Πέτρος Φούρναρης: Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)



Πέτρος Φούρναρης

Τζιανρίκο Καροφίλιο

(Gianrico Carofiglio)


ΤΖΙΑΝΡΙΚΟ ΚΑΡΟΦΙΛΙΟ (Gianrico Carofiglio) γεν­νή­θη­κε στὸ Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας τὸ 1961. Τὸ 1986 ἐν­τάσ­σε­ται στὸ δι­κα­στι­κὸ σῶ­μα ὡς εἰ­σαγ­γε­λέ­ας καὶ δου­λεύ­ει στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ γιὰ τὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς Μα­φί­ας. Τὸ 2008 ἐ­κλέ­χτη­κε γε­ρου­σια­στὴς στὸ Δη­μο­κρα­τι­κὸ Κόμ­μα (PD). Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σει ἀ­πὸ τὸ δι­κα­στι­κὸ σῶ­μα, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἀ­φι­ε­ρω­θεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὸ ἔρ­γο τῆς συγ­γρα­φῆς.

       Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο, Ἀ­κού­σιος μάρ­τυ­ρας (Testimone in­con­sa­pe­vo­le), ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Sellerio τὸ 2002. Μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τὸ ὁ Κα­ρο­φί­λιο ἐγ­και­νιά­ζει τὸ νο­μι­κὸ θρί­λερ στὴν Ἰ­τα­λί­α, ἐ­νῶ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται πρώ­τη φο­ρὰ ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­χτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὸ ἔρ­γο γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ ἀ­πέ­σπα­σε πολ­λὰ βρα­βεῖ­α, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων τὸ Premio del Giovedi «Marisa Rusconi». Ἑ­νὸς βρα­βεί­ου ποὺ δί­δε­ται σὲ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φεῖς.

       Τὸ 2003, ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο, ἐκ­δί­δε­ται τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Μὲ τὰ μά­τια κλει­στά (Ad occhi chiusi), ποὺ ἀ­πο­σπᾶ ἰ­σά­ριθ­μα βρα­βεῖ­α, ἐ­νῶ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἀ­πὸ μιὰ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πὴ βι­βλι­ο­πω­λῶν καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φων, θε­ω­ρεῖ­ται τὸ «κα­λύ­τε­ρο νου­άρ» τοῦ 2007. Ἀ­κο­λου­θεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Rizzoli Τὸ πα­ρελ­θὸν εἶ­ναι ξέ­νη πα­τρί­δα (Il passato e’ una terra straniera), ποὺ θὰ κερ­δί­σει τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Bancarella τὸ 2005 καὶ ποὺ θὰ γί­νει ται­νί­α ἀ­πὸ τὸ σκη­νο­θέ­τη Ντα­νι­έ­λε Βι­κά­ρι τὸ 2008.

       Τὸ 2006 κυ­κλο­φο­ρεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Λο­γι­κὲς ἀμ­φι­βο­λί­ες (Ragionevoli dubbi). Τὸ 2007 ὁ Κα­ρο­φί­λιο δη­μο­σι­εύ­ει —μα­ζὶ μὲ τὸν ἀ­δελ­φό του Φραν­τζέ­σκο, ποὺ κά­νει τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση— τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα-κό­μικ Κυ­νη­γοὶ στὸ σκο­τά­δι (Cacciatori nelle tenebre), ποὺ ἀ­πο­σπᾶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Μαρ­τό­λιο (Premio Martoglio). «Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ἔ­χουν ἀ­ξί­α ἀ­πὸ μό­νες τους ἂν εἶ­ναι κα­λές», λέ­ει ὁ Κα­ρο­φί­λιο στὴν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ βι­βλί­ου, «αὐ­τὸ τὸ εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, εἶ­ναι μιὰ φαν­τα­στι­κὴ με­τα­φο­ρὰ σὲ ἕ­να μέ­ρος πο­λὺ οἰ­κεῖ­ο, δη­λα­δὴ τὸ Μπά­ρι». Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ δη­μο­σι­εύ­ε­ται καὶ τὸ δο­κί­μιό του Ἡ τέ­χνη τοῦ νὰ ἀμ­φι­βάλ­λεις (L’ arte del dubbio) καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιὰ τὸ πέμ­πτο του μυ­θι­στό­ρη­μα Οὔ­τε ἐ­δῶ, οὔ­τε ἀλ­λοῦ (Ne’ qui ne’ altrove).

       Στὴ συ­νέ­χεια ἡ συγ­γρα­φι­κή του πο­ρεί­α κα­τὰ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ εἶ­ναι ἡ ἀ­κό­λου­θη:

       Τὸ πα­ρά­δο­ξό του ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ (Il paradosso del poliziotto, 2009).

     Ἡ προ­σω­ρι­νὴ τε­λει­ό­τη­τα (Le perfezioni provvisorie, 2010), μὲ πρω­τα­γω­νι­στὴ τὸν Γκου­ίν­το Γκου­ε­ρι­έ­ρι.

       Χω­ρὶς σύ­νε­ση (Non esiste saggeza, 2010), συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των.

       Ἡ πα­ρα­βί­α­ση τῶν λέ­ξε­ων (La manomissione delle parole, 2010), ἕ­να δο­κί­μιο γιὰ τὴν ἠ­θι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς γλώσ­σας.

       Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ κύ­μα­τος (Il silenzio dell onda, 2011).

      Κο­καΐνη (Cocaina, 2013), μα­ζὶ μὲ τὸν Massimo Carlotto καὶ τὸν Giancarlo de Ca­tal­do. Τρεῖς μα­έ­στροι τῆς σύγ­χρο­νης ἀ­φή­γη­σης δι­η­γοῦν­ται γιὰ τὸ ναρ­κω­τι­κὸ ποὺ ση­μά­δε­ψε τὴν κοι­νω­νί­α ἀ­πὸ τὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘80 μέ­χρι σή­με­ρα.

    Τὰ ­λιγ­γι­ώ­δη ­ρια τῶν πραγ­μά­των (Il bordo vertiginoso del­le co­se, 2013).

       Τὸ σπί­τι στὸ δά­σος (La casa nel bosco, 2014).

       Μιὰ εὐ­με­τά­βλη­τη ­λή­θεια (Una mutevole verita, 2014).

       Ὁ κα­νό­νας τῆς ­σορ­ρο­πί­ας (La regola dell’ equilibrio, 2014).

       Νυ­κτε­ρι­νοὶ ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, 2016).

       Τὸ ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, 2016).

       Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.


Οἱ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες καὶ τὰ θραύ­σμα­τα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας

Τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κα­ρο­φί­λιο Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα βι­βλί­α του ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο. Δὲν εἶ­ναι βι­βλί­ο ἀ­στυ­νο­μι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, δὲν κι­νεῖ­ται στὸν δι­κα­στι­κὸ χῶ­ρο ποὺ τό­σο κα­λὰ γνω­ρί­ζει ὁ συγ­γρα­φέ­ας του. Ἐ­δῶ ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ ἕ­να ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἐγ­χεί­ρη­μα, θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ πεῖ μὲ ἕ­να στοί­χη­μα τοῦ συγ­γρα­φέ­α μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ποὺ πα­σχί­ζει νὰ τὸ κερ­δί­σει.

       Πρό­κει­ται γιὰ τριά­ντα μι­κρὰ κεί­με­να τρι­ῶν σε­λί­δων τὸ κα­θέ­να ποὺ δι­α­φέ­ρουν ὑ­φο­λο­γι­κὰ καὶ θε­μα­το­λο­γι­κά. Με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­ναι γρή­γο­ρες ἀ­φη­γή­σεις, τό­σο μι­κρὲς ποὺ μοιά­ζουν ἀ­νέκ­δο­τα μὲ ἀ­φο­ρι­στι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο, ἄλ­λα εἶ­ναι σκέ­ψεις ἢ μι­κρὰ δο­κί­μια πά­νω στὴ γλώσ­σα ἢ τὴν φι­λο­σο­φί­α, κι ἄλ­λα σύν­το­μες πα­ρα­βο­λὲς μὲ δι­δα­κτι­κὸ στό­χο. Τὸ μό­νο κοι­νὸ ποὺ ἔ­χουν αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να κα­θὼς ἐ­ναλ­λάσ­σον­ται κα­λει­δο­σκο­πι­κὰ τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, εἶ­ναι ὅ­τι πε­ρι­γρά­φουν τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ὄ­ψεις μιᾶς κα­θη­με­ρι­νῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, τῆς ἴ­διας ποὺ βι­ώ­νου­με κι ἐ­μεῖς, ἐν­δυ­να­μώ­νον­τάς την, ὅ­μως, μὲ τὴν δια­ύγεια τῆς γλώσ­σας καὶ τὴν χρη­σι­μο­ποί­η­ση μιᾶς μι­κρῆς φόρ­μας ἀ­φή­γη­σης, γρή­γο­ρης καὶ χω­ρὶς πε­ριτ­τὰ στο­λί­δια, καί —τε­λι­κά— πιὸ ἄ­με­σης. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ποὺ στὸ ἐ­σώ­φυλ­λο τῆς ἔκ­δο­σης δι­α­βά­ζου­με:

       Ἕνας μο­να­χὸς συ­νάν­τη­σε μιὰ μέ­ρα ἕ­να δά­σκα­λο τοῦ Ζέν, καὶ θέ­λον­τας νὰ τὸν κά­νει νὰ νοι­ώ­σει ἀ­μη­χα­νί­α, τὸν ρώ­τη­σε:

       Χω­ρὶς λέ­ξεις καὶ χω­ρὶς σι­ω­πή, ξέ­ρεις νὰ μοῦ πεῖς τί εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

        Ὁ δά­σκα­λος τοῦ ἔ­ρι­ξε μιὰ μπου­νιὰ στὸ πρό­σω­πο.

       [«Ἐ­πι­τά­φιο» («Epitaffio»)]

       Ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρό­λα αὐ­τὰ μᾶς δί­νε­ται μὲ ἕ­να τρό­πο ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὸ καὶ πο­τὲ ὁ­λό­κλη­ρη. Ἡ σύν­θε­σή της, μέ­χρι ἑ­νὸς ση­μεί­ου εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση τοῦ κά­θε ἀ­να­γνώ­στη καὶ τῶν προσ­λή­ψε­ών του. Ἡ γε­νι­κὴ αἴ­σθη­ση εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἔ­χου­με, ὅ­ταν τα­ξι­δεύ­ου­με μὲ τραῖ­νο μιὰ νυ­χτε­ρι­νὴ δι­α­δρο­μή. Μέ­σα στὰ σκο­τει­νὰ βα­γό­νια του ἀν­τη­χοῦν φω­νὲς ποὺ δια­ρκοῦν λί­γο, ἀ­κού­γον­ται δι­ά­λο­γοι ποὺ τοὺς σκε­πά­ζει ὁ θό­ρυ­βος τῆς μη­χα­νῆς. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἕ­να μι­κρὸ φω­τά­κι φω­τί­ζει ἀ­στρα­πια­ῖα τὰ πρό­σω­πα καὶ με­τὰ πά­λι τὸ μι­σο­σκό­τα­δο, πά­λι τὰ ἀ­σα­φῆ πε­ρι­γράμ­μα­τα τῶν ἐ­πι­βα­τῶν.

       Ἡ γέν­νη­ση τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν αὐ­τῶν —χω­ρὶς νὰ ἀμ­φι­σβη­τεῖ κα­νεὶς τὸ ρό­λο ποὺ σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις παί­ζει ἡ φαν­τα­σί­α— εἶ­ναι προϊ­ὸν τῆς πα­ρα­τή­ρη­σης τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Τὸν ἴ­διο τὸν δι­αι­σθά­νε­ται κα­νεὶς κρυμ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος —ἄλ­λη μιὰ σκιὰ στὸ σκο­τά­δι— νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ καὶ νὰ κα­τα­γρά­φει τοὺς ἐ­πι­βά­τες ποὺ μπαι­νο­βγαί­νουν σὲ κά­θε στά­ση τῆς νυ­χτε­ρι­νῆς δι­α­δρο­μῆς, δη­μι­ουρ­γών­τας ἀ­πὸ κά­θε σταθ­μὸ καὶ μιὰ «ἐν δυ­νά­μει» ἱ­στο­ρί­α:

       Συ­νέ­χι­σα τὸν πε­ρί­πα­τό μου σκε­πτό­με­νος ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γρα­φτεῖ.  («Χον­δρὸς- Λι­γνός» [«Stanlio e Ollio»])

       Οἱ ἐ­πι­βά­τες εἶ­ναι πρό­σω­πα προ­ερ­χό­με­να ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς κοι­νω­νι­κὲς βαθ­μί­δες: μα­στρο­ποὶ ποὺ ἐκ­δί­δουν γυ­ναῖ­κες ὑ­πό­πτων ἠ­θῶν, δι­κη­γό­ροι καὶ ἀ­να­κρι­τὲς ποὺ μᾶς κά­νουν νὰ μει­δι­οῦ­με μὲ τὰ τρα­γε­λα­φι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός τους, γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀ­τύ­χη­σαν στοὺς γά­μους τους, πο­λι­τι­κοὶ ποὺ ‘βο­λεύ­τη­καν’ μέ­σα σὲ μιὰ γε­νι­κό­τε­ρη κα­τά­στα­ση δι­α­φθο­ρᾶς καὶ σή­ψης. Ἄν­θρω­ποι συν­τη­ρη­τι­κοὶ ἢ προ­ο­δευ­τι­κοί – φο­ρεῖς πάν­τα του ἀν­τί­στοι­χου ἰ­δε­ο­λο­γι­κοῦ τους φορ­τί­ου. Συ­ναν­τᾶ­με ἀ­κό­μα τὸν ντα­ὴ τοῦ σχο­λεί­ου ποὺ τι­μω­ρεῖ­ται πα­ρα­δειγ­μα­τι­κὰ ἀ­πὸ κά­ποι­ον ἀ­προσ­δό­κη­το τι­μω­ρό· ἐ­δῶ ὁ Κα­ρο­φί­λιο κλεί­νει πο­νη­ρὰ τὸ μά­τι στὸν ἀ­να­γνώ­στη, ὑ­πο­νο­ών­τας τὴν ἐ­ξου­σί­α τοῦ Τύ­που. Ἔ­χου­με ἐ­πί­σης τὸν ‘κα­λὸ’ καὶ τὸν ‘κα­κὸ’ ἀ­στυ­νο­μι­κό – ποὺ στὴν κα­νο­νι­κὴ ζω­ή τους ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἔ­χουν ἀν­τε­στραμ­μέ­νους, κατ’ οὐ­σί­αν, ρό­λους.

       Οἱ ἐ­πι­βά­τες μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα νὰ εἶ­ναι ἄ­το­μα ποὺ ἔρ­χον­ται στὰ ὄ­νει­ρά μας γιὰ νὰ μᾶς συμ­βου­λέ­ψουν, ἢ συγ­γε­νεῖς ποὺ ἀ­πε­βί­ω­σαν ἀ­πὸ και­ρό, ἀλ­λὰ ἐ­πι­μέ­νουν νὰ κα­τοι­κοῦν στὰ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­να δω­μά­τια ὅ­που ἔ­ζη­σαν, σὰν νὰ μὴν ἔ­φυ­γαν πο­τέ:

       Πῶς ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ἡ φρά­ση; Βο­ή­θα μὲ νὰ τὴ θυ­μη­θῶ.

       — Ὁ θά­να­τος δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Πῆ­γα μό­νο στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο.

(«Δω­μά­τια» [«Stanze»])

       Κα­μιὰ φο­ρὰ τὰ πρό­σω­πα αὐ­τὰ ἔρ­χον­ται ἀ­πρό­σκλη­τα, ἄλ­λο­τε πά­λι προ­κα­λοῦ­με ἐ­μεῖς τὸν γυ­ρι­σμό τους, ἀ­πὸ μιὰ ἔν­το­νη αἴ­σθη­ση νο­σταλ­γί­ας:

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νοί­γει μιὰ ρωγ­μὴ στὸ χρό­νο κι αἰ­σθά­νο­μαι —πραγ­μα­τι­κὰ αἰ­σθά­νο­μαι, κι ἡ καρ­διά μου σπα­ρά­ζει— τὸ ἄ­ρω­μα τῆς πα­γω­νιᾶς καὶ τοῦ δερ­μά­τι­νου σα­κα­κιοῦ τῆς μά­νας ποὺ μό­λις ἔ­χει ἐ­πι­στρέ­ψει ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο.

       («Τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ χρό­νου» [«Aria del tempo»])

       Με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι δι­α­πο­τι­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς νο­σταλ­γί­ας, ἐ­νῶ σὲ ἄλ­λα κυ­ρια­ρχεῖ ἡ εἰ­ρω­νι­κὴ δι­ά­θε­ση καὶ ὁ σαρ­κα­σμός. Κα­μιὰ φο­ρὰ ὁ ἀ­να­γνώ­στης χα­μο­γε­λᾶ, κα­θὼς ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι ἡ ζω­ὴ προ­σφέ­ρει κω­μι­κὸ θέ­α­μα ἀ­κό­μα καὶ στὶς πιὸ σκο­τει­νὲς καὶ τρα­γι­κές της ἐκ­φάν­σεις.

       Ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν δι­δα­κτι­κὸ καὶ ἀ­λα­ζο­νι­κὸ τό­νο, με­τα­φέ­ρον­τας ἕ­να εἶ­δος «Λαϊ­κῆς σο­φί­ας» καὶ σκο­πεύ­ον­τας, κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, νὰ ἀ­φυ­πνί­σουν τὶς κοι­μι­σμέ­νες συ­νει­δή­σεις ἑ­νὸς μέ­ρους τῆς κοι­νω­νί­ας.

       — Ὅ­ταν σοῦ λέ­ει κά­ποι­ος ὅ­τι εἰ­λι­κρι­νά, τί­μια, ἀ­λη­θι­νὰ θέ­λει ἢ δὲν θέ­λει νὰ κά­νει ἢ νὰ πεῖ κά­τι, τό­τε νὰ εἶ­σαι πο­λὺ προ­σε­χτι­κός, για­τί εἶ­ναι πο­λὺ σα­φὴς ἔν­δει­ξη ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ κά­ποι­ος δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου εἰ­λι­κρι­νής, τί­μιος ἢ ἀ­λη­θι­νὸς ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­χει δη­λώ­σει ὅ­τι εἶ­ναι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἕ­να ἐ­πίρ­ρη­μα. Τὰ χει­ρό­τε­ρα ψέ­μα­τα κρύ­βον­ται πί­σω ἀ­πὸ τὰ ἐ­πιρ­ρή­μα­τα.

       («Εἰ­λι­κρι­νά» [Sinceramente])

Οἱ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες εἶ­ναι ἕ­να τολ­μη­ρὸ ἐγ­χεί­ρη­μα πα­ρὰ τὴ συν­το­μί­α τοῦ ἔρ­γου, για­τὶ εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ τρα­βή­ξεις τὴν προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνω­στι­κοῦ κοι­νοῦ, ὅ­ταν ταυ­τό­χρο­να τοῦ τὴν ἀ­πο­σπᾶς, ρί­χνον­τάς το σὲ τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σύν­δε­τες. Ὅ­μως ὁ συγ­γρα­φέ­ας τους φαί­νε­ται νὰ κερ­δί­ζει τὸ στοί­χη­μα ποὺ ἔ­χει βά­λει μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­με­νος ἀ­πὸ τὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, κα­τορ­θώ­νει νὰ συμ­πυ­κνώ­σει τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α του σὲ ἕ­να μι­κρὸ δι­α­μαν­τά­κι 90 σε­λί­δων ποὺ ὁ ἀ­να­γνώ­στης μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­σει κα­τὰ τὴ διά­ρκεια ἑ­νὸς τα­ξι­διοῦ μὲ τὸ με­τρὸ καὶ κοι­τών­τας πα­ράλ­λη­λα γύ­ρω του νὰ δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες τοῦ βι­βλί­ου βρί­σκον­ται ἤ­δη ἐ­κεῖ (Κα­μιὰ φο­ρὰ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι τό­σο πι­θα­νὴ ποὺ μᾶς φαί­νε­ται ἐν­τε­λῶς ἀ­πί­θα­νη.) Πι­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βὲς ἢ κα­θι­σμέ­νοι στὰ κα­θί­σμα­τα, οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ βι­βλί­ου κοι­τοῦν τὸν ἀ­να­γνώ­στη κα­θὼς δι­α­βά­ζει γιὰ αὐ­τούς.

       Λί­γο μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει ἂν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ φαν­τα­σί­α συγ­χέ­ον­ται. Ἡ συν­τρο­φιὰ ποὺ πη­γά­ζει ἀ­πὸ τοὺς χα­ρα­χτῆ­ρες —ποὺ ἐ­λά­χι­στα πε­ρι­γρά­φον­ται— εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στη, κι ὅ­πως γρά­φει ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­να­φε­ρό­με­νος σὲ μιὰ ρή­ση τοῦ Τσέ­στερ­τον:

       Τὰ πα­ρα­μύ­θια δὲν χρη­σι­μεύ­ουν γιὰ νὰ ἐ­ξη­γοῦν στὰ παι­διὰ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν δρά­κοι. Αὐ­τὸ τὰ παι­διὰ ἤ­δη τὸ ξέ­ρουν. Τὰ πα­ρα­μύ­θια χρη­σι­μεύ­ουν γιὰ νὰ ἐ­ξη­γοῦν στὰ παι­διὰ ὅ­τι οἱ δρά­κοι μπο­ροῦν νὰ νι­κη­θοῦν.

       («Δρά­κοι» [Draghi])


Λέρος, 29-8-2017



Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


		
Advertisements

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη: 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ἀρ­χὲς Σε­πτεμ­βρί­ου 2017 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη ὁ τό­μος 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν (σελ. 288, μὲ ἐξώφυλλο τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου), μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α ἀ­πὸ τὴν τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης: μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ παγ­κό­σμια δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α γιὰ τὸ γε­γο­νός, προ­ϊ­ὸν συ­νερ­γα­σί­ας τοῦ Ἱ­στο­λο­γί­ου μας μὲ τὴν μη­νια­ία ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ βι­βλί­ο The BooksJournal. Τὸν τό­μο μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖα κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη (Ἀν­δρέ­α Με­τα­ξᾶ 28 & Θε­μι­στο­κλέ­ους, Ἐ­ξάρ­χεια) (δεῖ­τε καὶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ 27-11-2017, ὅπου καὶ κατάλογος ἀνθολογουμένων). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη


83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν


[«…Ὁ βομ­βι­στὴς γί­νε­ται κομ­μά­τια, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α κομ­μα­τά­κια, καὶ θραύ­σμα­τα τῆς σάρ­κας καὶ τῶν ὀ­στῶν του ἐ­κτο­ξεύ­ον­ται μὲ τέ­τοι­α δύ­να­μη καὶ τα­χύ­τη­τα ποὺ σφη­νώ­νον­ται, πα­γι­δεύ­ον­ται στὸ σῶ­μα ὅ­ποι­ου βρί­σκε­ται σὲ ἀ­κτί­να βο­λῆς… Αὐ­τὰ ὀ­νο­μά­ζον­ται ὀρ­γα­νι­κὰ θραύ­σμα­τα.»]

Ντὸν Ντε­Λίλ­λο, Ἄν­θρω­πος σὲ πτώ­ση (μτφ. Ἔ­φη Φρυ­δᾶ)


Οἱ «83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δὲν» εἶ­ναι ἡ πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε μὲ θέ­μα ἢ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐ­πέ­τει­ο τῶν δε­κα­πέν­τε χρό­νων ἀ­πὸ τὴν μοι­ραί­α 11/09/2001 καὶ τὴν πτώ­ση τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Οἱ ἐ­πι­πτώ­σεις ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πί­θε­σης ξε­τυ­λί­γον­ται ἀ­κό­μα ἀλ­λά­ζον­τας τὸν τρό­πο ποὺ βλέ­που­με καὶ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τὰ πράγ­μα­τα, δί­νον­τας νέ­ες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες στὸν κό­σμο. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἀ­σφα­λοῦς καὶ ἄ­τρω­του δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ ἀμ­φι­σβη­τή­θη­κε, ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α τρύ­πω­σε γιὰ τὰ κα­λά, δί­νον­τας τὸν τό­νο της, στὶς σκέ­ψεις καὶ στὰ συ­ναι­σθή­μα­τα πολ­λῶν.

       Ὁ ἀ­φι­ε­ρω­μα­τι­κὸς αὐ­τὸς τό­μος, προ­ϊ­ὸν συ­νερ­γα­σί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης γιὰ τὸ βι­βλί­ο Books’ Journal, πε­ρι­λαμ­βά­νει, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς με­τα­φρά­σεις ξέ­νων δι­η­γη­μά­των, συ­νερ­γα­σί­ες γνω­στῶν Ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ κλή­θη­καν νὰ λά­βουν μέ­ρος στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα, ἀλ­λὰ καὶ συμ­με­το­χὲς νέ­ων συγ­γρα­φέ­ων καὶ φί­λων ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου καὶ τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης, ποὺ κα­τό­πιν πρό­σκλη­σης ὑ­πέ­βα­λαν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά τους καὶ ἐ­πι­λέ­χθη­καν ἀ­πὸ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή. Ἡ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πὴ συγ­κρο­τή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, τὴν Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ τὴν Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη. Τὸ σύ­νο­λο τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ τό­μου εἶ­ναι πε­νήν­τα ἕ­ξι.

       Τὸ ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ἀ­φο­σί­ω­ση τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἕ­ξι χρό­νια ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Μέ­νον­τας, λοι­πόν, πι­στοὶ στὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα καὶ ἀ­παι­τη­τι­κὴ φόρ­μα ποὺ ἀ­ξί­ζει τὸν κό­πο νὰ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται, ζη­τή­σα­με ἀ­πὸ τοὺς ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς νὰ στεί­λουν συ­νερ­γα­σί­ες καὶ συμ­με­το­χὲς μὲ ἀ­νώ­τα­το ὅ­ριο τὶς τρι­α­κό­σι­ες λέ­ξεις. Αὐ­τὸ φυ­σι­κὰ δὲν γι­νό­ταν νὰ ἰ­σχύ­σει γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἐ­πι­λέ­ξα­με νὰ με­τα­φρά­σου­με ἀ­πὸ ἄλ­λες γλῶσ­σες.

       Στό­χος μας εἶ­ναι νὰ πα­ρου­σι­ά­σου­με ἕ­να κα­λὸ δεῖγ­μα καὶ ἀ­πὸ τὴν δι­ε­θνῆ μυ­θο­πλα­στι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μὲ ἀ­φορ­μὴ ἢ θέ­μα ἐμ­πνευ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὰ γε­γο­νό­τα τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου, γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­λέ­ξα­με καὶ συμ­πε­ρι­λά­βα­με δι­η­γή­μα­τα, ποὺ με­τέ­φρα­σαν εἰ­δι­κὰ γιὰ τὸν ἀ­φι­ε­ρω­μα­τι­κὸ αὐ­τὸ τό­μο συ­νερ­γά­τες με­τα­φρα­στές, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ται γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἡ πη­γὴ ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­τλή­σα­με τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ κεί­με­να —με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ σκη­νο­θέ­τη Ντά­ρεν Ἀ­ρα­νόφ­σκι, τοῦ Πί­τερ Κά­ρεϋ, τῆς Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς— εἶ­ναι ἡ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο 110 Stories. New York Writes after September 11 μὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Urlich Baer, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 2002 ἀ­πὸ τὸ New York University Press. Ἐ­πί­σης ἔ­χου­με συμ­πε­ρι­λά­βει κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ εἶ­χε δη­μο­σι­εύ­σει ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα Guardian στὰ δε­κά­χρο­να τῆς ἐ­πί­θε­σης, τὸ 2011. Ἡ με­τα­φρα­στι­κὴ πα­λέ­τα τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος πέ­ραν τῆς ἀγ­γλι­κῆς γλώσ­σας εἶ­ναι ἐμ­πλου­τι­σμέ­νη μὲ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς δι­ή­γη­μα τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ Ρώ­σου συγ­γρα­φέ­α Βλαν­τι­μὶρ Βλαν­τμέ­λι, μὲ ἕ­να του γνω­στοῦ πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­νου σύγ­χρο­νου Βούλ­γα­ρου συγ­γρα­φέ­α Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νωφ, με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν συ­νερ­γά­τη μας Σπύ­ρο Παπ­πᾶ —ποὺ εἶ­χε καὶ τὴν ἀρ­χι­κὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸ σχε­τι­κὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα—, κα­θὼς καὶ μὲ ἕ­ξι ἰ­σπα­νό­φω­να δι­η­γή­μα­τα (ἀ­πὸ Ἰσπα­νί­α, Μα­ρό­κο, Ἀρ­γεν­τι­νή, Με­ξι­κὸ καὶ Που­έρ­το Ρί­κο), ποὺ κά­νουν τὴν πρώ­τη τους ἐμ­φά­νι­ση στὸν ἔν­τυ­πο κό­σμο μὲ τὸν τό­μο αὐ­τό.

