Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz): Θυ­μᾶ­μαι



Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz)


Θυ­μᾶ­μαι

(Remember)


ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΑΝ εἴ­κο­σι χρό­νια γιά νά γρα­φτεῖ αὐ­τή ἡ ἱ­στο­ρί­α. Στό τέ­λος ἕ­νας δύ­της χά­νε­ται. Ἄν θέ­λε­τε νά στα­μα­τή­σε­τε τώ­ρα, αὐ­τό εἶ­ναι ὅ­λο κι ὅ­λο.

***

Τό πράγ­μα ξε­κί­νη­σε ὅ­ταν, μέ τήν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου, εἶ­δα τίς πορ­το­κα­λι­ές καί μαῦ­ρες ρί­γες ἑ­νός τί­γρη. Σκέ­φθη­κα πώς ἴ­σως ἤ­θε­λε νά φά­ει τό χέ­ρι μου, ἀλ­λ’ ἀν­τι­θέ­τω­ς ἔ­γλυ­φε ἤ­ρε­μα ἕ­να κου­τά­κι πα­γω­μέ­νου γι­α­ουρ­τιοῦ πε­τα­μέ­νου πά­νω στό βρώ­μι­κο ἔ­δα­φος τοῦ πα­ρά­δρο­μου μιᾶς πό­λης. Χλα­πά­κια­σε κά­θε στα­γό­να, κ’ ὕ­στε­ρα τό ἴ­διο τό κου­τά­κι τσά­κι­σε, στά σα­γό­νια του. Ἡ ὥ­ρα ἦ­ταν ἑ­πτά.

       Ὁ τί­γρης με­τα­φέρ­θη­κε πί­σω στόν ζω­ο­λο­γι­κό κῆ­πο (ἤ ἦ­ταν μιά ἰ­δι­ω­τι­κή κα­τοι­κί­α;), ἀλ­λά μ’ ἔ­κα­νε νά σκε­φτῶ πο­λύ γιά τόν ὠ­κε­α­νό. Πώς τά ζῶ­α ἐ­κεῖ, μέ με­ρι­κές ἐ­ξαι­ρέ­σεις, δέν φεύ­γουν πο­τέ. Μέ­νουν ὅ­που βρί­σκον­ται κι ὅ­λα τούς πα­ρέ­χον­ται. Εἶ­πα σέ κά­ποι­ον τί σκε­φτό­μουν. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα τό νε­ρό.

       Πολ­λοί στή ζω­ή μου μέ προ­ει­δο­ποί­η­σαν πώς ἡ σκέ­ψη δέν ἦ­ταν κα­λή, ὅ­μως λά­θευ­αν.

***

Νά φτά­σω στή θά­λασ­σα ὡ­στό­σο δέν ἦ­ταν εὔ­κο­λο. Ἔ­πρε­πε νά σπου­δά­σω, καί πο­τέ δέν ἤ­μουν πο­λύ κα­λός φοι­τη­τής. Ὁ­πο­τε­δή­πο­τε κά­ποι­ος προ­σπα­θοῦ­σε νά μοῦ δι­δά­ξει τό πα­ραμι­κρό, ἐ­γώ ἄρ­χι­ζα νά σκέ­πτο­μαι κά­τι ἄλ­λο. Ἄν ἤ­θε­λα νά μά­θω γιά τήν ποί­η­ση ἔ­πρε­πε νά κά­νω μα­θή­μα­τα μα­θη­μα­τι­κοῦ λο­γι­σμοῦ. Πῆ­ρε κά­ποι­α χρό­νια νά κα­τα­λά­βω πῶς νά ἰ­σορ­ρο­πῶ τά πάν­τα.

       Τό κα­λύ­τε­ρο μέ­ρο­ς γιά θα­λάσ­σια βι­ο­λο­γί­α βρι­σκό­ταν σέ μιά μα­κρι­νή βο­ρι­νή πό­λη, μέ κλί­μα σά φου­σκω­τό ἄ­νο­ρακ, ὅ­που τά νού­με­ρα μέ­τρη­σης τῆς θερ­μο­κρα­σί­ας ἦ­σαν δι­α­φο­ρε­τι­κά.

       Ἕ­να τμῆ­μα τοῦ προ­γράμ­μα­τος ἦ­ταν στό κέν­τρο τῆς πό­λης, κι ἕ­να ἄλ­λο πε­ρι­λάμ­βα­νε συ­χνές ἐκ­δρο­μές σ’­ ἕ­ναν δο­ρυ­φο­ρι­κό campus ὅ­που πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­μοια­ζε μέ μα­θη­τεί­α  σέ κά­στρο με­σαι­ω­νι­κοῦ τύ­που, πλῆ­ρες ποι­κί­λων δο­κι­μα­σι­ῶν, μέ μιάν αὐ­στη­ρή δο­μή ἀ­πό κά­στες, ἀ­πορ­ρι­πτι­κούς προ­φέ­σο­ρες, καί με­γά­λες φι­λί­ες ἑ­νω­μέ­νες μέ ἀ­παί­σι­ες ἀ­πο­φο­ρές. Ἐ­κεῖ ἐ­πί­σης δι­δα­σκό­μα­σταν πώς ν’ ἀ­να­πνέ­ου­με κά­τω ἀ­π’ τό νε­ρό. Τώ­ρα κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κό ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἦ­ταν ἀ­πο­δε­κτό.

       Ἤ­μουν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά πά­ρω πτυ­χί­ο μέ δι­πλό major, γιά νά θυ­μᾶ­μαι ὅ,τι­δή­πο­τε, καί γι­’ ­αὐ­τό εἶ­μαι καί βι­ο­λι­στής.

***

Γιά λί­γο ἔ­μει­να σέ κεί­νη τή βο­ρι­νή πό­λη, με­τά πῆ­γα σ’­ἕ­να ἰν­στι­τοῦ­το ἔ­ρευ­νας στήν βι­ο­λο­γί­α μέ ἐν­δι­α­φέ­ρον στό κτί­σι­μο ὑ­πο­θα­λάσ­σι­ων πό­λε­ων. Με­τροῦ­σαν τή θερ­μο­κρα­σί­α μέ τόν ἴ­διο τρό­πο ἀλ­λά δι­α­φο­ρε­τι­κό λε­ξι­λό­γιο. Πραγ­μα­τι­κά βο­ή­θη­σε νά μά­θω μιά νέ­α γλώσ­σα καί νά ἀ­να­πτύσ­σω ὑ­δα­το­καλ­λι­έρ­γει­ες. Στό τέ­λος ἐ­πι­λέ­χτη­κα ὡς ἕ­νας ἀ­πό τούς πρώ­τους κα­τοί­κους. Θά τε­στά­ρι­ζα τά σχέ­δια.

       Κα­θώς τό πεί­ρα­μα συ­νε­χι­ζό­ταν γιά λί­γο καί πιά δέν ἔ­νι­ω­θα τί­πο­τα γιά τούς ἀν­θρώ­πους στή στε­ριά, δι­ά­λε­ξα νά πα­ρα­μεί­νω ὑ­πο­βρύ­χι­ο­ς ὅ­σο τό δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τῆς ὁ­μά­δας πῆ­γαν πί­σω ὅ­ταν ὅ­λοι θε­ω­ρη­θή­κα­με ὡς ἀ­πο­τυχόν­τες, ἀλ­λά ὁ ἴ­διος τούς εἶ­πα πώς ἐ­κει­πέ­ρα εἶ­χα ἕ­ναν κῆ­πο.

       Ἔ­νι­ω­θα ὡ­ραῖ­α νά ‘­χω ξε­χα­στεῖ. Τά ζῶ­α ἦ­σαν πι­στά στη φύ­ση τους, καί δέ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν. Εἶ­χα ποι­κι­λί­ες φυ­τῶν μέ μό­νι­μα προ­βλή­μα­τα, καί ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­μουν ἕ­να μου­σι­κό πρό­γραμ­μα μέ ἕ­να δα­νει­κό βι­ο­λί ἀ­πό ἴ­νες ἄν­θρα­κα.

***

Κα­θώς τά χρό­νια περ­νοῦ­σαν δού­λευ­α καί κα­τέ­γρα­φα πώς τά ζῶ­α καί ἡ ζω­ή τῶν φυ­τῶν προ­σαρ­μο­ζό­ταν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κά κλί­μα­τα. Τό­τε ἦρ­θε ὁ προ­α­να­φερ­θείς δύ­της, μέ μαύ­ρη φόρ­μα καί μιά δε­ξα­με­νή.

       «Ἔ­πε­σα πά­νω σου τυ­χαῖ­α σέ κά­τι πα­λι­ές χαρ­τοῦ­ρες» εἶ­παν, «καί ἤ­θε­λα νά βε­βαι­ω­θῶ πώς δέν ἦ­ταν λά­θος».

       Μέ­σα ἀ­π’ τίς μά­σκες τους πα­ρα­τή­ρη­σα πώς εἶ­χαν ἕ­να πα­ρά­ξε­νο βλέμ­μα, ἀλ­λά δέν μπο­ροῦ­σα νά ξε­χω­ρί­σω ἄν ἦ­ταν οἶ­κτος, ἤ ἀ­η­δί­α, ἤ σκέ­τα τό πρό­σω­πό τους

***

Ἡ πό­λη ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεί, ἀλ­λά τά φυ­τά δέν με­γά­λω­ναν πο­λύ, καί δέν εἶ­χα πολ­λά νά πῶ. Προ­σφέρ­θη­κα νά τούς παί­ξω λί­γη μου­σι­κή. Ἦ­σαν πο­λύ εὐ­γε­νι­κοί καί εἶ­παν πώς ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νά ἐ­πι­στρέ­ψουν στήν ἐ­πι­φά­νεια.

       Πέ­ρα ἀ­π’ ­αὐ­τό πο­τέ δέν γύ­ρι­σαν στήν ἐ­πι­φά­νεια, ἤ ὁ­που­δή­πο­τε ἀλ­λοῦ. Κα­νέ­να νέ­ο τους δέν μα­θεύ­τη­κε πο­τέ ἀ­πό κα­νέ­να.

       Ὑ­περ­γεί­ως εἶ­ναι κά­τι πο­λύ ση­μαν­τι­κό ὅ­ταν κά­ποι­ος χά­νε­ται, γι­’ ­αὐ­τό μιά ἐ­ρευ­νη­τι­κή ὁ­μά­δα βγῆ­κε νά ψά­ξει τόν δύ­τη, κι ὅ­τα­ν βρῆ­καν ἐ­μέ­να, ἤ­ξε­ρα πώς τό πεί­ρα­μα ὁ­ρι­στι­κά εἶ­χε φτά­σει στό τέ­λος του. Ἔ­πρε­πε νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τήν πό­λη μου. Ἄν ὑ­πῆρ­χαν φῶ­τα θά ἔ­πρε­πε νά τά σβή­σω.

***

Ἡ γῆ δέν δί­νει τήν ἴ­δια αἴ­σθη­ση ὅ­πως πρίν φύ­γω. Κα­τά και­ρούς ξε­χνά­ω πώς ν’ ἀ­να­πνέ­ω αὐ­τόν τόν ἀ­έ­ρα, πώς νά περ­πα­τά­ω, πώς νά χρη­σι­μο­ποι­ῶ τά χρή­μα­τα, πώς νά μι­λά­ω στούς ἄλ­λους χω­ρίς μέ κά­ποι­ο τρό­πο νά τούς πλη­γώ­νω καί πώς νά εἶ­μαι συ­νη­θι­σμέ­νο ἄ­το­μο. Κα­νείς δέ μέ θυ­μᾶ­ται, κι ἔ­τσι κα­νείς δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται νά μέ βο­η­θή­σει νά θυ­μᾶ­μαι.

       Δέν μπο­ρῶ ὅ­μως νά πά­ω πί­σω, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὄ­χι δί­χως μιάν ἐ­ρευ­νη­τι­κή ἐ­πι­δό­τη­ση, πού κα­νείς δέν θέ­λει νά χρη­μα­το­δο­τή­σει. Τό νά συγ­κεν­τρω­θῶ ἔ­χει γί­νει ἀ­κό­μη μιά φο­ρά δυ­σχε­ρέ­στε­ρο. Δέν μπο­ρῶ νά προ­βλέ­ψω τί θά συμ­βεῖ στή συ­νέ­χεια.

       Ἡ ἐ­ρευ­νη­τι­κή ὁ­μά­δα πο­τέ δέν κα­τά­λα­βε ποῦ χά­θη­κε ὁ δύ­της. Ἴ­σως τόν κα­τά­πι­ε κα­μιά ὑ­πο­θα­λάσ­σια μαύ­ρη τρύ­πα. Ἀ­π’ ὅ­σο ξέ­ρου­με εἶ­ναι μυ­στή­ριο.

       Ἀλ­λά ἔρ­χον­ται στιγ­μές πού γί­νο­μαι κα­κός. Μπο­ρῶ νά φαν­τα­στῶ τόν δύ­τη κρυμ­μέ­νο, νά μέ πε­ρι­μέ­νει νά φύ­γω, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τό μι­σό τοῦ κύ­κλου, ὅ­πως ἐ­γώ συμ­πλή­ρω­σα τό δι­κό μου. Κα­θέ­νας βρί­σκον­τας ἐ­κεῖ­νο πού ἄ­φη­σε πί­σω του ὁ ἄλ­λος: ἕ­ναν ἄ­δει­ο κῆ­πο, ἕ­να πα­ρα­τη­μέ­νο βι­ο­λί, ἕ­να ἐ­ρεί­πιο τοῦ μέλ­λον­τος.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ ἱ­στο­λό­γιο JMWW (09.10.2019):

https://jmwwblog.wordpress.com/2019/10/09/flash-fiction-remember-by-dan-schwartz/

Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Washington, DC καὶ ζεῖ στὴν Arizona. Ἐρ­γα­σί­α του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὶς ἐ­πι­θε­ω­ρή­σεις The Fa­bu­list, Ne­ces­sary Fi­ction καὶ Joy­land.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὰ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοὶ καὶ ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012 (Ἁρ­μός, 2013) καὶ Iva: Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να: φω­το­γρα­φί­α τῆς Paula Borowska.

