Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#6]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ τοῦ 2019 κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἡ ἐνδια­φέ­ρουσα συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Samanta Schweblin μὲ τί­τλο Mouthful of birds. Μελε­τη­τές της ἐντοπίζουν συσχε­τισμοὺς μὲ προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως οἱ Raymond Carver καὶ Franz Kafka, ἀλ­λὰ καὶ μὲ δύ­ο κλα­σι­κὲς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ νό­του, τὶς Eudora Welty καὶ Flannery O’ Connor. Ἡ Schweblin ἑ­στιά­ζει στὰ μι­κρά, κα­θη­με­ρι­νὰ θέ­μα­τα καὶ στὰ σκο­τει­νὰ ὑ­πο­στρώ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ συ­νή­θως λε­κτι­κὰ σχή­μα­τα ποὺ δι­ευ­κο­λύ­νουν τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α σὲ ὅ­ποι­ο θέ­μα πραγ­μα­τεύ­ε­ται (πα­ρα­βο­λή, με­τα­φο­ρά, ἀλ­λη­γο­ρί­α καὶ εἰ­κό­να), χωρὶς λυρισμό, μὲ σχε­δὸν παι­δι­κὴ φαν­τα­σί­α, ἐλ­λειπτι­κότητα καὶ χιοῦμορ. Συν­δυά­ζει τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρά­δο­σης μὲ καφ­κι­κὰ στοι­χεῖ­α: τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­στεί­ου στὴν ἐ­φι­αλ­τι­κὴ καὶ ἀ­να­πό­δρα­στη ἀ­γω­νί­α τῆς ὕ­παρ­ξης, τὴν ὑ­πο­νό­μευ­ση τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τὴν ἀ­πό­δο­ση τοῦ ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κοῦ ὡς συν­θή­κη καὶ τοῦ ἀλ­λό­κο­του ὡς δε­δο­μέ­νο. Τὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς (μὲ τί­τλο «Highlights»[1]), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς νε­α­ρῆς γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τα­λεί­πει ὁ σύ­ζυ­γός της σὲ μιὰ ἔ­ρη­μη πε­ρι­ο­χὴ τὸ βρά­δυ ποὺ βρί­σκον­ται κα­θ’ ὁ­δὸν τοῦ γα­μή­λιου τα­ξι­διοῦ τους. Τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι σύν­το­μα ἀ­να­κα­λύ­πτει ὅ­τι ἡ πε­ρι­ο­χὴ εἶ­ναι γε­μά­τη ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νες νύ­φες καὶ τό­σο ἡ δο­μὴ ὅ­σο καὶ ἡ πλο­κὴ τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος ἀ­πο­κτᾶ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ δι­α­στά­σεις ἀρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας.

       Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ πε­ρι­ο­ρι­σμὸς τῶν λέ­ξε­ων ἀ­πὸ ἐ­πι­λο­γή, ποὺ εἶ­ναι ἕ­νας μό­νο ἀ­πὸ τοὺς πολ­λοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν καὶ τὰ μέ­λη τοῦ Oulipo. Ἡ χρή­ση ὅ­μως τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων ἀ­πὸ πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ Lou Beach ἢ ἡ Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, ἔ­χει συμ­βάλ­λει στὴ δι­ά­δο­ση καὶ καλ­λι­έρ­γεια τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δὲ στο­χεύ­ει ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴ δο­κι­μὴ τῶν ὁ­ρί­ων τῆς γλώσ­σας, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως στὴ δη­μι­ουρ­γί­α κει­μέ­νων μὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα, πα­ρὰ τὴ συμ­πύ­κνω­σή τους. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α, ὅ­ταν ἐ­ξε­τά­ζον­ται συ­σχε­τι­σμοὶ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὸ Oulipo, συ­νή­θως ἡ ἔ­ρευ­να ἑ­στιά­ζει στοὺς Raymond Queneau, Italo Calvino καὶ Anne Garréta. Ἡ τε­λευ­ταί­α εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη βρα­βευ­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Oulipo μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Prix Medicis τὸ 2002 γιὰ τὸ βι­βλί­ο της Pas un jour (Not one day) με­τὰ τὸν George Perec (γιὰ τὸ Ζωή: Ὁ­δη­γίες χρή­σε­ως, τὸ 1978) καὶ ἡ πρώ­τη γυ­ναί­κα μέ­λος τοῦ κι­νή­μα­τος ποὺ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, μὲ τί­τλο Sphinx (1986), στὰ ἀγ­γλι­κὰ γιὰ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀ­νά­με­σά σε ἕ­να ζευ­γά­ρι ἀ­προσ­δι­ο­ρί­στου γέ­νους.

       Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν κα­τ’ ἐ­πι­λο­γή, βρί­σκε­ται ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Behrouz Boochani, τοῦ Κούρ­δου-Ἰ­ρα­νοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου καὶ συγ­γρα­φέ­α ποὺ κρα­τεῖ­ται σὲ κέν­τρο με­τα­να­στῶν στὴ Νέ­α Γου­ϊ­νέ­α τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἕ­ξι χρό­νια καὶ φέ­τος κέρ­δι­σε τὰ δύ­ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρα βρα­βεῖ­α γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Αὐ­στρα­λί­α. Κα­τά­φε­ρε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει καὶ τὰ δύ­ο βι­βλία του στέλ­νον­τάς τα τμη­μα­τι­κὰ μέ­σῳ ἐ­φαρ­μο­γῆς κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας σὲ φί­λους ποὺ τὰ συγ­κέν­τρω­σαν σὲ ἑ­νια­ῖα κεί­με­να, χω­ρὶς ὁ ἴ­διος νὰ ἔ­χει εἰ­κό­να τοῦ συ­νό­λου τοῦ κει­μέ­νου του. Ὑ­πὸ τὶς συν­θῆ­κες κρά­τη­σής του, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του, θὰ κιν­δύ­νευ­αν μὲ κα­τα­στρο­φὴ ἢ κλο­πὴ καὶ τὰ χει­ρό­γρα­φά του. Πα­ρὰ τὴν ὁ­μό­φω­νη ἀ­πό­φα­ση τῶν κρι­τῶν γιὰ τὴ δι­ά­κρι­σή του, τοῦ ἀ­πα­γο­ρεύ­θη­κε νὰ πα­ρα­στεῖ στὴν τε­λε­τὴ ἀ­πο­νο­μῆς τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 2019, κι ἔ­τσι τὰ ἀ­πο­δέ­χτη­κε μὲ μιὰ σύν­το­μη μαγνη­τοσκο­πη­μένη ὁμι­λία του ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο κρά­τη­σης.

       Ἡ μπα­λάντα τοῦ λυ­πη­μένου κα­φε­νείου (1951) τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Car­son McCul­lers πραγ­μα­τεύ­ε­ται πα­ρό­μοι­ο θέ­μα μὲ τὴ νου­βέ­λα τοῦ Tho­mas Mann (1939) Ἡ Λό­τε στὴ Βαϊ­μά­ρη, στὴν ὁ­ποί­α ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ­ρω­ΐδα κα­τα­λύ­ει σὲ ἕ­να ἐ­παρ­χια­κὸ παν­δο­χεῖ­ο καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς πα­ρα­μο­νῆς της ἀ­να­στα­τώ­νε­ται ἐκ βά­θρων ὁ μι­κρό­κο­σμος τῆς πό­λης. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers, ἡ συγ­κρο­τη­μέ­νη, δύ­στρο­πη δε­σποι­νὶς Ἀ­μέ­λια, ἰ­δι­ο­κτή­τρια τοῦ κα­φε­νεί­ου, ἐ­ρω­τεύ­ε­ται μὲ ἀ­πρό­σμε­νη παι­δι­κὴ ἀ­φέ­λεια τὸν μι­κρό­σω­μο, καμ­πού­ρη, συμ­πλεγ­μα­τι­κὸ ἐ­ξά­δελ­φο Λά­ι­μον ποὺ φτά­νει στὴ μι­κρή τους πό­λη καὶ τὴν τα­ρά­ζει κι ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει μιὰ μι­κρὴ ὀ­δύσ­σεια ποὺ βι­ώ­νει ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα. Οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Mann εἶ­ναι φω­τει­νοὶ κι εὐ­χά­ρι­στοι: ἡ ἀρ­τί­στα Λό­τε καὶ ὁ (γνω­στὸς) Γκαῖ­τε, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὑ­πο­νο­εῖ­ται ὅ­τι «παί­ζει» ἡ Λό­τε σὲ μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα εὐ­ω­χί­ας ποὺ θυ­μί­ζει κω­μω­δί­α γιὰ ὄ­πε­ρα. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers «ἀ­κού­γε­ται» μιὰ χα­μη­λό­φω­νη μπα­λάν­τα ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ François Villon, ἀλ­λὰ μὲ ἥ­ρω­ες συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἐ­παρ­χί­ας. Καὶ στὶς δύ­ο σύν­το­μες νου­βέ­λες, ὅ­μως, κα­τα­δει­κνύ­ε­ται ἡ κα­τα­λυ­τι­κὴ ἀλ­λη­λο­δρά­ση ἑ­νὸς ξέ­νου μὲ τὰ μέ­λη μιὰ μι­κρῆς κοι­νω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἰ­δέ­α ὅ­τι ἡ ζω­ὴ ὀ­ξυ­γο­νώ­νε­ται ὅ­ταν ἀ­να­δεύ­ε­ται, ὅ­πως καὶ ἡ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν οἱ ἥ­ρω­ες καὶ οἱ μι­κρό­κο­σμοί τους βι­ώ­νουν ὅ,τι πε­ρι­γρά­φει ἡ με­ξι­κα­νι­κὴ πα­ροι­μί­α: Pu­eblo chi­co, in­fier­ne gran­de (Μι­­κρὴ πό­­λη, με­­γά­­λη κό­­λα­­ση).


Τὸ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο The collected stories τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Diane Williams, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­νή­κει στοὺς ζων­τα­νοὺς θρύ­λους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς avant-garde κι ἔ­χει δι­α­δρα­μα­τί­σει κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ ἀ­πο­δο­χὴ κυ­ρί­ως τῆς ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Μα­ζὶ μὲ τὴν Lydia Davis, πα­ρέ­μει­ναν γιὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς, εἴ­τε ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου ὕ­φους τους (ἀ­κραί­α ἀ­φαί­ρε­ση στὴ γλώσ­σα, ἐμ­μο­νὴ μὲ τὴν ὑ­παι­νι­κτι­κὴ ἀ­φή­γη­ση κι ἐ­πι­μο­νὴ στὴν ἀ­νά­δει­ξη τῆς πα­ρα­δο­ξό­τη­τας φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σή­μαν­των θε­μά­των), ἢ λό­γῳ τῆς δυ­σκο­λί­ας τα­ξι­νό­μη­σης τῶν κει­μέ­νων τους σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἡ μὲν Davis βρα­βεύ­θη­κε μὲ τὸ Booker Pri­ze τὸ 2013, ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὴν ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σια­κὴ φω­νή της στὴ συλ­λογὴ δι­ηγη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σιῶν της, ἡ δὲ Williams, ἵ­δρυ­σε τὸ 2000 τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Noon, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται ὁ­δο­δεί­κτης νέ­ων, πρω­το­πο­ρια­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν φω­νῶν καὶ καλ­λι­τε­χνῶν.


Ἡ Ἐλ­βε­τί­δα συγ­γρα­φέ­ας Fleur Jaeg­gy ἀ­πα­σχο­λεῖ τε­λευ­ταί­α τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἐ­ξε­τά­ζε­ται τὸ λα­κω­νι­κὸ ὕ­φος στὰ (ὑ­περ)σύν­το­μα πε­ζά της, καὶ ἡ λο­ξὴ μα­τιά της στὸν τρό­πο ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ θά­να­το καὶ τὴ ζω­ὴ ὑ­πὸ τὴ μό­νι­μη σκιά του. Στὸ ἔρ­γο της ἐν­το­πί­ζον­ται ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κές του Ἄν­τον Τσέ­χωφ, ἑ­νὸς ἀ­κό­μα προ­δρό­μου τοῦ εἴ­δους. Ἡ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο I’m the bro­ther of XX (2017) βρίθει δι­α­κει­με­νι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν, ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται συ­χνὰ σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, μὲ ἥ­ρω­ες ἀ­πὸ τὸν Cal­vino  ἕ­ως τὴν In­ge­borg Bach­mann καὶ τὸν Jo­seph Brod­sky. Τὰ τρί­α δο­κί­μια-μι­κρο­γρα­φί­ες γιὰ τὴ ζω­ὴ τῶν Tho­mas De Quin­cey, John Keats καὶ Mar­cel Schwob ἀ­παρ­τί­ζουν τὸ βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο The­se Pos­sible li­ves (2017) καὶ ἡ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας κι ἐ­δῶ, ὀ­φεί­λει πολ­λὰ στὴ συ­στη­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γειά της τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας. Ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς Jaeggy κα­τα­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἔ­χει ἀρ­χί­σει ἡ δι­ε­θνὴς κρι­τι­κὴ νὰ ἀ­να­θε­ω­ρεῖ τὸ αὐ­το­νό­η­το, ὅ­τι δη­λα­δὴ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­φο­ρᾶ μό­νο ἀγ­γλό­φω­να καὶ ἱ­σπα­νό­φω­να κεί­με­να. Ἰ­δί­ως με­τὰ καὶ τὰ πρόσ­φατα διε­θνῆ συ­νέ­δρια, πλη­θαί­νουν ἀ­να­φο­ρές στὸν Pie­rre Betten­court, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τὸν ὁ­ποῖ­ο μᾶς εἶ­χε συ­στή­σει ὁ Ἐ.Χ.Γο­νατᾶς, ἀλ­λὰ καὶ στὸν I­talo Svevo, ἕ­ναν ἀ­κό­μα κορυ­φαῖο ἐκπρό­σωπο τοῦ δυτι­κοῦ μο­ντερ­νι­σμοῦ. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος, σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἄγ­γλο θε­ω­ρη­τι­κὸ Lee Rourke, ἀ­νή­κει ἐ­πί­σης στοὺς προδρό­μους τῆς σύγ­χρονης μικρο­μυθο­πλασίας, μα­ζὶ μὲ τοὺς Ka­fka καὶ Ro­bert Wal­ser.


Τὸ 1919 ἡ Virginia Woolf στὸ δο­κί­μιό της «Modern Fiction», (δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸ 1921, ὅ­πως καὶ τὰ πο­λὺ σύν­το­μα πε­ζά της Blue and Green), ἀ­να­ζη­τᾶ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ ἐκ­φρά­ζει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος ἀ­πὸ τὶς κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Lee Rourke δὲ χρει­α­ζό­ταν νὰ ψά­ξει πο­λὺ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Robert Walser. Ἡ ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔργο του, «Νὰ εἶ­σαι μι­κρὸς καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νεις μι­κρός» ζων­τα­νεύ­ει μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο στὰ κεί­με­να ποὺ ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ του σὲ νευ­ρο­λο­γι­κὲς κλι­νι­κὲς ἀ­πὸ τὸ 1933 ἕ­ως τὸ θά­να­τό του (1956). Ὁ ἴ­διος ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι εἶ­χε ἐγκα­τα­λείψει τὴ συγ­γρα­φὴ καὶ ὅ­τι δὲν εἶ­χε ἐγ­κλει­στεῖ ἑ­κου­σί­ως γιὰ νὰ γρά­ψει, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ τρε­λα­θεῖ. Ἔ­τσι, ὅ­ταν πέ­θα­νε, τὰ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἡ­με­ρο­λό­για ποὺ βρέ­θη­καν στὴν κα­το­χή του καὶ ἦ­ταν κα­τά­στι­κτα μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ γράμ­μα­τα σὲ μιὰ ἀ­δι­ά­λει­πτη καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτη γρα­φὴ μὲ ἀ­χνὸ μο­λύ­βι, πι­θα­νο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἀ­συ­νάρ­τη­τες ση­μει­ώ­σεις σὲ μιὰ κω­δι­κο­ποι­η­μέ­νη γλώσ­σα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­νο­ή­σει. Τὸ 1972, ὅ­μως, ἀ­να­κα­λύ­φθη­κε ὅ­τι ἦ­ταν σύν­το­μα, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­να ἀ­φη­γή­μα­τα, μὲ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος καὶ τὸ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του, γραμ­μέ­να μὲ τὴ με­σαι­ω­νι­κή, γερ­μα­νι­κὴ γρα­φὴ Alte Deu­tsche Schrift, ποὺ ἐν­δεί­κνυ­ται ἂν θέ­λει κά­ποι­ος νὰ γρά­ψει ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα στὸ πί­σω μέ­ρος μιᾶς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς κάρ­τας. Ὁ Walser τὴν εἶ­χε δι­δα­χθεῖ ὡς μα­θη­τὴς καὶ τὴν τε­λει­ο­ποί­η­σε ὡς ἔγ­κλει­στος. Τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα αὐ­τὰ κυ­κλο­φό­ρη­σαν συγ­κεν­τρω­μέ­να μό­λις τὸ 2012 μὲ τὸν τί­τλο Micro­scripts. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ συ­ναρ­πα­στική ὀδύσ­σεια ἐσω­τε­ρικῆς δια­μά­χης καὶ πει­ρα­μα­τι­σμοῦ, γραμ­μέ­νη στὴ μικρό­τερη δυ­να­τή κλί­μακα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­χθεῖ χει­ρο­γρα­φως καὶ νὰ τὴ δι­α­κρί­νει τὸ ἀν­θρώ­πι­νο μά­τι.

       Στὶς 6 Νο­εμ­βρί­ου 1915, ὁ Franz Kafka ση­μει­ώ­νει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο του[2]: «Τὸ θέ­α­μα τοῦ κό­σμου ποὺ κι­νεῖ­ται σὰν τὰ μυρ­μήγ­κια μπρο­στὰ στὸ χα­ρά­κω­μα καὶ μέ­σα του.» Ἡ λα­κω­νι­κὴ αὐ­τὴ κα­τα­χώ­ρι­σή του συ­νο­ψί­ζει τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ τοῦ εἶ­χε κά­νει τὸ ὁ­μοί­ω­μα χα­ρα­κώ­μα­τος ποὺ εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες σὲ προ­ά­στιο τῆς Πρά­γας, ὡς ψυ­χα­γω­γι­κὸ θέ­α­μα ἐ­πὶ πλη­ρω­μῇ, προ­κει­μέ­νου νὰ συγ­κεν­τρω­θοῦν χρή­μα­τα γιὰ τὸν Ἐ­ρυ­θρὸ Σταυ­ρό. Μὲ τὴ λή­ξη τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου, τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1918, ση­μει­ώ­νει: «Τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου εἶ­ναι ἡ προ­σω­ρι­νό­τη­τά του. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α μπρο­στὰ στὴ φευ­γα­λέ­α στιγ­μὴ οἱ αἰ­ῶ­νες δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα», καὶ πα­ρα­κά­τω, «Ζω­ὴ ση­μαί­νει νὰ βρί­σκε­σαι στὸ κέν­τρο τῆς ζω­ῆς· μὲ μιὰ μα­τιὰ νὰ βλέ­πεις τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­χεις δη­μι­ουρ­γή­σει[3]».


Ἂν δι­α­βά­σει κα­νεὶς τὶς Τρεῖς γυναῖ­κες, τὶς τρεῖς σύν­το­μες νου­βέ­λες τοῦ Robert Musil, θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἀ­παν­τά­ει στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ δι­α­τέ­μνει ὅ­λο το ἔρ­γο του: «πῶς γί­νε­ται νὰ ζή­σου­με πλη­ρέ­στε­ρα; μὲ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ ἑ­νὸς κιν­δύ­νου[4].» Ἐ­πι­πλέ­ον, στὴ Γκρί­τζα (1921) ἐν­το­πί­ζε­ται μιὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κή, συ­νή­θης, πλέ­ον, στὴ μικρομυθοπλασία: πε­τυ­χαί­νει μιὰ δι­α­νο­η­τι­κὴ ἀ­να­τρο­πὴ τῆς ἀν­τι­λη­πτι­κῆς πα­ρά­στα­σης μέ­σῳ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὅ­ρα­σης. Ἐ­νῶ πε­ρι­γρά­φει τί ἔ­βλε­παν ἐρ­γά­τες, μη­χα­νι­κοὶ καὶ χω­ρι­κοὶ ὅ­ταν περ­πα­τοῦ­σαν πρὸς τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ἀν­τι­στρέ­φει τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νία 180ο: «Ὅ­ταν βρί­σκον­ταν [τὰ ἄ­λο­γα] σὲ κά­ποι­α σπη­λιὰ τοῦ βου­νοῦ, δε­μέ­να ἀ­νὰ τρί­α ἢ ἀ­νὰ τέσ­σε­ρα σὲ κά­ποι­ο πε­σμέ­νο δέν­τρο καὶ περ­νοῦ­σες στὶς τεσ­σε­ρά­μι­σι ἀ­πὸ μπρο­στά τους, ἀ­φοῦ εἶ­χες ξε­κι­νή­σει μὲ φεγ­γα­ρό­φω­το στὶς τρεῖς το πρω­ί, τό­τε γύ­ρι­ζαν ὅ­λα μα­ζὶ τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ με­ριά σου· ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, μέ­σα στὸ ἄ­ψυ­χο φῶς τῆς χα­ραυ­γῆς, ἔ­νι­ω­θες σὰν κά­ποι­α σκέ­ψη ἑ­νὸς πο­λὺ ἀρ­γοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ.»

       Ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὸς σὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους τε­χνι­κὲς καὶ ὁ Jorge Luis Bor­ges, ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους προ­δρό­μους τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Νό­τος», ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο Τε­χνά­σμα­τα (1944), ὁ Ντάλ­μαν, ὁ κεν­τρι­κὸς ἥ­ρω­ας, τα­ξι­δεύ­ει μὲ τὸ τρέ­νο πρὸς τὴν πα­τρί­δα του: […] «εἶ­δε ρε­μα­τι­ὲς καὶ λι­μνο­θά­λασ­σες καὶ ζων­τα­νά· εἶ­δε με­γά­λα, φεγ­γο­βό­λα σύν­νε­φα, ποὺ θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν μαρ­μά­ρι­να – κι ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­με­θό­δευ­τα καὶ σκόρ­πια, σὰ νά ‘ταν ὄ­νει­ρα τοῦ κάμ­που». Κο­ρυ­φαῖ­ο πα­ρά­δειγ­μα ἀ­παν­τᾶ­ται καὶ στὴ συλ­λο­γή του Τὸ Ἄ­λεφ (1949). Στὴν ἀρ­χὴ τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου δι­η­γή­μα­τος ση­μει­ώ­νε­ται τὸ ἐ­δά­φιο ἀ­πὸ τὸν Ἄμ­λετ, «Ὤ, Θε­έ μου, θὰ μπο­ροῦ­σα νά ’μαι κλει­σμέ­νος σ’ ἕ­να κα­ρυ­δό­τσου­φλο καὶ νὰ θε­ω­ρῶ τὸν ἑ­αυ­τό μου βα­σι­λιὰ τῆς ἀ­πε­ραν­το­σύ­νης» καὶ ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Μπόρ­­χες, βλέ­πει στὸ σκο­τει­νὸ ὑ­πό­γει­ο ἑ­νὸς σπι­τιοῦ σὲ μιὰ γι­γαν­τια­ία στιγ­μὴ τὸν σύμ­παν­τα κό­σμο μέ­σα σὲ μιὰ φω­τει­νή, ἰ­ρι­δί­ζου­σα σφαί­ρα δι­α­μέ­τρου δύ­ο-τρι­ῶν ἑ­κα­το­στῶν. «[…] εἶ­δα τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ σκο­τει­νοῦ μου αἵ­μα­τος, εἶ­δα τὸ πλέγ­μα τοῦ ἔ­ρω­τα καὶ τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ θα­νά­του, εἶ­δα τὸ Ἄ­λεφ ἀ­π’ ὅ­λα τὰ πρί­σμα­τα, εἶ­δα τὴ Γῆ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ καί, ξα­νά, μέ­σα στὴ Γῆ τὸ Ἄ­λεφ καὶ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ τὴ Γῆ, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὰ σω­θι­κά μου, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό σου καὶ ζα­λί­στη­κα κι ἔ­κλα­ψα, για­τὶ τὰ μά­τια μου εἶ­χαν δεῖ αὐ­τὸ τὸ μυ­στι­κὸ καὶ ἐ­πα­γω­γι­κὸ πράγ­μα ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κα­πη­λευ­θεῖ τ’ ὄ­νο­μά του, μὰ ποὺ κα­νέ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν τό ’χει δεῖ πο­τέ: τὸ ἀ­σύλ­λη­πτο συμ­παν[5]».

       Ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ὁ Ju­lio Cor­tá­zar, ἐ­πί­σης κύ­ριος πρό­δρο­μος τοῦ εἴ­δους. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιὰ»[6] (1966), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἡ ἀ­φή­γη­ση ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ πα­ράλ­λη­λους χρό­νους, δι­α­πλέ­κον­τας ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὰ δύ­ο ἐ­ρω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, μί­α ἀ­πὸ τὴ ρω­μα­ϊ­κὴ καὶ μί­α ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ καὶ ἡ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α ἀλ­λά­ζει δια­ρκῶς. Ἐ­πι­πλέ­ον, στὸ ὑ­περ­σύν­το­μο «Χε­λῶ­νες καὶ κρο­νό­πιο» (1962)[7], δι­ε­γεί­ρει ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ ταυ­τό­χρο­να σκέ­ψη καὶ συ­ναί­σθη­μα καὶ ἀ­πο­γει­ώ­νει τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἐν­συ­ναί­σθη­σης μὲ μί­α μό­νο κί­νη­ση: «Εἶ­ναι γε­γο­νὸς πὼς οἱ χε­λῶ­νες ἀ­γα­ποῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ τὴν τα­χύ­τη­τα, πράγ­μα πο­λὺ φυ­σι­κό. Οἱ ἐ­σπε­ράν­σα τὸ ξέ­ρουν ἀλ­λὰ δὲν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται. Οἱ φά­μα τὸ ξέ­ρουν καὶ τὶς κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν. Οἱ κρο­νό­πιο τὸ ξέ­ρουν καί, κά­θε φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τοῦν μιὰ χε­λώ­να, βγά­ζουν τὸ κου­τὶ μὲ τὶς χρω­μα­τι­στὲς κι­μω­λί­ες καὶ πά­νω στὸν στρογ­γυ­λὸ πί­να­κα τῆς χε­λώ­νας ζω­γρα­φί­ζουν ἕ­να χε­λι­δό­νι.» Ἐ­τού­τη τὴν ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ βα­θιᾶς ἐν­συ­ναί­σθη­σης τῶν φαν­τα­στι­κῶν πλα­σμά­των τοῦ Cortazar θὰ μπο­ροῦ­σε θε­ω­ρη­τι­κὰ νὰ αἰ­τι­ο­λο­γεῖ ὁ Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, ὅ­ταν, τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1957 στὸ Πα­ρί­σι, ση­μεί­ω­νε: «Κα­τὰ βά­θος εἶ­μαι ζή­τη­μα φω­τός[8]». Ἀλ­λὰ νὰ τὰ ἐ­ξαν­θρω­πί­ζει ὁ Ferna­ndo Pes­soa, ἐ­πί­σης πρό­δρο­μος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­ταν στὸ Βι­βλίο τῆς ἀνη­συ­χίας (1913-35) γρά­φει: «Ὅ­ταν θέ­λω νὰ σκε­φτῶ, βλέ­πω», «Για­τί ἐ­γὼ ἔ­χω τὸ μέ­γε­θος αὐ­τοῦ ποὺ βλέ­πω κι ὄ­χι τὸ μέ­γε­θος τοῦ ὕ­ψους μου», ἐ­φό­σον πί­στευ­ε ὅ­τι «Ὁ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸς κό­σμος εἶ­ναι μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα» καὶ πὼς τε­λι­κὰ «Εἴ­μα­στε δύ­ο ἄ­βυσ­σοι-ἕ­να πη­γά­δι ποὺ κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νό».


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

μον­τερ­νι­σμός, Bauhaus, ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


ΦΕΤΟΣ, συμ­πλη­ρώ­νε­ται ἕ­νας αἰ­ώ­νας ἀ­πὸ τὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Βα­ϊ­μά­ρης καὶ ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τῆς σχο­λῆς τέ­χνης τοῦ Bauhaus (1919) ποὺ εὐ­δο­κί­μη­σε μέ­σα στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο τοῦ δυ­τι­κοῦ μοντερ­νι­σμοῦ. Ἡ σχο­λὴ τοῦ Bau­haus, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἐπί­δραση ὑπῆρ­ξε ἐντο­νό­τερη στὴν Ἀμερική, ἐ­πει­δὴ μὲ τὴν ἀ­νά­δυ­ση τοῦ να­ζι­σμοῦ δι­α­λύ­θη­κε τὸ 1933 καὶ δι­έ­φυ­γαν ἐ­κεῖ πολ­λὰ μέ­λη της, ἱ­δρύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Wal­ter Gro­pius, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὁ­ρα­μα­τί­στη­κε μί­α τέ­χνη προ­σι­τὴ στὸ εὐ­ρὺ κοι­νό. Ἡ (ἀ­κραί­α) ἀ­φαί­ρε­ση, ἡ κα­θα­ρό­τη­τα στὴ φόρ­μα, ὁ συν­δυα­σμὸς τοῦ αὐ­στη­ροῦ μὲ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος τοῦ Bau­haus ἐμ­φύ­ση­σαν νέ­ες ἰ­δέ­ες στὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ 20οῦ αἰ. Τὸ 1922, ὁ Gropius, προ­σκα­λεῖ στὴ Βα­ϊ­μά­ρη τὸν Was­sily Kandin­sky, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­λαμ­βά­νει κα­θή­κον­τα κα­θη­γη­τῆ καὶ ἀν­τι­προ­έ­δρου στὴ σχο­λὴ μέ­χρι τὸ 1933. Ὁ Kandinsky στὴν πραγ­μα­τεί­α του Γιὰ τὸ πνευματικὸ στὴν τέχνη (1912) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι «τὴ στιγ­μὴ τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης ὅ­λες οἱ τέ­χνες τεί­νουν σὲ μιὰ ἀ­να­με­τα­ξύ τους προ­σέγ­γι­ση, μὲ βά­ση τὴν κοι­νὴ τά­ση τους πρὸς τὴν ἀ­φαί­ρε­ση (πνευ­μα­τι­κό­τη­τα)».

       Ὁ μον­τερ­νι­σμός, στὸ πλαί­σιο τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται ἀρ­κε­τοὶ πρό­δρο­μοι τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐκ­φρά­στη­κε καὶ μέ­σῳ τῆς δυ­τικῆς λογο­τε­χνίας καὶ εὐ­νό­η­σε τὸ δι­ή­γη­μα. Ἐ­πέ­φε­ρε δο­μι­κὲς ἀλ­λα­γὲς στὴν ἀ­φή­γη­ση, ὅ­πως τὴν ἀ­πο­φυ­γὴ πραγ­μά­τευ­σης χα­ρα­κτή­ρων ἢ ζη­τη­μά­των ἠ­θι­κῆς, τὴν ἑ­στί­α­ση στὰ γε­γο­νό­τα, χω­ρὶς ἀ­πα­ραί­τη­τα χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρά, καὶ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση τῆς συ­νειρ­μι­κῆς καὶ μνη­μο­νι­κῆς ἀ­φή­γη­σης. Χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος, ἐ­νί­ο­τε μὲ τὴν παι­γνι­ώ­δη σο­βα­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ὁ Πλά­τω­νας[9], τὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ Ἐ­αυ­τοῦ, τοῦ Ἄλ­λου, τῶν δι­α­προ­σω­πι­κῶν σχέ­σε­ων, τοῦ λό­γου ὕ­παρ­ξης, σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἄλ­λα­ζε μὲ ἀ­σύλ­λη­πτη τα­χύ­τη­τα.

       Στὸ βι­βλί­ο γιὰ τοὺς μύ­θους τοῦ Niko­lai Leskov ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ γερ­μα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τὸ 1936, ὁ Walter Benja­min στὴν εἰσα­γωγή του συ­νο­ψί­ζει μὲ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἀ­πο­σταγ­μα­τι­κό του λό­γο τὴν ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου: «Μιὰ γε­νιὰ ποὺ εἶ­χε μά­θει νὰ πη­γαί­νει σχο­λεῖ­ο μὲ ἅ­μα­ξες, τώ­ρα στε­κό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νὸ στὴν ἐ­ξο­χή, ὅ­που τί­πο­τε δὲν εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, καὶ κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τά, σ’ ἕ­να πε­δί­ο μά­χης καὶ ρα­γδαί­ας κα­τα­στρο­φῆς, βρι­σκό­ταν τὸ μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα.» Ἀν­τί­στοι­χα, οἱ γε­νι­ὲς τῶν δε­κα­ε­τι­ῶν ’70–’90 ποὺ ἀ­να­τρά­φη­καν ἀ­πὸ γο­νεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς πε­ρι­ό­δου πέ­ρα­σαν τα­χύ­τα­τα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­λο­γι­κὴ στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή, ἀ­πέ­κτη­σαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βλέ­πουν ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο στὸ κε­φά­λι μιᾶς καρ­φί­τσας[10] καὶ βί­ω­σαν τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου, τὸ ἀ­δι­α­νό­η­το κύ­μα βί­ας καὶ μί­σους ποὺ ἄλ­λα­ξε τὴ σε­λί­δα τῆς ἱ­στο­ρί­ας.


Πολ­λοὶ με­λε­τη­τὲς στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ ἀ­πέ­δω­σαν τὴν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ σὲ αὐ­τὸ τὸ κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νός, ὅ­μως ἡ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου εἶ­ναι πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κή. Ἀρ­κεῖ νὰ σκε­φτοῦ­με ὅ­τι βι­ώ­νου­με τὴν «κο­ρύ­φω­ση τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας» στὴν Ἀνθρωπόκαινο ἐ­πο­χή μας, μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ ἀ­να­ζη­τά­ει τρό­πους με­τοί­κη­σής μας σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες. Στὸ ἴ­διο πνεῦ­μα ἀ­να­ζή­τη­σης βρί­σκε­ται καὶ ἡ τέ­χνη. Ἕ­να μό­νο ἐν­δει­κτι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ ἰ­δέ­α τοῦ Ἀρ­γεν­τι­νοῦ εἰ­κα­στι­κοῦ Tomás Saraceno, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρου­σί­α­σε τὸ 2011 στὴ Γερ­μα­νί­α τὴν ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἐγ­κα­τά­στα­ση με­γά­λης κλί­μα­κας Cloud Cities καὶ στὸ δι­ε­θνὲς ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πρό­γραμ­μά του προ­τεί­νει τὴ με­τά­βα­ση στὴν Ἀερόκαινο ἐ­πο­χή[11].

       Σή­με­ρα ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ὄν, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἴ­δια τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά του, ἔ­χον­τας δεῖ ἀ­πεί­ρως πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ πιὸ ἀ­πί­θα­να πράγ­μα­τα ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­γρά­φει ὁ Benjamin, ὁ ὁ­ποῖ­ος μά­λι­στα ὁ­δη­γή­θη­κε στὴν αὐ­το­κτο­νί­α γιὰ νὰ μὴν πέ­σει στὰ χέ­ρια τῆς Γκε­στά­πο. Γιὰ πολ­λοὺς κρι­τι­κούς, ὁ ὑψη­λός βαθ­μὸς ὀπτι­κότη­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ ὡς κα­λει­δο­σκο­πι­κὴ κα­τα­γρα­φὴ τῆς ρέ­ου­σας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῶν πολ­λα­πλῶν καὶ ἀν­τι­φα­τι­κῶν εἰ­κό­νων, μὲ τὴν ἀ­ρω­γὴ καὶ ὑπὸ τὴν ἐπί­δρα­ση τῆς ραγ­δαίας ἐπι­στη­μονικῆς καὶ τε­χνο­λο­γικῆς ἐξέλιξης, ποὺ τῆς πα­ρέ­χει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ δί­νει τὴν αἴ­σθη­ση τῆς συγ­χρο­νί­ας, τῆς ἀ­πευ­θεί­ας ἀν­τα­πό­κρι­σης ἀ­πὸ τὴ σκέ­ψη (τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α) τῶν συγ­γρα­φέ­ων.