       Αὐ­τὴ ἡ συ­να­γω­γὴ δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς χῶ­ρες καὶ γλῶσ­σες μᾶς δί­νει ἀρ­κε­τὰ πλού­σια εἰ­κό­να γιὰ τὸν ἀν­τί­κτυ­πο ποὺ εἶ­χε δι­ε­θνῶς τὸ κα­θο­ρι­στι­κὸ γε­γο­νὸς τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου. Ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα, σὲ κά­θε θε­μα­τι­κὴ συ­νά­θροι­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων πάν­τα ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον ἡ ποι­κι­λί­α τῶν προ­σεγ­γί­σε­ων κα­θὼς καὶ οἱ συγ­κλί­σεις/συμ­πτώ­σεις ὅ­που καὶ ἂν ὑ­πάρ­χουν. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, στὸν πα­ρόν­τα τό­μο ἀν­θο­λο­γοῦν­ται δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν ἔν­νοι­ες καὶ ὅ­ρους τοῦ σκα­κιοῦ: ὁ Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης μὲ τὸ «Ρο­κέ» του – εἰ­δι­κὴ κί­νη­ση στὸ σκά­κι ὅ­που συμ­με­τέ­χουν ὁ βα­σι­λιὰς καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο πύρ­γους, ἡ Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου μὲ τὸ «Σάχ», ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της μὲ τὸν ὅ­ρο «Γκαμ­πί» – θυ­σιά­ζεις κά­τι ση­μαν­τι­κὸ γιὰ νὰ πε­τύ­χεις μα­κρο­πρό­θε­σμα «Μάτ»· ἢ ἀλ­λοῦ, στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Γιά­ννη Εὐ­στα­θιά­δη καὶ τῆς Ἀγ­γε­λι­κῆς Στρα­τη­γο­πού­λου ὅ­που ἡ ἔν­νοι­α τῆς πτώ­σης στὸ κε­νὸ προ­σεγ­γί­ζε­ται μὲ μου­σι­κοὺς ὅ­ρους. Ὁ Βα­σί­λης Κα­ρα­γιά­ννης καὶ ὁ Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης, πά­λι, ἐ­πι­ση­μαί­νουν τὴν εἰ­ρω­νι­κὴ σύμ­πτω­ση τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Δι­δύ­μου τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς πτώ­σης τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων! Ἐ­νῶ τὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς Μα­ρί­ας Κου­γι­ουμ­τζῆ, τῆς Ἰ­ω­άν­νας Ἀμ­πα­τζῆ, καὶ τοῦ Γι­ώρ­γου Λυ­κο­τρα­φί­τη πι­ά­νον­τας τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ νή­μα­τος καὶ δί­νον­τας φω­νὴ στὸν τρο­μο­κρά­τη, φω­τί­ζουν τὴν ἀ­πέν­ταν­τι πλευ­ρά. Ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο δι­α­δρα­μα­τί­ζει, στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Νί­κου Κα­τσα­λί­δα καὶ τοῦ Νί­κου Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ, ὡς συμ­βο­λι­κὸς τό­πος καὶ τὸ γρα­φι­κὸ ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, ποὺ βρι­σκό­ταν στὴ βά­ση τῶν Πύρ­γων καὶ κα­τα­στρά­φη­κε ὁ­λο­σχε­ρῶς. Ἡ Ἀγ­γε­λι­κὴ Σι­δη­ρᾶ, ἡ Χρυ­σο­ξέ­νη Προ­κο­πά­κη καὶ ὁ Δη­μή­τρης Τού­λιος λει­τουρ­γών­τας ἀν­τι­στι­κτι­κὰ συν­δέ­ουν ὑ­παρ­ξια­κὰ τὴν πτώ­ση τῶν Δι­δύ­μων μὲ τὸν το­κε­τὸ καὶ νέ­α ζω­ή. Τέ­λος, ὁ Δη­μή­τρης Φύσ­σας πα­ρα­θέ­τει τὶς δύ­ο ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τες ἐκ­δο­χὲς τοῦ ἴ­διου γε­γο­νό­τος ταυ­τό­χρο­να, ἐ­πι­λέ­γον­τας νὰ φα­νεῖ αὐ­τὸ καὶ ὡς εἰ­κό­να μέ­σῳ τῆς δι­α­μόρ­φω­σης τοῦ κει­μέ­νου του σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια δι­ά­τα­ξη καὶ χω­ρί­ζον­τάς το στὸ πρῶ­το μέ­ρος στὴ μέ­ση.


Ὁ Ντὸν Ντε­Λίλ­λο στὸ βι­βλί­ο του Ἄν­θρω­πος σὲ πτώ­ση —ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 2010 ἀ­πὸ τὸ Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἔ­φης Φρυ­δᾶ—, καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πλέ­ον συ­ζη­τη­μέ­νη μέ­χρι στιγ­μῆς σχε­τι­κὴ συγ­γρα­φι­κὴ κα­τά­θε­ση, προ­σεγ­γί­ζει τὸ θέ­μα μέ­σα ἀ­πὸ τὸν δια­ρκῆ ὑ­παρ­ξια­κὸ καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἀ­να­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τῶν ἡ­ρώ­ων του ποὺ μοιά­ζει νὰ ἔ­χουν χά­σει τὰ σα­φῆ γνω­στά τους πε­ρι­γράμ­μα­τα καὶ ἐ­πι­χει­ροῦν δια­ρκῶς νὰ ξα­να­ταυ­τι­στοῦν μὲ αὐ­τά. Ἐν­δι­α­μέ­σως ὅ­μως ἐ­ναλ­λάσ­σει τὶς ἐν­δό­μυ­χες σκέ­ψεις ἢ τοὺς δι­α­λό­γους τῶν χα­ρα­κτή­ρων πα­ρεμ­βάλ­λον­τας κά­θε τό­σο σπα­ρα­κτι­κὲς πε­ρι­γρα­φὲς ὅ­πως αὐ­τὴ ποὺ φι­λο­ξε­νοῦ­με ὡς ἐ­πι­γρα­φὴ στὴν ἀρ­χὴ τοῦ πα­ρόν­τος εἰ­σα­γω­γι­κοῦ ση­μει­ώ­μα­τος, ποὺ λει­τουρ­γοῦν σὰν ἐ­νι­σχυ­τὲς τῆς χα­μη­λό­φω­νης ἀ­φή­γη­σής του καὶ σὰν νέ­α φίλ­τρα ἀν­τί­λη­ψης καὶ θέ­α­σης τοῦ κό­σμου. Ἡ τρο­μα­κτι­κὴ δύ­να­μη τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης πε­ρι­γρα­φῆς εἶ­ναι τέ­τοι­ας ὑ­φῆς ποὺ τε­λι­κὰ με­τα­τρέ­πε­ται σὲ δύ­να­μη με­τα­μορ­φω­τι­κή των συ­νει­δή­σε­ων ποὺ τὴν δι­α­βά­ζουν.

       Μὲ πα­ρό­μοι­α πρό­θε­ση καὶ ἐλ­πί­δα ἐ­πι­χει­ρή­σα­με τὸ ἀ­νὰ χεί­ρας ἀ­φι­έ­ρω­μα ἐλ­πί­ζον­τας στὴ με­τα­μορ­φω­τι­κή του δρά­ση. Ὅ­πως τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ «ὀρ­γα­νι­κὰ θραύ­σμα­τα» τῆς σάρ­κας καὶ τῶν ὀ­στῶν τοῦ βομ­βι­στῆ κα­τὰ τὶς ἐ­κρή­ξεις τῶν τρο­μο­κρα­τι­κῶν ἐ­πι­θέ­σε­ων σφη­νώ­νον­ται, κά­πο­τε γιὰ πάν­τα, στὰ σώ­μα­τα ὅ­σων βρί­σκον­ται σὲ ἀ­κτί­να βο­λῆς, συγ­χω­νεύ­ον­τας δρά­στη καὶ θύ­μα σὲ μιὰ νέ­α ἔμ­βια μνή­μη τοῦ τρα­γι­κοῦ συμ­βάν­τος, ἔ­τσι καὶ τὰ μι­κρο­κεί­με­να τοῦ τό­μου κα­θὼς ἔρ­χον­ται νὰ ἐν­σφη­νω­θοῦν μὲ τὸν δρα­στι­κό τους τρό­πο καὶ λό­γο στὸ σῶ­μα τῆς ἴ­διας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, συ­ναι­ρών­τας ἐ­ρέ­θι­σμα καὶ ἀ­πό­κρι­ση σὲ ἕ­να, ἀ­ξι­ώ­νουν τὴν δι­κή τους νέ­α καὶ μο­να­δι­κὴ κά­θε φο­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ κα­τα­νό­η­ση καὶ μνή­μη τῆς με­γά­λης ἱ­στο­ρι­κῆς τρα­γω­δί­ας, ποὺ σκιά­ζει καὶ θὰ σκιά­ζει τὶς μέ­ρες μας.



Πη­γή: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (ἐ­πι­μέ­λεια), 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν. Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐκδ. Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2017, σελ. 288), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 11-16.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

 

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἀ­σφα­λὴς πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14, Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Ἐ­πί­σης δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: www.ironikopoulou.gr

Σταγ­κου­ρά­κη, Ἕ­λε­να (Χα­νιά, 1984). Με­τά­φρα­ση. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ καὶ πρὸς τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα ὡς ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Κι­νή­μα­τος Ποι­η­τρι­ῶν (MPI) στὴν Ἑλ­λά­δα, δι­ορ­γα­νώ­νον­τας τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ συμ­με­το­χὴ στὸ ἐ­τή­σιο δι­ε­θνὲς φε­στι­βὰλ «Κραυ­γὴ γυ­ναι­κῶν» («Grito de Mujer»). Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ εἶ­ναι μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ Νέ­ου Πλα­νό­διου. Ἔ­χει ἀν­θο­λο­γή­σει καὶ με­τα­φρά­σει τὴν ποί­η­ση τῆς Οὐ­ρου­γουα­νῆς ποι­ή­τριας Ἰ­δέ­α Βι­λα­ρί­νιο στὸ βι­βλί­ο Τὸ ἄν­θος τῆς στά­χτης (Gutenberg, 2015).



		

	

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Γιά­ννης Πα­τί­λης: Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16. Ἅλ­μα Τρι­πλοῦν.


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ἀρ­χὲς Ἰ­ου­λί­ου 2017 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ὁ τρί­τος τό­μος τῆς ἐ­τή­σιας ἀν­θο­λο­γί­ας μας ἀ­πὸ τὴν ὕ­λη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16. 56 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 288, μὲ ἐξὠφυλλο τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης (Ἁ­γί­ας Εἰ­ρή­νης 17, Μο­να­στη­ρά­κι) (δεῖ­τε καὶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ 26-11-2017, ὅπου καὶ κατάλογος ἀνθολογουμένων). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Γιά­ννης Πα­τί­λης


Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16

Ἅλ­μα Τρι­πλοῦν

 

Ε ΤΟΝ ΑΝΑ ΧΕΙΡΑΣ ΤΟΜΟ συμ­πλη­ρώ­νον­ται τρί­α χρό­νια δια­ρκοῦς πα­ρου­σί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι στὸν ἔν­τυ­πο χῶ­ρο. Πα­ρό­λη τὴ δύ­σκο­λη οἰ­κο­νο­μι­κὴ συγ­κυ­ρί­α τοῦ πα­ρόν­τος, ποὺ πλήτ­τει ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ βι­βλί­ο, οἱ ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης καὶ ὁ φί­λος Σά­μης στή­ρι­ξαν τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά μας γιὰ τρί­τη χρο­νιά, δεί­χνον­τας ἔ­τσι πὼς ὁ κό­σμος τοῦ χαρ­τιοῦ καὶ ὁ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸς τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου μπο­ροῦν συ­νερ­γα­ζό­με­νοι νὰ συμ­βι­ώ­νουν – ἀ­κό­μη!


Ἀ­πὸ τὶς 168 ἐ­πι­λεγ­μέ­νες ἀ­ναρ­τή­σεις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὴ χρο­νιὰ ποὺ μᾶς πέ­ρα­σε, ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 2015 ἕ­ως τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου 2016, ξε­δι­α­λέ­ξα­με πε­ραι­τέ­ρω τὰ 56 μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα (ἀ­πὸ 53 συγ­γρα­φεῖς Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νους) ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ. Ἀ­πὸ τὰ πε­ζὰ αὐ­τὰ τὰ 35 εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κά (14 δη­μο­σι­εύ­θη­καν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας), ἐ­νῶ τὰ ξε­νό­γλωσ­σα 21 προ­ερ­χό­με­να ἀ­πὸ 6 γλῶσ­σες: 10 ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, ἀ­πὸ 3 ἀγ­γλι­κὰ καὶ ρω­σι­κά, ἀ­πὸ 2 ἰ­τα­λι­κὰ καὶ κα­τα­λα­νι­κὰ καὶ 1 ἀ­πὸ τὰ ἑ­βρα­ϊ­κά. Ὁ πο­λυ­ε­θνι­κὸς πο­λι­τι­σμι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τους συν­δυ­α­ζό­με­νος μὲ τὴν με­γά­λη ποι­κι­λί­α τοῦ ὕ­φους καὶ τὴν πλού­σια θε­μα­τι­κὴ δη­μι­ουρ­γεῖ γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρὰ ἕ­να πο­λύ­χρω­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ ψη­φι­δω­τὸ ποὺ κα­το­πτρί­ζει τὴν ἀ­στεί­ρευ­τη τρο­πι­κό­τη­τα τοῦ νέ­ου εἴ­δους: τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος.

       Τὴν ἀν­θο­λο­γι­κὴ συ­να­γω­γὴ τῶν πε­ζο­γρα­φη­μά­των κλεί­νει τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο μας δο­κι­μια­κὸ ἐ­πί­με­τρο μὲ τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ κεί­με­να, μαρ­τυ­ρί­α τοῦ δια­ρκοῦς προ­βλη­μα­τι­σμοῦ τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας.

 


Πη­γή: Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Γιά­ννης Πα­τί­λης, Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16. 56 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2016, σελ. 288), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 7-10.

­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀ­σφα­λὴς πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε ἕν­τε­κα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.



		

	

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ: Σά­ρα Κίρς: Ἡ ἁ­πλὴ ζω­ή


4.1.1

.

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ

.

Σά­ρα Κίρς:

Ἡ ἁ­πλὴ ζω­ή

.

Präludium γιὰ τὴν Sarah Kirsch

.

«KIRSCH» ση­μαί­νει πο­τὸ ἀ­πὸ κε­ρά­σι. Πο­τὸ ἁ­ψὺ μὲ ἔν­το­νη γεύ­ση καὶ ἔν­το­νο χρῶ­μα, ἢ μᾶλ­λον σύμ­φυρ­ση πολ­λῶν ἔν­το­νων χρω­μά­των, ὅ­πως ἡ ποί­η­ση, ἡ γρα­φὴ τῆς Sarah Kirsch (Σά­ρα Κίρς, 1935-2013). Εἶ­ναι ἀ­κό­μη τὸ ἐ­πώ­νυ­μο τοῦ συ­ζύ­γου της, τοῦ ποι­η­τῆ Rainer Kirsch, τὸ ὁ­ποῖ­ο (γεν­νη­μέ­νη Bernstein) κρά­τη­σε με­τὰ ἀ­πὸ τὸν χω­ρι­σμό τους, τὸ 1968. Ψευ­δω­νυ­μι­κὸ εἶ­ναι καὶ τὸ «Sarah», στὴ θέ­ση τοῦ «Ingrid», στὴ μνή­μη τῶν Ἑ­βραί­ων, τῶν θυ­μά­των τοῦ Ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος· ἀν­τί­δρα­ση καὶ στὸ ἀν­τι­ση­μι­τι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὅ­που με­γά­λω­σε. Τὴν πα­ρα­τη­ρῶ, τὴν δι­α­βά­ζω καρ­κι­νι­κά, ἀ­πὸ τὸ τέ­λος πρὸς τὴν ἀρ­χή, καὶ δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι ὅ­λα στὴ γρα­φή της προ­οι­κο­νο­μοῦν­ται ἢ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­ται, χω­ρὶς τέ­λος καὶ χω­ρὶς ἀρ­χή. Χῶ­ρος καὶ χρό­νος ἑ­νο­ποι­οῦν­ται καὶ ἀλ­λη­λο­κα­ταρ­γοῦν­ται. Ἂς τὸ πῶ συγ­κε­κρι­μέ­να.

       Ὡ­ρί­μα­σε ὡς ποι­ή­τρια στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου, ὅ­που ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε τὸ 1968. Μί­α δε­κα­ε­τί­α ἀρ­γό­τε­ρα, με­τὰ ἀ­πὸ τὴν «ὑ­πό­θε­ση Biermann», ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὶς Ἀρ­χὲς τὴν ἄ­δεια νὰ πε­ρά­σει στὴν «ἀ­πέ­ναν­τι» πλευ­ρά. Ἡ ἀ­πό­δρα­σή της, τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν γε­νε­θλί­ων τοῦ Goethe, ἀ­πὸ τὸν ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ χῶ­ρο ποὺ τὴν ἔ­θρε­ψε, ἔ­χει ἕ­να ἀ­πο­λύ­τως δι­ευ­ρυ­μέ­νο πο­λι­τι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο. Ἐ­χθρός της δὲν εἶ­ναι ὁ κά­θε λο­γῆς –ι­σμός, τό­κος τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ, ἀλ­λά, miserabile dictu, ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος, ὁ ἀ­πε­ρί­σκε­πτος, κου­φό­νους λή­σταρ­χος τοῦ οἴ­κου του. Νέ­ο τεῖ­χος, ἀ­πόρ­θη­το, ἀ­δι­ά­τρη­το. Ἀ­πέ­ναν­τι στὸ κα­τὰ συρ­ρο­ὴν φο­νι­κὸ ἔ­χει καὶ ἡ Kirsch, ἡ ἔλ­λο­γη ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιά, τὰ δι­κά της ὅ­πλα, τὴν ὑ­πέ­ρυ­θρη γρα­φὴ ποὺ τρυ­πᾶ καὶ κα­τα­λύ­ει τὰ σκο­τά­δια. Τὸ 1993, στὴν ἀ­πο­νο­μὴ λο­γο­τε­χνι­κοῦ βρα­βεί­ου στὸ Goethehaus στὴν Βα­ϊ­μά­ρη, εἶ­πε, ἀν­τὶ εὐ­χα­ρι­στή­ριας ὁ­μι­λί­ας, ὅ­τι τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει, εἶ­ναι νὰ γρά­φει ποι­ή­μα­τα καί, κα­τὰ βά­ση, «kleine Prosa», «μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα». Ἡ σύ­νο­ψη τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας της συ­να­ριθ­μεῖ 736 σε­λί­δες, ἰ­σά­ριθ­μη μὲ τοὺς δε­κά­δες ποι­η­τι­κοὺς κύ­κλους. Ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση ποί­η­σης καὶ πρό­ζας. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἰ­πώ­θη­κε ἄ­κρως συ­νο­πτι­κά: Der «Sarah-Sound». Ἀ­πὸ τί συ­νί­στα­ται αὐ­τὸς ὁ «ἦ­χος»; Ἀ­πὸ «στί­χους καὶ θαύ­μα­τα»: βο­ρει­ο­γερ­μα­νι­κὴ δι­ά­λε­κτος, ἀρ­χα­ϊ­κὲς ἐκ­φρά­σεις, ἱ­στο­ρι­κοὶ καὶ πα­ρα­μυ­θη­τι­κοὶ ραν­τι­σμοί· ἀ­πο­στρο­φές, γλωσ­σι­κὰ παι­γνί­δια καὶ πί­να­κες. Λέ­ξεις ὑ­δά­τι­νες, λέ­ξεις γογ­γυ­σμοί, πα­φλα­σμοὶ κυ­μά­των, τι­τι­βί­σμα­τα καὶ ψι­θυ­ρι­σμοὶ μὲ ἐ­νερ­γεια­κὴ δύ­να­μη ἡ­φαι­στεί­ου ἢ κυ­κλώ­να ποὺ δὲν θὰ ξε­σπά­σουν. Οἱ ἐ­κρή­ξεις γί­νον­ταν τό­τε ποὺ πολ­λοὶ σι­ω­ποῦ­σαν ἢ μι­λοῦ­σαν ἀλ­λη­γο­ρι­κά, στὸ πε­ρί­κλει­στο Τεῖ­χος. Τὸ 1974 ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Pantherfrau (Γυ­ναί­κα πάν­θη­ρας). Ἐ­κεῖ πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο πέ­ταγ­μα τῶν γλά­ρων καὶ βρυ­χᾶ­ται σὰν τί­γρη, βέ­βαι­η ὅ­τι οἱ γλά­ροι κα­τα­λα­βαί­νουν τὸν βρυ­χηθ­μό. Τό­τε αἰ­σθα­νό­ταν μό­νη, ἀλ­λὰ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ βρυ­χηθ­μὸς τῆς ἐ­ξό­δου ἔ­γι­νε ὁ­μα­δι­κός: Wolf Biermann, Reiner Kunze, Günter Kunert, Sarah Kirsch, Jurek Becker, Erich Loest, Thomas Brasch. Ἡ με­τα­φύ­τευ­ση τῆς ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιᾶς.

       Ἡ ἀ­πό­λυ­τη συ­νέ­πεια στὴ θε­ω­ρί­α καὶ τὴν πρά­ξη. Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle κι ἔ­γρα­ψε «βι­ο­λο­γι­κὰ» ποι­ή­μα­τα καὶ μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα μὲ με­λά­νι σέ­πια (σου­πιᾶς) καὶ πα­λαι­ο­μο­δί­τι­κη πέν­να. Ἀ­φή­γη­ση κου­βεν­τια­στή, ὅ­πως ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ κα­νεὶς μὲ τὰ που­λιά, τὰ κα­τοι­κί­δια καὶ τὰ ζῶ­α τοῦ δά­σους. Ἔ­τσι συ­νέ­θε­σε, ὅ­πως πε­ρι­γρά­φει ὡς θαυ­μα­στὸ ἐ­πί­τευγ­μα, ὁ Beethoven τὴν «Ποι­με­νι­κὴ Συμ­φω­νί­α» του: «Δὲν τὴν ἔ­γρα­ψα ἐ­γώ, ἀλ­λὰ τὰ που­λιά.» Πε­ρί­που ὅ,τι συμ­βαί­νει στὸν κύ­κλο Erdreich (Βα­σί­λει­ο τῆς γῆς, DVA 1982, 80):


Εἶ­δα στὸν ὕ­πνο μου ἕ­να που­λὶ δυ­ὸ πό­δια ψη­λό

Κα­θό­ταν στὸν δε­ξιὸ στῦ­λο

Τῆς δί­φυλ­λης πόρ­τας

Στὸ δι­α­λυ­μέ­νο ἀ­πὸ και­ρὸ ὑ­πο­στα­τι­κὸ

Τοῦ μυ­στα­κο­φό­ρου σὰν τὴ φώ­κια παπ­ποῦ μου.

Βλέ­πεις! μοῦ εἶ­πε κα­θὼς βγῆ­κα

Καὶ ἤ­χη­σε κά­πως ἐ­πι­τι­μη­τι­κά

Ἐ­νῶ ἐ­γὼ ἤ­μουν χα­ρού­με­νη ποὺ εἶ­δα καὶ κα­τά­λα­βα.

                  («Ablösung», «Ἀ­πο­κο­πή», σελ. 80)


Οἱ τί­τλοι τῶν κυ­ρι­ό­τε­ρων ἔρ­γων της εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κοὶ τοῦ φυ­σι­κοῦ προ­σα­να­το­λι­σμοῦ της: Landaufenthalt (Ὑ­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), Rückenwind (Νω­τια­ῖος ἄ­νε­μος, 1976), Wintergedichte (Χει­μω­νι­ά­τι­κα ποι­ή­μα­τα, 1978), Schneewärme (Θέρ­μη χι­ο­νιοῦ, 1989), Das simple Leben (Ἡ ἁ­πλὴ ζω­ή, 1994), Schwanenliebe (Κύ­κνει­ος ἔ­ρως, 2001). Ἔ­δω­σε πί­σω στὸν κό­σμο τὸν χα­μέ­νο ρυθ­μό. Καὶ ἂν αὐ­τὸ ἀ­κού­γε­ται ὑ­περ­βο­λι­κό, ἂς πι­στω­θεῖ στὸν προ­ο­ρι­σμὸ τοῦ ποι­η­τῆ, στὸν Friedrich Hölderlin, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, στὸν ὁ­ποῖ­ο χρω­στοῦν ὅ­λοι. Συλ­λέ­κτρια, για­τί ὄ­χι, θραυ­σμά­των τῆς γλώσ­σας, ὅ­πως εἶ­ναι ὁ προ­ο­ρι­σμὸς ὅ­λων τῶν ἀ­λη­θι­νῶν ποι­η­τῶν. Κά­πως ἔ­τσι ἐν­νό­η­σε ὁ ρο­μαν­τι­κὸς Heinrich von Kleist τὴν Σπα­σμέ­νη στά­μνα (Der zerbrochne Krug, 1811). Ἕ­να θρυμ­μα­τι­σμέ­νο καὶ ριγ­μέ­νο σὲ κομ­μά­τια στὰ πέ­ρα­τα τῆς Γῆς ἀγ­γεῖ­ο. Ὁ ποι­η­τὴς εἶ­ναι γέν­νη­μα τῆς με­τὰ τὴν Βα­βὲλ ἐ­πο­χῆς, ποὺ δὲν μπό­ρε­σε ὡ­στό­σο νὰ ἐμ­πο­δί­σει κα­μί­α κα­τα­στρο­φή. Σὲ αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν πλή­ρη ἀ­δυ­να­μί­α του, στὴν πε­ριτ­το­λο­γί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου ποὺ λέ­γε­ται γρα­φή, κρύ­βε­ται πα­ρα­δό­ξως ἕ­να πο­λύ­τι­μος προ­ο­ρι­σμός. Ἡ Kirsch αὐ­το­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται «νη­φά­λια χρο­νι­κο­γρά­φος τοῦ τέ­λους τῆς ἱ­στο­ρί­ας». Οἱ λοι­πὲς δι­α­κη­ρύ­ξεις εἶ­ναι «στά­χτη στὰ μά­τια τοῦ κό­σμου». Ὅ­μως, αὐ­τὸ τὸ «τί­πο­τε» εἶ­ναι ὁ πυ­ρή­νας τοῦ πο­λι­τι­κοῦ λό­γου. Ἐ­κεῖ κα­τοι­κεῖ τὸ «politikon zoon», χω­ρὶς νὰ μοι­ρά­ζε­ται σὲ πρό­σω­πο καὶ ἄ­το­μο, ἄν­θρω­πο καὶ πο­λί­τη. Ὁ κό­σμος τό­τε μπο­ρεῖ νὰ φω­λιά­σει σὲ ἕ­ναν στί­χο, ὅ­πως χώ­ρε­σαν σὲ ἕ­να χο­ρι­κὸ τοῦ Σο­φο­κλῆ ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης πο­ρεί­ας καὶ τὸ «δει­νόν», με­τὰ τὰ φυ­σι­κά, ἐ­ρώ­τη­μα γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Τὸ ἐ­πι­κὸ ποί­η­μα ἢ πε­ζο­τρά­γου­δο τοῦ W.G. Sebald Nach der Natur (Ἐκ τοῦ φυ­σι­κοῦ, 1988) θέ­τει τοὺς ἴ­διους ὅ­ρους εὐ­θύ­νης τοῦ πο­λί­τη καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ. Ἡ Sarah Kirsch τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ Friedrich-Hölderlin-Preis (1984) καὶ Georg-Büchner-Preis (1996), ἀ­πὸ τὰ σπου­δαι­ό­τε­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α στὸν γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο.

