, δι­α­σκορ­πί­ζε­ται σὰν ὁρ­μα­θὸς ἀ­πὸ γα­λά­ζι­ες χάν­τρες. Γα­λά­ζι­ες πι­νε­λι­ὲς ζα­ρώ­νουν τὸν μαῦ­ρο μου­σα­μὰ τοῦ το­μα­ριοῦ του. Ἐκ­σφεν­δο­νί­ζον­τας νε­ρὸ ἀ­πὸ τὸ στό­μα καὶ τὰ ρου­θού­νια, βου­λιά­ζει, βα­ρὺ ἀ­π’ τὸ νε­ρό, καὶ τὸ γα­λά­ζιο τὸ σκε­πά­ζει μου­σκεύ­ον­τας τὰ γυ­α­λι­στε­ρὰ βό­τσα­λα τῶν μα­τι­ῶν του. Ριγ­μέ­νο στὴν πα­ρα­λί­α κεῖ­ται, βα­ρύ, δί­χως ζω­ή, σκορ­πών­τας ξε­ρὰ γα­λά­ζια λέ­πια. Τὸ με­ταλ­λι­κό τους γα­λά­ζιο λε­κιά­ζει τὸ σκου­ρι­α­σμέ­νο σί­δε­ρο τῆς πα­ρα­λί­ας. Γα­λά­ζια εἶ­ναι τὰ μα­δέ­ρια τῆς ναυ­α­γι­σμέ­νης βάρ­κας. Ἕ­να κύ­μα κυ­λά­ει κά­τω ἀ­π’ τὶς γα­λά­ζι­ες καμ­πά­νες. Ὁ κα­θε­δρι­κὸς ὅ­μως να­ὸς εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κός, ψυ­χρός, ἔμ­πλε­ος ἀ­πὸ λι­βά­νι, γα­λα­ζω­πὸς σὰν τὰ πέ­πλα ποὺ φο­ροῦν οἱ μαν­τό­νες.


 

Πη­γή: «Blue & Green» by Virginia Woolf (1882-1941). Ἀ­πό το: Monday or Tues­day by Virginia Woolf. New York: Harcourt, Brace and Company, Inc., 1921:

http://digital.library.upenn.edu/women/woolf/monday/monday.html#06

Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ (Virginia Woolf) (Λον­δί­νο, 1882-Λοῦ­ες, 1941). Ἡ Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ (Adeline Virginia Stephen) γεν­νή­θη­κε στὸ Λον­δί­νο τὸ 1882. Κό­ρη τοῦ Leslie Stephen, κρι­τι­κοῦ, βι­ο­γρά­φου, φι­λο­σό­φου καὶ λο­γί­ου καὶ τῆς Ju­lia Prin­sep Jackson, γνω­στῆς καλ­λο­νῆς τῆς ἐ­πο­χῆς. Με­γά­λω­σε μέ­σα σὲ μιὰ με­γά­λη καὶ τα­λαν­τού­χα οἰ­κο­γέ­νεια καὶ μορ­φώ­θη­κε κα­τ’ οἶ­κον ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα της κα­θὼς καὶ με­λε­τών­τας στὴν τε­ρά­στια βι­βλι­ο­θή­κη του. Με­τὰ τὸν θά­να­το τῆς μη­τέ­ρας της καὶ τῆς ἑ­τε­ρο­θα­λοῦς ἀ­δελ­φῆς της, Stella Duckworth, ἔ­πα­θε νευ­ρι­κὸ κλο­νι­σμὸ καὶ ὑ­πέ­φε­ρε σὲ ὅ­λη της τὴ ζω­ὴ ἀ­πὸ πε­ρι­ό­δους κα­τά­θλι­ψης. Ὑ­πῆρ­ξε μέ­λος τῆς ὁ­μά­δας τοῦ Μπλούμ­σμπε­ρι (Bloom­sbury group), στὴν ὁ­ποί­α, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια, ἀ­νῆ­καν ὁ βι­ο­γρά­φος Lyt­ton Strachey, ὁ ἐ­ξέ­χων οἰ­κο­νο­μο­λό­γος J. M. Keynes, ὁ τε­χνο­κρι­τι­κὸς Roger Fry κα­θὼς καὶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας E. M. Forster. Τὸ 1912 παν­τρεύ­τη­κε τὸν Le­onard Woolf, δη­μο­σι­ο­γρά­φο, δο­κι­μι­ο­γρά­φο καὶ πο­λι­τι­κὸ στο­χα­στή. Μα­ζὶ ἵ­δρυ­σαν τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Hogarth Press, τὸ 1917, οἶ­κο ποὺ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δι­κά τους βι­βλί­α ἐ­ξέ­δω­σε με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ σπου­δαι­ό­τε­ρα ἔρ­γα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ 20ου αἰ­ώ­να. Ἡ Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ ἀ­νή­κει στὴν τριά­δα τῶν πρω­το­πό­ρων τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ μα­ζὶ μὲ τὸν Τζέ­ιμς Τζό­ις καὶ τὸν Μαρ­σὲλ Πρού­στ. Ὑ­πῆρ­ξε νε­ω­τε­ρί­στρια στὸ ὕ­φος κα­θὼς υἱ­ο­θέ­τη­σε τὴν τε­χνι­κή τοῦ «ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ μο­νο­λό­γου» (Stream of consciousness). Τὴν γρα­φὴ της τὴν χα­ρα­κτη­ρί­ζουν ὁ ρυθ­μὸς καὶ εἰ­κό­νες τῆς λυ­ρι­κῆς ποί­η­σης. Τὰ κεί­με­νά της ποὺ συγ­κα­τα­λέ­γον­ται στὴ συλ­λο­γὴ Monday or Tuesday (1921) ἀ­πο­τε­λοῦν τε­χνι­κοὺς πει­ρα­μα­τι­σμοὺς οἱ ὁ­ποῖ­οι ὁ­δή­γη­σαν στὴ δη­μι­ουρ­γί­α τῶν με­τα­γε­νέ­στε­ρων μυ­θι­στο­ρη­μά­των της. Γνω­στὰ ἔρ­γα της: Jacob’s Room (1922), Mrs Dalloway (1925), To the Lighthouse (1927), Orlando (1928), The Waves (1931). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης κρι­τι­κὲς καὶ δο­κί­μια ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σαν ὑ­πὸ τὸν τί­τλο: The Common Reader (1925), The Second Common Reader (1932). Γνω­στὰ εἶ­ναι καὶ τὰ δο­κί­μιά της γιὰ τὴ θέ­ση τῆς γυ­ναί­κας, A Room of One’s Own (1929), The Three Guineas (1938). Ἡ Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ αὐ­το­κτό­νη­σε στὶς 28 Μαρ­τί­ου τοῦ 1941. Τὸ ἔρ­γο της Between the Acts (1941) ἐκ­δό­θη­κε με­τὰ τὸν θά­να­τό της.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ. κα­τὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτός των ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Luigi Malerba.


Σι­μὸν Λε­ΐς (Simon Leys): Ἴχνη τοῦ Σαλαζάρ


Σι­μὸν Λε­ΐς (Simon Leys)


Ἴ­χνη τοῦ Σα­λα­ζάρ

(Shades of Salazar)


ΡΗΚΑ ΜΟΛΙΣ ΤΩΡΑ σ’ ἕ­να πα­λιὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο ἕ­να ἀ­πό­κομ­μα ἀ­π’ τὸν τύ­πο ποὺ τὸ συ­νάν­τη­σα πι­θα­νό­τα­τα σ’ ἕ­να εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ πρὶν ἀ­πὸ τριά­ντα πέν­τε πε­ρί­που χρό­νια καὶ τὸ κρά­τη­σα. Σκέ­φτη­κα τό­τε ὅ­τι δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται ν’ ἀ­πο­τε­λέ­σει στὸ μέλ­λον ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα βά­ση γιὰ νὰ γρά­ψω κά­ποι­ο θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο ἢ ἕ­ναν φι­λο­σο­φι­κὸ μύ­θο.

