Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#8]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α:

στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς

Ο 2016 ἡ Κα­να­δὴ οἰ­κο­λό­γος Suzanne Simard, με­τὰ ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νια ἔ­ρευ­νας τῶν ὑ­πο­γεί­ων, πο­λύ­πλο­κων, συμ­βι­ω­τι­κῶν δι­κτύ­ων ποὺ εἶ­χε ἐν­το­πί­σει στὰ κα­να­δέ­ζι­κα δά­ση, δη­μο­σί­ευ­σε τὴ θε­ω­ρί­α της τὰ δέν­τρα ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν με­τα­ξύ τους.


Τὸ 2001 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Ἰ­σπα­νί­δας πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Carmen Blanes Valdeiglesias μὲ τί­τλο Un jardin bar­roco en los re­la­tos de Franci­sco Ay­ala, στὴν ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ Francisco Ayala ὡς ἕ­νας κῆ­πος μπα­ρόκ, ὅ­που ὅ­λοι οἱ κα­νό­νες ἀ­να­τρέ­πον­ται, τὰ πάν­τα εἶ­ναι ἐ­φή­με­ρα καὶ σὲ μό­νι­μη πε­ρι­δί­νη­ση. Ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­να­φο­ρὰ γί­νε­ται στὸ ζο­φε­ρὸ καὶ γκρο­τέ­σκο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο Muertes de perro (1958): ἡ πλο­κὴ ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται κά­που στὴν κεν­τρι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, στὴ χώ­ρα τοῦ κα­θε­στω­τι­κοῦ Anton Bocanegra ποὺ κυ­βερ­νά­ει μὲ τὴν πα­νούρ­γα σύ­ζυ­γό του Dona Concha κι ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὶς πα­θο­γέ­νει­ες τῆς πα­ρα­δο­σια­κὰ πο­λι­τι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ θά­να­το καὶ τὴν ἀ­πο­δό­μη­ση κά­θε ἠ­θι­κοῦ κώ­δι­κα ὡς τρό­πο ζω­ῆς. Ὁ Luis Pinedo, ὁ κεν­τρι­κὸς ἥ­ρω­ας ποὺ βρί­σκε­ται κα­θη­λω­μέ­νος σὲ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρό­τσι, ἀ­φη­γεῖ­ται ἀ­πὸ χα­μη­λὴ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α, με­τα­φέ­ρον­τάς μας τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­να­πό­δρα­στου ἀ­πὸ ἕ­ναν χα­μη­λὸ ὁ­ρί­ζον­τα, ἐ­νῶ ὁ συγ­γρα­φι­κὸς φα­κὸς μοιά­ζει νὰ ἕρ­πει ἀ­νά­με­σα σὲ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη φυ­τά, ψά­χνον­τας τὸ ἀν­θρώ­πι­νο θη­ρί­ο ποὺ κρύ­βε­ται ἐ­κεῖ καὶ βρυ­χᾶ­ται ὑ­πό­κω­φα ἀ­πὸ οἴ­η­ση κι ἐ­ξου­σι­ο­μα­νί­α. Ἄν­θρω­ποι πε­θαί­νουν βί­αι­α σὰν ἀ­δέ­σπο­τα σκυ­λιὰ καὶ θυ­σι­ά­ζον­ται στὸ βω­μὸ τῆς φι­λο­δο­ξί­ας ἀν­θρώ­πων ποὺ δὲ δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ λυσ­σα­σμέ­νους σκύ­λους. Ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α καὶ ἡ ὀ­ξυ­δερ­κὴς κα­τα­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸν Luis Pinedo δι­α­φο­ρε­τι­κῶν χα­ρα­κτή­ρων μὲ βί­αι­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, πα­ρα­πέμ­πει στὰ Κα­πρί­τσια, τὴ συλ­λο­γὴ χα­ρα­κτι­κῶν του 18ου αἰ. τοῦ Francisco Goya, ἀλ­λὰ καὶ στὶς ἀ­κό­μα πα­λι­ό­τε­ρες σύν­το­μες σά­τι­ρες σὲ πρό­ζα ἀ­πὸ τὸν 17ο αἰ., Sue­ños y dis­cur­sos τοῦ Fran­cisco Gó­mez de Que­ve­do, πη­γὲς ἔμ­πνευ­σης πλή­θους δειγ­μά­των τῆς σύγ­χρο­νης ἰ­σπα­νό­φω­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


Τὸ δι­ή­γη­μα «The Garden Party» (1920) ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς σὲ με­λέ­τες γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α λό­γω τῆς συ­σχέ­τι­σης τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ ὕ­φους τῆς Νε­ο­ζη­λαν­δῆς Katherine Mansfield μὲ τὸν Anton Chekhov[1], ὁ ὁ­ποῖ­ος θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τοῦ εἴ­δους. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι τὸ πάρ­τι ποὺ ἑ­τοι­μά­ζει μί­α εὔ­ρω­στη οἰ­κο­νο­μι­κὰ οἰ­κο­γέ­νεια στὸν ὁ­λάν­θι­στο κῆ­πο τους, ποὺ θυ­μί­ζει τὸν κῆ­πο τῆς Ἐ­δὲμ καὶ ἡ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τῆς ἔ­φη­βης ἡ­ρω­ΐ­δας ὅ­τι πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες ἡ ζω­ὴ συ­νε­χί­ζε­ται.

       Ἡ μό­νη ἐ­πι­λο­γὴ ἐ­ὰν φο­βᾶ­σαι εἶ­ναι νὰ κι­νεῖ­σαι, προ­τεί­νει καὶ ὁ Ρῶ­σος καρ­δι­ο­λό­γος καὶ συγ­γρα­φέ­ας Maxim Osipov. Ἡ πρό­σφα­τη συλ­λο­γή του σὲ ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση τῶν δώ­δε­κα δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο Rock, Paper, Scissors and Other Stories (Ἀ­πρί­λιος 2019) συν­δυά­ζει τὸ ἐλ­λει­πτι­κό, ὑ­παι­νι­κτι­κὸ ὕ­φος τῶν Anton Chekhov, Ivan Turgenev καὶ William Carlos Williams καὶ φω­τί­ζει τὴν ἐλ­πί­δα γιὰ τὴ ζω­ὴ ποὺ ξε­φυ­τρώ­νει ἀ­κό­μα καὶ στὶς σκο­τει­νό­τε­ρες πτυ­χὲς τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου βί­ου.


Πολ­λοὶ ἱ­σπα­νό­φω­νοι κρι­τι­κοὶ θε­ω­ροῦν ὡς πρῶ­το δεῖγ­μα τῆς ἰ­σπα­νό­φω­νης σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὴν ἱ­στο­ρί­α «Στην Κίρκη» (1917) τοῦ Julio Torri. Ὅ­μως, πλέ­ον, οἱ πα­ραλ­λα­γὲς γνω­στῶν μύ­θων, πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ ἱ­στο­ρι­ῶν συ­νη­θί­ζον­ται ὅ­πως καὶ τὰ ὄ­νει­ρα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ εἶ­ναι ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς Ana Maria Shua, ἡ ὁ­ποί­α ἀξιοποιεῖ τὰ ὄνειρα συν­δυ­ά­ζον­τάς τα μὲ ὀ­ξυ­δέρ­κεια, εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, στοι­χεῖ­α ποὺ δι­α­κρί­νουν τὸ εἶ­δος γε­νι­κά, ἀλ­λὰ καὶ τὸ ὕ­φος τῆς Shua, ὅ­πως στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της «Τὸ γαλάζιο πουλί». Ἡ πρω­το­τυ­πί­α, ἡ λο­ξὴ μα­τιὰ καὶ ἡ φαν­τα­σί­α τρο­φο­δο­τοῦν τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ εἴ­δους ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πὸ ἔ­ρευ­νες τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρα­γω­γῆς χω­ρῶν τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν με­γά­λη πα­ρά­δο­ση στὸ εἶ­δος. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, στὰ ἕ­ξι τεύ­χη τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ fix 100 ποὺ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἀ­πὸ τὸ 2009 τὸ Centro Peruano de Estudios Culturales, βρί­σκον­ται συγ­κεν­τρω­μέ­να πολ­λὰ τέ­τοι­α δείγ­μα­τα ἀ­πὸ τὸ Πε­ροῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὸ ἴ­διο συμ­πέ­ρα­σμα κα­τα­λή­γει κα­νεὶς ἐ­ὰν πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὸν δη­μο­φι­λέ­στε­ρο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Fun­da­ción César Edigo Ser­rano. Μά­λι­στα, στὸν τε­λευ­ταῖο δια­κρί­θηκαν οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τῆς Ἰ­ω­άν­νας Ἐλ­πί­δας Πα­παν­δρέ­ου καὶ τοῦ Στά­θη Γουρ­γουρῆ μὲ τί­τλο «Τὸ ὄ­νει­ρο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α Κρού­σου»[2].

       Ὁ Αχιλλέας Κυριακίδης στὶς Διεστραμμένες Ιστορίες (1988) πα­ραλ­λάσ­σει ἐμ­βλη­μα­τι­κὰ ἔρ­γα καὶ μύ­θους σὲ κεί­με­να ποὺ σή­με­ρα μπο­ροῦν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Στὸ κεί­με­νο γιὰ τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, πε­ρι­γρά­φει πῶς κα­νά­κευ­ε τὸν μι­κρὸ λύ­κο ἡ μη­τέ­ρα του καὶ πῶς ἀ­γω­νι­οῦ­σε γιὰ τὴν ἀ­σφά­λειά του πρὶν αὐ­τὸς βγεῖ στὸ δά­σος. Στὸ τέ­λος, ὅ­μως, ἄ­κου­σε «τὴν κα­ραμ­πί­να νὰ ὁ­πλί­ζε­ται καὶ τὴ φω­νὴ τῆς τρο­με­ρῆς κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσας ν’ ἀ­παγ­γέ­λει τὴ θα­να­τι­κὴ κα­τα­δί­κη τοῦ τε­λευ­ταί­ου μι­κροῦ λύ­κου».

       Ὁ Gilbert Lascault, στὸ βι­βλί­ο του Ἡ Κοκ­κινο­σκου­φί­τσα παντοῦ (1989) ἐ­πι­χει­ρεῖ 48 πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ τοῦ Charles Perrault. Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «42» γρά­φει: «Στὸν ἀ­στε­ρι­σμὸ τοῦ Λέ­ον­τος, ἡ Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα εἶ­ναι μιὰ λι­μνού­λα στρογ­γυ­λὴ καὶ κόκ­κι­νη, σχη­μα­τι­σμέ­νη ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­γρὸ ποὺ ἡ γεύ­ση του θυ­μί­ζει μέ­λι καί, μα­ζί, θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό. Ὁ λύ­κος εἶ­ναι ἕ­να δι­ψα­σμέ­νο μαῦ­ρο τρί­γω­νο πού, μα­γνη­τι­σμέ­νο ἀ­π’ τὴν ὀ­σμὴ τῆς ρευ­στῆς Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσας, σέρ­νε­ται στὸ ἔ­δα­φος, δι­α­τρέ­χον­τας χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα.»

       Ὁ Jaime Montestrela στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «210» στὸ βι­βλί­ο του Ὑδατώδεις ἱστορίες (1974), γρά­φει: «Στὸν ὑ­δα­τώ­δη πλα­νή­τη ΕΑ1897, ζω­ὴ ὑ­πάρ­χει μό­νο στὴ λε­πτὴ ἐ­πι­φά­νεια ἑ­νὸς ὠ­κε­α­νοῦ ὅ­που δὲ ση­κώ­νε­ται τὸ πα­ρα­μι­κρὸ κυ­μα­τά­κι. Κα­τὰ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ τὸν ἀ­να­κά­λυ­ψε, τὸν Ἔν­του­ιν Ἄμ­ποτ, τὰ ὄν­τα ἐ­κεῖ εἶ­ναι γε­ω­με­τρι­κὰ καὶ ὑ­πάρ­χουν ἱ­ε­ραρ­χί­ες. Ἔ­τσι, τὸ τε­τρά­γω­νο θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να τρί­γω­νο ποὺ ἔ­χει προ­κό­ψει στὴ ζω­ή. Κά­ποι­οι φι­λό­σο­φοι, ἐν­τού­τοις, ἔ­χουν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ πρε­σβεύ­ουν ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το.»


Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια ἐ­ξε­ρεύ­νη­σης τοῦ δι­α­στή­μα­τος ἔ­χουν κα­τα­γρα­φεῖ ἦχοι ἀπὸ τοὺς πλανῆ­τες τοῦ ἡλι­ακοῦ μας συστή­ματος, ὅ­που ἀ­μέ­σως πα­ρα­τη­ρεῖ κα­νεὶς τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς θο­ρύ­βους ποὺ ἐκ­πέμ­πει ὁ πλα­νή­της μας, μὲ τοὺς πο­λέ­μους ποὺ μαί­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α, τὶς χι­λιά­δες ἀ­ε­ρο­σκα­φῶν ποὺ δι­α­σχί­ζουν ἀ­στα­μά­τη­τα τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, τὶς πο­λύ­βου­ες μη­τρο­πό­λεις, τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ κοι­νω­νι­κὴ καὶ ἰ­δι­ω­τι­κὴ ζω­ή μας ποὺ βρί­σκε­ται σὲ μό­νι­μη πε­ρι­δί­νη­ση.


Ἡ Οὐ­ρου­γουα­νὴ Cristina Peri Rosi στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της μὲ τί­τλο «Κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή» πε­ρι­γρά­φει τὴ στε­νὴ σχέ­ση δύ­ο ἀν­θρώ­πων, χω­ρὶς ὀ­νό­μα­τα, προσ­δι­ο­ρι­σμὸ γέ­νους, ἡ­λι­κί­ας, ἐ­θνι­κό­τη­τας ἢ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς ἰ­δι­ό­τη­τας καὶ πε­ρι­κλεί­ει σὲ λί­γες γραμ­μὲς μιὰ συ­νή­θη συν­θή­κη ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης στὰ ὅ­ρια τῆς πα­ρά­νοι­ας, ἀ­νι­χνεύ­σι­μη δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ δι­α­πο­λι­τι­σμι­κά. Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Molia Dumbleton στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς «Pasarea Paradisului / Birds of Paradise» φω­τί­ζει μὲ εὐ­αι­σθη­σί­α τὸ ὅ­ριο ἀ­νά­με­σα στὴν πα­ρά­νοι­α καὶ τὴ λο­γι­κὴ ποὺ χά­νε­ται πολ­λὲς φο­ρὲς κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ βί­ου, εἴ­τε λό­γῳ τῆς ἐ­νί­ο­τε δυ­σβά­στα­χτης βι­ο­πά­λης ἢ μιᾶς βα­θιὰ τραυ­μα­τι­κῆς ἀ­πώ­λειας, ὅ­πως στὴν «Τρίχα» τοῦ Ἄγ­γλου Santino Prinzi. Ἡ ἐ­πί­σης Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Lucia Berlin, στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μά της «Ὁ τζό­κεΐ μου» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Ὁδηγίες γιὰ οἰκιακὲς βοηθούς, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς νο­σο­κό­μας ἡ ὁ­ποί­α φρον­τί­ζει ἕ­ναν τραυ­μα­τι­σμέ­νο τζό­κε­ϊ στὸ πλαί­σιο τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς της ρου­τί­νας. Ὅ­ταν ὅ­μως τὸν ἀ­πο­κοι­μί­ζει μὲ χά­δια βλέ­πει τὴ γυ­μνὴ πλά­τη του νὰ ἀ­να­τρι­χιά­ζει στὸ ἄγ­γιγ­μά της, ὅ­πως ἡ ρά­χη ἑ­νὸς ἄ­γριου που­λα­ριοῦ καὶ συγ­κι­νεῖ­ται βα­θιά. Αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να, πα­νί­σχυ­ρη μέ­σα στὴν ἁ­πλό­τη­τά της, πα­ρα­πέμ­πει στὶς ὑ­φο­λο­γι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κὰ πρω­τό­τυ­πες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες «The Gift» τῆς Rose An­der­sen καὶ «Horses» τοῦ Geordie Flantz, ἀλ­λὰ καὶ στὸ χα­ϊ­κοὺ τοῦ Kobayashi Issa: «Ξαφ­νι­κὴ βρο­χή: τὸ γυ­μνό μου ἄ­λο­γο γυ­μνὸς ἱπ­πεύ­ω».


Ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ὀ­νο­μά­ζει τοὺς κοι­μι­σμέ­νους ὡς ἐρ­γά­τες καὶ συ­νερ­γοὺς ὅ­σων συμ­βαί­νουν στὸν κό­σμο. Οἱ δυ­σκο­λί­ες τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­ται εὐ­κο­λό­τε­ρα μὲ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­πως δι­α­φαί­νε­ται καὶ στὶς συμ­με­το­χὲς στὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ φαν­τα­στι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας World Fantasy Award, στὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ 2018 δι­α­κρί­θη­κε τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Ναταλίας Θεοδωρίδου μὲ τί­τλο «The birding: A fairy tale».

       Ὁ Ἰ­σπα­νὸς David Roas θε­ω­ρεῖ ὅ­τι στὸ ἀ­νή­λιο ση­μεῖ­ο τῆς ὑ­πο­ταγ­μέ­νης σὲ κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς φαί­νε­ται πὼς εὐ­δο­κί­μη­σε τὸ ὑ­πο­εῖ­δος τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λαμ­βά­νει τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη πα­ρα­γω­γὴ τοῦ εἴ­δους. Ὁ Roas, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­φυ­λά­ξεις του ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἁλ­μα­τώ­δους ἐ­ξά­πλω­σης τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας κινδυν­εύουμε νὰ μᾶς «κα­τα­βρο­χθί­σει ὁ “δεινό­σαυρος” τοῦ Monter­roso», συμ­φω­νεῖ μὲ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν τοῦ εἴ­δους, ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­εῖ­δος δὲ συ­νη­θί­ζε­ται ἀ­να­τρο­πὴ στὸ τέ­λος (μί­α ἀ­πὸ τὶς κύ­ρι­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς στὸ δι­ή­γη­μα), ἀλ­λὰ ὁ τρό­μος τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας εἴ­τε δη­λώ­νε­ται ἢ ὑ­πο­νο­εῖ­ται, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ φαί­νε­ται στὸν Thomas Bernhard, στὴ συλ­λο­γὴ τοῦ Ὁ μί­μος τῶν φω­νῶν, ἀλ­λὰ καὶ στὸν Max Aub, στοὺς Παραδειγ­ματι­κούς φόνους.


Στὸ λο­ξό, ἀ­να­τρε­πτι­κὸ καὶ χι­ου­μο­ρι­στι­κὸ ὕ­φος τοῦ Aub κι­νοῦν­ται πά­ρα πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς μὲ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη πα­ρου­σί­α στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ Jayne Anne Phil­lips μὲ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Black Tickets (1979) πρω­το­πό­ρη­σε στὸ εἶ­δος, κα­θὼς ἔβα­λε στὸ μικρο­σκόπιο τὶς στε­νό­τε­ρες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις καὶ ἀ­νέ­δει­ξε τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας νὰ ἑ­στιά­ζει σὲ ὅ­σα δὲ φαί­νον­ται. Μά­λι­στα ὁ Ray­mond Car­ver δι­έ­κρι­νε μιὰ πρω­τό­γνω­ρη διε­στραμ­μένη ὀ­μορ­φιά, ἐν­τυ­πω­σι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα καὶ τὴν ἀ­κρί­βειά της, συγ­γρα­φι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ τὸν δι­α­κρί­νουν, ὅ­πως προ­κύ­πτει καὶ ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Ἐλέ­φαντας.

       Ἡ Meg Pokrass στὴ συλ­λο­γὴ τῆς Alli­ga­tors at ni­ght (2018) ξε­δι­πλώ­νει ὅ­λο το φά­σμα τῆς ἀ­γά­πης, ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­νοι­α καὶ τὴν ὑ­περ­βο­λὴ ἕ­ως τὴν πλή­ρη ἀ­που­σί­α της καὶ βά­σει αὐ­τοῦ χαρ­το­γρα­φεῖ τὶς σύγ­χρο­νες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις. Στὴν ὁ­μό­τι­τλη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Αὐ­τὸ ποὺ χρει­ά­ζε­σαι κά­ποι­ες φο­ρὲς εἶ­ναι νὰ μὴ φτά­σεις πο­τὲ σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο», ποὺ θυ­μί­ζει τὸν ἀ­φο­ρι­σμὸ τοῦ Kafka, «Ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α ἐ­πι­στρο­φὴ πιά. Αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο πρέ­πει νὰ φτα­στεῖ» [3].

       Ἡ συλ­λο­γὴ τῆς Kathy Fish μὲ τί­τλο Wild Life  (2018) ἀ­κτι­νο­γρα­φεῖ δι­α­σκορ­πι­σμέ­νες οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἀ­δέλ­φια ποὺ μι­σι­οῦν­ται θα­νά­σι­μα, ζευ­γά­ρια σὲ ἀ­πο­σύν­θε­ση, μη­τέ­ρες ποὺ ἔ­χουν ἀ­φα­νι­στεῖ στὴ δί­νη τῆς μη­τρό­τη­τας. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Kafka ὁ μό­νος τρό­πος ἀ­πό­δρα­σης ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­νοι­α εἶ­ναι πρὸς τὰ μέ­σα, στὴν καρ­διὰ τῆς ζω­ῆς, μὲ φαν­τα­σί­α καὶ χι­οῦ­μορ. Στὴν ὑ­περ­σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α του Kleine Fabel , ἡ γά­τα ποὺ κα­ρα­δο­κεῖ στὴ γω­νί­α λέ­ει στὸ ἀ­πελ­πι­σμέ­νο πον­τί­κι: «Τὸ μό­νο ποὺ χρει­ά­ζε­ται νὰ κά­νεις εἶ­ναι ν’ ἀλ­λά­ξεις κα­τεύ­θυν­ση». Ἔ­πει­τα ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα της καὶ τὸ κα­τα­πί­νει, λυ­τρώ­νον­τάς το ἀ­πὸ τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης μὲ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ ὁ­δη­γὸ τὴ λο­γι­κή, δί­νον­τας στὸ κω­μι­κο­τρα­γι­κὸ συμ­βὰν φι­λο­σο­φι­κὲς προ­ε­κτά­σεις.

       Ὁ συν­δυα­σμὸς συν­το­μί­ας καὶ στο­χα­σμοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­κό­μα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του εἴ­δους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως στὸ «Ζοὺμ στὸ φλάς» τοῦ Κώ­στα Βρα­χνοῦ στὴ συλ­λο­γή του Πρῶ­τα ὁ Θεός (2017), ὅ­που ὁ ἥ­ρω­ας δο­κι­μά­ζει ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος τὸ ὑ­ψη­λῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ ἀ­κρί­βειας νε­ο­α­πο­κτη­θὲν φλὰς τῆς φω­το­γρα­φι­κῆς μη­χα­νῆς του κά­νον­τας τυ­χαῖ­ες λή­ψεις στὸ χῶ­ρο του. Σύν­το­μα δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι στὸ για­κὰ τοῦ μον­τγκό­με­ρί του ἀ­πα­θα­νά­τι­σε ἕ­να ζευ­γά­ρι σκώ­ρων μὲ τὰ τρί­α μι­κρά τους νὰ κοι­τοῦν πε­ρί­τρο­μοι κι ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι τὸ φα­κό.


«Τὰ ζῶ­α ἀ­π’ ἔ­ξω κοι­τοῦ­σαν πό­τε τὰ γου­ρού­νια καὶ πό­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους, πό­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ πό­τε τὰ γου­ρού­νια, ὕ­στε­ρα πά­λι τὰ γου­ρού­νια καὶ πά­λι τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ δι­α­κρί­νουν ποι­ός ἦ­ταν ποι­ός», γρά­φει ὁ George Orwell , ὀ­λο­κλη­ρώ­νον­τας τὴ Φάρμα τῶν ζώων. Σὲ ἀ­νά­λο­γο πνεῦ­μα ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε ἡ Flannery O’ Connor για­τί ἐ­πέ­λε­γε νὰ ἑ­στιά­ζει σὲ πα­θο­γέ­νει­ες τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης, ὅ­πως στὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της μὲ τί­τλο Καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν, ποὺ πα­ρα­πέμ­πει σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα Καπρίτσια τοῦ Goya, ἀπάντησε: «Ὅ­πο­τε ἐ­ρω­τῶ­μαι για­τί οἱ Νό­τιοι (Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ) συγ­γρα­φεῖς δεί­χνουν ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­τί­μη­ση σὲ (ἀν­θρώ­πους) τέ­ρα­τα, ἀ­παν­τῶ ἐ­πει­δὴ μπο­ροῦ­με ἀ­κό­μα νὰ τὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με.»


Τὸ 1925, σὲ ἕ­να γράμ­μα ποὺ ἔ­γρα­φε στὸν πα­τέ­ρα του ὁ Ernest Hemingway, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐ­ξη­γοῦ­σε πῶς ἀ­κρι­βῶς ἤ­θε­λε νὰ γρά­φει: «σὲ ὅ­λες τὶς ἱ­στο­ρί­ες μου προ­σπα­θῶ νὰ δί­νω τὴν αἴ­σθη­ση τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὄ­χι ἁ­πλῶς νὰ τὴν πε­ρι­γρά­ψω ἢ νὰ ἀ­σκή­σω κρι­τι­κή, ἀλ­λὰ νὰ τὴ με­τα­φέ­ρω ζων­τα­νὴ στὴ σε­λί­δα. Ὥ­στε ὅ­ταν δι­α­βά­ζει κα­νεὶς νὰ βι­ώ­νει τὴν ἴ­δια τὴν ἐμ­πει­ρί­α αὐ­τοῦ ποὺ δι­α­βά­ζει. Αὐ­τὸ δὲ γί­νε­ται ἂν ἀ­πορ­ρί­ψεις τὸ κα­κὸ καὶ τὸ ἄ­σχη­μο, δι­ό­τι ἂν εἶ­ναι ὅ­λα ὄ­μορ­φα δὲν πεί­θουν κα­νέ­να. Ἡ ζω­ὴ ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὰ πάν­τα.» Ἰ­δέ­α ποὺ εἶ­χε ἐκ­φρά­σει καὶ ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης ὅ­ταν ἔ­γρα­φε ἡ πη­γὴ τῆς ζω­ῆς μέ­σα στὴ ζω­ή καὶ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται κα­λει­δο­σκο­πι­κὰ στὸ πε­ζο­γρά­φη­μά του Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ Ανάσταση (1938). Ἡ ἴ­δια ἰ­δέ­α δι­α­τέ­μνει καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Clau­dio Magris μὲ τί­τλο Μικρόκοσμοι (1997), στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­φή­γη­ση ρέ­ει μέ­σα στὸ πο­τά­μι τῆς ζω­ῆς μὲ πρω­τα­γω­νι­στὲς ἀν­θρώ­πους καὶ ζῶ­α σὲ μιὰ ἁρ­μο­νι­κὴ συμ­βί­ω­ση.


Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Ai­mee Ben­der μὲ τί­τλο Willful Crea­tures (2006) ἡ αἱρε­τικὴ ματιά της στὰ κα­θη­με­ρι­νὰ πα­ρά­δο­ξα πλησι­άζει κατὰ πολὺ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Hemingway κα­θὼς θυ­μί­ζει χρο­νο­γρά­φη­μα τῆς ζω­ῆς τοῦ σύγ­χρο­νου (δυ­τι­κοῦ) ἀν­θρώ­που. Στὴ σου­ρε­α­λι­στι­κὴ ἱ­στο­ρί­α της μὲ τί­τλο «End of the line» ἕ­νας κα­νο­νι­κὸς ἄν­τρας ἀ­γο­ρά­ζει ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἄν­τρα ἀ­πὸ ἕ­να κα­τά­στη­μα κα­τοι­κι­δί­ων, τὸν φυ­λα­κί­ζει σὲ ἕ­να κλου­βὶ μὲ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ κα­να­πὲ καὶ δι­α­πράτ­τει τε­ρα­τώ­δεις βαρ­βα­ρό­τη­τες εἰς βά­ρος του.

       Ὁ ἐ­πί­σης Ἀ­με­ρι­κα­νὸς Manuel Gonzales στὴ συλ­λο­γή του μὲ τί­τλο The mi­nia­ture wife (2013) δι­εισ­δύ­ει στοὺς χειρό­τε­ρους ἐ­φιάλτες τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που, πο­λὺ κον­τὰ στὸ ὕ­φος τῆς Bender, ἀλ­λὰ καὶ τῶν Roberto Bo­laño, Jes­se Ball καὶ Ben Ma­rcus. Στὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς μὲ τί­τλο «Pilot, Copilot, Writer» ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἥ­ρω­ας προ­σπα­θεῖ νὰ κα­τα­νο­ή­σει πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­βαί­νει καὶ τε­λεῖ ὑ­πὸ ἀ­ε­ρο­πει­ρα­τεί­α νὰ συ­νε­χί­ζει ἐ­πὶ εἴ­κο­σι χρό­νια νὰ κά­νει κύ­κλους ἐ­πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο τοῦ Ντά­λας. Στὸ ὁ­μό­τι­τλο δι­ή­γη­μα ἕ­νας ἐ­πι­στή­μο­νας ἔ­χει συρ­ρι­κνώ­σει στὸ ἐ­λά­χι­στο τὴ σύ­ζυ­γό του, ἀλ­λὰ οὔ­τε φαν­τά­ζε­ται τοὺς τρό­πους ποὺ θὰ ἐ­πι­νο­ή­σει ἐ­κεί­νη γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὸν ἀ­νε­λέ­η­το πό­λε­μό του. Δυ­στο­πί­α, ἀ­κη­δί­α, ἀ­πο­ξέ­νω­ση, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως φαν­τα­σί­α καὶ χι­οῦ­μορ ποὺ λει­τουρ­γοῦν λυ­τρω­τι­κὰ ἀ­κό­μα καὶ στὶς πιὸ ἀ­πί­θα­νες κα­τα­στά­σεις ποὺ πε­ρι­γρά­φει ὁ Gon­zales, ὅ­πως στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Guer­nica μὲ τί­τλο «Farewell Africa». Τὸ θέ­μα του εἶ­ναι μιὰ δη­μό­σια ὁ­μι­λί­α μὲ τί­τλο «Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὴν Ἀ­φρι­κή», ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἀ­να­με­τα­δί­δε­ται ζων­τα­νὰ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ ἀ­φρι­κα­νι­κὴ ἤ­πει­ρος βυ­θί­ζε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ τε­κτο­νι­κὴ πλά­κα. Τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ 2011 ἔ­χει ἐ­πα­λη­θευ­θεῖ ὅ­τι συμ­βαί­νει ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το, γε­γο­νὸς ποὺ ἔ­χει κα­τα­γρα­φεῖ ὡς «ἐπι­στη­μο­νικὰ συναρ­πα­στικό».


Στὴν «Ἐπίσκεψη» τῆς Μαρίας Τσο­λα­κούδη ὅ­ταν ἡ κό­ρη ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὴ δου­λειά της βρί­σκει τὸν πε­θα­μέ­νο πα­τέ­ρα της νὰ δι­α­βά­ζει στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α, μ’ ἕ­να κλα­ρά­κι ἀ­γρι­ο­ε­λιᾶς σκα­λω­μέ­νο στὰ μαλ­λιά του, καὶ προ­βλη­μα­τί­ζε­ται γιὰ τὸ πῶς θὰ ἐ­ξη­γή­σει στὰ παι­διά της τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του, ἀ­γνο­ών­τας τὸ θά­να­τό του καὶ ξα­να­βά­ζον­τάς τον στὴ ζω­ή της.

       Ὁ Jonathan Franzen ξε­χώ­ρι­σε τὸ ἄρ­θρο «Fa­mily Tra­dition» τῆς Λίζας Νικο­λι­δάκη ἀ­νά­με­σα στὰ κα­λύ­τε­ρά του 2016 στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Σὲ αὐ­τὸ πε­ρι­γρά­φε­ται ἡ τρα­γι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς της: ἐν­δο­οι­κο­γε­νεια­κὴ βί­α, ὀ­δυ­νη­ρὸ δι­α­ζύ­γιο τῶν γο­νι­ῶν της, δι­α­με­λι­σμὸς τῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴ συ­νέ­χεια, ὁ γιὸς μὲ τὴ μη­τέ­ρα, ἡ κό­ρη μὲ τὸν πα­τέ­ρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος τε­λι­κὰ δο­λο­φό­νη­σε τὴν Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα σύν­τρο­φό του καὶ τὴν ἔ­φη­βη κό­ρη της καὶ αὐ­το­κτό­νη­σε. Ὅ­πως γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἡ Νι­κο­λι­δά­κη σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα ἐλ­λει­πτι­κὰ (μι­κρο)δι­η­γή­μα­τά της μὲ τί­τλο «Silence, Stillness», «Πο­τὲ δὲ λέ­ω κα­κο­ποι­η­μέ­νη. Ἀντ’ αὐ­τοῦ ξε­γλι­στρά­ω μὲ κλι­σέ. Δὲν ἦ­ταν πὶκ νίκ, λέω. Εἶ­χα δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια.»