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Ἡ Πά­τι Σμὶθ Ρί­χνει ἕ­να Κα­τού­ρη­μα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Πά­τι Σμὶθ Ρί­χνει ­να Κα­τού­ρη­μα

(Patti Smith Takes A Piss)


ΙΝΑΙ μιὰ κο­λα­σμέ­να ζε­στὴ νύ­χτα στὸ Σέν­τραλ Πὰρκ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Εἶ­σαι στρι­μωγ­μέ­νος σὲ ἕ­ναν συ­ναυ­λια­κὸ χῶ­ρο, ὁ ἥ­λιος δύ­ει, τὸ κοι­νὸ ἱ­δρώ­νει, τὸ ἄλ­μπουμ τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, τὸ Some Girls τῶν Rolling Stones (ντοὺ-ντοὺ-ντοὺ-ντού, ντοὺ-ντὶ-ντού, ντοὺ-ντοὺ-ντοὺ-ντού, ντοὺ-ντὶ-ντού) παί­ζει δυ­να­τὰ στὰ με­γά­φω­να. Σὲ κά­θε κομ­μά­τι, ἐ­σὺ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι πό­τε στὸν δι­ά­ο­λο θὰ βγεῖ ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ ξε­κι­νή­σει τὴ συ­ναυ­λία, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να σκέ­φτε­σαι πὼς αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ συ­ναυ­λί­α. Οἱ Stones δὲν εἶ­χαν ξα­να­κου­στεῖ πο­τὲ ἔ­τσι. Τό­σο δυ­να­τά. Τό­σο ση­μαν­τι­κοί. Ἀ­γά­πη κι ἐλ­πί­δα καὶ σὲξ κι ὄ­νει­ρα, τρα­γου­δά­ει ὁ Μὶκ Τζάγ­κερ, ἔ­χουν ση­μα­σί­α; Καὶ νά τη, βγαί­νει χο­ρο­πη­δών­τας στὴ σκη­νή. Μαῦ­ρες μπό­τες, μαῦ­ρο παν­τε­λό­νι, μαῦ­ρο μπου­φάν, μα­νί­κια ση­κω­μέ­να, τὰ χέ­ρια πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι, χο­ρο­πη­δά­ει καὶ στρι­φο­γυ­ρί­ζει. Γυ­ρί­ζει γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της στὸ κέν­τρο τῆς σκη­νῆς, ἁρ­πά­ζει τὸ μι­κρό­φω­νο – «αὐ­τὴ ἡ πό­λη», φω­νά­ζει, «εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ με­τρά­ει μό­νο». Καὶ τὸ κοι­νὸ βρυ­χᾶ­ται. Ἐ­κεί­νη ξε­κι­νά­ει τὴ συ­ναυ­λία: «δὲν τὰ βά­ζω πο­λὺ μὲ τὸ πα­ρελ­θόν», γρυλ­λί­ζει, «ἀλ­λὰ τὰ βά­ζω πο­λὺ μὲ τὸ μέλ­λον». Ἕ­να κλα­ρι­νέ­το εἶ­ναι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στοὺς ἐ­νι­σχυ­τὲς καὶ στὴ μέ­ση της συ­ναυ­λί­ας τὸ παίρ­νει καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ φυ­σά­ει. Μό­νο ἦ­χο – στριγ­κλί­ζει, τρί­ζει, γρυλ­λί­ζει, κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ τί κά­νει τὸ συγ­κρό­τη­μα, κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ τρα­γού­δι, τὴν ἁρ­μο­νί­α, τὴ με­λω­δί­α, τὸν ρυθ­μὸ καὶ εἶ­ναι ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νη σὰν ἕ­να παι­δὶ μπρο­στά σε ἕ­να φά­σμα. Φυ­σά­ει, στριγ­κλί­ζει, κλαγ­γά­ζει. Στὴ δε­ξιὰ ἄ­κρη τῆς σκη­νῆς, ἕ­νας τε­χνι­κὸς ση­κώ­νει ἕ­να φύλ­λο ἀ­δι­ά­φα­νου πλα­στι­κοῦ καὶ τὸ κρα­τά­ει στὸ ὕ­ψος τοῦ λαι­μοῦ του. Τοῦ δί­νει τὸ κλα­ρι­νέ­το, μπαί­νει πί­σω ἀ­πὸ τὸ πλα­στι­κὸ καί, γιὰ ὅ­σο χρό­νο χρει­ά­ζε­ται κα­νεὶς γιὰ ἕ­να κα­λὸ κα­τού­ρη­μα, ἐ­κεί­νη εἶ­ναι μιὰ σκο­τει­νὴ καὶ θο­λὴ φι­γού­ρα κα­θι­σμέ­νη στὰ γό­να­τα, σὰν νὰ βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ση­κώ­νε­ται, κουμ­πώ­νει τὴ ζώ­νη της καὶ ὁ τε­χνι­κὸς κα­τε­βά­ζει τὸ πλα­στι­κό. Ἐ­σὺ σκέ­φτε­σαι, κα­τού­ρη­σε μό­λις στὴ γα­μη­μέ­νη τὴ σκη­νή; Κα­τού­ρη­σε δη­μό­σια; Κα­τού­ρη­σε στὸν ἱ­ε­ρὸ χῶ­ρο; Σκέ­φτε­σαι «Ἐρ­γο­στά­σιο Κά­του­ρου», ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ρό­δα καὶ ἀμ­μω­νί­α. Τί ἔ­λε­γε, ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι. Θὰ ὑ­πῆρ­χε σί­γου­ρα μιὰ με­τα­φο­ρά, ἕ­να μή­νυ­μα. Κά­του­ρο. Πα­ρά­στα­ση. Δι­α­στρο­φή. Ἀ­να­τρο­πή.

       Ἡ κο­πέ­λα σου λέ­ει, «Δὲν ξέ­ρεις κὰν ἂν κα­τού­ρη­σε στ’ ἀ­λή­θεια. Ἴ­σως μᾶς δου­λεύ­ει».

       «Τί ἄλ­λο νὰ ἔ­κα­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ πλα­στι­κό;»

       «Ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο στὸν κό­σμο, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­του­ρά­ει;»

       Ἐ­σύ, ὅ­μως, δὲν μα­σᾶς, ἐ­πι­μέ­νεις ὅ­τι κα­τού­ρη­σε, ὅ­τι εἴ­δα­τε ὅ­λοι τὴν Πά­τι Σμὶθ νὰ κα­του­ρά­ει.

       «Τέ­λος πάν­των», λέ­ει ἡ κο­πέ­λα σου, «ἀλ­λὰ δὲν θὰ μά­θεις πο­τὲ σί­γου­ρα, ἐ­κτὸς ἂν τὴ ρω­τή­σεις καὶ ἀ­κό­μα καὶ τό­τε…»


* * *


Νι­ώ­θεις ὑ­πό­χρε­ος στὴν Πά­τι Σμίθ. Ἕ­ναν χρό­νο μό­λις πρὶν ἤ­σουν δευ­τε­ρο­ε­τὴς στὸ κο­λέ­γιο, χω­ρὶς προ­σα­να­το­λι­σμό, βε­τε­ρά­νος πολ­λῶν ἀ­δι­ε­ξό­δων καὶ ἄ­σχη­μων λα­θῶν. Πα­ρα­κάμ­ψεις καὶ ἀ­πο­το­ξι­νώ­σεις. Θὰ εἶ­χες κα­του­ρή­σει σὲ σκη­νές, σὲ κα­θε­μί­α, χω­ρὶς τὴν κά­λυ­ψη τῆς πλα­στι­κῆς κουρ­τί­νας. Εἶ­χες ἀρ­χί­σει νὰ βλέ­πεις μιὰ δι­έ­ξο­δο στὸν κα­νο­νι­κὸ κό­σμο, ἕ­ναν τρό­πο νὰ γί­νεις πο­λί­της, νὰ συμ­με­τέ­χεις, νὰ συ­νει­σφέ­ρεις, νὰ φο­ρᾶς κου­στού­μια μὲ λε­πτὲς ρί­γες καὶ νὰ κρα­τᾶς χαρ­το­φύ­λα­κα. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κες τοὺς δι­κούς σου, εἶ­πες στὴ μη­τέ­ρα σου πὼς θὰ πή­γαι­νες μᾶλ­λον στὴ Νο­μι­κὴ καὶ με­τὰ θὰ ἀ­σχο­λι­ό­σουν μὲ τὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­να­κου­φί­στη­κε τό­σο πο­λύ, χά­ρη­κε τό­σο, ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει, σοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να εἰ­κο­σο­δό­λα­ρο γιὰ νὰ πᾶς νὰ πι­εῖς μιὰ μπί­ρα στὴν πό­λη. Σοῦ ἔ­δω­σε καὶ τὰ κλει­διὰ τοῦ Βόλ­βο της. Ἐ­σὺ βγῆ­κες στὸν δρό­μο, ἔ­βα­λες καὶ ρα­δι­ό­φω­νο. Ἀ­πὸ τὴν πά­νω τσέ­πη τοῦ γι­λέ­κου σου, ψά­ρε­ψες αὐ­τὸ ποὺ θὰ ὁρ­κι­ζό­σουν ὅ­τι ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σου τσι­γα­ρι­λί­κι, χα­βα­νέ­ζι­κη ἁ­μαρ­τί­α, ὄ­χι σπό­ρους, μό­νο φούν­τα. Τ’ ἀ­νά­βεις καὶ σα­νι­δώ­νεις τὸ γκά­ζι καὶ τρέ­χεις στὴ λε­ω­φό­ρο Σά­ουντ. Ἤ­ξε­ρες τυ­φλὰ τὶς στρο­φές, τὶς ἀ­νη­φό­ρες καὶ κα­τη­φό­ρες της καὶ τρέ­χεις πά­νω της στὸν αὐ­τό­μα­το πι­λό­το, κρα­τών­τας με­γά­λες τζοῦ­ρες στὸ στό­μα καὶ φι­λών­τας τὶς ἐκ­πνο­ές. Στὸ ρα­δι­ό­φω­νο, μιὰ ἐκ­πομ­πὴ παί­ζει τὸν και­νού­ριο ἦ­χο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης: Ramones, the Dolls, Dead Boys, the Contortions. Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σφυ­ρο­κό­πη­μα τῆς μου­σι­κῆς δί­νης ἀ­κού­γε­ται ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ δι­α­σκευά­ζει τὸ «My Generation» τῶν The Who. Δὲν τὶς θέ­λω αὐ­τὲς τὶς μα­λα­κί­ες, οὐρ­λιά­ζει, κα­θὼς οἱ τρί­χες στὸν σβέρ­κο σου καὶ τὰ χέ­ρια σου πε­τά­γον­ται στὸν ἀ­έ­ρα. Φαν­τα­σι­ώ­νε­σαι τὸ πτυ­χί­ο τῆς Νο­μι­κῆς νὰ καί­γε­ται καὶ νὰ στέ­κε­ται ἀ­πὸ πά­νω του ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ κα­του­ρά­ει γκα­ζο­λί­νη.


* * *


Τὸ ἀ­πό­γευ­μα με­τὰ τὴ συ­ναυ­λί­α μὲ τὸ κλα­ρι­νέ­το, σὲ βρί­σκει στὸ κα­φὲ Ντάν­τε, ὅ­που κά­θε­ται ἡ Πά­τι Σμὶθ στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ σκα­λί­ζει φι­γοῦ­ρες σὲ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο χω­ρὶς γραμ­μές.

       Φο­ρά­ει ἕ­να μπλου­ζά­κι μὲ τὸν Κὶθ Ρί­τσαρ­ντς καὶ ἕ­να ὑ­περ­βο­λι­κὰ με­γά­λο κα­πέ­λο χω­μέ­νο στὸ κε­φά­λι της. Ἀ­πὸ τὰ με­γά­φω­να ἀ­κού­γε­ται ὄ­πε­ρα, ὁ Εὐ­γέ­νιος Ὀ­νιέγ­κιν τοῦ Τσα­ϊ­κόφ­σκι. Στὴν ἄ­ρια τοῦ τε­νό­ρου, τὸ κε­φά­λι της γέρ­νει πί­σω, σὰν νὰ τῆς ἔ­κα­ναν μό­λις ἔ­νε­ση. Τὸ κα­πέ­λο πέ­φτει στὸ πά­τω­μα. Καὶ στὸ πρό­σω­πό της, τρο­με­ρὸς πό­νος. Μορ­φά­ζει ἀ­πὸ τὸ με­γα­λεῖ­ο, τὴν ἀν­τι­κει­με­νι­κὰ αἰ­σθη­τι­κὴ ὀ­μορ­φιά, κι ἐ­σὺ σκέ­φτε­σαι, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα ποὺ πρὶν ἀ­πὸ δε­κά­ξι ὧ­ρες χο­ρο­πη­δοῦ­σε σὰν τρε­λὴ σὲ ἄ­συ­λο μὲ ἕ­να κλα­ρι­νέ­το στὸ χέ­ρι, κι ἐ­σὺ καὶ πέν­τε χι­λιά­δες ἄλ­λοι χο­ρο­πη­δού­σα­τε σὰν αὐ­τή, ἐ­νῶ τὰ κα­νά­λια στὰ αὐ­τιά σας βί­ω­ναν συλ­λο­γι­κοὺς πα­ρο­ξυ­σμούς. Ὅ­ταν τε­λει­ώ­νει ἡ ἄ­ρια καὶ σω­παί­νει ἡ ὀρ­χή­στρα, ση­κώ­νε­σαι καὶ μα­ζεύ­εις τὸ κα­πέ­λο τῆς Πά­τι Σμίθ. Τὰ μά­τια της πα­ρα­μέ­νουν κλει­στά, χα­μέ­νη στὴ μου­σι­κή. Τὰ μά­τια της, βαμ­μέ­να μὲ μο­λύ­βι, ἡ μύ­τη της λί­γο με­γά­λη γιὰ τὸ στε­νό της πρό­σω­πο, τέ­λεια το­ξω­τὰ χεί­λια. Τὰ μά­τια ἀ­νοί­γουν ἀρ­γὰ καὶ σὲ ἐν­το­πί­ζουν νὰ στέ­κε­σαι δί­πλα της.

       «Ναί, μι­κρέ», λέ­ει, «τί;».


Τῆς λὲς ὅ­τι ἔ­ρι­ξε κά­τω τὸ κα­πέ­λο καὶ τῆς τὸ δί­νεις.

       Λέ­ει, «Δὲν τὸ ἔ­ρι­ξα, φί­λε. Δὲν τὸ ἔ­ρι­ξα. Ἔ­πε­σε. Δὲν ἔ­βλε­πες; Δὲν ἄ­κου­γες; Δὲν ἄ­κου­σες αὐ­τὴ τὴν ὀ­μορ­φιά, ρὲ γα­μῶ­το;».

       Τῆς ἀ­παν­τᾶς κα­τα­φα­τι­κά.

       «Ὄ­χι, ἂν πα­ρα­κο­λου­θεῖς τὰ κα­πέ­λα τῶν ἀν­θρώ­πων, φί­λε. Ὄ­χι, ἂν πα­ρα­κο­λου­θεῖς κα­πέ­λα. Ἴ­σως καὶ νὰ τὸ ἤ­θε­λα στὸ πά­τω­μα, ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, σ’ ἐ­κεί­νη τὴν ἄ­ρια, καὶ τώ­ρα ἐ­σὺ τὰ γά­μη­σες ὅ­λα.»

       Ἀ­πὸ τὸ στό­μα σου βγαί­νει σὰν φτυ­σιὰ μιὰ προ­σπά­θεια συγ­γνώ­μης.

       «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω κὰν τί λές, φί­λε. Δῶ­σε μου τὸ γα­μη­μέ­νο τὸ κα­πέ­λο.»


Λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ Πά­τι Σμὶθ πλη­σιά­ζει τὸ τρα­πέ­ζι σου. «Γειά σου.»

       «Κυ­ρί­α Σμίθ.»

       «Ἄ, ἄ­ρα ξέ­ρεις ποι­ά εἶ­μαι. Γί­νε­ται συ­νή­θεια τε­λευ­ταῖ­α. Ἄ­κου, θέ­λω νὰ σὲ ρω­τή­σω κά­τι.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ; Τί εἶ­σαι; Ἀ­πὸ τὸ BBC; Πα­ρα­κα­λῶ;»

       Ἐ­σὺ κοκ­κι­νί­ζεις.

       «Μπά, ἄ­κου, πρὶν λί­γο, ἁ­πλῶς σὲ πεί­ρα­ζα, φί­λε.»

       «Κα­νέ­να πρό­βλη­μα.»

       «Φί­λε, ἄ­κου, ἐν­τά­ξει, ἄ­σε με νὰ τε­λει­ώ­σω.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ.»

