Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»]

[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#9]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου



ΤΟ 2014 ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸ 8ο Διε­θνές Συνέ­δριο Μικρο­μυ­θο­πλασίας στὸ Kentucky ἡ ἀν­θο­λο­γί­α Short, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ κα­θη­γη­τῆ στὸ Columbia Alan Zie­gler. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ κα­λύ­ψει πέν­τε αἰ­ῶ­νες τῆς (πο­λὺ) σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, μὲ κεί­με­να ἕ­ως 1.250 λέ­ξεις σὲ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρά, ἀ­πὸ 24 χῶ­ρες τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου. Στὴν ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται 193 κυ­ρί­ως ἀγ­γλό­φω­νοι λο­γο­τέ­χνες, ἕ­πον­ται οἱ γαλ­λό­φω­νοι καὶ ἀ­κο­λου­θοῦν λι­γό­τε­ροι ἱ­σπα­νό­φω­νοι, ἰ­τα­λό­φω­νοι καὶ ἄλ­λοι ποὺ τὴν καλ­λι­έρ­γη­σαν, συ­στη­μα­τι­κὰ ἢ πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, πα­λαι­ό­τε­ροι (π.χ. Bierce, Chopin, Woolf, Borges, Renard, Queneau, Beckett, Cortazar, Barthes, Calvino, O’Hara, Lispe­ctor) καὶ σύγ­χρο­νοι (π.χ. At­wood, Valen­zuela, Hempel, Keret, Bender, Eggers, Alomar). Μύ­θοι, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, πε­ζο­ποι­ή­μα­τα, ἀ­φο­ρι­σμοί, ἀ­νέκ­δο­τα, λί­στες, στο­χα­σμοί, ψευ­δο-δο­κί­μια, ψευ­δο-λε­ξι­κο-λήμ­μα­τα, ψευ­δο-ἀγ­γε­λί­ες καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα σύν­το­μα κεί­με­να ἀν­θο­λο­γοῦν­ται στὸν τό­μο.

       Εὑ­ρη­μα­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ Ziegler, ἀν­τὶ εἰ­σα­γω­γι­κοῦ ση­μει­ώ­μα­τος νὰ πα­ρου­σιά­σει μιὰ φαν­τα­στι­κὴ δη­μό­σια συ­νο­μι­λί­α τὴν ὁ­ποία συν­το­νί­ζει στὸ κα­τά­με­στο Thé­âtre de Splen­dide Hotel. Μὲ σει­ρὰ ἐμ­φά­νι­σης στὴ ζω­γρα­φι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν Manet σκη­νή, ἀλ­λὰ καὶ δι­ά­σπαρ­τους ἀ­νά­με­σα στοὺς θε­α­τές, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι ἐ­πί­τι­μα μέ­λη μιᾶς ἐ­πι­νο­η­μέ­νης δι­ε­θνοῦς Ἑ­ται­ρεί­ας Σύν­το­μης Πε­ζο­γρα­φί­ας, ὁ­μι­λη­τὲς εἶ­ναι οἱ Luis «Aloysius» Ber­trand, Poe, Bau­delaire, Mal­larmé, Rim­baud, Patti Smith, Paul Simon, Mon­taigne, Jean-Jacques Rous­seau, Breton, Juan Ramón Jimé­nez, Alten­berg, Kafka, Edson, Lydia Davis, Deb Olin Un­ferth, Paz, Gu­stave Kahn, Stuart Merril, Max Jacob καὶ Maxine Cher­noff. Στὸ κλεί­σι­μο αὐ­τῆς τῆς συ­ναρ­πα­στι­κῆς βρα­διᾶς ὁ Ziegler τοὺς εὐ­χα­ρι­στεῖ ὅ­λους καὶ τοὺς εὔ­χε­ται νὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν ἀ­σφα­λεῖς στοὺς τό­πους τους καὶ κυ­ρί­ως στὶς χρο­νι­κὲς πε­ρι­ό­δους στὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­ζη­σαν καὶ με­γα­λούρ­γη­σαν.

       Πα­ρό­λα αὐ­τά, τό­σο στὴν ἀν­θο­λο­γί­α, ὅ­σο καὶ σὲ αὐ­τὸ τὸ φαν­τα­στι­κὸ συμ­πό­σιο εἶ­ναι αἰ­σθη­τὴ ἡ ἀ­που­σί­α κά­ποι­ων κύ­ρι­ων ἐκ­προ­σώ­πων τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως οἱ Chekhov, Torri, Kawa­bata, Heming­way, Aub, Brau­tigan, Carver, Jaeg­gy, Oxtoa, κ.λπ.

       Ὡς ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὸ δεῖγ­μα ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση στὴν ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ «Συμ­πλή­ρω­σις Φορ­τη­γοῦ Ἀ­τμό­πλοι­ου» τοῦ Ἀν­δρέ­α Ἐμ­πει­ρί­κου ἀ­πὸ τὴν Ὑ­ψι­κά­μι­νο, τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ ἑ­ξήν­τα-τρι­ῶν πε­ζό­μορ­φων ποι­η­μά­των (Ἐκ­δό­σεις Κα­στα­λί­α, Ἀ­θή­να, 1935), ὅ­που πε­ρι­έ­χε­ται καὶ τὸ «Τρι­αν­τά­φυλ­λα στὸ πα­ρά­θυ­ρο», στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Ἐμ­πει­ρί­κος γρά­φει: «[…] Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη. Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ ἀ­τε­λεύ­τη­τη μά­ζα μας. Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ λυ­σι­τε­λὴς πα­ρα­δο­χὴ τῆς ζω­ῆς μας καὶ τῆς κά­θε μας εὐ­χῆς ἐν παν­τὶ τό­πῳ εἰς πᾶ­σαν στιγ­μὴν εἰς κά­θε ἔν­θερ­μον ἀ­να­μό­χλευ­σιν τῶν ὑ­παρ­χόν­των. Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι τὸ σε­ση­μα­σμέ­νον δέ­ρας τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς μας».


Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ 1960 Οἰκογενειακοί δεσμοί (Ἀν­τί­πο­δες, 2019) τῆς Βρα­ζι­λιά­νας Clarice Lispector, ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ziegler. Ἡ ἐμ­βρι­θής, ἀ­φαι­ρε­τι­κὴ μα­τιά της, ἡ ἐκ­φρα­στι­κὴ ἁ­πλό­τη­τα καὶ ἡ φαν­τα­σί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὸ ὕ­φος της. Στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς μὲ τί­τλο Ἡ μι­κρό­τε­ρη γυ­ναί­κα στὸν κό­σμο ὁ Γάλ­λος ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴς Marcel Pretre ἀ­να­κα­λύ­πτει στὰ βά­θη τῆς Ἀ­φρι­κῆς μί­α φυ­λὴ Πυγ­μαί­ων. Πλη­ρο­φο­ρεῖ­ται, ὅ­μως, ὅ­τι βα­θύ­τε­ρα στὴ ζούγ­κλα ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα πιὸ μι­κρό­σω­μα πλά­σμα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐν­το­πί­ζει στὸ ἀ­να­το­λι­κὸ Κον­γκὸ καὶ σπεύ­δει νὰ τὰ με­λε­τή­σει μὲ ἀ­δη­φά­γο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἀ­νά­με­σά τους ὑ­πάρ­χει μί­α ἔγ­κυ­ος νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ ζεῖ στὴν κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς δέν­τρου μα­ζὶ μὲ τὸν σύν­τρο­φό της, τὴν ὁ­ποί­α ὁ ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴς ἀ­πο­κα­λεῖ Μι­κρὸ Λου­λού­δι, κι ἔκ­πλη­κτος δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­το­μὴ τῆς ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς ἀ­γά­πης, τῆς κα­τά­φα­σης ἑ­αυ­τοῦ καὶ τῆς χα­ρᾶς τῆς ζω­ῆς. Ἡ γλωσ­σι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τους εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­δύ­να­τη, ὅ­μως τὸ μυ­στή­ριο, πη­γαῖ­ο καὶ ζε­στὸ γέ­λιο της, δι­ορ­θώ­νει ὄ­χι μό­νο αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὴ δυσ­λει­τουρ­γί­α, ἀλ­λά, μὲ μπερ­ξο­νι­κοὺς ὅ­ρους[1], ἀν­τι­στρέ­φει τὸ δί­πο­λο τοῦ πο­λι­τι­σμέ­νου-ἀ­πο­λί­τι­στου καὶ δι­α­σφα­λί­ζει τὴν ἁρ­μο­νι­κὴ συμ­βί­ω­ση, συμ­πά­θεια καὶ συ­νεν­νό­η­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἄ­γνω­στα καὶ ἀ­νό­μοι­α πλά­σμα­τα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους ποὺ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους[2].

       Στὸ με­τα­ξύ, ἡ φω­το­γρα­φί­α της γί­νε­ται πρω­το­σέ­λι­δο σὲ κυ­ρι­α­κά­τι­κες ἐ­φη­με­ρί­δες. Οἱ ἀν­τι­δρά­σεις ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ θέ­α­ση αὐ­τῆς τῆς μαυ­ρι­δε­ρῆς —σὰν πί­θη­κος— καὶ μι­κρο­σκο­πι­κῆς ἐγ­κυ­μο­νού­σας, εἶ­ναι ποι­κί­λες κι ἐ­γεί­ρουν δι­α­χρο­νι­κὰ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὰ καὶ φι­λο­σο­φι­κὰ ζη­τή­μα­τα γιὰ τὴ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἡ Lispector ἐ­πι­νο­εῖ καὶ με­τα­φέ­ρει μὲ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ εὐ­στο­χί­α. Ἄλ­λοι θαυ­μά­ζουν, χλευά­ζουν, ἀ­πε­χθά­νον­ται ἢ λυ­ποῦν­ται τὴ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα, ἄλ­λοι ταυ­τί­ζον­ται μα­ζί της. Μιὰ γυ­ναί­κα θυ­μᾶ­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει γιὰ κά­ποι­α κο­ρί­τσια ποὺ με­γά­λω­ναν σὲ ἕ­να ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο χω­ρὶς παι­χνί­δια καὶ κοῦ­κλες καὶ ὅ­ταν πέ­θα­νε ἕ­να κο­ρι­τσά­κι ἀ­πέ­κρυ­ψαν τὸ γε­γο­νὸς ἀ­πὸ τὶς ὑ­πεύ­θυ­νες του ἱ­δρύ­μα­τος καὶ νε­κρὸ τὸ ἐ­πλε­ναν, τὸ τά­ϊ­ζαν καὶ τὸ τι­μω­ροῦ­σαν γιὰ νὰ τὸ πα­ρη­γο­ρή­σουν με­τὰ φι­λών­τας το στορ­γι­κά.

       Ἡ Lispector ἐγ­κι­βω­τί­ζον­τας δι­ά­φο­ρες ἱ­στο­ρί­ες στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά της φω­τί­ζει καὶ τὴν πα­θο­λο­γι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς ἀ­γά­πης. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, το­νί­ζει καὶ τὴ γο­η­τεί­α ποὺ μᾶς ἀ­σκεῖ τὸ μικρό, τὸ ὁποῖο εἶναι ὡραῖο, σύμ­φω­να καὶ μὲ τὴ θε­ω­ρί­α τοῦ Claude Levi-Strauss γιὰ τὸ modèle rèduit.

       «Τὰ παι­διὰ δι­α­θέ­τουν τὴ φαν­τα­σί­α τους. Εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρα», ἀ­να­φέ­ρει ἡ Lispector στὴ μοναδικὴ τηλεοπτικὴ συνέντευξή της τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1977, ἐν­νιὰ μῆ­νες πρὶν ἀ­πο­βι­ώ­σει. «Στὰ δεκα­τρία μου δι­ά­βα­σα τὸν Λύ­κο τῆς στέπ­πας τοῦ Hesse. Ἦ­ταν σόκ. Τό­τε ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ δὲν θὰ εἶ­χε τέ­λος. Τὴν ἔ­σκι­σα καὶ τὴν πέ­τα­ξα τε­λι­κά – με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια», λέ­ει σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο, ἐ­νῶ δύ­ο φο­ρὲς το­νί­ζει: «Γρά­φω ἁ­πλά, ξέ­ρε­τε. Δὲν ἐ­πεν­δύ­ω ὅ,τι γρά­φω.» Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου «Ποι­ός θε­ω­ρεῖ­τε ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ρό­λος τοῦ Βρα­ζι­λιά­νου συγ­γρα­φέ­α σή­με­ρα;» ἀ­παν­τά­ει: «Νὰ μιλάει ὅσο λιγότερο γίνεται». Ἐ­νῶ σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὅ­που ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος θί­γει τὸ θέ­μα τῆς ἑρ­μη­τι­κό­τη­τας ποὺ ἔ­χουν κά­ποι­α κεί­με­νά της ἀ­πο­δέ­χε­ται τὴν κρι­τι­κὴ αὐ­τή, λέ­γον­τας ὅ­τι ἡ ἴ­δια τὰ κα­τα­λα­βαί­νει, ὅ­πως καὶ με­ρι­κοὶ ἀ­να­γνῶ­στες της ποὺ ἔ­μα­θαν νὰ τὴν κα­τα­νο­οῦν μὲ τὸν και­ρὸ καὶ αὐ­τὸ τῆς εἶ­ναι ἀρ­κε­τό. Πα­ρό­λα αὐ­τά, πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ μό­νο δι­ή­γη­μά της ποὺ πα­ρα­μέ­νει μυ­στή­ριο ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τὴν ἴ­δια[3] εἶ­ναι τὸ «O ovo e a galinha» («Τὸ αὐ­γὸ καὶ ἡ κό­τα» – «The egg and the chicken»). Πράγ­μα­τι, σὲ αὐ­τὸ ἀν­τα­να­κλᾶ­ται ἡ ἄ­πο­ψή της ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α δὲν ἀλλάζει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­τι ἡ ζω­ὴ προ­η­γεῖ­ται καὶ ὅ­τι ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη ση­μαί­νει ἀ­νι­δι­ο­τέ­λεια. Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου, «Πο­λε­μᾶ­τε μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Clarice Lispector;» ἀ­παν­τά­ει: «Ὄ­χι. Ἀ­φή­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι.»


«Λοι­πόν, αὐ­τὸς ποὺ γύ­ρευ­α εἶ­μαι» εἶ­ναι ὁ πέμ­πτος ἀ­πὸ τοὺς δέ­κα συ­νο­λι­κὰ στί­χους τοῦ ποι­ή­μα­τος «Λα­κω­νι­κόν» του Ὀ­δυσ­σέ­α Ἐ­λύ­τη ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Ἕ­ξι καὶ μί­α τύ­ψεις γιὰ τὸν οὐ­ρα­νό ποὺ πρω­το­εκ­δό­θη­κε τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ μὲ τοὺς Οἰ­κο­γε­νεια­κοὺς δε­σμούς τῆς Lispector. Σὲ αὐ­τὸν τὸν στί­χο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Μ. Ζ. Κο­πι­δά­κη[4], ἐν­το­πί­ζε­ται τὸ πυ­κνὸ πλέγ­μα δι­ά­φο­ρων φι­λο­σο­φι­κῶν κα­τα­βο­λῶν ἀ­πὸ τὸν Ἠ­ρά­κλει­το, τὸν Πίν­δα­ρο, τὸν Καρ­τέ­σιο καὶ τὴ φι­λο­σο­φί­α τοῦ ὑ­παρ­ξι­σμοῦ.


Ὁ Σύ­ριος ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος Osama Alomar, Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ὑ­πή­κο­ος πλέ­ον, ὅ­ταν τὸ 2008 με­τα­νά­στευ­σε στὶς Η.Π.Α. βι­ο­πο­ρι­ζό­ταν ὡς ὁ­δη­γὸς τα­ξὶ στὸ Σι­κά­γο. Τὸ 2010 δη­μο­σι­εύ­θη­καν ἑ­πτὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες του στὸ ἴ­διο τεῦ­χος μὲ τὴν Lydia Davis στὸ Noon, τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τῆς Diane Williams. Τὸ 2014 συμ­πε­ρι­λή­φθη­κε στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ziegler, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔχει ἐ­πι­ση­μά­νει τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τά του. Τὸ 2017 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ The teeth of the comb & other stories (Τὰ δόν­τια τῆς χτέ­νας καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες). Σὲ μιὰ συ­νέν­τευ­ξή του ἀ­φη­γεῖ­ται τὰ χρό­νια της ἐ­κρί­ζω­σής του ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα τοῦ πρὶν ξε­σπά­σει ὁ πό­λε­μος καὶ τὴν πε­ρι­πέ­τειά του νὰ ξα­να­βρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ νὰ ἐν­σω­μα­τω­θεῖ στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ κουλ­τού­ρα. Σχε­τι­κὰ μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (al-qisa al-qasira jiddanal-uqsusa al-qasira στὰ ἀ­ρα­βι­κὰ) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι τὸν ἐκ­φρά­ζει ἐ­πει­δὴ εὐ­νο­εῖ καὶ τὸ στο­χα­σμό. Στὴ συ­νέν­τευ­ξη δι­α­βά­ζει μί­α ἀ­πὸ τὶς γνω­στό­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες του, «The stake» («Τὸ πα­λού­κι»): ἕ­νας σπου­δαῖ­ος συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξα­ναγ­κά­ζε­ται νὰ κα­θί­σει ἐ­πά­νω στὴν ἴ­δια τοῦ τὴν πέ­να μέ­χρι τὸ αἷ­μα του νὰ γί­νει μπλέ, ὡς ποι­νὴ γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κή του ὀ­ξυ­δέρ­κεια καὶ τὴν ἀν­τί­δρα­σή του στὴν κα­θε­στω­τι­κὴ λο­γο­κρι­σί­α. Ἔ­τσι με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ἐ­κλε­κτοὺς δι­α­νο­ού­με­νους τῆς χώ­ρας του καὶ βά­ζει μυα­λὸ διὰ παν­τός.

       Ἴ­σως ὑ­πόρ­ρη­τα αὐ­τὴ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Alomar νὰ συν­δι­α­λέ­γε­ται μὲ τὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «Ba­rnes» τοῦ Βο­λι­βια­νοῦ Ed­mu­ndo Paz Sol­dán, στὴν ὁ­ποί­α ἕ­νας ἄν­τρας κα­τα­δι­κά­ζε­ται σὲ θά­να­το γιὰ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ προ­έ­δρου τῆς χώ­ρας του κι ἑ­κα­τον­τά­δων στρα­τι­ω­τῶν καὶ λό­γῳ του ὅ­τι εἰ­σπράτ­τει ἀ­να­γνώ­ρι­ση καὶ ἀ­πο­κτᾶ νό­η­μα ἡ ὕ­παρ­ξή του δη­λώ­νει ἔ­νο­χος γιὰ ὅ­λα τα φρι­χτὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ τοῦ κα­τα­λο­γί­ζουν, ἐ­νῶ εἶ­ναι ἀ­θῶ­ος, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἄποψη τοῦ T.S. Eliot ὅ­τι σκο­πὸς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι νὰ με­τα­τρέ­ψει τὸ αἷ­μα σὲ με­λά­νι.


«Τὸ ὀ­ξεί­διο τοῦ σι­δή­ρου προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ τὶς κόκ­κι­νες φλέ­βες ἑ­νὸς πε­τρώ­μα­τος στὸν γκρε­μὸ γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να κλει­στὸ φα­ράγ­γι τῆς ἐ­ρή­μου.» Ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «For Those of You Who Don’t Un­derstand, That’s What You Call Real Love» στὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῶν John Brantin­gham καὶ Grant Hier ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα μὲ τί­τλο Cali­fornia Conti­nuum (Pelekinesis, 2019). Τὸ τοῦ­βλο ποὺ εἶ­χε κα­τα­σκευα­στεῖ ἀ­πὸ τo συγ­κε­κρι­μέ­νο πέ­τρω­μα ἔ­σπα­σε στὸ κε­φά­λι τοῦ ἥ­ρω­α, Denny Reginald, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν ταρα­χῶν τοῦ 1992 στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες μὲ τοὺς 63 νε­κροὺς καὶ τοὺς χι­λιά­δες τραυ­μα­τί­ες καὶ συλ­λη­φθέν­τες. Οἱ κα­τα­σταλ­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν, ἡ δι­ά­σω­ση τοῦ Denny, ὁ ἐγ­κλει­σμός του στὸ ἀ­να­μορ­φω­τή­ριο καὶ ἡ ἀ­θώ­ω­σή του στὴ δί­κη ἐ­ξι­στο­ροῦν­ται μὲ ρε­α­λι­σμὸ καὶ οἰ­κο­νο­μί­α λό­γου. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται μὲ τὴν αἰ­σι­ό­δο­ξη μα­τιὰ τοῦ ἥ­ρω­α ἀ­πέ­ναν­τι σὲ αὐ­τὴ τὴν πα­ρά­νοι­α: πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν πολ­λῶν με­ταγ­γί­σε­ών του γιὰ νὰ σω­θεῖ ἡ ζω­ή του κα­νέ­νας δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α στὸ χρῶ­μα τοῦ αἵ­μα­τος, «ἀλ­λὰ ἦ­ταν πι­θα­νὸν κόκ­κι­νο», ἴ­διο γιὰ ὅ­λους.

       Ἡ συλ­λο­γὴ ἀ­παρ­τί­ζε­ται ἀ­πὸ 70 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, μὲ θέ­μα τὴ με­τα­νά­στευ­ση, τὸ ρα­τσι­σμό, τὸν πό­λε­μο καὶ τὶς κλο­νι­σμέ­νες δι­α­πο­λι­τι­σμι­κὲς σχέ­σεις στὸ δι­α­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να, κα­θὼς τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα τῶν δύ­ο συγ­γρα­φέ­ων στό­χευ­ε ἐ­ξαρ­χῆς νὰ κα­λύ­ψει 13.000 χρό­νια συν­δέ­σε­ων καὶ με­τα­το­πί­σε­ων στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς Κα­λι­φόρ­νιας.


 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Σύμ­φω­να μὲ τὴν Vio­le­ta Ro­jo, κα­θη­γή­τρια στὸ Uni­versi­dad Si­mon Bo­li­var (Κα­ρά­κας, Βε­νε­ζου­έ­λα), με­τὰ ἀ­πὸ 30 ἔ­τη ἐν­δε­λε­χοῦς ἔ­ρευ­νας τῆς (ἱ­σπα­νό­φω­νης) μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὸ νε­ο­φα­νὲς τοῦ εἴ­δους ἔγ­κει­ται στὴ συντομία. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ ἐκ­κι­νοῦν οἱ θε­ω­ρη­τι­κὲς ἀ­πό­πει­ρες τα­ξι­νό­μη­σης καὶ οἱ ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις καὶ σὲ αὐ­τὴ ὀ­φεί­λον­ται ἡ συγ­γρα­φι­κὴ δυ­σκο­λί­α καὶ τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα. Στὴ συν­το­μί­α κυ­ρί­ως ἀ­πο­δί­δε­ται ὁ ἀ­να­νε­ω­τι­κὸς ρό­λος καὶ ἡ πα­ρα­δο­ξό­τη­τα τοῦ εἴ­δους, νὰ πε­τυ­χαί­νει ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα κι αἰ­σθη­τι­κὴ τέρ­ψη σὲ (πο­λὺ) μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο.

       Ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι τὸ βα­σι­κὸ κρι­τή­ριο σύμ­φω­να μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο το­πο­θε­τεῖ­ται πλη­σι­έ­στε­ρα εἴ­τε στὴν πρω­τε­ϊ­κὴ φύ­ση τοῦ μύ­θου (L. Rour­ke, C. John­son, S. Dy­beck), ἢ στὴν ποί­η­ση (M. Go­mes, G. Sam­pe­rio, F. No­gu­e­rol, J. C. Oa­tes) ἢ στὸ δι­ή­γη­μα (D. Ro­as, J. Gui­ma­ra­es), ἢ στὴν ὑ­βρι­δι­κὴ[5] μορ­φὴ (Brix­vold καὶ Jor­gen­sen, L. Za­va­la, R. Bra­sca, I. Ta­ha, G. Si­les) ἢ σὲ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος (D. Koch, W. Nel­les, B. M. Blan­co, G. Ami­hud[6]).

       Χά­ρη στὴ συν­το­μί­α της ρέ­ει σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ μορ­φὴ καὶ συ­σπει­ρώ­νει τὰ δύ­ο μέ­σα. Οἱ ἐ­ρευ­νή­τρι­ες Gra­cie­la To­mas­sini καὶ Stel­la Maris Colo­mbo[7] τὴν ἔ­χουν χα­ρα­κτη­ρί­σει εὔ­στο­χα ὄ­χι ὡς τὴ δυ­τι­κό­τρο­πη, ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κὴ «τρο­φὴ γιὰ σκέ­ψη» («food for thought»), ποὺ ἔ­χει συ­χνὰ ἀ­το­μι­κι­στι­κὸ κι ἐ­λι­τι­στι­κὸ πρό­ση­μο, ἀλ­λὰ «μη­χα­νὴ τοῦ σκέ­πτε­σθαι[8]» («ma­qui­na de pen­sar»). Ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι φέρ­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α στὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα κα­θὼς δι­α­πνέ­ε­ται ἀ­πὸ συλ­λο­γι­κὸ πνεῦ­μα, δι­α­θέ­τει πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­ση καὶ σύγ­χρο­νη, πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ μορ­φή, ποὺ ται­ριά­ζει στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας πα­ρα­μέ­νον­τας, πα­ράλ­λη­λα, δι­α­κρι­τὴ ἀ­πὸ τὴν ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (e-literature).

       Ἔ­τσι, συ­νο­ψί­ζουν τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο μὲ τὰ πολ­λὰ ὀ­νό­μα­τα, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ ὅ­τι συν­δέ­ει σὰν ἁ­λυ­σί­δα δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς πο­λι­τι­σμοὺς με­τα­ξύ τους, ἀλ­λὰ καὶ σὰν ἀ­δι­ά­σπα­στος κρί­κος τὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση μὲ τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Αὐ­τὸς ὁ κρί­κος πε­ρι­κλεί­ει ἕ­να πε­δίο ὤ­σμω­σης εἰ­δῶν καὶ ἰ­δε­ῶν καὶ συμ­βί­ω­σης δι­α­φο­ρε­τι­κῶν (πο­λι­τι­σμι­κῶν συγ)κει­μέ­νων κι ἐν­δεί­κνυ­ται γιὰ στά­ση[9]: ἐμ­πέ­δω­ση τῆς συσ­σω­ρευ­μέ­νης γνώ­σης καὶ τῆς πρα­κτι­κῆς αἰ­ώ­νων στὴ συν­το­μί­α καὶ ἀλ­λα­γὴ σκέ­ψης καὶ λό­γου.


Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας Da­vid Dru­ry πα­ρο­μοιά­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία μὲ ἀ­πύθ­με­νη λι­μνού­λα, ἡ κα­τα­βύ­θι­ση στὴν ὁ­ποί­α δη­μι­ουρ­γεῖ τὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ αἴ­σθη­ση ποὺ βι­ώ­νει κα­νεὶς σὲ μιὰ αἰ­ω­ρού­με­νη ἀ­νε­μό­σκα­λα, ὅ­ταν γλι­στρά­ει μέ­σα σὲ ἕ­να πη­γά­δι ἢ σὲ μιὰ ἀ­πό­το­μη νε­ρο­τσου­λή­θρα. Στὴν προ­σπά­θειά του νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει τὸ φαι­νό­με­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­φω­νεῖ ὅ­τι συν­δέει τὴ λογο­τε­χνία μὲ τὴν ἐπι­στη­μο­νικὴ καὶ τε­χνο­λο­γικὴ ἐξέ­λι­ξη καὶ ἴ­σως χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν 21ο αἰ. (ὅ­πως δι­α­τεί­νε­ται καὶ ὁ Με­ξι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς Lau­ro Zava­la), προ­σο­μοιά­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἕ­να ὑ­περ­σύγ­χρο­νο, μι­κρο­σκο­πι­κὸ δεν­τρό­σπι­το μὲ πε­ρι­φε­ρεια­κὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ φεγ­γί­τη, ἀπ’ ὅ­που μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει κα­νεὶς τὴν πα­νο­ρα­μι­κὴ θέ­α καὶ νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σει τὸ σύμ­παν.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

 

Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Ἱστο­ρίες τοῦ Βαρ­­θο­λο­­μαί­ου Ὀλί­βιε τοῦ Δημή­τρη Κα­ρα­κίτσου.


Ἡ συλ­λο­γὴ If I don’t ma­ke it, I lo­ve you 84 σύν­το­μων μαρ­τυ­ρι­ῶν μα­θη­τρι­ῶν καὶ μα­θη­τῶν, ἐ­πι­ζών­των ἀ­πὸ μα­ζι­κὲς δο­λο­φο­νι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις σὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ ἱ­δρύ­μα­τα ἀ­πὸ τὸ 1966 ἕ­ως τὸ 2018. Ἐ­πι­μέ­λεια: Amye Ar­cher καὶ Loren Klein­man.


Τὸ βι­βλί­ο Micro­style, The Art of Wri­ting Lit­tle τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ γλωσ­σο­λό­γου Chri­sto­pher John­son.



Ἡ ἰ­στο­σε­λί­δα τοῦ Sto­ryCorps τοῦ Da­ve I­say, ὁ ὁ­ποῖ­ος ξε­κί­νη­σε τὸ 2003 στὴ Ν. Ὑ­όρ­κη ἕ­να ἀρ­χεῖ­ο ἠ­χο­γρα­φή­σε­ων μὲ θέ­μα τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου καὶ συ­νε­χί­ζει ἕ­ως σή­με­ρα νὰ κα­τα­γρά­φει προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ δι­ά­φο­ρες πο­λι­τεῖ­ες των Η.Π.Α.


Τὸ ἄρ­θρο τῆς Micah Perks «7 Dark Sto­ries About Mi­nia­ture Peo­ple» στὸ ὁ­ποῖ­ο προ­τεί­νει ἑ­πτὰ ἱ­στο­ρί­ες μὲ ἥ­ρω­ες μι­κρο­σκο­πι­κὰ πλά­σμα­τα, ποὺ φω­τί­ζουν σκο­τει­νὲς πτυ­χὲς τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης. Ἀ­νά­με­σά τους δι­η­γή­μα­τα τῶν Aimee Ben­der, Ma­nuel Gonza­les καὶ Cla­rice Lispe­ctor.


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν ἀ­γά­πη τοῦ δι­α­δι­κτυα­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Ν. Ζη­λαν­δί­ας Flash Frontier τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2019 μὲ 57 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ δι­α­κρί­θη­καν δι­ε­θνῶς καὶ ἀ­νά­με­σά τους καὶ αὐτή τῆς Ἑλ­λη­νί­δας Κωνσταντίνας Σώζου–Κύρκου.