       Ἡ Berlin στὸ δι­ή­γη­μά της μὲ τί­τλο «Μα­μά», σ’ ἕ­να δι­ά­λο­γο ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο ἀ­δελ­φὲς ἡ­ρω­ί­δες γρά­φει: «Ἦ­ταν μά­γισ­σα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ποὺ εἶ­ναι νε­κρή, φο­βᾶ­μαι ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ μὲ δεῖ.» «Κι ἐ­γώ. Ἂν κά­νω κά­τι πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­νό­η­το, τό­τε εἶ­ναι ποὺ ἀ­νη­συ­χῶ καὶ φο­βᾶ­μαι. Τὸ ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το εἶ­ναι πὼς ὅ­ταν κά­νω κά­τι σω­στὰ τὸ ἐλ­πί­ζω. “Ἔ, μα­μά, δὲς τί ἔ­κα­να”. Κι ἂν οἱ νε­κροὶ ἁ­πλῶς κρέ­μον­ται πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια μας, μᾶς κοι­τά­ζουν καὶ ξε­καρ­δί­ζον­ται μὲ τὰ κα­μώ­μα­τά μας; Θε­έ μου, Σά­λι, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ πεῖ κι αὐ­τή. Κι ἂν εἶ­μαι ὁ­λό­ϊ­δια ἐ­κεί­νη;» Ἂν καὶ ἡ Κατε­ρίνα Γώ­γου, στὸ Νό­στο, βλέ­πει ἀ­κό­μα καὶ τὶς μά­γισ­σες μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα: «Οἱ Ἰν­διά­νες μά­γισ­σες ὅ­ταν ξυ­πνά­γαν τὰ παι­διά τους δί­δα­σκαν μα­θή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ ὄ­νει­ρά τους. Μα­θαί­να­νε πολ­λά.»

 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ φαν­τα­σμα­γο­ρί­α ποὺ εἴ­δα­με δὲν τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψε ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ τὴ χω­ρά­ει. Ἂν καὶ εἶ­ναι ἡ μι­κρό­τε­ρη μορ­φὴ πρό­ζας, προ­σφέ­ρει τὴ με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­στο­λὴ χώ­ρου καὶ χρό­νου, ἀ­να­λο­γι­κὰ μὲ τὴ ρη­μα­τι­κὴ ἔ­κτα­σή της, κι εὐ­νο­εῖ τὸ στο­χα­σμὸ (βά­θος, πα­λίμ­ψη­στο, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα) καὶ τὴ φαν­τα­σί­α (δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα, σύν­θε­ση, πρω­το­τυ­πί­α). Ἄ­πει­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ρέ­ουν στὰ ὑ­πό­γεια ρεύ­μα­τα ποὺ συν­δέ­ουν τοὺς πο­λι­τι­σμοὺς με­τα­ξύ τους, ἀ­να­πτύσ­σον­τας ἕ­να πο­λύ­πλο­κο, συμ­βι­ω­τι­κὸ δί­κτυ­ο ἀ­νά­λο­γο τοῦ δι­κτύ­ου ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἡ Susanne Simard ὅ­τι συν­δέ­ει ὑ­πο­γεί­ως τὰ δέν­τρα στὰ δά­ση τοῦ πλα­νή­τη μας. Πα­ρα­μέ­νει ἀ­κό­μα ρευ­στὴ καὶ ἄ­πια­στη στὰ σπλά­χνα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, μὲ πολ­λὰ ὀ­νό­μα­τα καὶ ἀ­πο­κλεί­ει τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε κα­θο­λι­κῆς ἀρ­χῆς – ἀ­πο­κλεί­ον­τας ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πο­λυ­τό­τη­τα ἀ­κό­μα καὶ τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό της. Συ­νι­στᾶ ὄ­χι μό­νο ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ κί­νη­ση (σύ­ζευ­ξη ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς γνώ­σης καὶ τέ­χνης τῆς ἀ­φή­γη­σης μὲ πρω­το­φα­νῆ δυ­νη­τι­κό­τη­τα), ἀλ­λὰ καὶ κί­νη­ση πρὸς τὰ μέ­σα, πρὸς τὴν ἐν­δο­σκό­πη­ση καὶ τὴ σι­ω­πή.

       Ὁ Ρῶ­σος γλωσ­σο­λό­γος Ro­man Jakob­son, γιὰ νὰ συγ­κρί­νει τοὺς δύ­ο ἄ­ξο­νες τῆς με­τα­φο­ρᾶς καὶ τῆς με­τω­νυ­μί­ας, ἔ­χει χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὶς ψυ­χα­να­λυ­τι­κὲς ἔν­νοι­ες τῆς με­τά­θε­σης καὶ συμ­πύ­κνω­σης, στὶς ὁ­ποῖ­ες ὁ Freud ἀ­πέ­δι­δε τὸ ρό­λο τῶν δύ­ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρων ἀ­συ­νεί­δη­των μη­χα­νι­σμῶν ποὺ λει­τουρ­γοῦν κα­τὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν ὀ­νει­ρι­κῶν εἰ­κό­νων. Ὁ Γάλ­λος φι­λό­σο­φος Gaston Bache­lard στὸ ὄ­ψι­μο ἔρ­γο του δι­α­χώ­ρι­σε τὴ θέ­ση του ἀ­πὸ τὴν ψυ­χα­νά­λυ­ση, ἐ­πει­δὴ ἡ τε­λευ­ταί­α ἑρ­μή­νευ­ε τὶς εἰ­κό­νες ἐν­νοι­ο­λο­γι­κά. Μὲ τὴ φαι­νο­με­νο­λο­γι­κή του μέ­θο­δο ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ συλ­λά­βει «τὴν οὐ­σί­α τῆς ποι­η­τι­κῆς φαν­τα­σί­ας ὡς πη­γὴ πρω­τό­τυ­πων εἰ­κό­νων καὶ νὰ φω­τί­σει τὴ συ­νεί­δη­ση ἑ­νὸς ὑ­πο­κει­μέ­νου στὸ ὁ­ποῖ­ο προ­κα­λοῦν δέ­ος οἱ εἰ­κό­νες ποὺ ἀν­τι­κρί­ζει»[4]. Ἡ εἰ­κό­να εἶ­ναι τὸ πρω­ταρ­χι­κὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τοῦ ἀ­συ­νεί­δη­του, ἀλ­λὰ καὶ πρω­ταρ­χι­κὸ δο­μι­κὸ ὑ­λι­κό της μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης, εἴ­τε με­τα­φέ­ρει ἕ­να ἐμ­πει­ρι­κὸ δε­δο­μέ­νο μέ­σῳ τῆς ὅ­ρα­σης ἢ ἕ­να ἀ­πο­κύ­η­μα φαν­τα­σί­ας ἢ ὀ­νεί­ρου. Στὴν Ποι­η­τι­κή του χώ­ρου[5] ἐμ­βά­θυ­νε καὶ στὴ μικρο­σκο­πική κλί­μακα προ­κει­μέ­νου νὰ δι­α­τη­ρή­σει ζων­τα­νὴ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς δια­ύγειας τῶν πραγ­μά­των καὶ τῆς ζω­ῆς, ὅ­που συ­νάν­τη­σε μιὰ φαν­τα­σμα­γο­ρί­α.

 

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

Ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Κώ­στα Βρα­χνοῦ, Πρῶ­τα ὁ Θεός.


Ἡ ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ γαλ­λι­κοῦ πρω­τό­τυ­που ἐγ­χει­ρή­μα­τος Short Edi­tion νὰ φέ­ρει τὴ λο­γο­τε­χνί­α στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ὴ μέ­σῳ εἰ­δι­κῶν αὐ­τό­μα­των μη­χα­νη­μά­των ποὺ το­πο­θε­τοῦν­ται σὲ πο­λυ­σύ­χνα­στα μέ­ρη ἀ­νὰ τὸν κό­σμο καὶ προ­σφέ­ρουν δω­ρε­ὰν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀ­πὸ σύγ­χρο­νους καὶ κλα­σι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς.


Ἡ χρή­σι­μη ἐφαρ­μογὴ αὐτό­ματης ἐπι­μέ­λειας κει­μένου στὴν ἀγ­γλι­κὴ ποὺ φέ­ρει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ernest Hemingway.


Οἱ λί­στες μὲ ἀγ­γλό­φω­να πε­ρι­ο­δι­κὰ (καὶ δι­α­γω­νι­σμοὺς) ποὺ εἰ­δι­κεύ­ον­ται στὴν (πο­λὺ) σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα στὰ ἱ­στο­λό­για* τῶν Dl Shirey, John Mat­thew Fox, Jer­ry Jen­kins καὶ Chri­sto­pher Fiel­den.


Ἰούνιος 2019

*Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω ἱ­στο­λό­για προ­τεί­νω ἀ­πο­κλει­στι­κὰ τὶς συγ­κεν­τρω­τι­κὲς λί­στες τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν καὶ δι­α­γω­νι­σμῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες εἶ­ναι ἀ­ξι­ό­πι­στες καὶ ἐ­πι­και­ρο­ποι­οῦν­ται τα­κτι­κά.
[1]. Ὁ Chekhov ἐ­πε­δί­ω­κε ἕ­να δι­α­κρι­τὸ στὶλ (the will to style) στὰ δι­η­γή­μα­τά του, ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ὕ­φος μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­ρί­σμα­τα, ὅ­πως ἡ ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, ἡ ἁ­δρὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν χα­ρα­κτή­ρων – ἡ­ρώ­ων ποὺ ἦ­ταν ἁ­πλοί, συ­νη­θι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι, ἡ ἀ­πο­στρο­φὴ (Τί ὑ­πέ­ρο­χος και­ρὸς σή­με­ρα! Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω: νὰ φτιά­ξω τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στῶ;) καὶ ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ὡς μυ­θο­πλα­στι­κὴ κα­τα­σκευ­ή. Μὲ τὴ δι­α­πί­στω­σή του ὅ­τι «στὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴ λὲς ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ τὸ νὰ λὲς πε­ρισ­σό­τε­ρα», τό­νι­ζε τὴν προ­τί­μη­σή του στὴν ἀ­κρί­βεια καὶ τὴ συν­το­μί­α. Ἔ­τσι, φαί­νε­ται ὅ­τι συ­νέ­λα­βε τὴν οὐ­σί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, με­τα­λαμ­πα­δεύ­ον­τας τὶς στι­λι­στι­κές του ἐ­πι­λο­γὲς ὡς τρο­πι­κό­τη­τες σὲ πολ­λοὺς κύ­ριους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως ἡ Lydia Davis καὶ ὁ Raymond Car­ver.
[2]. Ἡ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τῆς δι­ε­θνοῦς ἀν­θο­λο­γί­ας μὲ τὰ κεί­με­να ποὺ δι­α­κρί­θη­καν εἶ­ναι ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση. Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κὴ καὶ γι’ αὐ­τὸ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν κ. Γουρ­γου­ρῆ.
[3]. Κάφ­κα Φράν­τς, Ἀ­φο­ρι­σμοί, μτφρ. Γ. Βαμ­βα­λής, Ἐ­πί­κου­ρος, Ἀ­θή­να, 1970.
[4]. Selden Raman (ἐ­πιμ.), Ἀ­πὸ τὸν φορ­μα­λι­σμὸ στὸν με­τα­δο­μι­σμό, Ἱ­στο­ρί­α τῆς Θε­ω­ρί­ας τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας/8, The Cam­bri­dge Histo­ry of Li­te­rary Cri­ticism, θε­ώ­ρη­ση μτφ. Πε­χλι­βά­νος Μ. – Χρυ­σαν­θό­που­λος Μ., 2η ἀ­να­τύ­πω­ση, Ἐκ­δό­σεις Ἰνστι­τοῦ­το Νεοελ­λη­νικῶν Σπου­δῶν (Ἵ­δρυ­μα Μα­νό­λη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δη), Θεσ­σα­λο­νί­κη 2008.
[5]. Gaston Bachelard, Ἡ ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου, μτφ. Ε. Βέλ­τσου – Ι. Δ. Χα­τζη­νι­κο­λῆ, Ἐκ­δό­σεις Χα­τζη­νι­κο­λῆ, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2014.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Χρι­στο­δού­λου, Δή­μη­τρα Ἰ.: Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μι­κροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Εἰκόνα: Φωτογραφία τῆς φωτογράφου Ἕλενας Παπαδοπούλου.


Διαφημίσεις

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#7]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος


κῆ­πος


Ὁ Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ στὸ ὑ­περ­σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μά του «Ὁ Κῆ­πος» (Τὸ βά­ραθρο, 1984) γρά­φει: «Κα­θὼς ἀ­νε­βαί­νω τὸν ἄ­θλιο χω­μα­τό­δρο­μο, ποὺ ὅ­λο στε­νεύ­ει κι ἀ­νη­φο­ρί­ζει, φα­νε­ρώ­νε­ται μπρο­στά μου ὁ κῆ­πος. Μιὰ σκά­λα φέρ­νει στὸ καγ­κε­λω­τὸ κι­ό­σκι μὲ τὰ με­γά­λα μα­βιὰ λου­λού­δια. Τὰ σκα­λο­πά­τια της εἶ­ναι ἀ­πὸ πέ­τρα δι­ά­φα­νη, καὶ μέ­σα τους πλέ­ουν φύλ­λα, ὡ­ραῖ­α χρώ­μα­τα καὶ λί­γα γράμ­μα­τα τοῦ ἀλ­φα­βή­του». Στὴν κο­ρυ­φαί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Ἀλληλουχία τῶν κήπων (1964) τοῦ Cortázar τὰ γράμ­μα­τα γί­νον­ται λέ­ξεις καὶ πο­τα­μὸς ποὺ σβή­νει τὰ ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ μυ­θο­πλα­σί­α. Στὸ δι­ή­γη­μα Ὁ κῆ­πος μὲ τὰ δι­α­κλα­δω­τὰ μο­νο­πά­τια (1941) τοῦ Borges ξε­τυ­λί­γε­ται ἕ­να δι­ά­φα­νο μυ­στή­ριο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν Τσού­ι Πέν, τὸν πρό­γο­νο τοῦ κεν­τρι­κοῦ ἥ­ρω­α. Ὁ Τσού­ι Πὲν ἀ­παρ­νή­θη­κε τὰ πάν­τα, κλεί­στη­κε γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια στὸ Πε­ρί­πτε­ρο τῆς Λα­γα­ρῆς Μο­να­ξιᾶς, «στὴ μέ­ση ἑ­νὸς σχε­δὸν ἀ­δι­έ­ξο­δου κή­που», ὅ­που πά­λε­ψε μὲ «τὸ ἀ­βυσ­σα­λέ­ο πρό­βλη­μα τοῦ χρό­νου» κι ἔ­γρα­ψε μὲ τὸ πι­νε­λά­κι του ἕ­να βι­βλί­ο-ἰ­δέ­α μὲ τί­τλο Ὁ κῆ­πος μὲ τὰ δι­α­κλα­δω­τὰ μο­νο­πά­τια καὶ θέ­μα τὸ χρό­νο, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ τὸν ἀ­να­φέ­ρει πο­τέ. Σὲ αὐ­τὸ συ­νέ­λα­βε τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ζω­ῆς καὶ τὴν εἰ­κό­να τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου ὡς ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ λα­βύ­ριν­θο.



μη­τέ­ρα φύ­ση, ἄν­θρω­πος, ζῶ­α


«Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ὁ δει­νό­σαυ­ρος ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ»[1], εἶ­ναι ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο «Ὁ δει­νό­σαυ­ρος» (1959) τοῦ Augusto Mon­ter­ro­so. Στὸ βι­βλί­ο Varia­cio­nes sobre «El dinosaurio» (Mi­cro­po­lis, 2016) τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ Lauro Zavala ἐ­ξε­τά­ζον­ται ἐν­δε­λε­χῶς ὅ­λες οἱ κα­τα­γε­γραμ­μέ­νες πα­ραλ­λα­γές της. Τεκ­μη­ρι­ώ­νε­ται τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἔχει μείνει στὴν ἱστορία γιὰ τὶς πο­λυ­ά­ριθ­μες με­λέ­τες ποὺ ἔ­χουν γί­νει πά­νω σε αὐ­τὴ καὶ ἀ­φο­ροῦν ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς καὶ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις ὡς πρὸς τὴν πύ­κνω­ση νο­ή­μα­τος, τὴν καφ­κι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ ἀ­να­πό­δρα­στου, τὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ ἑ­νό­τη­τα –χώ­ρου –χρό­νου –δρά­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦν συ­νή­θη εἰ­δο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως Τὸ ραντεβοῦ μου μὲ μιὰ Νε­ά­ντερ­ταλ τοῦ David Galef ποὺ ἑ­νώ­νει τὸ μα­κρι­νὸ πα­ρελ­θὸν τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους μὲ τὸ σή­με­ρα, ἀλ­λὰ καὶ τὸ μέλ­λον. Εἰ­δι­κά, ὅ­μως, ὁ δει­νό­σαυ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ ἂν δι­α­βα­στεῖ στὸ ἀ­πώ­τε­ρο μέλ­λον, φαί­νε­ται ὅ­τι δὲ θὰ ἀλ­λοι­ω­θεῖ ἡ δυ­να­μι­κή του, δι­ό­τι φέ­ρει στὸ dna του τὴν ἀ­να­τρε­πτι­κὴ ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει καὶ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α «Τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­άν…». Ἐ­πι­πλέ­ον, κα­θὼς ἡ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἀ­να­γνω­στῶν θε­ω­ρεῖ ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ ξυ­πνά­ει εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος, κω­δι­κο­ποι­εῖ τε­λι­κὰ ἕ­να ἐλ­πι­δο­φό­ρο μή­νυ­μα: ἡ ζω­ὴ συ­νε­χί­ζε­ται καὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ δε­δο­μέ­νο θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει καὶ νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ ὅ­τι πε­ρι­κλεί­ει τὰ πάν­τα καὶ εἶναι καὶ ἀγρίως ἀπίθανη, συμ­φω­νών­τας μὲ τὴν Καραπάνου.


Τὸ 2013 δη­μο­σι­εύ­θη­κε μέ­ρος τοῦ ἀρχείου τοῦ Πανεπιστημίου Cornell ἀ­πὸ ἤ­χους πτη­νῶν, στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη ἡ διαδικτυακὴ πρόσβαση καὶ μπο­ροῦ­με νὰ συμ­βάλ­λου­με στὸν ἐμ­πλου­τι­σμό του. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὅ­μως, ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σπά­νι­ες ἠ­χο­γρα­φή­σεις πτη­νῶν, νὰ ἀ­κού­σει κα­νεὶς τυ­χαῖ­ες ἐ­πι­λο­γὲς ποὺ προ­τεί­νον­ται ἀ­πὸ τὴ βά­ση δε­δο­μέ­νων ἐ­ὰν ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα γιὰ τὸ εἶ­δος human-homo sapiens (π.χ. ἄντρας, ἐ­νή­λικας ποὺ ρο­χα­λίζει, ντου­έτο δύο ἔφη­βων κορι­τσιῶν, παραδοσιακά τρα­γού­δια ἀπὸ τὴ Γουα­δελού­πη, λειτουρ­γία σὲ μονα­στήρι στὴν Αἰ­θι­ο­πί­α, κ.ἄ.)


Ὁ Ἄγ­γλος Nicholas Royle μὲ τὴ συλλογὴ διηγημάτων του Ornithology (Confingo Publishing, 2017) πε­ρι­γρά­φει τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὶς ἀλ­λό­κο­τες συ­νή­θει­ες δι­ά­φο­ρων πτη­νῶν, ἀλ­λὰ μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀλ­λη­γο­ρι­κὴ πε­ρι­γρα­φή, ἀ­νι­χνεύ­ει τὸ μυ­στή­ριο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­πι­θυ­μί­ας μὲ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, κα­θὼς ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι κι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θεωρητικοὺς τοῦ είδους. Στὸ ἴ­διο πνεῦ­μα κι­νοῦν­ται καὶ οἱ συγ­γρα­φεῖς ἀ­πὸ τὴν Κί­να, τὸ Χὸνγκ Κὸνγκ καὶ τὴν Τα­ϊ­βάν, ὅ­πως φαί­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α μὲ 91 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μὲ τί­τλο Loud Sparrows (Columbia University Press, 2006), ἀλ­λὰ καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι δι­ε­θνῶς, μὲ πρό­σφα­το πα­ρά­δειγ­μα τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ στὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α Flash Frontier μὲ θέ­μα Birds. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο, ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς Ἀγ­γλί­δας Jude Higgins μὲ τί­τλο Bird life, μὲ θέ­μα τὴν τραυ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ χω­ρι­σμοῦ ἑ­νὸς ζευ­γα­ριοῦ ἀ­πὸ τὴν ὀ­πτι­κὴ τοῦ ἐγ­κα­τα­λε­λει­μέ­νου συ­ζύ­γου, ἡ ὁ­ποί­α με­τὰ τὴν ἐ­πα­νέ­νω­ση τοῦ ζευ­γα­ριοῦ δὲ συ­ζη­τή­θη­κε, ἀλ­λὰ προ­βλη­μα­τί­ζει τὴ γυ­ναί­κα μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν εὕ­ρε­ση ἑ­νὸς νε­κροῦ που­λιοῦ στὸ κα­τώ­φλι τους.


Ὁ Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς στὸ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα «Εὕ­ρη­μα» (στὸ Βάραθρο) ξυ­πνά­ει ἀ­νή­συ­χος ἀ­πὸ μιὰ φω­νὴ ποὺ ἀ­κού­ει νὰ τὸν κα­λεῖ. Ντύ­νε­ται βι­α­στι­κὰ καὶ φτά­νει σ’ ἕ­να βρά­χο στὴ θά­λασ­σα, πε­λε­κά­ει τὴν πέ­τρα μὲ τὸν κα­σμά του ἀ­γω­νι­ών­τας νὰ βρεῖ ἀ­πὸ ποῦ προ­έρ­χον­ται τὰ βογ­κη­τά, ὥ­σπου ξε­προ­βάλ­λει ἕ­να ἀ­δύ­να­μο που­λὶ ποὺ τρί­φτη­κε σὰν δυ­ό­σμος ξε­ρὸς στὸ ἄγ­γιγ­μά του. Ὁ Γιάννης Παλαβὸς στὸ δι­ή­γη­μα «Ζῆ­νος» (συλ­λο­γὴ Τὸ Παιδί) γρά­φει γιὰ δύ­ο ἀ­δέλ­φια τὰ ὁ­ποῖ­α ἕ­να πρω­ῒ φτιά­χνουν χι­ο­νάν­θρω­πο στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ τους. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φὸς πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ μη­τέ­ρα τους μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας νὰ τη­λε­φω­νεῖ μὲ ἀ­γω­νί­α, προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θει ποῦ εἶ­ναι ὁ πα­τέ­ρας τους, ὁ Ζῆ­νος, ποὺ δὲ γύ­ρι­σε τὸ βρά­δυ στὸ σπί­τι τους. Στὸ με­τα­ξύ, ἔ­χει πα­γι­δεύ­σει ἕ­να σπουρ­γί­τι ἐν ἀ­γνοί­ᾳ τῆς μι­κρῆς ἀ­δελ­φῆς του καὶ ὅ­ταν τε­λει­ώ­νουν τὸν χι­ο­νάν­θρω­πο ὁ ἀ­δελ­φὸς σκο­τώ­νει κρυ­φὰ τὸ που­λί, ἀ­νοί­γει βι­α­στι­κὰ μιὰ τρύ­πα στὸ κε­φά­λι τοῦ χι­ο­ναν­θρώ­που καὶ τὸ χώ­νει μέ­σα.


Tὸ 2016 ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ὅ­τι γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς φυ­σι­κῆς ἀ­νι­χνεύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο LIGO σῆ­μα τῶν βαρυτικῶν κυμάτων, ἐ­πα­λη­θεύ­ον­τας τὴ θε­ω­ρί­α ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξε πε­ρί­που ἑ­κα­τὸ χρό­νια πρὶν ὁ Ein­stein πε­ρὶ τῆς ὕ­παρ­ξής τους. Τὸ σῆ­μα, διάρκειας ελάχιστων δευ­τε­ρο­λέ­πτων, ἀ­πο­κα­λεῖ­ται δι­ε­θνῶς τι­τί­βι­σμα ἐ­πει­δὴ μοιά­ζει μὲ ἦ­χο που­λι­ῶν (chirp).



κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή


Τὸ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τί­τλο Other House­hold to­xins τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Christopher Allen, συν­τά­κτη τοῦ Smokelong Quarterly, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ποὺ εἰ­δι­κεύ­ε­ται στὸ εἶ­δος ἀ­πὸ τὸ 2003. Στὴ συλ­λο­γὴ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ τί­τλο «Target Practice» ποὺ θὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α Best Small Fictions 2019 (ὑπὸ ἔκδοση). Ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τῆς συλ­λο­γῆς δὲν κρύ­βει ἐκ­πλή­ξεις ἀ­να­λο­γι­κὰ μὲ τὸν τί­τλο. Οἱ 48 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες φω­τί­ζουν το­ξι­κὲς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς σχέ­σεις ποὺ κρύ­βουν πολ­λὰ φαι­νο­με­νι­κὰ εὐ­υ­πό­λη­πτα σπι­τι­κά. «Ὅ­ταν σὲ ἀ­γα­ποῦν, σὲ τρῶ­νε;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ἕ­νας ἥ­ρω­άς του. «Ζων­τα­νό;»

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Rita Bullwinkel μὲ τί­τλο Belly up[2]. Ἡ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη Bullwinkel δι­α­κρί­θη­κε καὶ γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της μὲ τί­τλο «Phylum», ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πί­σης θὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α Best Small Fictions 2019, κι ἔ­χει ξε­χω­ρί­σει γιὰ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, τὴ φαν­τα­σί­α καὶ πρω­τό­τυ­πη μα­τιά της στὶς σύγ­χρο­νες ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις. Ἂν καὶ ὡς πρὸς τὴ θε­μα­το­λο­γί­α της καὶ τὴν ἐ­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση τῆς με­τω­νυ­μί­ας θυ­μί­ζει τὸν Raymond Carver, συγ­κα­τα­λέ­χθη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ πα­ρά­ξε­νου καὶ φαν­τα­στι­κοῦ (weird fiction) δι­ό­τι, ὅ­πως ὁ κλα­σι­κὸς Ἄγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους Robert Aickman ἔ­τσι καὶ ἡ Bullwinkel, κά­νει αὐ­το­ψί­α στὰ μι­κρά, σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τα, ἀ­τι­μώ­ρη­τα ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ δι­α­πράτ­του­με κα­θη­με­ρι­νὰ ὅ­λοι.

       Τό­σο στὴν Bullwinkel ὅ­σο καὶ στὸν Aickman εἶ­ναι προ­φα­νεῖς οἱ ἀ­να­γω­γὲς στὸν Edgar Alan Poe[3], ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὴ δε­ξι­ο­τε­χνί­α τοῦ ὁ­ποί­ου στὴν ἀ­πό­δο­ση ατμόσφαιρας μυστηρίου ἐ­ξέ­λι­ξε ὁ Borges, ἀλ­λὰ καὶ στὸν H. P. Lovecraft. Σύμ­φω­να μὲ τὸν ἴ­διο καὶ τοὺς με­λε­τη­τές του ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πη­γὴ ἔμ­πνευ­σής του ἦ­ταν οἱ ἐ­φιά­λτες του.

       Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Aickman ποὺ ἐ­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2018 μὲ τί­τλο Compulsory Games ἐν­το­πί­ζον­ται συγχρω­τι­σμοὶ μὲ δύ­ο κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸν Franz Kafka, ὡς πρὸς τὸ χι­οῦ­μορ, τὸ πα­ρά­ξε­νο καὶ ἀλ­λό­κο­το ὡς συν­θή­κη καὶ ὡς πρὸς τὴ δο­μὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης μὲ τὸν Anton Chekhov, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὶς Elizabeth Bowen καὶ Flannery O’Connor. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ ἡ ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς ἔκ­δο­σης Victoria Nelson, οἱ ἥ­ρω­ές του εἶ­ναι κα­θη­με­ρι­νοὶ ἄν­θρω­ποι. Μέ­χρι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ Aickman ξύ­νει τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κή τους ἐ­πι­φά­νεια, εἰ­σχω­ρεῖ στὸν ἰ­δι­ω­τι­κό τους βί­ο καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὸν με­γα­λύ­τε­ρο τρό­μο ποὺ κρύ­βει ἡ ἀ­νί­α τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς.

       Σᾶς φαί­νο­μαι πα­ρά­ξε­νη, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον εἶ­μαι ζων­τα­νή, συ­νή­θι­ζε νὰ λέ­ει ἡ Carson McCullers. Ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει τὰ ἄρ­τια δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης στὴ συλ­λο­γὴ τῆς Κα­να­δῆς Damhnait Monaghan μὲ τί­τλο The Neverlands (V Press, 2019), στὴ σπον­δυ­λω­τὴ νου­βέ­λα τοῦ Justin Torres, Εμεῖς τὰ θηρία, ἀλ­λὰ καὶ στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ David James Poissant, Ὁ παράδεισος τῶν ζώων.


Tὸ 2008 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ πε­ζῶν ποι­η­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ν. Ἀ­φρι­κα­νὴς Liesl Jobson μὲ τί­τλο 100 Papers (Botsotso), ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α τοῦ εἴ­δους. Ὁ Barry Yourgrau, ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ περ­φόρ­μερ ποὺ ἔ­χει γεν­νη­θεῖ στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή, εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος δυ­τι­κὸς σύγ­χρο­νος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες συμ­πε­ρι­λή­φθη­σαν στὴ σει­ρὰ τῶν σύν­το­μων ἀ­φη­γή­σε­ων (keitai sosetsu) σὲ ἰ­α­πω­νι­κὴ πλατ­φόρ­μα κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας. Τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­φη­γή­μα­τα εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα δη­μο­φι­λῆ στὴν Ἰ­α­πω­νί­α καὶ γε­νι­κὰ στὴν Ἀ­σί­α καὶ δι­α­βά­ζον­ται ἀ­πὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀν­θρώ­πους κα­τὰ τὴ διά­ρκεια με­τα­κί­νη­σής τους μὲ τὰ μέ­σα μα­ζι­κῆς με­τα­φο­ρᾶς. Γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ σύγ­χρο­νη ἐκ­δο­χὴ τῶν Ἱστοριῶν τῆς παλάμης τοῦ Kawabata, ἐ­νῶ με­λε­τῶν­ται συγ­κρι­τι­κὰ καὶ μὲ τὸ δι­η­γη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Murakami, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι δι­α­πο­τι­σμέ­νο ἀ­πὸ σου­ρε­α­λι­στι­κὰ πα­ρά­δο­ξα, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ φαί­νε­ται στὴ συλ­λο­γή του ὁ Ἐλέφαντας ἐ­ξα­φα­νίζεται.

