Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi): Τρί­χα



Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi)


Τρί­χα

(Hair)


ΤΑΝ ΞΥΠΝΑΩ, νι­ώ­θω μιὰ τρί­χα μέ­σα στὸ στό­μα μου. Εἶ­ναι ὑ­φα­σμέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα μου, ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια μου. Μα­ζεύ­ε­ται σά­λιο ἔ­τσι ὅ­πως προ­σπα­θῶ νὰ τὴν ξε­φορ­τω­θῶ πι­πι­λί­ζον­τάς την, νὰ τὴν τσιμ­πή­σω μὲ τὰ δά­χτυ­λά μου, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴ γρα­πώ­σω. Εἶ­ναι δι­κιά μου ἢ δι­κιά της; Δὲν θὰ ξαφ­νι­α­ζό­μουν ἂν ἦ­ταν τῆς γυ­ναί­κας μου. Οἱ τρί­χες της μπλέ­κον­ται παν­τοῦ. Πάν­το­τε ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν ψα­λί­δα ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιά της κα­θι­σμέ­νη στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Μό­λις ἔ­χα­σε τὰ μαλ­λιά της λό­γῳ τῆς θε­ρα­πεί­ας, δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἔρ­θει ἀν­τι­μέ­τω­πη μὲ τὸ νὰ μα­ζέ­ψει μὲ τὴ βούρ­τσα τὶς τρί­χες καὶ νὰ τὶς πε­τά­ξει. Ὑ­πάρ­χει τό­σος πό­νος στὸ νὰ εἶ­σαι μιὰ γυ­ναί­κα χω­ρὶς μαλ­λιά. Ξύ­ρι­σα κι ἐ­γὼ τὸ κε­φά­λι μου γιὰ νὰ δεί­ξω τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξή μου· δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο, εἶ­πε.

       Τὰ κα­τά­φε­ρα, ἐ­πι­τέ­λους. Τὴν ἔ­χω ἐ­δῶ, μου­σκε­μέ­νη καὶ κολ­λη­μέ­νη στὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά μου. Δὲν εἶ­ναι δι­κιά της. Πε­τά­ω τὰ σκε­πά­σμα­τα ἀ­πὸ πά­νω μου, ψά­χνον­τας στὰ σεν­τό­νια γιὰ ἐ­κεί­νη, ἀ­κό­μα κι οἱ τρί­χες της ὅ­μως δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα http://adhocfiction.com/2017/04/hair/

Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴ «Na­tio­nal Flash Fi­ction Day» στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο, εἶ­ναι ἀρ­χι­συν­τά­κτης στὸ New Flash Fi­ction Re­view καὶ μέρος τῆς ὁ­μά­δας ποὺ βρί­σκε­ται πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἐ­τή­σιο «Flash Fi­ction Li­te­ra­ry Fe­sti­val», λο­γο­τε­χνι­κὸ φε­στι­βὰλ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ flash fiction. Γρά­φει flash fiction, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


		
Διαφημίσεις

Τέ­ζιου Κό­ουλ (Teju Cole): Ἑ­πτὰ δι­η­γή­μα­τα γιὰ μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­να ἀ­ε­ρο­σκά­φη



Τέ­ζιου Κό­ουλ (Teju Cole)


Ἑ­πτὰ δι­η­γή­μα­τα γιὰ μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­να ἀ­ε­ρο­σκά­φη


  1. Ἡ κα Ντά­λα­γου­έϊ εἶ­πε πὼς θὰ τὰ ἀ­γο­ρά­σει ἡ ἴ­δια τὰ λου­λού­δια. Ἕ­να χτύ­πη­μα μὲ στό­χο πι­θα­νο­λο­γού­με­νη τρο­μο­κρα­τι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ἰ­σο­πέ­δω­σε τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο.

  1. Λέ­γε με Ἰ­σμα­ήλ. Ἤ­μουν νέ­ος σὲ ἡ­λι­κί­α στρά­τευ­σης. Κά­η­κα ζων­τα­νὸς τὴ μέ­ρα τοῦ γά­μου μου. Οἱ γο­νεῖς μου εἶ­ναι ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τοι.

  1. Ἐ­πι­βλη­τι­κὸς καὶ πα­χου­λός, ὁ Μπὰκ Μά­λιγ­καν ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ κε­φα­λό­σκα­λο κρα­τών­τας ἕ­να κύ­πελ­λο μὲ σα­που­νά­δα. Μιὰ βόμ­βα σφύ­ρι­ξε. Αἷ­μα στοὺς τοί­χους. Πῦρ ἐξ οὐ­ρα­νοῦ.

  1. Εἶ­μαι ἕ­νας ἀ­ό­ρα­τος ἄν­θρω­πος. Τὸ ὄ­νο­μά μου ἄ­γνω­στο. Οἱ ἔ­ρω­τές μου μυ­στή­ριο. Μὰ ἕ­να τη­λε­κα­τευ­θυ­νό­με­νο ἱ­πτά­με­νο ὄ­χη­μα ποὺ ἦρ­θε ἀ­πὸ μυ­στι­κὴ το­πο­θε­σί­α μὲ ἐν­τό­πι­σε.

  1. Κά­ποι­ος θὰ πρέ­πει νὰ συ­κο­φάν­τη­σε τὸν Γι­ό­ζεφ Κ., δι­ό­τι χω­ρὶς νὰ ἔ­χει κά­νει τί­πο­τα κα­κό, ἕ­να ὡ­ραῖ­ο πρω­ῒ τὸν σκό­τω­σε ἕ­να μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­νο ἀ­ε­ρο­σκά­φος τύ­που Predator.

  1. Τὸν Ὀ­κόν­κου­ο τὸν ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι στὰ ἐν­νιὰ χω­ριὰ κι ἀ­κό­μα πα­ρα­πέ­ρα. Τὸ πτῶ­μα του βρέ­θη­κε, ἀλ­λὰ ἀ­κέ­φα­λο.

  1. Σή­με­ρα πέ­θα­νε ἡ μη­τέ­ρα. Τὸ ἐ­πι­χει­ρη­σια­κὸ σχέ­διο τοῦ Πεν­τα­γώ­νου προ­φυ­λάσ­σει τὶς ζω­ὲς τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν ὑ­πη­κό­ων.

Ση­μεί­ω­ση: Κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ Τέ­ζιου Κό­ουλ ἀρ­χί­ζει μὲ τὶς πρῶ­τες λέ­ξεις ἑ­νὸς πε­ρί­φη­μου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Κα­τὰ σει­ράν: Ἡ κυ­ρί­α Ντά­λα­γου­έ­ϊ (Βιρ­τζί­νια Γούλφ, 1925), Μόμ­πι Ντίκ (Χέρ­μαν Μέλ­βιλ, 1851), Ὀ­δυσ­σέ­ας (Τζέ­ιμς Τζό­ις, 1922), Ὁ ἀ­ό­ρα­τος ἄν­θρω­πος (Ρὰλφ Ἔ­λι­σον, 1952), Ἡ δί­κη (Φραν­τς Κάφ­κα, 1925), Τὰ πάν­τα γί­νον­ται κομ­μά­τια (Τσι­νού­α Ἀ­τσέμ­πε, 1958) καὶ Ὁ ξέ­νος (Ἀλ­μπὲρ Κα­μί, 1942).


Πη­γή: https://thenewinquiry.com/blog/seven-short-stories-about-drones/  

 

Τέ­ζιου Κό­ουλ (Teju Cole) (Κα­λα­μα­ζού, Μί­σιγ­καν, ΗΠΑ, 1975). Συγ­γρα­φέ­ας, φω­το­γρά­φος καὶ ἱ­στο­ρι­κός της Τέ­χνης. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ νου­βέ­λα Every Day is for the Thief (2007), τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Open City (2012), τὴν συλ­λο­γὴ δο­κι­μί­ω­ν Known and Strange Things (2016), καὶ τὸ φω­το­γρα­φι­κὸ ἄλ­μπουμ Punto d’Ombra (2016).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες [2007] καὶ Ἀ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).


