Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#16]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α


Blyde River Canyon εἶ­ναι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο πρά­σι­νο φα­ράγ­γι τῆς γῆς, μὲ πλού­σια ὑ­πο­τρο­πι­κὴ βλά­στη­ση, στὴν πε­ρι­ο­χὴ Mpumalanga, στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή. «Bly­de» ση­μαί­νει εὐ­τυ­χὴς στὰ πα­λαι­ό­τε­ρα ὀλ­λαν­δι­κά, ὀ­νο­μα­σί­α ποὺ τοῦ ἀ­πο­δό­θη­κε τὸ 1844 ἀ­πὸ τὸν ὀλ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς Hen­drik Pot­gie­ter καὶ ἄλ­λους ἐ­ξε­ρευ­νη­τές. Σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φές του ὑ­πάρ­χει ἕ­να ση­μεῖ­ο γνω­στὸ ὡς «τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ Θε­οῦ» (God’s win­dow). Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με τὴ θέα τοῦ ἐ­θνι­κοῦ πάρ­κου Kru­ger, τὴν ὁ­ρο­σει­ρὰ Le­bom­bo στὰ σύ­νο­ρα μὲ τὴ Μο­ζαμ­βί­κη, ἐ­νῶ θε­ω­ρεῖ­ται κι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἰ­δα­νι­κό­τε­ρα ση­μεῖ­α γιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση καὶ με­λέ­τη πτη­νῶν στὴ χώ­ρα.

Ὁ θεῖ­ος μου ὁ Τζί­μι στέ­κε­ται στὸ ὑ­γρό του δι­α­μέ­ρι­σμα, αὐ­τὸ μὲ τὶς βρώ­μι­κες βε­λό­νες καὶ σύ­ριγ­γες ἂν καὶ τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ξάρ­τια καὶ ὄ­χι σύ­ριγ­γες, καὶ ἡ με­θα­δό­νη ἀ­νά­θε­μα καὶ ἂν ἔ­χει κά­νει τί­πο­τα γι’ αὐ­τὸν καὶ δὲν ἔ­χει χρή­μα­τα γιὰ τὴ δό­ση του, ἔ­τσι σή­με­ρα εἶ­ναι ἡ μέ­ρα ποὺ θὰ πε­θά­νει.

       Ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι θὰ πά­ει στὴ συ­νέν­τευ­ξη στὸ ἐρ­γο­στά­σιο μπου­ζὶ σὲ μιὰ ὥ­ρα, ντυ­μέ­νος μὲ τὸ κο­στού­μι ποὺ τοῦ ἀ­γό­ρα­σε ὁ πα­τέ­ρας του —ὁ παπ­ποῦς μου—, ἀλ­λὰ δὲ θὰ πε­ρά­σει τὴν ἐ­ξέ­τα­ση οὔ­ρων, καὶ ἔ­χει ἁ­πλῶς ἀ­παυ­δή­σει μὲ ὅ­λα αὐ­τά. Ὁ θεῖ­ος Τζί­μι ἱ­δρώ­νει καὶ τρέ­μει, μο­νο­λο­γεῖ ὅ­τι φταί­ει ἡ στέ­ρη­ση ἀ­πὸ τὴ δό­ση του καὶ Χρι­στέ μου αὐ­τὴ ἡ ζέ­στη, για­τί εἶ­ναι Σε­πτέμ­βριος στὸ Το­λέ­δο καὶ εἶ­ναι ἄ­θλια, καὶ πιά­νει τὸ μά­τι του τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ κα­λώ­διο πά­νω στὸ χα­λα­σμέ­νο ψυ­γεῖ­ο καὶ τὴν πε­τα­μέ­νη ζώ­νη στὸ πά­τω­μα ἡ ὁ­ποί­α θὰ ἔ­πρε­πε νὰ συγ­κρα­τεῖ τὸ παν­τε­λό­νι του, ἀλ­λὰ δὲν τὸ κά­νει καὶ ἀ­πο­φα­σί­ζει ποι­ό θὰ εἶ­ναι τὸ πιὸ γε­ρό, τὸ κα­λύ­τε­ρο νὰ ἀν­τέ­ξει τὸ βά­ρος του γιὰ νὰ κρε­μα­στεῖ ἀ­πὸ τὶς σω­λῆ­νες στὸ ὑ­πό­γει­ο αὐ­τοῦ τοῦ σκα­το­κτι­ρί­ου.

       Καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ εἶ­ναι ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται τὸ που­λί.

       Ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ εἶ­μαι ξε­κά­θα­ρη: αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι κα­νέ­να με­λίρ­ρυ­το, μὲ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ φτέ­ρω­μα κε­λα­η­δο­πού­λι, οὔ­τε κα­νέ­να κο­τσύ­φι μὲ κο­φτε­ρὸ βλέμ­μα, οὔ­τε κα­νέ­να χνου­δω­τὸ πα­πά­κι βγαλ­μέ­νο ἀ­πὸ πα­ρα­μύ­θι. Ὄ­χι. Εἶ­ναι ἕ­να κα­κά­σχη­μο που­λὶ μό­α, τό­σο γι­γάν­τιο ποὺ μό­λις ποὺ χω­ρά­ει στὸ δω­μά­τιο, καὶ δὲν ἔ­χει κὰν πού­που­λα, εἶ­ναι γε­μά­το τρί­χες, δὲν σᾶς κά­νω πλά­κα. Καὶ ἀ­κοῦ­στε κι αὐ­τό, δὲν ἔ­χει κὰν φτε­ρά. Ἀ­κρι­βῶς, ἕ­να που­λὶ χω­ρὶς φτε­ρά. Στρι­μώ­χνει τὸν πε­λώ­ριο ἑ­αυ­τό του μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, για­τὶ βέ­βαι­α δὲν ὑ­πάρ­χει πλαί­σιο, καὶ μπου­κά­ρουν καὶ μπαι­νο­βγαί­νουν οἱ μύ­γες, ἑ­πο­μέ­νως για­τί ὄ­χι κι ἕ­να γα­μη­μέ­νο που­λί, ἕ­να τε­ρά­στιο ἀ­πε­χθὲς πράγ­μα ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νει ὅ­λο τὸ χῶ­ρο; Ὁ θεῖ­ος Τζί­μι δὲν ἔ­χει ξα­να­δεῖ που­λὶ μό­α, ἀλ­λὰ οὔ­τε κι ἐ­σεῖς, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν κά­που ἑ­ξα­κό­σια χρό­νια πρίν. Καὶ ὁ θεῖ­ος μου αἰ­σθά­νε­ται μιὰ στε­νὴ συγ­γέ­νεια μὲ αὐ­τὸ τὸ που­λὶ ἐ­πει­δὴ τὰ πτη­νὰ μό­α ἔ­χουν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ γιὰ ἕ­ναν λό­γο: οἱ πρῶ­τοι ἄν­θρω­ποι ποὺ ἔ­φτα­σαν στὸ νη­σὶ τὰ κυ­νή­γη­σαν καὶ τὰ ἔ­φα­γαν. Μέ­χρι καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο.

       Ἔ­τσι ὁ θεῖ­ος Τζί­μι καὶ τὸ που­λὶ μό­α, καρ­φώ­νουν μὲ τὰ μά­τια ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, κι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κα­τά­στα­σης στὴν ὁ­ποί­α βρί­σκε­ται ὁ θεῖ­ος μου, δὲ σκέ­φτε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἔ­στω καὶ λί­γο πα­ρα­νο­ϊ­κὸ ὅ­ταν τὸ που­λὶ ἀ­νοί­γει τὸ ράμ­φος του καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ μι­λά­ει.

       «Θὰ χα­ρα­μί­σεις αὐ­τὸ τὸ και­νού­ριο κο­στού­μι σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀ­η­δί­α;» λέ­ει τὸ που­λί. Κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να τὸν θεῖ­ο μου ἀ­πὸ κά­τω του, τὸ μά­τι του στρογ­γυ­λὸ καὶ ὑ­γρὸ σὰν κουμ­πί.

       Καὶ ὁρ­κί­ζο­μαι στὸν Θε­ό, ὁ θεῖ­ος Τζί­μι βά­ζει τὰ γέ­λια. Γε­λά­ει! Για­τί τό’ ξε­ρε ὅ­τι ἐ­ὰν τὸ που­λὶ εἶ­χε πεῖ κα­μί­α ἄλ­λη χα­ζο­μά­ρα —εἶ­σαι μό­λις σα­ραν­τα­πέν­τε, τί θὰ ἀ­πο­γί­νει τὸ μι­κρὸ ξαν­θο­μάλ­λι­κο ἀ­γό­ρι σου, ἡ ἀ­δερ­φή σου θὰ πε­θά­νει κι αὐ­τὴ ἀ­πὸ ναρ­κω­τι­κὰ σὲ λί­γα χρό­νια, δὲ λυ­πᾶ­σαι κα­νέ­ναν;— ὁ θεῖ­ος Τζί­μι θὰ τὸ κλω­τσοῦ­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο μό­νο γιὰ τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση νὰ τὸ δεῖ νὰ σκά­ει κά­τω.

       Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ τὸ που­λὶ μό­α, εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνο που­λί. Καὶ μι­λά­ει σὰ νὰ εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ Ντι­τρό­ιτ. Καὶ ἐ­ξαι­τί­ας ὅ­λων αὐ­τῶν, σκά­ει τὸ γε­μά­το χα­μό­γε­λο μὲ τὰ ὡ­ραῖ­α δόν­τια τοῦ θεί­ου Τζί­μι καὶ αὐ­τὸ τὸ βα­θύ, νε­α­νι­κὸ γέ­λιο ἀ­να­βλύ­ζει καί…ἐν­τά­ξει. Πά­ει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ γέ­λα­σε, καὶ δι­ά­ο­λε, ὅ­λο αὐ­τὸ εἶ­ναι θε­ό­τρε­λο.

       Τὸ που­λὶ συ­νε­χί­ζει νὰ τὸν κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να, χα­μο­γε­λών­τας πο­νη­ρά, κι ἔ­πει­τα λέ­ει στὸν θεῖ­ο Τζί­μι: τσα­κί­σου καὶ βγὲς ἔ­ξω. Ὅ­ταν ὁ θεῖ­ος Τζί­μι δὲν κου­νι­έ­ται ρού­πι, τὸ που­λὶ σέρ­νει τὰ με­γά­λα του πό­δια μὲ τὰ γαμ­ψὰ νύ­χια πά­νω στὸν ξε­φλου­δι­σμέ­νο λι­νο­τά­πη­τα καὶ λέ­ει ἐν­νο­ῶ μπίζ­νες, ἀ­δερ­φέ. Καὶ ὁ θεῖ­ος μου ξα­να­βά­ζει τὰ γέ­λια —πό­σο λα­τρεύ­ω αὐ­τὸ τὸ γέ­λιο! Ἡ ἐν­το­νό­τε­ρη ἀ­νά­μνη­σή μου ἀ­πὸ αὐ­τόν, τό­σο ἔν­το­νη ποὺ πο­νά­ει σὰν βε­λό­να ποὺ τρυ­πά­ει τὸ δέρ­μα— καὶ ἡ ξαν­θιά του τού­φα τραν­τά­ζε­ται ἀ­πὸ τὰ γέ­λια του. Φυ­σι­κὰ δὲν πρό­κει­ται νὰ πά­ει στὴ συ­νέν­τευ­ξη, ἐ­πει­δὴ τὸ που­λὶ μπο­ρεῖ νὰ μι­λά­ει ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι μα­γι­κό, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἐ­ξέ­τα­σης οὔ­ρων, ἀλ­λὰ ὁ θεῖ­ος Τζί­μι φεύ­γει. Βγαί­νει ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν σκου­πι­δό­το­πο, ἀ­φή­νον­τας πί­σω τα ξάρ­τια καὶ τὶς βε­λό­νες του καὶ τὴ ζώ­νη καὶ τὸ κα­λώ­διο τοῦ ψυ­γεί­ου καὶ ἴ­σως πά­ει σὲ κα­νέ­να κέν­τρο ἀ­πε­ξάρ­τη­σης ἀλ­λὰ μᾶλ­λον ὄ­χι, ἀλ­λὰ ἔ, φεύ­γει. Ἐ­πει­δὴ σὲ κά­ποι­ον, σὲ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε, πρέ­πει νὰ πεῖ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, ἀ­κό­μα καὶ ἂν πο­τέ, σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση, δὲν πρό­κει­ται νὰ τὴν πι­στέ­ψουν.

            Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[1] τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Amy Col­lini μὲ τί­τλο «Στὴν ὁ­ποία φα­ντά­ζομαι ἕ­να δια­φορε­τι­κὸ τέλος γιὰ τὸν θεῖο Τζί­μι», μί­α ἀ­πὸ τὶς πε­νήν­τα κα­λύ­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τοῦ 2020 στὴ λί­στα τοῦ Wig­leaf, ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ἀ­να­φο­ρᾶς στὸ εἶ­δος.


Micro­me­ria Acro­po­li­tana εἶ­ναι ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κό, ἐν­δη­μι­κὸ φυ­τὸ μὲ ρὸζ ἄν­θη, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐν­το­πί­ζε­ται μό­νο σὲ ἕ­να ση­μεῖ­ο στὸν κό­σμο: στὸν βρά­χο τῆς Ἀ­κρό­πο­λης. Κα­τα­γρά­φη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸ 1906, ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, τὸ 1981 θε­ω­ρή­θη­κε προ­στα­τευ­ό­με­νο εἶ­δος κι ἐντο­πί­στηκε ξα­νὰ τὸ 2006. Σύμ­φω­να μὲ ἄρ­θρο τῆς Περι­βαλ­λοντι­κῆς Ἀρ­χαι­ολο­γίας, ἀν­θί­ζει ἀ­πὸ Μά­ϊ­ο ἕ­ως Ἰ­ού­νιο πά­νω σὲ πέ­τρες τει­χῶν καὶ σχι­σμὲς μὲ λί­γο χῶ­μα, καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ «ἕ­να φυ­τὸ-μύ­θο».


Ἐ­πί­σης στὴν πα­ρα­πά­νω λί­στα τοῦ Wig­leaf πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[2] μὲ τί­τλο «Ὅ­λα φρι­κτὰ εἶ­ναι ἀλ­λά πρέ­πει νὰ δια­βά­σεις αὐ­τὴ τὴν ἱστο­ρία» τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Amber Sparks, κρι­τὴ τῆς δι­ε­θνοῦς ἀν­θο­λο­γί­ας Best micro­fi­ction 2021. Ξε­κι­νά­ει ὡς ἑ­ξῆς: «Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ γεν­νή­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη. Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ χρει­ά­ζε­σαι νὰ δι­α­βά­σεις αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α μί­ας μη­τέ­ρας καὶ μί­ας κό­ρης στὴν ὁ­ποί­α ἡ μη­τέ­ρα δὲν ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, δὲν ἀ­πο­χαι­ρε­τά­ει, δὲν πε­θαί­νει. Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ἡ μη­τέ­ρα μέ­νει. Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ σοῦ εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα σου ὅ­ταν ἤ­σουν μι­κρή, αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ὁ Τει­ρε­σί­ας τυ­φλώ­θη­κε ἀ­κα­ρια­ῖα ὅ­ταν εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα του νὰ κά­νει μπά­νιο μὲ τὴν Ἀ­θη­νᾶ· ἀλ­λὰ ἡ θε­ὰ τὸν ἀ­πο­ζη­μί­ω­σε μὲ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ ὁ­ρα­μα­τί­ζε­ται τὸ μέλ­λον. Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ἡ μη­τέ­ρα σου σοῦ ψι­θύ­ρι­σε, “θὰ ἔ­χου­με τέ­τοι­α μυ­στι­κὰ με­τα­ξὺ μας”, κι ἔ­νι­ω­σες ἀ­γά­πη ἀν­τὶ γιὰ τρό­μο. Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α πε­ρη­φα­νευ­ό­σουν γιὰ τὶς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ σοῦ δι­η­γοῦν­ταν ἡ μη­τέ­ρα σου. […] Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ἡ μη­τέ­ρα ἔ­γι­νε κλα­σι­κὴ ἐ­πει­δὴ σα­γη­νεύ­τη­κε ἀ­πὸ τὴ μυ­θο­λο­γί­α, καὶ ὄ­χι ἐ­πει­δὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Φι­λο­μή­λας[3] ἀν­τη­χοῦ­σε τό­σο βα­θιὰ μέ­σα της. […] Εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α […] ὅ­ταν ρώ­τη­σες τὸ ἀ­γό­ρι σου “Μὲ θε­ω­ρεῖς ἀλ­λό­κο­τη”, ἀν­τὶ τοῦ γέ­λιου του καὶ τῆς ἀρ­νη­τι­κῆς ἀ­πάν­τη­σής του […] ἀ­παν­τᾶ ναί· σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α εἶ­πε “ναί, ναὶ εἶ­σαι ἀλ­λό­κο­τη” καὶ ἡ φλό­γα φούν­τω­σε μέ­χρι ἐ­πά­νω κι ἔ­κα­ψε τὴν προ­η­γού­με­νη ζω­ή σου ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ ξε­κά­θα­ρα καὶ σὲ ἀ­να­γέν­νη­σε, ἀ­πα­στρά­πτου­σα, μὲ φτε­ρὰ φοί­νι­κα.» Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ὅ­ταν με­τὰ τὸ χω­ρι­σμὸ τῶν γο­νι­ῶν της ἡ κό­ρη ρω­τά­ει τὴ μη­τέ­ρα της τί σκέ­φτε­ται «ἐ­κεί­νη δὲν ἀ­παν­τά­ει “νὰ πε­θά­νω”, ἀλ­λὰ “νὰ πε­τά­ξω”, καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρία σοῦ εἶ­πε πῶς δου­λεύ­ουν τὰ φτε­ρά. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α ὁ Ἴ­κα­ρος κόλ­λη­σε τὰ φτε­ρά του μὲ κά­τι ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ κε­ρὶ καὶ πέ­τα­ξε στὴν καρ­διὰ τοῦ ἥ­λιου μέ­χρι ποὺ τὸν τρά­βη­ξε ὁ Ἀ­πόλ­λω­νας καὶ τὸν ἐ­πι­βρά­βευ­σε. Ἐ­δῶ, ὁ Ἀ­πόλ­λω­νας εἶ­ναι ὁ κα­λὸς πα­τέ­ρας ποὺ ὁ Ἴ­κα­ρος δὲν εἶ­χε πο­τέ. […] Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, τὸ σχοι­νὶ εἶ­ναι γιὰ ἀ­ναρ­ρί­χη­ση, ὄ­χι γιὰ πτώ­ση. […] Δὲ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει θλί­ψη σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες χρει­ά­ζον­ται συγ­κρού­σεις, καὶ τὸ κλά­μα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ὀ­νει­ρῶ­δες. Ἀλ­λὰ ἡ θλί­ψη, σὰν τὰ κα­ρά­βια, πρέ­πει νὰ στρί­βει καὶ αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α δὲν προ­κύ­πτει ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη γιὰ κά­θαρ­ση. […] Δὲν ὑ­πάρ­χουν κρε­μα­σμέ­να σώ­μα­τα ἀ­πὸ ἀ­νε­μι­στῆ­ρες στὰ τα­βά­νια. […]». Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α δω­ρο­δο­κεῖς ὅ­πο­τε θέ­λεις τὸν Κέρ­βε­ρο μὲ ἀ­χνι­στὸ ψω­μὶ ἀ­λειμ­μέ­νο μὲ μέ­λι, ἐ­πα­να­φέ­ρεις τὴ μη­τέ­ρα σου συ­χνὰ ἀ­πὸ τὸν Ἅ­δη, ὅ­λοι εἶ­ναι ἀ­σφα­λεῖς, τὰ παι­διὰ εἶ­ναι εὐ­πρόσ­δε­κτα, οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ δέ­χον­ται ἐ­πί­θε­ση ἀ­να­πτύσ­σουν ἄ­μυ­νες καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α ἔ­χει χω­ρέ­σει τὸ σύμ­παν. «Εἶ­ναι μιὰ ξε­πε­ρα­σμέ­νη ἱ­στο­ρί­α: ἡ κα­λο­σύ­νη ρέ­ει μέ­σα της σὰν τεμ­πέ­λι­κο πο­τά­μι, τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­σχί­ζει κά­θε χα­ρα­κτή­ρας.» Τέ­λος, «Δὲν ὑ­πάρ­χουν ὅ­πλα σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ἴ­σως ὑ­πάρ­χουν ξυ­ρά­φια, ναί, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ χρει­ά­ζε­σαι γιὰ νὰ κό­ψεις τὰ δυ­σά­ρε­στα μέ­ρη καὶ νὰ ἀ­φή­σεις τὰ κα­λά, ἐ­κεῖ­να ποὺ θὰ σώ­σουν τὴ ζω­ή σου».

       «Ὑ­πάρ­χει πάν­το­τε ἕ­νας πυ­ρή­νας ἀ­λή­θειας στὶς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ περ­νοῦν ἀ­πὸ γε­νιὰ σὲ γε­νιά», ἰσχυ­ρί­ζεται ὁ ἀρχαι­ο­λό­γος Jack Da­vis ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Cincinnati στὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Archaeology σὲ ἄρ­θρο τοῦ 2019 γιὰ τὶς ἐ­ξε­λί­ξεις τῶν ἀ­να­σκα­φῶν κον­τὰ στὸ μυ­κη­να­ϊ­κὸ ἀ­νά­κτο­ρο τοῦ Νέ­στο­ρος, στὴν πε­ρι­ο­χὴ Πυ­λί­α τῆς Μεσ­ση­νί­ας. Ἐ­κεῖ, μα­ζὶ μὲ τὴν Sha­ron Sto­cker καὶ δι­ε­θνῆ ὁ­μά­δα ἀρ­χαι­ο­λό­γων ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2015 τὸν ἀ­σύ­λη­το καὶ πλού­σια κτε­ρι­σμέ­νο λακ­κο­ει­δῆ τά­φο νε­α­ροῦ ἄν­δρα, τοῦ ἀ­πο­κα­λού­με­νου Γρύ­πα Πο­λε­μι­στῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος χρο­νο­λο­γεῖ­ται πε­ρί­που στὸ 1500 π.Χ. (Ὑ­στε­ρο­ελ­λα­δι­κὴ ΙΙ πε­ρί­ο­δος). Σύμ­φω­να μὲ τὶς σχε­τι­κὲς ἀ­να­κοι­νώ­σεις τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Ἀ­θλη­τι­σμοῦ, «ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πιὸ ἐντυ­πω­σια­κή περί­πτω­ση ἐ­πί­δει­ξης προ­ϊ­στο­ρι­κοῦ πλού­του σὲ τα­φι­κὰ μνη­μεῖ­α τῆς Ἠ­πει­ρω­τι­κῆς Ἑλ­λά­δας, ποὺ ἔ­χει ἔρ­θει στὸ φῶς τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἑ­ξῆν­τα πέν­τε χρό­νια». Μά­λι­στα «ἡ ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἡ Πύ­λος, ὅ­πως καὶ οἱ Μυ­κῆ­νες στὴ ΒΑ Πε­λο­πόν­νη­σο, εἶ­χε ἔν­το­να ἐ­πη­ρε­α­στεῖ ἀ­πὸ τὴ μι­νω­ϊ­κὴ τέ­χνη γύ­ρω στὸ 1500 π.Χ.» καὶ ἡ σχέ­ση τους ἐπανε­ξετά­ζεται. Ἀ­νά­με­σα στὰ εὐ­ρή­μα­τα ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐν­τυ­πω­σια­κὸς εἶ­ναι ἕ­νας σφρα­γιδό­λι­θος πε­ρί­που 3,5 ἑκα­το­στῶν, οἱ λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ ὁ­ποί­ου δὲν εἶ­ναι εὐ­δι­ά­κρι­τες μὲ γυ­μνὸ μά­τι, ὅ­πως οἱ φλέ­βες στὰ σώ­μα­τα τῶν πο­λε­μι­στῶν. Ἡ ταυ­τό­τη­τα τοῦ καλ­λι­τέ­χνη πα­ρα­μέ­νει ἄ­γνω­στη. Εἰ­κά­ζε­ται ὅ­τι ἦ­ταν κρη­τι­κῆς κα­τα­γω­γῆς, κα­θὼς δὲν ἔ­χουν βρε­θεῖ στοι­χεῖ­α γιὰ τε­χνί­τες τῆς ἠ­πει­ρω­τι­κῆς χώ­ρας ποὺ νὰ γνώ­ρι­ζαν αὐ­τὴ τὴν τε­χνο­τρο­πί­α. Ἀ­πει­κο­νί­ζει ἕ­ναν πο­λε­μι­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος μα­χαι­ρώ­νει ἕ­ναν ὁ­πλι­σμέ­νο ἐ­χθρό, ἐ­νῶ ἕ­νας ἄλ­λος πε­θαί­νει στὰ πό­δια του. Στὴν μι­κρο­σκο­πι­κή του πε­ρί­με­τρο ἐ­σω­κλεί­ει μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη, ἄ­γνω­στη ἱ­στο­ρί­α ἐ­δῶ καὶ τό­σους αἰ­ῶ­νες, ἡ ὁ­ποί­α μέ­νει νὰ ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ.


Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Me­gan Pin­to μὲ τί­τλο From Mars, ἐ­πί­σης ἀ­πὸ τὴ λί­στα τοῦ Wig­leaf, δὲν δι­ευ­κρι­νί­ζε­ται ἐ­ὰν πρό­κει­ται γιὰ ἡ­ρω­ΐ­δα ἢ ἥ­ρω­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται, οὔ­τε σὲ ποι­ό ση­μεῖ­ο τοῦ Ἄ­ρη βρί­σκε­ται αὐ­τὴ/αὐ­τός. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βρί­σκε­ται στὸ βό­ρει­ο ἠ­μι­σφαί­ριο, στὸν κρα­τή­ρα Jezero, ἐ­κεῖ ὅ­που προ­σε­δα­φί­στη­κε πρόσφα­τα το Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­νο ρομ­πὸτ ἐ­δά­φους Mars 2020 Perseverance γιὰ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει ἴ­χνη μι­κρο­βια­κῆς ζω­ῆς. Τὸ ση­μεῖ­ο βρί­σκε­ται κον­τὰ στὴν πε­ρι­ο­χὴ U­to­pia Pla­ni­tia, ὅ­που σύν­το­μα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ προ­σε­δα­φι­στεῖ καὶ ἡ πρώ­τη Κι­νε­ζι­κὴ δι­α­στη­μο­συ­σκευ­ή. Ἡ ἡ­ρω­ί­δα ἢ ὁ ἥ­ρω­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τῆς Pinto θὰ μπο­ροῦ­σε ὅ­μως νὰ εἶ­ναι καὶ στὸ νό­τιο ἡ­μι­σφαί­ριο, στὴν κα­τὰ πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρη πε­διά­δα ἀ­πὸ τὸ ὁ­μώ­νυ­μο κρά­τος μὲ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α Ἑλ­λάς, ἡ ὁ­ποί­α θε­ω­ρεῖ­ται ὡς σή­με­ρα ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους κρα­τῆ­ρες στοὺς πλα­νῆ­τες τοῦ ἡ­λια­κοῦ μας συ­στή­μα­τος καὶ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη δο­μὴ ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε πρὶν 4,1-3,8 δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια ἀ­πὸ πρό­σκρου­ση ἄλ­λου σώ­μα­τος στὸν Ἄ­ρη. Τὸ θέ­μα τῆς ἱ­στο­ρί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη ἀ­γά­πη καὶ τὸ κε­νὸ ποὺ ἀ­φή­νει, οἱ ρή­ξεις στὶς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις καὶ ἡ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου ὄν­τος, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­χει δι­α­τη­ρή­σει μέ­χρι τώ­ρα στὴν ἱ­στο­ρί­α του καὶ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ τι­θα­σεύ­σει, ἀ­κό­μα καὶ στὰ δι­α­πλα­νη­τι­κά του τα­ξί­δια. Ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα ἢ ὁ ἥ­ρω­ας τῆς Pinto, ὅ­μως, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μᾶς δι­η­γοῦν­ταν τὴν ἱ­στο­ρί­α της/του ἀ­πὸ τὸν Ό­λυμ­πο· ἀ­πὸ τὸ ἀ­νε­νερ­γὸ ἡ­φαί­στει­ο κον­τὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ ψη­λό­τε­ρο γνω­στὸ βου­νὸ στὸ ἡ­λια­κό μας σύ­στη­μα, μὲ τρι­πλά­σιο ὑ­ψό­με­τρο ἀ­πὸ τὸ Ἔ­βε­ρε­στ. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως νὰ δεῖ κα­λύ­τε­ρα τὴ Γῆ, πού, ὅ­πως λέ­ει, εἶ­ναι μι­κρο­σκο­πι­κὴ σὲ μιὰ ἄ­κρη τοῦ σύμ­παν­τος καὶ «μοιά­ζει μὲ ὄ­μορ­φο βῶ­λο[4]». Εἰ­κό­να ποὺ θυ­μί­ζει τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ φω­το­γρα­φί­α τῆς Γῆς ποὺ τρά­βη­ξε τὸ Voyager 1 στὶς 14 Φε­βρου­α­ρί­ου 1990 ἀ­πὸ τὸ δι­ά­στη­μα, τὴ γνω­στὴ ὡς Pa­le blue dot (Χλω­μή, μπλὲ κουκ­κί­δα), ποὺ ἀλ­λά­ζει τὴν ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κή μας ἀν­τί­λη­ψη γιὰ τὸν κό­σμο.


 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ἡ Ἀγ­γλί­δα Hol­ly Howitt–Dring στὴ δι­α­τρι­βή[5] της μὲ θέ­μα τὴ νου­βέ­λα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, στοι­χει­ο­θε­τεῖ τὴ βα­σι­κὴ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α της γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ὑ­πό­θε­ση ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­νε­ώ­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖ, οὔ­τε χρει­ά­ζε­ται νὰ ὁ­ρι­στεῖ. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὴν εἰ­δο­λο­γι­κὴ κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση καὶ ὅ­σο τὸ κα­τα­φέρ­νει, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἀμ­φί­δρο­μες καὶ ὑ­βρι­δι­κὲς σχέ­σεις ποὺ ἀ­να­πτύσ­σει μὲ ἄλ­λα τα­ξι­νο­μη­μέ­να εἴ­δη, τό­σο θὰ δι­α­τη­ρεῖ τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κό της ρό­λο. Ἡ Howitt πα­ρου­σιά­ζει ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να γιὰ νὰ τεκ­μη­ρι­ώ­σει τὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς φόρ­μας καὶ τὴν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κή της ἱ­κα­νό­τη­τα, ὅ­πως ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[6] τοῦ Οὐα­λοῦ Ri­chard Gwyn, μὲ τί­τλο «Σπαρ­τιά­τες»:

            Στὴν πό­λη τῆς Σπάρ­της ἡ δι­α­βί­ω­ση ἦ­ταν δύ­σκο­λη. Πα­ρα­τη­μέ­νος στὴν πλα­γιὰ ἑ­νὸς λό­φου ὡς νε­ο­γέν­νη­το γιὰ μιὰ νύ­χτα, ἔ­μα­θες γρή­γο­ρα τὸ τί καὶ τὸ πῶς. Ἔ­πει­τα ἦρ­θαν μά­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν, τό­ποι νὰ κα­τα­κτή­σεις, λε­η­λα­σί­α καὶ ὑ­πο­δού­λω­ση νὰ φέ­ρεις εἰς πέ­ρας. Ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια κι ἕ­νας τά­φος πρὸς τι­μή σου. Καὶ δια­ρκῶς νὰ πρέ­πει νὰ ὑ­περ­τε­ρεῖς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς δι­πρό­σω­πους Κο­ρίν­θιους καὶ τοὺς ὑ­πε­ρό­πτες Ἀ­θη­ναί­ους σὲ θα­να­τη­φό­ρες συγ­κρού­σεις καὶ στὸ νὰ μὴ μέ­νει οὔ­τε τρί­χα ἄ­θι­κτη. Λόγ­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γυ­α­λι­στοῦν ἕ­ως ὅ­του ξε­πε­ρά­σουν σὲ λάμ­ψη τὶς ἀ­κτί­νες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, σπα­θιὰ νὰ ἀ­κο­νι­στοῦν μέ­χρι καὶ τὸ ἐ­λα­φρύ­τε­ρο ἄγ­γιγ­μα νὰ ἔ­σχι­ζε στὰ δύ­ο τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο νεῦ­ρο. Ἐ­ὰν με­γά­λω­σες νι­ώ­θον­τας ἀ­δύ­να­μος μπρο­στά σε ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ σκλη­ρα­γώ­γη­ση, ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ἀ­παί­τη­ση γιὰ αἷ­μα καὶ θά­να­το, καὶ λα­χτά­ρη­σες ἔ­στω μιὰ ἱκ­μά­δα μυ­στη­ρί­ου ἢ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἤ­σουν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὸν χλευα­σμὸ καὶ τὴν προ­σβο­λή. Τοὺς ἄ­κου­σα στὸ προ­αύ­λιο τοῦ σχο­λεί­ου, τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους Σπαρ­τιά­τες πο­λε­μι­στές. Ἀ­κό­μα καὶ οἱ βλα­σφη­μί­ες τους ἦ­ταν κα­θα­ρό­αι­μες, ἐ­νῶ τὸ δι­κό μου στό­μα ἦ­ταν γε­μά­το βώ­λους.

       Ἡ Howitt στὴ δι­α­τρι­βή της ἀ­να­φέ­ρει τὴν ἄ­πο­ψη τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ κρι­τι­κοῦ Jerome Stern ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως πρῶ­τος ἀ­πο­κά­λε­σε τὸ 1996 αὐ­τὸ τὸ νέ­ο εἶ­δος, «εἶ­ναι βα­θιὰ ρι­ζω­μέ­νη στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χὴ καὶ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πι­νων κοι­νω­νι­ῶν». Αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­σή του βρί­σκε­ται στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς δι­ε­θνοῦς ἀν­θο­λο­γί­ας Mi­cro Fi­ction: an an­tho­lo­gy of real­ly short sto­ries, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ, καὶ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ δι­ό­τι συ­σχε­τί­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τὴν ἀ­φή­γη­ση per se, ἀ­κό­μα καὶ μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ὄ­χι μό­νο μὲ τὰ προ­φα­νῆ εἴ­δη, ὅ­πως τὴ νου­βέ­λα, τὸ δι­ή­γη­μα καὶ τὴν ποί­η­ση. Ὡς ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­ναν ἀ­κό­μα λό­γο γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ ὅ­τι ὀ­φεί­λου­με νὰ τὴν ἐ­ρευ­νοῦ­με καὶ νὰ τὴν πα­ρά­γου­με στὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φή­γη­σης, ἐ­κεῖ ὅ­που δὲν ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις καὶ τὸ κεί­με­νο πα­ρα­μέ­νει ἀ­φη­γη­μα­τι­κό: λέ­με τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­πι­πλέ­ον, τὸ μι­κρὸ μέ­γε­θός της εἶ­ναι μιὰ ἀ­κό­μα ψευ­δαί­σθη­ση, ὅ­πως ἡ μι­μη­τι­κὴ ψευ­δαί­σθη­ση στὴν ὁ­ποί­α στο­χεύ­ει αἰ­ῶ­νες τώ­ρα ἡ ἀ­φή­γη­ση, προ­φο­ρι­κὴ ἢ γρα­πτή, κα­τὰ τὸν G. Genette[7]. Στὴν ἴ­δια εἰ­σα­γω­γὴ ὁ Stern ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­πο­τε­λεῖ «μιὰ πρό­κλη­ση, ἕ­να πρό­βλη­μα στὴν ἀ­φή­γη­ση»[8], κομ­βι­κὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα, ὅ­πως ἔ­χω ἐ­πι­ση­μά­νει καὶ σὲ προ­η­γού­με­να δελ­τί­α. Ἂν ἰ­σχύ­ει τὸ πρῶ­το, δη­λα­δὴ τὸ ρί­ζω­μά της στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χή, προ­φα­νῶς ἰ­σχύ­ει καὶ τὸ δεύ­τε­ρο: πῶς ὁ­ρί­ζε­ται ἡ ψυ­χή, ἢ ποι­ά ἡ σχέ­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὴ συνεί­δη­ση; Ὁ­πό­τε ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι γιὰ τὴ δι­ε­ρεύ­νη­σή της ἔ­χου­με μα­κρὺ δρό­μο νὰ δι­α­νύ­σου­με.

       Πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴ μιᾶς ἀ­νε­πι­θύ­μη­της πρό­σκρου­σης στὸν τοῖ­χο τοῦ σχε­τι­κι­σμοῦ καὶ γιὰ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἀ­πό­λαυ­σης σὲ αὐ­τὴ τὴν πο­ρεί­α, μπο­ροῦ­με νὰ κρα­τᾶ­με κά­ποι­α στοι­χεῖ­α προ­σα­να­το­λι­σμοῦ ποὺ ἔ­χω ἐ­πι­ση­μά­νει σὲ προ­η­γού­με­να δελ­τί­α, ὅ­πως καὶ τὸ ἑ­ξῆς: ὁ Ri­chard Gwyn, στὸ ἱ­στο­λό­γιό του ἐ­ξαί­ρει τὰ δέ­κα ση­μεῖα ποὺ ἔ­χει ἐν­το­πί­σει ὁ Ἀρ­γεν­τι­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κρι­τι­κὸς An­drés Neu­man τὰ ὁ­ποῖ­α χα­ρα­κτη­ρί­ζουν ὡς ἕ­να βαθ­μὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὅ­πως τὴν ἐν­νο­οῦ­με σή­με­ρα. Ἀ­πὸ αὐ­τά, τὸ πιὸ χρή­σι­μο, ὄ­χι τό­σο γιὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­σή της ὅ­σο γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῆς συγ­γρα­φῆς καὶ ἀ­νά­γνω­σής της, θε­ω­ρῶ ὅ­τι εἶ­ναι ἡ δι­α­πί­στω­ση ὅ­τι στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «Τὰ ρή­μα­τα πε­τοῦν, τὰ οὐ­σι­α­στι­κὰ τρέ­χουν, τὰ ἐ­πί­θε­τα κάμ­πτον­ται».


 

προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὶς ἱ­στο­ρί­ες Παρα­δεί­σια που­λιά, τῆς Mo­lia Dum­ble­ton καὶ Τὸ ψα­ρόνι τοῦ ὀνό­μα­τός της, τῆς Να­τα­λί­ας Θε­ο­δω­ρί­δου.


Τὴ συλ­λο­γὴ ἀ­φη­γή­σε­ων μὲ τί­τλο Βλαδι­βο­στόκ τοῦ Κώ­στα Βρα­χνοῦ.


Τὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Short Cir­cuits: A­pho­risms, Frag­ments, and Li­te­rary A­no­ma­lies τῶν James Lough καὶ Alex Stein.


Τοὺς δι­ε­θνεῖς δι­α­γω­νι­σμοὺς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ δι­η­γή­μα­τος The Cam­bri­dge Pri­zes (προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς κει­μέ­νων στὴν ἀγ­γλι­κὴ ἕ­ως 14.5 καὶ 14.6.2021 ἀν­τί­στοι­χα).


Τοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς ἀ­στε­ρι­σμοὺς ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ ὁ καλ­λι­τέ­χνης ψη­φια­κῶν δε­δο­μέ­νων Nick Rou­geux με­λε­τών­τας τὶς πρῶ­τες προ­τά­σεις κλα­σι­κῶν δι­η­γη­μά­των καὶ μυ­θι­στο­ρη­μά­των μὲ βά­ση τὰ μέ­ρη τοῦ λό­γου ποὺ κα­τα­γρά­φει (ρή­μα­τα, οὐ­σι­α­στι­κά, ἐ­πί­θε­τα, κ.τ.λ.)


Τὴν πρώ­τη ἀ­να­δρο­μι­κὴ ἔκ­θε­ση τῆς Ya­yoi Ku­sa­ma στὸ Gropius Bau στὸ Βε­ρο­λί­νο (23.4-1.8.2021).


To νέ­ο ἐγ­χεί­ρη­μα ἀ­πὸ τὴν Google Arts+Culture Ex­pe­ri­ence Kan­din­sky’s Art Through Si­mu­la­ted Sy­ne­sthe­sia, μέ­σω τοῦ ὁ­ποί­ου μπο­ροῦ­με νὰ βι­ώ­σου­με μέ­ρος τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τῆς τέ­χνης τοῦ Kandinsky, «νὰ ἀ­κού­σου­με τί μπο­ρεῖ νὰ ἄ­κου­γε» σὲ ἔρ­γα τοῦ ὅ­πως τὸ Κί­τρι­νο-Κόκ­κι­νο-Μπλέ, ἢ τὸν Μπλὲ οὐρα­νό.


[1] . Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[2] . Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[3] . Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ Φι­λο­μῆ­λα ἐ­δῶ.
[4] . Μετάφραση δική μου.
[5]. Howitt–Dring Hol­ly, Mea­ning and In­comple­teness, Car­diff Uni­ver­sity, 2008. Στο άρθρο της με τίτλο Ma­king mi­cro mea­nings: rea­ding and wri­ting micro­fi­ction στο περιοδικό Short fi­ction in the­ory and pra­ctice, τ. Ιανουαρίου 2011, συνοψίζει τους βασικούς άξονες της διατριβής της.
[6] . Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[7]. Genette G., Σχή­μα­τα ΙΙΙὉ λό­γος τῆς ἀ­φή­γη­σης: Δο­κί­μιο με­θο­δο­λο­γί­ας καὶ ἄλ­λα κεί­με­να, μτφ. Λυ­κού­δης Μπάμ­πης, ἐπ. Κα­ψω­μέ­νος Ἐ­ρα­το­σθέ­νης, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να 2007.
[8]. Stern Jerome (ed.), Mi­cro Fi­ction: An an­tho­lo­gy of real­ly short sto­ries, New York: W. W. Norton & Company, 1996.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#15: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις (21-01-2021)

Δελτίο#14: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού (21-09-2020)

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Πηγή φωτογραφίας: https://www.instagram.com/elculture/?hl=el


			

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#15]


Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις


ΠΑΡΑΠΑΝΩ φω­το­γρα­φί­α τῶν E­van In­ger­soll καὶ Ga­el Mc­Gill[1] ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ μον­τε­λο­ποί­η­ση ἑ­νὸς εὐ­κα­ρυ­ω­τι­κοῦ κυτ­τά­ρου σὲ τρισ­δι­ά­στα­τη μορ­φὴ ποὺ προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τὸν συν­δυα­σμὸ βι­ο­πλη­ρο­φο­ρι­κῆς, δο­μι­κῆς βι­ο­λο­γί­ας, γε­νε­τι­κῆς καὶ ὀ­πτι­κῆς τέ­χνης. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τὶς πιὸ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἀ­πει­κο­νί­σεις ποὺ δι­α­θέ­του­με μέ­χρι τώ­ρα, ἐ­πει­δὴ ἀ­πει­κο­νί­ζει μὲ ἀ­κρί­βεια τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεῖ­α στὴ βά­ση δο­μι­κῶν καὶ μο­ρια­κῶν ἀ­να­λύ­σε­ων τῶν συ­στα­τι­κῶν κά­θε ὀρ­γα­νι­δί­ου[2] καὶ ἂν ἀ­να­τρέ­ξει κα­νεὶς στὴν πηγὴ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὸν με­τα­σχη­μα­τι­σμὸ τοῦ κυτ­τα­ρι­κοῦ το­πί­ου. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐν­τυ­πω­σια­κὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­πει­κό­νι­ση τοῦ μιτο­χον­δρίου (ὅ­ρος ἀ­πὸ τὴν λέ­ξη «μί­τος» [νῆ­μα] καὶ «χόν­δρος» [σφαι­ρι­κὸ σω­μά­τιο]), τοῦ ὀ­βὰλ ὀρ­γα­νι­δί­ου ἀ­ρι­στε­ρὰ στὴ φω­το­γρα­φί­α, μὲ τὶς πτυ­χώ­σεις τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς μεμ­βρά­νης καὶ τὴ μὼβ ἐ­πι­χρω­μά­τι­ση, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φυ­λά­ει πολ­λὰ μυ­στι­κὰ κι ἐκ­πλή­ξεις γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ὴ καὶ τὸν θά­να­το. Οἱ Ingersoll καὶ McGill βα­σί­στη­καν στὶς ἀ­πει­κο­νί­σεις κυτ­τα­ρι­κῶν δο­μῶν τοῦ Da­vid Good­sell. Στὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ τε­λευ­ταί­ου ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς μό­το τὸ ποί­η­μα μὲ τί­τλο «Φύ­ση» (1863) τῆς Emily Dickinson: «Φύ­ση εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ βλέ­που­με / Τὸ Ἀ­πό­γευ­μα – ὁ Λό­φος – /  Ὁ Σκί­ου­ρος – Ἡ ἔ­κλει­ψη –  […] Φύ­ση εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρου­με– / Τὴν τέ­χνη ὅ­μως δὲν ἔ­χου­με γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με– / Τό­σο ἀ­δύ­να­μη ἡ Σο­φί­α Μας»[3].