       Οἱ Jobson καὶ Yourgrau, μα­ζὶ μὲ τοὺς δύ­ο Ἰσ­ρα­η­λι­νοὺς Etgar Keret καὶ Alex Epstein, θε­ω­ροῦν­ται κύ­ριοι ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς καὶ συ­νέ­βαλ­λαν στὴ δι­ά­δο­σή του στὴν Ἀ­φρι­κή, ἂν καὶ ἀ­να­κα­λύ­πτον­ται δια­ρκῶς νέ­οι συγ­γρα­φεῖς ποὺ τὴν καλ­λι­ερ­γοῦν, ὅ­πως ἡ Αἰ­γύ­πτια Riham Adly, ἢ οἱ συμ­με­τέ­χον­τες στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα Africa τοῦ Flash Frontier τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2018. Ὡ­στό­σο, κομ­βι­κὴ γιὰ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ εἴ­δους εἶ­ναι ἡ συμ­βο­λὴ τῆς Miriam Tlali, τῆς πρώ­της ἔγ­χρω­μης Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­α ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ 1975 καὶ ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους γη­γε­νεῖς ποὺ καταδίκασε δημοσίως τὸ Ἀ­παρ­τχά­ιντ. Στὴ συλ­λο­γὴ (μι­κρο)δι­η­γη­μά­των της, μὲ τί­τλο Soweto Stories (Pandora Press, 1989), ποὺ ἔ­χει τὴ μορ­φὴ σύν­το­μων καὶ πε­ρι­ε­κτι­κῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν, γυ­ναι­κῶν κυ­ρί­ως, μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ ἀ­σφυ­κτιᾶ στρι­μωγ­μέ­νη στὸ τρέ­νο ποὺ με­τέ­φε­ρε ὑ­πὸ ἄ­θλι­ες συν­θῆ­κες μαύ­ρους ἐρ­γα­ζό­με­νους στὸ κέν­τρο τοῦ Γι­ο­χά­νεσ­μπουργκ, πα­ρε­νο­χλεῖ­ται σε­ξου­α­λι­κὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν συ­νε­πι­βά­τη της. Στὴν προ­σπά­θειά της ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὸ βια­σμό της, στὸ πιὸ ἀ­πί­θα­νο ση­μεῖ­ο, ἀ­νά­με­σά σε ἑ­κα­τον­τά­δες συ­ναν­θρώ­πους της, σφίγ­γει ὅ­λους τοὺς μύ­ες της προ­κει­μέ­νου νὰ κρα­τή­σει ἑ­νω­μέ­νους τοὺς μη­ρούς της καὶ οὐρ­λιά­ζει ἀ­πὸ πό­νο κι ἀ­πελ­πι­σί­α, ἀλ­λὰ μέ­σα στὴν ὀ­χλα­γω­γί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ στὰ κα­τά­με­στα βα­γό­νια, κα­νεὶς δὲ δί­νει ση­μα­σί­α στὶς φω­νές της· ἑ­κα­τον­τά­δες ζευ­γά­ρια μά­τια τὴν κοι­τοῦν, ἀλ­λὰ δὲν τὴ βλέ­πουν. Ὅ­ταν φτά­νει στὸν προ­ο­ρι­σμό της, ἀ­πο­βι­βά­ζε­ται «σι­ω­πη­λή, τό­σο πλη­γω­μέ­νη καὶ τό­σο ντρο­πι­α­στι­κὰ κα­κο­ποι­η­μέ­νη». Σ’ ἕ­να ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ἡ Tlali γρά­φει: «Εἶ­χε ἕ­να δυ­να­τό, στω­ϊ­κὸ καὶ ἀ­νέκ­φρα­στο πρό­σω­πο, τὸ ὁ­ποῖ­ο, στὰ μά­τια καὶ τῶν δύ­ο παι­δι­ῶν της, φαι­νό­ταν ἀ­πρό­σβλη­το ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες τῆς ζω­ῆς καὶ τοὺς ἀ­να­πό­φευ­κτους κιν­δύ­νους τῆς γή­ραν­σης.»



μη­τέ­ρα


Ὁ Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς στὸν «Φυ­λα­κι­σμέ­νο» (στὸ Βάραθρο) γρά­φει: «Φυ­λα­κι­σμέ­νος μὲς στὸ γυα­λί, δὲν ἔ­βλε­πα πα­ρὰ τὰ πα­χου­λὰ χέ­ρια τῆς μη­τέ­ρας μου ποὺ ξα­να­βού­λω­νε σφι­χτά το κα­πά­κι. Ὕ­στε­ρα κόλ­λη­σε μιὰ ἐ­τι­κέ­τα στὸ μπου­κά­λι καὶ μ’ ἀ­πό­θε­σε ψη­λά, σ’ ἕ­να ρά­φι τῆς κου­ζί­νας, ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα βά­ζα μὲ τὶς μαρ­με­λά­δες». Στὰ Μεγαλώματα τῆς Cristina Peri Rosi, μά­να καὶ κό­ρη πα­ρα­μέ­νουν ἀ­χώ­ρι­στες ἀλ­λὰ σὲ σύγ­κρου­ση ὣς τὸ τέ­λος, ἐ­νῶ στὸ «Slam» τῆς Liesl Jobson ἡ μη­τρι­κὴ στορ­γὴ καὶ ἡ ἀ­νι­δι­ο­τε­λὴς ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σά σε μη­τέ­ρα-κό­ρη ἀμ­φι­σβη­τεῖ πλή­ρως τὸ οἰ­δι­πό­δει­ο σύμ­πλεγ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς πα­ρά­δειγ­μα πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴ καὶ στὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ «Κορίτσι» τῆς Jamaica Kincaid, ἀλ­λὰ καὶ στὴν πρω­τό­τυ­πη ἐκ­δο­χή του ἀ­πὸ τὴν Riham Adly. Στὸ δι­ή­γη­μα «Τὸ ἀ­γό­ρι καὶ ὁ σκύ­λος» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πρώιμα βάσανα τοῦ Danilo Kis ἡ ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νη μη­τέ­ρα τοῦ μι­κροῦ ἥ­ρω­α ἐ­πι­στρέ­φει ἕ­να βρά­δυ μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ πε­θά­νει δί­πλα του, ἐ­νῶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «We see our mother go to bed» τῆς Δα­νῆς Josefine Klougart τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα ἀ­πο­σύ­ρε­ται αἰφ­νί­δια ἀ­πὸ τὸ βρα­δι­νὸ τρα­πέ­ζι καὶ πη­γαί­νει γιὰ ὕ­πνο τὰ παι­διά της συ­νει­δη­το­ποι­οῦν τὸ δυ­σα­να­πλή­ρω­το κε­νὸ ποὺ θὰ αἰ­σθά­νον­ται πάν­τα μα­κριά της. Στὴ Σημαδεμένη τῆς Σο­φί­ας Νι­κο­λα­ΐ­δου, τὸ οἰ­δι­πό­δει­ο ἀ­να­χαι­τί­ζε­ται προ­σω­ρι­νά: ἕ­νας ἄ­σω­τος πα­τέ­ρας, ὅ­ταν ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει σύ­ζυ­γο καὶ παι­δί, ση­μα­δεύ­ει τὸ μπρά­τσο τῆς μι­κρού­λας μὲ τὸ σου­γιά του, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀ­να­γνω­ρί­σει ἂν πέ­σει μελ­λον­τι­κὰ στὸ κρε­βά­τι του. Στὸ «Mother» τῆς Grace Paley, ἡ κό­ρη ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴ μνή­μη τῆς μη­τέ­ρας της ζων­τα­νή, πα­ρὰ τὴν ἔλ­λει­ψη ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας ποὺ εἶ­χαν με­τα­ξύ τους: τὴ βλέ­πει νὰ στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας καὶ νὰ ἀ­νη­συ­χεῖ ἀ­κό­μα γιὰ τὸ γε­ρα­σμέ­νο πιὰ παι­δί της. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α δι­α­τή­ρη­σης ζων­τα­νῆς τῆς μνή­μης τῆς μη­τέ­ρας ἄγ­γι­ξε τὰ ὅ­ρια τῆς ἐμ­μο­νῆς στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς Virginia Woolf, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πέ­στη στὰ δε­κα­τρί­α της τὸν πρῶ­το νευ­ρι­κὸ κλο­νι­σμὸ με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς μη­τέ­ρας της, Julia Stephens (Μά­ι­ος, 1895).


.

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Στὸ Σο­νέ­το 27[4]δημοφιλέστερος συγγραφέας William Shakespeare (ἔ­ρευ­να Instagram & Google, 2018) γρά­φει: Τρέ­χει τὸ σῶ­μα τὸ πρω­ί, τὸ βρά­δυ ἡ φαν­τα­σί­α. Ὁ Shakespeare ἀ­σχο­λή­θη­κε ἐλάχιστα μὲ τὴ μητρότητα ὅ­πως τὴν ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε σή­με­ρα καὶ ὅ­πως πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σὲ πολ­λὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[5]. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ πολ­λὲς με­λέ­τες τοῦ εἴ­δους, τό­σο γιὰ τὴ ση­μα­σί­α ποὺ ἔ­χουν στὸ ἔρ­γο του ἡ φαν­τα­σί­α καὶ τὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­σο καὶ γιὰ τὶς δύ­ο κομ­βι­κὲς φρά­σεις του στὸν Ἄμ­λετ, ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι ἡ ψυ­χὴ τοῦ πνευ­μα­τώ­δους λό­γου καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι σι­ω­πή, κα­θὼς φαν­τα­σί­α, συν­το­μί­α καὶ σι­ω­πὴ ἀ­πο­τε­λοῦν θε­μέ­λιους λί­θους στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη, τὴ δο­μή, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης.

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν πα­ρα­πά­νω ἔ­ρευ­να, ὅ­μως, τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο δρά­μα τοῦ Shakespeare εἶ­ναι Ὁ Ρω­μαῖ­ος καὶ ἡ Ἰ­ου­λι­έ­τα. Ἡ τρα­γι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῶν δύ­ο νέ­ων ποὺ πα­ρέκ­κλι­ναν ἀ­πὸ τὶς κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις καὶ ὕ­μνη­σαν τὸν ἔ­ρω­τα καὶ τὴν ἀ­γά­πη θυ­σι­ά­ζον­τας τὴ ζω­ή τους. Ἡ Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα τοῦ Perrault, ἐ­πί­σης πα­ρά­κου­σε τὶς ἐν­το­λὲς τῆς μη­τέ­ρας της κι ἔ­τσι ξε­κί­νη­σε ἡ πε­ρι­πέ­τεια τῆς ἀ­να­ζή­τη­σής της στὸ δά­σος. Πα­ρό­τι ἦ­ταν γιὰ αἰ­ῶ­νες τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο πα­ρα­μύ­θι δι­ε­θνῶς ἐ­κτο­πί­στη­κε τὸν 20ο αἰ. ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα (1943) τοῦ Saint-Exupery. Ὅ­μως, εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ Ἡ Ἀ­λί­κη στὴ χώ­ρα τῶν θαυ­μά­των (1865) τοῦ Lewis Caroll, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­πε­σε μέ­σα σὲ μιὰ λα­γό­τρυ­πα καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἕ­ναν θαυ­μα­στὸ κό­σμο καὶ ὁ Πῆ­τερ Πάν του James Barrie ποὺ ξε­πή­δη­σε ὡς ἥ­ρω­ας ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του The little white bird (1902), ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἑ­στί­α καὶ συ­νε­χί­ζει τὶς πε­ρι­πέ­τει­ές του μα­ζὶ μὲ τὴν πα­ρέ­α του στὴ χώ­ρα τοῦ Πο­τέ, ἀ­γέ­ρα­στος καὶ ἀ­θά­να­τος.

       Ὁ Ἄγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας Paul Kavanagh στὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ κι ἐ­φι­αλ­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Ἀντουὰν ντὲ Σὲντ Ἐξιπερί ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν ὀ­πτι­κή του Borges, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­πέμ­πει στὴν ἰ­δέ­α τοῦ Πλάτωνα γιὰ τὸ παι­χνί­δι: «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α εἶ­ναι ἕ­να παι­χνί­δι, τὸ ὁ­ποῖ­ο, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ τὸ παί­ζου­με μὲ τὴ σο­βα­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­πο­δί­δουν στὸ παι­χνί­δι τους τὰ παι­διά.» [6] Ἀ­να­ρω­τι­έ­ται κα­νεὶς τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­ὰν στὴ σά­λα τοῦ Kavanagh μὲ τὸν πε­ρί­τε­χνο πο­λυ­έ­λαι­ο, ἢ στὸ Πε­ρί­πτε­ρο τῆς Λα­γα­ρῆς Μο­να­ξιᾶς στὸν κῆ­πο τοῦ Borges, συ­ναν­τι­οῦν­ταν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ κρε­μά­σουν τὸν Ἄλ­φρεντ, δι­α­βά­ζον­τάς του ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, μα­ζὶ μὲ τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, τὴν Ἀ­λί­κη, τὸν Πῆ­τερ Πάν, τὸν Μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, τὴ Μικρὴ Μπιζού τοῦ Modiano, τὸ Γερασμένο κορίτσι  τῆς Erpenbeck, τὸν Μαρτίνο τοῦ Le Clézio (ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς ἔ­χει πεῖ ὅ­τι ὅ­λα ἔ­χουν γρα­φτεῖ, ἀρ­κεῖ νὰ τὰ δι­α­βά­σει κα­νείς), τὴν Κασσάνδρα τῆς Καραπάνου καὶ τὸν Θε­άν­θρω­πο μὲ τὴ μορ­φὴ βρέ­φους ἀ­πὸ τὸ Παιδί τοῦ Παλαβοῦ. Τί βι­βλί­ο θὰ γρα­φό­ταν καὶ τί μορ­φὴ θὰ εἶ­χε;


.

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Μικρή μυθολογία τοῦ Σταμάτη Δαγδελένη.

       Τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Τετράδια ὀνείρων τῆς Ζυράννας Ζατέλη, Ἀλφαβητάρι ἐντόμων τῆς Δήμητρας Κολλιάκου καὶ Τὸ παιδί τοῦ Γιάννη Παλαβοῦ.


Ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα γραφήματα μὲ τὴ μορφή δικτύων ἀ­πὸ τὴ με­λέ­τη τῆς πλο­κῆς τῶν κυ­ρι­ό­τε­ρων σαιξ­πη­ρι­κῶν δρα­μά­των καὶ τῶν σχέ­σε­ων τῶν ἡ­ρώ­ων με­τα­ξύ τους.


Μάϊος 2019
[1]. Πα­λαι­ο­λό­γος Κων­σταν­τῖ­νος (ἐ­πιμ.)· Mini71cuentos, Ἀνθολογία ἱσπανόφωνου μικροδιηγήματος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2014, σελ. 45.
[2] . Ἀ­να­μέ­νε­ται προ­σε­χῶς (Μά­ϊ­ος 2019) καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, Ἐκ­δό­σεις Χα­ρα­μά­δα.
[3]. Ἡ τε­λευ­ταί­α δε­κα­ε­τί­α τοῦ 19ου αἰ. θε­ω­ρεῖ­ται ἡ κο­ρυ­φαί­α πε­ρί­ο­δος γιὰ τὸ ἀγ­γλό­φω­νο δι­ή­γη­μα. Καί­ρια ὑ­πῆρ­ξε ἡ συμ­βο­λὴ τῶν Nathaniel Hawthorne καὶ Edgar Allan Poe, στὰ ἔρ­γα τῶν ὁ­ποί­ων τὸ πα­ρά­δο­ξο, ἡ ἀμ­φι­ση­μί­α καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ ἔ­δω­σαν νέ­ες δι­α­στά­σεις στὸ Ρο­μαν­τι­σμό. O Poe πί­στευ­ε ὅ­τι τὰ ἀόρατα πράγματα εἶναι ἡ μόνη πραγματικότητα. Τὰ δι­η­γή­μα­τά του μα­γνη­τί­ζουν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἕ­ως σή­με­ρα ὡς πρὸς τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη μορ­φὴ καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους. Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας γε­νι­κὰ (καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τοῦ ὑ­πο­εί­δους τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ) δι­ό­τι σύμ­φω­να μὲ τὸν Poe ὁ συγ­γρα­φέ­ας ὀ­φεί­λει νὰ δί­νει τὸν κα­λύ­τε­ρό του ἑ­αυ­τὸ λέ­γον­τας ὅ,τι ἔ­χει νὰ πεῖ στὴ μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τὴ ἔ­κτα­ση: ἐ­φό­σον τὸ δι­ή­γη­μα ἀ­φη­γεῖ­ται μί­α στιγ­μή, ἕ­να ἐ­πει­σό­διο, μί­α σκη­νή, αὐ­τὴ πρέ­πει νὰ συλ­λαμ­βά­νει καὶ νὰ ἀ­να­με­τα­δί­δει στὴν ὁ­λό­τη­τά της ὥ­στε τὸ κεί­με­νο «νὰ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­ζε­ται σὲ μία κα­θι­σιά». Κεν­τρι­κὴ ἔν­νοι­α στὸ βι­βλί­ο του The Philosophy of Composition (1846) καὶ πλέ­ον κα­νο­νι­στι­κὴ ἀρ­χὴ στὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὴν προ­έ­κτα­ση «καὶ νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι ἢ τὴν ὀ­θό­νη» (Lee Rourke, Lauro Zavala, κλ.π).
[4]. Shakespeare William, Τὰ σο­νέ­τα, Εἰ­σα­γω­γὴ–Με­τά­φρα­ση Λ. Ζα­φει­ρο­πού­λου, Gutenberg 2016.
[5] . Στὸ α­να­γεν­νη­σια­κὸ καὶ προ­τε­σταν­τι­κὸ πα­τρι­αρ­χι­κὸ πνεῦ­μα ποὺ κυ­ρι­αρ­χού­σε τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Shakespeare ἡ μη­τρι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ πα­ρου­σί­α πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν ἐν­τὸς τοῦ ἰ­δι­ω­τι­κοῦ καὶ αὐ­στη­ρὰ ὣς τὴ λή­ξη τῆς πε­ρι­ό­δου γα­λού­χη­σης, ἐ­νῶ σὲ σχέ­ση μὲ τὴ δη­μό­σια, ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ ἡ μη­τρι­κὴ πα­ρου­σί­α θε­ω­ροῦν­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νη, κα­τώ­τε­ρη ἢ πε­ρι­φε­ρεια­κή. Αὐ­τὲς οἱ ἐκ­δο­χὲς ἐν­το­πί­ζον­ται στὸ σαιξ­πη­ρι­κὸ ἔρ­γο, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­νά­γον­ται στὴν οἰ­δι­πό­δεια πλο­κή, ὅ­που, σὲ σχέ­ση μὲ τὸν ἥ­ρω­α, ἡ ἰ­δα­νι­κὴ μη­τέ­ρα εἶ­ναι ἡ ἀ­ποῦ­σα ἢ νε­κρὴ μη­τέ­ρα καὶ ἡ ἰ­δα­νι­κὴ κοι­νω­νί­α βα­σί­ζε­ται στὴν κα­τα­στο­λὴ τῆς μη­τρι­κῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας.
[6] . Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὁ Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης στὴ Μικρή Περιοχή.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#6: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μι­κροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Φωτογραφία: Ἕλενα Παπαδοπούλου.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#6]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ τοῦ 2019 κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἡ ἐνδια­φέ­ρουσα συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Samanta Schweblin μὲ τί­τλο Mouthful of birds. Μελε­τη­τές της ἐντοπίζουν συσχε­τισμοὺς μὲ προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως οἱ Raymond Carver καὶ Franz Kafka, ἀλ­λὰ καὶ μὲ δύ­ο κλα­σι­κὲς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ νό­του, τὶς Eudora Welty καὶ Flannery O’ Connor. Ἡ Schweblin ἑ­στιά­ζει στὰ μι­κρά, κα­θη­με­ρι­νὰ θέ­μα­τα καὶ στὰ σκο­τει­νὰ ὑ­πο­στρώ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ συ­νή­θως λε­κτι­κὰ σχή­μα­τα ποὺ δι­ευ­κο­λύ­νουν τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α σὲ ὅ­ποι­ο θέ­μα πραγ­μα­τεύ­ε­ται (πα­ρα­βο­λή, με­τα­φο­ρά, ἀλ­λη­γο­ρί­α καὶ εἰ­κό­να), χωρὶς λυρισμό, μὲ σχε­δὸν παι­δι­κὴ φαν­τα­σί­α, ἐλ­λειπτι­κότητα καὶ χιοῦμορ. Συν­δυά­ζει τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρά­δο­σης μὲ καφ­κι­κὰ στοι­χεῖ­α: τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­στεί­ου στὴν ἐ­φι­αλ­τι­κὴ καὶ ἀ­να­πό­δρα­στη ἀ­γω­νί­α τῆς ὕ­παρ­ξης, τὴν ὑ­πο­νό­μευ­ση τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τὴν ἀ­πό­δο­ση τοῦ ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κοῦ ὡς συν­θή­κη καὶ τοῦ ἀλ­λό­κο­του ὡς δε­δο­μέ­νο. Τὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς (μὲ τί­τλο «Highlights»[1]), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς νε­α­ρῆς γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τα­λεί­πει ὁ σύ­ζυ­γός της σὲ μιὰ ἔ­ρη­μη πε­ρι­ο­χὴ τὸ βρά­δυ ποὺ βρί­σκον­ται κα­θ’ ὁ­δὸν τοῦ γα­μή­λιου τα­ξι­διοῦ τους. Τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι σύν­το­μα ἀ­να­κα­λύ­πτει ὅ­τι ἡ πε­ρι­ο­χὴ εἶ­ναι γε­μά­τη ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νες νύ­φες καὶ τό­σο ἡ δο­μὴ ὅ­σο καὶ ἡ πλο­κὴ τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος ἀ­πο­κτᾶ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ δι­α­στά­σεις ἀρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας.

       Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ πε­ρι­ο­ρι­σμὸς τῶν λέ­ξε­ων ἀ­πὸ ἐ­πι­λο­γή, ποὺ εἶ­ναι ἕ­νας μό­νο ἀ­πὸ τοὺς πολ­λοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν καὶ τὰ μέ­λη τοῦ Oulipo. Ἡ χρή­ση ὅ­μως τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων ἀ­πὸ πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ Lou Beach ἢ ἡ Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, ἔ­χει συμ­βάλ­λει στὴ δι­ά­δο­ση καὶ καλ­λι­έρ­γεια τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δὲ στο­χεύ­ει ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴ δο­κι­μὴ τῶν ὁ­ρί­ων τῆς γλώσ­σας, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως στὴ δη­μι­ουρ­γί­α κει­μέ­νων μὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα, πα­ρὰ τὴ συμ­πύ­κνω­σή τους. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α, ὅ­ταν ἐ­ξε­τά­ζον­ται συ­σχε­τι­σμοὶ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὸ Oulipo, συ­νή­θως ἡ ἔ­ρευ­να ἑ­στιά­ζει στοὺς Raymond Queneau, Italo Calvino καὶ Anne Garréta. Ἡ τε­λευ­ταί­α εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη βρα­βευ­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Oulipo μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Prix Medicis τὸ 2002 γιὰ τὸ βι­βλί­ο της Pas un jour (Not one day) με­τὰ τὸν George Perec (γιὰ τὸ Ζωή: Ὁ­δη­γίες χρή­σε­ως, τὸ 1978) καὶ ἡ πρώ­τη γυ­ναί­κα μέ­λος τοῦ κι­νή­μα­τος ποὺ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, μὲ τί­τλο Sphinx (1986), στὰ ἀγ­γλι­κὰ γιὰ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀ­νά­με­σά σε ἕ­να ζευ­γά­ρι ἀ­προσ­δι­ο­ρί­στου γέ­νους.

       Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν κα­τ’ ἐ­πι­λο­γή, βρί­σκε­ται ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Behrouz Boochani, τοῦ Κούρ­δου-Ἰ­ρα­νοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου καὶ συγ­γρα­φέ­α ποὺ κρα­τεῖ­ται σὲ κέν­τρο με­τα­να­στῶν στὴ Νέ­α Γου­ϊ­νέ­α τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἕ­ξι χρό­νια καὶ φέ­τος κέρ­δι­σε τὰ δύ­ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρα βρα­βεῖ­α γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Αὐ­στρα­λί­α. Κα­τά­φε­ρε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει καὶ τὰ δύ­ο βι­βλία του στέλ­νον­τάς τα τμη­μα­τι­κὰ μέ­σῳ ἐ­φαρ­μο­γῆς κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας σὲ φί­λους ποὺ τὰ συγ­κέν­τρω­σαν σὲ ἑ­νια­ῖα κεί­με­να, χω­ρὶς ὁ ἴ­διος νὰ ἔ­χει εἰ­κό­να τοῦ συ­νό­λου τοῦ κει­μέ­νου του. Ὑ­πὸ τὶς συν­θῆ­κες κρά­τη­σής του, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του, θὰ κιν­δύ­νευ­αν μὲ κα­τα­στρο­φὴ ἢ κλο­πὴ καὶ τὰ χει­ρό­γρα­φά του. Πα­ρὰ τὴν ὁ­μό­φω­νη ἀ­πό­φα­ση τῶν κρι­τῶν γιὰ τὴ δι­ά­κρι­σή του, τοῦ ἀ­πα­γο­ρεύ­θη­κε νὰ πα­ρα­στεῖ στὴν τε­λε­τὴ ἀ­πο­νο­μῆς τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 2019, κι ἔ­τσι τὰ ἀ­πο­δέ­χτη­κε μὲ μιὰ σύν­το­μη μαγνη­τοσκο­πη­μένη ὁμι­λία του ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο κρά­τη­σης.

       Ἡ μπα­λάντα τοῦ λυ­πη­μένου κα­φε­νείου (1951) τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Car­son McCul­lers πραγ­μα­τεύ­ε­ται πα­ρό­μοι­ο θέ­μα μὲ τὴ νου­βέ­λα τοῦ Tho­mas Mann (1939) Ἡ Λό­τε στὴ Βαϊ­μά­ρη, στὴν ὁ­ποί­α ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ­ρω­ΐδα κα­τα­λύ­ει σὲ ἕ­να ἐ­παρ­χια­κὸ παν­δο­χεῖ­ο καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς πα­ρα­μο­νῆς της ἀ­να­στα­τώ­νε­ται ἐκ βά­θρων ὁ μι­κρό­κο­σμος τῆς πό­λης. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers, ἡ συγ­κρο­τη­μέ­νη, δύ­στρο­πη δε­σποι­νὶς Ἀ­μέ­λια, ἰ­δι­ο­κτή­τρια τοῦ κα­φε­νεί­ου, ἐ­ρω­τεύ­ε­ται μὲ ἀ­πρό­σμε­νη παι­δι­κὴ ἀ­φέ­λεια τὸν μι­κρό­σω­μο, καμ­πού­ρη, συμ­πλεγ­μα­τι­κὸ ἐ­ξά­δελ­φο Λά­ι­μον ποὺ φτά­νει στὴ μι­κρή τους πό­λη καὶ τὴν τα­ρά­ζει κι ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει μιὰ μι­κρὴ ὀ­δύσ­σεια ποὺ βι­ώ­νει ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα. Οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Mann εἶ­ναι φω­τει­νοὶ κι εὐ­χά­ρι­στοι: ἡ ἀρ­τί­στα Λό­τε καὶ ὁ (γνω­στὸς) Γκαῖ­τε, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὑ­πο­νο­εῖ­ται ὅ­τι «παί­ζει» ἡ Λό­τε σὲ μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα εὐ­ω­χί­ας ποὺ θυ­μί­ζει κω­μω­δί­α γιὰ ὄ­πε­ρα. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers «ἀ­κού­γε­ται» μιὰ χα­μη­λό­φω­νη μπα­λάν­τα ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ François Villon, ἀλ­λὰ μὲ ἥ­ρω­ες συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἐ­παρ­χί­ας. Καὶ στὶς δύ­ο σύν­το­μες νου­βέ­λες, ὅ­μως, κα­τα­δει­κνύ­ε­ται ἡ κα­τα­λυ­τι­κὴ ἀλ­λη­λο­δρά­ση ἑ­νὸς ξέ­νου μὲ τὰ μέ­λη μιὰ μι­κρῆς κοι­νω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἰ­δέ­α ὅ­τι ἡ ζω­ὴ ὀ­ξυ­γο­νώ­νε­ται ὅ­ταν ἀ­να­δεύ­ε­ται, ὅ­πως καὶ ἡ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν οἱ ἥ­ρω­ες καὶ οἱ μι­κρό­κο­σμοί τους βι­ώ­νουν ὅ,τι πε­ρι­γρά­φει ἡ με­ξι­κα­νι­κὴ πα­ροι­μί­α: Pu­eblo chi­co, in­fier­ne gran­de (Μι­­κρὴ πό­­λη, με­­γά­­λη κό­­λα­­ση).


Τὸ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο The collected stories τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Diane Williams, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­νή­κει στοὺς ζων­τα­νοὺς θρύ­λους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς avant-garde κι ἔ­χει δι­α­δρα­μα­τί­σει κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ ἀ­πο­δο­χὴ κυ­ρί­ως τῆς ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Μα­ζὶ μὲ τὴν Lydia Davis, πα­ρέ­μει­ναν γιὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς, εἴ­τε ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου ὕ­φους τους (ἀ­κραί­α ἀ­φαί­ρε­ση στὴ γλώσ­σα, ἐμ­μο­νὴ μὲ τὴν ὑ­παι­νι­κτι­κὴ ἀ­φή­γη­ση κι ἐ­πι­μο­νὴ στὴν ἀ­νά­δει­ξη τῆς πα­ρα­δο­ξό­τη­τας φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σή­μαν­των θε­μά­των), ἢ λό­γῳ τῆς δυ­σκο­λί­ας τα­ξι­νό­μη­σης τῶν κει­μέ­νων τους σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἡ μὲν Davis βρα­βεύ­θη­κε μὲ τὸ Booker Pri­ze τὸ 2013, ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὴν ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σια­κὴ φω­νή της στὴ συλ­λογὴ δι­ηγη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σιῶν της, ἡ δὲ Williams, ἵ­δρυ­σε τὸ 2000 τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Noon, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται ὁ­δο­δεί­κτης νέ­ων, πρω­το­πο­ρια­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν φω­νῶν καὶ καλ­λι­τε­χνῶν.


Ἡ Ἐλ­βε­τί­δα συγ­γρα­φέ­ας Fleur Jaeg­gy ἀ­πα­σχο­λεῖ τε­λευ­ταί­α τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἐ­ξε­τά­ζε­ται τὸ λα­κω­νι­κὸ ὕ­φος στὰ (ὑ­περ)σύν­το­μα πε­ζά της, καὶ ἡ λο­ξὴ μα­τιά της στὸν τρό­πο ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ θά­να­το καὶ τὴ ζω­ὴ ὑ­πὸ τὴ μό­νι­μη σκιά του. Στὸ ἔρ­γο της ἐν­το­πί­ζον­ται ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κές του Ἄν­τον Τσέ­χωφ, ἑ­νὸς ἀ­κό­μα προ­δρό­μου τοῦ εἴ­δους. Ἡ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο I’m the bro­ther of XX (2017) βρίθει δι­α­κει­με­νι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν, ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται συ­χνὰ σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, μὲ ἥ­ρω­ες ἀ­πὸ τὸν Cal­vino  ἕ­ως τὴν In­ge­borg Bach­mann καὶ τὸν Jo­seph Brod­sky. Τὰ τρί­α δο­κί­μια-μι­κρο­γρα­φί­ες γιὰ τὴ ζω­ὴ τῶν Tho­mas De Quin­cey, John Keats καὶ Mar­cel Schwob ἀ­παρ­τί­ζουν τὸ βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο The­se Pos­sible li­ves (2017) καὶ ἡ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας κι ἐ­δῶ, ὀ­φεί­λει πολ­λὰ στὴ συ­στη­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γειά της τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας. Ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς Jaeggy κα­τα­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἔ­χει ἀρ­χί­σει ἡ δι­ε­θνὴς κρι­τι­κὴ νὰ ἀ­να­θε­ω­ρεῖ τὸ αὐ­το­νό­η­το, ὅ­τι δη­λα­δὴ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­φο­ρᾶ μό­νο ἀγ­γλό­φω­να καὶ ἱ­σπα­νό­φω­να κεί­με­να. Ἰ­δί­ως με­τὰ καὶ τὰ πρόσ­φατα διε­θνῆ συ­νέ­δρια, πλη­θαί­νουν ἀ­να­φο­ρές στὸν Pie­rre Betten­court, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τὸν ὁ­ποῖ­ο μᾶς εἶ­χε συ­στή­σει ὁ Ἐ.Χ.Γο­νατᾶς, ἀλ­λὰ καὶ στὸν I­talo Svevo, ἕ­ναν ἀ­κό­μα κορυ­φαῖο ἐκπρό­σωπο τοῦ δυτι­κοῦ μο­ντερ­νι­σμοῦ. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος, σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἄγ­γλο θε­ω­ρη­τι­κὸ Lee Rourke, ἀ­νή­κει ἐ­πί­σης στοὺς προδρό­μους τῆς σύγ­χρονης μικρο­μυθο­πλασίας, μα­ζὶ μὲ τοὺς Ka­fka καὶ Ro­bert Wal­ser.