Ντέ­ι­βιντ Γκά­λεφ (David Galef): Τὸ ραν­τε­βού μου μὲ μιὰ Νε­άν­τερ­ταλ



Ντέ­ι­βιντ Γκά­λεφ (David Galef)


Τὸ ραν­τε­βού μου μὲ μιὰ Νε­άν­τερ­ταλ

(My Date with Neanderthal Woman)


ΕΝ ΗΞΕΡΑ ἂν ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πά­ω λου­λού­δια, δὲν ση­μαί­νουν κά­τι γιὰ κά­ποι­ον μὲ στοι­χει­ώ­δη πνευ­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γεια. Πάν­τως μιὰ ὠ­μὴ μο­σχα­ρί­σια μπρι­ζό­λα ἴ­σως νὰ φαι­νό­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ὑ­παι­νι­χτι­κὴ καὶ μά­λι­στα κά­που εἶ­χα δι­α­βά­σει ὅ­τι οἱ Νε­άν­τερ­ταλ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἦ­σαν χορ­το­φά­γοι. Τε­λι­κὰ ἐ­πέ­λε­ξα τὴ μέ­ση ὁ­δό: ἕ­να κου­τὶ σο­κο­λα­τά­κια.

       Ἔ­φτα­σα ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἥ­λιος βυ­θι­ζό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὴ γραμ­μὴ τῶν δέν­δρων. Ἡ Γκλέ­να ζοῦ­σε σὲ μιὰ σπη­λιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους κι εἶ­χα ἀ­κού­σει ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ μᾶς, ποὺ μᾶς δυ­να­στεύ­ουν τὰ Ρό­λεξ καὶ τὰ κι­νη­τὰ τη­λέ­φω­να, ἐ­κεί­νη εἶ­χε μιὰ πιὸ φυ­σι­κὴ αἴ­σθη­ση τοῦ χρό­νου. Πάν­τως δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ ὅ­ταν χτυ­πών­τας στὴν εἴ­σο­δο τῆς σπη­λιᾶς πό­νε­σα τὸ χέ­ρι μου. Δο­κί­μα­σα ξα­νά, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ τὸ πό­δι. Ὕ­στε­ρα φώ­να­ξα τὸ ὄ­νο­μά της το­νί­ζον­τας ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὸ λα­ρυγ­γι­κὸ γκ, ὅ­πως εἶ­χα ἀ­κού­σει νὰ τὸ προ­φέ­ρουν στὸ Οἰ­κου­με­νι­κὸ Πρα­κτο­ρεῖ­ο Γνω­ρι­μι­ῶν. Ἐμ­φα­νί­στη­κε λὲς καὶ φύ­τρω­σε ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά μου. Καὶ νά την ποὺ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ, εὐ­ρύ­στερ­νη καὶ στρα­βο­κά­να, ὄ­χι ψη­λό­τε­ρη ἀ­πὸ μιὰ στοί­βα κού­τσου­ρα. Τὰ κα­στα­νὰ μαλ­λιά της, ὅ­μοι­α μὲ γού­να, ἦ­ταν δι­ά­στι­κτα ἀ­πὸ τὸν ἱ­δρώ­τα, ἀλ­λὰ μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε ἕ­να ἀ­νέκ­φρα­στο χα­μό­γε­λο κα­θὼς τῆς πρό­σφε­ρα τὴ σο­κο­λά­τα.

       Ἅρ­πα­ξε τὸ κου­τὶ ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου καὶ σκί­ζον­τάς το ἔ­βγα­ζε ἤ­χους εὐ­χα­ρί­στη­σης. Μπου­κώ­θη­κε με­ρι­κὰ γλυ­κὰ μα­ζὶ μὲ τὰ πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τα καὶ μά­ση­σε γε­ρά. Τὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο μοῦ εἶ­χε πεῖ νὰ μὴ χά­σω τὸ χρό­νο μου λέ­γον­τας πολ­λὰ λό­για, ἔ­τσι ἔ­δει­ξα ἐ­κεί­νην καὶ με­τὰ ἐ­μέ­να καὶ εἶ­πα: «Γκλέ­να, Ρόμ­περτ».

       Κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι της, ὕ­στε­ρα ἔ­δει­ξε τὴ σο­κο­λά­τα κι ἔ­τρι­ψε τὴν κοι­λιά της. Τό­σο πρω­τό­γο­νη ἀν­τί­δρα­ση! Εἰ­λι­κρι­νὰ εἶ­χα κου­ρα­στεῖ μὲ τὶς μον­τέρ­νες γυ­ναῖ­κες καὶ τὰ ἀ­τε­λεί­ω­τα λε­κτι­κὰ παι­χνί­δια τους. Μοῦ πρό­σφε­ρε ἀ­πὸ τὸ κου­τὶ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα σο­κο­λα­τά­κια καὶ συγ­κι­νή­θη­κα. Ἁ­γνὴ ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα, ἂν καὶ φαι­νό­ταν δυ­σα­ρε­στη­μέ­νη ποὺ δὲν ἔ­φα­γα καὶ τὰ πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τα. Ὅ­ταν ἀρ­χί­νη­σε νὰ κα­τα­βρο­χθί­ζει καὶ τὸ κου­τί, κού­νη­σα τὸ κε­φά­λι μου χα­μο­γε­λών­τας. Κα­μώ­θη­κα πὼς ἔ­τρω­γα κι ἔ­δει­ξα πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ δά­σος. Θὰ τὴν ἔ­βγα­ζα ἔ­ξω νὰ τῆς κά­νω τὸ τρα­πέ­ζι. Οἱ Νε­άν­τερ­ταλ, θυ­μή­θη­κα, ἦ­ταν συ­χνὰ στὰ ὅ­ρια τῆς λι­μο­κτο­νί­ας. Ὅ­πως καὶ νὰ ΄χεῖ, φαί­νε­ται πὼς κα­τά­λα­βε καὶ μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε ὑ­πά­κου­α κα­θὼς τὴν ἔ­φε­ρα στὸ «Σπα­ράγ­γι», ἕ­να μι­κρὸ ἑ­στι­α­τό­ριο γιὰ χορ­το­φά­γους, ὄ­χι πο­λὺ μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὸ δά­σος, μὲ πα­ρα­δο­σια­κὰ πιά­τα ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πε­ρι­ο­χὲς τῆς Γαλ­λί­ας.

       Δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι τὸ μέ­ρος ἀ­παι­τοῦ­σε συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο ντυ­σί­μα­τος. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὸ λι­γο­στὸ πε­ρί­ζω­μα ποὺ φο­ροῦ­σε ἡ Γκλέ­να μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω ὑ­περ­βο­λι­κὰ ντυ­μέ­νος. Πάν­τως τὸ τα­χτο­ποι­ή­σα­με μὲ ἕ­να δα­νει­κὸ σα­κά­κι, καὶ ἡ Γκλέ­να δι­ά­λε­ξε νὰ τὸ φο­ρέ­σει μὲ τρό­πο ἀ­σύμ­με­τρο, ἀλ­λὰ γο­η­τευ­τι­κό.

       Θε­έ μου, μι­σῶ τὰ εἰ­σα­γω­γι­κὰ ἑ­νὸς πρώ­του ραν­τε­βοὺ κι ἤ­μουν πο­λὺ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ποὺ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­χαν κα­μιὰ ση­μα­σί­α γιὰ τὴν Γκλέ­να. Μὲ ἄ­νε­τη οἰ­κει­ό­τη­τα, λὲς καὶ μὲ ἤ­ξε­ρε χρό­νια, ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια της καὶ μά­ζε­ψε μὲ τὶς φοῦ­χτες της τὸν μι­σὸ πολ­τὸ φα­κή.

       Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια πὼς μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὸ φα­γη­τό της εἶ­ναι ἐ­ρω­τι­κή. Βε­βαί­ως μοῦ πρό­σφε­ρε λί­γο καὶ τῆς ἔ­δει­ξα πὼς νὰ τὸν ἁ­πλώ­νει στὴν πί­τα. Ἀλ­λὰ φαί­νε­ται πὼς φο­βᾶ­ται τὰ μα­χαί­ρια καὶ λυ­πᾶ­μαι γιὰ τὴ χα­ραγ­μα­τιὰ πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Πάν­τως εἴ­χα­με ἕ­να εὐ­χά­ρι­στο γεῦ­μα, τῆς ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ πιά­το μὲ τὰ ὠ­μὰ λα­χα­νι­κά.