 

Das simple Leben. Μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα με­τα­ξὺ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας


Τὸ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα ὡς ἐ­πεί­γου­σα δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ εἴ­δη­ση σὲ μορ­φὴ ἡ­με­ρο­λο­για­κή, χρο­νο­λο­γι­κή: «θε­ω­ρί­α τοῦ Χά­ους», ὅ­πως τὴν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἡ Kirsch. Στὸ χά­ος ὁ­δη­γεῖ, λό­γου χά­ρη, τὸ τρο­μο­κρα­τι­κὸ χτύ­πη­μα στὴν Χά­ϊ­φα, στὶς 4 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003, ὅ­που ἔ­χα­σαν τὴ ζω­ή τους δέ­κα ἄν­θρω­ποι. Ἡ 4η Ὀ­κτω­βρί­ου ἑ­ορ­τά­ζε­ται ὡς Ἡ­μέ­ρα Συμ­φι­λί­ω­σης (Versöhnungstag). Τὸ 2002, δέ­κα τρί­α χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πτώ­ση τοῦ Τεί­χους, γρά­φει σὲ ἕ­να ποι­η­τι­κὸ χρο­νι­κό, δο­μη­μέ­νο ὡς ται­νί­α ἐ­πει­σο­δί­ων, γιὰ ἕ­ναν ἐ­πι­δέ­ξιο Νο­έμ­βρη ποὺ φύ­ση­ξε καὶ σή­κω­σε τὸ Τεῖ­χος, ἀ­φοῦ οἱ «Machthaber», οἱ ἔ­χον­τες τὴν ἐ­ξου­σί­α, «ἦ­ταν ἀ­νί­κα­νοι νὰ δι­α­τυ­πώ­σουν κά­τι», δηλ. μί­α ἁ­πλὴ συν­τα­κτι­κὰ πρό­τα­ση πα­ρα­δο­χῆς τοῦ τέ­λους. Τὸ τεῖ­χος «πέ­τα­ξε» μὲ τοὺς γλά­ρους, κα­ταρ­γών­τας ὅ­λους τοὺς νό­μους τῆς ἰ­δε­ο­λο­γι­κῆς βα­ρύ­τη­τας. Στὸν κύ­κλο σύν­το­μων ἀ­φη­γη­μά­των μὲ τί­τλο Φλη­να­φή­μα­τα κο­ρά­κων (Krähengeschwätz, 2010) ἡ Kirsch δι­α­τυ­πώ­νει πο­λι­τι­κὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις ὡς συ­ναί­σθη­ση ποι­η­τι­κή. Τὰ φλη­να­φή­μα­τα τῶν κο­ρά­κων δὲν εἶ­ναι κά­ποι­α ἀ­με­λη­τέ­α πο­λυ­λο­γί­α· στο­χεύ­ουν, ὑ­πὸ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ κό­ρα­κος ὡς ἀρ­χαί­ου καὶ χρι­στι­α­νι­κοῦ συμ­βό­λου τῆς φω­τιᾶς καὶ τῆς Θεί­ας Πρό­νοι­ας, στὶς κα­λὲς καὶ ἄ­σχη­μες ὄ­ψεις τῆς φύ­σης (συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης). «Οἱ με­γα­λο­φυ­ΐ­ες», λέ­ει ἡ Kirsch, «ἔ­χουν συ­χνὰ κα­κὴ μνή­μη» (Michael Braun, «”Alles ist auffindbar in meinen Spuren” Zum 75. Geburtstag der Dichterin Sarah Kirsch». Περ. Die politische Meinung, 485, 2010, 69-72). Αὐ­τὴ ἡ σύν­το­μη γρα­φή, μὲ τὴν ἐ­κρη­κτι­κό­τη­τα τῆς πυ­κνῆς γό­μω­σης, ὄ­χι μό­νο συν­τη­ρεῖ τὴ μνή­μη, ἀλ­λὰ τὴν προ­οι­κο­νο­μεῖ στὴν ἐ­περ­χό­με­νη δεί­νω­ση τοῦ κό­σμου. Ὅ­πως τὸ «ἔσ­σε­τ’ ἦ­μαρ…» τοῦ Ὁ­μή­ρου.


Στὴν ἄκρη τοῦ δάσους: ἡ Sarah Kirsch τὸ Καλοκαίρι τοῦ 1999 στὴ γενέτειρά της στὸ Limlingerode. Φωτογραφία: Federico Gambarini.

Στὴν ἄκρη τοῦ δάσους: ἡ Sarah Kirsch τὸ Καλοκαίρι τοῦ 1999 στὴ γενέτειρά της στὸ Limlingerode. Φωτογραφία: Federico Gambarini.

Das simple Leben. Τί­τλος ἁ­πλός, κα­θη­με­ρι­νὸς ὅ­σο καὶ ἀ­με­τά­φρα­στος, συγ­γε­νι­κὸς πάν­τως μὲ αὐ­τὸν τοῦ Sebald. Χω­ρὶς εἰ­δο­λο­γι­κὴ ἔν­δει­ξη: προ­σω­πι­κὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, χρο­νο­γρά­φη­μα, κε­κα­λυμ­μέ­νη πρό­ζα ἢ ποί­η­ση. «Ἁ­πλή», τρό­πος τοῦ λέ­γειν, εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ τῆς Kirsch με­τὰ ἀ­πὸ τὸν «ἐκ­πα­τρι­σμό» της τὸ 1977. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme, στὶς ὄ­χθες τῶν πο­τα­μῶν Eyder (Eider) καὶ Tielenau, τοῦ κρα­τι­δί­ου Schleswig-Holstein στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Μα­ζί της εἶ­χε τὸν γιό της Μω­ϋ­σή (1969), τὸν φί­λο της Ἀμ­βρό­σιο, συν­θέ­τη, τὴ γά­τα Anna Blume, τὸν γα­ϊ­δα­ρά­κο Bosch, τὸν σκύ­λο Schumann, τὸν Jonathan, τὸ πρό­βα­το, χω­ρὶς νὰ ἐ­ξαι­ροῦν­ται τὰ που­λιά, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Συ­νεκ­δο­χὴ τῆς Κι­βω­τοῦ τοῦ Νῶ­ε. Σὰν βι­βλι­κὴ ἐ­πα­νεγ­γρα­φὴ καὶ προ­α­ναγ­γε­λί­α ἑ­νὸς τέ­λους. Ἐ­κεῖ, λέ­ει ἡ Kirsch, δὲν θὰ εἶ­χαν θέ­ση ὁ Günter Grass, ὁ Peter Handke, ἡ Christa Wolf.

       Ἠ­θε­λη­μέ­νη ἀ­πο­μό­νω­ση ἀλ­λὰ καὶ μά­τι ἄ­γρυ­πνο ποὺ πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ «γυ­ά­λι­νο μοῦ­τρο» σχο­λι­ά­ζον­τας μὲ πέν­να λε­πτὴ ὅ­σο καὶ εὐ­αί­σθη­τη, δη­λα­δὴ ποι­η­τι­κὴ δι­ά­θε­ση εὐ­ε­ρέ­θι­στη, τὰ γε­γο­νό­τα σὲ ὅ­λον τὸν πλα­νή­τη. Ἀ­πὸ τὴν εἰ­δη­σε­ο­γρα­φί­α ποὺ τρο­φο­δο­τεῖ τὸ βι­βλί­ο, συμ­πε­ραί­νου­με ὅ­τι γρά­φε­ται πρὸς τὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ὀ­γδόν­τα καὶ φθά­νει πε­ρί­που στὸ 1992: Οἱ τα­ρα­χὲς στὸ Μὶνσκ τῆς Λευ­κο­ρω­σί­ας, ὁ πό­λε­μος τοῦ K­όλ­που, ἡ πυ­ρη­νι­κὴ ἔ­κρη­ξη στὸ Τσερ­νόμ­πιλ, ἡ ἀ­να­τα­ρα­χὴ στὰ Βαλ­κά­νια, ἡ πε­ρε­στρό­ϊ­κα, τὸ πρα­ξι­κό­πη­μα-ὀ­πε­ρέτ­τα κα­τὰ τοῦ Γκορ­μπα­τσὼφ στὴν Ρω­σί­α. Κα­τα­λυ­τι­κὴ στὴ σκέ­ψη τῆς Kirsch, ἔ­στω καὶ ἂν δὲν λέ­γε­ται εὐ­θέ­ως στὸν κύ­κλο αὐ­τό, ἡ πτώ­ση τοῦ Τεί­χους καὶ ἡ ἁ­λυ­σι­δω­τὴ κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ Ostblock. Ἔ­χει στὰ χέ­ρια της τὸν φά­κε­λό της ἀ­πὸ τὰ ἀρ­χεῖ­α τῆς Stasi. Δὲν τὴν ἀ­πελ­πί­ζει ἡ προ­δο­σί­α τῶν κον­τι­νῶν φί­λων καὶ τῶν ὁ­μο­τέ­χνων, ἀλ­λὰ ὁ μο­λυ­σμέ­νος ἄν­θρω­πος τοῦ πλα­νή­τη, τοῦ ὁ­ποί­ου ὁ πλη­ρο­φο­ρι­ο­δό­της τῆς Κρα­τι­κῆς Ἀ­σφά­λειας εἶ­ναι ἕ­να ἥσ­σο­νος ση­μα­σί­ας καὶ διά­ρκειας πε­ρι­στα­τι­κό. Ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὸ πρώ­ην ἀ­να­το­λι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο, τὸ βρί­σκει ἀ­κό­μη ἄ­σχη­μο. Εἶ­ναι ἡ ἀ­σχή­μια τῆς Christa Wolf ποὺ ἐ­νο­χλεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α της ἐ­κεῖ. Ὁ Ἔ­ριχ Χό­νε­κερ, ὁ ἀρ­χι­μη­χα­νι­κὸς τοῦ Τεί­χους, πε­ρι­φέ­ρε­ται στὴν Μό­σχα καὶ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο ζη­τών­τας πο­λι­τι­κὸ ἄ­συ­λο. Πῶς ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­νε­ται τώ­ρα ὁ θερ­μὸς ἀλ­λη­λο­α­σπα­σμός, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ «τὸ φι­λί», μὲ τὸν Μπρέζ­νι­εφ; Ὁ κρα­ται­ὸς κά­πο­τε Γκορ­μπα­τσὼφ ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ τὸν προ­στα­τεύ­σει. «Ἔ­χει ὁ ἴ­διος προ­βλή­μα­τα». Γε­γο­νό­τα-πα­ρω­δί­ες τῆς ἱ­στο­ρί­ας, σὰν ἕ­να τέ­λος ποὺ τεί­νει νὰ ἀγ­κα­λιά­σει ὁ­λό­κλη­ρον τὸν πλα­νή­τη. Και­ρὸς μιᾶς Κι­βω­τοῦ τῆς μι­κρῆς πρό­ζας.

       Τὸ δι­α­με­λι­σμέ­νο σὲ μι­κρὰ θραύ­σμα­τα ἡ­με­ρο­λο­για­κὸ δο­κί­μιο, σύμ­φω­νο καὶ μὲ τὴ θε­ω­ρί­α τοῦ Χά­ους, συμ­πλέ­κει, ὅ­πως εἰ­πώ­θη­κε κα­τὰ κό­ρον, τὴ μα­κρο­ϊ­στο­ρί­α μὲ τὴ μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α, τοὺς ἐκ­κω­φαν­τι­κοὺς βομ­βαρ­δι­σμοὺς καὶ τὸ τι­τί­βι­σμα τῶν που­λι­ῶν, τὴν πο­λε­μι­κὴ ἀ­πο­στο­λὴ καὶ τὴ βόλ­τα τοῦ Μω­ϋ­σῆ μὲ τὸ πο­δή­λα­το. Ἡ πα­ρά­δο­ξη, προ­κλη­τι­κὴ σύ­ζευ­ξη πα­ρερ­μη­νεύ­θη­κε ὡς ἄ­σκο­πη αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα καὶ αὐ­το­προ­βο­λή (Cora Schenberg, «Sarah Kirsch: Das simple Leben». GDR Bulletin, Vol. 21, Iss. 2, 26). Ὅ­μως, ἄ­σκο­πη καὶ ἄ­και­ρη εἶ­ναι ἡ κρι­τι­κὴ ποὺ δι­α­βά­ζει τὴν Kirsch μὲ ὅ­ρους πο­λι­τι­κοὺς ἢ του­λά­χι­στον δί­νει προ­τε­ραι­ό­τη­τα σὲ αὐ­τούς. Ἡ θε­μα­τι­κὴ τοῦ βι­βλί­ου ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα, τὴν εἰ­κό­να τῆς γλώσ­σας, τὴν ἐλ­λει­πτι­κὴ στί­ξη, τοὺς ἰ­δι­ω­μα­τι­σμούς, τὰ ἠ­χη­τι­κὰ ξε­νί­σμα­τα. Ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα δὲν πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ τοὺς ποι­η­τὲς νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ γιὰ τὴν κα­τάν­τια τοῦ σο­σι­α­λι­στι­κοῦ ὀ­νεί­ρου, ἔ­στω καὶ ἂν αὐ­τοὶ τὴν ἔ­χουν προ­φη­τέ­ψει. Ἡ πο­λι­τι­κή τους στά­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως αἰ­σθη­τι­κῆς τά­ξε­ως.

       Ἡ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι στά­ση πο­λι­τι­κή. Καὶ ὁ τί­τλος τοῦ βι­βλί­ου, ἄ­κρως ὑ­πε­ρα­πλου­στευ­τι­κός, δη­λώ­νει τὴ νη­φά­λια ἐ­ξει­κό­νι­ση τοῦ Ἐ­γὼ ὡς ἀν­θρώ­πι­νου χα­ρα­κτή­ρα καὶ τύ­που, μὲ τὴ γρα­φή του ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­νε­ξί­τη­λα ἐ­πά­νω του. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι τὸ ἔρ­γο προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴν ἀ­νά­γνω­ση προ­η­γού­με­νων βι­βλί­ων τῆς Kirsch, ὅ­πως τὰ Schwingrasen (Φτε­ρω­μέ­νο γρα­σί­δι,* πρό­ζα), Spreu (Σκύ­βα­λο, ἡ­με­ρο­λό­γιο), Erlkönigstochter (Ἡ κό­ρη τοῦ Erlkönig, ποι­ή­μα­τα). Μέ­ρος κι αὐ­τὸ ἑ­νὸς ἔρ­γου ἐν προ­ό­δῳ, ἕ­να μι­κρο­α­φή­γη­μα, δη­λα­δή, μέ­σα στὸ με­γά­λο ἀ­φή­γη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Sarah Kirsch συ­νο­ψί­ζει στὸ λο­γο­παί­γνιο «Gedichte, Berichte, Gesichte» («Ποι­ή­μα­τα, ἐ­ξι­στο­ρή­σεις, πρό­σω­πα»).


* Εἶ­ναι τὸ γρα­σί­δι ποὺ ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἐ­πά­νω στὸ ἕ­λος καὶ κλο­νί­ζει τὸ βῆ­μα τοῦ πε­ρι­πα­τη­τῆ. Ἀν­τί­στοι­χο στὸν ὅ­ρο Holzweg, τὸν δρό­μο τῶν ξυ­λο­κό­πων.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Corrado Farina (Κορ­ράν­το Φα­ρί­να): Συ­νέν­τευ­ξη μὲ τὸν Ντί­νο Μπου­τζά­τι


L'ecrivain et journaliste italien Dino Buzzati (1906-1972) a Cervinia 1954 Neg:B70379PL --- Italian journalist and writer Dino Buzzati (1906-1972) in Cervinia 1954

L’ecrivain et journaliste italien Dino Buzzati (1906-1972) a Cervinia 1954  — Italian journalist and writer Dino Buzzati (1906-1972) in Cervinia 1954


Corrado Farina (Κορ­ράν­το Φα­ρί­να)


Συ­νέν­τευ­ξη μὲ τὸν Ντί­νο Μπου­τζά­τι

(Interviste Dino Buzzati)


02-piΕΡΑΣΑΝ πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα ποὺ πῆ­γα νὰ βρῶ τὸν Ντί­νο Μπου­τζά­τι γιὰ νὰ τὸν ρω­τή­σω ἂν ἤ­θε­λε νὰ γυ­ρί­σου­με μιὰ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους γιὰ τὸν ἴ­διο. Μοῦ τὸν εἴ­χα­νε πε­ρι­γρά­ψει ὡς ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο, δύ­στρο­πο καὶ ἀ­πό­το­μο. Ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, μοῦ φά­νη­κε τὸ σπί­τι του, κα­τά­με­στο ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἑ­τε­ρό­κλι­τα ἀν­τι­κεί­με­να καὶ κα­λυμ­μέ­νο, στοὺς τοί­χους καὶ τὴ σο­φί­τα, ἀ­πὸ πί­να­κες ὅ­λων των δι­α­στά­σε­ων καὶ ὅ­λων των εἰ­δῶν – με­ρι­κοὶ πο­λὺ ἄ­σχη­μοι, ἄλ­λοι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὄ­μορ­φοι. Πε­ρι­έρ­γως, στὸν ἄν­θρω­πο αὐ­τὸ εἶ­δα μό­νο μιὰ κά­ποι­α δυ­σπι­στί­α ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε μό­λις δι­α­πι­στώ­σα­με —καὶ δὲ μᾶς πῆ­ρε πο­λὺ χρό­νο— ὅ­τι ἀ­γα­πού­σα­με τὰ ἴ­δια βι­βλί­α, τοὺς ἴ­διους ζω­γρά­φους, τὰ ἴ­δια πράγ­μα­τα…

       Ἀ­φοῦ ἔ­πε­σε αὐ­τὴ ἡ προ­στα­τευ­τι­κὴ μά­σκα —ποὺ ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι πη­γά­ζει ἀ­πὸ μιὰ ἔμ­φυ­τη ντρο­πα­λό­τη­τα— ἔ­μει­νε μό­νο ἕ­νας με­σή­λι­κας κύ­ριος, εὐ­γε­νέ­στα­τος, φι­λι­κός, ποὺ τὸ ντύ­σι­μό του, ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά του, ἀ­κό­μα καὶ ὁ τρό­πος ποὺ μι­λοῦ­σε ἦ­ταν, πε­ρι­έρ­γως, ντε­μον­τέ. Ἕ­νας κύ­ριος μὲ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κοὺς τρό­πους, πο­λὺ μον­τα­νελ­λιά­νο, πο­λὺ «Κορ­ρι­έ­ρε ντὲ λὰ Σέ­ρα» πα­λιᾶς κο­πῆς, γιὰ νὰ συ­νεν­νο­ού­μα­στε· τό­σο, ποὺ νὰ μοῦ μι­λά­ει, σ’ ἐ­μέ­να, ποὺ ἤ­μουν πο­λὺ νε­ό­τε­ρος ἀπ΄ αὐ­τόν, στὸν ἑ­νι­κό.

       Τὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους τὴν γύ­ρι­σα, ἀλ­λά, δυ­στυ­χῶς, δὲν εὐ­δό­κη­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χω κά­νει, ἔ­τσι ὥ­στε ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα προ­σπα­θῶ νὰ τὴ δεί­χνω ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν λι­γό­τε­ρο. Ὡ­στό­σο, ἴ­σως ἀ­ξί­ζει τὸν κό­πο νὰ ξα­να­κού­σου­με καὶ νὰ με­τα­γρά­ψου­με με­ρι­κὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ μιὰ ται­νί­α ἠ­χο­γρα­φη­μέ­νη σὲ κεί­νη τὴν πε­ρί­στα­ση, κομ­μά­τια ἀ­πὸ τὴ συ­νο­μι­λί­α ποὺ ἔ­μει­ναν ἀ­ναλ­λοί­ω­τα καὶ ξα­να­ζων­τα­νεύ­ουν τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν καλ­λι­τέ­χνη.


***


Μι­λών­τας γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του


ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ ἔρ­γο ἑ­νὸς συγ­γρα­φέ­α δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ γί­νον­ται ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν συγ­γρα­φέ­α. Ὅ­ταν μὲ ρω­τοῦν ποι­ό εἶ­ναι τὸ κύ­ριο θέ­μα μου, δὲν ξέ­ρω νὰ πῶ ποι­ό εἶ­ναι. Αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ τὸ πεῖ­τε ἐ­σεῖς. Για­τί, συ­νή­θως, ὁ καλ­λι­τέ­χνης (θε­έ μου! ἡ λέ­ξη καλ­λι­τέ­χνης κρύ­βει πάν­τα μέ­σα της μιὰ κά­ποι­α ἔ­παρ­ση) πι­στεύ­ει ὅ­τι κά­νει κά­τι, εἶ­ναι πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι κά­νει κά­τι, κι ὕ­στε­ρα γεν­νι­έ­ται κά­τι ἄλ­λο ποὺ εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κό, δὲν ξέ­ρω κα­τὰ πό­σο γί­νο­μαι κα­τα­νο­η­τός. Γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, ἡ ἑρ­μη­νεί­α, ὄ­χι μό­νο ἡ ἑρ­μη­νεί­α, ἀλ­λὰ καὶ ἡ πε­ρι­γρα­φή, ὁ ἀ­κρι­βὴς ὁ­ρι­σμὸς ἑ­νὸς ἔρ­γου, πρέ­πει νὰ δί­νε­ται ἀ­πὸ ἐ­σᾶς, ὄ­χι ἀπ΄τὸν δη­μι­ουρ­γό.


Τὸ σπί­τι στὸ Μπε­λλοῦ­νο


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-02ΔΕΝ ΖΟΥΣΑ στὸ Μπελ­λοῦ­νο ἀ­πὸ μι­κρός, ζοῦ­σα πάν­τα στὸ Μι­λά­νο· γεν­νή­θη­κα σὲ δι­α­κο­πές, μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νείς. Τὸ σπί­τι στὸ Μπελλοῦ­νο εἶ­ναι ἕ­να σπί­τι ποὺ βρί­σκε­ται πε­ρί­που ἑ­νά­μι­σι χι­λι­ό­με­τρο ἀπ΄ τὴν πό­λη τοῦ Μπελ­λοῦ­νο, ποὺ σή­με­ρα σι­γὰ-σι­γὰ θὰ τὴν κα­τα­πι­εῖ ἡ πό­λη ποὺ ἐ­πε­κτεί­νε­ται πά­νω στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ ὄ­χθη τοῦ Πιά­βε. Σὲ κεῖ­νο τὸ σπί­τι, ποὺ κά­πο­τε ἦ­ταν ἐ­ξο­χι­κὸ (ὄ­χι πιὰ σή­με­ρα, ἀ­φοῦ τὰ σπί­τια ἀρ­χί­ζουν νὰ πλη­σιά­ζουν), μέ­να­με πε­ρί­που τρεῖς μῆ­νες τὸ χρό­νο, για­τὶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἦ­ταν, οὐ­σι­α­στι­κά, κα­θη­γη­τὴς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ δι­και­οῦ­ταν τρεῖς μῆ­νες δι­α­κο­πῶν. Καὶ εἶ­ναι λο­γι­κὸ —ἢ, του­λά­χι­στον, σύ­νη­θες— οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὰ παι­δι­κά μου χρό­νια σὲ κεῖ­να τὰ μέ­ρη νὰ εἶ­ναι οἱ πιὸ δυ­να­τὲς ποὺ ἀ­πό­χτη­σα στὴ ζω­ή μου… καὶ οἱ πιὸ χα­ρού­με­νες, κα­τὰ βά­θος.

       Στὴ διά­ρκεια τοῦ πρώ­του παγ­κο­σμί­ου πο­λέ­μου αὐ­τὸ τὸ σπί­τι λε­η­λα­τή­θη­κε ἐν­τε­λῶς καὶ εἶ­χαν μεί­νει μό­νο οἱ τοῖ­χοι. Παρ΄ ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­φοῦ πρῶ­τα δι­α­κο­σμή­θη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα ἔ­πι­πλα πιὸ ἁ­πλῆς φόρ­μας, δι­α­τή­ρη­σε — καὶ ἀ­κό­μα δι­α­τη­ρεῖ— αὐ­τὴ τὴ μα­γι­κὴ δύ­να­μη ποὺ αἰ­σθα­νό­μουν ἀ­πὸ παι­δί. Ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα, τὸ ὁ­μο­λο­γῶ, ὅ­ταν πη­γαί­νω ἐ­κεῖ, ἰ­δι­αί­τε­ρα σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­στά­σεις, ὁ­ρι­σμέ­νες ὧ­ρες, αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­κό­μα αὐ­τὸν τὸν ἀ­έ­ρα, αὐ­τὴν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ εἶ­χα βι­ώ­σει, καὶ ποὺ τὴν εἶ­χα κά­νει δι­κή μου, ὅ­ταν ἤ­μουν παι­δί.

 

Τὰ βου­νά


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-03ΑΠΟ ΠΑΙΔΙ εἶ­χα ἕ­να εἶ­δος φο­βε­ροῦ πά­θους γιὰ τὰ βου­νά· τό­σο ὥ­στε νὰ κλαί­ω τὶς νύ­χτες, ὅ­ταν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ πά­ω. Ἔ­κλαι­γα νύ­χτες ὁ­λό­κλη­ρες. Ἀρ­γό­τε­ρα ἄρ­χι­σα νὰ πη­γαί­νω. Πο­τὲ δὲν ὑ­πῆρ­ξα με­γά­λος ἀλ­πι­νι­στής, ὡ­στό­σο ἀ­ναρ­ρι­χή­θη­κα πο­λύ, στὴν ἀρ­χὴ μὲ φί­λους, με­τὰ μὲ ὁ­δη­γούς, ἀ­κό­μα καὶ μὲ κεί­νους ποὺ βαθ­μο­λο­γοῦν­ται μὲ ἑ­πτὰ στὴν κλί­μα­κα ἐ­πι­κιν­δυ­νό­τη­τας τῆς ἀ­ναρ­ρί­χη­σης καὶ κα­τά­γον­ταν ἀ­πὸ τὸ Μπε­λ­λοῦ­νο, ὅ­που καὶ ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πυ­ρή­νας τέ­τοι­ων ἀ­ξι­ό­λο­γων καὶ ση­μαν­τι­κῶν ἀλ­πι­νι­στῶν στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ΄20 καὶ τοῦ ΄30.

       Τώ­ρα γιὰ νὰ πῶ πό­σες ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἀ­να­μνή­σεις ἔ­χουν μεί­νει στὰ γρα­πτά μου, θὰ χρει­α­ζό­ταν νὰ ἀ­να­τρέ­ξω σὲ ὅ­λα μου τὰ βι­βλί­α ἕ­να πρὸς ἕ­να.

       Τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Ὁ Μπάρ­ναμ­πο τῶν βου­νῶν (Bar­na­bo del­le mon­ta­gne), εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ δα­σο­φύ­λα­κες ποὺ ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται σὲ μιὰ πε­ρι­ο­χὴ δο­λο­μι­τι­κῶν βου­νῶν ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χουν. Αὐ­τὸς ὁ Μπάρ­ναμ­πο ἔ­χει κα­θα­ρὲς ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὰ βου­νά, ἀλ­λὰ ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὰ τὰ βου­νά; Θά ΄λε­γα ὄ­χι οἱ πο­λὺ ψη­λοὶ Δο­λο­μί­τες, οἱ πλα­γι­ὲς τύ­που Τσι­βέτ­τα (Ci­vet­ta), τύ­που Πέλ­μο (Pel­mo). Ὄ­χι. Μᾶλ­λον βου­νά… πῶς νὰ τὰ ποῦ­με; Ὅ­πως τὰ βου­νὰ ποὺ βρί­σκον­ται στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ ὄ­χθη τοῦ Πιά­βε, ἡ ὁ­ρο­σει­ρὰ ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Μον­φαλ­κό­νε ντὶ Τό­ρο (Μon­­fal­­co­­ne di To­ro), ποὺ βρί­σκε­ται οὐ­σι­α­στι­κὰ πά­νω ἀ­πὸ τὸ Κα­λάλ­τσο (Ca­­lal­­zo), ἀ­να­το­λι­κὰ τοῦ Κα­λάλ­τσο: ὁ­ρο­σει­ρὰ ποὺ σή­με­ρα ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρο κό­σμο, ἐπειδὴ ὑ­πάρ­χουν πιὸ πολ­λὰ κα­τα­φύ­για. Τό­τε ποὺ πή­γαι­να ἐ­γὼ —δη­λα­δὴ τὸ ΄29 καὶ τὸ ΄30— πο­λὺ λί­γος κό­σμος πή­γαι­νε ἐ­κεῖ, στὴν οὐ­σί­α ἦ­ταν μιὰ ὁ­ρο­σει­ρὰ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νη.