Σεπτέμβριος 2019

[1]. Γιὰ τὸν Henri Bergson, στὸ δο­κί­μιό του γιὰ τὴ ση­μα­σί­α τοῦ κω­μι­κοῦ, Tο γέλιο, «εἶ­ναι μιὰ κοι­νω­νι­κὴ χει­ρο­νο­μί­α ποὺ ὑ­πο­γραμ­μί­ζει καὶ κα­τα­στέλ­λει μιὰ εἰ­δι­κὴ ἀ­φη­ρη­μά­δα τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τῶν συμ­βάν­των κι ἐκ­φρά­ζει μιὰ ἀ­το­μι­κὴ ἢ συλ­λο­γι­κὴ ἀ­τέ­λεια ἡ ὁ­ποί­α ἀ­ξι­ώ­νει δι­όρ­θω­ση. Τὸ γέ­λιο εἶ­ναι αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ δι­όρ­θω­ση».
[2]. Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ πα­ρά­ξε­νου, πε­ρι­θω­ρια­κοῦ στοι­χεί­ου ὡς φλέ­βα ζω­ῆς δι­α­τέ­μνει καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Agua Viva (Ζων­τα­νὸ νε­ρὸ) στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φει: «Καὶ ὅ­ταν πι­στεύ­ω ὅ­τι μί­α λέ­ξη εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νη τό­τε εἶ­ναι ποὺ πε­τυ­χαί­νει τὸ νό­η­μά της. Καὶ ὅ­ταν πι­στεύ­ω ὅ­τι ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νη τό­τε εἶ­ναι ποὺ ἀρ­χί­ζει ἡ ζω­ή.»
[3]. Σὲ αὐ­τὸ κο­ρυ­φώ­νε­ται ἡ ἐσω­τε­ρικὴ σχέ­ση ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξε τὸ σύ­νο­λο τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου της μὲ τὴ φι­λο­σο­φί­α, ἐ­φό­σον ἐμ­πλού­τι­σε τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κή, ὅ­πως ὁ Kafka μὲ τὴ Με­τα­μόρ­φω­ση. Ὁ Δα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης καὶ στο­χα­στῆς Asger Jorn, μέν­το­ρας τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε ὁ Ga­ston Bache­lard, στὸ κεί­με­νό του «τί ἐστὶ ἀνθρώ­πι­νο ζῶο», ἀ­φοῦ με­λέ­τη­σε τὸ ἔρ­γο τοῦ Kafka καὶ δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι τὸ κλει­δί στὸ ἔργο του εἶναι ἡ ἀγά­πη, στὴ συ­νέ­χεια ἐν­τρύ­φη­σε στὸ ἔρ­γο τοῦ Lautré­a­mont, τὸν ὁ­ποῖ­ο πρῶ­τος με­τέ­φρα­σε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὁ Ὄδ. Ἐ­λύ­της.
[4]. Κο­πι­δά­κης Μ. Ζ., «Λοι­πὸν αὐ­τὸς ποὺ γύ­ρευ­α, εἶ­μαι». Οἱ φι­λο­σο­φι­κὲς κα­τα­βο­λὲς τοῦ ἐ­λυ­τι­κοῦ στί­χου, Co­gito 3, 2005, σ.σ. 22-25.
[5]. Ἂν καὶ ὁ Ἀρ­γεν­τι­νὸς Da­vid Lagma­novich (1927-2010), ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­με­λι­ω­τὲς τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δὲν ἀ­πέ­δι­δε τὸ νε­ο­φα­νὲς τοῦ εἴ­δους στὴν ὑ­βρι­δι­κό­τη­τά του, κα­θὼς πί­στευ­ε ὅ­τι ὅ­λα τα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη εἶ­ναι ὑ­βρι­δι­κὰ (Lagma­novich, Da­vid, El micror­relato hispa­noa­meri­cano, Bo­gota: Uni­ver­sidad Peda­go­gica Na­cio­nal, 2007).
[6]. Amihud Gilead, «How few words can the shor­test story have», στὸ Philo­sophy and Li­tera­ture, Vol. 32, No 1, 2008.
[7]. Colom­bo Stel­la Maris καὶ Tomas­sini Gra­ciela, «La micro­ficcion como maqui­na de pen­sar», στὸ El cue­nto en red 28, 2013, σ.σ. 30-42.
[8]. Χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς ποὺ ἴ­σως πα­ρα­πέμ­πει στὴν ἄ­πο­ψη τοῦ U. Eco ὅ­τι ἕ­να κεί­με­νο εἶ­ναι «μιὰ μη­χα­νὴ ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­νο­η­θεῖ μὲ στό­χο νὰ ἐκ­μαι­εύ­ει ἑρ­μη­νεῖ­ες» καὶ ἀρ­χι­κὰ φαί­νε­ται νὰ συ­σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ καρ­τε­σια­νὸ «σκέ­φτο­μαι, ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω». Ὅ­μως, βά­σει τῆς ἀ­νά­λυ­σης καὶ τεκ­μη­ρί­ω­σής του ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐ­ρευ­νή­τρι­ες, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς αὐ­τὸς ὑ­πορ­ρη­τα δι­α­σταυ­ρώ­νε­ται καὶ μὲ τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ «σκέ­ψαι» ποὺ κι­νη­το­ποι­εῖ τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τοῦ προ­σθέ­τει τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ δρῶν­τος ὑ­πο­κει­μέ­νου, τοῦ πο­λι­τι­κοῦ ὄν­τος. Τὸν προ­τρέ­πει νὰ βρί­σκε­ται μέ­σα στὴ ζω­ή, νὰ συμ­με­τέ­χει στὰ κοι­νά, νὰ ἔ­χει δι­α­νο­η­τι­κὴ ἐ­γρή­γορ­ση, νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ, νὰ κα­τα­γρά­φει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση καὶ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, νὰ ἐκ­φέ­ρει λό­γο καὶ νὰ (ἀ­νὰ)στο­χά­ζε­ται.
[9]. Botha Marc, «Micro­fiction», στὸ (ἐπ.) Ein­haus Ann-Marie, The Cam­bridge Com­pa­nion to the English Short Story. Cam­bridge: Cam­bri­dge Uni­ver­sity Press (Cambri­dge Compa­nions to Li­te­ra­tu­re), 2016, σ.σ. 201–220.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).

Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ) (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Φω­το­γρα­φί­α: ἐ­πε­ξερ­γα­σμέ­νη κὰρτ-πο­στὰλ τοῦ ΕΚΕΒΙ, γιὰ τὴν Παγ­κό­σμια Ἡ­μέ­ρα Ποί­η­σης, 21 Μαρ­τί­ου 2003.


Διαφημίσεις

περιοδικὸ Πλα­νό­διον & ἱστοσελίδα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι: Ἕ­να τρα­πέ­ζι ποὺ μᾶς ἀ­φο­ρᾶ!



περιοδικὸ Πλα­νό­διον

& ἱστοσελίδα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι

Ἕ­να τρα­πέ­ζι ποὺ μᾶς ἀ­φο­ρᾶ!


στὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο

τῆς European Society for Periodical Research (ESPRit)

μὲ θέ­μα «Πε­ρι­ο­δι­κὸς Τύ­πος καὶ Ὀ­πτι­κὸς Πο­λι­τι­σμός»

στὴν Ἐ­θνι­κή Βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Ἑλ­λά­δος

στὸ Κέν­τρο Πο­λι­τι­σμοῦ Ἵ­δρυ­μα Σταῦ­ρος Νιά­ρχος

τὴν Πέμ­πτη, 12 Σε­πτεμ­βρί­ου 2019

ὥ­ρα 17:00 – 18:30, αἴ­θου­σα 113


Πα­ρου­σιά­ζουν:

Κα­τε­ρί­να Κω­στί­ου (κα­θη­γή­τρια Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας):

περιοδικὸ Πλα­νό­διον

Ἄν­να Κα­τσι­γιά­ννη (ἐπίκουρη κα­θη­γή­τρια Συγ­κρι­τι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας):

ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι

Ἄν­να-Μα­ρί­α Σι­χά­νη (Ψη­φια­κὲς Ἀν­θρω­πι­στι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες):

Ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά


* * *


Θέ­μα καὶ πε­ρι­λή­ψεις:

Ἑλ­λη­νι­κὰ Λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ

καὶ ὀ­πτι­κὸς πο­λι­τι­σμὸς : πα­ρὸν καὶ μέλ­λον


ΤΟ ΠΑΝΕΛ συν­δέ­ε­ται ἄ­με­σα μὲ τὶς ἐ­ρευ­νη­τι­κὲς δρά­σεις καὶ τὸν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ στό­χο τοῦ νε­ο­σύ­στα­του «Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας – Ἀρ­χεια­κὰ Τεκ­μή­ρια καὶ Τύ­πος» (ΕΑΤΤ) τῆς ὑ­πο­ει­δί­κευ­σης Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Τμή­μα­τος Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρῶν (http://eatt.phi­lo­lo­gy.u­pa­tras.gr/). Στὶς δρά­σεις πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ συ­στη­μα­τι­κὴ με­λέ­τη ἀρ­χεια­κοῦ ὑ­λι­κοῦ καὶ τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τύ­που σὲ σχέ­ση μὲ τὴ Λο­γο­τε­χνί­α καὶ τὴν Ἱ­στο­ρί­α της καὶ ἡ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σή τους στὸ πλαί­σιο μιᾶς και­νο­τό­μας ψη­φια­κῆς πο­λι­τι­κῆς. Ἱ­στο­ρι­κὰ ἐν­ταγ­μέ­να στὴν πα­ρά­δο­ση τοῦ «Μι­κροῦ Τύ­που», τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ συμ­βάλ­λουν στὴ δι­α­μόρ­φω­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἐ­νῶ, πα­ράλ­λη­λα, ἀ­πο­τε­λοῦν ἕ­να δυ­να­μι­κὸ πε­δί­ο γιὰ ὀ­πτι­κοὺς καὶ ἀ­πει­κο­νι­στι­κοὺς πει­ρα­μα­τι­σμοὺς (μέ­σῳ τῆς τυ­πω­μέ­νης —ἀλ­λὰ καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς πλέ­ον— σε­λί­δας, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να τῆς τυ­πο­γρα­φι­κῆς ἐμ­φά­νι­σης, τῶν ἐ­ξω­φύλ­λων, τοῦ σχή­μα­τος, τῆς εἰ­κο­νο­γρά­φη­σης κ.ο.κ.). Ἡ συ­νε­δρί­α αὐ­τή, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν πρό­σφα­τη δω­ρε­ὰ στὸ ΕΑΤΤ τοῦ Ἀρ­χεί­ου τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον, ἑ­νὸς ἀ­πὸ τὰ πιὸ δρα­στι­κὰ νε­ο­ελ­λη­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, καὶ μὲ ἀ­φε­τη­ρί­α τὴ με­λέ­τη τῶν ἀρ­χῶν τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ, ὅ­πως ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ται στὴν αἰ­σθη­τι­κή του, κα­θὼς καὶ τοῦ πρω­το­πο­ρια­κοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ του δι­α­δό­χου, τοῦ Ἰ­στο­λο­γί­ου γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα, Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, θὰ δι­α­νοι­χθεῖ στὴ δι­ε­ρεύ­νη­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς σχέ­σης τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν μὲ τὸν ὀ­πτι­κὸ πο­λι­τι­σμό, τὴν ἐ­ξει­κο­νι­στι­κὴ αἰ­σθη­τι­κὴ καὶ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κουλ­τού­ρα.


Κα­τε­ρί­να Κω­στί­ου


Ἀ­πὸ τὸ «ἰ­λου­στρα­σιὸν χαρ­τὶ» στὸ «μα­στο­ρι­λί­κι»:

μιὰ ἀ­πό­πει­ρα «ὀ­πτι­κῆς» ἀ­νά­γνω­σης

τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον


Μέ­σα στὴν πολ­λα­πλῶς ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980 ξε­κι­νοῦν τὴν ἔκ­δο­σή τους λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­νι­στοῦν πλέ­ον μέ­ρος τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε για­τὶ ἀ­πο­τύ­πω­σαν τὴν ἐγ­χώ­ρια λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ καὶ τὴ δυ­να­μι­κή της δι­α­δρά­ση μὲ τὴν ξέ­νη λο­γο­τε­χνί­α, εἴ­τε για­τὶ συ­νέ­βα­λαν μὲ τὴν κρι­τι­κή τους πα­ρέμ­βα­ση στὴ δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ milieu τῆς ἐ­πο­χῆς. Ἀ­πὸ τὰ μα­κρο­βι­ό­τε­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, τὸ Πλα­νό­διον (Δε­κέμ­βριος 1986-Ἰ­ού­νιος 2012) ἐκθέ­τει, μὲ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ τῆς ὕ­λης του καὶ μὲ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη αἰ­σθη­τι­κή του, τὸ συγ­γρα­φι­κὸ ἦ­θος τοῦ ἐκ­δό­τη του καὶ τῶν συ­νερ­γα­τῶν του. Ἔ­χον­τας θη­τεύ­σει σὲ προ­η­γού­με­να ἐκ­δο­τι­κὰ σχή­μα­τα (Δέν­τρο, Νῆ­σος, Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να) ὁ ἱ­δρυ­τὴς καὶ ἐκ­δό­της του, ὁ ποι­η­τὴς Γιά­ννης Πα­τί­λης, θέ­τει ἐ­ξαρ­χῆς ὡς ἀ­πα­ρέγ­κλι­τες ἀρ­χὲς τῆς ἔκ­δο­σης τὴν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α, τὴν ἰ­δι­ο­προ­σω­πί­α καὶ τὴν κα­λαι­σθη­σία.

       Στὴν ἀ­να­κοί­νω­σή μου ἐ­πι­χει­ρῶ νὰ δι­ε­ρευ­νή­σω πῶς ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ται οἱ τρεῖς πα­ρα­πά­νω ἀρ­χὲς στὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῶν 52 τευ­χῶν (ἢ 12 τό­μων) τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ σὲ σχέ­ση μὲ τὴν πο­λι­τι­κή του ποὺ δι­α­μορ­φώ­νε­ται μὲ ἄ­ξο­να τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α δὲν εἶ­ναι μό­νο ἰ­δι­ω­τι­κὸς ἀλ­λὰ καὶ δη­μό­σιος λό­γος. Συγ­κε­κρι­μέ­να, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι κά­θε πε­ρι­ο­δι­κὸ δυ­νά­μει προσ­λαμ­βά­νε­ται καὶ μέ­σῳ τῆς συ­νι­στώ­σας τοῦ «ὀ­πτι­κοῦ», προ­σπα­θῶ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σω τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα τοῦ Πα­τί­λη μὲ ἄ­ξο­νες τὴν τυ­πο­γρα­φι­κὴ αἰ­σθη­τι­κὴ καὶ τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση. Στό­χος μου εἶ­ναι νὰ ἀ­να­δεί­ξω τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τῆς ταυ­τό­τη­τας ἑ­νὸς πε­ρι­ο­δι­κοῦ ποὺ βρί­σκε­ται στοὺς ἀν­τί­πο­δες τοῦ «ἐ­πι­χο­ρη­γού­με­νου πο­λι­τι­σμοῦ» καὶ τῆς «πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τας».


[Ἡ Κα­τε­ρί­να Κω­στί­ου εἶ­ναι κα­θη­γή­τρια Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ Τμῆ­μα Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρῶν. Τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κό της πε­δί­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α, τὴ θε­ω­ρί­α καὶ τὴν κρι­τι­κὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, τὴν ἐκ­δο­τι­κή, τὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ τύ­πο, τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δά­ξει ἕ­να χρό­νο στὸ Faculty of Medieval and Modern Languages τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Cambridge καὶ ὡς προ­σκε­κλη­μέ­νη κα­θη­γή­τρια σὲ πα­νε­πι­στή­μια τῆς Εὐ­ρώ­πης, τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς καὶ τοῦ Κα­να­δᾶ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πά­νω ἀ­πὸ 100 με­λέ­τες γιὰ δι­ά­φο­ρα θέ­μα­τα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἡ πιὸ πρό­σφα­τη δρα­στη­ρι­ό­τη­τά της ἀ­φο­ρᾶ τὴ συγ­γρα­φὴ μιᾶς μο­νο­γρα­φί­ας γιὰ τὰ προ­σω­πεῖ­α στὴν ποί­η­ση τοῦ Κα­βά­φη. Μὲ πρό­τα­σή της ἱ­δρύ­θη­κε τὸ 2016 στὸ Τμῆ­μα Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρὼν τὸ Ἐρ­γα­στή­ριο Ἀρ­χεια­κῶν Τεκ­μη­ρί­ων καὶ Τύ­που (ΕΑΤΤ), τὸ ὁ­ποῖ­ο καὶ δι­ευ­θύ­νει.]


* * *


Ἄν­να Κα­τσι­γιά­ννη


Τὰ «ὡ­ραῖ­α κο­λίμ­πρια τῆς Γρα­φῆς»

καὶ οἱ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι,

ἕ­να «ἱ­στο­λό­γιο γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα»


Ἡ γρα­φή, στὶς ποι­κί­λες της ἐκ­φάν­σεις, βρί­σκε­ται στὸ κέν­τρο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος τοῦ Γιά­ννη Πα­τί­λη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ποι­κί­λη δρα­στη­ρι­ό­τη­τά του, συγ­γρα­φι­κὴ καὶ ἐκ­δο­τι­κή, ἔ­χει δι­α­τυ­πώ­σει ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως τὴν προ­βλη­μα­τι­κή του καὶ γιὰ τὴν ὑ­λι­κό­τη­τά της, τὴν τυ­πο­γρα­φι­κὴ/ὀ­πτι­κὴ εἰ­κό­να τοῦ λό­γου, τό­σο στὸν ποι­η­τι­κὸ ὅ­σο καὶ στὸν κρι­τι­κό του λό­γο.

       Πρὶν ἀ­κό­μη κλεί­σει ὁ κύ­κλος τῆς ἔν­τυ­πης ἔκ­δο­σης τοῦ μα­κρό­βιου πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον (1986-2012) ὁ Γιά­ννης Πα­τί­λης καὶ ἡ εἰ­κα­στι­κὸς καὶ συγ­γρα­φέ­ας Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες μπον­ζά­ι. Ἡ αἰ­σθη­τι­κὴ τοῦ μι­κροῦ. Ἕ­να ἱ­στο­λό­γιο γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ἀ­πὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον». Συμ­βα­τὸ μὲ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς ψη­φι­α­κό­τη­τας τὸ ἱ­στο­λό­γιο φι­λο­ξε­νεῖ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μι­κρο­α­φη­γή­σεις, εἶ­δος ποὺ ἀν­θί­ζει ὡς born-digital λο­γο­τε­χνί­α, εὐ­νο­η­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν μι­νι­μα­λι­σμὸ τῆς φόρ­μας του. Ἡ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνί­α λει­τουρ­γεῖ ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ ὡς δη­μό­σιος λό­γος, ἀλ­λά, συ­χνὰ ἡ πα­ρου­σί­α­σή της ὑ­πο­νο­μεύ­ει τὴν κα­λαι­σθη­σί­α ἢ καὶ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη ταυ­τό­τη­τά της. Οἱ ἐκ­δό­τες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι δη­μι­ουρ­γοῦν μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στὴν ψη­φι­α­κό­τη­τα ἀλ­λὰ συγ­χρό­νως καὶ στὴν ἀ­παί­τη­σή τους γιὰ κα­λαι­σθη­σία.

       Ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς ὕ­λης, ἡ ἀ­πο­τύ­πω­ση τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς μὲ τὴ συ­ναί­ρε­ση τῶν τε­χνῶν, ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν γραμ­μά­των, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­νί­ο­τε ἀ­να­πα­ρά­γει τὴν τυ­πο­γρα­φι­κὴ αἰ­σθη­τι­κὴ τοῦ πα­λαι­οῦ κα­λοῦ ἐν­τύ­που, ἡ ἀ­νάρ­τη­ση δι­α­φη­μί­σε­ων, ἡ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ δι­α­δρά­ση μὲ τὸν ἀ­να­γνώ­στη καὶ τοὺς συ­νερ­γά­τες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου, εἶ­ναι ὁ­ρι­σμέ­να μό­νο ἀ­πὸ τὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ θὰ δι­ε­ρευ­νη­θοῦν στὴν πα­ρούσα ἀ­να­κοί­νω­ση.


[Ἡ Ἄν­να Κα­τσι­γιά­ννη εἶ­ναι Ἐ­πί­κου­ρη κα­θη­γή­τρια Συγ­κρι­τι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας, στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πα­τρῶν. Σπού­δα­σε Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α, στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, καὶ Συγ­κρι­τι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σορ­βόν­νης (D.E.A, Uni­ver­site de la Sor­bon­ne Nou­vel­le, Paris III). Ἐκ­πό­νη­σε τὴ δι­δα­κτο­ρι­κή της δι­α­τρι­βὴ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, μὲ θέ­μα: Τὸ πε­ζὸ ποί­η­μα στὴ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α. Γε­νε­α­λο­γί­α, δι­α­μόρ­φω­ση καὶ ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ εἴ­δους (ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς ὣς τὸ 1930). Ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ δι­α­κε­κρι­μέ­να ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ κέν­τρα (Ἰν­στι­τοῦ­το Με­σο­γεια­κῶν Σπου­δῶν, Ἵ­δρυ­μα Τε­χνο­λο­γί­ας καὶ Ἔ­ρευ­νας, Μορ­φω­τι­κὸ Ἵ­δρυ­μα Ἐ­θνι­κῆς Τρα­πέ­ζης, Ἑλ­λη­νι­κὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ Ἱ­στο­ρι­κὸ Ἀρ­χεῖ­ο, κ.ἄ.)· ἔ­χει δι­δά­ξει ὡς ἐ­πι­σκέ­πτρια λέ­κτωρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου, ὡς ΣΕΠ στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ μὲ τὸ ΠΔ 407/80, στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἀ­πὸ τὸ 2007 δι­δά­σκει Συγ­κρι­τι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πα­τρῶν. Ἐ­πί­σης, ἔ­χει δώ­σει δι­α­λέ­ξεις στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, στὸ INALCO, στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μο­νά­χου καὶ στὸ Ἐ­λεύ­θε­ρο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα (ἐν­δει­κτι­κά): Συγ­κρι­τι­κὴ φι­λο­λο­γί­α, ἱ­στο­ρί­α καὶ θε­ω­ρί­α τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν, σχέ­σεις τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς μὲ τὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (γαλ­λι­κή, ἰ­τα­λι­κή, ἀγ­γλι­κὴ) καὶ μὲ λο­γο­τε­χνί­ες τῶν μει­ο­νο­τή­των (βαλ­κα­νι­κὴ καὶ τουρ­κο­κυ­πρια­κὴ γρα­φή), δι­α­καλ­λι­τε­χνι­κὲς σχέ­σεις, πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές, πε­ρι­ο­δι­κὸς τύ­πος, λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀρ­χεῖ­α, νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ κρι­τι­κή, με­τρι­κή, ἐκ­δο­τι­κή.]


* * *


Ἄν­να-Μα­ρί­α Σι­χά­νη


Ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά,

ψη­φια­κὸς ὀ­πτι­κὸς σχε­δια­σμὸς καὶ λο­γο­τε­χνι­κὴ κουλ­τού­ρα


Ἡ μα­ζι­κὴ ἐμ­φά­νι­ση καὶ δια­ρκῶς αὐ­ξα­νό­με­νη κυ­κλο­φο­ρί­α ἑλ­λη­νι­κῶν ἠ­λε­κτρο­νι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν τὰ τε­λευ­ταῖ­α 10 χρό­νια συν­δέ­ε­ται τό­σο μὲ τὴν ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου ὡς μέ­σου δη­μο­σί­ευ­σης καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας ὅ­σο καὶ μὲ ἐ­ξε­λί­ξεις στὸν εὐ­ρύ­τε­ρο χῶ­ρο τῆς ἐκ­δο­τι­κῆς ἀ­γο­ρᾶς στὴν Ἑλ­λά­δα τῆς κρί­σης, δη­μι­ουρ­γών­τας, ἕ­να νέ­ο κι ἐν πολ­λοῖς ἀ­χαρ­το­γρά­φη­το φαι­νό­με­νο στὸ νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­δί­ο.

       Στὴν ἔ­ρευ­να αὐ­τὴ ἐ­πι­χει­ρῶ μιὰ συγ­κρι­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ρό­λο καὶ τὴ λει­τουρ­γί­α τῶν ἠ­λε­κτρο­νι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν σὲ σχέ­ση μὲ τὸν ἱ­στο­ρι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῶν ἐν­τύ­πων, ὡς μέ­ρος τοῦ λε­γό­με­νου «μι­κροῦ Τύ­που» (small press). Ποι­ές εἶ­ναι οἱ νέ­ες τυ­πο­λο­γί­ες τῶν ἠ­λε­κτρο­νι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν ὡς πρὸς τὸ μέ­σο (ὑ­βρι­δι­κά, born digital, ἱ­στο­λό­για) καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο (πρω­τό­τυ­πη λο­γο­τε­χνί­α, ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­να λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη, κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­ας); Ποι­ά εἶ­ναι τὰ ἐμ­πο­ρι­κὰ καὶ ἐκ­δο­τι­κὰ μον­τέ­λα λει­τουρ­γί­ας τους, τὸ προ­φὶλ τῶν συν­τε­λε­στῶν καὶ τὸ κοι­νὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πευ­θύ­νον­ται; Μὲ ποι­όν τρό­πο σχε­τί­ζον­ται μὲ τὴν ἐκ­δο­τι­κὴ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­γο­ρὰ καὶ κα­τὰ πό­σο ἀν­τι­κα­θι­στοῦν τὰ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κά; Σὲ ποι­ό βαθ­μὸ καὶ μὲ ποι­ούς τρό­πους τὰ νε­ο­ελ­λη­νι­κὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ εἶ­ναι ‘παλ­μο­γρά­φοι’, μα­ζὶ καὶ συν­τε­λε­στὲς τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνι­κῆς κουλ­τού­ρας;

       Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ πα­ρου­σί­α­ση θὰ ἐ­πι­κεν­τρω­θεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ συγ­κε­κρι­μέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα, σὲ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ λει­τουρ­γι­κό­τη­τες τοῦ ψη­φια­κοῦ ὀ­πτι­κοῦ σχε­δια­σμοῦ τῶν ἠ­λε­κτρο­νι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, ὅ­πως ἡ ὀ­πτι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση καὶ ἡ δυ­να­μι­κὴ ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, ἡ δι­α­δρα­στι­κὴ συμ­με­το­χὴ τῶν ἀ­να­γνω­στῶν/χρη­στῶν, ὁ πα­ρα­με­τρο­ποι­η­μέ­νος αἰ­σθη­τι­κὸς σχε­δια­σμός, ἀλ­λὰ καὶ ἡ δη­μο­σί­ευ­ση καὶ προ­ώ­θη­ση νέ­ων ‘ὀ­πτι­κῶ­ν’ εἰ­δῶν λο­γο­τε­χνι­κῆς γρα­φῆς, ποὺ εἴ­τε ὑ­πο­στη­ρί­ζον­ται (flash fi­ction) εἴ­τε πα­ρά­γον­ται ἀ­μι­γῶς μὲ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὲς τε­χνο­λο­γί­ες (e-lite­ra­ture, code po­etry). Πα­ράλ­λη­λα, θὰ τε­θοῦν καὶ ζη­τή­μα­τα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ψη­φια­κὴ δι­α­τή­ρη­ση τῶν born digital λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν γιὰ ἐ­ρευ­νη­τι­κὴ/ ἱ­στο­ρι­κὴ χρή­ση καὶ τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μά τους στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἱ­στο­ρί­α.


[Ἡ Ἄν­να-Μα­ρί­α Σι­χά­νη σπού­δα­σε Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο, συ­νέ­χι­σε μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς Digital Humanities στὸ Λον­δί­νο καὶ πρό­σφα­τα ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὴ δι­δα­κτο­ρι­κή της δι­α­τρι­βὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων με­λε­τών­τας τὶς σχέ­σεις λο­γο­τε­χνί­ας, ἱ­στο­ρί­ας, ἰ­δε­ο­λο­γί­ας, τε­χνο­λο­γί­ας καὶ κουλ­τού­ρας στὴ μα­κρὰ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60. Ἡ ἔ­ρευ­νά της πε­ρι­λαμ­βά­νει τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ πο­λι­τι­σμι­κὴ ἱ­στο­ρί­α, τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν μέ­σων, τὶς ψη­φια­κὲς ἀν­θρω­πι­στι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, κα­θὼς καὶ πο­λι­τι­σμι­κά, κοι­νω­νι­κὰ καὶ δι­α­νο­η­τι­κὰ ζη­τή­μα­τα γύ­ρω ἀ­πὸ ψη­φια­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα γνώ­σης. Με­λέ­τες της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ Di­gi­tal Li­te­ra­ry Stu­dies, Digi­tal Scho­lar­ship in the Huma­ni­ties, Jour­nal of Mo­dern Greek Me­dia and Cul­ture, Jour­nal of Mo­dern Greek Stu­dies, The Book’s Journal, Μνή­μων, Histo­rein. Ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ σὲ πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τι­κῶν προ­γραμ­μά­των ποὺ ἀ­φο­ροῦν στὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ ψη­φια­κῶν τε­χνο­λο­γι­ῶν στὶς ἀν­θρω­πι­στι­κὲς σπου­δὲς σὲ ἐ­θνι­κὸ καὶ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Ἀ­θη­νῶν στὸ πρό­γραμ­μα DARIAH-GR γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν σχε­δια­σμὸ καὶ τὴν κα­τα­σκευ­ὴ ψη­φια­κῆς ἐ­ρευ­νη­τι­κῆς ὑ­πο­δο­μῆς στὸν κλά­δο τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας, κα­θὼς καὶ στὸ crowd­sour­cing pro­ject Trans­cribe Ben­tham (UCL). Ἐ­πι­πλέ­ον, ἐρ­γά­στη­κε ὡς Marie Sklo­dow­ska-Curie Fel­low στὸ DiXiT ITN (Huy­gens ING – The Ha­gue) καὶ ὡς PhD re­search fel­low στὸ King’s Di­gi­tal Lab (King’s Col­lege Lon­don). Σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Post Doc Re­search Fel­low στὸ Uni­ver­sity of Sus­sex & Sus­sex Hu­ma­ni­ties Lab.]



Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#8]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α:

στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς

Ο 2016 ἡ Κα­να­δὴ οἰ­κο­λό­γος Suzanne Simard, με­τὰ ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νια ἔ­ρευ­νας τῶν ὑ­πο­γεί­ων, πο­λύ­πλο­κων, συμ­βι­ω­τι­κῶν δι­κτύ­ων ποὺ εἶ­χε ἐν­το­πί­σει στὰ κα­να­δέ­ζι­κα δά­ση, δη­μο­σί­ευ­σε τὴ θε­ω­ρί­α της τὰ δέν­τρα ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν με­τα­ξύ τους.


Τὸ 2001 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Ἰ­σπα­νί­δας πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Carmen Blanes Valdeiglesias μὲ τί­τλο Un jardin bar­roco en los re­la­tos de Franci­sco Ay­ala, στὴν ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ Francisco Ayala ὡς ἕ­νας κῆ­πος μπα­ρόκ, ὅ­που ὅ­λοι οἱ κα­νό­νες ἀ­να­τρέ­πον­ται, τὰ πάν­τα εἶ­ναι ἐ­φή­με­ρα καὶ σὲ μό­νι­μη πε­ρι­δί­νη­ση. Ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­να­φο­ρὰ γί­νε­ται στὸ ζο­φε­ρὸ καὶ γκρο­τέ­σκο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο Muertes de perro (1958): ἡ πλο­κὴ ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται κά­που στὴν κεν­τρι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, στὴ χώ­ρα τοῦ κα­θε­στω­τι­κοῦ Anton Bocanegra ποὺ κυ­βερ­νά­ει μὲ τὴν πα­νούρ­γα σύ­ζυ­γό του Dona Concha κι ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὶς πα­θο­γέ­νει­ες τῆς πα­ρα­δο­σια­κὰ πο­λι­τι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ θά­να­το καὶ τὴν ἀ­πο­δό­μη­ση κά­θε ἠ­θι­κοῦ κώ­δι­κα ὡς τρό­πο ζω­ῆς. Ὁ Luis Pinedo, ὁ κεν­τρι­κὸς ἥ­ρω­ας ποὺ βρί­σκε­ται κα­θη­λω­μέ­νος σὲ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρό­τσι, ἀ­φη­γεῖ­ται ἀ­πὸ χα­μη­λὴ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α, με­τα­φέ­ρον­τάς μας τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­να­πό­δρα­στου ἀ­πὸ ἕ­ναν χα­μη­λὸ ὁ­ρί­ζον­τα, ἐ­νῶ ὁ συγ­γρα­φι­κὸς φα­κὸς μοιά­ζει νὰ ἕρ­πει ἀ­νά­με­σα σὲ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη φυ­τά, ψά­χνον­τας τὸ ἀν­θρώ­πι­νο θη­ρί­ο ποὺ κρύ­βε­ται ἐ­κεῖ καὶ βρυ­χᾶ­ται ὑ­πό­κω­φα ἀ­πὸ οἴ­η­ση κι ἐ­ξου­σι­ο­μα­νί­α. Ἄν­θρω­ποι πε­θαί­νουν βί­αι­α σὰν ἀ­δέ­σπο­τα σκυ­λιὰ καὶ θυ­σι­ά­ζον­ται στὸ βω­μὸ τῆς φι­λο­δο­ξί­ας ἀν­θρώ­πων ποὺ δὲ δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ λυσ­σα­σμέ­νους σκύ­λους. Ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α καὶ ἡ ὀ­ξυ­δερ­κὴς κα­τα­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸν Luis Pinedo δι­α­φο­ρε­τι­κῶν χα­ρα­κτή­ρων μὲ βί­αι­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, πα­ρα­πέμ­πει στὰ Κα­πρί­τσια, τὴ συλ­λο­γὴ χα­ρα­κτι­κῶν του 18ου αἰ. τοῦ Francisco Goya, ἀλ­λὰ καὶ στὶς ἀ­κό­μα πα­λι­ό­τε­ρες σύν­το­μες σά­τι­ρες σὲ πρό­ζα ἀ­πὸ τὸν 17ο αἰ., Sue­ños y dis­cur­sos τοῦ Fran­cisco Gó­mez de Que­ve­do, πη­γὲς ἔμ­πνευ­σης πλή­θους δειγ­μά­των τῆς σύγ­χρο­νης ἰ­σπα­νό­φω­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


Τὸ δι­ή­γη­μα «The Garden Party» (1920) ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς σὲ με­λέ­τες γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α λό­γω τῆς συ­σχέ­τι­σης τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ ὕ­φους τῆς Νε­ο­ζη­λαν­δῆς Katherine Mansfield μὲ τὸν Anton Chekhov[1], ὁ ὁ­ποῖ­ος θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τοῦ εἴ­δους. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι τὸ πάρ­τι ποὺ ἑ­τοι­μά­ζει μί­α εὔ­ρω­στη οἰ­κο­νο­μι­κὰ οἰ­κο­γέ­νεια στὸν ὁ­λάν­θι­στο κῆ­πο τους, ποὺ θυ­μί­ζει τὸν κῆ­πο τῆς Ἐ­δὲμ καὶ ἡ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τῆς ἔ­φη­βης ἡ­ρω­ΐ­δας ὅ­τι πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες ἡ ζω­ὴ συ­νε­χί­ζε­ται.