Ἰ­δοὺ τὸ ἀ­πό­κομ­μα:

Ἴ­χνη τοῦ Σα­λα­ζάρ: Μο­λο­νό­τι ἡ τρι­αν­τα­ε­ξά­χρο­νη δι­α­κυ­βέρ­νη­ση τοῦ Ἀν­τό­νιου ντὲ Ὀ­λι­βέ­ι­ρα Σα­λα­ζὰρ στὴν Πορ­το­γα­λί­α τερ­μα­τί­στη­κε πέ­ρυ­σι, ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἄν­τρας δὲν τὸ ἔ­χει μά­θει ὣς τώ­ρα. Κα­θη­λω­μέ­νος ἀ­κό­μη, δε­κα­τρεῖς μῆ­νες ἀ­φό­του ἔ­πα­θε ἐγ­κε­φα­λι­κὸ κι ἔ­πε­σε σὲ κῶ­μα, ὁ Σα­λα­ζὰρ συγ­κα­λεῖ τὸ ὑ­πουρ­γι­κὸ συμ­βού­λιο καὶ οἱ πα­λιοί του ὑ­πουρ­γοὶ πα­ρί­σταν­ται σ’ αὐ­τὸ ἀ­δι­α­λεί­πτως – κι ἄς μὴν εἶ­ναι ὅ­λοι τους μέ­λη τῆς ση­με­ρι­νῆς κυ­βέρ­νη­σης. Κα­νεὶς δὲν βρῆ­κε τὸ θάρ­ρος νὰ πεῖ στὸν ὀ­γδον­τά­χρο­νο δι­κτά­το­ρα ὅ­τι ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε.


Πο­τέ μου ὅ­μως δὲν κα­τόρ­θω­σα ν’ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σω τὸ ἀ­πό­κομ­μα. Ὑ­πάρ­χουν πραγ­μα­τι­κὲς κα­τα­στά­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες κα­μιὰ μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἔ­χει τὸ πα­ρα­μι­κρὸ νὰ προ­σθέ­σει.



Πη­γή: Simon Leys, Notes from the Hall of Uselessness, σει­ρά: the Cahiers Series, Λον­δί­νο, Sylph Editions (Center for Writers & Translators / The Arts Arena / The American University of Paris), 2008 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Σι­μὸν Λε­ΐς (Simon Leys) (1935, Βρυ­ξέλ­λες – 2014, Σίδ­νε­ϊ). Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Πι­ὲρ Ρικ­μὰνς [Pierre Ryckmans], δι­α­πρε­ποῦς σι­νο­λό­γου, με­τα­φρα­στῆ καὶ συγ­γρα­φέ­α. Τὰ εἴ­κο­σι πε­ρί­που βι­βλί­α ποὺ ἔ­γρα­ψε στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὰ γαλ­λι­κὰ ἀν­τα­να­κλοῦν τὴν ὀ­ξυ­δέρ­κεια καὶ τὴν εὐ­ρυ­μά­θειά του, τὴν ἀ­γά­πη του γιὰ τὴν κι­νε­ζι­κὴ τέ­χνη καὶ τὴν κι­νε­ζι­κὴ ποί­η­ση, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α ἐν γέ­νει, κα­θὼς καὶ τὸ πά­θος του γιὰ τὴ θά­λασ­σα.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


 

Τζένιφερ Γουόρτμαν (Jennifer Wortman): Θέλω καινούργιο ἐγκέφαλο


Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman)


Θέ­λω και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο

(I Want a New Brain)


ΘΕΛΑ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ἐγ­κέ­φα­λο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ στα­μα­τή­σω νὰ μι­λά­ω γι’ αὐ­τό, για­τὶ τέ­τοι­ος ἦ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ εἶ­χα: Ἕ­νας ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ ἐ­πέ­με­νε κι ἐ­πέ­με­νε. Εἶ­χε ἐμ­μο­νὴ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ μὲ εἶ­χαν πλη­γώ­σει καὶ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ εἶ­χα πλη­γώ­σει ἐ­γώ. Ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γιὰ τὴ μέ­ρα ποὺ ξη­μέ­ρω­νε καὶ γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα. Μὲ κα­τέ­κρι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὅ­ταν ἐ­πι­κεν­τρω­νό­μουν στὴν κα­λο­πέ­ρα­σή μου. Ὅ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἤ­θε­λε κά­τι, δὲν στα­μα­τοῦ­σε μὲ τί­πο­τα. Ἦ­ταν χει­ρό­τε­ρος κι ἀπ’ τὸ γιό μου ποὺ μὲ ζά­λι­ζε ζη­τών­τας κα­ρα­μέ­λες μέ­χρι νὰ τοῦ βά­λω τὶς φω­νές. Ἂν ἔ­βα­ζα τὶς φω­νὲς στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ τὶς ἔ­βα­ζε κι ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴ σει­ρά του. Ἀλ­λά, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πά­λι μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νές. Κι ὁ γιὸς μου μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νὲς κα­μιὰ φο­ρὰ ἢ ἁ­πλῶς δὲν μὲ ἄ­κου­γε, εἴ­τε τοῦ ἔ­βα­ζα τὶς φω­νές, εἴ­τε τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά. Τό­τε, ὅ­μως, τοῦ ἔ­κλει­να συ­νή­θως τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κλεί­σω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου. Ἀ­κό­μα καὶ χω­ρὶς αὐ­τή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου δὲν ἔ­παυ­ε.

        «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στοὺς φί­λους μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴ ψυ­χο­θε­ρα­πεύ­τρια μου, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κὰ ὅ­σο ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου αἰ­σθάν­θη­κε τὴν πε­ρι­φρό­νη­σή της.

        Ἔ­δω­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου φάρ­μα­κα. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἔ­λε­γε πράγ­μα­τα ὅ­πως, «Εἶ­σαι συ­νέ­νο­χη μὲ τὴ Big Pharm» ἢ «Εἶ­σαι ἀ­κό­μα ἐ­σύ;» καὶ «Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, δὲν ἔ­χει ἀ­πο­τέ­λε­σμα». Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πα­ρα­δέ­χον­ταν πὼς τὰ φάρ­μα­κα βο­η­θοῦ­σαν, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἁ­πλῶς με­γά­λω­νε τὴ σύγ­χυ­σή μου: Μὲ ἄλ­λα λό­για, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου, συ­νέ­χι­ζε νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, εἶ­χα ξα­πλώ­σει στὸν κα­να­πέ, ὅ­πως ἔ­κα­να συ­χνά. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­πει­σε νὰ δου­λέ­ψω μὲ τὸ λά­πτοπ, ξα­πλω­μέ­νη. Δὲν εἶ­χα τὸ λά­πτοπ, ὅ­μως, για­τί ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ εἶ­χε πεί­σει ὅ­τι θὰ δού­λευ­α κα­λύ­τε­ρα ἂν πρῶ­τα ξε­κου­ρα­ζό­μουν. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­κα­νε με­τὰ νὰ νι­ώ­σω ἔ­νο­χη ἐ­πει­δὴ ξε­κου­ρα­ζό­μουν καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια ἀ­νί­κα­νη τό­σο γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ, ὅ­σο καὶ γιὰ νὰ ἐρ­γα­στῶ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι σύ­νη­θες γιὰ μέ­να. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἦ­ταν σύ­νη­θες ἦ­ταν ὅ­τι ὁ γιὸς μου γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο πιὸ ἀρ­γὰ ἀ­π’ ὅ­σο συ­νή­θως μ’ ἕ­να κου­τὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο μό­λις ποὺ πρό­σε­ξα, καὶ ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σε πὼς εἶ­μαι ἀ­παί­σια μη­τέ­ρα.

        «Εἶ­ναι γιὰ σέ­να», μοῦ εἶ­πε. Ἔ­σκι­σε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα τοῦ κου­τιοῦ. «Και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος!».