       Τὸ δεύ­τε­ρο βι­βλί­ο ὀ­νο­μα­ζό­ταν: Τὸ μυ­στι­κὸ τοῦ Γέ­ρι­κου Δά­σους (Il Se­gre­­to del Bos­co Vec­chio) καὶ ἀ­να­φε­ρό­ταν σὲ ἕ­να δά­σος στὸ βου­νό, ἀλ­λὰ τὰ βου­νὰ δὲν ἔ­παι­ζαν κα­νέ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο ρό­λο. Ἀν­τί­θε­τα τὸ δά­σος εἶ­χε ση­μα­σία. Αὐ­τὸ τὸ φαν­τα­στι­κὸ δά­σος ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες μου; Ὄ­χι. Θά ΄λε­γα ὄ­χι. Βέ­βαι­α, οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὰ δά­ση ποὺ δι­έ­σχι­σα γιὰ νὰ βρε­θῶ στὰ βου­νά, οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ καὶ τὶς κοι­λά­δες, συσ­σω­ρεύ­ον­ται στὴν μνή­μη καὶ εἶ­ναι φυ­σι­κὸ νὰ ἐ­ξά­γεις ἀ­πὸ αὐ­τὴν κά­τι και­νούρ­γιο, ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ κά­ποι­α συγ­κε­κρι­μέ­νη το­πο­θε­σί­α.

       Μιὰ ἀ­σα­φῆ το­πο­γρα­φι­κὴ ἀ­να­φο­ρά, στὴν οὐ­σί­α ἡ αἴ­σθη­ση, ἡ ἰ­δέ­α ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­ρή­μου τοῦ βορ­ρᾶ ποὺ ἁ­πλω­νό­ταν στὰ ρι­ζὰ τοῦ φρου­ρί­ου Μπα­στιά­νη —φρού­ριο ποὺ βρι­σκό­ταν πά­νω σ΄ ἕ­να πέ­ρα­σμα ἀ­νά­με­σά σε κρη­μνώ­δη βου­νά— μοῦ ἦρ­θε στὸ μυα­λὸ ἀ­πὸ τὴν εἰ­κό­να τῆς πε­διά­δας τοῦ βορ­ρᾶ, ποὺ φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν Δο­λο­μι­τῶν τοῦ Σέ­στο (Do­lo­mi­ti di Ses­to), ὅ­πως ἡ κο­ρυ­φὴ Κρόν­τα Ρόσ­σα ντὶ Σέ­στο (Cro­da Ros­sa di se­sto), ἡ Κρόν­τα ντέι Τρὲ Σκά­πε­ρι (Cro­da dei Tre Sca­pe­ri), ἡ Κο­ρυ­φὴ 11 (Ci­ma 11). Στὴν κο­ρυ­φὴ Κρόν­τα ντέι τρὲ Σκά­πε­ρι πή­γαι­να ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤ­μουν πο­λὺ νε­α­ρός: πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς κο­ρυ­φές, ἀ­πὸ κά­τω, ὑ­πάρ­χει ἡ κοι­λά­δα Που­στέ­ρια (Pu­ste­ria), με­τὰ ἕ­νας λό­φος, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ μι­κροὺς πρά­σι­νους λό­φους ποὺ ση­κώ­νον­ται ὁ­μα­λά, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι ψη­λοὶ κι ἀ­μέ­σως με­τὰ ἐ­κεί­νη ἡ πε­διά­δα, ἢ κα­λύ­τε­ρα μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι πε­διά­δα, ποὺ χά­νε­ται μέ­σα στὴν κα­τα­χνιὰ καὶ τὶς ὁ­μί­χλες τοῦ βορ­ρᾶ.


Ὁ χρό­νος κι ὁ θά­να­τος


Η ΑΙΣΘΗΣΗ τοῦ ἀ­με­τα­κί­νη­του χρό­νου δὲν εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ πῶ ἀ­πὸ ποῦ προ­έρ­χε­ται, εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἐ­φιά­λτη, μιὰ ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α, ἕ­να ἐ­πί­μο­νο συ­ναί­σθη­μα ποὺ ἄρ­χι­σα νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­πὸ παι­δί. Ποῦ νὰ ξέ­ρω ἀ­πὸ ποῦ προ­έρ­χε­ται; Κα­τὰ βά­θος εἶ­ναι ἕ­να ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τῆς ζω­ῆς, ἕ­να θε­με­λι­ῶ­δες συ­στα­τι­κό της ζω­ῆς.

       Θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ τό­τε ἀ­κό­μη ποὺ ἤ­μουν μι­κρός, ὅ­ταν ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ κά­τι… Τέ­λει­ω­νε μιὰ χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δος, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν ἔκλεινε τὸ σχο­λεῖ­ο κι ἤ­μουν χα­ρού­με­νος, καὶ τὴν ἴ­δια στιγμὴ εἶ­χα αὐ­τὴν τὴν αἴ­σθη­ση γιὰ κά­τι ποὺ τέ­λει­ω­νε μιὰ γιὰ πάν­τα, ποὺ δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πα­να­λη­φθεῖ πο­τέ.

       Τώ­ρα μὲ ρω­τᾶ­τε γιὰ τὸν θά­να­το – τὸν εἶ­χα ρω­τή­σει, φυ­σι­κά, για­τί αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­ταν τό­σο συ­χνὰ στὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό του ἔρ­γο. Ἀ­ναμ­φί­βο­λα αὐ­τὴ ἦ­ταν πάν­τα μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἐμ­μο­νές μου: ὁ χρό­νος ποὺ φεύ­γει καὶ ὁ θά­να­τος πού, ἀ­να­πό­φευ­κτα, πλη­σιά­ζει. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κυ­ρί­ως κα­θὼς ἡ ζω­ὴ προ­χω­ροῦ­σε, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ποὺ μὲ ἐ­ξέ­πλητ­τε­ ἦ­ταν ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι ζοῦ­σαν σὰ νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χε κὰν ὁ θά­να­τος.

       Γε­νι­κὰ ὅ­λοι πάν­τα μὲ ἐ­πέ­πλητ­ταν: «Θε­έ μου, συ­νε­χί­ζεις ἀ­κό­μη νὰ γρά­φεις γιὰ τὸ θά­να­το, γρά­ψε καὶ γιὰ κά­τι ἄλ­λο.» Μὰ στὴν οὐ­σί­α αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ζη­τού­με­νο, τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ θέ­μα ποὺ ὑ­πάρ­χει, νο­μί­ζω, ἀ­πὸ καλ­λι­τε­χνι­κὴ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὴ σκο­πιά. Χω­ρὶς ἄλ­λο, μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νεὶς ὅ­τι εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ θέ­μα ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α. Τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ὅ­λων.

       Τώ­ρα, πράγ­μα­τι, γρά­φω ἕ­να βι­βλί­ο – μὰ δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου ἕ­να φι­λο­σο­φι­κὸ δο­κί­μιο, πρὸς θε­οῦ! Εἶ­ναι ἕ­να ἀ­φή­γη­μα – ὅ­που ὁ θά­να­τος εἶ­ναι τὸ βα­σι­κὸ θέ­μα. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ποὺ θὰ μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ νὰ ἐκ­φρά­σω εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­λυ­τη βλα­κεί­α τῆς πλει­ο­νό­τη­τας τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ζοῦν (μι­λῶ γιὰ τὸν δυ­τι­κὸ κό­σμο ὅ­που ζῶ κι ἐ­γώ) λὲς κι ὁ θά­να­τος δὲν θὰ τοὺς βρεῖ πο­τέ.

       Βλέ­πω, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­θρώ­πους μιᾶς κά­ποι­ας ἡ­λι­κί­ας, ἀν­θρώ­πους μὲ ἀ­σπρι­σμέ­να τὰ μαλ­λιά τους καὶ μὲ τὸ ἕ­να πό­δι στὸν τά­φο, ποὺ ἀ­κό­μα τοὺς ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ μέλ­λον, τοὺς ἀ­πα­σχο­λοῦν οἱ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, βα­σα­νί­ζον­ται για­τὶ δὲν ἔ­χουν πά­ρει ἕ­ναν ἔ­παι­νο, για­τὶ οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες δὲν ἀ­να­φέ­ρουν τὸ ὄ­νο­μά τους… – ὅ­ταν με­τὰ πε­θαί­νουν, ὑ­πάρ­χουν στιγ­μὲς ποὺ σοῦ ΄ρχε­ται νὰ γε­λά­σεις. Ἴ­σως εἶ­ναι σκλη­ρό, ὡ­στό­σο σοῦ ΄ρχε­ται νὰ γε­λά­σεις. Γύ­ρω μου συ­νέ­βη­σαν πε­ρι­στα­τι­κὰ ἐν­τε­λῶς γε­λοῖα ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους (μι­λῶ γιὰ συγ­γρα­φεῖς, δη­μο­σι­ο­γρά­φους…) ποὺ ἀ­πο­τα­μί­ευ­αν χρή­μα­τα, τὰ ἐ­πέν­δυ­αν μὲ ἀ­συ­νή­θι­στη κα­πα­τσο­σύ­νη, ἔ­παιρ­ναν πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὸ χρη­μα­τι­στή­ριο καὶ τὴν ἀ­γο­ρὰ ἀ­κι­νή­των, ἐ­πέν­δυ­αν σὲ πί­να­κες ζω­γρα­φι­κῆς, κι ὅ­λα αὐ­τὰ γιὰ τὸ μέλ­λον τους, γιὰ νὰ ἔ­χουν ἥ­συ­χα καὶ ἄ­νε­τα γη­ρα­τειά… – κι ὕ­στε­ρα τοὺς ἔ­πι­α­νε ἕ­να βη­χα­λά­κι, ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἕ­να για­τρὸ καὶ με­τὰ δε­κα­πέν­τε μέ­ρες ἦ­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα. Λοι­πόν; Λοι­πόν, ἄν σοῦ ΄ρχε­ται νὰ γε­λά­σεις, εἶ­ναι κι αὐ­τὸ ἀν­θρώ­πι­νο… αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο.

       Φυ­σι­κά, ἀ­να­φέ­ρο­μαι στὸ θά­να­το χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀλ­λη­γο­ρί­ες, καὶ γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο —στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων— ὁ κό­σμος δὲν κα­τα­λα­βαί­νει.

       Πρό­σφα­τα ἔ­γρα­ψα ἕ­να βι­βλί­ο… ὄ­χι, ἕ­να δι­ή­γη­μα ποὺ τὸ δη­μο­σί­ευ­σε ἡ Corriere della sera, καὶ ποὺ ὀ­νο­μα­ζό­ταν, νο­μί­ζω, «Μιὰ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὴ ἐ­πί­σκε­ψη» («Una visita sconcertante»). Τὸν τί­τλο δὲν τὸν βά­ζω ἐ­γώ – ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς τὸν ἀλ­λά­ζουν στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Οὐ­σι­α­στι­κὰ ἦ­ταν ὁ ἀγ­γε­λι­ο­φό­ρος ποὺ φέρ­νει τὸ προ­άγ­γελ­μα τοῦ θα­νά­του· ἔ­λα­βα δυ­ὸ-τρί­α γράμ­μα­τα ἀ­πὸ τὸν κό­σμο ποὺ ἔ­λε­γαν: «Μά, τί πά­ει νὰ πεῖ αὐ­τό, τί ση­μαί­νει;». Εἶ­ναι ἄλ­λη μιὰ ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος δὲν σκέ­φτε­ται κα­θό­λου τὸ θά­να­το, λὲς κι εἶ­ναι κά­τι ξέ­νο πρὸς τὸ πε­πρω­μέ­νο του. Για­τὶ ἂν αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι στὶς ἐ­πι­στο­λές, ποὺ κρί­νον­τας ἀ­πὸ τὰ συμ­φρα­ζό­με­να πρέ­πει νὰ εἶ­ναι κά­ποι­ας ἡ­λι­κί­ας, ἂν πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­χαν τὴν ἰ­δέ­α τοῦ θα­νά­του, ὅ­πως ὅ­λοι θά ΄πρε­πε νὰ ἔ­χουν… ὡ­στό­σο, ὄ­χι μὲ τὴν μορ­φὴ φό­βου, ἐ­φιά­λτη, ἀλ­λὰ μὲ τὴν μορ­φὴ τῆς ἐ­πί­γνω­σης. Πι­στεύ­ω ὅ­τι σὲ ὁ­ρι­σμέ­να μέ­ρη τῆς ἀ­να­το­λῆς ὑ­πάρ­χει πιὸ πο­λὺ ἡ συ­νεί­δη­ση τοῦ θα­νά­του ἀ­πὸ ὅ­τι σὲ μᾶς ἐ­δῶ, κι ὅ­τι ὁ θά­να­τος τρο­μο­κρα­τεῖ λι­γό­τε­ρο.

       Ὅ­ταν τὸν σκέ­φτε­ται κα­νεὶς ὅ­λη του τὴ ζω­ή, κά­ποι­α στιγ­μὴ φτάνει, καὶ ἴ­σως θά ΄πρε­πε νὰ τὸν φο­βᾶ­ται, ὅ­πως ἐ­γώ. Σὲ μᾶς, ἀν­τι­θέ­τως, κά­θε φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τᾶ κα­νεὶς τὸ θά­να­το, μοιά­ζει σὰν νὰ γκρε­μί­ζε­ται ὁ κό­σμος γύ­ρω του, σὰν νὰ συ­ναν­τᾶ κά­τι ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δό­κη­το, μιὰ τρο­με­ρὴ ἀ­δι­κία, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὅ­τι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δυ­ὸ μέ­ρες ὅ­λοι εἶ­ναι τό­σο κα­θη­συ­χα­σμέ­νοι, ὅ­σο ἦταν καὶ πρὶν νὰ συμ­βεῖ. Πράγ­μα­τι, κά­τι ἄλ­λο ὑ­περ­βο­λι­κὰ γε­λοῖ­ο σὲ μᾶς σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θά­να­το εἶ­ναι ὅ­τι, ὅ­ταν κά­ποι­ος πε­θαί­νει, πρό­κει­ται γιὰ τρα­γω­δί­α, θρῆ­νο, ἀ­πελ­πι­σί­α, τέλος τῶν πάντων κλπ. – περ­νᾶ­νε εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις ὧ­ρες κι ὅ­λα γί­νον­ται ὅ­πως πρίν, ὅ­λοι ἀ­δι­α­φο­ροῦν.

 

Τὸ φαν­τα­στι­κό

 

12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-04ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙΑ ΜΟΥ πε­ποί­θη­ση —εὐ­τυ­χῶς, δὲ μοῦ τὴν ἔ­χει δι­δά­ξει κα­νέ­νας— ὅ­τι ὅ­ταν πρό­κει­ται νὰ πραγ­μα­τευ­τεῖς ἕ­να φαν­τα­στι­κὸ θέ­μα, τὸ γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σα­φές, ἁ­πλό, στρω­τό, σχε­δὸν ὑ­πη­ρε­σια­κό, ἐν ὀ­λί­γοις δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κό. Για­τί; Για­τὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν φαν­τα­στι­κὴ ἐ­πι­νό­η­ση χρει­ά­ζε­ται νὰ δώ­σεις τὴ μέ­γι­στη δυ­να­τὴ ρε­α­λι­στι­κὴ ὑ­πό­στα­ση. Μιὰ ἀ­πό­δει­ξη σὲ αὐ­τὸ ποὺ λέ­ω εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λοι οἱ με­γά­λοι ζω­γρά­φοι τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ πάν­τα ζω­γρά­φι­ζαν χρη­σι­μο­ποι­ών­τας μιὰ φόρ­μα πο­λὺ ἀ­κρι­βῆ, σχε­δὸν σχο­λα­στι­κή, σχε­δὸν τέ­λεια, σχε­δὸν φω­το­γρα­φι­κή. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα: ἀ­πὸ τὸν πα­λιὸ τοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ Γερ­μα­νὸ Γιό­χαν Χάινριχ Φίσλι, καὶ αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὸν προ­η­γού­με­νο αἰ­ώ­να, γιὰ νὰ φτά­σου­με μέ­χρι τοὺς δι­κούς μας με­γά­λους ὑ­περ­ρε­α­λι­στές, πρῶ­τος με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων ὁ Τζόρ­τζιο Ντὲ Κί­ρι­κο, ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴ με­τα­φυ­σι­κή του μέ­σῳ μιᾶς ζω­γρα­φι­κῆς μὲ με­γά­λη ἀ­κρί­βεια, εἴ­τε ζω­γρα­φί­ζει τὶς πλα­τεῖ­ες τῆς Ἰ­τα­λί­ας, εἴ­τε ζω­γρα­φί­ζει κοῦ­κλες βι­τρί­νας, ἄ­λο­γα στὴ ὄ­χθη τῆς θά­λασ­σας, ἢ ἐ­κεῖ­να τὰ με­τα­φυ­σι­κὰ δω­μά­τια μὲ τὴ σο­φί­τα τους γε­μά­τη ἀ­πὸ πα­ρά­ξε­να καὶ ἑ­τε­ρό­κλι­τα ἀν­τι­κεί­με­να. To ἴ­διο καὶ οἱ ἄλ­λοι ὑ­περ­ρε­α­λι­στές: ὁ Μαγ­κρίτ, ὁ Μὰξ Ἔρ­νστ, —ὁ πι­ὸ ἀ­ξι­ό­λο­γος— ὁ Ντελ­βό, ἢ ὁ Ντα­λί – ἡ πρώ­ι­μη πε­ρί­ο­δος τοῦ Ντα­λί, ἐν­νο­εῖ­ται. Εἶ­ναι πράγ­μα­τα φτι­αγ­μέ­να μὲ με­γά­λη ἀ­κρί­βεια. Κι ὕ­στε­ρα ὅ­ταν οἱ ἴ­διοι ζω­γρά­φοι ἀρ­χί­ζουν νὰ ζω­γρα­φί­ζουν μὲ πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρο τρό­πο, πιὸ κλα­σι­κό, ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ μα­γι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα δι­α­λύ­ε­ται ἐν­τε­λῶς. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ ὄ­ψι­μος Μὰξ Ἐρ­νστ, ποὺ κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου δὲν ἀ­ξί­ζει πιὰ τί­πο­τα, ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει πο­λὺ κομ­ψὰ καὶ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­να παι­χνί­δια εἰ­κο­νο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα αὐ­τὸ ποὺ κα­τά­φερ­νε νὰ πεῖ κά­πο­τε, τώ­ρα νὰ μὴν τὸ λέ­ει πιά. Τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς συμ­βαί­νει στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ χῶ­ρο. Γιὰ νὰ δώ­σεις μα­γι­κὴ δύ­να­μη στὰ πράγ­μα­τα καὶ στὰ πρό­σω­πα χρει­ά­ζε­ται νὰ τὰ πε­ρι­γρά­φεις μέ­χρι κε­ραί­ας, ποὺ λέ­νε… Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ χῶ­ρο τὴν ἔ­χου­με στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Πό­ε, ποὺ εἶ­ναι γραμ­μέ­να μὲ ἕ­να πο­λὺ ἁ­πλὸ τρό­πο, μὲ λε­πτο­με­ρεῖς καὶ ἀ­κρι­βεῖς πε­ρι­γρα­φές, ἔ­τσι ὥ­στε αὐ­τὲς οἱ πα­ρά­ξε­νες καὶ φαι­νο­με­νι­κὰ ἀν­τι­φα­τι­κὲς εἰ­κό­νες πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στὸν ἀ­να­γνώ­στη μὲ τὴν πα­ρα­μι­κρὴ λε­πτο­μέ­ρεια. Ἕ­να ἀρ­νη­τι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα, ἀν­τί­θε­τα, εἶ­ναι αὐ­τὸ τοῦ Λάβ­κρα­φτ, ποὺ πολ­λοὶ κρι­τι­κοὶ τοῦ πλέ­κουν τώ­ρα τὸ ἐγ­κώ­μιο, ἀλ­λὰ ποὺ γιὰ μέ­να εἶ­ναι ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας δεύ­τε­ρης, ἂν ὄ­χι τρί­της, κα­τη­γο­ρί­ας. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα τρό­μου, υἱ­ο­θε­τών­τας συ­χνὰ ἕ­να γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα συγ­κε­χυ­μέ­νο, ποὺ προ­κα­λεῖ τα­ρα­χή, ἕ­να φαν­τα­στι­κὸ γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα γιὰ νὰ δι­η­γη­θεῖ φαν­τα­στι­κὰ πράγ­μα­τα, κι ἔ­τσι τὰ πάν­τα κα­τα­στρέ­φον­ται.


Τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-05ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΛΕΤΕ [τοῦ εἶ­χα ἐ­πι­ση­μά­νει τὴν κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὴ συ­νι­στώ­σα ὁ­ρι­σμέ­νων ἀ­με­ρι­κά­νι­κων δι­η­γη­μά­των ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας στὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ΄50], εἶ­ναι μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα δι­εύ­ρυν­ση τῆς ἔν­νοι­ας τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας, δὲ δι­α­φω­νῶ, ποὺ πράγ­μα­τι ἔ­χει πο­λὺ ἐ­λα­στι­κὰ ὅ­ρια.

       Ὅ­λη ἡ φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ εἶ­ναι ἀ­ξι­ό­λο­γη, ἀ­κό­μα καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ πραγ­μα­τεύ­ον­ται ἀ­πί­θα­νες κα­τα­στά­σεις, μπο­ροῦν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, για­τὶ προ­τί­θεν­ται νὰ μι­λή­σουν γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο ὅ­πως πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­ναι: ὄ­χι τό­σο γιὰ τὸν σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο, ὅ­σο γιὰ τὸν αἰ­ώ­νιο ἄν­θρω­πο, ποὺ πι­στεύ­ω ὅ­τι στὴν οὐ­σί­α δὲν ἔ­χει ἀλ­λά­ξει κατ΄ ἐ­λά­χι­στον στὸ πέ­ρα­σμα τῶν αἰ­ώ­νων…

       Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι δὲν εἶ­μαι ἀ­να­γνώ­στης βι­βλί­ων ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας. Ἴ­σως τὸ λι­γό­τε­ρο ἀ­ξι­ό­λο­γο βι­βλί­ο ποὺ ἔ­χω γρά­ψει εἶ­ναι Τὸ τέ­λει­ο ἀν­τί­γρα­φο (Il grande ritratto): ἕ­να μη­χά­νη­μα (ποὺ ἔ­χει δι­ά­νοι­α καὶ αἴ­σθη­ση, ὅ­πως ὁ ἄν­θρω­πος), δη­μι­ούρ­γη­σε τὸν κα­τάλ­λη­λο χῶ­ρο ὅ­που κα­θο­ρί­στη­κε αὐ­τὸ ποὺ κοι­νῶς ὀ­νο­μά­ζου­με ψυ­χή. Καὶ τό­τε, σὲ αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νο ὀ­χυ­ρό, σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη κοι­λά­δα τῶν Ἄλ­πε­ων, γεν­νι­έ­ται πραγ­μα­τι­κὰ ἕ­να ἀν­θρώ­πι­νο πλά­σμα μὲ ψυ­χὴ ἀ­λη­θι­νῆς γυ­ναί­κας. Ἐ­πει­δή, ὡ­στό­σο, βρί­σκε­ται φυ­λα­κι­σμέ­νη μέ­σα σὲ ἕ­να τε­ρα­τῶ­δες μη­χά­νη­μα, πα­ρα­φρο­νεῖ για­τὶ —ἀ­φοῦ ἔ­χει κε­φά­λι καὶ ψυ­χὴ γυ­ναί­κας, ὅ­πως τὴν ἔ­χουν κα­τα­σκευά­σει— θέ­λει νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὅ­πως οἱ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες, καὶ για­υτὸ κά­νει τὰ πάν­τα γιὰ νὰ αὐ­το­κα­τα­στρα­φεῖ. Καὶ τὸ κα­τα­φέρ­νει: δὲν μπο­ρεῖ ἡ ἴ­δια, φυ­σι­κά, νὰ κα­τα­στρέ­ψει τὸν ἑ­αυ­τό της, ἀλ­λὰ κα­νο­νί­ζει νὰ τὴν κα­τα­στρέ­ψει κά­ποι­ος ἄλ­λος.

       Δὲν θε­ω­ρῶ ὅ­τι εἶ­μαι συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας, ὡ­στό­σο Τὸ τέ­λει­ο ἀν­τί­γρα­φο θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ πεῖ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας: ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α πα­λιοῦ στύλ, ἀλ­λὰ πάν­τως ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α. Κά­ποι­ος ποὺ δὲ θυ­μᾶ­μαι τὸ ὄ­νο­μά του ἐ­πέ­λε­ξε κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τά μου, τὰ ὁποῖα κα­τὰ τὴ γνώ­μη του εἶ­ναι ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας ἢ του­λά­χι­στον τὴν προ­σεγ­γί­ζουν, ὅ­λα δι­η­γή­μα­τα φαν­τα­σί­ας ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται στὸ σύγ­χρο­νο τρό­πο ζω­ῆς: ὅ­πως τὸ «Ὁ ἱ­πτά­με­νος δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε» («Il disco si posό»), ἢ ὅ­πως τὸ «Κυ­νη­γοὶ γε­ρόν­των» («Cacciatori di vecchi») – ἐ­κεί­νη ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ κυ­νη­γοῦν ἕ­να μο­το­σι­κλε­τι­στή· ἢ ἐ­κεί­νη ἡ σει­ρὰ δι­η­γη­μά­των ποὺ ἦ­ταν στὸ Κο­λόμ­πρε (Colombre), «Τα­ξί­δι στὰ κο­λα­στή­ρια του αἰ­ώ­να» («Viaggio neg­li inferni del secolo»).


Ἡ ζω­γρα­φι­κή


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-06ΟΤΑΝ ΜΕ ΡΩΤΟΥΝ ἂν ζω­γρα­φί­ζω ἀ­πὸ χόμ­πι ἀ­παν­τῶ: ὄ­χι, δὲ ζω­γρα­φί­ζω ἀ­πὸ χόμ­πι· ὅ­ταν ζω­γρα­φί­ζω κά­νω ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια δου­λειὰ ποὺ κά­νω ὅ­ταν γρά­φω, κά­νω δη­λα­δὴ ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια δι­α­νο­η­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α, γιὰ νὰ μὴ τὴν ὀ­νο­μά­σου­με, ἀ­λα­ζο­νι­κά, καλ­λι­τε­χνι­κή. Μό­νο ποὺ στὴ μιὰ πε­ρί­πτω­ση ἐκ­φρά­ζο­μαι μὲ λέ­ξεις, ἐ­νῶ στὴν ἄλ­λη μὲ σχέ­δια καὶ χρῶ­μα.