       «Νά ‘το πά­λι τὸ πα­ρα­κα­λῶ. Ἄ­κου, νι­ώ­θω ἄ­σχη­μα ἂν σου ἔ­δω­σα τὴ λά­θος ἐν­τύ­πω­ση. Βλέ­πεις, ἁ­πλῶς…»

       Λὲς ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­τά­ξει.

       «Ἐν­τά­ξει γιὰ σέ­να», λέ­ει. «Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ προ­σπα­θῶ νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἐν­τά­ξει» —καὶ σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο γί­νε­ται σὰν κα­νά­τα, τεν­τώ­νον­τας τὸ δε­ξί της χέ­ρι πί­σω της, καὶ στὴ συ­νέ­χεια γέρ­νει μπρο­στὰ σὰν νὰ πρό­κει­ται νὰ ρί­ξει μπα­λιὰ στὸ μπέ­ιζ­μπολ, ἀλ­λὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἄ­φη­νε τὸ μπα­λά­κι, γυ­ρί­ζει ἀ­νά­πο­δα τὸ χέ­ρι της καὶ ὑ­ψώ­νει ἕ­να δά­χτυ­λο στὸν ἑ­αυ­τό της— «μ’ ἐ­μέ­να, μὲ πιά­νεις;»

       Γε­λᾶς. Τῆς λὲς πὼς τὴν πιά­νεις.

       Λέ­ει, «Τί, εἶ­πα κά­τι ἀ­στεῖ­ο; Τώ­ρα σὲ κά­νω νὰ γε­λᾶς, εἶ­μαι ἀ­στεί­α;»

       Λές, «Λά­τρε­ψα τὴ συ­ναυ­λί­α σας χθὲς τὸ βρά­δυ».

       Αὐ­τὸ στα­μα­τά­ει τὸ κω­μι­κὸ νού­με­ρο.

       «Ἤ­σουν ἐ­κεῖ; Ὡ­ραί­α. Ποι­ό κομ­μά­τι ἦ­ταν τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο σου καὶ μὴ μοῦ πεῖς τὸ “Because the night”, γα­μῶ­το μου, ξέ­ρω πὼς εἶ­σαι πιὸ κοὺλ ἀ­π’ αὐ­τό.»

       «Μοῦ ἄ­ρε­σε τὸ σό­λο κλα­ρι­νέ­το.»

       Σκά­ει ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο. «Με­γά­λε.»

       Γέρ­νει μπρο­στὰ γιὰ χει­ρα­ψί­α σὲ δε­κά­ξι μέ­ρη.

       «Πῶς θὰ πε­ρι­έ­γρα­φες τὸ παί­ξι­μό μου;»

       Σκέ­φτε­σαι γιὰ μιὰ στιγ­μὴ καὶ με­τὰ λές, «Ἐ­κτὸς φι­λαρ­μο­νι­κῆς κρυ­πτὸ-ἀ­βὰντ νταν­τὰ ἐ­ναλ­λα­κτι­κό».

       Κοι­τά­ζει πί­σω της. «Εἴ­μα­στε στὸ γα­μη­μέ­νο κάν­τιντ κά­με­ρα, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πιὸ τέ­λει­ο – ἄ­κου, πῶς σὲ λέ­νε;»

       Τῆς λές.

       «Κλί­φορντ Φούτ», ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει.

       «Μὲ ‘ι’ στὸ τέ­λος», τῆς λές.

       «Φυ­σι­κὰ μὲ ‘ι’, φί­λε», λέ­ει. «Φυ­σι­κὰ μὲ ‘ι’. Ἀλ­λι­ῶς εἶ­ναι σκέ­το γα­μη­μέ­νο φούτ. Καὶ τί κά­νεις Κλί­φορντ Φοὺτ μὲ ‘ι’; Θὰ εἶ­σαι σί­γου­ρα ποι­η­τὴς ἢ κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Σπου­δὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου.»

       «Δὲν τὸ εἶ­πα, ρὲ γα­μῶ­το; Ποι­ὸς εἶ­ναι, λοι­πόν, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος σου; Ὁ Με­λι­έ; Ὁ Κο­κτώ;»

       «Ὁ Κα­σα­βέ­της.»

       Λέ­ει, «Στά­σου μιὰ στιγ­μή».

       Πά­ει στὸ τρα­πέ­ζι της, γρά­φει κά­τι γρή­γο­ρα στὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της καὶ σκί­ζει τὴ σε­λί­δα.

       «Ὁ­ρί­στε», λέ­ει.

       Γρά­φει

       Κλί­φορντ Φού­τΙ

       Δω­ρε­ὰν Εἴ­σο­δος γιὰ Πάν­τα, φί­λε


       «Στά­σου», λέ­ει, «πρέ­πει νὰ τὸ ὑ­πο­γρά­ψω».

       Τὸ γυρ­νᾶς ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη στὸ τρα­πέ­ζι καὶ σκα­λί­ζει κά­τι ποὺ εἶ­ναι ἰ­σο­δύ­να­μο τοῦ τρό­που ποὺ παί­ζει κλα­ρι­νέ­το σὲ γρα­φή.

       «Γιὰ πάν­τα», λέ­ει, «ὅ­που κι ἂν παί­ζω, μὲ πιά­νεις;».

       Πρὶν τὴ ρω­τή­σεις γιὰ τὸ κα­τού­ρη­μα στὴ σκη­νή, πά­ει στὸ πι­κάπ, ἐ­πι­λέ­γει τὸ «Lakme» τοῦ Delibes, κι ἐ­πι­στρέ­φει στὴ θέ­ση της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Στὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­βά­στα­χτο «Ντου­έ­το Λου­λου­δι­ῶν», κλεί­νει σφι­χτὰ τὰ μά­τια της, ὁ λαι­μός της χα­λα­ρώ­νει, τὸ κα­πέ­λο πέ­φτει στὸ πά­τω­μα. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, τὸ ἀ­φή­νεις ἐ­κεῖ.


* * *


Ἡ ἑ­πό­με­νη συ­ναυ­λί­α της εἶ­ναι στὰ βό­ρεια στὸ Χου­ρά. Δεί­χνεις στὸ μέ­λος τῆς ἀ­σφά­λειας τὸ ἰ­σό­βιο πά­σο σου. Ἐ­κεῖ­νος, με­γα­λό­σω­μος καὶ κα­ρα­φλὸς μὲ τα­του­ὰζ στὰ μπρά­τσα ποὺ εἶ­ναι ὅ­σο τὰ πό­δια σου, σοῦ γε­λά­ει κα­τά­μου­τρα.

       Ἔ­πει­τα, ἡ Πά­τι Σμὶθ με­τα­κο­μί­ζει στὸ Ντι­τρό­ιτ, ἡ ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή σου συμ­βαί­νει, καὶ ἡ κο­πέ­λα σου φαί­νε­ται πὼς εἶ­χε δί­κιο σὲ ἕ­να του­λά­χι­στον πράγ­μα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Litro magazine:

https://www.litromagazine.com/usa/2021/04/patti-smith-takes-a-piss/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.


Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις

(A Lydia Davis Story)


ΙΜΑΙ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ καὶ πη­γαί­νω δυ­τι­κὰ στὴ γραμ­μὴ R, σὲ ἑπτὰ στά­σεις φτά­νω στὸ Film Center, μὲ τὸ iPhone στὸ χέ­ρι καὶ δια­βά­ζω μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις. Ἔχουν πε­ρά­σει δύο ἢ τρεῖς στά­σεις καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ἀγ­χώ­νο­μαι. Δὲν αἰ­σθά­νο­μαι τὸ τέ­λος τῆς ἱστο­ρί­ας νὰ ἔρ­χε­ται σύν­το­μα. Σκρο­λά­ρω πρὸς τὰ κά­τω, μία ὀθό­νη, δύο, τί­πο­τα – ἁπλῶς τὴ μία πα­ρά­γρα­φο με­τὰ τὴν ἄλ­λη, μοιά­ζει μὲ γα­μη­μέ­νο Τό­μας Μπέρν­χαρντ κι ἀνα­ρω­τιέ­μαι, μπο­ρῶ νὰ τε­λειώ­σω τὴν ἱστο­ρία, μπο­ρῶ νὰ ἔχω μιὰ ὁλο­κλη­ρω­μέ­νη αἰ­σθη­τι­κὴ ἐμ­πει­ρία, προ­τοῦ φτά­σω στὴ στά­ση μου; Στὴν ἱστο­ρία, δὲν ἔχουν συμ­βεῖ πολ­λά – στὶς ἱστο­ρί­ες τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις δὲν συμ­βαί­νουν καὶ πο­τὲ πολ­λά. Ἴσως μιὰ κάλ­τσα ἀνα­κα­λύ­πτε­ται κά­τω ἀπὸ ἕνα μα­ξι­λά­ρι, ἕνα τη­λέ­φω­νο χτυ­πά­ει καὶ δὲν εἶ­ναι κα­νεὶς ἐκεῖ, κά­ποιος σὲ μιὰ οὐ­ρὰ ἔξω ἀπὸ ἕνα ΑΤΜ μοιά­ζει μὲ κά­ποιον ἀπὸ ἄλ­λη οὐ­ρὰ σὲ ΑΤΜ καὶ με­τὰ ἡ Ντέϊ­βις ἀρ­χί­ζει νὰ σκά­βει. Ἢ νὰ ἐξο­ρύσ­σει. Κά­τι μπαί­νει βα­θιὰ μέ­σα, χτυ­πά­ει σὲ βρά­χο, ἀνα­πη­δά­ει στὸ πλάϊ, με­τὰ προ­χω­ρά­ει ὁρι­ζόν­τια ἢ μὲ κά­ποια ἄλ­λη ἐσω­τε­ρι­κὴ γω­νία, ὥσπου βρί­σκει ἀδιέ­ξο­δο μι­σὸ μί­λι πέ­ρα ἀπὸ τὸ ση­μεῖο εἰ­σό­δου καὶ σὲ ἀφή­νει ἐκεῖ. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀνα­ρω­τιέ­σαι πῶς τὸ τέ­λος συν­δέ­ε­ται μὲ τὴν ἀρ­χή. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ξέ­ρεις, ἢ νο­μί­ζεις πὼς ξέ­ρεις. Κά­ποιες φο­ρές, σκρο­λά­ρεις ὣς τὴν ἑπό­με­νη ἀρ­χή. Καὶ ἄλ­λες, ἀνα­κα­λύ­πτεις πὼς ἤδη ἔχεις σκρο­λά­ρει πέ­ρα ἀπὸ τὸ τέ­λος σὲ μιὰ και­νού­ρια ἀρ­χή, μιὰ ἐν­τε­λῶς και­νού­ρια ἱστο­ρία, ἡ ὁποία εἶ­ναι σὰν ἐκεί­νη ποὺ νό­μι­ζες πὼς διά­βα­ζες λί­γες στιγ­μὲς πρίν. Τὸ κά­νεις κά­να δυὸ φο­ρές, ἢ τρεῖς, ἢ μι­σὴ ντου­ζί­να, καὶ νιώ­θεις ἐξαν­τλη­μέ­νος, ἕνας ἀρου­ραῖ­ος σὲ λα­βύ­ριν­θο χω­ρὶς ἔξο­δο στὶς γω­νί­ες, οὔ­τε ἀν­τα­μοι­βὴ στὸ κέν­τρο του. Αὐ­τὴ ἡ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις ξε­κι­νά­ει μὲ μιὰ ἡλι­κιω­μέ­νη γυ­ναῖ­κα, ἔπει­τα ἕνα κου­τὶ σο­κο­λά­τες, με­ρι­κοὺς πρώ­ην μα­θη­τές, τί­πο­τα δὲν συν­δέ­ε­ται, καὶ ἔχουν ἀπο­μεί­νει μό­νο τρεῖς στά­σεις. Ἡ ἀπό­στα­ση ἀνά­με­σα στὴν ἕκτη στά­ση καὶ τὴ δι­κή μου, κον­τὰ στὸ Film Center – εἶ­ναι ἡ με­γα­λύ­τε­ρη. Σκέ­φτο­μαι πώς, ὅσο με­γά­λη κι ἂν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ ἱστο­ρία —καὶ κα­μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις δὲν εἶ­ναι με­γά­λη, ἀνε­ξάρ­τη­τα ἀπό το πό­σες ὀθό­νες περ­νᾶ­νε— σί­γου­ρα θὰ μπο­ρέ­σω νὰ τὴν τε­λειώ­σω στὸ με­γά­λο διά­στη­μα ἀνά­με­σα στὴν ἕκτη καὶ τὴν ἕβδο­μη στά­ση. Τὸ πρό­βλη­μα ὅμως, ὅπως προ­βλέ­πω, εἶ­ναι ὅτι συ­νή­θως χρη­σι­μο­ποιῶ αὐ­τὸ τὸ κε­νὸ γιὰ νὰ ἀνα­συν­τα­χθῶ, νὰ μα­ζέ­ψω τὰ πράγ­μα­τά μου, νὰ κλεί­σω συ­σκευές, νὰ πε­ρά­σω τὴν τσάν­τα στὸν ὦμο μου, νὰ βά­λω τὸ iPhone στὴν τσέ­πη, καὶ ἴσως νὰ ση­κω­θῶ καὶ νὰ πε­ρι­μέ­νω δί­πλα στὴν πόρ­τα. Ἄν αὐ­τὴ ἡ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις συ­νε­χι­στεῖ πέ­ρα ἀπὸ τὸ φυ­σιο­λο­γι­κὸ μέ­γε­θος —καὶ ἤδη ἔχει ξε­πε­ρά­σει τὸ μέ­γε­θος τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ἱστο­ριῶν τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις, ὄχι ὅτι ἔχω ψά­ξει τὸν ἀριθ­μὸ λέ­ξε­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποιεῖ κα­τὰ μέ­σο ὅρο, ἀλ­λὰ στοι­χη­μα­τί­ζω πὼς κά­ποιος τὸ ἔχει κά­νει, στοι­χη­μα­τί­ζω πὼς ὑπάρ­χουν στα­τι­στι­κές— μπο­ρεῖ νὰ βια­στῶ κα­θὼς τὸ τρέ­νο φτά­νει στὸν σταθ­μὸ καὶ δὲν μοῦ ἀρέ­σει κα­θό­λου νὰ ἀναγ­κά­ζο­μαι νὰ βια­στῶ. Ἔτσι χά­νεις πράγ­μα­τα. Κα­θὼς φαν­τά­ζο­μαι τὴν πι­θα­νό­τη­τα, νιώ­θω νὰ μπαί­νω σὲ κα­τά­στα­ση ὑπο­θε­τι­κοῦ ἄγ­χους. Τί θὰ ἔκα­να, ἀνα­ρω­τιέ­μαι, ἂν στὴ μι­κρὴ ἀπό­στα­ση ὡς τὸ Film Center, ἀνα­κα­λύ­ψω πὼς ἄφη­σα τὸ κι­νη­τό μου πί­σω… κά­που, στὸ κά­θι­σμα ἴσως, ἢ μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἔπε­σε ἀπὸ τὴν τσέ­πη μου, κα­θὼς ἀνέ­βαι­να τὰ σκα­λιὰ ἀπὸ τὸ με­τρό, ἢ μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν τὸ ἔβα­λα ἀρ­κε­τὰ βα­θιὰ στὴν τσέ­πη μου, ἀφή­νον­τάς το ἀρ­κε­τὰ ἐκτε­θει­μέ­νο, ὥστε ἀκό­μα καὶ ἕνας ἐρα­σι­τέ­χνης πορ­το­φο­λὰς νὰ κα­τα­φέ­ρει μιὰ εὔ­κο­λη λεία. Φαν­τά­ζο­μαι τὴ συ­ζή­τη­ση ποὺ θὰ κά­νω στὸ τα­μεῖο, προ­σπα­θῶν­τας νὰ ἀπο­δεί­ξω ὅτι εἶ­χα ἀγο­ρά­σει εἰ­σι­τή­ριο, ἀλ­λὰ τὸ barcode ποὺ τὸ ἀπο­δει­κνύ­ει ἦταν στὸ iPhone ποὺ ἔχα­σα, λό­γῳ τῆς ἀσυ­νή­θι­στα με­γά­λης ἱστο­ρί­ας τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις. Θὰ γνώ­ρι­ζε ὁ τα­μί­ας τὴ δου­λειά της; Θὰ ἔδει­χνε κα­τα­νόη­ση γιὰ τὸ δί­λημ­μά μου καὶ τὴν με­τέ­πει­τα ἀτυ­χία μου; Τὸ προ­σω­πι­κὸ στὸ Film Center, με­ρι­κοὶ τοὐ­λά­χι­στον, μοιά­ζουν νὰ ξέ­ρουν ἀπὸ λο­γο­τε­χνία. Ἔχω δεῖ ἕναν νὰ φο­ρά­ει μπλου­ζά­κι Μπον­τλέρ. Ἕναν ἄλ­λον νὰ δια­βά­ζει Μάγ­κι Νέλ­σον – τὸ Bluets, νο­μί­ζω. Ἀνα­ρω­τιέ­μαι ἄν, ἐνῶ ἐξη­γῶ τὴν κα­τά­στα­σή μου σὲ ἕναν τα­μία ποὺ δεί­χνει κα­τα­νόη­ση καὶ εἶ­ναι γνώ­στης τῆς κουλ­τού­ρας, ἡ οὐ­ρὰ πί­σω μου θὰ με­γά­λω­νε καὶ μα­ζὶ μὲ αὐ­τήν, μιὰ αἴ­σθη­ση ἀνυ­πο­μο­νη­σί­ας, τό­σο σὲ ὅσους στέ­κον­ται στὴν οὐ­ρά, ὅσο καὶ στὸν τα­μία. Κα­μία ἀπὸ αὐ­τὲς τίς ὑπο­θέ­σεις δὲν μὲ πά­ει πα­ρα­πέ­ρα στὴν ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις. Σκέ­φτο­μαι: ἴσως ἔχω κα­λύ­τε­ρη τύ­χη νὰ φτά­σω στὸ τέ­λος τῆς ἱστο­ρί­ας, ἂν βά­λω στὴν τσέ­πη μου τὸ iPhone τώ­ρα, ψά­ξω στὴν τσάν­τα μου καὶ βγά­λω τὸ iPad-Mini, μιὰ συ­σκευὴ ὄχι καὶ πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρη ἀπὸ τὸ iPhone, ἀλ­λὰ σί­γου­ρα πιὸ γεν­ναιό­δω­ρη στὴν ἀνά­γνω­ση κει­μέ­νων κι ἑπο­μέ­νως πα­ρέ­χει μιὰ λι­γό­τε­ρο ἀγ­χω­τι­κὴ ἐμ­πει­ρία τῆς ἱστο­ρί­ας, τὴν καμ­πή της, τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ τέ­λους ποὺ πλη­σιά­ζει. Για­τί ἂν ἔχω ἄγ­χος ὅταν δια­βά­ζω, βρί­σκω πὼς ἡ ἀνά­γνω­σή μου εἴ­τε ἐπι­βρα­δύ­νε­ται εἴ­τε οἱ γραμ­μὲς θο­λώ­νουν ὥστε τε­λι­κὰ νὰ μὴ βγαί­νει νόη­μα κι ἔτσι πρέ­πει νὰ γυ­ρί­σω πί­σω καὶ νὰ τίς ξα­να­δια­βά­σω, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀκό­μα καὶ ὁλό­κλη­ρες πα­ρα­γρά­φους, ὁλό­κλη­ρες ὀθό­νες, ἀκό­μα καὶ ὁλό­κλη­ρες ἱστο­ρί­ες (τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις), κι ἂν αὐ­τὸ συμ­βεῖ τώ­ρα μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐξαι­ρε­τι­κὰ με­γά­λη ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις, θὰ εἶ­μαι σὰν τρέ­νο κολ­λη­μέ­νο σὲ μιὰ σή­ραγ­γα, σκο­τει­νὴ μπρο­στὰ καὶ σκο­τει­νὴ πί­σω, χω­ρὶς κα­νέ­να ἴχνος ἀπο­βά­θρας.