        «Μά, πῶς;»

        Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­δειά­σει τὸν κουμ­πα­ρά του ἀ­πὸ τὰ λε­φτὰ τῶν γε­νε­θλί­ων του καὶ εἶ­χε πά­ει σ’ ἕ­να κα­τά­στη­μα ἐγ­κε­φά­λων ποὺ εἶ­χε ἀ­νοί­ξει σ’ ἕ­να κομ­μά­τι τῆς πό­λης ποὺ μι­σοῦ­σα, ἀ­νά­με­σα σ’ ἕ­να και­νούρ­γιο μπα­ρά­κι κι ἕ­να στούν­τιο γι­όγ­κα καὶ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­α μὲ χει­ρο­ποί­η­τα γλυ­κὰ καὶ μι­κρὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ ἄ­ναγ­κα­ζαν τοὺς κα­τοί­κους μὲ χα­μη­λὰ εἰ­σο­δή­μα­τα νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ κεῖ. «Μὰ ἔ­χεις πά­ει κι ἐ­σὺ σ’ αὐ­τὸ τὸ μπα­ρά­κι καὶ στὸ στούν­τιο γι­όγ­κα», εἶ­πε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        «Ἄς τὸ κά­νου­με, λοι­πόν!», εἶ­πα στὸ γιό μου.

        Ὁ και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος, μὲ τὶς πλη­θω­ρι­κὲς πτυ­χὲς του ἀ­πὸ ρὸζ μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νια σάρ­κα, ἔ­μοια­ζε σὰ νὰ εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο πε­ρι­ο­δι­κοῦ. Συμ­βου­λευ­τή­κα­με τὸ ἐγ­χει­ρί­διο, ἀ­φαι­ρέ­σα­με τὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου καὶ ἐγ­κα­τα­στή­σα­με τὸ νέ­ο ἐγ­κέ­φα­λο. Τι­νά­χτη­κα ἀ­π’ τὸν κα­να­πέ, ἑ­τοί­μα­σα στὸ γιό μου ἕ­να κο­λα­τσιὸ κι ὕ­στε­ρά τοῦ ἔ­θε­σα τὰ κα­τάλ­λη­λα ὅ­ρια σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πό­σο χρό­νο μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη μπο­ρεῖ νὰ περ­νά­ει. Ἄ­νοι­ξα τὸ λά­πτοπ μου καὶ δού­λε­ψα δί­χως δι­α­λείμ­μα­τα μέ­χρι τὴν ὥ­ρα ποὺ τε­λεί­ω­σα καὶ ρώ­τη­σα τὸ γιό μου ἂν ἤ­θε­λε νὰ πᾶ­με μιὰ βόλ­τα μὲ τὰ πο­δή­λα­τα. Θὰ γυρ­νού­σα­με γρή­γο­ρα για­τί ἤ­θε­λα νὰ φτιά­ξω ἕ­να γευ­στι­κὸ καὶ ὑ­γι­ει­νὸ δεῖ­πνο, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα σκο­πὸ νὰ ἑ­τοι­μά­σω ἐ­πι­με­λῶς, χω­ρὶς τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μου Netflix πε­ρι­σπα­σμό.

        Καὶ ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς θὰ σᾶς πῶ ὅ­τι ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος δὲν ἦ­ταν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὸς ἀ­π’ τὸν πα­λιό, ἢ ὅ­τι ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κός, ἀλ­λὰ σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα εἶ­χα χά­σει κά­τι, τὴν ἀν­θρω­πιά μου ἢ τὴν ψυ­χή μου ἢ ὅ­πως θέ­λε­τε νὰ τὸ πεῖ­τε. Ὅ­μως, ὄ­χι. Ἤ­θε­λα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ἀ­πέ­κτη­σα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο.

        Ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τό: Ὁ γιὸς μου, ἔ­χον­τας πα­ρα­στεῖ στὸ θαῦ­μα τοῦ νέ­ου μου ἐγ­κε­φά­λου, ἤ­θε­λε ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. «Θέ­λω ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ πρω­ί. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ βρά­δυ. Ἐ­κεῖ ποὺ πρὶν πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ γλυ­κά, τώ­ρα πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Στὴν ἀρ­χή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τὰ πα­ρα­κά­λια του μὲ ψυ­χραι­μί­α. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σα ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ πά­ρει και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του βρί­σκον­ταν ἀ­κό­μα σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα σχη­μα­τι­στεῖ. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του ἦ­ταν μιὰ χα­ρά. Κα­μιὰ φο­ρὰ ὑ­πέ­φε­ρε ἐ­ξαι­τί­ας του, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­νε μό­νο νὰ τὸν βο­η­θή­σει νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει.

        «Μὰ ἔ­χεις ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο.»

        «Κα­μιὰ φο­ρά» ἔ­λε­γα, «οἱ ἐγ­κέ­φα­λοι τὸ πα­ρα­τρα­βᾶ­νε καὶ μᾶς κά­νουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με. Κά­νουν πιὸ πο­λὺ κα­κό, πα­ρὰ κα­λό».

        «Ναί, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος αὐ­τὸς ποὺ σοῦ εἶ­πε ὅ­τι χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι δὲν τὸ ἔ­κα­νε ἁ­πλῶς γιὰ νὰ ὑ­πο­φέ­ρεις;»

        «Για­τί ὁ πα­λιός μου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο.»

        «Ἂν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο, για­τί χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο;» Ὅ­σο ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος προ­σπα­θοῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ μιὰ ξε­κά­θα­ρη, συ­νε­κτι­κὴ ἀ­πάν­τη­ση, ἐ­κεῖ­νος ἔ­λε­γε, «Για­τί, ἔ; Για­τί;»

        «Γιὰ νὰ μὴν ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ σοῦ φω­νά­ζω», τοῦ φώ­να­ζα.

        Με­τά μοῦ φώ­να­ζε ἐ­κεῖ­νος ἢ τοῦ φώ­να­ζα πά­λι ἐ­γὼ κι ὕ­στε­ρα κλεί­νον­ταν στὸ δω­μά­τιό του καὶ ‘γὼ στὸ δι­κό μου. Χρει­α­ζό­μουν μή­πως μιὰ και­νούρ­για καρ­διά, μιὰ και­νούρ­για φω­νή; Μιὰ και­νούρ­για ψυ­χή, ἕ­ναν και­νούρ­γιο κό­σμο, ἕ­ναν και­νούρ­γιο Θε­ό; «Σώ­πα τώ­ρα», ἔ­λε­γε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου. «Πή­γαι­νε νὰ μι­λή­σεις στὸ γιό σου.»

        Τὸν ἔ­βρι­σκα στὸ κρε­βά­τι του, τὰ μά­γου­λά του αὐ­λα­κω­μέ­να μὲ δά­κρυ­α. «Σώ­πα» τοῦ ἔ­λε­γα. «Σώ­πα τώ­ρα, σώ­πα.»