«Γιὰ με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἀ­νά­με­σα στὴν ὑ­ψη­λό­τε­ρη κοι­νω­νί­α, τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τοῦ τε­μα­χι­σμοῦ (τῶν που­λε­ρι­κῶν) ἀ­να­λάμ­βα­νε ὁ κύ­ριος τοῦ σπι­τιοῦ, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ζή­τη­μα τι­μῆς νὰ γνω­ρί­ζει πῶς νὰ τὰ κομ­μα­τιά­ζει καὶ νὰ τὰ πα­ρου­σιά­ζει μὲ ἄ­ψο­γο τρό­πο. Πι­θα­νό­τα­τα ἐ­μεῖς δὲν πρό­κει­ται νὰ ξα­να­δοῦ­με ἕ­να ὑ­ψη­λὸ πρό­σω­πο νὰ τὴν ἐ­κτε­λεῖ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου γεύ­μα­τος, ὅ­πως τὴν ἐ­κτε­λοῦ­σε θαυ­μά­σια ὁ βα­σι­λιὰς Λού­ις Φε­λί­πε, μπρο­στὰ στὰ ἔκ­θαμ­βα μά­τια τῶν κα­λε­σμέ­νων του. Ὅ­λο αὐ­τὸ ἔ­χει ἁ­πλο­ποι­η­θεῖ γιὰ νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἡ κυ­ρί­α τοῦ σπι­τιοῦ ἀλ­λὰ καὶ οἱ συν­δαι­τυ­μό­νες ἀ­πὸ τὴ νευ­ρι­κὴ ἔν­τα­ση ποὺ προ­κα­λεῖ­ται μπρο­στὰ στὶς δυ­σκο­λί­ες ποὺ συ­νε­πά­γε­ται αὐ­τὴ ἡ δι­α­δι­κα­σί­α.» Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[4] μὲ τί­τλο «Νεῦ­ρα», τῆς δη­μο­φι­λοῦς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Petrona C. de Gandulfo, γνω­στῆς ὡς Do­ña Petrona, ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν ἀ­να­φο­ρᾶς μὲ τί­τλο «Anto­­lo­­gía del cu­en­to bre­ve y o­cul­to» (ἔκδ. Suramericana, Buenos Aires, 2001), σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῶν Ἀρ­γεν­τι­νῶν καλ­λι­ερ­γη­τῶν καὶ θε­ω­ρη­τι­κῶν τοῦ εἴ­δους Ra­úl Bra­sca καὶ Luis Chi­tar­roni. Τὸ κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ συρ­ρα­φὴ ἀ­πο­σπα­σμά­των ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα γιὰ τὴν τέ­χνη τοῦ τε­μα­χι­σμοῦ καὶ τὴν ἱ­στο­ρι­κή της δι­ά­στα­ση στὸ βι­βλί­ο μα­γει­ρι­κῆς τῆς Do­ña Petrona μὲ τί­τλο «El li­bro de Do­ña Pe­tro­na» ποὺ πρω­το­εκ­δό­θη­κε τὸ 1933 στὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ ἐ­πέ­δρα­σε κα­τα­λυ­τι­κὰ στὴ δι­α­μόρ­φω­ση κοι­νω­νι­κῶν συμ­πε­ρι­φο­ρῶν, δι­α­τρο­φι­κῶν συ­νη­θει­ῶν κι αἰ­σθη­τι­κῆς πολ­λῶν γε­νε­ῶν τῆς χώ­ρας[5].

       Σύμ­φωνα μὲ τὴν κρι­τι­κὸ Viole­ta Rojo ἡ ἀν­θο­λο­γί­α τῶν Brasca καὶ Chi­tar­roni εἶ­ναι ἀ­πο­λαυ­στι­κή, γε­μά­τη μυ­στι­κὰ κι ἐκ­πλή­ξεις· κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ προ­βλέ­ψει τί τὸν πε­ρι­μέ­νει στὴν ἑ­πό­με­νη σε­λί­δα. Σκο­πὸς τῶν ἐ­πι­με­λη­τῶν ἦ­ταν νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψουν καὶ νὰ ἀ­να­δεί­ξουν τὴν ἔν­τα­ση τοῦ μι­κροῦ μὲ στο­χα­στι­κὴ καὶ χι­ου­μο­ρι­στι­κὴ δι­ά­θε­ση. Ἔ­χουν ἀ­να­μεί­ξει αὐ­τού­σια κεί­με­να μὲ κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν ἐ­πε­ξερ­γα­στεῖ οἱ ἴ­διοι, ἄ­γνω­στων ἀλ­λὰ καὶ δι­α­κε­κρι­μέ­νων δη­μι­ουρ­γῶν, ὅ­πως τῶν Proust, Saw­yer, Jo­yce, Nabo­kov, Salin­ger, Bor­ges, Bioy, Pi­ñe­ra, Cor­tá­zar, Felis­ber­to Her­nán­dez, Yeats, Rul­fo, Mu­sil, Greena­way, Stop­pard, Ber­trand Rus­sell, Ana Ma­ría Shua, Pa­viç, κ.τ.λ.

       Στὴν ἀν­θο­λο­γί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται δύ­ο κεί­με­να τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ συν­θέ­τη John Ca­ge, δη­μι­ουρ­γοῦ τῆς πιὸ ἀμ­φί­ση­μης μου­σι­κῆς σύν­θε­σης τοῦ 20ου αἰ., 4’33’’ (1952), στὴν ὁ­ποί­α ὑ­μνεῖ­ται ἡ σι­ω­πὴ καὶ ἡ διά­δρα­ση καλ­λι­τέ­χνη – ἀ­­πο­δέ­κτη. Τὰ δύ­ο κεί­με­νά του ἔ­χουν ἐ­πι­λε­χθεῖ ἀ­πὸ τὸ βι­βλίο τοῦ A year in Mon­day: New Lec­tu­res and Wri­tings (1967). Σὲ αὐ­­τὸ ἐν­το­πί­ζον­ται πολ­λὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ση­μεῖ­α, ὄ­χι μό­νο γιὰ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, σὲ μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη κα­τα­χώ­ρη­ση ὁ Ca­ge ἀ­να­φέ­ρει τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸν Κι­νέ­ζο ποὺ ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν πε­τα­λού­δα καὶ ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἐ­ὰν ἦ­ταν πε­τα­λού­δα ποὺ ὀ­νει­ρευό­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἄν­θρω­πος. Στὸ δο­κί­μιό του (1975) μὲ τί­τλο «Whe­re are we ea­ting? And what are we ea­ting?» ὁ Ca­ge μνη­μο­νεύ­ει τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ δι­ά­ση­μος Ἀ­με­ρι­κα­νὸς χο­ρευ­τὴς καὶ χο­ρο­γρά­φος Merce Cun­nin­gham ἔ­λα­βε τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Gug­gen­heim καὶ ρω­τή­θη­κε τί θὰ ἔ­κα­νε μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρή­μα­τα κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πάν­τη­σε μο­νο­λε­κτι­κὰ «θὰ φά­ω!». Στὸ ἴ­διο γρά­φει ὅ­τι ὅ­σο γερ­νοῦ­σε, τό­σο κα­τα­λά­βαι­νε τί εἶ­χε στὸ μυα­λὸ του ὁ Wit­tgen­stein ὅ­ταν εἶ­χε πεῖ ὅ­τι ἂν ἔ­βρι­σκε κά­τι ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φά­ει (μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση), δὲ θὰ τὸ ἄλ­λα­ζε πο­τέ. Ὁ Ca­ge, ἦ­ταν δει­νὸς με­λε­τη­τὴς τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου φι­λο­σό­φου, ἰ­δι­αί­τε­ρα προ­βλη­μα­τι­σμέ­νος γιὰ τὸν ρό­λο τῆς δι­α­τρο­φῆς μας ὡς κοι­νω­νι­κὴ πρά­ξη καὶ λά­τρης τῶν μα­νι­τα­ρι­ῶν. Φη­μο­λο­γεῖ­ται ὅ­τι μυ­ήθη­κε ἀ­πὸ τὸ θρυ­λι­κὸ ζεῦ­γος Len­non-O­no στὶς δι­α­τρο­φι­κὲς συ­νή­θει­ες ποὺ πρό­τει­ναν οἱ ἀ­να­το­λι­κὲς θρη­σκεῖ­ες καὶ ἡ πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ κουλ­τού­ρα ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 καὶ ὅ­τι κέρ­δι­σε του­λά­χι­στον δέ­κα χρό­νια ζω­ῆς ὅ­ταν ἔ­κο­ψε μα­χαί­ρι τὸ ἀλ­κο­ὸλ καὶ τὰ λι­πα­ρὰ τῆς με­σο­δυ­τι­κῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς δι­α­τρο­φῆς.

       Στὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δύ­ο κεί­με­νά του ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α οἱ ἐ­πι­με­λη­τὲς ἔ­χουν δώ­σει τὸν τί­τλο «Αὐ­τα­πά­τη[6]». Ὁ Ca­ge ἀ­φη­γεῖ­ται μιὰ σύν­το­μη συ­νο­μι­λί­α του μὲ τὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ εἰ­δι­κὸ στὴν μυ­κη­το­λο­γία A­le­xan­der Η. Smith: «[…] Τοῦ εἶ­πα ὅ­τι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ποὺ μοῦ ἄ­ρε­σε στὴ βο­τα­νι­κὴ ἦ­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν ἐ­γω­ι­σμὸ καὶ τὸν φθό­νο ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν μά­στι­γα γιὰ τὴν τέ­χνη, ὅ­τι γι’ αὐ­τὸν τὸν λό­γο, ἂν ὄ­χι γιὰ κα­νέ­ναν ἄλ­λο, θὰ ἔ­δι­να τὴ ζω­ή μου προ­κει­μέ­νου νὰ ξα­να­ζοῦ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ὡς βο­τα­νο­λό­γος, πα­ρὰ ὡς μου­σι­κός. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε, “Αὐ­τὸ δεί­χνει πό­σα λί­γα γνω­ρί­ζεις πε­ρὶ βο­τα­νι­κῆς”. Στὴν πο­ρεί­α τῆς κου­βέν­τας ἀ­νέ­φε­ρα τυ­χαῖα τὸ ὄ­νο­μα ἑ­νὸς μυ­κη­το­λό­γου ἀ­πὸ ἕ­να ἄλ­λο πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μιν­τ­γου­έ­στ. Ὁ Σμίθ, μὲ κο­φτε­ρὸ τό­νο εἶ­πε: “Μὴν ἀ­να­φέ­ρεις αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα στὸ σπί­τι μου”.»

       Ἡ «Πε­τα­λού­δα» εἶ­ναι μί­α ἀ­κό­μα ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[7] ποὺ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α μὲ αὐ­το­νο­μη­μέ­νη τὴν πρώ­τη της πε­ρί­ο­δο: «Ἡ πε­τα­λού­δα εἶ­ναι ἕ­να ζῶ­ο τῆς στιγ­μῆς ποὺ ἐ­φηῦ­ραν οἱ Κι­νέ­ζοι». Εἶ­ναι τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Salvador Elizondo, ἰ­δι­αί­τε­ρα δη­μο­φι­λοῦς συγ­γρα­φέ­α τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60, ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν του —ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α τοῦ εἴ­δους— μὲ τί­τλο «El retrato de Zoe y otras mentiras» (ἔκδ. Joaquin Mortiz, 1969). Τὸ ὕ­φος τοῦ Elizondo, ἐμ­φα­νί­ζει συ­σχε­τι­σμοὺς μὲ τὸ ὕ­φος τῶν Jo­yce, Pou­nd, Cor­tá­zar, Ru­lfo καὶ Ba­tail­le. Στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ His­pa­nia εἶ­χε γί­νει ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ ἀ­φιέ­ρω­μα τὸ 1967 ὄ­χι μό­νο γιὰ τὴ δει­νό­τη­τά του στὴν πο­λὺ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα καὶ τὶς νέ­ες δυ­να­τό­τη­τες ποὺ ἀ­νέ­δει­ξε ὁ Elizondo στὴν ἀ­φή­γη­ση, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸ βρα­βευ­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο Farabeuf, o la cronica de un instante, μιὰ σπου­δὴ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τας, ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, ἀ­κρί­βειας καὶ πύ­κνω­σης. Ὁ Luis Farabeuf ἦ­ταν ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος Γάλ­λος χει­ρουρ­γὸς τοῦ 19ου αἰ. καὶ τὸ πά­θος του γιὰ τὴν ἀ­να­το­μί­α ἀ­πο­τυ­πώ­θη­κε ἀ­κό­μα καὶ στὰ ἐγ­χει­ρί­διά του, γνω­στὰ ὡς Precis de manuel operatoire.


       «Λι­μα­σμέ­νη» εἶ­ναι ὁ τί­τλος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[8] τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νο-κι­νέ­ζας κα­θη­γή­τριας Φυ­σι­κῆς Sa­man­tha Xi­ao Co­dy, νι­κή­τριας περ­σι­νοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ The Ma­ster’s Re­view, κρι­τὴς τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ἡ Kim­berly King Par­sons. «Φί­δι καὶ βά­τρα­χο καὶ ἄ­λο­γο καὶ ἀγ­γού­ρι τῆς θά­λασ­σας καὶ τρι­ζό­νια καὶ σκου­λή­κια. Τὰ ἔ­χω φά­ει ὅ­λα, ἀρ­πά­ζον­τάς τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­στρε­φό­με­νο κέν­τρο ἑ­νὸς ἐ­πί­ση­μου τρα­πε­ζιοῦ· τὰ ἔ­χω χώ­σει στὸ στό­μα μου στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Αὐ­τὸς ὁ τύ­πος βαρ­βα­ρό­τη­τας, λέ­νε, εἶ­ναι ἀ­π’ ὅ­που προ­έρ­χον­ται οἱ νέ­οι θα­να­τη­φό­ροι ἰ­οί. Λευ­κὲς μη­τέ­ρες δι­α­μαρ­τύ­ρον­ται στὴν Τσά­ι­να­τά­ουν τοῦ Μαν­χά­ταν μὲ φω­το­γρα­φί­ες τῶν σκύ­λων τους, ἀ­παι­τών­τας μὲ μα­νί­α τὴν ἀ­πέ­λα­ση τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν ποὺ ρί­ζω­σαν μέ­σα στὴν ἀ­με­ρι­κά­νι­κη μι­κρο­σκο­πι­κὴ πε­ρι­ο­χή τους πρὶν δε­κα­ε­τί­ες. […]». Αὐ­τὰ ἀ­να­φέ­ρει ἡ ἡ­ρω­ί­δα τῆς Cody, ὥ­σπου ἡ κα­χε­κτι­κὴ μη­τέ­ρα της ἀ­να­κα­λύ­πτει τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α τῆς κό­ρης της καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴν ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ὡς πραγ­μα­τι­κὸ μί­α­σμα, ἐμ­μέ­νον­τας στὴν ἄ­πο­ψή της ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι κά­νουν ἄ­σχη­μα πράγ­μα­τα ὅ­ταν πει­νᾶ­νε. Ἡ κό­ρη ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ τρώ­ει τὰ πάν­τα, κα­τα­πί­νον­τας ἀ­κό­μα καὶ τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη, τὴν ἀ­πο­στρο­φὴ καὶ τὸν κοι­νω­νι­κὸ ἀ­πο­κλει­σμό.


       «Ὅ­ταν ἡ πεί­να μπαί­νει ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα, ὁ ἔ­ρω­τας βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, εἶ­πε ἡ για­γιὰ στὸν ἐγ­γο­νό της. Τώ­ρα αὐ­τὸς ἔ­χει σφρα­γί­σει ὅ­λα τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ σπι­τιοῦ. Κι ἐ­δῶ καὶ σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες, δὲ βγαί­νει κα­νείς, ἂν καὶ οἱ ἦ­χοι δυ­να­μώ­νουν ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν εἴ­σο­δο.» Αὐ­τὴ εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[9] μὲ τί­τλο «Ἕ­να ἄλ­λο ρη­τό», τοῦ Πε­ρου­βια­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Ricardo Calderón Inca, ἡ ὁ­ποί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο «Microbios: Minificcionistas Pandémicos» (ἔκδ. Dendro, Lima, 2020). Στὴν τε­λευ­ταί­α συμ­με­τέ­χουν 19 συγ­γρα­φεῖς ἀ­πὸ χῶ­ρες τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς καὶ τὴν Ἱ­σπα­νί­α καὶ τὴν προ­λο­γί­ζει ἡ Ἀρ­γεν­τι­νὴ ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους Patricia Nasello. Η Nasello ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι ἂν καὶ τὰ κεί­με­να γρά­φτη­καν καὶ συγ­κεν­τρώ­θη­καν μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν παν­δη­μί­α ποὺ σα­ρώ­νει ἀ­κό­μα τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα, θί­γουν καὶ ἄλ­λα κοι­νω­νι­κὰ θέ­μα­τα, ὅ­πως ἡ κα­κο­ποί­η­ση ἀ­νη­λί­κων κι ἐ­νη­λί­κων, ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἀ­νέ­χεια, ἡ ἀ­να­σφά­λεια. Ὑ­πορ­ρη­τα, ὅ­μως, φαί­νε­ται ὅ­τι τὰ ἑ­νώ­νει θε­μα­τι­κὰ τὸ νε­ρό, ὅ­λες οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες κο­λυμ­ποῦν στὴν ἄ­βυσ­σο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης καὶ τὴ φω­τί­ζουν. Ἡ Χι­λια­νὴ συγ­γρα­φέ­ας Patricia Martín Rivas στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[10] της «Νε­ρό» γρά­φει: «Βρί­σκο­μαι βυ­θι­σμέ­νη στὴν κοι­λιὰ τῆς μη­τέ­ρας μου, τὰ νε­ρά της εἶ­ναι ζε­στὰ καὶ ἀ­τά­ρα­χα. Εἶ­μαι μι­κρὴ ἀ­κό­μα, ἔ­τσι κα­τα­λαμ­βά­νω ὅ­λο τὸ χῶ­ρο γιὰ νὰ κο­λυμ­πῶ καὶ νὰ παί­ζω. Ἡ ἕ­νω­ση τῆς κοι­λιᾶς μου μὲ τὴ δι­κή της εἶ­ναι ὅ­λο καὶ ὅ­λο ὅ,τι χρει­ά­ζο­μαι: μὲ τρέ­φει, μὲ προ­στα­τεύ­ει καὶ μὲ ἀ­να­μέ­νει, γε­μά­τη ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α μου. Κο­λυμ­πῶ εὐ­γνώ­μων γιὰ τὴν τό­ση φρον­τί­δα της, ὁ σχη­μα­τι­σμὸς φυ­σα­λί­δων ἀ­πὸ τοὺς καρ­δια­κοὺς παλ­μούς μας εὐ­νο­εῖ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξή μου. Ὅ­λα ρέ­ουν εἰ­ρη­νι­κά, καὶ ἡ καρ­διά μου κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι τὸ νε­ρό, τὸ δι­κό μου/μας στοι­χεῖ­ο, εἶ­ναι ἱ­ε­ρό. Τώ­ρα εἶ­μαι ἐ­νή­λι­κη καὶ τὸ ση­μαν­τι­κὸ ὑ­γρὸ ἔ­χει ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Πε­θαί­νω τῆς δί­ψας.»


Τὸν πε­ρα­σμέ­νο Ὀ­κτώ­βριο στὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Soft Mat­­ter τῆς Βα­σι­λι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Χη­μεί­ας τοῦ Λον­δί­νου ἀνα­κοι­νώθη­καν οἱ ἐ­ξε­λί­ξεις στὶς ἔ­ρευ­νες γιὰ τοὺς συν­θε­τι­κοὺς «μι­κρο­κο­λυμ­βη­τές». Πρό­κει­ται γιὰ τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ σω­μα­τί­δια τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες εὐ­ελ­πι­στοῦν ὅ­τι θὰ ἀ­να­λά­βουν καὶ ρό­λο με­τα­φο­ρέ­ων φαρ­μά­κων μέ­σα στὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα στὸ ἐγ­γὺς μέλ­λον. Ἐ­κτός των ἄλ­λων με­λε­τᾶ­ται καὶ ποι­ό θὰ ἦ­ταν τὸ ἰ­δα­νι­κό­τε­ρο σχῆ­μα τους. Ἀ­νά­με­σα στὰ νέ­α μον­τέ­λα ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­καν σὲ ἐ­κτύ­πω­ση 3D βρί­σκε­ται καὶ τὸ μικρότερο σκάφος τοῦ κό­σμου.


Στὴ συλ­λο­γὴ 83 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν καὶ 2 δι­η­γη­μά­των τοῦ Ἀρ­γεν­τι­νοῦ Mar­tín Gar­del­la μὲ τί­τλο Los chi­cos cre­cen (Editorial Macedonia, 2015), συ­ναν­τᾶ­με παι­διὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν τὴ ζω­ὴ ὡς ἐ­νή­λι­κες με­γα­λώ­νον­τας με­τ’ ἐμ­πο­δί­ων, ἥ­ρω­ες ποὺ μᾶς μι­λοῦν ἀ­πὸ τὴ με­τα­θα­νά­τια ζω­ή, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­νή­λι­κες ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ φο­βοῦν­ται νὰ κοι­τά­ξουν κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι τους ἢ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στὰ μά­τια. Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[11] μὲ τί­τλο «Ἡ δι­α­σκέ­δα­ση» δι­α­βά­ζου­με: «Στὴν πλα­τεί­α ἑ­νὸς ἐ­ρη­μι­κοῦ χω­ριοῦ ὑ­πάρ­χει ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κα­ρου­ζὲλ στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ χρό­νος κυ­λά­ει μυ­στη­ρι­ω­δῶς κα­θὼς πε­ρι­στρέ­φε­ται σύμ­φω­να μὲ τοὺς δεῖ­κτες τοῦ ρο­λο­γιοῦ. Κά­θε στρο­φὴ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἄ­ξο­να του ἰ­σο­δυ­να­μεῖ μὲ ἕ­να ἡ­με­ρο­λο­για­κὸ ἔ­τος. Ἀρ­χι­κὰ εἶ­ναι δι­α­σκε­δα­στι­κὸ νὰ βλέ­πει κα­νεὶς πῶς με­τα­μορ­φώ­νον­ται τὰ παι­διὰ σὲ ἐ­νή­λι­κες. Εἶ­ναι ἀ­κό­μη συ­ναρ­πα­στι­κὸ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νες μη­τέ­ρες νὰ βλέ­πουν ὅ­τι τὰ παι­διά τους δι­α­τη­ροῦν αὐ­τὰ τὰ χα­ρού­με­να χα­μό­γε­λα πα­ρὰ τὰ γκρί­ζα μαλ­λιά τους. Εἶ­ναι τρο­μα­κτι­κό, ὅ­μως, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἕ­να ξύ­λι­νο ἄ­λο­γο παίρ­νει τὴ στρο­φὴ χω­ρὶς τὸν ἀ­να­βά­τη του.»


Στὸ κέν­τρο τῆς Κο­λομ­βί­ας, στὴν εὐ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Chi­ribi­que­te Na­tio­nal Park, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ τμῆ­μα τοῦ τρο­πι­κοῦ δά­σους τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου καὶ εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­πρό­σι­τη λό­γῳ τῆς πυ­κνῆς βλά­στη­σης, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου ποὺ μαι­νό­ταν ἐ­κεῖ, Βρε­τα­νοὶ καὶ Κο­λομ­βια­νοὶ ἀρ­χαι­ο­λό­γοι ἔ­χουν ἀ­να­κα­λύ­ψει ἀπὸ τὸ 2015 προ­ϊ­στο­ρι­κὲς τοι­χο­γρα­φί­ες στὶς προ­σό­ψεις κά­θε­των, πα­νύ­ψη­λων βρά­χων. Ἤ­δη ἀ­πὸ τό­τε ὁ κι­νη­μα­το­γρα­φι­στὴς Mi­ke Slee μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­λι­κο­πτέ­ρων κι ἐκ­παι­δευ­μέ­νου προ­σω­πι­κοῦ εἶ­χε συγ­κεν­τρώ­σει ὀ­πτι­κὸ ὑ­λι­κὸ γυ­ρί­ζον­τας τὸ ντο­κι­μαν­τέρ του, Co­lom­bia: Wild Ma­gic καὶ εἶ­χε ση­μει­ώ­σει ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν τό­πο ἐν­τε­λῶς ξε­χα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ χρό­νο. Σὲ συ­νέ­χεια αὐ­τῶν τῶν ἀ­να­κα­λύ­ψε­ων μό­λις στὰ τέ­λη τοῦ πε­ρα­σμέ­νου Νο­εμ­βρί­ου ἀ­να­κοι­νώ­θη­καν κι ἄλ­λα εὐ­ρή­μα­τα, μὲ τὸν διεθ­νῆ κι ἐγχώ­ριο τύ­πο νὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται πλέ­ον στὴν «Κα­πέ­λα Σιξ­τί­να τῶν ἀρ­χαί­ων». Πρό­κει­ται γιὰ ἀ­πει­κο­νί­σεις πο­λε­μι­στῶν καὶ κυ­νη­γῶν νὰ χο­ρεύ­ουν ἢ νὰ συμ­με­τέ­χουν σὲ τε­λε­τές, ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νων ζώ­ων πά­νω ἀ­πὸ 12.500 χρό­νια (μα­στό­δον­τες, πα­λαι­ο­λά­μα, βρα­δύ­πο­δες, ἄ­λο­γα ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τῶν πα­γε­τώ­νων, κ.ἄ.): μιὰ ἐ­ξι­στό­ρη­ση ἀ­μέ­τρη­των μι­κρῶν ἐ­πει­σο­δί­ων ποὺ ἐ­κτεί­νε­ται γύ­ρω στὰ 8 μί­λια καὶ θὰ χρεια­στεῖ πολ­λὲς γε­νε­ὲς ἐ­ρευ­νη­τῶν προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­γρα­φεῖ καὶ νὰ με­λε­τη­θεῖ.


Ἡ πο­λι­το­γρα­φη­μέ­νη Οὐα­λὴ ποι­ή­τρια Pascale Petit, γνω­στὴ ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο The Zoo Father (Seren, 2001), στὴ συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των της Mama Ama­zo­nica[12] (Bloodaxe, 2017) πα­ραλ­λη­λί­ζει μὲ κα­θη­λω­τι­κὸ τρό­πο τὴν κα­τα­στρο­φὴ τοῦ τρο­πι­κοῦ δά­σους τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου μὲ τὴν κα­κο­ποί­η­ση. Εἰ­δι­κὰ στὸ ὁ­μό­τι­τλο ποί­η­μα πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με πῶς ἡ ψυ­χα­σθέ­νεια ἕ­πε­ται τῆς κα­κο­ποί­η­σης καὶ πῶς βι­ώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κό­ρη τῆς κα­κο­ποι­η­μέ­νης μη­τέ­ρας μέ­σα σὲ ἕ­να ψυ­χι­α­τρεῖ­ο ποὺ με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ ζούγ­κλα. Ἰ­α­γουά­ροι, κρο­κό­δει­λοι, βρα­δύ­πο­δες κρε­μα­σμέ­νοι σὲ φουν­τω­τὲς κε­κρο­πί­ες, ὁρ­μη­τι­κὰ ρεύ­μα­τα, ἄν­θη καὶ πτη­νά, τὴν πα­ρα­τη­ροῦν νὰ να­νου­ρί­ζει τὴ μη­τέ­ρα της ἡ ὁ­ποί­α προ­σπα­θεῖ νὰ ξε­πε­ρά­σει τὸν ψυ­χο­λο­γι­κὸ καὶ δι­α­νο­η­τι­κὸ δι­α­με­λι­σμό της, τε­λών­τας ὑ­πὸ θε­ρα­πεί­α ὕ­πνω­σης, κου­λου­ρι­α­σμέ­νη σὲ μιὰ κα­πι­το­νὲ κου­βερ­τού­λα, μέ­σα στὸ φύλ­λω­μα ἑ­νὸς νού­φα­ρου, μὲ «μιὰ ταμ­πέ­λα γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν καρ­πό της – Vi­cto­ria A­ma­zo­ni­ca[13]».

       Τὰ πα­ρα­πά­νω φαί­νε­ται νὰ συ­νο­μι­λοῦν μὲ τοὺς δύ­ο στί­χους τοῦ Τά­σου Λει­βα­δί­τη «Συ­νή­θως τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες μου τὶς περ­νῶ στὸ ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο / καὶ σκέ­φτο­μαι πράγ­μα­τα τό­σο θλι­βε­ρὰ ποὺ τὰ ζῶ­α γρυ­λί­ζουν φο­βι­σμέ­να», στὸ ποί­η­μά του μὲ τί­τλο «Ἡ δί­κη τοῦ αἰ­ῶ­νος» (Μι­κρὸ βι­βλί­ο γιὰ με­γά­λα ὄ­νει­ρα, Κέ­δρος, 1987).

       Ἡ ἱ­στο­ρί­α μᾶς εἶ­ναι γε­νι­κὰ γνω­στή: «Με­τα­ξὺ τῶν ἄ­γρι­ων θη­ρί­ων, τὸ χει­ρό­τε­ρο εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος. Τὸ ξέ­ρω για­τὶ χθὲς τὸ βρά­δυ μπό­ρε­σα νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω αὐ­τὴ τὴ δή­λω­ση. Τὸ κο­πά­δι μου ἦ­ταν ἀ­τε­λὲς καὶ τώ­ρα, ἕ­να ἄλ­λο ἀρ­σε­νι­κὸ θὰ εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νο γιὰ τὴ φρον­τί­δα τῶν νέ­ων. Αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα ἀ­πο­σύ­ρε­ται στὸν πα­ρά­δει­σο τῶν λι­ον­τα­ρι­ῶν, χά­ρη στὸν ἄν­τρα ποὺ εἰ­σέ­βα­λε ἀ­θό­ρυ­βα στὴ φω­λιὰ μὲ τὸ ὅ­πλο του.» Αὐ­τὴ εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[14] τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς συγ­γρα­φέ­α Ildiko Nassr μὲ τί­τλο «Ἄ­γρια θη­ρί­α 1» ἀ­πὸ τὴ σχε­δὸν ὁ­μό­τι­τλη συλλογή της. Ἐ­νῶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία[15] με τίτλο «Αδάμ[16]» ὁ Raúl Brasca μᾶς δί­νει τὴ δι­κή του ἐκ­δο­χὴ γιὰ τὸ εἶ­δος μας: «Τὴν ἡ­μέ­ρα πού, μὲ ἱ­ε­ρὴ ἔκ­πλη­ξη, ἐ­κεί­νη ἡ μα­ϊ­μοῦ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­τρω­γε πάν­τα, αὐ­τὸ ποὺ δάγ­κω­νε, ἦ­ταν ἕ­να μῆ­λο, ἐκ­δι­ώ­χθη­κε ἀ­πὸ τὸν ἐ­πί­γει­ο πα­ρά­δει­σο.»

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ἀλ­λά­ζουν τὰ πάν­τα γύ­ρω μας. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε ἡ ἀ­φή­γη­ση νὰ πα­ρα­μεί­νει ἴ­δια σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ποὺ βι­ώ­νου­με τὴν ἀφηγη­ματι­κότη­τα ὡς κατά­στα­ση; Κά­τω ἀ­πὸ τὸ μι­κρο­σκό­πιο τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἡ τε­λευ­ταία μοιά­ζει μὲ τὸ αἰ­νιγ­μα­τι­κὸ μι­το­χόν­δριο, ἢ φαί­νε­ται νὰ λει­τουρ­γεῖ σὰν μι­κρο­κο­λυμ­βη­τὴς στὸν σύγ­χρο­νο ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ ὠ­κε­α­νό, στὸν ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φο­ροῦν ἄ­πει­ρες ἀ­φη­γή­σεις, ποὺ ἀ­να­μει­γνύ­ον­ται καὶ με­τα­σχη­μα­τί­ζον­ται. Ὁ Ma­ria­no Ves­pa, Ἀρ­γεν­τι­νὸς πο­λι­τι­στι­κὸς συν­τά­κτης εἰ­δι­κὸς στὴ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα, στὴ συνέν­τευ­ξη ποὺ πῆ­ρε τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2020 ἀ­πὸ τὸν Chi­tar­roni εὔ­στο­χα ἐ­πι­ση­μαί­νει δύ­ο ζη­τή­μα­τα: πρῶ­το ὅ­τι καὶ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος δι­α­πρέ­πει σὲ ἕ­ναν δι­α­νο­η­τι­κὸ λα­βύ­ριν­θο μπορ­χε­σια­νοῦ τύ­που, μιὰ τρο­πι­κό­τη­τα τοῦ νοῦ ποὺ ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει σὲ μέ­γι­στο βαθ­μὸ τὴ δι­ά­δο­ση κι ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Δεύ­τε­ρο, ἀ­να­φέ­ρει τὴν ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­πεί­ρου του Ἀ­να­ξίμαν­δρου γιὰ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει ἐν μέ­ρει αὐ­τὴ τὴ νο­ο­τρο­πί­α καὶ τὸν πα­ρα­φρά­ζει λέ­γον­τας ὅ­τι οἱ ἀ­να­γνώ­σεις με­τα­σχη­μα­τί­ζον­ται ἡ μί­α μέ­σα στὴν ἄλ­λη ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἀ­νάγ­κες καὶ ἀλ­λη­λο­δι­και­ώ­νον­ται σὺν τῷ χρό­νῳ.

       Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρευ­νη­τι­κὴ ὑ­πό­θε­ση πι­θα­νὸν νὰ στη­ρί­ζε­ται καὶ ἡ στο­χα­στι­κὴ το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Ra­úl Bra­sca ἀ­πέ­ναν­τι στὸ δι­ε­θνὲς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἀρ­χι­κὰ φαί­νε­ται νὰ συμ­φω­νεῖ μὲ τὸν Wit­tgen­stein, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρό­τει­νε σι­ω­πὴ γιὰ ὅ­σα δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με, ἰ­δέ­α ποὺ ἀ­παν­τᾶ­ται καὶ στὸν Bor­ges. Ὡς πρὸς τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τοῦ εἴ­δους θε­ω­ρεῖ τὴ σι­ω­πὴ —τὸ τί δὲ λέ­με— δο­μι­κὸ συ­στα­τι­κό του. Ἰ­δέ­α ποὺ ἐ­ξε­τά­ζει καὶ ὁ κρι­τι­κὸς Ary Ma­la­ver στὸ βι­βλί­ο του La brevedad como poética (ἔκδ. Micropolis, Lima 2019), μὲ μό­το τὴ φρά­ση τοῦ Οὐ­ρου­γουα­νοῦ μου­σι­κοῦ καὶ για­τροῦ Jor­ge Drex­ler: «Δὲν εἶ­ναι τὸ φῶς αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α στὴν ἀ­λή­θεια, εἶ­ναι τὰ δώ­δε­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα τοῦ σκο­τα­διού[17]». Ὁ Bra­sca στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να ἐν­το­πί­ζει[18] δια­ύγεια, ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ κα­θα­ρό­τη­τα, ἔ­κλυ­ση ἐ­νέρ­γειας, πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, λε­πτό­τη­τα καὶ πύ­κνω­ση, τὴν ὁ­ποί­α δι­α­κρί­νει ἀ­πὸ τὴ συμ­πύ­κνω­ση. Θε­ω­ρεῖ, δη­λα­δή, ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὴ συμ­πύ­κνω­ση μί­ας με­γα­λύ­τε­ρης κι ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι τὸ τέ­λος κά­θε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας φαί­νε­ται νὰ λαμ­βά­νει χώ­ρα στὸ μυα­λὸ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να στιγ­μια­ῖο ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο καὶ ἐ­πα­να­φο­ρὰ στὴν σκέ­ψη καὶ τὸ συ­ναί­σθη­μα, ὑ­πο­νο­ών­τας ὅ­τι ἡ φαν­τα­σί­α εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἑ­νώ­νει συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη. «Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα ποὺ μὲ ἕ­να γύ­ρι­σμα τῆς φαν­τα­σί­ας νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ γί­νει κά­τι ἄλ­λο[19]» ἀ­πο­φάν­θη­κε ἀ­κρι­βῶς πρὶν ἕ­ναν αἰ­ώ­να ὁ W.C. Williams στὸ βι­βλί­ο του «Ko­ra in hell: impro­visa­tions» (The Four Seas Press, Boston, 1920). Ὅ­πως ἐ­πί­σης ὅ­τι «Φαν­τα­σί­α! Αὐ­τὴ εἶ­ναι τὸ σκου­λή­κι μέ­σα στὸ μῆ­λο».

       Στὸ πλαί­σιο τοῦ πα­ρα­δο­σια­κοῦ ἐγ­κι­βω­τι­σμοῦ ἡ ἀλ­λη­λου­χί­α ἱ­στο­ρι­ῶν, ὅ­πως στὴν «Ἀλληλουχία τῶν κήπων» τοῦ J. Cortázar, εἶ­ναι συ­νή­θης ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Προσ­δί­δει πύ­κνω­ση, βά­θος κι εὐ­νο­εῖ τὴν ἀν­τι­στρο­φὴ (στὸ πνεῦ­μα τοῦ G. Ba­che­lard) τῆς κοι­νῆς ἀν­τί­λη­ψης μι­κροῦ-με­γά­λου σὲ ἕ­να σύν­το­μο κεί­με­νο-κό­σμο ἀ­φ’ ἑ­αυ­τοῦ. Ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ[20] στὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῆς Lydia Davis μὲ τί­τλο «Happiest Moment», τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νὰ με­τα­δι­η­γη­θεῖ κά­ποι­ος, κύ­ριο ζη­τού­με­νο στὸ εἶ­δος, πα­ρὰ τὴν πυ­κνό­τη­τα καὶ τὴ συν­το­μί­α της. Σὲ αὐ­τή, ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ρω­τά­ει μιὰ μα­θή­τριά του ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νη της ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἔ­χει γρά­ψει κι ἐ­κεί­νη ἀ­παν­τά­ει ποι­ά εἶ­ναι ἡ πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νη της ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἔ­χει δι­α­βά­σει: κά­πο­τε στὴν Κί­να ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς ἀγ­γλι­κῶν ρώ­τη­σε τὸν μα­θη­τή του ποι­ά ἦ­ταν ἡ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη στιγ­μὴ στὴ ζω­ή του κι ἐ­κεῖ­νος, με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὴ σκέ­ψη, ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι κά­ποι­α φο­ρὰ εἶ­χε πά­ει ἡ γυ­ναί­κα του στὸ Πε­κί­νο καὶ εἶ­χε φά­ει πά­πια. Αὐ­τὴ ἡ ἐμ­πει­ρί­α τῆς εἶ­χε μεί­νει ἀ­ξέ­χα­στη καὶ τοῦ τὴν ἀ­νέ­φε­ρε συ­χνά, ὁ­πό­τε ὁ Κι­νέ­ζος μα­θη­τὴς ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι ἡ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη στιγ­μὴ στὴ ζω­ή του ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ τα­ξί­δι τῆς γυ­ναί­κας του καὶ ἡ ἀ­πό­λαυ­ση τοῦ φα­γη­τοῦ τῆς πά­πιας.


Στὸ βι­βλίο τοῦ J. Cage ποὺ εἴ­δα­με πα­ρα­πά­νω ὑ­πεν­θυ­μί­ζε­ται συ­χνὰ ὅ­τι ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι γε­μά­τη μυ­στι­κά, ἐκ­πλή­ξεις καὶ μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις. Γρά­φει κά­που χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Ἡ ζω­ὴ ἀλ­λά­ζει. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρό­πους μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους προ­σπα­θῶ νὰ ἀλ­λά­ξω τὴ δι­κή μου εἶ­ναι νὰ ἀ­παλ­λα­γῶ ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες μου γιὰ νὰ μὴν εἶ­μαι κου­φὸς καὶ τυ­φλὸς στὸν κό­σμο γύ­ρω μου. Ὅ­ταν ἀ­να­φέ­ρο­μαι στὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου στὰ μα­νι­τά­ρια, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι μὲ ρω­τοῦν ἀ­μέ­σως ἂν ἔ­χω νι­ώ­σει πα­ραι­σθή­σεις. Ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ τοὺς πῶ ὅ­τι εἶ­μαι ἰ­δι­αί­τε­ρα ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κός, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που­ρι­τα­νός, ὅ­τι ὅ­λο κι ὅ­λο ποὺ κά­νω εἶ­ναι νὰ κα­πνί­ζω σὰν φου­γά­ρο —πλέ­ον μὲ δύ­ο φίλ­τρα καὶ μὲ ἕ­να κου­πό­νι σὲ κά­θε πα­κέ­το— καὶ νὰ πί­νω κα­φὲ πρω­ί, με­ση­μέ­ρι, βρά­δυ. Θὰ ἔ­πι­να καὶ ἀλ­κο­ὸλ ἀλ­λὰ ἔ­κα­να τὸ λά­θος νὰ ἐ­πι­σκε­φτῶ ἕ­ναν για­τρὸ ποὺ τὸ ἀ­πα­γο­ρεύ­ει. Οἱ πα­ραι­σθή­σεις γιὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­κού­ω δὲ μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρουν. Ὁ Ντὶκ Χίγ­κινς εἶ­πε ὅ­τι ἔ­φα­γε λί­γο ἀ­μα­νί­τη καὶ εἶ­δε ὁ­ρά­μα­τα μὲ λα­γούς. Ἡ Βα­λεν­τί­να Γου­ό­σον ἔ­φα­γε τὰ θε­ϊ­κὰ μα­νι­τά­ρια στὸ Με­ξι­κὸ καὶ φαν­τά­στη­κε ὅ­τι βρι­σκό­ταν στὶς Βερ­σαλ­λί­ες τὸν 18ο αἰ. ἀ­κού­γον­τας Μό­τσαρτ. Χω­ρὶς ἀ­πο­λύ­τως κα­μί­α δι­ε­γερ­τι­κὴ οὐ­σί­α, πέ­ραν τῆς κα­φε­ΐ­νης καὶ τῆς νι­κο­τί­νης, αὔ­ριο θὰ βρί­σκο­μαι στὸν Σὰν Φραν­σί­σκο ἀ­κού­γον­τας λί­γη ἀ­πὸ τὴ μου­σι­κή μου καὶ τὴν Κυ­ρια­κή, Θε­οῦ θέ­λον­τος, θὰ ξυ­πνή­σω στὴ Χα­βά­η μὲ πα­πά­γι­ες καὶ ἀ­να­νά­δες γιὰ πρω­ϊ­νό. Θὰ ὑ­πάρ­χουν λου­λού­δια ποὺ θὰ μο­σχο­βο­λοῦν, χρω­μα­τι­στὰ που­λιά, ἄν­θρω­ποι ποὺ θὰ κο­λυμ­ποῦν στὰ κύ­μα­τα, καὶ (σὲ πά­ω στοί­χη­μα πέν­τε σέν­τς) ἕ­να οὐ­ρά­νιο τό­ξο στὸν οὐ­ρα­νὸ ποὺ θὰ φα­νεῖ στὴ διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας[21]».


προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες Τὸ ραντε­βοῦ μου μὲ μιὰ Νεά­ντερ­ταλ, Μιὰ ἱστο­ρία γιὰ τὸ σῶ­μα καὶ Οἱ φω­νὲς τῆς σιω­πῆς τῶν David Ga­lef, Ro­bert Hass καὶ Κώ­­στα Ἀ­­ξε­­λοῦ, ἀν­τί­στοι­χα.


Τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Πορ­το­γα­λί­δας Teo­lin­da Ger­são Μιὰ ζα­κέ­τα ἀπὸ κόκ­κινη ἀ­λε­ποῦ.


Τὴ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση μὲ τί­τλο The sound­maker τοῦ ντου­έ­του ἀ­κου­στι­κῆς κι­θά­ρας τῶν Με­ξι­κα­νῶν Rodri­go καὶ Gabri­ela.


Τὸ τρα­γού­δι Movi­mi­en­to τοῦ Jo­rge Drex­ler γιὰ τὸν στί­χο «Εἴ­μα­στε ζων­τα­νοὶ ἐ­πει­δὴ εἴ­μα­στε ἐν κι­νή­σει».


Τὴ σει­ρὰ ντο­κι­μαν­τὲρ Jun­gle My­ste­ry: Lost king­doms of the Ama­zon ποὺ ξε­κί­νη­σε τὸν Δε­κέμ­βριο 2020 στὸ channel 4 καὶ πε­ρι­η­γεῖ­ται στὴν πε­ρι­ο­χὴ καὶ τῶν πρό­σφα­των ἀ­να­κα­λύ­ψε­ων τῶν προ­ϊ­στο­ρι­κῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν στὴν Κο­λομ­βί­α.


[1]. Tῆς ἑται­ρείας Digizy­me’s Custom Ma­ya Mole­cu­lar Soft­ware Bio­logía Al In­stan­te, εἰ­δι­κῆς στὶς ἀ­πει­κονί­σεις μο­ρια­κῶν τοπί­ων.
[2]. Εὐχαρι­στοῦμε ἰδιαί­τε­ρα τὸν κ. Ἄκη Παπα­ντώνη, συγ­γρα­φέα καὶ καθη­γη­τὴ στὸ Πα­νε­­πι­στή­μιο τοῦ Göt­tin­gen, γιὰ τὴν ἐπιστη­μονι­κή του ἄπο­ψη σχε­τι­κὰ μὲ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα.
[3]. Emily Dickin­son, Τὸ ἀνε­ξάν­τλητα Σημαῖ­νον. 91 Ποι­ήμα­τα, Ἐπιλογὴ – Μετά­φρα­ση – Πρό­­λο­γος Ἕλ­λη Συνο­δινοῦ, Ἐκ­δό­σεις Ἰδε­ό­γραμ­μα, Ἀθήνα 2006.
[4]. Μετάφραση δική μου.
[5]. Στὸ Pol­lastri La­ura, Los desa­fue­ros del colec­cio­nista: micro­rre­lato, an­tolo­gía y com­pila­ción, στὸ Cua­der­nos del CI­LHA – a. 11 n. 13 – 2010 (p.p.30-37).
[6]. Μετάφραση δική μου.
[7]. Μετάφραση δική μου.
[8]. Μετάφραση δική μου.
[9]. Μετάφραση δική μου.
[10]. Μετάφραση δική μου.
[11]. Μετάφραση δική μου.
[12]. Ἡ σχε­δί­αση τοῦ ἐξωφύλ­λου εἶ­ναι τῆς Dra­ga­na Ni­ko­lic ἀπὸ τὴ Σερ­βία.
[13]. Μετάφραση δική μου.
[14]. Μετάφραση δική μου.
[15]. Μετάφραση δική μου.
[16]. Στὸ Brasca Raúl, Mi poé­tica. Micro­fic­cio­nes, ἀπὸ τὸν συλλογικὸ τόμο A­na Ru­e­da (ed.), Mi­ni­fic­ción y na­no­fi­lo­lo­gía: lati­tu­des de la hiper­bre­ve­dad, ­Ibe­ro­ame­ri­cana, Ma­drid, 2017.
[17]. Μετάφραση δική μου.
[18]. ὅπ. παρ. Brasca Raúl, Mi poé­ti­ca. Micro­fic­cio­nes.
[19] . Μετάφραση δική μου.
[20]. Στὸ Gor­ham Sa­rah, The Edge Effect, E­­co­to­ne, Vo­lu­me 2, Num­ber 1, Fall/Win­ter 2006 (p.p. 99-111), U­niver­si­ty of North Ca­ro­li­na, Wil­ming­ton.
[21]. Μετάφραση δική μου.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#14: Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού (21-09-2020)

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.


Γιά­ννης Πα­τί­λης: Τὰ Μι­κρὰ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να



Γιά­ννης Πα­τί­λης


Τὰ Μι­κρὰ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να

Μι­κρο-α­φη­γή­σεις γιὰ τὴν Με­γά­λη Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση


καὶ ποι­ός θ’ ἀρ­νη­θῇ πὼς τὸ ἀ­νέκ­δο­το τὸ ἀ­λη­θι­νὰ ἱ­στο­ρι­κὸ εἶ­ναι μά­θη­μα ἱ­στο­ρί­ας;
Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης

I. Ἱ­στο­ρι­κὴ προ­βο­λὴ τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να στὸ πα­ρόν


Ι ΕΠΕΤΕΙΟΙ εἶ­ναι ἴ­σως ὁ χει­ρό­τε­ρος τρό­πος νὰ τι­μή­σεις ἕναν σπου­δαῖο ἀγώνα τοῦ ἀν­θρώ­που γιὰ ἀξιοπρέπεια. Μέ­σα σὲ μιὰ σχέ­ση κυ­ρι­αρ­χί­ας ἡ αἱματηρὴ προ­σπά­θεια ὑ­πο­δεέ­στε­ρου κοι­νω­νι­κοῦ συ­νό­λου νὰ ἀ­πο­κτή­σει αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ καὶ αὐ­το­νο­μί­α ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἱ­στο­ρι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ἐ­ξου­σια­στή του, πα­ρα­μέ­νει πάν­τα μιὰ τέτοια σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση, ὅ­σο κι ἂν αὐ­τὴ στὴν πο­ρεί­α της, ἀν­τι­στρέ­φον­τας τοὺς ὅ­ρους της, κιν­δυ­νεύ­ει (καὶ κά­πο­τε συμ­βαί­νει) νὰ γί­νει μιὰ με­γά­λη ὑ­πό­θε­ση ντρο­πῆς γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, μιὰ μαύ­ρη σε­λί­δα κα­τε­ξου­σί­α­σης τῶν ἄλ­λων. Ὁ με­γά­λος ξε­ση­κω­μὸς τῶν ὀρ­θό­δο­ξων Ρω­μι­ῶν καὶ Ἀρ­βα­νι­τῶν τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, ἀ­πέ­ναν­τι στὸν Ὀ­θω­μα­νὸ δυ­νά­στη τους, δι­και­ο­λο­γη­μέ­να ἀ­ναρ­ρί­πι­σε στὰ στή­θη τῶν φι­λε­λεύ­θε­ρων ἀν­θρώ­πων τῆς ἐ­πο­χῆς, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­θνι­σμοῦ καὶ δόγ­μα­τος χρι­στι­α­νι­κοῦ, κρί­σι­μα γιὰ τὴν ὕ­παρ­ξη τῶν ἀν­θρώ­πων τοῦ και­ροῦ αἰ­σθή­μα­τα ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σης καὶ αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ ἀ­πὸ πα­ρό­μοι­ους ἢ ἀ­νά­λο­γους κοι­νω­νι­κοὺς δε­σπο­τι­σμούς. Δη­λα­δή: ἀ­πὸ τὴ σκλα­βιά.

       Ὁ νε­ο­ελ­λη­νι­κὸς ἐ­θνι­σμὸς τοὺς τε­λευ­ταί­ους δύ­ο αἰ­ῶ­νες, μ’ ὅ­λες τὶς ἐ­θνι­κι­στι­κὲς του ἀν­τι­φά­σεις καὶ τὶς ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὲς ἐ­κτρο­πές του στὴν με­τα­ξι­κὴ καὶ ἀ­πρι­λια­νὴ δι­κτα­το­ρί­α, κα­τά­φε­ρε νὰ δι­α­σώ­σει στὰ προ­τάγ­μα­τά του κρί­σι­μους πυ­ρῆ­νες πα­τρι­ω­τι­κούς, ἀν­τι­στα­σια­κοὺς καὶ δη­μο­κρα­τι­κούς, ἐ­νῶ μὲ τὴν προ­ϋ­πάρ­χου­σα ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­σή του, τὴν λει­τουρ­γι­κὴ καὶ θε­ο­λο­γι­κή, ὅ­σο καὶ μὲ τὴν βι­ω­μέ­νη μέ­σῳ τῆς γλώσ­σας του ἱ­κα­νό­τη­τα ὄ­σμω­σης τοῦ με­γα­πλη­θοῦς χω­ρο­χρο­νι­κῶς ἱ­στο­ρι­κοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ἀ­πέ­κτη­σε, ταυ­το­χρό­νως, καὶ δυ­να­τό­τη­τα ὑ­πέρ­βα­σης τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ του κρα­τι­σμοῦ καὶ τῆς ἀ­να­κλα­στι­κῆς πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης του ἑλ­λη­νο­κεν­τρι­κό­τη­τας πρὸς δι­ε­ξό­δους φύ­σε­ως οἰ­κου­με­νι­κῆς. Σπου­δαῖ­ες μορ­φὲς τοῦ δευ­τέ­ρου ἡ­μί­σε­ος τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ώ­να, σὰν ἐ­κεῖ­νες τοῦ Κώ­στα Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου, τοῦ Κορ­νή­λιου Κα­στο­ριά­δη, τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη, τοῦ Χρή­στου Γι­αν­να­ρᾶ, μᾶς ἔ­δει­ξαν μὲ τὴν σκέ­ψη τους ὅ­τι τέ­τοι­ες διέξο­δοι εἶ­ναι ἐ­φι­κτές.

       Ἡ πα­ρα­πά­νω οἰ­κου­με­νι­κὴ δι­έ­ξο­δος, ὡς ὑ­πε­ρε­θνι­κὸ ἀ­ξια­κὸ σύμ­παν εἶ­ναι ἡ πρώ­τη καὶ με­γα­λύ­τε­ρη πρό­κλη­ση γιὰ τὴν συγ­κρό­τη­ση ἀν­τι­στα­σια­κῆς πο­λι­τι­σμι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τοῦ σύγ­χρο­νου Νε­ο­έλ­λη­να ἀ­πέ­ναν­τι σὲ μιὰ ἀ­δι­έ­ξο­δη καὶ ἀν­θρω­πο­κα­τα­στρο­φι­κὴ ἐκ­με­ταλ­λευ­τι­κὴ τε­χνο­κα­πι­τα­λι­στι­κὴ παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση ποὺ μὲ τὰ ἐ­ξό­χως ἑλ­κυ­στι­κὰ τε­χνο­λο­γι­κὰ ση­μεῖ­α ταύ­τι­σης πρὸς τὴν ἴ­δια, ὁ­δη­γεῖ παν­τοῦ σὲ μιὰ δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­πο­συ­ναρ­μο­λό­γη­σης ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε πα­ρα­δο­σια­κῆς δι­α­φο­ρο­ποι­η­τι­κῆς συλ­λο­γι­κό­τη­τας σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν πλα­νή­τη, με­τα­τρέ­πον­τας κά­θε ἱ­στο­ρι­κὴ χώ­ρα σὲ ἑ­νια­ῖο ἀ­δι­α­φο­ρο­ποί­η­το γε­ω­γρα­φι­κὸ χῶ­ρο καὶ κά­θε ἱ­στο­ρι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὑ­πο­κεί­με­νο σὲ ἀ­πρό­σω­πη μά­ζα ἀ­γο­ρα­στῶν καὶ κα­τα­να­λω­τῶν.

       Ἡ δεύ­τε­ρη ἐ­ξί­σου σπου­δαί­α πρό­κλη­ση γιὰ τὴν συγ­κρό­τη­ση μιᾶς πα­ρό­μοι­ας ταυ­τό­τη­τας, κα­θὼς εἶ­ναι ἐ­ξί­σου ἱ­στο­ρι­κή, ὡς ἡ ἄλ­λη με­τω­πι­κὴ ὄ­ψη τοῦ Ἰ­α­νοῦ, κοι­τά­ζει αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πρὸς τὰ πί­σω καὶ τὸ πα­ρελ­θόν, ἀ­να­σύ­ρον­τας, με­τὰ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ παγ­κό­σμιου πο­λι­τι­κοῦ δι­πο­λι­σμοῦ τὸ 1989, ἀρ­χα­ϊ­κὲς πο­λι­τι­σμι­κὲς ἐμ­μο­νὲς ποὺ λί­γες δε­κα­ε­τί­ες πρὶν φαι­νόν­του­σαν στὰ μά­τια τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων μας πα­ρω­χη­μέ­νες. Ἡ ἀ­να­κα­τα­νο­μὴ τῆς παγ­κό­σμιας κυ­ρι­αρ­χί­ας τὶς τρεῖς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες, φέρ­νει στὸ ἱ­στο­ρι­κὸ προ­σκή­νιο τὶς χῶ­ρες τῆς Ἀ­να­το­λῆς, ἄλ­λο­τε ‘εἰ­ρη­νι­κά’ (ἂν καὶ πάν­το­τε ἀν­τα­γω­νι­στι­κά) μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες καὶ τὴν στή­ρι­ξη τῆς Δύ­σης, ὅ­πως στὶς με­γά­λες οἰ­κο­νο­μί­ες τῆς Ἄ­πω Ἀ­να­το­λῆς, καὶ ἄλ­λο­τε ἐ­πι­θε­τι­κά, καὶ κά­πο­τε ὀ­δυ­νη­ρῶς βί­αι­α, μὲ τὴν ἀ­νά­καμ­ψη τῆς ἰσ­λα­μι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας, ὅ­πως στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες χῶ­ρες τῆς Ἐγ­γὺς καὶ Μέ­σης Ἀ­να­το­λῆς. Ἡ ἐ­πα­νεμ­φά­νι­ση, μέ­σα στὴν κί­νη­ση αὐ­τή, τοῦ νε­ο-ο­θω­μα­νι­κοῦ ἀ­να­θε­ω­ρη­τι­κοῦ ἐ­πε­κτα­τι­σμοῦ, ὑ­πο­χρε­ώ­νει τὸν Νε­ο­έλ­λη­να ἰ­σο­μοί­ρως πρὸς μιὰ ἀ­πέ­θαν­τη πο­λι­τι­σμι­κὴ ἐμ­μο­νὴ τοῦ «Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Latiο» τοῦ Ὁ­ρά­τιου καὶ τοῦ τό­σο ὀ­δυ­νη­ρὰ ἐ­πί­και­ρου «Ἕλ­λη­νες ἀ­πο­δη­μοῦ­σι καὶ θά­λασ­σαν πε­ρῶ­σι ἵ­να γράμ­μα­τα μά­θω­σι»[1] τοῦ Με­γά­λου Ἀ­θα­να­σί­ου νὰ σκε­φτεῖ ὡς ἱ­στο­ρι­κὴ «Μοί­ρα τοῦ Τό­που» καὶ τὴν Μοί­ρα τῆς Γε­ω­γρα­φί­ας!

       Πράγ­μα­τι, τὸ Αἰ­γαῖ­ο μὲ τὰ νη­σιά του, εἴ­τε Αἰ­γαῖ­ο Πέ­λα­γος τὸ ὀ­νο­μά­σου­με ἐ­μεῖς εἴ­τε Θά­λασ­σα τῶν Νη­σι­ῶν ὅ­πως οἱ Ἀ­πέ­ναν­τι, δὲν παύ­ει νὰ εἶ­ναι μιὰ θά­λασ­σα ποὺ ἱ­στο­ρι­κή της μοί­ρα, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὰ ψά­ρια της, ἦ­ταν καὶ πα­ρα­μέ­νει νὰ ἑ­νώ­νει καὶ ὄ­χι νὰ χω­ρί­ζει τὶς τέσ­σε­ρις ἐ­δα­φι­κὲς πλευ­ρὲς τοῦ νο­η­τοῦ ὀρ­θο­γώ­νιου πα­ρα­λ­λη­λόγραμ­μου ποὺ τὴν πε­ρι­κλεί­ουν. Ἡ ἀ­κα­τά­παυ­στη ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῶν λα­ῶν τῆς πε­ρι­ο­χῆς πρὸς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση τοῦ τε­τρα­πλεύ­ρου, σχε­δὸν πάν­το­τε ὁ­δη­γοῦ­σε, ἄλ­λο­τε βί­αια διὰ τῶν ὅ­πλων ἄλλοτε διὰ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας εἰ­ρη­νι­κά, σὲ ἀ­ξι­ώ­σεις κυ­ρι­αρ­χί­ας πρὸς τὶς ὑ­πό­λοι­πες πλευ­ρὲς τοῦ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρου ἰ­δι­ο­κτή­τη τῆς μιᾶς ἐξ αὐ­τῶν. Ἕ­ξι χι­λιά­δες χρό­νια προ­ϊ­στο­ρί­ας καὶ ἱ­στο­ρί­ας, ἀ­πὸ τοὺς αἰ­ῶ­νες τῆς Ὕ­στε­ρης Με­σο­λι­θι­κῆς Ἐ­πο­χῆς ὣς τὴν Τέ­ταρ­τη Βι­ο­μη­χα­νι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση, ποὺ μό­λις ἀρ­χί­σα­με νὰ δι­α­νύ­ου­με, μο­νό­το­να ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ ἴ­διο: Εἴ­τε μὲ τὴν Μι­νω­ϊ­κὴ καὶ Μυ­κη­να­ϊ­κὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α, εἴ­τε μὲ ἐ­κεί­νη τῶν Περ­σῶν ἢ τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κὴ Ἡ­γε­μο­νί­α, εἴ­τε τὴν Μα­κε­δο­νι­κὴ καὶ κα­τό­πιν σει­ρα­ϊ­κῶς μὲ τὴν Ρω­μαι­ο-Βυ­ζαν­τι­νὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α καὶ τὴν ἑ­τε­ρο­γε­νῆ θρη­σκευ­τι­κῶς δι­α­δο­χό της Ὀ­θω­μα­νι­κή, τὸ Τε­τρά­πλευ­ρο δὲν ἡ­σύ­χα­ζε πα­ρὰ μό­νον ὅ­ταν πρω­τί­στως δυ­τι­κὴ καὶ ἀ­να­το­λι­κή του πλευ­ρὰ ἀ­πο­κτοῦ­σαν τὸ ἴ­διο ἀ­φεν­τι­κό. Ἡ τε­λευ­ταία ἱ­στο­ρι­κὴ εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­κτή­σουν εἰ­ρη­νι­κῶς οἱ δύ­ο πλευ­ρὲς ἕ­να ἴ­διο ἀ­φεν­τι­κὸ στὸ Εὐ­ρώ[2], φαί­νε­ται πὼς χά­θη­κε, ἂν ὄ­χι διὰ ‘παν­τό­ς’ πάν­τως γιὰ τὶς ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νες γε­νι­ές.

       Τὸ δεύ­τε­ρο, λοι­πόν, στοι­χεῖ­ο συγ­κρό­τη­σης νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ταυ­τό­τη­τας ὡς ἀν­τι­στα­σια­κῆς ἐ­πι­βί­ω­σης καὶ συ­νέ­χειας τῶν ὑ­πο­κει­μέ­νων της στὸν συγ­κε­κρι­μέ­νο ἱ­στο­ρι­κὸ χῶ­ρο, εἶ­ναι ἡ πλή­ρης καὶ δρα­στι­κὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση αὐ­τῆς τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς γε­ω­γρα­φι­κῆς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τας καὶ τῶν συ­νε­πει­ῶν της. Ἡ τά­ση τοῦ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρου κα­τό­χου τῆς μί­ας πλευ­ρᾶς νὰ ἐ­πε­κτα­θεῖ πρὸς κά­θε ἄλ­λη κα­τεύ­θυν­ση, ὅ­σο, ὅ­πως καὶ ὅ­πο­τε μπο­ρεῖ νὰ τὸ ἐ­πι­τε­λέ­σει, ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἱ­στο­ρι­κῶς ἀ­κα­τά­σχε­τη. Καὶ ὅ­λοι ξέ­ρου­με ποι­ό εἶ­ναι —καὶ κυ­ρί­ως ποι­ό θὰ εἶ­ναι, μὲ βά­ση τὶς δη­μο­γρα­φι­κὲς προ­βο­λές— τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο ἀ­φεν­τι­κὸ στὴν πε­ρι­ο­χή! Τὸ ἀ­πο­τρο­πα­ϊ­κὸ τρο­πά­ρι-μάν­τρα τῶν πτο­η­μέ­νων ἑλ­λα­δι­κῶν ἐ­λίτ Τὰ σύ­νο­ρα τῆς Ἑλ­λά­δος εἶ­ναι καὶ σύ­νο­ρα τῆς Εὐ­ρώ­πης εἶ­ναι βα­θειὰ ἀ­νι­στό­ρη­το γιὰ νὰ ἐλ­πί­ζει κα­νεὶς ὅ­τι θὰ ἐ­φαρ­μο­στεῖ πο­τέ – ἀ­κό­μη καὶ ἂν ἡ ΕΕ γι­νό­ταν πράγ­μα­τι κά­τι ἀν­τί­στοι­χο μὲ τὶς ΗΠΑ στὴν πε­ρι­ο­χή!

       Μ’ ὅ­λη τὴν κο­σμο­ϊ­σμο­ρι­κὴ ἥτ­τα ποὺ ὑ­πέ­στη τὸ 1922 ὁ μι­κρα­σι­α­τι­κὸς ἑλ­λη­νι­σμός, στὴν πρά­ξη δι­α­τη­ροῦ­σε, ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ κρά­τους τὸ 1832, τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῶν δύ­ο πλευ­ρῶν ἀ­νοι­χτή. Ἡ Συν­θή­κη τῆς Λω­ζά­νης, ποὺ ἐ­πι­σφρά­γι­σε τὴν δι­άρ­ρη­ξη αὐ­τῆς τῆς συ­νέ­χειας, μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πῆρ­ξε μιὰ ἀ­νυ­πο­λό­γι­στης ση­μα­σί­ας ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­θνι­κὴ ἐ­πι­τυ­χί­α μὲς στὴν Κα­τα­στρο­φή (κά­τι ποὺ σή­με­ρα τὸ κα­τα­λα­βαί­νου­με κα­λύ­τε­ρα), πλὴν ὅ­μως καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δυ­σβά­στα­κτη, κα­θὼς ταυ­το­χρό­νως συ­νι­στοῦ­σε ἕ­ναν γε­ω­στρα­τη­γι­κῶς ἀν­τι-ι­στο­ρι­κὸ συμ­βι­βα­σμό, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ζή­τη­μα χρό­νου νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ ὁ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρος καὶ πλέ­ον ρε­α­λι­στὴς παί­κτης τῆς πε­ρι­ο­χῆς.

       Ἐ­πει­δὴ χι­λι­ε­τί­ες τώ­ρα, καὶ ὅ­σο ἡ Γε­ω­γρα­φί­α δὲν προ­βλέ­πε­ται νὰ ἀλ­λά­ξει, στὸ νο­η­τὸ τε­τρά­πλευ­ρο τοῦ Αἰ­γαί­ου ἡ κά­θε Μί­α Ἀ­κτὴ θὰ ζη­τά­ει πάν­τα νὰ συ­ναν­τη­θεῖ μὲ τὴν Ἄλ­λη!

 


II. Τὸ Ἀρ­χεῖ­ο τοῦ Αἵ­μα­τος: Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης


Ὁ Μη­τσά­κης γρά­φων πρὸ ἐ­τῶν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πε­ρί­φη­μα κομ­μά­τια του «Ἡ­λί­ου δύ­σις» καὶ βλέ­πων ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­αν τῶν Πα­τρῶν τὰ βου­νὰ τῆς Ναυ­πά­κτου ἀ­πέ­ναν­τι ἐ­φώ­να­ξε: «Γειά σου, Βλα­χο­γιά­ννη!» ὡς νὰ ἤ­θε­λε νὰ συν­δέ­σῃ μί­αν πό­λιν, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­χε εἰς τὴν ση­με­ρι­νήν της ἀ­φά­νειαν νὰ ἐ­πι­δεί­ξῃ τί­πο­τε ἄλ­λο, μὲ μί­αν δό­ξαν.
Γε­ρά­σι­μος Βῶ­κος, «Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης», περ. Καλ­λι­τέ­χνης, ἔ­τος Β’, ἀρ. 23, Φε­βρουά­ριος 1912, σελ. 384.

 


ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ τὸ πα­ρὸν κεί­με­νο μὲ μιὰ ἔκ­φρα­ση κα­τα­φρό­νη­σης πρὸς τὶς ἐ­πε­τεί­ους. Πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να, ποὺ ὁ γρά­φων σὲ βά­θος ἀ­γνο­εῖ, ὅ­πως ἄλ­λω­στε οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι σὲ τού­τη τὴ χώ­ρα, φαν­τα­στή­κα­με τοῦ­το τὸ κεί­με­νο, μα­ζὶ μὲ τὴ μα­κρὰ σει­ρὰ μι­κρο-ἀ­φη­γή­σε­ων ποὺ τὸ συ­νο­δεύ­ουν ὡς πα­ρα­τε­τα­μέ­νο πλὴν εὐ­φραν­τι­κό μας ἐ­λά­χι­στο φό­ρο τι­μῆς σὲ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ὁ­λο­ζών­τα­νη προ­βο­λή ἐ­κεί­νου τοῦ Με­γά­λου Ξε­ση­κω­μοῦ βα­θειὰ μέ­σα στὸν Εἰ­κο­στὸ Αἰ­ώ­να, ἕ­ως τὸν θά­να­τό του τὸ 1945: στὸν Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη καὶ τὴν Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α του ἀ­πὸ ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­νέκ­δο­τα τῆς πε­ρι­ό­δου 1820–1864, ποὺ ἀ­πο­τέ­λε­σε στὸ μέ­γι­στο μέ­ρος τὴν βά­ση καὶ τῆς δι­κῆς μας ἀν­θο­λό­γη­σης. Ἡ συ­ναί­σθη­ση τῆς συ­νέ­χειας ποὺ ὑ­πο­βάλ­λει ἡ ἀ­νά­σα ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀν­θρώ­που αἰ­σθη­τὴ ἀ­κό­μη στὰ χρό­νια τοῦ γρά­φον­τος εἶ­ναι πολ­λα­πλα­σί­ως πα­ρη­γο­ρη­τι­κὴ γιὰ τὴν ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κὴ ζων­τα­νὴ πα­ρου­σί­α τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἐ­πέ­τει­ο!

       Ἐ­ξάλ­λου εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶς δι­δα­κτι­κὴ ἡ το­πο­θέ­τη­ση στὸ προ­κεί­με­νο μιᾶς τέ­τοι­ας προ­σω­πι­κό­τη­τας, τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ οἱ ἀν­τί­στοι­χες πο­λι­τι­κὲς ἐ­λίτ αὐ­τοῦ τοῦ Τό­που, ἀ­πο­φά­σι­σαν, ὅ­πως ἀ­να­με­νό­ταν, νὰ ἑ­ορ­τά­σουν 100 χρό­νια πρίν, δη­λα­δὴ τὸ 1921, τὴν ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δα τῆς με­γά­λης Ἑλ­λη­νι­κῆς Ε­πα­νά­στα­σης. Χω­ρὶς νὰ ὑ­πο­κύ­ψει στὴν δε­ον­το­λο­γί­α τῆς ἐ­τι­κέ­τας —ποὺ θε­ω­ρη­τι­κὰ ‘ἐ­πέ­βαλ­λε’ σ’ αὐ­τόν, ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ Ἱ­δρυ­τῆ (μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τοῦ παν­το­δύ­να­μου Βε­νι­ζέ­λου τὸ 1914) τῶν Γε­νι­κῶν Ἀρ­χεί­ων τοῦ Κρά­τους, ὅ­σο καὶ ἐ­κεί­νη τοῦ Δι­ευ­θυν­τῆ τους ὣς τὸ 1937— στὴν εἰ­σα­γω­γι­κὴ «Ἀ­φι­έ­ρω­σι» τοῦ τό­μου ποὺ προ­α­να­φέ­ρα­με, καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐκ­δό­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να τὸ 1927 μὲ τὴν «πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α» τοῦ Ἐμ­μα­νου­ὴλ Μπε­νά­κη, ὁ συν­τά­κτης του Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης ση­μεί­ω­νε με­τ’ ἐμ­φά­σε­ως τὰ πα­ρα­κά­τω:  

Τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸν Κρά­τος ἤρ­χι­σεν ἀ­πὸ τοῦ 1921 καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ κά­θε χρό­νον νὰ τε­λῇ ἑ­ορ­τὰς ἀ­να­μνη­στι­κὰς τῶν Θε­με­λι­ω­τῶν τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς του, κα­τὰ τὸν ἰ­δι­κόν του ἐν­τε­λῶς τρό­πον, τὸν πο­λὺ γνω­στὸν εἰς κά­θε Ἕλ­λη­να. Ἐ­ξα­πο­στέλ­λει ἐ­πὶ τό­που τὰ πο­λε­μι­κά του πλοῖ­α, φι­λο­ξε­νεῖ πλου­σί­ως τοὺς ἐ­πι­σή­μους καὶ τοὺς ἄλ­λους κα­λε­σμέ­νους του, προ­σφέ­ρον πρὸς αὐ­τοὺς πο­λυ­έ­ξο­δα γεύ­μα­τα, καὶ ἀ­παγ­γέ­λει λό­γους πα­νη­γυ­ρι­κούς. Δα­πα­νᾷ ὅ­μως, κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πον, καὶ θὰ δα­πα­νή­σῃ ἀ­κό­μη ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α τί­πο­τα δὲν θὰ μεί­νῃ ποῦ νὰ ἐν­θυ­μί­ζῃ εἰς τοὺς με­τα­γε­νε­στέ­ρους τὸν βί­ον καὶ τὰ ἔρ­γα τῶν Ἀν­δρῶν ἐ­κεί­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἵ­δρυ­σαν τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸν Κρά­τος, τί­πο­τε ποῦ νὰ δι­α­φω­τί­ζῃ πλη­ρέ­στε­ρα τὴν ἱ­στο­ρί­αν τοῦ Ἱ­ε­ροῦ μας Ἀ­γῶ­νος, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ με­γα­λύ­τε­ρον μέ­ρος μέ­νει ἀ­κό­μη σκο­τει­νόν.

       Διὰ τοῦ­το ἡ εὐ­γε­νὴς ἀ­πό­φα­σις τοῦ Κυ­ρί­ου Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη νὰ τυ­πώ­σῃ καὶ τὴν πα­ροῦ­σαν συλ­λο­γήν, εἰς τὴν ὁ­ποί­αν ἀ­να­ζοῦν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ση­μεῖ­α τοῦ βί­ου τῶν Ἀν­δρῶν ἐ­κεί­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­πλα­σαν καὶ ἐ­στε­ρέ­ω­σαν τὴν πο­λι­τι­κήν μας ὕ­παρ­ξιν, ἔρ­χε­ται πά­λιν νὰ τα­ρά­ξῃ τὴν λι­θί­νην ἀ­δι­α­φο­ρί­αν τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Κρά­τους. Ἐ­σύ­στη­σε μὲν τοῦ­το πρὸ χρό­νων Ἐ­πι­τρο­πὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος, συ­σταί­νει δὲ κά­θε φο­ρὰν καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρας ἑ­ορ­τα­στι­κὰς ἐ­πι­τρο­πάς, ἀλ­λ’ αὐ­τὸ τὸ κά­μνει πρὸς φε­να­κι­σμὸν τοῦ πα­τρι­ω­τι­κοῦ αἰ­σθή­μα­τος τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Λα­οῦ καὶ πρὸς σπα­τά­λην τοῦ χρή­μα­τός του.  


Βα­ρύ­τα­τη ἡ ἀ­πό­φαν­ση τοῦ ρου­με­λι­ώ­τη ἱ­στο­ρι­ο­δί­φη, μᾶς ὁ­δη­γεῖ κα­τευ­θεί­αν, 100 χρό­νια με­τά, στὶς τω­ρι­νές μας φι­έ­στες, μὲ τὴν Γιά­ννα Ἀγ­γε­λο­πού­λου καὶ τὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ «Ἑλ­λά­δα 2021», γιὰ νὰ ὑ­πο­γραμ­μι­στεῖ κα­λύ­τε­ρα μὲ τὴ μαύ­ρη της βε­βαι­ό­τη­τα τὸ πό­σο βα­θειὰ καὶ ἐμ­μο­νι­κὴ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἡ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὶς πραγ­μα­τι­κὲς ἀ­νάγ­κες τῆς κοι­νω­νί­ας καὶ τὶς κρα­τι­κὲς πο­λι­τι­κές, τῶν ὁ­ποί­ων οἱ οἰ­κο­νο­μι­κὲς σπα­τά­λες μὲ τὶς πα­νη­γυ­ρι­ώ­τι­κες ρη­το­ρεῖ­ες ποὺ τὶς συ­νο­δεύ­ουν, κα­θὼς συ­νέ­βη καὶ στὴν παγ­κό­σμια φι­έ­στα τῶν Ὀ­λυμ­πια­κῶν τοῦ 2004 στὴν Ἀ­θή­να, προ­ϋ­πο­θέ­τουν καὶ συ­νά­μα ἐμ­πε­δώ­νουν τὸν ἐκ­φε­να­κι­σμὸ θε­με­λι­ω­δῶν κοι­νω­νι­κῶν συ­ναι­σθη­μά­των ὅ­πως εἶ­ναι στὴν πα­ρού­σα συγ­κυ­ρί­α τὸ ἐ­θνι­κό – ἀλ­λὰ καὶ ὅ­πως κά­νουν πάν­τα τι­μὲς πα­νη­γυ­ρι­κὲς καὶ βρα­βεῖ­α ἀ­νέρ­γως, ἐ­κεῖ ποὺ τὴν μό­νη ἁρ­μό­ζου­σα στά­ση ὑ­πο­βάλ­λει ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λαι­ὸ ἀν­δρῶν ἀ­γα­θῶν ἔρ­γῳ γε­νο­μέ­νων ἔρ­γῳ καὶ δη­λοῦ­σθαι τὰς τι­μάς.

       Μό­νον ἔ­τσι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ το­πο­θε­τη­θεῖ στὴ δι­κή του συγ­χρο­νί­α ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ μὲ τὸ τε­ρά­στιο σὲ ὄ­γκο καὶ σπου­δαι­ό­τη­τα ἔρ­γο του τί­μη­σε τὸ ἔρ­γο τῶν Θε­με­λι­ω­τῶν, κα­τὰ τὴν ἔκ­φρα­σή του, τῆς πο­λι­τεια­κῆς μας ὑ­πάρ­ξε­ως, γε­νά­με­νος μὲ τὸν τρό­πο του κι αὐ­τὸς ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς ἥ­ρω­ας τῆς νε­ώ­τε­ρής μας Ἱ­στο­ρί­ας ποὺ τό­σο ἀ­φο­σι­ω­μέ­να ἀ­γά­πη­σε καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε. Ὄ­χι ἄ­δι­κα, στὸν ἐ­πι­τά­φιο ὕ­μνο ποὺ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σε ὁ Σι­κε­λια­νός, βλέ­πει στὸν Βλα­χο­γιά­ννη ἕ­ναν σύγ­χρο­νο Δι­γε­νῆ Ἀ­κρί­τα ποὺ ἔ­σχα­το πρό­ταγ­μά του στὸ κρε­βά­τι τοῦ θα­νά­του μᾶς ἀ­φή­νει τὴ Λευ­τε­ριὰ ὣς τὰ ὕ­ψη / τὴ Λευ­τε­ριά ὣς τὸ θά­να­το, ποὺ ἂν αὐ­τὴ ὑ­πάρ­χει καὶ τ’ ἄλ­λα εἶ­ναι κα­λά, στὸν ἀ­πά­νω ἢ τὸν κά­τω κό­σμο!


       Ὁ ἐκ­δό­της τῶν Ἀ­πο­μνη­μο­νευ­μά­των τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη, τοῦ Κα­σο­μού­λη καὶ τοῦ Σπυ­ρο­μί­λιου, τοῦ πεν­τά­το­μου Χια­κοῦ Ἀρ­χεί­ου, ἀλ­λὰ καὶ πάμ­πολ­λων ἄλ­λων ἱ­στο­ρι­ο­δι­φι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν, δὲν ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας τυ­πι­κός, ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νος ‘ἀν­τι­κει­με­νι­κὸ­ς’ ἢ ‘ἀ­με­ρό­λη­πτο­ς’, ἱ­στο­ρι­κὸς καὶ ἑρ­μη­νευ­τὴς τοῦ κό­σμου τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να, ἕ­νας ‘ἀ­πα­θὴ­ς’ ἐ­ρευ­νη­τής του. Εἶ­ναι γνω­στὸς καὶ μαρ­τυ­ρεῖ­ται πολ­λα­χῶς ὁ ἁ­δρὸς κι ἁ­ψὺς, μο­νο­κόμ­μα­τος καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νος χα­ρα­κτή­ρας του, τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ αὐ­το­συ­ναί­σθη­μα ἀ­σφά­λειας ποὺ τοῦ ἔ­δι­νε ἡ σου­λι­ώ­τι­κη ἀ­πὸ τὴ μά­να του καὶ ἡ ρου­με­λι­ώ­τι­κη ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του κα­τα­γω­γή, τό­σο ποὺ νὰ χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­λο­γι­ζό­μα­στε συ­χνὰ πα­ρό­μοι­ες μορ­φὲς (καὶ δὲν ἔ­χει λί­γες ὁ 19ος αἰ­ώ­νας) προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με σή­με­ρα πό­ση Πρω­τεύ­ου­σα ἤ­θους καὶ πο­λι­τι­σμοῦ ἔ­κρυ­βε ἡ κα­τό­πιν λε­γό­με­νη ‘Ἐ­παρ­χί­α’ καὶ πό­ση πα­ρα­μορ­φω­τι­κὴ δύ­να­μη ἐ­παρ­χι­ώ­τι­κης εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς ξι­πα­σιᾶς ἐ­πε­φύ­λασ­σαν στοὺς νε­ή­λυ­δες ἀ­φε­λεῖς αἱ νέ­αι Ἀ­θῆ­ναι, ποὺ τὸν κοι­νω­νι­κό τους τύ­πο προ­δι­έ­γρα­ψε ὡς σὲ μο­νο­κον­τυ­λιὰ ἡ λα­ϊ­κὴ πα­ροι­μί­α «Εἶ­δε κά­πο­τε πα­λά­τι κι ἔ­κα­ψε τὸ σπί­τι του»!

       Ἰ­δοὺ ἐ­λά­χι­στο πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ ἱ­στο­ρι­ο­δί­φη: στὴν συ­νέν­τευ­ξη ποὺ τοῦ πῆ­ρε γιὰ τὴν ἐφ. Ἑ­στί­α τῆς 10.03.1937, κα­τὰ τὴν ἔ­ρευ­νά του μὲ τί­τλο «Νὰ σω­θοῦν τὰ ἱ­στο­ρι­κά μας ὅ­πλα», ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος Κ. Γεν­νι­ώ­της (φ.ψ. τοῦ Κων­σταν­τί­νου Κου­κί­δη[3]), ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Βλα­χο­γιά­ννη νὰ με­τα­φέ­ρει αὐ­το­λε­ξεὶ τὰ λε­γό­με­νά του, προ­κει­μέ­νου νὰ κα­λυ­φθοῦν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κῶς τὰ νῶ­τα καὶ τῶν δύ­ο, ση­μει­ώ­νει: «Ἡ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ φο­ρὰ μοῦ ἔ­δω­κε τὴν εὐ­και­ρί­αν ν’ ἀ­κού­σω ἀ­πὸ τοῦ βή­μα­τος τῆς Γε­νεύ­ης τὴν ἱ­στο­ρι­κὴν, ἀλ­λὰ καὶ τό­σον ἀ­συμ­βί­βα­στον μὲ τὴν ση­με­ρι­νὴν δι­ε­θνῆ κα­τά­στα­σιν φρά­σιν τοῦ Μπριὰν δι­α­κη­ρύσ­σον­τος, ὅ­τι τὰ κα­νό­νια καὶ ὅ­λα τὰ ὅ­πλα πρέ­πει νὰ το­πο­θε­τη­θοῦν εἰς μου­σεῖ­ον. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τῶν γεν. ἀρ­χεί­ων τοῦ Κρά­τους κ. Βλα­χο­γιά­ννης, μοῦ ἔ­κα­με πρό τι­νων ἡ­με­ρῶν τὸ ἴ­διον κή­ρυγ­μα, ἀλ­λ’ ὑ­πὸ ἄλ­λο πνεῦ­μα, πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κόν, τό­σον μά­λι­στα, ὥ­στε νὰ λά­βῃ, πρὸ κά­θε ὁ­μι­λί­ας του, ὅ­λα τὰ μέ­τρα του. Ἔ­κρι­νε τὸ ζή­τη­μα σο­βα­ρώ­τα­τον καὶ πο­λὺ ἐ­πεῖ­γον. Καὶ μοῦ ἐ­ζή­τη­σε νὰ μὴ τὸ χει­ρι­σθῶ μὲ τὸ “Γαλ­λι­κὸν” ὕ­φος τοῦ γρα­ψί­μα­τός μου, ποὺ τὸ δι­α­ποι­κίλ­λουν πο­λυ­ει­δεῖς “τζι­ρι­τζάν­τζου­λες”, ὡς μὴ συμ­βι­βα­ζό­με­νον, κα­θὼς εἶ­πε, πρὸς τὸ ὑ­πὸ συ­ζή­τη­σιν θέ­μα. Κα­τε­χό­με­νος ἀ­πὸ τὸν ἴ­διον φό­βον, μοῦ ἐ­ζή­τη­σε νὰ κα­τα­γρά­ψω αὐ­τού­σια ὅ­σα μοῦ εἶ­πεν, ὥ­στε ὁ ρό­λος μου νὰ πε­ρι­ο­ρι­σθῇ πε­ρί­που εἰς μί­αν ἐ­πι­βε­βαί­ω­σιν τοῦ πι­στοῦ τῆς ἀν­τι­γρα­φῆς των.»

       Ἡ ἔμ­με­ση πα­ρα­κει­με­νι­κὴ ἀ­να­φο­ρὰ τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου φω­το­γρα­φί­ζει μὲ σπαρ­τα­ρι­στὸ τρό­πο τὸ ­ἦθος τοῦ συ­νεν­τευ­ξι­α­ζό­με­νου. Νὰ προ­στε­θεῖ σχε­τι­κῶς τὸ θρυ­λού­με­νο ὅ­τι σὲ πα­λαι­ό­τε­ρους και­ροὺς ὁ ἐ­πα­χτί­της λο­γο­τέ­χνης δι­έ­κο­ψε τὴν συ­νερ­γα­σί­α του μὲ τὸ σπου­δαῖ­ο πε­ρι­ο­δι­κὸ τῆς ἐ­πο­χῆς Πα­να­θή­ναι­α, ἐ­πει­δὴ ὁ ἐκ­δό­της του του Κί­μων Μι­χα­η­λί­δης τοῦ ἄλ­λα­ξε σὲ κεί­με­νό του μί­α λέ­ξη!