Τὸ 1919 ἡ Virginia Woolf στὸ δο­κί­μιό της «Modern Fiction», (δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸ 1921, ὅ­πως καὶ τὰ πο­λὺ σύν­το­μα πε­ζά της Blue and Green), ἀ­να­ζη­τᾶ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ ἐκ­φρά­ζει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος ἀ­πὸ τὶς κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Lee Rourke δὲ χρει­α­ζό­ταν νὰ ψά­ξει πο­λὺ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Robert Walser. Ἡ ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔργο του, «Νὰ εἶ­σαι μι­κρὸς καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νεις μι­κρός» ζων­τα­νεύ­ει μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο στὰ κεί­με­να ποὺ ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ του σὲ νευ­ρο­λο­γι­κὲς κλι­νι­κὲς ἀ­πὸ τὸ 1933 ἕ­ως τὸ θά­να­τό του (1956). Ὁ ἴ­διος ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι εἶ­χε ἐγκα­τα­λείψει τὴ συγ­γρα­φὴ καὶ ὅ­τι δὲν εἶ­χε ἐγ­κλει­στεῖ ἑ­κου­σί­ως γιὰ νὰ γρά­ψει, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ τρε­λα­θεῖ. Ἔ­τσι, ὅ­ταν πέ­θα­νε, τὰ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἡ­με­ρο­λό­για ποὺ βρέ­θη­καν στὴν κα­το­χή του καὶ ἦ­ταν κα­τά­στι­κτα μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ γράμ­μα­τα σὲ μιὰ ἀ­δι­ά­λει­πτη καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτη γρα­φὴ μὲ ἀ­χνὸ μο­λύ­βι, πι­θα­νο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἀ­συ­νάρ­τη­τες ση­μει­ώ­σεις σὲ μιὰ κω­δι­κο­ποι­η­μέ­νη γλώσ­σα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­νο­ή­σει. Τὸ 1972, ὅ­μως, ἀ­να­κα­λύ­φθη­κε ὅ­τι ἦ­ταν σύν­το­μα, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­να ἀ­φη­γή­μα­τα, μὲ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος καὶ τὸ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του, γραμ­μέ­να μὲ τὴ με­σαι­ω­νι­κή, γερ­μα­νι­κὴ γρα­φὴ Alte Deu­tsche Schrift, ποὺ ἐν­δεί­κνυ­ται ἂν θέ­λει κά­ποι­ος νὰ γρά­ψει ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα στὸ πί­σω μέ­ρος μιᾶς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς κάρ­τας. Ὁ Walser τὴν εἶ­χε δι­δα­χθεῖ ὡς μα­θη­τὴς καὶ τὴν τε­λει­ο­ποί­η­σε ὡς ἔγ­κλει­στος. Τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα αὐ­τὰ κυ­κλο­φό­ρη­σαν συγ­κεν­τρω­μέ­να μό­λις τὸ 2012 μὲ τὸν τί­τλο Micro­scripts. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ συ­ναρ­πα­στική ὀδύσ­σεια ἐσω­τε­ρικῆς δια­μά­χης καὶ πει­ρα­μα­τι­σμοῦ, γραμ­μέ­νη στὴ μικρό­τερη δυ­να­τή κλί­μακα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­χθεῖ χει­ρο­γρα­φως καὶ νὰ τὴ δι­α­κρί­νει τὸ ἀν­θρώ­πι­νο μά­τι.

       Στὶς 6 Νο­εμ­βρί­ου 1915, ὁ Franz Kafka ση­μει­ώ­νει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο του[2]: «Τὸ θέ­α­μα τοῦ κό­σμου ποὺ κι­νεῖ­ται σὰν τὰ μυρ­μήγ­κια μπρο­στὰ στὸ χα­ρά­κω­μα καὶ μέ­σα του.» Ἡ λα­κω­νι­κὴ αὐ­τὴ κα­τα­χώ­ρι­σή του συ­νο­ψί­ζει τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ τοῦ εἶ­χε κά­νει τὸ ὁ­μοί­ω­μα χα­ρα­κώ­μα­τος ποὺ εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες σὲ προ­ά­στιο τῆς Πρά­γας, ὡς ψυ­χα­γω­γι­κὸ θέ­α­μα ἐ­πὶ πλη­ρω­μῇ, προ­κει­μέ­νου νὰ συγ­κεν­τρω­θοῦν χρή­μα­τα γιὰ τὸν Ἐ­ρυ­θρὸ Σταυ­ρό. Μὲ τὴ λή­ξη τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου, τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1918, ση­μει­ώ­νει: «Τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου εἶ­ναι ἡ προ­σω­ρι­νό­τη­τά του. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α μπρο­στὰ στὴ φευ­γα­λέ­α στιγ­μὴ οἱ αἰ­ῶ­νες δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα», καὶ πα­ρα­κά­τω, «Ζω­ὴ ση­μαί­νει νὰ βρί­σκε­σαι στὸ κέν­τρο τῆς ζω­ῆς· μὲ μιὰ μα­τιὰ νὰ βλέ­πεις τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­χεις δη­μι­ουρ­γή­σει[3]».


Ἂν δι­α­βά­σει κα­νεὶς τὶς Τρεῖς γυναῖ­κες, τὶς τρεῖς σύν­το­μες νου­βέ­λες τοῦ Robert Musil, θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἀ­παν­τά­ει στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ δι­α­τέ­μνει ὅ­λο το ἔρ­γο του: «πῶς γί­νε­ται νὰ ζή­σου­με πλη­ρέ­στε­ρα; μὲ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ ἑ­νὸς κιν­δύ­νου[4].» Ἐ­πι­πλέ­ον, στὴ Γκρί­τζα (1921) ἐν­το­πί­ζε­ται μιὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κή, συ­νή­θης, πλέ­ον, στὴ μικρομυθοπλασία: πε­τυ­χαί­νει μιὰ δι­α­νο­η­τι­κὴ ἀ­να­τρο­πὴ τῆς ἀν­τι­λη­πτι­κῆς πα­ρά­στα­σης μέ­σῳ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὅ­ρα­σης. Ἐ­νῶ πε­ρι­γρά­φει τί ἔ­βλε­παν ἐρ­γά­τες, μη­χα­νι­κοὶ καὶ χω­ρι­κοὶ ὅ­ταν περ­πα­τοῦ­σαν πρὸς τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ἀν­τι­στρέ­φει τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νία 180ο: «Ὅ­ταν βρί­σκον­ταν [τὰ ἄ­λο­γα] σὲ κά­ποι­α σπη­λιὰ τοῦ βου­νοῦ, δε­μέ­να ἀ­νὰ τρί­α ἢ ἀ­νὰ τέσ­σε­ρα σὲ κά­ποι­ο πε­σμέ­νο δέν­τρο καὶ περ­νοῦ­σες στὶς τεσ­σε­ρά­μι­σι ἀ­πὸ μπρο­στά τους, ἀ­φοῦ εἶ­χες ξε­κι­νή­σει μὲ φεγ­γα­ρό­φω­το στὶς τρεῖς το πρω­ί, τό­τε γύ­ρι­ζαν ὅ­λα μα­ζὶ τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ με­ριά σου· ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, μέ­σα στὸ ἄ­ψυ­χο φῶς τῆς χα­ραυ­γῆς, ἔ­νι­ω­θες σὰν κά­ποι­α σκέ­ψη ἑ­νὸς πο­λὺ ἀρ­γοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ.»

       Ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὸς σὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους τε­χνι­κὲς καὶ ὁ Jorge Luis Bor­ges, ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους προ­δρό­μους τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Νό­τος», ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο Τε­χνά­σμα­τα (1944), ὁ Ντάλ­μαν, ὁ κεν­τρι­κὸς ἥ­ρω­ας, τα­ξι­δεύ­ει μὲ τὸ τρέ­νο πρὸς τὴν πα­τρί­δα του: […] «εἶ­δε ρε­μα­τι­ὲς καὶ λι­μνο­θά­λασ­σες καὶ ζων­τα­νά· εἶ­δε με­γά­λα, φεγ­γο­βό­λα σύν­νε­φα, ποὺ θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν μαρ­μά­ρι­να – κι ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­με­θό­δευ­τα καὶ σκόρ­πια, σὰ νά ‘ταν ὄ­νει­ρα τοῦ κάμ­που». Κο­ρυ­φαῖ­ο πα­ρά­δειγ­μα ἀ­παν­τᾶ­ται καὶ στὴ συλ­λο­γή του Τὸ Ἄ­λεφ (1949). Στὴν ἀρ­χὴ τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου δι­η­γή­μα­τος ση­μει­ώ­νε­ται τὸ ἐ­δά­φιο ἀ­πὸ τὸν Ἄμ­λετ, «Ὤ, Θε­έ μου, θὰ μπο­ροῦ­σα νά ’μαι κλει­σμέ­νος σ’ ἕ­να κα­ρυ­δό­τσου­φλο καὶ νὰ θε­ω­ρῶ τὸν ἑ­αυ­τό μου βα­σι­λιὰ τῆς ἀ­πε­ραν­το­σύ­νης» καὶ ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Μπόρ­­χες, βλέ­πει στὸ σκο­τει­νὸ ὑ­πό­γει­ο ἑ­νὸς σπι­τιοῦ σὲ μιὰ γι­γαν­τια­ία στιγ­μὴ τὸν σύμ­παν­τα κό­σμο μέ­σα σὲ μιὰ φω­τει­νή, ἰ­ρι­δί­ζου­σα σφαί­ρα δι­α­μέ­τρου δύ­ο-τρι­ῶν ἑ­κα­το­στῶν. «[…] εἶ­δα τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ σκο­τει­νοῦ μου αἵ­μα­τος, εἶ­δα τὸ πλέγ­μα τοῦ ἔ­ρω­τα καὶ τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ θα­νά­του, εἶ­δα τὸ Ἄ­λεφ ἀ­π’ ὅ­λα τὰ πρί­σμα­τα, εἶ­δα τὴ Γῆ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ καί, ξα­νά, μέ­σα στὴ Γῆ τὸ Ἄ­λεφ καὶ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ τὴ Γῆ, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὰ σω­θι­κά μου, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό σου καὶ ζα­λί­στη­κα κι ἔ­κλα­ψα, για­τὶ τὰ μά­τια μου εἶ­χαν δεῖ αὐ­τὸ τὸ μυ­στι­κὸ καὶ ἐ­πα­γω­γι­κὸ πράγ­μα ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κα­πη­λευ­θεῖ τ’ ὄ­νο­μά του, μὰ ποὺ κα­νέ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν τό ’χει δεῖ πο­τέ: τὸ ἀ­σύλ­λη­πτο συμ­παν[5]».

       Ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ὁ Ju­lio Cor­tá­zar, ἐ­πί­σης κύ­ριος πρό­δρο­μος τοῦ εἴ­δους. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιὰ»[6] (1966), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἡ ἀ­φή­γη­ση ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ πα­ράλ­λη­λους χρό­νους, δι­α­πλέ­κον­τας ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὰ δύ­ο ἐ­ρω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, μί­α ἀ­πὸ τὴ ρω­μα­ϊ­κὴ καὶ μί­α ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ καὶ ἡ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α ἀλ­λά­ζει δια­ρκῶς. Ἐ­πι­πλέ­ον, στὸ ὑ­περ­σύν­το­μο «Χε­λῶ­νες καὶ κρο­νό­πιο» (1962)[7], δι­ε­γεί­ρει ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ ταυ­τό­χρο­να σκέ­ψη καὶ συ­ναί­σθη­μα καὶ ἀ­πο­γει­ώ­νει τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἐν­συ­ναί­σθη­σης μὲ μί­α μό­νο κί­νη­ση: «Εἶ­ναι γε­γο­νὸς πὼς οἱ χε­λῶ­νες ἀ­γα­ποῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ τὴν τα­χύ­τη­τα, πράγ­μα πο­λὺ φυ­σι­κό. Οἱ ἐ­σπε­ράν­σα τὸ ξέ­ρουν ἀλ­λὰ δὲν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται. Οἱ φά­μα τὸ ξέ­ρουν καὶ τὶς κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν. Οἱ κρο­νό­πιο τὸ ξέ­ρουν καί, κά­θε φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τοῦν μιὰ χε­λώ­να, βγά­ζουν τὸ κου­τὶ μὲ τὶς χρω­μα­τι­στὲς κι­μω­λί­ες καὶ πά­νω στὸν στρογ­γυ­λὸ πί­να­κα τῆς χε­λώ­νας ζω­γρα­φί­ζουν ἕ­να χε­λι­δό­νι.» Ἐ­τού­τη τὴν ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ βα­θιᾶς ἐν­συ­ναί­σθη­σης τῶν φαν­τα­στι­κῶν πλα­σμά­των τοῦ Cortazar θὰ μπο­ροῦ­σε θε­ω­ρη­τι­κὰ νὰ αἰ­τι­ο­λο­γεῖ ὁ Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, ὅ­ταν, τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1957 στὸ Πα­ρί­σι, ση­μεί­ω­νε: «Κα­τὰ βά­θος εἶ­μαι ζή­τη­μα φω­τός[8]». Ἀλ­λὰ νὰ τὰ ἐ­ξαν­θρω­πί­ζει ὁ Ferna­ndo Pes­soa, ἐ­πί­σης πρό­δρο­μος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­ταν στὸ Βι­βλίο τῆς ἀνη­συ­χίας (1913-35) γρά­φει: «Ὅ­ταν θέ­λω νὰ σκε­φτῶ, βλέ­πω», «Για­τί ἐ­γὼ ἔ­χω τὸ μέ­γε­θος αὐ­τοῦ ποὺ βλέ­πω κι ὄ­χι τὸ μέ­γε­θος τοῦ ὕ­ψους μου», ἐ­φό­σον πί­στευ­ε ὅ­τι «Ὁ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸς κό­σμος εἶ­ναι μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα» καὶ πὼς τε­λι­κὰ «Εἴ­μα­στε δύ­ο ἄ­βυσ­σοι-ἕ­να πη­γά­δι ποὺ κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νό».


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

μον­τερ­νι­σμός, Bauhaus, ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


ΦΕΤΟΣ, συμ­πλη­ρώ­νε­ται ἕ­νας αἰ­ώ­νας ἀ­πὸ τὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Βα­ϊ­μά­ρης καὶ ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τῆς σχο­λῆς τέ­χνης τοῦ Bauhaus (1919) ποὺ εὐ­δο­κί­μη­σε μέ­σα στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο τοῦ δυ­τι­κοῦ μοντερ­νι­σμοῦ. Ἡ σχο­λὴ τοῦ Bau­haus, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἐπί­δραση ὑπῆρ­ξε ἐντο­νό­τερη στὴν Ἀμερική, ἐ­πει­δὴ μὲ τὴν ἀ­νά­δυ­ση τοῦ να­ζι­σμοῦ δι­α­λύ­θη­κε τὸ 1933 καὶ δι­έ­φυ­γαν ἐ­κεῖ πολ­λὰ μέ­λη της, ἱ­δρύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Wal­ter Gro­pius, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὁ­ρα­μα­τί­στη­κε μί­α τέ­χνη προ­σι­τὴ στὸ εὐ­ρὺ κοι­νό. Ἡ (ἀ­κραί­α) ἀ­φαί­ρε­ση, ἡ κα­θα­ρό­τη­τα στὴ φόρ­μα, ὁ συν­δυα­σμὸς τοῦ αὐ­στη­ροῦ μὲ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος τοῦ Bau­haus ἐμ­φύ­ση­σαν νέ­ες ἰ­δέ­ες στὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ 20οῦ αἰ. Τὸ 1922, ὁ Gropius, προ­σκα­λεῖ στὴ Βα­ϊ­μά­ρη τὸν Was­sily Kandin­sky, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­λαμ­βά­νει κα­θή­κον­τα κα­θη­γη­τῆ καὶ ἀν­τι­προ­έ­δρου στὴ σχο­λὴ μέ­χρι τὸ 1933. Ὁ Kandinsky στὴν πραγ­μα­τεί­α του Γιὰ τὸ πνευματικὸ στὴν τέχνη (1912) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι «τὴ στιγ­μὴ τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης ὅ­λες οἱ τέ­χνες τεί­νουν σὲ μιὰ ἀ­να­με­τα­ξύ τους προ­σέγ­γι­ση, μὲ βά­ση τὴν κοι­νὴ τά­ση τους πρὸς τὴν ἀ­φαί­ρε­ση (πνευ­μα­τι­κό­τη­τα)».

       Ὁ μον­τερ­νι­σμός, στὸ πλαί­σιο τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται ἀρ­κε­τοὶ πρό­δρο­μοι τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐκ­φρά­στη­κε καὶ μέ­σῳ τῆς δυ­τικῆς λογο­τε­χνίας καὶ εὐ­νό­η­σε τὸ δι­ή­γη­μα. Ἐ­πέ­φε­ρε δο­μι­κὲς ἀλ­λα­γὲς στὴν ἀ­φή­γη­ση, ὅ­πως τὴν ἀ­πο­φυ­γὴ πραγ­μά­τευ­σης χα­ρα­κτή­ρων ἢ ζη­τη­μά­των ἠ­θι­κῆς, τὴν ἑ­στί­α­ση στὰ γε­γο­νό­τα, χω­ρὶς ἀ­πα­ραί­τη­τα χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρά, καὶ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση τῆς συ­νειρ­μι­κῆς καὶ μνη­μο­νι­κῆς ἀ­φή­γη­σης. Χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος, ἐ­νί­ο­τε μὲ τὴν παι­γνι­ώ­δη σο­βα­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ὁ Πλά­τω­νας[9], τὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ Ἐ­αυ­τοῦ, τοῦ Ἄλ­λου, τῶν δι­α­προ­σω­πι­κῶν σχέ­σε­ων, τοῦ λό­γου ὕ­παρ­ξης, σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἄλ­λα­ζε μὲ ἀ­σύλ­λη­πτη τα­χύ­τη­τα.

       Στὸ βι­βλί­ο γιὰ τοὺς μύ­θους τοῦ Niko­lai Leskov ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ γερ­μα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τὸ 1936, ὁ Walter Benja­min στὴν εἰσα­γωγή του συ­νο­ψί­ζει μὲ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἀ­πο­σταγ­μα­τι­κό του λό­γο τὴν ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου: «Μιὰ γε­νιὰ ποὺ εἶ­χε μά­θει νὰ πη­γαί­νει σχο­λεῖ­ο μὲ ἅ­μα­ξες, τώ­ρα στε­κό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νὸ στὴν ἐ­ξο­χή, ὅ­που τί­πο­τε δὲν εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, καὶ κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τά, σ’ ἕ­να πε­δί­ο μά­χης καὶ ρα­γδαί­ας κα­τα­στρο­φῆς, βρι­σκό­ταν τὸ μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα.» Ἀν­τί­στοι­χα, οἱ γε­νι­ὲς τῶν δε­κα­ε­τι­ῶν ’70–’90 ποὺ ἀ­να­τρά­φη­καν ἀ­πὸ γο­νεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς πε­ρι­ό­δου πέ­ρα­σαν τα­χύ­τα­τα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­λο­γι­κὴ στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή, ἀ­πέ­κτη­σαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βλέ­πουν ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο στὸ κε­φά­λι μιᾶς καρ­φί­τσας[10] καὶ βί­ω­σαν τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου, τὸ ἀ­δι­α­νό­η­το κύ­μα βί­ας καὶ μί­σους ποὺ ἄλ­λα­ξε τὴ σε­λί­δα τῆς ἱ­στο­ρί­ας.


Πολ­λοὶ με­λε­τη­τὲς στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ ἀ­πέ­δω­σαν τὴν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ σὲ αὐ­τὸ τὸ κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νός, ὅ­μως ἡ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου εἶ­ναι πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κή. Ἀρ­κεῖ νὰ σκε­φτοῦ­με ὅ­τι βι­ώ­νου­με τὴν «κο­ρύ­φω­ση τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας» στὴν Ἀνθρωπόκαινο ἐ­πο­χή μας, μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ ἀ­να­ζη­τά­ει τρό­πους με­τοί­κη­σής μας σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες. Στὸ ἴ­διο πνεῦ­μα ἀ­να­ζή­τη­σης βρί­σκε­ται καὶ ἡ τέ­χνη. Ἕ­να μό­νο ἐν­δει­κτι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ ἰ­δέ­α τοῦ Ἀρ­γεν­τι­νοῦ εἰ­κα­στι­κοῦ Tomás Saraceno, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρου­σί­α­σε τὸ 2011 στὴ Γερ­μα­νί­α τὴν ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἐγ­κα­τά­στα­ση με­γά­λης κλί­μα­κας Cloud Cities καὶ στὸ δι­ε­θνὲς ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πρό­γραμ­μά του προ­τεί­νει τὴ με­τά­βα­ση στὴν Ἀερόκαινο ἐ­πο­χή[11].

       Σή­με­ρα ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ὄν, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἴ­δια τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά του, ἔ­χον­τας δεῖ ἀ­πεί­ρως πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ πιὸ ἀ­πί­θα­να πράγ­μα­τα ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­γρά­φει ὁ Benjamin, ὁ ὁ­ποῖ­ος μά­λι­στα ὁ­δη­γή­θη­κε στὴν αὐ­το­κτο­νί­α γιὰ νὰ μὴν πέ­σει στὰ χέ­ρια τῆς Γκε­στά­πο. Γιὰ πολ­λοὺς κρι­τι­κούς, ὁ ὑψη­λός βαθ­μὸς ὀπτι­κότη­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ ὡς κα­λει­δο­σκο­πι­κὴ κα­τα­γρα­φὴ τῆς ρέ­ου­σας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῶν πολ­λα­πλῶν καὶ ἀν­τι­φα­τι­κῶν εἰ­κό­νων, μὲ τὴν ἀ­ρω­γὴ καὶ ὑπὸ τὴν ἐπί­δρα­ση τῆς ραγ­δαίας ἐπι­στη­μονικῆς καὶ τε­χνο­λο­γικῆς ἐξέλιξης, ποὺ τῆς πα­ρέ­χει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ δί­νει τὴν αἴ­σθη­ση τῆς συγ­χρο­νί­ας, τῆς ἀ­πευ­θεί­ας ἀν­τα­πό­κρι­σης ἀ­πὸ τὴ σκέ­ψη (τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α) τῶν συγ­γρα­φέ­ων.

       Ὁ David Sless[12] (1981) θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι ἡ ὀ­πτι­κὴ σκέ­ψη εἶ­ναι ἕ­νας μη­χα­νι­σμὸς χει­ρι­σμοῦ τοῦ ὀ­πτι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος μὲ σκο­πὸ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α συγ­κε­κρι­μέ­νων νο­η­μά­των καὶ ὅ­τι ἡ ὅ­ρα­ση εἶ­ναι ἡ ἕ­δρα τῆς εὐ­φυΐ­ας καὶ ὁ Rudolf Arnheim (1999) ὅ­τι ὅ­ρα­ση καὶ σκέ­ψη εἶ­ναι ἀλ­λη­λέν­δε­τες λει­τουρ­γί­ες. Δι­α­πι­στώ­σεις ποὺ ὑ­πο­φώ­σκουν στὶς κυ­ρι­ό­τε­ρες με­λέ­τες τοῦ φαι­νο­μέ­νου (W. Nelles, O. Ette, L. Zavala, κ.λπ.), ὅ­που ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸ δι­ή­γη­μα ποὺ βρῆ­κε γό­νι­μο ἔ­δα­φος στὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ πλαί­σιο τοῦ ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ (π.χ. V. Woolf), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἴ­τε βρί­σκε­ται στὸ με­ταίχ­μιο ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ–ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ ἢ ἀν­τλεῖ δο­μι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο[13], ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ὁ Kafka. Ἔ­τσι, ἐ­λέγ­χε­ται ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμὸ ποὺ ἀ­να­πα­ρι­στᾶ τὴ ση­με­ρι­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (τὸ «ἐ­πι­κα­λού­με­νο κί­νη­τρο» τῆς [μι­κρο]μυ­θο­πλα­σί­ας) καὶ ὡς ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ τὴν ἀλ­λά­ξει, δι­ε­γεί­ρον­τας τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ἐ­ξε­ρευ­νών­τας νέ­ες δυ­να­τό­τη­τες σὲ τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο.

       Ἡ ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ αὐ­τὴ προ­σέγ­γι­ση δὲ λύ­νει τὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ πρό­βλη­μα εὕ­ρε­σης ἑ­νὸς ὁ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δι­χά­ζει τοὺς κρι­τι­κοὺς δι­ε­θνῶς, ὅ­πως τοὺς εἶ­χε δι­χά­σει καὶ τὸν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χουν κα­τα­λή­ξει. Οὔ­τε ἀ­παν­τά­ει στὴ θε­ω­ρη­τι­κὴ δι­α­μά­χη γιὰ τὸ ἂν εἶ­ναι ἢ δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ φω­τί­ζει τὸ κύ­ριο ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα: κο­μί­ζει κά­τι και­νού­ριο καὶ ἂν ναί, πῶς καὶ γιατί ἀνανεώνει τὴν τέχνη τοῦ λόγου, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὴ σύν­θε­τη σκέ­ψη, ἡ ὁ­ποί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη δι­ά­νοι­α καὶ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ Δι­α­φω­τι­σμὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς γνώ­σης;

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α θέ­τει ἐ­ρω­τή­μα­τα, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὅ­λα δεί­χνουν ὅ­τι ἀ­να­βι­ώ­νει ὁ ἠ­θι­κὸς προ­βλη­μα­τι­σμὸς καὶ ὅ­τι ἔ­χει πα­ρέλ­θει ὁ πει­ρα­μα­τι­σμὸς τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Ἡ ἀλ­λα­γὴ τοῦ τρό­που ζω­ῆς κι ἑ­πο­μέ­νως σκέ­ψης ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δι­κτυ­ώ­νει συγ­γρα­φεῖς καὶ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ συμ­βο­λι­κὴ συ­νο­χὴ ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τει βα­θιὰ γνώ­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῶν εἰ­δῶν της καὶ σε­βα­σμὸ στὶς το­πι­κὲς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες. Ἀ­πο­τε­λεῖ δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης καὶ χρή­ζει ad hoc με­λέ­της στὸ πλαί­σιο τῆς σύγ­χρο­νης κουλ­τού­ρας μας ποὺ δι­α­μορ­φώ­νε­ται στα­δια­κά, μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας ἡ ὁ­ποί­α «εἰ­σά­γει κα­τευ­θεί­αν στὴ συμ­βο­λι­κὴ τά­ξη, σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­γί­ζει τὸ νό­η­μα, δη­λα­δὴ σὲ ὅ,τι δυ­σκο­λεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ συ­νεν­νό­η­ση μας[14]». Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο, τὸ ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα κί­νη­ση-συ­ναί­σθη­μα (mocion–emocion) τῆς Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Ottmar Ette ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ θε­ω­ρί­α, φαί­νε­ται νὰ προ­σφέ­ρει μιὰ πρώ­τη πρα­κτι­κὴ ἐ­φαρ­μο­γή.

       Τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­χαν δι­α­κρί­νει οἱ ἐ­πι­με­λη­τὲς τῶν πρώ­των ἀγ­γλό­φω­νων ἀν­θο­λο­γι­ῶν τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘80. Ὁ Irving Howe ἀ­νέ­φε­ρε τὸ πό­σο τολ­μη­ροὶ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πι­χει­ροῦν νὰ ἐ­κτε­θοῦν σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ὅ­που κα­μί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀ­δυ­να­μί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρυ­φτεῖ. Καὶ οἱ Robert Shapard καὶ James Thomas στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοὺς Sudden Fiction: American Short-Short Stories, ση­μεί­ω­ναν: «Ἡ συμ­πύ­κνω­ση προ­κα­λεῖ κά­τι θε­με­λι­ῶ­δες στὴ μορ­φὴ τῆς γρα­φῆς, ποὺ ἀλ­λά­ζει τὸ dna της», καὶ «Ἡ πρω­ταρ­χι­κὴ ποι­ό­τη­τα, ὅ­πως λέ­νε οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ συγ­γρα­φεῖς μας, εἶ­ναι ἡ ζω­ή. Ἰ­δι­αί­τε­ρα συμ­πυ­κνω­μέ­να, ἰ­δι­αί­τε­ρα φορ­τι­σμέ­να, ὑ­πο­νο­μευ­τι­κά, πρω­τε­ϊ­κά, ἐκ­πλη­κτι­κά, ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ δε­λε­α­στι­κά, αὐ­τὰ τὰ ὑ­περ­μι­κρὰ πε­ζὰ δί­νουν μορ­φὴ σὲ ἀ­πό­με­ρα ση­μεῖ­α τοῦ χά­ους καὶ σὲ μί­α σε­λί­δα κά­νουν ὅ,τι κά­νει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα σὲ δι­α­κό­σι­ες. Ἐ­ὰν κα­τα­φέρ­νουν νὰ στα­μα­τοῦν τὸ χρό­νο […], βρί­σκον­ται ἐ­δῶ γιὰ σᾶς, πρω­τί­στως, ὡς ζων­τα­νὲς φω­νές.»

       Ἡ πε­ρι­πλά­νη­ση στὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ κό­σμο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ δαι­δα­λώ­δης δι­α­δι­κτυα­κὸς κι ἔν­τυ­πος μι­κρό­κο­σμος σφύ­ζει ἀ­πὸ κί­νη­ση, δι­ά­νοι­α καὶ ζω­ή, ὡς ἕ­να πε­δί­ο συ­νάν­τη­σης, ὄ­χι μό­νο εἰδῶν ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δε­ῶν ποὺ μᾶς ἔ­χουν ἐμ­φυ­σή­σει, στο­χα­στές, ἐ­πι­στή­μο­νες, καλ­λι­τέ­χνες, πε­ζο­γρά­φοι καὶ ποι­η­τές, πρό­δρο­μοι καὶ μὴ τοῦ εἴ­δους. «Κι­νοῦ­μαι εἶ­ναι ζῶ», ἔ­γρα­φε ὁ Pessoa καὶ ὁ Σε­φέ­ρης τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1949, ση­μεί­ω­νε: «Τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὄ­χι ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι sil est question d’être relu, ἀλ­λὰ νὰ λές: ἐ­γὼ θὰ γρά­ψω, κι ὅ,τι θέ­λει ἂς γί­νει, γιὰ νὰ κρα­τή­σω ζων­τα­νό το πράγ­μα ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴ ζων­τά­νια μου.» Ἰ­δέ­ες ποὺ δὲν ἀ­πέ­χουν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πὸ τὶς γνω­στὲς προ­τρο­πὲς τῆς ἐ­πο­χῆς μας: «ἄ­δρα­ξε τὴ μέ­ρα», «ζῆ­σε τὸ τώ­ρα», «ἐκφράσου ελεύθερα», κ.λπ.

       Συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ὅ­πως τὸ ρε­α­λι­στι­κὸ δι­ή­γη­μα ὡς μί­α «φέ­τα ζω­ῆς»[15]. Θε­ω­ρῶ ὅ­τι λει­τουρ­γεῖ μᾶλ­λον ὡς ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἕ­να ἀ­κα­ρια­ῖο ἐ­ρέ­θι­σμα, ποὺ σπά­ει τὴν «πα­γω­μέ­νη θά­λασ­σα μέ­σα μας», ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ Kafka γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, μὲ μι­κρὲς καὶ συ­χνὲς δό­σεις. Ὅ­πως σὲ ὅ­λα τα εἴ­δη λό­γου, ἔ­τσι καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὑ­πάρ­χουν δι­α­κυ­μάν­σεις ὡς πρὸς τὸ ποι­ο­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να, ὅ­μως, ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ ἀ­πό­λαυ­ση προ­κα­λεῖ ἀ­ναγ­κα­στι­κὴ στά­ση στὸν ἀ­σύλ­λη­πτο ρυθ­μὸ τῆς ζω­ῆς μας, ἐ­φό­σον συ­χνὰ ὁ χρό­νος ἀ­νά­γνω­σης εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρος τοῦ χρό­νου ἐγ­κε­φα­λι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας, λό­γῳ πυ­κνῶν νο­η­μά­των, ὑ­ψη­λοῦ βαθ­μοῦ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας, ἔκ­πλη­ξης ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ δει­νό­τη­τα (τό­σο μι­κρὸ καὶ τό­σο κα­λό), ποὺ ὁ­δη­γοῦν σὲ πολ­λα­πλὲς ἀ­να­γνώ­σεις. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο, μιὰ μα­τιὰ στὸ ἀ­έ­να­ο καὶ ἄ­χρο­νο της Ζω­ῆς καὶ στὴ συσ­σω­ρευ­μέ­νη γνώ­ση μας τό­σων αἰ­ώ­νων. Μί­α νύξη γιὰ τὸ τί εἶναι μικρὸ καὶ τί μεγάλο καὶ στὸ πῶς μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἐκ­φρά­σει καὶ νὰ παί­ξει κα­νεὶς μὲ αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ G. Bachelard, ἀλ­λὰ μᾶς δί­δα­ξε κα­λὰ ὁ δυ­τι­κὸς μον­τερ­νι­σμός.


 

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: γρα­φή­μα­τα


ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ τῆς Google Books NGram Viewer μπο­ρεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα γρα­φι­κὰ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἀ­να­ζη­τή­σεις του στὴ βά­ση δε­δο­μέ­νων τῶν βι­βλί­ων στὴν Google, ἂν καὶ σὲ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες γλῶσ­σες κι ἐ­θνι­κὲς γραμ­μα­τεῖ­ες ἀ­κό­μα (στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ἰ­α­πω­νι­κή, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δὲν πα­ρέ­χε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα).


Ὡ­στό­σο τί μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με:

Game (παι­χνί­δι) = στα­θε­ρὴ ἀ­πὸ τὸ 1850 ἕ­ως τὸ 1920 ποὺ ἔ­χου­με μιὰ πρώ­τη κο­ρύ­φω­ση ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, μι­κρὴ ὕ­φε­ση ἕ­ως τὸ 1964 καὶ ἀ­νο­δι­κὴ πο­ρεί­α ἕ­ως τὸ 2008.