Πη­γή: Ἄ­πο τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Connotation Press. An Online Artifact (Τεῦ­χο­ς VΙ, Τό­μος X: Ἰ­ού­λιος, 2019): https://connotationpress.com/fiction/3398-jennifer-wortman-fiction

Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman). Δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Glimmer Train, Normal School, Diagram, The CollagistSmokeLong Quarterly, The Collapsar. Ζεῖ μὲ τὸ σύ­ζυ­γο καὶ τὰ δυ­ό της παι­διὰ στὸ Κο­λο­ράν­το. Εἶ­ναι συν­τά­κτρια στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Colorado Review καὶ δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ «Lighthouse Writers Workshop». Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες, πα­τῆ­στε ἐδῶ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Τζοὺντ Χίγκινς (Jude Higgins): Φτερωτή ζωή


Τζοὺντ Χίγ­κινς (Jude Higgins)


Φτε­ρω­τὴ ζω­ή

(Bird life)


ΕΡΕΙΣ πῶς εἶ­ναι ὅ­ταν ἕ­να που­λὶ κου­του­λᾶ στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου καὶ πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος κι ἐ­σὺ τὸ ἀ­φή­νεις ἐ­κεῖ, ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι ἁ­πλῶς ζα­λί­στη­κε· ἀλ­λὰ ὄ­χι, ἡ πρό­σκρου­ση τὸ ἄ­φη­σε νε­κρό – καὶ ἰ­δού: τὴν ἡ­μέ­ρα ἀ­κρι­βῶς τῶν γε­νε­θλί­ων σου μιὰ ὄ­μορ­φη μι­κρὴ τσί­χλα, μὲ λαμ­πρὸ φτέ­ρω­μα, κεί­τε­ται μπρο­στὰ στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα πά­νω στὸ χα­λά­κι μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ Κα­λω­σο­ρί­σα­τε. Ἀ­να­λο­γί­ζε­σαι τὴν εἰ­ρω­νεί­α τοῦ πράγ­μα­τος –πῶς γί­νε­ται κά­τι τό­σο νέ­ο νὰ μὴ γι­ορ­τά­σει πο­τὲ γε­νέ­θλια κι ἔ­πει­τα σκέ­φτε­σαι ὅ­τι εἶ­ναι πο­λὺ αἰ­σθη­μα­το­λο­γι­κὸ νὰ φαν­τά­ζε­σαι τὰ γε­νέ­θλια ἑ­νὸς που­λιοῦ. Προ­σπα­θεῖς ν’ ἀ­πο­φύ­γεις τὴν αἰ­σθη­μα­το­λο­γί­α.

        Εἶ­ναι ἐ­λα­φριά, τό­σο ἐ­λα­φριά, μιὰ τό­ση δὰ ἐν­τύ­πω­ση στὸ φτυ­α­ρά­κι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν μα­ζεύ­εις κι ἐν τῷ με­τα­ξὺ ὁ ἄν­τρας σου τὴν βγά­ζει φω­το­γρα­φί­α μο­λο­νό­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ κά­τι ποὺ θὲς ν’ ἀ­πο­τυ­πώ­σεις στὴ μνή­μη σου, εἰ­δι­κὰ μιὰ τέ­τοι­α μέ­ρα. Ἀλ­λά σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τοῦ θύ­μι­σε τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ εἶ­χες φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι γιὰ ἕ­ναν χρό­νο, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἐ­πί­θε­ση ποὺ δέ­χτη­καν τὰ μι­κρὰ μαυ­ρο­πού­λια στὸ κα­λα­θά­κι τους στὸ κα­τώ­φλι ἀ­πὸ ἕ­να ξε­φτέ­ρι, ἀ­ναγ­κά­ζον­τάς τον νὰ πε­ρά­σει τὶς πρῶ­τες ὧ­ρες τῆς ἀ­που­σί­ας σου ξύ­νον­τας αἵ­μα­τα καὶ φτε­ρὰ γο­να­τι­στὸς στὸ πά­τω­μα.

        Δὲν τὸν ρώ­τη­σες ἂν ἔ­πει­τα πῆ­γε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα καὶ ξά­πλω­σε στὸ κρε­βά­τι ἔ­χον­τας κλει­στὲς τὶς κουρ­τί­νες καὶ νι­ώ­θον­τας πο­λὺ πλη­γω­μέ­νος σὰν νὰ εἶ­χε κου­του­λή­σει πά­νω σ’ ἕ­ναν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο ἐ­νῶ πί­στευ­ε ὅ­τι τα­ξί­δευ­ε στὸν κε­νὸ χῶ­ρο. Δὲν τὸν ρώ­τη­σες ἂν θὰ προ­τι­μοῦ­σε νὰ εἶ­χε ὁ­δη­γη­θεῖ κι αὐ­τὸς στὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α. Ἢ ἂν εἶ­χε ἀ­ναρ­ρώ­σει.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Flash Frontier:

http://www.flash-frontier.com/november-2016-birds/#birdlife

Τζοὺντ Χίγ­κινς (Jude Higgins) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ πρῶ­το της βι­βλι­α­ρά­κι μι­κρο­δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Τὸ σπί­τι τοῦ Χη­μι­κοῦ βγῆ­κε στὶς ἐκ­δό­σεις V Press τὸ 2017. Ἡ ἴ­δια θε­σμο­θέ­τη­σε τὸ Βρα­βεῖ­ο Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Bath Flash Fiction Award καὶ ὀρ­γά­νω­σε τὸ Φε­στι­βὰλ Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου ἐ­νῶ τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ­τι­δή­πο­τε ἀ­φο­ρᾶ τὸ ἐν λό­γῳ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νο­δι­ο­ν ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νόδι­ο­ν και Γρα­φή.



		

	

Ρόμπερτ Μανς (Robert Mans): Μαθήματα πιάνου


Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans)


Μα­θή­μα­τα Πιά­νου

(Piano Lessons)

 

ΟΙΠΟΝ, ποῦ χά­θη­κες;, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέ­ϊ, κα­θι­σμέ­νος δέ­κα χρό­νια με­τὰ στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει, ἀ­γα­πή­σει, χο­ρέ­ψει καὶ χά­σει τὴν Πι­λάρ. Ἦ­ταν τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ό τους μὲ τὴν Κά­θριν, ὅ­ταν καὶ εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­π’ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, ποὺ δὲν ἦ­ταν πιὰ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, καὶ εἶ­χε δεί­ξει ἀ­δι­ά­φο­ρα στὴ σύ­ζυ­γό του ποῦ σύ­χνα­ζε κά­πο­τε. Ὁ πορ­τι­έ­ρης μὲ τὸ μαῦ­ρο κου­στού­μι καὶ τὸ πα­πι­γιὸν εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὴν πόρ­τα γιὰ τὸ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», τὸ νέ­ο πιά­νο μπὰρ ποὺ ἐκ­θεί­α­ζαν πιὰ ὅ­λα τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ τὰ σάϊτ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ὁ­λό­λευ­κο καὶ ἀρ­κε­τὰ φω­τει­νό, μὲ τρα­πέ­ζια πα­ρα­ταγ­μέ­να μὲ τά­ξη γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να πιά­νο μὲ οὐ­ρά, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιὰ τὸν φι­λό­ξε­νο χῶ­ρο γιὰ ἄ­το­μα τῆς ἡ­λι­κί­ας του καὶ τοῦ σι­να­φιοῦ του. Ὅ­λοι μὲ τὰ ὄ­μορ­φα ροῦ­χα τους, κα­λο­στη­μέ­νοι καὶ λαμ­πε­ροί, γι­όρ­τα­ζαν τὶς ἐ­πε­τεί­ους, τὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες, τὴ γέν­νη­ση κά­ποι­ας ἐλ­πί­δας, μὲ τὴ συ­νο­δεί­α τοῦ Μά­ϊκ στὸ πιά­νο. Ἐ­κεῖ­νος φο­ροῦ­σε σμό­κιν, ὅ­πως ταί­ρια­ζε στὴ θέ­ση του, καὶ τοὺς ἔ­παι­ζε δι­κές του πει­ραγ­μέ­νες με­λω­δί­ες ἢ τζὰζ δι­α­σκευ­ὲς γνω­στῶν τρα­γου­δι­ῶν.

        Τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ Ρέ­ϊ καὶ τῆς Κά­θριν ἔ­βλε­πε τὰ πλῆ­κτρα καὶ τὰ χέ­ρια τοῦ πι­α­νί­στα καὶ ὁ Ρέϊ χά­ζευ­ε τὸ πιά­νο ὅ­λο το βρά­δυ. Ὡ­ραῖ­ο το φα­γη­τό, ὡ­ραῖ­ο καὶ τὸ κρα­σί, ὡ­ραί­α καὶ ἡ Κά­θριν. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε ἐ­κεῖ­νο τὸ σχε­δὸν κα­τα­γώ­γιο μὲ τὴ χυ­μέ­νη μπί­ρα καὶ τὰ μουγ­κρη­τὰ τῶν ξέμ­παρ­κων μέ­θυ­σων. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε τὴ ζω­ή του τό­τε. Λί­γο μό­νο ἡ ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νη πί­στα τοῦ πιά­νου, ποὺ κα­τὰ σύμ­πτω­ση εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο ποὺ τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια του προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν μα­ζὶ μὲ τὴν Πι­λάρ.