       Ἡ μό­νη ἐ­πι­λο­γὴ ἐ­ὰν φο­βᾶ­σαι εἶ­ναι νὰ κι­νεῖ­σαι, προ­τεί­νει καὶ ὁ Ρῶ­σος καρ­δι­ο­λό­γος καὶ συγ­γρα­φέ­ας Maxim Osipov. Ἡ πρό­σφα­τη συλ­λο­γή του σὲ ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση τῶν δώ­δε­κα δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο Rock, Paper, Scissors and Other Stories (Ἀ­πρί­λιος 2019) συν­δυά­ζει τὸ ἐλ­λει­πτι­κό, ὑ­παι­νι­κτι­κὸ ὕ­φος τῶν Anton Chekhov, Ivan Turgenev καὶ William Carlos Williams καὶ φω­τί­ζει τὴν ἐλ­πί­δα γιὰ τὴ ζω­ὴ ποὺ ξε­φυ­τρώ­νει ἀ­κό­μα καὶ στὶς σκο­τει­νό­τε­ρες πτυ­χὲς τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου βί­ου.


Πολ­λοὶ ἱ­σπα­νό­φω­νοι κρι­τι­κοὶ θε­ω­ροῦν ὡς πρῶ­το δεῖγ­μα τῆς ἰ­σπα­νό­φω­νης σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὴν ἱ­στο­ρί­α «Στην Κίρκη» (1917) τοῦ Julio Torri. Ὅ­μως, πλέ­ον, οἱ πα­ραλ­λα­γὲς γνω­στῶν μύ­θων, πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ ἱ­στο­ρι­ῶν συ­νη­θί­ζον­ται ὅ­πως καὶ τὰ ὄ­νει­ρα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ εἶ­ναι ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς Ana Maria Shua, ἡ ὁ­ποί­α ἀξιοποιεῖ τὰ ὄνειρα συν­δυ­ά­ζον­τάς τα μὲ ὀ­ξυ­δέρ­κεια, εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, στοι­χεῖ­α ποὺ δι­α­κρί­νουν τὸ εἶ­δος γε­νι­κά, ἀλ­λὰ καὶ τὸ ὕ­φος τῆς Shua, ὅ­πως στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της «Τὸ γαλάζιο πουλί». Ἡ πρω­το­τυ­πί­α, ἡ λο­ξὴ μα­τιὰ καὶ ἡ φαν­τα­σί­α τρο­φο­δο­τοῦν τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ εἴ­δους ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πὸ ἔ­ρευ­νες τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρα­γω­γῆς χω­ρῶν τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν με­γά­λη πα­ρά­δο­ση στὸ εἶ­δος. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, στὰ ἕ­ξι τεύ­χη τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ fix 100 ποὺ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἀ­πὸ τὸ 2009 τὸ Centro Peruano de Estudios Culturales, βρί­σκον­ται συγ­κεν­τρω­μέ­να πολ­λὰ τέ­τοι­α δείγ­μα­τα ἀ­πὸ τὸ Πε­ροῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὸ ἴ­διο συμ­πέ­ρα­σμα κα­τα­λή­γει κα­νεὶς ἐ­ὰν πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὸν δη­μο­φι­λέ­στε­ρο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Fun­da­ción César Edigo Ser­rano. Μά­λι­στα, στὸν τε­λευ­ταῖο δια­κρί­θηκαν οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τῆς Ἰ­ω­άν­νας Ἐλ­πί­δας Πα­παν­δρέ­ου καὶ τοῦ Στά­θη Γουρ­γουρῆ μὲ τί­τλο «Τὸ ὄ­νει­ρο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α Κρού­σου»[2].

       Ὁ Αχιλλέας Κυριακίδης στὶς Διεστραμμένες Ιστορίες (1988) πα­ραλ­λάσ­σει ἐμ­βλη­μα­τι­κὰ ἔρ­γα καὶ μύ­θους σὲ κεί­με­να ποὺ σή­με­ρα μπο­ροῦν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Στὸ κεί­με­νο γιὰ τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, πε­ρι­γρά­φει πῶς κα­νά­κευ­ε τὸν μι­κρὸ λύ­κο ἡ μη­τέ­ρα του καὶ πῶς ἀ­γω­νι­οῦ­σε γιὰ τὴν ἀ­σφά­λειά του πρὶν αὐ­τὸς βγεῖ στὸ δά­σος. Στὸ τέ­λος, ὅ­μως, ἄ­κου­σε «τὴν κα­ραμ­πί­να νὰ ὁ­πλί­ζε­ται καὶ τὴ φω­νὴ τῆς τρο­με­ρῆς κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσας ν’ ἀ­παγ­γέ­λει τὴ θα­να­τι­κὴ κα­τα­δί­κη τοῦ τε­λευ­ταί­ου μι­κροῦ λύ­κου».

       Ὁ Gilbert Lascault, στὸ βι­βλί­ο του Ἡ Κοκ­κινο­σκου­φί­τσα παντοῦ (1989) ἐ­πι­χει­ρεῖ 48 πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ τοῦ Charles Perrault. Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «42» γρά­φει: «Στὸν ἀ­στε­ρι­σμὸ τοῦ Λέ­ον­τος, ἡ Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα εἶ­ναι μιὰ λι­μνού­λα στρογ­γυ­λὴ καὶ κόκ­κι­νη, σχη­μα­τι­σμέ­νη ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­γρὸ ποὺ ἡ γεύ­ση του θυ­μί­ζει μέ­λι καί, μα­ζί, θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό. Ὁ λύ­κος εἶ­ναι ἕ­να δι­ψα­σμέ­νο μαῦ­ρο τρί­γω­νο πού, μα­γνη­τι­σμέ­νο ἀ­π’ τὴν ὀ­σμὴ τῆς ρευ­στῆς Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσας, σέρ­νε­ται στὸ ἔ­δα­φος, δι­α­τρέ­χον­τας χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα.»

       Ὁ Jaime Montestrela στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «210» στὸ βι­βλί­ο του Ὑδατώδεις ἱστορίες (1974), γρά­φει: «Στὸν ὑ­δα­τώ­δη πλα­νή­τη ΕΑ1897, ζω­ὴ ὑ­πάρ­χει μό­νο στὴ λε­πτὴ ἐ­πι­φά­νεια ἑ­νὸς ὠ­κε­α­νοῦ ὅ­που δὲ ση­κώ­νε­ται τὸ πα­ρα­μι­κρὸ κυ­μα­τά­κι. Κα­τὰ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ τὸν ἀ­να­κά­λυ­ψε, τὸν Ἔν­του­ιν Ἄμ­ποτ, τὰ ὄν­τα ἐ­κεῖ εἶ­ναι γε­ω­με­τρι­κὰ καὶ ὑ­πάρ­χουν ἱ­ε­ραρ­χί­ες. Ἔ­τσι, τὸ τε­τρά­γω­νο θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να τρί­γω­νο ποὺ ἔ­χει προ­κό­ψει στὴ ζω­ή. Κά­ποι­οι φι­λό­σο­φοι, ἐν­τού­τοις, ἔ­χουν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ πρε­σβεύ­ουν ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το.»


Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια ἐ­ξε­ρεύ­νη­σης τοῦ δι­α­στή­μα­τος ἔ­χουν κα­τα­γρα­φεῖ ἦχοι ἀπὸ τοὺς πλανῆ­τες τοῦ ἡλι­ακοῦ μας συστή­ματος, ὅ­που ἀ­μέ­σως πα­ρα­τη­ρεῖ κα­νεὶς τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς θο­ρύ­βους ποὺ ἐκ­πέμ­πει ὁ πλα­νή­της μας, μὲ τοὺς πο­λέ­μους ποὺ μαί­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α, τὶς χι­λιά­δες ἀ­ε­ρο­σκα­φῶν ποὺ δι­α­σχί­ζουν ἀ­στα­μά­τη­τα τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, τὶς πο­λύ­βου­ες μη­τρο­πό­λεις, τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ κοι­νω­νι­κὴ καὶ ἰ­δι­ω­τι­κὴ ζω­ή μας ποὺ βρί­σκε­ται σὲ μό­νι­μη πε­ρι­δί­νη­ση.


Ἡ Οὐ­ρου­γουα­νὴ Cristina Peri Rosi στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της μὲ τί­τλο «Κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή» πε­ρι­γρά­φει τὴ στε­νὴ σχέ­ση δύ­ο ἀν­θρώ­πων, χω­ρὶς ὀ­νό­μα­τα, προσ­δι­ο­ρι­σμὸ γέ­νους, ἡ­λι­κί­ας, ἐ­θνι­κό­τη­τας ἢ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς ἰ­δι­ό­τη­τας καὶ πε­ρι­κλεί­ει σὲ λί­γες γραμ­μὲς μιὰ συ­νή­θη συν­θή­κη ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης στὰ ὅ­ρια τῆς πα­ρά­νοι­ας, ἀ­νι­χνεύ­σι­μη δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ δι­α­πο­λι­τι­σμι­κά. Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Molia Dumbleton στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς «Pasarea Paradisului / Birds of Paradise» φω­τί­ζει μὲ εὐ­αι­σθη­σί­α τὸ ὅ­ριο ἀ­νά­με­σα στὴν πα­ρά­νοι­α καὶ τὴ λο­γι­κὴ ποὺ χά­νε­ται πολ­λὲς φο­ρὲς κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ βί­ου, εἴ­τε λό­γῳ τῆς ἐ­νί­ο­τε δυ­σβά­στα­χτης βι­ο­πά­λης ἢ μιᾶς βα­θιὰ τραυ­μα­τι­κῆς ἀ­πώ­λειας, ὅ­πως στὴν «Τρίχα» τοῦ Ἄγ­γλου Santino Prinzi. Ἡ ἐ­πί­σης Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Lucia Berlin, στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μά της «Ὁ τζό­κεΐ μου» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Ὁδηγίες γιὰ οἰκιακὲς βοηθούς, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς νο­σο­κό­μας ἡ ὁ­ποί­α φρον­τί­ζει ἕ­ναν τραυ­μα­τι­σμέ­νο τζό­κε­ϊ στὸ πλαί­σιο τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς της ρου­τί­νας. Ὅ­ταν ὅ­μως τὸν ἀ­πο­κοι­μί­ζει μὲ χά­δια βλέ­πει τὴ γυ­μνὴ πλά­τη του νὰ ἀ­να­τρι­χιά­ζει στὸ ἄγ­γιγ­μά της, ὅ­πως ἡ ρά­χη ἑ­νὸς ἄ­γριου που­λα­ριοῦ καὶ συγ­κι­νεῖ­ται βα­θιά. Αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να, πα­νί­σχυ­ρη μέ­σα στὴν ἁ­πλό­τη­τά της, πα­ρα­πέμ­πει στὶς ὑ­φο­λο­γι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κὰ πρω­τό­τυ­πες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες «The Gift» τῆς Rose An­der­sen καὶ «Horses» τοῦ Geordie Flantz, ἀλ­λὰ καὶ στὸ χα­ϊ­κοὺ τοῦ Kobayashi Issa: «Ξαφ­νι­κὴ βρο­χή: τὸ γυ­μνό μου ἄ­λο­γο γυ­μνὸς ἱπ­πεύ­ω».


Ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ὀ­νο­μά­ζει τοὺς κοι­μι­σμέ­νους ὡς ἐρ­γά­τες καὶ συ­νερ­γοὺς ὅ­σων συμ­βαί­νουν στὸν κό­σμο. Οἱ δυ­σκο­λί­ες τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­ται εὐ­κο­λό­τε­ρα μὲ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­πως δι­α­φαί­νε­ται καὶ στὶς συμ­με­το­χὲς στὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ φαν­τα­στι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας World Fantasy Award, στὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ 2018 δι­α­κρί­θη­κε τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Ναταλίας Θεοδωρίδου μὲ τί­τλο «The birding: A fairy tale».

       Ὁ Ἰ­σπα­νὸς David Roas θε­ω­ρεῖ ὅ­τι στὸ ἀ­νή­λιο ση­μεῖ­ο τῆς ὑ­πο­ταγ­μέ­νης σὲ κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς φαί­νε­ται πὼς εὐ­δο­κί­μη­σε τὸ ὑ­πο­εῖ­δος τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λαμ­βά­νει τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη πα­ρα­γω­γὴ τοῦ εἴ­δους. Ὁ Roas, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­φυ­λά­ξεις του ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἁλ­μα­τώ­δους ἐ­ξά­πλω­σης τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας κινδυν­εύουμε νὰ μᾶς «κα­τα­βρο­χθί­σει ὁ “δεινό­σαυρος” τοῦ Monter­roso», συμ­φω­νεῖ μὲ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν τοῦ εἴ­δους, ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­εῖ­δος δὲ συ­νη­θί­ζε­ται ἀ­να­τρο­πὴ στὸ τέ­λος (μί­α ἀ­πὸ τὶς κύ­ρι­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς στὸ δι­ή­γη­μα), ἀλ­λὰ ὁ τρό­μος τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας εἴ­τε δη­λώ­νε­ται ἢ ὑ­πο­νο­εῖ­ται, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ φαί­νε­ται στὸν Thomas Bernhard, στὴ συλ­λο­γὴ τοῦ Ὁ μί­μος τῶν φω­νῶν, ἀλ­λὰ καὶ στὸν Max Aub, στοὺς Παραδειγ­ματι­κούς φόνους.


Στὸ λο­ξό, ἀ­να­τρε­πτι­κὸ καὶ χι­ου­μο­ρι­στι­κὸ ὕ­φος τοῦ Aub κι­νοῦν­ται πά­ρα πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς μὲ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη πα­ρου­σί­α στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ Jayne Anne Phil­lips μὲ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Black Tickets (1979) πρω­το­πό­ρη­σε στὸ εἶ­δος, κα­θὼς ἔβα­λε στὸ μικρο­σκόπιο τὶς στε­νό­τε­ρες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις καὶ ἀ­νέ­δει­ξε τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας νὰ ἑ­στιά­ζει σὲ ὅ­σα δὲ φαί­νον­ται. Μά­λι­στα ὁ Ray­mond Car­ver δι­έ­κρι­νε μιὰ πρω­τό­γνω­ρη διε­στραμ­μένη ὀ­μορ­φιά, ἐν­τυ­πω­σι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα καὶ τὴν ἀ­κρί­βειά της, συγ­γρα­φι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ τὸν δι­α­κρί­νουν, ὅ­πως προ­κύ­πτει καὶ ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Ἐλέ­φαντας.

       Ἡ Meg Pokrass στὴ συλ­λο­γὴ τῆς Alli­ga­tors at ni­ght (2018) ξε­δι­πλώ­νει ὅ­λο το φά­σμα τῆς ἀ­γά­πης, ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­νοι­α καὶ τὴν ὑ­περ­βο­λὴ ἕ­ως τὴν πλή­ρη ἀ­που­σί­α της καὶ βά­σει αὐ­τοῦ χαρ­το­γρα­φεῖ τὶς σύγ­χρο­νες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις. Στὴν ὁ­μό­τι­τλη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Αὐ­τὸ ποὺ χρει­ά­ζε­σαι κά­ποι­ες φο­ρὲς εἶ­ναι νὰ μὴ φτά­σεις πο­τὲ σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο», ποὺ θυ­μί­ζει τὸν ἀ­φο­ρι­σμὸ τοῦ Kafka, «Ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α ἐ­πι­στρο­φὴ πιά. Αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο πρέ­πει νὰ φτα­στεῖ» [3].

       Ἡ συλ­λο­γὴ τῆς Kathy Fish μὲ τί­τλο Wild Life  (2018) ἀ­κτι­νο­γρα­φεῖ δι­α­σκορ­πι­σμέ­νες οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἀ­δέλ­φια ποὺ μι­σι­οῦν­ται θα­νά­σι­μα, ζευ­γά­ρια σὲ ἀ­πο­σύν­θε­ση, μη­τέ­ρες ποὺ ἔ­χουν ἀ­φα­νι­στεῖ στὴ δί­νη τῆς μη­τρό­τη­τας. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Kafka ὁ μό­νος τρό­πος ἀ­πό­δρα­σης ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­νοι­α εἶ­ναι πρὸς τὰ μέ­σα, στὴν καρ­διὰ τῆς ζω­ῆς, μὲ φαν­τα­σί­α καὶ χι­οῦ­μορ. Στὴν ὑ­περ­σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α του Kleine Fabel , ἡ γά­τα ποὺ κα­ρα­δο­κεῖ στὴ γω­νί­α λέ­ει στὸ ἀ­πελ­πι­σμέ­νο πον­τί­κι: «Τὸ μό­νο ποὺ χρει­ά­ζε­ται νὰ κά­νεις εἶ­ναι ν’ ἀλ­λά­ξεις κα­τεύ­θυν­ση». Ἔ­πει­τα ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα της καὶ τὸ κα­τα­πί­νει, λυ­τρώ­νον­τάς το ἀ­πὸ τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης μὲ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ ὁ­δη­γὸ τὴ λο­γι­κή, δί­νον­τας στὸ κω­μι­κο­τρα­γι­κὸ συμ­βὰν φι­λο­σο­φι­κὲς προ­ε­κτά­σεις.

       Ὁ συν­δυα­σμὸς συν­το­μί­ας καὶ στο­χα­σμοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­κό­μα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του εἴ­δους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως στὸ «Ζοὺμ στὸ φλάς» τοῦ Κώ­στα Βρα­χνοῦ στὴ συλ­λο­γή του Πρῶ­τα ὁ Θεός (2017), ὅ­που ὁ ἥ­ρω­ας δο­κι­μά­ζει ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος τὸ ὑ­ψη­λῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ ἀ­κρί­βειας νε­ο­α­πο­κτη­θὲν φλὰς τῆς φω­το­γρα­φι­κῆς μη­χα­νῆς του κά­νον­τας τυ­χαῖ­ες λή­ψεις στὸ χῶ­ρο του. Σύν­το­μα δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι στὸ για­κὰ τοῦ μον­τγκό­με­ρί του ἀ­πα­θα­νά­τι­σε ἕ­να ζευ­γά­ρι σκώ­ρων μὲ τὰ τρί­α μι­κρά τους νὰ κοι­τοῦν πε­ρί­τρο­μοι κι ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι τὸ φα­κό.


«Τὰ ζῶ­α ἀ­π’ ἔ­ξω κοι­τοῦ­σαν πό­τε τὰ γου­ρού­νια καὶ πό­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους, πό­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ πό­τε τὰ γου­ρού­νια, ὕ­στε­ρα πά­λι τὰ γου­ρού­νια καὶ πά­λι τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ δι­α­κρί­νουν ποι­ός ἦ­ταν ποι­ός», γρά­φει ὁ George Orwell , ὀ­λο­κλη­ρώ­νον­τας τὴ Φάρμα τῶν ζώων. Σὲ ἀ­νά­λο­γο πνεῦ­μα ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε ἡ Flannery O’ Connor για­τί ἐ­πέ­λε­γε νὰ ἑ­στιά­ζει σὲ πα­θο­γέ­νει­ες τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης, ὅ­πως στὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της μὲ τί­τλο Καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν, ποὺ πα­ρα­πέμ­πει σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα Καπρίτσια τοῦ Goya, ἀπάντησε: «Ὅ­πο­τε ἐ­ρω­τῶ­μαι για­τί οἱ Νό­τιοι (Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ) συγ­γρα­φεῖς δεί­χνουν ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­τί­μη­ση σὲ (ἀν­θρώ­πους) τέ­ρα­τα, ἀ­παν­τῶ ἐ­πει­δὴ μπο­ροῦ­με ἀ­κό­μα νὰ τὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με.»


Τὸ 1925, σὲ ἕ­να γράμ­μα ποὺ ἔ­γρα­φε στὸν πα­τέ­ρα του ὁ Ernest Hemingway, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐ­ξη­γοῦ­σε πῶς ἀ­κρι­βῶς ἤ­θε­λε νὰ γρά­φει: «σὲ ὅ­λες τὶς ἱ­στο­ρί­ες μου προ­σπα­θῶ νὰ δί­νω τὴν αἴ­σθη­ση τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὄ­χι ἁ­πλῶς νὰ τὴν πε­ρι­γρά­ψω ἢ νὰ ἀ­σκή­σω κρι­τι­κή, ἀλ­λὰ νὰ τὴ με­τα­φέ­ρω ζων­τα­νὴ στὴ σε­λί­δα. Ὥ­στε ὅ­ταν δι­α­βά­ζει κα­νεὶς νὰ βι­ώ­νει τὴν ἴ­δια τὴν ἐμ­πει­ρί­α αὐ­τοῦ ποὺ δι­α­βά­ζει. Αὐ­τὸ δὲ γί­νε­ται ἂν ἀ­πορ­ρί­ψεις τὸ κα­κὸ καὶ τὸ ἄ­σχη­μο, δι­ό­τι ἂν εἶ­ναι ὅ­λα ὄ­μορ­φα δὲν πεί­θουν κα­νέ­να. Ἡ ζω­ὴ ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὰ πάν­τα.» Ἰ­δέ­α ποὺ εἶ­χε ἐκ­φρά­σει καὶ ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης ὅ­ταν ἔ­γρα­φε ἡ πη­γὴ τῆς ζω­ῆς μέ­σα στὴ ζω­ή καὶ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται κα­λει­δο­σκο­πι­κὰ στὸ πε­ζο­γρά­φη­μά του Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ Ανάσταση (1938). Ἡ ἴ­δια ἰ­δέ­α δι­α­τέ­μνει καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Clau­dio Magris μὲ τί­τλο Μικρόκοσμοι (1997), στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­φή­γη­ση ρέ­ει μέ­σα στὸ πο­τά­μι τῆς ζω­ῆς μὲ πρω­τα­γω­νι­στὲς ἀν­θρώ­πους καὶ ζῶ­α σὲ μιὰ ἁρ­μο­νι­κὴ συμ­βί­ω­ση.


Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Ai­mee Ben­der μὲ τί­τλο Willful Crea­tures (2006) ἡ αἱρε­τικὴ ματιά της στὰ κα­θη­με­ρι­νὰ πα­ρά­δο­ξα πλησι­άζει κατὰ πολὺ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Hemingway κα­θὼς θυ­μί­ζει χρο­νο­γρά­φη­μα τῆς ζω­ῆς τοῦ σύγ­χρο­νου (δυ­τι­κοῦ) ἀν­θρώ­που. Στὴ σου­ρε­α­λι­στι­κὴ ἱ­στο­ρί­α της μὲ τί­τλο «End of the line» ἕ­νας κα­νο­νι­κὸς ἄν­τρας ἀ­γο­ρά­ζει ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἄν­τρα ἀ­πὸ ἕ­να κα­τά­στη­μα κα­τοι­κι­δί­ων, τὸν φυ­λα­κί­ζει σὲ ἕ­να κλου­βὶ μὲ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ κα­να­πὲ καὶ δι­α­πράτ­τει τε­ρα­τώ­δεις βαρ­βα­ρό­τη­τες εἰς βά­ρος του.

       Ὁ ἐ­πί­σης Ἀ­με­ρι­κα­νὸς Manuel Gonzales στὴ συλ­λο­γή του μὲ τί­τλο The mi­nia­ture wife (2013) δι­εισ­δύ­ει στοὺς χειρό­τε­ρους ἐ­φιάλτες τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που, πο­λὺ κον­τὰ στὸ ὕ­φος τῆς Bender, ἀλ­λὰ καὶ τῶν Roberto Bo­laño, Jes­se Ball καὶ Ben Ma­rcus. Στὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς μὲ τί­τλο «Pilot, Copilot, Writer» ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἥ­ρω­ας προ­σπα­θεῖ νὰ κα­τα­νο­ή­σει πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­βαί­νει καὶ τε­λεῖ ὑ­πὸ ἀ­ε­ρο­πει­ρα­τεί­α νὰ συ­νε­χί­ζει ἐ­πὶ εἴ­κο­σι χρό­νια νὰ κά­νει κύ­κλους ἐ­πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο τοῦ Ντά­λας. Στὸ ὁ­μό­τι­τλο δι­ή­γη­μα ἕ­νας ἐ­πι­στή­μο­νας ἔ­χει συρ­ρι­κνώ­σει στὸ ἐ­λά­χι­στο τὴ σύ­ζυ­γό του, ἀλ­λὰ οὔ­τε φαν­τά­ζε­ται τοὺς τρό­πους ποὺ θὰ ἐ­πι­νο­ή­σει ἐ­κεί­νη γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὸν ἀ­νε­λέ­η­το πό­λε­μό του. Δυ­στο­πί­α, ἀ­κη­δί­α, ἀ­πο­ξέ­νω­ση, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως φαν­τα­σί­α καὶ χι­οῦ­μορ ποὺ λει­τουρ­γοῦν λυ­τρω­τι­κὰ ἀ­κό­μα καὶ στὶς πιὸ ἀ­πί­θα­νες κα­τα­στά­σεις ποὺ πε­ρι­γρά­φει ὁ Gon­zales, ὅ­πως στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Guer­nica μὲ τί­τλο «Farewell Africa». Τὸ θέ­μα του εἶ­ναι μιὰ δη­μό­σια ὁ­μι­λί­α μὲ τί­τλο «Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὴν Ἀ­φρι­κή», ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἀ­να­με­τα­δί­δε­ται ζων­τα­νὰ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ ἀ­φρι­κα­νι­κὴ ἤ­πει­ρος βυ­θί­ζε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ τε­κτο­νι­κὴ πλά­κα. Τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ 2011 ἔ­χει ἐ­πα­λη­θευ­θεῖ ὅ­τι συμ­βαί­νει ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το, γε­γο­νὸς ποὺ ἔ­χει κα­τα­γρα­φεῖ ὡς «ἐπι­στη­μο­νικὰ συναρ­πα­στικό».


Στὴν «Ἐπίσκεψη» τῆς Μαρίας Τσο­λα­κούδη ὅ­ταν ἡ κό­ρη ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὴ δου­λειά της βρί­σκει τὸν πε­θα­μέ­νο πα­τέ­ρα της νὰ δι­α­βά­ζει στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α, μ’ ἕ­να κλα­ρά­κι ἀ­γρι­ο­ε­λιᾶς σκα­λω­μέ­νο στὰ μαλ­λιά του, καὶ προ­βλη­μα­τί­ζε­ται γιὰ τὸ πῶς θὰ ἐ­ξη­γή­σει στὰ παι­διά της τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του, ἀ­γνο­ών­τας τὸ θά­να­τό του καὶ ξα­να­βά­ζον­τάς τον στὴ ζω­ή της.

       Ὁ Jonathan Franzen ξε­χώ­ρι­σε τὸ ἄρ­θρο «Fa­mily Tra­dition» τῆς Λίζας Νικο­λι­δάκη ἀ­νά­με­σα στὰ κα­λύ­τε­ρά του 2016 στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Σὲ αὐ­τὸ πε­ρι­γρά­φε­ται ἡ τρα­γι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς της: ἐν­δο­οι­κο­γε­νεια­κὴ βί­α, ὀ­δυ­νη­ρὸ δι­α­ζύ­γιο τῶν γο­νι­ῶν της, δι­α­με­λι­σμὸς τῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴ συ­νέ­χεια, ὁ γιὸς μὲ τὴ μη­τέ­ρα, ἡ κό­ρη μὲ τὸν πα­τέ­ρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος τε­λι­κὰ δο­λο­φό­νη­σε τὴν Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα σύν­τρο­φό του καὶ τὴν ἔ­φη­βη κό­ρη της καὶ αὐ­το­κτό­νη­σε. Ὅ­πως γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἡ Νι­κο­λι­δά­κη σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα ἐλ­λει­πτι­κὰ (μι­κρο)δι­η­γή­μα­τά της μὲ τί­τλο «Silence, Stillness», «Πο­τὲ δὲ λέ­ω κα­κο­ποι­η­μέ­νη. Ἀντ’ αὐ­τοῦ ξε­γλι­στρά­ω μὲ κλι­σέ. Δὲν ἦ­ταν πὶκ νίκ, λέω. Εἶ­χα δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια.»

       Ἡ Berlin στὸ δι­ή­γη­μά της μὲ τί­τλο «Μα­μά», σ’ ἕ­να δι­ά­λο­γο ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο ἀ­δελ­φὲς ἡ­ρω­ί­δες γρά­φει: «Ἦ­ταν μά­γισ­σα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ποὺ εἶ­ναι νε­κρή, φο­βᾶ­μαι ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ μὲ δεῖ.» «Κι ἐ­γώ. Ἂν κά­νω κά­τι πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­νό­η­το, τό­τε εἶ­ναι ποὺ ἀ­νη­συ­χῶ καὶ φο­βᾶ­μαι. Τὸ ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το εἶ­ναι πὼς ὅ­ταν κά­νω κά­τι σω­στὰ τὸ ἐλ­πί­ζω. “Ἔ, μα­μά, δὲς τί ἔ­κα­να”. Κι ἂν οἱ νε­κροὶ ἁ­πλῶς κρέ­μον­ται πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια μας, μᾶς κοι­τά­ζουν καὶ ξε­καρ­δί­ζον­ται μὲ τὰ κα­μώ­μα­τά μας; Θε­έ μου, Σά­λι, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ πεῖ κι αὐ­τή. Κι ἂν εἶ­μαι ὁ­λό­ϊ­δια ἐ­κεί­νη;» Ἂν καὶ ἡ Κατε­ρίνα Γώ­γου, στὸ Νό­στο, βλέ­πει ἀ­κό­μα καὶ τὶς μά­γισ­σες μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα: «Οἱ Ἰν­διά­νες μά­γισ­σες ὅ­ταν ξυ­πνά­γαν τὰ παι­διά τους δί­δα­σκαν μα­θή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ ὄ­νει­ρά τους. Μα­θαί­να­νε πολ­λά.»

 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ φαν­τα­σμα­γο­ρί­α ποὺ εἴ­δα­με δὲν τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψε ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ τὴ χω­ρά­ει. Ἂν καὶ εἶ­ναι ἡ μι­κρό­τε­ρη μορ­φὴ πρό­ζας, προ­σφέ­ρει τὴ με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­στο­λὴ χώ­ρου καὶ χρό­νου, ἀ­να­λο­γι­κὰ μὲ τὴ ρη­μα­τι­κὴ ἔ­κτα­σή της, κι εὐ­νο­εῖ τὸ στο­χα­σμὸ (βά­θος, πα­λίμ­ψη­στο, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα) καὶ τὴ φαν­τα­σί­α (δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα, σύν­θε­ση, πρω­το­τυ­πί­α). Ἄ­πει­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ρέ­ουν στὰ ὑ­πό­γεια ρεύ­μα­τα ποὺ συν­δέ­ουν τοὺς πο­λι­τι­σμοὺς με­τα­ξύ τους, ἀ­να­πτύσ­σον­τας ἕ­να πο­λύ­πλο­κο, συμ­βι­ω­τι­κὸ δί­κτυ­ο ἀ­νά­λο­γο τοῦ δι­κτύ­ου ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἡ Susanne Simard ὅ­τι συν­δέ­ει ὑ­πο­γεί­ως τὰ δέν­τρα στὰ δά­ση τοῦ πλα­νή­τη μας. Πα­ρα­μέ­νει ἀ­κό­μα ρευ­στὴ καὶ ἄ­πια­στη στὰ σπλά­χνα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, μὲ πολ­λὰ ὀ­νό­μα­τα καὶ ἀ­πο­κλεί­ει τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε κα­θο­λι­κῆς ἀρ­χῆς – ἀ­πο­κλεί­ον­τας ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πο­λυ­τό­τη­τα ἀ­κό­μα καὶ τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό της. Συ­νι­στᾶ ὄ­χι μό­νο ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ κί­νη­ση (σύ­ζευ­ξη ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς γνώ­σης καὶ τέ­χνης τῆς ἀ­φή­γη­σης μὲ πρω­το­φα­νῆ δυ­νη­τι­κό­τη­τα), ἀλ­λὰ καὶ κί­νη­ση πρὸς τὰ μέ­σα, πρὸς τὴν ἐν­δο­σκό­πη­ση καὶ τὴ σι­ω­πή.