Πηγή: Ἀπὸ τὸ Quarterly Li­te­ra­ry Re­view Sin­ga­po­re:

http://www.qlrs.com/story.asp?id=1607

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ

(Winona Ryder)


ΠΑΡΧΟΥΝ γυ­ναῖ­κες στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ποὺ μοιά­ζουν ἀ­κρι­βῶς μὲ αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πεις στὶς ται­νί­ες. Ὄ­μορ­φες, αἰ­θέ­ρι­ες, φι­λή­δο­νες, ἐκ­φρα­στι­κές. Τὶς βλέ­πω ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου. Μι­λᾶ­νε στὰ τη­λέ­φω­νά τους ἢ σέρ­νουν ἀ­πὸ τὸ χε­ρού­λι μι­κρὲς βα­λί­τσες πί­σω τους ἢ ψά­χνουν μὲ τὰ μά­τια τους στὴ λε­ω­φό­ρο μή­πως δοῦν τὸ τα­ξὶ Uber ποὺ ἔρ­χε­ται νὰ τὶς πά­ρει μα­κριά. Τὶς βλέ­πω καὶ κα­τα­λα­βαί­νω για­τὶ οἱ ἄν­θρω­ποι θέ­λουν νὰ ζή­σουν στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, οἱ ἄν­τρες του­λά­χι­στον. Ἔρ­χον­ται γιὰ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες, τὶς ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες ποὺ μοιά­ζουν μὲ ἐ­κεῖ­νες τὶς ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­ρω­τεύ­τη­καν στὶς ται­νί­ες. Με­ρι­κὲς ἀ­πὸ αὐ­τές, εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα οἱ ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­ρω­τεύ­τη­καν στὶς ται­νί­ες.

       Κά­πο­τε, σὲ ἕ­να στούν­τιο γι­όγ­κα στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν, ἄλ­λα­ξα τὰ ροῦ­χα ποὺ φο­ροῦ­σα καὶ ἔ­βα­λα ἕ­να σόρ­τς στὰ ἴ­δια ἀ­πο­δυ­τή­ρια μὲ τὴν Γκου­ί­νεθ Πάλ­τρο­ου. Συ­νέ­βη πρὶν ἐ­κεί­νη κερ­δί­σει τὸ Ὄ­σκαρ, πρὶν τὴ σει­ρὰ Goop Lab, προ­τοῦ γί­νει ἡ χα­ζο­βιό­λα ποὺ ζεῖ προ­στα­τευ­μέ­νη μέ­σα στὴ φού­σκα της, αὐ­τὴ ποὺ ὅ­λοι λα­τρεύ­ουν νὰ μι­σοῦν μὲ τὸ παι­δὶ ποὺ ἔ­χει ὀ­νο­μά­σει Ἄ­πλ. Τὸ νὰ βρί­σκο­μαι σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸν χῶ­ρο μα­ζί της, νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ, ἐ­νῶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ μὴν τὸ κά­νω, τὸν ἀ­πο­λύ­τως φυ­σι­κὸ τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­βγα­ζε τὸ φα­νε­λά­κι της πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι της… θέ­λω νὰ πῶ, μπο­ρεῖς νὰ φαν­τα­στεῖς. Κι ἂν εἶ­χε συμ­βεῖ τὸν και­ρὸ τῶν iPhone, δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν νὰ φαν­τα­στεῖς, θὰ κοι­τοῦ­σες τώ­ρα μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Μέ­σα στὸ μυα­λό μου, κι ἐ­γὼ κοι­τά­ζω μιὰ φω­το­γρα­φί­α – τὸ ἁ­πα­λὸ ψη­λό­λι­γνο χρυ­σα­φέ­νιο ἄ­ψο­γο σῶ­μα της μὲ τὰ συ­νε­σταλ­μέ­να στή­θη (ποὺ νο­μί­ζω πὼς τὰ ρου­φοῦ­σε ὁ Μπὲν Ἄ­φλεκ ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό), χα­ραγ­μέ­νο, ὅ­πως ἦ­ταν τό­τε, στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ τοῦ μυα­λοῦ μου. Ἡ γι­όγ­κα ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς τό­τε θὰ κα­τεύ­να­ζε τὶς λά­γνες μα­τι­ές μου. Ἦ­ταν χρό­νια πρὶν ξε­σπά­σουν τὰ σκάν­δα­λα μὲ τὸν Τζὸν Φρέντ, τὸν Παν­τάμ­πι Τζό­ις καὶ τὸν Μπί­κραμ Τσουν­τού­ρι, ποὺ τί­να­ζαν τὰ που­λιά τους σὲ δι­ά­φο­ρες κοι­λό­τη­τες, στὴ διά­ρκεια τῆς οὐ­τα­να­σά­να.

       Μιὰ ἄλ­λη φο­ρά, εἶ­δα τὴν Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Στράντ, κά­να-δυ­ὸ χρό­νια με­τὰ τὴν κα­τα­δί­κη της γιὰ κλο­πὴ ἀ­πὸ κα­τά­στη­μα. Δὲν τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα ἐ­πὶ τού­του, ἀλ­λὰ προ­σπά­θη­σα νὰ δῶ ποι­ά βι­βλί­α τῆς τρα­βοῦ­σαν τὴν προ­σο­χὴ (δύ­ο θυ­μᾶ­μαι, Τὸ Κο­ρί­τσι ποὺ Ἔ­παι­ζε μὲ τὴ Φω­τιά καὶ τὸ Κα­τάρ­ρευ­ση). Μὲ κα­τά­λα­βε ποὺ τὴν κοι­τοῦ­σα καὶ εἶ­πε, «Εἶ­σαι στὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ κα­τα­στή­μα­τος ἢ κά­ποι­ος τυ­χαῖ­ος ἀ­νώ­μα­λος;». Αὐ­τὸ μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω ἄ­σχη­μα γιὰ τὴ Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ. Χρι­στέ μου, τί συ­νέ­βη στὴ συ­νεί­δη­σή της καὶ ἔ­γι­νε τό­σο πα­ρα­νο­ϊ­κή, τό­σο ἐ­πι­θε­τι­κή;

       Αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, δὲν ξέ­ρω κὰν ποι­ός εἶ­ναι δι­ά­ση­μος. Πη­γαί­νω στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ εὔ­χο­μαι νὰ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

 

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Ἕ­νας ψυ­χί­α­τρος στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


­νας ψυ­χί­α­τρος στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν

(A Psychiatrist in Lower Manhattan)


ΞΕΡΑ ἕ­ναν ψυ­χί­α­τρο ποὺ ζοῦ­σε στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν. Τὸ γρα­φεῖ­ο του ἦ­ταν στὸ σπί­τι καὶ τὸ σπί­τι του δὲν εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα. Βρι­σκό­ταν σὲ ἕ­να τε­ρά­στιο κτί­ριο χω­ρὶς χα­ρα­κτή­ρα, ποὺ ἡ βά­ση του ἔ­μοια­ζε τό­σο πλα­τιὰ καὶ τό­σο τε­τρά­γω­νη ὅ­σο τὰ τέσ­σε­ρα τε­τρά­γω­να ποὺ τὸ πε­ρι­έ­κλειαν. Τὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ δι­α­με­ρί­σμα­τά του ἦ­ταν ἐ­πί­σης τε­ρά­στια, ἀλ­λὰ ὅ­λος αὐ­τὸς ὁ χῶ­ρος εἶ­χε τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα τῆς ἔλ­λει­ψης φυ­σι­κοῦ φω­τός. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κτί­ριο, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ στε­νὴ λω­ρί­δα πάρ­κου, μὲ μιὰ σει­ρὰ παγ­κά­κια ποὺ ἔ­βλε­παν πρὸς τὶς λε­ω­φό­ρους, βρι­σκό­ταν τὸ J&R Music World. Ἂν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα, ἔ­λε­γε ὁ ψυ­χί­α­τρος, θὰ ἀ­νέ­βα­ζε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ καὶ θὰ χτυ­ποῦ­σε τὸ J&R μὲ ἕ­να χάρ­τι­νο ἀ­ε­ρο­πλα­νά­κι. Τό­σο κον­τὰ ἦ­ταν. Πή­γαι­νε ἐ­κεῖ σχε­δὸν κά­θε μέ­ρα. Ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τμῆ­μα κλα­σι­κῆς μου­σι­κῆς καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες ἔ­φευ­γε μὲ ἀρ­κε­τὲς και­νού­ρι­ες ἀ­γο­ρές. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν ὄ­πε­ρα, τὴν ὀρ­χη­στρι­κὴ μου­σι­κή, τὴ φω­νη­τι­κή, τὴν πρώ­ι­μη, τὰ πλῆ­κτρα, τὴ σύγ­χρο­νη κλα­σι­κὴ – ὅ­λα αὐ­τά, ὥ­στε νὰ πεί­θε­ται πάν­τα ἀ­πὸ τοὺς ὑ­παλ­λή­λους ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἠ­χο­γρά­φη­ση ποὺ ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ ἔ­χει. Τὶς κα­λὲς μέ­ρες κα­θό­ταν μὲ τὶς ἀ­γο­ρές του σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παγ­κά­κια στὴ στε­νὴ λω­ρί­δα πάρ­κου, ἔ­σκι­ζε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα ἀ­πὸ τοὺς δί­σκους ἢ τὸ κου­τὶ καὶ με­λε­τοῦ­σε τὶς ση­μει­ώ­σεις ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε εἶ­χε στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό. Ὁ ψυ­χί­α­τρος μι­λοῦ­σε Ἰ­τα­λι­κὰ καὶ Γερ­μα­νι­κά, λί­γα Γαλ­λι­κὰ καὶ λί­γα Ρω­σι­κά. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ δι­α­βά­ζει τὶς με­τα­φρά­σεις τῶν δι­σκο­γρα­φι­κῶν. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ βλέ­πει πό­σο κον­τὰ ἦ­ταν οἱ με­τα­φρά­σεις τους σὲ αὐ­τὲς ποὺ ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­κα­νε ἂν ἦ­ταν με­τα­φρα­στής. Ἤ­ξε­ρε τὶς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὄ­πε­ρες καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ λιμ­πρέ­τα τους ἀρ­κε­τὰ κα­λὰ ὥ­στε νὰ τὰ με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο στὰ Ἀγ­γλι­κὰ καὶ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κὰ (ὅ­πως τὸ Ὄ­νει­ρο Θε­ρι­νῆς Νυ­κτός τοῦ Μπρί­τεν) στὰ Ἰ­τα­λι­κὰ ἢ τὰ Γερ­μα­νι­κά.