        Τε­λεί­ω­σε τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ κρα­σὶ καὶ ὁ Ρέϊ ἤ­θε­λε κι ἄλ­λο. Ἡ Κά­θριν ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­να πο­τη­ρά­κι. Περ­νοῦ­σε κα­λὰ μα­ζί του. Ση­κώ­νον­τας δει­λά το χέ­ρι, ὅ­πως ὅ­ρι­ζαν πιὰ οἱ κα­λοί του τρό­ποι, γιὰ νὰ φω­νά­ξει τὸν σερ­βι­τό­ρο μὲ τὸ λευ­κὸ που­κά­μι­σο καὶ τὸ μαῦ­ρο πα­πι­γιόν, ὁ Ρέϊ τὸν ἐν­τό­πι­σε κον­τὰ στὸ δι­α­κρι­τι­κὸ καὶ προ­σεγ­μέ­νο μπὰρ νὰ παίρ­νει μιὰ ἄλ­λη πα­ραγ­γε­λί­α. Μό­λις ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ μπρο­στὰ μὲ τὸν δί­σκο, ὁ Ρέϊ δι­ά­βα­σε στὴν κά­νου­λα La Rubia. Κόλ­λη­σε τὸ βλέμ­μα του ἐ­κεῖ σε βαθ­μὸ ποὺ ἀ­νη­σύ­χη­σε τὴν Κά­θριν ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν ρω­τά­ει τί εἶ­χε πά­θει καὶ ἂν εἶ­χε δεῖ κά­τι ποὺ τὸν τρό­μα­ξε. Μὰ πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέϊ. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια ἡ ἴ­δια μπί­ρα. Σὰν κά­του­ρο ἦ­ταν τό­τε. Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν μπί­ρα ἐ­δῶ πέ­ρα; Καὶ δί­χως νὰ ξε­κολ­λή­σει τὸ βλέμ­μα του ἀ­πὸ τὸ μπάρ, πα­ρήγ­γει­λε ἐ­σπευ­σμέ­να στὸν σερ­βι­τό­ρο ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σὶ ἀ­κό­μα γιὰ τὴ γυ­ναί­κα του καὶ μιὰ ξαν­θιὰ Rubia γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Γεύ­τη­κε τὴν κά­θε της γου­λιά, ἀλ­λὰ ἦ­ταν φα­νε­ρὰ πιὰ ἀ­νή­συ­χος. Ἡ Πι­λὰρ ἄρ­χι­σε νὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται νὰ χο­ρεύ­ει στὴν πί­στα. Τὰ γλυ­κό­λο­γα ποὺ πῆ­γε κά­πο­τε νὰ ξε­στο­μί­σει ἔρ­χον­ταν στὸ στό­μα του, ἀλ­λὰ τὰ ξέ­πλε­νε μὲ τὴν μπί­ρα καὶ τὸ σα­κά­κι του τὸν ἔ­σκα­γε. Ση­κώ­θη­κε στὴ μι­σὴ μπί­ρα νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα. Ἡ Κά­θριν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ μί­λη­σε. Ἤ­ξε­ρε αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα νὰ ἀ­φή­νει χῶ­ρο στὸν ἄλ­λο καὶ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σε αὐ­τὸ σ’ ἐ­κεί­νη.

        Οἱ του­α­λέ­τες κι αὐ­τὲς στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, δι­πλα­νὲς πόρ­τες καὶ ἡ δι­κή του κα­τει­λημ­μέ­νη ἀ­πὸ ἄλ­λον. Ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ πε­ρί­με­νε στὸν προ­θά­λα­μο. Βυ­θι­σμέ­νος στὴ μου­σι­κὴ τοῦ πιά­νου ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀλ­λο­τι­νὴ πί­στα, ἄ­κου­σε τὴν πόρ­τα νὰ ἀ­νοί­γει καὶ τὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ στὸν νι­πτή­ρα. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα νὰ μπεῖ μέ­σα, ὅ­μως συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς δὲν ἦ­ταν ἡ ἀν­τρι­κὴ ποὺ ἄ­νοι­ξε, ἀλ­λὰ ἡ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ τύ­πος θὰ χέ­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα τό­ση ὥ­ρα, σκέ­φτη­κε. Ἀ­κό­μα πα­ρα­συρ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ρυθ­μὸ τοῦ πι­α­νί­στα, κοί­τα­ξε ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὴ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ κα­θρέ­φτης φω­το­γρά­φι­ζε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ λε­πτὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κα­στα­νο­κόκ­κι­να μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να σὲ κό­τσο γιὰ νὰ πλύ­νει τὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ ξα­να­βα­φτεῖ, καὶ μαύ­ρη στε­νὴ φού­στα. Ὁ Ρέϊ κοκ­κά­λω­σε. Ὁ κα­θρέ­φτης τὸν ξε­γε­λοῦ­σε. Δὲν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ ἔ­βα­ζέ το μπορ­ντὸ κρα­γιόν της. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τή. Τὸ κλὶκ στὴν πόρ­τα τῆς ἀν­τρι­κῆς του­α­λέ­τας τοῦ τά­ρα­ξε τὶς ἀ­να­μνή­σεις. Ὁ τύ­πος ποὺ ἔ­χε­ζε βγῆ­κε καὶ ἔ­ζω­νε τὸ που­κά­μι­σο μέ­σα στὸ κου­στού­μι του. Ὁ Ρέ­ϊ μπῆ­κε μέ­σα στὴ βρο­με­ρὴ του­α­λέ­τα καὶ κρα­τών­τας τὴ μύ­τη καὶ τὴ ζω­ή του σὲ ἀ­να­μο­νή, κα­τού­ρη­σε τὴ μι­σὴ μπί­ρα καὶ τὸ μι­σὸ μπου­κά­λι κρα­σί. Δὲν γί­νε­ται, σκε­φτό­ταν ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα. Τρα­βών­τας τὸ κα­ζα­νά­κι, ἄ­κου­σε «Mi amor» μέ­σα στὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ, ἀλ­λὰ ὅ­ταν βγῆ­κε ἔ­ξω ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε πιὰ τε­λει­ώ­σει καὶ φύ­γει.

        Γύ­ρι­σε στὸ τρα­πέ­ζι σὰν νὰ εἶ­χε μό­λις δεῖ φάν­τα­σμα. Ἡ Κά­θριν ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸ κρα­σί της καὶ δὲν εἶ­δε τὰ ξαν­θά του δά­κρυ­α νὰ χά­νον­ται μέ­σα στὴν μπί­ρα, κα­θὼς ἐ­πί­τη­δες τὴν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὰ μά­γου­λά του, γιὰ νὰ δρο­σι­στεῖ δῆ­θεν. Δὲν τῆς εἶ­χε πεῖ πο­τὲ γιὰ τὴν Πι­λάρ, γιὰ τὸ ταν­γκό, γιὰ τὰ «Mi amor» ποὺ κά­θε βρά­δυ ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ τῆς πεῖ καὶ δὲν τῆς ἔ­λε­γε τε­λι­κά, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀ­φή­σει σύ­ξυ­λο στὴν πί­στα καὶ χα­θεῖ γιὰ πάν­τα.

        Ὁ Μά­ϊκ χά­ι­δευ­ε τὰ πλῆ­κτρα μὲ τὰ τζὰζ χέ­ρια του καὶ πα­ρα­μόρ­φω­νε με­λω­δί­ες γνω­στῶν ρὸκ συγ­κρο­τη­μά­των ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ τὰ χω­νέ­ψουν οἱ θα­μῶ­νες τῆς ἀ­νώ­τε­ρης τά­ξης. «Without you, I’m nothing» ἔ­λε­γε τὸ πιά­νο καὶ ὁ Ρέ­ϊ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἐ­κεί­νη στὴν του­α­λέ­τα ἢ στὴν μπί­ρα ἢ στὴν πί­στα ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ.