       Με­τὰ τὸ δεῖ­πνο γυ­ρί­σα­με πί­σω μὲ τὰ πό­δια ἀ­πὸ τὸ μο­νο­πά­τι τοῦ δά­σους. Ται­νί­ες καὶ μπα­ρά­κια τὰ ἄ­φη­σα γιὰ ἀρ­γό­τε­ρα, καὶ βλέ­που­με. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὴν ὑ­πο­βάλ­λω σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­ρε­θί­σμα­τα. Ἀ­κό­μα καὶ τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς τὴν ἔ­κα­νε νὰ συ­σπᾶ­ται λί­γο. Ἀλ­λὰ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ μο­νο­πα­τιοῦ εἶ­χε βγεῖ τὸ φεγ­γά­ρι, φω­τί­ζον­τας τὸ κον­τὸ καὶ δυ­να­τὸ κορ­μὶ τῆς Γκλέ­να μὲ ἕ­ναν τρό­πο ἀλ­λό­κο­τα ὄ­μορ­φο. Ὅ­ταν ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι μου γιὰ νὰ πιά­σω τὸ δι­κό της τρα­βή­χτη­κε πί­σω – δι­α­φο­ρε­τι­κὲς κουλ­τοῦ­ρες ἔ­χουν δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τυ­πι­κό, μοῦ εἶ­χε πεῖ ὁ τύ­πος στὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο. Μπῆ­κα λοι­πὸν στὸν κό­πο νὰ τῆς ἐ­ξη­γή­σω ὅ­τι εἶ­χα τί­μι­ες προ­θέ­σεις. Μπο­ρεῖ νὰ μὴν κα­τά­λα­βε τὰ λό­για μου, ἀλ­λὰ νο­μί­ζω ἔ­πι­α­σε τὸ νό­η­μα. Τέ­λος πάν­των ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο ὅ­ριο στὸ τί μπο­ρεῖ νὰ πε­τύ­χει κα­νεὶς χει­ρο­νο­μών­τας.

       Στα­μα­τή­σα­με στὴ εἴ­σο­δο τῆς σπη­λιᾶς της. Τὸ κε­νὸ ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια της μὲ τρά­βη­ξε μέ­σα. Τὸ ἄ­ρω­μα της ἦ­ταν γή­ι­νο, ἐ­λα­φρῶς ἀ­φρο­δι­σια­κό. Με­τὰ ἦρ­θε κά­τι σὰν φι­λὶ κι ἀ­κο­λού­θη­σε ἕ­νας ἐ­ναγ­κα­λι­σμὸς ποὺ μοῦ ρά­γι­σε τὰ πα­ΐ­δια – ὁ χει­ρο­πρά­κτης λέ­ει ὅ­τι θε­ρα­πεύ­ε­ται εὔ­κο­λα. Ἀ­μέ­σως με­τὰ ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὴ σπη­λιά της. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι μὲ πιά­νει νο­σταλ­γί­α. Τί γυ­ναί­κα! Θὰ ἤ­θε­λα νὰ τῆς ζη­τή­σω νὰ βγοῦ­με αὐ­τὸ τὸ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, ἀλ­λὰ δὲν γί­νε­ται νὰ τὴν εἰ­δο­ποι­ή­σω μὲ τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο. Ἴ­σως ἁ­πλὰ πε­ρά­σω νὰ τὴν δῶ στὴν σπη­λιά της —καὶ κα­λὰ ὅ­λως τυ­χαί­ως— κρα­τών­τας ἕ­να μά­τσο μπρό­κο­λα.

       Ἐν­τά­ξει, ἐν­τά­ξει, τὶς ξέ­ρω τὶς δυ­σκο­λί­ες. Με­ρι­κὰ ζευ­γά­ρια εἶ­ναι χω­ρι­σμέ­να δε­κα­ε­τί­ες, ἐ­μεῖς χι­λι­ε­τί­ες. Σὲ μέ­να ἀ­ρέ­σει ἡ ρὸκ μου­σι­κὴ καὶ σὲ κεί­νη ἡ μου­σι­κὴ τῶν βρά­χων. Εἶ­μαι ἕ­νας σύγ­χρο­νος τύ­πος κι ἐ­κεί­νη μιὰ Νε­άν­τερ­ταλ, ὅ­μως πι­στεύ­ω ὅ­τι μπο­ροῦ­με νὰ λύ­σου­με τὶς δι­α­φο­ρές μας, ἂν προ­σπα­θή­σου­με.



Πη­γή: https://www.gvsd.org/cms/lib02/PA01001045/Centricity/Domain/673/My%20Date%20with%20Neanderthal%20Woman_David%20Galef.pdf

Ντέ­ι­βιντ Γκά­λεφ (David Galef) (Μπρόνξ, 1959). Συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κός, ποι­η­τής, με­τα­φρα­στὴς καὶ δοκιμιογράφος. Στὰ βι­βλί­α του συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Flesh (1995) καὶ How to Cope with Suburban Stress (2006) καὶ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των My Date with Neanderthal Woman (2011). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Ἀγ­γλι­κῶν καὶ δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ προ­γράμ­μα­τος δη­μι­ουρ­γι­κοῦ γρα­ψί­μα­τος στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Montclair.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο. ­

Τζούλια Στρέϊερ (Julia Strayer): Ἂς ποῦμε



Τζού­λια Στρέ­ϊ­ερ (Julia Strayer)


Ἂς ποῦ­με

(Let’s Say)