       Ὁ ψυ­χί­α­τρος μοι­ρα­ζό­ταν τὸ δί­χως πα­ρά­θυ­ρα σπί­τι του μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του, μιὰ εἰ­κα­στι­κό. Ἐ­κεί­νη ἔ­κα­νε ἐγ­κα­τα­στά­σεις. Στοί­βα­ζε κα­μιὰ φο­ρὰ κά­τι σὲ μιὰ γω­νί­α στὸ πά­τω­μα μιᾶς γκα­λε­ρί, ὅ­πως ἄ­πλυ­τα ροῦ­χα ἢ σκου­πί­δια (τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν βρε­θεῖ») καὶ αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή της. Ἔ­φτια­χνε κι ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να, ἀ­πὸ πη­λὸ ἢ νῆ­μα ἢ καμ­βά. Με­ρι­κὰ τὰ κάρ­φω­νε σὲ κόν­τρα πλα­κὲ καὶ τὰ κρε­μοῦ­σε στὰ δω­μά­τια δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν ἦ­ταν αἰ­σθη­τι­κὰ εὐ­χά­ρι­στο, του­λά­χι­στον ὄ­χι μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς. Ἴ­σως ἦ­ταν αἰ­σθη­τι­κὰ εὐ­χά­ρι­στα ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τῆς ἰ­δέ­ας. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δω­μά­τια στὸ δί­χως πα­ρά­θυ­ρα δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν τὸ στούν­τιό της. Κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, ἔ­μοια­ζε μὲ παι­δι­κὸ δω­μά­τιο, τὸ δω­μά­τιο ἑ­νὸς παι­διοῦ ποὺ δὲν μα­ζεύ­ει τὰ πράγ­μα­τά του. Ἔ­λε­γε ὅ­τι μᾶλ­λον θὰ ζω­γρά­φι­ζε, μᾶλ­λον θὰ ἦ­ταν ζω­γρά­φος, ἂν τὸ στούν­τιο εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα, ἀλ­λὰ χω­ρὶς αὐ­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει φῶς, του­λά­χι­στον ὄ­χι φῶς ποὺ ἀ­ξί­ζει νὰ ζω­γρα­φί­σεις. Κι ἂν μὴ τί ἄλ­λο, ἔ­λε­γε, ἡ ζω­γρα­φι­κὴ εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὸ φῶς. Τὸ ἴ­διο κι ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση, ἔ­λε­γε ὁ σύ­ζυ­γός της, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δι­α­φω­νοῦ­σε. Θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι θὰ ἔ­χει σχέ­ση μὲ κά­τι ἄλ­λο, για­τὶ ὁ σύ­ζυ­γός της ἐ­ξα­σκοῦ­σε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ψυ­χα­νά­λυ­ση, πα­ρὰ τὴν ἀ­που­σί­α φω­τὸς στὸ γρα­φεῖ­ο του.

       Στὸ δω­μά­τιο ποὺ ὁ ψυ­χί­α­τρος χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ λη­μέ­ρι του, μι­σὸ τε­τρά­γω­νο πε­ρί­που ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του, εἶ­χε ἕ­να στε­ρε­ο­φω­νι­κὸ ὑ­ψη­λῆς τε­χνο­λο­γί­ας ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α, τὴν Αὐ­στρί­α καὶ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Τὰ ἠ­χεῖ­α του —ἕ­να ζευ­γά­ρι— εἶ­χαν τὸ μέ­γε­θος ψυ­γεί­ου. Ὁ ἐ­νι­σχυ­τὴς καὶ ὁ προ­ε­νι­σχυ­τής του τοὺς ἔ­δι­νε τό­ση ἐ­νέρ­γεια ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν σί­γου­ρος πὼς θὰ ἀ­κού­γον­ταν ὣς τὸ Κό­νι Ἄι­λαντ, ὅ­που εἶ­χε γεν­νη­θεῖ καὶ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­πο­δρά­σει. Κά­πο­τε ἔ­βα­λε νὰ παί­ξει τὴν «Κά­στα Ντί­βα» τῆς Μα­ρί­ας Κά­λας γιὰ μέ­να – καὶ ἔ­κα­νε τὸ μπου­φάν μου νὰ φαί­νε­ται σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σα ἐ­νάν­τια σὲ ἰ­σχυ­ρὸ ἄ­νε­μο. Ἡ βλε­φα­ρί­δα στὰ αὐ­τιά μου πα­ρέ­μει­νε πε­σμέ­νη γιὰ μέ­ρες. Στὴ ρὸκ μου­σι­κή, ὑ­πέ­θε­τε, μό­νο οἱ The Who μπο­ροῦ­σαν νὰ παί­ξουν δυ­να­τό­τε­ρα. Ἤ­μουν εὐ­γνώ­μων ποὺ δὲν εἶ­χε δί­σκο τῶν The Who, ἢ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ρόκ, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι. Ὅ­λα ἦ­ταν κλα­σι­κὴ γιὰ τὸν ψυ­χί­α­τρο.

       Συ­χνὰ ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν γιὰ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῆς ζω­ῆς δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δὲν ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν ἀλ­λὰ ἤ­μουν σχε­δὸν σί­γου­ρος πὼς ἡ ἐ­πί­δρα­ση θὰ ἦ­ταν ἀρ­νη­τι­κή. Πί­στευ­α πὼς σί­γου­ρα ἦ­ταν ἔ­τσι γιὰ τὰ παι­διὰ τοῦ ψυ­χιά­τρου, ἕ­να ἀ­γό­ρι τρι­ῶν ἐ­τῶν, ποὺ ἦ­ταν ἀλ­λερ­γι­κὸ στὰ πάν­τα, ἀ­κό­μα καὶ στὸ γά­λα τῆς μη­τέ­ρας του, καὶ ἕ­να κο­ρί­τσι ἕ­ξι ἐ­τῶν, ποὺ κά­ποι­ες φο­ρὲς ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο μὲ μιὰ πέ­τρα καὶ σοῦ τὴν ἔ­δι­νε λέ­γον­τας «ὁ­ρί­στε, σοῦ ἔ­φε­ρα αὐ­τὴ τὴν πέ­τρα ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο», κι ἐ­σὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­παν­τή­σεις «πω­πῶ, εὐ­χα­ρι­στῶ» καὶ νὰ τὴ βά­λεις στὴν τσέ­πη, ἐ­φό­σον δὲν ὑ­πῆρ­χαν πα­ρά­θυ­ρα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν πε­τά­ξεις ἔ­ξω.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα

(The Book I Read)


ΟΥΣΑ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τοῦ κα­θη­γη­τῆ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τῆς ζω­γρά­φου συ­ζύ­γου του. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε γρά­ψει πολ­λὰ δι­ά­ση­μα βι­βλί­α, ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἐκ­θέ­σει τοὺς πί­να­κές της σὲ ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στες γκα­λε­ρί. Φαν­τα­ζό­μουν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά τους νὰ ἔ­χει βι­βλί­α ἀ­πὸ τοῖ­χο σὲ τοῖ­χο, κι ἀ­νά­με­σά τους αὐ­θεν­τι­κοὺς πί­να­κες. Ἦ­ταν ὁ τύ­πος τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος ποὺ φαν­τα­ζό­μουν πὼς θὰ κα­τοι­κοῦ­σα μιὰ μέ­ρα, ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ ἡ μέ­ρα φαι­νό­ταν πο­λὺ μα­κριὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α πῶς θὰ ἔ­φτα­να σ’ αὐ­τή. Ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας εἶ­χε μιὰ κό­ρη ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νο γά­μο. Εἶ­χε κον­τὰ μαλ­λιὰ καὶ φο­ροῦ­σε κον­τὲς φοῦ­στες καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ τὴν Τζὶν Σίμ­περγκ στὸ Μὲ Κομ­μέ­νη τὴν Ἀ­νά­σα. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀ­νέ­βαι­νε ἀγ­κα­ζὲ τὸν λό­φο πρὸς τὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας, μὲ βι­βλί­α πι­ε­σμέ­να στὸ στῆ­θος τους ἐ­νάν­τια στὸν ἄ­νε­μο. Γε­λοῦ­σαν μὲ τὸ πό­σο δύ­σκο­λο τὸ ἔ­κα­νε ὁ ἄ­νε­μος νὰ φτά­σουν στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ λό­φου. Σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ κό­ρη σὰν αὐ­τὴ – κά­ποι­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ γε­λού­σα­με μὲ τὰ χα­ζὰ πράγ­μα­τα. Καὶ σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω ἕ­ναν πα­τέ­ρα σὰν τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας – κά­ποι­ον μὲ με­γά­λες ἰ­δέ­ες, ποὺ ὅ­μως ἔ­βρι­σκε ἀ­κό­μα εὐ­χα­ρί­στη­ση στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς προ­κλή­σεις. Στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, εἶ­χα δεῖ γκρα­φί­τι στοὺς τοί­χους στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες γιὰ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τὴν κό­ρη του καὶ τὸ τί ἔ­κα­ναν με­τα­ξύ τους. Μοῦ φαί­νον­ταν σκλη­ρὰ καὶ ἄ­δι­κα.

       Μιὰ μέ­ρα, ἡ κό­ρη μοῦ χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸ «The Book I Read» τῶν Talking Heads κι ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ μι­λή­σου­με γι’ αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Τὸ ἴ­διο κι ἐ­γώ. Κά­να­με μιὰ με­γά­λη καὶ γε­μά­τη νό­η­μα συ­ζή­τη­ση ποὺ κρά­τη­σε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἕ­ως νω­ρὶς τὸ βρά­δυ. Ἀγ­γί­ξα­με πολ­λὰ ση­μαν­τι­κὰ ση­μεῖ­α. Ἐ­γὼ τό­νι­σα πό­σο ὡ­ραῖ­ο θὰ ἦ­ταν ἂν ὁ πα­τέ­ρας της, ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας, ἦ­ταν μα­ζί μας. Θὰ εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες φι­λο­σο­φί­ες νὰ μοι­ρα­στεῖ. Ἀ­νέ­φε­ρα τὰ σκλη­ρὰ γκρα­φί­τι ποὺ εἶ­χα δεῖ στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες στὸ πα­νε­πι­στή­μιο καὶ πό­σο ἄ­δι­κα τὰ θε­ω­ροῦ­σα. Ἐ­κεί­νη σή­κω­σε ἀ­δι­ά­φο­ρά τους ὤ­μους. Τὰ εἶ­χαν δεῖ κι ἐ­κεῖ­νοι. Δὲν τοὺς ἐ­νο­χλοῦ­σε, μοῦ εἶ­πε. Ἔ­δει­ξε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Πά­νω του ὑ­πῆρ­χε μιὰ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου μέ­λος τῶν Rolling Stones, τοῦ Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς (ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει), νὰ χα­μο­γε­λά­ει στὴν κά­με­ρα. «Θέ­λεις νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με;» εἶ­πε, κρα­τών­τας τὸ στρί­φω­μα τῆς δι­κῆς της μπλού­ζας. Ἐ­πά­νω της εἶ­χε τυ­πω­μέ­νο τὸ πορ­τρέ­το τῆς Πά­τι Σμίθ, φω­το­γρα­φι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν Μέ­ι­πλθορπ, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ Horses. Δὲν φο­ροῦ­σε τί­πο­τε ἀ­πὸ κά­τω. Ἦ­ταν μι­κρο­κα­μω­μέ­νη, μὲ μι­κρὰ στή­θη, ἀλ­λὰ ὄ­χι σὰν ἀ­γό­ρι. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ φύ­λο της. Αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὴν κου­ζί­να μου. Εἶ­χε σκο­τει­νιά­σει ἀρ­κε­τὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἀ­νά­ψει φῶ­τα. Ὅ­μως, ζοῦ­σα στὸ ἰ­σό­γει­ο. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα τί θὰ σκε­φτό­ταν κά­ποι­ος ποὺ θὰ ἀ­νέ­βαι­νε τὸν λό­φο, ἂν κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔ­λε­γα πὼς θὰ σκε­φτό­ταν: πῶς αὐ­τὸς ὁ πα­λιά­τσος στά­θη­κε τό­σο τυ­χε­ρός; Ἤλ­πι­ζα νὰ κοι­τά­ξουν καὶ νὰ τὸ σκε­φτοῦν ὄν­τως αὐ­τό. Ἐ­κεί­νη δὲν φαι­νό­ταν νὰ σκέ­φτε­ται κά­τι. Μοῦ ἔ­δω­σε τὸ μπλου­ζά­κι της, ὅ­πως θὰ ἔ­δι­νε στὸ τα­μεῖ­ο ἑ­νὸς βι­βλι­ο­πω­λεί­ου ἕ­να βι­βλί­ο, τῆς ἔ­δω­σα κι ἐ­γὼ τὸ δι­κό μου κι ἔ­πει­τα πῆ­γε πά­νω. Γιὰ τὴν ὑ­πό­λοι­πη μί­α ὥ­ρα ἢ κά­τι πα­ρα­πά­νω, τὴν ἄ­κου­γα νὰ βη­μα­τί­ζει στὸ δω­μά­τιο ἀ­πὸ πά­νω μου. Ἐ­γὼ εἶ­χα στυ­λώ­σει τὰ μά­τια στὸ τα­βά­νι, προ­σπα­θών­τας νὰ φαν­τα­στῶ ποῦ βρι­σκό­ταν, τὰ βι­βλί­α γύ­ρω της, τοὺς πί­να­κες.

       Τὴν ξα­νά­δα κά­να-δυ­ὸ φο­ρὲς με­τὰ ἀ­πὸ τό­τε, νὰ ἀ­νε­βαί­νει μὲ τὸν πα­τέ­ρα της τὸν ἀ­νε­μο­δαρ­μέ­νο λό­φο, κου­βα­λών­τας πάν­τα βι­βλί­α μα­ζί τους. Ἀρ­γό­τε­ρα, με­τα­κό­μι­σε στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ ἔ­βγα­λε δι­κό της βι­βλί­ο – ἕ­να χρο­νι­κὸ μὲ θέ­μα τὸ με­γά­λω­μα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ ἕ­ναν φι­λό­σο­φο πα­τέ­ρα. Γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ μπῆ­κε στὸ βι­βλί­ο, πό­ζα­ρε μπρο­στά σε γκρα­φί­τι στὸ τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Μοῦ φά­νη­καν κα­κο­φτι­αγ­μέ­να, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τί ἔ­λε­γαν. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ ξε­κούμ­πω­το σα­κά­κι της, φο­ροῦ­σε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸν Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς. Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ἔ­γι­να ἀ­θά­να­τος.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Οἱ Παρενθετικοί



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Οἱ Παρενθετικοί

(Parentheticals)


ΧΕΤΕ ΑΚΟΥΣΕΙ τὰ ἕ­ξι στά­δια κοι­νω­νι­κοῦ δια­χω­­ρι­σμοῦ, τὴν ἰ­δέ­α πὼς ὅ­λοι οἱ ἐν ζω­ῇ ἄν­θρω­ποι βρί­σκον­ται μό­νο ἕ­ξι βή­μα­τα —ἕ­ξι χει­ρα­ψί­ες— μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ νὰ συ­ναν­τή­σουν ἢ γνω­ρί­σουν ὅ­λους τους ἄλ­λους. Τὸ 1993, γύ­ρι­σαν μιὰ ται­νί­α γι’ αὐ­τό. Στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Τὴν πό­λη μου. Ἐ­στι­ά­ζον­τας στὴ φή­μη καὶ τὸ χρῆ­μα, ἐ­ξέ­τα­σε τὴν ἐγ­γύ­τη­τα τῶν προ­νο­μί­ων καὶ τῆς ἔν­δειας, τῆς δι­α­ση­μό­τη­τας καὶ τῆς ἀ­νω­νυ­μί­ας. Ὑ­πάρ­χει μιὰ σκά­λα ἀ­νά­με­σα, ὑ­παι­νί­χθη­κε ἡ ται­νί­α, καὶ ἡ δι­α­δρο­μὴ εἶ­ναι δι­πλῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας.

       Στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ποὺ ἐ­γὼ περ­πά­τη­σα, τὰ ἕ­ξι στά­δια φαί­νον­ταν σὰν ὑ­περ­βο­λή. Γιὰ νὰ εἶ­σαι ἕ­ξι στά­δια μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ φή­μη καὶ τὸ χρῆ­μα, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πᾶς κά­που, ὅ­πως τὸ Κάν­σας, για­τὶ ὅ­που καὶ νὰ κοι­τοῦ­σες, ὅ­που κι ἂν πή­γαι­νες στὸ δι­κό μου Μαν­χά­ταν, τὰ ἄ­κρα συ­νυ­πῆρ­χαν καὶ οἱ δι­α­ση­μό­τη­τες ἔ­τρω­γαν σα­λά­τα στὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι. Ἴ­σως σὲ αὐ­τὸ νὰ ὀ­φεί­λε­ται ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ παι­χνι­διοῦ Ἕ­ξι Στά­δια μὲ τὸν Κέ­βιν Μπέ­ι­κον.


Ἡ θε­ω­ρί­α ἔ­λε­γε πὼς ὁ Κέ­βιν Μπέ­ι­κον, ἕ­νας ἠ­θο­ποι­ὸς ποὺ ἡ με­γά­λη του ἐ­πι­τυ­χί­α ἦρ­θε μὲ τὸ Footloose, εἶ­χε ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ τό­σες πολ­λὲς ται­νί­ες ποὺ μό­νο ἕ­ξι στά­δια τὸν χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λο ἠ­θο­ποι­ὸ ἐν ζω­ῇ. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς, λέ­ω, ὅ­μως: ἔ­ζη­σα τρί­α τε­τρά­γω­να μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν Κέ­βιν Μπέ­ι­κον. Τὸν ἔ­βλε­πα ὅ­λη τὴν ὥ­ρα νὰ κα­λεῖ τα­ξὶ στὸν δρό­μο, νὰ μπαί­νει στὸν ὑ­πό­γει­ο, νὰ φέρ­νει πε­ζὸς ἕ­να παι­δὶ σπί­τι ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς προ­σπερ­νοῦ­σε, βυ­θι­σμέ­νος στὸν Μπε­ϊ­κο­νι­κὸ ἑ­αυ­τό του. Κά­να δυ­ὸ φο­ρὲς μοῦ ἔ­γνε­ψε ἕ­ναν χαι­ρε­τι­σμό. Ἡ σύ­ζυ­γός του, Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, δὲν μοῦ ἔ­γνε­ψε πο­τὲ καὶ ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ τὴν κα­τη­γο­ρή­σει; Μὲ μαλ­λιὰ σὰν χαί­τη λι­ον­τα­ριοῦ καὶ φι­γού­ρα μπα­λα­ρί­νας, προ­σέλ­κυ­ε τὴν προ­σο­χὴ ποὺ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες γυ­ναῖ­κες προ­σπα­θοῦν νὰ ἀ­γνο­ή­σουν. Μιὰ φο­ρά, ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ γυ­μνα­στή­ριό μου, φο­ρών­τας ἕ­να λευ­κὸ ὁ­λό­σω­μο κορ­μά­κι ποὺ ἔ­μοια­ζε νὰ ἔ­χει ζω­γρα­φι­στεῖ μὲ σπρέ­ι στὴν ψη­λό­λι­γνη, εὐ­λύ­γι­στη φι­γού­ρα της. Δὲν εἶ­χε οὔ­τε γραμ­μά­ριο λί­πους πά­νω της. Ὁ ἀ­δερ­φός της γυ­μνα­ζό­ταν στὸ ἴ­διο γυ­μνα­στή­ριο. Ἦ­ταν ψη­λό­τε­ρος καὶ εἶ­χε πα­ρό­μοι­α κορ­μο­στα­σιά. Μυ­ώ­δης, ἰ­σχνός, σμι­λε­μέ­νος. Προ­πο­νοῦν­ταν στὴν πυγ­μα­χί­α – χτυ­ποῦ­σε μὲ δύ­να­μη τὸν σά­κο, ἔ­δι­νε κο­φτὲς γρο­θι­ὲς στὸν προ­πο­νη­τι­κὸ μι­κρὸ σά­κο, γρον­θο­κο­ποῦ­σε τὸν ἀ­έ­ρα μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη σὲ γύ­ρους τῶν τρι­ῶν λε­πτῶν. Μιὰ μέ­ρα, μπῆ­κε μέ­σα μὲ μαυ­ρι­σμέ­νο μά­τι. Τὸν χτύ­πη­σε ξαφ­νι­κὰ ἕ­νας παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στος σὲ μιὰ μπον­τέγ­κα στὴν Ἄμ­στερ­νταμ Ἄ­βε­νιου. «Χρι­στέ μου» εἶ­πα κοι­τά­ζον­τας ἐ­ξε­τα­στι­κὰ τὸ μέ­γε­θος καὶ τὸ πό­σο μὸβ ἦ­ταν, «τί ἔ­κα­νες;». Ἔ­σκυ­ψε τὸ σῶ­μα του σὰν πυγ­μά­χος, ἔ­κα­νε προ­σποι­ή­σεις μὲ τοὺς ὤ­μους καὶ ἔ­ρι­ξε με­ρι­κὲς ἀ­στρα­πια­ῖες γρο­θι­ές. «Ἄρ­χι­σα νὰ χο­ρεύ­ω», εἶ­πε. «Ἔ­πρε­πε νὰ δεῖς τὸ δι­κό του πρό­σω­πο.» Κά­να-δυ­ὸ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ στούν­τιο γι­όγ­κα, ὅ­που πή­γαι­να κι ἐ­γώ. Τὸ ἴ­διο σῶ­μα πυγ­μά­χου, ἐκ­πλη­κτι­κὰ γυ­μνα­σμέ­νος. Στὴ γι­όγ­κα, ὅ­μως, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­χω­ρή­σει πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χι­κὲς στά­σεις. Ἄν­τε­ξε εἴ­κο­σι λε­πτά, ἔ­πει­τα κά­θι­σε στὸ πά­τω­μα κόν­τρα στὸν τοῖ­χο, βρῆ­κε τὴν ἀ­νά­σα του κι ἔ­φυ­γε.

 

Ἀ­να­φέ­ρω τὸν ἀ­δερ­φὸ τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν σχε­δὸν δι­ά­ση­μος. Ἀ­πεῖ­χε ἕ­να στά­διο ἀ­πὸ τὴν ἀ­δερ­φή του, ποὺ ἦ­ταν δι­ά­ση­μη. Ἔ­τρω­γε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της. Ἦ­ταν ὁ θεῖ­ος τῶν παι­δι­ῶν τοῦ Κέ­βιν Μπέ­ι­κον (ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι τώ­ρα δι­ά­ση­μο). Ποῦ εἶ­ναι ὅ­μως τώ­ρα ὁ ἀ­δερ­φὸς τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ; Στὸ μυα­λό μου, τὸν βλέ­πω νὰ κά­θε­ται ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸν τοῖ­χο τοῦ στούν­τιο γι­όγ­κα μὲ τὸ μαῦ­ρο σόρ­τς του καὶ τὸ λευ­κὸ φα­νε­λά­κι, γε­μά­τος ἱ­δρώ­τα, μὲ τὸ στῆ­θος του νὰ ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νει, προ­σπα­θών­τας νὰ βρεῖ τὴν ἀ­νά­σα του, ἐ­νῶ κοι­τοῦ­σε μὲ δυ­σπι­στί­α, σὰν νὰ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, αὐ­τό; Αὐ­τὸ μὲ ἔ­βγα­λε νὸκ ἄ­ουτ;


Εἶ­ναι πα­ρεν­θε­τι­κός. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸν βγά­λεις ἀ­πὸ τὴν πρό­τα­ση τῆς ἀ­φή­γη­σης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ πρό­τα­ση θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ εἶ­ναι σω­στή. Κά­πως ἔ­τσι: «Ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­που κά­πο­τε ἔ­ζη­σε ὁ ἀ­δερ­φὸς τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ὅ­που οἱ χα­ρι­σμα­τι­κοὶ καὶ οἱ τυ­χε­ροὶ ἔρ­χον­ται νὰ παί­ξουν» καὶ ἡ πρό­τα­ση γί­νε­ται «Ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ὅ­που οἱ χα­ρι­σμα­τι­κοὶ καὶ οἱ τυ­χε­ροί…» Ὑ­πάρ­χουν ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ἐ­κεῖ ἔ­ξω. Τὸ ξέ­ρω: ἐ­γὼ εἶ­μαι ἕ­νας. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ πα­ρεν­θε­τι­κός. Ὅ­μως, ἤ­μουν ἐ­κεῖ, κα­θι­σμέ­νος σὲ πα­τώ­μα­τα μὲ τὴν πλά­τη ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη σὲ δι­ά­φο­ρους τοί­χους, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τοὺς χα­ρι­σμα­τι­κοὺς καὶ τοὺς τυ­χε­ροὺς νὰ περ­νᾶ­νε καὶ νὰ ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται, γα­μῶ­το, φί­λε, τί συ­νέ­βη;


Τὸ Πα­ρεν­θε­τι­κοί εἶ­ναι ἕ­να βι­βλί­ο (ἐν ἐ­ξε­λί­ξει) ποὺ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα, ἐ­κεί­νους τοὺς ἀν­θρώ­πους, καὶ αὐ­τὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα Μπον­ζά­ι ἢ με­γα­λύ­τε­ρα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ δευ­τε­ρεύ­ου­σες προ­τά­σεις ποὺ σβή­νον­ται, ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ ἀ­φή­νον­ται στὸ πε­ρι­θώ­ριο, ἐ­νῶ οἱ ὄ­μορ­φοι παί­ζουν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Τὸ πα­ρα­πά­νω κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­νέκ­δο­το καὶ τὸ πα­ρα­χώ­ρη­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας στὸν με­τα­φρα­στή του καὶ τα­κτι­κὸ συ­νερ­γά­τη μας Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη γιὰ νὰ χρη­σι­μεύ­σει ὡς εἰ­σα­γω­γὴ στὸ τρέ­χον μι­κρὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τῶν Ἱ­στο­ρι­ῶν Μπον­ζά­ϊ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α του. Συγ­γρα­φέ­α καὶ με­τα­φρα­στὴ τὸ ἱ­στο­λόγιό μας τοὺς εὐ­χα­ρι­στεῖ καὶ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση αὐ­τή.

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὸ ἀγγλικὸ δακτυλόγραφο:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan): Εἶδα τὸν κόσμο νὰ μοῦ γνέφει ἀντίο


Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο

καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου

(I Watched The World Glide Effortlessly Bye)


ΗΜΑΣΤΕ ὅλοι κά­πο­τε μι­κρὰ παι­διά.


Βι­βλί­ο πρῶ­το


κε­φά­λαι­ο 1ο

        Μιὰ φο­ρὰ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κι ἕ­ναν και­ρὸ ἤ­μουν ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 3ο

        ἐ­ρω­τευ­μέ­νο μ’ ἕ­να κα­φὲ ἀρ­κου­δά­κι.

κε­φά­λαι­ο 4ο

        Ἔ­πει­τα

κε­φά­λαι­ο 5ο

        ἤ­μουν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν

κε­φά­λαι­ο 6ο

        καὶ κα­θό­μουν σὲ μιὰ αἴ­θου­σα στὸ δι­κα­στι­κὸ μέ­γα­ρο τῆς κο­μη­τεί­ας τοῦ Λέ­ιν.

κε­φά­λαι­ο 7ο

        Μέ­σα στὴν αἴ­θου­σα ἦ­ταν κά­τι ἄν­τρες.

κε­φά­λαι­ο 8ο

        Οἱ ἄν­τρες

κε­φά­λαι­ο 9ο

        μοῦ εἶ­παν γιὰ τὸν ἐ­πι­κεί­με­νο ἐγ­κλει­σμό μου

κε­φά­λαι­ο 10ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Ἔ­πει­τα στε­κό­μουν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν αἴ­θου­σα.

κε­φά­λαι­ο 12ο

        Θυ­μᾶ­μαι τὴ μη­τέ­ρα μου νὰ ἔρ­χε­ται

κε­φά­λαι­ο 13ο

        σὰν σὲ ὄ­νει­ρο

κε­φά­λαι­ο 14ο

        κον­τά μου

κε­φά­λαι­ο 15ο

        καὶ νὰ κλαί­ει.

κε­φά­λαι­ο 16ο

        Τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­σαν τὴ λέ­ξη Τό­μι

κε­φά­λαι­ο 17ο

        ὅ­μως κα­νέ­νας ἦ­χος δὲν βγῆ­κε ἀ­π’ αὐ­τὰ

κε­φά­λαι­ο 18ο

        πα­ρὰ μό­νο κλά­μα.

κε­φά­λαι­ο 19ο

        Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­πε

κε­φά­λαι­ο 20ο

        «Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά».

κε­φά­λαι­ο 21ο

        «Ναί», εἶ­πα.

κε­φά­λαι­ο 22ο

        «Μὲ ξα­πο­στέλ­νουν

κε­φά­λαι­ο 23ο

        στὸ τρε­λά­δι­κο.

κε­φά­λαι­ο 24ο

        Ὅ­λα

κε­φά­λαι­ο 25ο

        θὰ πᾶ­νε μιὰ χα­ρά.

κε­φά­λαι­ο 26ο

        Θά ’­θε­λες».


Βι­βλί­ο δεύ­τε­ρο

κε­φά­λαι­ο 1ο

        …καὶ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κα­θό­μουν στὸ μπρο­στι­νὸ κά­θι­σμα ἑ­νὸς αὐ­το­κι­νή­του.

κε­φά­λαι­ο 3ο

        Ἕ­νας δε­σμο­φύ­λα­κας

κε­φά­λαι­ο 4ο

        κα­θό­ταν δί­πλα μου.

κε­φά­λαι­ο 5ο

        Τὸ αὐ­το­κί­νη­το

κε­φά­λαι­ο 6ο

        ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­τει­ρά μου, τὸ Γι­ού­τζιν τοῦ Ὄ­ρεγ­κον

κε­φά­λαι­ο 7ο

        μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ Σά­λεμ,

κε­φά­λαι­ο 8ο

        ὅ­που βρί­σκε­ται τὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 9ο

        Ἔ­βρε­χε.

κε­φά­λαι­ο 10ο

        Ἡ βρο­χὴ ἔ­πε­φτε ἁ­πα­λὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν γκρί­ζο χει­μω­νι­ά­τι­κο οὐ­ρα­νό.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Στὸ πί­σω κά­θι­σμα

κε­φά­λαι­ο 12ο

        κα­θό­ταν ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 13ο

        Τοῦ εἶ­χαν πε­ρά­σει χει­ρο­πέ­δες.

κε­φά­λαι­ο 14ο

        Δί­πλα του

κε­φά­λαι­ο 15ο

        κα­θό­ταν ἕ­νας δε­σμο­φύ­λα­κας.

κε­φά­λαι­ο 16ο

        «Θε­έ, τὴ μη­τέ­ρα μας για­τί;»,

κε­φά­λαι­ο 17ο

        εἶ­πε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 18ο

        «Θε­έ, τὴ μη­τέ­ρα μας για­τί;»,

κε­φά­λαι­ο 19ο

        εἶ­πε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 20ο

        Ὁ Χρι­στὸς ἦ­ταν πρά­ος σὰν τὸν ἀ­μνό.