 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hel­lenic A­me­ri­can U­niver­sity στὴν Ἀ­θή­να.


Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ ἀργεντινοῦ ζωγράφου Fabian Perez (1967).



		

	

Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi): Ἡ Ἀγάπη σὲ κάνει καινούργιο


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi)


Ἡ Ἀ­γά­πη σὲ κά­νει και­νούρ­γιο

(Love is always an innovation)


ΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἦ­ταν ἕ­να φτη­νὸ μέ­ρος μὲ κα­κὴ θέ­α. Θὰ χώ­ρι­ζαν, αὐ­τὸ εἶ­χαν πεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ τε­λευ­ταί­α τους συ­νεύ­ρε­ση. Θὰ ἦ­ταν ἄ­γρια, ὅ­σο πιὸ ἄ­γρια γι­νό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ εἶ­χε φτά­σει νω­ρί­τε­ρα γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ μυα­λό της. Ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει τὸ τη­λέ­φω­νό της ἀ­νοι­χτὸ γι’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ τὰ παι­διά της κι ὁ Πί­τερ τῆς ἔ­στελ­ναν συ­νέ­χεια μη­νύ­μα­τα. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε πά­ει σὲ ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο φί­λο ποὺ πέ­θαι­νε. Χα­χά­νι­ζε, κα­θὼς ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα, ἀλ­λὰ τὴν ἄ­φη­σαν ἥ­συ­χη, οἱ μό­νοι ποὺ εἶ­χε στὸν κό­σμο. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά της ἦ­ταν σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, τῆς ἄ­ρε­σε νὰ λέ­ει. Κι ἐ­κεῖ­νος, ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός, ἦ­ταν κα­θ’ ὁ­δόν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ἐ­ξά­σκη­ση, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­κτι­μά­ει τὴ βι­αι­ό­τη­τα στὸ κρε­βά­τι. Δὲν ἦ­ταν πο­τὲ ἐ­πι­δει­ξί­ας. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ἀ­ξι­ο­πρε­πής. Τί δι­α­φο­ρὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ στὴ ζω­ή της! Μὲ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα νὰ πρέ­πει νὰ ἀλ­λά­ξουν καὶ νὰ ἀ­να­δι­ορ­γα­νω­θοῦν γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της, τὸ και­νού­ριο αὐ­τὸ ἄ­το­μο.

        Μέ­χρι αὐ­τὸν ἐ­δῶ, εἶ­χε πά­ει μὲ πέν­τε ἢ ἕ­ξι ἄν­τρες καὶ εἶ­χε τὰ μά­τια της κλει­στὰ στὴ διά­ρκεια. Νευ­ρι­κὴ καὶ ἀρ­κε­τὰ ἀγ­χω­μέ­νη, ὥ­στε νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὴν ἀ­νη­συ­χί­α της, εἶ­χε τρέ­ξει μα­κριὰ ἀ­πὸ ὅ,τι χρει­α­ζό­ταν. Πί­στευ­ε πὼς ἔ­τσι ἦ­ταν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι. Ντρε­πό­ταν. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τὸ τραῦ­μα. Ἔ­κα­νε τὴν κα­λὴ γιὰ τὸ δι­κό της κα­λό. Με­ρι­κὲς φο­ρές, πρέ­πει νὰ ἀ­φή­νεις τοὺς ἄλ­λους νὰ σὲ μι­σοῦν.

        Ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λά­ει. Τὴ ρω­τοῦ­σε τί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε, τῆς ἐ­ξη­γοῦ­σε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει. «Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα σου νὰ βά­λω τὰ δά­χτυ­λά μου, σκύ­ψε, ἄ­νοι­ξε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δεῖ­ξε μου. Πρέ­πει νὰ δῶ.» Τὴν ἔ­κα­νε κι ἐ­κεί­νη νὰ μι­λά­ει. Τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὶς λέ­ξεις τώ­ρα. Βλέ­πεις, οἱ δυ­ό τους ἦ­ταν τὸ κά­τι ἄλ­λο.

        Ἕ­νας χον­τρός, τρι­χω­τὸς καὶ πο­λυ­ά­σχο­λος ἄν­τρας, ἕ­να γου­ρού­νι, ἕ­νας πω­λη­τής, ἕ­νας ψεύ­της καὶ ἀ­λα­ζό­νας, μὲ μιὰ φω­νὴ πιὸ φαλ­λι­κὴ ἀ­πὸ τὴν ψω­λή του. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε μὲ τὸν κύ­ριο Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸ κα­τέ­φε­ρ­ε ἕ­να πλῆγ­μα σὲ ὅ,τι γνώ­ρι­ζε. Τὴν ἔ­κα­νε τό­σο ἀ­βὰν-γκὰρντ ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τοῦ κό­ψει τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ δόν­τια, νὰ τὸ με­τα­φέ­ρει μα­κριὰ καὶ νὰ ἀ­ναγ­κά­σει ὅ­ποι­ον ἤ­ξε­ρε νὰ τὸ φο­ρά­ει.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο, κοι­τών­τας ἔ­ξω μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­κουμ­πι­σμέ­νες στὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­νῶ ἀ­ε­ρο­πλά­να δι­έ­σχι­ζαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ κό­σμος κι­νοῦν­ταν πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­σο θὰ πε­ρί­με­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα της, τὰ πέ­τα­ξε κά­τω καὶ βά­δι­σε στὸ δω­μά­τιο μὲ τὰ πα­πού­τσια της, γυ­μνὴ μέ­σα σὲ ἕ­να κου­τί, νι­ώ­θον­τας πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρη ἔ­τσι.

        Εἴ­μα­στε ἀ­νώ­μα­λοι στὴ φαν­τα­σί­α μας κι ἐ­κεί­νη δὲν ἦ­ταν ὁ ἑ­αυ­τός της, ὅ­πως λέ­νε. Τό­τε, ξέ­ρεις πὼς δὲν ἔ­χεις τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ἐ­αυ­τοῦ σου. Ὁ Ἔ­ρω­τας τὴν ἔ­σπρω­χνε πα­ρα­πέ­ρα καὶ τὸ σὲξ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ δι­και­ο­σύ­νη, ἀ­πο­φά­σι­σε. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ ἡ ἀ­η­δί­α ἦ­ταν ἀ­γα­πη­μέ­νες δί­δυ­μες: ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι βί­αι­η καὶ μι­ση­τή. Ἔ­γρα­φε λί­στες μὲ ἐ­πι­θυ­μί­ες γιὰ νὰ θυ­μί­σει στὸν ἑ­αυ­τὸ της ποι­ό εἶ­δος μι­ση­τῆς εἶ­χε στὸ μυα­λό της. Ἀ­κό­μα δὲν κα­τα­νο­οῦ­σε ἀ­πὸ ποῦ πή­γα­ζε ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἀλ­λα­γὴ ἢ ποι­όν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ρω­τή­σει γι’ αὐ­τό.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Στὰ εἴ­κο­σι τῆς εἶ­χε πεῖ κά­ποι­ος πὼς δὲν θὰ κα­τα­νο­οῦ­σε τὸ πά­θος προ­τοῦ φτά­σει στὰ σα­ράν­τα ἢ δὲν θὰ τὸ ἄν­τε­χε πρὶν τὰ σα­ράν­τα πέν­τε της. Ἀ­κό­μα καὶ τό­τε, δὲν θὰ ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά: τί προ­ει­δο­ποί­η­ση! Ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ὅ­μως, δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­να σῶ­μα. Ἔ­πρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στεῖς ὅ­ποι­ον σὲ κά­νει τό­σο πα­ρά­λο­γο.