       Ἁ­πλῶς, αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα τὸ ἔ­κα­να ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤ­μουν παι­δί. Ἄρ­χι­σα νὰ σχε­διά­ζω καὶ νὰ ζω­γρα­φί­ζω πρὶν ἀρ­χί­σω νὰ γρά­φω, ἀλ­λὰ με­τὰ στὴν πρά­ξη… ἡ δου­λειὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου ἔ­κα­ναν ἔ­τσι, ὥ­στε ὅ­λη μου τὴ ζω­ὴ νὰ ἀ­φο­σι­ω­θῶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴ συγ­γρα­φὴ πα­ρὰ στὴ ζω­γρα­φι­κή. Εἶ­ναι λο­γι­κὸ ποὺ στὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πέ­κτη­σα πεί­ρα μέ­σῳ τῆς δου­λειᾶς, πράγ­μα ποὺ στὴν ζω­γρα­φι­κὴ μοῦ λεί­πει ἤ, του­λά­χι­στον, εἶ­ναι ἀ­νε­παρ­κής. Στὸ σχέ­διο πι­στεύ­ω ὅ­τι τὰ κα­τα­φέρ­νω ἀρ­κε­τὰ κα­λά. Τὸ σχέ­διο εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ πράγ­μα­τα ποὺ δύ­σκο­λα μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ σοῦ μά­θει. Ὅ­σο καὶ νὰ με­λε­τή­σει κα­νεὶς σχέ­διο, ἂν δὲν ἔ­χει κλί­ση σ’ αὐτό, δὲν κα­τα­φέρ­νει νὰ κά­νει τί­πο­τα ἀ­πο­λύ­τως. Ἀν­τί­θε­τα, στὴ ζω­γρα­φι­κὴ ὑ­πάρ­χει μιὰ τε­χνι­κὴ ποὺ ἐ­μέ­να του­λά­χι­στον δὲ μοῦ τὴ δί­δα­ξε κα­νεὶς κι αὐ­τὸ τὸ λί­γο ποὺ κα­τα­φέρ­νω νὰ κά­νω, τὸ κα­τα­φέρ­νω μέ­σῳ τῆς πεί­ρας, τῶν δο­κι­μῶν, τῶν λα­θῶν, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς, ποὺ ἔ­χω κά­νει μέ­χρι τώ­ρα. Ὡς ἐκ τού­του σὲ με­ρι­κοὺς πί­να­κές μου μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­τη­ρή­σει κα­νεὶς κά­ποι­α ἀ­τολ­μί­α ἢ ἀ­πει­ρί­α ζω­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Μὰ στὴ δι­κιά μου πε­ρί­πτω­ση δὲν ἔ­χει καὶ με­γά­λη ση­μα­σί­α, για­τὶ ἡ οὐ­σί­α τῶν πι­νά­κων μου δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ κα­θαυ­τὴ ἡ ζω­γρα­φι­κή, ἀλ­λὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, καὶ μπο­ρῶ κάλ­λι­στα νὰ κα­τορ­θώ­σω νὰ δι­η­γη­θῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α πά­νω στὸν καμ­βά, πά­νω στὸ χαρ­τό­νι, ἀ­κό­μη καὶ πά­νω σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι, χω­ρὶς νὰ κά­νω ἐ­πί­δει­ξη τῶν χρω­μα­τι­κῶν δε­ξι­ο­τή­των μου. Μό­νο καὶ μό­νο ὁ συν­δυα­σμὸς τοῦ ἄ­σπρου μὲ τὸ μαῦ­ρο μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει ἕ­να ἀ­ξι­ό­λο­γο ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

       Αὐ­τὴ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά μου —ἂν μπο­ρῶ νὰ τὸ πῶ ἔ­τσι—, αὐ­τὸ τὸ ἀ­σα­φὲς προ­σὸν τοῦ σχε­δια­στῆ, τὸ ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα γιὰ νὰ γρά­ψω ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ ἀ­πὸ και­ρὸ σκε­φτό­μουν, δη­λα­δὴ ἕ­να ἀ­φή­γη­μα, ἕ­να μα­κρο­σκε­λὲς ἀ­φή­γη­μα φτι­αγ­μέ­νο μὲ εἰ­κό­νες. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸν τί­τλο: Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο Ποί­η­μα, ἀ­κρι­βῶς για­τί ἡ λέ­ξη ποί­η­μα ἐρ­χό­ταν σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πο­δο­κι­μα­στέ­α λέ­ξη εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο, καὶ μοῦ φαι­νό­ταν ὡς τί­τλος πο­λὺ πνευ­μα­τώ­δης. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως τὸ δι­κό μου δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς τὸ κλα­σι­κὸ κό­μικ, ἀλ­λὰ ἕ­να κό­μικ μᾶλ­λον ἰ­δι­ό­μορ­φο, ἑ­τε­ρό­δο­ξο: κατ΄ ἀρ­χάς, ἐ­πει­δὴ σὲ κά­θε σε­λί­δα ὑ­πάρ­χει μό­νο μιὰ εἰ­κό­να —ἐ­κτὸς ἀ­πὸ λί­γες ἐ­ξαι­ρέ­σεις— καὶ ὕ­στε­ρα, ἐ­πει­δὴ χρη­σι­μο­ποι­ῶ στὸ ἐ­λά­χι­στο τὰ συν­νε­φά­κια τῶν δι­α­λό­γων ποὺ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὸ στό­μα τῶν ἡ­ρώ­ων. Ἐ­πι­πλέ­ον ὑ­πάρ­χουν λε­ζάν­τες γραμ­μέ­νες μέ­σα στὸ σχέ­διο. Ἐν τού­τοις, τὸ βι­βλί­ο αὐ­τό, ποὺ τὸ ὑ­πο­δέ­χτη­καν μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους —καὶ ἦ­ταν λο­γι­κὸ νὰ τὸ ὑ­πο­δε­χτοῦν ἔ­τσι—, πῆ­γε ἀρ­κε­τὰ κα­λά.


Ζω­γρα­φί­ζον­τας τοὺς Δο­λο­μί­τες


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-07ΤΑ ΒΟΥΝΑ τοῦ Μπάρ­ναμ­πο τῶν βου­νῶν δὲν τὰ ἔ­χω πο­τὲ ζω­γρα­φί­σει. Πι­στεύ­ω ὅ­τι δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα πο­τὲ νὰ τὰ ζω­γρα­φί­σω. Ὅ­πως κα­νεὶς μέ­χρι τώ­ρα δὲ μπό­ρε­σε νὰ ζω­γρα­φί­σει τοὺς Δο­λο­μί­τες. Δὲν ξέ­ρω ἀ­κρι­βῶς γιὰ ποι­ό λό­γο, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­ξε ζω­γρά­φος στὸν κό­σμο ποὺ νὰ κα­τά­φε­ρε νὰ ζω­γρα­φί­σει κα­λὰ τοὺς Δο­λο­μί­τες. Εἴ­τε για­τὶ πε­τύ­χαι­ναν τὸ χρῶ­μα, ἀλ­λὰ ἀ­πο­τύγ­χα­ναν στὸ νὰ φτιά­ξουν τὴ δο­μὴ —ποὺ εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κή, ἀ­φοῦ ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ βου­νοῦ ὀ­φεί­λε­ται στὴ δο­μή του— εἴ­τε ὑ­πῆρ­χε ἡ δο­μὴ τοῦ σχε­δί­ου —ὅ­πως σὲ κεῖ­να τὰ ὡ­ραι­ό­τα­τα σχέ­δια τοῦ Ἄγ­γλου Κόμ­πτον τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ώ­να— ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε χρῶ­μα. Τώ­ρα τὸ χρῶ­μα ποὺ ἔ­χουν οἱ Δο­λο­μί­τες εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἰ­δι­αί­τε­ρο, δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­γρα­φεῖ μὲ λό­για καὶ εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Αὐ­τὰ ποὺ ζω­γρα­φί­ζω ἐ­γὼ εἶ­ναι ἄλ­λου εἴ­δους βου­νὰ σὲ σχέ­ση μὲ κεῖ­να τοῦ Μπάρ­ναμ­πο… κι ὕ­στε­ρα ἐ­γὼ δὲ ζω­γρα­φί­ζω συ­χνὰ βου­νά: συ­νή­θως τὰ βου­νὰ ποὺ ζω­γρα­φί­ζω εἶ­ναι στὸ βά­θος τῆς εἰ­κό­νας, κά­πως μυ­στη­ρια­κά, καὶ δὲν ἔ­χουν κα­μιὰ ἀ­ξί­ω­ση νὰ θε­ω­ρη­θοῦν ρε­α­λι­στι­κά.

 

Ὁ ἐ­ρω­τι­σμός


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-08ΟΤΑΝ ΜΕ ΡΩΤΑΕΙ κα­νεὶς για­τί ὁ ἐ­ρω­τι­σμός, ὁ ἔ­ρω­τας, ἦρ­θε τό­σο ἀρ­γά, καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε τό­σο συ­χνὰ στὸ ἔρ­γο μου, πα­ρὰ μό­νο στὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἕ­νας ἔ­ρω­τας (Un amore) καὶ εἰ­κα­στι­κὰ στὸ Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο Ποί­η­μα (Poema a Fumetti), δὲν ξέ­ρω νὰ ἀ­παν­τή­σω. Προ­φα­νῶς, δὲν εἶ­χα ἀ­πὸ πρὶν αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρέ­θι­σμα. Γιὰ ποι­ό λό­γο; Ποι­ός ξέ­ρει… Δὲ γνω­ρί­ζω· ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι δὲν τὸ ξέ­ρω. Εἶ­ναι προ­φα­νές, ὡ­στό­σο, ὅ­τι στὸ σχέ­διο τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ προ­βλη­θεῖ. Για­τί, τί εἶ­ναι αὐ­τὸ πού… κά­νω πάν­τα ἕ­να συλ­λο­γι­σμὸ: βλέ­πω ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς ζω­γρά­φους, τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν μον­τέρ­νων ζω­γρά­φων, ποὺ ἀ­πο­φεύ­γουν συ­στη­μα­τι­κὰ νὰ ζω­γρα­φί­ζουν ὡ­ραῖ­ες γυ­ναῖ­κες, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὶς γυ­μνές. Καὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι: τί προ­σπα­θεῖ νὰ κά­νει ἕ­νας ζω­γρά­φος: Ἕ­νας ζω­γρά­φος προ­σπα­θεῖ νὰ κά­νει ἕ­να πί­να­κα ποὺ θε­ω­ρη­τι­κὰ θὰ τοῦ ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἄλ­λους νὰ τὸν δεῖ κρε­μα­σμέ­νο στὸν τοῖ­χο. Κά­θε ζω­γρά­φος ἔ­χει μιὰ αὐ­τα­πά­τη: ἡ αὐ­τα­πά­τη κά­θε ζω­γρά­φου εἶ­ναι νὰ φτιά­ξει τὸν ὡ­ραι­ό­τε­ρο πί­να­κα στὸν κό­σμο. Ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ ὡ­ραι­ό­τε­ρος πί­να­κας στὸν κό­σμο; Ὁ ὡ­ραι­ό­τε­ρος πί­να­κας στὸν κό­σμο εἶ­ναι ὁ πί­να­κας ποὺ ὁ ἴ­διος θὰ ἤ­θε­λε, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, νὰ θαυ­μά­ζει κρε­μα­σμέ­νο σ΄ἕ­να τοῖ­χο.Τώ­ρα ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι: τί εἶ­ναι αὐ­τὸ πού, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ἀ­ρέ­σει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα σὲ κά­ποι­ον νὰ βλέ­πει; Αὐ­τὸ πού, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ἀ­ρέ­σει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα σὲ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο νὰ βλέ­πει, εἶ­ναι μιὰ ὄ­μορ­φη καὶ νέ­α γυ­μνὴ γυ­ναί­κα. Πῶς ἐ­ξη­γεῖ­ται τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι σή­με­ρα κα­νεὶς δὲν ζω­γρα­φί­ζει νέ­ες καὶ ὡ­ραῖ­ες γυ­μνὲς γυ­ναῖ­κες; Ἔ­χω τὴ σο­βα­ρὴ ὑ­πο­ψί­α ὅ­τι δὲν τὸ κά­νουν, για­τὶ τὸ νὰ ζω­γρα­φί­ζεις νέ­ες καὶ ὄ­μορ­φες γυ­μνὲς γυ­ναῖ­κες εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο. Εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ δύ­σκο­λο νὰ ζω­γρα­φί­σει κα­νεὶς κα­λὰ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο γυ­μνὸ ἀ­πὸ τὸ νὰ κά­νει τέ­ρα­τα, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται σή­με­ρα.Τέ­ρα­τα ποὺ οὐρ­λιά­ζουν, κά­νουν φα­σα­ρί­α, σὲ ζα­λί­ζουν, σὲ βα­σα­νί­ζουν καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Εἶ­ναι ἕ­να πε­ρί­ερ­γο φαι­νό­με­νο, για­τὶ στὸ πα­ρελ­θόν, ἀ­κό­μα καὶ στὴν πε­ρί­ο­δο τῆς ἀν­τι­με­ταρ­ρύθ­μι­σης, ποὺ εἶ­χε γε­μί­σει ὁ κό­σμος μὲ ἁ­γί­ους, Πα­να­γί­ες κι Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νους, οἱ ζω­γρά­φοι ἔ­κα­ναν κα­λὰ γυ­μνά, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Ὄ­χι· σή­με­ρα κα­νεὶς δὲν τὸ κά­νει· μό­νο: τὰ πιὸ τρο­με­ρὰ τέ­ρα­τα, ἀν­θρώ­πους τε­ρα­τώ­δεις σὰν φαν­τά­σμα­τα, ποὺ φο­ρᾶ­νε τε­ρα­τό­μορ­φες μά­σκες· κα­νεὶς δὲν κά­νει πιὰ γυ­ναῖ­κες. Μό­νο σπά­νια, πο­λὺ σπά­νια. Προ­φα­νῶς κά­τι δὲν πά­ει κα­λά, κά­τι εἶ­ναι λά­θος…

       Γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με στὸ σχέ­διο, εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ εὐ­χά­ρι­στα θέ­μα­τα, γιὰ νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ κα­νείς, εἶ­ναι τὸ γυ­μνό. Ὡς ἐκ τού­του, ἡ ἀ­νά­δυ­ση τοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ στοι­χεί­ου­ στὸ βι­βλί­ο μου Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο Ποί­η­μα (Poema a fumetti), δι­και­ο­λο­γεῖ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἐ­ξη­γεῖ­ται κα­λύ­τε­ρα, σὲ σχέ­ση μὲ τὴν ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἀ­νά­δυ­ση τοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ στοι­χεί­ου (eros) στὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό μου ἔρ­γο.

       Νω­ρί­τε­ρα δὲν εἶ­χες ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ αὐ­τό. Για­τί; Ἐν­τά­ξει! Δὲν ἦ­ταν ὅ­τι ἤ­μουν παν­τε­λῶς ἀ­νί­κα­νος νὰ τὸ κά­νω νω­ρί­τε­ρα. Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ γνω­ρί­ζει για­τί, σὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη στιγ­μή, γρά­φει κα­νεὶς αὐ­τὰ ποὺ τοῦ ἔρ­χον­ται νὰ γρά­ψει. Θὰ ἦ­ταν τὸ πιὸ ἠ­λί­θιο πράγ­μα στὸν κό­σμο ἂν ἔ­λε­γα: «μὰ πῶς, ἐ­γὼ δὲν ἀ­σχο­λοῦ­μαι μὲ τὸν ἔ­ρω­τα, ἂς γρά­ψω γιὰ τὸν ἔ­ρω­τα…» Ἂν δὲν μοῦ ἐρ­χό­ταν νὰ γρά­ψω γιὰ τὸν ἔ­ρω­τα, αὐ­τὸ πά­ει νὰ πεῖ πὼς δὲ μοῦ ἐρ­χό­ταν νὰ γρά­ψω γιὰ τὸν ἔ­ρω­τα. Ἔ­τσι, σὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, ποὺ προ­φα­νῶς οὔ­τε ὁ ἀ­να­γνώ­στης μπο­ρεῖ νὰ ἀ­παν­τή­σει, δὲν εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ δώ­σω μιὰ ἀ­πάν­τη­ση.


Ἡ πί­στη


ΑΝΑΤΡΑΦΗΚΑ ὡς Κα­θο­λι­κός. Ἡ μά­να μου ἦ­ταν Κα­θο­λι­κή —ὄ­χι ἐ­πι­δει­κτι­κὰ κα­θο­λι­κή—, καὶ μᾶς με­γά­λω­σε —καὶ τὰ τέσ­σε­ρα ἀ­δέλ­φια— μὲ τὸν Κα­θο­λι­κὸ τρό­πο. Πάν­τως ἐ­γὼ δὲν πι­στεύ­ω στὸ Θε­ὸ οὔ­τε στὴ ζω­ὴ με­τὰ θά­να­τον. Εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα με­τὰ τὸ θά­να­το. Θὰ μοῦ πεῖ­τε: για­τί τό­τε γρά­φεις τό­σο συ­χνὰ γιὰ τὴν με­τὰ θά­να­τον ζω­ή; Για­τί κά­νεις φαν­τα­στι­κὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὴ ζω­ὴ με­τὰ θά­να­τον; Δυ­ὸ εἶ­ναι οἱ λό­γοι: κατ΄ ἀρ­χὰς για­τὶ θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χει με­τὰ θά­να­τον ζω­ή —γιὰ αὐ­τὸ καὶ στὰ γρα­πτά μου ὑ­πάρ­χει ἕ­να εἶ­δος πί­κρας, νο­σταλ­γί­ας, ἐ­πι­θυ­μί­ας γιὰ κά­τι ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει—, κι ὕ­στε­ρα για­τὶ πολ­λὲς φο­ρὲς —κι ὄ­χι μό­νο γιὰ μέ­να ἀλ­λὰ καὶ γιὰ πολ­λοὺς ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς— ἡ με­τὰ θά­να­τον ζω­ὴ ἐ­πι­τρέ­πει κα­τα­στά­σεις ποὺ προ­ω­θοῦν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὰ τὴ δρά­ση, εἴ­τε ὡς γε­γο­νό­τα αὐ­τὰ κα­θαυ­τά εἴ­τε ὡς ἀλ­λη­γο­ρί­ες. Εἶ­ναι ἄλ­λοι ποὺ μὲ ρω­τοῦν: για­τί, τέ­λος πάν­των, μι­λᾶς συ­νέ­χεια γιὰ τὸ Θε­ό; Ὁ Θε­ὸς ἐ­δῶ, ὁ Θε­ὸς ἐ­κεῖ, οἱ ἅ­γιοι κλπ; Προ­φα­νῶς για­τὶ θὰ ἤ­θε­λα νὰ πι­στέ­ψω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ. Για­τὶ εἶ­ναι σα­φὲς πὼς ὅ­ταν ἔ­χει κα­νεὶς πραγ­μα­τι­κὴ πί­στη —ὄ­χι βέ­βαι­α τέ­τοι­ου εἴ­δους, ὥ­στε νὰ ζη­τά­ει ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο Ἀν­τώ­νιο τῆς Παν­το­βας νὰ τοῦ βρεῖ τὸ πορ­το­φό­λι του—, ὅ­ταν ἔ­χει κα­νεὶς πραγ­μα­τι­κὴ πί­στη, ἔ­χει καὶ μιὰ ἐκ­πλη­κτι­κὴ δύ­να­μη νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὴ ζω­ή… δύ­να­μη ποὺ ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω.


[Αὐ­τὴ ἡ συ­νέν­τευ­ξη κα­τα­γρά­φη­κε τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1971. Ὁ Ντί­νο Μπου­ζά­τι πέ­θα­νε λί­γο πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τρεῖς μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, στὶς 23 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1972, σὲ μιὰ κλι­νι­κή του Μι­λά­νου.]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Corrado Farina: «Interviste Dino Buzzati» (Ὀκτώβριος 1971).

Κορ­ράν­το Φα­ρί­να (Corrado Farina) (Το­ρί­νο, 18 Μαρ­τί­ου 1939 – 11 Ιουλίου 2016). Σκη­νο­θέ­της, σε­να­ρι­ο­γρά­φος καὶ συγ­γρα­φέ­ας, ἄν­θρω­πος μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γεια. Δι­ηύ­θυ­νε τὸ Δι­ε­θνὲς Κέν­τρο Κι­νη­μα­το­γρά­φου (Cen­tro U­ni­ve­rsi­ta­rio Ci­ne­ma­to­gra­fi­co) καὶ με­τὰ δού­λε­ψε στὸ Στούν­τιο Τέ­στα (Stu­dio Te­sta), γρά­φον­τας καὶ σκη­νο­θε­τών­τας 500 Ca­ro­sel­li (ἐκ­πομ­πὲς στὴν ἰ­τα­λι­κὴ τη­λε­ό­ρα­ση ποὺ δι­α­φη­μί­ζουν προϊ­όν­τα μέ­σα ἀ­πὸ θε­α­τρι­κὰ σκὲτς καὶ μου­σι­κὰ δι­α­λείμ­μα­τα. Με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ σκὲτς ποὺ σκη­νο­θέ­τη­σε ὁ Κορ­ράν­το Φα­ρί­να εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τa, ὅ­πως τὸ «Τrenino Saiwa»(1) καὶ τὸ «La pancia non c’è»(2). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης δο­κί­μια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὰ κό­μικ. Τὸ 1969 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Ρώ­μη καὶ ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ὡς σκη­νο­θέ­της. Μὲ τὴν ται­νί­α με­γά­λου μή­κους Ἄλ­λα­ξαν προ­σω­πο (Hanno cambiato faccia) κέρ­δι­σε τὸ 1971 τὸ βρα­βεῖ­ο τῆς Χρυ­σῆς Λε­ο­πάρ­δα­λης στὸ Δι­ε­θνὲς Φε­στι­βὰλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου ποὺ γί­νε­ται κά­θε χρό­νο στὸ Λο­κάρ­νο τῆς Ἐλ­βε­τί­ας (πρό­κει­ται γιὰ σα­τυ­ρι­κὴ ται­νί­α: ἡ σύγ­χρο­νη ἐκ­δο­χὴ τοῦ δρά­κου­λα στὴν κα­πι­τα­λι­στι­κὴ κοι­νω­νί­α). Ἀρ­γό­τε­ρα ξα­να­γύ­ρι­σε στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης 9 βι­βλί­α μὲ πρῶ­το τὸ Μιὰ θέ­ση στὸ σκο­τά­δι (Un posto al buio). Πρὶν ἀ­πὸ λί­γους μῆ­νες κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α του μὲ τί­τλο Μέ­σῳ τῆς ὀ­θό­νης.

(1) http://www.dailymotion.com/video/x1kv8c_trenino-saiwa-1-carosello-vafer-sai_news

(2) http://www.dailymotion.com/video/x1k0f5_sogno-e-risveglio-carosello-olio-sa_news

+

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.

12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-09

Κριστιάνα Λάρντο (Cristiana Lardo): Ἡ κω­μι­κό­τη­τα, ἡ πα­ρω­δί­α, ἡ εἰ­ρω­νεί­α


11-buzzati-lardo-ikomikotita-mtf-apotaitalikap-fournarisl3354-eikona-01


Κριστιάνα Λάρντο (Cristiana Lardo)


Ἡ κω­μι­κό­τη­τα, ἡ πα­ρω­δί­α, ἡ εἰ­ρω­νεί­α:

οἱ εὔ­θυ­μες ἀ­πο­χρώ­σεις στὸ ὕ­φος τοῦ Ντί­νο Μπου­τζά­τι

(Comico, parodia, ironia: i toni lieti di Dino Buzzati)


02-SigmaΕ ΜΙΑ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΚΕΨΗ ποὺ βρί­σκε­ται στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του —στὶς σε­λί­δες ποὺ γρά­φτη­καν τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες—, ὁ Μπου­τζά­τι γρά­φει:


Ἴ­σως, βέ­βαι­α, χρει­ά­ζε­ται ἕ­νας ξε­να­γὸς ποὺ θὰ μᾶς ὁ­δη­γεῖ στοὺς τό­πους τοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ. Ἕ­να πνεῦ­μα: τὸ πνεῦ­μα τοῦ χρό­νου, ὄ­χι λυ­πη­μέ­νο, ἀν­τι­θέ­τως παι­χνι­δι­ά­ρι­κο, ἀ­λί­μο­νο ἂν δὲν ἀ­στει­ευ­ό­ταν. Ἢ ἕ­νας σκύ­λος. Γιὰ νὰ προ­ω­θη­θοῦν οἱ δι­ά­λο­γοι· ἢ, πιὸ ἁ­πλά, τὰ ἴ­δια τὰ πράγ­μα­τα θὰ μι­λοῦν. Ναί, ἴ­σως αὐ­τὴ ἡ λύ­ση εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη.(1)


Τὸ νὰ μι­λᾶ κα­νεὶς γιὰ ἀ­στεῖ­ο πνεῦ­μα ἢ γιὰ εὔ­θυ­μες ἀ­πο­χρώ­σεις, ὅ­ταν πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να συγ­γρα­φέ­α ποὺ ἐ­θε­ω­ρεῖ­το πάν­τα πρό­τυ­πο τοῦ τρα­γι­κοῦ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ κι­νή­μα­τος τοῦ Νovecento, ἀ­κό­μα κι ἂν δώ­σει μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἑρ­μη­νεί­α, στὴν προ­σέγ­γι­σή του μὲ τὸ φαν­τα­στι­κό(2), εἶ­ναι κά­τι ποὺ ἴ­σως προ­κα­λεῖ ἀ­μη­χα­νί­α. Ὁ Μπου­τζά­τι πάν­τα ἦ­ταν ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας ἀ­ναμ­φί­βο­λα τρα­γι­κός: «Ἂν θέ­λει κα­νεὶς νὰ δεί­ξει πιὰ εἶ­ναι τὰ θε­με­λι­ώ­δη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ ἔρ­γου τοῦ Μπου­τζά­τι, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴν ἀ­να­φερ­θεῖ στὸ πιὸ ἐμ­φα­νές, ποὺ εἶ­ναι ἡ τρα­γι­κή του πλευ­ρά.»(3) Δὲν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ δι­α­φω­νή­σει: προ­φα­νῶς οἱ ἱ­στο­ρί­ες του ἔ­χουν συ­χνὰ τρα­γι­κὸ τέ­λος· οἱ ἥ­ρω­ες ἔ­χουν πάν­τα νὰ κά­νουν μὲ μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σα­φῶς δύ­σκο­λη καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τη.

       Ὑ­πάρ­χουν, ὡ­στό­σο, πολ­λὰ ση­μεῖ­α στὰ ἔρ­γα τοῦ Μπου­τζά­τι ποὺ κά­νουν τὸν ἀ­να­γνώ­στη του νὰ χα­μο­γε­λᾶ καί, κα­μιὰ φο­ρά, νὰ γε­λά­ει. Λὲς καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α λέ­ξη κα­θὼς καὶ ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ δι­α­πο­τί­ζει κά­θε του ἀ­φή­γη­μα νὰ προ­σπερ­νοῦν, νὰ βλέ­πουν πιὸ πέ­ρα, νὰ μὴν συμ­πί­πτουν που­θε­νὰ μὲ κεῖ­νον τὸν συ­νε­χῶς δυ­σά­ρε­στο ὁ­ρί­ζον­τα.