Σ ΠΟΥΜΕ πὼς πέ­φτω θύ­μα κλο­πῆς, ἀλ­λὰ προ­τι­μῶ νὰ πι­στέ­ψω ὅ­τι σπρώ­χνω τὴν κό­ρη μου στὶς κού­νι­ες τοῦ πάρ­κου ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Με­θο­δι­στῶν, τὰ φύλ­λα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου χο­ρεύ­ουν στὸ γρα­σί­δι κα­θὼς ὁ ἄ­νε­μος φυ­σᾶ, καὶ σὲ κά­θε σπρώ­ξι­μο ἐ­κεί­νη γί­νε­ται ἕ­να χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρη, μέ­χρι ποὺ φτά­νει στὴν ἡ­λι­κί­α μου ἐ­νῶ ἐ­γὼ πα­ρα­μέ­νω στὴν ἡ­λι­κί­α ποὺ εἶ­μαι, κι ὡ­στό­σο ἐ­κεί­νη ξέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σα ἐ­γώ, για­τὶ ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ παι­διὰ σή­με­ρα. Ξέ­ρει τί θὰ φᾶ­με γιὰ βρά­δυ, ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ στὶς ὀ­χτὼ θὰ βρέ­ξει κι ὅ­τι πε­θαί­νω. Ὁ κλέ­φτης δὲν εἶ­χε σκο­πὸ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σει, ἀλ­λὰ εἶ­ναι νέ­ος κι εὐ­έ­ξα­πτος, κι ἔ­χω δεῖ τὸ πρό­σω­πό του. Δὲν τὸ σκέ­φτη­κε δυ­ὸ φο­ρὲς ὅ­ταν σχε­δί­α­ζε τὸ ὅ­λο σκη­νι­κὸ καὶ ἡ προ­νο­η­τι­κό­τη­τα δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό του ση­μεῖ­ο. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ μά­να του τὸ ξέ­ρει αὐ­τό. Τοῦ ἔ­λε­γε καὶ τοῦ ξα­νά­λε­γε ὅ­σο με­γά­λω­νε ὅ­τι δὲν θὰ ἔ­κα­νε πο­τὲ τί­πο­τα, ἂν δὲν μά­θαι­νε νὰ σκέ­φτε­ται τὰ πάν­τα ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πρίν, ὅ­μως αὐ­τὸς δὲν ἄ­κου­γε, δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νός, κι ἔ­τσι τὸ νὰ γί­νει κλέ­φτης ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ κα­ρι­έ­ρας ποὺ εἶ­χε, καὶ δὲν εἶ­ναι καὶ πο­λὺ κα­λὸς οὔ­τε καὶ σ’ αὐ­τό, γι’ αὐ­τὸ μὲ πυ­ρο­βο­λεῖ στὸ στῆ­θος καὶ τρέ­χει. Κοι­τά­ζω ἔκ­πλη­κτη πρὸς τὰ κά­τω καὶ βου­λώ­νω τὴν τρύ­πα μὲ τὸν δεί­κτη μου προ­σπα­θών­τας νὰ θυ­μη­θῶ τί εἶ­χα πιά­σει μ’ αὐ­τὸν τὸν δεί­κτη καὶ φαν­τά­ζο­μαι ὅ­λα τὰ ἀν­θε­κτι­κὰ μι­κρό­βια νὰ σπεύ­δουν μέ­σα στὴν ρο­ὴ τοῦ αἵ­μα­τος, κι ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν σκο­τω­θῶ ἀ­πὸ σφαί­ρα, θὰ τὸ πά­θω σί­γου­ρα ἀ­πὸ μό­λυν­ση. Δὲν πρό­λα­βα νὰ πῶ στὴν κό­ρη μου ποῦ ἦ­ταν ἡ δι­α­θή­κη ἢ ἡ ἀ­σφά­λεια ζω­ῆς, ἢ γιὰ τὸν μυ­στι­κὸ τρα­πε­ζι­κὸ λο­γα­ρια­σμὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τα­μι­εύ­ω χρή­μα­τα γιὰ κά­τι τρε­λό, ὅ­πως γιὰ μα­θή­μα­τα slackline ἢ γιὰ ἕ­να ἐ­τή­σιο road trip σ’ ὅ­λη τὴ χώ­ρα, περ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ μιὰ μι­κρὴ πό­λη στὴν ἄλ­λη, ἢ γιὰ νὰ ζή­σου­με στὴν ἐ­ξο­χή, νὰ χτί­σου­με ἕ­ναν ἀ­νε­μό­μυ­λο, νὰ ἔ­χου­με κό­τες καὶ νὰ καλ­λι­ερ­γοῦ­με τὸ δι­κό μας πε­ρι­βό­λι, ἁ­πλῶς καὶ μό­νο γιὰ νὰ δοῦ­με ἂν θὰ τὰ κα­τα­φέρ­να­με. Θέ­λω νὰ συ­νε­χί­σω νὰ τὴν σπρώ­χνω στὶς κού­νι­ες, ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω νὰ με­γα­λώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο ἐ­γώ. Θὰ μὲ κα­τη­γο­ρή­σει μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν θὰ κα­τα­λά­βει πό­σα χρό­νια ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α ἔ­χα­σε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κού­νιας. Ναί, θὰ εἶ­ναι σί­γου­ρα θυ­μω­μέ­νη. Μπο­ρῶ ἤ­δη νὰ δῶ τὸν θυ­μὸ νὰ συσ­σω­ρεύ­ε­ται μέ­σα της, λε­πτὲς γραμ­μὲς ὑ­φαί­νουν τὴν πλε­κτά­νη τους στὶς ἄ­κρες των μα­τι­ῶν της κα­θὼς οἱ ἐ­ρευ­νη­τὲς προ­σπα­θοῦν νὰ τῆς ποῦν ὅ­τι κά­νουν ὅ,τι μπο­ροῦν γιὰ νὰ βροῦν τὸ εὐέ­ξα­πτο παι­δὶ τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ μά­να κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι της ὅ­ταν τὸ βλέ­πει νὰ μπαί­νει σπί­τι μὲ τρε­μά­με­να χέ­ρια καὶ τὸ αἷ­μα μου νὰ ἔ­χει πι­τσι­λί­σει τὴν μπλού­ζα του. Καὶ ξέ­ρει πὼς ἔ­χει κά­νει κά­τι ἀ­νό­η­το ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει, γι’ αὐ­τὸ σκου­πί­ζει μὲ τὴν πο­διά της κεν­τη­μέ­νη μὲ βι­ο­λέ­τες τὸν ἱ­δρώ­τα ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πό της καὶ κά­θε­ται στὸν κα­να­πὲ μέ­χρι οἱ χτύ­ποι τῆς καρ­διᾶς της νὰ μει­ω­θοῦν καὶ νὰ μπο­ρέ­σει ἡ ἀ­να­πνο­ή της νὰ ξα­να­βρεῖ τὸν ρυθ­μό της, ὅ­σο τὰ μά­τια της πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται τὸ δω­μά­τιο κι ἐ­κεῖ­νος κά­νει νευ­ρι­κὲς κι­νή­σεις, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ὅ­λη ἱ­στο­ρί­α ἐ­νῶ ἐ­γὼ κεί­το­μαι ἀ­κό­μα στὸ ἔ­δα­φος κι ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν τὸ νὰ ἀ­νε­βά­σω τὴν κό­ρη μου στὸ γύ­ρω-γύ­ρω-ὅ­λοι θὰ τῆς ἀ­φαι­ρέ­σει τὰ χρό­νια ζω­ῆς ποὺ τῆς πρό­σθε­σαν οἱ κού­νι­ες, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ ξα­να­γί­νει παι­δί, ὅ­πως ἀ­κρί­βως τὴν θυ­μᾶ­μαι ἐ­γὼ ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὴ γιὰ νὰ πά­ει μό­νη της μὲ τὰ πό­δια ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο στὸ σπί­τι, ἡ σχο­λι­κή της τσάν­τα πιὸ με­γά­λη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη, ὅ­ταν δὲν εἶ­χε πά­ρα μό­νο εὐ­και­ρί­ες μπρο­στά της. Κά­νω τὶς ἴ­δι­ες σκέ­ψεις ποὺ κά­νει ἡ μη­τέ­ρα τοῦ νευ­ρι­κοῦ ἀ­γο­ριοῦ ὅ­ταν ὁ γιὸς της ἦ­ταν μι­κρός, μὲ τὶς μα­κρι­ὲς μαῦ­ρες βλε­φα­ρί­δες του ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ κο­ρί­τσια νὰ τρέ­χουν πί­σω του, κι ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀ­κό­μα ἐλ­πί­δες. Καὶ παί­ζου­με καὶ οἱ δυ­ὸ τὸ παι­χνί­δι Τί θὰ γι­νό­ταν ἄν, ἐ­γὼ δι­ε­ρω­τώ­με­νη ἂν τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἂν εἶ­χα στα­μα­τή­σει στὸ στε­γνο­κα­θα­ρι­στή­ριο πρὶν ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα, ἡ μη­τέ­ρα του δι­ε­ρω­τώ­με­νη ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸν εἶ­χε προ­τρέ­ψει πε­ρισ­σό­τε­ρο πρὸς τὸν ἀ­θλη­τι­σμὸ ἢ τὸ μου­σι­κὸ συγ­κρό­τη­μα ἢ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ λέ­σχη κι ἂν αὐ­τὸ θὰ εἶ­χε κά­ποι­α ση­μα­σί­α, ἂν καὶ πά­λι θὰ στε­κό­ταν μπρο­στά της κλαί­γον­τας για­τὶ πυ­ρο­βό­λη­σε μιὰ γυ­ναί­κα στὸ πάρ­κινγκ τῆς ὁ­δοῦ Ἒλμ καὶ τὸ ἔ­βα­λε στὰ πό­δια. Ἡ μη­τέ­ρα του ξέ­ρει ὅ­τι δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α τί ἔ­κα­νε ἢ τί δὲν ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη κά­πο­τε. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι ἂν θὰ τὸν στεί­λει γιὰ ντοὺς ὅ­σο ἐ­κεί­νη θὰ καί­ει τὰ ροῦ­χα του μα­ζὶ μὲ τὰ φύλ­λα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου ποὺ στοί­βα­ξε στὸ βα­ρέ­λι τῆς πί­σω αὐ­λῆς ἢ ἂν θὰ ση­κώ­σει τὸ ἀ­κου­στι­κό.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν τρί­μη­νη δι­αδι­κτυακὴ ἐ­πιθε­ώρη­ση SmokeLong, στὶς 15 Δε­κεμ­βρί­ου 2014 (δεῖτε ἐδῶ καὶ μιὰ συ­νέντευ­ξη μὲ τὴ συγ­γρα­φέα γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα).

Τζού­λια Στρέϊ­ερ (Julia Strayer). Ἀ­πό­φοι­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A Program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Sarah Lawrence, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Smokelog Quarterly. Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ σύν­το­μα ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Glimmer Train.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016),  ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman): Ἂν φι­λη­θεῖς μὲ δρα­κό­ψα­ρο



Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman)


Ἂν φι­λη­θεῖς μὲ δρα­κό­ψα­ρο

(If Kissed by a Dragonfish)


Ν ΦΙΛΗΘΕΙΣ μὲ δρα­κό­ψα­ρο, μὴ δαγ­κώ­σεις. Ἂν φι­λη­θεῖς μὲ δρα­κό­ψα­ρο, βε­βαι­ώ­σου ὅ­τι κά­θε­σαι. Ἂν φι­λη­θεῖς μὲ δρα­κό­ψα­ρο, ἄ­φη­σέ το νὰ σὲ τα­ρα­κου­νή­σει. Μὴν ἀ­νη­συ­χή­σεις γιὰ ἕ­να-δυ­ὸ λέ­πια ποὺ ἴ­σως χρεια­στεῖ ν’ ἀ­φαι­ρέ­σεις ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὰ δόν­τια σου. Μὴν ἀ­νη­συ­χή­σεις κα­τὰ τὴ διάρ­κεια τοῦ φι­λιοῦ, πρὶν ἀ­πὸ τὸ φι­λί, ἢ με­τά. Τὸ δέρ­μα τοῦ δρα­κό­ψα­ρου εἶ­ναι ἀ­προ­σπέ­λα­στο ἀλ­λὰ ἡ καρ­διά του χτυ­πᾶ δυ­να­τὰ καὶ ἁ­πα­λά. Δὲ θὰ ξε­χά­σεις τὸ φι­λί. Δὲ θὰ ξε­χά­σεις τὴ δρο­σιὰ τῆς ἀ­νά­σας τοῦ δρα­κό­ψα­ρου βα­θιὰ στοὺς πνεύ­μο­νές σου. Θὰ κοι­τά­ξεις κά­τω, μέ­σα ἀ­πὸ τὸ γυ­ά­λι­νο πά­τω­μα καὶ δὲ θὰ δεῖς τί­πο­τα, νὰ κο­λυμ­πά­ει. Θὰ χω­ρι­στεῖς, σὰν ὠ­κε­α­νός, καὶ στὸ βυ­θό σου θὰ με­τα­μορ­φω­θεῖς σὲ μαρ­γα­ρι­τά­ρι.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα [100 word story].