Life,death (ζω­ή, θά­να­τος) = ἀ­να­ζή­τη­ση γιὰ τὴν πε­ρί­ο­δο 1500-2008: ἀ­πὸ τὸ 1750 στα­θε­ρὰ ἀ­νο­δι­κὰ ἡ ζω­ή.

minificción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ) = ἀ­πὸ τὸ 1981 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

microcuento (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὰ ἱ­σπα­νι­κά) = 1961-1987 στα­θε­ρὴ πο­ρεί­α καὶ ἀ­πὸ τό­τε κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

short-short story (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα) 1905-1912 ἐμ­φα­νί­ζε­ται, 1928-1945 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση στὴ χρή­ση τοῦ ὅ­ρου, ἔν­το­νες δι­α­κυ­μάν­σεις μέ­χρι τὸ 1960 κι ἔ­κτο­τε μιὰ στα­θε­ρὴ ἐμ­φά­νι­ση ἕ­ως τὸ 2008.

microfiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ αὔ­ξη­ση χρή­σης τοῦ ὅ­ρου ἀ­πὸ τὰ μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.

flash fiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ὁ­μοί­ως, ἂν κι ἐ­δῶ κα­τα­γρά­φον­ται καὶ κά­ποι­ες ἐν­δι­ά­με­σες κο­ρυ­φώ­σεις (1892-1926, 1934-1942 καὶ 1981-2008 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

micronarratives (μι­κρο­α­φη­γή­σεις)= ἡ αὔ­ξη­ση εἶ­ναι ρα­γδαί­α ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὸ τρα­γού­δι τοῦ Jaques Brel (1967) La chanson des vieux amants (Τὸ τρα­γού­δι τῶν πα­λι­ῶν ἐ­ρα­στῶν), γιὰ τὸν στί­χο «τε­λι­κὰ χρει­ά­στη­κε πο­λὺ τα­λέν­το γιὰ νὰ γε­ρά­σου­με χω­ρὶς πο­τὲ νὰ ἐ­νη­λι­κι­ω­θοῦ­με» («Finalement, Il nous fallut bien du talent Pour être vieux sans être adultes»).


Τὸ βι­βλί­ο The storyteller τοῦ Walter Benjamin (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Τὸ βι­βλί­ο Ἡ ἱστο­ρία τοῦ ματιοῦ τοῦ Geor­ges Ba­tail­le.


Τὸ βι­βλί­ο Καβου­ρη­δὸν καὶ Παρα­δρόμως. Μικρὲς σπου­δὲς γιὰ τὸ ἄθλη­μα τῆς γραφῆς τοῦ Δη­μή­­τρη Δη­μη­­ρού­λη.


Ὁ ὁ­δη­γὸς συγ­γρα­φῆς (στὰ ἀγ­γλι­κὰ) γιὰ δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῶν Hum­mel H.K. καὶ Le­nox Ste­pha­nie μὲ τί­τλο ShortForm Crea­tive Wri­ting: A Wri­ters Gui­de and Antho­lo­gy, στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φουν συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως o­ι: Matt Bell, Lydia Davis, Nata­lie Diaz, Amy Hem­pel, Ja­mai­ca Kin­caid, Ada Limon, Justin Torres, and O­cean Vuong. Γιὰ ἐ­νη­με­ρώ­σεις ἀγ­γλό­φω­νων βι­βλί­ων μὲ συμ­βου­λὲς γιὰ πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τὲς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Poets & Writers.


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο 83 Ἱ­στο­­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­­μεῖ­ο Μη­δέν, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῶν Βασίλη Μα­νου­σά­κη, Ἡρῶς Νι­κο­πού­λου καὶ Ἕλενας Σταγ­κου­ρά­κη.


Διαδίκτυο


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὰ 100 χρό­νια τοῦ Bau­haus τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Da­zeen γιὰ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη.


Τὰ δύ­ο ἐκ­παι­δευ­τι­κά, δω­ρε­ὰν προ­γράμ­μα­τα ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Harvard γιὰ τὴ Μον­τέρ­να καὶ τὴν Παγ­κό­σμια Λο­γο­τε­χνί­α, Mo­dern Master­pie­ces of World Li­tera­ture & Master­pieces of World Li­terature.

Διά­ρκεια: 8 καὶ 12 ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τί­στοι­χα

Διά­ρκεια πρό­σβα­σης στὸ πρό­γραμ­μα: Φε­βρουά­ριος-Αὔ­γου­στος 2019.

Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή.


Διαγωνισμοί


Οἱ δύ­ο δι­α­γω­νι­σμοὶ τῆς Na­tional Flash Fiction Day ποὺ δι­ορ­γα­νώ­νε­ται στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α κά­θε Κα­λο­καί­ρι ἀ­πὸ τὸ 2012:

  1. The 2019 Anthology: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 500 λέ­ξεις μὲ θέ­μα «Πόρ­τες» γιὰ τὴν ἐ­τή­σια δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἐκ­δί­δει. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.50 γιὰ ἕ­να, £4.00 γιὰ δύ­ο καὶ £6.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.
  2. The 2019 Micro Fiction Competition: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 100 λέ­ξεις, ἐ­λεύ­θε­ρο θέ­μα. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.00 γιὰ ἕ­να, £3.50 γιὰ δύ­ο καὶ £5.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.

Ὁ δι­α­γω­νι­σμὸς Winter 2019, μὲ κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 31 Μαρ­τί­ου 2019, στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Narrative. Γιὰ ἄλ­λους δι­α­γω­νι­σμούς του γιὰ δι­ά­φο­ρες κα­τη­γο­ρί­ες καὶ προ­θε­σμί­ες ποὺ τρέ­χουν, δεῖ­τε εδώ.


Μάρ­τιος 2019


[1]. Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα στὰ ἀγ­γλι­κὰ εδώ.
[2]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ ἡ­με­ρο­λό­για, μτφρ. Ἄ. Βε­ρυ­κο­κά­κη, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1998, σελ. 367.
[3]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ μπλὲ τε­τρά­δια, μτφρ. Γ. Βαμ­βα­λῆς, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1982, σελ. 58.
[4]. Ρόμ­περτ Μού­ζιλ, Τὸ Μαγεμένο Σπίτι, Ἡ Γκρίτζα, μτφρ.- εἰ­σα­γω­γὴ Ἀλ. Ἴ­σα­ρης, Ἠ­ρι­δα­νός, Ἀ­θή­να (δὲν ἀ­να­γρά­φε­ται ἔ­τος ἔκ­δο­σης), σελ.19.
[5]. Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Ἅ­παν­τα πε­ζά, μτφρ. –ἐ­πι­μέ­λεια- σχό­λια Ἀχ. Κυ­ρι­α­κί­δης, 7η ἔκ­δο­ση, Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2009, σσ. 220, 343-5.
[6]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιά, μτφρ. Γ.Δ.Χουρ­μου­ζιά­δης, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1984, τὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μα σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη.
[7]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἱ­στο­ρί­ες τῶν Κρο­νό­πιο καὶ τῶν Φά­μα, μτφρ. Ἑλ. Χα­ρά­τση, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1983.
[8]. Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, Ζή­τη­μα Φω­τός, Ὁ Θα­νά­σης Χα­τζό­που­λος ἀν­θο­λο­γεῖ τὶς Μέ­ρες τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, Μπά­στας – Πλέσ­σας, Ἀ­θή­να, 1995.
[9]. Στὴ Διάκριση (1979) ὁ Pier­re Bour­dieu με­λε­τᾶ ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ πλῆ­θος κοι­νω­νι­κῶν ὁ­μά­δων, ἀ­να­λύ­ει τὸ γοῦ­στο κι ἐ­πα­να­φέ­ρει τὸν homo aestheticus στὸ κέν­τρο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἐ­πι­στή­μης. Μέ­σῳ μιᾶς σχε­σια­κῆς προ­σέγ­γι­σης ὅ­λων των ἐκ­φάν­σε­ων τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς τῆς ἐ­πο­χῆς του ἀ­να­λύ­ει τε­λι­κὰ τὸ σύν­θε­το δε­σμὸ με­τα­ξὺ κουλ­τού­ρας, ἐ­ξου­σί­ας καὶ ταυ­τό­τη­τας. Ἡ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸν κό­σμο (καὶ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Goffman) ποὺ παίρ­νει κα­νεὶς ὅ­ταν, χω­ρὶς πνεῦ­μα σο­βα­ρό­τη­τας, παίρ­νει στὰ σο­βα­ρά το παι­χνί­δι, μὲ τὴν πλα­τω­νι­κὴ ἔν­νοι­α, ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση καὶ συ­νι­στᾶ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἀ­στι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ κό­σμου. Προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ τὴ βι­ώ­σει κα­νείς, ὅ­μως, εἶ­ναι, ἂν ὄ­χι νὰ «κα­τα­στή­σει τὴν ὕ­παρ­ξή του κά­τι σὰν παι­δι­κὸ παι­χνί­δι, ὅ­πως ὁ καλ­λι­τέ­χνης, του­λά­χι­στον νὰ πα­ρα­τεί­νει πο­λύ, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή, τὴ σχέ­ση μὲ τὸν κό­σμο τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας» (σελ. 96). Ἔ­τσι μπο­ρεῖ νὰ δι­α­τη­ρη­θεῖ ἡ ἀ­πό­λαυ­σή του νὰ παί­ζει κα­λὰ τὸ (πο­λι­τι­στι­κὸ) καὶ κά­θε παι­χνί­δι, μὲ τὴ δι­κή του τέ­χνη τοῦ παί­ζειν, μὲ κα­νό­νες ποὺ ὀ­φεί­λει νὰ γνω­ρί­ζει κα­λά, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ καὶ νὰ τοὺς σπά­ει. Μιὰ ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ τρέ­φε­ται μὲ λε­πτὲς νύ­ξεις καὶ συ­σχε­τι­σμοὺς καὶ καί­ει ἀ­σί­γα­στα. Ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται καὶ ἡ ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση αἴ­σθη­ση τῆς δι­ά­κρι­σης, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ «ἐ­πί­κτη­τη δι­ά­θε­ση καὶ λει­τουρ­γεῖ μὲ τὴ σκο­τει­νὴ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τοῦ ἐν­στί­κτου» (σελ. 538).
       Ἰ­δέ­α τοῦ Γάλ­λου στο­χα­στῆ ἡ ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ —ἐ­κτός των ὁ­ρί­ων τοῦ μι­κρο­α­στι­σμοῦ ποὺ τὴν ἐν­τάσ­σει συ­χνὰ στὴ Δι­ά­κρι­ση— σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὸν homo ludens τοῦ Johan Huizinga τοῦ δυ­τι­κοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ.
[10]. Doreen Massey and John Allen (eds), Geography matters – A reader, Cambridge University Press, N. York, 1984.
[11]. Ο Richard Boyd Hauck συγ­κα­τα­λέ­γει στὸ βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο A Cheer­ful Ni­hi­lism (1971), τὸν ἐ­πί­σης πρό­δρο­μο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Do­nald Bar­thelme, στοὺς κο­ρυ­φαί­ους Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ πα­ρά­δο­ξου καὶ τοῦ ἀ­να­τρε­πτι­κοῦ χι­οῦ­μορ, ὡς «εὐδιάθετο μηδενιστή», μα­ζὶ μὲ τοὺς Melville, Mark Twain καὶ James Thurber καὶ τὸν συν­δέ­ει μὲ τὸν Kafka καὶ τὸν Camus. Στὸ δι­ή­γη­μά του μὲ τί­τλο «The Balloon»(πρώ­τη ἔκ­δο­ση 1968) ὁ Barthelme πε­ρι­γρά­φει τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τῶν Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζων τῆς ἐ­πο­χῆς ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να τε­ρά­στιο μπα­λό­νι στὸν οὐ­ρα­νὸ τῆς πό­λης καὶ πῶς κά­ποι­οι ἐκ­δη­λώ­νουν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τους νὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι μέ­σα σὲ αὐ­τὸ καὶ νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βα­στεῖ σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν Μειω­μένη Βαρύ­τη­τα τῆς Kara Oakleaf.
[12]. David Sless, Learning and Visual Communication, Halsted Press, N. York –London, 1981.
[13] . Ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός: καλ­λι­τε­χνι­κὸ κί­νη­μα ποὺ πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ Γερ­μα­νί­α στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ἀ­νή­κει στὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴ πρω­το­πο­ρί­α καὶ συν­δέ­ε­ται μὲ τὸ μον­τερ­νι­στι­κὸ κί­νη­μα. Στὴ λο­γο­τε­χνί­α προ­κύ­πτει ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμό, τὸ να­του­ρα­λι­σμὸ καὶ τὸ συμ­βο­λι­σμό. Ἡ ἐ­πα­να­στα­τι­κό­τη­τά του ἔγ­κει­ται στὴν ἄρ­νη­ση τῆς ἀ­λη­θο­φά­νειας καὶ τῆς πι­στῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Προ­βάλ­λει τὴν ἐμ­πει­ρι­κὴ γνώ­ση μέ­σῳ τῆς φαν­τα­σί­ας, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἔκ­στα­ση καὶ τὴν ἀ­πό­γνω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὶς με­γα­λου­πό­λεις καὶ στὶς μη­χα­νές. Ἡ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὴ δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς δι­ά­λυ­σης καὶ τῆς ἀ­να­γέν­νη­σης τῆς κοι­νω­νί­ας ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἀν­τι­πο­λε­μι­κὴ ὀ­ξύ­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή.
[14]. Denys Cuche, Ἡ ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας στὶς κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, μτφρ. Φ. Σι­ά­τι­στας, Τυ­πω­θή­τω, Ἀ­θή­να, 2001, σελ. 13.
[15]. Θα­νά­σης Θ. Νιά­ρχος (ἐ­πι­μέ­λεια), Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Δι­η­γή­μα­τος, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Ἡ πο­ρεία τοῦ ὅ­ρου micro­fiction στὴν βι­βλιο­πα­­ρα­γωγὴ τῆς ἀγ­γλικῆς γλώσ­σας ἀ­νά­μεσα στὰ ἔ­τη 1850-2000. Γρά­φη­μα ἀ­πὸ τὸ Google Books NGram Viewer.

Κατηγορίες: Χριστοδούλου Δήμητρα Ἰ., Μικρομυθοπλασία, Ἀναφορές.



		

	

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz): Ἐ­ρω­τΑ­πο­κρί­σεις μὲ τὸν Κλέ­μενς Ζέτς



Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz)


Ἐ­ρω­τΑ­πο­κρί­σεις μὲ τὸν Κλέ­μενς Ζέτς


E: Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο ἀ­πό­φθεγ­μα ποὺ σοῦ ἀ­ρέ­σει ἢ ποὺ θε­ω­ρεῖς ὅ­τι εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ται­ρια­στὸ ἢ καὶ σχε­τι­κὸ μὲ τὴ μι­κρο­α­φή­γη­ση, ποὺ νὰ ἀ­νή­κει εἴ­τε σε κά­ποι­ον συγ­γρα­φέ­α εἴ­τε σὲ κά­ποι­ον ποὺ νὰ δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται σὲ πε­δία ἄλ­λα ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­πως λ.χ. ἄλ­λες τέ­χνες, οἱ ἐ­πι­στῆ­μες, ἡ φι­λο­σο­φί­α, ἡ θρη­σκεί­α ἢ ἀλ­λοῦ;

 

Α: «Μί­λα γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου κι αἴ­νιγ­μα θά ‘ναι», λέ­ει ἡ Σφίγ­γα στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ Φά­ου­στ τοῦ Γκαῖ­τε.[1]

  

Ε: Ἔ­χεις κά­ποι­α ἀ­γα­πη­μέ­νη μι­κρο­α­φή­γη­ση ἢ συγ­γρα­φέ­α, ἢ ἀ­γα­πη­μέ­νο βι­βλί­ο μι­κρο­α­φη­γή­σε­ων;

 

Α: Ὁ Φε­λὶξ Φε­νε­όν, ἕ­νας Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­γρα­φε αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νό­μα­ζε «Ἱ­στο­ρί­ες τῶν τρι­ῶν ἀ­ρά­δω­ν» γιὰ τὴ Φιγ­κα­ρό – μι­κρές, ἐν­δε­λε­χεῖς μα­τι­ὲς στὴν ἀ­νε­ξάν­τλη­τη πε­ρι­έρ­γεια τῶν ἀν­θρώ­πι­νων ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σε­ων. Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα: «Τὴν Μαν­τὰμ Κουν­τέρκ, τοῦ Σαὶντ-Οὐ­έν, τὴν ἀ­πέ­τρε­παν δια­ρκῶς ἀ­π’ τὸ νὰ κρε­μα­στεῖ ἀ­πὸ τὸ μάν­τα­λο τοῦ πα­ρα­θύ­ρου της. Μό­λις ἐ­ξαν­τλή­θη­κε ἡ ὑ­πο­μο­νή της, πέ­τα­ξε πά­νω ἀ­π’ τὰ λι­βά­δια.»

 

Ε: Τί δι­α­βά­ζε­τε τώ­ρα;


Α: Τὸ Κρι­στὶν Λά­βραν­σντάτ­τερ τῆς Σίγ­κριντ Οὔν­τσετ – τὸ ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­το τῆς μι­κρο­α­φή­γη­σης.

 

Ε: Τί προ­σφέ­ρει ἡ μι­κρο­α­φή­γη­ση στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες, ποὺ δὲν προ­σφέ­ρει ἡ ἀρ­γὴ (κα­νο­νι­κὴ) ἀ­φή­γη­ση;

 

Α: Τὴν ἀ­πο­λαυ­στι­κὰ πα­ρά­δο­ξη αἴ­σθη­ση τῆς ἀ­νά­γνω­σης ποὺ δι­α­φαί­νε­ται στὰ λό­για τοῦ Ἄμ­λετ: «Ὦ, Θε­έ μου, κι ἂν ἤ­μουν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος σὲ ἕ­να κα­ρυ­δό­τσου­φλο, θὰ μὲ λο­γά­ρια­ζα γιὰ βα­σι­λιὰ τοῦ ἀ­πεί­ρου.»

 

Ε: Ἔ­χει προ­κύ­ψει κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα σας ἀ­φη­γή­μα­τα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρο­α­φή­γη­ση ἢ τὸ ἀ­νά­πο­δο;

 

Α: Ναί, συμ­βαί­νει πο­λὺ συ­χνά. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α δι­α­μορ­φώ­νει προ­ο­δευ­τι­κὰ ἀ­πὸ μό­νη της τὴ φόρ­μα ποὺ τῆς χρει­ά­ζε­ται γιὰ νὰ ὑ­πάρ­ξει.


[1] Πρόκειται γιὰ τὸν στ. 7132 τοῦ Δευτέρου μέρους τοῦ Φάουστ (Sprich nur dich selbst aus, wird schon Rätsel sein). Ἡ μετάφραση προέρχεται ἀπὸ τὴν ἔκδοση: Goethe, Φάουστ, (εἰσ.-μτφρ.-σχόλ.: Π. Μάρκαρης), Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2003).


Πη­γή: Cl. Setz (μτφρ.: Ρ. Constantine), «Τwo stories», World Li­te­ra­tu­re Today 86, 5 (Σε­πτέμ­βριος/Ὀ­κτώ­βριος 2012) 62.

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz) (Γκρὰτς τῆς Αὐ­στρί­ας, 1982). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα ἔ­γι­νε τὸ 2007. Ἔ­χει προ­τα­θεῖ δύ­ο φο­ρὲς γιὰ τὸ Γερ­μα­νι­κὸ Βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου, ἐ­νῶ ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Βρα­βεῖ­ο Βι­βλί­ου τῆς Λει­ψί­ας (2011) καὶ τὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Βρα­βεῖο Wil­helm Ra­a­be (2015). Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον φε­ρέλ­πι­δες συγ­­γρα­φεῖς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hershman


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#5]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Ta­nia Hershman: Ἡ μικρομυθοπλασία

κλονίζει τὶς βεβαιότητες

καὶ ἀπελευθερώνει τὴ δημιουργικότητά μας


* Συνέντευξη μὲ τὴν Tania Hershman *


Ἡ συ­νέν­τευ­ξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἑ­νὸς τρι­ε­τοῦς ἐ­ποι­κο­δο­μη­τι­κοῦ δι­α­λό­γου κι ἀν­ταλ­λα­γῆς ἀ­πό­ψε­ων στὴ διάρ­κεια τῆς ἔ­ρευ­νάς μας ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­φε­τη­ρί­ες καὶ προ­ο­ρι­σμούς. Ξε­κί­νη­σε μέ­σω ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου τὸ 2015, ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τὸ Νο­­έμ­βριο τοῦ 2018 κι ἐ­πι­και­ρο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ κοι­νοῦ, ὅ­ταν πλέ­ον ἡ Hersh­man εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Bath Spa University, μὲ τὴ δια­τρι­βή της νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α γιὰ τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ Σω­μα­τι­δια­κῆς Φυ­σι­κῆς.

       Ἡ συ­νέν­τευ­ξη ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν κοι­νή μας πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α κι­νεῖ­ται δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ συγ­χρο­νι­κὰ πρὸς τὸν ἄ­ξο­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Σή­με­ρα σχε­τί­ζε­ται καὶ μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη, μὲ τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ μα­κρο-ἐ­πί­πε­δο στὸ μι­κρο-ἐ­πί­πε­δο, ἐ­νῶ, ἐ­πι­πλέ­ον ἡ με­λέ­τη της εἶ­ναι δι­ε­πι­στη­μο­νι­κή, σύμ­φω­να μὲ τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ θε­ω­ρη­τι­κῶν ποὺ συμ­με­τέ­χουν στὸν πρό­σφα­το συλ­λο­γι­κὸ τό­μο κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο Mini­fic­ción y nano­fi­lo­lo­gía. La­ti­tu­des de la hi­per­bre­ve­dad (2017), ἀλ­λὰ καὶ τῶν πρό­σφα­των δι­ε­θνῶν συ­νε­δρί­ων (2018).

Δ.Χ.: Δή­μη­τρα Χρι­στο­δού­λου.

T.H.: Tania Hershman.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ὁ­ρο­λο­γί­α


Δ.Χ. Ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80 ἔ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ δι­ά­φο­ροι ὅ­ροι γιὰ τὴν πο­λὺ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα, ὅ­πως sudden fiction, microfiction, minificción, flash fiction, hint fiction, short-shorts, postcard stories, minute stories, bonsai stories, κ.ἄ. Σή­με­ρα σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες κα­τα­γρά­φον­ται προ­σπά­θει­ες νὰ ἐ­πι­νο­η­θοῦν ὅ­ροι συμ­βα­τοὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο καὶ τὴν ἐ­θνι­κή τους λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­πως kortprosa,  f­i­c­t­i­on é­c­l­a­ir,  r­e­l­a­to m­i­n­i­mo, b­r­at f­i­k­t­i­on, p­l­u­d­s­e­l­ig f­i­k­t­i­on, l­y­n­f­i­k­t­i­on, m­а­л­ая п­р­о­за,  l­y­n­f­i­k­s­j­on, μικρομυθοπλασία, chō tanpen shōsetsu, κ.ἄ. Ἐ­σεῖς, ποιόν ὅ­ρο (ἢ ὅ­ρους) χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε συ­νή­θως γιὰ τὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Συ­νή­θως τὶς ἀ­πο­κα­λῶ ἁ­πλῶς «μυ­θο­πλα­σί­ες» (fictions), ἂν καὶ ὅ­σο περ­νά­ει ὁ και­ρὸς ἀ­πο­φεύ­γω ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸν τὸν ὅ­ρο ἐ­πει­δὴ γρά­φω καὶ ποί­η­ση καὶ δὲν ξέ­ρω ποῦ τε­λει­ώ­νουν καὶ ποῦ ἀρ­χί­ζουν τὰ ὅ­ρια πιά!


Δ.Χ. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι μό­λις πρό­σφα­τα ἐ­ρευ­νη­τὲς ἔ­χουν ξε­κι­νή­σει νὰ ἑ­στιά­ζουν σὲ αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο, θὰ ἀ­πο­δε­χό­σα­σταν, του­λά­χι­στον προ­σω­ρι­νά, τὸν ὅ­ρο microfiction (μικρομυθοπλασία[1]) ὡς τὸν πιὸ ἀ­να­γνω­ρί­σι­μο δι­ε­θνῶς κι εὔ­στο­χο μέ­χρι στιγ­μῆς;


T.H. Ἀ­σφα­λῶς!


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: εἶ­δος δι­κτύ­ου, δεί­κτης ἀλ­λα­γῆς σκέ­ψης καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο


Δ.Χ. Κά­ποι­οι κρι­τι­κοὶ δι­α­τεί­νον­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ ἕ­να ὑ­βρί­διο ποὺ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ προ­σμεί­ξεις μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ὅ­πως ἡ νου­βέ­λα, τὸ δι­ή­γη­μα, ἡ πε­ζο­ποί­η­ση, κ.λπ. Ἄλ­λοι ση­μει­ώ­νουν ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἐ­φή­με­ρη ἔ­κρη­ξη τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­πό­σπα­σης τῆς προ­σο­χῆς τῶν ἀ­να­γνω­στῶν στὴν ἐ­πο­χή μας, τῆς προ­ηγ­μέ­νης ψη­φια­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τῆς κα­τα­κό­ρυ­φης αὔ­ξη­σης προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς δι­ε­θνῶς. Ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἄ­πο­ψή σας γιὰ τὸ θέ­μα;


T.H. Δὲν πι­στεύ­ω ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­τι και­νού­ριο, ἔ­χου­με πολ­λὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που ἕ­ως τὸν Κάφ­κα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, κι ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους μου συγ­γρα­φεῖς τοῦ εἴ­δους, τὸν Ri­chard Brau­ti­gan, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Revenge of the Lawn μὲ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «ὑ­περ- σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1970. Αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πό­σπα­ση προ­σο­χῆς μὲ ἐ­ξορ­γί­ζει, δι­ό­τι μιὰ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α —καὶ ἰ­δί­ως ἡ μι­κρό­τε­ρη σὲ ἔ­κτα­ση— ἀ­παι­τεῖ τὴν ἀ­πό­λυ­τη προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ἂν καὶ γιὰ πο­λὺ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Συμ­φω­νῶ, ὡ­στό­σο, ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἕ­να χρή­σι­μο ἐρ­γα­λεῖ­ο γιὰ τὰ ἐρ­γα­στή­ρια γρα­φῆς.


Δ.Χ. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἔ­ρευ­νάς μου πα­ρα­τή­ρη­σα ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συ­νι­στᾶ ἕ­να εἶ­δος (γλωσ­σι­κοῦ) δικτύου[2] καὶ λει­τουρ­γεῖ ὡς τέ­τοι­ο: προ­σπά­θεια σύ­στα­σης ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς καὶ κοι­νω­νι­κῆς ὑ­πό­στα­σης, οἰ­κου­με­νι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὅ­πως λ.χ. τυ­πο­ποί­η­ση καὶ ὁ­μο­γε­νο­ποί­η­ση τῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­κτε­τα­μέ­νη ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν βα­σι­κῶν κα­νό­νων ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, κ.ἄ. Ἐ­πί­σης, δι­α­φαί­νε­ται ἡ πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­σή της, ὅ­πως τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου στὶς ἀρ­χές του καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο: γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ δη­μο­φι­λὴς συγ­κρι­τι­κὰ μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο πα­ρα­δο­σια­κὸ εἶ­δος στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, δι­ό­τι ἐ­ξε­λίσ­σε­ται σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ταυ­τό­χρο­να σὲ ψη­φια­κὴ μορ­φή. Ὡς ἐκ τού­του ἐκ­δη­μο­κρα­τί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ λο­γο­τε­χνί­α —ἀ­νοι­χτὴ πρό­σβα­ση, δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα, ἐμ­βά­θυν­ση— καὶ δη­μι­ουρ­γεῖ πα­νο­μοι­ό­τυ­πες γλωσ­σι­κὲς δο­μὲς σ’ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Ὡ­στό­σο, πα­ρα­μέ­νει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­πλο­κη: δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸς ὅ­ρος, τυ­πο­λο­γί­α, με­θο­δο­λο­γί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Φαί­νε­ται, λοι­πόν, ὅ­τι τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­ναι δεί­κτης ἀλ­λα­γῆς τῆς σκέ­ψης ἀλ­λὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο, ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νει ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο καὶ ἀ­τα­ξι­νό­μη­το εἶ­δος, μὴ ἀ­πο­δε­κτὸ εὐ­ρέ­ως ὡς πε­ζο­γρά­φη­μα. Θε­ω­ρεῖ­τε αὐ­τὴ τὴν ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση δε­λε­α­στι­κὴ καὶ ρε­α­λι­στι­κὴ ἢ ἀ­δι­ά­φο­ρη καὶ πλα­σμα­τι­κή;


T.H. Λα­τρεύ­ω τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι δὲ δύ­να­ται νὰ προσ­δι­ο­ρι­στεῖ, νὰ κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­η­θεῖ καὶ αὐ­τὸ ται­ριά­ζει μὲ τὴ θε­ω­ρί­α μου ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι, ἂν θέ­λε­τε, ἕ­να «ἀ­σφα­λὲς πέ­ρα­σμα» ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, ποὺ ἀ­κρο­βα­τεῖ στὶς πα­ρυ­φὲς καὶ τῶν δύ­ο. Ἔ­τσι λει­τουρ­γεῖ γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον, δι­ό­τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ξε­γλι­στρῶ πρὸς τὴν ποί­η­ση, τὴν ὁ­ποία θαυ­μά­ζω, καὶ βλέ­πω πολ­λοὺς κα­τα­ξι­ω­μέ­νους ποι­η­τὲς νὰ δη­μο­σι­εύ­ουν πλέ­ον ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὅ­πως τὸ Na­no­fi­ction στὶς ΗΠΑ. Βλέ­πω ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές – ἔ­χω ἀ­κού­σει καὶ τὶς δύ­ο πλευ­ρὲς νὰ μι­λοῦν ἀρ­νη­τι­κὰ γιὰ τὸ εἶ­δος, λὲς καὶ τοὺς ἀ­πει­λεῖ. Γε­γο­νὸς ποὺ θε­ω­ρῶ συ­ναρ­πα­στι­κὸ καὶ ση­μαν­τι­κό. Εἶ­ναι κα­λὸ νὰ κλο­νί­ζον­ται οἱ βε­βαι­ό­τη­τες, νὰ ἀ­να­μο­χλεύ­ον­ται τὰ πράγ­μα­τα.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς


Δ.Χ. Δι­δά­σκε­τε τα­κτι­κὰ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή, ὅ­πως στὸ Ἵ­δρυ­μα Αrvon. Ἔ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει με­τα­ξὺ τῶν σπου­δα­στῶν σας τυ­χὸν προ­τι­μή­σεις τους στὶς ὑ­περ-μι­κρὲς φόρ­μες;


T.H. Ὄ­χι, του­λά­χι­στον ὄ­χι στὶς συγ­γρα­φι­κὲς ἐ­πι­λο­γές τους, γρά­φουν σὲ ὅ­λες τὶς κα­τη­γο­ρί­ες κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης. Ὅ­μως αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­σοι δὲν ἔ­χουν κὰν δι­α­νο­η­θεῖ στὸ πα­ρελ­θὸν νὰ προ­σπα­θή­σουν νὰ γρά­ψουν μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ λι­γό­τε­ρες ἀ­πὸ 5000 λέ­ξεις, ἢ ἀ­κό­μα καὶ 500, ὅ­ταν τὸ κα­τα­φέρ­νουν τὸ θε­ω­ροῦν σχε­δὸν πάν­το­τε ἀ­πί­στευ­τα ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό. Πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε πε­ρι­ο­ρι­σμὸς  —στὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν λέ­ξε­ων ἢ σὲ ὁτι­δή­πο­τε ἄλ­λο— ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νει τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τά μας. Πι­στεύ­ω ἐ­πί­σης ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ γρά­ψεις μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τα­χύ­τε­ρα, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ γρά­ψεις κα­λά. Ἁ­πλῶς ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ προ­σπα­θή­σεις νὰ γρά­ψεις πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες, νὰ ἀ­πορ­ρί­ψεις ὅ­σες δὲ λει­τουρ­γοῦν καὶ νὰ ξα­να­προ­σπα­θή­σεις. Εἶ­ναι μιὰ δε­ξι­ό­τη­τα, ὅ­πως ὅ­λες, τὴν ὁ­ποία μπο­ρεῖ νὰ καλ­λι­ερ­γή­σει κα­νείς.


Δ.Χ. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε συγ­κε­κρι­μέ­να δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὡς δι­δα­κτι­κὰ ἐρ­γα­λεῖ­α; Ἀ­πὸ σύγ­χρο­νους ἢ ἀ­πὸ κλα­σι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς;


T.H. Χρη­σι­μο­ποι­ῶ καὶ ἀ­πὸ τὶς δύ­ο κα­τη­γο­ρί­ες. Προ­σπα­θῶ νὰ βρί­σκω σύγ­χρο­να ἔρ­γα κά­θε φο­ρά, ψά­χνω ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως τὰ Nanofiction, Smokelong Quarterly, Wigleaf, κ.λπ., ἀλ­λὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἐ­πί­σης καὶ κλα­σι­κὰ δείγ­μα­τα γρα­φῆς ἀ­πὸ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Richard Brautigan, Grace Paley καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Flash Fiction Forward καὶ Sudden Fiction, ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­κε ὁ Robert Shapard καὶ ἀ­γα­πῶ.