       Ὁ David Sless[12] (1981) θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι ἡ ὀ­πτι­κὴ σκέ­ψη εἶ­ναι ἕ­νας μη­χα­νι­σμὸς χει­ρι­σμοῦ τοῦ ὀ­πτι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος μὲ σκο­πὸ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α συγ­κε­κρι­μέ­νων νο­η­μά­των καὶ ὅ­τι ἡ ὅ­ρα­ση εἶ­ναι ἡ ἕ­δρα τῆς εὐ­φυΐ­ας καὶ ὁ Rudolf Arnheim (1999) ὅ­τι ὅ­ρα­ση καὶ σκέ­ψη εἶ­ναι ἀλ­λη­λέν­δε­τες λει­τουρ­γί­ες. Δι­α­πι­στώ­σεις ποὺ ὑ­πο­φώ­σκουν στὶς κυ­ρι­ό­τε­ρες με­λέ­τες τοῦ φαι­νο­μέ­νου (W. Nelles, O. Ette, L. Zavala, κ.λπ.), ὅ­που ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸ δι­ή­γη­μα ποὺ βρῆ­κε γό­νι­μο ἔ­δα­φος στὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ πλαί­σιο τοῦ ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ (π.χ. V. Woolf), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἴ­τε βρί­σκε­ται στὸ με­ταίχ­μιο ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ–ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ ἢ ἀν­τλεῖ δο­μι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο[13], ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ὁ Kafka. Ἔ­τσι, ἐ­λέγ­χε­ται ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμὸ ποὺ ἀ­να­πα­ρι­στᾶ τὴ ση­με­ρι­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (τὸ «ἐ­πι­κα­λού­με­νο κί­νη­τρο» τῆς [μι­κρο]μυ­θο­πλα­σί­ας) καὶ ὡς ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ τὴν ἀλ­λά­ξει, δι­ε­γεί­ρον­τας τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ἐ­ξε­ρευ­νών­τας νέ­ες δυ­να­τό­τη­τες σὲ τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο.

       Ἡ ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ αὐ­τὴ προ­σέγ­γι­ση δὲ λύ­νει τὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ πρό­βλη­μα εὕ­ρε­σης ἑ­νὸς ὁ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δι­χά­ζει τοὺς κρι­τι­κοὺς δι­ε­θνῶς, ὅ­πως τοὺς εἶ­χε δι­χά­σει καὶ τὸν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χουν κα­τα­λή­ξει. Οὔ­τε ἀ­παν­τά­ει στὴ θε­ω­ρη­τι­κὴ δι­α­μά­χη γιὰ τὸ ἂν εἶ­ναι ἢ δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ φω­τί­ζει τὸ κύ­ριο ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα: κο­μί­ζει κά­τι και­νού­ριο καὶ ἂν ναί, πῶς καὶ γιατί ἀνανεώνει τὴν τέχνη τοῦ λόγου, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὴ σύν­θε­τη σκέ­ψη, ἡ ὁ­ποί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη δι­ά­νοι­α καὶ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ Δι­α­φω­τι­σμὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς γνώ­σης;

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α θέ­τει ἐ­ρω­τή­μα­τα, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὅ­λα δεί­χνουν ὅ­τι ἀ­να­βι­ώ­νει ὁ ἠ­θι­κὸς προ­βλη­μα­τι­σμὸς καὶ ὅ­τι ἔ­χει πα­ρέλ­θει ὁ πει­ρα­μα­τι­σμὸς τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Ἡ ἀλ­λα­γὴ τοῦ τρό­που ζω­ῆς κι ἑ­πο­μέ­νως σκέ­ψης ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δι­κτυ­ώ­νει συγ­γρα­φεῖς καὶ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ συμ­βο­λι­κὴ συ­νο­χὴ ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τει βα­θιὰ γνώ­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῶν εἰ­δῶν της καὶ σε­βα­σμὸ στὶς το­πι­κὲς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες. Ἀ­πο­τε­λεῖ δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης καὶ χρή­ζει ad hoc με­λέ­της στὸ πλαί­σιο τῆς σύγ­χρο­νης κουλ­τού­ρας μας ποὺ δι­α­μορ­φώ­νε­ται στα­δια­κά, μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας ἡ ὁ­ποί­α «εἰ­σά­γει κα­τευ­θεί­αν στὴ συμ­βο­λι­κὴ τά­ξη, σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­γί­ζει τὸ νό­η­μα, δη­λα­δὴ σὲ ὅ,τι δυ­σκο­λεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ συ­νεν­νό­η­ση μας[14]». Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο, τὸ ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα κί­νη­ση-συ­ναί­σθη­μα (mocion–emocion) τῆς Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Ottmar Ette ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ θε­ω­ρί­α, φαί­νε­ται νὰ προ­σφέ­ρει μιὰ πρώ­τη πρα­κτι­κὴ ἐ­φαρ­μο­γή.

       Τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­χαν δι­α­κρί­νει οἱ ἐ­πι­με­λη­τὲς τῶν πρώ­των ἀγ­γλό­φω­νων ἀν­θο­λο­γι­ῶν τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘80. Ὁ Irving Howe ἀ­νέ­φε­ρε τὸ πό­σο τολ­μη­ροὶ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πι­χει­ροῦν νὰ ἐ­κτε­θοῦν σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ὅ­που κα­μί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀ­δυ­να­μί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρυ­φτεῖ. Καὶ οἱ Robert Shapard καὶ James Thomas στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοὺς Sudden Fiction: American Short-Short Stories, ση­μεί­ω­ναν: «Ἡ συμ­πύ­κνω­ση προ­κα­λεῖ κά­τι θε­με­λι­ῶ­δες στὴ μορ­φὴ τῆς γρα­φῆς, ποὺ ἀλ­λά­ζει τὸ dna της», καὶ «Ἡ πρω­ταρ­χι­κὴ ποι­ό­τη­τα, ὅ­πως λέ­νε οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ συγ­γρα­φεῖς μας, εἶ­ναι ἡ ζω­ή. Ἰ­δι­αί­τε­ρα συμ­πυ­κνω­μέ­να, ἰ­δι­αί­τε­ρα φορ­τι­σμέ­να, ὑ­πο­νο­μευ­τι­κά, πρω­τε­ϊ­κά, ἐκ­πλη­κτι­κά, ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ δε­λε­α­στι­κά, αὐ­τὰ τὰ ὑ­περ­μι­κρὰ πε­ζὰ δί­νουν μορ­φὴ σὲ ἀ­πό­με­ρα ση­μεῖ­α τοῦ χά­ους καὶ σὲ μί­α σε­λί­δα κά­νουν ὅ,τι κά­νει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα σὲ δι­α­κό­σι­ες. Ἐ­ὰν κα­τα­φέρ­νουν νὰ στα­μα­τοῦν τὸ χρό­νο […], βρί­σκον­ται ἐ­δῶ γιὰ σᾶς, πρω­τί­στως, ὡς ζων­τα­νὲς φω­νές.»

       Ἡ πε­ρι­πλά­νη­ση στὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ κό­σμο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ δαι­δα­λώ­δης δι­α­δι­κτυα­κὸς κι ἔν­τυ­πος μι­κρό­κο­σμος σφύ­ζει ἀ­πὸ κί­νη­ση, δι­ά­νοι­α καὶ ζω­ή, ὡς ἕ­να πε­δί­ο συ­νάν­τη­σης, ὄ­χι μό­νο εἰδῶν ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δε­ῶν ποὺ μᾶς ἔ­χουν ἐμ­φυ­σή­σει, στο­χα­στές, ἐ­πι­στή­μο­νες, καλ­λι­τέ­χνες, πε­ζο­γρά­φοι καὶ ποι­η­τές, πρό­δρο­μοι καὶ μὴ τοῦ εἴ­δους. «Κι­νοῦ­μαι εἶ­ναι ζῶ», ἔ­γρα­φε ὁ Pessoa καὶ ὁ Σε­φέ­ρης τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1949, ση­μεί­ω­νε: «Τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὄ­χι ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι sil est question d’être relu, ἀλ­λὰ νὰ λές: ἐ­γὼ θὰ γρά­ψω, κι ὅ,τι θέ­λει ἂς γί­νει, γιὰ νὰ κρα­τή­σω ζων­τα­νό το πράγ­μα ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴ ζων­τά­νια μου.» Ἰ­δέ­ες ποὺ δὲν ἀ­πέ­χουν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πὸ τὶς γνω­στὲς προ­τρο­πὲς τῆς ἐ­πο­χῆς μας: «ἄ­δρα­ξε τὴ μέ­ρα», «ζῆ­σε τὸ τώ­ρα», «ἐκφράσου ελεύθερα», κ.λπ.

       Συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ὅ­πως τὸ ρε­α­λι­στι­κὸ δι­ή­γη­μα ὡς μί­α «φέ­τα ζω­ῆς»[15]. Θε­ω­ρῶ ὅ­τι λει­τουρ­γεῖ μᾶλ­λον ὡς ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἕ­να ἀ­κα­ρια­ῖο ἐ­ρέ­θι­σμα, ποὺ σπά­ει τὴν «πα­γω­μέ­νη θά­λασ­σα μέ­σα μας», ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ Kafka γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, μὲ μι­κρὲς καὶ συ­χνὲς δό­σεις. Ὅ­πως σὲ ὅ­λα τα εἴ­δη λό­γου, ἔ­τσι καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὑ­πάρ­χουν δι­α­κυ­μάν­σεις ὡς πρὸς τὸ ποι­ο­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να, ὅ­μως, ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ ἀ­πό­λαυ­ση προ­κα­λεῖ ἀ­ναγ­κα­στι­κὴ στά­ση στὸν ἀ­σύλ­λη­πτο ρυθ­μὸ τῆς ζω­ῆς μας, ἐ­φό­σον συ­χνὰ ὁ χρό­νος ἀ­νά­γνω­σης εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρος τοῦ χρό­νου ἐγ­κε­φα­λι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας, λό­γῳ πυ­κνῶν νο­η­μά­των, ὑ­ψη­λοῦ βαθ­μοῦ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας, ἔκ­πλη­ξης ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ δει­νό­τη­τα (τό­σο μι­κρὸ καὶ τό­σο κα­λό), ποὺ ὁ­δη­γοῦν σὲ πολ­λα­πλὲς ἀ­να­γνώ­σεις. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο, μιὰ μα­τιὰ στὸ ἀ­έ­να­ο καὶ ἄ­χρο­νο της Ζω­ῆς καὶ στὴ συσ­σω­ρευ­μέ­νη γνώ­ση μας τό­σων αἰ­ώ­νων. Μί­α νύξη γιὰ τὸ τί εἶναι μικρὸ καὶ τί μεγάλο καὶ στὸ πῶς μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἐκ­φρά­σει καὶ νὰ παί­ξει κα­νεὶς μὲ αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ G. Bachelard, ἀλ­λὰ μᾶς δί­δα­ξε κα­λὰ ὁ δυ­τι­κὸς μον­τερ­νι­σμός.


 

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: γρα­φή­μα­τα


ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ τῆς Google Books NGram Viewer μπο­ρεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα γρα­φι­κὰ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἀ­να­ζη­τή­σεις του στὴ βά­ση δε­δο­μέ­νων τῶν βι­βλί­ων στὴν Google, ἂν καὶ σὲ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες γλῶσ­σες κι ἐ­θνι­κὲς γραμ­μα­τεῖ­ες ἀ­κό­μα (στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ἰ­α­πω­νι­κή, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δὲν πα­ρέ­χε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα).


Ὡ­στό­σο τί μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με:

Game (παι­χνί­δι) = στα­θε­ρὴ ἀ­πὸ τὸ 1850 ἕ­ως τὸ 1920 ποὺ ἔ­χου­με μιὰ πρώ­τη κο­ρύ­φω­ση ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, μι­κρὴ ὕ­φε­ση ἕ­ως τὸ 1964 καὶ ἀ­νο­δι­κὴ πο­ρεί­α ἕ­ως τὸ 2008.

Life,death (ζω­ή, θά­να­τος) = ἀ­να­ζή­τη­ση γιὰ τὴν πε­ρί­ο­δο 1500-2008: ἀ­πὸ τὸ 1750 στα­θε­ρὰ ἀ­νο­δι­κὰ ἡ ζω­ή.

minificción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ) = ἀ­πὸ τὸ 1981 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

microcuento (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὰ ἱ­σπα­νι­κά) = 1961-1987 στα­θε­ρὴ πο­ρεί­α καὶ ἀ­πὸ τό­τε κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

short-short story (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα) 1905-1912 ἐμ­φα­νί­ζε­ται, 1928-1945 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση στὴ χρή­ση τοῦ ὅ­ρου, ἔν­το­νες δι­α­κυ­μάν­σεις μέ­χρι τὸ 1960 κι ἔ­κτο­τε μιὰ στα­θε­ρὴ ἐμ­φά­νι­ση ἕ­ως τὸ 2008.

microfiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ αὔ­ξη­ση χρή­σης τοῦ ὅ­ρου ἀ­πὸ τὰ μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.

flash fiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ὁ­μοί­ως, ἂν κι ἐ­δῶ κα­τα­γρά­φον­ται καὶ κά­ποι­ες ἐν­δι­ά­με­σες κο­ρυ­φώ­σεις (1892-1926, 1934-1942 καὶ 1981-2008 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

micronarratives (μι­κρο­α­φη­γή­σεις)= ἡ αὔ­ξη­ση εἶ­ναι ρα­γδαί­α ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὸ τρα­γού­δι τοῦ Jaques Brel (1967) La chanson des vieux amants (Τὸ τρα­γού­δι τῶν πα­λι­ῶν ἐ­ρα­στῶν), γιὰ τὸν στί­χο «τε­λι­κὰ χρει­ά­στη­κε πο­λὺ τα­λέν­το γιὰ νὰ γε­ρά­σου­με χω­ρὶς πο­τὲ νὰ ἐ­νη­λι­κι­ω­θοῦ­με» («Finalement, Il nous fallut bien du talent Pour être vieux sans être adultes»).


Τὸ βι­βλί­ο The storyteller τοῦ Walter Benjamin (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Τὸ βι­βλί­ο Ἡ ἱστο­ρία τοῦ ματιοῦ τοῦ Geor­ges Ba­tail­le.


Τὸ βι­βλί­ο Καβου­ρη­δὸν καὶ Παρα­δρόμως. Μικρὲς σπου­δὲς γιὰ τὸ ἄθλη­μα τῆς γραφῆς τοῦ Δη­μή­­τρη Δη­μη­­ρού­λη.


Ὁ ὁ­δη­γὸς συγ­γρα­φῆς (στὰ ἀγ­γλι­κὰ) γιὰ δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῶν Hum­mel H.K. καὶ Le­nox Ste­pha­nie μὲ τί­τλο ShortForm Crea­tive Wri­ting: A Wri­ters Gui­de and Antho­lo­gy, στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φουν συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως o­ι: Matt Bell, Lydia Davis, Nata­lie Diaz, Amy Hem­pel, Ja­mai­ca Kin­caid, Ada Limon, Justin Torres, and O­cean Vuong. Γιὰ ἐ­νη­με­ρώ­σεις ἀγ­γλό­φω­νων βι­βλί­ων μὲ συμ­βου­λὲς γιὰ πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τὲς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Poets & Writers.


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο 83 Ἱ­στο­­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­­μεῖ­ο Μη­δέν, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῶν Βασίλη Μα­νου­σά­κη, Ἡρῶς Νι­κο­πού­λου καὶ Ἕλενας Σταγ­κου­ρά­κη.


Διαδίκτυο


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὰ 100 χρό­νια τοῦ Bau­haus τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Da­zeen γιὰ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη.


Τὰ δύ­ο ἐκ­παι­δευ­τι­κά, δω­ρε­ὰν προ­γράμ­μα­τα ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Harvard γιὰ τὴ Μον­τέρ­να καὶ τὴν Παγ­κό­σμια Λο­γο­τε­χνί­α, Mo­dern Master­pie­ces of World Li­tera­ture & Master­pieces of World Li­terature.

Διά­ρκεια: 8 καὶ 12 ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τί­στοι­χα

Διά­ρκεια πρό­σβα­σης στὸ πρό­γραμ­μα: Φε­βρουά­ριος-Αὔ­γου­στος 2019.

Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή.


Διαγωνισμοί


Οἱ δύ­ο δι­α­γω­νι­σμοὶ τῆς Na­tional Flash Fiction Day ποὺ δι­ορ­γα­νώ­νε­ται στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α κά­θε Κα­λο­καί­ρι ἀ­πὸ τὸ 2012:

  1. The 2019 Anthology: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 500 λέ­ξεις μὲ θέ­μα «Πόρ­τες» γιὰ τὴν ἐ­τή­σια δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἐκ­δί­δει. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.50 γιὰ ἕ­να, £4.00 γιὰ δύ­ο καὶ £6.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.
  2. The 2019 Micro Fiction Competition: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 100 λέ­ξεις, ἐ­λεύ­θε­ρο θέ­μα. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.00 γιὰ ἕ­να, £3.50 γιὰ δύ­ο καὶ £5.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.

Ὁ δι­α­γω­νι­σμὸς Winter 2019, μὲ κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 31 Μαρ­τί­ου 2019, στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Narrative. Γιὰ ἄλ­λους δι­α­γω­νι­σμούς του γιὰ δι­ά­φο­ρες κα­τη­γο­ρί­ες καὶ προ­θε­σμί­ες ποὺ τρέ­χουν, δεῖ­τε εδώ.


Μάρ­τιος 2019


[1]. Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα στὰ ἀγ­γλι­κὰ εδώ.
[2]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ ἡ­με­ρο­λό­για, μτφρ. Ἄ. Βε­ρυ­κο­κά­κη, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1998, σελ. 367.
[3]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ μπλὲ τε­τρά­δια, μτφρ. Γ. Βαμ­βα­λῆς, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1982, σελ. 58.
[4]. Ρόμ­περτ Μού­ζιλ, Τὸ Μαγεμένο Σπίτι, Ἡ Γκρίτζα, μτφρ.- εἰ­σα­γω­γὴ Ἀλ. Ἴ­σα­ρης, Ἠ­ρι­δα­νός, Ἀ­θή­να (δὲν ἀ­να­γρά­φε­ται ἔ­τος ἔκ­δο­σης), σελ.19.
[5]. Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Ἅ­παν­τα πε­ζά, μτφρ. –ἐ­πι­μέ­λεια- σχό­λια Ἀχ. Κυ­ρι­α­κί­δης, 7η ἔκ­δο­ση, Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2009, σσ. 220, 343-5.
[6]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιά, μτφρ. Γ.Δ.Χουρ­μου­ζιά­δης, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1984, τὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μα σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη.
[7]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἱ­στο­ρί­ες τῶν Κρο­νό­πιο καὶ τῶν Φά­μα, μτφρ. Ἑλ. Χα­ρά­τση, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1983.
[8]. Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, Ζή­τη­μα Φω­τός, Ὁ Θα­νά­σης Χα­τζό­που­λος ἀν­θο­λο­γεῖ τὶς Μέ­ρες τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, Μπά­στας – Πλέσ­σας, Ἀ­θή­να, 1995.
[9]. Στὴ Διάκριση (1979) ὁ Pier­re Bour­dieu με­λε­τᾶ ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ πλῆ­θος κοι­νω­νι­κῶν ὁ­μά­δων, ἀ­να­λύ­ει τὸ γοῦ­στο κι ἐ­πα­να­φέ­ρει τὸν homo aestheticus στὸ κέν­τρο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἐ­πι­στή­μης. Μέ­σῳ μιᾶς σχε­σια­κῆς προ­σέγ­γι­σης ὅ­λων των ἐκ­φάν­σε­ων τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς τῆς ἐ­πο­χῆς του ἀ­να­λύ­ει τε­λι­κὰ τὸ σύν­θε­το δε­σμὸ με­τα­ξὺ κουλ­τού­ρας, ἐ­ξου­σί­ας καὶ ταυ­τό­τη­τας. Ἡ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸν κό­σμο (καὶ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Goffman) ποὺ παίρ­νει κα­νεὶς ὅ­ταν, χω­ρὶς πνεῦ­μα σο­βα­ρό­τη­τας, παίρ­νει στὰ σο­βα­ρά το παι­χνί­δι, μὲ τὴν πλα­τω­νι­κὴ ἔν­νοι­α, ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση καὶ συ­νι­στᾶ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἀ­στι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ κό­σμου. Προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ τὴ βι­ώ­σει κα­νείς, ὅ­μως, εἶ­ναι, ἂν ὄ­χι νὰ «κα­τα­στή­σει τὴν ὕ­παρ­ξή του κά­τι σὰν παι­δι­κὸ παι­χνί­δι, ὅ­πως ὁ καλ­λι­τέ­χνης, του­λά­χι­στον νὰ πα­ρα­τεί­νει πο­λύ, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή, τὴ σχέ­ση μὲ τὸν κό­σμο τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας» (σελ. 96). Ἔ­τσι μπο­ρεῖ νὰ δι­α­τη­ρη­θεῖ ἡ ἀ­πό­λαυ­σή του νὰ παί­ζει κα­λὰ τὸ (πο­λι­τι­στι­κὸ) καὶ κά­θε παι­χνί­δι, μὲ τὴ δι­κή του τέ­χνη τοῦ παί­ζειν, μὲ κα­νό­νες ποὺ ὀ­φεί­λει νὰ γνω­ρί­ζει κα­λά, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ καὶ νὰ τοὺς σπά­ει. Μιὰ ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ τρέ­φε­ται μὲ λε­πτὲς νύ­ξεις καὶ συ­σχε­τι­σμοὺς καὶ καί­ει ἀ­σί­γα­στα. Ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται καὶ ἡ ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση αἴ­σθη­ση τῆς δι­ά­κρι­σης, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ «ἐ­πί­κτη­τη δι­ά­θε­ση καὶ λει­τουρ­γεῖ μὲ τὴ σκο­τει­νὴ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τοῦ ἐν­στί­κτου» (σελ. 538).
       Ἰ­δέ­α τοῦ Γάλ­λου στο­χα­στῆ ἡ ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ —ἐ­κτός των ὁ­ρί­ων τοῦ μι­κρο­α­στι­σμοῦ ποὺ τὴν ἐν­τάσ­σει συ­χνὰ στὴ Δι­ά­κρι­ση— σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὸν homo ludens τοῦ Johan Huizinga τοῦ δυ­τι­κοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ.
[10]. Doreen Massey and John Allen (eds), Geography matters – A reader, Cambridge University Press, N. York, 1984.
[11]. Ο Richard Boyd Hauck συγ­κα­τα­λέ­γει στὸ βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο A Cheer­ful Ni­hi­lism (1971), τὸν ἐ­πί­σης πρό­δρο­μο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Do­nald Bar­thelme, στοὺς κο­ρυ­φαί­ους Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ πα­ρά­δο­ξου καὶ τοῦ ἀ­να­τρε­πτι­κοῦ χι­οῦ­μορ, ὡς «εὐδιάθετο μηδενιστή», μα­ζὶ μὲ τοὺς Melville, Mark Twain καὶ James Thurber καὶ τὸν συν­δέ­ει μὲ τὸν Kafka καὶ τὸν Camus. Στὸ δι­ή­γη­μά του μὲ τί­τλο «The Balloon»(πρώ­τη ἔκ­δο­ση 1968) ὁ Barthelme πε­ρι­γρά­φει τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τῶν Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζων τῆς ἐ­πο­χῆς ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να τε­ρά­στιο μπα­λό­νι στὸν οὐ­ρα­νὸ τῆς πό­λης καὶ πῶς κά­ποι­οι ἐκ­δη­λώ­νουν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τους νὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι μέ­σα σὲ αὐ­τὸ καὶ νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βα­στεῖ σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν Μειω­μένη Βαρύ­τη­τα τῆς Kara Oakleaf.
[12]. David Sless, Learning and Visual Communication, Halsted Press, N. York –London, 1981.
[13] . Ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός: καλ­λι­τε­χνι­κὸ κί­νη­μα ποὺ πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ Γερ­μα­νί­α στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ἀ­νή­κει στὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴ πρω­το­πο­ρί­α καὶ συν­δέ­ε­ται μὲ τὸ μον­τερ­νι­στι­κὸ κί­νη­μα. Στὴ λο­γο­τε­χνί­α προ­κύ­πτει ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμό, τὸ να­του­ρα­λι­σμὸ καὶ τὸ συμ­βο­λι­σμό. Ἡ ἐ­πα­να­στα­τι­κό­τη­τά του ἔγ­κει­ται στὴν ἄρ­νη­ση τῆς ἀ­λη­θο­φά­νειας καὶ τῆς πι­στῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Προ­βάλ­λει τὴν ἐμ­πει­ρι­κὴ γνώ­ση μέ­σῳ τῆς φαν­τα­σί­ας, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἔκ­στα­ση καὶ τὴν ἀ­πό­γνω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὶς με­γα­λου­πό­λεις καὶ στὶς μη­χα­νές. Ἡ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὴ δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς δι­ά­λυ­σης καὶ τῆς ἀ­να­γέν­νη­σης τῆς κοι­νω­νί­ας ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἀν­τι­πο­λε­μι­κὴ ὀ­ξύ­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή.
[14]. Denys Cuche, Ἡ ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας στὶς κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, μτφρ. Φ. Σι­ά­τι­στας, Τυ­πω­θή­τω, Ἀ­θή­να, 2001, σελ. 13.
[15]. Θα­νά­σης Θ. Νιά­ρχος (ἐ­πι­μέ­λεια), Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Δι­η­γή­μα­τος, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Ἡ πο­ρεία τοῦ ὅ­ρου micro­fiction στὴν βι­βλιο­πα­­ρα­γωγὴ τῆς ἀγ­γλικῆς γλώσ­σας ἀ­νά­μεσα στὰ ἔ­τη 1850-2000. Γρά­φη­μα ἀ­πὸ τὸ Google Books NGram Viewer.

Κατηγορίες: Χριστοδούλου Δήμητρα Ἰ., Μικρομυθοπλασία, Ἀναφορές.


		
Διαφημίσεις

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz): Ἐ­ρω­τΑ­πο­κρί­σεις μὲ τὸν Κλέ­μενς Ζέτς



Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz)


Ἐ­ρω­τΑ­πο­κρί­σεις μὲ τὸν Κλέ­μενς Ζέτς


E: Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο ἀ­πό­φθεγ­μα ποὺ σοῦ ἀ­ρέ­σει ἢ ποὺ θε­ω­ρεῖς ὅ­τι εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ται­ρια­στὸ ἢ καὶ σχε­τι­κὸ μὲ τὴ μι­κρο­α­φή­γη­ση, ποὺ νὰ ἀ­νή­κει εἴ­τε σε κά­ποι­ον συγ­γρα­φέ­α εἴ­τε σὲ κά­ποι­ον ποὺ νὰ δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται σὲ πε­δία ἄλ­λα ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­πως λ.χ. ἄλ­λες τέ­χνες, οἱ ἐ­πι­στῆ­μες, ἡ φι­λο­σο­φί­α, ἡ θρη­σκεί­α ἢ ἀλ­λοῦ;

 

Α: «Μί­λα γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου κι αἴ­νιγ­μα θά ‘ναι», λέ­ει ἡ Σφίγ­γα στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ Φά­ου­στ τοῦ Γκαῖ­τε.[1]

  

Ε: Ἔ­χεις κά­ποι­α ἀ­γα­πη­μέ­νη μι­κρο­α­φή­γη­ση ἢ συγ­γρα­φέ­α, ἢ ἀ­γα­πη­μέ­νο βι­βλί­ο μι­κρο­α­φη­γή­σε­ων;

 

Α: Ὁ Φε­λὶξ Φε­νε­όν, ἕ­νας Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­γρα­φε αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νό­μα­ζε «Ἱ­στο­ρί­ες τῶν τρι­ῶν ἀ­ρά­δω­ν» γιὰ τὴ Φιγ­κα­ρό – μι­κρές, ἐν­δε­λε­χεῖς μα­τι­ὲς στὴν ἀ­νε­ξάν­τλη­τη πε­ρι­έρ­γεια τῶν ἀν­θρώ­πι­νων ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σε­ων. Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα: «Τὴν Μαν­τὰμ Κουν­τέρκ, τοῦ Σαὶντ-Οὐ­έν, τὴν ἀ­πέ­τρε­παν δια­ρκῶς ἀ­π’ τὸ νὰ κρε­μα­στεῖ ἀ­πὸ τὸ μάν­τα­λο τοῦ πα­ρα­θύ­ρου της. Μό­λις ἐ­ξαν­τλή­θη­κε ἡ ὑ­πο­μο­νή της, πέ­τα­ξε πά­νω ἀ­π’ τὰ λι­βά­δια.»

 

Ε: Τί δι­α­βά­ζε­τε τώ­ρα;


Α: Τὸ Κρι­στὶν Λά­βραν­σντάτ­τερ τῆς Σίγ­κριντ Οὔν­τσετ – τὸ ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­το τῆς μι­κρο­α­φή­γη­σης.

 

Ε: Τί προ­σφέ­ρει ἡ μι­κρο­α­φή­γη­ση στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες, ποὺ δὲν προ­σφέ­ρει ἡ ἀρ­γὴ (κα­νο­νι­κὴ) ἀ­φή­γη­ση;

 

Α: Τὴν ἀ­πο­λαυ­στι­κὰ πα­ρά­δο­ξη αἴ­σθη­ση τῆς ἀ­νά­γνω­σης ποὺ δι­α­φαί­νε­ται στὰ λό­για τοῦ Ἄμ­λετ: «Ὦ, Θε­έ μου, κι ἂν ἤ­μουν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος σὲ ἕ­να κα­ρυ­δό­τσου­φλο, θὰ μὲ λο­γά­ρια­ζα γιὰ βα­σι­λιὰ τοῦ ἀ­πεί­ρου.»

 

Ε: Ἔ­χει προ­κύ­ψει κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα σας ἀ­φη­γή­μα­τα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρο­α­φή­γη­ση ἢ τὸ ἀ­νά­πο­δο;

 

Α: Ναί, συμ­βαί­νει πο­λὺ συ­χνά. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α δι­α­μορ­φώ­νει προ­ο­δευ­τι­κὰ ἀ­πὸ μό­νη της τὴ φόρ­μα ποὺ τῆς χρει­ά­ζε­ται γιὰ νὰ ὑ­πάρ­ξει.


[1] Πρόκειται γιὰ τὸν στ. 7132 τοῦ Δευτέρου μέρους τοῦ Φάουστ (Sprich nur dich selbst aus, wird schon Rätsel sein). Ἡ μετάφραση προέρχεται ἀπὸ τὴν ἔκδοση: Goethe, Φάουστ, (εἰσ.-μτφρ.-σχόλ.: Π. Μάρκαρης), Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2003).


Πη­γή: Cl. Setz (μτφρ.: Ρ. Constantine), «Τwo stories», World Li­te­ra­tu­re Today 86, 5 (Σε­πτέμ­βριος/Ὀ­κτώ­βριος 2012) 62.

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz) (Γκρὰτς τῆς Αὐ­στρί­ας, 1982). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα ἔ­γι­νε τὸ 2007. Ἔ­χει προ­τα­θεῖ δύ­ο φο­ρὲς γιὰ τὸ Γερ­μα­νι­κὸ Βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου, ἐ­νῶ ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Βρα­βεῖ­ο Βι­βλί­ου τῆς Λει­ψί­ας (2011) καὶ τὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Βρα­βεῖο Wil­helm Ra­a­be (2015). Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον φε­ρέλ­πι­δες συγ­­γρα­φεῖς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hershman


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#5]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Ta­nia Hershman: Ἡ μικρομυθοπλασία

κλονίζει τὶς βεβαιότητες

καὶ ἀπελευθερώνει τὴ δημιουργικότητά μας


* Συνέντευξη μὲ τὴν Tania Hershman *


Ἡ συ­νέν­τευ­ξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἑ­νὸς τρι­ε­τοῦς ἐ­ποι­κο­δο­μη­τι­κοῦ δι­α­λό­γου κι ἀν­ταλ­λα­γῆς ἀ­πό­ψε­ων στὴ διάρ­κεια τῆς ἔ­ρευ­νάς μας ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­φε­τη­ρί­ες καὶ προ­ο­ρι­σμούς. Ξε­κί­νη­σε μέ­σω ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου τὸ 2015, ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τὸ Νο­­έμ­βριο τοῦ 2018 κι ἐ­πι­και­ρο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ κοι­νοῦ, ὅ­ταν πλέ­ον ἡ Hersh­man εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Bath Spa University, μὲ τὴ δια­τρι­βή της νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α γιὰ τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ Σω­μα­τι­δια­κῆς Φυ­σι­κῆς.

       Ἡ συ­νέν­τευ­ξη ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν κοι­νή μας πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α κι­νεῖ­ται δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ συγ­χρο­νι­κὰ πρὸς τὸν ἄ­ξο­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Σή­με­ρα σχε­τί­ζε­ται καὶ μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη, μὲ τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ μα­κρο-ἐ­πί­πε­δο στὸ μι­κρο-ἐ­πί­πε­δο, ἐ­νῶ, ἐ­πι­πλέ­ον ἡ με­λέ­τη της εἶ­ναι δι­ε­πι­στη­μο­νι­κή, σύμ­φω­να μὲ τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ θε­ω­ρη­τι­κῶν ποὺ συμ­με­τέ­χουν στὸν πρό­σφα­το συλ­λο­γι­κὸ τό­μο κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο Mini­fic­ción y nano­fi­lo­lo­gía. La­ti­tu­des de la hi­per­bre­ve­dad (2017), ἀλ­λὰ καὶ τῶν πρό­σφα­των δι­ε­θνῶν συ­νε­δρί­ων (2018).

Δ.Χ.: Δή­μη­τρα Χρι­στο­δού­λου.

T.H.: Tania Hershman.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ὁ­ρο­λο­γί­α


Δ.Χ. Ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80 ἔ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ δι­ά­φο­ροι ὅ­ροι γιὰ τὴν πο­λὺ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα, ὅ­πως sudden fiction, microfiction, minificción, flash fiction, hint fiction, short-shorts, postcard stories, minute stories, bonsai stories, κ.ἄ. Σή­με­ρα σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες κα­τα­γρά­φον­ται προ­σπά­θει­ες νὰ ἐ­πι­νο­η­θοῦν ὅ­ροι συμ­βα­τοὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο καὶ τὴν ἐ­θνι­κή τους λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­πως kortprosa,  f­i­c­t­i­on é­c­l­a­ir,  r­e­l­a­to m­i­n­i­mo, b­r­at f­i­k­t­i­on, p­l­u­d­s­e­l­ig f­i­k­t­i­on, l­y­n­f­i­k­t­i­on, m­а­л­ая п­р­о­за,  l­y­n­f­i­k­s­j­on, μικρομυθοπλασία, chō tanpen shōsetsu, κ.ἄ. Ἐ­σεῖς, ποιόν ὅ­ρο (ἢ ὅ­ρους) χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε συ­νή­θως γιὰ τὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Συ­νή­θως τὶς ἀ­πο­κα­λῶ ἁ­πλῶς «μυ­θο­πλα­σί­ες» (fictions), ἂν καὶ ὅ­σο περ­νά­ει ὁ και­ρὸς ἀ­πο­φεύ­γω ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸν τὸν ὅ­ρο ἐ­πει­δὴ γρά­φω καὶ ποί­η­ση καὶ δὲν ξέ­ρω ποῦ τε­λει­ώ­νουν καὶ ποῦ ἀρ­χί­ζουν τὰ ὅ­ρια πιά!