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman). Βρε­τα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1970 στὸ Λον­δί­νο καὶ με­τα­κό­μι­σε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια, τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὴ συγ­γρα­φή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος Μα­θη­μα­τι­κὸς καὶ Φυ­σι­κός, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε πρό­σφα­τα καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό. Ἡ δι­α­τρι­βή της πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση Σω­μα­τι­δια­κὴς Φυ­σι­κῆς καὶ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Κυ­κλο­φο­ροῦν στὰ ἀγ­γλι­κὰ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ πο­λὺ σύν­το­μων πε­ζῶν της (Some Of Us Glow More Than Others, My Mother Was An Upright Piano, καὶ The White Road and Other Stories) καὶ ἡ πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, μὲ τί­τλο Terms & Conditions, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 (Nine Arches Press). Ἵ­δρυ­σε κι ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὸ ἱ­στο­λό­γιο ShortStops (www.shortstops.info)

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: http://www.taniahershman.com/wp/

Ἐδῶ δι­α­βά­ζει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες της στὰ ἀγ­γλι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Φωτογραφία: Michael Brasier.



		

	

Τάνια Χέρσμαν (Tania Hershman): Ἕνα τραγούδι γιὰ πτώση



Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman)


Ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ πτώ­ση

(A Song for Falling)


ΥΝΕΘΕΣΕ. Ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ ὄρ­θια στά­ση, ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ κα­θι­στή. Μί­α σου­ί­τα γιὰ τὸ μπά­νιο. Δύ­ο τρα­γού­δια, ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­λέ­ξει, γιὰ τὸ μα­γεί­ρε­μα. Ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­ταν ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ πτώ­ση ἀ­πὸ με­γά­λο ὕ­ψος – ὅ­ταν ἔ­πε­σε αὐ­τός.

       Κι ἔ­πει­τα δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει.

       Μά­ζε­ψε ὅ­λα τὰ τρα­γού­δια της καὶ τὰ ἔ­βα­λε στὸ ψυ­γεῖ­ο. Γιὰ νὰ κά­νει χῶ­ρο, τὰ λα­χα­νι­κὰ —ντο­μά­τες καὶ φρέ­σκα κα­ρό­τα— τὰ σκόρ­πι­σε ἔ­ξω στὸ κα­λο­και­ρι­νὸ γρα­σί­δι.

       Ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι ἀ­δυ­να­τοῦ­σε νὰ κλά­ψει. Δὲ δι­έ­θε­τε ἀ­κό­μα κα­νέ­να τρα­γού­δι γιὰ τὸ πέν­θος, εἶ­χε θε­ω­ρή­σει τὸν ἑ­αυ­τό της πο­λὺ νέ­ο. Ἔ­τσι εἶ­χε θε­ω­ρή­σει. Ἢ ὄ­χι. Καὶ τώ­ρα εὐ­χό­ταν νὰ εἶ­χε ἐ­πι­κεν­τρω­θεῖ στὸ τρα­γού­δι της γιὰ πτώ­ση καὶ νὰ εἶ­χε σκε­φτεῖ. Για­τί για­τί για­τί.


Δὲν ἦρ­θαν ἄλ­λα τρα­γού­δια, καὶ τὰ το­πο­θε­τη­μέ­να στὸ ψυ­γεῖ­ο κου­λου­ρι­ά­στη­καν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό τους, ἡ­φαι­στεια­κὴ τέ­φρα βρῆ­κε τὸ δρό­μο της καὶ τὰ σκέ­πα­σε.


Ὅ­ταν τὸ γκα­ζὸν φούν­τω­σε τό­σο ποὺ τὴν ἔ­κρυ­ψε, ποὺ ἔ­κρυ­ψε τὰ λα­χα­νι­κά της, σχε­δὸν ἔ­κρυ­ψε τὸν ἥ­λιο, ἕ­να ση­μεί­ω­μα ἐμ­φα­νί­σθη­κε. Μέ­σα στὸ κε­φά­λι της, ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­ξη­ρα­θεῖ σὰν τὸ Γέλ­λο­ου­στο­ουν. Ἕ­να τρα­γού­δι. Μό­νο ἕ­να μι­κρὸ μι­κρὸ τρα­γού­δι. Μό­νο ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ ἀ­νά­σα, γιὰ νὰ πά­ρει τὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­νά­σα.

       Θὰ πε­ρί­με­νε. Τώ­ρα ποὺ εἶ­χε φα­νεῖ ἕ­να, αἰ­σθάν­θη­κε λι­γό­τε­ρο ἀ­βέ­βαι­η γιὰ ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ νὰ ση­κω­θεῖ, ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ νὰ κι­νη­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ φουν­τω­μέ­νο γρα­σί­δι, ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὸ σπί­τι. Ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ τὸ πῶς νὰ ζή­σεις τώ­ρα ποὺ γνω­ρί­ζεις τί μπο­ρεῖ νὰ σοῦ κά­νει ἡ ζω­ή.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα http://www.taniahershman.com/wp/ Τρίτο βρα­βεῖο τοῦ Salt Flash Fic­tion Pri­ze (2013).

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman). Βρε­τα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1970 στὸ Λον­δί­νο καὶ με­τα­κό­μι­σε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια, τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὴ συγ­γρα­φή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος Μα­θη­μα­τι­κὸς καὶ Φυ­σι­κός, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε πρό­σφα­τα καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό. Ἡ δι­α­τρι­βή της πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση Σω­μα­τι­δια­κὴς Φυ­σι­κῆς καὶ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Κυ­κλο­φο­ροῦν στὰ ἀγ­γλι­κὰ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ πο­λὺ σύν­το­μων πε­ζῶν της (Some Of Us Glow More Than Others, My Mother Was An Upright Piano, καὶ The White Road and Other Stories) καὶ ἡ πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, μὲ τί­τλο Terms & Conditions, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 (Nine Arches Press). Ἵ­δρυ­σε κι ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὸ ἱ­στο­λό­γιο ShortStops (www.shortstops.info)

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: http://www.taniahershman.com/wp/

Ἐδῶ δι­α­βά­ζει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες της στὰ ἀγ­γλι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.