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε ἀ­να­κα­λύ­ψει ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, συλ­λο­γὲς ἢ ἀν­θο­λο­γί­ες ἀ­πὸ μὴ ἀγ­γλό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς ποὺ θὰ συ­νι­στού­σα­τε;


T.H. Πολ­λά! Τὰ πρῶ­τα ποὺ μοῦ ἔρ­χον­ται στὸ μυα­λὸ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Barnes, τοῦ Βο­λι­βια­νοῦ Edmundo Paz Soldán, ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana María Shua καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Egg τῆς Κύ­πριας Νόρας Νατζιαριάν. Συ­νι­στῶ, δέ, ἀ­νε­πι­φύ­λα­κτα τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Flash Fiction International[3] καὶ New Micro[4].


Δ.Χ. Γνω­ρί­ζε­τε κά­ποι­ους Ἕλ­λη­νες πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τές;


T.H. Ὄ­χι, δυ­στυ­χῶς, καὶ ντρέ­πο­μαι γι’ αὐ­τό. Θὰ προ­σπα­θή­σω, ὅ­μως, νὰ κα­λύ­ψω αὐ­τὸ τὸ κε­νό το συν­το­μό­τε­ρο δυ­να­τόν!


Δ.Χ. Πῶς πα­ρα­κι­νεῖ­τε συ­νή­θως τοὺς σπου­δα­στές σας;


T.H. Μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους – ἄλ­λω­στε, πολ­λοὶ ἐξ αὐ­τῶν ἐρ­γά­ζον­ται σὲ συγ­κε­κρι­μέ­να εἴ­δη, ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρα. Προ­σπα­θῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ποι­κί­λους τρό­πους γιὰ νὰ δι­ε­γεί­ρω τὶς αἰ­σθή­σεις —λέ­ξεις, φρά­σεις, ὀ­πτι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα, ἠ­χη­τι­κά, βίν­τε­ο— καὶ πο­λὺ συ­χνὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ τὴν ἐ­πι­στή­μη ὡς ἔμ­πνευ­ση, ἐ­πί­σης. Θέ­λω νὰ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­ο­χὲς ποὺ νι­ώ­θουν ἀ­σφά­λεια, δί­νον­τάς τους, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, χαρ­τιὰ μὲ πα­ρά­ξε­νο σχῆ­μα γιὰ νὰ γρά­ψουν τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους. Ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἡ ἀ­κα­ρια­ία συγ­γρα­φὴ εἶ­ναι κα­λὴ ἐ­πει­δὴ πα­ρα­κάμ­πτει τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ κρι­τι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀρ­χί­ζει (ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη λέ­ξη) νὰ σοῦ λέ­ει ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μό σου εἶ­ναι ἀ­παί­σιο!


Δ.Χ. Ποιά συμ­βου­λὴ(ὲς) θὰ δί­να­τε στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες σας γιὰ νὰ βο­η­θή­σε­τε τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους νὰ ξε­χω­ρί­σουν;


T.H. Ἀρ­χι­κά, δι­α­βά­στε πολ­λὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, δι­α­βά­στε πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα – ὄ­χι γιὰ νὰ δεῖ­τε πῶς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἕ­να δι­ή­γη­μα ἢ μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξε­τε τὸ μυα­λό σας σὲ ὅ­λα ὅ­σα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι. Καὶ τό­τε προ­σπα­θῆ­στε νὰ γρά­ψε­τε. Πρό­κει­ται πε­ρὶ πρα­κτι­κῆς ἐ­ξά­σκη­σης, εἶ­ναι ἕ­νας μῦς ὅ­πως κά­θε ἄλ­λος: ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις, τό­σο πιὸ εὐ­έ­λι­κτος γί­νε­σαι. Παῖ­ξε. Δι­α­σκέ­δα­σε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δι­ά­βα­σε τὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἄλ­λων γιὰ νὰ δεῖς τί κά­νουν μὲ τὴ γλώσ­σα καὶ πῶς ἐ­πι­τρέ­πουν στοὺς ἑ­αυ­τούς τους νὰ μπερ­δεύ­ουν τὸν ἀ­να­γνώ­στη, νὰ μὴ φα­νε­ρώ­νουν πά­ρα πολ­λά. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δι­α­τη­ρεῖ τὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα ὅ­τι ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν ἀ­να­μέ­νει πολ­λὰ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, ὅ­τι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Ἐμ­πι­στευ­τεῖ­τε τὸν ἀ­να­γνώ­στη, θὰ κά­νει ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται.


Δ.Χ. Τί πυ­ρο­δο­τεῖ τὸ γρά­ψι­μό σας;


T.H. Τό­σα πολ­λὰ πράγ­μα­τα – τὰ πάν­τα, γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής! Μοῦ ἔρ­χον­ται οἱ πρῶ­τες γραμ­μές, ἔρ­χε­ται ἡ φω­νή, ἔ­τσι ξε­κι­νᾶ. Πο­λὺ συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ο­μαι δι­α­βά­ζον­τας ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀλ­λὰ ὅ­πως σᾶς ἔ­χω πεῖ, ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις. Δὲν εἶ­χα πο­τὲ πρό­βλη­μα στὸ νὰ βρί­σκω ἰ­δέ­ες.


Δ.Χ. Κρα­τᾶ­τε ἡ­με­ρο­λό­γιο ἢ ση­μει­ω­μα­τά­ριο; Πῶς με­τα­σχη­μα­τί­ζε­τε τὶς ἰ­δέ­ες σὲ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Τη­ρῶ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο, πλέ­ον ὄ­χι γιὰ ἰ­δέ­ες ἀλ­λὰ γιὰ ἱ­στο­ρί­ες ὅ­πως ἔρ­χον­ται, καὶ γιὰ ποι­ή­μα­τα ἐ­πί­σης, ἂν καὶ αὐ­τὰ μοῦ προ­κύ­πτουν μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο. Τη­ρῶ ἐ­δῶ καὶ λί­γα χρό­νια μιὰ λί­στα μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες ἐ­να­σχο­λή­σεις καὶ ὅ­ταν κολ­λή­σω, δι­α­λέ­γω μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς καὶ τὴ βά­ζω νὰ ‘συγ­κρου­στεῖ’ μὲ μιὰ ἰ­δέ­α γιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἴ­σως κά­τι ποὺ ἔ­χω δι­α­βά­σει πρό­σφα­τα. Ἡ σύγ­κρου­ση δύ­ο πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν θε­μά­των εἶ­ναι σπου­δαί­α στὴ δη­μι­ουρ­γί­α σπιν­θή­ρων.


Δ.Χ. Με­τα­κο­μί­σα­τε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994 καὶ ἐ­νῶ ξε­κι­νή­σα­τε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν θε­μά­των, ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος πε­ρι­ο­δι­κῶν ὅ­πως τὸ Wi­red καὶ τὸ New Sci­entist, τὰ πα­ρα­τή­σα­τε ὅ­λα καὶ ἀ­φο­σι­ω­θή­κα­τε στὴ λο­γο­τε­χνί­α. Μι­λῆ­στε μας γι’ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­λο­γή σας.


T.H. Ἀ­νέ­κα­θεν ἔ­γρα­φα, ὅ­μως ἐ­πει­δὴ σπού­δα­σα ἐ­πι­στή­μη, αὐ­τὴ ἀ­κο­λού­θη­σα. Ἀλ­λὰ ἤ­μουν ἀ­παί­σια ἐ­πι­στή­μων καὶ ἔ­τσι ἔ­γι­να δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν θε­μά­των! Ἡ λο­γο­τε­χνί­α ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ κά­νω, ἔ­τσι ξε­κί­νη­σα ἀρ­γά, πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἐρ­γα­στή­ρια συγ­γρα­φῆς στὶς ΗΠΑ καὶ τὴ Βρε­τα­νί­α, καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἕξι πε­ρί­που χρό­νια, ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, ἐ­πει­δὴ ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν ἀ­σκῶ ταυ­τό­χρο­να.


Δ.Χ. Πῶς ἐ­πη­ρε­ά­ζουν οἱ ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γὲς τῆς ζω­ῆς τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα; Ἢ πῶς τὰ δη­μι­ουρ­γι­κὰ μυα­λὰ ἐ­πι­τυγ­χά­νουν ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γὲς σὲ προ­σω­πι­κὸ καὶ συλ­λο­γι­κὸ ἐ­πί­πε­δο;


T.H. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α! Ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας φί­λος μου ποι­η­τής, ὅ­λα εἶ­ναι πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὸ γρά­ψι­μό μας! Ξέ­ρω ὅ­τι ἡ ἀ­πό­φα­ση νὰ γί­νω ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πη­ρέ­α­σε τὶς δι­α­θέ­σεις μου, ὑ­πῆρ­ξα ἀρ­κε­τὰ στα­θε­ρὴ καὶ ἤ­ρε­μη μέ­χρι ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο, ὅ­μως ὅ­ταν, ἀν­τὶ νὰ γρά­φω γιὰ τὶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἀ­να­κα­λύ­ψεις ἄλ­λων, στρά­φη­κα πρὸς τὸν ἑ­αυ­τό μου, ἀ­πο­στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κα. Καὶ πι­στεύ­ω ὅ­τι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­βαί­νει προ­κει­μέ­νου ἡ συγ­γρα­φὴ νὰ πη­γά­ζει ἀ­πὸ μέ­σα σου, νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή, ὅ­σο κι ἂν μοιά­ζει σου­ρε­α­λι­στι­κὴ καὶ ἀλ­λό­κο­τη στὴν ἐ­πι­φά­νεια.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα

 

Δ.Χ. Ἡ μο­νο­γρα­φί­α σας, στὸ πλαί­σιο τῆς ἐκ­πό­νη­σης τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ σας (2018, PhD on Creative Writing, Bath Spa University) ἐ­λέγ­χει τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ Σω­μα­τι­δια­κῆς Φυ­σι­κῆς. Πό­σο πο­λὺ σᾶς ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει ἡ τε­λευ­ταί­α καὶ ὁ τρό­πος σκέ­ψης ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἀ­κρί­βεια;


T.H. Πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἐ­ρώ­τη­ση. Ξέ­ρω ὅ­τι ἔ­χω τὴν τά­ση νὰ ἀ­να­ζη­τῶ τοὺς κα­νό­νες πί­σω ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα, τὴν ‘ἐ­πι­στή­μη’ τοῦ πῶς λει­τουρ­γεῖ ἡ ζω­ή, πῶς δου­λεύ­ει ὁ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς. Τὸ ὁ­ποῖ­ο, βε­βαί­ως, εἶ­ναι συ­χνὰ μά­ται­η προ­σπά­θεια. Ἀλ­λὰ στὰ πε­ζά μου —καὶ στὴν ποί­η­σή μου— ὁ­δη­γοῦ­μαι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἀ­να­κρί­βεια ὑ­πη­ρε­τών­τας τὴν ἀ­σά­φεια, τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Αὐ­τὸ πραγ­μα­τι­κὰ δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐμ­πό­διο ἐ­πει­δὴ ὅ­ποι­ος ἔ­χει δι­α­βά­σει λί­γη φυ­σι­κὴ γνω­ρί­ζει ὅ­τι ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κὴ ἐ­πι­μέ­νει στὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα καὶ τὴ δυ­σκο­λί­α μέ­τρη­σης τῶν βα­θύ­τε­ρων ἐ­πι­πέ­δων της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἐ­πι­στή­μη, συ­ναν­τῶ ἐ­πι­στή­μο­νες, μα­θαί­νω πῶς κά­νου­με ἐ­πι­στή­μη, δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι δὲ βα­σί­ζε­ται μό­νο στὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­ναι ἀ­κα­τά­στα­τη, δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐκ φύ­σε­ως καὶ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει πο­λὺ συ­χνὰ τὴν ἀ­πο­τυ­χί­α, καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πο­τυ­χί­α, κι ἔ­τσι βλέ­πω τί μπο­ροῦ­με νὰ μά­θου­με ὅ­ταν τὰ πράγ­μα­τα δὲ δου­λεύ­ουν, ὅ­ταν δὲν εἶ­ναι ὅ­πως τὰ πε­ρι­μέ­νου­με. Αὐ­τὸ τὸ δε­δο­μέ­νο φτιά­χνει σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες – ἂν ἀ­πο­δε­χτεῖ­τε τὸ ἄ­γνω­στο κι ἐκ­πλα­γεῖ­τε καὶ σεῖς οἱ ἴ­διοι ὅ­ταν γρά­φε­τε, θὰ ἔ­χε­τε με­γα­λύ­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες νὰ ἐκ­πλα­γεῖ καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης σας ἐ­πί­σης.


Δ.Χ. Πό­σο δύ­σκο­λο σᾶς ἦ­ταν νὰ συν­δυ­ά­σε­τε ἐ­πι­στή­μη καὶ λο­γο­τε­χνί­α;


T.H. Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου δύ­σκο­λο. Ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­γα­ποῦ­σα ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα κι ἐ­νῶ ἦ­ταν μιὰ πρό­κλη­ση ὅ­ταν πή­γαι­να σχο­λεῖ­ο, ἐ­πει­δὴ ἐ­δῶ στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ βρεῖς θε­μα­τι­κὲς ἑ­νό­τη­τες ποὺ τὰ συν­δυά­ζουν, δὲν ἔ­χα­σα πο­τὲ τὸ πά­θος μου γιὰ ὅ­λα αὐ­τά. Πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἕ­να σε­μι­νά­ριο στὸ Arvon τὸ 2002 μὲ θέ­μα Ἐ­πι­στή­μη καὶ Συγ­γρα­φὴ τὸ ὁ­ποῖ­ο μοῦ ἄλ­λα­ξε τὴ ζω­ή, ἄρ­χι­σα νὰ μα­θαί­νω πῶς νὰ ἀ­φή­νω τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ γλι­στρᾶ μέ­σα στὶς ἱ­στο­ρί­ες μου καὶ δὲν ἔ­χω κοι­τά­ξει ξα­νὰ πί­σω. Ἴ­σως μὲ ἔ­χει βο­η­θή­σει τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο ποὺ ἔ­χω, αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ῶ μὲ τὸν τρό­πο μου, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι —ὅ­πως πολ­λοὶ ἄλ­λοι, ὅ­πως δι­α­πι­στώ­νω— ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α νὰ τὸ «γρά­ψω σω­στά». Ἐ­πι­τρέ­πω στὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ παί­ξει. Καὶ δι­α­βά­ζω τὰ πάν­τα, ἐ­πι­στή­μη, λο­γο­τε­χνί­α, κ.λπ.


Δ.Χ. Πῶς θὰ ὁ­ρί­ζα­τε τὴ «δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα» ὡς συγ­γρα­φέ­ας;


T.H. Δὲν θὰ τὸ ἔ­κα­να! Εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­δύ­να­το. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲ μοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ λέ­ξη. Προ­τι­μῶ τὸ «παί­ζω» καὶ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς προ­σπα­θῶ κι ἐν­θαρ­ρύ­νω τὸν κα­θέ­να νὰ κά­νει. Παῖξ­τε κι ἐ­πι­τρέψ­τε στὸν ἑ­αυ­τό σας νὰ ρι­σκά­ρει.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ (με­τα)ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α


Δ.Χ. Σύμ­φω­να μὲ πολ­λοὺς θε­ω­ρη­τι­κοὺς οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ποὺ εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρες ἀ­πὸ 700 λέ­ξεις φαί­νε­ται ὅ­τι δι­α­φέ­ρουν ὄ­χι μό­νο πο­σο­τι­κὰ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ποι­ο­τι­κὰ ἀ­πὸ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ ὑ­περ­βαί­νουν αὐ­τὸ τὸ ὅ­ριο. Ὁ William Nelles, συγ­κε­κρι­μέ­να, προ­τεί­νει μιὰ γε­νε­α­λο­γι­κὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὴ βά­ση ἕ­ξι κομ­βι­κῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν στοι­χεί­ων: δρά­ση, χα­ρα­κτή­ρας, σκη­νι­κό, γραμ­μι­κὴ χρο­νι­κό­τη­τα, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ κλεί­σι­μο. Δου­λεύ­ε­τε ὄν­τως πά­νω σε τέ­τοι­α εἰ­δι­κὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν γρά­φε­τε σύν­το­μα καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν γρά­φε­τε ἐ­κτε­νῆ κεί­με­να;


T.H. Ὄ­χι. Πο­τὲ δὲ σκέ­φτο­μαι τέ­τοι­α στοι­χεῖ­α ὅ­ταν γρά­φω. Δι­α­συν­δέ­ον­ται ὅ­λα σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ὅ­τι εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ τὰ δι­α­χω­ρί­σου­με. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι τί χρει­ά­ζε­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­πί­σης, δὲ βλέ­πω κα­μί­α τέ­τοι­α ἰ­σχυ­ρὴ δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση ἀ­νά­με­σα σὲ «πα­ρα­δο­σια­κὰ» δι­η­γή­μα­τα (δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ὅ­τι γνω­ρί­ζω τί εἶ­ναι πα­ρα­δο­σια­κό, ἀ­φοῦ οἱ ὑ­περ-μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­πί­σης κά­τι σὰν πα­ρά­δο­ση) καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, δι­α­βά­ζω συ­στη­μα­τι­κὰ τὰ πάν­τα καὶ θε­ω­ρῶ ὅ­τι οἱ κα­λύ­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νες ποὺ ἑ­λίσ­σον­ται, οἱ ἀ­σύλ­λη­πτες, οἱ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στες, ὅ­ποι­α καὶ ἂν εἶ­ναι ἡ ἔ­κτα­σή τους.

       Ἔ­χω τὴν τά­ση νὰ γρά­φω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τα­χύ­τε­ρα, μὲ μιὰ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­δη­μο­νί­α, ἐ­νῶ συ­νή­θως μοῦ παίρ­νει πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο νὰ γρά­ψω με­γα­λύ­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες. Ξε­κι­νῶ νὰ γρά­φω κι ἔ­πει­τα ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ πε­ρι­μέ­νω μέ­χρι νὰ δῶ τί θὰ γί­νει στὴ συ­νέ­χεια. Σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις χρει­ά­ζε­ται νὰ πε­ρι­μέ­νω γιὰ χρό­νια.


Δ.Χ. Πολ­λοὶ ἐ­ρευ­νη­τὲς τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ τῆς ποι­η­τι­κῆς της, προ­κει­μέ­νου νὰ τὴν ἑρ­μη­νεύ­σουν, ἀ­να­φέ­ρoν­ται σὲ ἀρ­χὲς τῆς με­τα-ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­ας (π.χ. στὶς με­λέ­τες τῆς Marie-Laurie Ryan). Δι­α­τεί­νον­ται πὼς σὲ ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ τὸ κεί­με­νο, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μιὰ ση­μαν­τι­κὴ στρο­φή: φαί­νε­ται ὅ­τι με­τα­κι­νού­μα­στε ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ ὡς παι­γνί­δι, στὸ κεί­με­νο-κό­σμο τῆς ψη­φια­κῆς ἐ­πο­χῆς μας. Ὁ κα­θη­γη­τὴς Ottmar Ette στὸ Potsdam γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, θε­ω­ρεῖ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (minificcion) ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­δί­ο, ὅ­τι προ­σφέ­ρει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ χω­ρέ­σει κά­ποι­ος ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο (μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου) σὲ μιὰ φρά­ση («to­do el u­ni­ver­so en u­na so­la frase»). Πα­ρο­μοί­ως, ἡ πα­νε­πι­στη­μια­κὸς Irene Andres Suárez ἐ­πι­ση­μαί­νει τὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς ἔλ­λει­ψης ἐ­πι­πρό­σθε­τα τῆς ὑ­περ-συμ­πύ­κνω­σης ὡς εἰ­δο­λο­γι­κὰ εὑ­ρή­μα­τα στὸ ἱ­σπα­νό­φω­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα (microrrelato). Ὁ Lee Rourke ἐν­το­πί­ζει μὲ ποι­ό τρό­πο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (flash fic­tion, mi­cro­fic­tion) προ­σι­διά­ζει στοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που καὶ ἀν­τί­στρο­φα, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι καὶ νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τῆς ζω­ῆς μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο. Ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἡ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πρέ­πει νὰ συ­νι­στᾶ ἀ­φ’ ἑ­αυ­τῆς ἕ­να μυ­θο­πλα­στι­κὸ κεί­με­νο-κό­σμο. Τί θὰ λέ­γα­τε σχε­τι­κὰ μὲ αὐ­τό;


T.H. Νο­μί­ζω πὼς ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ στα­θοῦν μό­νες τους, δη­μι­ουρ­γών­τας τοὺς δι­κούς τους κό­σμους, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἔ­κτα­σης. Δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ἂν οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἄ­πο­ψη. Τὴν ἴ­δια δυ­να­μι­κὴ φέ­ρει καὶ ἡ ποί­η­ση ἐ­πί­σης.


Δ.Χ. Ἡ σύν­θε­τη πλο­κὴ ἀ­παι­τεῖ με­γα­λύ­τε­ρη ἔ­κτα­ση γιὰ νὰ τὴν κα­τα­νο­ή­σου­με. Ὡ­στό­σο, οἱ συν­το­μό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο σας Mymo­therwasanup­rightpia­no[5] ἔ­χουν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρο βά­θος ἀ­πὸ τὴ σύν­το­μη κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­σή τους. Στὴν ὁ­μό­τι­τλη ἱ­στο­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α δὲν ξε­περ­νᾶ τὶς 250 λέ­ξεις, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου καὶ τοῦ τί­τλου, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­τε σὲ μιὰ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα τῆς ἡ­ρω­ί­δας, ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ νέ­α καὶ παν­τρε­μέ­νη, δι­α­τη­ροῦ­σε κρυ­φὴ ἐ­ρω­τι­κὴ σχέ­ση, χω­ρὶς νὰ δί­νε­τε πε­ραι­τέ­ρω στοι­χεῖ­α. Στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή, προ­κα­λεῖ­τε τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ μαν­τέ­ψει, ἢ ἀ­κό­μα καὶ νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τῆς ἱ­στο­ρί­ας γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ ἀ­φή­γη­ση. Εἶ­ναι ἡ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα, ἢ μὲ ὅ­ρους δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας, ἡ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κοὺς στό­χους σας ὡς δι­α­κε­κρι­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους;


T.H. Δὲν εἶ­μαι εἰ­δι­κός! Ὅ­μως εἶ­ναι μιὰ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση καὶ εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς συγ­γρα­φι­κὲς προ­τι­μή­σεις, γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον. Ἀ­πο­λαμ­βά­νω νὰ δι­α­βά­ζω ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­παι­τοῦν ἀ­πὸ μέ­να νὰ ἐρ­γά­ζο­μαι πο­λὺ σκλη­ρά, νι­ώ­θω πὼς ἐμ­πλέ­κο­μαι στὴ δη­μι­ουρ­γί­α τέ­τοι­ων ἱ­στο­ρι­ῶν, ὅ­τι δὲν εἶ­μαι πα­θη­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­στρια. Καὶ συ­νε­πῶς αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ εἴ­δη τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ γρά­φω. Ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ἀ­να­γνῶ­στες ποὺ δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ δι­α­βά­ζουν μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο καὶ ὡς ἐκ τού­του γνω­ρί­ζω ὅ­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες μου δὲν θὰ τοὺς προ­σέλ­κυ­αν.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἱ­στο­ρί­ες 6 λέ­ξε­ων (ἢ πε­ρί­που)


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε ὑ­πό­ψη σας τὶς πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­ες;

Πρὸς πώ­λη­ση: Βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια. Ἀ­φό­ρε­τα. E. Hemingway.

Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ὁ δει­νό­σαυ­ρος ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ. A. Monterroso.

Τὸ Φάν­τα­σμα (μό­νο τί­τλος). G. Samperio.

Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος στὴ γῆ κά­θη­σε μό­νος σ’ ἕ­να δω­μά­τιο. Ἕ­νας χτύ­πος ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα. F. Brown.

Πῶς θὰ τὶς χα­ρα­κτη­ρί­ζα­τε;


T.H. Γνω­ρί­ζω μό­νο τὶς δύ­ο πρῶ­τες. Δὲ μ’ ἐν­θου­σιά­ζουν ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἱ­στο­ρί­ες 6 λέ­ξε­ων, γιὰ μέ­να δὲν εἶ­ναι ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες. Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο «ὑ­παι­νι­κτι­κὴ μυ­θο­πλα­σί­α» (hint fiction).


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε πο­τὲ προ­σπα­θή­σει ἢ γρά­ψει τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Ὄ­χι, οὐ­δέ­πο­τε ἔ­χω γρά­ψει κά­τι τό­σο σύν­το­μο.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


Δ.Χ. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἔ­χε­τε ἐ­πί­σης ἱ­δρύ­σει κι ἐ­πι­με­λεῖ­στε τὸ ShortStops, τὸ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ κα­τα­γρά­φει τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν Βρε­τα­νῶν καὶ Ἰρ­λαν­δῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὴ σχε­τι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ πα­ρα­γω­γή, ὑ­πήρ­ξα­τε μέ­λος τοῦ Royal Literary Fund Writing στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Bristol καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ἔ­χε­τε βρα­βευ­θεῖ σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς ποί­η­σης, δι­η­γή­μα­τος καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Πό­σο θε­τι­κὴ εἶ­στε ἀ­πέ­ναν­τι σὲ δι­ε­θνεῖς ἢ ἐ­θνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς, φε­στι­βὰλ καὶ δι­ορ­γα­νώ­σεις ὅ­πως ἡ UK National Day of Flash Fiction, Flash Mob International, κ.ἄ.;


Τ.Η. Ὑ­περ­βο­λι­κὰ θε­τι­κή! Λα­τρεύ­ω ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, ὁτι­δή­πο­τε πα­ρα­κι­νεῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ γρά­φουν, νὰ δι­α­βά­ζουν, κ.λπ. Προ­σω­πι­κὰ δὲ δε­σμεύ­ο­μαι μὲ τοὺς ὁ­ρι­σμούς, αὐ­τὸ εἶ­ναι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἐ­κεῖ­νο εἶ­ναι ποί­η­ση – καὶ θὰ ἤ­θε­λα νὰ δῶ με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­πε­ρα­τό­τη­τα ἐ­δῶ, ὅ­μως ἐ­πι­κρο­τῶ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες καὶ τὶς προ­ω­θῶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ρῶ.


Δ.Χ. Μὲ ποι­ό τρό­πο νο­μί­ζε­τε ὅ­τι τὰ πα­ρα­πά­νω δι­α­σφα­λί­ζουν τὴν ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἐ­φό­σον πολ­λοὶ κρι­τι­κοὶ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι τέ­τοι­ες δρά­σεις, μα­ζὶ μὲ τὴν πρω­το­φα­νῆ αὔ­ξη­ση τῶν προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς παγ­κο­σμί­ως, ἀ­να­πα­ρά­γουν στε­ρε­ό­τυ­πα καὶ εὐ­τε­λῆ δείγ­μα­τα γρα­φῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας;


T.H. Στὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Writing Short Stories: A Writers’ and Artists’ Companion[6], ἔ­γρα­ψα κι ἕ­να κε­φά­λαι­ο γιὰ τὴν «Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δι­η­γή­μα­τος» καὶ μπό­ρε­σα νὰ δι­α­πι­στώ­σω ὅ­τι τὴν ἴ­δια ἀ­νη­συ­χί­α ἐ­ξέ­φρα­ζαν κρι­τι­κοὶ σὲ ὅ­λη τὴν διά­ρκεια τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ δι­η­γή­μα­τος. Ὑ­πάρ­χει πάν­τα κά­ποι­ος ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­πορ­ρί­ψει, νὰ ὑ­πο­βι­βά­σει. Βε­βαί­ως ὑ­πάρ­χει πάν­τα πλού­σια μέ­τρια πα­ρα­γω­γὴ γιὰ κά­θε εἶ­δος, ὅ­πως ὑ­πάρ­χει γιὰ κά­θε ἀν­θρώ­πι­νο ἐγ­χεί­ρη­μα. Ἐ­γώ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­παι­ζα πο­δό­σφαι­ρο γιὰ πολ­λὰ χρό­νια πα­ρό­λο ποὺ δὲν ἤ­μουν κα­θό­λου κα­λὴ σὲ αὐ­τό. Ὁ σκο­πός μας εἶ­ναι νὰ δι­α­τη­ροῦ­με τὴν ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἢ μή­πως νὰ ἐν­θαρ­ρύ­νου­με τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ ἐκ­φρά­ζουν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους, μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἐ­κεῖ­νοι θε­ω­ροῦν κα­λύ­τε­ρο; Δὲν εἶ­μαι ὁ φύ­λα­κας κα­μιᾶς πύ­λης, ἔ­χου­με πολ­λοὺς κρι­τι­κοὺς ποὺ ὁ­ρί­ζουν τί εἶ­ναι «δη­μο­σι­εύ­σι­μο», τί εἶ­ναι «κάλ­λι­στο» στὶς λί­στες τους, μὲ τὰ βρα­βεῖ­α τους. Δὲν μ’ ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ ἀν­τα­γω­νι­σμός. Τὸ νὰ εἶ­μαι μέ­λος κρι­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σὲ δι­α­γω­νι­σμούς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, μὲ κά­νει νὰ νι­ώ­θω ἐν­τε­λῶς ἄ­βο­λα δι­ό­τι γνω­ρί­ζω τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ τί­θε­ται σὲ κρί­ση. Θὰ προ­τι­μοῦ­σα μᾶλ­λον νὰ δι­α­τη­ρῶ ρό­λο ἐμ­ψυ­χω­τὴ – προ­σπά­θη­σε, συ­νέ­χι­σε νὰ προ­σπα­θεῖς, συ­νέ­χι­σε νὰ ἀ­πο­τυγ­χά­νεις, συ­νέ­χι­σε νὰ κι­νεῖ­σαι.


Δ.Χ. Πεῖ­τε μας με­ρι­κὰ πλε­ο­νε­κτή­μα­τα καὶ μει­ο­νε­κτή­μα­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


T.H. To με­γα­λύ­τε­ρο πλε­ο­νέ­κτη­μα γιὰ μέ­να καὶ τοὺς σπου­δα­στὲς τῶν ἐρ­γα­στη­ρί­ων εἶ­ναι ὅ­τι οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μπο­ροῦν νὰ γρα­φτοῦν πο­λὺ γρή­γο­ρα – τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρες, οὔ­τε ση­μαί­νει ὅ­τι ὅ­λες οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες γρά­φον­ται μὲ τέ­τοι­ες τα­χύ­τη­τες. Ἁ­πλῶς μπο­ροῦν νὰ πα­ρα­χθοῦν πολ­λὲς καὶ συ­νε­πῶς ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ μὴν προσ­δέ­νε­ται πο­λὺ σὲ κά­θε μί­α, λι­γό­τε­ρο ἀ­ξι­ό­λο­γη. Ἐ­ὰν μιὰ ἱ­στο­ρί­α στὶς δέ­κα τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ, αὐ­τὸ εἶ­ναι σπου­δαῖ­ο. Ἄλ­λο ἕ­να πλε­ο­νέ­κτη­μα, γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον, εἶ­ναι ὅ­τι μπο­ρῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ἰ­δέ­ες μου, ἀ­φοῦ μπο­ρῶ νὰ γρά­ψω πε­ρισ­σό­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Ἐ­πί­σης, πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ ἀ­να­γνώ­στης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν ἤ­δη γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲ θὰ πρέ­πει νὰ δο­θεῖ πολ­λὴ «πλη­ρο­φό­ρη­ση», ἐ­φό­σον ὑ­πάρ­χει τό­σο μι­κρὸς κει­με­νι­κὸς χῶ­ρος, καὶ ἴ­σως νὰ εἶ­ναι πιὸ ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τοὺς ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κούς, ἀλ­λό­κο­τους κό­σμους χω­ρὶς νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται δια­ρκῶς «πῶς δου­λεύ­ει αὐ­τό;» καὶ συ­νε­πῶς ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λη γι’ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο ἱ­στο­ρί­ας.

       Τὰ μει­ο­νε­κτή­μα­τα εἶ­ναι λί­γα, ὅ­μως ἴ­σως τὸ με­γα­λύ­τε­ρο νὰ εἶ­ναι ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­βάλ­λει τὴν ἐ­σφαλ­μέ­νη ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ μι­κρό­τε­ρη ἔ­κτα­ση εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο οὐ­σι­ώ­δης, ὅ­τι μιὰ κα­λὴ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α μπο­ρεῖ ἁ­πλὰ νὰ γρα­φτεῖ βι­α­στι­κὰ μὲ λί­γη σκέ­ψη. Ὅ­λα χρει­ά­ζον­ται ἐ­ξά­σκη­ση. Κι ἐ­πί­σης ἐ­ὰν οἱ συγ­γρα­φεῖς αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἡ ἀ­γο­ρὰ τώ­ρα ἀ­πευ­θύ­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ἴ­σως προ­σπα­θή­σουν νὰ στρι­μώ­ξουν μιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ἐ­νῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νὰ ἔ­χει τό­ση ἔ­κτα­ση ὅ­ση χρει­ά­ζε­ται.