       Δύ­σκο­λα συμ­βι­βά­ζε­ται μὲ τὰ ση­με­ρι­νὰ ἀν­θρω­πο­λο­γι­κὰ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὰ ἤ­θη ἡ εἰ­κό­να τοῦ κουμ­που­ρο­φό­ρου χει­με­ρι­νοῦ κο­λυμ­βη­τὴ τοῦ Φα­λη­ρι­κοῦ Δέλ­τα μὲ τὸν πα­θι­α­σμέ­νο ἐ­ρευ­νη­τή, συλ­λέ­κτη, με­λε­τη­τὴ καὶ ἐκ­δό­τη ἐγ­γρά­φων καὶ ἱ­δρυ­τὴ ἀρ­χεί­ων, καὶ δὴ τοῦ θε­με­λι­ω­δέ­στε­ρου γιὰ τὸν με­τα­γε­νέ­στε­ρο ἱ­στο­ρι­κὸ ἐ­ρευ­νη­τὴ τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να. Λί­γο νοιά­ζει ἡ κρι­τι­κὴ τῶν με­λε­τη­τῶν τοῦ ἔρ­γου του γιὰ «ἐγ­γρα­φο­λα­γνεί­α» καὶ ἀ­δυ­να­μί­α «ἱ­στο­ρι­κῆς συν­θέ­σε­ως», προ­κει­μέ­νου γιὰ ἄν­θρω­πο ποὺ δὲν τὴν ἐ­πε­δί­ω­ξε, μὲ ὁ­λο­φά­νε­ρη τὴν με­ρο­λη­ψί­α ὑ­πὲρ Ἀ­γω­νι­στῶν εἰς βά­ρος Φι­λι­κῶν, λο­γί­ων, Φα­να­ρι­ω­τῶν, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν πο­λι­τι­κῶν, ἀλ­λὰ καὶ πά­λιν ὑ­πέρ… Ρου­με­λι­ω­τῶν Ἀ­γω­νι­στῶν εἰς βά­ρος Μω­ρα­ϊ­τῶν! Κα­νεὶς ὅ­μως δὲν ἀμ­φι­σβή­τη­σε τὸν πλοῦ­το, τὴν ἐν­τι­μό­τη­τα, αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα καὶ ἀ­κρί­βεια τῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν του, ποὺ δί­και­α τὸν κα­τα­τάσ­σουν ὡς τὸν σπου­δαι­ό­τε­ρο ἱ­στο­ρι­ο­δί­φη καὶ ἐκ­δό­τη πη­γῶν τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να[4].

       Ὁ Κ. Δ. Γε­ωρ­γού­λης, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κρι­τι­κὰ με­τρη­μέ­νους με­λε­τη­τές του, στὸ δο­κί­μιό του «Ὁ ἐ­θνι­σμὸς τοῦ Βλα­χο­γιά­ννη» γρά­φει:

       Ἔ­δει­χνε ἔ­τσι ὅ­τι τὴ συλ­λο­γὴ καὶ τὴν ἔκ­δο­ση τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν πη­γῶν τὴν εἶ­χε θε­ω­ρή­σει ὡς τὴ σο­βα­ρώ­τε­ρη ἀ­πα­σχό­λη­ση τῆς ζω­ῆς του. Δὲν τὸν ἔ­φερ­νε πρὸς αὐ­τὴ κα­νέ­να ἄλ­λο κί­νη­τρο πα­ρὰ μο­νά­χα ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἀ­φο­σί­ω­ση. Στὴν ἐρ­γα­σί­α του τὸν ἐ­φώ­τι­ζε θε­ϊ­κὸς ἔ­ρως καὶ λα­τρεί­α πρὸς τὴν ἱ­στο­ρού­με­νη ἐ­πο­χή. Δὲν εἶ­χε ἀ­νάγ­κη νὰ προ­στρέ­ξη στοὺς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φους γιὰ νὰ βο­η­θη­θῆ ἀ­πὸ τὴν τε­χνι­κὴ τῶν με­θο­δο­λο­γι­κῶν τους ὁ­δη­γι­ῶν. Τὸν ὁ­δη­γεῖ μὲ ἀ­σφά­λεια ἡ στορ­γή, ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἐ­σώ­ψυ­χη σύν­θε­ση μὲ τὰ ἱ­στο­ρού­με­να καὶ τὴν κρι­τι­κή του ὀ­ξυ­δέρ­κεια ἐν­δυ­να­μώ­νει κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἐ­ναι­σθη­τι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα. Ὁ Βλα­χο­γιά­ννης εἶ­χε τὸ χά­ρι­σμα, νὰ ἐ­ναι­σθά­νε­ται ἄ­με­σα καὶ ἐ­νο­ρα­τι­κὰ μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ τὴ γνη­σι­ό­τη­τα καὶ τὴ ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν. Εἶ­χε τό­σο γνή­σια καὶ ἀ­λη­θι­νὰ ζή­σει τὴν ἰ­δι­ο­τυ­πί­α τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να, ὥ­στε τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του κρι­τή­ριο πο­τέ του δὲν ἐ­λά­θευ­ε. Στη­ριγ­μέ­νος στὶς ἱ­κα­νό­τη­τές του αὐ­τὲς καὶ στὸ θε­ϊ­κό του ζῆ­λο ἀ­νε­δεί­χτη­κε ὄ­χι μό­νο ἀ­κα­τα­πό­νη­τος συλ­λέ­κτης ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ ἀλ­λὰ καὶ ὁ ση­μαν­τι­κώ­τε­ρος ἐκ­δό­της τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν πη­γῶν τῆς Ἐ­θνε­γερ­σί­ας.

       Καὶ ἀλ­λοῦ: Ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ μα­τιὰ τοῦ Ἐ­πα­χτί­τη ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φου μας κα­τευ­θύ­νε­ται πάν­το­τε στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ με­ρι­κό. Ἡ φλο­γε­ρή του ἐ­πι­θυ­μί­α εἶ­ναι νὰ ἀ­να­πα­ρα­στή­ση τὸ με­ρι­κὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ στὴν ἰ­δι­ά­ζου­σα ἰ­δι­ο­τυ­πί­α του. Δὲν ἀ­νέ­χε­ται κα­μιὰ ἀ­πο­λύ­τως προ­κα­τά­λη­ψη. Ἡ ἀ­ξί­α τῆς ἐ­πι­μέ­ρους μα­ρτυ­ρί­ας, ὅ­ταν ἀ­πο­δει­χθῆ ἀ­λη­θι­νή, εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸν ὁ­ρι­στι­κὴ καὶ ἀ­πό­λυ­τη. Πε­ρι­μέ­νει πάν­το­τε ὅ­τι ἡ ἔ­ρευ­νά του θὰ τοῦ δώ­σει στοι­χεῖ­α ποὺ ἠμ­πο­ροῦν νὰ ἔ­χουν ἀ­πρό­βλε­πτες συ­νέ­πει­ες γιὰ τὴν ἐ­κτί­μη­ση καὶ ἀ­να­σύν­θε­σή του ἱ­στο­ρι­κῶν γε­γο­νό­των. «Ἂν ἀ­ξι­ω­θῶ νὰ τε­λει­ώ­σω τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη», ἔ­γρα­φε λί­γο και­ρὸ πρὶν ἀ­πὸ τὸ θά­να­το του, «ὁ Ἕλ­λη­νας ἀ­να­γνώ­στης θὰ ἰ­δῆ νέ­α ἄ­γνω­στη καὶ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­στο­ρί­α τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να». Ἡ δί­ψα γιὰ ἀ­να­κά­λυ­ψη ἀ­γνώ­στων δε­δο­μέ­νων τὸν πα­ρα­σύ­ρει σὲ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὸ πε­ρι­γρα­φι­σμὸ ποὺ κα­θι­στᾶ δύ­σκο­λη ἂν ὄ­χι ἀ­δύ­να­τη τὴ γε­νι­κὴ σύν­θε­ση. (Νέ­α Ἑ­στί­α, ἀρ. 515, Χρι­στού­γεν­να 1948.)


       Ἡ ρο­πὴ πρὸς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ τὸ με­ρι­κὸ σώ­ζει τὸ τό­δε τι τῆς ἱ­στο­ρί­ας, αὐ­τὸ ποὺ συ­νή­θως χά­νε­ται στὶς ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὲς συν­θέ­σεις, τὶς συ­νή­θως ἰ­δε­ο­λο­γι­κο­ποι­η­μέ­νες μὲ τὰ ὑ­στε­ρό­πρω­τα κρι­τή­ριά τους. Ἡ ἀ­λή­θεια τῆς μαρ­τυ­ρί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια τῶν προ­σώ­πων καὶ τῶν πραγ­μά­των, ὅ­που τὸ προ­τέ­ρη­μα ἢ τὸ ἐ­λάτ­τω­μα, οἱ συγ­κρού­σεις, τὰ πά­θη, οἱ στιγ­μὲς τῆς μι­κρό­τη­τας ἢ τοῦ με­γα­λεί­ου, κα­θὼς αὐ­τὲς συν­δέ­ον­ται μὲ ἀ­πρό­βλε­πτες ὅ­σο κι ἀ­σή­μαν­τες πτυ­χὲς τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, οἱ ἰ­δι­αί­τε­ροι τρό­ποι τῆς ἔκ­φρα­σης ἢ τῆς βι­ο­τῆς, ὅ­λα τους εἶ­ναι ἀ­να­πό­σπα­στα δε­μέ­να μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε νὰ ἐγ­γυ­ῶν­ται ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­ναι δι­ό­λου εὔ­κο­λο πράγ­μα ἡ φαλ­κί­δευ­σή του, ἰ­δί­ως ἀ­πὸ ἀλ­λό­τρι­ες ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς σκο­πι­μό­τη­τες, ποὺ δια­ρκῶς ἀ­να­κα­τα­σκευά­ζουν κα­τὰ τὰ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὰ συμ­φέ­ρον­τά τους τὴν ἱ­στο­ρί­α.

       Μέ­νον­τας ὁ Βλα­χο­γιά­ννης πι­στὸς στὶς ἱ­στο­ρι­ο­δι­φι­κὲς του ἐρ­γα­σί­ες, προ­ση­λω­μέ­νος στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ τὸ με­ρι­κὸ τῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν καὶ στὸ  μο­να­δι­κὸ ἦ­θος που ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­πὸ κά­θε μιά τους, στὴν οὐ­σί­α μέ­νει κον­τὰ στὸν δαί­μο­νά του, ζεῖ σὲ μέ­γα βά­θος καὶ πλά­τος τὴν ἱ­στο­ρι­κή του ταυ­τό­τη­τα, δη­λα­δὴ τὸ πο­λύ­τι­μο αἴ­σθη­μα τῆς ἰ­θα­γέ­νειάς του, δι­α­δι­κα­σί­α ποὺ ἐ­πι­τε­λεῖ σὲ και­ροὺς ψυ­χι­κῆς ξε­νι­τειᾶς τὸ μέ­γα θαῦ­μα τῆς οἰ­κει­ό­τη­τας, τρο­φο­δο­τών­τας ταυ­τό­χρο­να τὴν ὑ­πε­ρη­φά­νεια τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ στη­ρί­ζον­τάς τους σὲ ἐ­πο­χὴ νε­ω­τε­ρι­κὴ τό­σο δι­α­λυ­τι­κὴ γιὰ ὅ­λα αὐ­τά – ἐ­πο­χὴ ποὺ σχε­δὸν σὲ τί­πο­τα δὲν δι­α­φέ­ρει κι ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς πὼς στὸν και­ρό μας ἔ­γι­νε ἀ­κό­μη πιὸ δι­α­λυ­τι­κὴ γιὰ πα­ρό­μοι­ες στά­σεις!

       Τὰ 724 ἀ­νέκ­δο­τα τῆς Ἱ­στο­ρι­κῆς Ἀν­θο­λο­γί­ας του, ξε­δι­α­λεγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸ ἀ­πί­θα­νο εὗ­ρος τῆς ἱ­στο­ρι­ο­δι­φι­κῆς του ἐμ­πει­ρί­ας, μὲ τὸ συ­χνὰ χα­μη­λὸ ξε­χω­ρι­στό τους προ­φίλ, τὰ ἑ­στι­α­σμέ­να ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τὴν ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ μα­τιὰ ποὺ ἀ­πο­τυ­πώ­νει τό­σο τὸν γνω­στὸ ὅ­σο καὶ τὸν ἄ­γνω­στο ἥ­ρω­α μὲ τὰ σώ­ψυ­χα ἀλ­λὰ καὶ τὰ σώ­βρα­κά του (καὶ σὲ κά­ποι­ες ἐμ­βλη­μα­τι­κὲς στιγ­μὲς καὶ δί­χως αὐ­τά), μὲ τὴν με­τα­φο­ρι­κὴ σχε­δὸν μυ­θο­πλα­στι­κὴ τά­ση τῶν πο­λυ­ει­δῶν ἀ­φη­γη­τῶν τους, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν με­γά­λη τους πα­τρι­ω­τι­κὴ ἀλ­λὰ καὶ παι­δα­γω­γι­κὴ προ­σφο­ρὰ καὶ ἀ­ξί­α, συ­νι­στοῦν γιὰ τὸ Ἱ­στο­λό­γιό μας καὶ ἕ­να πρώ­της τά­ξε­ως γραμ­μα­τεια­κὸ ὑ­λι­κὸ ποὺ τὴν εἰ­δο­λο­γι­κή του ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα καὶ προ­σφο­ρό­τη­τα θὰ ἐ­ξε­τά­σου­με ἀ­μέ­σως με­τά.

.

III. Τὸ εἶ­δος τῆς μι­κρο-α­φή­γη­σης: τὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Ἀ­νέκ­δο­το


Ἡ ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α ὑ­φί­στα­το ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σε ἡ συγ­γρα­φὴ καὶ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὡς ἀ­φο­ρι­σμός, ἀλ­λη­γο­ρί­α, ἀ­πό­λο­γος, σκη­νή, πε­ρι­στα­τι­κό, πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­πί­γραμ­μα, γκρα­βού­ρα, μύ­θος, πα­ρα­βο­λή, πα­ροι­μί­α, ἀ­πό­φθεγ­μα, βι­νι­έ­τα καὶ μιὰ ἀ­τε­λεί­ω­τη ποι­κι­λί­α πο­λὺ σύν­το­μων ἀρ­χαί­ων λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἡ δι­α­φο­ρὰ μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α; Κα­μί­α ἢ πολ­λές. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι λο­γο­τε­χνί­α τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἑ­ξῆς, καὶ ἔ­χει τὶς ἴ­δι­ες δι­α­φο­ρὲς μὲ τοὺς προ­γό­νους της, ὅ­πως ἔ­χουν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἡ ποί­η­ση ἢ τὸ δο­κί­μιο τοῦ 20οῦ καὶ τοῦ 21ου αἰ­ώ­να μὲ τοὺς δι­κούς τους προ­γό­νους.
Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo): «Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν: προ­σέγ­γι­ση στὴν ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α» (βλ. ἐ­δῶ).

ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ μί­α στε­νά­χω­ρη πτυ­χὴ στὴ ζω­ὴ τοῦ πα­ρόν­τος Ἱ­στο­λο­γί­ου, ποὺ φέ­τος ἔ­κλει­σε τὰ δέ­κα του χρό­νια, εἶ­ναι γιὰ τὸν ἱ­δρυ­τὴ καὶ ἐκ­δό­τη του ἐ­κεί­νη τῆς μο­νο­εί­δειάς του. Γεν­νη­μέ­νο, ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, ἀλ­λὰ πρω­τί­στως, κα­τὰ τὴν ἑ­τε­ρο­γο­νί­α τῶν σκο­πῶν, ἀ­πὸ τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ δο­κι­μα­στοῦν οἱ ἀν­το­χὲς πα­λι­ῶν ἐκ­δο­τι­κῶν πρα­κτι­κῶν καὶ ἀ­ξι­ῶν στὰ νέ­α μέ­σα, ὁ­δή­γη­σε, κα­τὰ τὴ λει­τουρ­γί­α του, σ’ ἕ­να ἐ­πι­πρό­σθε­το ἐ­νο­χλη­τι­κὸ αἴ­σθη­μα: στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος, ὅ­πως τεί­νει παγ­κο­σμί­ως νὰ δι­α­μορ­φω­θεῖ σή­με­ρα, μπο­ρεῖ, ἂν δὲν τὸ προ­σέ­ξει κα­νείς, ἡ συ­στα­τι­κή ἔν­τα­ση καὶ δι­α­φο­ρά πρὸς τὸν λε­γό­με­νο πο­λι­τι­σμὸ ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴ δη­μι­ουρ­γί­α, ἢ ἁ­πλᾶ τὴν Τέ­χνη, νὰ ὑ­πο­κα­τα­στα­θεῖ εὔ­κο­λα ἀ­πὸ τὴν ἐρ­γα­λεια­κὴ συμ­πό­ρευ­ση καὶ συγ­χώ­νευ­ση μα­ζί του! Μό­νι­μο πα­ρα­κο­λού­θη­μα τῆς τέ­χνης ὅ­ταν αὐ­τὴ τεί­νει ­νὰ γί­νει εὔ­κο­λη καὶ μα­ζι­κή. Ἡ ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κὴ ἐ­πι­κέν­τρω­ση τῆς προ­σο­χῆς μας στὴν ἀ­να­δυ­ό­με­νη ἐ­λάσ­σο­να λο­γο­τε­χνί­α τοῦ και­ροῦ μας μὲ τοὺς ἀ­πει­ρά­ριθ­μους ‘συγ­γρα­φεῖ­ς’ τῆς μιᾶς σε­λί­δας, τοὺς ἀ­να­ρίθ­μη­τους δι­α­γω­νι­σμοὺς σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο καὶ τὰ ἀ­πί­θα­να βρα­βεῖ­α ποὺ τοὺς συ­νο­δεύ­ουν, οὕ­τως ὥ­στε τὰ 15 λε­πτὰ δη­μο­σι­ό­τη­τας ποὺ κα­τὰ τὸν Γου­ῶρ­χολ ἀν­τι­στοι­χοῦν στὸν κα­θέ­να μας νὰ βρί­σκουν τὸ ἰ­σο­δύ­να­μό τους στοὺς ποι­κι­λώ­νυ­μους τί­τλους δι­ά­κρι­σης τῶν ἐ­πι­τυ­χόν­των σ’ αὐ­τούς, μα­ζὶ μὲ τὸ θέ­ρι­ε­μα τῶν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κῶν σπου­δῶν παν­τοῦ, τὰ συμ­πό­σια καὶ τὰ σε­μι­νά­ρια, τὶς σχο­λὲς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς καὶ τὶς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς θέ­σεις καὶ κα­ρι­έ­ρες ποὺ στή­νον­ται γύ­ρω τους, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πα­ρα­λο­γο­τε­χνι­κὰ κιν­δυ­νεύ­ουν νὰ πλή­ξουν στὴν καρ­διὰ τὴν τέ­χνη ποὺ ἀ­γα­πή­σα­με καὶ στὴν ὁ­ποί­α ἀ­φι­ε­ρώ­σα­με πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ πλέ­ον ζων­τα­νὰ κομ­μά­τια τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, ἂν ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­με νὰ μέ­νου­με ἀ­νυ­πο­ψί­α­στοι καὶ ἐ­φη­συ­χα­μέ­νοι ὡς πρὸς τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ τὴν ἀ­πει­λοῦν.

       Γι’ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς, προ­σπά­θη­σε καὶ προ­σπα­θεῖ χρό­νια τώ­ρα τοῦ­το τὸ Ἱ­στο­λό­γιο, ὑ­πη­ρε­τών­τας τὸν ὑ­ψη­λὸ ἐ­ρα­σι­τε­χνι­σμό, νὰ ἐ­ξευ­ρί­σκει τρό­πους καὶ μέ­τρα ἀν­τι­σταθ­μι­στι­κὰ τῶν κιν­δύ­νων αὐ­τῶν, μα­κριὰ ἀ­πὸ τοὺς αὐ­το­μα­τι­σμοὺς καὶ τὶς εὐ­κο­λί­ες τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου, ἐν­θαρ­ρύ­νον­τας ἐμ­βα­θύν­σεις καὶ προ­βλη­μα­τι­σμοὺς γιὰ τὸ εἶ­δος, ψη­λα­φών­τας τὶς ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κές του δι­α­συν­δέ­σεις, δι­ε­ρευ­νών­τας ὅ­ρια καὶ ἀν­το­χές, εὐ­νο­ών­τας, μὲ τὶς ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν ἀ­παι­τη­τι­κό­τε­ρες ἐ­πι­λο­γές του, ἐκ­φρά­σεις ποὺ δι­α­σώ­ζουν τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ ἀν­τι­νο­μι­κό­τη­τα τῶν και­ρῶν ἢ συν­τη­ροῦν ἔ­στω καὶ ἐν σμι­κρῷ τὸ χρο­νι­κῶς ἀ­ναλ­λοί­ω­το τρα­γι­κὸ αἴ­σθη­μα τῆς ζω­ῆς. Ἐ­πει­δὴ συ­νε­χὴς προ­σκόλ­λη­ση στὸ και­νούρ­γιο ἢ ἐ­πι­και­ρι­κὸ μᾶς κά­νει εὐ­κό­λως ἀ­να­λώ­σι­μους, προ­σπα­θή­σα­με νὰ δι­ευ­ρύ­νου­με τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α τῶν ἀ­να­γνω­στῶν καὶ τὴ δι­κή μας πα­λι­ώ­νον­τας τὸν χρό­νο τῶν ἀ­φη­γή­σε­ων μὲ τὴν προ­σφυ­γὴ σὲ κεί­με­να πα­λαι­ο­τέ­ρων συγ­γρα­φέ­ων καὶ ἐ­πο­χῶν, ὅ­πως κά­να­με συμ­βο­λι­κῶς ἐκ­κι­νών­τας τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας στὶς 5 Ἀ­πρι­λί­ου 2010 μὲ τὸν Αἴ­σω­πο, εἴ­τε υἱ­ο­θε­τών­τας δι­α­φο­ρε­τι­κὲς κα­τα­νο­ή­σεις τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ, ὅ­πως στὸ με­γά­λο πρό­σφα­το ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν ὀρ­θό­δο­ξη ἀ­σκη­τι­κή μας πα­ρά­δο­ση μὲ τὰ Μι­κρὰ Πατε­ρι­κά.

       Μέ­σα στὴν ἴ­δια λο­γι­κὴ ἀν­τί­στα­σης ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ἕ­να εἶ­δος ποὺ πά­ει νὰ γί­νει μό­δα, ἐγ­και­νι­ά­ζου­με σή­με­ρα Τὰ Μι­κρὰ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να, μιὰ ἐ­κτε­τα­μέ­νη σει­ρὰ ἱ­στο­ρι­κῶν μι­κρο-α­φη­γή­σε­ων ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ με­γά­λου ἐ­θνι­κο-α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κοῦ ἀ­γώ­να τοῦ λα­οῦ μας. Ἡ συγ­κυ­ρί­α φέ­τος τῶν δι­α­κο­σί­ων ἐ­τῶν ἀ­πὸ τὴν ἔ­ναρ­ξή του τὸ 1821 εἶ­ναι μό­νον προ­σχη­μα­τι­κή. Ἡ οὐ­σί­α βρί­σκε­ται στὸ ἦ­θος ποὺ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν καὶ τὴν αὐ­το­γνω­σί­α στὴν ὁ­ποί­α κα­λοῦν. Ἐ­ὰν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἡ ταυ­τό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης πο­λι­τι­σμι­κῆς παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης, τῆς ἀ­να­γνω­ρί­σι­μης καὶ με­τα­φρά­σι­μης παν­τοῦ, τὸ Ἱ­στο­λό­γιό μας μὲ Τὰ Μι­κρὰ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­γώ­να εἰ­ση­γεῖ­ται στὸ Ἱστορικὸ Ἀνέκδοτο τὸ μι­κρο-α­φή­γη­μα τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ἐν­το­πι­ό­τη­τας ἢ τῆς Ἰ­θα­γέ­νειας, αὐ­τὸ ποὺ σὰν τὸ βα­θύ­τε­ρα ἐγ­κυ­στω­μέ­νο στὴ γλώσ­σα του ποί­η­μα θὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται πάν­τα στὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή του με­τά­φρα­ση.


Στὴν προ­σπά­θειά μας νὰ σκε­φτοῦ­με τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο μι­κρο-α­φή­γη­μα μὲ ὅ­ρους γραμ­μα­τεια­κούς, δι­α­πι­στώ­νου­με πρὸς με­γά­λη μας ἔκ­πλη­ξη ὅ­τι τὸν Γραμ­μα­το­λό­γο ἔ­χει ἤ­δη προ­λά­βει ὁ Ἱ­στο­ρι­ο­δί­φης!

       Σὲ ἕ­να ἐ­κτε­τα­μέ­νο πρό­λο­γο τριά­ντα σε­λί­δων, μὲ τὸν γε­νι­κὸ τί­τλο «Πα­ρα­μυ­θό­λο­γα» ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης προ­σπα­θεῖ νὰ κα­τα­νο­ή­σει, καὶ νὰ ἐ­ξη­γή­σει καὶ σὲ μᾶς, τὸ γραμ­μα­τεια­κὸ εἶ­δος τῶν κει­μέ­νων τῆς συλ­λο­γῆς του, ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ εὐ­ρύ­τε­ρο γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ πλαί­σιο στὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ μπο­ρού­σα­νε νὰ ἐν­τα­χτοῦν.

       Ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς πα­ρα­μυ­θό­λο­γους, τοὺς λα­ϊ­κοὺς μύ­θους γιὰ ζῶ­α ἢ ἀν­θρώ­πους (μὲ τὴ στε­νό­τε­ρη στὴ δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση ση­μα­σί­α τοῦ ἀ­πό­λο­γου), συ­νή­θως ἀ­γνώ­στου συγ­γρα­φι­κῆς ταυ­τό­τη­τας, ὁ Βλα­χο­γιά­ννης πα­ρα­θέ­τει τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ ἀ­νέκ­δο­το, μὲ τὴ ση­μα­σί­α «ἱ­στο­ρι­κὸ πα­ρα­κα­τι­νῆς τά­ξης πε­ρι­στα­τι­κό, ποὺ οἱ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κοὶ ἱ­στο­ρι­κοὶ τὸ πα­ρα­λεί­πουν». Ἀ­πο­πει­ρᾶ­ται μά­λι­στα τὸν ὁ­ρι­σμό του: «Λό­γος ἢ πρά­ξη ἱ­στο­ρι­κοῦ προ­σώ­που μὲ νό­η­μα σύν­το­μο (σο­βα­ρὸ εἴ­τε ἀ­στεῖ­ο) ποὺ χρη­σι­μεύ­ει ὡς πα­ρά­δειγ­μα καὶ τύ­πος σὲ πε­ρί­στα­ση βι­ω­τι­κὴ ἀ­νά­λο­γη μ‘ ἐ­κεί­νη ποὺ τὸ γέν­νη­σε.»

       Ἀ­φοῦ κά­νει μιὰ σύν­το­μη ἀ­να­δρο­μὴ μὲ ἀρ­κε­τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα τό­σο στοὺς πα­ρα­μυ­θό­λο­γους (ἱ­στο­ρί­ες γιὰ ζῶ­α), ἀ­να­το­λι­κοὺς καὶ ἑλ­λη­νι­κοὺς ὅ­σο καὶ  στοὺς ἀ­πό­λο­γους (ἱ­στο­ρί­ες γιὰ ἀν­θρώ­πους), ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ἀ­να­το­λι­κοὺς ἐ­πί­σης, δεί­χνον­τας μὲ τὰ πλού­σια πα­ρα­δείγ­μα­τά τους ποὺ πα­ρα­θέ­τει τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τους, περ­νᾶ στὸ κύ­ριο μέ­λη­μά του ποὺ εἶ­ναι τὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Ἀ­νέκ­δο­το, μὲ τὴν πε­ρι­γρα­φή, κα­τα­νό­η­ση κι ἐ­πι­μέ­τρη­ση τῆς ἀ­ξι­ο­πι­στί­ας του.

       Δε­κα­πέν­τε μῆ­νες δη­λώ­νει ὁ ἀν­θο­λό­γος ὅ­τι χρει­ά­στη­κε νὰ δου­λέ­ψει, ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 1924 ὣς τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1926 γιὰ νὰ συν­θέ­σει τὸ ὑ­λι­κὸ τῆς Ἀν­θο­λο­γί­ας του, ποὺ κα­λύ­πτει μό­νο τὴν πε­ρί­ο­δο 1821-1864 τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας – ἔρ­γο ποὺ καὶ πά­λι δὲν θὰ τὸ ἀ­να­λάμ­βα­νε ἂν δὲν τοῦ ἔ­δι­νε τὴν ἀ­φορ­μὴ ὁ χο­ρη­γός του Μπε­νά­κης. Το­νί­σα­με τὸ «νὰ συν­θέ­σει», ἐ­πει­δὴ αὐ­το­νο­ή­τως τὴν ἔ­ρευ­να, με­λέ­τη καὶ κρι­τι­κὴ ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῶν πλού­σι­ων πη­γῶν του, ὁ ἀν­θο­λό­γος ἐ­ξη­γεῖ ὅ­τι τὴν εἶ­χε ἤ­δη κά­νει ἐ­πὶ τρι­αν­τα­πέν­τε χρό­νια!

       Τὴν σπου­δαι­ό­τη­τα ποὺ ἀ­πο­δί­δει ὁ Βλα­χο­γιά­ννης στὸ ἱ­στο­ρι­κὸ ἀ­νέκ­δο­το γιὰ τὴν συμ­βι­ω­τι­κὴ κα­τα­νό­η­ση καὶ οἰ­κει­ο­ποί­η­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας, τὴν γνώ­ση τῆς ἀ­λή­θειας της, κα­τα­λα­βαί­νου­με ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­κρι­ση ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ γιὰ τὴν σπά­νι­δά του στὶς γρα­πτὲς πη­γές, λό­γι­ες ἢ λα­ϊ­κές:

Μέ­σα πά­λι στὴς ἱ­στο­ρί­ες τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης καὶ τῶν πα­ρα­κά­τω χρό­νων, κα­θὼς καὶ στ’ ἀ­πο­μνη­μο­νέ­μα­τα τῆς ἴ­διας ἐ­πο­χῆς, τὸ ἀ­νέκ­δο­το λί­γον τό­πο πιά­νει. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι γρα­φιά­δες ἀν­τὶ νὰ μᾶς πα­ρα­δώ­σουν ὅ­σα εἶ­δαν ἢ πρά­ξαν ἢ ἀ­κού­σα­νε μὲ ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φή, νο­μί­σα­νε τὸν ἑ­αυ­τό τους πο­λὺ σπου­δαι­ό­τε­ρο ὑ­πο­κεί­με­νο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ γρά­φα­νε καὶ προ­τι­μή­σα­νε νὰ παί­ξουν πρό­σω­πο τρα­νοῦ ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φου, Θυ­κυ­δί­δη κα­θαυ­τό, ἢ νο­μί­σαν πὼς θὰ χά­να­νε πο­λὺ ἀ­πὸ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά τους, ἂν μᾶς πα­ρα­δί­να­νε πι­στὰ καὶ φυ­σι­κὰ τὰ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­στα­τι­κὰ τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἔ­τσι προ­τι­μή­σα­νε μὲ τὴ σο­φή τους νε­κρὴ γλώσ­σα καὶ τὸ ἄ­ψυ­χό τους ὕ­φος, ἂν καὶ θου­κυ­δι­δι­κό, ν’ ἁ­πλώ­σουν ἕ­να σά­βα­νο ψυ­χρὸ καὶ νὰ σκε­πά­σουν τὸ ἐ­ξαί­σιο θέ­α­τρο τοῦ ἱ­ε­ροῦ Ἀ­γῶ­να μας, ἐ­νῷ ἔρ­γο τους ἀ­λη­θι­νὸ ἤ­τα­νε νὰ μᾶς τὸ πα­ρα­δώ­σουν ὁ­λο­ζών­τα­νο.

       Ἐ­ξαί­ρε­ση κά­νει γιὰ τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα τοῦ Φω­τά­κου καὶ τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη (ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­λά­χι­στα στα­χυ­ο­λο­γεῖ, ἐ­πει­δὴ τὰ γρα­πτά του θε­ω­ρεῖ πλέ­ον γνω­στά, δί­νον­τας προ­τε­ραι­ό­τη­τα σὲ ἄλ­λες σπά­νι­ες πη­γές) ἐ­νῶ ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­μνή­σεις τῶν λο­γί­ων, γιὰ κεῖ­νες τοῦ Νι­κο­λά­ου Δρα­γού­μη, τοῦ Ραγ­κα­βῆ καὶ τοῦ Τερ­τσέ­τη. Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐγ­κώ­μιο ἀ­φι­ε­ρώ­νει στὴν ἀ­πο­μνη­μο­νευ­μα­το­γρα­φί­α τοῦ Λά­κω­νος πο­λι­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να Δη­μή­τριου Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη, ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀν­τλεῖ ἀ­να­λο­γι­κῶς τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ἐγ­γρα­φὲς τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας του.

       Γιὰ νὰ προ­βά­λει τὴν κρι­τι­κή του ἐ­ξέ­τα­ση τῶν πη­γῶν, ποὺ ἐ­ξα­σφα­λί­ζει τὸ κύ­ρος τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας του, πα­ρα­θέ­τει σει­ρὰ πα­ρα­δειγ­μά­των πλα­στῆς ταυ­το­ποί­η­σής τους, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ καὶ σή­με­ρα πι­στευ­τὸ ἀ­πὸ πολ­λοὺς σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο εἰ­σα­γω­γῆς τῆς καλ­λι­έρ­γειας τῆς πα­τά­τας στὴν Ἑλ­λά­δα ἀ­πὸ τὸν Κα­πο­δί­στρια.

       Ἀλ­λὰ καὶ τὶς πη­γὲς ποὺ ἔ­τσι ἐ­πι­λέ­γει νὰ συμ­πε­ρι­λά­βει στὴν ἀν­θο­λο­γί­α του δὲν τὶς ἀ­φή­νει πάν­το­τε ἀ­πεί­ρα­χτες! Ὁ ἔν­τον­ος δη­μο­τι­κι­σμός του, ἐ­πι­κου­ρού­με­νος ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἥσ­σο­να συγ­γρα­φι­κή του ἰ­δι­ό­τη­τα, τὴ λο­γο­τε­χνι­κή, τὸν ὁ­δη­γεῖ, ἂν καὶ «σπά­νια» ὅ­πως ἐ­ξη­γεῖ, στὴν αἰ­σθη­τι­κή τους ἀ­νά­πλα­ση, φρον­τί­ζον­τας σχο­λα­στι­κὰ νὰ δι­α­τη­ρη­θεῖ ἀ­πεί­ρα­χτος ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς πυ­ρή­νας τους μὲ τὸ πλη­ρο­φο­ρια­κό του φορ­τί­ο. Μὲ εἰ­λι­κρί­νεια, λοι­πόν, προ­ει­δο­ποι­εῖ τὸν ἀ­να­γνώ­στη γιὰ τὴν ἐκ­δο­τι­κή του μέ­θο­δο:

Πρέ­πει ἀ­μέ­σως νὰ δη­λώ­σω πὼς ἡ ἡ συλ­λο­γὴ τού­τη ποὺ δί­νω στὸ κοι­νὸ δὲν εἶ­ναι συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­νέκ­δο­τα κα­τὰ τὸν αὐ­στη­ρὸν ὁ­ρι­σμό τους. Ἴ­σα-ἴ­σα γιὰ νὰ φύ­γω ἀ­πὸ τὸν κίν­τυ­νο τῆς τε­χνη­τῆς με­τα­μόρ­φω­σης τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν πε­ρι­στα­τι­κῶν σ’ ἀ­νέκ­δο­τα, πρό­σε­ξα πο­λὺ τὸ σκό­πε­λο τῆς «ἀ­νεκ­δο­το­ποί­η­σης» ποὺ μί­λη­σα πιὸ πά­νω· δὲν ξε­μά­κρυ­να οὔ­τε ἀ­πὸ τὸ γράμ­μα οὔ­τε ἀ­πὸ τὸ νό­η­μα τῆς πη­γῆς, ποὺ μοὔ­δω­σε κά­θε φο­ρὰ τὴν ὕ­λη· δὲν πα­ρα­μόρ­φω­σα λοι­πὸν πα­ρὰ ξα­νά­πλα­σα ὅ,τι ηὗ­ρα, κι ὅ­που ηὗ­ρα ἀ­νέκ­δο­το, ἀ­νέκ­δο­το πά­λι ἔ­δω­σα, ὅ­που ηὗ­ρα σύν­το­μο γνω­μι­κό, ἔ­τσι πά­λι τ’ ἄ­φη­σα κτλ. καὶ μο­να­χὰ σπά­νια, ὅ­που ἀ­πάν­τη­σα ἄ­ψυ­χο ὑ­λι­κὸ σχο­λα­στι­κὰ δι­α­τυ­πω­μέ­νο μὲ ἀ­χρω­μά­τι­στη πε­ρι­γρα­φή, σα­χλὸ δι­ά­λο­γο, μ’ ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες βαλ­μέ­νες στὸ στό­μα ζων­τα­νῶν ἀν­θρώ­πων, θέ­λη­σα νὰ τοῦ δώ­σω χρῶ­μα μὲ τὴ γλῶσ­σα τὴν ἀ­λη­θι­νή, με τὴ φρα­στι­κὴ μορ­φὴ ποὺ πά­ει σὲ πρό­σω­πα καὶ σὲ ἤ­θη πε­ρα­σμέ­να. Δι­ά­λο­γο που­θε­νὰ δὲν ἔ­βα­λα τῆς φαν­τα­σιᾶς μου πα­ρὰ ἐ­κεῖ ὅ­που τὸ κεί­με­νο τὸν ἔ­δει­χνε κα­θα­ρὰ εἴ­τε σὲ ἄ­πλα­στη μορ­φή.


       Γι’ αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο εἶ­δος «ἀ­νά­πλα­σης» δί­νει ὁ Βλα­χο­γιά­ννης καὶ δυ­ὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα γιὰ νὰ τὸν ἐ­λέγ­ξου­με. Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Ἄλ­κης Ἀγ­γέ­λου γιὰ τὰ ἱ­στο­ρι­κά του ἀ­νέκ­δο­τα «ἐ­πει­δὴ ἡ αὐ­στη­ρὴ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ συ­νεί­δη­σή του δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ τὰ πα­ρεμ­βά­λει στὸ κυ­ρί­ως ἔρ­γο του, τὰ συγ­κρό­τη­σε σὲ ἕ­να σῶ­μα καὶ μᾶς τὰ προ­σέ­φε­ρε ὄ­χι ὡς ἀ­πο­σπό­ρια, ἀλ­λὰ ὡς συμ­πλή­ρω­ση τοῦ κυ­ρί­ως ἱ­στο­ρι­κοῦ ἔρ­γου του».

       Μιὰ τέ­τοι­α, λοι­πόν, συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὴ πρὸς τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ ἔρ­γο ἀ­νά­πλα­σή τους, εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­πι­πλέ­ον λό­γος ποὺ κά­νει τὰ συγ­κε­κρι­μέ­να ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­νέκ­δο­τα ἕ­να ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ εἶ­δος κα­τάλ­λη­λο γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας.


* * *


ΠΕΡΑΙΝΟΝΤΑΣ στὶς 20 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1926 ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης τὴν εἰ­σα­γω­γή στὴν Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α του, μᾶς ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ δί­χως νὰ κρύ­βει τὶς πο­λὺ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξες σκέ­ψεις του γιὰ τὴν «κα­κὴ μοί­ρα» ποὺ τὴν πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ τὸ κοι­νὸ τῆς ἐ­πο­χῆς του, καὶ ἰ­δί­ως ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ρη­το­ρι­κὴ ἀ­γυρ­τεί­α στὴν Ἑλ­λά­δα ποὺ ἑ­κα­τὸ χρό­νια ἔ­χει ποὺ ἔ­κα­νε τρε­χού­με­νη πα­λι­ο­μο­νέ­δα τὰ ἐ­θνι­κὰ ἰ­δα­νι­κά, τὴν ἱ­στο­ρί­α, τὴ γλῶσ­σα, καὶ τὰ μοι­ρά­ζει τά­χα φυ­λα­χτὰ θα­μα­τουρ­γὰ στοὺς χά­χη­δες ποὺ τὴν πι­στεύ­ουν

       Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τούς, τὴν χα­ρί­ζει, ὅ­πως λέ­ει:

       μ’ ἀ­λα­φρὴ καρ­διὰ ὄ­χι σ’ ἄλ­λους, μὰ στὴ και­νούρ­για μας γε­νιά, για­τὶ ἀ­π’ αὐ­τὴ μο­νά­χα πε­ρι­μέ­νω…


       Ἀ­λί­μο­νο!


       Χρει­ά­στη­καν ἑ­βδο­μῆν­τα τέσ­σε­ρα (74) χρό­νια καὶ πε­ρί­που τεσ­σε­ρι­σή­μι­σι (!) γε­νι­ές, στὸ κα­τώ­φλι πιὰ τοῦ 21ου αἰ­ώ­να, γιὰ νὰ ξα­να­δεῖ τού­τη ἡ Ἀν­θο­λο­γί­α τὸ φῶς τῆς δη­μο­σι­ό­τη­τας τὸ 2000 σὲ μιὰ αὐ­το­τε­λῆ φρον­τι­σμέ­νη ἔκ­δο­ση μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Ἄλ­κη Ἀγ­γέ­λου ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ Βι­βλι­ο­πω­λεί­ου τῆς «Ἑ­στί­ας», ἂν ἐ­ξαι­ρέ­σου­με τὴν δί­χως τὸν πρό­λο­γο συμ­πε­ρί­λη­ψή της στοὺς ἑ­πτὰ τό­μους τῶν «ἁ­πάν­των» τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ἑ­ξήν­τα.


Καὶ τώ­ρα σ’ ἐ­μᾶς ποὺ ξα­να­σκε­φτό­μα­στε τὸ πα­ρὸν ξα­να­ζέ­στα­μά της,

       ἐν μέ­σῳ παν­δη­μί­ας, μὲ τὰ τούρ­κι­κὰ F16 νὰ ἁ­λω­νί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σιά, τὰ γε­ω­τρύ­πα­να τῆς ‘γεί­το­νο­ς’ νὰ  ἔ­χουν κω­λο­κα­θί­σει γιὰ τὰ κα­λὰ καὶ μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω τους στὰ νε­ρὰ τῆς ἑλ­λη­νό­φω­νης Κύ­πρου, τοὺς δῆ­θεν πιὸ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νους τῆς γε­νιᾶς μας νὰ ἐ­παί­ρον­ται γιὰ τὸν ἐ­θνο­μη­δε­νι­σμό τους, καὶ τὴν πο­λι­τι­κὴ ἐ­λὶτ τῆς χώ­ρας μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς ἕ­να νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο με­τα­πρα­τι­κὸ τζά­κι καὶ μιὰ φαν­τα­σμέ­νη πλου­το­κρά­τισ­σα νὰ ἑ­τοι­μά­ζε­ται νὰ χο­ρέ­ψει μὲ τὴ σει­ρά της καὶ μὲ τὸ πρό­σχη­μα τῆς Πα­λιγ­γε­νε­σί­ας πά­νω στὰ ἡ­μι­θα­νῆ ὁ­ρά­μα­τα γιὰ ἐ­θνι­κὴ ἀ­νε­ξαρ­τη­σία, πο­λι­τι­κὴ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια καὶ κοι­νω­νι­κὴ δι­και­ο­σύ­νη αὐ­τῶν ποὺ ἔ­χυ­σαν τὸ αἷ­μα τους γι’ αὐ­τὰ πρὶν ἀ­πὸ 200 χρό­νια,

       σὰν μιὰ δι­α­δι­κτυα­κὴ πο­λυ­το­νι­κὴ ἀ­νορ­θο­γρα­φί­α καὶ ἐκ­δο­τι­κὴ πα­ρα­ξε­νιὰ τοῦ ἐ­ξω­τι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους μπον­ζά­ϊ μᾶς φαί­νον­ται τοῦτα τὰ ἱστορικὰ ἀνέκδοτα, καὶ ἕ­να λά­θος ἀ­τα­βι­στι­κὸ ὄ­νει­ρο τοῦ ὑ­πε­ρή­λι­κος δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου ποὺ τὰ φι­λο­ξε­νεῖ.