		

	

Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond): Ἅ­παν­τα τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τοῦ Γκά­ρυ, 3Γ, στοὺς ἐ­νοί­κους τοῦ 4Γ (9 Ἰ­ου­νί­ου – 6 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003)



Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond)


Ἅ­παν­τα τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τοῦ Γκά­ρυ, 3Γ,

στοὺς ἐ­νοί­κους τοῦ 4Γ (9 Ἰ­ου­νί­ου – 6 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003)


9 Ἰ­ου­νί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Κα­λω­σο­ρί­σα­τε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Εἶ­μαι ὁ Γκά­ρυ ἀ­πὸ τὸ 3Γ ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ κά­τω σας (ἀ­κού­ω κά­θε θό­ρυ­βο ποὺ κά­νε­τε…Χὰ χά, ἀ­στειά­κι). Λοι­πόν, ἡ πο­λυ­κα­τοι­κί­α μας εἶ­ναι φο­βε­ρὴ καὶ εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι χά­ρη σ’ ἐ­σᾶς θὰ γί­νει ἀ­κό­μα φο­βε­ρό­τε­ρη – ἀρ­κεῖ νὰ μὴ φέ­ρε­τε στὰ κρυ­φὰ τί­πο­τα γά­τες (χὰ χά, ἀ­στειά­κι, εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι δὲν θὰ φέ­ρε­τε). Τέ­λος πάν­των, ἀ­νυ­πο­μο­νῶ νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με στὸ ἰ­σό­γει­ο…Ἢ ἁ­πλῶς ἐ­λᾶ­τε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου γιὰ ἕ­να γειά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

23 Ἰ­ου­νί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Μέ­χρι στιγ­μῆς δὲν ἔ­τυ­χε νὰ πέ­σω πά­νω σας. Γιὰ νὰ ξέ­ρε­τε, μπο­ρεῖ­τε πάν­τα νὰ κα­τε­βεῖ­τε γιὰ ἕ­να γειά! Τέ­λος πάν­των, ἐλ­πί­ζω νὰ βο­λευ­τή­κα­τε ἐ­δῶ. Ἐ­γὼ καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν ἀ­πὸ τὸ 2Α παί­ζου­με οὐ­ῒ­στ αὔ­ριο βρά­δυ στὴν τα­ρά­τσα καὶ εἶ­στε εὐ­πρόσ­δε­κτοι νὰ παί­ξε­τε μα­ζί μας! Τὰ λέ­με ἐ­κεῖ;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

1 Ἰ­ου­λί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Κοί­τα­ξα τί ἔ­φε­ρε ὁ τα­χυ­δρό­μος γιὰ νὰ μά­θω τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν μυ­στή­ρι­ων ἐ­νοί­κων τοῦ 4Γ, ὥ­στε νὰ μὴ σᾶς ἀ­πευ­θύ­νο­μαι μό­νο μὲ τὸν ἀ­ριθ­μὸ τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός σας (ὁ ξά­δερ­φός μου λέ­ει ὅ­τι εἶ­μαι μιὰ ἐ­ρα­σι­τέ­χνις Τζέ­σι­κα Φλέ­τσερ[i]!). Τέ­λος πάν­των, ἐλ­πί­ζω ὅ­τι ὅ­λα πᾶ­νε κα­λὰ ἐ­κεῖ πά­νω… Τί ἦ­ταν αὐ­τὸ χθὲς βρά­δυ; Ἀ­κου­γό­ταν σὰν νὰ σέρ­να­τε ἕ­να ψυ­γεῖ­ο τίγ­κα στὶς μπρι­ζό­λες! Ξέ­ρω ὅ­τι προ­κύ­πτουν ζη­τή­μα­τα, ἀλ­λὰ ἂν μπο­ρού­σα­τε νὰ εἶ­στε πιὸ ἥ­συ­χοι με­τὰ τὶς ἕν­τε­κα μ.μ., θὰ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σα. Ὁ Γκά­ρυ, γιὰ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴ φρε­σκά­δα του, πρέ­πει νὰ κοι­μᾶ­ται κα­λά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

4 Ἰ­ου­λί­ου

Σᾶς εὔ­χο­μαι μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη 4η Ἰ­ου­λί­ου. Κά­ποι­οι ἀ­πὸ μᾶς (ἐ­γὼ καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριάν) θ’ ἀ­νε­βοῦ­με τὸ βρά­δυ στὴν τα­ρά­τσα γιὰ νὰ δοῦ­με τὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, μὴ δι­στά­σε­τε νὰ μᾶς κά­νε­τε πα­ρέ­α! Ἄ, ἡ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ ἀ­πέ­ραν­του οὐ­ρα­νοῦ, σω­στά;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

8 Ἰ­ου­λί­ου

Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Δὲν θέ­λω νὰ γκρι­νιά­ζω ἀλ­λὰ τί ἦ­ταν αὐ­τὸς ὁ θό­ρυ­βος χθὲς στὴ 1 π.μ.; Μή­πως κά­νε­τε τά­ε κβὸ ντὸ ἐ­κεῖ πά­νω; Πρὶν ἀ­πὸ με­ρι­κὰ χρό­νια ἔ­κα­να τά­ε κβὸ ντὸ στὴν Κο­ρέ­α­τα­ουν. Ξέ­ρε­τε ὅ­τι τά­ε κβὸ ντὸ ση­μαί­νει «ὁ δρό­μος τῆς κλω­τσιᾶς καὶ τῆς γρο­θιᾶς»; Ἤ­μουν ἀρ­κε­τὰ κα­λός, ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ πει­ρά­χτη­κε ἕ­να νεῦ­ρο μου κι ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τὰ πα­ρα­τή­σω. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο νεῦ­ρο μὲ πο­νά­ει ἀ­κό­μα, γι’ αὐ­τὸ ἐρ­γά­ζο­μαι κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸ σπί­τι (πράγ­μα ὄ­χι καὶ τό­σο κα­κό, μιὰ ποὺ μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ κυ­κλο­φο­ρῶ γυ­μνὸς ὅ­λη μέ­ρα… Ἀ­στειά­κι!). Τέ­λος πάν­των, θὰ ἤ­θε­λα νὰ μὴν κά­νε­τε τά­ε κβὸ ντὸ με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα. Θὰ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σα ἂν ἤ­σα­σταν πιὸ ἥ­συ­χοι.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

9 Ἰ­ου­λί­ου

Παι­διά, σο­βα­ρὰ τώ­ρα, τί ἦ­ταν ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ φα­σα­ρί­α χθὲς βρά­δυ; Ἄ­κου­σα τρί­α δυ­να­τὰ χτυ­πή­μα­τα στὸ πά­τω­μά σας, ἕ­να στὶς 11:33 μ.μ., ἕ­να στὶς 12:23 μ.μ. καὶ ἕ­να στὶς 1:19 π.μ. Δὲν εἶ­στε ἐν­τά­ξει, παι­διά, προ­σπα­θῆ­στε νὰ ἠ­ρε­μή­σε­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

10 Ἰουλίου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Γειά σας. Λοι­πόν, πε­ρί­με­να μέ­χρι τὶς 4 π.μ. ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­σα τί­πο­τα! Εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ ἠ­ρε­μή­σα­τε. Ἐ­πὶ τῇ εὐ­και­ρί­α, ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν κι ἐ­γὼ θὰ πᾶ­με στὴν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ προ­βο­λὴ τῆς ται­νί­ας Legally Blonde 2 καὶ σᾶς κα­λοῦ­με νὰ ἔρ­θε­τε μα­ζί μας. Θὰ μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ με­γά­λω­νε λί­γο ἡ πα­ρέ­α μας για­τὶ ἀ­νη­συ­χῶ μή­πως ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ φαν­τά­ζε­ται ἕ­να ρο­μαν­τι­κὸ μέλ­λον γιὰ τοὺς δυ­ό μας, πράγ­μα ποὺ ὅ­πως σί­γου­ρα κα­τα­λα­βαί­νε­τε εἶ­ναι μιὰ τε­λεί­ως τρε­λὴ ἰ­δέ­α.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

17 Ἰ­ου­λί­ου

Γειά σας, παι­διά. Ἁ­πλῶς θέ­λω νὰ ζη­τή­σω συ­γνώ­μη γιὰ τὸν «θό­ρυ­βο» τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δύ­ο μέ­ρες. Γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀ­λή­θεια, γνώ­ρι­σα κά­ποι­α. Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι Τζά­νετ καὶ κοι­μᾶ­ται ἐ­δῶ τὰ βρά­δια καὶ τὰ πράγ­μα­τα γί­νον­ται λί­γο ἄ­γρια – καὶ θο­ρυ­βώ­δη. (Συγ­γνώ­μη ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτω πολ­λά, ἀλ­λὰ εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­νή­λι­κες, σω­στά;). Ἴ­σως θὰ ἦ­ταν κα­λὸ νὰ βγαί­να­με οἱ τέσ­σε­ρίς μας δι­πλὸ ραν­τε­βού. Ξέ­ρω ὅ­τι τυ­πι­κὰ δὲν ἔ­χου­με γνω­ρι­στεῖ οὔ­τε ἔ­χου­με δεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο οὔ­τε ἔ­χου­με μι­λή­σει, ἀλ­λὰ (αὐ­τὸ με­τα­ξύ μας) ἡ Τζά­νετ κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χου­με πολ­λὰ νὰ ποῦ­με. Μοῦ ἀ­ρέ­σει πραγ­μα­τι­κὰ ἀλ­λὰ νο­μί­ζω θὰ ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χα νὰ εἶ­στε κι ἐ­σεῖς πα­ρέ­α, σὰν ἕ­να φι­λι­κό μου ζευ­γά­ρι. Εἶ­στε ζευ­γά­ρι, σω­στά; Δὲν ἔ­χε­τε τὸ ἴ­διο ἐ­πώ­νυ­μο καὶ λαμ­βά­νε­τε ξε­χω­ρι­στὲς εἰ­δο­ποι­ή­σεις ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα… Ἀλ­λὰ εἶ­στε ζευ­γά­ρι, σω­στά; Ἐν­τά­ξει, πε­ρά­στε ἀ­π’ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου νὰ μοῦ πεῖ­τε ἂν συμ­φω­νεῖ­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