       Ὁ Ρῶ­σος γλωσ­σο­λό­γος Ro­man Jakob­son, γιὰ νὰ συγ­κρί­νει τοὺς δύ­ο ἄ­ξο­νες τῆς με­τα­φο­ρᾶς καὶ τῆς με­τω­νυ­μί­ας, ἔ­χει χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὶς ψυ­χα­να­λυ­τι­κὲς ἔν­νοι­ες τῆς με­τά­θε­σης καὶ συμ­πύ­κνω­σης, στὶς ὁ­ποῖ­ες ὁ Freud ἀ­πέ­δι­δε τὸ ρό­λο τῶν δύ­ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρων ἀ­συ­νεί­δη­των μη­χα­νι­σμῶν ποὺ λει­τουρ­γοῦν κα­τὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν ὀ­νει­ρι­κῶν εἰ­κό­νων. Ὁ Γάλ­λος φι­λό­σο­φος Gaston Bache­lard στὸ ὄ­ψι­μο ἔρ­γο του δι­α­χώ­ρι­σε τὴ θέ­ση του ἀ­πὸ τὴν ψυ­χα­νά­λυ­ση, ἐ­πει­δὴ ἡ τε­λευ­ταί­α ἑρ­μή­νευ­ε τὶς εἰ­κό­νες ἐν­νοι­ο­λο­γι­κά. Μὲ τὴ φαι­νο­με­νο­λο­γι­κή του μέ­θο­δο ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ συλ­λά­βει «τὴν οὐ­σί­α τῆς ποι­η­τι­κῆς φαν­τα­σί­ας ὡς πη­γὴ πρω­τό­τυ­πων εἰ­κό­νων καὶ νὰ φω­τί­σει τὴ συ­νεί­δη­ση ἑ­νὸς ὑ­πο­κει­μέ­νου στὸ ὁ­ποῖ­ο προ­κα­λοῦν δέ­ος οἱ εἰ­κό­νες ποὺ ἀν­τι­κρί­ζει»[4]. Ἡ εἰ­κό­να εἶ­ναι τὸ πρω­ταρ­χι­κὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τοῦ ἀ­συ­νεί­δη­του, ἀλ­λὰ καὶ πρω­ταρ­χι­κὸ δο­μι­κὸ ὑ­λι­κό της μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης, εἴ­τε με­τα­φέ­ρει ἕ­να ἐμ­πει­ρι­κὸ δε­δο­μέ­νο μέ­σῳ τῆς ὅ­ρα­σης ἢ ἕ­να ἀ­πο­κύ­η­μα φαν­τα­σί­ας ἢ ὀ­νεί­ρου. Στὴν Ποι­η­τι­κή του χώ­ρου[5] ἐμ­βά­θυ­νε καὶ στὴ μικρο­σκο­πική κλί­μακα προ­κει­μέ­νου νὰ δι­α­τη­ρή­σει ζων­τα­νὴ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς δια­ύγειας τῶν πραγ­μά­των καὶ τῆς ζω­ῆς, ὅ­που συ­νάν­τη­σε μιὰ φαν­τα­σμα­γο­ρί­α.

 

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

Ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Κώ­στα Βρα­χνοῦ, Πρῶ­τα ὁ Θεός.


Ἡ ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ γαλ­λι­κοῦ πρω­τό­τυ­που ἐγ­χει­ρή­μα­τος Short Edi­tion νὰ φέ­ρει τὴ λο­γο­τε­χνί­α στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ὴ μέ­σῳ εἰ­δι­κῶν αὐ­τό­μα­των μη­χα­νη­μά­των ποὺ το­πο­θε­τοῦν­ται σὲ πο­λυ­σύ­χνα­στα μέ­ρη ἀ­νὰ τὸν κό­σμο καὶ προ­σφέ­ρουν δω­ρε­ὰν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀ­πὸ σύγ­χρο­νους καὶ κλα­σι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς.


Ἡ χρή­σι­μη ἐφαρ­μογὴ αὐτό­ματης ἐπι­μέ­λειας κει­μένου στὴν ἀγ­γλι­κὴ ποὺ φέ­ρει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ernest Hemingway.


Οἱ λί­στες μὲ ἀγ­γλό­φω­να πε­ρι­ο­δι­κὰ (καὶ δι­α­γω­νι­σμοὺς) ποὺ εἰ­δι­κεύ­ον­ται στὴν (πο­λὺ) σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα στὰ ἱ­στο­λό­για* τῶν Dl Shirey, John Mat­thew Fox, Jer­ry Jen­kins καὶ Chri­sto­pher Fiel­den.


Ἰούνιος 2019

*Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω ἱ­στο­λό­για προ­τεί­νω ἀ­πο­κλει­στι­κὰ τὶς συγ­κεν­τρω­τι­κὲς λί­στες τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν καὶ δι­α­γω­νι­σμῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες εἶ­ναι ἀ­ξι­ό­πι­στες καὶ ἐ­πι­και­ρο­ποι­οῦν­ται τα­κτι­κά.
[1]. Ὁ Chekhov ἐ­πε­δί­ω­κε ἕ­να δι­α­κρι­τὸ στὶλ (the will to style) στὰ δι­η­γή­μα­τά του, ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ὕ­φος μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­ρί­σμα­τα, ὅ­πως ἡ ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, ἡ ἁ­δρὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν χα­ρα­κτή­ρων – ἡ­ρώ­ων ποὺ ἦ­ταν ἁ­πλοί, συ­νη­θι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι, ἡ ἀ­πο­στρο­φὴ (Τί ὑ­πέ­ρο­χος και­ρὸς σή­με­ρα! Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω: νὰ φτιά­ξω τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στῶ;) καὶ ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ὡς μυ­θο­πλα­στι­κὴ κα­τα­σκευ­ή. Μὲ τὴ δι­α­πί­στω­σή του ὅ­τι «στὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴ λὲς ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ τὸ νὰ λὲς πε­ρισ­σό­τε­ρα», τό­νι­ζε τὴν προ­τί­μη­σή του στὴν ἀ­κρί­βεια καὶ τὴ συν­το­μί­α. Ἔ­τσι, φαί­νε­ται ὅ­τι συ­νέ­λα­βε τὴν οὐ­σί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, με­τα­λαμ­πα­δεύ­ον­τας τὶς στι­λι­στι­κές του ἐ­πι­λο­γὲς ὡς τρο­πι­κό­τη­τες σὲ πολ­λοὺς κύ­ριους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως ἡ Lydia Davis καὶ ὁ Raymond Car­ver.
[2]. Ἡ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τῆς δι­ε­θνοῦς ἀν­θο­λο­γί­ας μὲ τὰ κεί­με­να ποὺ δι­α­κρί­θη­καν εἶ­ναι ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση. Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κὴ καὶ γι’ αὐ­τὸ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν κ. Γουρ­γου­ρῆ.
[3]. Κάφ­κα Φράν­τς, Ἀ­φο­ρι­σμοί, μτφρ. Γ. Βαμ­βα­λής, Ἐ­πί­κου­ρος, Ἀ­θή­να, 1970.
[4]. Selden Raman (ἐ­πιμ.), Ἀ­πὸ τὸν φορ­μα­λι­σμὸ στὸν με­τα­δο­μι­σμό, Ἱ­στο­ρί­α τῆς Θε­ω­ρί­ας τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας/8, The Cam­bri­dge Histo­ry of Li­te­rary Cri­ticism, θε­ώ­ρη­ση μτφ. Πε­χλι­βά­νος Μ. – Χρυ­σαν­θό­που­λος Μ., 2η ἀ­να­τύ­πω­ση, Ἐκ­δό­σεις Ἰνστι­τοῦ­το Νεοελ­λη­νικῶν Σπου­δῶν (Ἵ­δρυ­μα Μα­νό­λη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δη), Θεσ­σα­λο­νί­κη 2008.
[5]. Gaston Bachelard, Ἡ ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου, μτφ. Ε. Βέλ­τσου – Ι. Δ. Χα­τζη­νι­κο­λῆ, Ἐκ­δό­σεις Χα­τζη­νι­κο­λῆ, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2014.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Χρι­στο­δού­λου, Δή­μη­τρα Ἰ.: Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μι­κροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Εἰκόνα: Φωτογραφία τῆς φωτογράφου Ἕλενας Παπαδοπούλου.


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#7]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος


κῆ­πος


Ὁ Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ στὸ ὑ­περ­σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μά του «Ὁ Κῆ­πος» (Τὸ βά­ραθρο, 1984) γρά­φει: «Κα­θὼς ἀ­νε­βαί­νω τὸν ἄ­θλιο χω­μα­τό­δρο­μο, ποὺ ὅ­λο στε­νεύ­ει κι ἀ­νη­φο­ρί­ζει, φα­νε­ρώ­νε­ται μπρο­στά μου ὁ κῆ­πος. Μιὰ σκά­λα φέρ­νει στὸ καγ­κε­λω­τὸ κι­ό­σκι μὲ τὰ με­γά­λα μα­βιὰ λου­λού­δια. Τὰ σκα­λο­πά­τια της εἶ­ναι ἀ­πὸ πέ­τρα δι­ά­φα­νη, καὶ μέ­σα τους πλέ­ουν φύλ­λα, ὡ­ραῖ­α χρώ­μα­τα καὶ λί­γα γράμ­μα­τα τοῦ ἀλ­φα­βή­του». Στὴν κο­ρυ­φαί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Ἀλληλουχία τῶν κήπων (1964) τοῦ Cortázar τὰ γράμ­μα­τα γί­νον­ται λέ­ξεις καὶ πο­τα­μὸς ποὺ σβή­νει τὰ ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ μυ­θο­πλα­σί­α. Στὸ δι­ή­γη­μα Ὁ κῆ­πος μὲ τὰ δι­α­κλα­δω­τὰ μο­νο­πά­τια (1941) τοῦ Borges ξε­τυ­λί­γε­ται ἕ­να δι­ά­φα­νο μυ­στή­ριο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν Τσού­ι Πέν, τὸν πρό­γο­νο τοῦ κεν­τρι­κοῦ ἥ­ρω­α. Ὁ Τσού­ι Πὲν ἀ­παρ­νή­θη­κε τὰ πάν­τα, κλεί­στη­κε γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια στὸ Πε­ρί­πτε­ρο τῆς Λα­γα­ρῆς Μο­να­ξιᾶς, «στὴ μέ­ση ἑ­νὸς σχε­δὸν ἀ­δι­έ­ξο­δου κή­που», ὅ­που πά­λε­ψε μὲ «τὸ ἀ­βυσ­σα­λέ­ο πρό­βλη­μα τοῦ χρό­νου» κι ἔ­γρα­ψε μὲ τὸ πι­νε­λά­κι του ἕ­να βι­βλί­ο-ἰ­δέ­α μὲ τί­τλο Ὁ κῆ­πος μὲ τὰ δι­α­κλα­δω­τὰ μο­νο­πά­τια καὶ θέ­μα τὸ χρό­νο, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ τὸν ἀ­να­φέ­ρει πο­τέ. Σὲ αὐ­τὸ συ­νέ­λα­βε τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ζω­ῆς καὶ τὴν εἰ­κό­να τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου ὡς ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ λα­βύ­ριν­θο.



μη­τέ­ρα φύ­ση, ἄν­θρω­πος, ζῶ­α


«Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ὁ δει­νό­σαυ­ρος ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ»[1], εἶ­ναι ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο «Ὁ δει­νό­σαυ­ρος» (1959) τοῦ Augusto Mon­ter­ro­so. Στὸ βι­βλί­ο Varia­cio­nes sobre «El dinosaurio» (Mi­cro­po­lis, 2016) τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ Lauro Zavala ἐ­ξε­τά­ζον­ται ἐν­δε­λε­χῶς ὅ­λες οἱ κα­τα­γε­γραμ­μέ­νες πα­ραλ­λα­γές της. Τεκ­μη­ρι­ώ­νε­ται τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἔχει μείνει στὴν ἱστορία γιὰ τὶς πο­λυ­ά­ριθ­μες με­λέ­τες ποὺ ἔ­χουν γί­νει πά­νω σε αὐ­τὴ καὶ ἀ­φο­ροῦν ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς καὶ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις ὡς πρὸς τὴν πύ­κνω­ση νο­ή­μα­τος, τὴν καφ­κι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ ἀ­να­πό­δρα­στου, τὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ ἑ­νό­τη­τα –χώ­ρου –χρό­νου –δρά­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦν συ­νή­θη εἰ­δο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως Τὸ ραντεβοῦ μου μὲ μιὰ Νε­ά­ντερ­ταλ τοῦ David Galef ποὺ ἑ­νώ­νει τὸ μα­κρι­νὸ πα­ρελ­θὸν τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους μὲ τὸ σή­με­ρα, ἀλ­λὰ καὶ τὸ μέλ­λον. Εἰ­δι­κά, ὅ­μως, ὁ δει­νό­σαυ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ ἂν δι­α­βα­στεῖ στὸ ἀ­πώ­τε­ρο μέλ­λον, φαί­νε­ται ὅ­τι δὲ θὰ ἀλ­λοι­ω­θεῖ ἡ δυ­να­μι­κή του, δι­ό­τι φέ­ρει στὸ dna του τὴν ἀ­να­τρε­πτι­κὴ ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει καὶ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α «Τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­άν…». Ἐ­πι­πλέ­ον, κα­θὼς ἡ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἀ­να­γνω­στῶν θε­ω­ρεῖ ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ ξυ­πνά­ει εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος, κω­δι­κο­ποι­εῖ τε­λι­κὰ ἕ­να ἐλ­πι­δο­φό­ρο μή­νυ­μα: ἡ ζω­ὴ συ­νε­χί­ζε­ται καὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ δε­δο­μέ­νο θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει καὶ νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ ὅ­τι πε­ρι­κλεί­ει τὰ πάν­τα καὶ εἶναι καὶ ἀγρίως ἀπίθανη, συμ­φω­νών­τας μὲ τὴν Καραπάνου.


Τὸ 2013 δη­μο­σι­εύ­θη­κε μέ­ρος τοῦ ἀρχείου τοῦ Πανεπιστημίου Cornell ἀ­πὸ ἤ­χους πτη­νῶν, στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη ἡ διαδικτυακὴ πρόσβαση καὶ μπο­ροῦ­με νὰ συμ­βάλ­λου­με στὸν ἐμ­πλου­τι­σμό του. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὅ­μως, ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σπά­νι­ες ἠ­χο­γρα­φή­σεις πτη­νῶν, νὰ ἀ­κού­σει κα­νεὶς τυ­χαῖ­ες ἐ­πι­λο­γὲς ποὺ προ­τεί­νον­ται ἀ­πὸ τὴ βά­ση δε­δο­μέ­νων ἐ­ὰν ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα γιὰ τὸ εἶ­δος human-homo sapiens (π.χ. ἄντρας, ἐ­νή­λικας ποὺ ρο­χα­λίζει, ντου­έτο δύο ἔφη­βων κορι­τσιῶν, παραδοσιακά τρα­γού­δια ἀπὸ τὴ Γουα­δελού­πη, λειτουρ­γία σὲ μονα­στήρι στὴν Αἰ­θι­ο­πί­α, κ.ἄ.)


Ὁ Ἄγ­γλος Nicholas Royle μὲ τὴ συλλογὴ διηγημάτων του Ornithology (Confingo Publishing, 2017) πε­ρι­γρά­φει τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὶς ἀλ­λό­κο­τες συ­νή­θει­ες δι­ά­φο­ρων πτη­νῶν, ἀλ­λὰ μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀλ­λη­γο­ρι­κὴ πε­ρι­γρα­φή, ἀ­νι­χνεύ­ει τὸ μυ­στή­ριο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­πι­θυ­μί­ας μὲ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, κα­θὼς ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι κι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θεωρητικοὺς τοῦ είδους. Στὸ ἴ­διο πνεῦ­μα κι­νοῦν­ται καὶ οἱ συγ­γρα­φεῖς ἀ­πὸ τὴν Κί­να, τὸ Χὸνγκ Κὸνγκ καὶ τὴν Τα­ϊ­βάν, ὅ­πως φαί­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α μὲ 91 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μὲ τί­τλο Loud Sparrows (Columbia University Press, 2006), ἀλ­λὰ καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι δι­ε­θνῶς, μὲ πρό­σφα­το πα­ρά­δειγ­μα τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ στὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α Flash Frontier μὲ θέ­μα Birds. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο, ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς Ἀγ­γλί­δας Jude Higgins μὲ τί­τλο Bird life, μὲ θέ­μα τὴν τραυ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ χω­ρι­σμοῦ ἑ­νὸς ζευ­γα­ριοῦ ἀ­πὸ τὴν ὀ­πτι­κὴ τοῦ ἐγ­κα­τα­λε­λει­μέ­νου συ­ζύ­γου, ἡ ὁ­ποί­α με­τὰ τὴν ἐ­πα­νέ­νω­ση τοῦ ζευ­γα­ριοῦ δὲ συ­ζη­τή­θη­κε, ἀλ­λὰ προ­βλη­μα­τί­ζει τὴ γυ­ναί­κα μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν εὕ­ρε­ση ἑ­νὸς νε­κροῦ που­λιοῦ στὸ κα­τώ­φλι τους.


Ὁ Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς στὸ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα «Εὕ­ρη­μα» (στὸ Βάραθρο) ξυ­πνά­ει ἀ­νή­συ­χος ἀ­πὸ μιὰ φω­νὴ ποὺ ἀ­κού­ει νὰ τὸν κα­λεῖ. Ντύ­νε­ται βι­α­στι­κὰ καὶ φτά­νει σ’ ἕ­να βρά­χο στὴ θά­λασ­σα, πε­λε­κά­ει τὴν πέ­τρα μὲ τὸν κα­σμά του ἀ­γω­νι­ών­τας νὰ βρεῖ ἀ­πὸ ποῦ προ­έρ­χον­ται τὰ βογ­κη­τά, ὥ­σπου ξε­προ­βάλ­λει ἕ­να ἀ­δύ­να­μο που­λὶ ποὺ τρί­φτη­κε σὰν δυ­ό­σμος ξε­ρὸς στὸ ἄγ­γιγ­μά του. Ὁ Γιάννης Παλαβὸς στὸ δι­ή­γη­μα «Ζῆ­νος» (συλ­λο­γὴ Τὸ Παιδί) γρά­φει γιὰ δύ­ο ἀ­δέλ­φια τὰ ὁ­ποῖ­α ἕ­να πρω­ῒ φτιά­χνουν χι­ο­νάν­θρω­πο στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ τους. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φὸς πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ μη­τέ­ρα τους μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας νὰ τη­λε­φω­νεῖ μὲ ἀ­γω­νί­α, προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θει ποῦ εἶ­ναι ὁ πα­τέ­ρας τους, ὁ Ζῆ­νος, ποὺ δὲ γύ­ρι­σε τὸ βρά­δυ στὸ σπί­τι τους. Στὸ με­τα­ξύ, ἔ­χει πα­γι­δεύ­σει ἕ­να σπουρ­γί­τι ἐν ἀ­γνοί­ᾳ τῆς μι­κρῆς ἀ­δελ­φῆς του καὶ ὅ­ταν τε­λει­ώ­νουν τὸν χι­ο­νάν­θρω­πο ὁ ἀ­δελ­φὸς σκο­τώ­νει κρυ­φὰ τὸ που­λί, ἀ­νοί­γει βι­α­στι­κὰ μιὰ τρύ­πα στὸ κε­φά­λι τοῦ χι­ο­ναν­θρώ­που καὶ τὸ χώ­νει μέ­σα.


Tὸ 2016 ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ὅ­τι γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς φυ­σι­κῆς ἀ­νι­χνεύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο LIGO σῆ­μα τῶν βαρυτικῶν κυμάτων, ἐ­πα­λη­θεύ­ον­τας τὴ θε­ω­ρί­α ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξε πε­ρί­που ἑ­κα­τὸ χρό­νια πρὶν ὁ Ein­stein πε­ρὶ τῆς ὕ­παρ­ξής τους. Τὸ σῆ­μα, διάρκειας ελάχιστων δευ­τε­ρο­λέ­πτων, ἀ­πο­κα­λεῖ­ται δι­ε­θνῶς τι­τί­βι­σμα ἐ­πει­δὴ μοιά­ζει μὲ ἦ­χο που­λι­ῶν (chirp).



κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή


Τὸ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τί­τλο Other House­hold to­xins τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Christopher Allen, συν­τά­κτη τοῦ Smokelong Quarterly, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ποὺ εἰ­δι­κεύ­ε­ται στὸ εἶ­δος ἀ­πὸ τὸ 2003. Στὴ συλ­λο­γὴ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ τί­τλο «Target Practice» ποὺ θὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α Best Small Fictions 2019 (ὑπὸ ἔκδοση). Ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τῆς συλ­λο­γῆς δὲν κρύ­βει ἐκ­πλή­ξεις ἀ­να­λο­γι­κὰ μὲ τὸν τί­τλο. Οἱ 48 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες φω­τί­ζουν το­ξι­κὲς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς σχέ­σεις ποὺ κρύ­βουν πολ­λὰ φαι­νο­με­νι­κὰ εὐ­υ­πό­λη­πτα σπι­τι­κά. «Ὅ­ταν σὲ ἀ­γα­ποῦν, σὲ τρῶ­νε;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ἕ­νας ἥ­ρω­άς του. «Ζων­τα­νό;»

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Rita Bullwinkel μὲ τί­τλο Belly up[2]. Ἡ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη Bullwinkel δι­α­κρί­θη­κε καὶ γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της μὲ τί­τλο «Phylum», ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πί­σης θὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α Best Small Fictions 2019, κι ἔ­χει ξε­χω­ρί­σει γιὰ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, τὴ φαν­τα­σί­α καὶ πρω­τό­τυ­πη μα­τιά της στὶς σύγ­χρο­νες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις. Ἂν καὶ ὡς πρὸς τὴ θε­μα­το­λο­γί­α της καὶ τὴν ἐ­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση τῆς με­τω­νυ­μί­ας θυ­μί­ζει τὸν Raymond Carver, συγ­κα­τα­λέ­χθη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ πα­ρά­ξε­νου καὶ φαν­τα­στι­κοῦ (weird fiction) δι­ό­τι, ὅ­πως ὁ κλα­σι­κὸς Ἄγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους Robert Aickman ἔ­τσι καὶ ἡ Bullwinkel, κά­νει αὐ­το­ψί­α στὰ μι­κρά, σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τα, ἀ­τι­μώ­ρη­τα ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ δι­α­πράτ­του­με κα­θη­με­ρι­νὰ ὅ­λοι.

       Τό­σο στὴν Bullwinkel ὅ­σο καὶ στὸν Aickman εἶ­ναι προ­φα­νεῖς οἱ ἀ­να­γω­γὲς στὸν Edgar Alan Poe[3], ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὴ δε­ξι­ο­τε­χνί­α τοῦ ὁ­ποί­ου στὴν ἀ­πό­δο­ση ατμόσφαιρας μυστηρίου ἐ­ξέ­λι­ξε ὁ Borges, ἀλ­λὰ καὶ στὸν H. P. Lovecraft. Σύμ­φω­να μὲ τὸν ἴ­διο καὶ τοὺς με­λε­τη­τές του ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πη­γὴ ἔμ­πνευ­σής του ἦ­ταν οἱ ἐ­φιά­λτες του.

       Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Aickman ποὺ ἐ­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2018 μὲ τί­τλο Compulsory Games ἐν­το­πί­ζον­ται συγχρω­τι­σμοὶ μὲ δύ­ο κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸν Franz Kafka, ὡς πρὸς τὸ χι­οῦ­μορ, τὸ πα­ρά­ξε­νο καὶ ἀλ­λό­κο­το ὡς συν­θή­κη καὶ ὡς πρὸς τὴ δο­μὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης μὲ τὸν Anton Chekhov, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὶς Elizabeth Bowen καὶ Flannery O’Connor. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ ἡ ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς ἔκ­δο­σης Victoria Nelson, οἱ ἥ­ρω­ές του εἶ­ναι κα­θη­με­ρι­νοὶ ἄν­θρω­ποι. Μέ­χρι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ Aickman ξύ­νει τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κή τους ἐ­πι­φά­νεια, εἰ­σχω­ρεῖ στὸν ἰ­δι­ω­τι­κό τους βί­ο καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὸν με­γα­λύ­τε­ρο τρό­μο ποὺ κρύ­βει ἡ ἀ­νί­α τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς.

       Σᾶς φαί­νο­μαι πα­ρά­ξε­νη, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον εἶ­μαι ζων­τα­νή, συ­νή­θι­ζε νὰ λέ­ει ἡ Carson McCullers. Ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει τὰ ἄρ­τια δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης στὴ συλ­λο­γὴ τῆς Κα­να­δῆς Damhnait Monaghan μὲ τί­τλο The Neverlands (V Press, 2019), στὴ σπον­δυ­λω­τὴ νου­βέ­λα τοῦ Justin Torres, Εμεῖς τὰ θηρία, ἀλ­λὰ καὶ στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ David James Poissant, Ὁ παράδεισος τῶν ζώων.


Tὸ 2008 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ πε­ζῶν ποι­η­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ν. Ἀ­φρι­κα­νὴς Liesl Jobson μὲ τί­τλο 100 Papers (Botsotso), ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α τοῦ εἴ­δους. Ὁ Barry Yourgrau, ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ περ­φόρ­μερ ποὺ ἔ­χει γεν­νη­θεῖ στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή, εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος δυ­τι­κὸς σύγ­χρο­νος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες συμ­πε­ρι­λή­φθη­σαν στὴ σει­ρὰ τῶν σύν­το­μων ἀ­φη­γή­σε­ων (keitai sosetsu) σὲ ἰ­α­πω­νι­κὴ πλατ­φόρ­μα κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας. Τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­φη­γή­μα­τα εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα δη­μο­φι­λῆ στὴν Ἰ­α­πω­νί­α καὶ γε­νι­κὰ στὴν Ἀ­σί­α καὶ δι­α­βά­ζον­ται ἀ­πὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀν­θρώ­πους κα­τὰ τὴ διά­ρκεια με­τα­κί­νη­σής τους μὲ τὰ μέ­σα μα­ζι­κῆς με­τα­φο­ρᾶς. Γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ σύγ­χρο­νη ἐκ­δο­χὴ τῶν Ἱστοριῶν τῆς παλάμης τοῦ Kawabata, ἐ­νῶ με­λε­τῶν­ται συγ­κρι­τι­κὰ καὶ μὲ τὸ δι­η­γη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Murakami, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι δι­α­πο­τι­σμέ­νο ἀ­πὸ σου­ρε­α­λι­στι­κὰ πα­ρά­δο­ξα, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ φαί­νε­ται στὴ συλ­λο­γή του ὁ Ἐλέφαντας ἐ­ξα­φα­νίζεται.

       Οἱ Jobson καὶ Yourgrau, μα­ζὶ μὲ τοὺς δύ­ο Ἰσ­ρα­η­λι­νοὺς Etgar Keret καὶ Alex Epstein, θε­ω­ροῦν­ται κύ­ριοι ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς καὶ συ­νέ­βαλ­λαν στὴ δι­ά­δο­σή του στὴν Ἀ­φρι­κή, ἂν καὶ ἀ­να­κα­λύ­πτον­ται δια­ρκῶς νέ­οι συγ­γρα­φεῖς ποὺ τὴν καλ­λι­ερ­γοῦν, ὅ­πως ἡ Αἰ­γύ­πτια Riham Adly, ἢ οἱ συμ­με­τέ­χον­τες στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα Africa τοῦ Flash Frontier τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2018. Ὡ­στό­σο, κομ­βι­κὴ γιὰ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ εἴ­δους εἶ­ναι ἡ συμ­βο­λὴ τῆς Miriam Tlali, τῆς πρώ­της ἔγ­χρω­μης Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­α ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ 1975 καὶ ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους γη­γε­νεῖς ποὺ καταδίκασε δημοσίως τὸ Ἀ­παρ­τχά­ιντ. Στὴ συλ­λο­γὴ (μι­κρο)δι­η­γη­μά­των της, μὲ τί­τλο Soweto Stories (Pandora Press, 1989), ποὺ ἔ­χει τὴ μορ­φὴ σύν­το­μων καὶ πε­ρι­ε­κτι­κῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν, γυ­ναι­κῶν κυ­ρί­ως, μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ ἀ­σφυ­κτιᾶ στρι­μωγ­μέ­νη στὸ τρέ­νο ποὺ με­τέ­φε­ρε ὑ­πὸ ἄ­θλι­ες συν­θῆ­κες μαύ­ρους ἐρ­γα­ζό­με­νους στὸ κέν­τρο τοῦ Γι­ο­χά­νεσ­μπουργκ, πα­ρε­νο­χλεῖ­ται σε­ξου­α­λι­κὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν συ­νε­πι­βά­τη της. Στὴν προ­σπά­θειά της ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὸ βια­σμό της, στὸ πιὸ ἀ­πί­θα­νο ση­μεῖ­ο, ἀ­νά­με­σά σε ἑ­κα­τον­τά­δες συ­ναν­θρώ­πους της, σφίγ­γει ὅ­λους τοὺς μύ­ες της προ­κει­μέ­νου νὰ κρα­τή­σει ἑ­νω­μέ­νους τοὺς μη­ρούς της καὶ οὐρ­λιά­ζει ἀ­πὸ πό­νο κι ἀ­πελ­πι­σί­α, ἀλ­λὰ μέ­σα στὴν ὀ­χλα­γω­γί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ στὰ κα­τά­με­στα βα­γό­νια, κα­νεὶς δὲ δί­νει ση­μα­σί­α στὶς φω­νές της· ἑ­κα­τον­τά­δες ζευ­γά­ρια μά­τια τὴν κοι­τοῦν, ἀλ­λὰ δὲν τὴ βλέ­πουν. Ὅ­ταν φτά­νει στὸν προ­ο­ρι­σμό της, ἀ­πο­βι­βά­ζε­ται «σι­ω­πη­λή, τό­σο πλη­γω­μέ­νη καὶ τό­σο ντρο­πι­α­στι­κὰ κα­κο­ποι­η­μέ­νη». Σ’ ἕ­να ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ἡ Tlali γρά­φει: «Εἶ­χε ἕ­να δυ­να­τό, στω­ϊ­κὸ καὶ ἀ­νέκ­φρα­στο πρό­σω­πο, τὸ ὁ­ποῖ­ο, στὰ μά­τια καὶ τῶν δύ­ο παι­δι­ῶν της, φαι­νό­ταν ἀ­πρό­σβλη­το ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες τῆς ζω­ῆς καὶ τοὺς ἀ­να­πό­φευ­κτους κιν­δύ­νους τῆς γή­ραν­σης.»



μη­τέ­ρα


Ὁ Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς στὸν «Φυ­λα­κι­σμέ­νο» (στὸ Βάραθρο) γρά­φει: «Φυ­λα­κι­σμέ­νος μὲς στὸ γυα­λί, δὲν ἔ­βλε­πα πα­ρὰ τὰ πα­χου­λὰ χέ­ρια τῆς μη­τέ­ρας μου ποὺ ξα­να­βού­λω­νε σφι­χτά το κα­πά­κι. Ὕ­στε­ρα κόλ­λη­σε μιὰ ἐ­τι­κέ­τα στὸ μπου­κά­λι καὶ μ’ ἀ­πό­θε­σε ψη­λά, σ’ ἕ­να ρά­φι τῆς κου­ζί­νας, ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα βά­ζα μὲ τὶς μαρ­με­λά­δες». Στὰ Μεγαλώματα τῆς Cristina Peri Rosi, μά­να καὶ κό­ρη πα­ρα­μέ­νουν ἀ­χώ­ρι­στες ἀλ­λὰ σὲ σύγ­κρου­ση ὣς τὸ τέ­λος, ἐ­νῶ στὸ «Slam» τῆς Liesl Jobson ἡ μη­τρι­κὴ στορ­γὴ καὶ ἡ ἀ­νι­δι­ο­τε­λὴς ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σά σε μη­τέ­ρα-κό­ρη ἀμ­φι­σβη­τεῖ πλή­ρως τὸ οἰ­δι­πό­δει­ο σύμ­πλεγ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς πα­ρά­δειγ­μα πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴ καὶ στὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ «Κορίτσι» τῆς Jamaica Kincaid, ἀλ­λὰ καὶ στὴν πρω­τό­τυ­πη ἐκ­δο­χή του ἀ­πὸ τὴν Riham Adly. Στὸ δι­ή­γη­μα «Τὸ ἀ­γό­ρι καὶ ὁ σκύ­λος» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πρώιμα βάσανα τοῦ Danilo Kis ἡ ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νη μη­τέ­ρα τοῦ μι­κροῦ ἥ­ρω­α ἐ­πι­στρέ­φει ἕ­να βρά­δυ μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ πε­θά­νει δί­πλα του, ἐ­νῶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «We see our mother go to bed» τῆς Δα­νῆς Josefine Klougart τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα ἀ­πο­σύ­ρε­ται αἰφ­νί­δια ἀ­πὸ τὸ βρα­δι­νὸ τρα­πέ­ζι καὶ πη­γαί­νει γιὰ ὕ­πνο τὰ παι­διά της συ­νει­δη­το­ποι­οῦν τὸ δυ­σα­να­πλή­ρω­το κε­νὸ ποὺ θὰ αἰ­σθά­νον­ται πάν­τα μα­κριά της. Στὴ Σημαδεμένη τῆς Σο­φί­ας Νι­κο­λα­ΐ­δου, τὸ οἰ­δι­πό­δει­ο ἀ­να­χαι­τί­ζε­ται προ­σω­ρι­νά: ἕ­νας ἄ­σω­τος πα­τέ­ρας, ὅ­ταν ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει σύ­ζυ­γο καὶ παι­δί, ση­μα­δεύ­ει τὸ μπρά­τσο τῆς μι­κρού­λας μὲ τὸ σου­γιά του, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀ­να­γνω­ρί­σει ἂν πέ­σει μελ­λον­τι­κὰ στὸ κρε­βά­τι του. Στὸ «Mother» τῆς Grace Paley, ἡ κό­ρη ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴ μνή­μη τῆς μη­τέ­ρας της ζων­τα­νή, πα­ρὰ τὴν ἔλ­λει­ψη ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας ποὺ εἶ­χαν με­τα­ξύ τους: τὴ βλέ­πει νὰ στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας καὶ νὰ ἀ­νη­συ­χεῖ ἀ­κό­μα γιὰ τὸ γε­ρα­σμέ­νο πιὰ παι­δί της. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α δι­α­τή­ρη­σης ζων­τα­νῆς τῆς μνή­μης τῆς μη­τέ­ρας ἄγ­γι­ξε τὰ ὅ­ρια τῆς ἐμ­μο­νῆς στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς Virginia Woolf, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πέ­στη στὰ δε­κα­τρί­α της τὸν πρῶ­το νευ­ρι­κὸ κλο­νι­σμὸ με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς μη­τέ­ρας της, Julia Stephens (Μά­ι­ος, 1895).