Δ.Χ. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι μό­λις πρό­σφα­τα ἐ­ρευ­νη­τὲς ἔ­χουν ξε­κι­νή­σει νὰ ἑ­στιά­ζουν σὲ αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο, θὰ ἀ­πο­δε­χό­σα­σταν, του­λά­χι­στον προ­σω­ρι­νά, τὸν ὅ­ρο microfiction (μικρομυθοπλασία[1]) ὡς τὸν πιὸ ἀ­να­γνω­ρί­σι­μο δι­ε­θνῶς κι εὔ­στο­χο μέ­χρι στιγ­μῆς;


T.H. Ἀ­σφα­λῶς!


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: εἶ­δος δι­κτύ­ου, δεί­κτης ἀλ­λα­γῆς σκέ­ψης καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο


Δ.Χ. Κά­ποι­οι κρι­τι­κοὶ δι­α­τεί­νον­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ ἕ­να ὑ­βρί­διο ποὺ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ προ­σμεί­ξεις μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ὅ­πως ἡ νου­βέ­λα, τὸ δι­ή­γη­μα, ἡ πε­ζο­ποί­η­ση, κ.λπ. Ἄλ­λοι ση­μει­ώ­νουν ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἐ­φή­με­ρη ἔ­κρη­ξη τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­πό­σπα­σης τῆς προ­σο­χῆς τῶν ἀ­να­γνω­στῶν στὴν ἐ­πο­χή μας, τῆς προ­ηγ­μέ­νης ψη­φια­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τῆς κα­τα­κό­ρυ­φης αὔ­ξη­σης προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς δι­ε­θνῶς. Ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἄ­πο­ψή σας γιὰ τὸ θέ­μα;


T.H. Δὲν πι­στεύ­ω ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­τι και­νού­ριο, ἔ­χου­με πολ­λὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που ἕ­ως τὸν Κάφ­κα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, κι ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους μου συγ­γρα­φεῖς τοῦ εἴ­δους, τὸν Ri­chard Brau­ti­gan, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Revenge of the Lawn μὲ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «ὑ­περ- σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1970. Αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πό­σπα­ση προ­σο­χῆς μὲ ἐ­ξορ­γί­ζει, δι­ό­τι μιὰ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α —καὶ ἰ­δί­ως ἡ μι­κρό­τε­ρη σὲ ἔ­κτα­ση— ἀ­παι­τεῖ τὴν ἀ­πό­λυ­τη προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ἂν καὶ γιὰ πο­λὺ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Συμ­φω­νῶ, ὡ­στό­σο, ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἕ­να χρή­σι­μο ἐρ­γα­λεῖ­ο γιὰ τὰ ἐρ­γα­στή­ρια γρα­φῆς.


Δ.Χ. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἔ­ρευ­νάς μου πα­ρα­τή­ρη­σα ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συ­νι­στᾶ ἕ­να εἶ­δος (γλωσ­σι­κοῦ) δικτύου[2] καὶ λει­τουρ­γεῖ ὡς τέ­τοι­ο: προ­σπά­θεια σύ­στα­σης ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς καὶ κοι­νω­νι­κῆς ὑ­πό­στα­σης, οἰ­κου­με­νι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὅ­πως λ.χ. τυ­πο­ποί­η­ση καὶ ὁ­μο­γε­νο­ποί­η­ση τῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­κτε­τα­μέ­νη ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν βα­σι­κῶν κα­νό­νων ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, κ.ἄ. Ἐ­πί­σης, δι­α­φαί­νε­ται ἡ πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­σή της, ὅ­πως τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου στὶς ἀρ­χές του καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο: γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ δη­μο­φι­λὴς συγ­κρι­τι­κὰ μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο πα­ρα­δο­σια­κὸ εἶ­δος στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, δι­ό­τι ἐ­ξε­λίσ­σε­ται σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ταυ­τό­χρο­να σὲ ψη­φια­κὴ μορ­φή. Ὡς ἐκ τού­του ἐκ­δη­μο­κρα­τί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ λο­γο­τε­χνί­α —ἀ­νοι­χτὴ πρό­σβα­ση, δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα, ἐμ­βά­θυν­ση— καὶ δη­μι­ουρ­γεῖ πα­νο­μοι­ό­τυ­πες γλωσ­σι­κὲς δο­μὲς σ’ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Ὡ­στό­σο, πα­ρα­μέ­νει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­πλο­κη: δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸς ὅ­ρος, τυ­πο­λο­γί­α, με­θο­δο­λο­γί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Φαί­νε­ται, λοι­πόν, ὅ­τι τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­ναι δεί­κτης ἀλ­λα­γῆς τῆς σκέ­ψης ἀλ­λὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο, ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νει ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο καὶ ἀ­τα­ξι­νό­μη­το εἶ­δος, μὴ ἀ­πο­δε­κτὸ εὐ­ρέ­ως ὡς πε­ζο­γρά­φη­μα. Θε­ω­ρεῖ­τε αὐ­τὴ τὴν ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση δε­λε­α­στι­κὴ καὶ ρε­α­λι­στι­κὴ ἢ ἀ­δι­ά­φο­ρη καὶ πλα­σμα­τι­κή;


T.H. Λα­τρεύ­ω τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι δὲ δύ­να­ται νὰ προσ­δι­ο­ρι­στεῖ, νὰ κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­η­θεῖ καὶ αὐ­τὸ ται­ριά­ζει μὲ τὴ θε­ω­ρί­α μου ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι, ἂν θέ­λε­τε, ἕ­να «ἀ­σφα­λὲς πέ­ρα­σμα» ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, ποὺ ἀ­κρο­βα­τεῖ στὶς πα­ρυ­φὲς καὶ τῶν δύ­ο. Ἔ­τσι λει­τουρ­γεῖ γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον, δι­ό­τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ξε­γλι­στρῶ πρὸς τὴν ποί­η­ση, τὴν ὁ­ποία θαυ­μά­ζω, καὶ βλέ­πω πολ­λοὺς κα­τα­ξι­ω­μέ­νους ποι­η­τὲς νὰ δη­μο­σι­εύ­ουν πλέ­ον ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὅ­πως τὸ Na­no­fi­ction στὶς ΗΠΑ. Βλέ­πω ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές – ἔ­χω ἀ­κού­σει καὶ τὶς δύ­ο πλευ­ρὲς νὰ μι­λοῦν ἀρ­νη­τι­κὰ γιὰ τὸ εἶ­δος, λὲς καὶ τοὺς ἀ­πει­λεῖ. Γε­γο­νὸς ποὺ θε­ω­ρῶ συ­ναρ­πα­στι­κὸ καὶ ση­μαν­τι­κό. Εἶ­ναι κα­λὸ νὰ κλο­νί­ζον­ται οἱ βε­βαι­ό­τη­τες, νὰ ἀ­να­μο­χλεύ­ον­ται τὰ πράγ­μα­τα.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς


Δ.Χ. Δι­δά­σκε­τε τα­κτι­κὰ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή, ὅ­πως στὸ Ἵ­δρυ­μα Αrvon. Ἔ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει με­τα­ξὺ τῶν σπου­δα­στῶν σας τυ­χὸν προ­τι­μή­σεις τους στὶς ὑ­περ-μι­κρὲς φόρ­μες;


T.H. Ὄ­χι, του­λά­χι­στον ὄ­χι στὶς συγ­γρα­φι­κὲς ἐ­πι­λο­γές τους, γρά­φουν σὲ ὅ­λες τὶς κα­τη­γο­ρί­ες κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης. Ὅ­μως αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­σοι δὲν ἔ­χουν κὰν δι­α­νο­η­θεῖ στὸ πα­ρελ­θὸν νὰ προ­σπα­θή­σουν νὰ γρά­ψουν μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ λι­γό­τε­ρες ἀ­πὸ 5000 λέ­ξεις, ἢ ἀ­κό­μα καὶ 500, ὅ­ταν τὸ κα­τα­φέρ­νουν τὸ θε­ω­ροῦν σχε­δὸν πάν­το­τε ἀ­πί­στευ­τα ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό. Πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε πε­ρι­ο­ρι­σμὸς  —στὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν λέ­ξε­ων ἢ σὲ ὁτι­δή­πο­τε ἄλ­λο— ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νει τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τά μας. Πι­στεύ­ω ἐ­πί­σης ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ γρά­ψεις μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τα­χύ­τε­ρα, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ γρά­ψεις κα­λά. Ἁ­πλῶς ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ προ­σπα­θή­σεις νὰ γρά­ψεις πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες, νὰ ἀ­πορ­ρί­ψεις ὅ­σες δὲ λει­τουρ­γοῦν καὶ νὰ ξα­να­προ­σπα­θή­σεις. Εἶ­ναι μιὰ δε­ξι­ό­τη­τα, ὅ­πως ὅ­λες, τὴν ὁ­ποία μπο­ρεῖ νὰ καλ­λι­ερ­γή­σει κα­νείς.


Δ.Χ. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε συγ­κε­κρι­μέ­να δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὡς δι­δα­κτι­κὰ ἐρ­γα­λεῖ­α; Ἀ­πὸ σύγ­χρο­νους ἢ ἀ­πὸ κλα­σι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς;


T.H. Χρη­σι­μο­ποι­ῶ καὶ ἀ­πὸ τὶς δύ­ο κα­τη­γο­ρί­ες. Προ­σπα­θῶ νὰ βρί­σκω σύγ­χρο­να ἔρ­γα κά­θε φο­ρά, ψά­χνω ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως τὰ Nanofiction, Smokelong Quarterly, Wigleaf, κ.λπ., ἀλ­λὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἐ­πί­σης καὶ κλα­σι­κὰ δείγ­μα­τα γρα­φῆς ἀ­πὸ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Richard Brautigan, Grace Paley καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Flash Fiction Forward καὶ Sudden Fiction, ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­κε ὁ Robert Shapard καὶ ἀ­γα­πῶ.


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε ἀ­να­κα­λύ­ψει ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, συλ­λο­γὲς ἢ ἀν­θο­λο­γί­ες ἀ­πὸ μὴ ἀγ­γλό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς ποὺ θὰ συ­νι­στού­σα­τε;


T.H. Πολ­λά! Τὰ πρῶ­τα ποὺ μοῦ ἔρ­χον­ται στὸ μυα­λὸ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Barnes, τοῦ Βο­λι­βια­νοῦ Edmundo Paz Soldán, ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana María Shua καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Egg τῆς Κύ­πριας Νόρας Νατζιαριάν. Συ­νι­στῶ, δέ, ἀ­νε­πι­φύ­λα­κτα τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Flash Fiction International[3] καὶ New Micro[4].


Δ.Χ. Γνω­ρί­ζε­τε κά­ποι­ους Ἕλ­λη­νες πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τές;


T.H. Ὄ­χι, δυ­στυ­χῶς, καὶ ντρέ­πο­μαι γι’ αὐ­τό. Θὰ προ­σπα­θή­σω, ὅ­μως, νὰ κα­λύ­ψω αὐ­τὸ τὸ κε­νό το συν­το­μό­τε­ρο δυ­να­τόν!


Δ.Χ. Πῶς πα­ρα­κι­νεῖ­τε συ­νή­θως τοὺς σπου­δα­στές σας;


T.H. Μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους – ἄλ­λω­στε, πολ­λοὶ ἐξ αὐ­τῶν ἐρ­γά­ζον­ται σὲ συγ­κε­κρι­μέ­να εἴ­δη, ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρα. Προ­σπα­θῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ποι­κί­λους τρό­πους γιὰ νὰ δι­ε­γεί­ρω τὶς αἰ­σθή­σεις —λέ­ξεις, φρά­σεις, ὀ­πτι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα, ἠ­χη­τι­κά, βίν­τε­ο— καὶ πο­λὺ συ­χνὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ τὴν ἐ­πι­στή­μη ὡς ἔμ­πνευ­ση, ἐ­πί­σης. Θέ­λω νὰ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­ο­χὲς ποὺ νι­ώ­θουν ἀ­σφά­λεια, δί­νον­τάς τους, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, χαρ­τιὰ μὲ πα­ρά­ξε­νο σχῆ­μα γιὰ νὰ γρά­ψουν τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους. Ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἡ ἀ­κα­ρια­ία συγ­γρα­φὴ εἶ­ναι κα­λὴ ἐ­πει­δὴ πα­ρα­κάμ­πτει τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ κρι­τι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀρ­χί­ζει (ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη λέ­ξη) νὰ σοῦ λέ­ει ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μό σου εἶ­ναι ἀ­παί­σιο!


Δ.Χ. Ποιά συμ­βου­λὴ(ὲς) θὰ δί­να­τε στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες σας γιὰ νὰ βο­η­θή­σε­τε τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους νὰ ξε­χω­ρί­σουν;


T.H. Ἀρ­χι­κά, δι­α­βά­στε πολ­λὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, δι­α­βά­στε πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα – ὄ­χι γιὰ νὰ δεῖ­τε πῶς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἕ­να δι­ή­γη­μα ἢ μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξε­τε τὸ μυα­λό σας σὲ ὅ­λα ὅ­σα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι. Καὶ τό­τε προ­σπα­θῆ­στε νὰ γρά­ψε­τε. Πρό­κει­ται πε­ρὶ πρα­κτι­κῆς ἐ­ξά­σκη­σης, εἶ­ναι ἕ­νας μῦς ὅ­πως κά­θε ἄλ­λος: ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις, τό­σο πιὸ εὐ­έ­λι­κτος γί­νε­σαι. Παῖ­ξε. Δι­α­σκέ­δα­σε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δι­ά­βα­σε τὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἄλ­λων γιὰ νὰ δεῖς τί κά­νουν μὲ τὴ γλώσ­σα καὶ πῶς ἐ­πι­τρέ­πουν στοὺς ἑ­αυ­τούς τους νὰ μπερ­δεύ­ουν τὸν ἀ­να­γνώ­στη, νὰ μὴ φα­νε­ρώ­νουν πά­ρα πολ­λά. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δι­α­τη­ρεῖ τὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα ὅ­τι ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν ἀ­να­μέ­νει πολ­λὰ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, ὅ­τι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Ἐμ­πι­στευ­τεῖ­τε τὸν ἀ­να­γνώ­στη, θὰ κά­νει ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται.


Δ.Χ. Τί πυ­ρο­δο­τεῖ τὸ γρά­ψι­μό σας;


T.H. Τό­σα πολ­λὰ πράγ­μα­τα – τὰ πάν­τα, γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής! Μοῦ ἔρ­χον­ται οἱ πρῶ­τες γραμ­μές, ἔρ­χε­ται ἡ φω­νή, ἔ­τσι ξε­κι­νᾶ. Πο­λὺ συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ο­μαι δι­α­βά­ζον­τας ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀλ­λὰ ὅ­πως σᾶς ἔ­χω πεῖ, ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις. Δὲν εἶ­χα πο­τὲ πρό­βλη­μα στὸ νὰ βρί­σκω ἰ­δέ­ες.


Δ.Χ. Κρα­τᾶ­τε ἡ­με­ρο­λό­γιο ἢ ση­μει­ω­μα­τά­ριο; Πῶς με­τα­σχη­μα­τί­ζε­τε τὶς ἰ­δέ­ες σὲ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Τη­ρῶ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο, πλέ­ον ὄ­χι γιὰ ἰ­δέ­ες ἀλ­λὰ γιὰ ἱ­στο­ρί­ες ὅ­πως ἔρ­χον­ται, καὶ γιὰ ποι­ή­μα­τα ἐ­πί­σης, ἂν καὶ αὐ­τὰ μοῦ προ­κύ­πτουν μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο. Τη­ρῶ ἐ­δῶ καὶ λί­γα χρό­νια μιὰ λί­στα μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες ἐ­να­σχο­λή­σεις καὶ ὅ­ταν κολ­λή­σω, δι­α­λέ­γω μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς καὶ τὴ βά­ζω νὰ ‘συγ­κρου­στεῖ’ μὲ μιὰ ἰ­δέ­α γιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἴ­σως κά­τι ποὺ ἔ­χω δι­α­βά­σει πρό­σφα­τα. Ἡ σύγ­κρου­ση δύ­ο πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν θε­μά­των εἶ­ναι σπου­δαί­α στὴ δη­μι­ουρ­γί­α σπιν­θή­ρων.


Δ.Χ. Με­τα­κο­μί­σα­τε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994 καὶ ἐ­νῶ ξε­κι­νή­σα­τε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν θε­μά­των, ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος πε­ρι­ο­δι­κῶν ὅ­πως τὸ Wi­red καὶ τὸ New Sci­entist, τὰ πα­ρα­τή­σα­τε ὅ­λα καὶ ἀ­φο­σι­ω­θή­κα­τε στὴ λο­γο­τε­χνί­α. Μι­λῆ­στε μας γι’ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­λο­γή σας.


T.H. Ἀ­νέ­κα­θεν ἔ­γρα­φα, ὅ­μως ἐ­πει­δὴ σπού­δα­σα ἐ­πι­στή­μη, αὐ­τὴ ἀ­κο­λού­θη­σα. Ἀλ­λὰ ἤ­μουν ἀ­παί­σια ἐ­πι­στή­μων καὶ ἔ­τσι ἔ­γι­να δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν θε­μά­των! Ἡ λο­γο­τε­χνί­α ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ κά­νω, ἔ­τσι ξε­κί­νη­σα ἀρ­γά, πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἐρ­γα­στή­ρια συγ­γρα­φῆς στὶς ΗΠΑ καὶ τὴ Βρε­τα­νί­α, καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἕξι πε­ρί­που χρό­νια, ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, ἐ­πει­δὴ ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν ἀ­σκῶ ταυ­τό­χρο­να.


Δ.Χ. Πῶς ἐ­πη­ρε­ά­ζουν οἱ ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γὲς τῆς ζω­ῆς τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα; Ἢ πῶς τὰ δη­μι­ουρ­γι­κὰ μυα­λὰ ἐ­πι­τυγ­χά­νουν ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γὲς σὲ προ­σω­πι­κὸ καὶ συλ­λο­γι­κὸ ἐ­πί­πε­δο;


T.H. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α! Ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας φί­λος μου ποι­η­τής, ὅ­λα εἶ­ναι πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὸ γρά­ψι­μό μας! Ξέ­ρω ὅ­τι ἡ ἀ­πό­φα­ση νὰ γί­νω ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πη­ρέ­α­σε τὶς δι­α­θέ­σεις μου, ὑ­πῆρ­ξα ἀρ­κε­τὰ στα­θε­ρὴ καὶ ἤ­ρε­μη μέ­χρι ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο, ὅ­μως ὅ­ταν, ἀν­τὶ νὰ γρά­φω γιὰ τὶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἀ­να­κα­λύ­ψεις ἄλ­λων, στρά­φη­κα πρὸς τὸν ἑ­αυ­τό μου, ἀ­πο­στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κα. Καὶ πι­στεύ­ω ὅ­τι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­βαί­νει προ­κει­μέ­νου ἡ συγ­γρα­φὴ νὰ πη­γά­ζει ἀ­πὸ μέ­σα σου, νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή, ὅ­σο κι ἂν μοιά­ζει σου­ρε­α­λι­στι­κὴ καὶ ἀλ­λό­κο­τη στὴν ἐ­πι­φά­νεια.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα

 

Δ.Χ. Ἡ μο­νο­γρα­φί­α σας, στὸ πλαί­σιο τῆς ἐκ­πό­νη­σης τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ σας (2018, PhD on Creative Writing, Bath Spa University) ἐ­λέγ­χει τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ Σω­μα­τι­δια­κῆς Φυ­σι­κῆς. Πό­σο πο­λὺ σᾶς ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει ἡ τε­λευ­ταί­α καὶ ὁ τρό­πος σκέ­ψης ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἀ­κρί­βεια;


T.H. Πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἐ­ρώ­τη­ση. Ξέ­ρω ὅ­τι ἔ­χω τὴν τά­ση νὰ ἀ­να­ζη­τῶ τοὺς κα­νό­νες πί­σω ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα, τὴν ‘ἐ­πι­στή­μη’ τοῦ πῶς λει­τουρ­γεῖ ἡ ζω­ή, πῶς δου­λεύ­ει ὁ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς. Τὸ ὁ­ποῖ­ο, βε­βαί­ως, εἶ­ναι συ­χνὰ μά­ται­η προ­σπά­θεια. Ἀλ­λὰ στὰ πε­ζά μου —καὶ στὴν ποί­η­σή μου— ὁ­δη­γοῦ­μαι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἀ­να­κρί­βεια ὑ­πη­ρε­τών­τας τὴν ἀ­σά­φεια, τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Αὐ­τὸ πραγ­μα­τι­κὰ δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐμ­πό­διο ἐ­πει­δὴ ὅ­ποι­ος ἔ­χει δι­α­βά­σει λί­γη φυ­σι­κὴ γνω­ρί­ζει ὅ­τι ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κὴ ἐ­πι­μέ­νει στὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα καὶ τὴ δυ­σκο­λί­α μέ­τρη­σης τῶν βα­θύ­τε­ρων ἐ­πι­πέ­δων της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἐ­πι­στή­μη, συ­ναν­τῶ ἐ­πι­στή­μο­νες, μα­θαί­νω πῶς κά­νου­με ἐ­πι­στή­μη, δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι δὲ βα­σί­ζε­ται μό­νο στὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­ναι ἀ­κα­τά­στα­τη, δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐκ φύ­σε­ως καὶ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει πο­λὺ συ­χνὰ τὴν ἀ­πο­τυ­χί­α, καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πο­τυ­χί­α, κι ἔ­τσι βλέ­πω τί μπο­ροῦ­με νὰ μά­θου­με ὅ­ταν τὰ πράγ­μα­τα δὲ δου­λεύ­ουν, ὅ­ταν δὲν εἶ­ναι ὅ­πως τὰ πε­ρι­μέ­νου­με. Αὐ­τὸ τὸ δε­δο­μέ­νο φτιά­χνει σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες – ἂν ἀ­πο­δε­χτεῖ­τε τὸ ἄ­γνω­στο κι ἐκ­πλα­γεῖ­τε καὶ σεῖς οἱ ἴ­διοι ὅ­ταν γρά­φε­τε, θὰ ἔ­χε­τε με­γα­λύ­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες νὰ ἐκ­πλα­γεῖ καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης σας ἐ­πί­σης.


Δ.Χ. Πό­σο δύ­σκο­λο σᾶς ἦ­ταν νὰ συν­δυ­ά­σε­τε ἐ­πι­στή­μη καὶ λο­γο­τε­χνί­α;


T.H. Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου δύ­σκο­λο. Ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­γα­ποῦ­σα ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα κι ἐ­νῶ ἦ­ταν μιὰ πρό­κλη­ση ὅ­ταν πή­γαι­να σχο­λεῖ­ο, ἐ­πει­δὴ ἐ­δῶ στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ βρεῖς θε­μα­τι­κὲς ἑ­νό­τη­τες ποὺ τὰ συν­δυά­ζουν, δὲν ἔ­χα­σα πο­τὲ τὸ πά­θος μου γιὰ ὅ­λα αὐ­τά. Πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἕ­να σε­μι­νά­ριο στὸ Arvon τὸ 2002 μὲ θέ­μα Ἐ­πι­στή­μη καὶ Συγ­γρα­φὴ τὸ ὁ­ποῖ­ο μοῦ ἄλ­λα­ξε τὴ ζω­ή, ἄρ­χι­σα νὰ μα­θαί­νω πῶς νὰ ἀ­φή­νω τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ γλι­στρᾶ μέ­σα στὶς ἱ­στο­ρί­ες μου καὶ δὲν ἔ­χω κοι­τά­ξει ξα­νὰ πί­σω. Ἴ­σως μὲ ἔ­χει βο­η­θή­σει τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο ποὺ ἔ­χω, αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ῶ μὲ τὸν τρό­πο μου, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι —ὅ­πως πολ­λοὶ ἄλ­λοι, ὅ­πως δι­α­πι­στώ­νω— ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α νὰ τὸ «γρά­ψω σω­στά». Ἐ­πι­τρέ­πω στὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ παί­ξει. Καὶ δι­α­βά­ζω τὰ πάν­τα, ἐ­πι­στή­μη, λο­γο­τε­χνί­α, κ.λπ.


Δ.Χ. Πῶς θὰ ὁ­ρί­ζα­τε τὴ «δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα» ὡς συγ­γρα­φέ­ας;


T.H. Δὲν θὰ τὸ ἔ­κα­να! Εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­δύ­να­το. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲ μοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ λέ­ξη. Προ­τι­μῶ τὸ «παί­ζω» καὶ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς προ­σπα­θῶ κι ἐν­θαρ­ρύ­νω τὸν κα­θέ­να νὰ κά­νει. Παῖξ­τε κι ἐ­πι­τρέψ­τε στὸν ἑ­αυ­τό σας νὰ ρι­σκά­ρει.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ (με­τα)ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α


Δ.Χ. Σύμ­φω­να μὲ πολ­λοὺς θε­ω­ρη­τι­κοὺς οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ποὺ εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρες ἀ­πὸ 700 λέ­ξεις φαί­νε­ται ὅ­τι δι­α­φέ­ρουν ὄ­χι μό­νο πο­σο­τι­κὰ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ποι­ο­τι­κὰ ἀ­πὸ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ ὑ­περ­βαί­νουν αὐ­τὸ τὸ ὅ­ριο. Ὁ William Nelles, συγ­κε­κρι­μέ­να, προ­τεί­νει μιὰ γε­νε­α­λο­γι­κὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὴ βά­ση ἕ­ξι κομ­βι­κῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν στοι­χεί­ων: δρά­ση, χα­ρα­κτή­ρας, σκη­νι­κό, γραμ­μι­κὴ χρο­νι­κό­τη­τα, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ κλεί­σι­μο. Δου­λεύ­ε­τε ὄν­τως πά­νω σε τέ­τοι­α εἰ­δι­κὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν γρά­φε­τε σύν­το­μα καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν γρά­φε­τε ἐ­κτε­νῆ κεί­με­να;


T.H. Ὄ­χι. Πο­τὲ δὲ σκέ­φτο­μαι τέ­τοι­α στοι­χεῖ­α ὅ­ταν γρά­φω. Δι­α­συν­δέ­ον­ται ὅ­λα σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ὅ­τι εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ τὰ δι­α­χω­ρί­σου­με. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι τί χρει­ά­ζε­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­πί­σης, δὲ βλέ­πω κα­μί­α τέ­τοι­α ἰ­σχυ­ρὴ δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση ἀ­νά­με­σα σὲ «πα­ρα­δο­σια­κὰ» δι­η­γή­μα­τα (δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ὅ­τι γνω­ρί­ζω τί εἶ­ναι πα­ρα­δο­σια­κό, ἀ­φοῦ οἱ ὑ­περ-μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­πί­σης κά­τι σὰν πα­ρά­δο­ση) καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, δι­α­βά­ζω συ­στη­μα­τι­κὰ τὰ πάν­τα καὶ θε­ω­ρῶ ὅ­τι οἱ κα­λύ­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νες ποὺ ἑ­λίσ­σον­ται, οἱ ἀ­σύλ­λη­πτες, οἱ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στες, ὅ­ποι­α καὶ ἂν εἶ­ναι ἡ ἔ­κτα­σή τους.

       Ἔ­χω τὴν τά­ση νὰ γρά­φω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τα­χύ­τε­ρα, μὲ μιὰ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­δη­μο­νί­α, ἐ­νῶ συ­νή­θως μοῦ παίρ­νει πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο νὰ γρά­ψω με­γα­λύ­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες. Ξε­κι­νῶ νὰ γρά­φω κι ἔ­πει­τα ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ πε­ρι­μέ­νω μέ­χρι νὰ δῶ τί θὰ γί­νει στὴ συ­νέ­χεια. Σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις χρει­ά­ζε­ται νὰ πε­ρι­μέ­νω γιὰ χρό­νια.


Δ.Χ. Πολ­λοὶ ἐ­ρευ­νη­τὲς τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ τῆς ποι­η­τι­κῆς της, προ­κει­μέ­νου νὰ τὴν ἑρ­μη­νεύ­σουν, ἀ­να­φέ­ρoν­ται σὲ ἀρ­χὲς τῆς με­τα-ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­ας (π.χ. στὶς με­λέ­τες τῆς Marie-Laurie Ryan). Δι­α­τεί­νον­ται πὼς σὲ ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ τὸ κεί­με­νο, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μιὰ ση­μαν­τι­κὴ στρο­φή: φαί­νε­ται ὅ­τι με­τα­κι­νού­μα­στε ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ ὡς παι­γνί­δι, στὸ κεί­με­νο-κό­σμο τῆς ψη­φια­κῆς ἐ­πο­χῆς μας. Ὁ κα­θη­γη­τὴς Ottmar Ette στὸ Potsdam γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, θε­ω­ρεῖ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (minificcion) ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­δί­ο, ὅ­τι προ­σφέ­ρει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ χω­ρέ­σει κά­ποι­ος ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο (μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου) σὲ μιὰ φρά­ση («to­do el u­ni­ver­so en u­na so­la frase»). Πα­ρο­μοί­ως, ἡ πα­νε­πι­στη­μια­κὸς Irene Andres Suárez ἐ­πι­ση­μαί­νει τὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς ἔλ­λει­ψης ἐ­πι­πρό­σθε­τα τῆς ὑ­περ-συμ­πύ­κνω­σης ὡς εἰ­δο­λο­γι­κὰ εὑ­ρή­μα­τα στὸ ἱ­σπα­νό­φω­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα (microrrelato). Ὁ Lee Rourke ἐν­το­πί­ζει μὲ ποι­ό τρό­πο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (flash fic­tion, mi­cro­fic­tion) προ­σι­διά­ζει στοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που καὶ ἀν­τί­στρο­φα, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι καὶ νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τῆς ζω­ῆς μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο. Ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἡ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πρέ­πει νὰ συ­νι­στᾶ ἀ­φ’ ἑ­αυ­τῆς ἕ­να μυ­θο­πλα­στι­κὸ κεί­με­νο-κό­σμο. Τί θὰ λέ­γα­τε σχε­τι­κὰ μὲ αὐ­τό;


T.H. Νο­μί­ζω πὼς ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ στα­θοῦν μό­νες τους, δη­μι­ουρ­γών­τας τοὺς δι­κούς τους κό­σμους, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἔ­κτα­σης. Δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ἂν οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἄ­πο­ψη. Τὴν ἴ­δια δυ­να­μι­κὴ φέ­ρει καὶ ἡ ποί­η­ση ἐ­πί­σης.


Δ.Χ. Ἡ σύν­θε­τη πλο­κὴ ἀ­παι­τεῖ με­γα­λύ­τε­ρη ἔ­κτα­ση γιὰ νὰ τὴν κα­τα­νο­ή­σου­με. Ὡ­στό­σο, οἱ συν­το­μό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο σας Mymo­therwasanup­rightpia­no[5] ἔ­χουν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρο βά­θος ἀ­πὸ τὴ σύν­το­μη κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­σή τους. Στὴν ὁ­μό­τι­τλη ἱ­στο­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α δὲν ξε­περ­νᾶ τὶς 250 λέ­ξεις, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου καὶ τοῦ τί­τλου, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­τε σὲ μιὰ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα τῆς ἡ­ρω­ί­δας, ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ νέ­α καὶ παν­τρε­μέ­νη, δι­α­τη­ροῦ­σε κρυ­φὴ ἐ­ρω­τι­κὴ σχέ­ση, χω­ρὶς νὰ δί­νε­τε πε­ραι­τέ­ρω στοι­χεῖ­α. Στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή, προ­κα­λεῖ­τε τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ μαν­τέ­ψει, ἢ ἀ­κό­μα καὶ νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τῆς ἱ­στο­ρί­ας γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ ἀ­φή­γη­ση. Εἶ­ναι ἡ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα, ἢ μὲ ὅ­ρους δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας, ἡ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κοὺς στό­χους σας ὡς δι­α­κε­κρι­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους;


T.H. Δὲν εἶ­μαι εἰ­δι­κός! Ὅ­μως εἶ­ναι μιὰ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση καὶ εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς συγ­γρα­φι­κὲς προ­τι­μή­σεις, γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον. Ἀ­πο­λαμ­βά­νω νὰ δι­α­βά­ζω ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­παι­τοῦν ἀ­πὸ μέ­να νὰ ἐρ­γά­ζο­μαι πο­λὺ σκλη­ρά, νι­ώ­θω πὼς ἐμ­πλέ­κο­μαι στὴ δη­μι­ουρ­γί­α τέ­τοι­ων ἱ­στο­ρι­ῶν, ὅ­τι δὲν εἶ­μαι πα­θη­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­στρια. Καὶ συ­νε­πῶς αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ εἴ­δη τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ γρά­φω. Ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ἀ­να­γνῶ­στες ποὺ δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ δι­α­βά­ζουν μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο καὶ ὡς ἐκ τού­του γνω­ρί­ζω ὅ­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες μου δὲν θὰ τοὺς προ­σέλ­κυ­αν.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἱ­στο­ρί­ες 6 λέ­ξε­ων (ἢ πε­ρί­που)


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε ὑ­πό­ψη σας τὶς πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­ες;

Πρὸς πώ­λη­ση: Βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια. Ἀ­φό­ρε­τα. E. Hemingway.

Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ὁ δει­νό­σαυ­ρος ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ. A. Monterroso.

Τὸ Φάν­τα­σμα (μό­νο τί­τλος). G. Samperio.

Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος στὴ γῆ κά­θη­σε μό­νος σ’ ἕ­να δω­μά­τιο. Ἕ­νας χτύ­πος ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα. F. Brown.

Πῶς θὰ τὶς χα­ρα­κτη­ρί­ζα­τε;


T.H. Γνω­ρί­ζω μό­νο τὶς δύ­ο πρῶ­τες. Δὲ μ’ ἐν­θου­σιά­ζουν ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἱ­στο­ρί­ες 6 λέ­ξε­ων, γιὰ μέ­να δὲν εἶ­ναι ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες. Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο «ὑ­παι­νι­κτι­κὴ μυ­θο­πλα­σί­α» (hint fiction).


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε πο­τὲ προ­σπα­θή­σει ἢ γρά­ψει τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Ὄ­χι, οὐ­δέ­πο­τε ἔ­χω γρά­ψει κά­τι τό­σο σύν­το­μο.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


Δ.Χ. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἔ­χε­τε ἐ­πί­σης ἱ­δρύ­σει κι ἐ­πι­με­λεῖ­στε τὸ ShortStops, τὸ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ κα­τα­γρά­φει τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν Βρε­τα­νῶν καὶ Ἰρ­λαν­δῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὴ σχε­τι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ πα­ρα­γω­γή, ὑ­πήρ­ξα­τε μέ­λος τοῦ Royal Literary Fund Writing στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Bristol καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ἔ­χε­τε βρα­βευ­θεῖ σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς ποί­η­σης, δι­η­γή­μα­τος καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Πό­σο θε­τι­κὴ εἶ­στε ἀ­πέ­ναν­τι σὲ δι­ε­θνεῖς ἢ ἐ­θνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς, φε­στι­βὰλ καὶ δι­ορ­γα­νώ­σεις ὅ­πως ἡ UK National Day of Flash Fiction, Flash Mob International, κ.ἄ.;


Τ.Η. Ὑ­περ­βο­λι­κὰ θε­τι­κή! Λα­τρεύ­ω ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, ὁτι­δή­πο­τε πα­ρα­κι­νεῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ γρά­φουν, νὰ δι­α­βά­ζουν, κ.λπ. Προ­σω­πι­κὰ δὲ δε­σμεύ­ο­μαι μὲ τοὺς ὁ­ρι­σμούς, αὐ­τὸ εἶ­ναι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἐ­κεῖ­νο εἶ­ναι ποί­η­ση – καὶ θὰ ἤ­θε­λα νὰ δῶ με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­πε­ρα­τό­τη­τα ἐ­δῶ, ὅ­μως ἐ­πι­κρο­τῶ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες καὶ τὶς προ­ω­θῶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ρῶ.