       Ὁ ἴ­διος ὁ Μπου­τζά­τι μι­λά­ει γιὰ αὐ­τὸ στὴν «Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α»: ἕ­ναν δι­ά­λο­γο μὲ τὴν κρι­τι­κὸ Yves Panafieu, λί­γους μῆ­νες πρὶν πε­θά­νει —δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1971 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Mondadori— καὶ ποὺ εἶ­ναι «ὀ­ρυ­χεῖ­ο» πλη­ρο­φο­ρι­ῶν —κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, με­ρι­κὲς φο­ρές— γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη.(4) Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση: «Στὰ παι­δι­κά σας χρό­νια ἤ­σα­στε ἐ­σω­στρε­φὴς ἢ ἐ­ξω­στρε­φής;», ὁ Μπου­τζά­τι ἀ­παν­τᾶ: «θά ΄λε­γα, μᾶλ­λον ἐ­ξω­στρε­φής… ἤ­μουν χα­ρού­με­νος. Δὲν ἤ­μουν κα­τσού­φης… Ἀν­τι­θέ­τως, ἤ­μουν, μᾶλ­λον, ὅ­λο ζων­τά­νια…»· κι ὅ­ταν ἡ Panafieu τὸν ρω­τᾶ: «Ὅ­ταν βρί­σκε­στε τώ­ρα μὲ παι­διά, τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θεῖ­τε νὰ τοὺς δώ­σε­τε ἢ νὰ τοὺς πεῖ­τε;», ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι: «Προ­σπα­θῶ νὰ τοὺς “προ­κα­λέ­σω­”, ὅ­πως λέ­με ἐ­δῶ στὸ Βέ­νε­το,­ νὰ τοὺς ἐμ­πνεύ­σω τὴ δι­ά­θε­ση γιὰ τὰ πιὸ φο­βε­ρὰ ἀ­στεῖ­α.» «Σοῦ ἀ­ρέ­σουν πο­λύ τα ἀ­στεῖ­α;» «Ναί, σί­γου­ρα στὰ σχο­λεῖ­α θά ΄πρε­πε τὸ ἀ­στεῖ­ο νὰ δι­δά­σκε­ται ὡς μά­θη­μα. Ὁ κό­σμος μας, τώ­ρα πιά, εἶ­ναι τό­σο στε­ρη­μέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ψυ­χι­κὴ δι­ά­θε­ση!… Ἀρ­κεῖ τὸ ἀ­στεῖ­ο νὰ μὴν κά­νει κα­κὸ σὲ κα­νέ­ναν, ἐν­νο­εῖ­ται…»(5)

       Νὰ ἀ­στει­ευ­ό­μα­στε, λοι­πόν· ποὺ δὲ ση­μαί­νει ὅ­τι στε­ροῦ­με ἀ­πὸ τὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ σύμ­παν καὶ τὰ πράγ­μα­τα τὴ ση­μα­σί­α καὶ τὴ βα­ρύ­τη­τά τους. Ἀν­τι­θέ­τως, ἴ­σως, με­τα­ξύ του ἱ­λα­ροῦ τό­νου καὶ τὸ γοῦ­στο τοῦ εὐ­φη­μι­σμοῦ, ἡ λέ­ξη ἀ­στεῖ­ο γιὰ τὸν Μπου­τζά­τι νὰ εἶ­ναι σὰν ἕ­να ση­μά­δι ὅ­τι τὸ γε­γο­νὸς χρει­ά­ζε­ται με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή, ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει εἶ­ναι πιὸ ἀ­λη­θι­νὸ ἀ­κό­μα· καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης φτά­νει σὲ ἕνα σημαντικὸ ἐρώτημα:


Κα­τὰ ποι­ά ἔν­νοι­α ἡ τέ­χνη σοῦ κα­λυ­τε­ρεύ­ει τὴ ζω­ή;

       Μὲ χα­ρο­ποι­εῖ. Ὄ­χι… αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι ἡ ἀ­κρι­βὴς λέ­ξη. Μὲ κά­νει νὰ ζῶ σ΄ἕ­να κό­σμο ὅ­που τὰ πά­ω κα­λά. Γιὰ μέ­να ἀ­νώ­τε­ρη εἶ­ναι ἡ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ μὲ συγ­κι­νεῖ, ἀλ­λὰ μὲ ἕ­ναν εὐ­γε­νι­κὸ τρό­πο, ὄ­χι μὲ γε­λοῖ­α μα­σκα­ρέ­μα­τα. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ σέ­βο­μαι πά­ρα πο­λὺ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ μὲ ἔ­χουν συγ­κι­νή­σει. Ὁ κύ­ριος σκο­πὸς τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι νὰ δί­νει χα­ρὰ στὸν ἀ­να­γνώ­στη.

Συ­νε­πῶς ἡ ἀν­τί­λη­ψη μιᾶς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ ποι­κί­λες μορ­φές, ὅ­που κά­θε ἀ­να­γνώ­στης ἔ­χει τὸ δι­κό του τρό­πο νὰ βρί­σκει χα­ρὰ κι εὐ­χα­ρί­στη­ση;

       Πραγ­μα­τι­κά, ναί. Τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζω. Μὰ σὰν γε­νι­κὴ ἀρ­χή, ὡ­στό­σο, πρέ­πει κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου, νὰ δι­α­σκε­δά­ζει καί, ἐν­δε­χο­μέ­νως, νὰ συγ­κι­νεῖ.(6)


«Δὲν ὑ­πάρ­χει χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα ἀ­πὸ τὰ νὰ σὲ παίρ­νουν στὰ σο­βα­ρά.»(7) Γιὰ τὸ «ἀ­στεῖ­ο» μι­λά­ει καὶ ὁ Indro Montanelli στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς πρώ­της ἔκ­δο­σης τοῦ βι­βλί­ου I Miracoli di Val Morel(8)· καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τά του προ­δι­α­θέ­τουν καὶ δι­α­τη­ροῦν ἕ­να χα­ρού­με­νο καὶ δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τό­νο, ποὺ γιὰ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς τὸ λό­γο συγ­κι­νεῖ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο. […]

       Τὸ ἀ­στεῖ­ο, ἡ εἰ­ρω­νεί­α, ἡ σά­τι­ρα, τὸ κω­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο: ὅ­λα εἶ­ναι ἐμ­μο­νὲς ποὺ δὲν ἀλ­λοι­ώ­νουν τὸ ὕ­φος. Ἀ­ξί­ζει, λοι­πόν, τὸν κό­πο νὰ δοῦ­με ποι­ές εἶ­ναι οἱ ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ ὕ­φους ποὺ προ­τι­μᾶ.

       «Σᾶς ἀ­ρέ­σει νὰ εἰ­ρω­νεύ­ε­στε;». «Ἄ!, θε­ω­ρη­τι­κὰ μι­λών­τας θά ΄θε­λα νὰ εἰ­ρω­νεύ­ο­μαι συ­νε­χῶς· καὶ στὶς κη­δεῖ­ες, ἂν ἦ­ταν δυ­να­τόν»(9): Ὁ Μπου­τζά­τι, ἀ­νά­με­σα στὶς ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ ὕ­φους του, δὲν ἔ­χει πο­τὲ ἐ­ξαι­ρέ­σει τὴν εἰ­ρω­νεί­α: ὁ­δη­γών­τας την σὲ πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς πι­θα­νὲς μορ­φές της.(10) Ἡ κρι­τι­κὴ τώ­ρα, ἐ­νι­σχυ­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς με­λέ­τες ποὺ ἀ­φο­ροῦν στὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­κα­θι­στᾶ τὸ ἀ­νά­στη­μά του καὶ μπο­ρεῖ, πλέ­ον, νὰ μι­λᾶ γιὰ τὴν «ἐ­λα­φριὰ» πλευ­ρά, τὴν ἱ­λα­ρή, χω­ρὶς ἄλ­λο τὴν κω­μι­κή, καί, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, πάν­τα τὴν εἰ­ρω­νι­κὴ στὸ γρά­ψι­μό του. Συμ­βι­ώ­νουν δί­πλα-δί­πλα ἡ τρα­γι­κό­τη­τα καὶ τὸ χι­οῦ­μορ, ἡ γο­η­τεί­α καὶ ἡ συγ­κί­νη­ση, τὸ δά­κρυ καὶ τὸ γέ­λιο, χω­ρὶς κα­νέ­να ἀπ΄αὐ­τὰ τὰ συ­στα­τι­κὰ νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ ἢ νὰ ὑ­πάρ­χει εἰς βά­ρος τοῦ ἄλ­λου.

       Πρέ­πει ὡ­στό­σο, νὰ λά­βου­με ὑπ΄ὄ­ψιν μας μιὰ θε­ώ­ρη­ση —ἐ­πι­βε­βαι­ω­μέ­νη μὲ πλά­γιο τρό­πο ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα κρι­τι­κὰ κεί­με­να τοῦ πα­ρελ­θόν­τος— ποὺ ἀν­τλεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν κα­τά­στα­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, δη­λα­δὴ τῆς ἐ­πο­χῆς ποὺ ὁ Μπου­τζά­τι δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ ἔρ­γο του· μιὰ θε­ώ­ρη­ση ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στὴν ὑ­πο­ψί­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἡ κρι­τι­κὴ τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ΄40, ΄50 καὶ ΄60 βλέ­πει τὴν χι­ου­μο­ρι­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, ἢ του­λά­χι­στον, ἐ­ὰν εἶ­ναι δό­κι­μος ὁ ὅ­ρος, τὴν «μὴ-σο­βα­ρὴ» λο­γο­τε­χνί­α(11): ἐ­ὰν ἡ λο­γο­τε­χνί­α σὲ κά­νει νὰ γε­λᾶς, τό­τε κα­τα­τάσ­σε­ται, ἀ­ναγ­κα­στι­κά, σὲ ἕ­να κα­τώ­τε­ρο εἶ­δος, λὲς καὶ ἡ «συγ­κί­νη­ση» τοῦ ἀ­να­γνώ­στη δὲν πε­ρι­έ­χει στὰ συ­στα­τι­κά της τὴν «δι­α­σκέ­δα­σή» του. Ἡ εἰ­ρω­νεί­α τοῦ Μπου­τζά­τι ἐ­κτο­νώ­νε­ται ἀ­βί­α­στα στὰ δι­η­γή­μα­τά του, στὶς ἐ­πι­φυλ­λί­δες του, στὰ θε­α­τρι­κά του· σὲ ἔρ­γα του, ἐν κα­τα­κλεί­δι, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ χα­ρα­κτη­ρι­σθοῦν «κα­τώ­τε­ρα» καὶ πα­ρα­βαί­νουν τοὺς κα­νό­νες ποὺ τὸν κα­θι­έ­ρω­σαν ὡς συγ­γρα­φέ­α, ἐ­νῶ στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του, καὶ σὲ πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τα, ἡ εἰ­ρω­νεί­α ἔ­χει δευ­τε­ρεύ­ον­τα ρό­λο. Μέ­νει, λοι­πόν, νὰ ἀ­πο­σα­φη­νί­σου­με ἂν αὐ­τὸ ποὺ θε­ω­ροῦ­με «κα­τώ­τε­ρο» —καὶ πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρο στὺλ γρα­φῆς— ἐ­πέ­τρε­ψε στὸν συγ­γρα­φέ­α νὰ ἐ­κτο­νώ­σει τὴν κω­μι­κή του δύ­να­μη ἤ, ἀν­τι­θέ­τως, πε­ρι­ό­ρι­σε —ἀ­ναγ­κα­στι­κά— τὸ παι­χνι­δι­ά­ρι­κο πνεῦ­μα του, σὲ χώ­ρους ὅ­που ἡ κρι­τι­κὴ δὲν θὰ τὸ πρό­σε­χε – ἀ­φοῦ ἐ­πρό­κει­το γιὰ συλ­λο­γές, ἐ­σκεμ­μέ­να, λι­γό­τε­ρο ση­μαν­τι­κές. Σὰν νὰ λέ­με: ἡ θέ­ση τοῦ τρα­γι­κοῦ εἶ­ναι «ἀ­νώ­τε­ρη», ἐ­νῶ ἡ θέ­ση τοῦ κω­μι­κοῦ εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ συγ­κεν­τρώ­νει λι­γό­τε­ρους στο­χα­στές.

       Μιὰ πα­ρα­γω­γή, δη­λα­δή, δι­α­φο­ρε­τι­κή, ποὺ κα­τα­γρά­φει μὲ με­γα­λύ­τε­ρη συ­χνό­τη­τα λο­γο­τε­χνι­κὰ «παι­χνι­δί­σμα­τα», καὶ ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ τὴ βροῦ­με στὰ πιὸ «πε­ρι­φε­ρεια­κὰ» ἔρ­γα τοῦ Μπου­τζά­τι, σύμ­φω­να, του­λά­χι­στον, μὲ τὴν ἑ­δραι­ω­μέ­νη, ἐ­λά­χι­στα εὐ­νοϊ­­κὴ κρι­τι­κὴ τῆς ἐ­πο­χῆς. Ἡ Anna Pozzi γρά­φει:


Δι­α­βά­ζον­τας καὶ με­λε­τών­τας μὲ προ­σο­χὴ καὶ χω­ρὶς προ­κα­τα­λή­ψεις τὸ ἔρ­γο τοῦ Ντί­νο Μπου­τζά­τι, μπο­ροῦ­με νὰ υἱ­ο­θε­τή­σου­με μιὰ νέ­α ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ καὶ κρι­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση: Ὁ ἀ­φη­γη­τὴς-δη­μο­σι­ο­γρά­φος πα­ρα­τη­ρεῖ, ἐ­ρευ­νᾶ καὶ δι­η­γεῖ­ται τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του ἀ­πὸ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα χρη­σι­μο­ποι­ώντας τὴν εὔ­θυ­μη ἀ­να­τρο­πὴ τῆς πα­ρω­δί­ας. Γιὰ αὐ­τὴ τὴν δι­α­σκε­δα­στι­κὴ ἀ­να­τρο­πὴ τῆς πα­ρω­δί­ας ἀ­παι­τεῖ­ται πρῶ­τα ἕ­να σύ­στη­μα ἀν­τί­λη­ψης τοῦ κό­σμου, ὥστε ἀ­κο­λού­θως νὰ τὸν ἀ­φη­γη­θεῖς μέ­σῳ τῆς γρα­φῆς, δη­λα­δὴ μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­τσι κα­τα­λή­γει κα­νεὶς στὴν με­τα­μόρ­φω­ση τῆς βα­θειᾶς συ­νεί­δη­σης τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ, ἀ­πο­κτών­τας τὸ πι­κρὸ χα­μό­γε­λο τῆς ὕ­παρ­ξης, τὸν πό­νο τῆς ζω­ῆς, τὴν ψυ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση τῆς αἰ­ώ­νιας ἀ­να­μο­νῆς, ποὺ ἀ­να­νε­ώ­νε­ται συ­νε­χῶς μέ­σα ἀ­πὸ τὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ ἀ­να­πό­φευ­κτου τέ­λους: τοῦ θα­νά­του, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ συμ­φι­λι­ώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή· ἀ­πὸ τὴν γέν­νη­ση(12).


Ὅ­μοι­α φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­νά­λυ­ση τοῦ Renzo Pavese: «Στὸν Μπου­τζά­τι ὑ­πάρ­χει τὸ εἰ­ρω­νι­κὸ πα­ρά­δο­ξο τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ ἤ, ἀλ­λι­ῶς, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ ἀ­πί­θα­νου ἐν­δε­δυ­μέ­νη τὴν εἰ­ρω­νεί­α, ἤ, ἂν θέ­λει κα­νείς, τὸ ἀ­πί­θα­νο τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ἐν­δε­δυ­μέ­νο τὴν εἰ­ρω­νεί­α.»(13) Πολ­λὲς εἶ­ναι οἱ ἀ­φη­γή­σεις ὅ­που φαί­νε­ται νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ τὸ εἰ­ρω­νι­κὸ ὕ­φος σὲ ὅ­λες του τὶς ἀ­πο­χρώ­σεις: ἡ δι­α­κρι­τι­κὴ εἰ­ρω­νεί­α με­ρι­κῶν δι­η­γη­μά­των ὅ­πως «Οἱ πει­ρα­σμοὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου» («Le tentazioni di Sant’Antonio»), συ­νυ­πάρ­χει μὲ τὴν καυ­στι­κὴ σά­τι­ρα ἄλ­λων ὅ­πως στὸ «Ὁ κρι­τι­κὸς τέ­χνης» («Il criticο d’arte») καὶ μὲ τὸ εἶ­δος ποὺ ὀ­νο­μά­ζου­με μαῦ­ρο χι­οῦ­μορ ὅ­πως στὸ «Κι ἂν εἶ­μαι χον­τρός, τί πει­ρά­ζει..» («Se sono grasso che male c’è»).

       Τε­λευ­ταῖα, ἡ κρι­τι­κὴ ποὺ ἀ­φο­ρᾶ τὸν Μπου­τζά­τι ἔ­δει­ξε κά­τι ση­μαν­τι­κό:

Ὁ Μπου­τζά­τι εἶ­ναι ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἔ­χει ἐ­πί­γνω­ση τοῦ γλωσ­σι­κοῦ ἰ­δι­ώ­μα­τος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ νὰ ἐκ­φρα­στεῖ, κα­θὼς καὶ τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­κῶν συ­νε­πει­ῶν, ὅ­ταν δη­μι­ουρ­γεῖ κα­νεὶς λο­γο­τε­χνί­α: κι αὐ­τὸ πα­ρὰ τὴ θρυ­λι­κὴ λι­τό­τη­τα ποὺ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­ζε, τὸν ἔ­βλα­ψαν κά­ποι­οι κρι­τι­κοὶ ποὺ ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νοι νὰ παίρ­νουν κα­τὰ γράμ­μα τὶς προ­κλη­τι­κὲς δη­λώ­σεις του. Ὅ­μως, δὲν εἶ­ναι ὁ βα­ρε­τὸς τε­χνί­της τῶν χι­λί­ων ὁ­μοί­ων ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ ὑ­πα­κού­ει συ­νε­χῶς στὰ ἴ­δια στοι­χει­ώ­δη κα­τα­σκευ­α­στι­κὰ μο­τί­βα, ἀλ­λὰ ἕ­νας ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νος πει­ρα­μα­τι­στὴς τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς φόρ­μας, καὶ γε­νι­κό­τε­ρα μιᾶς ἐκ­φρα­στι­κῆς «ὑ­βρι­δι­κῆς» φόρ­μας ποὺ στέ­κει στὸ ὅ­ριο ἀ­νά­με­σα στὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ τὶς εἰ­κα­στι­κὲς τέ­χνες.(14)


Δὲν εἶ­ναι μό­νο στὴν «Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α» ὅ­που μπο­ροῦ­με νὰ κα­τα­λά­βου­με τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα καὶ τὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς συγ­γένειες τοῦ Ντί­νο Μπου­τζά­τι. Ἀ­πὸ τὸ 1947 μέ­χρι τὸ 1971, ὁ Μπου­τζά­τι ἔ­γρα­φε, ἐ­πί­σης, κρι­τι­κὲς γιὰ βι­βλία(15). […] Ἀρ­νι­ό­ταν, ὡ­στό­σο, κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ τὸν τί­τλο τοῦ «κρι­τι­κοῦ». […] Τὰ βι­βλί­α αὐ­τὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι βι­βλί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὴν πρό­σφα­τη ἱ­στο­ρί­α, τὸν πό­λε­μο, βι­βλία ποὺ μι­λοῦ­σαν γιὰ τὸν ἀλ­πι­νι­σμό —δε­δο­μέ­νης τῆς ἄ­με­σης ἐμ­πει­ρί­ας του καὶ ἐ­πει­δὴ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­νο—, τὰ ζῶ­α —ἰ­δι­αί­τε­ρά τα σκυ­λιά, ποὺ ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κὸ πά­θος γιὰ ἐ­κεῖ­νον(16)—, ἀ­κό­μα καὶ βι­βλί­α γιὰ ἑ­στι­α­τό­ρια καὶ ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα τῆς πό­λης τοῦ Μι­λά­νου.

       Ὑ­πάρ­χει ἕ­να χρο­νο­γρά­φη­μα-βι­βλι­ο­κρι­σί­α, ὡ­στό­σο, ποὺ εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κό. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να χρο­νο­γρά­φη­μα ὑ­πὸ μορ­φὴν μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος, ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ ἀνθολογία ἡ ὁποία ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Garzanti τὸ Δε­κέμ­βριο τοῦ 1959 κι εἶ­χε τί­τλο: «Εὐ­θυ­μο­γρά­φοι τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Novecento». Ἡ βι­βλι­ο­κρι­σί­α ἢ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ἢ χρο­νο­γρά­φη­μα, ἔ­χει τί­τλο: «Ὀ­γδόν­τα ἐν­νέ­α καὶ ἕ­νας, ἐν­δε­χο­μέ­νως, γέ­λω­τες».(17)

       Γρά­φει ὁ Μπου­τζά­τι:


Δι­ά­βα­ζα τρί­α βρά­δια ἕ­να πο­λὺ ὀγ­κῶ­δες βι­βλί­ο μὲ τί­τλο: «Εὐ­θυ­μο­γρά­φοι τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Novecento», ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τε­λευ­ταῖ­α ἀ­πὸ τὸν Garzanti. Τρί­α βρά­δια καὶ δὲν τό ΄χα τε­λει­ώ­σει, ἂν καὶ εἶ­χα δι­α­βά­σει τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος, πα­ρα­λεί­πον­τας με­ρι­κὰ ση­μεῖ­α. Κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο ἤ­μουν πο­λὺ ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος. Πραγ­μα­τι­κά, δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο πράγ­μα νὰ βρεῖ κα­νεὶς ἕ­να τό­σο δι­α­σκε­δα­στι­κὸ βι­βλί­ο. Σκε­πτό­μουν νὰ μι­λή­σω γι’ αὐ­τὸ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα.

       Τὸ τρί­το βρά­δυ, μᾶλ­λον βα­θιὰ νύ­χτα ἤ­τα­νε πα­ρὰ βρά­δυ —δύ­ο καὶ μι­σή, τρεῖς πα­ρὰ τέ­ταρ­το—, ση­κώ­νω τὰ μά­τια ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο καί, στὴ σκιὰ τοῦ δω­μα­τί­ου —για­τί ὅ­λο το φῶς ἦ­ταν συγ­κεν­τρω­μέ­νο στὸ κρε­βά­τι μου—, βλέ­πω ἕ­να πλῆ­θος ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους.

       Πό­σοι νά ΄τα­νε; Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω […]. Με­ρι­κοὶ ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νοι, ἄλ­λοι στέ­κον­ταν ὄρ­θιοι, ἄλ­λοι σταυ­ρο­πό­δι στὸ πά­τω­μα κι ἄλ­λοι εἶ­χαν κά­τσει στὰ ψη­λό­τε­ρα ρά­φια τῶν βι­βλι­ο­θη­κῶν.Τό­τε κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν ὀ­γδόν­τα ἐν­νέ­α ἀ­κρι­βῶς, ἀ­νά­με­σά τους καὶ μιὰ γυ­ναί­κα. Με­ρι­κοὶ ἦ­ταν γέ­ροι, ἀλ­λὰ στὴν πλει­ο­νό­τη­τά τους ἦ­ταν ὥ­ρι­μης ἡ­λι­κί­ας, εὐ­πρε­πῶς ντυ­μέ­νοι. Με­ρι­κοὶ εἶ­χαν γε­νειά­δα, ἄλ­λοι μου­στά­κια καὶ φο­ροῦ­σαν ροῦ­χα μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς.

       Δύ­ο καὶ μι­σὴ με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα, ἐκ­πλή­ξεις σὰν κι αὐ­τὴ δὲν μοῦ κά­νουν ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση, του­λά­χι­στον σὲ μέ­να· μοῦ ἔ­χουν συμ­βεῖ καὶ χει­ρό­τε­ρα. Ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν, βέ­βαι­α, ποι­οί ἦ­ταν καὶ τί θέ­λα­νε ἀ­πὸ μέ­να. Ἀ­να­σή­κω­σα τὸ ἀμ­πα­ζοὺρ γιὰ νὰ φω­τί­σω τὰ πρό­σω­πά τους κι ἀ­μέ­σως κα­τά­λα­βα.

       Εἶ­χαν βγεῖ, ἁ­πλῶς, ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο: οἱ ὀ­γδόν­τα ἐν­νέ­α εὐ­θυ­μο­γρά­φοι τῆς πε­ρι­ό­δου τοῦ Novecento, ποὺ πε­ρι­εῖ­χε ἡ ἀνθολογία —μὲ τὸν ἀ­νά­ξιο ὑ­πο­γρά­φον­τα ἦ­ταν ἐ­νε­νήν­τα. […] Πρῶ­τα ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὸν Campanile, ποὺ μὲ κάρ­φω­νε, πραγ­μα­τι­κά, μὲ μά­τια ἀ­γα­θὰ καὶ με­λαγ­χο­λι­κά, με­τὰ εἶ­δα τὸν Petrolini, τὸν Marotta, τὸν Calvino, τὸν Guareschi, τὸν Mosca, τὸν Ζavattini· φυ­σι­κὸ εἶ­ναι ποὺ εἶ­δα πρῶ­τα τοὺς συν­το­πί­τες μου.


Στὴ συ­νέ­χεια αὐ­τῆς τῆς τα­ραγ­μέ­νης νύ­χτας, ὅ­λοι οἱ εὐ­θυ­μο­γρά­φοι κά­νουν τὴν ἴ­δια ἐ­ρώ­τη­ση στὸ χρο­νο­γρά­φο: «Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι σκο­πεύ­ε­τε νὰ κά­νε­τε κρι­τι­κὴ στὸ βι­βλί­ο;» Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι κα­τα­φα­τι­κὴ καὶ ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ δεύ­τε­ρη ἐ­ρώ­τη­ση: «Λοι­πόν, τε­λι­κά, σᾶς δι­α­σκε­δά­σα­με;» Τε­λι­κὰ ἀ­κό­μη καὶ οἱ εὐ­θυ­μο­γρά­φοι βα­σα­νί­ζον­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α τοῦ συγ­γρα­φέ­α…


Συγ­χω­ρέ­στε με, εἶ­πα. Μὰ ἐ­γώ […] σκε­πτό­μουν ὅ­τι ἐ­σεῖς, οἱ δι­ά­ση­μοι πρίγ­κι­πες τοῦ παγ­κό­σμιου εὐ­θυ­μο­γρα­φή­μα­τος, εἶ­στε οἱ με­γα­λύ­τε­ροι θε­μα­το­φύ­λα­κες τῆς ἔν­νοι­ας τοῦ χι­οῦ­μορ —τῆς ἱ­κα­νό­τη­τας, δη­λα­δή, νὰ μὴν παίρ­νε­τε στὰ σο­βα­ρὰ οὔ­τε τοὺς ἴ­διους τοὺς ἑ­αυ­τούς σας— ποὺ εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς πιὸ εὐ­γε­νεῖς ἐκ­φάν­σεις, ἡ πιὸ εὐ­γε­νής, ὑ­πο­θέ­τω, τῆς ἀν­θρώ­πι­νης νο­η­μο­σύ­νης.

       «Ἄ, ὄ­χι, ἀ­γα­πη­τέ μου κύ­ρι­ε. Ἐ­πέ­κρι­να ἕ­ναν τύ­πο, μᾶλ­λον συμ­πα­θη­τι­κό, ποὺ λί­γο πο­λὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὁ Jerome K. Jerome. Ἄλ­λο τὸ γρα­πτὸ κι ἄλ­λο ἡ ζω­ή. Ἐ­πι­πλέ­ον, κύ­ρι­ε, μοῦ φαί­νε­σθαι ἐλ­λι­πῶς πλη­ρο­φο­ρη­μέ­νος. Γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ χι­οῦ­μορ στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ πρα­κτι­κὴ μπο­ρεῖ­τε νὰ ρω­τή­σε­τε τοὺς πο­λι­τι­κούς, τοὺς ἐ­πι­σκό­πους, τοὺς καλ­λι­γρά­φους, τοὺς χα­σά­πη­δες. Νὰ τὸ ἀ­παι­τεῖ­τε ἀ­πὸ μᾶς, ποὺ τὸ ρί­χνου­με ξα­νὰ στὸ χαρ­τί, πά­ει πο­λύ.»

       «Ξε­χά­στε το», εἶ­πα καὶ σώ­πα­σα.

       Ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ­νοι, λοι­πόν; Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ πνεύ­μα­τος, ποὺ γρά­φον­τας, κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο ὑ­πε­ρί­πταν­ται, πε­ρι­γε­λών­τας τὴν ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τη ἀν­θρω­πό­τη­τα, ἀ­κό­μα κι αὐ­τοί, ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς ἀ­πα­τη­λοῦ ὀ­νεί­ρου γιὰ μιὰ βι­βλι­ο­κρι­σί­α στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα, εἶ­χαν θο­ρυ­βη­θεῖ, τόσο ποὺ εἴ­χα­νε βγεῖ ἀ­πὸ τὸν τά­φο τους;


Οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἀν­θο­λο­γή­θη­καν τε­λι­κὰ στὴν ἔκ­δο­ση εἶ­ναι ἐ­νε­νήν­τα, για­τὶ ὁ ἐ­πι­με­λη­τὴς τῆς ἔκ­δο­σης, Giambattista Vicari, συμ­πε­ρι­έ­λα­βε καὶ τὸν με­γά­λο τρα­γι­κὸ Ντί­νο Μπου­τζά­τι, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ὁ συγ­γρα­φέ­ας στὴ βι­βλι­ο­κρι­σί­α του ἀ­ξί­ω­νε, κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, νὰ πα­ρευ­ρί­σκε­ται κι αὐ­τὸς στὴν «πα­ρέ­α» τῶν εὐ­θυ­μο­γρά­φων: ὁ Μπου­τζά­τι πα­ρα­δε­χό­ταν τὴν «συ­στρά­τευ­σή του μὲ τὸ γέ­λιο», ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν θὰ ἔ­κα­νε ἀ­πὸ μό­νος του κά­τι πα­ρό­μοι­ο, θε­ω­ρών­τας το ὡς «αὐ­τὸ-βι­βλι­ο­κρι­σί­α» (Ἡ βι­βλι­ο­κρι­σί­α ἔ­χει τί­τλο: «Ὀ­γδόν­τα ἐν­νέ­α καὶ ἕ­νας, ἐν­δε­χο­μέ­νως, γέ­λω­τες»). Στὸν Μπου­τζά­τι, λοι­πόν, ἐν­δε­χο­μέ­νως, ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νει τοὺς ἄλ­λους νὰ γε­λᾶ­νε. Οἱ σύγ­χρο­νοί του εὐ­θυ­μο­γρά­φοι ἀ­πο­δί­δουν στὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό του ἔρ­γο ἕ­να τέ­τοι­ο ἐν­δε­χό­με­νο. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἡ εἰ­ρω­νεί­α εἶ­ναι σί­γου­ρα ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς τό­νους ποὺ δι­α­πο­τί­ζει ὅ­λα του τὰ ἔρ­γα. «Ἕ­να πνεῦ­μα παι­χνι­δι­ά­ρι­κο, ἀλ­λοί­μο­νο ἂν δὲν ἀ­στει­ευ­ό­ταν.»