.

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Στὸ Σο­νέ­το 27[4]δημοφιλέστερος συγγραφέας William Shakespeare (ἔ­ρευ­να Instagram & Google, 2018) γρά­φει: Τρέ­χει τὸ σῶ­μα τὸ πρω­ί, τὸ βρά­δυ ἡ φαν­τα­σί­α. Ὁ Shakespeare ἀ­σχο­λή­θη­κε ἐλάχιστα μὲ τὴ μητρότητα ὅ­πως τὴν ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε σή­με­ρα καὶ ὅ­πως πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σὲ πολ­λὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[5]. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ πολ­λὲς με­λέ­τες τοῦ εἴ­δους, τό­σο γιὰ τὴ ση­μα­σί­α ποὺ ἔ­χουν στὸ ἔρ­γο του ἡ φαν­τα­σί­α καὶ τὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­σο καὶ γιὰ τὶς δύ­ο κομ­βι­κὲς φρά­σεις του στὸν Ἄμ­λετ, ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι ἡ ψυ­χὴ τοῦ πνευ­μα­τώ­δους λό­γου καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι σι­ω­πή, κα­θὼς φαν­τα­σί­α, συν­το­μί­α καὶ σι­ω­πὴ ἀ­πο­τε­λοῦν θε­μέ­λιους λί­θους στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη, τὴ δο­μή, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης.

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν πα­ρα­πά­νω ἔ­ρευ­να, ὅ­μως, τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο δρά­μα τοῦ Shakespeare εἶ­ναι Ὁ Ρω­μαῖ­ος καὶ ἡ Ἰ­ου­λι­έ­τα. Ἡ τρα­γι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῶν δύ­ο νέ­ων ποὺ πα­ρέκ­κλι­ναν ἀ­πὸ τὶς κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις καὶ ὕ­μνη­σαν τὸν ἔ­ρω­τα καὶ τὴν ἀ­γά­πη θυ­σι­ά­ζον­τας τὴ ζω­ή τους. Ἡ Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα τοῦ Perrault, ἐ­πί­σης πα­ρά­κου­σε τὶς ἐν­το­λὲς τῆς μη­τέ­ρας της κι ἔ­τσι ξε­κί­νη­σε ἡ πε­ρι­πέ­τεια τῆς ἀ­να­ζή­τη­σής της στὸ δά­σος. Πα­ρό­τι ἦ­ταν γιὰ αἰ­ῶ­νες τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο πα­ρα­μύ­θι δι­ε­θνῶς ἐ­κτο­πί­στη­κε τὸν 20ο αἰ. ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα (1943) τοῦ Saint-Exupery. Ὅ­μως, εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ Ἡ Ἀ­λί­κη στὴ χώ­ρα τῶν θαυ­μά­των (1865) τοῦ Lewis Caroll, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­πε­σε μέ­σα σὲ μιὰ λα­γό­τρυ­πα καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἕ­ναν θαυ­μα­στὸ κό­σμο καὶ ὁ Πῆ­τερ Πάν του James Barrie ποὺ ξε­πή­δη­σε ὡς ἥ­ρω­ας ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του The little white bird (1902), ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἑ­στί­α καὶ συ­νε­χί­ζει τὶς πε­ρι­πέ­τει­ές του μα­ζὶ μὲ τὴν πα­ρέ­α του στὴ χώ­ρα τοῦ Πο­τέ, ἀ­γέ­ρα­στος καὶ ἀ­θά­να­τος.

       Ὁ Ἄγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας Paul Kavanagh στὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ κι ἐ­φι­αλ­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Ἀντουὰν ντὲ Σὲντ Ἐξιπερί ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν ὀ­πτι­κή του Borges, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­πέμ­πει στὴν ἰ­δέ­α τοῦ Πλάτωνα γιὰ τὸ παι­χνί­δι: «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α εἶ­ναι ἕ­να παι­χνί­δι, τὸ ὁ­ποῖ­ο, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ τὸ παί­ζου­με μὲ τὴ σο­βα­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­πο­δί­δουν στὸ παι­χνί­δι τους τὰ παι­διά.» [6] Ἀ­να­ρω­τι­έ­ται κα­νεὶς τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­ὰν στὴ σά­λα τοῦ Kavanagh μὲ τὸν πε­ρί­τε­χνο πο­λυ­έ­λαι­ο, ἢ στὸ Πε­ρί­πτε­ρο τῆς Λα­γα­ρῆς Μο­να­ξιᾶς στὸν κῆ­πο τοῦ Borges, συ­ναν­τι­οῦν­ταν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ κρε­μά­σουν τὸν Ἄλ­φρεντ, δι­α­βά­ζον­τάς του ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, μα­ζὶ μὲ τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, τὴν Ἀ­λί­κη, τὸν Πῆ­τερ Πάν, τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, τὴ Μικρὴ Μπιζού τοῦ Modiano, τὸ Γερασμένο κορίτσι  τῆς Erpenbeck, τὸν Μαρτίνο τοῦ Le Clézio (ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς ἔ­χει πεῖ ὅ­τι ὅ­λα ἔ­χουν γρα­φτεῖ, ἀρ­κεῖ νὰ τὰ δι­α­βά­σει κα­νείς), τὴν Κασσάνδρα τῆς Καραπάνου καὶ τὸν Θε­άν­θρω­πο μὲ τὴ μορ­φὴ βρέ­φους ἀ­πὸ τὸ Παιδί τοῦ Παλαβοῦ. Τί βι­βλί­ο θὰ γρα­φό­ταν καὶ τί μορ­φὴ θὰ εἶ­χε;


.

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Μικρή μυθολογία τοῦ Σταμάτη Δαγδελένη.

       Τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Τετράδια ὀνείρων τῆς Ζυράννας Ζατέλη, Ἀλφαβητάρι ἐντόμων τῆς Δήμητρας Κολλιάκου καὶ Τὸ παιδί τοῦ Γιάννη Παλαβοῦ.


Ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα γραφήματα μὲ τὴ μορφή δικτύων ἀ­πὸ τὴ με­λέ­τη τῆς πλο­κῆς τῶν κυ­ρι­ό­τε­ρων σαιξ­πη­ρι­κῶν δρα­μά­των καὶ τῶν σχέ­σε­ων τῶν ἡ­ρώ­ων με­τα­ξύ τους.


Μάϊος 2019
[1]. Πα­λαι­ο­λό­γος Κων­σταν­τῖ­νος (ἐ­πιμ.)· Mini71cuentos, Ἀνθολογία ἱσπανόφωνου μικροδιηγήματος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2014, σελ. 45.
[2] . Ἀ­να­μέ­νε­ται προ­σε­χῶς (Μά­ϊ­ος 2019) καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, Ἐκ­δό­σεις Χα­ρα­μά­δα.
[3]. Ἡ τε­λευ­ταί­α δε­κα­ε­τί­α τοῦ 19ου αἰ. θε­ω­ρεῖ­ται ἡ κο­ρυ­φαί­α πε­ρί­ο­δος γιὰ τὸ ἀγ­γλό­φω­νο δι­ή­γη­μα. Καί­ρια ὑ­πῆρ­ξε ἡ συμ­βο­λὴ τῶν Nathaniel Hawthorne καὶ Edgar Allan Poe, στὰ ἔρ­γα τῶν ὁ­ποί­ων τὸ πα­ρά­δο­ξο, ἡ ἀμ­φι­ση­μί­α καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ ἔ­δω­σαν νέ­ες δι­α­στά­σεις στὸ Ρο­μαν­τι­σμό. O Poe πί­στευ­ε ὅ­τι τὰ ἀόρατα πράγματα εἶναι ἡ μόνη πραγματικότητα. Τὰ δι­η­γή­μα­τά του μα­γνη­τί­ζουν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἕ­ως σή­με­ρα ὡς πρὸς τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη μορ­φὴ καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους. Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας γε­νι­κὰ (καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τοῦ ὑ­πο­εί­δους τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ) δι­ό­τι σύμ­φω­να μὲ τὸν Poe ὁ συγ­γρα­φέ­ας ὀ­φεί­λει νὰ δί­νει τὸν κα­λύ­τε­ρό του ἑ­αυ­τὸ λέ­γον­τας ὅ,τι ἔ­χει νὰ πεῖ στὴ μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τὴ ἔ­κτα­ση: ἐ­φό­σον τὸ δι­ή­γη­μα ἀ­φη­γεῖ­ται μί­α στιγ­μή, ἕ­να ἐ­πει­σό­διο, μί­α σκη­νή, αὐ­τὴ πρέ­πει νὰ συλ­λαμ­βά­νει καὶ νὰ ἀ­να­με­τα­δί­δει στὴν ὁ­λό­τη­τά της ὥ­στε τὸ κεί­με­νο «νὰ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­ζε­ται σὲ μία κα­θι­σιά». Κεν­τρι­κὴ ἔν­νοι­α στὸ βι­βλί­ο του The Philosophy of Composition (1846) καὶ πλέ­ον κα­νο­νι­στι­κὴ ἀρ­χὴ στὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὴν προ­έ­κτα­ση «καὶ νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι ἢ τὴν ὀ­θό­νη» (Lee Rourke, Lauro Zavala, κλ.π).
[4]. Shakespeare William, Τὰ σο­νέ­τα, Εἰ­σα­γω­γὴ–Με­τά­φρα­ση Λ. Ζα­φει­ρο­πού­λου, Gutenberg 2016.
[5] . Στὸ α­να­γεν­νη­σια­κὸ καὶ προ­τε­σταν­τι­κὸ πα­τρι­αρ­χι­κὸ πνεῦ­μα ποὺ κυ­ρι­αρ­χού­σε τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Shakespeare ἡ μη­τρι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ πα­ρου­σί­α πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν ἐν­τὸς τοῦ ἰ­δι­ω­τι­κοῦ καὶ αὐ­στη­ρὰ ὣς τὴ λή­ξη τῆς πε­ρι­ό­δου γα­λού­χη­σης, ἐ­νῶ σὲ σχέ­ση μὲ τὴ δη­μό­σια, ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ ἡ μη­τρι­κὴ πα­ρου­σί­α θε­ω­ροῦν­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νη, κα­τώ­τε­ρη ἢ πε­ρι­φε­ρεια­κή. Αὐ­τὲς οἱ ἐκ­δο­χὲς ἐν­το­πί­ζον­ται στὸ σαιξ­πη­ρι­κὸ ἔρ­γο, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­νά­γον­ται στὴν οἰ­δι­πό­δεια πλο­κή, ὅ­που, σὲ σχέ­ση μὲ τὸν ἥ­ρω­α, ἡ ἰ­δα­νι­κὴ μη­τέ­ρα εἶ­ναι ἡ ἀ­ποῦ­σα ἢ νε­κρὴ μη­τέ­ρα καὶ ἡ ἰ­δα­νι­κὴ κοι­νω­νί­α βα­σί­ζε­ται στὴν κα­τα­στο­λὴ τῆς μη­τρι­κῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας.
[6] . Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὁ Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης στὴ Μικρή Περιοχή.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#6: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μι­κροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Φωτογραφία: Ἕλενα Παπαδοπούλου.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#6]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ τοῦ 2019 κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἡ ἐνδια­φέ­ρουσα συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Samanta Schweblin μὲ τί­τλο Mouthful of birds. Μελε­τη­τές της ἐντοπίζουν συσχε­τισμοὺς μὲ προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως οἱ Raymond Carver καὶ Franz Kafka, ἀλ­λὰ καὶ μὲ δύ­ο κλα­σι­κὲς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ νό­του, τὶς Eudora Welty καὶ Flannery O’ Connor. Ἡ Schweblin ἑ­στιά­ζει στὰ μι­κρά, κα­θη­με­ρι­νὰ θέ­μα­τα καὶ στὰ σκο­τει­νὰ ὑ­πο­στρώ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ συ­νή­θως λε­κτι­κὰ σχή­μα­τα ποὺ δι­ευ­κο­λύ­νουν τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α σὲ ὅ­ποι­ο θέ­μα πραγ­μα­τεύ­ε­ται (πα­ρα­βο­λή, με­τα­φο­ρά, ἀλ­λη­γο­ρί­α καὶ εἰ­κό­να), χωρὶς λυρισμό, μὲ σχε­δὸν παι­δι­κὴ φαν­τα­σί­α, ἐλ­λειπτι­κότητα καὶ χιοῦμορ. Συν­δυά­ζει τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρά­δο­σης μὲ καφ­κι­κὰ στοι­χεῖ­α: τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­στεί­ου στὴν ἐ­φι­αλ­τι­κὴ καὶ ἀ­να­πό­δρα­στη ἀ­γω­νί­α τῆς ὕ­παρ­ξης, τὴν ὑ­πο­νό­μευ­ση τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τὴν ἀ­πό­δο­ση τοῦ ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κοῦ ὡς συν­θή­κη καὶ τοῦ ἀλ­λό­κο­του ὡς δε­δο­μέ­νο. Τὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς (μὲ τί­τλο «Highlights»[1]), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς νε­α­ρῆς γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τα­λεί­πει ὁ σύ­ζυ­γός της σὲ μιὰ ἔ­ρη­μη πε­ρι­ο­χὴ τὸ βρά­δυ ποὺ βρί­σκον­ται κα­θ’ ὁ­δὸν τοῦ γα­μή­λιου τα­ξι­διοῦ τους. Τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι σύν­το­μα ἀ­να­κα­λύ­πτει ὅ­τι ἡ πε­ρι­ο­χὴ εἶ­ναι γε­μά­τη ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νες νύ­φες καὶ τό­σο ἡ δο­μὴ ὅ­σο καὶ ἡ πλο­κὴ τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος ἀ­πο­κτᾶ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ δι­α­στά­σεις ἀρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας.

       Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ πε­ρι­ο­ρι­σμὸς τῶν λέ­ξε­ων ἀ­πὸ ἐ­πι­λο­γή, ποὺ εἶ­ναι ἕ­νας μό­νο ἀ­πὸ τοὺς πολ­λοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν καὶ τὰ μέ­λη τοῦ Oulipo. Ἡ χρή­ση ὅ­μως τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων ἀ­πὸ πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ Lou Beach ἢ ἡ Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, ἔ­χει συμ­βάλ­λει στὴ δι­ά­δο­ση καὶ καλ­λι­έρ­γεια τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δὲ στο­χεύ­ει ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴ δο­κι­μὴ τῶν ὁ­ρί­ων τῆς γλώσ­σας, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως στὴ δη­μι­ουρ­γί­α κει­μέ­νων μὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα, πα­ρὰ τὴ συμ­πύ­κνω­σή τους. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α, ὅ­ταν ἐ­ξε­τά­ζον­ται συ­σχε­τι­σμοὶ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὸ Oulipo, συ­νή­θως ἡ ἔ­ρευ­να ἑ­στιά­ζει στοὺς Raymond Queneau, Italo Calvino καὶ Anne Garréta. Ἡ τε­λευ­ταί­α εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη βρα­βευ­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Oulipo μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Prix Medicis τὸ 2002 γιὰ τὸ βι­βλί­ο της Pas un jour (Not one day) με­τὰ τὸν George Perec (γιὰ τὸ Ζωή: Ὁ­δη­γίες χρή­σε­ως, τὸ 1978) καὶ ἡ πρώ­τη γυ­ναί­κα μέ­λος τοῦ κι­νή­μα­τος ποὺ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, μὲ τί­τλο Sphinx (1986), στὰ ἀγ­γλι­κὰ γιὰ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀ­νά­με­σά σε ἕ­να ζευ­γά­ρι ἀ­προσ­δι­ο­ρί­στου γέ­νους.

       Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν κα­τ’ ἐ­πι­λο­γή, βρί­σκε­ται ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Behrouz Boochani, τοῦ Κούρ­δου-Ἰ­ρα­νοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου καὶ συγ­γρα­φέ­α ποὺ κρα­τεῖ­ται σὲ κέν­τρο με­τα­να­στῶν στὴ Νέ­α Γου­ϊ­νέ­α τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἕ­ξι χρό­νια καὶ φέ­τος κέρ­δι­σε τὰ δύ­ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρα βρα­βεῖ­α γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Αὐ­στρα­λί­α. Κα­τά­φε­ρε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει καὶ τὰ δύ­ο βι­βλία του στέλ­νον­τάς τα τμη­μα­τι­κὰ μέ­σῳ ἐ­φαρ­μο­γῆς κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας σὲ φί­λους ποὺ τὰ συγ­κέν­τρω­σαν σὲ ἑ­νια­ῖα κεί­με­να, χω­ρὶς ὁ ἴ­διος νὰ ἔ­χει εἰ­κό­να τοῦ συ­νό­λου τοῦ κει­μέ­νου του. Ὑ­πὸ τὶς συν­θῆ­κες κρά­τη­σής του, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του, θὰ κιν­δύ­νευ­αν μὲ κα­τα­στρο­φὴ ἢ κλο­πὴ καὶ τὰ χει­ρό­γρα­φά του. Πα­ρὰ τὴν ὁ­μό­φω­νη ἀ­πό­φα­ση τῶν κρι­τῶν γιὰ τὴ δι­ά­κρι­σή του, τοῦ ἀ­πα­γο­ρεύ­θη­κε νὰ πα­ρα­στεῖ στὴν τε­λε­τὴ ἀ­πο­νο­μῆς τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 2019, κι ἔ­τσι τὰ ἀ­πο­δέ­χτη­κε μὲ μιὰ σύν­το­μη μαγνη­τοσκο­πη­μένη ὁμι­λία του ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο κρά­τη­σης.

       Ἡ μπα­λάντα τοῦ λυ­πη­μένου κα­φε­νείου (1951) τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Car­son McCul­lers πραγ­μα­τεύ­ε­ται πα­ρό­μοι­ο θέ­μα μὲ τὴ νου­βέ­λα τοῦ Tho­mas Mann (1939) Ἡ Λό­τε στὴ Βαϊ­μά­ρη, στὴν ὁ­ποί­α ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ­ρω­ΐδα κα­τα­λύ­ει σὲ ἕ­να ἐ­παρ­χια­κὸ παν­δο­χεῖ­ο καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς πα­ρα­μο­νῆς της ἀ­να­στα­τώ­νε­ται ἐκ βά­θρων ὁ μι­κρό­κο­σμος τῆς πό­λης. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers, ἡ συγ­κρο­τη­μέ­νη, δύ­στρο­πη δε­σποι­νὶς Ἀ­μέ­λια, ἰ­δι­ο­κτή­τρια τοῦ κα­φε­νεί­ου, ἐ­ρω­τεύ­ε­ται μὲ ἀ­πρό­σμε­νη παι­δι­κὴ ἀ­φέ­λεια τὸν μι­κρό­σω­μο, καμ­πού­ρη, συμ­πλεγ­μα­τι­κὸ ἐ­ξά­δελ­φο Λά­ι­μον ποὺ φτά­νει στὴ μι­κρή τους πό­λη καὶ τὴν τα­ρά­ζει κι ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει μιὰ μι­κρὴ ὀ­δύσ­σεια ποὺ βι­ώ­νει ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα. Οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Mann εἶ­ναι φω­τει­νοὶ κι εὐ­χά­ρι­στοι: ἡ ἀρ­τί­στα Λό­τε καὶ ὁ (γνω­στὸς) Γκαῖ­τε, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὑ­πο­νο­εῖ­ται ὅ­τι «παί­ζει» ἡ Λό­τε σὲ μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα εὐ­ω­χί­ας ποὺ θυ­μί­ζει κω­μω­δί­α γιὰ ὄ­πε­ρα. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers «ἀ­κού­γε­ται» μιὰ χα­μη­λό­φω­νη μπα­λάν­τα ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ François Villon, ἀλ­λὰ μὲ ἥ­ρω­ες συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἐ­παρ­χί­ας. Καὶ στὶς δύ­ο σύν­το­μες νου­βέ­λες, ὅ­μως, κα­τα­δει­κνύ­ε­ται ἡ κα­τα­λυ­τι­κὴ ἀλ­λη­λο­δρά­ση ἑ­νὸς ξέ­νου μὲ τὰ μέ­λη μιὰ μι­κρῆς κοι­νω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἰ­δέ­α ὅ­τι ἡ ζω­ὴ ὀ­ξυ­γο­νώ­νε­ται ὅ­ταν ἀ­να­δεύ­ε­ται, ὅ­πως καὶ ἡ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν οἱ ἥ­ρω­ες καὶ οἱ μι­κρό­κο­σμοί τους βι­ώ­νουν ὅ,τι πε­ρι­γρά­φει ἡ με­ξι­κα­νι­κὴ πα­ροι­μί­α: Pu­eblo chi­co, in­fier­ne gran­de (Μι­­κρὴ πό­­λη, με­­γά­­λη κό­­λα­­ση).


Τὸ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο The collected stories τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Diane Williams, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­νή­κει στοὺς ζων­τα­νοὺς θρύ­λους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς avant-garde κι ἔ­χει δι­α­δρα­μα­τί­σει κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ ἀ­πο­δο­χὴ κυ­ρί­ως τῆς ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Μα­ζὶ μὲ τὴν Lydia Davis, πα­ρέ­μει­ναν γιὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς, εἴ­τε ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου ὕ­φους τους (ἀ­κραί­α ἀ­φαί­ρε­ση στὴ γλώσ­σα, ἐμ­μο­νὴ μὲ τὴν ὑ­παι­νι­κτι­κὴ ἀ­φή­γη­ση κι ἐ­πι­μο­νὴ στὴν ἀ­νά­δει­ξη τῆς πα­ρα­δο­ξό­τη­τας φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σή­μαν­των θε­μά­των), ἢ λό­γῳ τῆς δυ­σκο­λί­ας τα­ξι­νό­μη­σης τῶν κει­μέ­νων τους σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἡ μὲν Davis βρα­βεύ­θη­κε μὲ τὸ Booker Pri­ze τὸ 2013, ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὴν ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σια­κὴ φω­νή της στὴ συλ­λογὴ δι­ηγη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σιῶν της, ἡ δὲ Williams, ἵ­δρυ­σε τὸ 2000 τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Noon, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται ὁ­δο­δεί­κτης νέ­ων, πρω­το­πο­ρια­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν φω­νῶν καὶ καλ­λι­τε­χνῶν.


Ἡ Ἐλ­βε­τί­δα συγ­γρα­φέ­ας Fleur Jaeg­gy ἀ­πα­σχο­λεῖ τε­λευ­ταί­α τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἐ­ξε­τά­ζε­ται τὸ λα­κω­νι­κὸ ὕ­φος στὰ (ὑ­περ)σύν­το­μα πε­ζά της, καὶ ἡ λο­ξὴ μα­τιά της στὸν τρό­πο ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ θά­να­το καὶ τὴ ζω­ὴ ὑ­πὸ τὴ μό­νι­μη σκιά του. Στὸ ἔρ­γο της ἐν­το­πί­ζον­ται ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κές του Ἄν­τον Τσέ­χωφ, ἑ­νὸς ἀ­κό­μα προ­δρό­μου τοῦ εἴ­δους. Ἡ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο I’m the bro­ther of XX (2017) βρίθει δι­α­κει­με­νι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν, ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται συ­χνὰ σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, μὲ ἥ­ρω­ες ἀ­πὸ τὸν Cal­vino  ἕ­ως τὴν In­ge­borg Bach­mann καὶ τὸν Jo­seph Brod­sky. Τὰ τρί­α δο­κί­μια-μι­κρο­γρα­φί­ες γιὰ τὴ ζω­ὴ τῶν Tho­mas De Quin­cey, John Keats καὶ Mar­cel Schwob ἀ­παρ­τί­ζουν τὸ βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο The­se Pos­sible li­ves (2017) καὶ ἡ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας κι ἐ­δῶ, ὀ­φεί­λει πολ­λὰ στὴ συ­στη­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γειά της τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας. Ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς Jaeggy κα­τα­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἔ­χει ἀρ­χί­σει ἡ δι­ε­θνὴς κρι­τι­κὴ νὰ ἀ­να­θε­ω­ρεῖ τὸ αὐ­το­νό­η­το, ὅ­τι δη­λα­δὴ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­φο­ρᾶ μό­νο ἀγ­γλό­φω­να καὶ ἱ­σπα­νό­φω­να κεί­με­να. Ἰ­δί­ως με­τὰ καὶ τὰ πρόσ­φατα διε­θνῆ συ­νέ­δρια, πλη­θαί­νουν ἀ­να­φο­ρές στὸν Pie­rre Betten­court, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τὸν ὁ­ποῖ­ο μᾶς εἶ­χε συ­στή­σει ὁ Ἐ.Χ.Γο­νατᾶς, ἀλ­λὰ καὶ στὸν I­talo Svevo, ἕ­ναν ἀ­κό­μα κορυ­φαῖο ἐκπρό­σωπο τοῦ δυτι­κοῦ μο­ντερ­νι­σμοῦ. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος, σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἄγ­γλο θε­ω­ρη­τι­κὸ Lee Rourke, ἀ­νή­κει ἐ­πί­σης στοὺς προδρό­μους τῆς σύγ­χρονης μικρο­μυθο­πλασίας, μα­ζὶ μὲ τοὺς Ka­fka καὶ Ro­bert Wal­ser.


Τὸ 1919 ἡ Virginia Woolf στὸ δο­κί­μιό της «Modern Fiction», (δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸ 1921, ὅ­πως καὶ τὰ πο­λὺ σύν­το­μα πε­ζά της Blue and Green), ἀ­να­ζη­τᾶ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ ἐκ­φρά­ζει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος ἀ­πὸ τὶς κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Lee Rourke δὲ χρει­α­ζό­ταν νὰ ψά­ξει πο­λὺ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Robert Walser. Ἡ ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔργο του, «Νὰ εἶ­σαι μι­κρὸς καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νεις μι­κρός» ζων­τα­νεύ­ει μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο στὰ κεί­με­να ποὺ ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ του σὲ νευ­ρο­λο­γι­κὲς κλι­νι­κὲς ἀ­πὸ τὸ 1933 ἕ­ως τὸ θά­να­τό του (1956). Ὁ ἴ­διος ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι εἶ­χε ἐγκα­τα­λείψει τὴ συγ­γρα­φὴ καὶ ὅ­τι δὲν εἶ­χε ἐγ­κλει­στεῖ ἑ­κου­σί­ως γιὰ νὰ γρά­ψει, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ τρε­λα­θεῖ. Ἔ­τσι, ὅ­ταν πέ­θα­νε, τὰ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἡ­με­ρο­λό­για ποὺ βρέ­θη­καν στὴν κα­το­χή του καὶ ἦ­ταν κα­τά­στι­κτα μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ γράμ­μα­τα σὲ μιὰ ἀ­δι­ά­λει­πτη καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτη γρα­φὴ μὲ ἀ­χνὸ μο­λύ­βι, πι­θα­νο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἀ­συ­νάρ­τη­τες ση­μει­ώ­σεις σὲ μιὰ κω­δι­κο­ποι­η­μέ­νη γλώσ­σα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­νο­ή­σει. Τὸ 1972, ὅ­μως, ἀ­να­κα­λύ­φθη­κε ὅ­τι ἦ­ταν σύν­το­μα, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­να ἀ­φη­γή­μα­τα, μὲ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος καὶ τὸ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του, γραμ­μέ­να μὲ τὴ με­σαι­ω­νι­κή, γερ­μα­νι­κὴ γρα­φὴ Alte Deu­tsche Schrift, ποὺ ἐν­δεί­κνυ­ται ἂν θέ­λει κά­ποι­ος νὰ γρά­ψει ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα στὸ πί­σω μέ­ρος μιᾶς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς κάρ­τας. Ὁ Walser τὴν εἶ­χε δι­δα­χθεῖ ὡς μα­θη­τὴς καὶ τὴν τε­λει­ο­ποί­η­σε ὡς ἔγ­κλει­στος. Τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα αὐ­τὰ κυ­κλο­φό­ρη­σαν συγ­κεν­τρω­μέ­να μό­λις τὸ 2012 μὲ τὸν τί­τλο Micro­scripts. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ συ­ναρ­πα­στική ὀδύσ­σεια ἐσω­τε­ρικῆς δια­μά­χης καὶ πει­ρα­μα­τι­σμοῦ, γραμ­μέ­νη στὴ μικρό­τερη δυ­να­τή κλί­μακα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­χθεῖ χει­ρο­γρα­φως καὶ νὰ τὴ δι­α­κρί­νει τὸ ἀν­θρώ­πι­νο μά­τι.

       Στὶς 6 Νο­εμ­βρί­ου 1915, ὁ Franz Kafka ση­μει­ώ­νει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο του[2]: «Τὸ θέ­α­μα τοῦ κό­σμου ποὺ κι­νεῖ­ται σὰν τὰ μυρ­μήγ­κια μπρο­στὰ στὸ χα­ρά­κω­μα καὶ μέ­σα του.» Ἡ λα­κω­νι­κὴ αὐ­τὴ κα­τα­χώ­ρι­σή του συ­νο­ψί­ζει τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ τοῦ εἶ­χε κά­νει τὸ ὁ­μοί­ω­μα χα­ρα­κώ­μα­τος ποὺ εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες σὲ προ­ά­στιο τῆς Πρά­γας, ὡς ψυ­χα­γω­γι­κὸ θέ­α­μα ἐ­πὶ πλη­ρω­μῇ, προ­κει­μέ­νου νὰ συγ­κεν­τρω­θοῦν χρή­μα­τα γιὰ τὸν Ἐ­ρυ­θρὸ Σταυ­ρό. Μὲ τὴ λή­ξη τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου, τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1918, ση­μει­ώ­νει: «Τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου εἶ­ναι ἡ προ­σω­ρι­νό­τη­τά του. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α μπρο­στὰ στὴ φευ­γα­λέ­α στιγ­μὴ οἱ αἰ­ῶ­νες δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα», καὶ πα­ρα­κά­τω, «Ζω­ὴ ση­μαί­νει νὰ βρί­σκε­σαι στὸ κέν­τρο τῆς ζω­ῆς· μὲ μιὰ μα­τιὰ νὰ βλέ­πεις τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­χεις δη­μι­ουρ­γή­σει[3]».


Ἂν δι­α­βά­σει κα­νεὶς τὶς Τρεῖς γυναῖ­κες, τὶς τρεῖς σύν­το­μες νου­βέ­λες τοῦ Robert Musil, θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἀ­παν­τά­ει στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ δι­α­τέ­μνει ὅ­λο το ἔρ­γο του: «πῶς γί­νε­ται νὰ ζή­σου­με πλη­ρέ­στε­ρα; μὲ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ ἑ­νὸς κιν­δύ­νου[4].» Ἐ­πι­πλέ­ον, στὴ Γκρί­τζα (1921) ἐν­το­πί­ζε­ται μιὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κή, συ­νή­θης, πλέ­ον, στὴ μικρομυθοπλασία: πε­τυ­χαί­νει μιὰ δι­α­νο­η­τι­κὴ ἀ­να­τρο­πὴ τῆς ἀν­τι­λη­πτι­κῆς πα­ρά­στα­σης μέ­σῳ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὅ­ρα­σης. Ἐ­νῶ πε­ρι­γρά­φει τί ἔ­βλε­παν ἐρ­γά­τες, μη­χα­νι­κοὶ καὶ χω­ρι­κοὶ ὅ­ταν περ­πα­τοῦ­σαν πρὸς τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ἀν­τι­στρέ­φει τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νία 180ο: «Ὅ­ταν βρί­σκον­ταν [τὰ ἄ­λο­γα] σὲ κά­ποι­α σπη­λιὰ τοῦ βου­νοῦ, δε­μέ­να ἀ­νὰ τρί­α ἢ ἀ­νὰ τέσ­σε­ρα σὲ κά­ποι­ο πε­σμέ­νο δέν­τρο καὶ περ­νοῦ­σες στὶς τεσ­σε­ρά­μι­σι ἀ­πὸ μπρο­στά τους, ἀ­φοῦ εἶ­χες ξε­κι­νή­σει μὲ φεγ­γα­ρό­φω­το στὶς τρεῖς το πρω­ί, τό­τε γύ­ρι­ζαν ὅ­λα μα­ζὶ τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ με­ριά σου· ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, μέ­σα στὸ ἄ­ψυ­χο φῶς τῆς χα­ραυ­γῆς, ἔ­νι­ω­θες σὰν κά­ποι­α σκέ­ψη ἑ­νὸς πο­λὺ ἀρ­γοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ.»

       Ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὸς σὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους τε­χνι­κὲς καὶ ὁ Jorge Luis Bor­ges, ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους προ­δρό­μους τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Νό­τος», ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο Τε­χνά­σμα­τα (1944), ὁ Ντάλ­μαν, ὁ κεν­τρι­κὸς ἥ­ρω­ας, τα­ξι­δεύ­ει μὲ τὸ τρέ­νο πρὸς τὴν πα­τρί­δα του: […] «εἶ­δε ρε­μα­τι­ὲς καὶ λι­μνο­θά­λασ­σες καὶ ζων­τα­νά· εἶ­δε με­γά­λα, φεγ­γο­βό­λα σύν­νε­φα, ποὺ θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν μαρ­μά­ρι­να – κι ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­με­θό­δευ­τα καὶ σκόρ­πια, σὰ νά ‘ταν ὄ­νει­ρα τοῦ κάμ­που». Κο­ρυ­φαῖ­ο πα­ρά­δειγ­μα ἀ­παν­τᾶ­ται καὶ στὴ συλ­λο­γή του Τὸ Ἄ­λεφ (1949). Στὴν ἀρ­χὴ τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου δι­η­γή­μα­τος ση­μει­ώ­νε­ται τὸ ἐ­δά­φιο ἀ­πὸ τὸν Ἄμ­λετ, «Ὤ, Θε­έ μου, θὰ μπο­ροῦ­σα νά ’μαι κλει­σμέ­νος σ’ ἕ­να κα­ρυ­δό­τσου­φλο καὶ νὰ θε­ω­ρῶ τὸν ἑ­αυ­τό μου βα­σι­λιὰ τῆς ἀ­πε­ραν­το­σύ­νης» καὶ ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Μπόρ­­χες, βλέ­πει στὸ σκο­τει­νὸ ὑ­πό­γει­ο ἑ­νὸς σπι­τιοῦ σὲ μιὰ γι­γαν­τια­ία στιγ­μὴ τὸν σύμ­παν­τα κό­σμο μέ­σα σὲ μιὰ φω­τει­νή, ἰ­ρι­δί­ζου­σα σφαί­ρα δι­α­μέ­τρου δύ­ο-τρι­ῶν ἑ­κα­το­στῶν. «[…] εἶ­δα τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ σκο­τει­νοῦ μου αἵ­μα­τος, εἶ­δα τὸ πλέγ­μα τοῦ ἔ­ρω­τα καὶ τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ θα­νά­του, εἶ­δα τὸ Ἄ­λεφ ἀ­π’ ὅ­λα τὰ πρί­σμα­τα, εἶ­δα τὴ Γῆ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ καί, ξα­νά, μέ­σα στὴ Γῆ τὸ Ἄ­λεφ καὶ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ τὴ Γῆ, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὰ σω­θι­κά μου, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό σου καὶ ζα­λί­στη­κα κι ἔ­κλα­ψα, για­τὶ τὰ μά­τια μου εἶ­χαν δεῖ αὐ­τὸ τὸ μυ­στι­κὸ καὶ ἐ­πα­γω­γι­κὸ πράγ­μα ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κα­πη­λευ­θεῖ τ’ ὄ­νο­μά του, μὰ ποὺ κα­νέ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν τό ’χει δεῖ πο­τέ: τὸ ἀ­σύλ­λη­πτο συμ­παν[5]».

       Ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ὁ Ju­lio Cor­tá­zar, ἐ­πί­σης κύ­ριος πρό­δρο­μος τοῦ εἴ­δους. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιὰ»[6] (1966), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἡ ἀ­φή­γη­ση ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ πα­ράλ­λη­λους χρό­νους, δι­α­πλέ­κον­τας ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὰ δύ­ο ἐ­ρω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, μί­α ἀ­πὸ τὴ ρω­μα­ϊ­κὴ καὶ μί­α ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ καὶ ἡ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α ἀλ­λά­ζει δια­ρκῶς. Ἐ­πι­πλέ­ον, στὸ ὑ­περ­σύν­το­μο «Χε­λῶ­νες καὶ κρο­νό­πιο» (1962)[7], δι­ε­γεί­ρει ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ ταυ­τό­χρο­να σκέ­ψη καὶ συ­ναί­σθη­μα καὶ ἀ­πο­γει­ώ­νει τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἐν­συ­ναί­σθη­σης μὲ μί­α μό­νο κί­νη­ση: «Εἶ­ναι γε­γο­νὸς πὼς οἱ χε­λῶ­νες ἀ­γα­ποῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ τὴν τα­χύ­τη­τα, πράγ­μα πο­λὺ φυ­σι­κό. Οἱ ἐ­σπε­ράν­σα τὸ ξέ­ρουν ἀλ­λὰ δὲν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται. Οἱ φά­μα τὸ ξέ­ρουν καὶ τὶς κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν. Οἱ κρο­νό­πιο τὸ ξέ­ρουν καί, κά­θε φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τοῦν μιὰ χε­λώ­να, βγά­ζουν τὸ κου­τὶ μὲ τὶς χρω­μα­τι­στὲς κι­μω­λί­ες καὶ πά­νω στὸν στρογ­γυ­λὸ πί­να­κα τῆς χε­λώ­νας ζω­γρα­φί­ζουν ἕ­να χε­λι­δό­νι.» Ἐ­τού­τη τὴν ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ βα­θιᾶς ἐν­συ­ναί­σθη­σης τῶν φαν­τα­στι­κῶν πλα­σμά­των τοῦ Cortazar θὰ μπο­ροῦ­σε θε­ω­ρη­τι­κὰ νὰ αἰ­τι­ο­λο­γεῖ ὁ Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, ὅ­ταν, τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1957 στὸ Πα­ρί­σι, ση­μεί­ω­νε: «Κα­τὰ βά­θος εἶ­μαι ζή­τη­μα φω­τός[8]». Ἀλ­λὰ νὰ τὰ ἐ­ξαν­θρω­πί­ζει ὁ Ferna­ndo Pes­soa, ἐ­πί­σης πρό­δρο­μος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­ταν στὸ Βι­βλίο τῆς ἀνη­συ­χίας (1913-35) γρά­φει: «Ὅ­ταν θέ­λω νὰ σκε­φτῶ, βλέ­πω», «Για­τί ἐ­γὼ ἔ­χω τὸ μέ­γε­θος αὐ­τοῦ ποὺ βλέ­πω κι ὄ­χι τὸ μέ­γε­θος τοῦ ὕ­ψους μου», ἐ­φό­σον πί­στευ­ε ὅ­τι «Ὁ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸς κό­σμος εἶ­ναι μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα» καὶ πὼς τε­λι­κὰ «Εἴ­μα­στε δύ­ο ἄ­βυσ­σοι-ἕ­να πη­γά­δι ποὺ κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νό».


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

μον­τερ­νι­σμός, Bauhaus, ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


ΦΕΤΟΣ, συμ­πλη­ρώ­νε­ται ἕ­νας αἰ­ώ­νας ἀ­πὸ τὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Βα­ϊ­μά­ρης καὶ ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τῆς σχο­λῆς τέ­χνης τοῦ Bauhaus (1919) ποὺ εὐ­δο­κί­μη­σε μέ­σα στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο τοῦ δυ­τι­κοῦ μοντερ­νι­σμοῦ. Ἡ σχο­λὴ τοῦ Bau­haus, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἐπί­δραση ὑπῆρ­ξε ἐντο­νό­τερη στὴν Ἀμερική, ἐ­πει­δὴ μὲ τὴν ἀ­νά­δυ­ση τοῦ να­ζι­σμοῦ δι­α­λύ­θη­κε τὸ 1933 καὶ δι­έ­φυ­γαν ἐ­κεῖ πολ­λὰ μέ­λη της, ἱ­δρύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Wal­ter Gro­pius, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὁ­ρα­μα­τί­στη­κε μί­α τέ­χνη προ­σι­τὴ στὸ εὐ­ρὺ κοι­νό. Ἡ (ἀ­κραί­α) ἀ­φαί­ρε­ση, ἡ κα­θα­ρό­τη­τα στὴ φόρ­μα, ὁ συν­δυα­σμὸς τοῦ αὐ­στη­ροῦ μὲ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος τοῦ Bau­haus ἐμ­φύ­ση­σαν νέ­ες ἰ­δέ­ες στὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ 20οῦ αἰ. Τὸ 1922, ὁ Gropius, προ­σκα­λεῖ στὴ Βα­ϊ­μά­ρη τὸν Was­sily Kandin­sky, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­λαμ­βά­νει κα­θή­κον­τα κα­θη­γη­τῆ καὶ ἀν­τι­προ­έ­δρου στὴ σχο­λὴ μέ­χρι τὸ 1933. Ὁ Kandinsky στὴν πραγ­μα­τεί­α του Γιὰ τὸ πνευματικὸ στὴν τέχνη (1912) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι «τὴ στιγ­μὴ τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης ὅ­λες οἱ τέ­χνες τεί­νουν σὲ μιὰ ἀ­να­με­τα­ξύ τους προ­σέγ­γι­ση, μὲ βά­ση τὴν κοι­νὴ τά­ση τους πρὸς τὴν ἀ­φαί­ρε­ση (πνευ­μα­τι­κό­τη­τα)».

       Ὁ μον­τερ­νι­σμός, στὸ πλαί­σιο τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται ἀρ­κε­τοὶ πρό­δρο­μοι τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐκ­φρά­στη­κε καὶ μέ­σῳ τῆς δυ­τικῆς λογο­τε­χνίας καὶ εὐ­νό­η­σε τὸ δι­ή­γη­μα. Ἐ­πέ­φε­ρε δο­μι­κὲς ἀλ­λα­γὲς στὴν ἀ­φή­γη­ση, ὅ­πως τὴν ἀ­πο­φυ­γὴ πραγ­μά­τευ­σης χα­ρα­κτή­ρων ἢ ζη­τη­μά­των ἠ­θι­κῆς, τὴν ἑ­στί­α­ση στὰ γε­γο­νό­τα, χω­ρὶς ἀ­πα­ραί­τη­τα χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρά, καὶ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση τῆς συ­νειρ­μι­κῆς καὶ μνη­μο­νι­κῆς ἀ­φή­γη­σης. Χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος, ἐ­νί­ο­τε μὲ τὴν παι­γνι­ώ­δη σο­βα­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ὁ Πλά­τω­νας[9], τὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ Ἐ­αυ­τοῦ, τοῦ Ἄλ­λου, τῶν δι­α­προ­σω­πι­κῶν σχέ­σε­ων, τοῦ λό­γου ὕ­παρ­ξης, σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἄλ­λα­ζε μὲ ἀ­σύλ­λη­πτη τα­χύ­τη­τα.

       Στὸ βι­βλί­ο γιὰ τοὺς μύ­θους τοῦ Niko­lai Leskov ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ γερ­μα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τὸ 1936, ὁ Walter Benja­min στὴν εἰσα­γωγή του συ­νο­ψί­ζει μὲ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἀ­πο­σταγ­μα­τι­κό του λό­γο τὴν ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου: «Μιὰ γε­νιὰ ποὺ εἶ­χε μά­θει νὰ πη­γαί­νει σχο­λεῖ­ο μὲ ἅ­μα­ξες, τώ­ρα στε­κό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νὸ στὴν ἐ­ξο­χή, ὅ­που τί­πο­τε δὲν εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, καὶ κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τά, σ’ ἕ­να πε­δί­ο μά­χης καὶ ρα­γδαί­ας κα­τα­στρο­φῆς, βρι­σκό­ταν τὸ μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα.» Ἀν­τί­στοι­χα, οἱ γε­νι­ὲς τῶν δε­κα­ε­τι­ῶν ’70–’90 ποὺ ἀ­να­τρά­φη­καν ἀ­πὸ γο­νεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς πε­ρι­ό­δου πέ­ρα­σαν τα­χύ­τα­τα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­λο­γι­κὴ στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή, ἀ­πέ­κτη­σαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βλέ­πουν ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο στὸ κε­φά­λι μιᾶς καρ­φί­τσας[10] καὶ βί­ω­σαν τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου, τὸ ἀ­δι­α­νό­η­το κύ­μα βί­ας καὶ μί­σους ποὺ ἄλ­λα­ξε τὴ σε­λί­δα τῆς ἱ­στο­ρί­ας.


Πολ­λοὶ με­λε­τη­τὲς στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ ἀ­πέ­δω­σαν τὴν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ σὲ αὐ­τὸ τὸ κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νός, ὅ­μως ἡ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου εἶ­ναι πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κή. Ἀρ­κεῖ νὰ σκε­φτοῦ­με ὅ­τι βι­ώ­νου­με τὴν «κο­ρύ­φω­ση τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας» στὴν Ἀνθρωπόκαινο ἐ­πο­χή μας, μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ ἀ­να­ζη­τά­ει τρό­πους με­τοί­κη­σής μας σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες. Στὸ ἴ­διο πνεῦ­μα ἀ­να­ζή­τη­σης βρί­σκε­ται καὶ ἡ τέ­χνη. Ἕ­να μό­νο ἐν­δει­κτι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ ἰ­δέ­α τοῦ Ἀρ­γεν­τι­νοῦ εἰ­κα­στι­κοῦ Tomás Saraceno, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρου­σί­α­σε τὸ 2011 στὴ Γερ­μα­νί­α τὴν ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἐγ­κα­τά­στα­ση με­γά­λης κλί­μα­κας Cloud Cities καὶ στὸ δι­ε­θνὲς ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πρό­γραμ­μά του προ­τεί­νει τὴ με­τά­βα­ση στὴν Ἀερόκαινο ἐ­πο­χή[11].

       Σή­με­ρα ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ὄν, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἴ­δια τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά του, ἔ­χον­τας δεῖ ἀ­πεί­ρως πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ πιὸ ἀ­πί­θα­να πράγ­μα­τα ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­γρά­φει ὁ Benjamin, ὁ ὁ­ποῖ­ος μά­λι­στα ὁ­δη­γή­θη­κε στὴν αὐ­το­κτο­νί­α γιὰ νὰ μὴν πέ­σει στὰ χέ­ρια τῆς Γκε­στά­πο. Γιὰ πολ­λοὺς κρι­τι­κούς, ὁ ὑψη­λός βαθ­μὸς ὀπτι­κότη­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ ὡς κα­λει­δο­σκο­πι­κὴ κα­τα­γρα­φὴ τῆς ρέ­ου­σας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῶν πολ­λα­πλῶν καὶ ἀν­τι­φα­τι­κῶν εἰ­κό­νων, μὲ τὴν ἀ­ρω­γὴ καὶ ὑπὸ τὴν ἐπί­δρα­ση τῆς ραγ­δαίας ἐπι­στη­μονικῆς καὶ τε­χνο­λο­γικῆς ἐξέλιξης, ποὺ τῆς πα­ρέ­χει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ δί­νει τὴν αἴ­σθη­ση τῆς συγ­χρο­νί­ας, τῆς ἀ­πευ­θεί­ας ἀν­τα­πό­κρι­σης ἀ­πὸ τὴ σκέ­ψη (τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α) τῶν συγ­γρα­φέ­ων.

       Ὁ David Sless[12] (1981) θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι ἡ ὀ­πτι­κὴ σκέ­ψη εἶ­ναι ἕ­νας μη­χα­νι­σμὸς χει­ρι­σμοῦ τοῦ ὀ­πτι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος μὲ σκο­πὸ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α συγ­κε­κρι­μέ­νων νο­η­μά­των καὶ ὅ­τι ἡ ὅ­ρα­ση εἶ­ναι ἡ ἕ­δρα τῆς εὐ­φυΐ­ας καὶ ὁ Rudolf Arnheim (1999) ὅ­τι ὅ­ρα­ση καὶ σκέ­ψη εἶ­ναι ἀλ­λη­λέν­δε­τες λει­τουρ­γί­ες. Δι­α­πι­στώ­σεις ποὺ ὑ­πο­φώ­σκουν στὶς κυ­ρι­ό­τε­ρες με­λέ­τες τοῦ φαι­νο­μέ­νου (W. Nelles, O. Ette, L. Zavala, κ.λπ.), ὅ­που ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸ δι­ή­γη­μα ποὺ βρῆ­κε γό­νι­μο ἔ­δα­φος στὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ πλαί­σιο τοῦ ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ (π.χ. V. Woolf), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἴ­τε βρί­σκε­ται στὸ με­ταίχ­μιο ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ–ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ ἢ ἀν­τλεῖ δο­μι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο[13], ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ὁ Kafka. Ἔ­τσι, ἐ­λέγ­χε­ται ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμὸ ποὺ ἀ­να­πα­ρι­στᾶ τὴ ση­με­ρι­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (τὸ «ἐ­πι­κα­λού­με­νο κί­νη­τρο» τῆς [μι­κρο]μυ­θο­πλα­σί­ας) καὶ ὡς ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ τὴν ἀλ­λά­ξει, δι­ε­γεί­ρον­τας τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ἐ­ξε­ρευ­νών­τας νέ­ες δυ­να­τό­τη­τες σὲ τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο.

       Ἡ ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ αὐ­τὴ προ­σέγ­γι­ση δὲ λύ­νει τὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ πρό­βλη­μα εὕ­ρε­σης ἑ­νὸς ὁ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δι­χά­ζει τοὺς κρι­τι­κοὺς δι­ε­θνῶς, ὅ­πως τοὺς εἶ­χε δι­χά­σει καὶ τὸν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χουν κα­τα­λή­ξει. Οὔ­τε ἀ­παν­τά­ει στὴ θε­ω­ρη­τι­κὴ δι­α­μά­χη γιὰ τὸ ἂν εἶ­ναι ἢ δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ φω­τί­ζει τὸ κύ­ριο ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα: κο­μί­ζει κά­τι και­νού­ριο καὶ ἂν ναί, πῶς καὶ γιατί ἀνανεώνει τὴν τέχνη τοῦ λόγου, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὴ σύν­θε­τη σκέ­ψη, ἡ ὁ­ποί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη δι­ά­νοι­α καὶ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ Δι­α­φω­τι­σμὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς γνώ­σης;

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α θέ­τει ἐ­ρω­τή­μα­τα, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὅ­λα δεί­χνουν ὅ­τι ἀ­να­βι­ώ­νει ὁ ἠ­θι­κὸς προ­βλη­μα­τι­σμὸς καὶ ὅ­τι ἔ­χει πα­ρέλ­θει ὁ πει­ρα­μα­τι­σμὸς τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Ἡ ἀλ­λα­γὴ τοῦ τρό­που ζω­ῆς κι ἑ­πο­μέ­νως σκέ­ψης ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δι­κτυ­ώ­νει συγ­γρα­φεῖς καὶ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ συμ­βο­λι­κὴ συ­νο­χὴ ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τει βα­θιὰ γνώ­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῶν εἰ­δῶν της καὶ σε­βα­σμὸ στὶς το­πι­κὲς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες. Ἀ­πο­τε­λεῖ δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης καὶ χρή­ζει ad hoc με­λέ­της στὸ πλαί­σιο τῆς σύγ­χρο­νης κουλ­τού­ρας μας ποὺ δι­α­μορ­φώ­νε­ται στα­δια­κά, μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας ἡ ὁ­ποί­α «εἰ­σά­γει κα­τευ­θεί­αν στὴ συμ­βο­λι­κὴ τά­ξη, σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­γί­ζει τὸ νό­η­μα, δη­λα­δὴ σὲ ὅ,τι δυ­σκο­λεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ συ­νεν­νό­η­ση μας[14]». Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο, τὸ ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα κί­νη­ση-συ­ναί­σθη­μα (mocion–emocion) τῆς Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Ottmar Ette ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ θε­ω­ρί­α, φαί­νε­ται νὰ προ­σφέ­ρει μιὰ πρώ­τη πρα­κτι­κὴ ἐ­φαρ­μο­γή.

       Τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­χαν δι­α­κρί­νει οἱ ἐ­πι­με­λη­τὲς τῶν πρώ­των ἀγ­γλό­φω­νων ἀν­θο­λο­γι­ῶν τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘80. Ὁ Irving Howe ἀ­νέ­φε­ρε τὸ πό­σο τολ­μη­ροὶ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πι­χει­ροῦν νὰ ἐ­κτε­θοῦν σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ὅ­που κα­μί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀ­δυ­να­μί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρυ­φτεῖ. Καὶ οἱ Robert Shapard καὶ James Thomas στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοὺς Sudden Fiction: American Short-Short Stories, ση­μεί­ω­ναν: «Ἡ συμ­πύ­κνω­ση προ­κα­λεῖ κά­τι θε­με­λι­ῶ­δες στὴ μορ­φὴ τῆς γρα­φῆς, ποὺ ἀλ­λά­ζει τὸ dna της», καὶ «Ἡ πρω­ταρ­χι­κὴ ποι­ό­τη­τα, ὅ­πως λέ­νε οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ συγ­γρα­φεῖς μας, εἶ­ναι ἡ ζω­ή. Ἰ­δι­αί­τε­ρα συμ­πυ­κνω­μέ­να, ἰ­δι­αί­τε­ρα φορ­τι­σμέ­να, ὑ­πο­νο­μευ­τι­κά, πρω­τε­ϊ­κά, ἐκ­πλη­κτι­κά, ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ δε­λε­α­στι­κά, αὐ­τὰ τὰ ὑ­περ­μι­κρὰ πε­ζὰ δί­νουν μορ­φὴ σὲ ἀ­πό­με­ρα ση­μεῖ­α τοῦ χά­ους καὶ σὲ μί­α σε­λί­δα κά­νουν ὅ,τι κά­νει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα σὲ δι­α­κό­σι­ες. Ἐ­ὰν κα­τα­φέρ­νουν νὰ στα­μα­τοῦν τὸ χρό­νο […], βρί­σκον­ται ἐ­δῶ γιὰ σᾶς, πρω­τί­στως, ὡς ζων­τα­νὲς φω­νές.»

       Ἡ πε­ρι­πλά­νη­ση στὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ κό­σμο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ δαι­δα­λώ­δης δι­α­δι­κτυα­κὸς κι ἔν­τυ­πος μι­κρό­κο­σμος σφύ­ζει ἀ­πὸ κί­νη­ση, δι­ά­νοι­α καὶ ζω­ή, ὡς ἕ­να πε­δί­ο συ­νάν­τη­σης, ὄ­χι μό­νο εἰδῶν ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δε­ῶν ποὺ μᾶς ἔ­χουν ἐμ­φυ­σή­σει, στο­χα­στές, ἐ­πι­στή­μο­νες, καλ­λι­τέ­χνες, πε­ζο­γρά­φοι καὶ ποι­η­τές, πρό­δρο­μοι καὶ μὴ τοῦ εἴ­δους. «Κι­νοῦ­μαι εἶ­ναι ζῶ», ἔ­γρα­φε ὁ Pessoa καὶ ὁ Σε­φέ­ρης τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1949, ση­μεί­ω­νε: «Τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὄ­χι ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι sil est question d’être relu, ἀλ­λὰ νὰ λές: ἐ­γὼ θὰ γρά­ψω, κι ὅ,τι θέ­λει ἂς γί­νει, γιὰ νὰ κρα­τή­σω ζων­τα­νό το πράγ­μα ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴ ζων­τά­νια μου.» Ἰ­δέ­ες ποὺ δὲν ἀ­πέ­χουν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πὸ τὶς γνω­στὲς προ­τρο­πὲς τῆς ἐ­πο­χῆς μας: «ἄ­δρα­ξε τὴ μέ­ρα», «ζῆ­σε τὸ τώ­ρα», «ἐκφράσου ελεύθερα», κ.λπ.

       Συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ὅ­πως τὸ ρε­α­λι­στι­κὸ δι­ή­γη­μα ὡς μί­α «φέ­τα ζω­ῆς»[15]. Θε­ω­ρῶ ὅ­τι λει­τουρ­γεῖ μᾶλ­λον ὡς ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἕ­να ἀ­κα­ρια­ῖο ἐ­ρέ­θι­σμα, ποὺ σπά­ει τὴν «πα­γω­μέ­νη θά­λασ­σα μέ­σα μας», ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ Kafka γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, μὲ μι­κρὲς καὶ συ­χνὲς δό­σεις. Ὅ­πως σὲ ὅ­λα τα εἴ­δη λό­γου, ἔ­τσι καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὑ­πάρ­χουν δι­α­κυ­μάν­σεις ὡς πρὸς τὸ ποι­ο­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να, ὅ­μως, ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ ἀ­πό­λαυ­ση προ­κα­λεῖ ἀ­ναγ­κα­στι­κὴ στά­ση στὸν ἀ­σύλ­λη­πτο ρυθ­μὸ τῆς ζω­ῆς μας, ἐ­φό­σον συ­χνὰ ὁ χρό­νος ἀ­νά­γνω­σης εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρος τοῦ χρό­νου ἐγ­κε­φα­λι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας, λό­γῳ πυ­κνῶν νο­η­μά­των, ὑ­ψη­λοῦ βαθ­μοῦ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας, ἔκ­πλη­ξης ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ δει­νό­τη­τα (τό­σο μι­κρὸ καὶ τό­σο κα­λό), ποὺ ὁ­δη­γοῦν σὲ πολ­λα­πλὲς ἀ­να­γνώ­σεις. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο, μιὰ μα­τιὰ στὸ ἀ­έ­να­ο καὶ ἄ­χρο­νο της Ζω­ῆς καὶ στὴ συσ­σω­ρευ­μέ­νη γνώ­ση μας τό­σων αἰ­ώ­νων. Μί­α νύξη γιὰ τὸ τί εἶναι μικρὸ καὶ τί μεγάλο καὶ στὸ πῶς μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἐκ­φρά­σει καὶ νὰ παί­ξει κα­νεὶς μὲ αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ G. Bachelard, ἀλ­λὰ μᾶς δί­δα­ξε κα­λὰ ὁ δυ­τι­κὸς μον­τερ­νι­σμός.


 

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: γρα­φή­μα­τα


ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ τῆς Google Books NGram Viewer μπο­ρεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα γρα­φι­κὰ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἀ­να­ζη­τή­σεις του στὴ βά­ση δε­δο­μέ­νων τῶν βι­βλί­ων στὴν Google, ἂν καὶ σὲ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες γλῶσ­σες κι ἐ­θνι­κὲς γραμ­μα­τεῖ­ες ἀ­κό­μα (στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ἰ­α­πω­νι­κή, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δὲν πα­ρέ­χε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα).


Ὡ­στό­σο τί μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με:

Game (παι­χνί­δι) = στα­θε­ρὴ ἀ­πὸ τὸ 1850 ἕ­ως τὸ 1920 ποὺ ἔ­χου­με μιὰ πρώ­τη κο­ρύ­φω­ση ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, μι­κρὴ ὕ­φε­ση ἕ­ως τὸ 1964 καὶ ἀ­νο­δι­κὴ πο­ρεί­α ἕ­ως τὸ 2008.

Life,death (ζω­ή, θά­να­τος) = ἀ­να­ζή­τη­ση γιὰ τὴν πε­ρί­ο­δο 1500-2008: ἀ­πὸ τὸ 1750 στα­θε­ρὰ ἀ­νο­δι­κὰ ἡ ζω­ή.

minificción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ) = ἀ­πὸ τὸ 1981 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

microcuento (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὰ ἱ­σπα­νι­κά) = 1961-1987 στα­θε­ρὴ πο­ρεί­α καὶ ἀ­πὸ τό­τε κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

short-short story (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα) 1905-1912 ἐμ­φα­νί­ζε­ται, 1928-1945 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση στὴ χρή­ση τοῦ ὅ­ρου, ἔν­το­νες δι­α­κυ­μάν­σεις μέ­χρι τὸ 1960 κι ἔ­κτο­τε μιὰ στα­θε­ρὴ ἐμ­φά­νι­ση ἕ­ως τὸ 2008.

microfiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ αὔ­ξη­ση χρή­σης τοῦ ὅ­ρου ἀ­πὸ τὰ μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.

flash fiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ὁ­μοί­ως, ἂν κι ἐ­δῶ κα­τα­γρά­φον­ται καὶ κά­ποι­ες ἐν­δι­ά­με­σες κο­ρυ­φώ­σεις (1892-1926, 1934-1942 καὶ 1981-2008 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

micronarratives (μι­κρο­α­φη­γή­σεις)= ἡ αὔ­ξη­ση εἶ­ναι ρα­γδαί­α ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὸ τρα­γού­δι τοῦ Jaques Brel (1967) La chanson des vieux amants (Τὸ τρα­γού­δι τῶν πα­λι­ῶν ἐ­ρα­στῶν), γιὰ τὸν στί­χο «τε­λι­κὰ χρει­ά­στη­κε πο­λὺ τα­λέν­το γιὰ νὰ γε­ρά­σου­με χω­ρὶς πο­τὲ νὰ ἐ­νη­λι­κι­ω­θοῦ­με» («Finalement, Il nous fallut bien du talent Pour être vieux sans être adultes»).


Τὸ βι­βλί­ο The storyteller τοῦ Walter Benjamin (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Τὸ βι­βλί­ο Ἡ ἱστο­ρία τοῦ ματιοῦ τοῦ Geor­ges Ba­tail­le.


Τὸ βι­βλί­ο Καβου­ρη­δὸν καὶ Παρα­δρόμως. Μικρὲς σπου­δὲς γιὰ τὸ ἄθλη­μα τῆς γραφῆς τοῦ Δη­μή­­τρη Δη­μη­­ρού­λη.


Ὁ ὁ­δη­γὸς συγ­γρα­φῆς (στὰ ἀγ­γλι­κὰ) γιὰ δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῶν Hum­mel H.K. καὶ Le­nox Ste­pha­nie μὲ τί­τλο ShortForm Crea­tive Wri­ting: A Wri­ters Gui­de and Antho­lo­gy, στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φουν συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως o­ι: Matt Bell, Lydia Davis, Nata­lie Diaz, Amy Hem­pel, Ja­mai­ca Kin­caid, Ada Limon, Justin Torres, and O­cean Vuong. Γιὰ ἐ­νη­με­ρώ­σεις ἀγ­γλό­φω­νων βι­βλί­ων μὲ συμ­βου­λὲς γιὰ πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τὲς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Poets & Writers.


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο 83 Ἱ­στο­­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­­μεῖ­ο Μη­δέν, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῶν Βασίλη Μα­νου­σά­κη, Ἡρῶς Νι­κο­πού­λου καὶ Ἕλενας Σταγ­κου­ρά­κη.


Διαδίκτυο


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὰ 100 χρό­νια τοῦ Bau­haus τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Da­zeen γιὰ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη.


Τὰ δύ­ο ἐκ­παι­δευ­τι­κά, δω­ρε­ὰν προ­γράμ­μα­τα ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Harvard γιὰ τὴ Μον­τέρ­να καὶ τὴν Παγ­κό­σμια Λο­γο­τε­χνί­α, Mo­dern Master­pie­ces of World Li­tera­ture & Master­pieces of World Li­terature.

Διά­ρκεια: 8 καὶ 12 ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τί­στοι­χα

Διά­ρκεια πρό­σβα­σης στὸ πρό­γραμ­μα: Φε­βρουά­ριος-Αὔ­γου­στος 2019.

Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή.


Διαγωνισμοί


Οἱ δύ­ο δι­α­γω­νι­σμοὶ τῆς Na­tional Flash Fiction Day ποὺ δι­ορ­γα­νώ­νε­ται στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α κά­θε Κα­λο­καί­ρι ἀ­πὸ τὸ 2012:

  1. The 2019 Anthology: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 500 λέ­ξεις μὲ θέ­μα «Πόρ­τες» γιὰ τὴν ἐ­τή­σια δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἐκ­δί­δει. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.50 γιὰ ἕ­να, £4.00 γιὰ δύ­ο καὶ £6.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.
  2. The 2019 Micro Fiction Competition: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 100 λέ­ξεις, ἐ­λεύ­θε­ρο θέ­μα. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.00 γιὰ ἕ­να, £3.50 γιὰ δύ­ο καὶ £5.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.

Ὁ δι­α­γω­νι­σμὸς Winter 2019, μὲ κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 31 Μαρ­τί­ου 2019, στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Narrative. Γιὰ ἄλ­λους δι­α­γω­νι­σμούς του γιὰ δι­ά­φο­ρες κα­τη­γο­ρί­ες καὶ προ­θε­σμί­ες ποὺ τρέ­χουν, δεῖ­τε εδώ.