Νέ­α Σμύρ­νη, 1 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2021

[1] Στὸ σχε­τι­κὸ χω­ρί­ο τοῦ ἱ­ε­ράρ­χη τὸ βά­ρος, βέ­βαι­α, πέ­φτει στὴ συ­νέ­χεια τοῦ λό­γου: «ἡ­μεῖς δὲ οὐ χρεί­αν ἔ­χο­μεν ἀ­πο­δη­μῆ­σαι διὰ τὴν βα­σι­λεί­αν τῶν οὐ­ρα­νῶν, οὔ­τε πε­ρᾶ­σαι θά­λατ­ταν διὰ τὴν ἀ­ρε­τήν. Φθά­σας γὰρ εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος· “Ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν ἐν­τὸς ὑ­μῶν ἐ­στιν”.» Εἶ­ναι με­γά­λη ἡ ἀ­πώ­λεια γιὰ τὴν ἀ­γω­νι­ῶ­σα συ­νεί­δη­ση τοῦ ση­με­ρι­νοῦ ἀν­θρώ­που, νὰ κα­τα­νο­εῖ­ται ἡ πα­ρα­πά­νω ἀν­τι­στι­κτι­κὴ ἐ­πι­σή­μαν­ση ὡς ἀ­πο­κλει­στι­κὴ ἀν­τί­θε­ση πρὸς τὸν ἀρ­χαῖ­ο πα­γα­νι­στι­κὸ ἑλ­λη­νι­σμὸ καὶ ὄ­χι ὡς δι­α­φο­ρὰ ποὺ πλου­τί­ζει τὸν πνευ­μα­τι­κὸ κό­σμο τοῦ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νου ἀν­θρώ­που τοῦ πα­ρόν­τος, με­τα­το­πί­ζον­τας τὸ βά­ρος τῆς πο­λι­τι­σμι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας ἀ­πὸ τὸν ἀ­πελ­πι­στι­κὰ κο­ρε­σμέ­νο πλα­νη­τι­κὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ χῶ­ρο στὸν ἀ­νε­ξάν­τλη­το ‘τό­πο’ τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κοῦ βι­ώ­μα­τος.
[2] Μιὰ ἰ­δέ­α ποὺ ἐ­ξέ­φρα­σα σὲ συ­νέν­τευ­ξή μου στὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Αὐ­γὴ στὶς 18.02.2001, μὲ τὸν μᾶλ­λον ἀ­φε­λῆ τί­τλο «Κλεί­νει ὁ κύ­κλος τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­σμοῦ».
[3] Γιὰ τὴν σύν­δε­ση μὲ τὸ πρό­σω­πο αὐ­τὸ τοῦ ἀ­στι­κοῦ μύ­θου γιὰ τὸν εὔ­ζω­να φρου­ρὸ μὲ τὸ ἴ­διο ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο ποὺ αὐτο­κτό­νη­σε πέ­φτον­τας ἀ­πὸ τὸν βρά­χο τῆς Ἀ­κρό­πο­λης τὴν ἡ­με­ρα ποὺ μπή­κα­νε οἱ Γερ­μα­νοὶ κα­τα­κτη­τὲς στὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ μὴν δεῖ τὴ σβά­στι­κα πά­νω σ’ αὐ­τή, βλ. ἐδῶ.
[4] Νὰ πι­στέ­ψου­με τὸ θρυ­λού­με­νο (βλ. πρό­χει­ρα ἐ­δῶ) πὼς ὁ ‘Μα­κρυ­γι­άν­νη­ς’ τῶν Ἀ­πο­μνη­μο­νευ­μά­των εἶ­ναι μιὰ περ­σό­να τοῦ Βλα­χο­γιά­ννη, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος εἶ­ναι ὁ πραγ­μα­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας; Θὰ εἴ­χα­με μιὰ δι­πλῆ ἐ­πι­τυ­χί­α: ἐ­θνι­κή, μὲ τὸν Βλα­χο­γιά­ννη «πιὸ ση­μαν­τι­κὸ πε­ζο­γρά­φο μας» κα­τὰ τὴν ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α τοῦ Σε­φέ­ρη, καὶ μιὰ παγ­κό­σμια πρω­τιὰ στὸ «φαν­τα­στι­κὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κὸ ἀ­πο­μνη­μό­νευ­μα ἐ­πο­χῆς»!

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε ἐν­νέ­α συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των καὶ δύ­ο συγ­κεν­τρω­τι­κές. Τε­λευ­ταί­α ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή του: Εἰ­κό­νες ἀ­πὸ μιὰ νέ­α (Gutenberg, Ἀ­θή­να, 2015). Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἔκ­δο­ση: Ἄγ­γε­λου Θ. Ση­μη­ρι­ώ­τη, Τὰ Ποι­ή­μα­τα [1893-1943], Τό­μοι Α΄+Β΄ (μὲ τὴν Ἔλ­σα Λι­α­ρο­πού­λου, Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο Νέ­ας Ἰ­ω­νί­ας Ἀτ­τι­κῆς, Νέ­α Ἰ­ω­νί­α 1995) καὶ δη­μο­σί­ευ­σε ἕ­ξι τό­μους δο­κι­μί­ου-κρι­τι­κῆς. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο (1978), συ­νεκ­δό­της τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Νῆ­σος· Μου­σι­κὴ καὶ Ποί­η­ση (1983-85) καὶ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να (1984-85), καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον (1986-2012). Τὸν  Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε τὸν ἱ­στό­το­πο γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὸν ὁ­ποῖ­ο συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὴν Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ μα­ζί της ἐ­πι­με­λή­θηκε τοὺς ἀνθο­λο­γι­κοὺς τό­μους Μπονζάϊ γιὰ τὰ ἔ­τη 2014, 2015 καὶ 2016 ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πολ­λὲς ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ δύ­ο ἀν­θο­λο­γί­ες ποι­η­μά­των του ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ ἱ­σπα­νι­κά.

♠ ♠ ♠

Γιάννης Βλα­χο­γιά­ννης.  Ἐ­πί­με­τρο ἐργογραφικὸ

μετὰ κρίσεων γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο του

Ὁ Γιάννης Βλαχογιάννης ἔφηβος

Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης (φ.ψ. τοῦ Γιά­ννη Βλά­χου, Ναύ­πα­κτος, 1867– Ἀ­θή­να, 1945). Ὁ πα­τέ­ρας του Ὀ­δυσ­σέ­ας Βλά­χος κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ γε­νιὰ ἀ­γω­νι­στῶν τῆς Ρού­με­λης καὶ ἡ μη­τέ­ρα του Ἀ­να­στα­σί­α Γκι­ώ­νη ἀ­πὸ τὸ Σού­λι. Εἶ­χε τρεῖς ἀ­δερ­φοὺς καὶ τέσ­σε­ρις ἀ­δερ­φές. Οἱ ἀ­να­μνή­σεις τοῦ 1821 δι­α­τη­ρή­θη­καν ζων­τα­νὲς στὴ μνή­μη του καὶ δι­α­μόρ­φω­σαν σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά του. Ἔ­μα­θε τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα στὴ Ναύ­πα­κτο καὶ γιὰ τὰ γυ­μνα­σια­κὰ μα­θή­μα­τα τα­ξί­δε­ψε στὴ Ζά­κυν­θο, τὴν Κό­ριν­θο καὶ τὴν Πά­τρα. Τὸ 1886 γρά­φτη­κε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν στὸ τμῆ­μα Φι­λο­λο­γί­ας. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν σπου­δῶν του (τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν ὁ­λο­κλή­ρω­σε), ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς οἰ­κο­δι­δά­σκα­λος καὶ ὡς δι­ορ­θω­τὴς στὴν Ἐ­φη­με­ρί­δα τοῦ Κο­ρο­μη­λᾶ. Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­γι­νε συν­τά­κτης στὴν Ἑ­στί­α, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ συν­δρο­μὴ ὁ­μο­γε­νῶν (με­τα­ξὺ ἄλ­λων καὶ τοῦ Ἐμ­μα­νου­ὴλ Μπε­νά­κη) πε­ρι­συ­νέ­λε­ξε τε­ρά­στιο σὲ ὄγ­κο ἀρ­χεια­κὸ ὑ­λι­κὸ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να κυ­ρί­ως σχε­τι­κὸ μὲ τὸν Ἀ­γώ­να καὶ κα­τόρ­θω­σε νὰ ἐκ­δώ­σει ἕ­να μέ­ρος του (ὅ­πως τὰ ἀρ­χεῖ­α τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη, τοῦ Κα­σο­μού­λη καὶ τοῦ Σπυ­ρο­μή­λιου, τὸ Χια­κὸ ἀρ­χεῖ­ο, τὸ Ἀ­θη­να­ϊ­κὸ ἀρ­χεῖ­ο καὶ τὴ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη). Στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀρ­χεια­κῆς του ἔ­ρευ­νας ὁ Βλα­χο­γιά­ννης ἀ­φι­έ­ρω­σε ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του καὶ τα­ξί­δε­ψε στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καὶ τὸ Λον­δί­νο. Ἡ ἐρ­γα­σί­α του ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ συ­στη­μα­τι­κὴ καὶ συ­νέ­βα­λε ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στὴν κα­τα­γρα­φὴ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να. Τὸ 1914 μὲ δι­κή του εἰ­σή­γη­ση ἱ­δρύ­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Βε­νι­ζέ­λο τὰ Γε­νι­κὰ Ἀρ­χεῖ­α τοῦ Κρά­τους, ὅ­που δι­ε­τέ­λε­σε καὶ πρῶ­τος δι­ευ­θυν­τὴς ὣς τὸ 1937. Πέ­θα­νε τὸ 1945 στὴν Ἀ­θή­να κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νι­κῆς κα­το­χῆς. Ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας το­πο­θε­τεῖ­ται στὰ 1893 μὲ τὸ δι­ή­γη­μα Ὁ ξε­νι­τε­μέ­νος καὶ μὲ τὶς Ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Γιά­ννου Ἐ­πα­χτί­τη, συλ­λο­γὴ τρι­ῶν ἠ­θο­γρα­φι­κῶν διη­γη­μά­των γραμ­μέ­νων στὴ δη­μο­τι­κή. Ἔ­γι­νε γρή­γο­ρα δη­μο­φι­λὴς στοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς κύ­κλους καὶ ἐ­παι­νέ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Κω­στῆ Πα­λα­μά. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ὅ­πως τὰ Τέ­χνη, Ἠ­γη­σώ, Μοῦ­σα), ἐ­φη­με­ρί­δες (ὅ­πως ἡ Ἑ­στί­α, Ἀ­στρα­πή, Ἐ­φη­με­ρίς) καὶ ἡ­με­ρο­λό­για τῆς ἐ­πο­χῆς του. Οἱ οἰ­κο­νο­μι­κὲς δυ­σκο­λί­ες ποὺ τὸν συ­νό­δευ­αν σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή του δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ἐκ­δώ­σει πα­ρὰ ἕ­να μι­κρὸ μέ­ρος τοῦ συ­νο­λι­κοῦ ἔρ­γου του. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Προ­πύ­λαι­α (ἕ­ξι τεύ­χη ἀ­πὸ τὸ 1901 ὡς τὸ 1908), ὅ­που δη­μο­σί­ευ­σε ποι­ή­μα­τα, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ ἱ­στο­ρι­κὲς με­λέ­τες. Μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τῶν ἑ­κα­τὸ χρό­νων ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ Ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α ἐ­ξέ­δω­σε μὲ δι­κά του ἔ­ξο­δα τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Τὰ με­γά­λα χρό­νια (1930, πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τὸ 1914) καὶ Τὰ πα­λι­κά­ρια τὰ πα­λιά (1931). Στὸ σύ­νο­λο τῶν γρα­πτῶν του πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ποι­ή­μα­τα, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, ἱ­στο­ρι­κὲς με­λέ­τες, κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἄρ­θρα, ἀ­κό­μη καὶ ἕ­να μο­νό­πρα­κτο ἔρ­γο γιὰ τὸ θέ­α­τρο (Χή­ρα μά­να). Ὡς λο­γο­τέ­χνης εἶ­ναι γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὴν πε­ζο­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γή του. Ὁ Βλα­χο­γιά­ννης ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ συν­δυά­σει ἱ­στο­ρι­κὰ (ἡ­ρω­ι­κῆς θε­μα­τι­κῆς) καὶ ἠ­θο­γρα­φι­κὰ στοι­χεῖ­α μὲ βα­σι­κὸ στό­χο του νὰ συμ­βά­λει στὸν ὁ­ρι­σμὸ τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ταυ­τό­τη­τας καὶ στὴν ψυ­χο­λο­γι­κὴ σύν­δε­ση τῶν νε­ο­ελ­λή­νων μὲ τὸ πα­ρελ­θόν τους. Ἰ­δι­αί­τε­ρης ση­μα­σί­ας εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ ψυ­χο­γρα­φι­κὲς καὶ συμ­βο­λι­κὲς δι­α­στά­σεις τῶν ἔρ­γων του. Γλώσ­σα τῶν γρα­πτῶν του εἶ­ναι ἡ δη­μο­τι­κὴ τὴν ὁ­ποί­α υἱ­ο­θέ­τη­σε ἐ­ξαρ­χῆς, ἀ­κό­μη καὶ στὶς ἱ­στο­ρι­κὲς με­λέ­τες του, δὲ συμ­με­τεῖ­χε ὅ­μως στὶς γλωσ­σι­κὲς δι­α­μά­χες τῆς ἐ­πο­χῆς του.

[Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ ΕΚΕΒΙ]

♠ ♠ ♠

Ὁ Κ.Θ. Δη­μα­ρᾶς γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη:

ΟΥΤΕ μπο­ροῦ­σε, οὔ­τε, ἀ­λη­θι­νά, δο­κί­μα­σε πο­τὲ ὁ Βλα­χο­γιά­ννης νὰ δεῖ τὸν κό­σμο ὅ­που ζοῦ­σε, τὸν κό­σμο τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἀλ­λοι­ῶς πα­ρὰ σὰν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς μάρ­τυ­ρές της. Ὅ­μως οἱ ἄ­πει­ρες γνώ­σεις του, ἡ γε­ρὴ κρί­ση του καὶ ἡ ἀ­σφα­λέ­στα­τη δι­αί­σθη­σή του, ποὺ εἶ­ναι κι αὐ­τὴ καρ­πὸς τῆς πεί­ρας καὶ τῆς γνώ­σης, τὸν ἔ­φερ­ναν κά­πο­τε σὲ με­ρι­κοὺς γε­νι­κοὺς στο­χα­σμοὺς ποὺ ζοῦν μέ­σα στὸ ἔρ­γο του σὰν αὐ­τό­νο­μα φω­τει­νὰ ση­μά­δια· εἴ­τε συμ­φω­νοῦ­με εἴ­τε δι­α­φω­νοῦ­με μὲ τοὺς στο­χα­σμοὺς αὐ­τούς,  πάν­τα φω­τί­ζουν τὴν ζή­τη­σή μας. Ἡ ἐ­πι­φύ­λα­ξη ποὺ προ­κα­λεῖ τὸ πά­θος του —τὸ πά­θος ποὺ ἔ­βα­ζε εἴ­τε μι­λοῦ­σε γιὰ ἀν­θρώ­πους τῆς ἱ­στο­ρί­ας, εἴ­τε μι­λοῦ­σε γιὰ τοὺς συγ­χρό­νους μας— δὲν πρέ­πει νὰ στα­θεῖ ἐμ­πό­διο στὸν πλου­τι­σμὸ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς προ­σφέ­ρει ὄ­χι μό­νο ἡ σο­φί­α του, ἀλ­λὰ καὶ ἡ κρί­ση καὶ ἡ δι­αί­σθη­σή του.

       Ἔρ­γο του ἱ­στο­ρι­κὸ σπου­δαι­ό­τα­το πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θοῦν καὶ οἱ συλ­λο­γὲς ποὺ εἶ­χε κα­ταρ­τί­σει. Δὲν ξέ­ρω τί τύ­χη με­λε­τοῦ­σε ὁ ἴ­διος νὰ τοὺς δώ­σει. Μὰ ὅ­πως τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο, τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ τὸ ἱ­στο­ρι­κό, ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε ὁ­λά­κε­ρο στὴν Ἑλ­λά­δα, ἔ­τσι πι­στεύ­ω πὼς καὶ τὸ συλ­λε­κτι­κό του ἔρ­γο τῆς ἀ­νή­κει. Τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ γέν­νη­μα ὁ Βλα­χο­γιά­ννης, «βγαλ­μέ­νος εἶ­μαι ἀ­πὸ τὴ λα­ϊ­κὴ ψυ­χὴ κ’ ἐ­γὼ» εἶ­χε γρά­ψει κά­που, ἔ­γρα­φε στὴ γλώσ­σα τοῦ λα­οῦ, μί­λη­σε γι’ αὐ­τόν. Ὅ­λα τὰ πλού­τη ποὺ μά­ζε­ψε, ἀ­πὸ τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ λα­ὸ βγῆ­καν καὶ στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ λα­ὸ πρέ­πει νὰ ἐ­πα­νέλ­θουν. Πολ­λὰ τὰ ἀ­πέ­δω­σε ὁ ἴ­διος ἐ­νό­σω ζοῦ­σε: ἀ­γά­πη, σο­φί­α, ἐ­μορ­φιά. Αὐ­τὰ ποὺ μέ­νουν ἂς τὰ ζη­τή­σει ὁ τό­πος του καὶ θὰ τὰ λά­βει πάν­τα, μὲ κά­ποι­ο τρό­πο. Κι ἂν ὅ­μως τοῦ­το πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ, ἄς μὴ ξε­χνοῦ­με πὼς ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ χρέ­ος τὸ με­γά­λο ποὺ θὰ ἔ­χου­με πάν­τως πρὸς τὴν μνή­μη του, θὰ προ­στε­θεῖ κ’ ἕ­να χρέ­ος, ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρο, ἡ ἀ­ξι­ο­ποί­η­ση τῶν κα­τα­λοί­πων του.

[«Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­νης», Νέ­α Ἑ­στί­α, ἀρ. 437-438, 01-15.09.1945, σέλ. 795]

♠ ♠ ♠

Ὁ Βα­σί­λει­ος Λα­ούρ­δας γιὰ τὸ ἦ­θος τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη:

ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη ἡ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ ἔχα­σε μί­αν ἀ­πὸ τὶς ἐ­λά­χι­στες ἐ­κεῖ­νες μορ­φὲς ποὺ μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τους καὶ μὲ τὸ ἔρ­γο τους εἶ­χαν τὴ δύ­να­μη νὰ τὴν δι­και­ώ­νουν καὶ νὰ τὴ σώ­ζουν. Ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης ἦ­ταν καὶ αὐ­τός, ὅ­πως οἱ λι­γο­στοὶ ἄλ­λοι συ­νο­δοι­πό­ροι του, μιὰ στε­ρε­ὴ καὶ βα­θι­ορ­ρι­ζω­μέ­νη δρῦς ἀ­νά­με­σά σὲ πλῆ­θος γρα­φιά­δες καὶ ἀ­χυ­ρο­γρά­φους. Ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­λά­χι­στους ἄν­δρες στὴν πνευ­μα­τι­κή μας ζω­ή.

       Τὴ στιγ­μὴ τού­τη πά­νω ἀ­πὸ τὰ εἰ­δι­κώ­τε­ρα ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τά του, πά­νω ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ του κεί­με­να καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ εὐ­ρή­μα­τά του, ἐ­κεῖ­νο ποὺ μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει εἶ­ναι ὁ Νό­μος τῆς ζω­ῆς του. Πό­σοι ἄλ­λοι εἶ­ναι ποὺ νὰ ἔ­χουν νὰ πα­ρου­σιά­σουν πά­νω καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς ἐ­πει­σο­δια­κές τους κα­θη­με­ρι­νὲς ἐμ­φα­νί­σεις ἕ­ναν Νό­μο ζω­ῆς ποὺ νὰ μπο­ρεῖ νὰ θε­με­λι­ώ­νει ψυ­χὲς καὶ νὰ στε­ρι­ώ­νει Ἔ­θνη; Ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης εἶ­χε. Καὶ σὲ τοῦ­το εἶ­ναι πρῶ­τα-πρῶ­τα ἡ με­γά­λη ἀ­ξί­α του μέ­σα στὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ μιᾶς χώ­ρας ποὺ κα­τέ­βα­σε τὴ γλώσ­σα σὲ φλυ­α­ρί­α, τὴ λο­γο­τε­χνί­α σὲ ναρ­κι­σι­σμό, τὴν ἐ­πι­στή­μη σὲ κα­ρι­έ­ρα καὶ τὸ πνεῦ­μα σὲ μι­κρο­πο­λι­τι­κή.

       Ὁ Νό­μος τῆς ζω­ῆς τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη εἶ­ναι ἁ­πλὸς καὶ κα­θα­ρός, σὰν κά­θε γνή­σιο Νό­μο. «Μεῖ­νε στὴν καρ­διὰ τοῦ λα­οῦ σου.» Τὴ φρά­ση τού­τη τὴν εἶ­παν, τὴ λέ­νε κα­θε­μέ­ρα καὶ θὰ τὴν λέ­νε ἀ­δι­ά­κο­πα πολ­λοί. Κα­νέ­νας ὅ­μως ὣς τώ­ρα, χώ­ρια ἀ­πὸ τὸν Σο­λω­μὸ καὶ τὰ πνευ­μα­τι­κά του τέ­χνα, δὲν τὴν ἔ­κα­νε πρά­ξη του, ὅ­πως ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­ννης.

[«Ὁ Γιά­ννης Βλα­χο­γιά­νης», Φι­λο­λο­γι­κὰ Χρο­νι­κά, ἀρ. 32, 01.09.1945, σελ. 319]

♠ ♠ ♠

Ὁ Ἄλ­κης Ἀγ­γέ­λου γιὰ τὴν

Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Γιά­ννη Βλα­χο­γι­ν­νη:

ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ λοι­πὸν γί­νε­ται τώ­ρα μᾶλ­λον αὐ­το­νό­η­το, προ­κει­μέ­νου γιὰ τὸν Βλα­χο­γιά­ννη. Τὰ σπου­δαῖ­α ἔρ­γα, οἱ σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι δὲν ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη καὶ ἀ­πὸ σπου­δαῖ­α λό­για γιὰ νὰ ἀ­να­δει­χθοῦν. Ἀν­τι­θέ­τως, ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται κα­λύ­τε­ρα, γί­νον­ται φυ­σι­κό­τε­ροι, εὐ­κο­λο­πλη­σί­α­στοι, καὶ φυ­σι­κὰ ἀν­θρω­πι­νό­τε­ροι, ὅ­ταν τοὺς κα­τε­βά­σου­με ἀ­πὸ τὰ βά­θρα στὰ ὁ­ποῖ­α συ­νή­θι­ζε νὰ τοὺς στή­νει ἡ ἐ­πο­χή, καὶ τοὺς βά­λου­με νὰ περ­πα­τή­σουν χω­ρὶς δε­κα­νί­κια, ἀ­πὸ μό­νοι τους, μέ­σα στὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ κοι­νοῦ θνη­τοῦ, μὲ τὶς ἀ­δυ­να­μί­ες τους καὶ μὲ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τά τους. Αὐ­τὴ ὅ­μως ἡ προ­σγεί­ω­ση, πο­λὺ δύ­σκο­λη γιὰ μιὰ ἐ­πο­χὴ ἀ­πε­ρί­γρα­πτης καὶ ἀ­φάν­τα­στης ρη­το­ρεί­ας, μό­νο μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ «ποι­η­τῆ» εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ γί­νει. Καὶ ἔ­γι­νε μὲ τὸ συ­νο­λι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Βλα­χο­γιά­ννη, τό­σο τὸ κα­θα­ρὰ ἱ­στο­ρι­κό, ὅ­σο καὶ τὸ κα­θα­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κό. Ἐ­δῶ ἡ Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α βρί­σκει ἀ­πο­λύ­τως τὴν δι­καί­ω­σή της.

[«Ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τοῦ Βλα­χο­γιά­ννη. Μιὰ νό­μι­μη ‘αὐ­θαι­ρε­σί­α’», στὸ Γιάν­νης Βλα­χο­γιά­ννης, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α, Ἐ­πι­μέ­λεια Ἄλ­κης Ἀγ­γέ­λου, Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς «Ἑ­στί­ας», Ἀ­να­τύ­πω­ση 01.2010 (Α’ ἔκ­δο­ση 2000), σελ. 78.]

Bραβεῖο Energheia: Ἑλλάδα 2021

Bραβεῖο Energheia: Ἑλλάδα 2021


Ἀνοιχτὴ πρόσκληση

γιὰ τοὺς φίλους συγγραφεῖς τοῦ ἱστολογίου μας

ἀπὸ τὴν Ματέρα τῆς Ἱταλίας

(δεῖτε ἐδῶ)


Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson): Συνέντευξη γιὰ τὴν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α



Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson)

 

Συ­νέν­τευ­ξη γιὰ τὴν μικρομυθοπλασία

στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008


Πῶς ἀλ­λη­λε­πι­δρᾷ ὁ τί­τλος μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α;


ΟΠΟΤΕ ΕΠΙΛΕΓΩ ἕ­ναν τί­τλο, προ­σπα­θῶ νὰ βρῶ μιὰ συν­θή­κη ποὺ νὰ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ῃ τὴ βα­θύ­τε­ρη οὐ­σί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας. Τὸ «Χα­στού­κι» [=«Slam»] συμ­πυ­κνώ­νει γιὰ μέ­να τὴν ἐγ­γε­νῆ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τα ποὺ κρύ­βε­ται στὶς προ­σπά­θει­ες τῆς μη­τέ­ρας νὰ δεί­ξῃ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Εὔ­χο­μαι νὰ κα­τα­φέρ­νῃ [ὁ τί­τλος] νὰ ἐκ­φρά­σῃ τὸ αἴ­σθη­μα μιᾶς γυ­ναῖ­κας ποὺ προ­σπα­θῇ νὰ συμ­πε­ρι­φερ­θῇ ὡς μη­τέ­ρα πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς ζω­ῆς ποὺ χα­στου­κί­ζει τό­σο αὐ­τὴ ὅ­σο καὶ τὸ παι­δί της κα­θὼς προ­σπα­θοῦν νὰ ὑ­περ­πη­δή­σουν τὴ βί­α ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἐμ­πό­διο στὸν διά­βα τους.


Μοῦ ἀ­ρέ­σουν πο­λὺ οἱ εἰ­κό­νες τῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῶν οὐ­λῶν – ἕ­να ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο ἀ­ση­μέ­νιο ψά­ρι, καὶ οἱ στοι­χι­σμέ­νοι με­νε­ξε­δέ­νιοι γυ­μνο­σά­λια­γκες. Ἕ­να ψά­ρι καὶ γυ­μνο­σά­λια­γκες… Πλά­σμα­τα…

 

Μιὰ ἀ­πὸ τὶς χα­ρὲς τῆς συγ­γρα­φῆς εἶ­ναι τὸ νὰ ἔ­χῃς ἕ­ναν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτῃ στοι­χεῖ­α ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἀ­κά­λε­στα καὶ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴ γρα­φὴ ἀ­θέ­λη­τα. Ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συ­χνὰ κρύ­βει μέ­σα της μυ­στη­ρι­ώ­δεις ποι­ό­τη­τες. Δου­λεύ­ει σ’ ἐ­πί­πε­δα, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στα­δια­κά. Δὲν εἶ­χα πα­ρα­τη­ρή­σει τὴν πα­ρου­σί­α τῶν πλα­σμά­των αὐ­τῶν ὥ­σπου μοῦ τὰ ἐ­πε­σή­μα­νες, ὡ­στό­σο λει­τουρ­γοῦν ἐν προ­κει­μέ­νῳ μιᾶς καὶ ἡ μη­τρό­τη­τα εἶ­ναι τρό­πον τι­νὰ σὰν ἕ­να γλι­στε­ρὸ ψά­ρι.


Τὸ τέ­λος μὲ ἐν­θου­σιά­ζει. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἀ­γῶ­να με­τα­ξὺ τῆς ἐλ­πί­δας καὶ τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας. Ἡ κό­ρη τσα­λα­κώ­νει τὶς ζω­γρα­φι­ές της καὶ τὶς πε­τᾷ στὰ σκου­πί­δια· ἡ μη­τέ­ρα τὶς ἀ­να­σύ­ρει καὶ τὶς σι­δε­ρώ­νει. Ἡ σύγ­κρου­ση, στὴν οὐ­σια, συ­νε­χί­ζε­ται, ὡ­στό­σο ἡ τε­λι­κὴ σκη­νὴ ἀ­νή­κει στὴν ἐλ­πί­δα. Πι­στεύ­εις ὅ­τι ἡ μυ­θο­πλα­σί­α πρέ­πει νὰ κα­τα­λή­γῃ σὲ χαρ­μό­συ­νο μή­νυ­μα;


Ὁ Ρόμ­περτ Μπέρ­ντεττ Σου­ΐτ, στὸ Writing Towards Wisdom: The Writer as Shaman (Helios, 1990) ση­μει­ώ­νει: «Τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῶν δη­μι­ου­ρι­κῶν ἀ­τό­μων εἶ­ναι ἡ τε­ρά­στια ἀ­νο­χὴ ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ουν στὴν ἀμ­φι­ση­μί­α. Ἐ­πι­τρέψ­τε στὸν ἑ­αυ­τό σας τὴν ἄ­γνοι­α. Γρά­φε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σε­τε τί συμ­βαί­νει καὶ για­τί. Ἐ­φό­σον ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­το­συγ­γρά­φε­ται, δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ γνω­ρί­ζε­τε τὸ τέ­λος. Οὔ­τε τὴ μέ­ση. Ἐν­δε­χο­μέ­νως οὔ­τε κὰν τὴν ἀρ­χή».

     Νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ ἐμ­μο­νὴ μὲ τὸ χαρ­μό­συ­νο τέ­λος ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να μέ­σο ποὺ ἐ­πι­στρα­τεύ­ου­με ἐ­νάν­τια στὴν ἀ­μη­χα­νί­α μας ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀμ­φι­ση­μί­α. Προσ­λαμ­βά­νεις τὸ σι­δέ­ρω­μα τῆς μη­τέ­ρας ὡς ἐλ­πι­δο­φό­ρα χει­ρο­νο­μί­α. Ἐ­γὼ τὸ βλέ­πω ὡς τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­σή της ὅ­τι ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸ μό­νο ποὺ θὰ λά­βῃ νἆ­ναι τσα­λα­κω­μέ­να σκου­πί­δια ἂν ἡ κό­ρη της προ­βῇ ἐκ νέ­ου σὲ ἐ­πί­θε­ση πρὸς τοὺς Προ­γό­νους της.

     Οἱ ἀμ­φί­ση­μοι ἐ­πί­λο­γοι ἀ­νοί­γουν τὸ πε­δί­ο τῆς πα­ρα­γω­γῆς νο­ή­μα­τος ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Πό­τε θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των σου 100 Papers;


Κα­λῶς ἐ­χόν­των τῶν πραγ­μά­των πρό­κει­ται νὰ σε­λι­δο­ποι­η­θῇ αὐ­τὴ τὴν ἑ­βδο­μά­δα καὶ θὰ τυ­πω­θῇ μέ­χρι τὰ τέ­λη Μαρ­τί­ου. Ὁ ἐκ­δό­της μου εὐ­ε­λι­πι­στεῖ νὰ τὸ πα­ρου­σιά­σῃ στὴν Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Κέ­ηπ Τά­ουν φέ­τος τὸν Ἰ­ού­νιο.


Ἐ­νῷ δι­ά­βα­ζα προ­σε­κτι­κὰ τὶς αἰ­τή­σεις τῆς ἐ­τή­σιας ὑ­πο­τρο­φί­ας Kathy Fish, ἐ­ξε­πλά­γην ἀ­πὸ τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς —πα­ρα­φρά­ζον­τας— ἕ­να βο­η­θη­τι­κὸ μέ­σο ἔκ­φρα­σης. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι δὲν ἔ­γρα­φαν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­ποῦ­σαν αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα ἢ ἐ­πει­δὴ ἀν­τι­κα­θι­στοῦ­σαν κά­ποι­αν ἄλ­λη μορ­φὴ μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δὲν τοὺς κά­λυ­πτε πλέ­ον. Ἀν­τι­θέ­τως, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ δι­έ­ξο­δο πρὸς τὴ σύν­θε­ση με­γα­λύ­τε­ρων ἔρ­γων – δι­η­γη­μά­των, συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των, μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Ὡς πρω­τα­θλή­τρια τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸ βρῆ­κα ἀ­πο­θαρ­ρυν­τι­κό. Εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α λι­γό­τε­ρο συ­ναρ­πα­στι­κή, εἴ­τε συγ­γρα­φι­κὰ εἴ­τε ἀ­να­γνω­στι­κά, ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρης ἔ­κτα­σης ἔρ­γα; Ἢ εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­γο­ρὰ δὲν ἔ­χει ἀ­πο­δε­χθεῖ ἀ­κό­μα τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα;


Συμ­φω­νῶ ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ καλ­λι­τε­χνι­κὴ φόρ­μα ποὺ δὲν γί­νε­ται ἐ­παρ­κῶς κα­τα­νο­η­τή. Ἡ ἄ­πο­ψή μου εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς κι ἕ­νας πί­να­κας μι­νι­α­τού­ρα, εἶ­ναι ἀ­φ’ ἑ­αυ­τοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νος. Ὅ­πως μιὰ μι­νι­α­τού­ρα δὲν ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὴν πλη­ρό­τη­τα τοῦ με­γα­λεί­ου της μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Ἂν ἤ­μουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὰ προ­σα­να­το­λι­σμέ­νη θὰ ὁ­δη­γοῦ­σα τὴν με­τα­πτυ­χια­κή μου δι­πλω­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α σὲ μιὰ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­τας ἄλ­λα ἕ­ξι χρό­νια πά­νω-κά­τω, ὡ­στό­σο δὲν εἶ­ν’ αὐ­τὴ ἡ φι­λο­δο­ξί­α μου. Δὲν μπο­ρῶ νὰ φαν­τα­στῶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ δι­έ­ξο­δο πρὸς ὁ­που­δή­πο­τε, πα­ρὰ πρὸς τὸν δι­κό της μυ­στη­ρια­κὸ καὶ ἀ­στα­θῆ πυ­ρή­να. Ἡ αἴ­σθη­σή μου εἶ­ναι ὅ­τι ἡ κα­λύ­τε­ρη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φι­λο­δο­ξεῖ ἁ­πλὰ νὰ εἶ­ν’ ὁ ἑ­αυ­τός της, προ­σκα­λῶν­τας τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ συλ­λο­γι­στῇ καὶ νὰ ἔρ­θῃ πρὸς αὐ­τήν.

     Ὑ­πο­ψι­ά­ζο­μαι ὅ­τι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴ­ φόρ­μα μὲ με­γα­λύ­τε­ρες προσ­δο­κί­ες δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νουν νὰ γρά­ψουν κα­λὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία. Τού­του λε­χθέν­τος, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ἄ­σκη­ση ποὺ δι­δά­σκει οἰ­κο­νο­μί­α καὶ βελ­τι­στο­ποι­εῖ τὴν ποι­η­τι­κὴ φαν­τα­σί­α. Ἡ ἀ­κρί­βεια αὐ­τὴ ὀ­φε­λεῖ ὅ­λες τὶς ὑ­πό­λοι­πες συγ­γρα­φι­κὲς μορ­φὲς μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐν­δέ­χε­ται νὰ ἐμ­πλα­κῇ κα­νείς.

     Ὅ­πως οἱ πι­α­νί­στες ἐ­ξα­σκοῦν­ται σὲ κλί­μα­κες καὶ ἀρ­πέ­τζιο, νο­μί­ζω ὅ­τι κά­θε συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει νὰ ἐ­ξα­σκῇ τα­κτι­κὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ὡ­στό­σο ἡ ἀ­να­λο­γί­α εἶ­ναι προ­βλη­μα­τι­κή, δι­ό­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι κα­τὰ πο­λὺ πιὸ ἀ­ξι­α­γά­πη­τη κι ἀ­π’ τὶς πιὸ λαμ­πρὲς ἀ­κό­μα μου­σι­κὲς κλί­μα­κες.


Για­τί γρά­φεις μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, καὶ ποῦ βλέ­πεις ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ σὲ ὁ­δη­γή­σῃ αὐ­τό;


Μὲ τὰ λό­για τοῦ Στὴβ Μπά­ι­κο, «Γρά­φω ὅ,τι μοῦ ἀ­ρέ­σει».

     Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ὁ­δη­γεῖ σ’ ἕ­να τα­ξί­δι ἐ­ξε­ρεύ­νη­σης καὶ ἔκ­πλη­ξης, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἐ­πι­χει­ρῶ νὰ δι­αρ­ρή­ξω τὸ δι­ά­φα­νο πε­ρί­βλη­μά της. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ γο­η­τευ­τι­κὴ φόρ­μα, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­φι­ε­ρώ­νω πολ­λὲς ὧ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δος μου ἂν ἀ­φε­θῶ. Κι ὅ­μως, ἀ­κό­μα κι ἂν μοῦ κλέ­βῃ πο­λύ­τι­μο χρό­νο ἢ ἂν ἂ­να­λώ­νο­μαι σ’­αὐ­τό, ὁ­δη­γοῦ­μαι σ’ ἕ­ναν δη­μι­ουρ­γι­κὸ χῶ­ρο ἀ­φάν­τα­στης εὐ­χα­ρί­στη­σης καὶ εὑ­ρη­μα­τι­κῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας.


 

Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008

http://www.smokelong.com/smoking-with-liesl-jobson-3/

 

Ἡ Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson) εἶ­ναι Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νι­κὴ συγ­γρα­φέ­ας καὶ μου­σι­κός. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς στή­λης τῆς ποί­η­σης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Mad Hatters Review. Κα­τὰ τὴν ἴ­δια, ζεῖ μέ­σα σ’ ἕ­να κλου­βὶ πα­πα­γά­λου, γιὰ πρω­ι­νὸ κα­τα­να­λώ­νει μο­λύ­βια, γρά­φει μ’ ἕ­να φτε­ρὸ βου­τηγ­μέ­νο σὲ παν­τζα­ρό­ζου­μο. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὰ Exquisite Corpse, Pindeldyboz, Gator Springs Gazette, Opium καὶ Lamination Colony. Διαβάστε στὸ ἱστολόγιό μας τὸ διήγημά της “Χαστούκι” (“Slam”).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

 http://ptinologion.wordpress.com


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов): Μαρία Ντι­μι­τρόβα: Μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов)


Μαρία Ντι­μι­τρόβα:

Μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ


Ο ΕΡΓΟ τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ κα­τα­λαμ­βά­νει ἕ­ναν χῶ­ρο στὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ κοι­νό­το­πο δὲν μπο­ρεῖ μὲ τί­πο­τα νὰ δι­α­χω­ρι­στεῖ ἀ­πὸ τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο. Ἀ­κο­λου­θών­τας δύ­ο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς ποὺ ἔ­τυ­χαν θερ­μῆς ὑ­πο­δο­χῆς, τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μυ­θο­πλα­σί­ας, ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1999, τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα, μᾶς τὸν σύ­στη­σε ὡς πι­στὸ χρο­νι­κο­γρά­φο τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δι­ό­τυ­πο λο­γο­τε­χνι­κὸ προ­βο­κά­το­ρα, ἀ­να­τα­ρά­ζον­τας τὰ γα­λή­νια νε­ρὰ τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴ με­τά­βα­ση τῆς χώ­ρας στὴ δη­μο­κρα­τί­α. Ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ εἶ­χε τὴν ἰ­δέ­α νὰ γρά­ψει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο «θὰ πε­ρι­έ­χει τὰ πάν­τα (ὅ­λα ὅ­σα δὲν βρί­σκει κα­νεὶς στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα) – μιὰ φυ­σι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῆς του­α­λέ­τας, προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ ἀρ­χαί­α φι­λο­σο­φί­α, κου­βέν­τες τὶς ὁ­ποῖ­ες ἄ­κου­σε κα­τὰ τύ­χη, μύ­γες καὶ τὰ κα­θη­με­ρι­νά, λί­στες, ἀρ­χι­κὰ μέ­ρη μυ­θι­στο­ρη­μά­των» – δη­λα­δὴ ὅ­λα ὅ­σα «βρί­σκον­ται στὸ κε­φά­λι κά­ποι­ου ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­φη­γη­θεῖ τὴ δι­κή του ἀ­πί­θα­νη ἱ­στο­ρί­α». Ἡ ἀ­πι­θα­νό­τη­τα αὐ­τὴ συ­νι­στᾶ γιὰ τὸν Γκο­σπον­τί­νοφ σύμ­πτω­μα ἑ­νὸς και­ροῦ «κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ ὑ­ψη­λὸ δὲν ὑ­πάρ­χει πιὰ καὶ τὸ μό­νο ποὺ μᾶς ἀ­πο­μέ­νει εἶ­ναι ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή», κα­τα­δει­κνύ­ον­τας τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τῶν κα­θι­ε­ρω­μέ­νων εἰ­δο­λο­γι­κῶν τα­ξι­νο­μή­σε­ων ν’ ἀ­πει­κο­νί­σουν τὴν «ἀ­που­σί­α σπου­δαί­ων γε­γο­νό­των» στ’ ἀ­πό­νε­ρα τῆς με­τα­κομ­μου­νι­στι­κῆς Βουλ­γα­ρί­ας. Τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ἔ­χει δο­μη­θεῖ μὲ πα­ρεμ­φε­ρῆ τρό­πο ἐ­πά­νω σε μιὰ ἑ­κού­σια ἑ­τε­ρο­γέ­νεια, ἐ­πι­λέ­γον­τας ἀν­τὶ γιὰ πλο­κὴ μιὰ ἀλ­λη­λο­δι­α­δο­χὴ κε­φα­λαί­ων τὰ ὁ­ποῖ­α κι­νοῦν­ται πρὸς ποι­κί­λες κα­τευ­θύν­σεις καὶ ἐ­πὶ τῆς οὐ­σί­ας δὲν ἀ­να­πτύσ­σον­ται πα­ρὰ συσ­σω­ρεύ­ον­ται σ’ ἕ­να ἀρ­χεῖ­ο βι­ω­μέ­νης ἐμ­πει­ρί­ας. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ χα­μη­λοῦ ρί­σκου νεῦ­μα στὸν με­τα­μον­τερ­νι­σμό, τὸ ἐ­ξα­το­μι­κευ­μέ­νο αὐ­τὸ ὕ­φος εἶ­ναι κομ­μά­τι μιᾶς εὐ­ρύ­τε­ρης τά­σης, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­μέ­λιο τοῦ συ­νό­λου τῆς δου­λειᾶς τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ —ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του καὶ τὰ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, τὰ δο­κί­μια, τὰ σε­νά­ρια καὶ τὰ κό­μικ του μέ­χρι τὴ συλ­λο­γι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο Ἔ­ζη­σα τὸν σο­σι­α­λι­σμό (Аз жи­вях со­ци­а­ли­зма)—, νὰ δι­α­φυ­λά­ξει τὸ χει­ρο­πια­στὸ καὶ ὅ,τι μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας μπο­ροῦ­με ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με καὶ νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σὰν ἀν­τί­δο­το στὸ νὰ συλ­λά­βου­με τὴν ἰ­δε­ο­λο­γί­α καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α ὡς ἀ­φαί­ρε­ση, ἀ­πο­συν­δε­δε­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­κτυ­πό τους στὶς ζω­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων.