Δ.Χ. Μὲ ποι­ό τρό­πο νο­μί­ζε­τε ὅ­τι τὰ πα­ρα­πά­νω δι­α­σφα­λί­ζουν τὴν ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἐ­φό­σον πολ­λοὶ κρι­τι­κοὶ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι τέ­τοι­ες δρά­σεις, μα­ζὶ μὲ τὴν πρω­το­φα­νῆ αὔ­ξη­ση τῶν προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς παγ­κο­σμί­ως, ἀ­να­πα­ρά­γουν στε­ρε­ό­τυ­πα καὶ εὐ­τε­λῆ δείγ­μα­τα γρα­φῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας;


T.H. Στὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Writing Short Stories: A Writers’ and Artists’ Companion[6], ἔ­γρα­ψα κι ἕ­να κε­φά­λαι­ο γιὰ τὴν «Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δι­η­γή­μα­τος» καὶ μπό­ρε­σα νὰ δι­α­πι­στώ­σω ὅ­τι τὴν ἴ­δια ἀ­νη­συ­χί­α ἐ­ξέ­φρα­ζαν κρι­τι­κοὶ σὲ ὅ­λη τὴν διά­ρκεια τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ δι­η­γή­μα­τος. Ὑ­πάρ­χει πάν­τα κά­ποι­ος ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­πορ­ρί­ψει, νὰ ὑ­πο­βι­βά­σει. Βε­βαί­ως ὑ­πάρ­χει πάν­τα πλού­σια μέ­τρια πα­ρα­γω­γὴ γιὰ κά­θε εἶ­δος, ὅ­πως ὑ­πάρ­χει γιὰ κά­θε ἀν­θρώ­πι­νο ἐγ­χεί­ρη­μα. Ἐ­γώ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­παι­ζα πο­δό­σφαι­ρο γιὰ πολ­λὰ χρό­νια πα­ρό­λο ποὺ δὲν ἤ­μουν κα­θό­λου κα­λὴ σὲ αὐ­τό. Ὁ σκο­πός μας εἶ­ναι νὰ δι­α­τη­ροῦ­με τὴν ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἢ μή­πως νὰ ἐν­θαρ­ρύ­νου­με τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ ἐκ­φρά­ζουν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους, μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἐ­κεῖ­νοι θε­ω­ροῦν κα­λύ­τε­ρο; Δὲν εἶ­μαι ὁ φύ­λα­κας κα­μιᾶς πύ­λης, ἔ­χου­με πολ­λοὺς κρι­τι­κοὺς ποὺ ὁ­ρί­ζουν τί εἶ­ναι «δη­μο­σι­εύ­σι­μο», τί εἶ­ναι «κάλ­λι­στο» στὶς λί­στες τους, μὲ τὰ βρα­βεῖ­α τους. Δὲν μ’ ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ ἀν­τα­γω­νι­σμός. Τὸ νὰ εἶ­μαι μέ­λος κρι­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σὲ δι­α­γω­νι­σμούς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, μὲ κά­νει νὰ νι­ώ­θω ἐν­τε­λῶς ἄ­βο­λα δι­ό­τι γνω­ρί­ζω τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ τί­θε­ται σὲ κρί­ση. Θὰ προ­τι­μοῦ­σα μᾶλ­λον νὰ δι­α­τη­ρῶ ρό­λο ἐμ­ψυ­χω­τὴ – προ­σπά­θη­σε, συ­νέ­χι­σε νὰ προ­σπα­θεῖς, συ­νέ­χι­σε νὰ ἀ­πο­τυγ­χά­νεις, συ­νέ­χι­σε νὰ κι­νεῖ­σαι.


Δ.Χ. Πεῖ­τε μας με­ρι­κὰ πλε­ο­νε­κτή­μα­τα καὶ μει­ο­νε­κτή­μα­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


T.H. To με­γα­λύ­τε­ρο πλε­ο­νέ­κτη­μα γιὰ μέ­να καὶ τοὺς σπου­δα­στὲς τῶν ἐρ­γα­στη­ρί­ων εἶ­ναι ὅ­τι οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μπο­ροῦν νὰ γρα­φτοῦν πο­λὺ γρή­γο­ρα – τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρες, οὔ­τε ση­μαί­νει ὅ­τι ὅ­λες οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες γρά­φον­ται μὲ τέ­τοι­ες τα­χύ­τη­τες. Ἁ­πλῶς μπο­ροῦν νὰ πα­ρα­χθοῦν πολ­λὲς καὶ συ­νε­πῶς ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ μὴν προσ­δέ­νε­ται πο­λὺ σὲ κά­θε μί­α, λι­γό­τε­ρο ἀ­ξι­ό­λο­γη. Ἐ­ὰν μιὰ ἱ­στο­ρί­α στὶς δέ­κα τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ, αὐ­τὸ εἶ­ναι σπου­δαῖ­ο. Ἄλ­λο ἕ­να πλε­ο­νέ­κτη­μα, γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον, εἶ­ναι ὅ­τι μπο­ρῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ἰ­δέ­ες μου, ἀ­φοῦ μπο­ρῶ νὰ γρά­ψω πε­ρισ­σό­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Ἐ­πί­σης, πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ ἀ­να­γνώ­στης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν ἤ­δη γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲ θὰ πρέ­πει νὰ δο­θεῖ πολ­λὴ «πλη­ρο­φό­ρη­ση», ἐ­φό­σον ὑ­πάρ­χει τό­σο μι­κρὸς κει­με­νι­κὸς χῶ­ρος, καὶ ἴ­σως νὰ εἶ­ναι πιὸ ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τοὺς ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κούς, ἀλ­λό­κο­τους κό­σμους χω­ρὶς νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται δια­ρκῶς «πῶς δου­λεύ­ει αὐ­τό;» καὶ συ­νε­πῶς ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λη γι’ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο ἱ­στο­ρί­ας.

       Τὰ μει­ο­νε­κτή­μα­τα εἶ­ναι λί­γα, ὅ­μως ἴ­σως τὸ με­γα­λύ­τε­ρο νὰ εἶ­ναι ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­βάλ­λει τὴν ἐ­σφαλ­μέ­νη ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ μι­κρό­τε­ρη ἔ­κτα­ση εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο οὐ­σι­ώ­δης, ὅ­τι μιὰ κα­λὴ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α μπο­ρεῖ ἁ­πλὰ νὰ γρα­φτεῖ βι­α­στι­κὰ μὲ λί­γη σκέ­ψη. Ὅ­λα χρει­ά­ζον­ται ἐ­ξά­σκη­ση. Κι ἐ­πί­σης ἐ­ὰν οἱ συγ­γρα­φεῖς αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἡ ἀ­γο­ρὰ τώ­ρα ἀ­πευ­θύ­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ἴ­σως προ­σπα­θή­σουν νὰ στρι­μώ­ξουν μιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ἐ­νῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νὰ ἔ­χει τό­ση ἔ­κτα­ση ὅ­ση χρει­ά­ζε­ται.


Δ.Χ. Κα­τὰ πό­σο συμ­φω­νεῖ­τε μὲ τὴν ὑ­πό­θε­ση τοῦ Lauro Ζavala ὅ­τι «ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πι­θα­νὸν νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴ χιλιετία»[7];


T.H. Κα­θό­λου! Δὲν προ­συ­πο­γρά­φω τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας συγ­κέ­ντρω­σης[8], οἱ ἀ­να­γνῶ­στες θὰ δι­α­βά­σουν σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες κά­θε ἔ­κτα­σης καὶ εἰ­δι­κὰ οἱ συν­το­μό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ἀ­παι­τοῦν με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή. Δὲ μοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ με­γά­λες δι­α­κη­ρύ­ξεις, οἱ γε­νι­κό­τη­τες. Τὸ ζη­τού­με­νο εἶ­ναι ἁ­πλὰ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες, οἱ λέ­ξεις, ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὴ γλώσ­σα. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ μέ­να.


Συ­νέν­τευ­ξη-Ἐ­πι­μέ­λεια: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου.

[1]. Ἀ­πο­δί­δω τὸν σύν­θε­το ἀγ­γλι­κὸ ὅ­ρο microfiction, τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ πι­θα­νό­τε­ρο νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σει δι­ε­θνῶς γι’ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος κει­μέ­νων, μὲ τὸν ἐ­ξί­σου σύν­θε­το ἑλ­λη­νι­κὸ «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» ὡς ἀ­κρι­βέ­στε­ρο καὶ πλη­ρέ­στε­ρο καὶ τὸν δι­α­τη­ρῶ καὶ γιὰ τὸν ἀγ­γλι­κὸ ὅ­ρο flash fiction καὶ τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ minificción.

[2]. Περισσότερα στὸ Χριστοδούλου Δήμητρα Ι., Ἡ μικρο­μυθο­πλασία (micro­fiction, flash fi­ction, mini­ficción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­μενο: με­λέ­τη γιὰ ἕνα νέο δι­εθνές κι ἐθνι­κὸ εἶ­δος λό­γου, Κεφ. 2, σελ. 34-50.

[3]. Σὲ αὐτὴ τὴ διεθνῆ ἀνθο­λο­γία (2015) περιλαμβάνεται τὸ σύντομο διήγημα μὲ τίτλο «Ἀ­στεῖo»Joke»), τοῦ Γιάν­νη Πα­λα­βοῦ, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Karen Van Dyck.

[4]. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α (2018) συμ­με­τέ­χει ἡ Tania Hershman καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀγ­γλό­φω­νων συγ­γρα­φέ­ων, πολ­λῶν κα­τα­ξι­ω­μέ­νων (π.χ. Lou Beach, Stuart Dybek, Joyce Carol Oates), καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρων νέ­ων. Ἐ­ξαί­ρε­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ συμ­με­το­χὴ τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana Maria Shua, τῆς ὁ­ποί­ας τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Hermit» («Ἐ­ρη­μί­της») μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐδῶ, ὅ­πως καὶ τῶν Stuart Dybek καὶ Pamela Painter ἐ­δῶ.

[5]. Hershman Tania, My mo­ther was an up­right piano – Fi­ctions, Tangent Books, Bristol, (1η ἔκδοση) 2012 καὶ (2η ἔκδοση) 2014.

[6]. Hershman Tania and Newland Courttia (Series eds. Carole Angier and Sally Cline), Writing Short Sto­ries: A Wri­ters’ and Artists’ Compa­nion, Bloomsburry, London, 2015.

[7]. Zavala Lauro, Seis proble­mas para la mini­ficción, un géne­ro del tercer mi­le­nio : Bre­ve­dad, Di­ver­si­dad, Compli­ci­dad, Fra­cta­li­dad, Vir­tu­a­li­dad, 2010.

[8]. Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι ὁ Zavala δὲν ἀ­πο­δί­δει τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν ἀ­δυ­να­μί­α συγ­κέν­τρω­σης καὶ δὲ βα­σί­ζει σὲ αὐ­τὴ τὴν ὑ­πό­θε­σή του ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πι­θα­νὸν νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴ χι­λι­ε­τί­α.  Πα­ρό­λα αὐ­τά, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πο­λὺ δι­α­δε­δο­μέ­νη ἄ­πο­ψη, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­νι­σχύ­ει ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων στὴ σύγ­χρο­νη κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή μας. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἄρ­θρο ὁ Zavala ἀ­πο­δί­δει σὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­δρα­ση τὴ ρα­γδαί­α ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου δι­ε­θνῶς καὶ τὴν ἀλ­λα­γὴ στὴ σκέ­ψη.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman). Βρε­τα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1970 στὸ Λον­δί­νο καὶ με­τα­κό­μι­σε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια, τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὴ συγ­γρα­φή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος Μα­θη­μα­τι­κὸς καὶ Φυ­σι­κός, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε πρό­σφα­τα καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό. Ἡ δι­α­τρι­βή της πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση Σω­μα­τι­δια­κὴς Φυ­σι­κῆς καὶ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Κυ­κλο­φο­ροῦν στὰ ἀγ­γλι­κὰ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ πο­λὺ σύν­το­μων πε­ζῶν της (Some Of Us Glow More Than Others, My Mother Was An Upright Piano, καὶ The White Road and Other Stories) καὶ ἡ πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, μὲ τί­τλο Terms & Conditions, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 (Nine Arches Press). Ἵ­δρυ­σε κι ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὸ ἱ­στο­λό­γιο ShortStops (www.shortstops.info)

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: http://www.taniahershman.com/wp/

Ἐδῶ δι­α­βά­ζει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες της στὰ ἀγ­γλι­κά.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Φι­λι­ὼ Χα­τζημ­πε­κιά­ρη (Ἀ­θήνα, 1960). Πτυ­­χίο (ΒΑ) στὸν Εὐρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ (EΑΠ), Μετα­πτυ­χια­κὴ εἰδίκευ­ση (M.Sc) στὴν Ἱστο­ρία & Φιλο­σο­φία τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ Τε­χνο­λο­γί­ας (ΕΚΠΑ). Ἐ­ρευ­νη­τι­κά ἐνδι­α­φέ­ρον­τα: Ἱστο­ρία τοῦ Δαρ­βι­νι­σμοῦ, Βι­ο­λο­γί­ας καὶ σχο­λι­κῶν βιβλίων, Φε­μι­νι­στι­κὲς Θε­ω­ρί­ες στὴν Ἐπι­στή­μη, Di­gi­tal Hu­ma­ni­ti­es.



		

	

Νέα ἀπὸ τὴ Γαλλία: Συμπόσιο γιὰ τὴν μικρὴ φόρμα στὴν Angers


Νέ­α ἀ­πὸ τὴν Γαλ­λί­α


Πρό­σκλη­ση ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο

στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Angers στὴ Γαλ­λί­α


 ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ καὶ φί­λος Μά­νος Βερ­ναρ­δά­κης εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς Ἀγ­γλό­φω­νων Σπου­δῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Angers στὴ Γαλ­λί­α καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται καὶ ἐ­ρευ­νᾶ μὲ τοὺς φοι­τη­τές του τὴν μι­κρὴ φόρ­μα στὴν λο­γο­τε­χνί­α κα­θὼς καὶ σὲ πολ­λὲς ἄλ­λες ἐκ­φάν­σεις τῆς τέ­χνης γε­νι­κό­τε­ρα. Πρό­σφα­τα, μᾶς ἐ­νη­μέ­ρω­σε γιὰ ἕ­να Δι­ε­θνὲς Συμ­πό­σιο ποὺ πρό­κει­ται νὰ γί­νει στὶς 19 ἕ­ως 21 Ἰ­ου­νί­ου τοῦ 2019 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Angers μὲ θέ­μα «Μι­κρὲς φόρ­μες καὶ ἐ­φη­βεί­α». Τὸ ὅ­ριο τῶν λέ­ξε­ων γιὰ τὴν πρό­τα­ση τῆς ἀ­να­κοί­νω­σης εἶ­ναι ἕ­ως 300 λέ­ξεις, ἐ­νῶ ἡ ἴδια ἡ ἀ­να­κοί­νω­ση, ἐ­φ’ ὅ­σον ἡ πρό­τα­ση ἐγ­κρι­θεῖ, δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­περ­βαί­νει τὰ 20 λε­πτά. Τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο κα­λύ­πτει στοὺς συ­νέ­δρους τὰ ἔ­ξο­δα δι­α­τρο­φῆς.

            Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε τὴν σχε­τι­κὴ πρό­σκλη­ση ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος:

 

Short Forms and Adolescence

CFP for a three-day conference at the University of Angers, France
Organizers: Karima Thomas and François Hugonnier

June 19-21, 2019

Guest speaker: Michael Cart (USA)

MICHAEL CART is a writer, lecturer, consultant, and an expert in Young Adult literature. In 2008, he became the first recipient of the YALSA/Greenwood Publishing Group Service to Young Adults Achievement Award, and in 2000, he received the Grolier Foundation Award for his contribution to the stimulation and guidance of reading by young people.

CFP: «Short Forms and Adolescence»

The concept of adolescence, which emerged in a 19th-century occidental context, has evolved towards the birth of “the teenage group as a specific age in life” (C. Cannard, 2012). Several research projects have dealt with the cultural landscape of adolescents (a broader term than “teenager”, both of which are worth exploring), yet the specific articulations of adolescence and short forms have mostly remained uncharted. Moreover, while academic research on short forms and childhood has been carried out, these forms have rarely been addressed in the context of young adulthood.
From the vantage point of various fields, including literature, visual arts, history, sociology and psychology, adolescents will be envisioned not only as consumers, producers and innovators of short forms, but also as objects of representation in a large corpus.

       The conference sets out to explore whether specific links bind adolescence to short forms. Because of their density, especially by use of intersemiotic references, short forms echo the double constraint of the spoken and the unspoken that defines the in-betweenness of adolescence. The semantic and poetic compactness typical of the short form’s economy resonates with the questioning of adolescents seeking cognitive and emotional resources that provide both challenges and comfort. Finally, the short form is a laboratory for astounding experiments which potentially meet the creative needs of adolescents.

       Abstracts may address the following aspects, among others:

  1. The poetics of the short form

            * Short forms in the adolescent group, both new and old (as some manifestations can be traced back to the Middle Ages).

            * Graffiti, traces on walls, inscriptions in penitentiaries, stand-up, happenings, rap, hip-hop, slam, slogans (May 1968), one-line poems, beat poetry.

            * Rock songs, poems and other counter-culture outputs aimed at a specific teenage audience since the 1950s.

            * Short story collections and cycles aimed at ─ or featuring as protagonists ─ teenagers (Joyce Carol Oats, Small Avalanches; Alice Munro, Lives of Girls and Women; James Joyce’s Dubliners; Rudyard Kipling, Mowgli Stories; John Steinbeck, The Red Pony, Nadine Gordimer, Jump).

            * Literary classics (Poe, Dickens, Shelley, Shakespeare, Wilde, Brontë) adapted for a teenage audience (Sarah K. Herz & Donald R. Gallo, From Hinton to Hamlet: Building Bridges Between Young Adult Literature and The Classics, 2005).

            * Multimodal outputs and adaptations (films, series, comics).

            * The advent of new technologies (hyperliterature, blogs, tweets, etc.).

  1. Reception/production of short forms by teenagers

            * Social networks and fan fiction, chronicles.

            * Collaborative reception/production practices on the internet.

            * The blurring of the frontier between reception and production by adolescents (see Convergence Culture. Where old and New Media Collide, 2006).

            * Self-publication of literary short forms on line, self-production and diffusion of short films and songs, user-friendly tutorials enabling fast access to video games.

            * The pedagogical and didactic use of short forms in teaching, especially languages: traditional short forms (morceaux choisis) as well as contemporary ones.

  1. Some thematic aspects

            * Identity construction: identity might be assessed based on narrative, graphic, musical or theatrical productions. Among its dominant manifestations are traces of the quest for identity (inscriptions on a wall, journal, names and nicknames, pseudos, signatures by rappers, youtubers, graffiti artists).

            * Metamorphosis and mutation: the physical, psychological and moral changes of adolescents are recurrent themes in literature and the arts. These changes include phases of initiation, transformation and coming of age (Margaret Atwood’s Moral Disorder, Eudora Welty’s The Golden Apples); the development of sexual, ethnic and political awareness (Sherwood Anderson’s I Want to Know Why; the TV series 13 Reasons Why); issues of integration/exclusion and marginality; the questioning of authority (Roberta S. Trite, Disturbing the Universe. Power and Repression in Adolescent Literature, 2012).

            * Trauma: the expression and representation of trauma might be studied through various angles─psychological, historical, sociological, literary and artistic.


Authors from diverse backgrounds are invited to submit 300-word abstracts (in English or French) and brief 50-word biographies to Karima Thomas

(karima.thomas@univ-angers.fr)

and François Hugonnier

(francois.hugonnier@univ-angers.fr)

by January 31, 2019.

Scientific committee:

Elke d’Hoker (University of Leuven)

Emily Eells (University of Paris-Nanterre)

Margo Lanagan (Australian author)

Simonetta Valenti (University of Parma)

Martine Hennard Duteil de La Rochère (University of Lausanne)

Shannon Wells-Lassagne (University of Bourgogne)

Cécile Meynard (University of Angers)

Manuelle Peloille (University of Angers)

Raúl Caplán (University Grenoble-Alpes)

Emmanuel Vernadakis (University of Angers)

Anne-Laure Fortin-Tournès (University of Le Mans)

Eric Pierre (University of Angers)

Aubeline Vinay (University of Angers)

καθώς και τον σύνδεσμο του Συνεδρίου:

http://blog.univ-angers.fr/shortformsandadolescence/




		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#4]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου

(ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)




Τὸ κβαν­τι­κὸ(1) μι­κρο­σύμ­παν μας


ΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ τοῦ 2018 ἡ ζω­γρά­φος Ὄλγα Αλεξοπούλου δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ «Κβαντικό Μπλέ» σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νους ἐ­πι­στή­μο­νες συν­δυ­ά­ζον­τας τὴ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α(2) μὲ τὴν τέ­χνη κι ἐμ­πνε­ό­με­νη ἀ­πὸ τὴν μπλὲ ὥρα (λυ­καυ­γὲς καὶ λυ­κό­φως) τῆς Αἴ­γι­νας. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να κα­θα­ρὸ χρῶ­μα ποὺ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴν ἔν­τα­ση καὶ τὸ βά­θος τοῦ δυ­σκο­λο­τε­ρου χρώ­μα­τος ποὺ μπο­ρεῖ νὰ συλ­λά­βει στὴν ὁ­λό­τη­τά του ὁ ἄν­θρω­πος καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο χρει­ά­ζε­ται ὑ­πε­ρι­ῶ­δες φῶς γιὰ νὰ ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ. Ἡ πρώ­τη πα­ρου­σί­α­σή του θὰ γί­νει τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2019 στὴν γκα­λε­ρὶ Ultra Super New στὸ Τό­κιο.


Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα πῶς πλο­η­γοῦν­ται τὰ πτη­νὰ μὲ τό­ση ἀ­κρί­βεια δὲν ἔ­χει ἀ­παν­τη­θεῖ πλή­ρως. Τὸ 1978 ὁ Klaus Schulten ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι δι­α­θέ­τουν κρυ­πτο­χρώ­μα­τα, εἰ­δι­κὲς χρω­μο­πρω­τε­ΐνες ποὺ λει­τουρ­γοῦν ὡς αἰ­σθη­τῆ­ρες γιὰ νὰ δι­α­κρί­νουν τὰ μα­γνη­τι­κὰ πε­δί­α τῆς γῆς καὶ νὰ δι­α­τη­ροῦν τὸ μα­γνη­τι­κὸ προ­σα­να­το­λι­σμό τους στὶς ἀ­πο­δη­μη­τι­κὲς ἢ ἁ­πλὲς πτή­σεις τους. Τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2018 ἔ­ρευ­νες ἀπέδειξαν ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ μη­χα­νι­σμὸς εἶ­ναι κα­θα­ρὰ ὀ­πτι­κὸς καὶ εἰ­δι­κά το κρυ­πτό­χρω­μα Cry4 εὐ­αι­σθη­το­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τὰ μπλὲ φω­τό­νια τῶν μα­γνη­τι­κῶν πε­δί­ων.


Τὸ 2017 ἀ­να­κοι­νώ­θη­καν ση­μαν­τι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ (IBM) καὶ στὴν Κίνα στὴν κα­τα­σκευ­ὴ τοῦ κβαντικοῦ ὑπολογιστῆ ποὺ ὁ­ρα­μα­τι­ζό­ταν ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ κοι­νό­τη­τα ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 20οῦ αἰ. Τὸ Νόμ­πελ Χη­μεί­ας ἀ­πο­νε­μή­θη­κε σὲ τρεῖς ἐ­πι­στή­μο­νες γιὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς κρυ­ο-ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς μι­κρο­σκο­πί­ας, τὴν ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ μέ­θο­δο ποὺ ἁ­πλο­ποι­εῖ καὶ βελ­τι­ώ­νει τὴν ἀ­πει­κό­νι­ση τῶν βι­ο­μο­ρί­ων καὶ βο­η­θά­ει στὴν κα­τα­νό­η­ση τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης τῆς ζω­ῆς καὶ τὸ 2016 σὲ ἄλ­λους τρεῖς ἐ­πι­στή­μο­νες γιὰ τὶς ἀ­να­κα­λύ­ψεις τους στὶς μικροσκοπικὲς μοριακὲς μηχανές.

       Τὸ 2017 πα­ρου­σι­ά­στη­κε καὶ ἡ και­νο­τό­μος τεχνολογία ἀ­ο­ρα­τό­τη­τας ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν Ἕλ­λη­νες, μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν ἐ­πί­κου­ρο κα­θη­γη­τὴ Κων­σταν­τῖ­νο Μα­κρῆ, Αὐ­στρια­κοὶ καὶ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες, κα­τὰ τὴν ὁ­ποία ἡ χρή­ση συγ­κε­κρι­μέ­νων ὑ­λι­κῶν καὶ εἰ­δι­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας κυ­μά­των, μπο­ρεῖ νὰ «ἐ­ξα­φα­νί­σει» ἕ­να ὑ­παρ­κτὸ ἀν­τι­κεί­με­νο, δί­νον­τας τὴν ψευ­δαί­σθη­ση ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­ό­ρα­το.

       Ἐ­πί­σης τὸ 2017 δι­ορ­γα­νώ­θη­κε δι­ε­θνὴς δι­α­γωνι­σμὸς φω­το­μι­κρο­γρα­φί­ας τῆς Nikon (Small World Competition 2017) ποὺ συγ­κέν­τρω­σε 2.000 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 88 χῶ­ρες καὶ στὸν ὁ­ποῖ­ο δι­α­κρί­θη­καν ἡ Αἰκατερίνη Σεγκλιὰ καὶ ὁ Χάρης Αντωνόπουλος.

       Τὴν ἴ­δια τε­χνι­κὴ ψη­φια­κῆς φω­το­μι­κρο­γρα­φί­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ καὶ ἡ Bioart, ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε τὸ 1997 ὁ Βρα­ζι­λιά­νος εἰ­κα­στι­κὸς Eduardo Kac γιὰ τὸ ἔρ­γο ποὺ πα­ρά­γε­ται μὲ τὴ χρή­ση μι­κρο­σκο­πι­κῶν βι­ο­λο­γι­κῶν μο­νά­δων. Στὸ καλ­λι­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα τῆς Bioart, χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται τε­χνο­λο­γί­ες ὅ­πως ἡ γε­νε­τι­κὴ μη­χα­νι­κή, ἡ καλ­λι­έρ­γεια ἱ­στῶν, κ.ἄ. Στὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ Bioart τοῦ 2017 τὴ 2η ἀ­πὸ τὶς 15 πρῶ­τες θέ­σεις πῆ­ραν τέσσερις Ἑλ­λη­νί­δες ἐ­ρευ­νή­τρι­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες με­λέ­τη­σαν τύ­πους τοῦ λι­πώ­δους ἱ­στοῦ καὶ τρό­πους νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με κα­λύ­τε­ρα τὴ λει­τουρ­γί­α τους ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὸ δι­α­βή­τη, τὸ με­τα­βο­λι­κὸ σύν­δρο­μο, κ.ἄ.

       Tὸν Μά­ϊ­ο τοῦ 2016 ἐγ­και­νι­ά­στη­κε ἡ πρώ­τη ἔκ­θε­ση τοῦ Βρε­τα­νοῦ φω­το­γρά­φου Levon Biss μὲ τί­τλο Microsculpture (Μι­κρο­γλυ­πτι­κή) σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Oxford University Museum of Natural History, στὴν ὁ­ποί­α ἐ­κτέ­θη­καν  οἱ συγκλονιστικὲς φωτογραφίες του ἐντόμων στὴν ὑ­ψη­λό­τε­ρη δυ­να­τὴ ψη­φια­κὴ ἀ­νά­λυ­ση κι ἑ­στί­α­ση. Αὐ­τὲς οἱ φω­το­γρα­φί­ες χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται σή­με­ρα καὶ γιὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κοὺς σκο­ποὺς σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο.


Τὸ Νο­έμ­βριο τοῦ 2017 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ro­che­ster ἕ­να ἀ­κό­μα Δι­εθνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­ϊ­στο­ρίας, μὲ ὑ­πό­τι­τλο τὸ γνω­στὸ στί­χο τοῦ William Blake «Γιὰ νὰ δεῖς τὸν κό­σμο σ’ ἕναν κόκκο ἄμ­μου». Ἡ Laurel Thatcher Urlich, ἱ­στο­ρι­κός τοῦ Harvard, πα­ρου­σί­α­σε πτυ­χὲς τῆς ἔ­ρευ­νάς της γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τοῦ πολυβραβευμένου βιβλίου της μὲ τί­τλο A Midwife’s Tale: The Life of Martha Ballard Based on Her Diary, 1785–1812(3). Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν τε­λευ­ταί­ων 27 ἐ­τῶν τῆς ζω­ῆς τῆς Mar­tha Bal­lard (1734 -1812) ὅ­πως τὴν κα­τέ­γρα­ψε σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 1.400 σε­λί­δες στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της, τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­κί­νη­σε τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 1785. Ἡ Ballard ἦ­ταν μαί­α, θε­ρα­πεύ­τρια, καὶ μη­τέ­ρα ἐν­νέ­α παι­δι­ῶν (τρί­α ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α πέ­θα­ναν σὲ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α), στὴν Ἀ­ουγ­κού­στα, τὴν πρω­τεύ­ου­σα τῆς Πο­λι­τεί­ας τοῦ Μέ­ιν τῶν ΗΠΑ, τὴν ὁ­ποί­α δι­αρ­ρέ­ει ὁ πο­τα­μὸς Κέ­νεμ­πεκ ποὺ ἐκ­βάλ­λει στὸν Ἀ­τλαν­τι­κό.

       Ἀρ­κε­τοὶ ἱ­στο­ρι­κοὶ πρὶν ἀ­πὸ τὴν Urlich εἶ­χαν θε­ω­ρή­σει ἀ­σή­μαν­τες τὶς οἰ­κια­κὲς ἀ­σχο­λί­ες, τὰ ὀ­νό­μα­τα ἀ­σθε­νῶν, τὰ χρη­μα­τι­κὰ πο­σὰ καὶ τὶς σύν­το­μες ἡ­με­ρή­σι­ες κα­τα­γρα­φὲς τῆς Ballard. Ἡ Urlich μὲ τὴ με­θο­δο­λο­γί­α τῆς Μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ας(4) ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε τὰ τεκ­μή­ρια τοῦ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου καὶ ἀ­νέ­δει­ξε τὰ κοι­νω­νι­κο­ϊ­στο­ρι­κὰ συγ­κεί­με­να τῆς ἐ­πο­χῆς, τὴν ἀν­θρω­πο­γε­ω­γρα­φί­α τῆς πε­ρι­ο­χῆς ποὺ ἐ­ξε­λί­χθη­κε σὲ ἐμ­πο­ρι­κὸ κόμ­βο καὶ τὴ φω­νὴ μιᾶς γυ­ναί­κας στὴν πρώ­τη γραμ­μὴ πα­ρα­γω­γῆς κοι­νω­νι­κοῦ ἔρ­γου. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ βι­βλί­ου της (σελ. 9) ἡ πραγ­μα­τι­κὴ δύ­να­μη τῆς Ballard βρί­σκε­ται στὶς φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­νού­σι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες καὶ στὴν ἐ­ξου­θε­νω­τι­κή, ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα ποὺ κα­τέ­γρα­φε μὲ ἐντυ­πω­σι­ακὴ οἰ­κο­νο­μία λό­γου. Ἄλ­λο­τε ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σει πε­ζὴ τὸν πα­γω­μέ­νο Κέ­νεμ­πεκ, ἄλ­λο­τε νὰ φτά­σει ἐγ­καί­ρως δι­α­μέ­σου τῶν ὑ­περ­χει­λι­σμέ­νων πα­ρα­πο­τά­μων σὲ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες πε­ρι­ο­χὲς τῆς πε­ρι­φέ­ρειας μὲ ξύ­λι­να πλοιά­ρια τύ­που κα­νό. Κρα­τοῦ­σε ἀ­νελ­λι­πῶς ση­μει­ώ­σεις σὲ σε­λί­δες κομ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της καὶ κα­τέ­γρα­φε μὲ ρε­α­λι­στι­κὸ ὕ­φος καὶ ἁ­πλὸ λό­γο τὶς ἐμ­πει­ρί­ες της. Ἡ Ballard πα­ρεῖ­χε θε­ρα­πευ­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες κα­τ’ οἶ­κον, δι­εκ­πε­ραί­ω­σε 816 γέν­νες καὶ βο­ή­θη­σε σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 1.000.

       Στὶς 31 Δε­κεμ­βρί­ου 1800 ἔ­γρα­φε: «Καὶ τώ­ρα κλεί­νει αὐ­τὴ ἡ χρο­νιὰ καὶ εἴ­θε νὰ ἔ­χου­με κά­νει σο­φὴ χρή­ση τοῦ χρό­νου.» Σύμ­φω­να μὲ τὴν Urlich, «Γιὰ τὴν Ballard ἡ ζω­ὴ με­τρι­ό­ταν σὲ πρά­ξεις. Τί­πο­τα δὲν ἦ­ταν ἀ­σή­μαν­το» καὶ κυ­ρί­ως τὰ ὅ­σα δὲν κα­τέ­γρα­ψε.


Ὁ Da Vinci μὲ τὴν ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ προ­ο­πτι­κὴ (κα­τάλ­λη­λο χει­ρι­σμὸ τοῦ χρώ­μα­τος) καὶ τὴν τε­χνι­κὴ τοῦ σφου­μά­το (λε­πτό­τα­τη φω­το­σκί­α­ση ποὺ θαμ­πώ­νει τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα), ἄ­φη­νε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ὁ­λο­κλή­ρω­σης τῆς εἰ­κό­νας στὴ φαν­τα­σί­α τοῦ θε­α­τῆ. Τὸ 2013 ἡ NASA με­τέ­δω­σε μέ­σῳ λέ­ι­ζερ σὲ σε­λη­νια­κὸ δο­ρυ­φό­ρο τὴν εἰ­κό­να τῆς Μό­να Λί­ζα ὡς τὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρο δεῖγ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δι­ά­νοι­ας. Μὲ τὴ νέ­α δυ­να­τό­τη­τα ποὺ πα­ρέ­χει ἡ ὀ­πτι­κὴ τε­χνο­λο­γί­α ἐ­πι­τεύ­χθη­κε ἡ ἀ­πο­στο­λὴ δε­δο­μέ­νων αὐ­τῆς τῆς εἰ­κό­νας ἀ­πὸ τὴ Γῆ σὲ ἀ­πό­στα­ση πε­ρί­που 384.000 χλμ.

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος τὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ κέν­τρο CERN ἀ­να­κοί­νω­σε τὸν ἐντο­πι­σμὸ τοῦ ἀό­ρα­του μποζονίου Higgs, ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ ὁ­ποί­ου εἶ­χε ὑ­πο­τε­θεῖ ἀ­πὸ τὸ 1960 καὶ ἡ με­λέ­τη του εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὴ γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση τῆς λει­τουρ­γί­ας τοῦ σύμ­παν­τος σὲ ὑ­πο­α­το­μι­κὸ ἐ­πί­πε­δο.