κε­φά­λαι­ο 21ο

        Κου­νή­θη­κε κι οἱ χει­ρο­πέ­δες του κου­δού­νι­σαν.

κε­φά­λαι­ο 22ο

        Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 23ο

        νὰ ξα­να­κου­νη­θεῖ.

κε­φά­λαι­ο 24ο

        Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 25ο

        νὰ ξα­να­μι­λή­σει.

κε­φά­λαι­ο 26ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

κε­φά­λαι­ο 27ο

        «Βρέ­χει», εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 28ο

        «Ναί», εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ μπρο­στι­νοῦ κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 29ο

        Εἶ­χαν τὴ φω­νὴ τοῦ δε­σμο­φύ­λα­κα.

κε­φά­λαι­ο 30ο

        Ὁ ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρας

κε­φά­λαι­ο 31ο

        πή­γαι­νε πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 32ο

        πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 33ο

        πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 34ο

        πά­νω-κά­τω.

κε­φά­λαι­ο 35ο

        «Θε­έ, ὄ­χι τὴ μη­τέ­ρα μας», οὔρ­λια­ξε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 36ο

        «Ὄ­χι τὴ μη­τέ­ρα μας».

κε­φά­λαι­ο 37ο

        «Βγά­λε τὸν σκα­σμό!»,

κε­φά­λαι­ο 38ο

        εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 39ο

        Ὁ Χρι­στὸς ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 40ο

        νὰ πεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρό.

κε­φά­λαι­ο 41ο

        Ὁ­μοί­ως καὶ οἱ δε­σμο­φύ­λα­κες.

κε­φά­λαι­ο 42ο

        Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸν ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρα

κε­φά­λαι­ο 43ο

        καὶ κοι­τοῦ­σα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο

κε­φά­λαι­ο 44ο

        καὶ σκε­φτό­μουν τὸ κο­ρί­τσι ποὺ ἀ­γα­πῶ.

κε­φά­λαι­ο 45ο

        Ἔ­βλε­πα τὸ πρό­σω­πό της, ἄ­κου­γα τὴ φω­νή της.

κε­φά­λαι­ο 46ο

        Φαν­τα­ζό­μουν

κε­φά­λαι­ο 47ο

        τί νὰ σκέ­φτε­ται

κε­φά­λαι­ο 48ο

        τώ­ρα ποὺ μὲ παίρ­νουν γιὰ νὰ μὲ κλεί­σουν

κε­φά­λαι­ο 49ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 50ο

        Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὰ δά­κρυ­ά μου.

κε­φά­λαι­ο 51ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

κε­φά­λαι­ο 52ο

        Εἶ­δα ἕ­να ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 53ο

        κα­θι­σμέ­νο στὴν μπρο­στι­νὴ βε­ράν­τα ἑ­νὸς πα­λιοῦ σπι­τιοῦ.

κε­φά­λαι­ο 54ο

        Τὸ ἀ­γο­ρά­κι βα­στοῦ­σε μί­αν ἄ­σπρη γά­τα στὴν ἀγ­κα­λιά του.

κε­φά­λαι­ο 55ο

        Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὰ δά­κρυ­ά μου.

κε­φά­λαι­ο 56ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο

κε­φά­λαι­ο 57ο

        κι εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου.



Πη­γή: Richard Brautigan, The Ed­na Web­ster Col­lection of Un­di­sco­ve­red Wri­tings, εἰ­σαγ. Keith Ab­bott, Βο­­στό­­νη / Νέ­α Ὑ­όρ­κη, A Ma­ri­ner o­ri­gi­nal (Hough­ton Mif­flin Com­pany), 1999.

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα-1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Ἴνγκριντ Τζέντρεζίνσκι (Ingrid Jendrzejewski): Κυματιστὰ μαλλιὰ μὲ ὄγκο


Ἴν­γκριντ Τζέν­τρε­ζίν­σκι (Ingrid Jendrzejewski)


Κυ­μα­τι­στὰ μαλ­λιὰ μὲ ὄγ­κο

(Roll and Curl)


 ΠΟΛΗ στὴν ὁ­ποί­α κα­τοι­κεῖς εἶ­ναι μι­κρὴ κι ἔ­τσι ὅ­ταν κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ο­χὴ Ἄμ­περ Γκρό­ουβς ζη­τᾶ στὸ τη­λέ­φω­νο τὴν κα Φί­λιπς κα­τα­λα­βαί­νεις πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται: πέ­θα­νε ἢ ὁ ἄν­τρας της ἢ ἡ ἀ­δερ­φή της.

        «Εἶ­ναι στὸ στε­γνω­τή­ριο», λὲς καὶ σκᾶς μιὰ φού­σκα ἀ­πὸ τὴν τσί­χλα σου. Νο­μί­ζεις ὅ­τι ἤ­σουν ἀ­πο­λύ­τως σα­φὴς ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος ἀ­ναγ­κά­ζε­σαι νὰ συμ­πλη­ρώ­σεις «Λοι­πόν, ἐ­λᾶ­τε ἀ­πὸ ἐ­δῶ νὰ τῆς τὸ πεῖ­τε ὁ ἴ­διος, ἀλ­λι­ῶς θὰ πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ τὴν λού­σω καὶ νὰ τὴν στε­γνώ­σω. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴν ἀ­φή­σω στὴ μέ­ση».

        Κλεί­νεις τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ στρέ­φεις τὸ βλέμ­μα σου στὴν κα Φί­λιπς. Κα­θι­στὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κά­λυμ­μα τοῦ στε­γνω­τη­ρί­ου δι­α­βά­ζει ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό, τυ­λιγ­μέ­νη σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ ρόμ­πα. Ἔ­χει ἕ­να ἐ­λα­φρὸ τρέ­μου­λο καὶ στὴν ἀρ­χὴ νο­μί­ζεις ὅ­τι κλαί­ει, ἀλ­λὰ με­τὰ βλέ­πεις ὅ­τι γε­λά­ει. Στὰ μπρο­στι­νά της δόν­τια δι­α­κρί­νε­ται λί­γο κρα­γιόν.

        Ὅ­ταν τὸ χρο­νό­με­τρο χτυ­πᾶ, ση­κώ­νεις τὸ κά­λυμ­μα κι ἐ­ξε­τά­ζεις τὰ μαλ­λιά της. Τὸ τζὲλ ἔ­χει κα­θί­σει, ὁ­πό­τε τὴν φέρ­νεις στὸ μέ­ρος σου καὶ τῆς βγά­ζεις τὰ ρό­λε­ϊ. Βυ­θί­ζεις τὴ χτέ­να σου ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στὰ ἀ­ραι­ὰ μαλ­λιά της γιὰ νὰ τοὺς δώ­σεις ὄγ­κο, ἔ­πει­τα χτε­νί­ζεις ὅ­σα μέ­νουν πε­σμέ­να φέρ­νον­τάς τα στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κρα­νί­ου, γιὰ νὰ τοὺς δώ­σεις τὸ σχῆ­μα ποὺ τῆς ἀ­ρέ­σει. Μὲ τὸ χέ­ρι σου φτιά­χνεις τὶς μποῦ­κλες στὰ πλά­για τοῦ κε­φα­λιοῦ της.

       Ἔ­πει­τα παίρ­νεις τὸ σπρέ­ι. Ἡ κα Φίλ­πς χα­μο­γε­λᾶ, κλεί­νει σφι­χτά τά μά­τια κι ἀ­να­ση­κώ­νει τὸ πη­γού­νι. «Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο πάν­τα σκέ­φτο­μαι ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη βρο­χή», λέ­ει κα­θὼς ξε­κι­νᾶς νὰ τὴν ραν­τί­ζεις.

       Συ­νε­χί­ζεις γιὰ τρί­α λε­πτὰ πε­ρί­που· συ­νε­χί­ζεις μέ­χρι ποὺ τε­λει­ώ­νεις ὁ­λό­κλη­ρη τὴ φιά­λη. Τὴν ραν­τί­ζεις μέ­χρις ὅ­του τὰ μαλ­λιὰ της γί­νουν σκλη­ρὰ σὰν κρά­νος καὶ τὸ χα­μό­γε­λό της στα­θε­ρο­ποι­η­θεῖ σὰν ἀ­σπί­δα. Ἔ­πει­τα τῆς δί­νεις λί­γο βαμ­βά­κι. Τῆς λὲς ὅ­τι εἶ­ναι γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὰ δόν­τια της.


Πηγή: Ἱστοσελίδα Bath Flash Fiction Award (Πρῶτο βραβεῖο Φεβρουαρίου 2016):

https://bathflashfictionaward.com/2016/02/ingrid-jendrzejewski-february-2016-first-prize/


Ἡ Ἴν­γκριντ Τζέν­τρε­ζιν­σκι (Ingrid Jendrzejewski) σπού­δα­σε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ ἀγ­γλι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἤ­βαν­σβιλ καὶ Φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Καίμ­πριτζ. Λο­γο­τε­χνι­κὴ δου­λειά της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ (The Conium Review, Inktears, Wyvern Lit, Vine Leaves, Flash Frontier, The LiarsLeague NYC, and Williwaw: An Anthology of the Marvellous κ.ἄ.). Πέ­ρυ­σι κέρ­δι­σε τὸν δι­α­γω­νι­σμό Gigantic Sequins’ Flash Non-fiction Contest, κα­θὼς καὶ τὸν δι­α­γω­νι­σμὸ Rochdale’s Literaure & Ideas Festival Bite-sized Enlightenment Flash Fiction Contest, ἐ­νῶ πῆ­ρε καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο A Room of Her Own Foundation’s Orlando Prize for Flash Fiction. Δου­λειὰ της ὑ­πάρ­χει στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα www.ingridj.com  καὶ τι­τι­βί­σμα­τά της στὴ δι­εύ­θυν­ση

@LunchOnTuesday.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν ἔχει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νό­δι­ο­ν και Γρα­φή.


Τζὸν Τσί­βερ (John Cheever): Ἡ συνάντηση


Τζὸν Τσί­βερ (John Cheever)


Ἡ συ­νάν­τη­ση

(Reunion)


ΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ποὺ εἶ­δα τὸν πα­τέ­ρα ἦ­ταν στὸ Grand Central Station. Πή­γαι­να ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τῆς για­γιᾶς μου, στὸ Aridondacks, σὲ μιὰ ἀ­γροι­κί­α στὸ Cape ποὺ εἶ­χε νοι­κιά­σει ἡ μά­να μου, κι ἔ­γρα­ψα στὸν πα­τέ­ρα μου ὅ­τι θὰ βρι­σκό­μουν στὸ σταθ­μὸ τῶν τρέ­νων, στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, γιὰ μι­ά­μι­ση ὥ­ρα· τὸν ρω­τοῦ­σα ἂν θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ γευ­μα­τί­σου­με μα­ζί. Ἡ γραμ­μα­τέ­ας του μοῦ ἔ­γρα­ψε γιὰ νὰ μοῦ πεῖ ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ μὲ συ­ναν­τοῦ­σε στὶς δώ­δε­κα τὸ με­ση­μέ­ρι στὸν γκι­σὲ τῶν πλη­ρο­φο­ρι­ῶν, καὶ ἀ­κρι­βῶς στὶς δώ­δε­κα τὸν εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος. Μοῦ ἦ­ταν ἕ­νας ἄ­γνω­στος —ἡ μά­να μου τὸν εἶ­χε χω­ρί­σει ἐ­δῶ καὶ τρί­α χρό­νια κι ἀ­πὸ τό­τε δὲν τὸν εἶ­χα ξα­να­δεῖ— ἀλ­λὰ μό­λις τὸν εἶ­δα αἰ­σθάν­θη­κα ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας μου, σάρ­κα καὶ αἷ­μα μου, τὸ μέλ­λον καὶ ἡ κα­τα­δί­κη μου. Ἤ­ξε­ρα πὼς ὅ­ταν θὰ με­γά­λω­να θὰ γι­νό­μουν κά­πως σὰν κι αὐ­τόν. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ κα­νο­νί­σω τὴν πο­ρεί­α μου ἔ­χον­τας ἐ­πί­γνω­ση τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Ἦ­ταν ἕ­νας με­γα­λό­σω­μος, ὄ­μορ­φος ἄν­τρας κι ἤ­μουν τρο­με­ρὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ποὺ τὸν ξα­νά­βλε­πα. Μὲ χτύ­πη­σε στὴν πλά­τη κι ἕ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι μου. «Γειά σου, Τσάρ­λι», εἶ­πε. «Γειά σου, ἀ­γό­ρι μου. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ σὲ πά­ω στὸ κλὰμπ ποὺ συ­χνά­ζω, ἀλ­λὰ εἶ­ναι στὴν ἑ­ξη­κο­στὴ λε­ω­φό­ρο, κι ἀ­φοῦ πρέ­πει νὰ φύ­γεις γρή­γο­ρα μὲ τὸ τρέ­νο νο­μί­ζω θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ πᾶ­με νὰ φᾶ­με τί­πο­τα ἐ­δῶ κον­τά.» Πέ­ρα­σε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ δί­πλα μου καὶ ὀ­σμί­στη­κα τὸν πα­τέ­ρα μου μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἡ μά­να μου μυ­ρί­ζει ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἦ­ταν ἕ­να βα­ρὺ κρά­μα ἀ­πὸ οὐ­ί­σκι, κο­λό­νια ξυ­ρί­σμα­τος, βερ­νί­κι πα­που­τσι­ῶν, μαλ­λί, καὶ ταγ­κά­δα ὥ­ρι­μου ἀρ­σε­νι­κοῦ. Ἔλ­πι­ζα κά­ποι­ος νὰ μᾶς ἔ­βλε­πε μα­ζί. Μα­κά­ρι νὰ μᾶς ἔ­παιρ­ναν μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Ἤ­θε­λα μί­αν ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι ἤ­μα­σταν κά­πο­τε μα­ζί.

        Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ σταθ­μὸ καὶ πή­ρα­με ἕ­να σο­κά­κι ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο. Ἦ­ταν νω­ρὶς ἀ­κό­μα καὶ τὸ μέ­ρος ἦ­ταν ἄ­δει­ο. Ὁ μπάρ­μαν καυ­γά­δι­ζε μὲ τὸν ντε­λι­βε­ρά, κι ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πο­λὺ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να κόκ­κι­νο παλ­τὸ . Κα­θί­σα­με κι ὁ πα­τέ­ρας μου κά­λε­σε τὸν σερ­βι­τό­ρο μὲ δυ­να­τὴ φω­νή. «Kellner!*», τοῦ φώ­να­ξε. «Carbon! Cameriere!* Ἐ­σύ!» Ἡ τρα­χύ­τη­τά του μέ­σα στὸ ἄ­δει­ο ἑ­στι­α­τό­ριο ἔ­μοια­ζε ἐ­κτὸς τό­που. «Μπο­ροῦ­με νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με ἐ­δῶ;», φώ­να­ξε. «Σβέλ­τα! Σβέλ­τα!» Ὕ­στε­ρα χτύ­πη­σε πα­λα­μά­κια. Ὁ σερ­βι­τό­ρος τὸν πρό­σε­ξε καὶ πλη­σί­α­σε ἀρ­γὰ- ἀρ­γὰ στὸ τρα­πέ­ζι μας.

       «Σὲ μέ­να χτυ­ποῦ­σες τὰ χέ­ρια σου;», ρώ­τη­σε.