Δ.Χ. Κα­τὰ πό­σο συμ­φω­νεῖ­τε μὲ τὴν ὑ­πό­θε­ση τοῦ Lauro Ζavala ὅ­τι «ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πι­θα­νὸν νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴ χιλιετία»[7];


T.H. Κα­θό­λου! Δὲν προ­συ­πο­γρά­φω τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας συγ­κέ­ντρω­σης[8], οἱ ἀ­να­γνῶ­στες θὰ δι­α­βά­σουν σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες κά­θε ἔ­κτα­σης καὶ εἰ­δι­κὰ οἱ συν­το­μό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ἀ­παι­τοῦν με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή. Δὲ μοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ με­γά­λες δι­α­κη­ρύ­ξεις, οἱ γε­νι­κό­τη­τες. Τὸ ζη­τού­με­νο εἶ­ναι ἁ­πλὰ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες, οἱ λέ­ξεις, ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὴ γλώσ­σα. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ μέ­να.


Συ­νέν­τευ­ξη-Ἐ­πι­μέ­λεια: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου.

[1]. Ἀ­πο­δί­δω τὸν σύν­θε­το ἀγ­γλι­κὸ ὅ­ρο microfiction, τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ πι­θα­νό­τε­ρο νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σει δι­ε­θνῶς γι’ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος κει­μέ­νων, μὲ τὸν ἐ­ξί­σου σύν­θε­το ἑλ­λη­νι­κὸ «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» ὡς ἀ­κρι­βέ­στε­ρο καὶ πλη­ρέ­στε­ρο καὶ τὸν δι­α­τη­ρῶ καὶ γιὰ τὸν ἀγ­γλι­κὸ ὅ­ρο flash fiction καὶ τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ minificción.

[2]. Περισσότερα στὸ Χριστοδούλου Δήμητρα Ι., Ἡ μικρο­μυθο­πλασία (micro­fiction, flash fi­ction, mini­ficción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­μενο: με­λέ­τη γιὰ ἕνα νέο δι­εθνές κι ἐθνι­κὸ εἶ­δος λό­γου, Κεφ. 2, σελ. 34-50.

[3]. Σὲ αὐτὴ τὴ διεθνῆ ἀνθο­λο­γία (2015) περιλαμβάνεται τὸ σύντομο διήγημα μὲ τίτλο «Ἀ­στεῖo»Joke»), τοῦ Γιάν­νη Πα­λα­βοῦ, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Karen Van Dyck.

[4]. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α (2018) συμ­με­τέ­χει ἡ Tania Hershman καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀγ­γλό­φω­νων συγ­γρα­φέ­ων, πολ­λῶν κα­τα­ξι­ω­μέ­νων (π.χ. Lou Beach, Stuart Dybek, Joyce Carol Oates), καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρων νέ­ων. Ἐ­ξαί­ρε­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ συμ­με­το­χὴ τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana Maria Shua, τῆς ὁ­ποί­ας τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Hermit» («Ἐ­ρη­μί­της») μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐδῶ, ὅ­πως καὶ τῶν Stuart Dybek καὶ Pamela Painter ἐ­δῶ.

[5]. Hershman Tania, My mo­ther was an up­right piano – Fi­ctions, Tangent Books, Bristol, (1η ἔκδοση) 2012 καὶ (2η ἔκδοση) 2014.

[6]. Hershman Tania and Newland Courttia (Series eds. Carole Angier and Sally Cline), Writing Short Sto­ries: A Wri­ters’ and Artists’ Compa­nion, Bloomsburry, London, 2015.

[7]. Zavala Lauro, Seis proble­mas para la mini­ficción, un géne­ro del tercer mi­le­nio : Bre­ve­dad, Di­ver­si­dad, Compli­ci­dad, Fra­cta­li­dad, Vir­tu­a­li­dad, 2010.

[8]. Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι ὁ Zavala δὲν ἀ­πο­δί­δει τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν ἀ­δυ­να­μί­α συγ­κέν­τρω­σης καὶ δὲ βα­σί­ζει σὲ αὐ­τὴ τὴν ὑ­πό­θε­σή του ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πι­θα­νὸν νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴ χι­λι­ε­τί­α.  Πα­ρό­λα αὐ­τά, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πο­λὺ δι­α­δε­δο­μέ­νη ἄ­πο­ψη, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­νι­σχύ­ει ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων στὴ σύγ­χρο­νη κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή μας. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἄρ­θρο ὁ Zavala ἀ­πο­δί­δει σὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­δρα­ση τὴ ρα­γδαί­α ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου δι­ε­θνῶς καὶ τὴν ἀλ­λα­γὴ στὴ σκέ­ψη.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman). Βρε­τα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1970 στὸ Λον­δί­νο καὶ με­τα­κό­μι­σε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια, τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὴ συγ­γρα­φή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος Μα­θη­μα­τι­κὸς καὶ Φυ­σι­κός, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε πρό­σφα­τα καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό. Ἡ δι­α­τρι­βή της πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση Σω­μα­τι­δια­κὴς Φυ­σι­κῆς καὶ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Κυ­κλο­φο­ροῦν στὰ ἀγ­γλι­κὰ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ πο­λὺ σύν­το­μων πε­ζῶν της (Some Of Us Glow More Than Others, My Mother Was An Upright Piano, καὶ The White Road and Other Stories) καὶ ἡ πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, μὲ τί­τλο Terms & Conditions, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 (Nine Arches Press). Ἵ­δρυ­σε κι ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὸ ἱ­στο­λό­γιο ShortStops (www.shortstops.info)

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: http://www.taniahershman.com/wp/

Ἐδῶ δι­α­βά­ζει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες της στὰ ἀγ­γλι­κά.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Φι­λι­ὼ Χα­τζημ­πε­κιά­ρη (Ἀ­θήνα, 1960). Πτυ­­χίο (ΒΑ) στὸν Εὐρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ (EΑΠ), Μετα­πτυ­χια­κὴ εἰδίκευ­ση (M.Sc) στὴν Ἱστο­ρία & Φιλο­σο­φία τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ Τε­χνο­λο­γί­ας (ΕΚΠΑ). Ἐ­ρευ­νη­τι­κά ἐνδι­α­φέ­ρον­τα: Ἱστο­ρία τοῦ Δαρ­βι­νι­σμοῦ, Βι­ο­λο­γί­ας καὶ σχο­λι­κῶν βιβλίων, Φε­μι­νι­στι­κὲς Θε­ω­ρί­ες στὴν Ἐπι­στή­μη, Di­gi­tal Hu­ma­ni­ti­es.



		

	

Νέα ἀπὸ τὴ Γαλλία: Συμπόσιο γιὰ τὴν μικρὴ φόρμα στὴν Angers


Νέ­α ἀ­πὸ τὴν Γαλ­λί­α


Πρό­σκλη­ση ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο

στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Angers στὴ Γαλ­λί­α


 ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ καὶ φί­λος Μά­νος Βερ­ναρ­δά­κης εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς Ἀγ­γλό­φω­νων Σπου­δῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Angers στὴ Γαλ­λί­α καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται καὶ ἐ­ρευ­νᾶ μὲ τοὺς φοι­τη­τές του τὴν μι­κρὴ φόρ­μα στὴν λο­γο­τε­χνί­α κα­θὼς καὶ σὲ πολ­λὲς ἄλ­λες ἐκ­φάν­σεις τῆς τέ­χνης γε­νι­κό­τε­ρα. Πρό­σφα­τα, μᾶς ἐ­νη­μέ­ρω­σε γιὰ ἕ­να Δι­ε­θνὲς Συμ­πό­σιο ποὺ πρό­κει­ται νὰ γί­νει στὶς 19 ἕ­ως 21 Ἰ­ου­νί­ου τοῦ 2019 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Angers μὲ θέ­μα «Μι­κρὲς φόρ­μες καὶ ἐ­φη­βεί­α». Τὸ ὅ­ριο τῶν λέ­ξε­ων γιὰ τὴν πρό­τα­ση τῆς ἀ­να­κοί­νω­σης εἶ­ναι ἕ­ως 300 λέ­ξεις, ἐ­νῶ ἡ ἴδια ἡ ἀ­να­κοί­νω­ση, ἐ­φ’ ὅ­σον ἡ πρό­τα­ση ἐγ­κρι­θεῖ, δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­περ­βαί­νει τὰ 20 λε­πτά. Τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο κα­λύ­πτει στοὺς συ­νέ­δρους τὰ ἔ­ξο­δα δι­α­τρο­φῆς.

            Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε τὴν σχε­τι­κὴ πρό­σκλη­ση ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος:

 

Short Forms and Adolescence

CFP for a three-day conference at the University of Angers, France
Organizers: Karima Thomas and François Hugonnier

June 19-21, 2019

Guest speaker: Michael Cart (USA)

MICHAEL CART is a writer, lecturer, consultant, and an expert in Young Adult literature. In 2008, he became the first recipient of the YALSA/Greenwood Publishing Group Service to Young Adults Achievement Award, and in 2000, he received the Grolier Foundation Award for his contribution to the stimulation and guidance of reading by young people.

CFP: «Short Forms and Adolescence»

The concept of adolescence, which emerged in a 19th-century occidental context, has evolved towards the birth of “the teenage group as a specific age in life” (C. Cannard, 2012). Several research projects have dealt with the cultural landscape of adolescents (a broader term than “teenager”, both of which are worth exploring), yet the specific articulations of adolescence and short forms have mostly remained uncharted. Moreover, while academic research on short forms and childhood has been carried out, these forms have rarely been addressed in the context of young adulthood.
From the vantage point of various fields, including literature, visual arts, history, sociology and psychology, adolescents will be envisioned not only as consumers, producers and innovators of short forms, but also as objects of representation in a large corpus.

       The conference sets out to explore whether specific links bind adolescence to short forms. Because of their density, especially by use of intersemiotic references, short forms echo the double constraint of the spoken and the unspoken that defines the in-betweenness of adolescence. The semantic and poetic compactness typical of the short form’s economy resonates with the questioning of adolescents seeking cognitive and emotional resources that provide both challenges and comfort. Finally, the short form is a laboratory for astounding experiments which potentially meet the creative needs of adolescents.

       Abstracts may address the following aspects, among others:

  1. The poetics of the short form

            * Short forms in the adolescent group, both new and old (as some manifestations can be traced back to the Middle Ages).

            * Graffiti, traces on walls, inscriptions in penitentiaries, stand-up, happenings, rap, hip-hop, slam, slogans (May 1968), one-line poems, beat poetry.

            * Rock songs, poems and other counter-culture outputs aimed at a specific teenage audience since the 1950s.

            * Short story collections and cycles aimed at ─ or featuring as protagonists ─ teenagers (Joyce Carol Oats, Small Avalanches; Alice Munro, Lives of Girls and Women; James Joyce’s Dubliners; Rudyard Kipling, Mowgli Stories; John Steinbeck, The Red Pony, Nadine Gordimer, Jump).

            * Literary classics (Poe, Dickens, Shelley, Shakespeare, Wilde, Brontë) adapted for a teenage audience (Sarah K. Herz & Donald R. Gallo, From Hinton to Hamlet: Building Bridges Between Young Adult Literature and The Classics, 2005).

            * Multimodal outputs and adaptations (films, series, comics).

            * The advent of new technologies (hyperliterature, blogs, tweets, etc.).

  1. Reception/production of short forms by teenagers

            * Social networks and fan fiction, chronicles.

            * Collaborative reception/production practices on the internet.

            * The blurring of the frontier between reception and production by adolescents (see Convergence Culture. Where old and New Media Collide, 2006).

            * Self-publication of literary short forms on line, self-production and diffusion of short films and songs, user-friendly tutorials enabling fast access to video games.

            * The pedagogical and didactic use of short forms in teaching, especially languages: traditional short forms (morceaux choisis) as well as contemporary ones.

  1. Some thematic aspects

            * Identity construction: identity might be assessed based on narrative, graphic, musical or theatrical productions. Among its dominant manifestations are traces of the quest for identity (inscriptions on a wall, journal, names and nicknames, pseudos, signatures by rappers, youtubers, graffiti artists).

            * Metamorphosis and mutation: the physical, psychological and moral changes of adolescents are recurrent themes in literature and the arts. These changes include phases of initiation, transformation and coming of age (Margaret Atwood’s Moral Disorder, Eudora Welty’s The Golden Apples); the development of sexual, ethnic and political awareness (Sherwood Anderson’s I Want to Know Why; the TV series 13 Reasons Why); issues of integration/exclusion and marginality; the questioning of authority (Roberta S. Trite, Disturbing the Universe. Power and Repression in Adolescent Literature, 2012).

            * Trauma: the expression and representation of trauma might be studied through various angles─psychological, historical, sociological, literary and artistic.


Authors from diverse backgrounds are invited to submit 300-word abstracts (in English or French) and brief 50-word biographies to Karima Thomas

(karima.thomas@univ-angers.fr)

and François Hugonnier

(francois.hugonnier@univ-angers.fr)

by January 31, 2019.

Scientific committee:

Elke d’Hoker (University of Leuven)

Emily Eells (University of Paris-Nanterre)

Margo Lanagan (Australian author)

Simonetta Valenti (University of Parma)

Martine Hennard Duteil de La Rochère (University of Lausanne)

Shannon Wells-Lassagne (University of Bourgogne)

Cécile Meynard (University of Angers)

Manuelle Peloille (University of Angers)

Raúl Caplán (University Grenoble-Alpes)

Emmanuel Vernadakis (University of Angers)

Anne-Laure Fortin-Tournès (University of Le Mans)

Eric Pierre (University of Angers)

Aubeline Vinay (University of Angers)

καθώς και τον σύνδεσμο του Συνεδρίου:

http://blog.univ-angers.fr/shortformsandadolescence/




		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#4]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου

(ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)




Τὸ κβαν­τι­κὸ(1) μι­κρο­σύμ­παν μας


ΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ τοῦ 2018 ἡ ζω­γρά­φος Ὄλγα Αλεξοπούλου δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ «Κβαντικό Μπλέ» σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νους ἐ­πι­στή­μο­νες συν­δυ­ά­ζον­τας τὴ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α(2) μὲ τὴν τέ­χνη κι ἐμ­πνε­ό­με­νη ἀ­πὸ τὴν μπλὲ ὥρα (λυ­καυ­γὲς καὶ λυ­κό­φως) τῆς Αἴ­γι­νας. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να κα­θα­ρὸ χρῶ­μα ποὺ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴν ἔν­τα­ση καὶ τὸ βά­θος τοῦ δυ­σκο­λο­τε­ρου χρώ­μα­τος ποὺ μπο­ρεῖ νὰ συλ­λά­βει στὴν ὁ­λό­τη­τά του ὁ ἄν­θρω­πος καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο χρει­ά­ζε­ται ὑ­πε­ρι­ῶ­δες φῶς γιὰ νὰ ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ. Ἡ πρώ­τη πα­ρου­σί­α­σή του θὰ γί­νει τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2019 στὴν γκα­λε­ρὶ Ultra Super New στὸ Τό­κιο.


Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα πῶς πλο­η­γοῦν­ται τὰ πτη­νὰ μὲ τό­ση ἀ­κρί­βεια δὲν ἔ­χει ἀ­παν­τη­θεῖ πλή­ρως. Τὸ 1978 ὁ Klaus Schulten ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι δι­α­θέ­τουν κρυ­πτο­χρώ­μα­τα, εἰ­δι­κὲς χρω­μο­πρω­τε­ΐνες ποὺ λει­τουρ­γοῦν ὡς αἰ­σθη­τῆ­ρες γιὰ νὰ δι­α­κρί­νουν τὰ μα­γνη­τι­κὰ πε­δί­α τῆς γῆς καὶ νὰ δι­α­τη­ροῦν τὸ μα­γνη­τι­κὸ προ­σα­να­το­λι­σμό τους στὶς ἀ­πο­δη­μη­τι­κὲς ἢ ἁ­πλὲς πτή­σεις τους. Τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2018 ἔ­ρευ­νες ἀπέδειξαν ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ μη­χα­νι­σμὸς εἶ­ναι κα­θα­ρὰ ὀ­πτι­κὸς καὶ εἰ­δι­κά το κρυ­πτό­χρω­μα Cry4 εὐ­αι­σθη­το­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τὰ μπλὲ φω­τό­νια τῶν μα­γνη­τι­κῶν πε­δί­ων.


Τὸ 2017 ἀ­να­κοι­νώ­θη­καν ση­μαν­τι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ (IBM) καὶ στὴν Κίνα στὴν κα­τα­σκευ­ὴ τοῦ κβαντικοῦ ὑπολογιστῆ ποὺ ὁ­ρα­μα­τι­ζό­ταν ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ κοι­νό­τη­τα ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 20οῦ αἰ. Τὸ Νόμ­πελ Χη­μεί­ας ἀ­πο­νε­μή­θη­κε σὲ τρεῖς ἐ­πι­στή­μο­νες γιὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς κρυ­ο-ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς μι­κρο­σκο­πί­ας, τὴν ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ μέ­θο­δο ποὺ ἁ­πλο­ποι­εῖ καὶ βελ­τι­ώ­νει τὴν ἀ­πει­κό­νι­ση τῶν βι­ο­μο­ρί­ων καὶ βο­η­θά­ει στὴν κα­τα­νό­η­ση τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης τῆς ζω­ῆς καὶ τὸ 2016 σὲ ἄλ­λους τρεῖς ἐ­πι­στή­μο­νες γιὰ τὶς ἀ­να­κα­λύ­ψεις τους στὶς μικροσκοπικὲς μοριακὲς μηχανές.

       Τὸ 2017 πα­ρου­σι­ά­στη­κε καὶ ἡ και­νο­τό­μος τεχνολογία ἀ­ο­ρα­τό­τη­τας ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν Ἕλ­λη­νες, μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν ἐ­πί­κου­ρο κα­θη­γη­τὴ Κων­σταν­τῖ­νο Μα­κρῆ, Αὐ­στρια­κοὶ καὶ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες, κα­τὰ τὴν ὁ­ποία ἡ χρή­ση συγ­κε­κρι­μέ­νων ὑ­λι­κῶν καὶ εἰ­δι­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας κυ­μά­των, μπο­ρεῖ νὰ «ἐ­ξα­φα­νί­σει» ἕ­να ὑ­παρ­κτὸ ἀν­τι­κεί­με­νο, δί­νον­τας τὴν ψευ­δαί­σθη­ση ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­ό­ρα­το.

       Ἐ­πί­σης τὸ 2017 δι­ορ­γα­νώ­θη­κε δι­ε­θνὴς δι­α­γωνι­σμὸς φω­το­μι­κρο­γρα­φί­ας τῆς Nikon (Small World Competition 2017) ποὺ συγ­κέν­τρω­σε 2.000 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 88 χῶ­ρες καὶ στὸν ὁ­ποῖ­ο δι­α­κρί­θη­καν ἡ Αἰκατερίνη Σεγκλιὰ καὶ ὁ Χάρης Αντωνόπουλος.

       Τὴν ἴ­δια τε­χνι­κὴ ψη­φια­κῆς φω­το­μι­κρο­γρα­φί­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ καὶ ἡ Bioart, ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε τὸ 1997 ὁ Βρα­ζι­λιά­νος εἰ­κα­στι­κὸς Eduardo Kac γιὰ τὸ ἔρ­γο ποὺ πα­ρά­γε­ται μὲ τὴ χρή­ση μι­κρο­σκο­πι­κῶν βι­ο­λο­γι­κῶν μο­νά­δων. Στὸ καλ­λι­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα τῆς Bioart, χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται τε­χνο­λο­γί­ες ὅ­πως ἡ γε­νε­τι­κὴ μη­χα­νι­κή, ἡ καλ­λι­έρ­γεια ἱ­στῶν, κ.ἄ. Στὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ Bioart τοῦ 2017 τὴ 2η ἀ­πὸ τὶς 15 πρῶ­τες θέ­σεις πῆ­ραν τέσσερις Ἑλ­λη­νί­δες ἐ­ρευ­νή­τρι­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες με­λέ­τη­σαν τύ­πους τοῦ λι­πώ­δους ἱ­στοῦ καὶ τρό­πους νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με κα­λύ­τε­ρα τὴ λει­τουρ­γί­α τους ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὸ δι­α­βή­τη, τὸ με­τα­βο­λι­κὸ σύν­δρο­μο, κ.ἄ.

       Tὸν Μά­ϊ­ο τοῦ 2016 ἐγ­και­νι­ά­στη­κε ἡ πρώ­τη ἔκ­θε­ση τοῦ Βρε­τα­νοῦ φω­το­γρά­φου Levon Biss μὲ τί­τλο Microsculpture (Μι­κρο­γλυ­πτι­κή) σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Oxford University Museum of Natural History, στὴν ὁ­ποί­α ἐ­κτέ­θη­καν  οἱ συγκλονιστικὲς φωτογραφίες του ἐντόμων στὴν ὑ­ψη­λό­τε­ρη δυ­να­τὴ ψη­φια­κὴ ἀ­νά­λυ­ση κι ἑ­στί­α­ση. Αὐ­τὲς οἱ φω­το­γρα­φί­ες χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται σή­με­ρα καὶ γιὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κοὺς σκο­ποὺς σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο.


Τὸ Νο­έμ­βριο τοῦ 2017 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ro­che­ster ἕ­να ἀ­κό­μα Δι­εθνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­ϊ­στο­ρίας, μὲ ὑ­πό­τι­τλο τὸ γνω­στὸ στί­χο τοῦ William Blake «Γιὰ νὰ δεῖς τὸν κό­σμο σ’ ἕναν κόκκο ἄμ­μου». Ἡ Laurel Thatcher Urlich, ἱ­στο­ρι­κός τοῦ Harvard, πα­ρου­σί­α­σε πτυ­χὲς τῆς ἔ­ρευ­νάς της γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τοῦ πολυβραβευμένου βιβλίου της μὲ τί­τλο A Midwife’s Tale: The Life of Martha Ballard Based on Her Diary, 1785–1812(3). Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν τε­λευ­ταί­ων 27 ἐ­τῶν τῆς ζω­ῆς τῆς Mar­tha Bal­lard (1734 -1812) ὅ­πως τὴν κα­τέ­γρα­ψε σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 1.400 σε­λί­δες στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της, τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­κί­νη­σε τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 1785. Ἡ Ballard ἦ­ταν μαί­α, θε­ρα­πεύ­τρια, καὶ μη­τέ­ρα ἐν­νέ­α παι­δι­ῶν (τρί­α ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α πέ­θα­ναν σὲ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α), στὴν Ἀ­ουγ­κού­στα, τὴν πρω­τεύ­ου­σα τῆς Πο­λι­τεί­ας τοῦ Μέ­ιν τῶν ΗΠΑ, τὴν ὁ­ποί­α δι­αρ­ρέ­ει ὁ πο­τα­μὸς Κέ­νεμ­πεκ ποὺ ἐκ­βάλ­λει στὸν Ἀ­τλαν­τι­κό.

       Ἀρ­κε­τοὶ ἱ­στο­ρι­κοὶ πρὶν ἀ­πὸ τὴν Urlich εἶ­χαν θε­ω­ρή­σει ἀ­σή­μαν­τες τὶς οἰ­κια­κὲς ἀ­σχο­λί­ες, τὰ ὀ­νό­μα­τα ἀ­σθε­νῶν, τὰ χρη­μα­τι­κὰ πο­σὰ καὶ τὶς σύν­το­μες ἡ­με­ρή­σι­ες κα­τα­γρα­φὲς τῆς Ballard. Ἡ Urlich μὲ τὴ με­θο­δο­λο­γί­α τῆς Μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ας(4) ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε τὰ τεκ­μή­ρια τοῦ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου καὶ ἀ­νέ­δει­ξε τὰ κοι­νω­νι­κο­ϊ­στο­ρι­κὰ συγ­κεί­με­να τῆς ἐ­πο­χῆς, τὴν ἀν­θρω­πο­γε­ω­γρα­φί­α τῆς πε­ρι­ο­χῆς ποὺ ἐ­ξε­λί­χθη­κε σὲ ἐμ­πο­ρι­κὸ κόμ­βο καὶ τὴ φω­νὴ μιᾶς γυ­ναί­κας στὴν πρώ­τη γραμ­μὴ πα­ρα­γω­γῆς κοι­νω­νι­κοῦ ἔρ­γου. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ βι­βλί­ου της (σελ. 9) ἡ πραγ­μα­τι­κὴ δύ­να­μη τῆς Ballard βρί­σκε­ται στὶς φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­νού­σι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες καὶ στὴν ἐ­ξου­θε­νω­τι­κή, ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα ποὺ κα­τέ­γρα­φε μὲ ἐντυ­πω­σι­ακὴ οἰ­κο­νο­μία λό­γου. Ἄλ­λο­τε ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σει πε­ζὴ τὸν πα­γω­μέ­νο Κέ­νεμ­πεκ, ἄλ­λο­τε νὰ φτά­σει ἐγ­καί­ρως δι­α­μέ­σου τῶν ὑ­περ­χει­λι­σμέ­νων πα­ρα­πο­τά­μων σὲ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες πε­ρι­ο­χὲς τῆς πε­ρι­φέ­ρειας μὲ ξύ­λι­να πλοιά­ρια τύ­που κα­νό. Κρα­τοῦ­σε ἀ­νελ­λι­πῶς ση­μει­ώ­σεις σὲ σε­λί­δες κομ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της καὶ κα­τέ­γρα­φε μὲ ρε­α­λι­στι­κὸ ὕ­φος καὶ ἁ­πλὸ λό­γο τὶς ἐμ­πει­ρί­ες της. Ἡ Ballard πα­ρεῖ­χε θε­ρα­πευ­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες κα­τ’ οἶ­κον, δι­εκ­πε­ραί­ω­σε 816 γέν­νες καὶ βο­ή­θη­σε σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 1.000.

       Στὶς 31 Δε­κεμ­βρί­ου 1800 ἔ­γρα­φε: «Καὶ τώ­ρα κλεί­νει αὐ­τὴ ἡ χρο­νιὰ καὶ εἴ­θε νὰ ἔ­χου­με κά­νει σο­φὴ χρή­ση τοῦ χρό­νου.» Σύμ­φω­να μὲ τὴν Urlich, «Γιὰ τὴν Ballard ἡ ζω­ὴ με­τρι­ό­ταν σὲ πρά­ξεις. Τί­πο­τα δὲν ἦ­ταν ἀ­σή­μαν­το» καὶ κυ­ρί­ως τὰ ὅ­σα δὲν κα­τέ­γρα­ψε.


Ὁ Da Vinci μὲ τὴν ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ προ­ο­πτι­κὴ (κα­τάλ­λη­λο χει­ρι­σμὸ τοῦ χρώ­μα­τος) καὶ τὴν τε­χνι­κὴ τοῦ σφου­μά­το (λε­πτό­τα­τη φω­το­σκί­α­ση ποὺ θαμ­πώ­νει τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα), ἄ­φη­νε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ὁ­λο­κλή­ρω­σης τῆς εἰ­κό­νας στὴ φαν­τα­σί­α τοῦ θε­α­τῆ. Τὸ 2013 ἡ NASA με­τέ­δω­σε μέ­σῳ λέ­ι­ζερ σὲ σε­λη­νια­κὸ δο­ρυ­φό­ρο τὴν εἰ­κό­να τῆς Μό­να Λί­ζα ὡς τὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρο δεῖγ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δι­ά­νοι­ας. Μὲ τὴ νέ­α δυ­να­τό­τη­τα ποὺ πα­ρέ­χει ἡ ὀ­πτι­κὴ τε­χνο­λο­γί­α ἐ­πι­τεύ­χθη­κε ἡ ἀ­πο­στο­λὴ δε­δο­μέ­νων αὐ­τῆς τῆς εἰ­κό­νας ἀ­πὸ τὴ Γῆ σὲ ἀ­πό­στα­ση πε­ρί­που 384.000 χλμ.

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος τὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ κέν­τρο CERN ἀ­να­κοί­νω­σε τὸν ἐντο­πι­σμὸ τοῦ ἀό­ρα­του μποζονίου Higgs, ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ ὁ­ποί­ου εἶ­χε ὑ­πο­τε­θεῖ ἀ­πὸ τὸ 1960 καὶ ἡ με­λέ­τη του εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὴ γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση τῆς λει­τουρ­γί­ας τοῦ σύμ­παν­τος σὲ ὑ­πο­α­το­μι­κὸ ἐ­πί­πε­δο.


Τὸ 2012 κα­τα­σκευ­ά­στη­κε στὴ Βαρ­σο­βί­α τὸ μι­κρό­τε­ρο σπί­τι στὸν κό­σμο πρὸς τι­μὴ τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Etgar Keret. Ἡ παγ­κό­σμια τά­ση στὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ γιὰ μα­ζι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ μι­κρῶν κα­τοι­κι­ῶν (mi­cro­ho­mes) ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 ὡς κοι­νω­νι­κὸ κί­νη­μα. Τὸ Tiny House Movement ση­μα­το­δό­τη­σε τὴν ἀν­τί­δρα­ση στὴ New Age ἐ­πο­χὴ καὶ στὸ δυ­τι­κὸ κα­πι­τα­λι­στι­κὸ πρό­τυ­πο ζω­ῆς καὶ πρό­τει­νε τὴν ἁ­πλό­τη­τα, τὴν αὐ­τάρ­κεια καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τα με­τα­κί­νη­σης (ρο­ὴ στὸ χῶ­ρο καὶ στὸ χρό­νο). Πα­ρό­λα αὐ­τά, σή­με­ρα, ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κές, πε­ρι­βαλ­λον­τι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες ἀ­πὸ τὸ Τό­κιο, ποὺ ἔ­χει μα­κρὰ πα­ρά­δο­ση (π.χ. Na­ga­kin Ca­psu­le Tow­er, 1972), καὶ τὴ Σε­οὺλ (Songpa Micro-Housing), ἕ­ως τὶς δυ­τι­κές μη­τρο­πό­λεις, τεκ­μη­ρι­ώ­νουν ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ πρό­τα­ση γιὰ τὴν ἀ­ποσυμ­φό­ρηση τῶν με­γά­λων ἀστι­κῶν κέν­τρων καὶ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς ρα­γδαί­ας κλι­μα­τι­κῆς ἀλ­λα­γῆς.


Τὸ 1993 ὁ Jean Baudrillard ἀ­νέ­φε­ρε στὴ Δι­α­φά­νεια τοῦ κα­κοῦ(5), ὅ­τι ἡ μι­κρο­μο­ρια­κὴ γε­νε­τι­κὴ εἶναι ἡ λο­γι­κὴ συ­νέπεια τῆς βι­ο-φυ­σιο-ανα­το­μι­κῆς ἐ­πι­στήμης ποὺ ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ρα­γδαῖα σὲ ἕνα πο­λύ ἀ­νώτε­ρο ἐ­πίπε­δο ἀ­φαίρε­σης καὶ προ­σο­μοί­ω­σης: τὸ πυ­ρη­νι­κὸ ἐ­κεῖνο ἐ­πίπε­δο τοῦ κυτ­τάρου καὶ τοῦ γε­νε­τι­κοῦ κώδι­κα, ὅπου ὀρ­γα­νώνε­ται μιὰ φαν­τα­σμα­γο­ρία. Ὅ­ροι ὅ­πως να­νο­χει­ρουρ­γι­κή, να­νο­τε­χνο­λο­γί­α, μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α, μι­κρο­οι­κο­νο­μί­α, μι­κρο­κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α εἶ­χαν ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ δι­α­δί­δον­ται ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80. Τὸ 1989 ἱ­δρύ­θη­κε ἡ ἑ­ται­ρεί­α Microchip Technology, τὸ 1975 ἡ Μicrosoft καὶ τὸ 1959 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ Mini Cooper τῆς BMC, τὸ αὐ­το­κί­νη­το σύμ­βο­λο τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’60.