       Ἡ ὑ­πὸ ἐ­ξα­φά­νι­ση καὶ ἀ­με­τά­φρα­στη γλώσ­σα τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας, τῶν προ­γό­νων του καὶ ἡ γλώσ­σα τῆς κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας συ­να­πο­τε­λοῦν τὸ θέ­μα τοῦ τε­λευ­ταί­ου του βι­βλί­ου The Story Smuggler (Ὁ λα­θρέμ­πο­ρος ἱ­στο­ρι­ῶν). Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἀν­τί­δρα­ση ἐ­νάν­τια στὴν «κουλ­τού­ρα τῆς σι­ω­πῆς» στὴ Βουλ­γα­ρί­α —σι­ω­πὴ σὰν κι αὐ­τὴ ποὺ προ­κα­λοῦν ὅ­λα τα ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ συ­στή­μα­τα— τὸ ἔργο αὐ­τὸ εἶ­ναι ἕ­να προ­σω­πι­κὸ μι­κρο­χρο­νι­κὸ τῶν στιγ­μῶν ἐ­κεί­νων τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ ποὺ δὲν ἔ­φτα­σαν πο­τὲ ν’ ἀ­πο­τυ­πω­θοῦν σὲ κά­ποι­ο κεί­με­νο. Ἕ­να, ἴ­σως ὄ­χι καὶ τὸ πιὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ἀ­πό­σπα­σμα στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του σὲ μιὰ ἔκ­θε­ση μὲ φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Ἄλ­φρεντ Στίγ­κλιτς(1) λει­τουρ­γεῖ ὡς μι­κρό­κο­σμος ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κει­μέ­νου. Πε­ρι­γρά­φον­τας τὶς δύ­ο ἐμ­μο­νὲς τοῦ Στίγ­κλιτς, τὰ σύν­νε­φα καὶ τὴν Τζόρ­τζια Ὀ’Κίφ, ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ πε­ρι­γρά­φει τὶς «δι­α­κό­σι­ες φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1920 καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1930 οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πει­κο­νί­ζουν σύν­νε­φα: ἀ­ραι­ά, πυ­κνά, ψη­λά, χα­μη­λά, ἀ­μυ­δρὰ» καὶ τὶς «πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τρι­α­κό­σι­ες φω­το­γρα­φί­ες ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζουν τὴν Ὀ’Κίφ: χέ­ρια, πα­λά­μες, στή­θη, χεί­λη, μά­τια, προ­φίλ, ἀν­φάς, μέ­χρι καὶ τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν […]. Νὰ φω­το­γρα­φί­ζει συ­νε­παρ­μέ­νος τὴν κά­θε πτυ­χὴ καὶ τὴν κά­θε καμ­πύ­λη, τὸ κά­θε ἑ­κα­το­στὸ τοῦ σώ­μα­τός της, σὰν νὰ προ­σπα­θεῖ ἀ­πε­γνω­σμέ­να μέ­σα ἀ­πὸ ἀ­πα­νω­τὲς λή­ψεις νὰ στα­μα­τή­σει τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου». Ἀ­κό­μη κι ἂν γνω­ρί­ζει κα­νεὶς πὼς ἡ ἀ­πο­τυ­χί­α εἶ­ναι βέ­βαι­η, ὁ με­θο­δι­κὸς αὐ­τὸς ψυ­χα­ναγ­κα­σμὸς μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι στὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ὁ μό­νος τρό­πος νὰ τὴν ἀ­πο­σο­βή­σει.

Μα­ρί­α Ντι­μι­τρό­βα


ΠΩΣ γρά­φτη­κε τὸ βι­βλί­ο The Story Smuggler (Ὁ λα­θρέμ­πο­ρος ἱ­στο­ρι­ῶν); Εἶ­ναι ἀ­πόρ­ροι­α τοῦ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας; Ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ βουλ­γα­ρι­κά;

ΔΕΝ ΕΧΕΙ κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ βουλ­γα­ρι­κά, γρά­φτη­κε εἰ­δι­κὰ γιὰ τὴ σει­ρὰ The Cahier Series. Ὑ­πάρ­χουν ὁ­ρι­σμέ­νες ἐ­πι­κα­λύ­ψεις, ἴ­σως κά­ποι­ες πα­ρά­γρα­φοι, ποὺ τὶς πῆ­ρα αὐ­τού­σι­ες ἀ­πὸ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ἡ ἰ­δέ­α ὅ­μως εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Πρό­κει­ται γιὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ριά μου, γραμ­μέ­να ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα ποὺ πέ­ρα­σα σ’ ἕ­να φραγ­κι­σκα­νι­κὸ μο­να­στή­ρι στὴν Ἐλ­βε­τί­α.

 

Πῶς κύ­λη­σε ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς με­τά­φρα­σης;

       Θέ­λη­σα ἡ με­τά­φρα­ση, ἢ ἡ ἀ­δυ­να­μί­α με­τά­φρα­σης, νὰ συ­νι­στᾶ ἐγ­γε­νὲς κομ­μά­τι τοῦ κει­μέ­νου. Συ­νε­πῶς, ἀ­φε­τη­ρί­α ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­με­τά­φρα­στο τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς λέ­ξης тъ­га («ta­ga»: θλί­ψη, με­λαγ­χο­λί­α), ἡ ἔν­νοι­α ὅ­σο καὶ ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ κα­θαυ­τή. Τὸ κεί­με­νο τὸ ἀ­παρ­τί­ζουν μιὰ σει­ρὰ προ­σω­πι­κὲς ση­μει­ώ­σεις οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­κο­λου­θοῦν τὴ δο­μὴ ποὺ ἔ­χουν τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ρια ποὺ παίρ­νω μα­ζί μου ὅ­ταν τα­ξι­δεύ­ω. Κου­βα­λῶ πάν­τα μα­ζί μου ἕ­να, τώ­ρα πρέ­πει νά ’­μαι στὸν 67ο τό­μο ἢ κά­που ἐ­κεῖ γύ­ρω.


Τὸ ἔ­χε­τε μα­ζί σας αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή;

       Ναί, ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου τὸ πιὸ πρό­σφα­το. Μιᾶς καὶ τα­ξι­δεύ­ω συ­χνά, ἔ­χω πά­νω μου τὰ τε­λευ­ταῖ­α δε­κα­πέν­τε του­λά­χι­στον.


Γρά­φε­τε κα­θό­λου στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή;

       Ναί, ὅ­λα ὅ­μως ξε­κι­νοῦν ἀ­π’ τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ρια: οἱ ἰ­δέ­ες, οἱ φρά­σεις. Τὰ ἐ­ξε­λίσ­σω, φυ­σι­κά, στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ κι ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι γρά­φω ἐ­κεῖ πε­ζὸ λό­γο, ὅ­μως ποί­η­ση μπο­ρῶ νὰ γρά­ψω μο­νά­χα στὸ χαρ­τί. Εἶ­μαι ποι­η­τὴς ἀ­να­λο­γι­κός. Ἡ ποί­η­ση πού ’­ναι γραμ­μέ­νη σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ ὑ­πο­λο­γι­στὴ εἶ­ναι ὁ­λό­τε­λα δι­α­φο­ρε­τι­κὸ εἶ­δος.


Δι­ά­βα­σα πρό­σφα­τα μιὰ συ­νέν­τευ­ξη στὴν ὁ­ποί­α μιὰ ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει στα­μα­τή­σει τε­λεί­ως νὰ γρά­φει σὲ χαρ­τί, ὅ­τι οἱ κι­νη­τι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες ποὺ δί­νει τὸ νὰ με­τα­κι­νεῖς ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ἔ­χουν φτά­σει ν’ ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τοῦ τρό­που γρα­φῆς της.

       Ἀ­κρι­βῶς, πρό­κει­ται γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς. Γιὰ μέ­να, τὸ γρά­ψι­μο σὲ ὑ­πο­λο­γι­στὴ εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ γρή­γο­ρο, σὲ βά­ζει σὲ ἀ­πό­στα­ση. Στὸ χαρ­τί, δὲν μπο­ρῶ ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ν’ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω τί ἔ­χω γρά­ψει, ἔ­τσι ὅ­μως γεν­νι­οῦν­ται ἄλ­λες μορ­φὲς καὶ ἄλ­λα σχή­μα­τα, μέ­σ’ ἀ­π’ τὰ λά­θη αὐ­τά. Ἡ ἐμ­πει­ρί­α αὐ­τή, τοῦ λά­θους, τῆς ἀν­τι­γρα­φῆς, πα­ρα­μέ­νει πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ γιὰ μέ­να. Ἔ­γρα­ψα τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη καὶ ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ τὸ δα­κτυ­λο­γρα­φή­σω καὶ ἐ­κτύ­πω­σα ὅ­λες τὶς σε­λί­δες μα­ζί, εἶ­χα ξε­χά­σει νὰ τὶς ἀ­ριθ­μή­σω. Κα­τάρ­γη­σα τὸν φά­κε­λο ἐ­κεῖ­νο, ἡ σει­ρὰ εἶ­χε χα­θεῖ διὰ παν­τὸς καὶ ἦ­ταν αὐ­τὸς ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἡ δο­μὴ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἔ­χει τὴ μορ­φὴ λα­βυ­ρίν­θου, ἡ φυ­σι­κὴ δη­λα­δὴ ἀ­τα­ξί­α τῶν σε­λί­δων ἐ­κεί­νων. Θὰ μπο­ροῦ­σα, σα­φῶς, νὰ ἔ­χω ἀ­να­κτή­σει τὴ σει­ρὰ ἀ­π’ τὸ ἀρ­χι­κὸ ἀρ­χεῖ­ο, προ­τί­μη­σα ὅ­μως νὰ προ­σα­να­το­λι­στῶ μὲ βά­ση τὶς κό­λες αὐ­τὲς τὸ χαρ­τί. Σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι ἡ ἀ­σφα­λέ­στε­ρη, ἡ πα­λαι­ό­τε­ρη τε­χνο­λο­γί­α εἶ­ναι τὸ χαρ­τί. Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πὼς εἶ­ναι κι ἡ πιὸ στέ­ρε­η. Βρί­σκω ὁ­πωσ­δή­πο­τε πα­ρη­γο­ριὰ σ’ αὐ­τό.


Θὰ ἤ­θε­λα νὰ μά­θω πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ρευ­στὴ μορ­φὴ τοῦ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας. Ἡ ρευ­στό­τη­τα μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι ἠ­θε­λη­μέ­νη καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, κα­θὼς φαί­νε­ται, συμ­πτω­μα­τι­κή. Πῶς ἐ­πι­λέ­γει κα­νεὶς τὸ τέ­λος, ἐ­φό­σον ἔ­χει οἰ­κο­δο­μή­σει κά­τι μὲ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος, κά­τι ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νει;

       Ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα εἶ­ναι πο­λὺ βα­σι­κὴ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τὸ καὶ ἦ­ταν βα­σι­κὸ ζη­τού­με­νο γιὰ μέ­να τὸ νὰ τὴν πε­τύ­χω, δι­ό­τι συν­δέ­ει με­τα­ξύ τους τὶς δύ­ο βα­σι­κὲς δο­μὲς ποὺ συν­δι­α­μορ­φώ­νουν τὴ γε­νι­κὴ ἰ­δέ­α τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ἀρ­χι­κὰ ὁ λα­βύ­ριν­θος, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­φεί­λει κα­νεὶς νὰ μὴν εἶ­ναι πο­τὲ βέ­βαι­ος ἂν ὁ δρό­μος ποὺ πῆ­ρε βγά­ζει μπρο­στὰ ἢ πί­σω. Ἔ­πει­τα, ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κή, στὴν ὁ­ποί­α πα­ρα­μέ­νου­με πάν­το­τε, θυ­μί­ζον­τας λι­γά­κι τὴ γά­τα τοῦ Σρέν­τιγ­κερ, δί­χως νὰ εἶ­ναι σα­φὲς ἂν εἴ­μα­στε νε­κροὶ ἢ ζων­τα­νοί, σὲ μιὰ κα­τά­στα­ση κυ­μα­το­σω­μα­τι­δια­κοῦ δυ­ϊ­σμοῦ. Βρῆ­κα τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ —πὼς μπο­ρεῖς νὰ βρί­σκε­σαι ταυ­τό­χρο­να σὲ δύ­ο μέ­ρη, σὲ δύ­ο κα­τα­στά­σεις, σὰν κύ­μα καὶ σὰν σω­μα­τί­διο— πο­λὺ θελ­κτι­κή. Τὴ με­τα­μόρ­φω­ση αὐ­τή, τὴν παν­τα­χοῦ πα­ρου­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν δυ­να­τὴ στὴ λο­γο­τε­χνί­α πρὶν τὴν ἀ­να­κα­λύ­ψει ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κή: γρά­φον­τάς τα αὐ­τά, εἶ­σαι ἐ­δῶ καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­σαι καὶ στὰ παι­δι­κὰ χρό­νια τοῦ παπ­ποῦ σου. Ἔ­φτια­ξα, συ­ναι­σθα­νό­με­νος, μιὰ ἀ­να­λο­γί­α, μιὰ χρο­νο­μη­χα­νὴ διὰ μέ­σου τῆς ὁ­ποί­ας μπαί­νεις ταυ­τό­χρο­να στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ παπ­ποῦ σου, τοῦ πα­τέ­ρα σου καὶ τὴ δι­κή σου. Ἐ­ξοῦ καὶ τὸ ν’ ἀ­πο­φύ­γω νὰ δώ­σω ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο τέ­λος, τὸ ν’ ἀ­φή­σω τὸ τέ­λος ἀ­νοι­χτό, εἶ­χε γιὰ μέ­να με­γά­λη ση­μα­σί­α, δι­ό­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες δί­χως τέ­λος, οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ δὲν εἶ­ναι ὁ­ρι­στι­κὰ δι­α­μορ­φω­μέ­νες, ἀ­φή­νουν χῶ­ρο γιὰ ὅ­λα τα ἐν­δε­χό­με­να. Ἂν τὶς κλεί­σεις, ἂν τὶς ὁ­λο­κλη­ρώ­σεις, ἀ­πο­κό­βεις τὴν πι­θα­νό­τη­τα νὰ συμ­βεῖ κά­τι ἄλ­λο. Τὸ πρό­βλη­μα σ’ ἕ­ναν λα­βύ­ριν­θο δὲν εἶ­ναι ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μό­νο ἕ­νας δρό­μος, ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ δρό­μοι, τὸ πρό­βλη­μα εἶ­ναι πὼς εἶ­ναι ὅ­λοι τους λά­θος. Καὶ φέ­ρεις καὶ τὸ βά­ρος τῆς ἐ­πι­λο­γῆς. Ὅ­σο γιὰ τὰ τε­λει­ώ­μα­τα, πάν­το­τε ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα ξε­κι­νη­μά­των, ἔ­χον­τας γιὰ βα­σι­κὴ ἰ­δέ­α τὴν ἑ­ξῆς: τί ὡ­ραῖ­α ποὺ θὰ ἦ­ταν νὰ ζοῦ­με τὴ ζω­ή μας ὣς τὴ σε­λί­δα 17 κι ὕ­στε­ρα ν’ ἀλ­λά­ζου­με, εἴ­τε χα­ρα­κτή­ρα εἴ­τε ζω­ή.


Εἶ­στε ταγ­μέ­νος στὸ νὰ συν­τη­ρεῖ­τε μιὰ κά­ποι­α αἴ­σθη­ση πὼς βρι­σκό­μα­στε δια­ρκῶς στὸ ξε­κί­νη­μα κά­ποι­ου πράγ­μα­τος;

       Κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α. Ἂν καὶ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ἔ­χει τέ­λη, τὰ τέ­λη αὐ­τὰ εἶ­ναι πολ­λα­πλά, δι­ό­τι τὸ βι­βλί­ο ἔ­χει δο­μη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ πολ­λα­πλό­τη­τα ἑ­αυ­τῶν. Ἐ­φό­σον ἔ­χεις γεν­νη­θεῖ καὶ εἶ­σαι πολ­λὰ πράγ­μα­τα μα­ζί, κα­τα­νο­εῖς ἐν­τέ­λει ὅ­τι πε­θαί­νον­τας συ­νε­χί­ζεις νὰ εἶ­σαι ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα. Ὁ θά­να­τός σου συν­δυά­ζει πολ­λά, πε­θαί­νεις σὰν Μι­νώ­ταυ­ρος, σὰν δέν­τρο γκίγ­κο, σὰν φρου­τό­μυ­γα, πε­θαί­νεις μέ­σ’ ἀ­π’ τὸν θά­να­το ὅ­λων των ὑ­πό­λοι­πων πραγ­μά­των. Ἡ ἀ­νοι­χτό­τη­τα αὐ­τὴ καὶ τὸ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος τῶν ξε­χω­ρι­στῶν κομ­μα­τι­ῶν, τὰ ξε­χω­ρι­στὰ κε­φά­λαι­α, εἶ­ναι μιὰ ἀ­πό­πει­ρα νὰ ξε­γλι­στρή­σω ἀ­π’ τὸ τέ­λος.


Κά­ποι­ος κρι­τι­κὸς ἔ­γρα­ψε ὅ­τι τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βα­στεῖ ὡς ἐκ­πλή­ρω­ση κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο τῶν ὑ­πο­σχέ­σε­ων ποὺ ἄ­φη­σε τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα.

       Ὄν­τως, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας φτά­νει βα­θύ­τε­ρα, ἐ­νῶ δι­α­θέ­τει καὶ πλο­κή. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἦ­ταν ἕ­να βι­βλί­ο γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ν’ ἀ­φη­γη­θοῦ­με τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἴ­διας μας τῆς ζω­ῆς καὶ μιὰ ἀ­πό­πει­ρα νὰ εἰ­πω­θεῖ ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­τὴ μέ­σα ἀ­πὸ τὶς μύ­γες καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α τους, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α ἄλ­λων πραγ­μά­των. Νο­μί­ζω πὼς κά­ποι­ος κρι­τι­κὸς τῆς Village Voice τὸ ἀ­πο­κά­λε­σε μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ἀρ­χί­ζει καὶ ξα­ναρ­χί­ζει τραυ­λί­ζον­τας, τραυ­λί­ζον­τας δι­ό­τι ἡ τά­ση ν’ ἀ­φη­γη­θοῦ­με δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἦ­ταν, δι­ό­τι δὲν μπο­ρεῖς νὰ πεῖς μιὰ ἱ­στο­ρί­α σή­με­ρα ὅ­πως θὰ τὴν εἶ­χες πεῖ τὸν 19ο αἰ­ώ­να. Ἡ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι ὀρ­γα­νω­μέ­νη μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἦ­ταν ὀρ­γα­νω­μέ­νη τὸν 19ο αἰ­ώ­να, ἡ συ­νέ­χεια δι­α­κό­πτε­ται, κι ἔ­τσι γιὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα πι­στὸ στὸ πα­ρόν, τὸ μό­νο ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει εἶ­ναι νὰ τραυ­λί­ζει καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νει στὴν ἀρ­χή, πα­ρεκ­κλί­νον­τας ὁ­λο­έ­να σὲ νέ­α ξε­κι­νή­μα­τα. Ὅ­σο γιὰ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, πα­ρὰ τὶς δι­α­σπά­σεις καὶ τὶς συν­τρι­βές, ἀ­φή­νει ἐν­δε­χο­μέ­νως με­γα­λύ­τε­ρα πε­ρι­θώ­ρια νὰ δεῖ κα­νεὶς τὴ ζω­ὴ αἰ­σι­ό­δο­ξα. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἦ­ταν συν­το­μό­τε­ρο, τα­χύ­τε­ρο, πιὸ ἔν­το­νο, ἰ­δω­μέ­νο ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα ἑ­νὸς νε­ό­τε­ρου ἀν­θρώ­που. Τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας εἶ­ναι πιὸ ἀρ­γό, σω­ρευ­τι­κό, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὰ ἄ­δεια αὐ­τὰ τε­τρα­γω­νά­κια, κα­λύ­πτον­τας με­γα­λύ­τε­ρο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα γρά­φτη­κε γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990, τὶς δι­α­σπά­σεις καὶ τὶς συν­τρι­βὲς ποὺ ὄν­τως ὑ­πο­στή­κα­με τό­τε. Ἡ ἐν λό­γῳ δε­κα­ε­τί­α εἶ­χε τε­ρά­στια ση­μα­σί­α γιὰ μέ­να, γιὰ τὴ γε­νιά μου. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ἐ­πι­χει­ρεῖ μιὰ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ αἰ­ώ­να, μέ­σα ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, φτά­νον­τας πο­λὺ πα­λιὰ στὴν ἀ­δι­κί­α τοῦ μύ­θου τοῦ Μι­νώ­ταυ­ρου (τοῦ Μι­νώ­ταυ­ρου ποὺ δὲν τοῦ ἔ­χουν δώ­σει τὸ προ­νό­μιο τῆς φω­νῆς).


Ἀμ­φό­τε­ρα τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἔ­χουν, ὅ­πως φαί­νε­ται, μιὰ πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νη σχέ­ση μὲ τὸ συγ­κεί­με­νο καὶ μὲ τὴν γκά­μα, ἀ­πὸ χρο­νι­κὴ ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ γε­ω­γρα­φι­κὴ σκο­πιά, ἐ­φό­σον κα­λύ­πτουν μιὰ χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δο ἡ ὁ­ποί­α ἐ­κτεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα ἴ­σα­με τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς οἰ­κο­γέ­νειας τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να. Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἀμ­φό­τε­ρα ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν­ται, μὲ τρό­πο χει­ρο­πια­στό, μὲ βά­ση ἀν­τι­κεί­με­να ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ βι­βλί­ου ἐ­κεί­νου μὲ θέ­μα τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ μυ­θο­λο­γί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο πολ­λὰ παι­διὰ ποὺ με­γά­λω­σαν τό­τε στὴ Βουλ­γα­ρί­α —μα­ζὶ κι ἐ­γὼ— θ’ ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν, μέ­χρι καὶ τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἔκ­δο­ση στὴν ὁ­ποί­α γί­νε­ται ἀ­να­φο­ρά. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα το­πο­θε­τεῖ τὴ ζω­ὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που μέ­σα σ’ ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο, ὁ­ρα­τὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὕ­στε­ρα τὴν ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει μὲ τ’ ἀρ­χι­κὰ κομ­μά­τια κλα­σι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων, ὑ­πο­νο­ών­τας σχε­δὸν πὼς δὲν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴ ζω­ὴ αὐ­τὴ μι­λών­τας μό­νο γι’ αὐ­τή, ἀ­πε­ναν­τί­ας ἡ ἐ­ξι­στό­ρη­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ το­πο­θε­τη­θεῖ δί­πλα στὶς ἄλ­λες, δι­ό­τι αὐ­τὸ τῆς προσ­δί­δει κύ­ρος ἢ βα­ρύ­τη­τα. Εἶ­χα τὴν πε­ρι­έρ­γεια νὰ μά­θω κα­τὰ πό­σον ἡ τά­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἠ­θε­λη­μέ­νη.

       Ἔ­χε­τε δί­κιο ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἡ δο­μὴ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­κρι­βῶς μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοι­α το­πο­θέ­τη­ση ἐν­τὸς συγ­κε­κρι­μέ­νου πλαι­σί­ου ἀ­να­φο­ρᾶς, μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἀ­το­μι­κοὺς φι­λο­σό­φους, τὸν Δη­μό­κρι­το, τὸν Ἐμ­πε­δο­κλῆ· ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α τῆς ἀ­να­γω­γῆς στὰ ἄ­το­μα, τὴν ἀρ­χὴ αὐ­τὴ τῆς ἀρ­χαί­ας φι­λο­σο­φί­ας. Τὴν ἰ­δέ­α τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων καὶ τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης, ὑ­λι­κῆς ὑ­πό­στα­σης τὴ θε­ω­ρῶ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ δι­ό­τι ἀ­πο­δί­δει πι­στὰ τὸ πῶς βλέ­πει τὸν κό­σμο τὸ παι­δί. Ἡ ὀ­πτι­κὴ αὐ­τὴ παί­ζει τὸν ρό­λο της καὶ στὰ δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀ­πορ­ρέ­ον­τας συ­χνὰ ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α, τὸ νὰ κοι­τᾶ δη­λα­δὴ ἕ­να παι­δὶ τὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μέ­τρο ἢ ἀ­πὸ ἐ­λά­χι­στα πιὸ ψη­λὰ καὶ νὰ βλέ­πει τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τά. Ὅ­λες οἱ παι­δι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις ποὺ ἔ­χω —με­γά­λω­σα σ’ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριό— κα­τα­λή­γουν στὴ Βί­βλο τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζε ἡ για­γιά μου (τὸ βι­βλί­ο τὸ τύ­λι­γε συ­νω­μο­τι­κὰ μέ­σα στὴν ἐγ­κε­κρι­μέ­νη ἐ­φη­με­ρί­δα), στὶς μύ­γες στὸ τα­βά­νι, στὸν γυ­μνὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ λαμ­πτή­ρα. Ὅ­λα αὐ­τὰ πα­ρα­μέ­νουν μὲ κά­ποι­ον τρό­πο στὴ συ­νεί­δη­ση τοῦ παι­διοῦ. Τὸ πῶς βλέ­πω γε­νι­κῶς τὴν ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι ἄρ­ρη­κτα δε­μέ­νο μὲ τὰ προ­η­γού­με­να κι ἀ­πο­τε­λεῖ πι­θα­νὸν κομ­μά­τι τῆς σα­φή­νειας τῶν βι­βλί­ων μου. Τὸ νὰ μι­λῶ, δη­λα­δή, γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ δί­χως αὐ­τό, οἱ μύ­γες λό­γου χά­ρη, νὰ μὲ ἀ­πω­θεῖ, ἀν­τι­θέ­τως νὰ τὸ προ­σεγ­γί­ζω ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ ὅ­τι κι αὐ­τὲς ἀ­κό­μη, οἱ μύ­γες, δι­α­θέ­τουν κά­τι ὑ­ψη­λό­τε­ρο ἢ καὶ ἱ­ε­ρό. Στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ὑ­πάρ­χει ἕ­να κε­φά­λαι­ο μὲ τί­τλο «Σκα­τὰ βου­βα­λιοῦ ἢ Τὸ ὑ­ψη­λὸ βρί­σκε­ται παν­τοῦ». Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ πὼς πράγ­μα­τι τὸ ὑ­ψη­λὸ βρί­σκε­ται παν­τοῦ, πὼς θὰ μπο­ρού­σα­με κά­τι ποὺ βλέ­πει ἕ­να παι­δὶ σὲ κά­ποι­ο βουλ­γα­ρι­κὸ χω­ριὸ νὰ τὸ ἐ­ξυ­ψώ­σου­με καὶ νὰ τὸ με­τα­φέ­ρου­με στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο, παγ­κό­σμιο πλαί­σιο καὶ πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐ­ξί­σου εὐ­γε­νὲς μὲ ὅ,τι συμ­βαί­νει στὰ ἀ­νά­κτο­ρα τοῦ Μπά­κιγ­χαμ.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει ἕ­να πα­λιὸ δο­κί­μιο τῆς Ἐ­λὶφ Μπα­τού­μαν γιὰ τὸν Ἰ­σα­ὰκ Μπάμ­πελ· ἡ γρά­φου­σα ἐ­πι­ση­μαί­νει ἕ­να κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Μπάμ­πελ γρά­φει γιὰ μύ­γες «ποὺ πε­θαί­νουν σ’ ἕ­να βά­ζο γε­μά­το γα­λα­κτῶ­δες ὑ­γρὸ»(2) καὶ τὸ συ­σχε­τί­ζει μὲ ἄλ­λες μύ­γες ποὺ πνί­γον­ται ἢ πε­θαί­νουν στὴ ρω­σι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (ἕ­να με­λα­νο­δο­χεῖ­ο γε­μά­το νε­κρὲς μύ­γες στὶς Νε­κρὲς ψυ­χές)· ἕ­ναν στί­χο γιὰ μύ­γες-κα­νί­βα­λους μέ­σα σ’ ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρὸ στοὺς Ἀ­δερ­φοὺς Κα­ρα­μά­ζοφ(3). Μοῦ ἔ­κα­νε ὅ­μως ἐν­τύ­πω­ση τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἐ­νῶ οἱ ρω­σι­κὲς μύ­γες μοιά­ζουν πάν­το­τε νὰ ση­μαί­νουν τὴ θνη­τό­τη­τα ἢ τὴ σή­ψη, στὶς δι­κές σας μύ­γες ὑ­πάρ­χει κά­τι ζω­τι­κό, κά­τι ποὺ κα­τα­φά­σκει τὴ ζω­ή, κά­τι σὰν ὑ­περ­τρο­φο­δό­τη­ση.

       Ναί, στὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἡ μύ­γα εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να ἄγ­γε­λος καὶ Ἑ­ω­σφό­ρος, ἔ­τσι ὅ­πως κι­νεῖ­ται με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ θα­νά­του, με­τα­ξύ τῶν ζων­τα­νῶν καὶ τῶν νε­κρῶν. Οἱ μύ­γες ἐμ­φα­νί­στη­καν πο­λὺ νω­ρὶς στὴ δου­λειά μου κι ἔ­κτο­τε κά­νουν αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α τους σὲ ὅ­λα μου τὰ βι­βλί­α. Ἀρ­χι­κά, στὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ ποὺ ἐ­ξέ­δω­σα τὸ 1992 μὲ τί­τλο Lapidarium (Лапидариум) ἡ μύ­γα ἐμ­φα­νί­στη­κε πιὸ πο­λὺ σὰν λέ­ξη, σὰν ἦ­χος – муха (muha).


Γνω­ρί­ζω πὼς συ­νερ­γα­στή­κα­τε μ’ ἕ­ναν καλ­λι­τέ­χνη στὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς κό­μικ μὲ τί­τλο Ἡ αἰ­ώ­νια μύ­γα (Вечната муха). Θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ μοῦ πεῖ­τε λί­γα λό­για γιὰ τὸ πῶς συ­νέ­βη;

       Ἡ ἰ­δέ­α ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς: νὰ δι­η­γη­θῶ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου, ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ὀ­πτι­κὴ καὶ μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ μιᾶς μύ­γας. Ἦ­ταν ἕ­να νεῦ­μα ποὺ ἔ­δει­χνε πρὸς τὸν ἀν­τι­αν­θρω­πο­κεν­τρι­σμό μου, νὰ τα­ρα­κου­νή­σου­με τὴν ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου. Τὸ πιὸ πρό­σφα­το γρα­πτό μου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μύ­γα παί­ζει ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο εἶ­ναι τὸ λιμ­πρέ­το μου γιὰ τὴν ὄ­πε­ρα, ἕ­να ἀ­κό­μη ἔρ­γο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει στὰ βουλ­γα­ρι­κά.


Πῶς προ­έ­κυ­ψε;

       Λέ­γε­ται Space Opera. Ἦ­ταν πα­ραγ­γε­λί­α τοῦ Με­γά­λου Θε­ά­τρου τῆς Λυ­ρι­κῆς Σκη­νῆς τοῦ Πόζ­ναν. Τὸ θέ­μα του εἶ­ναι ἡ ἐ­περ­χό­με­νη ἀ­πο­στο­λὴ στὸ δι­ά­στη­μα τῶν δύ­ο πρώ­των ἀ­στρο­ναυ­τῶν ποὺ θὰ πᾶ­νε στὸν Ἄ­ρη καὶ τὸ πρό­βλη­μα δὲν εἶ­ναι τε­χνο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως ἀλ­λὰ τὸ πῶς δύ­ο ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν ν’ ἀ­νε­χτοῦν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον γιὰ πεν­τα­κό­σι­ες μέ­ρες ὥ­στε νὰ φέ­ρουν σὲ πέ­ρας τὸ τα­ξί­δι με­τ’ ἐ­πι­στρο­φῆς. Θὰ πρέ­πει νά ’­ναι κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι πο­λὺ στα­θε­ρό, πο­λὺ δε­μέ­νο. Ἡ ὄ­πε­ρα πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ με­τα­φο­ρὰ τῆς κλει­στο­φο­βί­ας αὐ­τῆς στὸ δι­ά­στη­μα, μέ­σα στὸ δι­α­στη­μό­πλοι­ο, καὶ τὸ τί συμ­βαί­νει μό­λις ἕ­νας τρί­τος χα­ρα­κτή­ρας —μιὰ μύ­γα— κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὸ σκη­νι­κό. Δὲν εἶ­ναι μιὰ κοι­νὴ μύ­γα, εἶ­ναι μιὰ μύ­γα πού ’­ναι ἱ­κα­νὴ νὰ δι­α­βά­σει τὶς σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων· αὐ­τὸ ποὺ στα­δια­κὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται εἶ­ναι πὼς ἡ μύ­γα εἶ­ναι τὸ πρῶ­το ὂν ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Ἄ­ρη ποὺ ἔ­φτα­σε στὴ Γῆ καὶ μπῆ­κε στὸ δι­α­στη­μό­πλοι­ο στὰ κρυ­φὰ γιὰ νὰ γυ­ρί­σει στὴ γε­νέ­τει­ρά της. Ἡ ἰ­δέ­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α: μιὰ μύ­γα ἦ­ταν πράγ­μα­τι ὁ πρῶ­τος ζων­τα­νὸς ὀρ­γα­νι­σμὸς ποὺ στάλ­θη­κε στὸ δι­ά­στη­μα, τὸ 1947, ὅ­ταν οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ ἐ­κτό­ξευ­σαν ἕ­ναν πύ­ραυ­λο V-2 ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­σπά­σει ἀ­πὸ τοὺς να­ζὶ με­τὰ τὴ λή­ξη τοῦ Β΄ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Χρει­ά­ζον­ταν ἕ­να θνη­τό, φθαρ­τὸ ὅν, τὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ εἶ­ναι σὲ θέ­ση ν’ ἀν­τέ­ξει στὸ δι­ά­στη­μα μο­να­χὰ δύ­ο ἢ τρεῖς ὧ­ρες κι ἔ­τσι δι­ά­λε­ξαν τὴν κοι­νὴ φρου­τό­μυ­γα· νο­μί­ζω ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ὀ­νο­μα­σί­α τῆς εἶ­ναι Drosophila melanogaster. Ὁ­λό­κλη­ρη, λοι­πόν, ἡ ὄ­πε­ρα πη­γά­ζει καὶ πά­λι ἀ­π’ τὴν ἴ­δια ἀν­τι­αν­θρω­πο­μορ­φι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα νὰ προ­βλη­θοῦν οἱ ζων­τα­νοὶ ὀρ­γα­νι­σμοὶ ποὺ πῆ­γαν στὸ δι­ά­στη­μα προ­τοῦ πά­ει ὁ ἄν­θρω­πος – ἡ Λά­ϊ­κα τὸ σκυ­λί, οἱ πί­θη­κοι τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν, τὰ σκου­λή­κια. Ἡ ὄ­πε­ρα ἀρ­χί­ζει καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ μιὰ χο­ρω­δί­α ἀ­πὸ μύ­γες καὶ ἡ ση­μα­σί­α τους ἔγ­κει­ται ἀ­κρι­βῶς στὴ φθαρ­τό­τη­τα καὶ τὸν ἐ­φή­με­ρο χα­ρα­κτή­ρα τῆς μύ­γας. Ὁ θά­να­τος, ἡ φθαρ­τὴ φύ­ση, εἶ­χε καὶ ἔ­χει τε­ρά­στια ση­μα­σί­α γιὰ μέ­να, τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἴ­σως ση­μα­σί­α ἀ­π’ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο.


Βρί­σκε­τε κά­ποι­α σύν­δε­ση μὲ τὴν ἀ­να­δυ­ό­με­νη λο­γο­τε­χνί­α τῆς ὑ­περ­θέρ­μαν­σης τοῦ πλα­νή­τη, στὴν ὁ­ποί­α ἡ μύ­γα εἶ­ναι συ­χνὰ ἀ­πει­λη­τι­κή;

       Ναί, ἂν καὶ ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο ἀ­κό­μη κι ἔ­πει­τα βλέ­που­με μύ­γες νὰ τι­μω­ροῦν, φρι­κτὲς μύ­γες. Κι ἐ­κεῖ ἐ­πί­σης, οἱ μύ­γες ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὴν ἀ­πο­σύν­θε­ση, τὴ σή­ψη. Στὸ Литературен Вестник (βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση), στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­φα γιὰ 20 χρό­νια, εἴ­χα­με ἀ­φι­ε­ρώ­σει ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο τεῦ­χος στὴ μύ­γα, φι­λο­ξε­νών­τας ἕ­να ποί­η­μα τοῦ Μπρόν­τσκι γιὰ τὴ μύ­γα ὡς κα­τα­στρο­φι­κὸ ὂν, τὸ ἀν­τί­θε­το τῆς μέ­λισ­σας, ποὺ ἔ­γι­νε κομ­μου­νι­στι­κὸ σύμ­βο­λο – ἡ μέ­λισ­σα, ποὺ δι­α­θέ­τει ὀρ­γά­νω­ση, ποὺ οἰ­κο­δο­μεῖ.


Μέ­ρος τοῦ με­λισ­σιοῦ.

       Ναί, τὸ με­λίσ­σι ὡς σύ­νο­λο εἶ­ναι σὰν μιὰ μι­κρὴ κομ­μου­νι­στι­κὴ κοι­νω­νί­α. Ἑ­πο­μέ­νως, ἡ ἰ­δε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι πα­ροῦ­σα στὴν εἰ­κό­να τῆς μύ­γας καὶ τῆς μέ­λισ­σας.


Πῶς ἀ­πο­φα­σί­σα­τε ν’ ἀ­να­μει­χθεῖ­τε μὲ τὴν ὄ­πε­ρα;

       Ἔ­λα­βα ἕ­να γράμ­μα ἀ­πὸ ἕ­ναν πο­λω­νὸ συν­θέ­τη, τὸν Ἀ­λε­ξάν­τερ Νό­βακ. Εἶ­χαν ἐκ­δο­θεῖ δύ­ο βι­βλί­α μου στὰ πο­λω­νι­κὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Μοῦ ἔ­γρα­ψε πὼς εἶ­χε ἀ­κού­σει μιὰ συ­νέν­τευ­ξη ποὺ ἔ­δω­σα στὸ πο­λω­νι­κὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ μοῦ πρό­τει­νε νὰ γρά­ψω τὸ λιμ­πρέ­το γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη ὄ­πε­ρά του, δί­νον­τάς μου πλή­ρη ἐ­λευ­θε­ρί­α ὡς πρὸς τὸ θέ­μα, γιὰ νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει καὶ νὰ συν­θέ­σει ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω τὴ μου­σι­κή. Ἀρ­χι­κά, ἀρ­νή­θη­κα δι­ό­τι δὲν εἶ­χα γρά­ψει πο­τὲ τί­πο­τε γιὰ τὴν ὄ­πε­ρα καὶ δὲν δι­έ­θε­τα κα­θό­λου εἰ­δι­κὲς γνώ­σεις γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος. Ἐ­πέ­μει­νε πο­λύ, ὡ­στό­σο, καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ μοῦ στέλ­νει σιν­τὶ μὲ σύγ­χρο­νες ὄ­πε­ρες. Ξε­κί­νη­σα μὲ τὸ Einstein on the Beach τοῦ Φί­λιπ Γκλὰς καὶ τὸ Nixon in China τοῦ Τζὸν Ἀν­ταμς καὶ λί­γο-λί­γο κόλ­λη­σα. Ὅ­πως τὸ κα­τα­λά­βαι­να πρὶν ἀ­σχο­λη­θῶ, ἡ ὄ­πε­ρα ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος ξο­φλη­μέ­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ταί­ρια­ζε κα­θό­λου μὲ τὸ δι­κό μου γρά­ψι­μο, καὶ πή­γαι­νε ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ μα­ζὶ μ’ ἕ­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κό, με­γα­λο­πρε­πὲς ὕ­φος. Οἱ ὄ­πε­ρες αὐ­τές, ὅ­μως, μοῦ ἔ­δει­ξαν πὼς ὑ­πάρ­χει κι ἄλ­λος τρό­πος καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψα πὼς πολ­λοὶ συν­θέ­τες συ­νερ­γά­ζον­ται μὲ ποι­η­τές, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ Φί­λιπ Γκλὰς ποὺ δού­λε­ψε μὲ τὸν Γκίν­σμπεργκ. Δὲν ἤ­μουν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὸς μό­νον ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ὄ­πε­ρα, ἤ­μουν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὸς καὶ ὡς πρὸς τὸ ἂν ὁ πλα­νή­της Ἄ­ρης εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λος γιὰ τὸ θέ­μα μου, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἤ­θε­λα νὰ μοιά­ζει μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α ἢ μὲ οὐ­το­πι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ἀλ­λὰ μὲ μιὰ ἀ­πει­λὴ ποὺ σο­βεῖ. Ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σω τὸ μή­νυ­μα ὅ­τι τὸ κυ­ρί­αρ­χο θέ­μα δὲν εἶ­ναι τε­χνο­λο­γι­κὸ ἀλ­λὰ ψυ­χο­λο­γι­κό, νὰ θί­ξω το πῶς ζοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι ὁ ἕ­νας μα­ζὶ μὲ τὸν ἄλ­λον.

       Ὁ Ἀ­δὰμ καὶ ἡ Εὕ­α, πέ­ρα ἀ­πὸ σύμ­βο­λα τοῦ πρώ­του ἄν­δρα καὶ τῆς πρώ­της γυ­ναί­κας, εἶ­ναι καὶ πο­λὺ κοι­νὰ πο­λω­νι­κὰ ὀ­νό­μα­τα. Ἀρ­χι­κὰ δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ ἐν­σω­μα­τώ­σω τὴ μύ­γα στὸ ἔρ­γο, στὴ συ­νέ­χεια ὅ­μως δι­ά­βα­σα πα­ρα­πά­νω καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι ἡ μύ­γα εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος ζων­τα­νὸς ὀρ­γα­νι­σμός. Ἔ­τσι, ἔ­νι­ω­σα αὐ­το­στιγ­μεὶ νὰ συν­δέ­ο­μαι προ­σω­πι­κὰ μὲ τὸ ὑ­λι­κὸ καὶ τὸ θε­ω­ρῶ πάν­το­τε κρί­σι­μο σὲ κά­θε δου­λειά μου νὰ ὑ­πάρ­χει τὸ προ­σω­πι­κὸ αὐ­τὸ στοι­χεῖ­ο. Μιὰ ἀ­πὸ τὶς πλέ­ον λυ­πη­ρὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤ­μουν παι­δὶ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Λά­ϊ­κας τῆς σκυ­λί­τσας, καὶ πάν­το­τε ἔ­νι­ω­θα πὼς πρέ­πει νὰ βρί­σκε­ται ἀ­κό­μη κά­που ἐ­κεῖ πά­νω. Αὐ­τὸ ἦ­ταν με­γά­λο κομ­μά­τι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων. Κά­πως ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ γρά­ψω τὸ λιμ­πρέ­το αὐ­τὸ σὰν ὠ­δὴ στὴ Λά­ϊ­κα, στὶς μύ­γες, σὲ ὅ­λα τα ὄν­τα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται κα­τὰ τὴν ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τοῦ δι­α­στή­μα­τος, τὰ μι­σὰ ἀ­π’ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἐ­πέ­στρε­ψαν πο­τέ, κα­θὼς καὶ στὴ δυ­σπι­στί­α μου ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι μὲ τὸ νὰ πᾶ­με στὸ δι­ά­στη­μα θὰ λύ­σου­με τὸ πρό­βλη­μα τῶν ἀν­θρώ­πι­νων σχέ­σε­ων. Ἡ μύ­γα στὴν ὄ­πε­ρα κα­τα­φτά­νει μὲ μιὰ δό­ση εἰ­ρω­νεί­ας· καυ­χι­έ­ται ὅ­τι εἶ­ναι «ἡ πρώ­τη μύ­γα ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται σὲ ὄ­πε­ρα». Ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ σύγ­κρου­σης τῆς ὑ­ψη­λῆς φύ­σης τῆς ὄ­πε­ρας μὲ τὴν πο­τα­πό­τη­τα τῆς μύ­γας. Δού­λε­ψα πά­νω σ’ αὐ­τὸ μα­ζὶ μὲ τὸν συν­θέ­τη καὶ ἀ­να­πτύ­ξα­με πε­ραι­τέ­ρω ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ θέ­μα­τα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να συγ­κι­νη­τι­κὸ κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ μύ­γες τρα­γου­δοῦν ἐν χο­ρῷ τὴ δι­κή τους ἐκ­δο­χὴ γιὰ τὶς ἀ­παρ­χὲς τοῦ κό­σμου, τὸ ὁ­ποῖ­ο πά­ει κά­πως ἔ­τσι: «Ἐν ἀρ­χή, ὁ Θε­ὸς ἔ­πλα­σε τὴ μύ­γα, δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νον ἡ μύ­γα καὶ ἀ­πὸ τὴ μύ­γα γεν­νή­θη­καν τὰ πάν­τα» – μιὰ ἐκ­δο­χὴ ἀ­πό­κρυ­φη, τὴν ὁ­ποί­α ὁ­ρι­σμέ­να μέ­λη τοῦ θιά­σου ἀρ­νή­θη­καν νὰ τρα­γου­δή­σουν στὶς πρό­βες δι­ό­τι πή­γαι­νε κόν­τρα στὶς πε­ποι­θή­σεις τους.