Τὸ 2012 κα­τα­σκευ­ά­στη­κε στὴ Βαρ­σο­βί­α τὸ μι­κρό­τε­ρο σπί­τι στὸν κό­σμο πρὸς τι­μὴ τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Etgar Keret. Ἡ παγ­κό­σμια τά­ση στὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ γιὰ μα­ζι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ μι­κρῶν κα­τοι­κι­ῶν (mi­cro­ho­mes) ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 ὡς κοι­νω­νι­κὸ κί­νη­μα. Τὸ Tiny House Movement ση­μα­το­δό­τη­σε τὴν ἀν­τί­δρα­ση στὴ New Age ἐ­πο­χὴ καὶ στὸ δυ­τι­κὸ κα­πι­τα­λι­στι­κὸ πρό­τυ­πο ζω­ῆς καὶ πρό­τει­νε τὴν ἁ­πλό­τη­τα, τὴν αὐ­τάρ­κεια καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τα με­τα­κί­νη­σης (ρο­ὴ στὸ χῶ­ρο καὶ στὸ χρό­νο). Πα­ρό­λα αὐ­τά, σή­με­ρα, ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κές, πε­ρι­βαλ­λον­τι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες ἀ­πὸ τὸ Τό­κιο, ποὺ ἔ­χει μα­κρὰ πα­ρά­δο­ση (π.χ. Na­ga­kin Ca­psu­le Tow­er, 1972), καὶ τὴ Σε­οὺλ (Songpa Micro-Housing), ἕ­ως τὶς δυ­τι­κές μη­τρο­πό­λεις, τεκ­μη­ρι­ώ­νουν ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ πρό­τα­ση γιὰ τὴν ἀ­ποσυμ­φό­ρηση τῶν με­γά­λων ἀστι­κῶν κέν­τρων καὶ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς ρα­γδαί­ας κλι­μα­τι­κῆς ἀλ­λα­γῆς.


Τὸ 1993 ὁ Jean Baudrillard ἀ­νέ­φε­ρε στὴ Δι­α­φά­νεια τοῦ κα­κοῦ(5), ὅ­τι ἡ μι­κρο­μο­ρια­κὴ γε­νε­τι­κὴ εἶναι ἡ λο­γι­κὴ συ­νέπεια τῆς βι­ο-φυ­σιο-ανα­το­μι­κῆς ἐ­πι­στήμης ποὺ ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ρα­γδαῖα σὲ ἕνα πο­λύ ἀ­νώτε­ρο ἐ­πίπε­δο ἀ­φαίρε­σης καὶ προ­σο­μοί­ω­σης: τὸ πυ­ρη­νι­κὸ ἐ­κεῖνο ἐ­πίπε­δο τοῦ κυτ­τάρου καὶ τοῦ γε­νε­τι­κοῦ κώδι­κα, ὅπου ὀρ­γα­νώνε­ται μιὰ φαν­τα­σμα­γο­ρία. Ὅ­ροι ὅ­πως να­νο­χει­ρουρ­γι­κή, να­νο­τε­χνο­λο­γί­α, μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α, μι­κρο­οι­κο­νο­μί­α, μι­κρο­κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α εἶ­χαν ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ δι­α­δί­δον­ται ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80. Τὸ 1989 ἱ­δρύ­θη­κε ἡ ἑ­ται­ρεί­α Microchip Technology, τὸ 1975 ἡ Μicrosoft καὶ τὸ 1959 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ Mini Cooper τῆς BMC, τὸ αὐ­το­κί­νη­το σύμ­βο­λο τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’60.


Τὸ 1957 ὁ Gaston Bachelard ἔ­γρα­φε στὴν Ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου(6): «Στὴν πραγ­μα­τι­κότη­τα νι­ώθω πιὸ οἰ­κεῖα στοὺς μι­κρο­σκο­πι­κοὺς κόσμους οἱ ὁ­ποῖοι γιὰ μένα εἶναι κυ­ριάρ­χοι κόσμοι», καὶ «οἱ ἀ­ξίες συμ­πυ­κνώνον­ται κι ἐμ­πλου­τίζον­ται στὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἐ­πίπε­δο. Ἡ πλα­τω­νι­κή δι­α­λε­κτι­κὴ γιὰ τὸ μέ­γαλο καὶ τὸ μι­κρό δὲν ἀρ­κεῖ γιὰ ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦμε τὶς δυ­να­μι­κὲς ἀ­ρε­τὲς τοῦ σκέπτε­σθαι μι­κρά. Πρέπει κα­νεὶς νὰ πάει πέρα ἀ­πὸ τὴ λο­γι­κὴ γιὰ νὰ βιώ­σει τί εἶναι με­γάλο καὶ τί εἶναι μι­κρό». Ὁ Bachelard δι­έ­κρι­νε πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ πα­ρα­δο­ξό­τη­τα στὴ φύ­ση καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ἀ­πο­λυ­τό­τη­τας στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ γνώ­ση. Σύν­το­νος μὲ τὶς ἀρ­χὲς τὶς κβαν­το­μη­χα­νι­κῆς καὶ τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς σχε­τι­κό­τη­τας, πρό­τει­νε τὴν ἀ­νάπτύυξη ἑ­νὸς τρόπου σκέψης μὲ φαι­νο­με­νο­λο­γι­κὴ δι­ά­στα­ση ὁ ὁ­ποῖ­ος, πέ­ραν τῆς τρισ­δι­ά­στα­της στε­ρε­ο­σκο­πι­κῆς ἀν­τί­λη­ψής μας στὸ μα­κρό­κο­σμο, νὰ ἐμ­βα­θύ­νει καὶ στὴ μι­κρο­σκο­πι­κὴ κλίμα­κα, προ­κει­μέ­νου νὰ δι­α­τη­ρή­σει ζων­τα­νὴ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς δια­ύγειας τῶν πραγ­μά­των καὶ τῆς ζω­ῆς. Ὁ Ba­che­lard(7) κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ δι­α­νο­η­τι­κὸ ἅλ­μα, τὴ δύ­να­μη τῆς εἰ­κό­νας νὰ κα­θο­ρί­ζει τὴ σκέ­ψη στὶς φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου νὰ συγ­κρο­τεῖ. Ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν θε­τι­κι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἐ­πα­γω­γι­κὴ σκέ­ψη κι αἰ­σθη­τι­κο­ποί­η­σε τὴν ἐ­πι­στή­μη, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι στὸ αἰ­σθη­τι­κὸ πε­δί­ο μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με συν­θε­τι­κὲς ἀ­ξί­ες συγ­κρι­νό­με­νες μὲ τὰ μα­θη­μα­τι­κὰ σύμ­βο­λα, τὰ ὁ­ποῖ­α τοῦ θύ­μι­ζαν πρω­τί­στως τὶς εἰ­κό­νες τῆς ποί­η­σης τοῦ Mallarmé. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μὲ τὸ Un Coup de dés (Μιὰ ζα­ριά, 1897) ἐγ­και­νί­α­σε τὴν τυ­πο­γρα­φι­κὴ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­σε τὶς πρω­το­πο­ρί­ες τοῦ 20οῦ αἰ. καὶ ὑ­λο­ποί­η­σε τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Baudelaire, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἰ­σή­γα­γε τὸν ὅ­ρο πε­ζο­ποί­η­ση καὶ στὸ Μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζὸ ἢ ἡ Με­λαγ­χο­λί­α τοῦ Πα­ρι­σιοῦ (1862) ἔ­γρα­φε: «Ψι­λο­κόψ­τε [τὸ ἔρ­γο] σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα κομ­μα­τά­κια καὶ θὰ δεῖ­τε ὅ­τι τὸ κα­θέ­να μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἀ­πὸ μό­νο του.»


Τὸ 1927 o Werner Karl Heisenberg δι­α­τύ­πω­σε τὴν «Ἀρ­χὴ τῆς Ἀ­προσ­δι­ο­ρι­στί­ας» δί­νον­τας μιὰ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α γιὰ τὸ φυ­σι­κὸ κό­σμο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πρί­σμα τῆς Κβαν­τι­κῆς Μη­χα­νι­κῆς. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὴν αἰ­τι­ό­τη­τα ποὺ δι­έ­πει τὴ Νευ­τώ­νεια Φυ­σι­κὴ μὲ τὴν τυ­χαι­ό­τη­τα κι ἑ­στί­α­σε στὰ ὑ­πο­α­το­μι­κά σω­μα­τίδια τοῦ μι­κρόκο­σμου, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἀ­δύνα­το νὰ γνω­ρίζου­με μὲ ἀ­πόλυ­τη βέ­βαι­οτη­τα τὴ θέση καὶ τὴν ὁρ­μή τους.

       Ἀ­κρι­βῶς πρὶν ἀ­πὸ ἕ­ναν αἰ­ώ­να, τὸ 1918, τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Φυ­σι­κῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε στὸν Max Planck, τὸν θε­με­λι­ω­τή τῆς κβαν­τι­κής θε­ω­ρί­ας.



Στρο­φὴ στὴ σκέ­ψη


Τὸ 1614 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ὁ τό­μος μὲ τὶς εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νες μι­κρο­γρα­φί­ες ποὺ συ­νο­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να τοῦ Sir Thomas Overbury μὲ τί­τλο Characters (Χα­ρα­κτῆ­ρες). Τὸ εἶ­δος αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ δι­α­δε­δο­μέ­νο στὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Γαλ­λί­α τὸν 17ο αἰ., καὶ ἀ­νά­γε­ται στοὺς Χαρακτῆρες τοῦ Θεόφραστου. Τὸ 1978 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ πο­λὺ σύν­το­μων ἱ­στο­ρι­ῶν δι­α­φό­ρων τύ­πων ἀν­θρώ­πων μέ­σα ἀ­πὸ τὸ λοξό βλέμμα τοῦ Thomas Bernhard μὲ τί­τλο Μί­μος τῶν φω­νῶν, ἐ­νῶ εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ τὸ 1956 οἱ Παραδειγματικοὶ Φόνοι τοῦ Max Aub καὶ τὸ 1946 οἱ Φωνές τοῦ Antonio Porchia. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες με­λε­τή­θη­καν ὡς ἀ­φο­ρι­σμοί, ἀλ­λὰ σή­με­ρα ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζον­ται καὶ στὴ θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες Blue and Green τῆς Virginia Woolf (1921) καὶ The story of an hour τῆς Kate Chopin (1894), κα­θὼς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι (1899) τοῦ Ambrose Bierce δι­δά­σκον­ται συ­στη­μα­τι­κὰ στὶς ΗΠΑ ὡς προ­δρο­μι­κὰ κεί­με­να τῆς ἀγ­γλό­φω­νης σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Τὸ ση­μεῖ­ο καμ­πῆς, ὅ­μως, θε­ω­ρεῖ­ται ἡ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α Στὴν Κίρκη (1917) τοῦ Julio Torri.


Τὸ 1948 δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Thrilling Wonder Stories ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Fredric Brown «Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος στὸν κό­σμο κά­θι­σε μό­νος σ’ ἕ­να δω­μά­τιο. Ἕ­νας χτύ­πος ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα», τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἀγ­γλό­φω­νοι κρι­τι­κοὶ θε­ω­ροῦν ὁ­ρό­ση­μο γιὰ τὴν ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­α τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη κρι­τι­κή, ὅ­μως, ὁ «δει­νό­σαυ­ρος» τοῦ Augusto Monterroso θε­ω­ρεῖ­ται ἱ­δρυ­τι­κὸς αὐ­τῆς τῆς ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­ας. Πα­ρό­λα αὐ­τά, καὶ στὶς δύ­ο αὐ­τὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ κι­νοῦν­ται στὴν κλί­μα­κα τοῦ ἐ­λά­χι­στου τῶν «βρε­φι­κῶν πα­που­τσι­ῶν» τοῦ Hemingway, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ὅ­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα ποὺ ἀ­παι­τοῦν ὡς πρὸς τὴ σύμ­πρα­ξη συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη γιὰ τὴ συγ­κρό­τη­ση μιᾶς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νης ἀ­φή­γη­σης, κυ­ρί­ως ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὸν κρί­σι­μο ρό­λο τῆς φαν­τα­σί­ας σὲ αὐ­τὴ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­κραί­ας ἀ­φαί­ρε­σης. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα «τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­άν…;» ποὺ τὶς δι­α­τέ­μνει ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας ὡς λο­γο­τε­χνι­κὸ/κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ εἶ­δος, ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς σκέ­ψης, ὅ­ταν πραγ­μα­το­ποι­εῖ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα δι­α­νο­η­τι­κὰ ἅλ­μα­τα γιὰ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξή της.

       Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ δεύ­τε­ρη ἀν­θο­λο­γί­α τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης σει­ρᾶς Por favor, Sea Breve(8) (Νὰ εἶ­στε σύν­το­μοι, πα­ρα­κα­λῶ), στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λή­φθη­κε ἡ «ἱ­στο­ρί­α» μὲ τί­τλο Τὸ φάν­τα­σμα (El fantasma) τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Guillermo Samperio. Ὁ Samperio, πί­στευ­ε ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ δὲ φαί­νον­ται. Αὐ­τὴ ἡ κομ­βι­κὴ πε­ποί­θη­σή του στὸ σύ­νο­λο τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ ἔρ­γου ποὺ ἄ­φη­σε πί­σω του ἀν­τα­να­κλᾶ­ται μὲ τὸ σα­φέ­στε­ρο τρό­πο ὄ­χι μό­νο στὴν ἐν λό­γῳ ἱ­στο­ρί­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται μό­νο ἀ­πὸ τὸν τί­τλο καὶ μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα, ἀλ­λὰ καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐν γέ­νει.


Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α(9) ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ 200 κεί­με­να ἕ­ως 300 λέ­ξεις μὲ τί­τλο Bonsai: best small stories from Aotearoa New Zealand κι ἐ­πι­με­λη­τὲς δύ­ο δι­ε­θνῶς γνω­στὲς συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὶς Michelle Elvy, Frankie McMillan καὶ τὸν ποι­η­τὴ James Norcliffe. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πὸ 165 Μα­ο­ρὶ συγ­γρα­φεῖς ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει προ­κα­λέ­σει δι­ε­θνὲς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ ἕ­να ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πε­δί­ο ποὺ κα­τα­κλύ­ζε­ται ἀ­πὸ ἱ­σπα­νό­φω­νες καὶ ἀγ­γλό­φω­νες συλ­λο­γὲς κι ἀν­θο­λο­γί­ες. Ἡ εὐ­ρεί­α ἀ­πο­δο­χή της φαί­νε­ται νὰ ἀ­νοί­γει τὸ δρό­μο καὶ γιὰ ἄλ­λες ἐ­λάσ­σο­νες λο­γο­τε­χνί­ες ποὺ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τες. Μιὰ πα­ρό­μοι­α ἀν­θο­λο­γί­α κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2016 μὲ τί­τλο La minificcion en Santo Domingo (ἐκ­δό­σεις Ministerio De Cultura, Editora Nacional) μὲ 182 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀ­πὸ 33 σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς τῆς Δο­μη­νι­κα­νῆς Δη­μο­κρα­τί­ας σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ Lauro Zavala. Ἂν καὶ δὲν ὑ­στε­ρεῖ σὲ ἀ­ξί­α δὲν προ­βλή­θη­κε στὸ βαθ­μὸ τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τῶν Μα­ο­ρὶ καὶ πα­ρέ­μει­νε ἄ­γνω­στη.

       Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν Μα­ο­ρὶ τὸν ἴ­διο μή­να κυ­κλο­φό­ρη­σε καὶ ἡ ἀγ­γλό­φω­νη ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο Best Small Fictions 2018 κι ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Aimee Bender, μὲ 53 δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Lydia Davis. Στὴν ὁ­μι­λία τῆς βρά­βευ­σής της τὸ 2013 μὲ τὸ Man Booker Prize γιὰ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Can’t and won’t (Penguin, 2014), δή­λω­σε ὅ­τι δὲν πε­ρί­με­νε πο­τὲ ὅ­τι θὰ δι­α­κρι­νό­ταν γιὰ τὴν ἐν­τα­τι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­σή της μὲ κεί­με­να τό­σο σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας (τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­κα­λεῖ pieces [κομ­μά­τια]), κα­θὼς τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα κυ­ρια­ρχεῖ ἀ­κό­μα στὴ δι­ε­θνῆ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γή. Στοὺς 101 συγγραφείς ποὺ προ­κρί­θη­καν στὴ με­γά­λη λί­στα τῆς σει­ρᾶς Best Small Fictions 2018 ἦ­ταν ἡ Kara Oakleaf, μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α της Μειωμένη Βαρύτητα καὶ ἡ Ναταλία Θεοδωρίδου.

 

Τὸ 2017 τὸ Ἱ­σπα­νι­κὸ ἵ­δρυ­μα César Egido Serrano Foundation δι­ορ­γά­νω­σε τὸν 5ο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ τὴν ἔ­ρευ­να τοῦ εἴ­δους καὶ δεί­κτη τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης καὶ δι­ά­δο­σής του. Αὐ­τὸς ὁ δι­α­γω­νι­σμὸς συγ­κέν­τρω­σε 43.185 κεί­με­να ἕ­ως 100 λέ­ξεις ἀ­πὸ 172 χῶ­ρες, ἐ­νῶ ὁ πρῶ­τος (2009) εἶ­χε συγ­κεν­τρώ­σει 3.682 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 44 χῶ­ρες καὶ εἶ­χε ἤ­δη προ­τα­θεῖ γιὰ βρα­βεῖ­ο Guinness.


Τὸ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο MicroBerlin – De minificciones y microrrelatos(10), μὲ ἐ­πι­με­λη­τὲς τὸν Ottmar Ette, τὸν ἱ­δρυ­τή τοῦ Τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας (Potsdam, 2007) καὶ ἄλ­λους θε­ω­ρη­τι­κούς. Ἐμ­βα­θύ­νει στὸ πῶς φτά­σα­με ἀ­πὸ τοὺς προ­δρό­μους τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας καὶ τὸν Δη­μή­τριο τὸν Σκή­ψιο (2ος αἰ. π.Χ.) ἕ­ως τὴ Μο­ρια­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Αἰ­τι­ο­λο­γεῖ για­τί ἀ­ξί­ζει νὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖ κα­νεὶς στὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ κό­σμο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­φοῦ πε­ρά­σει ἀ­πὸ φω­τει­νὲς στά­σεις ὅ­πως τῶν Poe, Τσέχωφ, Bor­ges, Kaf­ka, Vir­gi­nia Woolf, Wa­lser, He­ming­way, Ya­su­na­ri Ka­wa­ba­ta, Cor­ta­zar, Brau­ti­gan, Car­ver, Ly­dia Da­vis, Ja­mai­ca Kin­caid, A­na Ma­ria Shua, Di­a­ne Wil­li­ams, κ.ἄ., στοὺς ἄ­πει­ρους ἄ­γνω­στους συγ­γρα­φεῖς τῆς ἐ­πο­χῆς μας ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­να νέ­ο ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το ἔν­τυ­πο καὶ δι­α­δι­κτυα­κὸ γα­λα­ξί­α ἀ­πὸ ἐκ­θαμ­βω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες.

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ στὴ Ν. Ζη­λαν­δί­α Flash Fron­tier ἔ­κα­νε ἕ­να πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀ­φι­έ­ρω­μα σὲ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μὲ θέ­μα τὴν ἐ­πι­στή­μη μὲ ἐπι­με­λή­τριες τὶς δι­ε­θνῶς δι­α­κε­κρι­μέ­νες συγ­γρα­φεῖς στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Ka­thy Fish καὶ Ta­nia Hersh­man. Ἡ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ (2018) τῆς τε­λευ­ταί­ας πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση μι­κρο­φυ­σι­κῆς καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Microphysics and microfiction).


Roland Barthes τὸ 1966(11) ἀ­πο­μό­νω­σε τὰ ἐ­πί­πε­δα τῆς ἀ­φή­γη­σης κι ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ ὁ­ρί­σει τὶς πρω­τεύ­ου­σες λει­τουρ­γί­ες τους ἰ­δω­μέ­νες ὡς κέν­τρα, πυ­ρῆ­νες, κα­τα­λύ­τες κι ἐ­λά­χι­στες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς μο­νά­δες ποὺ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ ἀ­πα­λει­φθοῦν χω­ρὶς νὰ κα­τα­στρα­φεῖ ἡ χρο­νι­κο­αι­τι­ο­λο­γι­κὴ συ­νο­χὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης(12) καὶ εἶ­ναι ἀ­δι­ά­στα­τες (ὅ­πως τὰ κβάν­τα).


Τὸ 1998 Ο Lauro Zavala δι­ορ­γά­νω­σε τὸ 1ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Με­ξι­κό. Τὸ 1984 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Κου­βα­νέ­ζας θε­ω­ρη­τι­κοῦ Dolores Mercedes Koch, ἡ πρώ­τη δι­ε­θνῶς ποὺ ἑ­στί­α­σε στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὸ 2007 ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Ἑ­λέ­νης Κε­φά­λα, ἡ μο­να­δι­κὴ στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α ποὺ ἐ­λέγ­χει τοὺς συγ­χρω­τι­σμοὺς στὰ ἔρ­γα τῶν Bor­ges, Pi­glia, Κα­λο­κύ­ρη καὶ Κυ­ρια­κί­δη.

       Τὸ 2007 ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Maggie Nelson κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Red Parts: A Memoir. Συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται, ὅ­μως, πλέ­ον στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο Bluets (Wave Books, 2009). Σὲ αὐ­τὸ συγ­κεν­τρώ­νει 240 ἀ­ριθ­μη­μέ­να πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α, πα­ρό­τι εἶ­ναι ἄ­τι­τλα, γε­γο­νὸς ποὺ δὲ συ­νά­δει μὲ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, κι­νοῦν­ται μὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση, τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α.



Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

τὸ μπλὲ καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


Ἡ Ἀρ­γεν­τι­νὴ συγ­γρα­φέ­ας Luisa Va­len­zu­e­la ἔ­χει δι­α­τυ­πώ­σει ἀ­πὸ τὸ 2010 μί­α ἀ­πὸ τὶς πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νες με­τα­φο­ρὲς γιὰ τὸ νέο εἶ­δος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: «Συ­νή­θως συγ­κρί­νω τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ θη­λα­στι­κό, ἄ­γριο σὰν τί­γρη ἢ ἤ­ρε­μο σὰν ἀ­γε­λά­δα· τὸ δι­ή­γη­μα μὲ πτη­νὸ ἢ ψά­ρι· καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α σὰν ἕ­να ἔν­το­μο (ἰ­ρι­δί­ζον στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση)», ἐν­νο­ών­τας ὅ­τι μα­γνη­τί­ζει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ κεν­τρί­ζει τὴ σκέ­ψη καὶ τὸ συ­ναί­σθη­μα, ὅ­πως ἔ­χει ἐ­ξη­γή­σει. Συ­χνὰ δι­ευ­κρι­νί­ζε­ται σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά ἄρ­θρα ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ «ἰ­ρι­δί­ζον­τος» ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἐ­νέρ­γεια ποὺ ἐ­κλύ­ει, τὴ στιγ­μια­ία λάμ­ψη της, στοὺς μη­χα­νι­σμούς της ποὺ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­σα­φεῖς καὶ στὴ μορ­φή της ποὺ με­ταλ­λάσ­σε­ται, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α πα­ρα­τή­ρη­σης, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τη ἡ σύλ­λη­ψη καὶ ἡ τα­ξι­νό­μη­σή της ἀ­νά­με­σα στὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη λό­γου.

       Πα­ρὰ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­σπά­θει­ες τῆς δι­ε­θνοῦς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 γιὰ κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὁ­ρι­σμὸ καὶ ὄ­νο­μα, τὸ ζή­τη­μα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας πα­ρα­μέ­νει ἀ­νοι­κτὸ μὲ δύ­ο εὔ­λο­γες στα­θε­ρές: ὅ­τι ἀ­να­νε­ώ­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἐ­πί­τευγ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης νό­η­σης καὶ ὄ­χι γιὰ ἐ­φή­με­ρη τά­ση. Ἐν μέ­ρει ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ τὴν αἰχ­μα­λω­τί­σου­με ὀ­φεί­λε­ται στὶς ἄ­τα­κτες δι­α­κτι­νώ­σεις της σὲ δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο καὶ στὸ δι­α­χρο­νι­κὸ καὶ συγ­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κὴ μορ­φή της προ­κύ­πτει ἡ πρω­τε­ϊ­κὴ καὶ σύν­θε­τη φύ­ση της, ἰ­δέ­α ἀ­πο­δε­κτὴ τό­σο στὴν Ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἁ­πλού­στε­ρη ἀ­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πο­λὺ σύν­θε­τη, ὅ­σο καὶ στὴν Κβαν­τι­κὴ Φυ­σι­κή, ποὺ δι­ε­ρευ­νᾶ καὶ αὐ­τὴ τὴ σκο­τει­νή, ἀ­ό­ρα­τη ὕ­λη, κα­τα­γρά­φον­τας τὴν ἐ­νέρ­γειά της .

       Ὑ­πὸ αὐ­τὸ τὸ πρί­σμα ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐμ­φα­νί­ζει πολ­λὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ μπλέ. Ἂν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­χε χρῶ­μα συμ­φω­νῶ ὅ­τι θὰ ἦ­ταν ἰ­ρι­δί­ζον, θε­ω­ρῶ ὅ­μως ὅ­τι θὰ ἦ­ταν συγ­κε­κρι­μέ­να μπλέ, τὸ ὁ­ποῖ­ο σύμ­φω­να μὲ τὸν Pastoureau(13) συμ­βο­λί­ζει τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα.

       Ὁ Goethe στὴ Θε­ω­ρί­α τῶν Χρω­μά­των ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι τὸ μπλὲ ἔ­χει τὴ μο­να­δι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ μᾶς μα­γνη­τί­ζει νὰ τὸ ἀ­κο­λου­θή­σου­με ἐ­πει­δὴ ἀ­σκεῖ μί­α ἀ­πε­ρί­γρα­πτη ἐ­πί­δρα­ση στὸ μά­τι: εἶ­ναι δυ­να­μι­κό, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­νη­τι­κὴ πλευ­ρὰ καὶ στὴν ἀ­πό­λυ­τη κα­θα­ρό­τη­τά του ἡ ἀρ­νη­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι ἐ­ρε­θι­στι­κή. Τὸ μπλὲ ἀ­που­σί­α­ζε ἀ­πὸ τὰ ὀ­μη­ρι­κὰ ἔ­πη, ἀλ­λὰ ἀ­νέ­τρε­ψε τὴν πρω­το­κα­θε­δρί­α τοῦ κόκ­κι­νου ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἕ­ως καὶ τὸν Με­σαί­ω­να. Ὁ Μι­κρὸς Πρίγ­κη­πας ἐ­πι­σκί­α­σε τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, τὸ θρυ­λι­κὸ μπλὲ Orient Express, ὅ­πως καὶ τὰ Train Bleu καὶ Blue Train, τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νέ­δε­ε τὴν Πρε­τό­ρια μὲ τὸ Κέ­ιπ Τά­ουν στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή, ἔ­γρα­ψαν ἱ­στο­ρί­α. Κα­τὰ τὸν 19ο καὶ 20ο αἰ. ση­μει­ώ­θη­κε μιὰ φω­το­χυ­σί­α τοῦ μπλὲ σὲ ὅ­λες τί δι­α­βαθ­μί­σεις του σὲ ἔρ­γα καὶ κι­νή­μα­τα ση­μαν­τι­κῶν ζω­γρά­φων (C.D.Friedrich, Seaurat, Kandinsky, Matisse, Shagall, Cezanne, Picasso, Klein, O’ Keeffe, κ.ἄ.) ποὺ κα­θό­ρι­σαν τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρί­ας τῆς τέ­χνης. Τὸ μπλὲ ὡς φόρ­μα, ὡς εἰ­κα­στι­κὴ γλώσ­σα ἢ ὡς σύμ­βο­λο πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, φαί­νε­ται ὅ­τι δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ πρῶ­τος ὁ Goethe πα­ρα­τή­ρη­σε: «εἶ­ναι ἕ­να χρῶ­μα γε­μά­το μυ­στή­ριο, σα­γη­νευ­τι­κὸ καὶ ἀ­πό­κο­σμο μα­ζί. Μα­γνη­τί­ζει τὸ βλέμ­μα καὶ πα­ρα­σύ­ρει τὸν θε­α­τὴ σὲ μιὰ ἀ­να­ζή­τη­ση χω­ρὶς σα­φῆ ὅ­ρια, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι μιὰ πα­γί­δα στὴν ἐ­σω­στρέ­φεια, ἢ μιὰ γέ­φυ­ρα ποὺ ἑ­νώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο μὲ τὸν Θε­ό.»

       Ὁ T.S.Eliot πί­στευ­ε ὅ­τι σκο­πὸς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι νὰ με­τα­τρέ­ψει τὸ αἷ­μα σὲ με­λά­νι καὶ ὁ Θ. Βαλ­τι­νὸς μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὅ­τι «αὐ­τὸ ποὺ σὲ τρα­βά­ει σὲ κά­ποι­ον εἶ­ναι τὸ ἄ­γνω­στο. Ἐ­κεῖ­νο τὸ στοι­χεῖ­ο ποὺ δὲν τὸ πιά­νεις πο­τέ» (14).



Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Δευ­τέ­ρα ἢ Τρί­τη, τῆς Βιρ­τζί­νια Γούλφ, μτφ. Γ. Μπα­ρου­ξῆς, Ποι­κί­λη Στο­ά, Ἀ­θή­να 2016, στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ δι­ή­γη­μα Γα­λά­ζιο καὶ πρά­σι­νο (Blue and Green).


Ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Tania Hershman μὲ τί­τλο My mother was an upright piano, Tangent Books, Bristol, 2014 (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες Γαλάζιο πουλί τῆς Ana Maria Shua καὶ Antoine de Saint-Exupéry τοῦ Paul Kavanagh (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τῆς Maria Popova στὴ σχέ­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὸ χρῶμα μπλέ τὰ τε­λευ­ταῖ­α 200 χρό­νια στὸ ἱ­στο­λό­γιό της Brain Pickings (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Ἰ­δέ­α συγ­γρα­φῆς: μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐμ­πνε­ό­με­νη ἀ­πὸ τὸ Ὄ­ρος Φού­τζι* καὶ τὸ Κύμα του Kα­τσού­σι­κα Χο­κου­σάι (1760-1869).


* 富士山 Τὸ Ὄ­ρος Φού­τζι στὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ


Νο­έμ­βριος 2018


Ση­μει­ώ­σεις
       (1) Ὁ ὅ­ρος κβάντο ἢ κβάν­τουμ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ ἀ­δι­ά­στα­τη μο­νά­δα πο­σό­τη­τας.
       (2) Στὸν πρό­λο­γο τοῦ ἐ­νη­με­ρω­τι­κοῦ φυλ­λα­δί­ου τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ 2007 ἀ­να­φέ­ρε­ται: «Ἡ να­νο­τε­χνο­λο­γία εἶ­ναι μιὰ νέα προ­σέγ­γι­ση γιὰ τὴν κα­τα­νόη­ση καὶ τὴν ἄρτια γνώση τῶν ἰ­δι­ο­τήτων τῆς ὕλης σὲ να­νο­κλιμά­κα: ἕνα να­νομέ­τρο (ἕνα δι­σε­κα­τομ­μυ­ρι­ο­στὸ τοῦ μέτρου) εἶναι τὸ μῆκος ἑ­νὸς μι­κροῦ μο­ρίου. Στὸ ἐ­πίπε­δο αὐ­τό ἀ­πο­κα­λύπτον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὲς καὶ συ­χνὰ κα­τα­πλη­κτι­κὲς ἰ­διότη­τες τῆς ὕλης καὶ εἶναι δυσ­διακρι­τὰ τὰ ὅρια με­τα­ξὺ τῶν κα­θι­ε­ρω­μένων ἐ­πι­στη­μῶν καὶ τε­χνι­κῶν κλάδων. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ χα­ρα­κτήρας τῆς να­νο­τε­χνο­λο­γί­ας εἶναι ἄκρως δι­ε­πι­στη­μο­νι­κός.»
       (3) Urlich, Laurel Thatcher, A Midwife’s Tale: The Life of Martha Ballard Based on Her Diary, 1785–1812, Alfred A. Knopf, N. York, 1990.
       (4) Ἡ Μικροϊστορία ξε­κί­νη­σε τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 ἀ­πὸ ἕ­ναν κύ­κλο Ἰ­τα­λῶν ἱ­στο­ρι­κῶν τοῦ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Quaderni storici, τοὺς Carlo Ginzburg, Edoardo Grendi, Giavani Levi, Carlo Poni. Ὁ Ginzburg θε­ω­ρεῖ­ται ὁ κύ­ριος ἐκ­φρα­στὴς αὐ­τῆς τῆς ἑρ­μη­νευ­τι­κῆς προ­σέγ­γι­σης ποὺ ἀν­τέ­δρα­σε στοὺς κύ­κλους τῶν Annales, πρό­τει­νε ἀλ­λα­γὴ κλί­μα­κας κι ἐ­ξε­τά­ζει τὴν ἱ­στο­ρί­α σὰν μὲ μι­κρο­σκό­πιο. Ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ εἶ­ναι τὸ βι­βλί­ο του (1976) μὲ τί­τλο Τὸ τυ­ρὶ καὶ τὰ σκου­λή­κια. Ὁ κό­σμος ἑ­νὸς μυ­λω­νᾶ τοῦ 16ου αἰ. (μτφ. Κ. Κου­ρε­μέ­νος, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­λε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008). Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἡ ἀ­πό­δο­ση τοῦ ὄ­ρου microfiction μὲ τὸ σύν­θε­το ὅ­ρο μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ δὲν ἐν­δεί­κνυ­ται εἶ­ναι ἡ ἀ­να­πό­φευ­κτη νο­η­μα­τι­κὴ σύγ­χυ­ση μὲ αὐ­τὸν τὸ ση­μαν­τι­κὸ κλά­δο τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­ας.
       (5) Baudrillard Jean, Ἡ δι­α­φά­νεια τοῦ κα­κοῦ. Δο­κί­μιο πά­νω στὰ ἀ­κραῖα φαι­νό­με­να, μτφ. Ζ. Σα­ρί­κα, Ἑ­ξάν­τας –Νή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1996.
       (6) Gaston Bachelard, Ἡ ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου, μτφ. Ἑ. Βέλ­τσου – Ἰ. Δ.Χα­τζη­νι­κο­λῆ, Ἐκ­δό­σεις Χα­τζη­νι­κο­λῆ, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2014.
       (7) Μπε­νι­έ, Ζὰν-Μι­σέλ, Ἱ­στο­ρί­α τῆς νε­ω­τε­ρι­κῆς καὶ σύγ­χρο­νης φι­λο­σο­φί­ας, μτφ. Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2001, σελ. 563-577.
       (8) Ἡ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α εἶ­ναι ἐ­πί­σης γνω­στὴ ὡς Ἀ­ο­τε­α­ρό­α στὴ Μα­ο­ρὶ γλώσ­σα, ἢ ἡ Γῆ τοῦ Μα­κριοῦ Λευ­κοῦ Σύν­νε­φου.
       (9) Ette Ottmar, Ingenschay Dieter, Schmidt-Welle Friedhelm, Valls Fernando (eds.), MicroBerlín: de minificciones y microrrelatos, Iberoamericana –Vervuert, Μα­δρί­τη, 2015.
       (10) Obligado Clara (ed.), Por favor, sea breve 2, Páginas de Espuma, Madrid, 2009.
       (11) Barthes Roland, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ δο­μι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση τῶν ἀ­φη­γη­μά­των, στὸ Εἰ­κό­να-μου­σι­κὴ-κεί­με­νο, μτφ. Γ. Σπα­νός, Πλέ­θρον, Ἀ­θή­να, 1988, σελ. 93-136.
       (12) Selden Raman (ἐ­πιμ.), Ἀ­πὸ τὸν φορ­μα­λι­σμὸ στὸν με­τα­δο­μι­σμό, Ἱ­στο­ρί­α τῆς Θε­ω­ρί­ας τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας/8, The Cambridge History of Literary Criticism, θε­ώ­ρη­ση μτφ. Πε­χλι­βά­νος Μ.-Χρυ­σαν­θό­που­λος Μ., 2η ἀ­να­τύ­πω­ση, Ἐκ­δό­σεις Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Σπουδῶν (Ἵ­δρυ­μα Μα­νό­λη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δη), Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2008, σελ. 175-6.
       (13) Πα­στου­ρὼ Μι­σέλ, Μπλὲ – Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς χρώ­μα­τος, με­τά­φρα­ση κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἐ­πι­μέ­λεια Ἄν­να Κα­ρα­κα­τσού­λη, Με­λά­νι, Ἀ­θή­να 2007.
       (14) Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Μπλὲ βα­θύ, σχε­δὸν μαῦ­ρο, Ἑ­στί­α, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να 2008, σελ. 25.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα.