Υ.Γ. Ὑ­πό­σχο­μαι ὅ­τι θὰ κοι­τά­ξω νὰ μει­ώ­σω τὸν θό­ρυ­βο μὲ τὴν Τζά­νετ, ἀλ­λὰ ὅ­πως λέ­νε οἱ Γάλ­λοι «L’ amour, c’ est l’ amour», σω­στά; Τὸ λέ­νε αὐ­τό, σω­στά;

***

26 Ἰ­ου­λί­ου

Παι­διά, πραγ­μα­τι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ζή­σω καὶ χω­ρὶς τοὺς πα­ρά­ξε­νους θο­ρύ­βους τῆς χθε­σι­νῆς νύ­χτας. Τί κά­νε­τε, κυ­νη­γᾶ­τε πον­τί­κια; Λοι­πόν, μὲ τὴ Τζά­νετ τὰ χα­λά­σα­με. Θὰ μπο­ρού­σα­τε, ξέ­ρε­τε, νὰ μὲ εἴ­χα­τε βο­η­θή­σει στὰ ραν­τε­βού μας. Τέ­λος πάν­των, δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ Τζά­νετ μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ. Γα­μῶ­το, ἔ­τσι συμ­βαί­νει πάν­τα. Γυ­ναῖ­κες, σω­στά; (Χω­ρὶς πα­ρε­ξή­γη­ση, Ἔ­μι­λυ). Για­τί ἄ­ρα­γε ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ πα­ρου­σί­α στὴ ζω­ή μου εἶ­ναι ἡ κα Κα­τσου­λου­ριάν; Ὄ­χι ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα ἔ­χει κά­ποι­ο πρό­βλη­μα, ἀλ­λὰ μὲ περ­νά­ει τριά­ντα ἕ­ξι χρό­νια. Ἡ δι­κή σας δι­α­φο­ρὰ ἡ­λι­κί­ας ἐ­πη­ρε­ά­ζει τὴ σχέ­ση σας; Ὁ πα­τέ­ρας μου ἦ­ταν εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ δὲν νο­μί­ζω νὰ ἦ­ταν πο­τέ τους εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι. Αὐ­το­κτό­νη­σαν καὶ οἱ δυ­ό. Ἐ­πί­σης, μή­πως μπο­ρεῖ­τε νὰ με­τα­κι­νή­σε­τε τὸ κλι­μα­τι­στι­κό σας στὸ ἄλ­λο πα­ρά­θυ­ρο; Τὸ νε­ρὸ στά­ζει στὸ μπαλ­κό­νι μου.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

29 Ἰ­ου­λί­ου

Ἀ­να­ρω­τι­έ­στε πο­τὲ ἂν ὅ­λα αὐ­τὰ μᾶς κά­νουν δυ­να­τό­τε­ρους; Ἡ καρ­διὰ ρα­γί­ζει καὶ με­τὰ τὴν ἀ­νάρ­ρω­ση μοιά­ζει ἀ­κό­μα πιὸ ἀ­δύ­να­μη. Ἀ­να­ρω­τι­έ­στε πο­τὲ ἂν ἐ­μεῖς ἐ­πι­νο­ή­σα­με τὸ κα­κό; Ἢ ἁ­πλῶς γλί­στρη­σε στὸν κό­σμο ἀ­πὸ μό­νο του, μιὰ φτυ­σιὰ ἀ­πὸ με­λά­νι στὴ σκο­τει­νὴ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

8 Αὐ­γού­στου

Θὰ πα­ρα­βρε­θεῖ­τε ἄ­ρα­γε στὴν κη­δεί­α τῆς κας Κα­τσου­λου­ριάν; Ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς μοῦ μί­λη­σε μὲ ἀ­γά­πη γιὰ σᾶς. Θὰ γί­νει στὸ Μπέ­ι­σαϊντ – ξέ­ρω, εἶ­ναι λί­γο μα­κριά. Θὰ εἶ­μαι σ’ αὐ­τοὺς ποὺ θὰ ση­κώ­σουν τὸ φέ­ρε­τρο, πράγ­μα ποὺ μοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ νευ­ρι­κό­τη­τα. Κι ἂν γλι­στρή­σει ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο μου καὶ πέ­σει στὰ σκα­λιὰ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας κι ἀ­νοί­ξει καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν πε­τα­χτεῖ ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι μὲ τὸ κυ­ρι­α­κά­τι­κο φό­ρε­μά της, τὸ σῶ­μα της ἀ­κί­νη­το καὶ φου­σκω­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ ὑ­γρὰ τοῦ βαλ­σα­μω­τῆ, τὸ πρό­σω­πό της μιὰ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη μά­σκα θα­νά­του; Κι ἂν οἱ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νοι ἀρ­χί­σουν νὰ οὐρ­λιά­ζουν καὶ ἡ Νί­να, ἡ δι­σέγ­γο­νη τῆς κας Κα­τσου­λου­ριάν, ἀρ­χί­σει νὰ κλαί­ει κι ὁ νε­ό­τε­ρος ξά­δερ­φός της, ὁ με­θύ­στα­κας, ἀρ­χί­σει νὰ γε­λά­ει; Κι ἂν τὸ μό­νο ποὺ μοῦ μέ­νει εἶ­ναι νὰ τὸ βά­λω στὰ πό­δια, νὰ τὸ σκά­σω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ νὰ πά­ρω τὸ δρο­μά­κι πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α, κα­θὼς τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­να θὰ περ­νοῦν ἀ­πὸ πά­νω μου γιὰ νὰ προ­σγει­ω­θοῦν στὸ Λαγ­κουά­ρντια κι ὁ ἱ­δρώ­τας θὰ λε­κιά­ζει τὸ μαῦ­ρο κο­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου ἐ­νῶ ἡ κα Κου­τσου­λου­ριὰν θὰ συ­νε­χί­σει νὰ τοὺς ἀν­τι­κρί­ζει ὅ­λους μ’ ἕ­να ἀ­πα­θὲς χα­μό­γε­λο σὰν στο­μω­μέ­νο μα­χαί­ρι; Τό­τε τί, Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό, τό­τε τί; Θε­έ μου, για­τί νὰ πε­θά­νει; Ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν εἶ­χα ἀ­γα­πή­σει ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­γα­πᾶ ὁ Τζὸ τὴν Ἔ­μι­λυ. Για­τί ὅ­λοι γύ­ρω μου νὰ πε­θαί­νουν;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 3:30 μ.μ.

Πῶ πῶ, τί ζέ­στη ποὺ κά­νει σή­με­ρα, παι­διά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 4:23 μ.μ.

Δὲν μοῦ λέ­τε, ἔ­χε­τε ρεῦ­μα; Πῆ­γα κι ἔ­λεγ­ξα τὸν πί­να­κα ἀ­σφα­λεί­ας καὶ νο­μί­ζω ὅ­τι μοῦ κό­πη­κε τὸ ρεῦ­μα. Ἐ­σᾶς;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 6:45 μ.μ.

Φο­βε­ρὴ δι­α­κο­πὴ ρεύ­μα­τος, σω­στά; Ἄ­κου­σα ὅ­τι πιά­νει ὅ­λη τὴν πε­ρι­ο­χὴ μέ­χρι καὶ τὸ Κο­νέ­κτι­κατ. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­νέρ­γεια, ἔ­τσι ἄ­κου­σα. Τέ­λος πάν­των, πά­ω στὴν τα­ρά­τσα γιὰ ν’ ἀ­πο­λαύ­σω τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα καὶ ν’ ἀ­να­πνεύ­σω λί­γο δρο­σε­ρὸ ἀ­έ­ρα. Μὴ δι­στά­σε­τε νὰ μοῦ κά­νε­τε πα­ρέ­α.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 3:30 π.μ.