Τὸ 1957 ὁ Gaston Bachelard ἔ­γρα­φε στὴν Ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου(6): «Στὴν πραγ­μα­τι­κότη­τα νι­ώθω πιὸ οἰ­κεῖα στοὺς μι­κρο­σκο­πι­κοὺς κόσμους οἱ ὁ­ποῖοι γιὰ μένα εἶναι κυ­ριάρ­χοι κόσμοι», καὶ «οἱ ἀ­ξίες συμ­πυ­κνώνον­ται κι ἐμ­πλου­τίζον­ται στὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἐ­πίπε­δο. Ἡ πλα­τω­νι­κή δι­α­λε­κτι­κὴ γιὰ τὸ μέ­γαλο καὶ τὸ μι­κρό δὲν ἀρ­κεῖ γιὰ ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦμε τὶς δυ­να­μι­κὲς ἀ­ρε­τὲς τοῦ σκέπτε­σθαι μι­κρά. Πρέπει κα­νεὶς νὰ πάει πέρα ἀ­πὸ τὴ λο­γι­κὴ γιὰ νὰ βιώ­σει τί εἶναι με­γάλο καὶ τί εἶναι μι­κρό». Ὁ Bachelard δι­έ­κρι­νε πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ πα­ρα­δο­ξό­τη­τα στὴ φύ­ση καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ἀ­πο­λυ­τό­τη­τας στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ γνώ­ση. Σύν­το­νος μὲ τὶς ἀρ­χὲς τὶς κβαν­το­μη­χα­νι­κῆς καὶ τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς σχε­τι­κό­τη­τας, πρό­τει­νε τὴν ἀ­νάπτύυξη ἑ­νὸς τρόπου σκέψης μὲ φαι­νο­με­νο­λο­γι­κὴ δι­ά­στα­ση ὁ ὁ­ποῖ­ος, πέ­ραν τῆς τρισ­δι­ά­στα­της στε­ρε­ο­σκο­πι­κῆς ἀν­τί­λη­ψής μας στὸ μα­κρό­κο­σμο, νὰ ἐμ­βα­θύ­νει καὶ στὴ μι­κρο­σκο­πι­κὴ κλίμα­κα, προ­κει­μέ­νου νὰ δι­α­τη­ρή­σει ζων­τα­νὴ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς δια­ύγειας τῶν πραγ­μά­των καὶ τῆς ζω­ῆς. Ὁ Ba­che­lard(7) κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ δι­α­νο­η­τι­κὸ ἅλ­μα, τὴ δύ­να­μη τῆς εἰ­κό­νας νὰ κα­θο­ρί­ζει τὴ σκέ­ψη στὶς φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου νὰ συγ­κρο­τεῖ. Ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν θε­τι­κι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἐ­πα­γω­γι­κὴ σκέ­ψη κι αἰ­σθη­τι­κο­ποί­η­σε τὴν ἐ­πι­στή­μη, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι στὸ αἰ­σθη­τι­κὸ πε­δί­ο μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με συν­θε­τι­κὲς ἀ­ξί­ες συγ­κρι­νό­με­νες μὲ τὰ μα­θη­μα­τι­κὰ σύμ­βο­λα, τὰ ὁ­ποῖ­α τοῦ θύ­μι­ζαν πρω­τί­στως τὶς εἰ­κό­νες τῆς ποί­η­σης τοῦ Mallarmé. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μὲ τὸ Un Coup de dés (Μιὰ ζα­ριά, 1897) ἐγ­και­νί­α­σε τὴν τυ­πο­γρα­φι­κὴ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­σε τὶς πρω­το­πο­ρί­ες τοῦ 20οῦ αἰ. καὶ ὑ­λο­ποί­η­σε τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Baudelaire, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἰ­σή­γα­γε τὸν ὅ­ρο πε­ζο­ποί­η­ση καὶ στὸ Μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζὸ ἢ ἡ Με­λαγ­χο­λί­α τοῦ Πα­ρι­σιοῦ (1862) ἔ­γρα­φε: «Ψι­λο­κόψ­τε [τὸ ἔρ­γο] σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα κομ­μα­τά­κια καὶ θὰ δεῖ­τε ὅ­τι τὸ κα­θέ­να μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἀ­πὸ μό­νο του.»


Τὸ 1927 o Werner Karl Heisenberg δι­α­τύ­πω­σε τὴν «Ἀρ­χὴ τῆς Ἀ­προσ­δι­ο­ρι­στί­ας» δί­νον­τας μιὰ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α γιὰ τὸ φυ­σι­κὸ κό­σμο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πρί­σμα τῆς Κβαν­τι­κῆς Μη­χα­νι­κῆς. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὴν αἰ­τι­ό­τη­τα ποὺ δι­έ­πει τὴ Νευ­τώ­νεια Φυ­σι­κὴ μὲ τὴν τυ­χαι­ό­τη­τα κι ἑ­στί­α­σε στὰ ὑ­πο­α­το­μι­κά σω­μα­τίδια τοῦ μι­κρόκο­σμου, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἀ­δύνα­το νὰ γνω­ρίζου­με μὲ ἀ­πόλυ­τη βέ­βαι­οτη­τα τὴ θέση καὶ τὴν ὁρ­μή τους.

       Ἀ­κρι­βῶς πρὶν ἀ­πὸ ἕ­ναν αἰ­ώ­να, τὸ 1918, τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Φυ­σι­κῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε στὸν Max Planck, τὸν θε­με­λι­ω­τή τῆς κβαν­τι­κής θε­ω­ρί­ας.



Στρο­φὴ στὴ σκέ­ψη


Τὸ 1614 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ὁ τό­μος μὲ τὶς εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νες μι­κρο­γρα­φί­ες ποὺ συ­νο­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να τοῦ Sir Thomas Overbury μὲ τί­τλο Characters (Χα­ρα­κτῆ­ρες). Τὸ εἶ­δος αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ δι­α­δε­δο­μέ­νο στὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Γαλ­λί­α τὸν 17ο αἰ., καὶ ἀ­νά­γε­ται στοὺς Χαρακτῆρες τοῦ Θεόφραστου. Τὸ 1978 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ πο­λὺ σύν­το­μων ἱ­στο­ρι­ῶν δι­α­φό­ρων τύ­πων ἀν­θρώ­πων μέ­σα ἀ­πὸ τὸ λοξό βλέμμα τοῦ Thomas Bernhard μὲ τί­τλο Μί­μος τῶν φω­νῶν, ἐ­νῶ εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ τὸ 1956 οἱ Παραδειγματικοὶ Φόνοι τοῦ Max Aub καὶ τὸ 1946 οἱ Φωνές τοῦ Antonio Porchia. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες με­λε­τή­θη­καν ὡς ἀ­φο­ρι­σμοί, ἀλ­λὰ σή­με­ρα ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζον­ται καὶ στὴ θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες Blue and Green τῆς Virginia Woolf (1921) καὶ The story of an hour τῆς Kate Chopin (1894), κα­θὼς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι (1899) τοῦ Ambrose Bierce δι­δά­σκον­ται συ­στη­μα­τι­κὰ στὶς ΗΠΑ ὡς προ­δρο­μι­κὰ κεί­με­να τῆς ἀγ­γλό­φω­νης σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Τὸ ση­μεῖ­ο καμ­πῆς, ὅ­μως, θε­ω­ρεῖ­ται ἡ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α Στὴν Κίρκη (1917) τοῦ Julio Torri.


Τὸ 1948 δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Thrilling Wonder Stories ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Fredric Brown «Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος στὸν κό­σμο κά­θι­σε μό­νος σ’ ἕ­να δω­μά­τιο. Ἕ­νας χτύ­πος ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα», τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἀγ­γλό­φω­νοι κρι­τι­κοὶ θε­ω­ροῦν ὁ­ρό­ση­μο γιὰ τὴν ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­α τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη κρι­τι­κή, ὅ­μως, ὁ «δει­νό­σαυ­ρος» τοῦ Augusto Monterroso θε­ω­ρεῖ­ται ἱ­δρυ­τι­κὸς αὐ­τῆς τῆς ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­ας. Πα­ρό­λα αὐ­τά, καὶ στὶς δύ­ο αὐ­τὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ κι­νοῦν­ται στὴν κλί­μα­κα τοῦ ἐ­λά­χι­στου τῶν «βρε­φι­κῶν πα­που­τσι­ῶν» τοῦ Hemingway, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ὅ­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα ποὺ ἀ­παι­τοῦν ὡς πρὸς τὴ σύμ­πρα­ξη συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη γιὰ τὴ συγ­κρό­τη­ση μιᾶς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νης ἀ­φή­γη­σης, κυ­ρί­ως ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὸν κρί­σι­μο ρό­λο τῆς φαν­τα­σί­ας σὲ αὐ­τὴ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­κραί­ας ἀ­φαί­ρε­σης. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα «τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­άν…;» ποὺ τὶς δι­α­τέ­μνει ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας ὡς λο­γο­τε­χνι­κὸ/κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ εἶ­δος, ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς σκέ­ψης, ὅ­ταν πραγ­μα­το­ποι­εῖ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα δι­α­νο­η­τι­κὰ ἅλ­μα­τα γιὰ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξή της.

       Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ δεύ­τε­ρη ἀν­θο­λο­γί­α τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης σει­ρᾶς Por favor, Sea Breve(8) (Νὰ εἶ­στε σύν­το­μοι, πα­ρα­κα­λῶ), στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λή­φθη­κε ἡ «ἱ­στο­ρί­α» μὲ τί­τλο Τὸ φάν­τα­σμα (El fantasma) τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Guillermo Samperio. Ὁ Samperio, πί­στευ­ε ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ δὲ φαί­νον­ται. Αὐ­τὴ ἡ κομ­βι­κὴ πε­ποί­θη­σή του στὸ σύ­νο­λο τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ ἔρ­γου ποὺ ἄ­φη­σε πί­σω του ἀν­τα­να­κλᾶ­ται μὲ τὸ σα­φέ­στε­ρο τρό­πο ὄ­χι μό­νο στὴν ἐν λό­γῳ ἱ­στο­ρί­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται μό­νο ἀ­πὸ τὸν τί­τλο καὶ μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα, ἀλ­λὰ καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐν γέ­νει.


Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α(9) ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ 200 κεί­με­να ἕ­ως 300 λέ­ξεις μὲ τί­τλο Bonsai: best small stories from Aotearoa New Zealand κι ἐ­πι­με­λη­τὲς δύ­ο δι­ε­θνῶς γνω­στὲς συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὶς Michelle Elvy, Frankie McMillan καὶ τὸν ποι­η­τὴ James Norcliffe. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πὸ 165 Μα­ο­ρὶ συγ­γρα­φεῖς ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει προ­κα­λέ­σει δι­ε­θνὲς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ ἕ­να ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πε­δί­ο ποὺ κα­τα­κλύ­ζε­ται ἀ­πὸ ἱ­σπα­νό­φω­νες καὶ ἀγ­γλό­φω­νες συλ­λο­γὲς κι ἀν­θο­λο­γί­ες. Ἡ εὐ­ρεί­α ἀ­πο­δο­χή της φαί­νε­ται νὰ ἀ­νοί­γει τὸ δρό­μο καὶ γιὰ ἄλ­λες ἐ­λάσ­σο­νες λο­γο­τε­χνί­ες ποὺ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τες. Μιὰ πα­ρό­μοι­α ἀν­θο­λο­γί­α κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2016 μὲ τί­τλο La minificcion en Santo Domingo (ἐκ­δό­σεις Ministerio De Cultura, Editora Nacional) μὲ 182 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀ­πὸ 33 σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς τῆς Δο­μη­νι­κα­νῆς Δη­μο­κρα­τί­ας σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ Lauro Zavala. Ἂν καὶ δὲν ὑ­στε­ρεῖ σὲ ἀ­ξί­α δὲν προ­βλή­θη­κε στὸ βαθ­μὸ τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τῶν Μα­ο­ρὶ καὶ πα­ρέ­μει­νε ἄ­γνω­στη.

       Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν Μα­ο­ρὶ τὸν ἴ­διο μή­να κυ­κλο­φό­ρη­σε καὶ ἡ ἀγ­γλό­φω­νη ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο Best Small Fictions 2018 κι ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Aimee Bender, μὲ 53 δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Lydia Davis. Στὴν ὁ­μι­λία τῆς βρά­βευ­σής της τὸ 2013 μὲ τὸ Man Booker Prize γιὰ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Can’t and won’t (Penguin, 2014), δή­λω­σε ὅ­τι δὲν πε­ρί­με­νε πο­τὲ ὅ­τι θὰ δι­α­κρι­νό­ταν γιὰ τὴν ἐν­τα­τι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­σή της μὲ κεί­με­να τό­σο σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας (τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­κα­λεῖ pieces [κομ­μά­τια]), κα­θὼς τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα κυ­ρια­ρχεῖ ἀ­κό­μα στὴ δι­ε­θνῆ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γή. Στοὺς 101 συγγραφείς ποὺ προ­κρί­θη­καν στὴ με­γά­λη λί­στα τῆς σει­ρᾶς Best Small Fictions 2018 ἦ­ταν ἡ Kara Oakleaf, μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α της Μειωμένη Βαρύτητα καὶ ἡ Ναταλία Θεοδωρίδου.

 

Τὸ 2017 τὸ Ἱ­σπα­νι­κὸ ἵ­δρυ­μα César Egido Serrano Foundation δι­ορ­γά­νω­σε τὸν 5ο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ τὴν ἔ­ρευ­να τοῦ εἴ­δους καὶ δεί­κτη τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης καὶ δι­ά­δο­σής του. Αὐ­τὸς ὁ δι­α­γω­νι­σμὸς συγ­κέν­τρω­σε 43.185 κεί­με­να ἕ­ως 100 λέ­ξεις ἀ­πὸ 172 χῶ­ρες, ἐ­νῶ ὁ πρῶ­τος (2009) εἶ­χε συγ­κεν­τρώ­σει 3.682 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 44 χῶ­ρες καὶ εἶ­χε ἤ­δη προ­τα­θεῖ γιὰ βρα­βεῖ­ο Guinness.


Τὸ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο MicroBerlin – De minificciones y microrrelatos(10), μὲ ἐ­πι­με­λη­τὲς τὸν Ottmar Ette, τὸν ἱ­δρυ­τή τοῦ Τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας (Potsdam, 2007) καὶ ἄλ­λους θε­ω­ρη­τι­κούς. Ἐμ­βα­θύ­νει στὸ πῶς φτά­σα­με ἀ­πὸ τοὺς προ­δρό­μους τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας καὶ τὸν Δη­μή­τριο τὸν Σκή­ψιο (2ος αἰ. π.Χ.) ἕ­ως τὴ Μο­ρια­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Αἰ­τι­ο­λο­γεῖ για­τί ἀ­ξί­ζει νὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖ κα­νεὶς στὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ κό­σμο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­φοῦ πε­ρά­σει ἀ­πὸ φω­τει­νὲς στά­σεις ὅ­πως τῶν Poe, Τσέχωφ, Bor­ges, Kaf­ka, Vir­gi­nia Woolf, Wa­lser, He­ming­way, Ya­su­na­ri Ka­wa­ba­ta, Cor­ta­zar, Brau­ti­gan, Car­ver, Ly­dia Da­vis, Ja­mai­ca Kin­caid, A­na Ma­ria Shua, Di­a­ne Wil­li­ams, κ.ἄ., στοὺς ἄ­πει­ρους ἄ­γνω­στους συγ­γρα­φεῖς τῆς ἐ­πο­χῆς μας ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­να νέ­ο ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το ἔν­τυ­πο καὶ δι­α­δι­κτυα­κὸ γα­λα­ξί­α ἀ­πὸ ἐκ­θαμ­βω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες.

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ στὴ Ν. Ζη­λαν­δί­α Flash Fron­tier ἔ­κα­νε ἕ­να πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀ­φι­έ­ρω­μα σὲ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μὲ θέ­μα τὴν ἐ­πι­στή­μη μὲ ἐπι­με­λή­τριες τὶς δι­ε­θνῶς δι­α­κε­κρι­μέ­νες συγ­γρα­φεῖς στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Ka­thy Fish καὶ Ta­nia Hersh­man. Ἡ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ (2018) τῆς τε­λευ­ταί­ας πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση μι­κρο­φυ­σι­κῆς καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Microphysics and microfiction).


Roland Barthes τὸ 1966(11) ἀ­πο­μό­νω­σε τὰ ἐ­πί­πε­δα τῆς ἀ­φή­γη­σης κι ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ ὁ­ρί­σει τὶς πρω­τεύ­ου­σες λει­τουρ­γί­ες τους ἰ­δω­μέ­νες ὡς κέν­τρα, πυ­ρῆ­νες, κα­τα­λύ­τες κι ἐ­λά­χι­στες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς μο­νά­δες ποὺ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ ἀ­πα­λει­φθοῦν χω­ρὶς νὰ κα­τα­στρα­φεῖ ἡ χρο­νι­κο­αι­τι­ο­λο­γι­κὴ συ­νο­χὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης(12) καὶ εἶ­ναι ἀ­δι­ά­στα­τες (ὅ­πως τὰ κβάν­τα).


Τὸ 1998 Ο Lauro Zavala δι­ορ­γά­νω­σε τὸ 1ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Με­ξι­κό. Τὸ 1984 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Κου­βα­νέ­ζας θε­ω­ρη­τι­κοῦ Dolores Mercedes Koch, ἡ πρώ­τη δι­ε­θνῶς ποὺ ἑ­στί­α­σε στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὸ 2007 ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Ἑ­λέ­νης Κε­φά­λα, ἡ μο­να­δι­κὴ στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α ποὺ ἐ­λέγ­χει τοὺς συγ­χρω­τι­σμοὺς στὰ ἔρ­γα τῶν Bor­ges, Pi­glia, Κα­λο­κύ­ρη καὶ Κυ­ρια­κί­δη.

       Τὸ 2007 ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Maggie Nelson κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Red Parts: A Memoir. Συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται, ὅ­μως, πλέ­ον στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο Bluets (Wave Books, 2009). Σὲ αὐ­τὸ συγ­κεν­τρώ­νει 240 ἀ­ριθ­μη­μέ­να πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α, πα­ρό­τι εἶ­ναι ἄ­τι­τλα, γε­γο­νὸς ποὺ δὲ συ­νά­δει μὲ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, κι­νοῦν­ται μὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση, τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α.



Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

τὸ μπλὲ καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


Ἡ Ἀρ­γεν­τι­νὴ συγ­γρα­φέ­ας Luisa Va­len­zu­e­la ἔ­χει δι­α­τυ­πώ­σει ἀ­πὸ τὸ 2010 μί­α ἀ­πὸ τὶς πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νες με­τα­φο­ρὲς γιὰ τὸ νέο εἶ­δος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: «Συ­νή­θως συγ­κρί­νω τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ θη­λα­στι­κό, ἄ­γριο σὰν τί­γρη ἢ ἤ­ρε­μο σὰν ἀ­γε­λά­δα· τὸ δι­ή­γη­μα μὲ πτη­νὸ ἢ ψά­ρι· καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α σὰν ἕ­να ἔν­το­μο (ἰ­ρι­δί­ζον στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση)», ἐν­νο­ών­τας ὅ­τι μα­γνη­τί­ζει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ κεν­τρί­ζει τὴ σκέ­ψη καὶ τὸ συ­ναί­σθη­μα, ὅ­πως ἔ­χει ἐ­ξη­γή­σει. Συ­χνὰ δι­ευ­κρι­νί­ζε­ται σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά ἄρ­θρα ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ «ἰ­ρι­δί­ζον­τος» ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἐ­νέρ­γεια ποὺ ἐ­κλύ­ει, τὴ στιγ­μια­ία λάμ­ψη της, στοὺς μη­χα­νι­σμούς της ποὺ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­σα­φεῖς καὶ στὴ μορ­φή της ποὺ με­ταλ­λάσ­σε­ται, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α πα­ρα­τή­ρη­σης, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τη ἡ σύλ­λη­ψη καὶ ἡ τα­ξι­νό­μη­σή της ἀ­νά­με­σα στὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη λό­γου.

       Πα­ρὰ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­σπά­θει­ες τῆς δι­ε­θνοῦς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 γιὰ κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὁ­ρι­σμὸ καὶ ὄ­νο­μα, τὸ ζή­τη­μα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας πα­ρα­μέ­νει ἀ­νοι­κτὸ μὲ δύ­ο εὔ­λο­γες στα­θε­ρές: ὅ­τι ἀ­να­νε­ώ­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἐ­πί­τευγ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης νό­η­σης καὶ ὄ­χι γιὰ ἐ­φή­με­ρη τά­ση. Ἐν μέ­ρει ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ τὴν αἰχ­μα­λω­τί­σου­με ὀ­φεί­λε­ται στὶς ἄ­τα­κτες δι­α­κτι­νώ­σεις της σὲ δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο καὶ στὸ δι­α­χρο­νι­κὸ καὶ συγ­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κὴ μορ­φή της προ­κύ­πτει ἡ πρω­τε­ϊ­κὴ καὶ σύν­θε­τη φύ­ση της, ἰ­δέ­α ἀ­πο­δε­κτὴ τό­σο στὴν Ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἁ­πλού­στε­ρη ἀ­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πο­λὺ σύν­θε­τη, ὅ­σο καὶ στὴν Κβαν­τι­κὴ Φυ­σι­κή, ποὺ δι­ε­ρευ­νᾶ καὶ αὐ­τὴ τὴ σκο­τει­νή, ἀ­ό­ρα­τη ὕ­λη, κα­τα­γρά­φον­τας τὴν ἐ­νέρ­γειά της .

       Ὑ­πὸ αὐ­τὸ τὸ πρί­σμα ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐμ­φα­νί­ζει πολ­λὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ μπλέ. Ἂν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­χε χρῶ­μα συμ­φω­νῶ ὅ­τι θὰ ἦ­ταν ἰ­ρι­δί­ζον, θε­ω­ρῶ ὅ­μως ὅ­τι θὰ ἦ­ταν συγ­κε­κρι­μέ­να μπλέ, τὸ ὁ­ποῖ­ο σύμ­φω­να μὲ τὸν Pastoureau(13) συμ­βο­λί­ζει τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα.

       Ὁ Goethe στὴ Θε­ω­ρί­α τῶν Χρω­μά­των ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι τὸ μπλὲ ἔ­χει τὴ μο­να­δι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ μᾶς μα­γνη­τί­ζει νὰ τὸ ἀ­κο­λου­θή­σου­με ἐ­πει­δὴ ἀ­σκεῖ μί­α ἀ­πε­ρί­γρα­πτη ἐ­πί­δρα­ση στὸ μά­τι: εἶ­ναι δυ­να­μι­κό, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­νη­τι­κὴ πλευ­ρὰ καὶ στὴν ἀ­πό­λυ­τη κα­θα­ρό­τη­τά του ἡ ἀρ­νη­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι ἐ­ρε­θι­στι­κή. Τὸ μπλὲ ἀ­που­σί­α­ζε ἀ­πὸ τὰ ὀ­μη­ρι­κὰ ἔ­πη, ἀλ­λὰ ἀ­νέ­τρε­ψε τὴν πρω­το­κα­θε­δρί­α τοῦ κόκ­κι­νου ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἕ­ως καὶ τὸν Με­σαί­ω­να. Ὁ Μι­κρὸς Πρίγ­κη­πας ἐ­πι­σκί­α­σε τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, τὸ θρυ­λι­κὸ μπλὲ Orient Express, ὅ­πως καὶ τὰ Train Bleu καὶ Blue Train, τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νέ­δε­ε τὴν Πρε­τό­ρια μὲ τὸ Κέ­ιπ Τά­ουν στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή, ἔ­γρα­ψαν ἱ­στο­ρί­α. Κα­τὰ τὸν 19ο καὶ 20ο αἰ. ση­μει­ώ­θη­κε μιὰ φω­το­χυ­σί­α τοῦ μπλὲ σὲ ὅ­λες τί δι­α­βαθ­μί­σεις του σὲ ἔρ­γα καὶ κι­νή­μα­τα ση­μαν­τι­κῶν ζω­γρά­φων (C.D.Friedrich, Seaurat, Kandinsky, Matisse, Shagall, Cezanne, Picasso, Klein, O’ Keeffe, κ.ἄ.) ποὺ κα­θό­ρι­σαν τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρί­ας τῆς τέ­χνης. Τὸ μπλὲ ὡς φόρ­μα, ὡς εἰ­κα­στι­κὴ γλώσ­σα ἢ ὡς σύμ­βο­λο πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, φαί­νε­ται ὅ­τι δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ πρῶ­τος ὁ Goethe πα­ρα­τή­ρη­σε: «εἶ­ναι ἕ­να χρῶ­μα γε­μά­το μυ­στή­ριο, σα­γη­νευ­τι­κὸ καὶ ἀ­πό­κο­σμο μα­ζί. Μα­γνη­τί­ζει τὸ βλέμ­μα καὶ πα­ρα­σύ­ρει τὸν θε­α­τὴ σὲ μιὰ ἀ­να­ζή­τη­ση χω­ρὶς σα­φῆ ὅ­ρια, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι μιὰ πα­γί­δα στὴν ἐ­σω­στρέ­φεια, ἢ μιὰ γέ­φυ­ρα ποὺ ἑ­νώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο μὲ τὸν Θε­ό.»

       Ὁ T.S.Eliot πί­στευ­ε ὅ­τι σκο­πὸς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι νὰ με­τα­τρέ­ψει τὸ αἷ­μα σὲ με­λά­νι καὶ ὁ Θ. Βαλ­τι­νὸς μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὅ­τι «αὐ­τὸ ποὺ σὲ τρα­βά­ει σὲ κά­ποι­ον εἶ­ναι τὸ ἄ­γνω­στο. Ἐ­κεῖ­νο τὸ στοι­χεῖ­ο ποὺ δὲν τὸ πιά­νεις πο­τέ» (14).



Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Δευ­τέ­ρα ἢ Τρί­τη, τῆς Βιρ­τζί­νια Γούλφ, μτφ. Γ. Μπα­ρου­ξῆς, Ποι­κί­λη Στο­ά, Ἀ­θή­να 2016, στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ δι­ή­γη­μα Γα­λά­ζιο καὶ πρά­σι­νο (Blue and Green).


Ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Tania Hershman μὲ τί­τλο My mother was an upright piano, Tangent Books, Bristol, 2014 (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες Γαλάζιο πουλί τῆς Ana Maria Shua καὶ Antoine de Saint-Exupéry τοῦ Paul Kavanagh (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τῆς Maria Popova στὴ σχέ­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὸ χρῶμα μπλέ τὰ τε­λευ­ταῖ­α 200 χρό­νια στὸ ἱ­στο­λό­γιό της Brain Pickings (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Ἰ­δέ­α συγ­γρα­φῆς: μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐμ­πνε­ό­με­νη ἀ­πὸ τὸ Ὄ­ρος Φού­τζι* καὶ τὸ Κύμα του Kα­τσού­σι­κα Χο­κου­σάι (1760-1869).


* 富士山 Τὸ Ὄ­ρος Φού­τζι στὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ


Νο­έμ­βριος 2018


Ση­μει­ώ­σεις
       (1) Ὁ ὅ­ρος κβάντο ἢ κβάν­τουμ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ ἀ­δι­ά­στα­τη μο­νά­δα πο­σό­τη­τας.
       (2) Στὸν πρό­λο­γο τοῦ ἐ­νη­με­ρω­τι­κοῦ φυλ­λα­δί­ου τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ 2007 ἀ­να­φέ­ρε­ται: «Ἡ να­νο­τε­χνο­λο­γία εἶ­ναι μιὰ νέα προ­σέγ­γι­ση γιὰ τὴν κα­τα­νόη­ση καὶ τὴν ἄρτια γνώση τῶν ἰ­δι­ο­τήτων τῆς ὕλης σὲ να­νο­κλιμά­κα: ἕνα να­νομέ­τρο (ἕνα δι­σε­κα­τομ­μυ­ρι­ο­στὸ τοῦ μέτρου) εἶναι τὸ μῆκος ἑ­νὸς μι­κροῦ μο­ρίου. Στὸ ἐ­πίπε­δο αὐ­τό ἀ­πο­κα­λύπτον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὲς καὶ συ­χνὰ κα­τα­πλη­κτι­κὲς ἰ­διότη­τες τῆς ὕλης καὶ εἶναι δυσ­διακρι­τὰ τὰ ὅρια με­τα­ξὺ τῶν κα­θι­ε­ρω­μένων ἐ­πι­στη­μῶν καὶ τε­χνι­κῶν κλάδων. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ χα­ρα­κτήρας τῆς να­νο­τε­χνο­λο­γί­ας εἶναι ἄκρως δι­ε­πι­στη­μο­νι­κός.»
       (3) Urlich, Laurel Thatcher, A Midwife’s Tale: The Life of Martha Ballard Based on Her Diary, 1785–1812, Alfred A. Knopf, N. York, 1990.
       (4) Ἡ Μικροϊστορία ξε­κί­νη­σε τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 ἀ­πὸ ἕ­ναν κύ­κλο Ἰ­τα­λῶν ἱ­στο­ρι­κῶν τοῦ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Quaderni storici, τοὺς Carlo Ginzburg, Edoardo Grendi, Giavani Levi, Carlo Poni. Ὁ Ginzburg θε­ω­ρεῖ­ται ὁ κύ­ριος ἐκ­φρα­στὴς αὐ­τῆς τῆς ἑρ­μη­νευ­τι­κῆς προ­σέγ­γι­σης ποὺ ἀν­τέ­δρα­σε στοὺς κύ­κλους τῶν Annales, πρό­τει­νε ἀλ­λα­γὴ κλί­μα­κας κι ἐ­ξε­τά­ζει τὴν ἱ­στο­ρί­α σὰν μὲ μι­κρο­σκό­πιο. Ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ εἶ­ναι τὸ βι­βλί­ο του (1976) μὲ τί­τλο Τὸ τυ­ρὶ καὶ τὰ σκου­λή­κια. Ὁ κό­σμος ἑ­νὸς μυ­λω­νᾶ τοῦ 16ου αἰ. (μτφ. Κ. Κου­ρε­μέ­νος, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­λε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008). Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἡ ἀ­πό­δο­ση τοῦ ὄ­ρου microfiction μὲ τὸ σύν­θε­το ὅ­ρο μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ δὲν ἐν­δεί­κνυ­ται εἶ­ναι ἡ ἀ­να­πό­φευ­κτη νο­η­μα­τι­κὴ σύγ­χυ­ση μὲ αὐ­τὸν τὸ ση­μαν­τι­κὸ κλά­δο τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­ας.
       (5) Baudrillard Jean, Ἡ δι­α­φά­νεια τοῦ κα­κοῦ. Δο­κί­μιο πά­νω στὰ ἀ­κραῖα φαι­νό­με­να, μτφ. Ζ. Σα­ρί­κα, Ἑ­ξάν­τας –Νή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1996.
       (6) Gaston Bachelard, Ἡ ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου, μτφ. Ἑ. Βέλ­τσου – Ἰ. Δ.Χα­τζη­νι­κο­λῆ, Ἐκ­δό­σεις Χα­τζη­νι­κο­λῆ, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2014.
       (7) Μπε­νι­έ, Ζὰν-Μι­σέλ, Ἱ­στο­ρί­α τῆς νε­ω­τε­ρι­κῆς καὶ σύγ­χρο­νης φι­λο­σο­φί­ας, μτφ. Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2001, σελ. 563-577.
       (8) Ἡ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α εἶ­ναι ἐ­πί­σης γνω­στὴ ὡς Ἀ­ο­τε­α­ρό­α στὴ Μα­ο­ρὶ γλώσ­σα, ἢ ἡ Γῆ τοῦ Μα­κριοῦ Λευ­κοῦ Σύν­νε­φου.
       (9) Ette Ottmar, Ingenschay Dieter, Schmidt-Welle Friedhelm, Valls Fernando (eds.), MicroBerlín: de minificciones y microrrelatos, Iberoamericana –Vervuert, Μα­δρί­τη, 2015.
       (10) Obligado Clara (ed.), Por favor, sea breve 2, Páginas de Espuma, Madrid, 2009.
       (11) Barthes Roland, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ δο­μι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση τῶν ἀ­φη­γη­μά­των, στὸ Εἰ­κό­να-μου­σι­κὴ-κεί­με­νο, μτφ. Γ. Σπα­νός, Πλέ­θρον, Ἀ­θή­να, 1988, σελ. 93-136.
       (12) Selden Raman (ἐ­πιμ.), Ἀ­πὸ τὸν φορ­μα­λι­σμὸ στὸν με­τα­δο­μι­σμό, Ἱ­στο­ρί­α τῆς Θε­ω­ρί­ας τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας/8, The Cambridge History of Literary Criticism, θε­ώ­ρη­ση μτφ. Πε­χλι­βά­νος Μ.-Χρυ­σαν­θό­που­λος Μ., 2η ἀ­να­τύ­πω­ση, Ἐκ­δό­σεις Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Σπουδῶν (Ἵ­δρυ­μα Μα­νό­λη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δη), Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2008, σελ. 175-6.
       (13) Πα­στου­ρὼ Μι­σέλ, Μπλὲ – Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς χρώ­μα­τος, με­τά­φρα­ση κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἐ­πι­μέ­λεια Ἄν­να Κα­ρα­κα­τσού­λη, Με­λά­νι, Ἀ­θή­να 2007.
       (14) Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Μπλὲ βα­θύ, σχε­δὸν μαῦ­ρο, Ἑ­στί­α, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να 2008, σελ. 25.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα.

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να.

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Micro Universe ἔργο τῆς Lejla Ahmedspahić.