Ἔ­νι­ω­σαν πὼς ἐ­ναν­τι­ώ­νε­ται στὸν κα­θο­λι­κι­σμό; Τὸ βρῆ­καν βλά­σφη­μο;

       Ναί, ἀρ­νή­θη­καν νὰ συμ­με­τά­σχουν καὶ χρει­ά­στη­κε συν­το­νι­σμέ­νη προ­σπά­θεια γιὰ νὰ τοὺς με­τα­πεί­σου­με ὅ­τι πρό­κει­ται πε­ρὶ μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ὅ­τι ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸ ἐν­νο­οῦ­σα αὐ­τὸ γιὰ τὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α καὶ τὴ Γέ­νε­ση καὶ ὄ­χι γιὰ τοὺς κα­θο­λι­κούς. Τὸ κα­τα­νο­ῶ πὼς τὸ λιμ­πρέ­το ἦ­ταν προ­κλη­τι­κό, κι ἐ­νῶ ὁ­ρι­σμέ­νοι κρι­τι­κοὶ τὸ ἀγ­κά­λια­σαν, ἄλ­λοι τὸ ἐ­ξέ­λα­βαν σὰν γε­λοι­ο­ποί­η­ση τοῦ εἴ­δους. Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση, ὅ­μως, πὼς οἱ συ­νερ­γα­σί­ες με­τα­ξὺ συν­θε­τῶν καὶ συγ­γρα­φέ­ων ὑ­πῆρ­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὲς γιὰ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ὄ­πε­ρας. Ὁ συν­θέ­της μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο συ­νερ­γά­στη­κα δου­λεύ­ει τώ­ρα πά­νω σε μιὰ νέ­α ὄ­πε­ρα, ποὺ τὸ λιμ­πρέ­το της θὰ τὸ γρά­ψει ἡ Ὄλ­γκα Τό­καρ­τσουκ.


Κά­τι ἄλ­λο ἢ μᾶλ­λον κά­ποι­ος ἄλ­λος ποὺ ἔ­χει δια­ρκῆ πα­ρου­σί­α στὰ βι­βλί­α σας εἶ­ναι ὁ Γκα­ου­στίν, σὰν χα­ρα­κτή­ρας ἀλ­λὰ καὶ σὰν ἄλ­τερ ἔγ­κο. Θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ μᾶς πεῖ­τε πε­ρισ­σό­τε­ρα γι’ αὐ­τὸν καὶ γιὰ τὸ πῶς τὸν ἐ­πι­νο­ή­σα­τε;

       Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴν ποί­η­σή μου – ὅ­πως καὶ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μο­τί­βα ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται στὴ δου­λειά μου. Ἤ­θε­λα στὴν ἀρ­χὴ κά­ποι­ου ποι­ή­μα­τος νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μό­το ποὺ νὰ μὴν τὸ ὑ­πο­γρά­φω ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος κι ἔ­τσι ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ ἐ­πι­νο­ή­σω ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα καὶ σκέ­φτη­κα τὸν Γκα­ου­στίν, ἕ­ναν τρο­βα­δοῦ­ρο τοῦ δέ­κα­του τρί­του αἰ­ώ­να. Τὸ μό­το ἔ­πι­α­νε τρεῖς ἀ­ρά­δες καὶ ἔ­λε­γε πε­ρί­που: «Τὸν τρο­βα­δοῦ­ρο τὸν δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ γυ­ναί­κα, τὸ ξα­να­λέ­ω, αὐ­τὴ ἐ­φηῦ­ρε τὸν ἐ­φευ­ρέ­τη.» Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου, θυ­μᾶ­μαι πὼς συ­νάν­τη­σα τυ­χαῖ­α τὸν κα­θη­γη­τή μου τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας —τὸν κα­λύ­τε­ρο στὸ ἀν­τι­κεί­με­νό του— μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη καὶ μοῦ εἶ­πε, σχε­δὸν σὰν νά ’­ναι ἔ­νο­χος γιὰ κά­τι, «Ἔ­χω φά­ει ὅ­λο το ἀ­πό­γευ­μα νὰ ψά­χνω στὰ ἀρ­χεῖ­α τῆς βι­βλι­ο­θή­κης γι’ αὐ­τὸν τὸν Γκα­ου­στὶν καὶ δὲν βρί­σκω κα­μιὰ ἀ­πο­λύ­τως πη­γὴ ποὺ νὰ τὸν ἀ­να­φέ­ρει». Ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ ὄ­μορ­φη φι­λο­φρό­νη­ση. Κά­πως ἔ­τσι, ὁ Γκα­ου­στὶν προ­χώ­ρη­σε καὶ βρῆ­κε τὸν δρό­μο του, κά­νον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­σή του μὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φές.


Πό­τε κα­θί­σα­τε καὶ γρά­ψα­τε γιὰ πρώ­τη φο­ρά;

       Ὅ­ταν ἤ­μουν ἑ­φτὰ ἢ ὀ­χτὼ χρό­νων, εἶ­χα πά­ρει ἕ­να πα­λιὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο τῆς μη­τέ­ρας μου ἢ τοῦ παπ­ποῦ μου κι ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω ποι­ή­μα­τα. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἦ­ταν πο­λὺ σκο­τει­νά, δὲν ἔ­μοια­ζαν μὲ παι­δι­κὰ ποι­ή­μα­τα. Σὰν παι­δὶ ἤ­μουν κά­πως βα­ρύς· μπο­ρεῖ νὰ ἔ­ζη­σα εὐ­τυ­χι­σμέ­να παι­δι­κὰ χρό­νια, σκε­φτό­μουν ὅ­μως ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ σκο­τει­νὰ πράγ­μα­τα, τὸ γῆ­ρας, τὸν θά­να­το.


Πι­στεύ­ε­τε πὼς αὐ­τὸ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι πολ­λὰ παι­διὰ ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρὸ τὰ με­γά­λω­ναν οἱ παπ­ποῦ­δες τους, ἑ­πο­μέ­νως περ­νοῦ­σαν πο­λὺ χρό­νο ἐ­κτε­θει­μέ­να στὸ γῆ­ρας;

       Ἀ­κρι­βῶς, θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ ὅ­ταν ἤ­μουν ὀ­χτὼ χρό­νων τὴ για­γιά μου ν’ ἀ­νοί­γει τὴν ντου­λά­πα καὶ νὰ μοῦ λέ­ει, «Ὅ­ταν πε­θά­νω καὶ μὲ θά­ψε­τε, θέ­λω νὰ φο­ρά­ω αὐ­τὸ κι ἐ­κεῖ­νο τὸ ροῦ­χο» καὶ ζοῦ­σα λὲς κι εἶ­χα τὸν θά­να­το μέ­σα ἐ­κεῖ στὴν ντου­λά­πα· ἂν ἅ­πλω­να τὸ χέ­ρι μου, θὰ τὸν ἔ­πι­α­να. Ἔ­βγα­ζε καὶ δο­κί­μα­ζε δι­ά­φο­ρα ροῦ­χα, φο­ροῦ­σε ἕ­να και­νού­ριο μαν­τί­λι στὸ κε­φά­λι καὶ κοι­τι­ό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη γιὰ νὰ δι­α­πι­στώ­σει ἂν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ εὐ­πα­ρου­σί­α­στη γιὰ νὰ τὴ βρεῖ ὁ θά­να­τος.

       Ὅ­πως καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι τοῦ και­ροῦ της, συ­νή­θι­ζε νὰ λέ­ει φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὴ λα­ϊ­κὴ πα­ρά­δο­ση, ἔ­δει­χνε κά­ποι­ον κι ἔ­λε­γε «ἔ­χει φτε­ρὰ ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ του», «ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ ἔ­κα­νε ἔ­ρω­τα μ’ ἕ­ναν δρά­κο», σὰν ἕ­νας ντό­πιος Μάρ­κες τοῦ χω­ριοῦ, χω­ρὶς νὰ τὸν ἔ­χει οὔ­τε κὰν ἀ­κου­στά.


Πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς μι­λοῦν γιὰ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο καμ­πῆς ἢ γιὰ κά­ποι­α ἐ­πιρ­ρο­ὴ ποὺ τοὺς ἔ­δω­σε σχε­δὸν τὴν ἄ­δεια νὰ γρά­ψουν ὅ­πως γρά­φουν, εἴ­τε δι­ό­τι κά­τι τέ­τοι­ο δὲν ὑ­πῆρ­χε ὣς τό­τε εἴ­τε δι­ό­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο. Ὑ­πῆρ­ξε κά­τι ἀν­τί­στοι­χο γιὰ ἐ­σᾶς; Ἔ­χω στὸν νοῦ μου ἰ­δί­ως τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρεκ­κλί­νει σα­φῶς ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ ἀ­π’ ὅ,τι γρα­φό­ταν τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο.

       Πράγ­μα­τι, μό­λις ἐκ­δό­θη­κε, ἀ­πο­τέ­λε­σε ἀν­τι­κεί­με­νο δι­α­μά­χης ἡ ὁ­ποί­α ξε­δι­πλώ­θη­κε σὲ μιὰ σει­ρὰ συ­ζη­τή­σε­ων ἀλ­λὰ καὶ κρι­τι­κῶν μὲ θέ­μα τὸ ἂν μπο­ρεῖ κα­νεὶς ἀ­κό­μη καὶ νὰ γρά­ψει κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο. Συ­νει­δη­το­ποι­ῶ τώ­ρα πιὰ πὼς τὸ βι­βλί­ο ἴ­σως ἦ­ταν τολ­μη­ρὸ κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α, τό­τε ὅ­μως δὲν τὸ βί­ω­να ἔ­τσι. Ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ἔ­γρα­φα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ποί­η­ση καὶ αἰ­σθα­νό­μουν πὼς ὅ,τι κι ἂν συμ­βεῖ, εἶ­μαι ἕ­νας ποι­η­τὴς ποὺ ἔ­τυ­χε ἁ­πλῶς νὰ γρά­ψει κά­ποι­α στιγ­μὴ καὶ πε­ζὸ λό­γο. Δὲν εἶ­μαι ὅ­μως ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τούς, τοὺς πε­ζο­γρά­φους, καὶ δὲν θὰ ἔμ­παι­να πο­τὲ στὸ σι­νά­φι τους. Τὸ ὅ­τι ἐρ­χό­μουν στὸ ἐν λό­γῳ εἶ­δος ἀ­πὸ ἀλ­λοῦ μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω πὼς μπο­ρῶ νὰ κά­νω τὰ πάν­τα. Τὸ ἄλ­λο ση­μαν­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι ὅ­τι μι­λᾶ­με γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990, τό­τε ποὺ ὄν­τως νι­ώ­θα­με πὼς ὅ­λα εἶ­ναι ἐ­φι­κτά, καὶ στὴ γλώσ­σα καὶ στὰ πάν­τα. Καὶ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κα­θί­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ νὰ λει­τουρ­γεῖ ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα, ποὺ νὰ πα­ρι­στά­νει πὼς εἶ­ναι τυ­πι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, εἰ­δι­κὰ ἐ­φό­σον εἶ­χα ἤ­δη συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι ἡ πα­ρά­δο­ση αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν πλέ­ον δυ­να­τὸ νὰ συ­νε­χι­στεῖ ἢ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ἐ­παρ­κής. Ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σω εὐ­θέ­ως στὸν ἀ­να­γνώ­στη. Καί, ἐρ­χό­με­νος ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση, ἤ­θε­λα κά­θε πρό­τα­ση νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κή. Τὸ στοι­χεῖ­ο αὐ­τὸ χα­ρα­κτή­ρι­ζε καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸ κα­θε­τὶ ποὺ γρά­φω, ἡ ἑ­στί­α­ση στὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν προ­τά­σε­ων, ποὺ συν­δέ­ε­ται πιὸ πο­λὺ μὲ τὴν ποί­η­ση.

       Βί­ω­σα καὶ τὸ ἑ­ξῆς καὶ μοῦ ἔ­δω­σε ἴ­σως τὴν ἄ­δεια· ξε­κί­νη­σα νὰ γρά­φω στὰ τριά­ντα μου, τὸ 1998, μὲ τὸ ποὺ βγῆ­κε τὸ δι­α­ζύ­γιό μου. Τὸ κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ζεῖ γιὰ μῆ­νες σ’ ἕ­να δω­μά­τιο χω­ρὶς τη­λέ­φω­νο εἶ­ναι προ­σω­πι­κό, αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό. Κά­πως ἔ­τσι εἶ­χαν τὰ πράγ­μα­τα —πα­ρά­ξε­νος και­ρός, και­ρὸς ἀ­πο­μό­νω­σης— ὅ­ταν ξέ­θα­ψα τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ριά μου —τό­τε εἶ­χα πε­ρί­που δε­κα­πέν­τε— καὶ θέ­λη­σα νὰ γρά­ψω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ν’ ἀν­τα­να­κλᾶ τὶς ση­μει­ώ­σεις ποὺ βρί­σκον­ταν ἀ­τά­κτως ἐρ­ρι­μέ­νες στὶς σε­λί­δες τους.

       Μιὰ ἀ­κό­μη ση­μαν­τι­κὴ ἐ­πιρ­ρο­ὴ εἶ­ναι τὸ βι­βλί­ο Ὁ θά­να­τος ἑ­νὸς με­λισ­σο­κό­μου (En biodlares dod) τοῦ Λὰρς Γκού­σταφ­σον μὲ θέ­μα ἕ­ναν δά­σκα­λο ποὺ ἔ­χει δι­α­γνω­στεῖ μὲ καρ­κί­νο κι ὁ ὁ­ποῖ­ος ζεῖ μό­νος του καὶ κρα­τᾶ ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὰ λου­λού­δια, τὴ με­λισ­σο­κο­μί­α, τὰ φυ­το­λό­για κλπ. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ἔ­τρε­φα ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴ βο­τα­νι­κὴ καὶ περ­νοῦ­σα πο­λὺ χρό­νο στὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη δι­α­βά­ζον­τας γιὰ τέ­τοι­ου εἴ­δους θέ­μα­τα, προ­τοῦ ἀ­πο­φα­σί­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να ἄρ­θρο μὲ θέ­μα πῶς ἐ­πέ­δρα­σε o λό­γος τῆς βο­τα­νι­κῆς των ἀρ­χῶν τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να στὴ λο­γο­τε­χνί­α.


Πῶς σᾶς φά­νη­κε ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ βι­βλί­ου ἀ­νὰ τὸν κό­σμο;

       Μοῦ ἄ­ρε­σε ποὺ ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ βι­βλί­ου ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο. Στὴ Γαλ­λί­α, οἱ κρι­τι­κοὶ ἔ­γρα­ψαν ὅ­τι τὸ ὕ­φος εἶ­ναι εὐ­θυ­γραμ­μι­σμέ­νο μὲ τὴ γαλ­λι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση, ὅ­τι τὸ εἶ­χαν ἐ­φεύ­ρει γάλ­λοι συγ­γρα­φεῖς, ἐ­νῶ πα­ρέ­θε­ταν καὶ τὰ σχε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα. Στὴν Ἀγ­γλί­α, ὑ­πῆρ­ξε γε­νι­κὴ συμ­φω­νί­α ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἡ δύ­να­μη τοῦ βι­βλί­ου δὲν ὀ­φεί­λε­ται στὶς με­τα­μον­τέρ­νες τε­χνι­κές του, ἀλ­λὰ στὸ ὅ­τι πα­ρὰ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες τε­χνι­κὲς εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α του αὐ­τὴ ποὺ σὲ συ­ναρ­πά­ζει. Στὴ Village Voice γρά­φτη­κε ἐ­πί­σης ὅ­τι ὁ με­τα­μον­τερ­νι­σμὸς εἶ­ναι πα­ρω­χη­μέ­νος. Ἡ πιὸ πρό­σφα­τη με­τά­φρα­ση μέ­χρι σή­με­ρα εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴν Ἰσ­λαν­δί­α, ὅ­που το βι­βλί­ο δι­α­βά­στη­κε σὰν πο­λὺ χα­ρού­με­νο, εὔ­θυ­μο καὶ εἰ­ρω­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα.Ὑ­πάρ­χει ὄν­τως εἰ­ρω­νι­κὴ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση τὴν ὁ­ποία δὲν βρί­σκου­με στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ποὺ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες του τὸ βρῆ­καν ἐν γέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο.


Στὴ θέ­ση τῆς εἰ­ρω­νεί­ας ὑ­πάρ­χει κά­τι πιὸ προ­σω­πι­κό.

       Ναί, κι ἐ­νῶ τὰ με­τα­μον­τέρ­να αὐ­τὰ παι­χνί­δια μὲ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν καὶ μοῦ ἔ­δω­σαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ γρά­ψω τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­λη­σα νὰ κά­νω ἕ­να ἀ­κό­μη βῆ­μα καὶ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τὴν εἰ­ρω­νι­κὴ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση καὶ ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α πι­στεύ­ω πὼς τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας εἶ­ναι τὸ γεν­ναι­ό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Κι ὅ­μως, πα­ρό­τι ἔ­νι­ω­θα πὼς τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας βρί­σκε­ται πιὸ κον­τὰ στὸ κλα­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι πολ­λοὶ ἐκ­δό­τες, ἰ­δί­ως ἀγ­γλό­φω­νοι, τὸ φο­βή­θη­καν ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λύ. Καὶ μό­νο ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τή, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση δη­λα­δὴ νὰ δώ­σεις κά­τι σ’ ἕ­ναν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ ἐν­δέ­χε­ται νὰ μὴν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς μυ­θι­στό­ρη­μα, μὲ τὴν κλα­σι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου, φάν­τα­ζε ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­σοί­ω­νη.


Νι­ώ­σα­τε πο­τὲ ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μό σας ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νους προ­γό­νους στὴ λο­γο­τε­χνί­α ἢ πὼς στρέ­φε­ται ἐν­δε­χο­μέ­νως συ­νει­δη­τὰ ἐ­ναν­τί­ον μιᾶς συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐ­θνι­κῆς πα­ρά­δο­σης στὴ Βουλ­γα­ρί­α; Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ τῶν δύ­ο μυ­θι­στο­ρη­μά­των σας εἶ­ναι ἡ παν­τε­λής, σχε­δόν, ἔλ­λει­ψη προ­η­γού­με­νου στὰ βουλ­γα­ρι­κὰ γράμ­μα­τα.

       Δι­α­θέ­τω φι­λο­λο­γι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο καὶ πολ­λὰ κλα­σι­κὰ βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα ἔ­χουν συμ­βά­λει στὴ δι­ά­πλα­σή μου. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια πὼς ὅ­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ὑ­πῆρ­ξε ἀ­μη­χα­νί­α λό­γῳ του ὅ­τι συγ­κρου­ό­ταν μὲ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὅ­τι δὲν προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ πε­ζο­γρα­φι­κὴ πα­ρά­δο­ση ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ρῆγ­μα, ὡς πρὸς τὸ ὕ­φος, στὴν πα­ρά­δο­ση ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη αἴ­σθη­ση ἀ­πό­δρα­σης ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ 1989. Θυ­μᾶ­μαι νὰ περ­νῶ ὅ­λη τὴ μέ­ρα στὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη, μιᾶς καὶ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο χρό­νο τῶν σπου­δῶν μου στα­μά­τη­σα νὰ πη­γαί­νω στὸ πα­νε­πι­στή­μιο λό­γῳ τῶν γε­γο­νό­των τοῦ 1989. Βρι­σκό­μα­στε εἴ­τε στὸν δρό­μο εἴ­τε στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὅ­που ἀ­κού­γα­με τὶς ἀ­να­τα­ρα­χὲς ποὺ συ­νέ­βαι­ναν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ξω. Δι­ά­βα­ζα κυ­ρί­ως φι­λο­σο­φί­α, ἐ­νῶ μ’ ἐν­δι­έ­φε­ρε καὶ ἡ ἐ­θνο­με­θο­δο­λο­γί­α. Ὁ Σούλ­τς, ἡ συ­νο­μι­λί­α στὸν Γκαρ­φίν­κελ, ἡ με­λέ­τη τῆς πραγ­μα­το­λο­γι­κῆς λει­τουρ­γί­ας τῆς γλώσ­σας —τὸ πῶς ξε­κι­νᾶ μιὰ συ­νο­μι­λί­α, τὸ πῶς μι­λᾶ­με— μ’ ἔ­φε­ραν πο­λὺ κον­τὰ στὴν κοι­νο­το­πί­α. Ἡ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνία εἶ­ναι πιὸ με­γα­λο­πρε­πής, πιὸ συν­τη­ρη­τι­κή. Τὰ μι­κρὰ κι ἀ­σή­μαν­τα πράγ­μα­τα ποὺ ἦ­ταν κομ­μά­τι τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς καὶ τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σε­ων —ἔ­νι­ω­θα πὼς ὁ σο­σι­α­λι­σμὸς ὅ­λος ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό, αὐ­τοῦ του εἴ­δους ἡ ἐ­λά­χι­στη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Οἱ συ­νο­μι­λί­ες εἶ­χαν ὡς ἑ­ξῆς: «πῶς εἶ­σαι, τί κά­νεις», «ἐν­νο­εῖς τί θὰ ἔ­κα­να», «ναί, τί θὰ ἔ­κα­νες», «φεύ­γει ἡ ζω­ή, γερ­νᾶ­με, ση­μα­σί­α ἔ­χει τὰ παι­διὰ νὰ εἶ­ναι κα­λὰ καὶ νὰ ἔ­χουν ὑ­γεί­α, θὰ τὰ βο­η­θή­σου­με ὅ­πως μπο­ροῦ­με»— ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ κα­τα­σκευ­ές.

       Πρό­κει­ται σχε­δὸν γιὰ ἕ­να ζὲν τοῦ κοι­νό­το­που. Ἡ εἰ­ρω­νεί­α μου δὲν σκλη­ραί­νει ἀρ­κε­τὰ ὥ­στε νὰ φτά­σει νὰ γί­νει σαρ­κα­σμός. Προ­σπα­θοῦ­σα ἀ­κό­μη νὰ κα­τα­νο­ή­σω, νὰ ἐμ­πλα­κῶ. Μ’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α, πι­στεύ­ω πὼς δὲν εἶ­μαι οὔ­τε ἕ­νας τυ­πι­κὸς με­τα­μον­τέρ­νος συγ­γρα­φέ­ας καὶ δὲν ἔ­νι­ω­σα πο­τὲ πὼς ἀ­νή­κω στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη πα­ρά­δο­ση. Ἀ­που­σιά­ζει ἐν­τε­λῶς ἡ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση, ἡ σά­τι­ρα· γύ­ρευ­α μιὰ αἴ­σθη­ση πα­ρη­γο­ριᾶς, τρυ­φε­ρό­τη­τας.


Ἔ­κα­να ὁ­ρι­σμέ­νες σκέ­ψεις γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κό­τη­τα τῆς γλώσ­σας, τὸ νὰ ἐκ­λαμ­βά­νει κα­νεὶς τὶς λέ­ξεις σὰν ξε­χω­ρι­στὲς ὀν­τό­τη­τες, κά­ποι­ες ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων βρί­σκον­ται ὑ­πὸ τὴν ἀ­πει­λὴ τῆς ἐ­ξα­φά­νι­σης. Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τή, νὰ φτια­χτεῖ τὸ ἀρ­χεῖ­ο μιᾶς γλώσ­σας ποὺ χά­νε­ται, νὰ δι­α­τη­ρη­θοῦν ἡ γλώσ­σα τῶν προ­γό­νων, οἱ ἰ­δι­ω­μα­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις μιᾶς ὁ­ρι­σμέ­νης ἐ­πο­χῆς, ἐκ­φρά­σεις ποὺ δὲν χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται πιὰ κλπ. ἦ­ταν μιὰ προ­σπά­θεια ποὺ ἔ­γι­νε συ­νει­δη­τά;

       Εἶ­χα ἐ­ξαρ­χῆς στὸ μυα­λό μου τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας νὰ λει­τουρ­γή­σει ὡς χρο­νο­κά­ψου­λα. Γρά­φω ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς κά­τι δι­α­τη­ρῶ, εἶ­ναι ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο γρά­φου­με. Ὅ­σο γιὰ τὴ γλώσ­σα, ἕ­να κομ­μά­τι της προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ για­γιά μου, εἶ­ναι μιὰ προ­σο­σι­α­λι­στι­κὴ γλώσ­σα, σχε­δὸν μυ­θο­λο­γι­κὴ ὑ­πὸ μί­α ἔν­νοι­α. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, εἴ­χα­με μέ­λισ­σες καὶ ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα τῶν με­λισ­σῶν, μὲ ἄλ­λα λό­για ἡ «βα­σί­λισ­σα μέ­λισ­σα», ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ με­λίσ­σι, ἡ για­γιά μου φώ­να­ζε «μάτ, μάτ, μάτ» καὶ ἡ μέ­λισ­σα ἐ­πέ­στρε­φε στὸ με­λίσ­σι. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα ὅ­τι mat (μὰτ) εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἡ ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ ρί­ζα τῆς λέ­ξης «mother» (μη­τέ­ρα). Ἑ­πο­μέ­νως, μι­λᾶ­με στὴ μέ­λισ­σα στὴν ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ γλώσ­σα. Τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σα αὐ­τὸ σ’ ἕ­να ποί­η­μα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να ποί­η­μα τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, τὸ «Μυ­στι­κοὶ δεῖ­πνοι τῆς γλώσ­σας», τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ γιὰ τὴ «γλώσ­σα τοῦ παπ­ποῦ Οὐ­ί­τμαν καὶ τοῦ παπ­ποῦ μου / αὐ­τὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­ρι­ό­ταν τὰ πρό­βα­τα / αὐ­τὴ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­λά­βαι­ναν», τὴ γλώσ­σα «τοῦ παπ­ποῦ Ἔ­λιοτ καὶ τοῦ πα­τέ­ρα μου», τῆς «για­γιᾶς Ἔ­μι­λυς καὶ τῆς για­γιᾶς Λί­ζας (τῆς Ἐ­λι­σα­βέ­τας Μπαγ­κριά­να) καὶ τῆς για­γιᾶς μου»· τὶς ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σεις καὶ τὶς συν­δέ­σεις αὐ­τὲς τὶς θε­ω­ροῦ­σα πάν­τα πο­λὺ ση­μαν­τι­κές.

      Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη δι­ά­βα­ζα κυ­ρί­ως ποί­η­ση ἀ­πὸ τὶς δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 1930 καὶ τοῦ 1940 καὶ ἡ γλώσ­σα ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ βρί­σκον­ταν στὸν πε­ρί­γυ­ρό μου μα­ζὶ μὲ τὴν ποί­η­ση αὐ­τή, ὁ συν­δυα­σμὸς αὐ­τός, ὑ­πῆρ­ξε στα­θε­ρὸ κομ­μά­τι τοῦ γρα­ψί­μα­τός μου. Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ ὅ­ταν ἀ­να­φέ­ρω τὶς ἐ­πιρ­ρο­ές μου, ὁ Μπόρ­χες πάν­τα πά­ει μα­ζὶ μὲ τὴ για­γιά μου, συν­δυ­α­στι­κά, πο­τὲ χω­ρι­στά. Τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ τοῦ θαυ­μα­στοῦ μέ­σα στὸ κα­θη­με­ρι­νὸ τὴν ἔ­χω κον­τά μου ἀ­πὸ τὰ παι­δι­κά μου χρό­νια, τό­τε ποὺ δι­ά­βα­ζα Ἀν­τερ­σεν καὶ περ­νοῦ­σα πολ­λὴ ὥ­ρα μό­νος. Οἱ γο­νεῖς μου ἐρ­γά­ζον­ταν κι ἔ­τσι περ­νοῦ­σα πολ­λὲς ὧ­ρες σὲ δι­ά­φο­ρα δω­μά­τια, προ­σπα­θών­τας νὰ ἐ­πι­νο­ή­σω δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα γιὰ νὰ πε­ρά­σω τὸν και­ρό μου, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα προ­σπα­θοῦ­σα νὰ με­τα­τρέ­ψω τὸ νε­ρὸ σὲ λε­μο­νά­δα ἢ νὰ ἐ­κτε­λέ­σω ἕ­να πεί­ρα­μα φυ­σι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα δι­α­βά­σει, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα νὰ βά­λω μιὰ τρί­χα ἀ­πὸ τὴν οὐ­ρὰ ἑ­νὸς ἀ­λό­γου στὸ νε­ρὸ ὥ­στε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα μέ­ρες νὰ με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ φί­δι. Ὑ­πῆρ­χε στὴ γλώσ­σα μιὰ ποι­ό­τη­τα σχε­δὸν ὁ­ρα­τὴ καὶ ἡ ἴ­δια ποι­ό­τη­τα ὑ­πῆρ­χε καὶ στὰ ἀν­τι­κεί­με­να τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να παι­χνί­δι ποὺ ἔ­λε­γε: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­σὺ εἶ­σαι ἐ­σύ, ποιός ἔ­φα­γε σκα­τά, ἐ­γὼ ἢ ἐ­σύ;». Ἡ σύν­δε­ση αὐ­τή, λοι­πόν, μὲ τὴ γλώσ­σα ἔρ­χε­ται ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α καὶ ἕ­να κομ­μά­τι της εἶ­ναι συ­χνὰ ἡ γλώσ­σα τῆς παι­δι­κῆς μου ἡ­λι­κί­ας. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να μό­το στὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ λέ­ει «Μό­νο το κοι­νό­το­πο μοῦ κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον» καὶ πράγ­μα­τι μό­νο τὸ ἐ­φή­με­ρο, τὸ θνη­τὸ μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε. Ἡ για­γιά μου ἔ­λε­γε συ­χνὰ ὅ­τι «οἱ μύ­γες καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι μοι­ρά­ζον­ται τὴν ἴ­δια συ­νεί­δη­ση», ὅ­τι δὲν εἴ­μα­στε ση­μαν­τι­κοὶ πα­ρὰ μό­νο τρῶ­με ψω­μί, σὰν τὶς μύ­γες. Θὰ μπο­ρού­σα­με εἴ­τε νὰ ὑ­πάρ­χου­με εἴ­τε νὰ μὴν ὑ­πάρ­χου­με. Δὲν εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­καῖ­οι, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καὶ οἱ μύ­γες, δὲν εἴ­μα­στε ἀ­πα­ραί­τη­τοι. Αὐ­τὴ ἡ ἡ­συ­χα­στι­κὴ σχε­δὸν πα­ραί­τη­ση ἀ­πὸ τὸ νό­η­μα τοῦ κό­σμου εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ καὶ ὑ­πὸ μί­α ἔν­νοι­α πο­ρεύ­ε­σαι μ’ αὐ­τή. Ζή­σα­με σὲ δι­ά­φο­ρα ὑ­πό­γεια δω­μά­τια στὸ νοί­κι, μεί­να­με σὲ κλει­στο­φο­βι­κοὺς χώ­ρους. Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ἀ­νή­κουν σὲ μιὰ προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση, εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ποὺ λέ­νε ἱ­στο­ρί­ες καὶ ὅ­ταν τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο μέ­νεις εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο, μό­νο μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ συν­δε­θεῖς μὲ τὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ἡ για­γιά μου ὄν­τως κα­λοῦ­σε ἀν­θρώ­πους νὰ μᾶς ἐ­πι­σκε­φθοῦν καὶ νὰ μᾶς μι­λή­σουν γιὰ τοὺς τό­πους στοὺς ὁ­ποί­ους εἶ­χαν τα­ξι­δέ­ψει καὶ γιὰ ὅ­σα εἶ­χαν κά­νει ἐ­κεῖ. Ὅ­ταν δὲν ἔ­χεις κα­μιὰ πρό­σβα­ση στὸν κό­σμο καὶ γνω­ρί­ζεις ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ἐ­λά­χι­στοι τρό­ποι γιὰ νὰ τὸν βι­ώ­σεις μὲ τρό­πο φυ­σι­κό, καὶ δὲν εἶ­σαι ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ τὴ με­τα­φυ­σι­κή, ἐν­τέ­λει ἐ­φευ­ρί­σκεις ἰ­δι­ω­τι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ ἱ­ε­ροῦ.


Λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη πό­σο στέ­ρε­η καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νη εἶ­ναι ἡ γλώσ­σα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­τλεῖ­τε τὸ λε­ξι­λό­γιό σας, ποι­ά εἶ­ναι ὡς τώ­ρα ἡ ἐμ­πει­ρί­α σας ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ με­τά­φρα­ση; Ἔ­παι­ξε ρό­λο ἡ συ­νερ­γα­σί­α ἢ θὰ λέ­γα­με πὼς εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ζή­τη­μα ἐμ­πι­στο­σύ­νης;

       Ἡ συ­νερ­γα­σί­α ἔ­χει παί­ξει με­γά­λο ρό­λο στὰ βι­βλί­α μου, ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὸν λό­γο ὅ­τι ἡ κα­θε­μιὰ πρό­τα­ση ξε­χω­ρι­στὰ ἔ­χει ση­μα­σί­α. Πάν­το­τε ἀ­νη­συ­χῶ ὅ­ταν οἱ με­τα­φρα­στὲς δὲν μοῦ ἀ­πευ­θύ­νουν ἐ­ρω­τή­μα­τα καὶ ὅ­ταν δὲν μι­λᾶ­με ἐ­νό­σω με­τα­φρά­ζουν. Συ­χνὰ σ’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις προ­κύ­πτουν τε­ρα­τώ­δη λά­θη. Ἀ­πο­λαμ­βά­νω ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α μὲ τοὺς κα­τὰ και­ροὺς με­τα­φρα­στὲς τοῦ ἔρ­γου μου καὶ τὸ νὰ βρί­σκο­μαι ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὰ ἀ­με­τά­φρα­στα στοι­χεῖ­α τῆς κά­θε γλώσ­σας. Δὲν ἔ­χου­με ἀ­κό­μα ἀ­πο­φα­σί­σει ἂν ἡ λέ­ξη тъга ἀ­πο­δί­δε­ται μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­κρί­βεια ὡς θλί­ψη ἢ με­λαγ­χο­λί­α. Ξα­να­σκε­φτό­μα­στε, ἐ­πί­σης, πῶς θὰ με­τα­φρά­σου­με τὴν τε­λευ­ταί­α πρό­τα­ση τοῦ προ­λό­γου στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας: τὴ στιγ­μὴ ποὺ μι­λᾶ­με εἶ­ναι «Ἐ­μεῖς εἶ­μαι» ἀλ­λὰ ἡ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὴ ση­μα­σί­α εἶ­ναι «Ἐ­γὼ εἶ­ναι» καὶ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ ὅ­τι ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ἐν­σαρ­κώ­νει καὶ ἄλ­λους χα­ρα­κτῆ­ρες. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι ἂν θὰ ἐ­πι­λέ­ξου­με ὅ,τι ἀ­κού­γε­ται φυ­σι­κό­τε­ρο ἢ ὅ,τι με­τα­φέ­ρει κα­λύ­τε­ρα τὸ νό­η­μα.

       Ἕ­να ἄλ­λο πρό­βλη­μα εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­φα­σί­σου­με τὴν πο­σό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των ποὺ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ ἐ­ξη­γή­σου­με σ’ ἕ­ναν «ξέ­νο» ἀ­να­γνώ­στη. Ἡ με­τα­φρά­στριά μου στὰ ἀγ­γλι­κά, ἡ Ἄν­τζε­λα Ρον­τέλ, εἶ­χε μιὰ πο­λὺ κα­λὴ ἰ­δέ­α, νὰ προ­σθέ­σου­με ὑ­πο­σε­λί­δι­ες ση­μει­ώ­σεις, οἱ ἐκ­δό­τες ὅ­μως δὲν τὴν ἐν­στερ­νί­στη­καν. Ἐ­ξάλ­λου, τὸ βι­βλί­ο ἔ­χει ἤ­δη στὴν ἀρ­χι­κή του μορ­φὴ πολ­λὲς λί­στες καὶ κά­ψου­λες λέ­ξε­ων.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει ἕ­να ἐ­κτε­νὲς ἄρ­θρο ποὺ εἶ­χε γρά­ψει ὁ Ντι­μί­ταρ Κε­νά­ροφ στὴν Boston Review πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα πε­ρί­που χρό­νια, στὸ ὁ­ποῖ­ο σᾶς ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὸν λι­γό­τε­ρο βούλ­γα­ρο με­τα­ξύ των βούλ­γα­ρων συγ­γρα­φέ­ων», ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὸ ὕ­φος σας καὶ στὴν αἰ­σθαν­τι­κό­τη­τά σας. Πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι λέ­ει κά­τι αὐ­τό;

       Εἶ­ναι πα­ρά­δο­ξο δι­ό­τι τὰ θέ­μα­τά μου καὶ οἱ ἱ­στο­ρί­ες μου συν­δέ­ον­ται μὲ πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο μὲ τὴ Βουλ­γα­ρί­α. Αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ κά­νω καὶ ποὺ ἴ­σως προ­ξε­νεῖ αὐ­τὴ τὴν ἐν­τύ­πω­ση εἶ­ναι νὰ πῶ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες αὐ­τὲς το­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες —χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­κλεί­ω ἱ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970 καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980— καὶ ν’ ἀ­φυ­πνί­σω μιὰ κά­ποι­α συλ­λο­γι­κὴ μνή­μη στὸν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ δὲν ἔ­χει γνώ­σεις γιὰ τὸν τό­πο αὐ­τό. Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ πὼς μι­λᾶς γιὰ τὴ με­λαγ­χο­λί­α ἑ­νὸς παι­διοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νο σ’ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο κά­ποι­ο ἀ­πό­γευ­μα τοῦ 1978, κι ὕ­στε­ρα κά­ποι­ος στὴ Ζυ­ρί­χη ἔρ­χε­ται, σὲ μιὰ ἐκ­δή­λω­ση ποὺ δι­α­βά­στη­κε κά­ποι­ο κεί­με­νό σου, καὶ σοῦ λέ­ει ὅ­τι δὲν ἔ­χει ἐ­πι­σκε­φτεῖ πο­τὲ τὴ Βουλ­γα­ρί­α οὔ­τε ἔ­χει ζή­σει πο­τέ του σὲ ὑ­πό­γει­ο, κι ὅ­μως ἔ­νι­ω­σε πὼς ἄ­κου­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς δι­κῆς του παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ἔ­νι­ω­σε τὸ ἴ­διο αἴ­σθη­μα ἐγ­κα­τά­λει­ψης. Οἱ κα­τη­γο­ρί­ες αὐ­τὲς εἶ­ναι ἐ­ξάλ­λου οἰ­κου­με­νι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες ποὺ ἔ­χουν προ­κύ­ψει ἀ­πὸ πράγ­μα­τα συγ­κε­κρι­μέ­να, το­πι­κά. Τὸ λέ­ω καὶ στοὺς μα­θη­τές μου, δὲν νο­εῖ­ται νὰ ξε­κι­νᾶ­τε ἀ­πὸ τὸ οἰ­κου­με­νι­κό· ὀ­φεί­λε­τε σ’ ἕ­να ἀρ­χι­κὸ ἐ­πί­πε­δο νὰ το­πο­θε­τεῖ­τε τὴ λε­πτο­μέ­ρεια. Εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ κά­ποι­α δη­μό­σια ἀ­νά­γνω­ση στὴ Γερ­μα­νί­α ποὺ ἦρ­θε καὶ μὲ βρῆ­κε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πε­ρί­με­νε ν’ ἀ­κού­σει γιὰ συμ­πλο­κὲς Βουλ­γά­ρων καὶ Ὀ­θω­μα­νῶν, γι­α­τα­γά­νια, σφα­γές, τὰ ἐ­θνι­κὰ δη­λα­δὴ λο­γο­τε­χνι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα. Εἶ­ναι ἕ­να πρό­βλη­μα αὐ­τὸ στὸ ἐ­θνι­κὸ το­πί­ο.


Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, εἶ­ναι σὰν νὰ ἀ­να­γεν­νᾶ­ται ἀ­κρι­βῶς τὸ εἶ­δος τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ­τε, εἰ­δι­κὰ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἀ­να­δη­μι­ουρ­γί­α τῆς γλώσ­σας τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ ὕ­στε­ρου δέ­κα­του ἔ­να­του αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ εἰ­κο­στοῦ. Ἀ­να­φέ­ρο­μαι στὴν Ὕψωμα (Възвишение) τοῦ Μι­λὲν Ροῦ­σκοφ, στὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των τοῦ Γκε­όρ­γκι Μπο­ζί­νοφ μὲ θέ­μα τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς Βουλγαρικῆς Ἀ­ναγέννησης…

       Ναί, ὑ­πάρ­χει ρεῦ­μα πρὸς τὸ ἱ­στο­ρι­κό, ἴ­σως ὅ­μως ἔ­χω μιὰ κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου, καὶ ἡ ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τὴ δὲν ἔ­χει με­γά­λη σχέ­ση μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἐν­νο­ῶ μ’ αὐ­τὸ ὅ­τι οἱ συγ­γρα­φεῖς συ­χνὰ προ­αι­σθά­νον­ται καὶ προ­βλέ­πουν τὶς προ­τι­μή­σεις τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ἢ ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν τὸ κά­νουν, τὶς πε­τυ­χαί­νουν ἀ­πὸ σύμ­πτω­ση. Αὐ­τὸ δὲν πά­ει φυ­σι­κὰ στὸν Μπο­ζί­νοφ, ἐ­φό­σον ἔ­γρα­ψε τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980, μὰ ἀ­να­φέ­ρο­μαι κα­τὰ κύ­ριο λό­γο στὸν Μί­λεν Ροῦ­σκοφ καὶ τὸν ἕ­τε­ρο πα­σί­γνω­στο συγ­γρα­φέ­α ἱ­στο­ρι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των, τὸν Βλαν­τι­μὶρ Ζά­ρεφ, γιὰ νὰ φέ­ρω ἕ­να ἀ­κό­μη πα­ρά­δειγ­μα. Λί­γα βι­βλί­α ἔ­χουν τρα­βή­ξει πολ­λὴ προ­σο­χή· ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως πι­θα­νὲς ἐ­ξη­γή­σεις ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ ὁ­ρι­σμέ­νες ὄ­ψεις τῆς ἀ­πή­χη­σης τοῦ εἴ­δους. Μιὰ ἐ­ξή­γη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ τυ­πι­κὸς βούλ­γα­ρος ἀ­να­γνώ­στης τῆς γε­νιᾶς τῶν γο­νι­ῶν μου ποὺ ἔ­χει με­γα­λώ­σει δι­α­βά­ζον­τας ἱ­στο­ρι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα —τὴν Ὥ­ρα τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ (Време разделно) τοῦ Ἀν­τὸν Ντόν­τσεφ, τὰ βι­βλί­α τῆς Βέ­ρας Μου­ταφ­τσί­ε­βα κλπ.— καὶ οἱ πρό­σφα­τες ἐν­σαρ­κώ­σεις τους κου­βα­λοῦν ἐ­νί­ο­τε μιὰ νο­σταλ­γι­κὴ αὔ­ρα γιὰ τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο καὶ γιὰ τὴν ἐ­πα­νόρ­θω­ση τῆς κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νης ἐ­θνι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τοῦ πα­ρόν­τος. Τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα αὐ­τὰ μᾶς μι­λοῦν γιὰ ἕ­να ἔν­δο­ξο πα­ρελ­θόν, γιὰ χα­ϊν­τού­κους καὶ ἥ­ρω­ες, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τας ἕ­να με­γα­λεῖ­ο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Ἀ­πὸ τὴ μί­α νὰ μὴν ξέ­ρου­με ποι­οί εἴ­μα­στε τώ­ρα κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη νὰ μα­θαί­νου­με ὅ­τι κά­πο­τε ὑ­πήρ­ξα­με σπου­δαῖ­οι.