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ἡ λα­γνεί­α της ἦ­ταν πο­λὺ με­τρι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ κά­τι ὅ­πως ἡ ἀ­γά­πη. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν πιὸ τρυ­φε­ρὴ ἀ­π’ ὅ­σο σκό­πευ­ε, τὸν φι­λοῦ­σε πά­ρα πο­λύ. Τὴν εἶ­χε γδύ­σει ὡς τὸ με­δού­λι της. Λέ­νε πὼς πρέ­πει νὰ μά­θεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς νὰ βα­σί­ζε­σαι σὲ ἄλ­λους. Κι ἂν εἶ­ναι τό­σο κα­λοὶ γιὰ σέ­να ποὺ ξε­χνᾶς ὅ­λα τὰ ἄλ­λα;

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σκέ­φτη­κε νὰ μπεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι γιὰ νὰ τὸν ξαφ­νιά­σει ὅ­ταν θὰ ἐρ­χό­ταν. Θὰ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ σα­στι­σμέ­νος καὶ θὰ ἄρ­χι­ζε νὰ κα­τα­λα­βαί­νει πῶς θὰ ἦ­ταν χω­ρὶς ἐ­κεί­νη, πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ δῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε εὐ­τυ­χί­α. Ἴ­σως κα­θό­ταν. Μπο­ρεῖ νὰ συλ­λο­γι­ό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν τρο­μά­ξει. Ἤ­θε­λε νὰ κα­πνί­σει, ἀλ­λὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα δὲν ἄ­νοι­γαν. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν τοῦ ἄ­ρε­σε, για­τὶ εἶ­χε κα­ταρ­ρεύ­σει στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ τὴν εἶ­χαν κλεί­σει σὲ κλι­νι­κὴ ἐ­πει­δὴ εἶ­χε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο μυα­λό. Ἴ­σως νὰ νό­μι­ζε πὼς ἄν­θρω­ποι σὰν ἐ­κεί­νη, θὰ ἔ­κα­ναν τὰ πάν­τα.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σύν­το­μα, ὅ­πως λέ­νε, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν. Εἶ­χαν κά­νει ὁ­τι­δή­πο­τε δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν νὰ κά­νουν μα­ζί. Ἀ­κό­μα τὸν ἤ­θε­λε, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ κά­νει πά­λι, ἀλ­λὰ εἶ­χε οἰ­κο­γέ­νεια. Ἐ­κεῖ­νος ἤ­θε­λε μιὰ φι­λε­νά­δα νὰ μοι­ρά­ζε­ται τὸ κρουα­σάν του, ὄ­χι μιὰ τρε­λά­ρα νὰ ψά­χνει ἕ­να δω­μά­τιο γιὰ νὰ τὴ βρεῖ.

        Ἦ­ταν στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ πε­ρί­με­νε νὰ δεῖ τὶς γκρί­ζες του σό­λες. Σύν­το­μα, θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­λάμ­βα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὴ φυ­λὴ τῶν Ἀ­γά­μη­των. Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λά­ει, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ τὸν κά­νει νὰ βα­ρι­έ­ται. Οἱ τρε­λοὶ εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ δι­ώ­χνουν τοὺς ἄλ­λους. Φο­βό­ταν νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σει, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο φο­βό­ταν τὸν θά­να­το. Τὸ πά­θος ἔ­κα­νε τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ζω­ὴ ἀ­δύ­να­τη καὶ κλό­νι­ζε τὸ ση­μεῖ­ο μη­δὲν τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, εὐ­τυ­χῶς.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὰ παι­διά της, τὸ κα­θῆ­κον της ἦ­ταν νὰ φρον­τί­ζει τὸν ἄρ­ρω­στο σύ­ζυ­γό της. Μα­ζί του ἦ­ταν σὰν νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ κά­νεις ἔ­ρω­τα μὲ τὴ μά­να σου. Ἠ­θι­κὴ ἦ­ταν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πεις αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­πᾶς γιὰ νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σεις κά­ποι­ον ποὺ ἀν­τι­πα­θεῖς. Τώ­ρα, εἶ­χε ἀ­να­κα­λύ­ψει πὼς αὐ­τὸς ὁ ἄ­σχη­μος ἄν­τρας ἦ­ταν ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο. Πῶς συμ­βα­δί­ζουν, ὅ­μως, αὐ­τὲς οἱ ἰ­δέ­ες;

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ μά­θει. Με­τὰ ἀπ’ αὐ­τό, θὰ προ­σπα­θοῦ­σε μὲ μα­νί­α νὰ ξε­χά­σει τὰ πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χαν τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α γιὰ κεί­νη.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου τὶς ὧ­ρες, τὰ λε­πτά, τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ ἐ­κεῖ­νος γί­νει φάν­τα­σμα κι ἐ­κεί­νη ἔρ­θει στὰ συγ­κα­λά της. Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ὁ­που­δή­πο­τε πε­ρι­μέ­νει ὁ­τι­δή­πο­τε, πε­ρι­μέ­νει τὴν ἀ­γά­πη.



Πη­γή: Hanif Kureishi, What Happened? Faber & Faber (2019).


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi) (Κέντ, Ἀγ­γλί­α, 1954). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Κὶν­γκς Κό­λε­τζ τοῦ Λον­δί­νου. Γρά­φει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, σε­νά­ρια καὶ δο­κί­μια. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Whitbread γιὰ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο συγ­γρα­φέ­α τὸ 1990 γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ὁ Βού­δας τῶν Προ­α­στί­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν ἀ­νε­βεῖ μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸ θέ­α­τρο, ἐ­νῶ τὰ σε­νά­ριά του ἔ­χουν γί­νει ται­νί­ες ἀ­πὸ σκη­νο­θέ­τες ὅ­πως ὁ Στί­βεν Φρί­αρς. Κα­τέ­χει τὸν τι­μη­τι­κὸ τί­τλο τοῦ Ἱπ­πό­τη τῶν Τε­χνῶν καὶ τῶν Γραμ­μά­των.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κη­ς (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson): Χαστούκι



Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson)


Χα­στού­κι

(Slam)


ΚΟΡΗ ΤΗΣ ἐ­πέ­στρε­φε ἔ­πει­τα ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρό. Ἡ μη­τέ­ρα της θὰ μά­θαι­νε ξα­νὰ νἆ­ναι Μα­μά. Ἔ­πει­τα, θὰ μά­θαι­νε πό­τε μπο­ρεῖ ν’ ἀγ­κα­λιά­ζῃ, καὶ πό­τε νὰ συγ­κρα­τεῖ­ται.

     Δε­κα­πέν­τε χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, ἡ κό­ρη της ἦ­ταν ἕ­να πρό­ω­ρα γεν­νη­μέ­νο βρέ­φος μὲς σὲ μιὰ θερ­μο­κοι­τί­δα καὶ ζύ­γι­ζε ἀ­κρι­βῶς ἕ­να κι­λό. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ ἡ μη­τέ­ρα της ὁ­δη­γοῦ­σε ὣς τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο στὶς 04:00 π.μ. ἁ­πλὰ καὶ μό­νο γιὰ νὰ τὴ δῇ ν’ ἀ­να­πνέ­ῃ. Τῆς σκά­ρω­νε να­νου­ρί­σμα­τα, ὥ­σπου κοι­μό­ταν πλά­ι στὶς ὀ­θό­νες. Ἔ­πλε­κε μάλ­λι­να ―μυ­τε­ρὰ στὴν κο­ρυ­φὴ σὰν ξω­τι­κοῦ― σκου­φά­κια, ποὺ ἔ­φτα­ναν τὸ μέ­γε­θος ἑ­νὸς μή­λου, ὡ­στό­σο ἕ­να πρω­ῒ ὅ­ταν ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­λει­πε, μιὰ νο­ση­λεύ­τρια ἀ­π’ τὴν κλι­νι­κὴ τῶν ἐ­νη­λί­κων ἀ­σθε­νῶν ποὺ ἀ­να­πλή­ρω­νε κά­ποι­ον στὴ ΜΕΘ τῶν νε­ο­γέν­νη­των, το­πο­θέ­τη­σε τὴ λά­θος ται­νί­α στό πρό­σω­πο τοῦ βρέ­φους προ­κει­μέ­νου νὰ σι­γου­ρέ­ψῃ τὸν τρο­φο­δο­τι­κὸ σω­λή­να. Ὅ­ταν αὐ­τὴ ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­φαι­ρε­θῇ, τὸ ἀ­νώ­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ βρε­φι­κοῦ δέρ­μα­τος σκί­στη­κε, δη­μι­ουρ­γῶν­τας ἕ­να κά­πα­λο, κι’ ἀρ­γό­τε­ρα μιὰν οὐ­λὴ στὸ ζυ­γω­μα­τι­κὸ τοῦ νε­ο­γνοῦ, ἡ ὁ­ποί­α τε­λι­κὰ ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε κα­τα­λή­γον­τας νὰ μοιά­ζῃ μὲ ἕ­να ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο ἀ­ση­μέ­νιο ψά­ρι.