Μάρ­τιος 2019


[1]. Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα στὰ ἀγ­γλι­κὰ εδώ.
[2]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ ἡ­με­ρο­λό­για, μτφρ. Ἄ. Βε­ρυ­κο­κά­κη, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1998, σελ. 367.
[3]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ μπλὲ τε­τρά­δια, μτφρ. Γ. Βαμ­βα­λῆς, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1982, σελ. 58.
[4]. Ρόμ­περτ Μού­ζιλ, Τὸ Μαγεμένο Σπίτι, Ἡ Γκρίτζα, μτφρ.- εἰ­σα­γω­γὴ Ἀλ. Ἴ­σα­ρης, Ἠ­ρι­δα­νός, Ἀ­θή­να (δὲν ἀ­να­γρά­φε­ται ἔ­τος ἔκ­δο­σης), σελ.19.
[5]. Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Ἅ­παν­τα πε­ζά, μτφρ. –ἐ­πι­μέ­λεια- σχό­λια Ἀχ. Κυ­ρι­α­κί­δης, 7η ἔκ­δο­ση, Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2009, σσ. 220, 343-5.
[6]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιά, μτφρ. Γ.Δ.Χουρ­μου­ζιά­δης, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1984, τὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μα σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη.
[7]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἱ­στο­ρί­ες τῶν Κρο­νό­πιο καὶ τῶν Φά­μα, μτφρ. Ἑλ. Χα­ρά­τση, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1983.
[8]. Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, Ζή­τη­μα Φω­τός, Ὁ Θα­νά­σης Χα­τζό­που­λος ἀν­θο­λο­γεῖ τὶς Μέ­ρες τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, Μπά­στας – Πλέσ­σας, Ἀ­θή­να, 1995.
[9]. Στὴ Διάκριση (1979) ὁ Pier­re Bour­dieu με­λε­τᾶ ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ πλῆ­θος κοι­νω­νι­κῶν ὁ­μά­δων, ἀ­να­λύ­ει τὸ γοῦ­στο κι ἐ­πα­να­φέ­ρει τὸν homo aestheticus στὸ κέν­τρο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἐ­πι­στή­μης. Μέ­σῳ μιᾶς σχε­σια­κῆς προ­σέγ­γι­σης ὅ­λων των ἐκ­φάν­σε­ων τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς τῆς ἐ­πο­χῆς του ἀ­να­λύ­ει τε­λι­κὰ τὸ σύν­θε­το δε­σμὸ με­τα­ξὺ κουλ­τού­ρας, ἐ­ξου­σί­ας καὶ ταυ­τό­τη­τας. Ἡ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸν κό­σμο (καὶ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Goffman) ποὺ παίρ­νει κα­νεὶς ὅ­ταν, χω­ρὶς πνεῦ­μα σο­βα­ρό­τη­τας, παίρ­νει στὰ σο­βα­ρά το παι­χνί­δι, μὲ τὴν πλα­τω­νι­κὴ ἔν­νοι­α, ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση καὶ συ­νι­στᾶ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἀ­στι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ κό­σμου. Προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ τὴ βι­ώ­σει κα­νείς, ὅ­μως, εἶ­ναι, ἂν ὄ­χι νὰ «κα­τα­στή­σει τὴν ὕ­παρ­ξή του κά­τι σὰν παι­δι­κὸ παι­χνί­δι, ὅ­πως ὁ καλ­λι­τέ­χνης, του­λά­χι­στον νὰ πα­ρα­τεί­νει πο­λύ, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή, τὴ σχέ­ση μὲ τὸν κό­σμο τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας» (σελ. 96). Ἔ­τσι μπο­ρεῖ νὰ δι­α­τη­ρη­θεῖ ἡ ἀ­πό­λαυ­σή του νὰ παί­ζει κα­λὰ τὸ (πο­λι­τι­στι­κὸ) καὶ κά­θε παι­χνί­δι, μὲ τὴ δι­κή του τέ­χνη τοῦ παί­ζειν, μὲ κα­νό­νες ποὺ ὀ­φεί­λει νὰ γνω­ρί­ζει κα­λά, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ καὶ νὰ τοὺς σπά­ει. Μιὰ ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ τρέ­φε­ται μὲ λε­πτὲς νύ­ξεις καὶ συ­σχε­τι­σμοὺς καὶ καί­ει ἀ­σί­γα­στα. Ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται καὶ ἡ ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση αἴ­σθη­ση τῆς δι­ά­κρι­σης, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ «ἐ­πί­κτη­τη δι­ά­θε­ση καὶ λει­τουρ­γεῖ μὲ τὴ σκο­τει­νὴ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τοῦ ἐν­στί­κτου» (σελ. 538).
       Ἰ­δέ­α τοῦ Γάλ­λου στο­χα­στῆ ἡ ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ —ἐ­κτός των ὁ­ρί­ων τοῦ μι­κρο­α­στι­σμοῦ ποὺ τὴν ἐν­τάσ­σει συ­χνὰ στὴ Δι­ά­κρι­ση— σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὸν homo ludens τοῦ Johan Huizinga τοῦ δυ­τι­κοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ.
[10]. Doreen Massey and John Allen (eds), Geography matters – A reader, Cambridge University Press, N. York, 1984.
[11]. Ο Richard Boyd Hauck συγ­κα­τα­λέ­γει στὸ βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο A Cheer­ful Ni­hi­lism (1971), τὸν ἐ­πί­σης πρό­δρο­μο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Do­nald Bar­thelme, στοὺς κο­ρυ­φαί­ους Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ πα­ρά­δο­ξου καὶ τοῦ ἀ­να­τρε­πτι­κοῦ χι­οῦ­μορ, ὡς «εὐδιάθετο μηδενιστή», μα­ζὶ μὲ τοὺς Melville, Mark Twain καὶ James Thurber καὶ τὸν συν­δέ­ει μὲ τὸν Kafka καὶ τὸν Camus. Στὸ δι­ή­γη­μά του μὲ τί­τλο «The Balloon»(πρώ­τη ἔκ­δο­ση 1968) ὁ Barthelme πε­ρι­γρά­φει τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τῶν Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζων τῆς ἐ­πο­χῆς ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να τε­ρά­στιο μπα­λό­νι στὸν οὐ­ρα­νὸ τῆς πό­λης καὶ πῶς κά­ποι­οι ἐκ­δη­λώ­νουν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τους νὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι μέ­σα σὲ αὐ­τὸ καὶ νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βα­στεῖ σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν Μειω­μένη Βαρύ­τη­τα τῆς Kara Oakleaf.
[12]. David Sless, Learning and Visual Communication, Halsted Press, N. York –London, 1981.
[13] . Ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός: καλ­λι­τε­χνι­κὸ κί­νη­μα ποὺ πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ Γερ­μα­νί­α στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ἀ­νή­κει στὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴ πρω­το­πο­ρί­α καὶ συν­δέ­ε­ται μὲ τὸ μον­τερ­νι­στι­κὸ κί­νη­μα. Στὴ λο­γο­τε­χνί­α προ­κύ­πτει ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμό, τὸ να­του­ρα­λι­σμὸ καὶ τὸ συμ­βο­λι­σμό. Ἡ ἐ­πα­να­στα­τι­κό­τη­τά του ἔγ­κει­ται στὴν ἄρ­νη­ση τῆς ἀ­λη­θο­φά­νειας καὶ τῆς πι­στῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Προ­βάλ­λει τὴν ἐμ­πει­ρι­κὴ γνώ­ση μέ­σῳ τῆς φαν­τα­σί­ας, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἔκ­στα­ση καὶ τὴν ἀ­πό­γνω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὶς με­γα­λου­πό­λεις καὶ στὶς μη­χα­νές. Ἡ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὴ δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς δι­ά­λυ­σης καὶ τῆς ἀ­να­γέν­νη­σης τῆς κοι­νω­νί­ας ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἀν­τι­πο­λε­μι­κὴ ὀ­ξύ­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή.
[14]. Denys Cuche, Ἡ ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας στὶς κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, μτφρ. Φ. Σι­ά­τι­στας, Τυ­πω­θή­τω, Ἀ­θή­να, 2001, σελ. 13.
[15]. Θα­νά­σης Θ. Νιά­ρχος (ἐ­πι­μέ­λεια), Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Δι­η­γή­μα­τος, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Ἡ πο­ρεία τοῦ ὅ­ρου micro­fiction στὴν βι­βλιο­πα­­ρα­γωγὴ τῆς ἀγ­γλικῆς γλώσ­σας ἀ­νά­μεσα στὰ ἔ­τη 1850-2000. Γρά­φη­μα ἀ­πὸ τὸ Google Books NGram Viewer.

Κατηγορίες: Χριστοδούλου Δήμητρα Ἰ., Μικρομυθοπλασία, Ἀναφορές.



		

	

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz): Ἐ­ρω­τΑ­πο­κρί­σεις μὲ τὸν Κλέ­μενς Ζέτς



Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz)


Ἐ­ρω­τΑ­πο­κρί­σεις μὲ τὸν Κλέ­μενς Ζέτς


E: Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο ἀ­πό­φθεγ­μα ποὺ σοῦ ἀ­ρέ­σει ἢ ποὺ θε­ω­ρεῖς ὅ­τι εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ται­ρια­στὸ ἢ καὶ σχε­τι­κὸ μὲ τὴ μι­κρο­α­φή­γη­ση, ποὺ νὰ ἀ­νή­κει εἴ­τε σε κά­ποι­ον συγ­γρα­φέ­α εἴ­τε σὲ κά­ποι­ον ποὺ νὰ δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται σὲ πε­δία ἄλ­λα ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­πως λ.χ. ἄλ­λες τέ­χνες, οἱ ἐ­πι­στῆ­μες, ἡ φι­λο­σο­φί­α, ἡ θρη­σκεί­α ἢ ἀλ­λοῦ;

 

Α: «Μί­λα γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου κι αἴ­νιγ­μα θά ‘ναι», λέ­ει ἡ Σφίγ­γα στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ Φά­ου­στ τοῦ Γκαῖ­τε.[1]

  

Ε: Ἔ­χεις κά­ποι­α ἀ­γα­πη­μέ­νη μι­κρο­α­φή­γη­ση ἢ συγ­γρα­φέ­α, ἢ ἀ­γα­πη­μέ­νο βι­βλί­ο μι­κρο­α­φη­γή­σε­ων;

 

Α: Ὁ Φε­λὶξ Φε­νε­όν, ἕ­νας Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­γρα­φε αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νό­μα­ζε «Ἱ­στο­ρί­ες τῶν τρι­ῶν ἀ­ρά­δω­ν» γιὰ τὴ Φιγ­κα­ρό – μι­κρές, ἐν­δε­λε­χεῖς μα­τι­ὲς στὴν ἀ­νε­ξάν­τλη­τη πε­ρι­έρ­γεια τῶν ἀν­θρώ­πι­νων ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σε­ων. Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα: «Τὴν Μαν­τὰμ Κουν­τέρκ, τοῦ Σαὶντ-Οὐ­έν, τὴν ἀ­πέ­τρε­παν δια­ρκῶς ἀ­π’ τὸ νὰ κρε­μα­στεῖ ἀ­πὸ τὸ μάν­τα­λο τοῦ πα­ρα­θύ­ρου της. Μό­λις ἐ­ξαν­τλή­θη­κε ἡ ὑ­πο­μο­νή της, πέ­τα­ξε πά­νω ἀ­π’ τὰ λι­βά­δια.»

 

Ε: Τί δι­α­βά­ζε­τε τώ­ρα;


Α: Τὸ Κρι­στὶν Λά­βραν­σντάτ­τερ τῆς Σίγ­κριντ Οὔν­τσετ – τὸ ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­το τῆς μι­κρο­α­φή­γη­σης.

 

Ε: Τί προ­σφέ­ρει ἡ μι­κρο­α­φή­γη­ση στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες, ποὺ δὲν προ­σφέ­ρει ἡ ἀρ­γὴ (κα­νο­νι­κὴ) ἀ­φή­γη­ση;

 

Α: Τὴν ἀ­πο­λαυ­στι­κὰ πα­ρά­δο­ξη αἴ­σθη­ση τῆς ἀ­νά­γνω­σης ποὺ δι­α­φαί­νε­ται στὰ λό­για τοῦ Ἄμ­λετ: «Ὦ, Θε­έ μου, κι ἂν ἤ­μουν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος σὲ ἕ­να κα­ρυ­δό­τσου­φλο, θὰ μὲ λο­γά­ρια­ζα γιὰ βα­σι­λιὰ τοῦ ἀ­πεί­ρου.»

 

Ε: Ἔ­χει προ­κύ­ψει κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα σας ἀ­φη­γή­μα­τα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρο­α­φή­γη­ση ἢ τὸ ἀ­νά­πο­δο;

 

Α: Ναί, συμ­βαί­νει πο­λὺ συ­χνά. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α δι­α­μορ­φώ­νει προ­ο­δευ­τι­κὰ ἀ­πὸ μό­νη της τὴ φόρ­μα ποὺ τῆς χρει­ά­ζε­ται γιὰ νὰ ὑ­πάρ­ξει.


[1] Πρόκειται γιὰ τὸν στ. 7132 τοῦ Δευτέρου μέρους τοῦ Φάουστ (Sprich nur dich selbst aus, wird schon Rätsel sein). Ἡ μετάφραση προέρχεται ἀπὸ τὴν ἔκδοση: Goethe, Φάουστ, (εἰσ.-μτφρ.-σχόλ.: Π. Μάρκαρης), Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2003).


Πη­γή: Cl. Setz (μτφρ.: Ρ. Constantine), «Τwo stories», World Li­te­ra­tu­re Today 86, 5 (Σε­πτέμ­βριος/Ὀ­κτώ­βριος 2012) 62.

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz) (Γκρὰτς τῆς Αὐ­στρί­ας, 1982). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα ἔ­γι­νε τὸ 2007. Ἔ­χει προ­τα­θεῖ δύ­ο φο­ρὲς γιὰ τὸ Γερ­μα­νι­κὸ Βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου, ἐ­νῶ ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Βρα­βεῖ­ο Βι­βλί­ου τῆς Λει­ψί­ας (2011) καὶ τὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Βρα­βεῖο Wil­helm Ra­a­be (2015). Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον φε­ρέλ­πι­δες συγ­­γρα­φεῖς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hershman


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#5]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Ta­nia Hershman: Ἡ μικρομυθοπλασία

κλονίζει τὶς βεβαιότητες

καὶ ἀπελευθερώνει τὴ δημιουργικότητά μας


* Συνέντευξη μὲ τὴν Tania Hershman *


Ἡ συ­νέν­τευ­ξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἑ­νὸς τρι­ε­τοῦς ἐ­ποι­κο­δο­μη­τι­κοῦ δι­α­λό­γου κι ἀν­ταλ­λα­γῆς ἀ­πό­ψε­ων στὴ διάρ­κεια τῆς ἔ­ρευ­νάς μας ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­φε­τη­ρί­ες καὶ προ­ο­ρι­σμούς. Ξε­κί­νη­σε μέ­σω ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου τὸ 2015, ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τὸ Νο­­έμ­βριο τοῦ 2018 κι ἐ­πι­και­ρο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ κοι­νοῦ, ὅ­ταν πλέ­ον ἡ Hersh­man εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Bath Spa University, μὲ τὴ δια­τρι­βή της νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α γιὰ τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ Σω­μα­τι­δια­κῆς Φυ­σι­κῆς.

       Ἡ συ­νέν­τευ­ξη ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν κοι­νή μας πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α κι­νεῖ­ται δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ συγ­χρο­νι­κὰ πρὸς τὸν ἄ­ξο­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Σή­με­ρα σχε­τί­ζε­ται καὶ μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη, μὲ τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ μα­κρο-ἐ­πί­πε­δο στὸ μι­κρο-ἐ­πί­πε­δο, ἐ­νῶ, ἐ­πι­πλέ­ον ἡ με­λέ­τη της εἶ­ναι δι­ε­πι­στη­μο­νι­κή, σύμ­φω­να μὲ τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ θε­ω­ρη­τι­κῶν ποὺ συμ­με­τέ­χουν στὸν πρό­σφα­το συλ­λο­γι­κὸ τό­μο κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο Mini­fic­ción y nano­fi­lo­lo­gía. La­ti­tu­des de la hi­per­bre­ve­dad (2017), ἀλ­λὰ καὶ τῶν πρό­σφα­των δι­ε­θνῶν συ­νε­δρί­ων (2018).

Δ.Χ.: Δή­μη­τρα Χρι­στο­δού­λου.

T.H.: Tania Hershman.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ὁ­ρο­λο­γί­α


Δ.Χ. Ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80 ἔ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ δι­ά­φο­ροι ὅ­ροι γιὰ τὴν πο­λὺ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα, ὅ­πως sudden fiction, microfiction, minificción, flash fiction, hint fiction, short-shorts, postcard stories, minute stories, bonsai stories, κ.ἄ. Σή­με­ρα σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες κα­τα­γρά­φον­ται προ­σπά­θει­ες νὰ ἐ­πι­νο­η­θοῦν ὅ­ροι συμ­βα­τοὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο καὶ τὴν ἐ­θνι­κή τους λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­πως kortprosa,  f­i­c­t­i­on é­c­l­a­ir,  r­e­l­a­to m­i­n­i­mo, b­r­at f­i­k­t­i­on, p­l­u­d­s­e­l­ig f­i­k­t­i­on, l­y­n­f­i­k­t­i­on, m­а­л­ая п­р­о­за,  l­y­n­f­i­k­s­j­on, μικρομυθοπλασία, chō tanpen shōsetsu, κ.ἄ. Ἐ­σεῖς, ποιόν ὅ­ρο (ἢ ὅ­ρους) χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε συ­νή­θως γιὰ τὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Συ­νή­θως τὶς ἀ­πο­κα­λῶ ἁ­πλῶς «μυ­θο­πλα­σί­ες» (fictions), ἂν καὶ ὅ­σο περ­νά­ει ὁ και­ρὸς ἀ­πο­φεύ­γω ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸν τὸν ὅ­ρο ἐ­πει­δὴ γρά­φω καὶ ποί­η­ση καὶ δὲν ξέ­ρω ποῦ τε­λει­ώ­νουν καὶ ποῦ ἀρ­χί­ζουν τὰ ὅ­ρια πιά!


Δ.Χ. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι μό­λις πρό­σφα­τα ἐ­ρευ­νη­τὲς ἔ­χουν ξε­κι­νή­σει νὰ ἑ­στιά­ζουν σὲ αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο, θὰ ἀ­πο­δε­χό­σα­σταν, του­λά­χι­στον προ­σω­ρι­νά, τὸν ὅ­ρο microfiction (μικρομυθοπλασία[1]) ὡς τὸν πιὸ ἀ­να­γνω­ρί­σι­μο δι­ε­θνῶς κι εὔ­στο­χο μέ­χρι στιγ­μῆς;


T.H. Ἀ­σφα­λῶς!


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: εἶ­δος δι­κτύ­ου, δεί­κτης ἀλ­λα­γῆς σκέ­ψης καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο


Δ.Χ. Κά­ποι­οι κρι­τι­κοὶ δι­α­τεί­νον­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ ἕ­να ὑ­βρί­διο ποὺ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ προ­σμεί­ξεις μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ὅ­πως ἡ νου­βέ­λα, τὸ δι­ή­γη­μα, ἡ πε­ζο­ποί­η­ση, κ.λπ. Ἄλ­λοι ση­μει­ώ­νουν ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἐ­φή­με­ρη ἔ­κρη­ξη τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­πό­σπα­σης τῆς προ­σο­χῆς τῶν ἀ­να­γνω­στῶν στὴν ἐ­πο­χή μας, τῆς προ­ηγ­μέ­νης ψη­φια­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τῆς κα­τα­κό­ρυ­φης αὔ­ξη­σης προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς δι­ε­θνῶς. Ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἄ­πο­ψή σας γιὰ τὸ θέ­μα;


T.H. Δὲν πι­στεύ­ω ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­τι και­νού­ριο, ἔ­χου­με πολ­λὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που ἕ­ως τὸν Κάφ­κα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, κι ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους μου συγ­γρα­φεῖς τοῦ εἴ­δους, τὸν Ri­chard Brau­ti­gan, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Revenge of the Lawn μὲ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «ὑ­περ- σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1970. Αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πό­σπα­ση προ­σο­χῆς μὲ ἐ­ξορ­γί­ζει, δι­ό­τι μιὰ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α —καὶ ἰ­δί­ως ἡ μι­κρό­τε­ρη σὲ ἔ­κτα­ση— ἀ­παι­τεῖ τὴν ἀ­πό­λυ­τη προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ἂν καὶ γιὰ πο­λὺ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Συμ­φω­νῶ, ὡ­στό­σο, ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἕ­να χρή­σι­μο ἐρ­γα­λεῖ­ο γιὰ τὰ ἐρ­γα­στή­ρια γρα­φῆς.


Δ.Χ. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἔ­ρευ­νάς μου πα­ρα­τή­ρη­σα ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συ­νι­στᾶ ἕ­να εἶ­δος (γλωσ­σι­κοῦ) δικτύου[2] καὶ λει­τουρ­γεῖ ὡς τέ­τοι­ο: προ­σπά­θεια σύ­στα­σης ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς καὶ κοι­νω­νι­κῆς ὑ­πό­στα­σης, οἰ­κου­με­νι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὅ­πως λ.χ. τυ­πο­ποί­η­ση καὶ ὁ­μο­γε­νο­ποί­η­ση τῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­κτε­τα­μέ­νη ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν βα­σι­κῶν κα­νό­νων ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, κ.ἄ. Ἐ­πί­σης, δι­α­φαί­νε­ται ἡ πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­σή της, ὅ­πως τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου στὶς ἀρ­χές του καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο: γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ δη­μο­φι­λὴς συγ­κρι­τι­κὰ μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο πα­ρα­δο­σια­κὸ εἶ­δος στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, δι­ό­τι ἐ­ξε­λίσ­σε­ται σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ταυ­τό­χρο­να σὲ ψη­φια­κὴ μορ­φή. Ὡς ἐκ τού­του ἐκ­δη­μο­κρα­τί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ λο­γο­τε­χνί­α —ἀ­νοι­χτὴ πρό­σβα­ση, δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα, ἐμ­βά­θυν­ση— καὶ δη­μι­ουρ­γεῖ πα­νο­μοι­ό­τυ­πες γλωσ­σι­κὲς δο­μὲς σ’ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Ὡ­στό­σο, πα­ρα­μέ­νει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­πλο­κη: δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸς ὅ­ρος, τυ­πο­λο­γί­α, με­θο­δο­λο­γί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Φαί­νε­ται, λοι­πόν, ὅ­τι τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­ναι δεί­κτης ἀλ­λα­γῆς τῆς σκέ­ψης ἀλ­λὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο, ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νει ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο καὶ ἀ­τα­ξι­νό­μη­το εἶ­δος, μὴ ἀ­πο­δε­κτὸ εὐ­ρέ­ως ὡς πε­ζο­γρά­φη­μα. Θε­ω­ρεῖ­τε αὐ­τὴ τὴν ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση δε­λε­α­στι­κὴ καὶ ρε­α­λι­στι­κὴ ἢ ἀ­δι­ά­φο­ρη καὶ πλα­σμα­τι­κή;


T.H. Λα­τρεύ­ω τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι δὲ δύ­να­ται νὰ προσ­δι­ο­ρι­στεῖ, νὰ κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­η­θεῖ καὶ αὐ­τὸ ται­ριά­ζει μὲ τὴ θε­ω­ρί­α μου ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι, ἂν θέ­λε­τε, ἕ­να «ἀ­σφα­λὲς πέ­ρα­σμα» ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, ποὺ ἀ­κρο­βα­τεῖ στὶς πα­ρυ­φὲς καὶ τῶν δύ­ο. Ἔ­τσι λει­τουρ­γεῖ γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον, δι­ό­τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ξε­γλι­στρῶ πρὸς τὴν ποί­η­ση, τὴν ὁ­ποία θαυ­μά­ζω, καὶ βλέ­πω πολ­λοὺς κα­τα­ξι­ω­μέ­νους ποι­η­τὲς νὰ δη­μο­σι­εύ­ουν πλέ­ον ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὅ­πως τὸ Na­no­fi­ction στὶς ΗΠΑ. Βλέ­πω ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές – ἔ­χω ἀ­κού­σει καὶ τὶς δύ­ο πλευ­ρὲς νὰ μι­λοῦν ἀρ­νη­τι­κὰ γιὰ τὸ εἶ­δος, λὲς καὶ τοὺς ἀ­πει­λεῖ. Γε­γο­νὸς ποὺ θε­ω­ρῶ συ­ναρ­πα­στι­κὸ καὶ ση­μαν­τι­κό. Εἶ­ναι κα­λὸ νὰ κλο­νί­ζον­ται οἱ βε­βαι­ό­τη­τες, νὰ ἀ­να­μο­χλεύ­ον­ται τὰ πράγ­μα­τα.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς


Δ.Χ. Δι­δά­σκε­τε τα­κτι­κὰ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή, ὅ­πως στὸ Ἵ­δρυ­μα Αrvon. Ἔ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει με­τα­ξὺ τῶν σπου­δα­στῶν σας τυ­χὸν προ­τι­μή­σεις τους στὶς ὑ­περ-μι­κρὲς φόρ­μες;


T.H. Ὄ­χι, του­λά­χι­στον ὄ­χι στὶς συγ­γρα­φι­κὲς ἐ­πι­λο­γές τους, γρά­φουν σὲ ὅ­λες τὶς κα­τη­γο­ρί­ες κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης. Ὅ­μως αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­σοι δὲν ἔ­χουν κὰν δι­α­νο­η­θεῖ στὸ πα­ρελ­θὸν νὰ προ­σπα­θή­σουν νὰ γρά­ψουν μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ λι­γό­τε­ρες ἀ­πὸ 5000 λέ­ξεις, ἢ ἀ­κό­μα καὶ 500, ὅ­ταν τὸ κα­τα­φέρ­νουν τὸ θε­ω­ροῦν σχε­δὸν πάν­το­τε ἀ­πί­στευ­τα ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό. Πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε πε­ρι­ο­ρι­σμὸς  —στὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν λέ­ξε­ων ἢ σὲ ὁτι­δή­πο­τε ἄλ­λο— ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νει τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τά μας. Πι­στεύ­ω ἐ­πί­σης ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ γρά­ψεις μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τα­χύ­τε­ρα, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ γρά­ψεις κα­λά. Ἁ­πλῶς ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ προ­σπα­θή­σεις νὰ γρά­ψεις πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες, νὰ ἀ­πορ­ρί­ψεις ὅ­σες δὲ λει­τουρ­γοῦν καὶ νὰ ξα­να­προ­σπα­θή­σεις. Εἶ­ναι μιὰ δε­ξι­ό­τη­τα, ὅ­πως ὅ­λες, τὴν ὁ­ποία μπο­ρεῖ νὰ καλ­λι­ερ­γή­σει κα­νείς.


Δ.Χ. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε συγ­κε­κρι­μέ­να δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὡς δι­δα­κτι­κὰ ἐρ­γα­λεῖ­α; Ἀ­πὸ σύγ­χρο­νους ἢ ἀ­πὸ κλα­σι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς;


T.H. Χρη­σι­μο­ποι­ῶ καὶ ἀ­πὸ τὶς δύ­ο κα­τη­γο­ρί­ες. Προ­σπα­θῶ νὰ βρί­σκω σύγ­χρο­να ἔρ­γα κά­θε φο­ρά, ψά­χνω ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως τὰ Nanofiction, Smokelong Quarterly, Wigleaf, κ.λπ., ἀλ­λὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἐ­πί­σης καὶ κλα­σι­κὰ δείγ­μα­τα γρα­φῆς ἀ­πὸ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Richard Brautigan, Grace Paley καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Flash Fiction Forward καὶ Sudden Fiction, ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­κε ὁ Robert Shapard καὶ ἀ­γα­πῶ.


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε ἀ­να­κα­λύ­ψει ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, συλ­λο­γὲς ἢ ἀν­θο­λο­γί­ες ἀ­πὸ μὴ ἀγ­γλό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς ποὺ θὰ συ­νι­στού­σα­τε;


T.H. Πολ­λά! Τὰ πρῶ­τα ποὺ μοῦ ἔρ­χον­ται στὸ μυα­λὸ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Barnes, τοῦ Βο­λι­βια­νοῦ Edmundo Paz Soldán, ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana María Shua καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Egg τῆς Κύ­πριας Νόρας Νατζιαριάν. Συ­νι­στῶ, δέ, ἀ­νε­πι­φύ­λα­κτα τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Flash Fiction International[3] καὶ New Micro[4].


Δ.Χ. Γνω­ρί­ζε­τε κά­ποι­ους Ἕλ­λη­νες πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τές;


T.H. Ὄ­χι, δυ­στυ­χῶς, καὶ ντρέ­πο­μαι γι’ αὐ­τό. Θὰ προ­σπα­θή­σω, ὅ­μως, νὰ κα­λύ­ψω αὐ­τὸ τὸ κε­νό το συν­το­μό­τε­ρο δυ­να­τόν!


Δ.Χ. Πῶς πα­ρα­κι­νεῖ­τε συ­νή­θως τοὺς σπου­δα­στές σας;


T.H. Μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους – ἄλ­λω­στε, πολ­λοὶ ἐξ αὐ­τῶν ἐρ­γά­ζον­ται σὲ συγ­κε­κρι­μέ­να εἴ­δη, ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρα. Προ­σπα­θῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ποι­κί­λους τρό­πους γιὰ νὰ δι­ε­γεί­ρω τὶς αἰ­σθή­σεις —λέ­ξεις, φρά­σεις, ὀ­πτι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα, ἠ­χη­τι­κά, βίν­τε­ο— καὶ πο­λὺ συ­χνὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ τὴν ἐ­πι­στή­μη ὡς ἔμ­πνευ­ση, ἐ­πί­σης. Θέ­λω νὰ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­ο­χὲς ποὺ νι­ώ­θουν ἀ­σφά­λεια, δί­νον­τάς τους, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, χαρ­τιὰ μὲ πα­ρά­ξε­νο σχῆ­μα γιὰ νὰ γρά­ψουν τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους. Ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἡ ἀ­κα­ρια­ία συγ­γρα­φὴ εἶ­ναι κα­λὴ ἐ­πει­δὴ πα­ρα­κάμ­πτει τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ κρι­τι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀρ­χί­ζει (ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη λέ­ξη) νὰ σοῦ λέ­ει ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μό σου εἶ­ναι ἀ­παί­σιο!


Δ.Χ. Ποιά συμ­βου­λὴ(ὲς) θὰ δί­να­τε στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες σας γιὰ νὰ βο­η­θή­σε­τε τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους νὰ ξε­χω­ρί­σουν;


T.H. Ἀρ­χι­κά, δι­α­βά­στε πολ­λὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, δι­α­βά­στε πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα – ὄ­χι γιὰ νὰ δεῖ­τε πῶς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἕ­να δι­ή­γη­μα ἢ μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξε­τε τὸ μυα­λό σας σὲ ὅ­λα ὅ­σα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι. Καὶ τό­τε προ­σπα­θῆ­στε νὰ γρά­ψε­τε. Πρό­κει­ται πε­ρὶ πρα­κτι­κῆς ἐ­ξά­σκη­σης, εἶ­ναι ἕ­νας μῦς ὅ­πως κά­θε ἄλ­λος: ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις, τό­σο πιὸ εὐ­έ­λι­κτος γί­νε­σαι. Παῖ­ξε. Δι­α­σκέ­δα­σε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δι­ά­βα­σε τὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἄλ­λων γιὰ νὰ δεῖς τί κά­νουν μὲ τὴ γλώσ­σα καὶ πῶς ἐ­πι­τρέ­πουν στοὺς ἑ­αυ­τούς τους νὰ μπερ­δεύ­ουν τὸν ἀ­να­γνώ­στη, νὰ μὴ φα­νε­ρώ­νουν πά­ρα πολ­λά. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δι­α­τη­ρεῖ τὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα ὅ­τι ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν ἀ­να­μέ­νει πολ­λὰ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, ὅ­τι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Ἐμ­πι­στευ­τεῖ­τε τὸν ἀ­να­γνώ­στη, θὰ κά­νει ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται.


Δ.Χ. Τί πυ­ρο­δο­τεῖ τὸ γρά­ψι­μό σας;


T.H. Τό­σα πολ­λὰ πράγ­μα­τα – τὰ πάν­τα, γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής! Μοῦ ἔρ­χον­ται οἱ πρῶ­τες γραμ­μές, ἔρ­χε­ται ἡ φω­νή, ἔ­τσι ξε­κι­νᾶ. Πο­λὺ συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ο­μαι δι­α­βά­ζον­τας ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀλ­λὰ ὅ­πως σᾶς ἔ­χω πεῖ, ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις. Δὲν εἶ­χα πο­τὲ πρό­βλη­μα στὸ νὰ βρί­σκω ἰ­δέ­ες.


Δ.Χ. Κρα­τᾶ­τε ἡ­με­ρο­λό­γιο ἢ ση­μει­ω­μα­τά­ριο; Πῶς με­τα­σχη­μα­τί­ζε­τε τὶς ἰ­δέ­ες σὲ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Τη­ρῶ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο, πλέ­ον ὄ­χι γιὰ ἰ­δέ­ες ἀλ­λὰ γιὰ ἱ­στο­ρί­ες ὅ­πως ἔρ­χον­ται, καὶ γιὰ ποι­ή­μα­τα ἐ­πί­σης, ἂν καὶ αὐ­τὰ μοῦ προ­κύ­πτουν μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο. Τη­ρῶ ἐ­δῶ καὶ λί­γα χρό­νια μιὰ λί­στα μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες ἐ­να­σχο­λή­σεις καὶ ὅ­ταν κολ­λή­σω, δι­α­λέ­γω μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς καὶ τὴ βά­ζω νὰ ‘συγ­κρου­στεῖ’ μὲ μιὰ ἰ­δέ­α γιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἴ­σως κά­τι ποὺ ἔ­χω δι­α­βά­σει πρό­σφα­τα. Ἡ σύγ­κρου­ση δύ­ο πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν θε­μά­των εἶ­ναι σπου­δαί­α στὴ δη­μι­ουρ­γί­α σπιν­θή­ρων.