       «Ἠ­ρέ­μη­σε, ἠ­ρέ­μη­σε, sommelier*», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ἂν δὲν ζη­τά­ω πολ­λὰ ἀ­πὸ σέ­να —κι ἂν δὲν εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς ἁρ­μο­δι­ό­τη­τές σου— θὰ θέ­λα­με δυ­ὸ Beefeater Gibsons*.»

       «Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ μοῦ χτυ­πᾶ­νε πα­λα­μά­κια», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα φέ­ρει τὴ σφυ­ρί­χτρα μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ἔ­χω μιὰ σφυ­ρί­χτρα ποὺ τὴν ἀ­κοῦ­νε μό­νο τὰ αὐ­τιὰ τῶν γέ­ρων σερ­βι­τό­ρων. Λοι­πόν, βγά­λε τὸ μπλο­κά­κι καὶ τὸ μο­λυ­βά­κι σου καὶ δὲς ἂν μπο­ρεῖς νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις: δυ­ὸ Beefeater Gibsons. Ἐ­πα­νέ­λα­βε με­τὰ ἀ­πὸ μέ­να: δυ­ὸ Beefeater Gibsons.»

       «Νο­μί­ζω πὼς θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ πᾶ­τε που­θε­νὰ ἀλ­λοῦ», εἶ­πε ἥ­συ­χα ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Αὐ­τό», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, «εἶ­ναι ἡ πιὸ λαμ­πρὴ πρό­τα­ση ποὺ ἄ­κου­σα πο­τέ. Ἔ­λα, Τσάρ­λι! Πᾶ­με νὰ φύ­γου­με ἀ­πὸ δῶ».

       Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο κι ἀ­κο­λού­θη­σα τὸν πα­τέ­ρα μου μέ­χρι ἕ­να ἄλ­λο ἑ­στι­α­τό­ριο. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν ἦ­ταν τό­σο τρα­χύς. Ἦρ­θαν τὰ πο­τά μας καὶ μὲ ἀ­νέ­κρι­νε γιὰ τὴ σε­ζὸν τοῦ μπέ­ιζ­μπολ. Ὕ­στε­ρα χτυ­ποῦ­σε μὲ τὸ μα­χαί­ρι τὸ χεῖ­λος τοῦ ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ του κι ἄρ­χι­σε ξα­νὰ νὰ φω­νά­ζει. «Garson! Kellner! Cameriere! Ἐ­σύ! Θὰ σὲ πεί­ρα­ζε νὰ μᾶς φέ­ρεις δυ­ὸ ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια;»

       «Πό­σο χρο­νῶν εἶ­ναι τὸ ἀ­γό­ρι;», ρώ­τη­σε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Γα­μῶ­το!», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Για­τί δὲν κοι­τᾶς τὴ δου­λειά σου;»

       «Συ­γνώ­μη, κύ­ρι­ε», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος. «Ἀλ­λὰ δὲν θὰ σερ­βί­ρω ἄλ­λο πο­τὸ στὸ ἀ­γό­ρι».

       «Λοι­πόν, σοῦ ἔ­χω ἕ­να νέ­ο», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Σοῦ ἔ­χω ἕ­να πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον νέ­ο. Αὐ­τὸ ἐ­δῶ τυ­χαί­νει νὰ μὴν εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ ἑ­στι­α­τό­ριο στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Ἔ­χει ἀ­νοί­ξει ἄλ­λο ἕ­να στὴ γω­νί­α. Πᾶ­με, Τσάρ­λι.»

       Πλή­ρω­σε τὸ λο­γα­ρια­σμό, τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ μπή­κα­με σὲ ἕ­να ἄλ­λο. Ἐ­δῶ οἱ σερ­βι­τό­ροι φο­ροῦ­σαν ρὸζ σα­κά­κια σὰν κυ­νη­γε­τι­κὰ μπου­φάν, καὶ πά­νω στοὺς τοί­χους ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ εἴ­δη ἐ­ξο­πλι­σμοῦ γιὰ ἄ­λο­γα. Κα­θί­σα­με κι ὁ πα­τέ­ρας μου ἄρ­χι­σε ξα­νὰ νὰ φω­νά­ζει. «Ὑ­πεύ­θυ­νε τοῦ κο­πα­διοῦ! Πά­νω τους», κι ἄλ­λα τέ­τοι­α. «Θὰ θέ­λα­με ἕ­να πο­τό, τοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ ποὺ λέ­νε. Δη­λα­δή, δύ­ο Bibson Geefeaters.»

       «Δύ­ο Bibson Geefeaters;», ρώ­τη­­σε χα­μο­γε­λών­τας ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Γα­μῶ­το, ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ τί θέ­λω», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου θυ­μω­μέ­νος. «Θέ­λω δυ­ὸ Beefeater Gibsons, καὶ σβέλ­τα. Ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει τὰ πράγ­μα­τα στὴν εὔ­θυ­μη γη­ραι­ὰ Ἀγ­γλί­α. Ἔ­τσι μοῦ λέ­ει ὁ φί­λος μου ὁ δού­κας. Γιὰ νὰ δοῦ­με τί κο­κτέ­ιλ ξέ­ρει νὰ κά­νει ἡ Ἀγ­γλί­α.»

       «Ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι Ἀγ­γλί­α», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος

       «Μὴ δι­α­φω­νεῖς μα­ζί μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου.«Ἁ­πλῶς, κά­νε ὅ­τι σου λέ­νε».

       «Σκέ­φτη­κα μό­νο πὼς ἴ­σως σοῦ ἄ­ρε­σε νὰ ξέ­ρεις ποὺ βρί­σκε­σαι», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Ἂν εἶ­ναι κά­τι ποὺ δὲν ἀ­νέ­χο­μαι», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, «εἶ­ναι ἕ­νας θρα­σὺς ὑ­πη­ρέ­της. Πᾶ­με Τσάρ­λι.»

       Τὸ τέ­ταρ­το μέ­ρος ποὺ πή­γα­με τὸ εἶ­χαν Ἰ­τα­λοί. «Buon giorno», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Per favore, possiamo avere due coctail americani, forti, forti. Molto gin, poco vermut.*»

       «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω ἰ­τα­λι­κά», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Ἔ­λα, κό­φτο», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Κα­τα­λα­βαί­νεις ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὸ ξέ­ρεις, γα­μῶ­το, πο­λὺ κα­λὰ ὅ­τι κα­τα­λα­βαί­νεις. Vogliamo due coctail Americani. Subito.*»

       Ὁ σερ­βι­τό­ρος μᾶς πα­ρά­τη­σε καὶ μι­λοῦ­σε μὲ τὸν ὑ­πεύ­θυ­νο, ποὺ ἦρ­θε στὸ τρα­πέ­ζι μας καὶ εἶ­πε: «Λυ­πᾶ­μαι, κύ­ρι­ε, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ τὸ τρα­πέ­ζι εἶ­ναι κρα­τη­μέ­νο.»

       «Κα­νέ­να πρό­βλη­μα», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Δῶ­στε μας ἕ­να ἄλ­λο τρα­πέ­ζι.»

       «Ὅ­λα τα τρα­πέ­ζια εἶ­ναι κρα­τη­μέ­να», εἶ­πε ὁ ὑ­πεύ­θυ­νος.

       «Τὸ ἔ­πι­α­σα», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Δὲν μᾶς θέ­λε­τε γιὰ πε­λά­τες σας. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Λοι­πόν, ἄ­ι στὸ δι­ά­ο­λο. Vada all’ inferno.* Πᾶ­με,Τσάρ­λι.»

       «Πρέ­πει νὰ πά­ρω τὸ τρέ­νο μου», εἶ­πα.

       «Λυ­πᾶ­μαι, ἀ­γό­ρι μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Λυ­πᾶ­μαι πά­ρα πο­λύ». Μὲ ἀγ­κά­λια­σε μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ ἕ­σφι­ξε πά­νω του. «Θὰ σὲ συ­νο­δέ­ψω μέ­χρι τὸ σταθ­μό. Μα­κά­ρι νὰ ὑ­πῆρ­χε χρό­νος νὰ πη­γαί­να­με μέ­χρι τὸ κλὰμπ ποὺ συ­χνά­ζω.»

       «Δὲν πει­ρά­ζει, μπαμ­πά», εἶ­πα.

       «Θὰ σοῦ πά­ρω μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα», εἶ­πε. «Θὰ σοῦ πά­ρω μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα, γιὰ νὰ δι­α­βά­σεις στὸ τρέ­νο.»

       Ὕ­στε­ρα πλη­σί­α­σε σὲ ἕ­να πε­ρί­πτε­ρο ποὺ που­λοῦ­σε μό­νο ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ εἶ­πε: «Ἀ­γα­πη­τέ μου, κύ­ρι­ε ἔ­χε­τε τὴν κα­λο­σύ­νη νὰ μοῦ δώ­σε­τε μί­α ἀ­πὸ τὶς ἄ­χρη­στες ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς κω­λο­φυλ­λά­δες σας τῆς πεν­τά­ρας;» Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος ἔ­στρε­ψε ἀλ­λοῦ τὸ βλέμ­μα του καὶ κοι­τοῦ­σε τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο ἑ­νὸς πε­ρι­ο­δι­κοῦ. «Ζη­τά­ω πολ­λά, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε;», ρώ­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ζη­τά­ω πολ­λὰ νὰ μοῦ που­λή­σε­τε ἕ­να ἐ­με­τι­κὸ δεῖγ­μα κί­τρι­νου τύ­που;»

       «Πρέ­πει νὰ φύ­γω, μπαμ­πά», εἶ­πα.«Εἶ­ναι ἀρ­γά.»

       «Ὄ­χι, ἕ­να λε­πτό, ἀ­γό­ρι μου», εἶ­πε. «Πε­ρί­με­νε ἕ­να λε­πτό. Θέ­λω νὰ τὰ πῶ ἕ­να χε­ρά­κι μὲ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο.»

       «Γειά σου, μπαμ­πά», εἶ­πα καὶ κα­τέ­βη­κα τὶς σκά­λες καὶ πῆ­ρα τὸ τρέ­νο μου. Αὐ­τὴ ἦ­ταν καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ εἶ­δα τὸν πα­τέ­ρα μου.

Kellner: Σερ­βι­τό­ρος στὰ γερ­μα­νι­κά.
Cameriere: Σερ­βι­τό­ρος.
Sommelier: Σερβιτόρος κρασιοῦ.
Beefeater Gibsons: Κοκτέιλ μαρτίνι μὲ τζίν.
Per favore, possiamo avere due coctail americani, forti, forti. Molto gin, poco vermut: Μπο­ροῦ­με νὰ ἔ­χου­με, πα­ρα­κα­λῶ, δυ­ὸ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα κο­κτέ­ιλ, δυ­να­τά, δυ­να­τά; Πο­λὺ τζίν, λί­γο βερ­μούτ.
Vogliamo due coctail Americani. Subito.: Θέ­λου­με δυ­ὸ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα κο­κτέ­ιλ. Ἀ­μέ­σως.
Vada all’ inferno: Ἄ­ι στὸ δι­ά­ο­λο.


Πηγή: https://docs.google.com/document/d/1jfJm8mmXkpX7xMD70QTrUdf8S4sZF01U3PdYrHHjKOI/edit

Ὁ Τζὸν Οὐ­ί­λιαμ Τσί­βερ (John William Cheever) (27 Μαΐ­ου 1912 – 18 Ἰ­ου­νί­ου 1982) εἶ­ναι Ἀ­με­ρι­κα­νὸς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Ἐ­πο­νο­μά­ζε­ται συ­νή­θως «Τσέ­χωφ τῶν προ­α­στί­ων». Τὰ ἔρ­γα του δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον στὸ Upper East Side τοῦ Μαν­χά­ταν, στὰ προ­ά­στια τοῦ Westchester, στὰ πα­λαι­ὰ χω­ριὰ τῆς Νέ­ας Ἀγ­γλί­ας ποὺ βρί­σκον­ται σὲ δι­ά­φο­ρες πό­λεις τῆς Νό­τιας Ἀ­κτῆς γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ Κου­ίν­σι τῆς Μα­σα­χου­σέ­της ὅ­που καὶ γεν­νή­θη­κε. Ἐ­πί­σης δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται καὶ στὴν Ἰ­τα­λί­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴ Ρώ­μη. Σή­με­ρα θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ ση­μαν­τι­κοὺς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Στὰ δι­η­γή­μα­τά του πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται: «Τὸ τε­ρά­στιο ρα­δι­ό­φω­νο» —ποὺ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὸ χα­ρα­κτη­ρί­σου­με προ­φη­τι­κὸ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὶς τε­χνο­λο­γί­ες ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιὰ τὴν πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῆς ζω­ῆς τῶν ἀν­θρώ­πων— τὸ «Goodbye, My Brother», τὸ «Five-Forty-Eight», τὸ «The country Husband» καὶ τὸ «The swimmer». Ἔ­χει γρά­ψει ἐ­πί­σης τέσ­σε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα: The Wapshot Chronicle (Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος,1958), The Wapshot Scandal (Με­τάλ­λιο William Dean Howells, 1965), Bullet Park (1969), Falconer (1977) καὶ μιὰ νου­βέ­λα: On What a Paradise It Seems (1982). Τὰ θέ­μα­τά του ἔ­χουν νὰ κά­νουν κυ­ρί­ως μὲ τὴ διτ­τὴ ἀν­θρώ­πι­νη συμπεριφορά. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς δρα­μα­το­ποι­οῦν­ται ὡς δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὴν κό­σμια, κοι­νω­νι­κὴ εἰ­κό­να τῶν χα­ρα­κτή­ρων καὶ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἠ­θι­κή τους ἐ­ξα­χρεί­ω­ση κι ἄλ­λο­τε πά­λι ὡς μιὰ σύγ­κρου­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ χα­ρα­κτῆ­ρες (συ­νή­θως δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια), ποὺ ἐν­σαρ­κώ­νουν τὶς ἀν­τι­θέ­σεις (σκο­τά­δι καὶ φῶς, σάρ­κα καὶ πνεῦ­μα). Πολ­λά του ἔρ­γα, ἐ­πί­σης, ἐκ­φρά­ζουν τὴν νο­σταλ­γί­α γιὰ ἕ­να τρό­πο ζω­ῆς ποὺ ἔ­χει πιὰ χα­θεῖ καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ μιὰ συ­νε­χῆ προ­σκόλ­λη­ση στὴν πα­ρά­δο­ση κι ἕ­να βα­θὺ αἴ­σθη­μα γιὰ τὴν κοι­νό­τη­τα – μιὰ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πο­ξέ­νω­ση καὶ τὸν νο­μα­δι­σμὸ ποὺ ὑ­πάρ­χει στὰ σύγ­χρο­να προ­ά­στια. Μιὰ ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο The stories of John Cheever βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ Μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ἄλ­λα ἐ­θνι­κὰ βρα­βεῖ­α. Τὸν Ἀ­πρί­λη τοῦ 1982, ἕ­ξι βδο­μά­δες πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του, ὁ Τζὸν Τσί­βερ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τάλ­λιο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Ἀ­με­ρι­κά­νι­κης Ἀ­κα­δη­μί­ας Γραμ­μά­των καὶ Τε­χνῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πλα­νό­δι­ο­ν (τχ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­δι­ο­ν – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στή­ν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τώ­ν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγ­γρα­φεί­ς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ Γρί­λι­ες (ἐκδ. Βακ­χι­κό, 2020).