     Ὅ­ταν ἦ­ταν νή­πιο, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­πρε­πε νὰ στα­μα­τή­σῃ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῇ σα­πού­νι γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ ἐκ­ζέ­μα­τος τοῦ κο­ρι­τσιοῦ. Θὰ τὴν ἄ­λει­φε μὲ τὴν ὑ­δα­ρῆ κρέ­μα ποὺ ἔ­κα­νε ἀ­φροὺς μὲς στὴ λε­κά­νη. Ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γιὰ τὴ βλά­βη ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ προ­ξε­νή­σῃ ὁ ἀ­φρι­κα­νι­κὸς ἥ­λιος, ἱ­κε­τεύ­ον­τας τὸ νε­α­ρὸ πλέ­ον κο­ρί­τσι νὰ φο­ρᾷ κα­πέ­λο, ἀν­τη­λια­κὴ προ­στα­σί­α, προ­ει­δο­ποι­ῶν­τας την πα­ράλ­λη­λα γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­ση φα­κί­δων καὶ τὸν καρ­κί­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν πλέ­ον ἡ κό­ρη της ἐρ­χό­ταν σπί­τι τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα ὡς ἐ­πι­σκέ­πτρια, θὰ ρω­τοῦ­σε μὲ τὴ σει­ρά της τὴ μη­τέ­ρα της γιὰ φαρ­μα­κευ­τι­κὲς κρέ­μες γιὰ τὰ σπυ­ρά­κια, καὶ γιὰ προ­ϊ­όν­τα ἐ­νυ­δά­τω­σης. Θὰ ψώ­νι­ζαν πα­ρέα. Ἡ μη­τέ­ρα της θὰ τῆς ἀ­γό­ρα­ζε κι ἀ­ρώ­μα­τα, λέ­γον­τάς της, Γιὰ νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι κά­θε φο­ρὰ ποὺ θὰ τὸ μυ­ρί­ζῃς.

     Τὸ κο­ρί­τσι ἀ­πέ­κτη­σε πλέ­ον νέ­α ση­μά­δια σὰν στοι­χι­σμέ­νους με­νε­ξε­δέ­νιους γυ­μνο­σά­λια­γκες, ποὺ ἕρ­πον­ται στὸ μπρά­τσο της, ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­τα­φέ­ρῃ κα­νεὶς νὰ τ’ ἀγ­γί­ξῃ. Ἀ­φό­του ἔ­κο­ψε τὶς φλέ­βες της, ὁ δερ­μα­το­λό­γος της τῆς πρό­τει­νε νὰ κά­νουν πλα­στι­κὰ ράμ­μα­τα, ὡ­στό­σο οἱ πιὸ βα­θι­ὲς ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς το­μὲς πα­ρα­λί­γο νὰ φτά­σουν στὴν ἁρ­τη­ρί­α. Ἡ μη­τέ­ρα τρί­βει ἔ­λαι­ο ἀ­πὸ κυ­νό­ρο­δο στὸ δέρ­μα τοῦ παι­διοῦ της, προ­σπα­θῶν­τας νὰ κα­τα­πρα­ΰ­νῃ τὸν χη­λο­ει­δῆ ἱ­στό, ἐν­θυ­μού­με­νη τὶς πα­λι­ές της ἀ­νη­συ­χί­ες, ποὺ εἶ­χαν πιὰ πε­τά­ξει μα­κριὰ σὰν φου­σκά­λες σὲ πο­τή­ρι ἀ­να­ψυ­κτι­κοῦ, ἀ­νά­λα­φρες σὰν κον­φε­τὶ ἀ­πὸ ρυ­ζό­χαρ­το.

     Ὅ­ταν παν­τρεύ­τη­κε τὸν πα­τέ­ρα τοῦ παι­διοῦ της, τὸ δέρ­μα της ἦ­ταν κα­θα­ρό. Δὲν εἶ­χε στίγ­μα­τα ἀ­ϋ­πνί­ας, οὔ­τε με­λα­νι­ὲς ἀ­π’ τὶς ἀ­να­κρί­σεις στὶς ἕν­τε­κα, τὰ με­σά­νυ­χτα, στὴ μί­α, στὶς δύ­ο. Μό­νον οἱ ἀρ­γοὶ χτύ­ποι τοῦ ρο­λο­γιοῦ ἦ­ταν μάρ­τυ­ρες στὸν φό­βο της.

     Τώ­ρα, ἡ μη­τέ­ρα ἀ­κού­ει τὶς σι­ω­πη­λὲς ὧ­ρες τὴν κό­ρη της νὰ στρι­φο­γυρ­νᾷ στὸν ὕ­πνο της. Ἀ­κού­ει τὶς σοῦ­στες τοῦ κρε­βα­τιοῦ νὰ τρί­ζουν, κά­θε ποὺ τὸ κο­ρί­τσι ση­κώ­νε­ται γιὰ νὰ πά­ῃ στὴν του­α­λέ­τα. Μὲς στὴν ἡ­συ­χί­α ἀ­να­ρω­τι­έ­ται γιὰ τὰ φο­ρέ­μα­τα τοῦ ἐ­τή­σιου χο­ροῦ τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σης, γιὰ τὰ νυ­φι­κά. Τὸ κο­ρί­τσι σχε­διά­ζει μὲ ξυ­λομ­πο­γι­ὲς στὸ τε­τρά­διό της, δαν­τε­λέ­νια μα­νί­κια ἢ τού­λια, μα­κρι­ὲς φοῦ­στες ποὺ νὰ κα­λύ­πτουν τὰ ση­μά­δια ἀ­π’ τὰ χα­ρα­κω­μέ­να κα­λά­μια καὶ τοὺς μη­ρούς της.

     Ἡ μη­τέ­ρα βρί­σκει τὶς ζω­γρα­φι­ὲς ὅ­ταν τὸ κο­ρί­τσι λεί­πει στὸ σχο­λεῖ­ο, τσα­λα­κω­μέ­νες στὰ σκου­πί­δια της. Τὶς παίρ­νει καὶ κα­θὼς τὶς σι­δε­ρώ­νει, ὁ ἀ­έ­ρας πλημ­μυ­ρί­ζει ἀ­π’ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ζε­στοῦ χαρ­τιοῦ.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008:

http://www.smokelong.com/slam/

 

Ἡ Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson) εἶ­ναι Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νι­κὴ συγ­γρα­φέ­ας καὶ μου­σι­κός. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς στή­λης τῆς ποί­η­σης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Mad Hatters Review. Κα­τὰ τὴν ἴ­δια, ζεῖ μέ­σα σ’ ἕ­να κλου­βὶ πα­πα­γά­λου, γιὰ πρω­ι­νὸ κα­τα­να­λώ­νει μο­λύ­βια, γρά­φει μ’ ἕ­να φτε­ρὸ βου­τηγ­μέ­νο σὲ παν­τζα­ρό­ζου­μο. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὰ Exquisite Corpse, Pindeldyboz, Gator Springs Gazette, Opium καὶ Lamination Colony.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com