Ἐ­σεῖς ἤ­σα­σταν στὸ ἰ­σό­γει­ο πρὶν ἀ­πὸ λί­γο; Εἶ­χα πά­ει ν’ ἀ­γο­ρά­σω πά­γο καὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­φα στὸ κτί­ριο, τέ­λει­ω­σε ἡ μπα­τα­ρί­α στὸν φα­κό μου. Θὰ ἔ­παιρ­να ὅρ­κο ὅ­τι κά­ποι­οι βρί­σκον­ταν στὸ ἰ­σό­γει­ο ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα. Τὸ σκο­τά­δι ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­το. Ἀ­κού­γον­ταν ἀ­νά­σες στὴ γω­νί­α στὸ βά­θος, κά­τω ἀ­πὸ τὶς σκά­λες. Ἤ­σα­σταν ἐ­σεῖς; Φώ­να­ξα ἀλ­λὰ δὲν ἀ­πάν­τη­σε κα­νέ­νας. Τέ­λος πάν­των, ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ θέ­λω πο­λὺ νὰ σᾶς γνω­ρί­σω!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

23 Αὐ­γού­στου

Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Σᾶς δη­μι­ουρ­γοῦν πρό­βλη­μα τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα 4Α, 4Β ἢ 4Δ; Για­τί ἄ­κου­γα κά­τι πε­ρί­ερ­γους θο­ρύ­βους τε­λευ­ταί­α: σὰν με­ταλ­λι­κὰ ρομ­πὸτ νὰ ἔ­παι­ζαν πέ­ιν­τμπωλ. Ἐ­δῶ καὶ τρεῖς μέ­ρες δὲν ἔ­χω κλεί­σει μά­τι. Ἁ­πλῶς θέ­λω νὰ μά­θω ἂν εἶ­στε ἐν­τά­ξει ἢ σᾶς ἔ­χει δι­α­λύ­σει κι ἐ­σᾶς ὁ θό­ρυ­βος. Νὰ μά­θω ἂν εἶ­στε ἀ­κό­μα ἐ­δῶ ἢ χα­θή­κα­τε γιὰ πάν­τα. Εἶ­στε οἱ ἀ­γα­πη­μέ­νοι μου στὸν τέ­ταρ­το ὄ­ρο­φο, γι’ αὐ­τὸ πεῖ­τε μου ἂν χρει­ά­ζε­στε βο­ή­θεια. Θὰ σᾶς ὑ­πε­ρα­σπι­στῶ μέ­χρι θα­νά­του.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

3 Σε­πτεμ­βρί­ου

Παι­διά, ἐν­τά­ξει. Δὲν πά­ει ἄλ­λο. Νό­μι­ζα πὼς τὰ εἴ­χα­με βρεῖ με­τα­ξύ μας, ἀλ­λὰ τό­σος θό­ρυ­βος χθὲς βρά­δυ, αὐ­τὰ τὰ οὐρ­λια­χτὰ ζώ­ων, ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕΧΡΙ ΠΡΩΪΑΣ. Τό­ση ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιὰ τὸν ὕ­πνο τοῦ γεί­το­νά σας ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΑΝΕΧΤΩ. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἔ­χα­σα καὶ τὴ δου­λειά μου. Σᾶς ἀ­ρέ­σει τώ­ρα; Σᾶς ἀ­ρέ­σει ΓΑΜΩΤΟ; Ἔ­κα­να λά­θος γιὰ τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό. Δὲν εἴ­μα­στε πιὰ φί­λοι. Σᾶς μι­σῶ.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

11 Σε­πτεμ­βρί­ου

Πρὸς τι­μὴν τῶν πε­σόν­των νε­κρῶν μας ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ συγ­χω­ρή­σω τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό. Πα­ρα­κα­λῶ λά­βε­τέ το αὐ­τὸ ὑ­πό­ψη σας, για­τὶ ὁ Γκά­ρυ συγ­χω­ρεῖ μί­α μό­νο φο­ρά. Ἐλ­πί­ζω νὰ τὸ ἐ­κτι­μή­σε­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

Υ.Γ. Δὲν εἶ­χα δου­λειὰ γιὰ νὰ τὴν χά­σω. Ἁ­πλῶς ἤ­μουν θυ­μω­μέ­νος καὶ ἤ­θε­λα νὰ σᾶς στε­νο­χω­ρή­σω. Στε­νο­χω­ρη­θή­κα­τε;

***

23 Σε­πτεμ­βρί­ου

Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι γρά­ψα­τε τὴ συγ­χώ­ρε­σή μου στὰ πα­λιά σας τὰ πα­πού­τσια. Δὲν εἶ­στε ἐν­τά­ξει. Ξέ­ρε­τε τί ἄλ­λο δὲν εἶ­ναι ἐν­τά­ξει, ΟΙ ΠΥΤΖΑΜΕΣ ΣΑΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΗΛΙΘΙΑ ΣΧΕΔΙΑ ΜΕ ΠΟΔΗΛΑΤΑΚΙΑ. Ἐ­πί­σης, Ἔ­μι­λυ, στὸν ὕ­πνο σου κα­θὼς ἀ­να­πνέ­εις σχη­μα­τί­ζεις σα­λι­ό­φου­σκες. Ἔ, ναί λοι­πόν. Ἀ­πο­κτή­σα­τε ἕ­ναν ἐ­χθρὸ στὸ πρό­σω­πο τοῦ Γκά­ρυ καὶ θὰ τὸ με­τα­νι­ώ­σε­τε. Ὁ Γκά­ρυ ἔ­χει θυ­μώ­σει μὲ τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

30 Σε­πτεμ­βρί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Πρό­σε­ξα ὅ­τι χθὲς με­τα­κο­μί­σα­τε, ἀλ­λὰ εἶ­στε σί­γου­ροι ὅ­τι τὰ πή­ρα­τε ὅ­λα; Για­τὶ ἀ­κου­γό­ταν σὰν θό­ρυ­βος ἀ­πὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ πο­δο­σφαι­ρά­κι στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σας – μὲ κρά­τη­σε ξύ­πνιο ὅ­λη τὴ νύ­χτα. Στε­νο­χω­ρι­έ­μαι γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα με­τα­ξὺ μας ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ἔ­χει ἡ ζω­ή. Εἴ­χα­με ὅ­μως καὶ τὶς κα­λὲς στιγ­μές μας, σω­στά; Τέ­λος πάν­των, ἐ­γὼ κα­κί­ες δὲν κρα­τά­ω. Πε­ρά­στε ὅ­πο­τε θέ­λε­τε ἀ­πὸ δῶ γιὰ νὰ παί­ξου­με οὐῒ­στ στὴν τα­ρά­τσα μα­ζὶ μὲ τὴν κα Κα­τσου­λου­ριὰν ὅ­πως τὸν πα­λιὸ κα­λὸ και­ρό! Κα­λὴ τύ­χη!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

6 Ὀ­κτω­βρί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Γειά σας! Κα­λω­σο­ρί­σα­τε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Εἶ­μαι ὁ Γκά­ρυ ἀ­πὸ τὸ 3Γ.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα Fifty-Two Stories τοῦ Cal Morgan:

http://www.fiftytwostories.com/?p=1383#more-1383 Πα­ράλ­λη­λο κεί­με­νο: Γιῶρ­γος Πα­να­γιω­τί­δης: «Ση­μει­ώ­μα­τα στὸ Θα­νά­ση».

Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἐκ­δό­της ποὺ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη καὶ τὴν Κοι­λά­δα Χάν­τσον. Πε­ζὰ καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ The Missouri Review, Geist, Hobart Pulp, Rolling Stone, Literary Hub καὶ ἀλ­λοῦ. Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ γρά­φει ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ τσε­κου­ριοῦ, ἐν μέ­ρει με­λέ­τη τῶν συμ­βο­λι­σμῶν του κα­τὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πέ­κτα­ση πρὸς τὴ Δύ­ση, ἐν μέ­ρει δι­ε­ρώ­τη­ση τῶν σύγ­χρο­νων ἀ­πει­κο­νί­σε­ων τῆς ἀν­δρο­πρέ­πειας καὶ τῆς ζω­ῆς στὴν ἔ­ρη­μο. Ἔ­χει ἕ­ναν γιὸ καὶ εἶ­ναι δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ LitHub.com.

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα https://www.jonnydiamond.me/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον καὶ Γρα­φή.

[i] Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας στὴν ἀ­με­ρι­κά­νι­κη τη­λε­ο­πτι­κὴ σει­ρὰ «Murder, she wrote» (1986-1990). Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­α ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὰ μὲ τὴν ἐ­ξι­χνί­α­ση ἐγ­κλη­μά­των.