       Ἀλ­λὰ τὸ χι­οῦ­μορ τοῦ Μπου­τζά­τι ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νες ἀ­να­φο­ρές, ποὺ ἐν­δε­χο­μέ­νως εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στα ἰ­τα­λι­κές, ὅ­πως ὁ ἴ­διος δη­λώ­νει στὴν «Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α»:


Ἂν σὲ ρω­τοῦ­σα νὰ μοῦ πεῖς τί θε­ω­ρεῖς —κα­τὰ τὴ γνώ­μη σου— κω­μι­κό, τί θὰ ἀ­παν­τοῦ­σες; Θά ΄λε­γες ὅ­τι εἶ­ναι ὅ,τι σὲ κά­νει νὰ γε­λᾶς. Βλέ­πεις, στὴν Ἰ­τα­λί­α ἂν κά­ποι­ος ἀ­νέ­βει στὴ θε­α­τρι­κὴ σκη­νὴ καὶ πεῖ τὴ λέ­ξη «κῶ­λος», ὁ κό­σμος θὰ ἀρ­χί­σει νὰ γε­λά­ει. Ὅ­λη ἡ ἰ­τα­λι­κὴ κω­μι­κό­τη­τα κα­τὰ κα­νό­να δὲν ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὸ χι­οῦ­μορ, ἔ­χει νὰ κά­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὴ φάρ­σα καὶ τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση ποὺ παίρ­νεις ὅ­ταν βλέ­πεις κά­ποι­ον νὰ ἐ­ξευ­τε­λί­ζε­ται. Ἂν κλο­τσή­σουν κά­ποι­ον στὰ πι­σι­νά, στὴν Ἰ­τα­λί­α ὁ κό­σμος γε­λά­ει.

Προ­σω­πι­κά, αἰ­σθά­νε­σαι τὸ ἀν­τί­θε­το;

       Χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α, τὸ δι­κό μου χι­οῦ­μορ μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὸ ἐγ­γλέ­ζι­κο χι­οῦ­μορ, ποὺ ἐ­γὼ τὸ θε­ω­ρῶ τὸ κα­λύ­τε­ρο.


Δη­λα­δή, μό­νο οἱ Ἐγ­γλέ­ζοι; Ὁ Jerome, ὁ Chesterton, ὁ Wodehouse, ὁ Carroll καὶ ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι Ἐγ­γλέ­ζοι χι­ου­μο­ρί­στες συγ­γρα­φεῖς δὲν λεί­πουν ἀπὸ τὴν βι­βλι­ο­κρι­σί­α τοῦ βι­βλί­ου τοῦ Garzanti γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο γί­νε­ται λό­γος. Μὰ εἴ­μα­στε σί­γου­ροι ὅ­τι ἡ κω­μι­κό­τη­τα καὶ τὸ ἰ­τα­λι­κὸ χι­οῦ­μορ πρέ­πει νὰ ἐ­ξαι­ρε­θοῦν ἀ­πὸ τὸν ὁ­ρί­ζον­τά μας, ὡς πα­ρα­γε­μι­σμέ­νο πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ χυ­δαι­ό­τη­τα καὶ εὐ­φυ­ο­λο­γή­μα­τα; […]

       Ἀ­να­φο­ρὲς στοὺς Ἰ­τα­λοὺς χι­ου­μο­ρί­στες, ἀ­πε­ναν­τί­ας, ὑ­πάρ­χουν πολ­λές. Ἂς πά­ρου­με γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πὸ τὸ θε­α­τρι­κό του Ἦρ­θε μιὰ νέ­α… (U­na ra­gaz­za ar­ri­vò…), γραμ­μέ­νο γιὰ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κεί­με­νά του ποὺ δὲν ὑ­πα­κοῦ­νε στὸ «πρό­τυ­πο Μπου­τζά­τι», ὅ­πως μᾶς πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μέ­χρι τώ­ρα. Με­τα­δό­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ποὺ ἦ­ταν μό­νο τὸ RAI, στὶς 28 Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 1959, μὲ μου­σι­κὴ τοῦ Gino Negri, Τὸ Ἦρ­θε μιὰ νέ­α… εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Λε­ο­νέλ­λα Ντο­μι­νέν­το, μιᾶς φι­λό­δο­ξης κο­πέ­λας «ἡτ­τη­μέ­νης ἀ­πὸ τὸν ἔ­ρω­τα».

       Ἡ πρώ­τη σκη­νὴ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται σὲ ἕ­να κά­στρο, κά­που στὸ μέλ­λον, ὅ­που ἕ­νας ξε­να­γὸς δεί­χνει στοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες με­ρι­κὲς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὲς συ­νή­θει­ες τῆς κοι­νω­νί­ας τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να – με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων καὶ οἱ κοι­νω­νι­κὲς βαθ­μί­δες τῶν ἀν­θρώ­πων της, ποὺ στὸ ἔρ­γο συμ­βο­λί­ζον­ται μὲ μιὰ σκά­λα μέ­σα στὸ κά­στρο. Με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων, ἡ προ­σο­χὴ ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται στὴν κο­πέ­λα, ἀ­σκη­μού­λα, ἀ­πὸ σε­μνὴ οἰ­κο­γέ­νεια, ἱ­κα­νό­τα­τη στὶς σπου­δές της, πού, ἐν τού­τοις, σι­γὰ-σι­γά, κα­τα­βάλ­λον­τας με­γά­λη προ­σπά­θεια, γί­νε­ται πα­νέ­μορ­φη, ὕ­στε­ρα σο­πρά­νο στὸ θέ­α­τρο τῆς Ὄ­πε­ρας καὶ με­τὰ κά­τι σὰν ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τη βα­σί­λισ­σα τοῦ κό­σμου, τὴν ὁποία θαυ­μά­ζουν καὶ οἱ πιὸ ἰ­σχυ­ροί… Ἀλ­λά, ἡ Λε­ο­νέλ­λα ἐ­ρω­τεύ­ε­ται ἕ­ναν τα­πει­νὸ λο­γι­στή, τὸν παν­τρεύ­ε­ται, γί­νε­ται μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη μη­τέ­ρα καὶ περ­νά­ει τὴ ζω­ή της στὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἑ­στί­α, ὄ­μορ­φα κι εὐ­τυ­χι­σμέ­να. Ἡ κό­ρη τῆς Λε­ο­νέλ­λας εἶ­ναι κι αὐ­τὴ ἄ­σκη­μη, ἱ­κα­νό­τα­τη στὶς σπου­δές της καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­ας τῆς νε­α­ρῆς ποὺ φτά­νει στὴν ἀ­νώ­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ βαθ­μί­δα ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται.

       Τὸ ἔρ­γο εἶ­ναι πο­λὺ δι­α­σκε­δα­στι­κό, ἐν­τε­λῶς θε­τι­κό, καθὼς με­τα­βαί­νει ἀ­πὸ τὴν κοι­νω­νι­κὴ πα­ρω­δί­α —ἄλ­λο ἕ­να πρω­τεῦ­ον θέ­μα τοῦ εἴ­ρω­να Μπου­τζά­τι— […] στὴν ἁπλῆ κω­μι­κό­τη­τα χω­ρὶς νὰ γε­λοι­ο­ποι­εῖ, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς στὴν ἀρ­χή του:


Η ΕΝΡΙΝΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΞΕΝΑΓΟΥ: Ἀ­πὸ δῶ, πα­ρα­κα­λῶ, Κυ­ρί­ες καὶ Κύ­ριοι, προ­σο­χὴ στὸ σκα­λο­πά­τι ποὺ λεί­πει. Ὄ­πα! (Θό­ρυ­βος ἀ­πὸ πα­τή­μα­τα). Σὲ κά­θε πέν­τε σκα­λο­πά­τια λεί­πει τὸ ἕ­να: ἔ­χει ἀ­πο­δει­χθεῖ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά.

ΦΩΝΗ ΕΝΟΣ ΑΝΤΡΑ ΤΟΥΡΙΣΤΑ: Μὰ ἐ­δῶ μέ­σα εἶ­ναι τὸ ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι […].Δὲν φαί­νε­ται τί­πο­τα.

ΞΕΝΑΓΟΣ: Κά­θε πέν­τε σκα­λιὰ λεί­πει ἕ­να. Εἶ­ναι ὑ­πο­λο­γι­σμέ­να. Γιὰ νὰ μὴν κου­τρου­βα­λή­σε­τε, ἂς με­τρᾶ­με ὅ­λοι μα­ζί.

ΧΟΡΟΣ: (Κρα­τών­τας τὸ ρυθ­μὸ μὲ τὰ βή­μα­τα): Σὲ κά­θε πέν­τε σκα­λιά, δη­λα­δὴ στὴν προ­τε­λευ­ταί­α συλ­λα­βὴ τοῦ στί­χου, πη­δᾶ­με. ὉΓεροντοκόρηΚόζιμο εἶχε ἕ­ναν ὑ­πέ­ρο­χο σά-­κο.

ΑΝΤΡΑΣ: Στα­μα­τῆ­στε ὅ­λοι.

ΞΕΝΑΓΟΣ: Τί τρέ­χει;

ΑΝΤΡΑΣ: Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι, ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο λά­θος. Ὁ Κό­ζι­μο, προ­φα­νῶς, ἦ­ταν ἄ­γα­μος κι ὄ­χι γε­ρον­το­κό­ρη.

Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ: Ἠ­λί­θι­ε, Γε­ρον­το­κό­ρη εἶ­ναι τὸ ἐ­πώ­νυ­μο.

ΣΑΡΚΑΣΤΙΚΗ ΦΩΝΗ: Τί νού­με­ρο ποὺ εἶ­ναι αὐ­τός! τί νού­με­ρο!

Η ΣΥΖΥΓΟΣ: Συγ­χω­ρῆ­στέ τον, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πέ­θα­νε τὸ κα­να­ρί­νι ὁ σύ­ζυ­γός μου πά­σχει ἀ­πὸ κα­τά­θλι­ψη.

ΕΝΑΣ ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ: (Δεί­χνει ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον) Πό­τε συ­νέ­βη, Κυ­ρί­α, τὸ δυ­σά­ρε­στο γε­γο­νός;

Η ΣΥΖΥΓΟΣ: Ἐ­δῶ καὶ δώ­δε­κα χρό­νια, ἀλ­λὰ ὁ σύ­ζυ­γός μου εἶ­ναι ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος.


Ἡ χα­ρού­με­νη δι­ά­θε­ση, ἢ κα­λύ­τε­ρα ἡ κω­μι­κή, εἶ­ναι τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο ἀ­πὸ ἀ­πο­σπά­σμα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ὀ­λι­σθαί­νουν στὸ γέ­λιο, χω­ρὶς ὡ­στό­σο νὰ γί­νον­ται ἄ­κομ­ψα καὶ χυ­δαῖ­α. Τὸ δι­α­κρι­τι­κὸ γνώ­ρι­σμα στὸ χι­οῦ­μορ τοῦ Μπου­τζά­τι —πιὸ συ­χνὸ ἀπ΄ ὅ,­τι θὰ πε­ρί­με­νε κα­νεὶς ἀ­πὸ ἕ­να με­γά­λο «τρα­γι­κό», ἀ­κρι­βῶς ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ μυ­στι­κό—, φαί­νε­ται πὼς εἶ­ναι ἡ αὐ­ξο­μει­ού­με­νη κύ­μαν­ση τοῦ κω­μι­κοῦ στοι­χεί­ου: ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­λο­γο στὴν πα­ρω­δί­α, ἀ­πὸ τὴν κα­λο­προ­αί­ρε­τη εἰ­ρω­νεί­α στὸν πι­κρὸ σαρ­κα­σμὸ ἐ­ναν­τί­ων με­ρι­κῶν κοι­νω­νι­κῶν ὁ­μά­δων καὶ προ­σώ­πων ποὺ ἀ­νή­κουν πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῆς δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας.(18)

       Ἡ κω­μι­κό­τη­τα τοῦ Μπου­τζά­τι ἔρ­χε­ται μὲ πλά­γιους τρό­πους: προ­τι­μᾶ τὶς χο­ρω­δια­κὲς σκη­νές (Ὁ ξε­να­γὸς καὶ οἱ του­ρί­στες), τὸν γρή­γο­ρο δι­ά­λο­γο, τὰ λο­γο­παί­γνια, καὶ λέ­ξεις ποὺ τὸ νό­η­μά τους δη­μι­ουρ­γεῖ τὸ γέ­λιο. (Γε­ρον­το­κό­ρης εἶ­ναι τὸ ἐ­πί­θε­το)[…]


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(1) Ἀ­να­φέ­ρει ἡ Lucia Bellaspiga στὸ δο­κί­μιό της: Dio che non esisti, Ti prego [Θε­ὲ ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χεις, Σὲ πα­ρα­κα­λῶ], Ancora, Milano 2006, σελ. 182.
(2) Ση­μει­ώ­νει ἡ Antonia Arslan: «Ἀ­νά­με­σα στὴν ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ βά­θους, προ­σθέ­στε μιὰ δι­ά­στα­ση στὸν κό­σμο ποὺ ξε­ρου­με” (Antonia Arslan, Dino Buzzati tra fantastico e realistico [Ὁ Ντί­νο Μπου­τζά­τι με­τα­ξὺ φαν­τα­στι­κοῦ καὶ πραγ­μα­τι­κοῦ], Modena, Mucchi 1993).
(3) Annalisa Carbone, Φαν­τα­στι­κὲς ἀ­πο­κλί­σεις τοῦ τρα­γι­κοῦ, στὸ «Ὅ­λα εἶ­ναι ἄ­ξια γέ­λιου». Declinazioni del tragico nella letteratura italiana tra ottocento e Novecento [Ἀ­πο­κλί­σεις τοῦ τρα­γι­κοῦ στὴν ἰ­τα­λι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ Δέ­κα­του ἔ­να­του καὶ Εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να], ἐ­πι­μέ­λεια An­to­nio Saccone,Liguori, Νά­πο­λη 2012, σελ. 116
(4) Yves Panafeu, Dino Buzzati: un autoritratto [Ντί­νο Μπου­τζά­τι: μιὰ αὐ­το­προ­σω­πο­γρα­φί­α], Mondadori, Milano 1971.
(5) Yves Panafeu, σελ. 69.
(6) Yves Panafeu, σελ. 207.
(7) Yves Panafeu, σελ. 209.
(8) «Εἶ­χε τὴν πρό­θε­ση νὰ φτιά­ξει ἕ­να ἄλ­μπουμ μὲ ἀ­στεῖ­α, καὶ ἀν­τὶ γιὰ αὐ­τὸ ἔ­γρα­ψε μὲ τὸ πι­νέ­λο τὸ πιὸ ὄ­μορ­φο ποί­η­μά του. Ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι ἤ­θε­λε νὰ κά­νει ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, ἀλ­λὰ ἀν­τι­θέ­τως, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ μα­γι­κά του δι­η­γή­μα­τα» (στὸ Dino Buzzati, I miracoli di Val Morel [Στὸν Ντί­νο Μπου­τζά­τι, Τὰ θαύ­μα­τα τῆς Val morel], Mondadori, Milano 2012, σελ. 5).
(9) Yves Panafeu, op. cit, σελ. 69.
(10) Ἐ­πὶ τού­του, μιὰ ὑ­πό­θε­ση: ὁ ἀ­φη­γη­τὴς στὰ Θαύ­μα­τα εἶ­ναι κά­ποι­ος ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Toni Della Santa. Κι ἄν, ὁ Μπου­τζά­τι, μὲ τὴν προ­τί­μη­σή του γιὰ τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­χε δώ­σει στὸ ὄ­νο­μα δι­πλὸ νό­η­μα; Ἂν ἦ­ταν «ἦ­χοι τῆς Ἁ­γί­ας», κυ­ρι­ο­λε­κτών­τας;
(11) «Ἦ­ταν τό­τε ποὺ ἔ­πει­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου ὅ­τι ὑ­πο­φέ­ρω ἀ­πὸ μιὰ μορ­φὴ ψυ­χι­κοῦ πα­λιμ­παι­δι­σμοῦ. Μοῦ πα­ρου­σι­α­ζό­ταν ἕ­να εἶ­δος δι­χα­σμοῦ τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας, σχε­δὸν σχι­ζο­φρε­νι­κῆς. Ὡς ἐ­πι­με­λὴς μα­θη­τευ­ό­με­νος, στὸ ξε­κί­νη­μα τῆς ἀ­κα­δη­μαϊ­κῆς μου κα­ρι­έ­ρας, ὄ­φει­λα νὰ ἀ­σχο­λοῦ­μαι μὲ συγ­γρα­φεῖς καὶ ἔρ­γα δεί­χνον­τας τὸν ἀ­παι­τού­με­νο σε­βα­σμό. Ἀν­τι­θέ­τως, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ μοῦ ἀ­ρέ­σουν τὰ εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να, τὰ χι­ου­μο­ρι­στι­κὰ βι­βλί­α, τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα πε­ρι­πέ­τειας. Ἕ­να εἶ­δος μο­να­χι­κῆς καὶ κα­κῆς συ­νή­θειας.» (Vittorio Spinazzola, Limmaginazione divertente [Ἡ φαν­τα­σί­α ποὺ σὲ δι­α­σκε­δά­ζει], Rizzoli, Milano 1995, σελ. 12)
(12) Anna Pozzi, Il divertito sovvertimento parodico di Dino Buzzati: «Il libro delle Pipe» e «Egregio signore, siamo spiacenti di…» [ δι­α­σκε­δα­στι­κὴ ­να­τρο­πὴ τῆς πα­ρω­δί­ας τοῦ Ντί­νο Μπου­τζά­τι: «Τὸ βι­βλί­ο γιὰ τὶς πί­πες» καὶ «­ξι­ό­τι­με κύ­ρι­ε, με­τὰ λύ­πης μας…»], στὸ Si­ne­ste­si­e­on­line, n.10, Δε­κέμ­βρης 2014,
http://www.rivistasinestesie.it/sinestesieonline.html
(13) Renzo Pavese, Il bozzetto ironico di Dino Buzzati, στὸ AA. VV., La forma breve nella cultura del Novecento – Scritture ironiche [Τὸ εἰ­ρω­νι­κὸ σκί­τσο τοῦ Ντί­νο Μπου­τζά­τι, στὸ AA. VV., Ἡ σύν­το­μη φόρ­μα στὴν κουλ­τού­ρα τοῦ Νο­βε­τσέν­το – Εἰ­ρω­νι­κὰ κεί­με­να], Edizioni Scientifiche italiane, Napoli 2000, σελ. 170.
(14) Stefano Lazzarin, Il Buzzati “secondo”. Saggio sui fattori di letterarieta nel­l’o­pe­ra buzzatiana [Μπου­τζά­τι ὁ “ἐ­λάσ­σων”. Δο­κί­μιο σχε­τι­κὰ μὲ τοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς πα­ρά­γον­τες στὸ ἔρ­γο τοῦ Μπου­τζά­τι], Vecchiarelli, Manziana 2008, σελ. 7.
(15) Cfr Giulio Carnazzi, Ὁ κρι­τι­κὸς Μπου­τζά­τι: δι­α­βά­ζον­τας τὰ βι­βλί­α τῶν ἄλ­λων, στὸ Buzzati giornalista Atti del Convegno internazionale [Ὁ Δη­μο­σι­ο­γρά­φος Μπου­τζά­τι. Πρα­κτι­κ το δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου], ἐ­πι­μέ­λεια Nella Giannetto, Mon­da­do­ri, Milano 2000, σελ. 261.
(16) Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ αὐ­τό: ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ἦ­ταν ἕ­νας πα­θι­α­σμέ­νος ὑ­πε­ρα­σπι­στὴς τῶν δι­και­ω­μά­των τῶν ζώ­ων (ἕ­νας φι­λό­ζω­ος ante litteram) μα­ζὶ μὲ τὸν Gu­gliel­mo Bo­nuz­zi, ἠ­θο­λό­γο καὶ συγ­γρα­φέ­α ποὺ ξε­κί­νη­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ καμ­πά­νια ὑ­πὲρ τῶν δι­και­ω­μά­των τῶν ζώ­ων.
(17) Στὴν Corriere della Sera, 23 Δε­κεμ­βρί­ου 1959.
(18) Ὅ­πως στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ ἀ­κα­τα­μά­χη­του δι­η­γή­μα­τος «Il cri­ti­co d’ar­te» [«Ὁ κρι­τι­κὸς τέ­χνης»], πο­λὺ ἐ­κτε­νὲς γιὰ νὰ τὸ ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Τὸ ἀ­πό­σπα­σμα εἶ­ναι ἀ­πὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Μπου­τζά­τι ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἰ­τα­λόγραπτο βραζιλιάνικο λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μosaico Italiano τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 2016. (Speciale Buz­za­ti, 2, a cura di Antonio R. Daniele, Mosaico Italiano, Anno XIII, no 145, Febbraio 2016.)

Κριστιάνα Λάρντο (Cristiana Lardo). Κα­θη­γή­τρια Ἰ­τα­λι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Tor Vergata στὴ Ρώ­μη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης: Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati)


01-buzzati-fournaris-eisagogikol2278-eikona-01


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης


Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati)

(Μπελ­λοῦ­νο, 1907 – Μι­λά­νο, 1972)


02-OmikronΝΤΙΝΟ ΜΠΟΥΤΖΑΤΙ-ΤΡΑΒΕΡΣΟ (Buzzati-Traverso) γεν­νή­θη­κε στὶς 16 Ὀ­χτω­βρί­ου τοῦ 1906 στὰ πε­ρί­χω­ρα τοῦ Μπε­λλοῦ­νο, στὸ Σὰν-Πε­λεγ­κρί­νο. Ἐ­κεῖ, στὴν ἰ­δι­ό­κτη­τη Βί­λα τῆς οἰ­κο­γέ­νειας —ἀ­πὸ τὸ 1811—, στὶς ὄ­χθες τοῦ Πιά­βε καὶ στοὺς πρό­πο­δες τῶν Δο­λο­μι­τῶν, ἀ­πέ­κτη­σε τὶς ἀ­να­μνή­σεις τῶν παι­δι­κῶν του χρό­νων ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα θὰ με­τα­φέ­ρει στὰ βι­βλί­α του καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κή του. Ἀ­πὸ μι­κρὸς θὰ ἀ­γα­πή­σει τὴ λο­γο­τε­χνί­α, τὴν ὀ­ρει­βα­σί­α —ἦ­ταν ἐ­ξαί­ρε­τος ἀλ­πι­νι­στὴς καθ΄ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς του—, κα­θὼς καὶ τὴ μου­σι­κή – σπού­δα­σε βι­ο­λὶ καὶ πιά­νο κι ἀρ­γό­τε­ρα θὰ γρά­ψει λιμ­πρέ­τα γιὰ ὄ­πε­ρα. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ἀ­νῆ­κε στὴν εὔ­πο­ρη ἀ­στι­κὴ τά­ξη: ὁ παπ­ποὺς ἦ­ταν δι­κα­στι­κός, ὁ πα­τέ­ρας κα­θη­γη­τὴς δι­ε­θνοῦς δι­καί­ου στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πα­βί­ας καὶ στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Μπο­κό­νι στὸ Μι­λά­νο. Εἶ­χε δυ­ὸ ἀ­δελ­φοὺς —ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων ὁ ἕ­νας ἦ­ταν βι­ο­λό­γος μὲ δι­ε­θνῆ φή­μη— καὶ μιὰ ἀ­δελ­φή. Ἡ μη­τέ­ρα του κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Τρα­βέρ­σο τῆς Βε­νε­τί­ας.

       Ὁ Μπου­τζά­τι θὰ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὴ βί­λα στὸ Σὰν-Πε­λεγ­κρί­νο τὰ Κα­λο­καί­ρια καὶ τὸν Χει­μώ­να θὰ τὸν περ­νᾶ στὸ Μι­λά­νο. Σὲ ἡ­λι­κί­α δε­κα­τεσ­σά­ρων χρο­νῶν θὰ χά­σει τὸν πα­τέ­ρα του, ποὺ εἶ­χε ὄγ­κο στὸ πάγ­κρε­ας· τὸ γε­γο­νὸς θὰ ἀ­να­στα­τώ­σει τὸν μι­κρὸ Μπου­τζά­τι γιὰ ἀρ­κε­τὸ και­ρό, για­τὶ πι­στεύ­ει ὅ­τι θὰ πε­θά­νει ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια ἀ­σθέ­νεια. To 1924, γιὰ νὰ κά­νει τὸ χα­τί­ρι τῆς μη­τέ­ρας του, ἐγ­γρά­φε­ται στὴ Νο­μι­κή. Τὸ 1926 ὑ­πη­ρε­τεῖ τὴ στρα­τι­ω­τι­κή του θη­τεί­α, τὸ 1927 ἀ­πο­λύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ στρα­τὸ καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο προσ­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Corriere della sera: στὴν ἀρ­χὴ ὡς χρο­νι­κο­γρά­φος, ἀρ­γό­τε­ρα ὡς ρε­πόρ­τερ. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα θὰ πα­ρα­μεί­νει καθ΄ὅ­λη τὴν διά­ρκεια τῆς δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κῆς του στα­δι­ο­δρο­μί­ας. Στὸν δεύ­τε­ρο παγ­κό­σμιο πό­λεμ­ο θὰ εἶ­ναι πο­λε­μι­κὸς ἀν­τα­πο­κρι­τὴς στὴν Ἀν­τὶς Ἀμ­πέμ­πα καὶ θὰ συμ­με­τέ­χει στὴ ζώ­νη τῶν ναυ­τι­κῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων τῆς Με­σο­γεί­ου. Θὰ πα­ρα­μεί­νει μέ­χρι τὸ τέ­λος ἕ­νας ἄν­θρω­πος τοῦ ­Τύ­που καὶ τὸ 1970 θὰ τι­μη­θεῖ μὲ τὸ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὸ βρα­βεῖ­ο Mario Massai γιὰ τὰ ἄρ­θρα του ποὺ σχε­τί­ζον­ται μὲ τὴν προσ­σε­λή­νω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀ­πὸ τὶς στῆ­λες κυ­ρί­ως τῆς Corriere della sera, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὶς σε­λί­δες δι­α­φό­ρων λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, θὰ δη­μο­σι­εύ­ει τὰ δι­η­γή­μα­τά του.

       Ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α τοῦ Μπου­τζά­τι ξε­κι­νᾶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ΄30. Τὸ πρῶ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα εἶ­ναι Ὁ Μπάρ­ναμ­πο τῶν βου­νῶν (Bar­na­bo delle mon­tagnie) (1933), ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται στὰ βου­νὰ ποὺ ἀ­γά­πη­σε καὶ ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ ἡ σι­ω­πή, ἡ μα­γι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ ὁ μύ­θος· ὑ­πε­ρι­σχύ­ει τὸ φαν­τα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ τὰ θέ­μα­τα ποὺ θὰ ἀ­πα­σχο­λή­σουν τὸν συγ­γρα­φέ­α στὰ ἑ­πό­με­να ἔρ­γα του: ἡ ἀ­να­μο­νή, ἡ εὐ­και­ρί­α ποὺ ψά­χνει κα­νεὶς γιὰ νὰ δώ­σει κά­ποι­ο νό­η­μα στὴ ζω­ή του, ὁ θά­να­τος. Με­τὰ ἀ­πὸ δύο χρό­νια ἀ­κο­λου­θεῖ Τὸ μυ­στι­κὸ τοῦ Γέ­ρι­κου Δά­σους (Il segreto del Bosco Vecchio), ἀλ­λὰ τὸ πιὸ γνω­στό του βι­βλί­ο, ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­ρι­στούρ­γη­μα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Φαν­τα­στι­κοῦ, δη­μο­σι­εύ­ε­ται τὸ 1940 κι ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἡ ἔ­ρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων (Il deserto dei Tartari). Στὶς 2 Αὐ­γού­στου τοῦ ἰ­δί­ου ἔ­τους, ὁ Pietro Pancrazi, στὴν βι­βλι­ο­κρι­τι­κή του στὴν Corriere della sera, θε­ω­ρεῖ τὸ βι­βλί­ο «ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ποὺ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴν Ἰ­τα­λί­α τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια». Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ε­ται ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ ἑ­πτὰ ἀγ­γε­λι­ο­φό­ροι (I sette messaggeri). Ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τά, ποὺ θε­ω­ροῦν­ται τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα τοῦ Μπου­τζά­τι, τὸ πιὸ γνω­στὸ ἔ­χει τί­τλο «Οἱ ἑ­πτὰ ὄ­ρο­φοι» καὶ θὰ εἶ­ναι ἡ βά­ση γιὰ τὴν θε­α­τρι­κὴ κω­μω­δί­α «Μιὰ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα πε­ρί­πτω­ση» («Un caso clinico»), ποὺ θὰ παι­χτεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­α­τρα στὴν Εὐ­ρώ­πη, ἐ­νῶ στὸ Πα­ρί­σι θὰ τὸ με­τα­φρά­σει καὶ δι­α­σκευά­σει γιὰ τὸ θέ­α­τρο ὁ Ἀλ­μπερ Κα­μύ. Ἀ­κο­λου­θοῦν ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα γιὰ παι­διὰ —εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο—, μὲ τί­τλο Ἡ πε­ρί­φη­μη εἰ­σβο­λὴ τῶν ἀρ­κού­δων στὴ Σι­κε­λία (La famosa invasione degli orsi in Sicilia, 1945), οἱ συλ­λο­γές: Φό­βος στὴ σκά­λα (Paura alla scala,1949) καὶ Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ Μπα­λι­βέρ­να (Il crollo della Baliverna, 1954).

       Ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς τρεῖς συλ­λο­γὲς ὁ Μπου­τζά­τι θὰ ἐ­πι­λέ­ξει τὰ πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, θὰ προ­σθέ­σει ἄλ­λα νέ­α καὶ θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σουν μὲ τὸν τί­τλο Ἑ­ξήν­τα δι­η­γή­μα­τα (Sessanta racconti, 1958). Αὐ­τὴ ἡ συλ­λο­γὴ θὰ τοῦ χα­ρί­σει τὸ Premio Strega —τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο λο­γο­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο στὴν Ἰ­τα­λί­α—, ὑ­περ­τε­ρών­τας μὲ 135 ψή­φους ἔ­ναν­τι 118 τοῦ Κάρ­λο Κα­σό­λα, ποὺ συμ­με­τεῖ­χε μὲ τὸ ἔρ­γο του Il soldato (Ὁ στρα­τι­ώ­της). Ἀ­κο­λου­θοῦν Τὸ τέ­λει­ο ἀν­τί­γρα­φο (Il grande ritratto, 1960), Ἕ­νας ἔ­ρω­τας (Un amore, 1963) καὶ ἄλ­λα. Τὴν χρο­νιὰ ποὺ θὰ ἐκ­δο­θοῦν οἱ «Δύ­σκο­λες νύ­χτες» (Le notti difficili, 1971) πα­ρου­σι­ά­ζον­ται τὰ πρῶ­τα συμ­πτώ­μα­τα τῆς ἀρ­ρώ­στιας: καρ­κί­νος στὸ πάγ­κρε­ας – ἡ ἀρ­ρώ­στια ποὺ ὁδήγησε στὸν θάνατο τὸν πα­τέ­ρα του!

       Ἡ κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας του χει­ρο­τε­ρεύ­ει ρα­γδαί­α. Πε­θαί­νει σὲ κλι­νι­κὴ τοῦ Μι­λά­νου στὶς 28 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1972. Ὁ I. Montanelli γρά­φει στὴν Corriere στὶς 29/1/1972: «Μέ­ρα μὲ τὴν μέ­ρα τὸν βλέ­πα­με ποὺ ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν σὰν κά­ποι­ος ἥ­ρω­ας ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τά του: δί­χως τό­πο, δί­χως χρό­νο, ὅ­λο καὶ πιὸ μό­νος…»


Γιὰ τo ἔρ­γο του


01-buzzati-fournaris-eisagogikol2278-eikona-03Τὸ ἔρ­γο τοῦ Μπου­τζά­τι κα­τα­τάσ­σε­ται στὴ φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὡ­στό­σο ὅ­λα του τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα ξε­κι­νοῦν ἀ­πὸ τὴν ἁ­πλὴ καὶ χει­ρο­πια­στὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (ὅ­πως γί­νε­ται στὰ ἔρ­γα τοῦ Μπόρ­χες καὶ τοῦ Κάφ­κα) καὶ σι­γὰ –σι­γὰ ὀ­λι­σθαί­νουν στὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα καὶ τὴν ἐ­ξα­πά­τη­ση. Πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ μι­λή­σει κα­νεὶς γιὰ τὰ βα­θιὰ με­τα­φυ­σι­κὰ θέ­μα­τα ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὴ φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, τὸ πε­πρω­μέ­νο του καὶ τὸ θά­να­το; Ἀ­πο­φεύ­γει νὰ δι­α­τυ­πώ­σει εὐ­θέ­ως τὰ ση­μαν­τι­κὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ τα­λα­νί­ζουν τὸν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ ἐ­πα­νέρ­χε­ται σὲ αὐ­τὰ συ­νε­χῶς, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τὸ φαν­τα­στι­κὸ μὲ ποι­κί­λους τρό­πους, χω­ρὶς νὰ γί­νε­ται βα­ρε­τὸς στὸν ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νο ἀ­να­γνώ­στη.

       Οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Μπου­τζά­τι πά­σχουν ἀ­πὸ ὑ­παρ­ξια­κὴ ἀ­γω­νί­α – μὲ τὴν αὐ­στη­ρὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου ποὺ ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἀ­πὸ τοὺς ὑ­παρ­ξι­στὲς φι­λο­σό­φους τοῦ δεύ­τε­ρου μι­σοῦ τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να. Προ­σπα­θοῦν, δη­λα­δή, νὰ δώ­σουν νό­η­μα στὴν ὕ­παρ­ξή τους, νὰ θε­ρα­πεύ­σουν τὴν σαρ­τρι­κὴ «Ναυ­τία» τους, ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ζοῦν ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νοι σὲ ἕ­ναν ἀ­κα­τα­νό­η­το κό­σμο, ὅ­που ἐ­πι­κρα­τεῖ ὁ πα­ρα­λο­γι­σμὸς καὶ ἡ πα­ρε­ξή­γη­ση· τε­λι­κὰ πε­θαί­νουν ἐν­τε­λῶς μό­νοι, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νουν βο­ή­θεια, ἀ­γά­πη ἢ κα­τα­νό­η­ση, ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τους τὸν ἑ­αυ­τό.

       Ὁ Μπου­τζά­τι στή­νει τὸ σκη­νι­κό του ἀ­νά­με­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Ὅ­ταν ὁ ὑ­πο­λο­χα­γὸς Ντρόγ­κο —στὴν Ἔ­ρη­μο τῶν Ταρ­τά­ρων— ρω­τά­ει γιὰ νὰ μά­θει ποῦ βρί­σκε­ται ὁ στρα­τώ­νας ποὺ θὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς νέ­ος ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός, οἱ ἀ­παν­τή­σεις ποὺ παίρ­νει εἶ­ναι ἀ­σα­φεῖς: λὲς καὶ τὸ φρού­ριο αὐ­τὸ δὲν ὑ­πάρ­χει, ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ο λά­θος. Τὸ φρού­ριο εἶ­ναι ὁ κό­σμος, ὅ­πως ὁ κό­σμος μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι μιὰ αἴ­θου­σα γε­μά­τη γρα­φιά­δες στὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μα. Τὰ πάν­τα ἀ­πο­κρύ­πτον­ται, τὰ πάν­τα κα­λύ­πτον­ται ἀ­πὸ μιὰ ὁ­μί­χλη ποὺ πα­ρα­μορ­φώ­νει, ἀλ­λὰ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὁ κα­θη­με­ρι­νὸς μό­χθος τῶν ἡ­ρώ­ων εἶ­ναι πάν­τα ἐ­κεῖ.

       Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη, ὅμως, ἐ­ξα­πά­τη­ση εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ χρό­νου, ποὺ μοιά­ζει τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς νὰ ἀ­κι­νη­το­ποι­εῖ­ται, νὰ στα­μα­τά­ει —κα­θὼς τὰ πάν­τα ἀ­κο­λου­θοῦν μιὰ προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νη ρου­τί­να— καὶ ξαφ­νι­κὰ ὁ χρό­νος ἔ­χει πε­ρά­σει ἀ­νε­πι­στρε­πτί, τρέ­χον­τας μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα. Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει γιὰ νὰ τὸν φτά­σει. Τὰ πρό­σω­πα δὲν συ­νει­δη­το­ποι­οῦν τὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αὐ­τὴ τοῦ χρό­νου: ὅ­πως ὁ Ντρόγ­κο, συ­νε­χί­ζουν νὰ ζοῦν λὲς κι ἔ­χουν τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα μπρο­στά τους. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ὑ­πο­κρι­τές, ὥ­στε νὰ φαί­νε­ται ὅ­τι τὸν ἀ­γνο­οῦν, ἄλ­λο­τε μι­λοῦν γιὰ συ­νω­μο­σί­α ἢ προ­βάλ­λουν τὴ δι­και­ο­λο­γί­α ἑ­νὸς λά­θους. Τὸ θύ­μα τοῦ ἀ­τυ­χή­μα­τος πρό­ω­ρου θα­νά­του εἶ­ναι πάν­τα ὁ ἄλ­λος: ὡς ἄ­το­μο ὁ ἴ­διος ἀν­τι­δρᾶ σὰν νὰ πα­ρου­σιά­ζει «ἀ­νο­σί­α» στὸ χρό­νο, ἐ­νῶ ὅ­ταν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο βυ­θί­ζε­ται στὴν ἀ­πελ­πι­σί­α, ὅ­πως ὁ Ἀγ­κου­στί­να στὴν Ἔ­ρη­μο τῶν Ταρ­τά­ρων, ποὺ ἐ­πι­λέ­γει νὰ πε­θά­νει, ἢ ὁ κα­θη­γη­τὴς Κα­στε­νέν­το­λο, ποὺ βα­δί­ζει μό­νος του πρὸς τὴν «ἔ­ξο­δο» στοὺς «Γρα­φιά­δες»: γιὰ αὐ­τοὺς ἀ­ξί­ζει ἕ­νας οἰ­κει­ο­θε­λὴς θά­να­τος πα­ρὰ ἕ­να ἔξωθεν ἐ­πι­βαλ­λό­με­νος. Δὲν ὑ­πάρ­χουν ἐ­πι­λο­γές: με­τὰ τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ θα­νά­του, ἢ θὰ δε­χτεῖς τὸ «πα­ρά­λο­γο» καὶ θὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖς μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τό, ὅ­πως ὁ «εὐ­τυ­χι­σμέ­νος» Σί­συ­φος τοῦ Κα­μύ, ἢ θὰ βα­δί­σεις πρὸς τὴν «ἔ­ξο­δο». Ἀ­κό­μη καὶ τὰ ζῶα στὰ δι­η­γή­μα­τά του ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τὴ με­λαγ­χο­λί­α, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς οἱ ἄν­θρω­ποι.

       Ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ συγ­γρα­φέ­ας ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὸν ὑ­παρ­ξι­σμὸ εἶ­ναι στὸ ζή­τη­μα τῆς κοι­νω­νι­κῆς καὶ πο­λι­τι­κῆς δέ­σμευ­σης, ποὺ δὲν ἀ­νή­κουν στὶς πρω­τεύ­ου­σ­ες ἀ­νη­συ­χί­ες του.


Γιὰ τὴ γλώσ­σα


Τὸ γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Μπου­τζά­τι εἶ­ναι ἁ­πλό, σα­φὲς καὶ κα­θα­ρό. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ γλώσ­σα, ὅ­πως λέ­ει στὶς συ­νεν­τεύ­ξεις του, για­τὶ τὸ ἀ­φή­γη­μα φαν­τα­σί­ας γί­νε­ται ἔ­τσι πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­τα­νο­η­τό, δὲν πλήτ­τει καὶ δὲν προ­κα­λεῖ σύγ­χυ­ση στὸν ἀ­να­γνώ­στη. «Ἡ δου­λειὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α», λέ­ει ὁ Μπου­τζά­τι, «συ­νά­δει μὲ τὴ δου­λειὰ τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου καὶ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ δι­η­γεῖ­ται τὰ πράγ­μα­τα ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ ἁ­πλά, μὲ τὴν με­γα­λύ­τε­ρη σα­φή­νεια, δρα­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ποι­η­τι­κό­τη­τα. Για­τί, ἀ­κό­μα καὶ στὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, συμ­βαί­νουν πολ­λὲς φο­ρὲς πο­λὺ ὄ­μορ­φα πε­ρι­στα­τι­κά…»(1) Ὁ Εὐ­γέ­νιο Μον­τά­λε (Eugenio Montale) τὸ εἶ­χε ἐκ­φρά­σει μὲ εὐ­φυ­ῆ τρό­πο: «Στὸν Μπου­τζά­τι ὁ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸς λό­γος (σὲ σύγ­κρι­ση μὲ τὸν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κό) ἦ­ταν τὸ ἴ­διο γάν­τι, φο­ρε­μέ­νο ἀ­νά­πο­δα.»

       Ὁ Μπου­τζά­τι χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἕ­να «εὔ­κο­λο» γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα, ἀλ­λὰ προ­σπα­θών­τας νὰ γί­νει κα­τα­νο­η­τὸς πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὴν γλώσ­σα, ἔ­τσι ποὺ στὸ τέ­λος μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­ό­μορ­φη σύν­τα­ξη τῶν κει­μέ­νων του, τὴν στί­ξη του —γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὴν πα­ρά­λει­ψη θαυ­μα­στι­κῶν, τὴν ἀ­συ­νή­θη χρή­ση τῶν πα­ρεν­θέ­σε­ων—, τὶς με­το­χὲς στὴν ἀρ­χὴ τῶν πε­ρι­ό­δων, τὴν πα­ρου­σί­α ἀ­να­κό­λου­θων σχη­μά­των καὶ ἄλ­λα. Ἐ­πί­σης στὰ κεί­με­νά του ὑ­πάρ­χει «ρυθ­μὸς καὶ μου­σι­κό­τη­τα», ἔ­τσι ποὺ «στὰ Ἑ­ξῆν­τα δι­η­γή­μα­τα συμ­βαί­νει νὰ συ­ναν­τᾶ κα­νείς, στὸ κλεί­σι­μο μιᾶς πε­ρι­ό­δου ἢ μιᾶς φρά­σης, τέ­λει­ους ἑν­δε­κα­σύλ­λα­βους..»(2)

       Κά­τι ἄλ­λο ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ κα­νεὶς δι­α­βά­ζον­τάς τον εἶ­ναι ἐκ­φρά­σεις ποὺ δη­λώ­νουν μιὰ ὑ­πό­θε­ση ἢ τὴν ἀμ­φι­βο­λί­α μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο το­πο­θε­τη­μέ­νες στὸ κεί­με­νο, ὥ­στε νὰ φαί­νε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα κι ὁ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρος γιὰ τὸν ρε­α­λι­σμὸ τῶν πραγ­μά­των ποὺ πε­ρι­γρά­φει. Τὰ κεί­με­νά του εἶ­ναι δι­ά­στι­κτα ἀ­πό ἐκφρά­σεις τοῦ τύ­που: «Θά ‘λε­γε κα­νείς», «Θὰ ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν κα­νεὶς» ἢ «φαί­νε­ται ὅ­τι» κλπ. Ἔ­τσι στὰ δι­η­γή­μα­τά του, ποὺ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς εἶ­ναι πο­λὺ σύν­το­μα καὶ φει­δω­λὰ ἐ­ξη­γή­σε­ων, τί­θε­ται ὑ­πὸ ἀμ­φι­σβή­τη­ση ἡ λο­γι­κὴ τοῦ ἐμ­πλε­κό­με­νου καὶ γί­νε­ται ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη ἡ δύ­να­μη τῆς ψευ­δαί­σθη­σης.


Γιὰ τὴ ζω­γρα­φι­κή


01-buzzati-fournaris-eisagogikol2278-eikona-02Ὅ­πως πολ­λοὶ ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς —γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ Ἔρ­μαν Ἔσ­σε ἢ ὁ Εὐ­γέ­νιος Μον­τά­λε— ἔ­τσι κι ὁ Μπου­τζά­τι ἔ­χει με­γά­λο πά­θος γιὰ τὴ ζω­γρα­φι­κή· τὴ θε­ω­ρεῖ δεύ­τε­ρο ἐ­πάγ­γελ­μα καὶ ὁ ἴ­διος λέ­ει: «Εἶ­μαι ἕ­νας ζω­γρά­φος ποὺ ἀ­πὸ χόμ­πι, γιὰ μιὰ μᾶλ­λον πα­ρα­τε­τα­μέ­νη πε­ρί­ο­δο, ἔ­κα­νε τὸν συγ­γρα­φέ­α καὶ τὸν δη­μο­σι­ο­γρά­φο.» Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ τὸ μυ­στή­ριο ποὺ ἔ­χουν τὰ πε­ζά του. Ὁ ἴ­διος θε­ω­ρεῖ τὰ εἰ­κα­στι­κά του ἔρ­γα ζω­γρα­φι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας μὲ αὐ­τὴ τὴν ἔκ­φρα­ση τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ δύ­να­μη τῶν πι­νά­κων.

       Ὁ Μπου­τζά­τι ζω­γρα­φί­ζει ἀ­πὸ παι­δί, ἀλ­λὰ ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ δεί­ξει στὸ εὐ­ρὺ κοι­νὸ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά του στὸ σχέ­διο ἔρ­χε­ται τὸ 1945, ὅ­ταν εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ ὁ ἴ­διος εἰ­κό­νες γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ πε­ρί­φη­μη εἰ­σβο­λὴ τῶν ἀρ­κού­δων στὴ Σι­κε­λί­α. Τὸ 1952 ζω­γρα­φί­ζει τὸν πιὸ δι­ά­ση­μο πί­να­κά του: τὸν «κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ» («Il Duomo») σὰν δο­λο­μι­τι­κὸ βου­νὸ μὲ κο­ρυ­φὲς ποὺ μοιά­ζουν μὲ ὀ­βε­λί­σκους, τρι­γυ­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ πρά­σι­να λι­βά­δια.

       Τὸ «Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο ποί­η­μα» («Poema a fumetti», 1969), ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται τὸ πρῶ­το εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα στὴν Ἰ­τα­λί­α —καὶ ἀ­πὸ τὰ πρῶ­τα δι­ε­θνῶς—, εἶ­ναι ἕ­να μο­να­δι­κὸ ἔρ­γο ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ μύ­θο τοῦ Ὀρ­φέ­α καὶ τῆς Εὐ­ρυ­δί­κης ἀ­πὸ μιὰ σύγ­χρο­νη ὀ­πτι­κή. Ἡ θε­μα­τι­κὴ τοῦ ἔρ­γου εἶ­ναι ὁ ἐ­ρω­τι­σμός, τὸ ἔγ­κλη­μα καὶ ὁ θά­να­τος καὶ δί­νε­ται μέ­σα ἀ­πὸ 208 εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νους πί­να­κες. Ἂν καὶ ἡ κρι­τι­κὴ εἶ­ναι δι­χα­σμέ­νη τὸ ἔρ­γο τι­μᾶ­ται μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Paese Sera τὸ 1970.

       Ἡ τε­λευ­ταί­α εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι τὰ Θαύ­μα­τα τοῦ Βὰλ Μο­ρέλ (I miracoli di Val Morel, 1971), ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται στὰ θαύ­μα­τα ποὺ ὁ λα­ὸς ἀ­πο­δί­δει στὴ Santa Rita da Cascia.

       Οἱ εἰ­δι­κοὶ κα­τα­τάσ­σουν τὰ εἰ­κα­στι­κά του ἔρ­γα σὲ τρεῖς πε­ρι­ό­δους: ἡ πε­ρί­ο­δος τοῦ Συμ­βο­λι­σμοῦ (1923-1930), ἡ πε­ρί­ο­δος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Σου­ρε­α­λι­σμοῦ (1930-1964) καὶ ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς Πὸπ Ἂρτ (1964-1972), ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται καὶ ἡ πιὸ ὥ­ρι­μη πε­ρί­ο­δός του.


Οἱ δύ­σκο­λες νύ­χτες


01-buzzati-fournaris-eisagogikol2278-eikona-04Οἱ δύ­σκο­λες νύ­χτες, ποὺ ἐκ­δό­θη­καν τὸ 1971, εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ συγ­γρα­φέ­α ἐ­νῶ εἶ­ναι ζων­τα­νὸς καὶ νο­ση­λεύ­ε­ται σὲ κλι­νι­κὴ τοῦ Μι­λά­νου – ἴ­σως αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ ἡ θε­μα­τι­κὴ τοῦ βι­βλί­ου ἔ­χει νὰ κά­νει τό­σο μὲ τὸ θά­να­το. Τὸ βι­βλί­ο δὲν ἐ­πι­δο­κι­μά­ζε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα. Ὁ Giorgio Bocca δη­μο­σι­εύ­ει μιὰ κρι­τι­κὴ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Il Giorno (27/10/1971), ὅ­που ἀ­να­γνω­ρί­ζει βέ­βαι­α τὸ τα­λέν­το τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ὡ­στό­σο προ­τάσ­σει τὶς ἀν­τιρ­ρή­σεις του σχε­τι­κὰ μὲ τὴν τρέ­χου­σα ἰ­δε­ο­λο­γι­κή του στά­ση: ἐ­χθρι­κὴ στὸ και­νούρ­γιο καὶ πι­στὴ στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ, ὁ Μπου­τζά­τι δι­α­κιν­δυ­νεύ­ει «νὰ μεί­νει ἀν­τι­κει­με­νι­κὰ μὲ κεί­νους ποὺ θέ­λουν ὅ­λα νὰ μεί­νουν ἴ­δια, γιὰ νὰ μὴν χά­σουν οὔ­τε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ προ­νό­μιά τους»(2).

       Τὸ βι­βλί­ο εἶ­ναι ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὸ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ θε­μα­τι­κή του, ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ βρεῖ ὅ­λα σχε­δὸν τὰ θέ­μα­τα ποὺ πραγ­μα­τεύ­τη­κε ὁ Μπου­τζά­τι σὲ ὅ­λα τα προ­η­γού­με­να ἔρ­γα του: ἡ ἀ­να­μο­νή, τὸ ἰ­λιγ­γι­ῶ­δες πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου, ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τοῦ ἔ­ρω­τα, τὰ ζῶ­α, οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι, ἡ ψευ­δαί­σθη­ση τῆς ἀ­λα­ζο­νι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς, ἡ μα­ται­ό­τη­τα τῆς δό­ξας, ἡ ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τη μο­να­ξιά, οἱ νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­φιά­λτες καὶ ἄλ­λα. Ἡ και­νο­το­μί­α τοῦ βι­βλί­ου ἴ­σως εἶ­ναι ὅ­τι σὲ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα δι­α­φαί­νε­ται μιὰ δι­α­βαθ­μι­σμέ­νη εἰ­ρω­νεί­α —ὄ­χι ἀ­συ­νή­θι­στο γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α— ἀ­πὸ τὸ χι­οῦ­μορ μέ­χρι τὴν γε­λοι­ο­ποί­η­ση, ἀ­πὸ τὸ εὐ­τρά­πε­λο μέ­χρι τὸν σκλη­ρὸ κι ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸ σαρ­κα­σμό. Στὴν συ­νέν­τευ­ξή του στὸν Yves Panafieu ὁ Μπου­τζά­τι πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ φαν­τα­στι­κὸ τοῦ χρη­σί­μευ­ε γιὰ νὰ ἀ­στει­εύ­ε­ται, ὅ­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν Edgar Allan Poe, ὑ­πῆρ­ξε δά­σκα­λός του ὁ Oscar Wilde, ὅ­τι τὸ χι­οῦ­μορ του μοιά­ζει μὲ τὸ ἐγ­γλέ­ζι­κο χι­οῦ­μορ, ὅ­τι ἡ κα­λύ­τε­ρη σε­λί­δα εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ σὲ δι­α­σκε­δά­ζει καὶ σὲ συγ­κι­νεῖ ταυ­τό­χρο­να καὶ τέ­λος ὅ­τι στὰ σχο­λεῖ­α θά ΄πρε­πε νὰ δι­δά­σκε­ται τὸ ἀ­στεῖ­ο ὡς μά­θη­μα.

       Τὸ βι­βλί­ο ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ 51 δι­η­γή­μα­τα ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων τὰ 13 εἶ­ναι τί­τλοι μιᾶς εὐ­ρύ­τε­ρης ἑ­νό­τη­τας (και­νο­το­μί­α καὶ αὐ­τὸ) καὶ ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ μι­κρό­τε­ρα σὲ μέ­γε­θος δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν ἕ­να κοι­νὸ θέ­μα. Με­ρι­κὰ ἀπὸ αὐ­τὰ εἶ­χαν δη­μο­σι­ε­υ­τεῖ κα­τὰ και­ροὺς στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Il Corriere della sera, ἄλ­λα σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­o­δι­κά, μὰ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἦ­ταν ἀ­νέκ­δο­τα μέ­χρι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ τὰ ἐ­πι­λέ­ξει καὶ νὰ τὰ ἐκ­δώ­σει. Τὸ «Ὁ σκύ­λος» («Il cane») εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Bestiario», ποὺ στὸν με­σαί­ω­να δή­λω­νε τὸ βι­βλί­ο ἢ τὴν πραγ­μα­τεί­α ποὺ πε­ρι­έ­γρα­φε ἱ­κα­νό­τη­τες καὶ συμ­πε­ρι­φο­ρὲς τῶν ζώ­ων, ἀ­λη­θι­νὲς ἢ φαν­τα­στι­κές. Τὸ «Ἡ για­γιὰ» («La nonna») εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Χά­σμα­τα τοῦ χρό­νου» («Smagliature del tempo»), τὸ «Ο­ἱ χα­μέ­νες μέ­ρες» («I giorni per­duti») ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Μο­να­ξιά» («Solitudini»), τὰ «Κυ­πα­ρίσ­σια» («Ci­pressi») καὶ «Ὑ­πὸ ἀμ­φι­σβή­τη­ση» («Contestato») ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Ἀλ­λα­γὲς»(«Cambiamenti»), καὶ τὸ «Ἡ ποί­η­ση» («La poesia») ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Σφα­λε­ρὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες» («Desideri sbagliati»).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Y­ves Panafieu, Dino Buzzati: un autoritratto. Dialoghi con Yves Panafieu, Milano, Mondadori, 1973, pp. 164-5.

(2) Nella Giannetto, Il sudario delle caligini. Significati e fortune dell’opera buz­za­ti­a­na, Editore Leo S. Olschki, 1996.

Πη­γές:

Introduzione di Domenico Porzio στὸ Dino Buzzati, Le notti difficili, Milano, Mondadori, 1971, p.V.

Conference Yves Stalloni: Dino Buzzati entre realisme et fantastique).

Corrado Farina: «Interviste Dino Buzzati» (Ὀκτώβριος 1971).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.