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να.

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Micro Universe ἔργο τῆς Lejla Ahmedspahić.



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#3]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου

 

Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(1) στὸ μι­κρο­σκό­πιο:

ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν(*)

καὶ τὴ Λι­σα­βό­να


            In vivo


Μπραγ­κάν­ζα, Πορτογαλία


ΤΙΣ 7-8 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 δι­ε­ξή­χθη στὴν Μπραγ­κάν­ζα τῆς Πορ­το­γα­λί­ας τὸ Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ Instituto Politécnico de Bragança μὲ τί­τλο Pequenos Transatlânticos: Microrrelatos nas duas franjas do oceano μὲ 39 συμ­με­τέ­χον­τες κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὴν Ἱ­σπα­νί­α (22) καὶ τὴν Πορ­το­γα­λί­α (12). Στὸ συ­νέ­δριο ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε ἡ θε­ω­ρη­τι­κὴ κι ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας(2) ὅ­πως αὐ­τὴ δι­α­μορ­φώ­νε­ται καὶ στὶς δύ­ο ὄ­χθες τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἑ­στί­α­σαν στὴ γλωσ­σο­κεν­τρι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τὴ σχέ­ση δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας/μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ τὴν ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς τε­λευ­ταί­ας.

            Ἡ Maria Pilar Valero (Ἱ­σπα­νί­α) πα­ρου­σί­α­σε τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρα χρή­σι­μη, κρα­τι­κή, ψη­φια­κὴ πλατ­φόρ­μα NABEA, ἡ ὁ­ποί­α συγ­κεν­τρώ­νει σύγ­χρο­να ἱ­σπα­νι­κὰ κεί­με­να καὶ δι­ευ­κο­λύ­νει σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἐκ­παι­δευ­τι­κοὺς σκο­ποὺς καὶ συγ­κρι­τι­κὲς με­λέ­τες γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, χά­ρη στὴ δη­μι­ουρ­γί­α μιᾶς ἀ­νοι­χτῆς ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς βά­σης δε­δο­μέ­νων. Ο Xa­quín Nú­ñez Sa­ba­rís (Πορ­το­γα­λί­α), κα­θη­γη­τὴς στὸ Universidade do Minho, ἵ­δρυ­σε μὲ δι­κή του πρω­το­βου­λί­α μί­α πα­ρό­μοι­α πλατφόρμα ὅ­που κα­τα­γρά­φει καὶ συγ­κεν­τρώ­νει κεί­με­να, ἀλ­λὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, στη­ρί­ζον­τας δι­ε­θνεῖς συ­νέρ­γει­ες ἱ­σπα­νό­φω­νων με­λε­τη­τῶν, ἐκ­δο­τῶν, ἀν­θο­λό­γων καὶ συγ­γρα­φέ­ων.

            Ἡ ἕ­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας νὰ συ­νά­πτει σχέ­σεις μὲ ἄλ­λα κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη ἀ­πα­σχό­λη­σε ὁ­μι­λη­τὲς ὅ­πως ἡ Alexia Dotras Bravo (Πορ­το­γα­λί­α), ἡ ὁ­ποί­α σκι­α­γρά­φη­σε τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας – με­τα­μον­τερ­νι­σμοῦ – ὑ­βρι­δι­σμοῦ. Ἡ Ra­quel de la Var­ga Lla­ma­za­res (Ἱ­σπα­νί­α), ἀ­νέ­δει­ξε τὰ ρευ­στὰ ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση, τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὸ δι­ή­γη­μα πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ Anto­nio Pe­re­ira (1923-2009).

            Ἐ­πι­χει­ρή­θη­καν δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις ἀ­νά­με­σα στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ στὶς ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους, ὅ­πως τοῦ Alberto Garcia Agui­lar (Ἱ­σπα­νί­α), ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φέρ­θη­κε στὰ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ μι­κρο­σε­νά­ρια τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ σου­ρε­α­λι­στῆ Ramón Gómez de la Serna (1888-1963). Στὸ πλαί­σιο πα­ρου­σί­α­σης ἐ­πι­φα­νῶν ἱ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν, οἱ Ἱ­σπα­νί­δες Lucía Lean­dro Her­nán­dez καὶ A­na Sanz Tor­de­sil­las προ­έ­βα­λαν τὴν πλού­σια ἐρ­γο­γρα­φί­α τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana Maria Shua καὶ τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ Millás Juan José, ἀν­τί­στοι­χα.

            Στὴν πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐν­τρύ­φη­σε ἡ Ἱ­σπα­νὴ Sara Losada Coca, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ ¡Basta! (3) (Ὣς ἐ­δῶ!), τὸ κοι­νω­νι­κὸ πρό­γραμ­μα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ποὺ ξε­κί­νη­σε στὴ Χι­λὴ τὸ 2009, μὲ σκο­πὸ οἱ συμ­με­τέ­χου­σες γυ­ναῖ­κες νὰ γρά­ψουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 150 λέ­ξεις προ­κει­μέ­νου νὰ κα­ταγ­γεί­λουν καὶ νὰ κα­τα­πο­λε­μή­σουν τὴν ἐν­δο­οι­κο­γε­νεια­κὴ καὶ σε­ξι­στι­κὴ βί­α. Τὸ πρό­γραμ­μα κρί­θη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸ κι ἀ­πέ­κτη­σε με­γά­λη δη­μο­τι­κό­τη­τα. Ἔ­κτο­τε συμ­με­τέ­χουν κι ἄλ­λες χῶ­ρες τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς (Πε­ροῦ, Ἀρ­γεν­τι­νή, Βρα­ζι­λί­α κ.ἄ.), ἔ­χει δι­ευ­ρυν­θεῖ θε­μα­τι­κὰ στο­χεύ­ον­τας στὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς βί­ας τό­σο στοὺς ἄν­τρες ὅ­σο καὶ στὰ παι­διὰ κι ἔ­χουν προ­κύ­ψει πολ­λὲς ἀ­ξι­ό­λο­γες ἀν­θο­λο­γί­ες.

           Τέ­λος, ἀρ­κε­τὲς ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἀ­φο­ροῦ­σαν τὴν πα­ρου­σί­α­ση ἰ­δι­αί­τε­ρων φω­νῶν, ὅ­πως αὐ­τὴ τῆς Ἰ­σπα­νί­δας Patricia Esteban Erlés. Τὴν πρω­τό­τυ­πη συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν της μὲ τί­τλο Casa de Muñecas (Κου­κλό­σπι­το), ἀ­νέ­λυ­σε ἡ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Micro­textua­li­da­des καὶ κα­θη­γή­τρια, Ana Calvo Revilla (Universidad San Pablo CEU, Μα­δρί­τη), ἡ ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χε καὶ στὸ ἑ­πό­με­νο συ­νέ­δριο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν Ἐλ­βε­τί­α.

.

Σὲν Γκά­λεν, Ἑλβετία


ΣΤΙΣ 21-23 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο St. Gallen στὴν Ἐλ­βε­τί­α μὲ θέ­μα Vivir lo breve: na­no­fi­lo­lo­gía y mi­cro­for­matos en obras de arte, μὲ τὴ συν­δι­ορ­γά­νω­ση τοῦ Universität Potsdam (Γερ­μα­νί­α), στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ 32 συμ­με­τέ­χον­τες ἀ­πὸ 13 χῶ­ρες ἐ­πί­σης ἑ­στί­α­σαν στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη πα­ρα­γω­γή. Ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε ἐν­δε­λε­χὴς πα­ρου­σί­α­ση τῶν συ­σχε­τι­σμῶν τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης μὲ τὶς γρα­φι­κὲς τέ­χνες, τὴ μου­σι­κή, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ἀλ­λὰ καὶ τῆς πρω­το­φα­νοῦς βρα­χύ­τη­τας ποὺ ἐ­πι­βάλ­λουν καὶ καλ­λι­ερ­γοῦν στὴ γρα­πτὴ ἔκ­φρα­ση τὰ ψη­φια­κὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης.

            Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να τοῦ συ­νε­δρί­ου Yvette Sánchez στὴν ἐ­ναρ­κτή­ρια ὁ­μι­λί­α της ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι σύμ­φω­να μὲ πρό­σφα­τη ἔ­ρευ­να τῆς Mi­cro­soft (Κα­να­δᾶς, 2015) ἡ νέ­α γε­νιὰ (18-24 ἐ­τῶν) ἔ­χει ση­μει­ώ­σει μεί­ω­ση τοῦ χρό­νου προ­σο­χῆς στὰ 8 δευ­τε­ρό­λε­πτα ἀ­πὸ 12 ποὺ ἦ­ταν τὸ 2000 καὶ ἀ­πὸ 9 ποὺ ἰ­σχύ­ει γιὰ τὸ θα­λάσ­σιο γέ­νος Κα­ράσ­σιος (τὸ εἶ­δος Carassius auratus), τὰ γνω­στά μας ὡς χρυ­σό­ψα­ρα. Οἱ ἀ­να­γνω­στι­κές μας συ­νή­θει­ες ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει σὲ με­γά­λο βαθ­μό. Ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῆς πλη­θώ­ρας τῶν ὑ­πέρ­μι­κρων ἀ­φη­γη­μά­των ποὺ ἀ­παν­τῶν­ται τό­σο στὸ ἔν­τυ­πο ὅ­σο καὶ στὸ ψη­φια­κὸ πε­ρι­βάλ­λον ἀ­πο­τε­λεῖ δε­δο­μέ­νο δι­ε­πι­στη­μο­νι­κῶν ἐ­ρευ­νῶν ποὺ με­λε­τοῦν τὸ με­τα­βα­τι­κὸ στά­διο ποὺ δι­α­νύ­ου­με πρὸς μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κὴ τρο­πι­κό­τη­τα τοῦ νοῦ.

            Ὁ Με­ξι­κα­νὸς Lauro Zavala, στὴν πρώ­τη, καὶ ἀ­μι­γῶς θε­ω­ρη­τι­κὴ ἀ­να­κοί­νω­ση τοῦ συ­νε­δρί­ου, ἑ­στί­α­σε στὴ γε­νε­α­λο­γι­κὴ φύ­ση καὶ τὴν πι­θα­νὴ τυ­πο­λο­γί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι ἡ τε­λευ­ταῖ­α δι­α­μορ­φώ­νε­ται καὶ με­λε­τᾶ­ται ἐν τῷ γί­γνε­σθαι, σὲ μί­α ἱ­στο­ρι­κὴ πε­ρί­ο­δο πού, του­λά­χι­στον στὶς δυ­τι­κὲς κοι­νω­νί­ες, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται γιὰ τὰ δυσ­δι­ά­κρι­τα ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­λή­θεια, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ νό­η­μα ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὰ πο­λι­τι­σμι­κὰ συγ­κεί­με­να καὶ τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης φαί­νε­ται πὼς κα­τα­να­λώ­νει ἢ πι­στεύ­ει εὐ­κο­λό­τε­ρα τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­λή­θεια (ἢ/καὶ ἁ­πλῶς ἀ­πο­δέ­χε­ται τὴν ὕ­παρ­ξή της εἰς γνώ­σιν τοῦ ὅ­τι εἶ­ναι ἐ­πί­πλα­στη), τὶς ψευ­δεῖς εἰ­δή­σεις, τὶς ἀ­νυ­πό­στα­τες καὶ ἀ­νού­σι­ες πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ κα­τα­κλύ­ζουν τὸ δι­α­δί­κτυο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς του.

            Στὸ πα­ρα­πά­νω πλαί­σιο μὲ τὸν ὅ­ρο minificción πρό­τει­νε νὰ ἀ­να­φε­ρό­μα­στε στὸ νέ­ο εἶ­δος λό­γου τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ ἕ­να εὐ­ρὺ πε­δί­ο (εἰ­κό­να 1) καὶ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὰ βρα­χέ­α καὶ ὑ­περ­βρα­χέ­α ρη­μα­τι­κὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὡς μέ­σο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τους με­μο­νω­μέ­να ἢ/καὶ συν­δυ­α­στι­κὰ μὲ τὸ λό­γο (discourse), τὴν εἰ­κό­να, τὸν ἦ­χο, τὸ θέ­α­τρο, τὴ μου­σι­κή, τὸ χο­ρό, ἢ/καὶ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο μέ­σο ἀ­πὸ τὶς κα­λὲς κι ἐ­φαρ­μο­σμέ­νες τέ­χνες, σὲ φυ­σι­κή, ἔν­τυ­πη καὶ ψη­φια­κὴ μορ­φή. Αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος φέ­ρει μί­α ἢ πολ­λὲς μυ­θο­πλα­στι­κὲς ἀ­λή­θει­ες, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς προσ­λαμ­βά­νου­σες τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.

            Ἀ­πο­δε­χό­με­νοι αὐ­τὸν τὸν ὁ­ρι­σμὸ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σου­με τρεῖς τύ­πους minificción: (α) τὰ σύν­το­μα εἴ­δη ποὺ ἀ­να­πτύ­χθη­καν πρὶν τὸν 20ο αἰ. (ὅ­πως ἡ πε­ζο­ποί­η­ση ἢ τὸ χα­ϊ­κού), (β) τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να ὡς δι­α­κρι­τὰ εἴ­δη, ὅ­πως τὸ δο­κί­μιο καὶ τὸ δι­ή­γη­μα, ἀλ­λὰ στὶς (ὑ­περ)βρα­χεῖ­ες ἐκ­δο­χές τους, καὶ (γ) τὶς ὑ­περ­μι­κρὲς ἀ­φη­γή­σεις ποὺ ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἐμ­πί­πτουν στὸ (δυ­τι­κὸ) λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να. Τὸ σύ­νο­λο αὐ­τῶν τῶν τε­λευ­ταί­ων μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει ἐ­πι­γράμ­μα­τα, ὁ­δη­γί­ες, ὁ­ρι­σμοὺς καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ μὴ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη λό­γου, κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α δυ­νά­μει μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να ἐ­ὰν ἐγ­γρα­φεῖ ἐκ νέ­ου δη­λώ­νον­τας ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ δι­ά­θε­ση (ἔ­στω μὲ στοι­χει­ώ­δη πλο­κή, δρά­ση, χα­ρα­κτῆ­ρες) ἢ/καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ὅ­πως τὸ παι­χνί­δι, ἡ εἰ­ρω­νεί­α, ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α(4).

            Ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρε ὁ Zavala ὁ ὅ­ρος microficción (τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ συ­νώ­νυ­μό του ἀγ­γλι­κοῦ microfiction) μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κεί­με­να, ἐ­νῶ ὁ ὅ­ρος minificción (προ­τεί­νει τὸν ὅ­ρο minifiction καὶ στὴν ἀγ­γλι­κὴ) σὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ὑ­πέρ­μι­κρο κεί­με­νο. Ἡ βρα­χύ­τη­τα μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μέ­σο (π.χ. γλώσ­σα) ἢ μορ­φὴ (π.χ. φι­λο­σο­φι­κὸς στο­χα­σμὸς) ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ ὅ­ρους σύν­θε­σης, νύ­ξης κι ἔλ­λει­ψης, οὖ­σα ταυ­τό­χρο­να με­τα­φο­ρι­κὴ καὶ με­τω­νυ­μι­κὴ καὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐν­θυ­μη­τι­κὴ φύ­ση τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν μέ­σων ἢ μορ­φῶν, ἐ­φό­σον αὐ­τὰ δευ­κο­λύ­νουν τὴν πα­ρά­λει­ψη τῶν εὐ­κό­λως ἐν­νο­ου­μέ­νων. Στὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­κραί­ας ἀ­φαί­ρε­σης ὁ βαθ­μὸς ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας τεί­νει νὰ εἶ­ναι ἀν­τι­στρό­φως ἀ­νά­λο­γος μὲ τὴν (κει­με­νι­κὴ) ἔ­κτα­ση καὶ τὴν πα­ρου­σί­α τῶν πα­ρα­πά­νω ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν τε­χνι­κῶν, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ὑ­βρι­δι­σμοῦ.


Εἰκόνα 1. ‘Aπὸ τὴν ἀνακοίνωση τοῦ Lauro Zavala


            Ὁ Με­ξι­κα­νὸς Fernando Sánchez Clelo, πα­ρου­σί­α­σε μί­α τυ­πο­λο­γί­α τῆς ὑ­βρι­δι­κῆς, εἰ­ρω­νι­κῆς, μὴ μυ­θο­πλα­στι­κῆς γρα­φῆς. Ὁ Πε­ρου­βια­νὸς Ary Malaver, ἑ­στί­α­σε στὴ με­τε­ξέ­λι­ξη τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης στὶς ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους. Ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ὅ­σο δὲ δι­α­τα­ράσ­σε­ται ἡ σχέ­ση ση­μαί­νον­τος/ση­μαι­νο­μέ­νου καὶ τὸ μή­νυ­μα δι­α­βι­βά­ζε­ται ἔ­στω καὶ μὲ πρω­το­φα­νῆ βρα­χύ­τη­τα, παύ­ει ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­να­λυ­τι­κῆς δι­α­τύ­πω­σης μιᾶς ἰ­δέ­ας. Ὁ Karlos Linazasoro, ἀ­πὸ τὴ Βα­σκι­κὴ Guipuzkoa, δι­ά­βα­σε με­ρι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα μικροθεάτρου. Ὁ Jordi Masó Rahola, ἀ­πὸ τὴ Βαρ­κε­λώ­νη, ἐν­τό­πι­σε τὴν ἰ­δέ­α τῆς βρα­χύ­τη­τας ἀ­κό­μα καὶ στὸ ἔρ­γο τοῦ Μπε­τό­βεν. Ἡ Ana Merino, Ἱ­σπα­νί­δα ὑ­πό­τρο­φος στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Iowa, πα­ρου­σί­α­σε χι­ου­μο­ρι­στι­κὰ γρα­φι­κά, κό­μικς, γε­λοι­ο­γρα­φί­ες καὶ δείγ­μα­τα ὀ­ξύ­πνο­ου δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ λό­γου μὲ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας. Στὸν πα­ρα­κά­τω πί­να­κα συγ­κέν­τρω­σε με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ἀμ­φι­λε­γό­με­να εἴ­δη ἐλ­λει­πτι­κοῦ λό­γου ποὺ συ­ναν­τᾶ­με κα­θη­με­ρι­νά: ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, τοὺς ἀ­φο­ρι­σμοὺς καὶ τὰ μη­νύ­μα­τα κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας καὶ κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης ἕ­ως τὶς φω­νη­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις τοῦ ὀρ­γα­σμοῦ (fonética del orgasmo).


Εἰκόνα 2. Ἀπὸ τὴν ἀνακοίνωση τῆς Ana Merino.


            Δείγ­μα­τα γρα­φῆς τους ἀ­νέ­γνω­σαν συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Azucena Ro­drí­guez (Με­ξι­κό), Lorena Escudero (Ἀγ­γλί­α), Diego Muñoz Valenzuela (Χι­λή), Ju­lia Otxoa (Ἱ­σπα­νί­α), Maria Gu­tiér­rez (Κα­νά­ριοι Νῆ­σοι), Rafael Ángel Her­ra (Κό­στα Ρί­κα), Teresa Ro­drí­guez Roca (Βο­λι­βί­α), Esther Andra­di (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες καὶ Βε­ρο­λί­νο), Raúl Bras­ca (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες) καὶ Gem­ma Pel­licer (Ἱ­σπα­νί­α). Πα­ρου­σι­ά­στη­καν πο­λυ­σχι­δεῖς καλ­λι­τέ­χνες ποὺ δι­α­κρί­νον­ται γιὰ τὶς λα­κω­νι­κὲς μου­σι­κὲς συν­θέ­σεις τους, τὴ στι­χουρ­γί­α καὶ τὴ σκη­νι­κὴ πα­ρά­στα­ση, ὅ­πως ἡ Ajo (Μα­δρί­τη), ἡ DJ Judit Farrés (Βαρ­κε­λώ­νη) καὶ οἱ Clara Brunet καὶ Victor Soares (Βα­σι­λεί­α), οἱ ὁ­ποῖ­οι τρα­γού­δη­σαν πο­λὺ σύν­το­μες ἄ­ρι­ες.

            Ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νες ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἑ­στί­α­σαν στὸ εἶ­δος λό­γου ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται μέ­σω τοῦ Τwitter (Paulo Gatica), στὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τας (Ana Calvo Revilla), στὴν ἐ­ξοι­κεί­ω­σή μας μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ πρόσ­λη­ψη τῶν δι­α­δι­κτυα­κῶν μι­μι­δί­ων (Javier Ferrer) καὶ στοὺς συγ­χρω­τι­σμοὺς τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης-γαλ­λό­φω­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Laura Eugenia Tudoras). Ὑ­πῆρ­ξαν ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἔρ­γο ἱ­σπα­νό­φω­νων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως ἡ Marina Colosanti, ὁ Pablo García Casado, ὁ Eduardo Scala, ἡ Cristina Peri-Rossi καὶ ἡ Julia Otxoa.

            Ὁ Camilo Franco πα­ρου­σί­α­σε τὴ δι­κή του Ποι­η­τι­κὴ τῆς βρα­χύ­τη­τας. Οἱ Stella Maris Poggian καὶ Ricardo Haye (Ἀρ­γεν­τι­νή), ἀ­να­φε­ρό­με­νοι στὰ graffiti ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­καν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Μά­η τοῦ ΄68 στὸ Πα­ρί­σι, τό­νι­σαν τὸ συν­δυα­σμὸ βρα­χύ­τη­τας – εὐ­φυί­ας – κρι­τι­κῆς κοι­νω­νι­κῆς πρα­κτι­κῆς καὶ τὴ δυ­να­μι­κὴ ποὺ ἀ­πο­κτᾶ μὲ τὴν εἰ­κό­να. Ἡ Irene An­drés-Su­á­rez (Ἑλ­βε­τί­α) ἀ­νέ­δει­ξε μι­κρο­α­φη­γή­σεις αὐ­τό­νο­μων Βά­σκων, ἐ­νῶ ἡ Francisca Noguerol (Σα­λα­μάν­κα) τὴν ἐ­πι­στη­μο­λο­γί­α τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας.

            Τὸν κύ­κλο ἐρ­γα­σι­ῶν ἔ­κλει­σε ὁ Ottmar Ette ὡς ἐκ­πρό­σω­πος τῶν συν­δι­ορ­γα­νω­τῶν τοῦ συ­νε­δρί­ου καὶ ἱ­δρυ­τὴς τοῦ Τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας(5). Ἀ­να­φέρ­θη­κε στὴν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη πα­ρα­γω­γὴ βλα­κεί­ας στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ ψη­φια­κὴ σφαί­ρα (Intelligent Production of Stupid ThinkingiIPST) κι ἑ­στί­α­σε στὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς σχέ­σης πο­λι­τι­κῆς/να­νο­φι­λο­λο­γί­ας: ἐ­ὰν δε­χτοῦ­με ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α πάν­το­τε δι­έ­θε­τε τὴν ἀ­παι­τού­με­νη ὀν­τό­τη­τα ὥ­στε νὰ ἐκ­φέ­ρει καὶ νὰ ἐ­ξε­τά­ζει τὸν πο­λι­τι­κὸ λό­γο καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ πρα­κτι­κή, στὸν 21ο αἰ., κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­κλυ­ζό­μα­στε ἀ­πὸ ὀ­ξύ­μω­ρα συμ­πλέγ­μα­τα ὅ­πως ὑ­πέρ­με­τρη εὐ­φυί­α καὶ ὑ­πέρ­με­τρη ἀ­νο­η­σί­α, εὐ­ή­θεια, μω­ρί­α, ἢ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἀ­λή­θεια καὶ ψεῦ­δος σὲ ἕ­να ἀρ­κε­τὰ ἐ­πί­πλα­στο δη­μο­κρα­τι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐ­πα­νε­ξε­τά­σου­με τὶς δυ­να­τό­τη­τες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ νὰ τὴν ὠ­θή­σου­με πρὸς τὴ Να­νο­φι­λο­λο­γί­α.

            Κα­τὰ τὸ κλεί­σι­μο τοῦ συ­νε­δρί­ου ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ἡ ἐ­πι­κεί­με­νη ἔκ­δο­ση τῶν πρα­κτι­κῶν του κα­θὼς καὶ οἱ δύ­ο ἑ­πό­με­νοι σταθ­μοί του: Λί­μα (2020) καὶ Μα­δρί­τη (2022).

.

            In vitro


Λισαβόνα, Πορτογαλία


ΣΤΙΣ 27-30 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 15ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Ἀγ­γλό­φω­νου Δι­η­γή­μα­τος στὴ Λι­σα­βό­να μὲ τί­τλο Beyond History: The Ra­di­ance of the Short Sto­ry. Συμ­με­τεῖ­χαν πε­ρὶ τοὺς 150 ἐ­ρευ­νη­τές, πα­νε­πι­στη­μια­κοὶ καὶ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἠ­πεί­ρους. Οἱ ἀ­να­κοι­νώ­σεις καὶ οἱ στρογ­γυ­λὲς τρά­πε­ζες ξε­πέ­ρα­σαν τὶς 300, μὲ με­λέ­τες πε­ρί­πτω­σης ἀ­πὸ τὴν Τα­ϊ­βάν, τὸ Ἀφ­γα­νι­στάν, τὴ Βρα­ζι­λί­α, τὴν Καμ­πό­τζη, ἕ­ως τὴ Σκαν­δι­να­βί­α καὶ τὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α(6). Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ δι­η­γή­μα­τος (short story στὴν ἀγ­γλι­κὴ) ὡς κα­θι­ε­ρω­μέ­νο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὰ καὶ δι­α­πο­λι­τι­σμι­κὰ κα­λύ­πτον­τας σχε­δὸν τὸ σύ­νο­λο τῶν ἐ­ρευ­νη­τι­κῶν πε­δί­ων κι ἐ­ρω­τη­μά­των, σὲ δι­α­χρο­νι­κὸ καὶ συγ­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να. Πα­ρου­σι­ά­στη­καν ἀ­πὸ κει­με­νο­κεν­τρι­κές, ἱ­στο­ρι­κὲς καὶ φι­λο­σο­φι­κὲς κρι­τι­κές, ἕ­ως καὶ συ­ζη­τή­σεις γιὰ τὴν καλ­λι­έρ­γεια πε­ρι­βαλ­λον­τι­κῆς συ­νεί­δη­σης τῶν πο­λι­τῶν τοῦ κό­σμου, τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ εὐ­νο­ή­σει τὸ δι­ή­γη­μα χά­ρη στὴ συν­το­μί­α καὶ τὴ δη­μο­τι­κό­τη­τά του.

            Τὸ storytelling πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ πλῆ­θος ὁ­μι­λη­τῶν ὡς μιὰ ἀ­στεί­ρευ­τη πη­γὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Rebecca Hill (UCLA), ἐ­ξέ­τα­σε τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­τι­κὴ ἔν­δει­ξη τῆς ἀλ­λα­γῆς τοῦ ρό­λου τῆς ἀ­φή­γη­σης σή­με­ρα (ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση, στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα ὡς κα­τά­στα­ση) καὶ τὴ μο­να­δι­κὴ ἀν­θρώ­πι­νη ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­σώ­σει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μέ­σα στὸ συ­νε­χῶς με­τα­βαλ­λό­με­νο κό­σμο μας μὲ τὴ ρομ­πο­τι­κὴ καὶ τὴ μο­να­δι­κό­τη­τα (Singularity) τῆς τε­χνη­τῆς νο­η­μο­σύ­νης νὰ τεί­νουν νὰ ξε­πε­ρά­σουν τὴν ἀν­θρώ­πι­νη.

            Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(7) πα­ρου­σι­ά­στη­κε πλή­ρως ἐν­σω­μα­τω­μέ­νη στὸ δι­ε­θνῆ δι­ά­λο­γο ὡς νέο εἶδος, πι­στὸ στὴν ἀ­φή­γη­ση, τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμούς, τὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὶς ἀ­να­προ­σαρ­μο­γές της ἀ­νὰ ἐ­πο­χὴ καὶ μὲ ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἐ­ξε­τά­στη­καν οἱ ἔν­νοι­ες τῆς βρα­χύ­τη­τας, τῆς συ­νο­χῆς καὶ τῆς κί­νη­σης τὶς ὁ­ποῖ­ες θέ­τει ὑ­πὸ νέ­α ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α τὸ δι­ε­θνὲς αὐ­τὸ φαι­νό­με­νο, κα­θὼς καὶ κεί­με­να, πρό­δρο­μοι, καὶ σύγ­χρο­νοι ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς. Μό­λις ἐν­δει­κτι­κὰ ἀ­να­φέ­ρου­με τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς I­talo Cal­vino, Na­dine Gor­di­mer, Teolinda Gersão, Lydia Da­vis, Ro­bert Olen Butler, Han Kang, Neil Gai­man, Stuart Dy­bek καὶ τὶς δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὲς ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις δειγ­μά­των γρα­φῆς ὅ­πως τὸ Κο­ρί­τσι (Girl), τῆς Jamaica Kincaid, ἢ τὸ Insect Wisdom τῆς Shady Cosgrove.

            Οἱ συγ­γρα­φεῖς Nuala O’ Conor (Ἰρ­λαν­δί­α), Sandra Jensen (Μ. Βρε­τα­νί­α) καὶ Tracey Slaughter (Ν. Ζη­λαν­δί­α) ἐ­πι­χεί­ρη­σαν τὴ με­θο­δο­λο­γι­κὴ κι ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τοῦ εἴ­δους σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς θε­μα­τι­κοὺς κύ­κλους μὲ τί­τλο Flash fiction in Method and Meaning.

            Ἡ O’ Conor ἀμ­φέ­βαλ­λε κα­τὰ πό­σο εἴ­μα­στε ἐκ­παι­δευ­μέ­νοι νὰ γρά­φου­με καὶ νὰ δι­α­βά­ζου­με αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, πα­ρὰ τὴν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη πα­ρα­γω­γή, ἢ ἴ­σως ἀ­κρι­βῶς ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τῆς. Ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι ἀ­παι­τεῖ­ται ὀ­ξύ­νοι­α, ἀ­πό­λυ­τη συγ­κέν­τρω­ση καὶ εὐ­ρυ­μά­θεια, εἰ­δι­κὰ στὶς πε­ρι­πτώ­σεις ὑ­ψη­λοῦ βαθ­μοῦ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας καὶ συμ­πύ­κνω­σης νο­ή­μα­τος. Ἡ πρό­τα­σή της νὰ ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με τὸ πῶς καὶ τὸ ποῦ θὰ ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ δι­α­βά­ζου­με αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος προ­κει­μέ­νου νὰ ἀν­τλή­σου­με τὸ μέ­γι­στό της ἀ­να­γνω­στι­κῆς τέρ­ψης, προ­έ­κυ­ψε ὡς ἀν­τε­πι­χεί­ρη­μα στὴν ἐ­σφαλ­μέ­νη ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἐ­πι­πό­λαι­α λε­κτι­κὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα στὸ σύ­νο­λό τους.

            Ἡ Jensen ὑ­πεν­θύ­μι­σε τὸ με­θο­δο­λο­γι­κὸ καὶ τυ­πο­λο­γι­κὸ κε­νὸ ποὺ ὀ­φεί­λου­με νὰ κα­λύ­ψου­με ὡς πρὸς τὸν ὁ­ρι­σμὸ καὶ τὸν εἰ­δο­λο­γι­κὸ κα­θο­ρι­σμὸ τοῦ εἴ­δους, ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νουν δυσ­δι­ά­κρι­τες οἱ δι­α­φο­ρές του ἀ­πὸ ἄλ­λα εἴ­δη λό­γου, ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ καὶ μή, ὅ­πως τὸ μι­κρο-ψευ­δο-δο­κί­μιο ποὺ εὐ­δο­κι­μεῖ στὶς πλατ­φόρ­μες κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ἀ­νέ­λυ­σε τοὺς τρό­πους μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ἡ ἐ­πί­κλη­ση τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος στὶς ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, το­νί­ζον­τας ὅ­τι ὁ κα­ται­γι­σμὸς τῶν εἰ­κό­νων ποὺ κα­λύ­πτουν τὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κε­νά της ἱ­στο­ρί­ας (τὶς λε­κτι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις) σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἔκ­πλη­ξη ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης σὲ μί­α τό­σο βρα­χεί­α κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση, εἶ­ναι κρί­σι­μες πα­ρά­με­τροι γιὰ τὴ δη­μο­τι­κό­τη­τα τοῦ εἴ­δους. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­στρα­πια­ία αἴ­σθη­ση ὁ­λο­κλή­ρω­σης καὶ ἀ­πο­κά­λυ­ψης κερ­δί­ζει πρω­τί­στως τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις καὶ στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να τὰ ἐ­πα­κό­λου­θα συ­ναι­σθή­μα­τα εἶ­ναι ἐ­ξί­σου ἔν­το­να.

            Ἡ Slaughter τό­νι­σε τὸν ἔν­το­νο ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ρυθ­μὸ πολ­λῶν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πέ­δω­σε στὴν ἐμ­πει­ρί­α μας χι­λι­ε­τι­ῶν στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ ἀ­νά­γνω­ση ποί­η­σης. Ἑ­στί­α­σε ἐ­πί­σης στὴν ἐμ­πει­ρί­α μας ἀ­πὸ τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμοὺς τοῦ (δυ­τι­κοῦ) μον­τερ­νι­σμοῦ καὶ τὴ μὴ-γραμ­μι­κὴ ἀ­φή­γη­ση ποὺ ἐν­το­πί­ζου­με στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, θε­ω­ρών­τας τη ὡς τὸ μο­να­δι­κὸ εἶ­δος ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει τό­σο ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ συ­νέρ­γειας συγ­γρα­φέ­α/ἀ­να­γνώ­στη, ὄ­χι μό­νο ὡς συμ­παῖ­κτες σὲ ἕ­να δι­α­νο­η­τι­κὸ παι­χνί­δι, ἀλ­λὰ καὶ ὡς συν­δη­μι­ουρ­γοὶ στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης μέ­σα σὲ ἕ­να μι­κρὸ κεί­με­νο-κό­σμο .

            Σὲ ἄλ­λες ἀ­να­κοι­νώ­σεις, ἀ­να­φέρ­θη­κε πό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι σή­με­ρα οἱ συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι ἀ­ριθ­μη­τι­κὰ πε­ρισ­σό­τε­ροι, κα­ταρ­τι­σμέ­νοι καὶ δι­ά­σπαρ­τοι δι­ε­θνῶς. Το­νί­στη­κε ὅ­τι ἀ­παν­τῶν­ται σὲ εὐ­ρύ­τε­ρη κλί­μα­κα ἐκ­φρα­στι­κὴ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα σὲ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη λό­γου καὶ μέ­σα, ὑ­ψη­λὴ ἐ­πί­δο­ση ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, βελ­τί­ω­ση στὴν ἀ­πό­δο­ση τῆς χρο­νι­κό­τη­τας, μέ­σῳ τῆς ἔλ­λει­ψης(8) κι ἑ­στί­α­ση στὸ χρό­νο τοῦ κει­μέ­νου(9), στοι­χεῖ­α ποὺ ἐν­τεί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ταυ­τό­χρο­νου (ἐγκυμονούσα στιγμή).

            Οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες συγ­γρα­φεῖς Leah McCor­mack, Sha­dy Cos­gro­ve καὶ Ro­bin McLean ἀ­νέ­φε­ραν ὅ­τι πρὸς τὸ πα­ρὸν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πραγ­μα­το­ποι­εῖ τὸ μό­νο ἄ­με­σο τα­ξί­δι στὸ χῶ­ρο καὶ τὸ χρό­νο, καὶ μά­λι­στα τό­σο γρή­γο­ρο καὶ ἀ­πο­λαυ­στι­κό.

            Ἡ Jayne Anne Phillips ἑ­στί­α­σε στὸ συν­δυα­σμὸ ρευ­στό­τη­τας, δύ­να­μης καὶ συμ­πύ­κνω­σης στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ ἕ­να ἀ­πὸ 7 εργαστήρια πε­ζο­γρα­φί­ας καὶ ποί­η­σης ποὺ δι­ε­ξή­χθη­σαν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου.

.


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


ἡ ὀ­πτι­κό­τη­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας


Ο ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΣ ποὺ μά­στι­ζε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ πλη­θυ­σμοῦ τὸν 20ὸ αἰ. ἔ­χει καταπολεμηθεῖ πε­ρί­που στὸ 90%. Στὸ ἴ­διο πο­σο­στὸ κυ­μαί­νε­ται καὶ ἡ πα­ρα­γω­γὴ γρα­πτοῦ λό­γου (discourse), ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡς γλωσ­σι­κὴ κι ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὴ πρα­κτι­κὴ κα­τα­κλύ­ζει τὶς ὀ­θό­νες τῶν κι­νη­τῶν καὶ τῶν ὑ­πο­λο­γι­στῶν μας. Ἡ λει­τουρ­γί­α τῆς γρα­φῆς ἀ­παι­τεῖ ἐ­παυ­ξη­μέ­νη προ­σο­χὴ καὶ ἡ ἀν­τι­λη­πτι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα τῆς ἀ­νά­γνω­σης ἔ­χει αὐ­ξη­θεῖ, ἐ­νῶ καὶ οἱ δύ­ο ἐ­πι­τε­λοῦν­ται πλέ­ον τα­χύ­τε­ρα. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι γρά­φουν καὶ δι­α­βά­ζουν ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α καὶ χά­ρη στὴν τε­χνο­λο­γι­κὴ ἐ­ξέ­λι­ξη, ἔ­χουν καλ­λι­ερ­γη­θεῖ σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη εὐ­στρο­φί­α κι εὐ­φυ­ΐ­α. Ἀν­τί­θε­τα, ἴ­σως, μὲ τὰ χρυ­σό­ψα­ρα, εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο νὰ προ­κλη­θεῖ ἡ προ­σο­χὴ τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που ὥ­στε νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ. Ὄ­χι ὅ­μως ἀ­δύ­να­το.

            Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες δὲν ξε­περ­νοῦν τὶς 750 λέ­ξεις, ἑ­πο­μέ­νως ἡ κλί­μα­κά τους ἐ­πι­τρέ­πει νὰ χω­ροῦν στὸ μά­τι ἢ τὴν ὀ­θό­νη. Ἡ πρώ­τη ἐν­τύ­πω­ση ποὺ προ­κα­λοῦν ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ τὴν ὀ­πτι­κή, ἀ­κα­ρια­ία ἐ­πα­φή. Σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο δι­α­κυ­βεύ­ε­ται τὸ ἂν θὰ προ­κλη­θεῖ τὸ studium, τὸ γε­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ ἀ­να­γνώ­στη νὰ δι­α­βά­σει κά­τι σύν­το­μο κι ἐ­ναλ­λα­κτι­κὸ τοῦ ὄγ­κου πλη­ρο­φο­ρί­ας ποὺ τὸν κα­τα­δι­ώ­κει. Στὴν ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νη ὀ­λι­γό­λε­πτη ἐ­πα­φή, κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­νά­γνω­σης, αὐ­τὸ ποὺ δι­α­κυ­βεύ­ε­ται εἶ­ναι νὰ προ­κλη­θεῖ τὸ punctum (ἡ λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ ξε­χω­ρί­ζει, «αὐ­τὸ ποὺ μὲ κεν­τᾶ»), ὅ­πως τὸ ὁ­ρί­ζει ὁ Roland Barthes στὸ Φω­τει­νὸ Θά­λα­μο. Σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο ἀ­να­λαμ­βά­νει ἡ τέ­χνη τοῦ λό­γου νὰ τέρ­ψει τὸν ἀ­να­γνώ­στη σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ὥ­στε ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση εὐ­χα­ρί­στη­σης νὰ συ­νε­χι­στεῖ. Γε­γο­νὸς ποὺ ἐ­πα­λη­θεύ­ε­ται στα­τι­στι­κά, ὄ­χι μό­νο στὴν ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τη ψη­φια­κὴ πα­ρα­γω­γή, ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἔν­τυ­πη: ἤ­δη τὸ 2012 τὰ με­ρί­δια τῶν ἐκ­δό­σε­ων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἦ­ταν τὸ 25,53% δι­ε­θνῶς, 59,57% γιὰ τὴν Ἱ­σπα­νί­α καὶ τὴ Λ. Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ 17,02% μό­νο γιὰ τὴν Ἱ­σπα­νί­α.

            Ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ πλέ­ον μὲ τὴν ἐ­πα­φή μας μὲ τὴν ὀ­θό­νη, κι ἐ­πὶ μα­κρὸν μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α, ἡ μι­κρὴ κλί­μα­κα στὴν ὁ­ποί­α κι­νεῖ­ται ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ἡ συ­χνὰ ἀ­κραί­α ὀ­πτι­κό­τη­τά της συμ­βάλ­λουν στὴ συγ­κέν­τρω­ση ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση καὶ κα­τα­νό­η­σή της. Πλῆ­θος με­λε­τη­τῶν, ὅ­πως ἡ Ἱ­σπα­νί­δα I­re­ne Andrés Su­á­rez, καὶ συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Gra­ce Pa­ley, ἔ­χουν ἤ­δη ἀ­παν­τή­σει στὸ πό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ τε­λευ­ταί­α προ­τεί­νει «νὰ δι­α­βά­ζε­ται ὡς ποί­η­μα, δη­λα­δὴ ἀργά». Ἡ ἀ­φαί­ρε­σή της γο­η­τεύ­ει καὶ ἡ ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τά της δι­ε­γεί­ρει ἐγ­κε­φα­λι­κὲς συ­νά­ψεις ποὺ στα­μα­τοῦν τὸ χρό­νο καὶ μᾶς ὠ­θοῦν σὲ παύ­ση κι ἐν­δο­σκό­πη­ση. Θε­ω­ρη­τι­κά, ἑ­πο­μέ­νως, ἡ εὔ­στο­χη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ καὶ ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­πο­χὴ τῶν ἀ­κραί­ων ἀν­τι­φά­σε­ων, τῆς τα­χύ­τη­τας καὶ τῆς ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτης ἀ­νο­η­σί­ας.

.

ἡ κοι­νω­νι­κό­τη­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας


ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ὁ­ρο­λο­γί­ας, με­θο­δο­λο­γί­ας, τυ­πο­λο­γί­ας καὶ πο­λι­τι­σμι­κοῦ σχε­τι­κι­σμοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι πα­ρα­μέ­νουν ἐκ­κρε­μῆ. Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται, ὅ­μως, σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ ἄ­πο­ψή μου ὅ­τι ἡ μικρομυθοπλασία εἶ­ναι δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης. Σχε­δὸν πο­τὲ δὲν ἀ­παν­τᾶ­ται μό­νο του ἕ­να δεῖγ­μα τοῦ εἴ­δους (συλ­λο­γές, ἀν­θο­λο­γί­ες, ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα, κ.λπ.) καὶ προ­φα­νῶς ἡ ὑ­πό­στα­σή της δι­α­μορ­φώ­νε­ται δι­α­κεί­με­νη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας ἐν γέ­νει, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τὴν ψυ­χὴ καὶ τὴν ἰ­δι­ο­φυί­α της, ἐ­φό­σον συ­νερ­γεῖ μὲ πλῆ­θος συγ­γε­νι­κῶν της εἰ­δῶν, δου­λεύ­ον­τας στὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φή­γη­σης, ὅ­πως ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὸ γε­νε­α­λο­γι­κὸ πεδίο (gen­re­felt) τῶν Δα­νῶν Brix­vold καὶ Jør­gen­sen καὶ τὰ πε­δί­α τῶν La­u­ro Za­va­la καὶ A­na Me­ri­no ποὺ εἴ­δα­με ἐ­δῶ. Αὐ­τὰ τὰ πε­δί­α δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἁ­πλῶς ἀ­πὸ ἐ­πὶ μέ­ρους στοι­χεῖ­α, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὶς ἄ­πει­ρες ἀμ­φί­δρο­μες σχέ­σεις ποὺ συ­νά­πτουν με­τα­ξύ τους, λει­τουρ­γών­τας ὡς δί­κτυ­α. Ἔ­τσι ἑρ­μη­νεύ­ε­ται με­ρι­κῶς ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ τὴν προ­σεγ­γί­σου­με ὡς πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νο εἶ­δος μὲ τὴ συμ­βα­τι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου σύμ­φω­να μὲ πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τῶν, ὅ­πως ὁ Με­ξι­κα­νὸς Yo­­ba­­ny de Jo­­sé Gar­­cía Me­di­na. Αὐ­τὸ τὸ δί­κτυ­ο, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο φαί­νε­ται νὰ ἀ­να­πτύσ­σε­ται καὶ νὰ δρᾶ, λει­τουρ­γεῖ ὡς μαγ­μα­τι­κὸς θά­λα­μος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἢ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐρ­γα­στή­ριο. Ἐν­τός του συμ­βι­ώ­νουν ἁρ­μο­νι­κὰ μι­κρὰ ἢ/καὶ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, ὅ­πως οἱ μι­κρο­α­φη­γή­σεις (micronarratives) ποὺ ἔ­χει με­λε­τή­σει δι­ε­ξο­δι­κὰ ἡ κα­θη­γή­τρια Ἀλεξάνδρα Γεωργακοπούλου καὶ γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­βάλ­λε­ται δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὴ προ­σέγ­γι­ση. Ἴ­σως αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να νέ­ο εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, σύν­το­νο μὲ τὶς ἀλ­λα­γὲς ποὺ ση­μει­ώ­νον­ται στὴ λο­γι­κὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης καὶ νὰ τεκ­μη­ρι­ώ­νει ὣς ἕ­να βαθ­μὸ τὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ ὅ­τι με­τὰ τὴν ποί­η­ση, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐν­δέ­χε­ται νὰ εἶ­ναι τὸ 4ο εἶ­δος ποὺ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν πο­λύ­πλο­κο 21ο αἰ. (L. Zavala, A. I. Suarez, κ.α.)

.

.

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

.


 

 

 

Οἱ Τρεῖς ὄπερες τσέπης τοῦ συν­θέ­τη Χά­ρη Βρόν­του (διά­ρκεια 14:19).


Ἡ με­λέ­τη (στὰ ἀγ­γλι­κὰ) ἀ­πὸ τὴ σο­λί­στ καὶ συν­θέ­τρια Σμα­ρῶ Γρη­γο­ριά­δου γιὰ τὰ Πρελούδια τοῦ Bach, τοὺς Λακωνικοὺς Ἀγγελιοφόρους.


Ἡ σύν­θε­ση 16 μου­σι­κῶν μι­νι­α­τού­ρων μὲ τί­τλο Short Liszt τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­πα­δά­κη (διά­ρκεια 54:00).


Ἡ σύν­θε­ση Spiegel im spiegel τοῦ Ἐ­σθο­νοῦ Arvo Pärt (διά­ρκεια 4:05).


Δύ­ο ἐκ­πρό­σω­ποι τῆς σύγ­χρο­νης μι­νι­μα­λι­στι­κῆς ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς μου­σι­κῆς: ὁ Γερ­μα­νὸς Nils Frahm (διά­ρκεια 8:19) καὶ ὁ Ἰσ­λαν­δὸς Ólafur Arnalds.

.

 

 

 

Ὁ συλ­λο­γι­κὸς τό­μος δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη, Μου­σι­κὴ καὶ ἄλ­λα πε­ζά (1973 -1995), Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2014 .


Τὰ 50 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ «100 λέ­ξεις σὲ 24 ὧ­ρες» Μήνυμα σὲ μπουκάλι.


Τὸ πο­λυ­φω­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη Ὡ­ρο­λο­για­κοὶ μη­χα­νι­σμοί (ἐ­πι­μέ­λεια Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξά­κης, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, 2018) μὲ εἰ­κο­νι­κὰ ὑ­πο­κεί­με­να ἀ­πὸ 40 συν­τε­λε­στές του.


Ἡ δί­γλωσ­ση ἀν­θο­λο­γί­α ἱ­σπα­νό­φω­νου μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Mini71Cuentos, (Ἐ­πι­λο­γὴ –Εἰ­σα­γω­γὴ –Ἐ­πι­μέ­λεια Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2012).


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο Ripening, (eds. Santino Prinzi and Alison Powell, Na­tio­nal Flash Fi­ction Day, Southampton, 2018) ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τὰ τὸν ἑ­ορ­τα­σμὸ τῆς National Flash Fiction Day στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α στὶς 16 Ἰ­ου­νί­ου 2018. Στὴ φε­τι­νὴ συλ­λο­γὴ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο «Weekend in Waianae», τῆς Ἰ­ω­άν­νας Μαύ­ρου (Κύ­προς), ἡ ὁ­ποί­α μα­ζὶ μὲ τὸν φω­το­γρά­φο Θο­δω­ρὴ Τζα­λα­βρὰ ἵ­δρυ­σαν τὸ 2010 τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Book Ex Ma­chi­na, ὅ­που ἐκ­δί­δουν καὶ τὴ σει­ρὰ Matchbook Stories, βι­βλί­α στὸ μέ­γε­θος σπιρ­τό­κου­του.


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α κι­νε­ζι­κῶν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν (στὰ ἀγ­γλι­κά), The Pearl Ja­cket and Other Sto­ries: Flash Fiction from Con­tem­po­ra­ry Chi­na, Edited and Translated by Shouhua Qi, Stone Bridge Press, Berkeley, 2008.


Ἡ πραγ­μα­τεί­α τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ ἠ­θι­κοῦ φι­λο­σό­φου Harry G. Frankfurt, On Bullshit, Princeton University Press, 2005 (στὰ ἀγ­γλι­κά).

.


 

 

 

 

Τὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Storytellling, μὲ τί­τλο Story 2018 στὶς 20-21 Σε­πτεμ­βρί­ου 2018, στὸ Nashville, Η.Π.Α.

.


 

 

Flash Fiction 400 – Δι­ε­θνὴς δι­α­γω­νι­σμὸς ἀ­πὸ τὸ TSS, τὸν ἱ­στό­το­πο τοῦ Cambridge Short Story Prize.

Γλώσ­σα: Ἀγ­γλι­κή.

Προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς: 15.9.2018.

Συμ­με­το­χή: £5

Ὅ­ριο λέ­ξε­ων: 400


Flash Fiction Award – Δι­ε­θνὴς δι­α­γω­νι­σμὸς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πὸ τὸ Bath Flash Fiction Award.

Γλώσ­σα: Ἀγ­γλι­κή.

Προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς: 14.10.2018

Συμ­με­το­χή: £9 (- 18£)

Ὅ­ριο λέ­ξε­ων: 300

Σε­πτέμ­βριος, 2018

(*) Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν Dr. Lauro Zavala γιὰ τὴν πο­λύ­τι­μη συμ­βο­λή του καὶ τὸ ὑ­λι­κὸ ποὺ μᾶς ἔ­στει­λε ἀ­πὸ τὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ St. Gallen.


Ση­μει­ώ­σεις
            (1) Δι­α­τη­ρῶ παν­τοῦ το γε­νι­κὸ ὅ­ρο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς συ­νώ­νυ­μο τῶν ὅ­ρων microfiction, flash fiction, minificción λό­γῳ τῆς ἐκ­κρε­μό­τη­τας ποὺ συ­νε­χί­ζει νὰ ὑ­φί­στα­ται δι­ε­θνῶς ὡς πρὸς ἕ­ναν κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὅ­ρο καὶ ὁ­ρι­σμὸ γιὰ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να.
            (2) Οἱ ὅ­ροι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν μὲ αὔ­ξου­σα σει­ρὰ ἦ­ταν οἱ ἑ­ξῆς: microrrelato, microcuento, microfiction, minificción, narrativa hiperbreve, microconto, microficçao (μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­τί­στοι­χα στὰ πορ­το­γα­λι­κά), short fiction, micronarrativas. Πα­ρό­μοι­α πο­λυ­φω­νί­α δι­α­τη­ρή­θη­κε καὶ στὸ συ­νέ­δριο στὴν Ἐλ­βε­τί­α.
            (3) Ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα ἐδῶ καὶ στὴ με­λέ­τη τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Miriam N. Di Gerónimo, κα­θη­γή­τριας στὸ Universidad Nacional de Cuyo.
            (4) Με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α: Ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς W. Gass τὸ 1970. Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὶς και­νο­το­μί­ες στὸ ἀγ­γλο-α­με­ρι­κα­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Κύ­ριος πρό­γο­νος θε­ω­ρεῖ­ται ὁ Tristram Shandy καὶ σύγ­χρο­νοι ἐκ­πρό­σω­ποι οἱ Donald Barthelme, Christine Brooke-Rose, Antonia Byatt, John Fowels, Doris Lessing, Thomas Pynchon, κ.ἄ., ἂν καὶ ὁ ὅ­ρος δι­ευ­ρύν­θη­κε γιὰ νὰ πε­ρι­λά­βει καὶ ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως οἱ Italo Calvino, Jorge L. Borges καὶ Julio Cortázar. Ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­να­πτύ­χθη­κε ὅ­πως τὸ γαλ­λι­κὸ nouveu roman (νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα) καὶ δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ ἀν­τί­στοι­χη πα­ρά­δο­ση στὴν ἀ­φή­γη­ση στὸ ἀγ­γλο-α­με­ρι­κα­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ ρι­ζο­σπα­στι­κοὺς τρό­πους ἔκ­θε­σης τῆς ψευ­δαί­σθη­σης, τῆς ἀ­λη­θο­φά­νειας καὶ τῆς κει­με­νι­κο­ποί­η­σης τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ὡς μί­α ἀ­πὸ τὶς ὑ­περ­βά­σεις τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, τὶς ἐκ­φάν­σεις τοῦ με­τα­μον­τερ­νι­σμοῦ καὶ τῆς αὐ­το­συ­νεί­δη­σης τοῦ δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὴν αὐ­στη­ρὴ δι­ά­κρι­ση μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ἱ­στο­ρί­ας κι ἐ­πι­τί­θε­ται στὴ γλώσ­σα καὶ τὶς συμ­βά­σεις τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ. Ἡ με­τα­μον­τερ­νι­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση δὲν ἐ­πι­δι­ώ­κει τὴ μορ­φι­κὴ ἐ­πι­τή­δευ­ση, ἀλ­λὰ τὴ σύν­θε­ση μι­κρῶν ἑ­νο­τή­των μὲ τὸ μέ­γε­θος μιᾶς ἢ δύ­ο πα­ρα­γρά­φων ἀ­πο­δο­μών­τας τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς καὶ χρο­νι­κῆς συ­νέ­χειας. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α κα­τα­φεύ­γει σὲ μορ­φι­κὲς ἐ­πι­νο­ή­σεις, εὐ­φυ­εῖς τε­χνι­κές, ἀ­κό­μα καὶ τυ­πο­γρα­φι­κὰ τε­χνά­σμα­τα, γιὰ νὰ ἐ­πι­τεί­νει τὴ γο­η­τεί­α τοῦ κει­μέ­νου. Δι­α­τα­ράσ­σει τὴν αἰ­τια­κὴ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α τῶν γε­γο­νό­των, ὑ­πο­νο­μεύ­ει τὸ χρό­νο τῆς ἀ­φή­γη­σης κι ἐν­τεί­νει τὴν αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα μὲ τὴν ἄ­με­ση ἔκ­θε­ση τῆς συγ­γρα­φι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας, τὴ χρή­ση τῆς πα­ρω­δί­ας, τῆς πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ας καὶ τοῦ δι­α­νο­η­τι­κοῦ παι­χνι­διοῦ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­πὸ πα­θη­τι­κὸς δέ­κτης γί­νε­ται συ­νερ­γὸς στὸ παι­χνί­δι τῆς ἀ­φή­γη­σης καὶ ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­έ­να­η δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­πο­δό­μη­σης κι ἐ­πα­να­σύν­δε­σης, ἀ­φε­νὸς συν­τε­λεῖ στὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση πὼς τό­σο ὁ ρό­λος καὶ ἡ λο­γι­κή τῆς ἀ­φή­γη­σης, ὅ­σο καὶ ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ τέρ­ψη με­τα­βάλ­λον­ται δια­ρκῶς καὶ κα­θο­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια τὰ κεί­με­να καὶ ἀ­φε­τέ­ρου στὴν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ πὼς ἡ μυ­θο­πλα­στι­κὴ σύν­θε­ση καὶ ἡ πρόσ­λη­ψή της εἶ­ναι πο­λι­τι­σμι­κὰ κα­θο­ρι­σμέ­νες ἐ­νέρ­γει­ες. (Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Ὁ με­τα­μον­τερ­νι­σμὸς καὶ ἡ ὑ­πέρ­βα­ση τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας, στὸ Με­τὰ τὴν αἰ­σθη­τι­κή, Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 2003, σ.σ. 285-300.) Ἂν καὶ ἐν­το­πί­ζε­ται σὲ πολ­λὰ δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ κα­θο­ρι­στι­κὸ εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της.
            (5) Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ Να­νο­φι­λο­λο­γί­α ἐδῶ κι ἐδῶ, ὅ­που συγ­κε­κρι­με­νο­ποι­εῖ­ται ἡ προ­γραμ­μα­τι­κὴ πρό­τα­ση τοῦ ἱ­δρυ­τῆ της, Ottmar Ette, νὰ συμ­πρά­ξουν ἡ ἐ­πι­στή­μη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὶς θε­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, προ­κει­μέ­νου ἡ ἐ­πι­στή­μη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας νὰ ἀ­να­λά­βει τὸ ρό­λο μιᾶς ἐ­πι­στή­μης τῆς ζω­ῆς (la ciencia de la literatura como ciencia de la vida).
            (6) Ἡ Χα­ρί­κλεια Ζήν­γκου, κα­θη­γή­τρια στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο, ἦ­ταν ἡ μό­νη Ἑλ­λη­νί­δα ποὺ συμ­με­τεῖ­χε. Πα­ρου­σί­α­σε τὶς θε­ω­ρη­τι­κὲς ἐν­στά­σεις της ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ τοῦ Peter Lecouras στὸ ἄρ­θρο του “Hemingway in Constantinople” ὅ­τι ὁ Hemingway δι­α­τή­ρη­σε σω­βι­νι­στι­κὴ καὶ με­ρο­λη­πτι­κὴ στά­ση ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς Ἕλ­λη­νες στὸ δι­ή­γη­μά του «Στὴν προ­κυ­μαί­α τῆς Σμύρ­νης» (1η ἔκ­δο­ση τὸ 1925 μὲ τί­τλο «On the Quai at Smyrna»), ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τὸ γε­νι­κὸ τί­τλο Στὴν ἐ­πο­χή μας (In Our Times, 1930). Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα βα­σί­ζε­ται στὴ βι­ω­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Hemingway ὡς πο­λε­μι­κοῦ ἀν­τα­πο­κρι­τῆ τῆς κα­να­δι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Toronto Star κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κοῦ πο­λέ­μου (1919 -1922) καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ὁ­μό­τι­τλη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του: Στὴν προ­κυ­μαί­α τῆς Σμύρ­νης (μτφ. Σύρ­μου-Βε­κρῆ Βά­νια, Ἐκ­δό­σεις Μπι­λιέ­το, Ἀ­θή­να, 2016).
            (7) Οἱ ὄ­ροι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν ἦ­ταν μὲ αὔ­ξου­σα σει­ρὰ οἱ ἑ­ξῆς: flash fiction, microfiction, short-short story, τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρῶ ὡς συ­νώ­νυ­μούς της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.
            (8) Ὁ G. Genette γιὰ τὴ με­λέ­τη τοῦ χρό­νου στὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ λό­γο δι­α­κρί­νει τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες ὀρ­γά­νω­σής του: τὴν τά­ξη ἢ σει­ρά, τὴ διά­ρκεια καὶ τὴ συ­χνό­τη­τα. Διά­ρκεια εἶ­ναι ἡ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στὴ χρο­νι­κὴ διά­ρκεια τῶν γε­γο­νό­των στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ στὴν ἔ­κτα­ση ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νει ἡ ἀ­φή­γη­σή τους μέ­σα στὸ κεί­με­νο. Ἡ ἔ­κτα­ση κά­θε γε­γο­νό­τος μέ­σα στὸ κεί­με­νο κα­θο­ρί­ζει τὸν ρυθ­μὸ ἢ τὴν τα­χύ­τη­τα τῆς ἀ­φή­γη­σης. Ἔλ­λει­ψη: μί­α ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις κα­τη­γο­ρί­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ρυθ­μοῦ ἢ τα­χύ­τη­τας (σκη­νή, ἔλ­λει­ψη, πε­ρί­λη­ψη ἢ σύ­νο­ψη καὶ παύ­ση). Λει­τουρ­γεῖ στὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν σχέ­σε­ων με­τα­ξὺ ἱ­στο­ρί­ας καὶ ἀ­φη­γή­μα­τος. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐ­πι­τα­χύ­νει τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ἀ­φή­γη­σης, μὲ τὸ νὰ πραγ­μα­το­ποι­εῖ χρο­νι­κὰ ἅλ­μα­τα, ἀ­πο­σι­ω­πών­τας ἐ­πι­λε­κτι­κὰ τμή­μα­τα τῆς ἱ­στο­ρί­ας καὶ δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση τῆς ὁ­λο­κλή­ρω­σης τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης σὲ ἕ­να ἀ­στρα­πια­ῖο ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο.
            (9) Ἡ ἑ­στί­α­ση στὸ χρό­νο τοῦ κει­μέ­νου θε­ω­ρεῖ­ται εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­ση­μά­νει ἤ­δη ὁ William Nelles.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.


Προηγήθηκαν:
Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)
καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).
Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα.
καὶ
Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα

[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#2]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ:

­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν ­μη­ρο

καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α

ἕ­ως σή­με­ρα

 

Δι­ε­θνὴς ἐ­πι­σκό­πη­ση – Μὲ τὸ πε­ρι­σκό­πιο


ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΟΦΩΝΗ βι­βλι­ο­γρα­φί­α ἡ πιὸ ἐμ­πε­ρι­στα­τω­μέ­νη με­λέ­τη ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν ἐ­κλε­κτι­κὴ συγ­γέ­νεια τοῦ μύ­θου μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τοῦ Βρε­τα­νοῦ Lee Rourke, μὲ τί­τλο A brief history of fables: From Aesop to flash fiction(1), (Μί­α σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α τῶν μύ­θων: Ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α). Στὸ πρῶ­το μέ­ρος τῆς με­λέ­της πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ δι­α­χρο­νι­κό­τη­τα τοῦ ἔρ­γου τοῦ Αἰ­σώ­που. Στὸ δεύ­τε­ρο ἀ­νι­χνεύ­ε­ται ἡ πο­λι­τι­κή, φι­λο­σο­φι­κή, πνευ­μα­τι­κὴ καὶ σα­τυ­ρι­κὴ δι­ά­στα­ση ποὺ ἀ­πο­κτᾶ τὸ ἔρ­γο τῶν Marie de France, Rumi, William Caxton καὶ Jean de la Fontaine ὅ­ταν εἰ­δω­θεῖ σὲ δι­α­λε­κτι­κὴ σχέ­ση μὲ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που. Στὸ τρί­το μέ­ρος ἡ ἔ­ρευ­να ἐμ­βα­θύ­νει στὶς ρή­ξεις τῆς ἀ­φή­γη­σης τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ τοῦ δυ­τι­κοῦ κα­νό­να. Φω­τί­ζει τὸ ἔρ­γο τῶν Robert Walzer, Franz Kafka, James Joyce, Jorge Luis Borges καὶ Thomas Bernhard, ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα τῆς λει­τουρ­γί­ας τοῦ μύ­θου καὶ πῶς ἀ­να­νε­ώ­θη­κε ἡ μορ­φὴ καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό του ὅ­ταν συν­δυ­ά­στη­κε μὲ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὴ συν­το­μί­α.

       Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μέ­ρος τὴν πόρ­τα πρὸς τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­νοί­γει ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ποὺ δι­α­τη­ρεῖ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του μύ­θου, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ὕ­λη κα­τα­λαμ­βά­νει συγ­κρι­τι­κὰ πο­λὺ μι­κρό­τε­ρη κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση, μὲ τὸ νό­η­μα νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται κυ­ρί­ως ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τή. Τὸ ἔρ­γο τῶν Blake Butler, HP Tinker, Joseph Young, Shane Jones καὶ Tania Hershman, φω­τί­ζει τοὺς δυ­νη­τι­κοὺς συν­δυα­σμοὺς εἰ­δο­λο­γι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη λό­γου, μὲ τὸν μύ­θο, ὅ­μως, νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ κύ­ριο δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὴ σύν­θε­ση τῶν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (microfiction, flash fiction, minificción).


&&&


ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΠΕΔΟ τὴν ἄρ­ρη­κτη σχέ­ση με­τα­ξὺ μύ­θου καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δι­έ­πε­ται ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας(2), ἔ­χει ἀ­να­δεί­ξει κυ­ρί­ως ἡ ἰ­δέ­α τοῦ Jorge Luis Borges ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α ξε­κι­νᾶ καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ τὸν μύ­θο. Πρό­κει­ται γιὰ ρυθ­μι­στι­κὴ ἀρ­χὴ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σύμ­φω­να μὲ τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ 7ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὸ 2012 στὸ Βε­ρο­λί­νο, ὅ­που ἐ­ξε­τά­στη­καν πε­ραι­τέ­ρω οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες μὲ τὸν ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ μύ­θο καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ μυ­θο­λο­γί­α. Δι­α­φω­τι­στι­κὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­να­κοί­νω­ση τοῦ Antonio Serrano Cueto, La tradición clásica en el microrrelato: la órbita homérica y otras estelas ( κλα­σι­κὴ πα­ρά­δο­ση στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ­μη­ρι­κὴ τρο­χιὰ καὶ ἄλ­λα ­χνη). Μί­α ἐ­ξέ­χου­σα ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ με­λέ­τη ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ Miguel Herrero De Jáuregui μὲ τί­τλο Micronarrativa en la literatura griega antigua: fragmentos, allusions, epigramas(3) (Μι­κρο­α­φή­γη­ση στὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α: ­πο­σπά­σμα­τα, ­παι­νιγ­μοί, ­πι­γράμ­μα­τα).


&&&


ΤΟ 2011 ΚΥΚΛΟΦΡΗΣΕ νέ­α συλ­λο­γι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ ἔρ­γου τοῦ ποι­η­τῆ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, συγ­γρα­φέ­α καὶ δι­πλω­μά­τη Jorge Carrera Andrade (Ἐ­κουα­δόρ, 1903 – 1978) μὲ τί­τλο Micrograms(4). Οἱ ἔμ­με­τρες, πε­ζο­γρα­φι­κὲς ἢ δο­κι­μια­κὲς μι­κρο­α­φη­γή­σεις του δυ­σκο­λεύ­ουν ἀ­κό­μα τὴν κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­σή του, ὡ­στό­σο τὸ ἔρ­γο του ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζε­ται μὲ βά­ση τὴν ἐν ἐ­ξε­λί­ξει θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ὁ Andrade κι­νεῖ­ται μὲ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σά σε δι­ά­φο­ρα εἴ­δη, μὲ ὁ­δη­γὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ποὺ δι­έ­κρι­νε ἀρ­χι­κά το ἐ­πί­γραμ­μα καὶ τὸν ἀ­φο­ρι­σμὸ τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς καὶ λα­τι­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας καὶ ἀρ­γό­τε­ρα καλ­λι­ερ­γή­θη­κε στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη γραμ­μα­τεί­α καὶ τέ­χνη. Αὐ­τὰ τὰ στοι­χεῖ­α συ­νυ­φαί­νει μὲ τὸ χα­ϊ­κοὺ καὶ τὸ ἱ­σπα­νι­κὸ μου­σι­κὸ εἶ­δος saeta ποὺ προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τοὺς με­σαι­ω­νι­κοὺς ψαλ­μούς. Ο Andrade θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πέν­τε ση­μαν­τι­κό­τε­ρους λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νοὺς ποι­η­τὲς τοῦ 20οῦ αἰ. μα­ζὶ μὲ τοὺς Jorge Luis Borges, Pablo Neruda, Octavio Paz καὶ Cesar Vallejo.


&&&


ΤΟΝ ΜΑΪΟ τοῦ 2018 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ δι­ε­θνὴς ἔ­ρευ­να τοῦ BBC, στὴν ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χαν 108 δι­α­κε­κρι­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς, πα­νε­πι­στη­μια­κοί, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι, κρι­τι­κοὶ καὶ με­τα­φρα­στὲς ἀ­πὸ 35 χῶ­ρες, γιὰ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν 100 ἔρ­γων ποὺ δι­α­μόρ­φω­σαν τὸν κό­σμο(5). Στὴν πρώ­τη δε­κά­δα βρί­σκον­ται ἡ Ὀ­δύσ­σεια (Νo1) καὶ ἡ Ἰ­λιά­δα (Νο­10).

       Τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2017 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ Ὀ­δύσ­σεια(6), σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Βρε­τα­νί­δας Emily Wilson, κα­θη­γή­τριας κλα­σι­κῶν σπου­δῶν στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πεν­σιλ­βά­νια, στὶς ΗΠΑ. Ἡ δι­ε­θνὴς κρι­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­να­νε­ω­τι­κὴ μα­τιά της στὸ ὁ­μη­ρι­κὸ ἔ­πος καὶ ἀ­να­φέ­ρε­ται συ­χνὰ στὴν ἐ­πι­λο­γή της νὰ ἀ­πο­δώ­σει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ λέ­ξη «πο­λυ­τρό­πος» τοῦ πρω­το­τύ­που μὲ τὴν ἀγ­γλι­κὴ complicated (πο­λύ­πλο­κος), ἀν­τὶ τῆς λέ­ξης cunning (ἔ­ξυ­πνος, πο­νη­ρός, πα­νοῦρ­γος) ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ού­ταν ἕ­ως τώ­ρα. Ἡ ἀ­νά­δει­ξη γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τῆς ἔν­νοι­ας τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας στὸ ὁ­μη­ρι­κὸ ἔ­πος συ­νέ­βα­λε στὴν ἐ­πι­και­ρο­ποί­η­σή του, ἂν σκε­φτεῖ κα­νεὶς ὅ­τι ἔ­χει ἤ­δη κα­τα­γρα­φεῖ καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ­ται ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς σκέ­ψης στὶς ἐ­πι­στῆ­μες τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας(7).