Δ.Χ. Με­τα­κο­μί­σα­τε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994 καὶ ἐ­νῶ ξε­κι­νή­σα­τε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν θε­μά­των, ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος πε­ρι­ο­δι­κῶν ὅ­πως τὸ Wi­red καὶ τὸ New Sci­entist, τὰ πα­ρα­τή­σα­τε ὅ­λα καὶ ἀ­φο­σι­ω­θή­κα­τε στὴ λο­γο­τε­χνί­α. Μι­λῆ­στε μας γι’ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­λο­γή σας.


T.H. Ἀ­νέ­κα­θεν ἔ­γρα­φα, ὅ­μως ἐ­πει­δὴ σπού­δα­σα ἐ­πι­στή­μη, αὐ­τὴ ἀ­κο­λού­θη­σα. Ἀλ­λὰ ἤ­μουν ἀ­παί­σια ἐ­πι­στή­μων καὶ ἔ­τσι ἔ­γι­να δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν θε­μά­των! Ἡ λο­γο­τε­χνί­α ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ κά­νω, ἔ­τσι ξε­κί­νη­σα ἀρ­γά, πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἐρ­γα­στή­ρια συγ­γρα­φῆς στὶς ΗΠΑ καὶ τὴ Βρε­τα­νί­α, καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἕξι πε­ρί­που χρό­νια, ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, ἐ­πει­δὴ ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν ἀ­σκῶ ταυ­τό­χρο­να.


Δ.Χ. Πῶς ἐ­πη­ρε­ά­ζουν οἱ ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γὲς τῆς ζω­ῆς τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα; Ἢ πῶς τὰ δη­μι­ουρ­γι­κὰ μυα­λὰ ἐ­πι­τυγ­χά­νουν ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γὲς σὲ προ­σω­πι­κὸ καὶ συλ­λο­γι­κὸ ἐ­πί­πε­δο;


T.H. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α! Ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας φί­λος μου ποι­η­τής, ὅ­λα εἶ­ναι πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὸ γρά­ψι­μό μας! Ξέ­ρω ὅ­τι ἡ ἀ­πό­φα­ση νὰ γί­νω ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πη­ρέ­α­σε τὶς δι­α­θέ­σεις μου, ὑ­πῆρ­ξα ἀρ­κε­τὰ στα­θε­ρὴ καὶ ἤ­ρε­μη μέ­χρι ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο, ὅ­μως ὅ­ταν, ἀν­τὶ νὰ γρά­φω γιὰ τὶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἀ­να­κα­λύ­ψεις ἄλ­λων, στρά­φη­κα πρὸς τὸν ἑ­αυ­τό μου, ἀ­πο­στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κα. Καὶ πι­στεύ­ω ὅ­τι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­βαί­νει προ­κει­μέ­νου ἡ συγ­γρα­φὴ νὰ πη­γά­ζει ἀ­πὸ μέ­σα σου, νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή, ὅ­σο κι ἂν μοιά­ζει σου­ρε­α­λι­στι­κὴ καὶ ἀλ­λό­κο­τη στὴν ἐ­πι­φά­νεια.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα

 

Δ.Χ. Ἡ μο­νο­γρα­φί­α σας, στὸ πλαί­σιο τῆς ἐκ­πό­νη­σης τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ σας (2018, PhD on Creative Writing, Bath Spa University) ἐ­λέγ­χει τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ Σω­μα­τι­δια­κῆς Φυ­σι­κῆς. Πό­σο πο­λὺ σᾶς ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει ἡ τε­λευ­ταί­α καὶ ὁ τρό­πος σκέ­ψης ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἀ­κρί­βεια;


T.H. Πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἐ­ρώ­τη­ση. Ξέ­ρω ὅ­τι ἔ­χω τὴν τά­ση νὰ ἀ­να­ζη­τῶ τοὺς κα­νό­νες πί­σω ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα, τὴν ‘ἐ­πι­στή­μη’ τοῦ πῶς λει­τουρ­γεῖ ἡ ζω­ή, πῶς δου­λεύ­ει ὁ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς. Τὸ ὁ­ποῖ­ο, βε­βαί­ως, εἶ­ναι συ­χνὰ μά­ται­η προ­σπά­θεια. Ἀλ­λὰ στὰ πε­ζά μου —καὶ στὴν ποί­η­σή μου— ὁ­δη­γοῦ­μαι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἀ­να­κρί­βεια ὑ­πη­ρε­τών­τας τὴν ἀ­σά­φεια, τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Αὐ­τὸ πραγ­μα­τι­κὰ δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐμ­πό­διο ἐ­πει­δὴ ὅ­ποι­ος ἔ­χει δι­α­βά­σει λί­γη φυ­σι­κὴ γνω­ρί­ζει ὅ­τι ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κὴ ἐ­πι­μέ­νει στὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα καὶ τὴ δυ­σκο­λί­α μέ­τρη­σης τῶν βα­θύ­τε­ρων ἐ­πι­πέ­δων της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἐ­πι­στή­μη, συ­ναν­τῶ ἐ­πι­στή­μο­νες, μα­θαί­νω πῶς κά­νου­με ἐ­πι­στή­μη, δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι δὲ βα­σί­ζε­ται μό­νο στὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­ναι ἀ­κα­τά­στα­τη, δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐκ φύ­σε­ως καὶ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει πο­λὺ συ­χνὰ τὴν ἀ­πο­τυ­χί­α, καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πο­τυ­χί­α, κι ἔ­τσι βλέ­πω τί μπο­ροῦ­με νὰ μά­θου­με ὅ­ταν τὰ πράγ­μα­τα δὲ δου­λεύ­ουν, ὅ­ταν δὲν εἶ­ναι ὅ­πως τὰ πε­ρι­μέ­νου­με. Αὐ­τὸ τὸ δε­δο­μέ­νο φτιά­χνει σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες – ἂν ἀ­πο­δε­χτεῖ­τε τὸ ἄ­γνω­στο κι ἐκ­πλα­γεῖ­τε καὶ σεῖς οἱ ἴ­διοι ὅ­ταν γρά­φε­τε, θὰ ἔ­χε­τε με­γα­λύ­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες νὰ ἐκ­πλα­γεῖ καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης σας ἐ­πί­σης.


Δ.Χ. Πό­σο δύ­σκο­λο σᾶς ἦ­ταν νὰ συν­δυ­ά­σε­τε ἐ­πι­στή­μη καὶ λο­γο­τε­χνί­α;


T.H. Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου δύ­σκο­λο. Ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­γα­ποῦ­σα ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα κι ἐ­νῶ ἦ­ταν μιὰ πρό­κλη­ση ὅ­ταν πή­γαι­να σχο­λεῖ­ο, ἐ­πει­δὴ ἐ­δῶ στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ βρεῖς θε­μα­τι­κὲς ἑ­νό­τη­τες ποὺ τὰ συν­δυά­ζουν, δὲν ἔ­χα­σα πο­τὲ τὸ πά­θος μου γιὰ ὅ­λα αὐ­τά. Πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἕ­να σε­μι­νά­ριο στὸ Arvon τὸ 2002 μὲ θέ­μα Ἐ­πι­στή­μη καὶ Συγ­γρα­φὴ τὸ ὁ­ποῖ­ο μοῦ ἄλ­λα­ξε τὴ ζω­ή, ἄρ­χι­σα νὰ μα­θαί­νω πῶς νὰ ἀ­φή­νω τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ γλι­στρᾶ μέ­σα στὶς ἱ­στο­ρί­ες μου καὶ δὲν ἔ­χω κοι­τά­ξει ξα­νὰ πί­σω. Ἴ­σως μὲ ἔ­χει βο­η­θή­σει τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο ποὺ ἔ­χω, αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ῶ μὲ τὸν τρό­πο μου, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι —ὅ­πως πολ­λοὶ ἄλ­λοι, ὅ­πως δι­α­πι­στώ­νω— ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α νὰ τὸ «γρά­ψω σω­στά». Ἐ­πι­τρέ­πω στὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ παί­ξει. Καὶ δι­α­βά­ζω τὰ πάν­τα, ἐ­πι­στή­μη, λο­γο­τε­χνί­α, κ.λπ.


Δ.Χ. Πῶς θὰ ὁ­ρί­ζα­τε τὴ «δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα» ὡς συγ­γρα­φέ­ας;


T.H. Δὲν θὰ τὸ ἔ­κα­να! Εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­δύ­να­το. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲ μοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ λέ­ξη. Προ­τι­μῶ τὸ «παί­ζω» καὶ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς προ­σπα­θῶ κι ἐν­θαρ­ρύ­νω τὸν κα­θέ­να νὰ κά­νει. Παῖξ­τε κι ἐ­πι­τρέψ­τε στὸν ἑ­αυ­τό σας νὰ ρι­σκά­ρει.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ (με­τα)ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α


Δ.Χ. Σύμ­φω­να μὲ πολ­λοὺς θε­ω­ρη­τι­κοὺς οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ποὺ εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρες ἀ­πὸ 700 λέ­ξεις φαί­νε­ται ὅ­τι δι­α­φέ­ρουν ὄ­χι μό­νο πο­σο­τι­κὰ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ποι­ο­τι­κὰ ἀ­πὸ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ ὑ­περ­βαί­νουν αὐ­τὸ τὸ ὅ­ριο. Ὁ William Nelles, συγ­κε­κρι­μέ­να, προ­τεί­νει μιὰ γε­νε­α­λο­γι­κὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὴ βά­ση ἕ­ξι κομ­βι­κῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν στοι­χεί­ων: δρά­ση, χα­ρα­κτή­ρας, σκη­νι­κό, γραμ­μι­κὴ χρο­νι­κό­τη­τα, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ κλεί­σι­μο. Δου­λεύ­ε­τε ὄν­τως πά­νω σε τέ­τοι­α εἰ­δι­κὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν γρά­φε­τε σύν­το­μα καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν γρά­φε­τε ἐ­κτε­νῆ κεί­με­να;


T.H. Ὄ­χι. Πο­τὲ δὲ σκέ­φτο­μαι τέ­τοι­α στοι­χεῖ­α ὅ­ταν γρά­φω. Δι­α­συν­δέ­ον­ται ὅ­λα σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ὅ­τι εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ τὰ δι­α­χω­ρί­σου­με. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι τί χρει­ά­ζε­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­πί­σης, δὲ βλέ­πω κα­μί­α τέ­τοι­α ἰ­σχυ­ρὴ δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση ἀ­νά­με­σα σὲ «πα­ρα­δο­σια­κὰ» δι­η­γή­μα­τα (δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ὅ­τι γνω­ρί­ζω τί εἶ­ναι πα­ρα­δο­σια­κό, ἀ­φοῦ οἱ ὑ­περ-μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­πί­σης κά­τι σὰν πα­ρά­δο­ση) καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, δι­α­βά­ζω συ­στη­μα­τι­κὰ τὰ πάν­τα καὶ θε­ω­ρῶ ὅ­τι οἱ κα­λύ­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νες ποὺ ἑ­λίσ­σον­ται, οἱ ἀ­σύλ­λη­πτες, οἱ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στες, ὅ­ποι­α καὶ ἂν εἶ­ναι ἡ ἔ­κτα­σή τους.

       Ἔ­χω τὴν τά­ση νὰ γρά­φω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τα­χύ­τε­ρα, μὲ μιὰ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­δη­μο­νί­α, ἐ­νῶ συ­νή­θως μοῦ παίρ­νει πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο νὰ γρά­ψω με­γα­λύ­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες. Ξε­κι­νῶ νὰ γρά­φω κι ἔ­πει­τα ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ πε­ρι­μέ­νω μέ­χρι νὰ δῶ τί θὰ γί­νει στὴ συ­νέ­χεια. Σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις χρει­ά­ζε­ται νὰ πε­ρι­μέ­νω γιὰ χρό­νια.


Δ.Χ. Πολ­λοὶ ἐ­ρευ­νη­τὲς τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ τῆς ποι­η­τι­κῆς της, προ­κει­μέ­νου νὰ τὴν ἑρ­μη­νεύ­σουν, ἀ­να­φέ­ρoν­ται σὲ ἀρ­χὲς τῆς με­τα-ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­ας (π.χ. στὶς με­λέ­τες τῆς Marie-Laurie Ryan). Δι­α­τεί­νον­ται πὼς σὲ ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ τὸ κεί­με­νο, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μιὰ ση­μαν­τι­κὴ στρο­φή: φαί­νε­ται ὅ­τι με­τα­κι­νού­μα­στε ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ ὡς παι­γνί­δι, στὸ κεί­με­νο-κό­σμο τῆς ψη­φια­κῆς ἐ­πο­χῆς μας. Ὁ κα­θη­γη­τὴς Ottmar Ette στὸ Potsdam γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, θε­ω­ρεῖ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (minificcion) ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­δί­ο, ὅ­τι προ­σφέ­ρει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ χω­ρέ­σει κά­ποι­ος ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο (μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου) σὲ μιὰ φρά­ση («to­do el u­ni­ver­so en u­na so­la frase»). Πα­ρο­μοί­ως, ἡ πα­νε­πι­στη­μια­κὸς Irene Andres Suárez ἐ­πι­ση­μαί­νει τὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς ἔλ­λει­ψης ἐ­πι­πρό­σθε­τα τῆς ὑ­περ-συμ­πύ­κνω­σης ὡς εἰ­δο­λο­γι­κὰ εὑ­ρή­μα­τα στὸ ἱ­σπα­νό­φω­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα (microrrelato). Ὁ Lee Rourke ἐν­το­πί­ζει μὲ ποι­ό τρό­πο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (flash fic­tion, mi­cro­fic­tion) προ­σι­διά­ζει στοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που καὶ ἀν­τί­στρο­φα, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι καὶ νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τῆς ζω­ῆς μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο. Ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἡ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πρέ­πει νὰ συ­νι­στᾶ ἀ­φ’ ἑ­αυ­τῆς ἕ­να μυ­θο­πλα­στι­κὸ κεί­με­νο-κό­σμο. Τί θὰ λέ­γα­τε σχε­τι­κὰ μὲ αὐ­τό;


T.H. Νο­μί­ζω πὼς ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ στα­θοῦν μό­νες τους, δη­μι­ουρ­γών­τας τοὺς δι­κούς τους κό­σμους, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἔ­κτα­σης. Δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ἂν οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἄ­πο­ψη. Τὴν ἴ­δια δυ­να­μι­κὴ φέ­ρει καὶ ἡ ποί­η­ση ἐ­πί­σης.


Δ.Χ. Ἡ σύν­θε­τη πλο­κὴ ἀ­παι­τεῖ με­γα­λύ­τε­ρη ἔ­κτα­ση γιὰ νὰ τὴν κα­τα­νο­ή­σου­με. Ὡ­στό­σο, οἱ συν­το­μό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο σας Mymo­therwasanup­rightpia­no[5] ἔ­χουν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρο βά­θος ἀ­πὸ τὴ σύν­το­μη κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­σή τους. Στὴν ὁ­μό­τι­τλη ἱ­στο­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α δὲν ξε­περ­νᾶ τὶς 250 λέ­ξεις, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου καὶ τοῦ τί­τλου, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­τε σὲ μιὰ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα τῆς ἡ­ρω­ί­δας, ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ νέ­α καὶ παν­τρε­μέ­νη, δι­α­τη­ροῦ­σε κρυ­φὴ ἐ­ρω­τι­κὴ σχέ­ση, χω­ρὶς νὰ δί­νε­τε πε­ραι­τέ­ρω στοι­χεῖ­α. Στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή, προ­κα­λεῖ­τε τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ μαν­τέ­ψει, ἢ ἀ­κό­μα καὶ νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τῆς ἱ­στο­ρί­ας γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ ἀ­φή­γη­ση. Εἶ­ναι ἡ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα, ἢ μὲ ὅ­ρους δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας, ἡ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κοὺς στό­χους σας ὡς δι­α­κε­κρι­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους;


T.H. Δὲν εἶ­μαι εἰ­δι­κός! Ὅ­μως εἶ­ναι μιὰ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση καὶ εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς συγ­γρα­φι­κὲς προ­τι­μή­σεις, γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον. Ἀ­πο­λαμ­βά­νω νὰ δι­α­βά­ζω ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­παι­τοῦν ἀ­πὸ μέ­να νὰ ἐρ­γά­ζο­μαι πο­λὺ σκλη­ρά, νι­ώ­θω πὼς ἐμ­πλέ­κο­μαι στὴ δη­μι­ουρ­γί­α τέ­τοι­ων ἱ­στο­ρι­ῶν, ὅ­τι δὲν εἶ­μαι πα­θη­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­στρια. Καὶ συ­νε­πῶς αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ εἴ­δη τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ γρά­φω. Ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ἀ­να­γνῶ­στες ποὺ δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ δι­α­βά­ζουν μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο καὶ ὡς ἐκ τού­του γνω­ρί­ζω ὅ­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες μου δὲν θὰ τοὺς προ­σέλ­κυ­αν.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἱ­στο­ρί­ες 6 λέ­ξε­ων (ἢ πε­ρί­που)


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε ὑ­πό­ψη σας τὶς πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­ες;

Πρὸς πώ­λη­ση: Βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια. Ἀ­φό­ρε­τα. E. Hemingway.

Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ὁ δει­νό­σαυ­ρος ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ. A. Monterroso.

Τὸ Φάν­τα­σμα (μό­νο τί­τλος). G. Samperio.

Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος στὴ γῆ κά­θη­σε μό­νος σ’ ἕ­να δω­μά­τιο. Ἕ­νας χτύ­πος ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα. F. Brown.

Πῶς θὰ τὶς χα­ρα­κτη­ρί­ζα­τε;


T.H. Γνω­ρί­ζω μό­νο τὶς δύ­ο πρῶ­τες. Δὲ μ’ ἐν­θου­σιά­ζουν ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἱ­στο­ρί­ες 6 λέ­ξε­ων, γιὰ μέ­να δὲν εἶ­ναι ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες. Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο «ὑ­παι­νι­κτι­κὴ μυ­θο­πλα­σί­α» (hint fiction).


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε πο­τὲ προ­σπα­θή­σει ἢ γρά­ψει τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Ὄ­χι, οὐ­δέ­πο­τε ἔ­χω γρά­ψει κά­τι τό­σο σύν­το­μο.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


Δ.Χ. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἔ­χε­τε ἐ­πί­σης ἱ­δρύ­σει κι ἐ­πι­με­λεῖ­στε τὸ ShortStops, τὸ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ κα­τα­γρά­φει τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν Βρε­τα­νῶν καὶ Ἰρ­λαν­δῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὴ σχε­τι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ πα­ρα­γω­γή, ὑ­πήρ­ξα­τε μέ­λος τοῦ Royal Literary Fund Writing στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Bristol καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ἔ­χε­τε βρα­βευ­θεῖ σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς ποί­η­σης, δι­η­γή­μα­τος καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Πό­σο θε­τι­κὴ εἶ­στε ἀ­πέ­ναν­τι σὲ δι­ε­θνεῖς ἢ ἐ­θνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς, φε­στι­βὰλ καὶ δι­ορ­γα­νώ­σεις ὅ­πως ἡ UK National Day of Flash Fiction, Flash Mob International, κ.ἄ.;


Τ.Η. Ὑ­περ­βο­λι­κὰ θε­τι­κή! Λα­τρεύ­ω ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, ὁτι­δή­πο­τε πα­ρα­κι­νεῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ γρά­φουν, νὰ δι­α­βά­ζουν, κ.λπ. Προ­σω­πι­κὰ δὲ δε­σμεύ­ο­μαι μὲ τοὺς ὁ­ρι­σμούς, αὐ­τὸ εἶ­ναι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἐ­κεῖ­νο εἶ­ναι ποί­η­ση – καὶ θὰ ἤ­θε­λα νὰ δῶ με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­πε­ρα­τό­τη­τα ἐ­δῶ, ὅ­μως ἐ­πι­κρο­τῶ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες καὶ τὶς προ­ω­θῶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ρῶ.


Δ.Χ. Μὲ ποι­ό τρό­πο νο­μί­ζε­τε ὅ­τι τὰ πα­ρα­πά­νω δι­α­σφα­λί­ζουν τὴν ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἐ­φό­σον πολ­λοὶ κρι­τι­κοὶ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι τέ­τοι­ες δρά­σεις, μα­ζὶ μὲ τὴν πρω­το­φα­νῆ αὔ­ξη­ση τῶν προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς παγ­κο­σμί­ως, ἀ­να­πα­ρά­γουν στε­ρε­ό­τυ­πα καὶ εὐ­τε­λῆ δείγ­μα­τα γρα­φῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας;


T.H. Στὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Writing Short Stories: A Writers’ and Artists’ Companion[6], ἔ­γρα­ψα κι ἕ­να κε­φά­λαι­ο γιὰ τὴν «Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δι­η­γή­μα­τος» καὶ μπό­ρε­σα νὰ δι­α­πι­στώ­σω ὅ­τι τὴν ἴ­δια ἀ­νη­συ­χί­α ἐ­ξέ­φρα­ζαν κρι­τι­κοὶ σὲ ὅ­λη τὴν διά­ρκεια τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ δι­η­γή­μα­τος. Ὑ­πάρ­χει πάν­τα κά­ποι­ος ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­πορ­ρί­ψει, νὰ ὑ­πο­βι­βά­σει. Βε­βαί­ως ὑ­πάρ­χει πάν­τα πλού­σια μέ­τρια πα­ρα­γω­γὴ γιὰ κά­θε εἶ­δος, ὅ­πως ὑ­πάρ­χει γιὰ κά­θε ἀν­θρώ­πι­νο ἐγ­χεί­ρη­μα. Ἐ­γώ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­παι­ζα πο­δό­σφαι­ρο γιὰ πολ­λὰ χρό­νια πα­ρό­λο ποὺ δὲν ἤ­μουν κα­θό­λου κα­λὴ σὲ αὐ­τό. Ὁ σκο­πός μας εἶ­ναι νὰ δι­α­τη­ροῦ­με τὴν ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἢ μή­πως νὰ ἐν­θαρ­ρύ­νου­με τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ ἐκ­φρά­ζουν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους, μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἐ­κεῖ­νοι θε­ω­ροῦν κα­λύ­τε­ρο; Δὲν εἶ­μαι ὁ φύ­λα­κας κα­μιᾶς πύ­λης, ἔ­χου­με πολ­λοὺς κρι­τι­κοὺς ποὺ ὁ­ρί­ζουν τί εἶ­ναι «δη­μο­σι­εύ­σι­μο», τί εἶ­ναι «κάλ­λι­στο» στὶς λί­στες τους, μὲ τὰ βρα­βεῖ­α τους. Δὲν μ’ ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ ἀν­τα­γω­νι­σμός. Τὸ νὰ εἶ­μαι μέ­λος κρι­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σὲ δι­α­γω­νι­σμούς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, μὲ κά­νει νὰ νι­ώ­θω ἐν­τε­λῶς ἄ­βο­λα δι­ό­τι γνω­ρί­ζω τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ τί­θε­ται σὲ κρί­ση. Θὰ προ­τι­μοῦ­σα μᾶλ­λον νὰ δι­α­τη­ρῶ ρό­λο ἐμ­ψυ­χω­τὴ – προ­σπά­θη­σε, συ­νέ­χι­σε νὰ προ­σπα­θεῖς, συ­νέ­χι­σε νὰ ἀ­πο­τυγ­χά­νεις, συ­νέ­χι­σε νὰ κι­νεῖ­σαι.


Δ.Χ. Πεῖ­τε μας με­ρι­κὰ πλε­ο­νε­κτή­μα­τα καὶ μει­ο­νε­κτή­μα­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


T.H. To με­γα­λύ­τε­ρο πλε­ο­νέ­κτη­μα γιὰ μέ­να καὶ τοὺς σπου­δα­στὲς τῶν ἐρ­γα­στη­ρί­ων εἶ­ναι ὅ­τι οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μπο­ροῦν νὰ γρα­φτοῦν πο­λὺ γρή­γο­ρα – τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρες, οὔ­τε ση­μαί­νει ὅ­τι ὅ­λες οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες γρά­φον­ται μὲ τέ­τοι­ες τα­χύ­τη­τες. Ἁ­πλῶς μπο­ροῦν νὰ πα­ρα­χθοῦν πολ­λὲς καὶ συ­νε­πῶς ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ μὴν προσ­δέ­νε­ται πο­λὺ σὲ κά­θε μί­α, λι­γό­τε­ρο ἀ­ξι­ό­λο­γη. Ἐ­ὰν μιὰ ἱ­στο­ρί­α στὶς δέ­κα τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ, αὐ­τὸ εἶ­ναι σπου­δαῖ­ο. Ἄλ­λο ἕ­να πλε­ο­νέ­κτη­μα, γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον, εἶ­ναι ὅ­τι μπο­ρῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ἰ­δέ­ες μου, ἀ­φοῦ μπο­ρῶ νὰ γρά­ψω πε­ρισ­σό­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Ἐ­πί­σης, πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ ἀ­να­γνώ­στης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν ἤ­δη γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲ θὰ πρέ­πει νὰ δο­θεῖ πολ­λὴ «πλη­ρο­φό­ρη­ση», ἐ­φό­σον ὑ­πάρ­χει τό­σο μι­κρὸς κει­με­νι­κὸς χῶ­ρος, καὶ ἴ­σως νὰ εἶ­ναι πιὸ ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τοὺς ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κούς, ἀλ­λό­κο­τους κό­σμους χω­ρὶς νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται δια­ρκῶς «πῶς δου­λεύ­ει αὐ­τό;» καὶ συ­νε­πῶς ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λη γι’ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο ἱ­στο­ρί­ας.

       Τὰ μει­ο­νε­κτή­μα­τα εἶ­ναι λί­γα, ὅ­μως ἴ­σως τὸ με­γα­λύ­τε­ρο νὰ εἶ­ναι ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­βάλ­λει τὴν ἐ­σφαλ­μέ­νη ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ μι­κρό­τε­ρη ἔ­κτα­ση εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο οὐ­σι­ώ­δης, ὅ­τι μιὰ κα­λὴ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α μπο­ρεῖ ἁ­πλὰ νὰ γρα­φτεῖ βι­α­στι­κὰ μὲ λί­γη σκέ­ψη. Ὅ­λα χρει­ά­ζον­ται ἐ­ξά­σκη­ση. Κι ἐ­πί­σης ἐ­ὰν οἱ συγ­γρα­φεῖς αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἡ ἀ­γο­ρὰ τώ­ρα ἀ­πευ­θύ­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ἴ­σως προ­σπα­θή­σουν νὰ στρι­μώ­ξουν μιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ἐ­νῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νὰ ἔ­χει τό­ση ἔ­κτα­ση ὅ­ση χρει­ά­ζε­ται.


Δ.Χ. Κα­τὰ πό­σο συμ­φω­νεῖ­τε μὲ τὴν ὑ­πό­θε­ση τοῦ Lauro Ζavala ὅ­τι «ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πι­θα­νὸν νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴ χιλιετία»[7];


T.H. Κα­θό­λου! Δὲν προ­συ­πο­γρά­φω τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας συγ­κέ­ντρω­σης[8], οἱ ἀ­να­γνῶ­στες θὰ δι­α­βά­σουν σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες κά­θε ἔ­κτα­σης καὶ εἰ­δι­κὰ οἱ συν­το­μό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ἀ­παι­τοῦν με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή. Δὲ μοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ με­γά­λες δι­α­κη­ρύ­ξεις, οἱ γε­νι­κό­τη­τες. Τὸ ζη­τού­με­νο εἶ­ναι ἁ­πλὰ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες, οἱ λέ­ξεις, ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὴ γλώσ­σα. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ μέ­να.


Συ­νέν­τευ­ξη-Ἐ­πι­μέ­λεια: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου.

[1]. Ἀ­πο­δί­δω τὸν σύν­θε­το ἀγ­γλι­κὸ ὅ­ρο microfiction, τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ πι­θα­νό­τε­ρο νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σει δι­ε­θνῶς γι’ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος κει­μέ­νων, μὲ τὸν ἐ­ξί­σου σύν­θε­το ἑλ­λη­νι­κὸ «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» ὡς ἀ­κρι­βέ­στε­ρο καὶ πλη­ρέ­στε­ρο καὶ τὸν δι­α­τη­ρῶ καὶ γιὰ τὸν ἀγ­γλι­κὸ ὅ­ρο flash fiction καὶ τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ minificción.

[2]. Περισσότερα στὸ Χριστοδούλου Δήμητρα Ι., Ἡ μικρο­μυθο­πλασία (micro­fiction, flash fi­ction, mini­ficción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­μενο: με­λέ­τη γιὰ ἕνα νέο δι­εθνές κι ἐθνι­κὸ εἶ­δος λό­γου, Κεφ. 2, σελ. 34-50.

[3]. Σὲ αὐτὴ τὴ διεθνῆ ἀνθο­λο­γία (2015) περιλαμβάνεται τὸ σύντομο διήγημα μὲ τίτλο «Ἀ­στεῖo»Joke»), τοῦ Γιάν­νη Πα­λα­βοῦ, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Karen Van Dyck.

[4]. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α (2018) συμ­με­τέ­χει ἡ Tania Hershman καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀγ­γλό­φω­νων συγ­γρα­φέ­ων, πολ­λῶν κα­τα­ξι­ω­μέ­νων (π.χ. Lou Beach, Stuart Dybek, Joyce Carol Oates), καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρων νέ­ων. Ἐ­ξαί­ρε­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ συμ­με­το­χὴ τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana Maria Shua, τῆς ὁ­ποί­ας τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Hermit» («Ἐ­ρη­μί­της») μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐδῶ, ὅ­πως καὶ τῶν Stuart Dybek καὶ Pamela Painter ἐ­δῶ.

[5]. Hershman Tania, My mo­ther was an up­right piano – Fi­ctions, Tangent Books, Bristol, (1η ἔκδοση) 2012 καὶ (2η ἔκδοση) 2014.

[6]. Hershman Tania and Newland Courttia (Series eds. Carole Angier and Sally Cline), Writing Short Sto­ries: A Wri­ters’ and Artists’ Compa­nion, Bloomsburry, London, 2015.

[7]. Zavala Lauro, Seis proble­mas para la mini­ficción, un géne­ro del tercer mi­le­nio : Bre­ve­dad, Di­ver­si­dad, Compli­ci­dad, Fra­cta­li­dad, Vir­tu­a­li­dad, 2010.

[8]. Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι ὁ Zavala δὲν ἀ­πο­δί­δει τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν ἀ­δυ­να­μί­α συγ­κέν­τρω­σης καὶ δὲ βα­σί­ζει σὲ αὐ­τὴ τὴν ὑ­πό­θε­σή του ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πι­θα­νὸν νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴ χι­λι­ε­τί­α.  Πα­ρό­λα αὐ­τά, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πο­λὺ δι­α­δε­δο­μέ­νη ἄ­πο­ψη, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­νι­σχύ­ει ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων στὴ σύγ­χρο­νη κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή μας. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἄρ­θρο ὁ Zavala ἀ­πο­δί­δει σὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­δρα­ση τὴ ρα­γδαί­α ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου δι­ε­θνῶς καὶ τὴν ἀλ­λα­γὴ στὴ σκέ­ψη.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman). Βρε­τα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1970 στὸ Λον­δί­νο καὶ με­τα­κό­μι­σε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια, τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὴ συγ­γρα­φή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος Μα­θη­μα­τι­κὸς καὶ Φυ­σι­κός, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε πρό­σφα­τα καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό. Ἡ δι­α­τρι­βή της πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση Σω­μα­τι­δια­κὴς Φυ­σι­κῆς καὶ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Κυ­κλο­φο­ροῦν στὰ ἀγ­γλι­κὰ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ πο­λὺ σύν­το­μων πε­ζῶν της (Some Of Us Glow More Than Others, My Mother Was An Upright Piano, καὶ The White Road and Other Stories) καὶ ἡ πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, μὲ τί­τλο Terms & Conditions, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 (Nine Arches Press). Ἵ­δρυ­σε κι ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὸ ἱ­στο­λό­γιο ShortStops (www.shortstops.info)

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: http://www.taniahershman.com/wp/

Ἐδῶ δι­α­βά­ζει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες της στὰ ἀγ­γλι­κά.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Φι­λι­ὼ Χα­τζημ­πε­κιά­ρη (Ἀ­θήνα, 1960). Πτυ­­χίο (ΒΑ) στὸν Εὐρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ (EΑΠ), Μετα­πτυ­χια­κὴ εἰδίκευ­ση (M.Sc) στὴν Ἱστο­ρία & Φιλο­σο­φία τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ Τε­χνο­λο­γί­ας (ΕΚΠΑ). Ἐ­ρευ­νη­τι­κά ἐνδι­α­φέ­ρον­τα: Ἱστο­ρία τοῦ Δαρ­βι­νι­σμοῦ, Βι­ο­λο­γί­ας καὶ σχο­λι­κῶν βιβλίων, Φε­μι­νι­στι­κὲς Θε­ω­ρί­ες στὴν Ἐπι­στή­μη, Di­gi­tal Hu­ma­ni­ti­es.