&&&


ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΗ κρι­τι­κὴ τὸ πρῶ­το δεῖγ­μα γρα­φῆς ποὺ ἔ­χει γί­νει κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὡς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τὸ κεί­με­νο τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Julio Torri (1889 -1970) μὲ τί­τλο A Circe (Στὴν Κίρ­κη(8)). Πρό­κει­ται γιὰ πα­ραλ­λα­γὴ τοῦ πε­ρά­σμα­τος τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α καὶ τοῦ πλη­ρώ­μα­τός του ἀ­πὸ τὶς Σει­ρῆ­νες (ρα­ψω­δί­α μ’) καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο Ensayos y poemas (Δο­κί­μια καὶ ποι­ή­μα­τα), 1917. Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο αἰ­ώ­να ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου μύ­θου ὡς οἰ­κου­με­νι­κοῦ καὶ δι­α­χρο­νι­κοῦ, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὴ σύ­στα­ση τοῦ κλά­δου τῆς σει­ρη­νο­λο­γί­ας (sirenología) ὡς δι­α­κρι­τοῦ πε­δί­ου φι­λο­λο­γι­κῶν με­λε­τῶν πλή­θους ὑ­περ­μι­κρῶν ἀ­φη­γή­σε­ων αὐ­τῆς τῆς θε­μα­το­λο­γί­ας.

       Δύ­ο ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ Javier Perucho, κα­θη­γη­τῆ φι­λο­λο­γί­ας στὸ Ἐ­θνι­κὸ Αὐ­τό­νο­μο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Με­ξι­κοῦ (UNAM), ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς μέ­χρι στιγ­μῆς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φία. Ἡ πρώ­τη, εἶ­ναι ἡ αἱ­ρε­τι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α Yo no canto, Ulises, cuento (Ἐ­γὼ δὲν τρα­γου­δῶ, Ὀ­δυσ­σέ­α, ἀ­φη­γοῦ­μαι), Fósforo, 2008. Ἡ δεύ­τε­ρη, μὲ τί­τλο La musica de las sirenas (Ἡ μου­σι­κὴ τῶν σει­ρή­νων), FOEM, 2013, εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴ μνή­μη τοῦ σπου­δαί­ου Ἀρ­γεν­τι­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ David Lagmanovich (1927-2010), ὁ ὁ­ποῖ­ος με­λέ­τη­σε ἐν­δε­λε­χῶς τὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α πα­ραλ­λά­σουν τὸν μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α μὲ 60 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Rubén Darío, Jorge Luis Borges, Gabriel García Márquez, Eduardo Galeano, Nana Rodríguez, Ramón Gómez de la Serna, κ.ἄ. Αὐ­τὴ ἡ με­λέ­τη – ἀν­θο­λο­γί­α προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τὸ 6ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν Μπογ­κο­τὰ (Κο­λομ­βί­α) τὸ 2010 ποὺ ἑ­στί­α­σε σὲ δύ­ο θε­μα­τι­κές, τὴ nanoliteratura (να­νο­λο­γο­τε­χνί­α) καὶ τὴ sirenologia.


&&&


ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ τοῦ 1978 δη­μο­σι­εύ­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα The New Yorker ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Girl(9) (Κο­ρί­τσι) τῆς Jamaica Kincaid (Νῆ­σος Ἀν­τίγ­κου­α, Κα­ρα­ϊ­βι­κή, 1949), μί­ας ἀ­πὸ τὶς δι­ε­θνῶς ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νες ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ εἴ­δους(10). Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ μέ­θο­δο δι­α­παι­δα­γώ­γη­σης τῆς νε­α­ρῆς κό­ρης ποὺ ἐ­φαρ­μό­ζει ἡ μη­τέ­ρα της. Οἱ δύ­ο ἡ­ρω­ί­δες εἶ­ναι ἀ­νώ­νυ­μες, ἡ ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως δευ­τε­ρο­πρό­σω­πη, μὲ ρυθ­μό, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ προ­φο­ρι­κό­τη­τας καὶ ἀ­νοί­κεια προ­σέγ­γι­ση τοῦ θέ­μα­τος. Τὸ κεί­με­νο θυ­μί­ζει ψαλ­μό, ἀλ­λὰ καὶ τυ­πι­κὴ πλύ­ση ἐγ­κε­φά­λου. Σὲ 686 λέ­ξεις ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ (κά­θε) Κο­ρι­τσιοῦ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν κα­τά­στι­κτη ψυ­χο­στα­σί­α καὶ νο­ο­τρο­πί­α μη­τέ­ρας καὶ κό­ρης ἀ­πὸ κοι­νω­νι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα, ἀ­πὸ τὴ σύγ­κρου­ση πο­λι­τι­σμι­κῶν πε­δί­ων καὶ γε­νε­ῶν καὶ τὴν ἀ­γρι­ό­τη­τα τῆς ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­ας.

       Στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α συ­χνὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ὑ­φο­λο­γι­κὰ ἀν­τλεῖ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τρα­γού­δι τοῦ πα­ρα­δο­σια­κοῦ μου­σι­κοῦ καὶ χο­ρευ­τι­κοῦ εἴ­δους κα­λύ­ψο (calypso songs), δο­μι­κοῦ στοι­χεί­ου τῆς κουλ­τού­ρας τῶν λα­ῶν τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς. Τὸ Κο­ρί­τσι βε­βαι­ώ­νει τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­τι τὸ ἔ­χει ἀ­παρ­νη­θεῖ, σβή­νον­τας συμ­βο­λι­κὰ τὴν ταυ­τό­τη­τά της καὶ προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ νέ­ες, ἔ­ξω­θεν ἐγ­γρα­φές.

       Οἱ ἀ­μέ­τρη­τες ἀ­να­λύ­σεις καὶ ἀ­να­φο­ρὲς στὸ Κο­ρί­τσι στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ κα­τα­γρα­φοῦν ἐ­δῶ, ὅ­πως καὶ τὰ δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­α­πραγ­μα­τεύ­ον­ται τὸ θέ­μα τῆς δι­α­παι­δα­γώ­γη­σης με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τοῦ Κο­ρι­τσιοῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τά, μί­α δι­ά­στα­ση ποὺ πα­ρα­μέ­νει ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τη εἶ­ναι ὁ συ­σχε­τι­σμὸς τοῦ ὅ­ρου κα­λύ­ψο γι’ αὐ­τὸ τὸ μου­σι­κὸ καὶ χο­ρευ­τι­κὸ εἶ­δος μὲ τὴν Κα­λυ­ψὼ ἀ­πὸ τὴν ε’ ρα­ψω­δί­α τῆς Ὀ­δύσ­σειας. Ἂν καὶ ὁ ὅ­ρος προ­έρ­χε­ται πι­θα­νῶς ἀ­πὸ τὴν ἀ­φρι­κα­νι­κὴ λέ­ξη kaiso (ἐ­πι­φώ­νη­μα ἐν­θάρ­ρυν­σης), τὸ εἶ­δος κα­λύ­ψο ἔ­χει συμ­βά­λει στὴ δι­α­μόρ­φω­ση εἰ­δῶν ὅ­πως ἡ σάμ­πα καὶ ἡ ρέγ­κε κι ἔ­χει κα­τα­βο­λὲς ἀ­κό­μα καὶ στὸν κλα­σι­κὸ ἰν­δι­κὸ χο­ρό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πί­σης δι­α­χω­ρί­ζε­ται σὲ τμή­μα­τα κα­θα­ροῦ χο­ροῦ κι ἐ­ξι­στό­ρη­σης, ὅ­πως τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ δρά­μα. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πα­ναν­θρώ­πι­νη καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἐ­πι­βί­ω­σε στὸ ἄ­νυ­σμα τοῦ χρό­νου καὶ τὴν ὀ­δύσ­σεια ἑ­νὸς ὅ­ρου ἡ ἑ­κά­στο­τε χρή­ση τοῦ ὁ­ποί­ου, ἰ­δί­ως σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὅ­πως τὸ Κο­ρί­τσι, με­τα­τρέ­πει τὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ κεί­με­νο σὲ δι­α­κεί­με­νο μὲ συμ­βο­λι­κὲς δι­α­κτι­νώ­σεις σὲ πο­λι­τι­σμι­κοὺς κώ­δι­κες ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τό. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ὁ ὅ­ρος κα­λύ­ψο πα­ρα­πέμ­πει συ­νειρ­μι­κὰ στὸ μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α καὶ στὸν ἀρ­χε­τυ­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς Κα­λυ­ψοῦς κι ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ ἕ­να πα­λίμ­ψη­στο ἐν­νοι­ῶν μὲ με­τα­βαλ­λό­με­νο ση­μα­σι­ο­λο­γι­κὸ φορ­τί­ο, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πο­χή, ὅ­πως τὸ κάλ­λος, ἡ σα­γή­νη, ἡ ἀ­πο­πλά­νη­ση, ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ ὁρ­μή, ὁ ἵ­με­ρος, οἱ κοι­νω­νι­κοὶ καὶ ἠ­θι­κοὶ κώ­δι­κες, ἡ ἀ­πι­στί­α, ἡ σχέ­ση καὶ οἱ ρό­λοι ἐ­ξου­σί­ας ἀ­νά­με­σα στοὺς ἐ­ρω­τι­κοὺς συν­τρό­φους.


 

Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις – Μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ μύ­θος(11)


Ο ΜΥΘΟΣ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη ἀ­πάν­τη­ση ποὺ ἐ­πι­χεί­ρη­σαν νὰ δώ­σουν οἱ ἀρ­χαῖ­οι ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κοὶ πο­λι­τι­σμοὶ γιὰ τὴν κα­τα­γω­γὴ τοῦ σύμ­παν­τος. Γιὰ τοὺς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες ὁ μύ­θος σή­μαι­νε τὸν λό­γο ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν γιὰ νὰ ὀρ­γα­νώ­σουν τὸ ἀρ­χι­κὸ Χά­ος καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν πρώ­τη μορ­φὴ συμ­βο­λί­ζει τὴν πρω­ταρ­χι­κὴ ὤ­θη­ση στὸ σύμ­παν. Ὁ μύ­θος, ὅ­μως, σὲ ὅ­λες τὶς κουλ­τοῦ­ρες, ἁ­πλὸς ἢ πε­πλεγ­μέ­νος, ἀ­πο­τε­λεῖ δι­α­χρο­νι­κὰ μιὰ δι­α­νο­η­τι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξη­γη­θεῖ ἡ φύ­ση, ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου καὶ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους, νὰ δι­α­σω­θοῦν ἢ νὰ ἀλ­λά­ξουν πα­ρα­δο­σια­κὰ ἔ­θι­μα καὶ πο­λι­τι­κὲς καὶ θρη­σκευ­τι­κὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες.

       Ὁ μύ­θος, χω­ρὶς νὰ ἀ­πω­λέ­σει τὴν κα­τα­στα­τι­κὴ ἀρ­χὴ τῆς κύ­ριας ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ὕ­λης κά­θε ἐκ­φω­νή­μα­τος, δι­α­τη­ρεῖ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ποὺ τοῦ ἀ­πέ­δω­σε ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης με­λε­τών­τας τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ τρα­γω­δί­α: «εἶ­ναι τὸ πρω­ταρ­χι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ τὸ πρώ­τι­στο συ­στα­τι­κὸ μιᾶς ἀ­φή­γη­σης. Αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἀ­φή­γη­ση χω­ρὶς αὐ­τὴ νὰ ἐ­ξι­στο­ρεῖ ἕ­να μύ­θο, δη­λα­δὴ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, πραγ­μα­τι­κὴ ἢ φαν­τα­στι­κὴ»(12).

       Ὁ E. Μ. Forster, στὴν προ­σπά­θειά του νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ μύ­θου προ­βαί­νει στὴ δι­ά­κρι­ση ἱ­στο­ρί­ας καὶ πλο­κῆς, τὶς ὁ­ποῖ­ες θε­ω­ρεῖ ὡς τοὺς δύ­ο βα­σι­κοὺς τύ­πους ἀ­φή­γη­σης(13):

       (α) ἀ­φή­γη­ση γε­γο­νό­των ὀρ­γα­νω­μέ­νων σὲ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α μὲ ἔμ­φα­ση στὴν ἱ­στο­ρί­α, π.χ. Ὁ βα­σι­λιὰς πέ­θα­νε καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα πέ­θα­νε.

       (β) ἀ­φή­γη­ση γε­γο­νό­των μὲ ἔμ­φα­ση στὴν αἰ­τι­ό­τη­τα, ποὺ συ­νι­στᾶ τὴν πλο­κή, π.χ. Ὁ βα­σι­λιὰς πέ­θα­νε καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα πέ­θα­νε ἀ­πὸ θλί­ψη.

       Στὰ κο­ρυ­φαῖ­α δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὰ ὁ­ποῖ­α συ­νή­θως δὲν ξε­περ­νοῦν τὶς 700 λέ­ξεις μα­ζὶ μὲ τὸν τί­τλο, ἐν­το­πί­ζον­ται αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο τύ­ποι ἀ­φή­γη­σης, με­μο­νω­μέ­να ἢ συν­δυ­α­στι­κά. Ἡ εἰ­δο­ποι­ὸς δι­α­φο­ρὰ ποὺ συ­νι­στᾶ καὶ τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τοῦ εἴ­δους, ἔγ­κει­ται στὸν τρό­πο χρή­σης τοῦ πρώ­του τύ­που ὅ­που συ­χνά, εἴ­τε δὲν τη­ρεῖ­ται ἡ ἀ­κο­λου­θί­α «ἀρ­χὴ – μέ­ση – τέ­λος», ἢ κά­ποι­ο μέ­ρος ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Ἐξ οὗ καὶ τὰ δείγ­μα­τα αὐ­τὰ δί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μί­α με­γα­λύ­τε­ρη καὶ πο­λυ­πλο­κό­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α (back story) ἀ­πὸ αὐ­τὴ ποὺ κα­τα­γρά­φε­ται σὲ λί­γες γραμ­μές, ἡ ὁ­ποί­α προ­κει­μέ­νου νὰ γί­νει πλή­ρως ἀν­τι­λη­πτὴ ἐν τῇ πρω­το­φα­νῇ συν­το­μί­α της συ­νή­θως ἀ­πο­φεύ­γε­ται τὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ φλὰς μπὰκ καὶ ἀ­κο­λου­θεῖ­ται ἡ μέ­θο­δος τοῦ πα­γό­βου­νου ποὺ ἀ­νέ­δει­ξε ὁ Ernest Hemingway – ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τοῦ εἴ­δους. Ἐ­πί­σης, ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ δεύ­τε­ρος τύ­πος, συ­χνὰ ἡ πλο­κὴ ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις ἡ ἐ­πι­τυ­χὴς συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἔγ­κει­ται στὴ στε­νὴ συ­νερ­γα­σί­α συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη: ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας καὶ ὄ­χι ὡς δι­α­κο­σμη­τὴς ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ χώ­ρου, ὅ­πως δι­α­τει­νό­ταν ὁ Hemingway, ὀ­φεί­λει νὰ εἶ­ναι σα­φής, ἱ­κα­νὸς δι­α­χει­ρι­στὴς τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ του καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ τὸ συλ­λά­βει στὴ δι­ά­στα­σή του.

       Αὐ­τὴ ἡ συν­θή­κη, ἑρ­μη­νεύ­ει τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ ἀ­πο­τί­μη­ση καὶ ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τουν πολ­λὲς ἀ­να­γνώ­σεις. Ο Joseph Young ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὅ­τι τὸ κα­λὸ χα­ϊ­κοὺ καὶ ἡ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­θί­ζουν στὸ μυα­λό. Ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ κα­τα­νό­η­ση ἁ­πλώ­νε­ται στὸν ἐγ­κέ­φα­λο ἀ­νά­με­σα στὰ κε­νά των συ­νά­ψε­ων. Ἰ­δέ­α, βέ­βαι­α, ποὺ ἀ­νι­χνεύ­ε­ται καὶ στὴ μυ­θι­κὴ μέ­θο­δο(14) τοῦ T. S. Eliot γιὰ τὴν ποί­η­ση: ὁ ποι­η­τὴς δη­μι­ουρ­γεῖ τὴ μυ­θο­λο­γί­α του καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης τὴν ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­εῖ.

       Ὅ­μως ποί­η­ση καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι δι­α­κρι­τὰ εἴ­δη. Ἡ τε­λευ­ταί­α πα­ρα­μέ­νει ἐ­πί­σης πι­στὴ στὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἐ­φό­σον στὴν τέ­χνη βά­ζου­με ὅ­ρια καὶ ἡ κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­ναι a priori ὁ­ρι­ο­θε­τη­μέ­νη. H ρή­ξη μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση ποὺ ἔ­χει προ­κα­λέ­σει ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται συγ­κι­νεῖ καὶ τέρ­πει μέ­σῳ μιᾶς τό­σο συμ­βα­τι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς ὅ­πως ἡ γλώσ­σα, ἐ­νῶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἐν­τὸς μιᾶς ἰ­δι­αί­τε­ρα πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ κερ­δί­ζει τὸ χρό­νο, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­νά­γνω­ση δια­ρκεῖ ἐ­λά­χι­στα, ἀλ­λὰ ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται ἔ­χει βά­θος κι ἐ­κλύ­ει δυ­σα­νά­λο­γη ἐ­νέρ­γεια ποὺ χα­ράσ­σει τὴ μνή­μη. Ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ τὸ μέ­γα ζη­τού­με­νο στὴν τέ­χνη τοῦ λό­γου: τὸν «δό­λο τῆς ἀ­φή­γη­σης» κα­τὰ τὸν Gerard Genette καὶ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ «πλά­νη» ποὺ κι­νεῖ ὅ­λο το μη­χα­νι­σμὸ τῆς ἀ­φή­γη­σης κα­τὰ τὸν Roland Barthes κι ἔ­χει ἐ­γεί­ρει πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τι­κῶν ἐ­ρω­τη­μά­των στοὺς κόλ­πους τῆς σύγ­χρο­νης θε­ω­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ τὸν εἰ­δο­λο­γι­κὸ προσ­δι­ο­ρι­σμό της καὶ τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κό της ρό­λο. Ὅ­μως, ἡ ἀ­να­νέ­ω­ση τῶν μορ­φῶν εἶ­ναι πά­γιο ζη­τού­με­νο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό, ἀλ­λὰ καὶ κα­τὰ τὸν Juan Rulfo, ἡ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ προ­χω­ρά­ει εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ ἀ­νοί­γει δρό­μους.

       Στὴν ἐ­πο­χή μας, ὅ­που τα πάν­τα εἶ­ναι μιὰ (σύν­το­μη) ἱ­στο­ρί­α, δὲν εἶ­ναι μό­νο τὸ δι­α­δί­κτυ­ο ὑ­πεύ­θυ­νο γιὰ τὴ δη­μο­φι­λί­α καὶ δι­ά­δο­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς σκέ­ψης στὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, τὰ προ­γράμ­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ποὺ καλ­λι­ερ­γοῦν τὸ εἶ­δος συ­στη­μα­τι­κὰ (ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’20 στὶς ΗΠΑ), οἱ ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους, τὸ σύγ­χρο­νο ρα­δι­ό­φω­νο(15), ἡ ἀ­να­βί­ω­ση τοῦ μι­κρο­θε­ά­τρου(16) καὶ οἱ πο­λυ­ά­ριθ­μοι καὶ νέ­οι δη­μι­ουρ­γοὶ καὶ ἀ­να­γνῶ­στες δι­ε­θνῶς ποὺ γο­η­τεύ­ον­ται ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἡ ὑ­περ­μι­κρὴ ἀλ­λὰ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη ἀ­φή­γη­ση δύ­να­ται πλέ­ον νὰ τέρ­ψει εὐ­ρὺ καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νὸ δι­ε­θνῶς, νὰ με­τα­δώ­σει μη­νύ­μα­τα, νὰ θε­μα­το­ποι­ή­σει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση, ἀ­κό­μα καὶ νὰ με­τα­στοι­χει­ώ­σει τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση μὲ τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ λό­γο σὲ κλί­μα­κα ψη­φί­δας. Ἡ νέ­α αὐ­τὴ δυ­να­τό­τη­τα σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν εὐ­χέ­ρεια δη­μο­σι­ο­ποί­η­σης καὶ κυ­κλο­φο­ρί­ας της μὲ τὰ Νέ­α Μέ­σα συ­νά­δει μὲ τὴ νευ­τώ­νεια, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν κβαν­τι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου μας, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τὸ χά­ος ἔ­χει δο­μὴ καὶ δὲν ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὴν τυ­χαι­ό­τη­τα κι ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται ἡ σχε­σια­κὴ ὕ­φαν­ση τοῦ κό­σμου.


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα


ΣΥΜΦΩΝΑ μὲ τὸν William Nelles(17), ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα ὡς λει­τουρ­γί­α δι­α­κρί­νει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐ­πει­δὴ ὑ­πο­στη­ρί­ζει ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴν ἔλ­λει­ψη καὶ τὴν πο­λυ­ε­πί­πε­δη ἑρ­μη­νεί­α. Ἂν κι ἐν­το­πί­ζε­ται καὶ σὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ἡ χρή­ση χα­ρα­κτή­ρων ἀ­πὸ ἄλ­λα λο­γο­τε­χνι­κά, θρη­σκευ­τι­κά, ἱ­στο­ρι­κὰ κεί­με­να, ἢ ἡ ἀ­να­φο­ρὰ σὲ περ­σό­νες τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ καὶ πο­λι­τι­κοῦ κό­σμου ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ στὸ ἔ­πα­κρο τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ κύ­ριο ζη­τού­με­νο γι’ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο κει­μέ­νων. Ὁ Nelles κα­τα­γρά­φει ὡς συ­νη­θέ­στε­ρη τὴ χρή­ση τέ­τοι­ων χα­ρα­κτή­ρων, ἀ­κό­μα καὶ ἱ­στο­ρι­κῶν φρά­σε­ων καὶ ἀ­πο­φθεγ­μά­των κυ­ρί­ως στοὺς τί­τλους, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν ὀρ­γα­νι­κὸ τμῆ­μα κά­θε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ συμ­βάλ­λουν στὴν πύ­κνω­ση καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τοῦ νο­ή­μα­τος. Πα­ρα­δείγ­μα­τα μὲ πο­λὺ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ πύ­κνω­σης εἶ­ναι ἡ φρά­ση ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἰ­ού­λιο Καί­σα­ρα, Veni, vidi, vici, ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ E. Hemingway Πρὸς πώ­λη­ση: Βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια. Ἀ­φό­ρε­τα, ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη, Vita brevis: ὅν, off(18), ἢ τῆς Margaret Atwood, Longed for him. Got him. Shit. (19)

       Εὔ­στο­χα ὁ Lauro Zavala συν­δέ­ει τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα μὲ τὴ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα: «Ἡ πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ ὁ πλοῦ­τος τῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὀ­φεί­λε­ται σὲ αὐ­τὸ ποὺ δὲ λέ­νε, δη­λα­δὴ στὴ συ­νεκ­δο­χι­κή τους δει­νό­τη­τα καὶ στὴν ἀλ­λη­γο­ρι­κὴ φύ­ση τους. Καὶ ἡ δι­α­κει­με­νι­κὴ δι­ά­στα­σή τους εἶ­ναι ἐ­νί­ο­τε ἡ πιὸ πε­ρί­πλο­κη, ἀλ­λὰ καὶ ἡ πιὸ κα­τα­νο­η­τὴ ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ θε­ω­ρί­α».(20)

       Πράγ­μα­τι, κά­θε μυ­θο­πλα­στι­κὸς λό­γος ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­να συγ­κε­ρα­σμὸ στοι­χεί­ων, ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νες ἐγ­γρα­φὲς ποὺ συ­νω­θοῦν­ται μέ­σα στὸ νέ­ο κεί­με­νο. Αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐν­νοι­ο­λο­γι­κῶν συ­σχε­τί­σε­ων, ἐκ­φρα­στι­κῶν μι­μή­σε­ων καὶ λε­κτι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν, γε­γο­νὸς ποὺ ξε­περ­νά­ει τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἁ­πλῆς ἐ­πιρ­ρο­ῆς, ἢ τοῦ pastiche. Σύμ­φω­να μὲ τὴν Julia Kristeva, ποὺ εἰ­σή­γα­γε τὴν ἔν­νοι­α τῆς δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας στὴ με­λέ­τη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τoν Μikhail Bakhtin, ση­μαί­νει τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο στὸ δι­α­κεί­με­νο. Ἡ Kristeva, προ­τεί­νει τὴ «θε­ω­ρί­α τῆς κει­με­νι­κῆς δι­α­λε­κτι­κό­τη­τας» γιὰ νὰ ἀ­να­φερ­θεῖ «σὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ θέ­τουν ἕ­να κεί­με­νο σὲ σχέ­ση, εἴ­τε πρό­δη­λη, ἢ κρυ­φή, μὲ ἄλ­λα κεί­με­να». H δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα γί­νε­ται ἀ­δι­α­χώ­ρι­στη ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ καὶ στὸ πλαί­σιο τῶν νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ῶν ποὺ ἐ­ξε­λίσ­σουν τὴ δι­α­δρά­ση, ἀ­πὸ τὸ δι­α­κεί­με­νο ὁ­δεύ­ου­με στὸ ὑ­περ-κεί­με­νο μὲ ὁ­δη­γοὺς-ἀ­φη­γη­τὲς «κυ­βερ­νι­κὰ συ­νει­δη­το­ποι­η­μέ­νους δη­μι­ουρ­γοὺς» (21).


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ σὲ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ πα­ραλ­λά­σουν τὸν μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α τῶν Carlos Fuentes, Augusto Monterroso, Ana Maria Shua, ἀλ­λὰ καὶ τὴν πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ, πε­ζο­γρά­φου καὶ εἰ­κα­στι­κοῦ Rafael Pérez Estrada (1934 -2000), Sirena negra (Μαύ­ρη σει­ρή­να), μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ἐ­δῶ.


&&&


Η ΣΥΛΛΟΓΗ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ Κώ­στα Ἀ­κρί­βου μὲ τί­τλο Τε­λευ­ταῖ­α νέ­α ἀ­πὸ τὴν Ἰ­θά­κη(22), μὲ εἴ­κο­σι ἕ­ξι «μυ­θι­στο­ρί­ες», ὅ­πως τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ἐμ­πνευ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν ε’ ρα­ψω­δί­α τῆς Ὀ­δύσ­σειας. Ἂν καὶ δὲν πρό­κει­ται γιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἡ ἀ­νά­γλυ­φη μορ­φο­λο­γι­κὴ καὶ ὑ­φο­λο­γι­κὴ αἰ­ώ­ρη­ση ἀ­νά­με­σα στὴ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα καὶ τὴν ποί­η­ση μὲ ὁ­δη­γὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Στὰ ὀ­λι­γο­σέ­λι­δα δι­η­γή­μα­τα τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ­ται στὸ ἔ­πα­κρο ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ λει­τουρ­γεῖ ὅ­πως στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


&&&


ΔΥΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ποὺ τεκ­μη­ρι­ώ­νουν τὴν πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τὴ δυ­να­μι­κή της ἑλ­λη­νι­κῆς πε­ρί­πτω­σης εἶ­ναι οἱ Flash fiction forward(23) (2006) καὶ Flash fiction international(24) (2015). Στὴν πρώ­τη πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πρώ­τη συμ­με­το­χὴ σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο Ὁ κ. Νί­κος Νί­κου(25) (Mr. Nikos Nikou), τῆς Ἔρ­σης Σω­τη­ρο­πού­λου, σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Στρα­τῆ Χα­βια­ρᾶ καὶ στὴ δεύ­τε­ρη ἡ ἱ­στο­ρί­α Ἀ­στεῖ­ο(26) (Joke), τοῦ Γιά­ννη Πα­λα­βοῦ, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Karen Van Dyck.

       Ση­μαν­τι­κὴ εἶ­ναι καὶ ἡ δι­ά­κρι­ση τοῦ Σώ­του Οἰ­κο­νο­μί­δη στὸν με­γα­λύ­τε­ρο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ (4ου στὴ σει­ρά, μὲ 35.609 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 149 χῶ­ρες) ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ Fundacion César Egido Serrano τὸ 2014, μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Alan (Ἄ­λαν), τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ (σελ. 228).


&&&


ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ θὰ δι­ε­ξα­χθεῖ στὸ Bristol τῆς Μ. Βρε­τα­νί­ας στὶς 20-22 Ἰ­ου­λί­ου 2018, σὲ συ­νέ­χεια τῆς Δι­ε­θνοῦς Ἡ­μέ­ρας Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (National Flash Fiction Day [NFFD]) ποὺ γι­ορ­τά­ζε­ται στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α ἀ­πὸ τὸ 2012 καὶ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε φέ­τος στὶς 16 Ἰ­ου­νί­ου(27) καὶ τῆς National Writing Day ποὺ δι­ε­ξή­χθη καὶ φέ­τος μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α σὲ ὅ­λη τὴν βρε­τα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια στὶς 27 Ἰ­ου­νί­ου(28).


&&&


Η ΜΙΚΡΟΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ σταθ­μὸς ἑ­νὸς ἀ­κό­μα κύ­ριου προ­δρό­μου τοῦ εἴ­δους, τοῦ Julio Cortázar, μὲ τί­τλο Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων (1964), ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἀν­τι­κεί­με­νο ἑ­κα­τον­τά­δων με­λε­τῶν σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο γιὰ τὸ βαθ­μὸ πύ­κνω­σης καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει σὲ 545 λέ­ξεις στὸ πρω­τό­τυ­πο (ἐ­δῶ στὰ ἱ­σπα­νι­κά) καὶ σὲ 636 λέ­ξεις στὴν ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση ἐ­δῶ. Τὸ κείμενο μεταφράστηκε καὶ στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὸν Δη­μή­τρη Κα­λο­κύρη τὸ 1984 καὶ μπορεῖτε νὰ τὸ δια­βά­σε­τε στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον – Ἱ­στορίες Μπονζάι, κα­θὼς καὶ νὰ δεῖ­τε τὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων (1999), ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Cortázar, σὲ σκη­νο­θε­σί­α τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη (μὲ τοὺς Νό­τα Τσερ­νιά­φσκι καὶ Βαγ­γέ­λη Μου­ρί­κη (διά­ρκειας 6 λε­πτῶν).


Ἰ­ού­λιος, 2018

Ση­μει­ώ­σεις

       (1) Rourke Lee, A brief history of fables, From Aesop to Flash fiction, Hesperus Press Limited, London, 2011.

       (2) Τὸ ἄρ­θρο τῆς πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Ἑ­λέ­νης Κε­φά­λα, Borges and narrative economy (Ὁ Μπόρ­χες καὶ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μία) στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

       (3) στὰ ἱ­σπα­νι­κά, ἐ­δῶ.

       (4) Andrade, Jorge Carrera, Micrograms, translated by Alejandro de Acosta and Joshua Beckman, Wave Books, Seattle, USA, 2011.

       (5) http://www.bbc.com/culture/story/20180521-the-100-stories-that-shaped-the-world

καὶ http://www.kathimerini.gr/967506/article/epikairothta/kosmos/bbc-ta-deka-erga-poy-diamorfwsan-ton-kosmo—sthn-koryfh-h-odysseia

       6) http://books.wwnorton.com/books/detail.aspx?ID=4294996788 καὶ

https://www.theguardian.com/books/2017/dec/08/the-odyssey-translated-emily-wilson-review

       (7) Γε­ωρ­γο­πού­λου Πα­να­γι­ώ­τα, Ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς σκέ­ψης στὶς ἐ­πι­στῆ­μες τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας, Κρι­τι­κή, Ἀ­θή­να, 2010.

          (8) Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α ἐ­δῶ Χού­λιο Τό­ρι (Julio Torri): Στὴν Κίρκη.

          (9) Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

        (10) Στὸ ἄρ­θρο τῆς πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Maria Alejandra Olivares μὲ τί­τλο Microfiction as cognitive map: a reading of the Caribbean (Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία ὡς γνω­στι­κὸς χάρ­της: μί­α ἀ­νά­γνω­ση τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς), ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ σύ­νο­ψη τῆς σχε­τι­κῆς δι­α­τρι­βῆς της, πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τῆς Jamaica Kincaid. Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὸ ἄρ­θρο στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

          (11) Χρι­στο­δού­λου, Δή­μη­τρα Ι., Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (microfiction, flash fiction, minificción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο: με­λέ­τη γιὰ ἕ­να νέ­ο δι­ε­θνὲς κι ἐ­θνι­κὸ εἶ­δος λό­γου. Με­τα­πτυ­χια­κὴ ἐρ­γα­σί­α, Τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, Μέ­σων καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου, σ.σ. 56-58.

           (12) Πα­ρί­σης Ι. & Πα­ρί­σης Ν., Λε­ξι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κῶν ὅ­ρων, ΟΕΒΔ, ἔκδ. Δ’, 2003, σελ. 125.

           (13) Rimmon-Kenan Shlomith, Narrative Fiction, Contemporary Poetics, 2nd edit., New York, Routledge, 2002, σελ. 18

           (14) http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/586/526

           (15) https://storycorps.org

          (16) Μὲ τὸ μι­κρο­θέ­α­τρο πει­ρα­μα­τί­στη­καν πολ­λοὶ δρα­μα­τουρ­γοὶ τὸν 20ο αἰ., ὅ­πως ὁ Ρῶ­σος Andrei Platonov (1899-1951), ὁ Jose Ignacio (Βε­νε­ζου­έ­λα, 1937-1995), ὁ Βρα­ζι­λιά­νος Roberto Athayde (1949), τὸ ἔρ­γο τῶν ὁ­ποί­ων με­τα­φρά­ζε­ται καὶ δι­α­δί­δε­ται ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Νε­ό­τε­ροι συγ­γρα­φεῖς ἔ­χουν ἀρ­χί­σει νὰ τὸ ἀ­να­νε­ώ­νουν, ὅ­πως ὁ Miguel Alcantud, ἱ­δρυ­τὴς καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Microteatro, ἑ­νὸς ὑ­περ­δρα­στή­ριου ὀρ­γα­νι­σμοῦ μὲ ἕ­δρα σὲ 14 πό­λεις τοῦ κό­σμου (ΗΠΑ, Ἱ­σπα­νί­α, Με­ξι­κό, κ.α.), ὁ Γάλ­λος Joël Pommerat ἢ ὁ Ἰ­σπα­νὸς Santiago Molero. Στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 Τὰ Τα­χυ­δρά­μα­τα, Μι­κρὲς σκη­νὲς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς, τοῦ Γι­ώρ­γου Μα­νι­ώ­τη (Ἀ­θή­να, 1951) ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γι’ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος ποὺ βρί­σκει με­γά­λη ἀν­τα­πό­κρι­ση δι­ε­θνῶς τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια. Σχε­τι­κὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες μπο­ρεῖ­τε νὰ βρεῖ­τε ἐ­δῶ, ἐδῶ καὶ ἐδῶ.

         (17) Πλανόδιον – Ἱστορίες μπονζάι καὶ Nelles Williams, Microfiction: what makes a very short story very short?, vol.20, n.1, The Ohio University Press, 2012.

           (18) Κα­λο­κύ­ρης Δη­μή­τρης, Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν ­ριθ­μῶν, Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2001, σέλ. 149.

           (19) http://www.narrativemagazine.com/sixwords

           (20) Zavala Lauro, Breve y seductora: la minificcion en la ensenanza de teoria literaria.

         (21) Stam Robert, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ θε­ω­ρί­α τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, μτφ. Κ. Κα­κλα­μά­νη, Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004, σ.σ. 265, 270, 407.

         (22) Ἀ­κρί­βος Κώ­στας, Τε­λευ­ταί­α νέ­α ἀ­πὸ τὴν Ἰ­θά­κη, Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2016.

         (23) http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-32802-8/

         (24) http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-34607-7/

         (25) Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Ἔρ­σης Σω­τη­ρο­πού­λου, Ὁ βα­σι­λιὰς τοῦ φλί­περ, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 1997.

         (26) Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Γιά­ννη Πα­λα­βοῦ, Ἀ­στεῖ­ο, Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2012.

         (27) https://www.flashfictionfestival.com καὶ http://nationalflashfictionday.co.uk

          (28) https://www.nationalwritingday.org.uk/

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.