      Νο­μί­ζω πὼς αὐ­τὸ σχε­τί­ζε­ται μὲ μιὰ εὐ­ρύ­τε­ρη ἀ­νη­συ­χί­α, μὲ μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς στὸ μέλ­λον θὰ εἴ­μα­στε μᾶλ­λον ἐλ­λι­πεῖς, καὶ σὰν ἀν­τί­δρα­ση σ’ αὐ­τὸ ἔρ­χε­ται ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ κοι­τά­ξου­με πί­σω. Αὐ­τὸ ποὺ μὲ προ­βλη­μα­τί­ζει εἶ­ναι πώς, σὲ κά­ποι­ους ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς, τά­χι­στα ὅ­λο αὐ­τὸ με­τα­τρέ­πε­ται ἀ­νε­παι­σθή­τως σὲ ἐ­θνι­κι­σμό. Εἶ­ναι πολ­λὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σαν τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, δὲν θὰ τὰ ἀ­πα­ριθ­μή­σω, καὶ το­πο­θε­τοῦν τὸν Βούλ­γα­ρο πο­λὺ ψη­λά, στὴν κα­τη­γο­ρί­α τοῦ ἱ­ε­ροῦ· ὑ­πάρ­χει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ μᾶς λέ­ει πῶς οἱ ρο­μὰ κλέ­βουν καὶ λε­η­λα­τοῦν τὰ βουλ­γα­ρι­κὰ χω­ριὰ κι ἕ­νας βούλ­γα­ρος ἥ­ρω­ας ξε­ση­κώ­νει τὸ ἔ­θνος ἐ­ναν­τί­ον τους. Εἶ­ναι σκέ­τη σπέ­κου­λα. Θυ­μᾶ­μαι τὸν και­ρὸ ποὺ εἶ­χα ἀ­να­λά­βει τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Ἔ­ζη­σα τὸν σο­σι­α­λι­σμό (Аз живях социализма), ποὺ τὴν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν προ­σω­πι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις δι­α­φό­ρων ἀ­τό­μων ἀ­πὸ τὴ σο­σι­α­λι­στι­κὴ πε­ρί­ο­δο, καὶ ἡ ὁ­ποί­α κρί­θη­κε αὐ­το­μά­τως ἀ­πορ­ρι­πτέ­α. Οἱ κρι­τι­κοὶ δι­ε­ρω­τῶν­το ἂν ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὸν σο­σι­α­λι­σμό, ἐ­νῶ κά­ποι­ος πο­λι­τι­κὸς ἐ­πι­στή­μο­νας εἶ­χε γρά­ψει ὅ­τι «Δὲν θὰ πρέ­πει ν’ ἀ­φή­σου­με ν’ ἀ­φη­γη­θοῦν τὸν σο­σι­α­λι­σμὸ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν ἔ­ζη­σαν». Με­ρο­λη­πτοῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λύ, εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ πε­ρά­σει και­ρός, νὰ τὰ δοῦ­με ἀ­πὸ μιὰ κά­ποι­α ἀ­πό­στα­ση, οὕ­τως ὥ­στε οἱ πε­ρι­γρα­φὲς νὰ εἶ­ναι ψυ­χρὲς καὶ οὐ­δέ­τε­ρες, πράγ­μα­τα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τος λό­γῳ τοῦ τρό­που μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­νο­ῶ τὸν κό­σμο ὡς συγ­γρα­φέ­ας. Αὐ­τὸ ποὺ λεί­πει εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς οἱ προ­σω­πι­κές, ἰ­δι­ω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων αὐ­τῶν.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει τὴν κρι­τι­κή σας στὸ Μου­σεῖ­ο Ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κῆς Τέ­χνης τῆς Σό­φιας μὲ τὸ ποὺ ἄ­νοι­ξε τὸ 2011· σᾶς θυ­μᾶ­μαι ν’ ἀ­σκεῖ­τε δρι­μεί­α κρι­τι­κὴ στὴν ἀ­νι­στο­ρι­κὴ πα­ρου­σί­α­ση καὶ στὸν ἀ­νι­στο­ρι­κὸ τρό­πο ἔκ­θε­σης τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων.

       Εἶ­ναι τρο­με­ρό. Ἐ­πί­σης, εἴ­χα­με μα­ζευ­τεῖ κά­ποι­οι φί­λοι καὶ σκε­φτό­μα­σταν νὰ φτι­ά­ξου­με κά­τι σὰν Μου­σεῖ­ο τῆς Κρα­τι­κῆς Ἀ­σφά­λειας, πράγ­μα τε­λεί­ως ἀ­φε­λὲς φυ­σι­κά, δι­ό­τι τέ­τοι­ου εἴ­δους πράγ­μα­τα ἐμ­πο­δί­ζον­ται στὴ ρί­ζα τους καὶ οἱ ἐν­το­λὲς ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα κλι­μά­κια. Εἴ­χα­με, ὅ­μως, βά­λει μπρο­στὰ πολ­λὰ σχέ­δια, ἡ ἰ­δέ­α μας ἔ­πι­α­νε πε­ρί­που πε­νήν­τα σε­λί­δες. Ἦ­ταν τὸν και­ρὸ ποὺ βρι­σκό­μουν στὸ μο­να­στή­ρι στὴν Ἐλ­βε­τί­α. Ξό­δε­ψα ἀρ­κε­τὸ χρό­νο, ἔ­φτια­ξα τὴν πα­ρου­σί­α­ση αὐ­τή, βρή­κα­με ἀρ­χι­τέ­κτο­νες, βρή­κα­με τὸ μέ­ρος. Τὴν ἰ­δέ­α τὴν πή­ρα­με στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πὸ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­θνι­κοῦ ἀρ­χεί­ου ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ κτί­ριο αὐ­τό, στὰ ὑ­πό­γεια, στὸν ἀ­ριθ­μὸ 5 τῆς ὁ­δοῦ Μο­σκόβ­σκα, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1960 συ­νε­λάμ­βα­ναν οὐκ ὀ­λί­γους νε­α­ροὺς γιὰ δι­α­τά­ρα­ξη τῆς τά­ξης —ἐ­πει­δὴ φο­ροῦ­σαν στε­νὰ παν­τε­λό­νια ἢ κά­ποι­ο ἄλ­λο ροῦ­χο ποὺ ἔ­μοια­ζε δυ­τι­κό— κι ὕ­στε­ρα τοὺς ἔ­στελ­ναν στὸ στρα­τό­πε­δο ἐρ­γα­σί­ας στὸ Μπέ­λε­νε. Ἤ­θε­λε νὰ τὸ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει, ὅ­ταν ὅ­μως ἡ κυ­βέρ­νη­ση τοῦ Ὀ­ρε­σάρ­σκι ἦλ­θε στὴν ἐ­ξου­σί­α, τὰ πάν­τα φυ­σι­κὰ κα­τέρ­ρευ­σαν [τὴ στιγ­μὴ ποὺ το­πο­θέ­τη­σε τὸν με­γι­στά­να τῶν μίν­τια Ντε­λιὰν Πέ­εφ­σκι ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς Ὑ­πη­ρε­σί­ας Ἐ­θνι­κῆς Ἀ­σφά­λειας, πυ­ρο­δο­τών­τας τὶς μα­ζι­κὲς δι­α­δη­λώ­σεις τοῦ 2013]. Τὸ πρό­βλη­μα δὲν τὸ προ­κά­λε­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἡ κυ­βέρ­νη­ση αὐ­τὴ ἢ ἡ προ­η­γού­με­νη. Δὲν ὑ­πάρ­χει, ἁ­πλῶς, ἡ συλ­λο­γι­κὴ βού­λη­ση ποὺ χρει­ά­ζε­ται γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ κά­τι αὐ­τῆς τῆς κλί­μα­κας. Ἡ ἐ­ναν­τί­ω­ση πα­ρα­εῖ­ναι ἰ­σχυ­ρή.


Ὑ­πάρ­χει ἡ αἴ­σθη­ση στὴ Βουλ­γα­ρί­α πὼς ὁ­ρι­σμέ­να κτί­ρια ποὺ χτί­στη­καν πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1989 πα­ρέ­μει­ναν καὶ πα­ρα­μέ­νουν ἄ­θι­κτα, κι αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν γί­νε­ται εὐ­ρέ­ως κου­βέν­τα.

       Ναί, ἄ­θι­κτα ἀ­πὸ τὴ μί­α, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη μπαί­νουν στὴ δη­μό­σια σφαί­ρα μὲ νέ­ους τρό­πους, μὲ τὴ χρή­ση τῶν νέ­ων μέ­σων, ἀ­πὸ τὸ φέ­ισ­μπουκ καὶ ἀ­πὸ τὰ τρὸλ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου… τὸ κα­τά­λα­βα κα­λύ­τε­ρα τὰ τε­λευ­ταῖ­α τρί­α χρό­νια, ἰ­δί­ως ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πάν­το­τε εἶ­χα ξε­κά­θα­ρη θέ­ση κι ἦ­ταν πάν­το­τε φα­νε­ρό το ποῦ κι­νοῦ­μαι. Δὲν ὀρ­γα­νώ­θη­κα πο­τὲ σὲ κόμ­μα, εἶ­χα ὅ­μως δέ­κα χρό­νια στή­λη στὴν Дневник [ὑ­ψη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας ἐ­φη­με­ρί­δα ἐ­θνι­κῆς ἐμ­βέ­λειας], κι ἔ­τσι κά­θε ἑ­βδο­μά­δα ἔ­γρα­φα αὐ­τὰ ποὺ πί­στευ­α. Τὸ 2013, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­λη­ψη τῆς ἐ­ξου­σί­ας ἀ­πὸ τὸν Ὀ­ρε­σάρ­σκι, ἐκ­φώ­νη­σα μιὰ ὁ­μι­λί­α μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη, ἡ ὁ­ποί­α τε­λι­κὰ ἀ­κού­στη­κε εὐ­ρέ­ως ἀλ­λὰ καὶ πα­ρερ­μη­νεύ­τη­κε εὐ­ρέ­ως. Μί­λη­σα γιὰ τὸ πο­λι­τι­κὸ κὶτς ποὺ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε στὴ δη­μό­σια σφαί­ρα καὶ εἶ­πα ὅ­τι μό­νο ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δι­α­βά­ζει θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀν­τι­στα­θεῖ ἐ­παρ­κῶς, πὼς εἶ­ναι ζή­τη­μα πο­λι­τι­κὸ τὸ νὰ δι­α­θέ­τεις καὶ ν’ ἀ­να­πτύσ­σεις γοῦ­στο ποὺ νὰ συ­νι­στᾶ ἀ­νά­χω­μα ἐ­ναν­τί­ον τοῦ πο­λι­τι­κοῦ αὐ­τοῦ κίτς. Ὑ­πάρ­χει στὴν ὁ­μι­λί­α ἕ­να ση­μεῖ­ο στὸ ὁ­ποῖ­ο λέ­ω «ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δι­α­βά­ζει εἶ­ναι ὄ­μορ­φος» δι­ό­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­α­φθα­ρεῖ μὲ τὴν ἴ­δια εὐ­κο­λί­α, πρῶ­τα καὶ κύ­ρια χά­ρη στὴν αἰ­σθη­τι­κή του. Ἀ­κο­λού­θη­σε καὶ ἔν­το­νη ἀν­τί­δρα­ση καὶ μιὰ κά­ποι­α προ­σκόλ­λη­ση στὸ πρό­σω­πό μου ὡς δι­α­μορ­φω­τῆ τῆς κοι­νῆς γνώ­μης, κα­θὼς τὸ μή­νυ­μα αὐ­τὸ γιὰ τὸν «ὄ­μορ­φο» δι­α­δη­λω­τὴ τὸ σφε­τε­ρί­στη­καν κά­ποι­οι καὶ τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σαν σὰν πο­λε­μι­κὸ ὑ­λι­κὸ ἐ­νάν­τια στὸ κί­νη­μα. Σὰν νὰ λέ­με ὅ­τι ἂν τοὺς ἀ­πο­κα­λῶ ὄ­μορ­φους, αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ ὅ­τι ὅ­σοι δὲν δι­α­δη­λώ­νουν εἶ­ναι ἄ­σχη­μοι, τέ­τοι­α πράγ­μα­τα. Οἱ ρη­το­ρι­κὲς αὐ­τὲς δι­α­μά­χες ἐν­σω­μα­τώ­νον­ται φυ­σι­κὰ στὶς ἀν­τί­στοι­χες λο­γο­τε­χνι­κές.


Ἡ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ας ποὺ φτι­ά­ξα­τε μὲ τὸν Τε­ον­τὸρ Οὖ­σεφ, Ἡ τυ­φλὴ Βά­ϊ­σα (Blind Vaysha) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ Ὄ­σκαρ. Πῶς ξε­κι­νή­σα­τε νὰ δου­λεύ­ε­τε μα­ζί; Θὰ δοῦ­με στὸ μέλ­λον καὶ κά­ποι­α ἄλ­λη συ­νερ­γα­σία σας;

       Δι­α­σκευ­ά­ζου­με τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας γιὰ νὰ τὸ κά­νου­με κι­νού­με­νο σχέ­διο. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πά­νω σ’ αὐ­τὸ εἴ­χα­με ξε­κι­νή­σει νὰ δου­λεύ­ου­με ἀ­πὸ κοι­νοῦ καὶ ἡ Τυ­φλὴ Βά­ι­σα προ­έ­κυ­ψε σχε­δὸν κα­τὰ τύ­χη, κι ἂς μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο το­πι­κή. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ δι­α­σκευ­ή, συ­νερ­γα­στή­κα­με ἐ­πί­σης καὶ γιὰ τὸ φυλ­λά­διο ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ σει­ρὰ The Cahier Series. Ὅ­σο γιὰ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, μό­λις τώ­ρα, τὸ κα­νά­λι ARTE ἀ­νέ­λα­βε τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῆς τρι­αν­τα­πεν­τά­λε­πτης ται­νί­ας. Ὁ Τε­ον­τὸρ μοῦ ἔ­γρα­ψε μό­λις δι­ά­βα­σε τὸ βι­βλί­ο καὶ ἀ­πο­δεί­χτη­κε πὼς εἶ­χε γεν­νη­θεῖ κι αὐ­τὸς τὸ 1968. Κολ­λή­σα­με κα­τευ­θεί­αν μὲ τὸ ποὺ γνω­ρι­στή­κα­με. Δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς σι­ω­πη­λούς, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ πολ­λοὺς ἄλ­λους βούλ­γα­ρους συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν τὴν ἐ­σω­στρέ­φεια.


Ποι­ούς σύγ­χρο­νους βούλ­γα­ρους συγ­γρα­φεῖς δι­α­βά­ζε­τε; Μι­λῆ­στε μας γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους ἀ­πὸ αὐ­τούς. Πεῖ­τε μας καὶ γιὰ μὴ Βούλ­γα­ρους.

       Δὲν δι­α­βά­ζω καὶ πολ­λοὺς σύγ­χρο­νους, ξα­να­δι­α­βά­ζω ὅ­μως συ­χνὰ πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς πα­λιούς· δι­ά­βα­σα προ­σφά­τως τὸν Ἰ­βά­ι­λο Πε­τρόφ, ποὺ πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά. Ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι πὼς ὑ­πάρ­χει ἐ­δῶ κα­λὸ γε­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο ἐ­παγ­γελ­μα­τι­σμοῦ καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζω πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους συγ­γρα­φεῖς ποὺ δου­λεύ­ουν στὶς μέ­ρες μας.

Ποιά εἶ­ναι τὰ ἄ­με­σα σχέ­διά σας;

       Κέρ­δι­σα μιὰ ὑ­πο­τρο­φί­α στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη καὶ θὰ μεί­νω τοῦ χρό­νου ἐ­κεῖ. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Κάλ­μαν στὴ Δη­μό­σια Βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ὅ­που θὰ περ­νά­ω τὶς πιὸ πολ­λὲς μέ­ρες. Ἡ Ἐ­λὶφ Μπα­τού­μαν ὑ­πῆρ­ξε κα­τὰ τὸ πα­ρελ­θὸν ὑ­πό­τρο­φος.


Σὲ ποι­ά πό­λη βρί­σκε­τε αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ἡ βά­ση σας, πρὶν με­τα­φερ­θεῖ­τε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη; Γνω­ρί­ζω ὅ­τι μέ­να­τε στὴ Βι­έν­νη.

       Πῆ­γα ἐ­κεῖ γιὰ ἕ­ξι μῆ­νες, κά­πως ἰν­κόγ­κνι­το. Ἔ­γι­ναν κά­ποι­ες ἐκ­δη­λώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες δι­ά­βα­σα κεί­με­νά μου, γε­νι­κῶς ὅ­μως δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σα πο­λύ. Προ­η­γου­μέ­νως ἤ­μουν στὸ Βε­ρο­λί­νο ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ δὲν ἔ­χω που­θε­νὰ τὴ βά­ση μου. Εἶ­μαι κά­τι σὰν τὸν ἱ­πτά­με­νο Ὀλ­λαν­δό. Ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πό­ψεις αὐ­τὸ εἶ­ναι ὄ­μορ­φο, τὸ Βε­ρο­λί­νο μ’ ἄ­ρε­σε πο­λὺ μὰ ἡ Βι­έν­νη…


Ἡ Βι­έν­νη δὲν ταί­ρια­ξε;

       Δὲν μπο­ροῦ­σα, πε­ρι­έρ­γως, νὰ γρά­ψω στὴ Βι­έν­νη, πα­ρα­εῖ­χε χα­λα­ροὺς ρυθ­μούς, πα­ρα­ῆ­ταν με­λαγ­χο­λι­κή. Χρει­ά­ζο­μαι ἀν­τί­βα­ρο στὴ με­λαγ­χο­λί­α μου.


Ἕ­να μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ ὑ­πάρ­χουν τρι­βές.

       Ναί, καὶ τὸ Βε­ρο­λί­νο εἶ­ναι κά­πως ἔ­τσι, εἶ­ναι πό­λη σκλη­ρή, ἄ­γρια. Στὴ Βι­έν­νη μπο­ροῦ­σες ν’ ἀ­φή­σεις ἁ­πλῶς τὸν χρό­νο νὰ κυ­λή­σει… καὶ συ­νέ­βη ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό.


Θὰ μ’ ἐν­δι­έ­φε­ρε νὰ δι­α­βά­σω γιὰ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη πε­ρα­σμέ­νη ἀ­π’ τὸ δι­κό σας φίλ­τρο. Δου­λεύ­ε­τε πά­νω σὲ κά­τι αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες;

       Ἐ­πι­χει­ρῶ ν’ ἀρ­χί­σω ἕ­να νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα. Δι­ά­φο­ρες ἰ­δέ­ες συγ­κρού­ον­ται στὸ κε­φά­λι μου καὶ σχη­μα­το­ποι­οῦν­ται…


(1) Πρόκειται γιὰ τὸν σπου­δαῖο ἀμε­ρι­κα­νὸ φω­το­γρά­φο Al­fred Stie­glitz. Λαν­θα­σμέ­να στὸ πρω­τό­τυ­πο ἀ­να­γρά­φε­ται ὡς Ed­ward Stie­glitz (Σ.τ.Μ.).
(2) Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σχε­τι­κὸ ἐ­δά­φιο ἀ­πὸ τὸ ἀ­φή­γη­μα τοῦ Μπάμ­πελ: […] Μύ­γες πέ­θαι­ναν μέ­σα σὲ μιὰ πλα­τύ­στο­μη φιά­λη γε­μά­τη μὲ ἕ­να γα­λα­κτῶ­δες ὑ­γρό. Ἡ κα­θε­μιὰ πέ­θαι­νε μὲ τὸ δι­κό της τρό­πο. Στὴ μί­α ἡ ἀ­γω­νί­α δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ, μὲ βί­αι­α σκιρ­τή­μα­τα. Ἡ ἄλ­λη πέ­θαι­νε με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὰ τρε­μου­λι­ά­σμα­τα μό­λις αἰ­σθη­τά. […] [«Ἡ πρώ­τη μου ἀ­μοι­βὴ» στὸν τό­μο: Ἰ­σα­ὰκ Μπάμ­πελ, Στὸ ὑ­πό­γει­ο καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες, μτφρ. Σπύ­ρος Τσα­κνιᾶς, Στιγ­μή, Ἀ­θή­να 1988, σέλ. 98.] (Σ.τ.Μ.).
 (3) Μνη­μο­νι­κὸ λά­θος τῆς Ντι­μι­τρό­βα· πρό­κει­ται γιὰ τὸν μύ­θο τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­παγ­γέλ­λει ὁ Λεμ­πιά­ντκιν στὴν 5η ἑ­νό­τη­τα («Ὁ φρό­νι­μος ὄ­φις») τοῦ Πρώ­του μέ­ρους τῶν Δαι­μο­νι­σμέ­νων:
Κα­τσα­ρί­δα κα­τα­γό­με­νη ἀ­πὸ μέ­γα κύ­ρη
κα­τσα­ρί­δα ἀ­πὸ σό­ι κο­τσο­νά­το
καὶ μί­α μέ­ρα μέ­ρα βρέ­θη­κε μέ­σα στὸ πο­τή­ρι
σὲ πο­τή­ρι μυ­γο­φτύ­σμα­τα γε­μά­το.
[…]
Πῆ­ρε θέ­ση ἡ κα­τσα­ρί­δα ἐ­κεῖ στὸν πά­το
Νά­σου οἱ μύ­γες φα­σα­ρί­α:
«Τὸ πο­τή­ρι δὲν χω­ρά­ει , εἶ­ναι πιὰ γε­μά­το»
Ἐ­φω­νά­ζα­νε στὸ Δί­α.
Μὰ κα­θὼς αὐ­τὲς φω­νά­ζαν
Πλη­σιά­ζει ὁ Νι­κη­φό­ρος
Εὐ-γε­νέ­στα­τος πρε­σβύ­της…
[Βλ. με­τά­φρα­ση τοῦ Ἄ­ρη Ἀ­λε­ξάν­δρου στὸ Οἱ Δαι­μο­νι­σμέ­νοι, ἐκδ. Γκο­βό­στης, χ.χ., σελ. 176-177.] (Σ.τ.Μ.).


Πηγή: Music & Li­te­ra­ture. 17.08.2017. «A con­ver­sa­tion with Ge­o­rgi Gos­po­di­nov», ἀπὸ τὴ Maria Dimitrova.

https://www.musicandliterature.org/features/2017/8/17/conversation-with-georgi-gospodinov

Μα­ρί­α Ντι­μι­τρό­βα (Maria Dimitrova) εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζεῖ στὸ Λον­δί­νο.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът ид­ва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­­να­ρι­ο­γρα­φί­α:  Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ σχε­τι­κὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ. Φωτογραφία: Petya Vassileva.

Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#14]

 

Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού


ΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ε­πι­στρέ­φει σπί­τι του και πιά­νει τη γυ­ναί­κα του στα πρά­σα με έ­ναν σκί­ου­ρο στο κρε­βά­τι. Η γυ­ναί­κα του τρο­μαγ­μέ­νη τον κοι­τά­ζει πά­νω α­πό τα σκε­πά­σμα­τα, κα­λυμ­μέ­νη ώς τη μύ­τη. Το κε­φα­λά­κι του σκί­ου­ρου ί­σα που ξε­προ­βάλ­λει κι αυ­τό δί­πλα της. Οι δρά­στες φαί­νον­ται τό­σο γε­λοί­οι μα­ζί που εί­ναι α­δύ­να­το στον άν­τρα να συγ­κρα­τή­σει τον ε­αυ­τό του, ξε­σπά­ει σε γέ­λια. Όρ­θιος στην πόρ­τα κοι­τά­ζει τα σκόρ­πια ρού­χα της γυ­ναί­κας του στο πά­τω­μα, τους ξη­ρούς καρ­πούς ε­δώ κι ε­κεί και η κα­τά­στα­ση πο­λύ γρή­γο­ρα ε­ξε­λίσ­σε­ται σε κλαυ­σί­γε­λο. Ξαφ­νι­κά ο άν­τρας κο­κα­λώ­νει, χλω­μιά­ζει κι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται. Η γυ­ναί­κα κοι­τά­ζει έν­τρο­μη τον σκί­ου­ρο, πε­τά­γε­ται γυ­μνή α­πό το κρε­βά­τι και τρέ­χει έ­ξω α­πό το δω­μά­τιο, πί­σω α­πό τον άν­τρα της. Ο σκί­ου­ρος τι­νά­ζε­ται τρο­μαγ­μέ­νος κά­τω α­πό τα σκε­πά­σμα­τα. Α­κού­ει φω­νές, ουρ­λια­χτά και πη­δά­ει στο μα­ξι­λά­ρι, α­πό ε­κεί στο πά­τω­μα, αρ­πά­ζει μια χού­φτα καρ­πούς, σαλ­τά­ρει στο περ­βά­ζι του πα­ρα­θύ­ρου, στέ­κε­ται α­σά­λευ­τος για μια στιγ­μή, ή­συ­χος σα νε­κρός κι έ­πει­τα πη­δά­ει προς την έ­ξο­δο κιν­δύ­νου. Ε­κεί­νη α­κρι­βώς τη στιγ­μή η λε­πί­δα ε­νός τσε­κου­ριού καρ­φώ­νε­ται στο περ­βά­ζι. Ο σκί­ου­ρος τρυ­πώ­νει κι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται μέ­σα σε έ­να κον­τι­νό κλα­δί, σκορ­πών­τας καρ­πούς παν­τού. «Ε­σύ και τα α­να­θε­μα­τι­σμέ­να σου κα­τοι­κί­δια!» ουρ­λιά­ζει ο άν­τρας στην κρε­βα­το­κά­μα­ρα α­νά­με­σα στα α­να­φι­λη­τά του. Ο σκί­ου­ρος κά­νει α­γώ­να δρό­μου α­πό δέν­τρο σε δέν­τρο μέ­χρι που α­πο­μα­κρύ­νε­ται. Κά­ποι­α στιγ­μή πι­ά­νε­ται ε­πι­τέ­λους α­πό κά­ποι­α κλα­διά στην κο­ρυ­φή ε­νός δέν­τρου για να πά­ρει α­νά­σα. Η μι­κρή του καρ­διά κον­τεύ­ει να σπά­σει. Φτά­νουν στα αυ­τιά του οι φω­νές α­πό το σπί­τι, η λε­πί­δα του τσε­κου­ριού λαμ­πυ­ρί­ζει καρ­φω­μέ­νη α­κό­μα στο πα­ρά­θυ­ρο. Λου­φά­ζει α­νά­με­σα στα φύλ­λα, κου­νών­τας την ου­ρά του πέ­ρα δώ­θε, και σκέ­φτε­ται, «Πώς στο δι­ά­ο­λο του ήρ­θε να με α­πο­κα­λέ­σει “κα­τοι­κί­διο”!»

       Αυ­τό εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[1] με τί­τλο Οι­κια­κή Φάρ­σα (Domestic Farce) του Barry Your­grau α­πό την πρώ­τη του συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ών A man jumps out of an air­plane (Ar­cade Pu­bli­shing, New York, 2017 [πρώ­τη έκ­δο­ση 1984]) που α­πο­τε­λεί ση­μεί­ο α­να­φο­ράς στο εί­δος. Ο Yourgrau, Α­με­ρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας και περ­φόρ­μερ, ό­πως έ­χου­με α­να­φέ­ρει και σε προη­γού­με­νο δελ­τίο, έ­χει γεν­νη­θεί στη Ν. Α­φρι­κή και ζει ε­δώ και δε­κα­ε­τί­ες α­νά­με­σα στη Νέ­α Υ­όρ­κη και την Κων­σταν­τι­νού­πο­λη.

       Η φρά­ση του βιρ­του­ό­ζου της βρε­τα­νι­κής χι­ου­μο­ρι­στι­κής λο­γο­τε­χνί­ας Jerome K. Jerome, α­πό τη συλ­λο­γή δο­κι­μί­ων του The Idle thou­ghts of an i­dle fel­low (1886), η ο­ποί­α α­να­γρά­φε­ται στις πρώ­τες σε­λί­δες της συλ­λο­γής του Yourgrau, δι­α­περ­νά ό­χι μό­νο το συ­νο­λι­κό έρ­γο του τε­λευ­ταί­ου, αλ­λά και πολ­λών καλ­λι­ερ­γη­τών της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, προ­δρό­μων και σύγ­χρο­νων: Οι σκέ­ψεις τις ο­ποί­ες εί­μα­στε ι­κα­νοί να συλ­λά­βου­με κα­θα­ρά εί­ναι οι πο­λύ μι­κρές… Ό­λες οι με­γα­λύ­τε­ρες σκέ­ψεις εί­ναι α­σύλ­λη­πτες και τε­ρά­στι­ες για τους παι­δι­κούς εγ­κε­φά­λους μας.

       Στη δι­ε­θνή λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή το έρ­γο του κο­σμο­πο­λί­τη Your­grau συγ­κα­τα­λέ­γε­ται κά­που α­νά­με­σα στους Bre­ton, Ka­fka και Bor­ges. Κι­νεί­ται με ευ­ε­λι­ξί­α και χι­ού­μορ στη με­θό­ριο α­νά­με­σα σε ποί­η­ση, per­for­mance και πρό­ζα, αλ­λά α­πό τα πρώ­τα του βή­μα­τα πα­ρα­μέ­νει πι­στός στην α­φή­γη­ση ως κύ­ριο εκ­φρα­στι­κό του μέ­σο, ό­πως στο α­τα­ξι­νό­μη­το κεί­με­νό του με τί­τλο Apocrypha που συν­δι­α­λέ­γε­ται με την ι­στο­ρί­α του Μω­υ­σή. Δη­μο­σι­εύ­θη­κε ως πε­ζο­ποί­η­μα στο τεύ­χος του α­με­ρι­κα­νι­κού πε­ρι­ο­δι­κού Poetry τον Ι­ού­λιο του 1982[2], πριν συ­στα­θεί το ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δί­ο της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, και συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συγ­κε­κρι­μέ­νη συλ­λο­γή. Η ι­στο­ρί­α έ­χει ως ε­ξής: έ­νας άν­τρας ψα­ρεύ­ει στην ε­ρη­μιά ό­ταν ξαφ­νι­κά βλέ­πει έ­να μω­ρό μέ­σα σε έ­να ψά­θι­νο κα­λά­θι να ε­πι­πλέ­ει α­κο­λου­θών­τας το ρεύ­μα του πο­τα­μού. Βου­τά­ει στο νε­ρό, πιά­νει το κα­λά­θι και δι­α­πι­στώ­νει ό­τι το μω­ρό εί­ναι κα­λά, τυ­λιγ­μέ­νο με χρυ­σο­ποί­κιλ­το πα­νί. Έκ­πλη­κτος κοι­τά­ζει γύ­ρω του, δεν υ­πάρ­χει ψυ­χή. Α­κουμ­πά­ει το κα­λά­θι με το μω­ρό στην ό­χθη και α­νε­βαί­νει ψη­λό­τε­ρα να ε­λέγ­ξει μή­πως υ­πάρ­χει κά­ποι­ος που το α­να­ζη­τά. Ξαφ­νι­κά έ­να δό­ρυ εκ­σφεν­δο­νί­ζε­ται α­πό το που­θε­νά, δι­α­περ­νά το κρα­νί­ο του και το σώ­μα του κα­τρα­κυ­λά στο πο­τά­μι. Τη στιγ­μή που το ρεύ­μα πα­ρα­σύ­ρει το ά­ψυ­χο σώ­μα του με το κον­τά­ρι να προ­ε­ξέ­χει σαν κα­τάρ­τι, το μω­ρό ξε­σπά­ει σε κλά­μα­τα κι έ­νας σκου­ρό­χρω­μος, σκυ­θρω­πός άν­τρας με λο­φί­ο στο κρά­νος του ξε­προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό τους θά­μνους. Την ί­δια στιγ­μή η γυ­ναί­κα του, η ο­ποί­α δι­α­βά­ζει τη Βί­βλο της στο σπί­τι τους, βλέ­πει την ώ­ρα στο ρο­λό­ι του τοί­χου, κλεί­νει το βι­βλί­ο με κρό­το και σπεύ­δει να βά­λει το βρα­δι­νό τους στο φούρ­νο. Με­τα­νι­ώ­νει που εί­χε μπερ­δέ­ψει τις α­να­γνώ­σεις της κι αι­σθά­νε­ται έ­να κύ­μα δυ­σφο­ρί­ας ό­πως κοι­τά­ζει τον ά­δει­ο δρό­μο.


Η συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των και μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ών της Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νής Stacy Hardy με τί­τλο Because the night (Pocko Editions, UK, 2015) α­πο­τε­λεί­ται α­πό εί­κο­σι μί­α ι­στο­ρί­ες, με συ­νο­δευ­τι­κό φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό του Ι­τα­λού Mario Pischedda. Ο­κτώ α­πό αυ­τές θε­ω­ρούν­ται υ­πο­δειγ­μα­τι­κές μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες για τη δι­ε­θνή κρι­τι­κή, χά­ρη «στην ι­σχυ­ρή πύ­κνω­ση, την τα­χεί­α α­νά­κρου­ση και τον υ­ψη­λό βαθ­μό συ­νέρ­γειας συγ­γρα­φέ­α–α­να­γνώ­στη που ε­πι­τυγ­χά­νουν», σύμ­φω­να με την Liesl Jobson, επίσης γνωστή διεθνώς Νοτιοαφρικανή συγγραφέα μικρομυθοπλασίας.

       Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α με τί­τλο Kisula που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συλ­λο­γή, η η­ρω­ί­δα φτά­νει στο μα­γα­ζί ό­που δι­α­σκε­δά­ζουν οι φί­λοι της. Πί­νουν α­πό ώ­ρα και συ­ζη­τούν πά­λι το φλέ­γον θέ­μα: πώς γί­νε­ται οι Black Consciousness[3] τύ­ποι να έ­χουν πάν­τα λευ­κές συν­τρό­φους. Ό­λα τα μά­τια στρέ­φον­ται μί­α ε­πά­νω της μί­α σε έ­ναν α­πό τους συν­δαι­τυ­μό­νες, τον Andile, και ξαφ­νι­κά πέ­φτει σι­ω­πή. Ξε­χά­στε το. Δεν εί­μαι το κο­ρί­τσι του α­πλώς πη­δι­ό­μα­στε πε­ρι­στα­σια­κά[4], τους λέ­ει και ό­λοι, πλην του Andile, ξε­σπούν σε γέ­λια. Με­τά α­πό λί­γο η η­ρω­ί­δα φεύ­γει χω­ρίς να πλη­ρώ­σει και παίρ­νει το δρό­μο για το σπί­τι της πε­ζή. Σκέ­φτε­ται το λυ­πη­μέ­νο πρό­σω­πο του Andile και ό­σο πε­ρι­φέ­ρε­ται στην πό­λη, δυ­σφο­ρεί με τη σκέ­ψη ό­τι δεν εί­ναι πα­ρά η α­νε­πι­θύ­μη­τη λευ­κή α­νά­με­σά τους. Ό­ταν μπαί­νει στο θυ­ρω­ρεί­ο του κτι­ρί­ου που βρί­σκε­ται το δι­α­μέ­ρι­σμά της πιά­νει κου­βέν­τα με τον Kisula, τον Κον­γκο­λέ­ζο φύ­λα­κα του κτι­ρί­ου και με­τα­νά­στη, ο ο­ποί­ος έ­χει αλ­λά­ξει το ό­νο­μά του σε Gary και εί­ναι κολ­λη­μέ­νος μπρο­στά στην ο­θό­νη της τη­λε­ό­ρα­σης. Πα­ρα­κο­λου­θεί ζων­τα­νά τον πο­δο­σφαι­ρι­κό α­γώ­να α­νά­με­σα στη Χι­λή και στην ο­μά­δα που υ­πο­στη­ρί­ζει, τη Γαλ­λί­α. Πώς γί­νε­ται να τους υ­πο­στη­ρί­ζεις με­τά α­πό ό­σα έ­κα­ναν στην πα­τρί­δα σου; τον ρω­τά­ει. Ο Kisula α­να­ση­κώ­νει τους ώ­μους. Έ­χουν κα­λύ­τε­ρη ο­μά­δα, κοί­τα, της λέ­ει και κρα­τά­ει την α­νά­σα του ό­πως κι ε­κα­τομ­μύ­ρια φί­λα­θλοι στον πλα­νή­τη ε­κεί­νη τη στιγ­μή. Έ­να κον­τι­νό πλά­νο α­κο­λου­θεί την μπά­λα που σκί­ζει τον α­έ­ρα και τα δί­χτυ­α του τέρ­μα­τος της Χι­λής. Η Γαλ­λί­α κερ­δί­ζει τον α­γώ­να. Το γή­πε­δο σεί­ε­ται, ο Kisula ε­κρή­γνυ­ται α­πό χα­ρά και η η­ρω­ί­δα σε κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου βρί­σκε­ται να χο­ρεύ­ει και να ζη­τω­κραυ­γά­ζει μα­ζί του. Χο­ρεύ­ου­με και οι δύ­ο. Χο­ρεύ­ου­με και γε­λά­με σα να μοι­ρα­ζό­μα­στε κά­τι βα­θύ και α­λη­θι­νό και αι­ώ­νιο[5].

       Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της συλ­λο­γής με τί­τλο Squirreling πα­ρα­κο­λου­θού­με μια σκη­νή αυ­να­νι­σμού ως λύ­τρω­ση α­πό το πά­θος της η­ρω­ί­δας για τον σύν­τρο­φό της, με τον ο­ποί­ο έ­χει μό­λις χω­ρί­σει. Η η­ρω­ί­δα πεν­θεί και αρ­χί­ζει στα­δια­κά να αυ­το­ε­ρε­θί­ζε­ται με δι­ά­φο­ρα αν­τι­κεί­με­νά του, τα ο­ποί­α βρί­σκον­ται δι­ά­σπαρ­τα γύ­ρω της. Λα­χτα­ρά­ει σαν α­χόρ­τα­γος σκί­ου­ρος να τα α­πο­θη­κεύ­σει και να τα φυ­λά­ξει μέ­σα της, α­κό­μα και την ο­δον­τό­βουρ­τσά του, να μην μεί­νει χώ­ρος για τα συ­ναι­σθή­μα­τά της. Σε αυ­τό το ση­μεί­ο του κει­μέ­νου κο­ρυ­φώ­νε­ται η διτ­τή αί­σθη­ση που προ­κα­λούν πολ­λά δείγ­μα­τα γρα­φής της Hardy: α­πό τη μια η χρή­ση μιας κο­φτε­ρής γλώσ­σας προ­κει­μέ­νου να δι­α­τυ­πω­θεί ευ­θαρ­σώς η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της γυ­ναι­κεί­ας ε­ρω­τι­κής ε­πι­θυ­μί­ας α­πό την αν­δρι­κή φαν­τα­σί­α που καλ­λι­έρ­γη­σε ο που­ρι­τα­νι­σμός στη δυ­τι­κή κουλ­τού­ρα προς μια ά­νευ ο­ρί­ων σω­μα­τι­κή κι ε­ρω­τι­κή ε­ξε­ρεύ­νη­ση. Α­πό την άλ­λη η α­νά­δει­ξη της α­σύλ­λη­πτης τα­χύ­τη­τας με την ο­ποί­α το μυα­λό μας μέ­σω της φαν­τα­σί­ας μπο­ρεί να δι­α­κτι­νι­στεί σε έ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κό, σου­ρε­α­λι­στι­κό σύμ­παν. Εί­ναι το ση­μεί­ο στο ο­ποί­ο η η­ρω­ί­δα φαν­τά­ζε­ται την ο­δον­τό­βουρ­τσα του συν­τρό­φου της να με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε σκί­ου­ρο, να φω­λιά­ζει μέ­σα στη μή­τρα της α­νά­με­σα στους α­πο­θη­κευ­μέ­νους καρ­πούς του κι ε­κεί­νη να γεν­νά­ει έ­να στρα­τό χνου­δω­τά σκι­ου­ρά­κια. Για την η­ρω­ί­δα, έ­να τέ­τοι­ο γε­γο­νός, ως δί­δυ­μο α­πο­κύ­η­μα φαν­τα­σί­ας και α­πε­λευ­θέ­ρω­σης, εί­ναι ι­κα­νή να προ­κα­λέ­σει πα­νι­κό στην α­ποι­κί­α.

       Ι­δέ­α που α­παν­τά­ται συ­χνά στο έρ­γο της Hardy, για την ο­ποί­α η Α­φρι­κή μοιά­ζει με μη­χα­νή του χρό­νου: μπο­ρεί να δει κα­νείς ταυ­τό­χρο­να ει­κό­νες α­πό το πα­ρελ­θόν, το πα­ρόν και το μέλ­λον. Η Hardy δρα­στη­ρι­ο­ποι­εί­ται α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά κα­τά του ρα­τσι­σμού, αρ­θρο­γρα­φεί ως δη­μο­σι­ο­γρά­φος και δι­δά­σκει στο Με­τα­πτυ­χια­κό Τμή­μα Δη­μι­ουρ­γι­κής Γρα­φής στο Rhodes U­ni­ver­si­ty. Στην πρό­σφα­τη με­λέ­τη του Peter Blair[6] για την άν­θη­ση της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στην Ν. Α­φρι­κή, η Hardy συγ­κα­τα­λέ­γε­ται α­νά­με­σα στις τρεις κο­ρυ­φαί­ες με­λέ­τες πε­ρί­πτω­σης, μα­ζί με τους (ε­πί­σης λευ­κούς) Tony Eprile και Michael Cawood Green και η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Kisula α­να­λύ­ε­ται ως υ­πο­δειγ­μα­τι­κή.

       Η ι­στο­ρί­α Squirreling εί­ναι πο­λύ ι­δι­αί­τε­ρη. Μας πα­ρο­τρύ­νει να σκε­φτού­με έ­να κε­νό και την α­νάγ­κη να το γε­μί­σου­με; τη ρω­τούν σε μια α­πό τις συ­νεν­τεύ­ξεις της. Ε­πι­στρέ­φου­με στις μαύ­ρες τρύ­πες! α­παν­τά­ει η Hardy. Φταί­ει α­σφα­λώς ο κα­πι­τα­λι­σμός, η κα­τα­να­λω­τι­κή κοι­νω­νί­α…τα ο­ποί­α εί­ναι ε­χθροί της φαν­τα­σί­ας. Σε αυ­τή την ι­στο­ρί­α το θέ­μα μου εί­ναι ε­πί­σης ο­λό­κλη­ρη η κα­τα­σκευ­ή της «ε­νη­λι­κί­ω­σης», και οι συ­νέ­πει­ές της. Οι σκί­ου­ροι εί­ναι έ­να αν­τί­δο­το σε ό­λο αυ­τό – εί­ναι ό­λο ε­νέρ­γεια και ε­κλε­κτι­κοί και ζων­τα­νοί, ό­λο τρί­ζουν τα δόν­τια τους, τρε­μο­παί­ζουν τη φουν­τω­τή ου­ρά τους, εί­ναι ροζ και χνου­δω­τοί και φρε­νή­ρεις και η­λί­θιοι. Αλ­λά φυ­σι­κά οι τρύ­πες εί­ναι με­ρι­κές φο­ρές έ­ξο­δοι κιν­δύ­νου στις ι­στο­ρί­ες μου, θύ­ρες, λα­γού­μια, υ­πό­γεια τού­νελ, μυ­στι­κές δί­ο­δοι δι­α­φυ­γής.


Τον Α­πρί­λιο του 2020 ι­δρύ­θη­κε η πρώ­τη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στις Η.Π.Α στο Harry Ransom Centre (ΗRC) του Πα­νε­πι­στη­μί­ου του Τέ­ξας στο Ό­στιν. Η συλ­λο­γή α­πο­τε­λεί­ται α­πό πε­ρί­που δι­α­κό­σια πε­νήν­τα σπά­νια βι­βλί­α και πε­ρι­ο­δι­κά και εί­ναι δω­ρε­ά πέν­τε Α­με­ρι­κα­νών συγ­γρα­φέ­ων και πα­νε­πι­στη­μια­κών που συ­νέ­βαλ­λαν στην α­να­γνώ­ρι­ση και δι­ά­δο­ση του εί­δους: T. Hazuka, T. L. Masih, P. Painter, R. Scotellaro, και R. Shapard. Μό­λις ο­λο­κλη­ρω­θεί η ψη­φι­ο­ποί­η­σή της θα εί­ναι ε­λεύ­θε­ρης πρό­σβα­σης δι­ε­θνώς. Στο HRC βρί­σκον­ται τα πρω­τό­λεια των Charlotte κι Emily Brontë, τα χει­ρό­γρα­φα του Gabriel García Márquez, το ση­μει­ω­μα­τά­ριο του Jack Kerouac, το ξύ­λι­νο κου­τί του Ε.Ε.Cummings, πρω­τό­τυ­πα έρ­γα της Frida Kahlo, αλ­λά και συλ­λο­γή χει­ρο­γρά­φων και προ­σω­πι­κών αν­τι­κει­μέ­νων του Edgar Allan Poe, ό­πως το γρα­φείο του.

       Το 2008 οι Άγ­γλοι κα­θη­γη­τές στο Chester University Peter Blair και Ashley Chantler ί­δρυ­σαν το πε­ρι­ο­δι­κό Flash: The International Short- Short Story Magazine

       Στο τ.9, Νο2 (Ο­κτώ­βριος 2016) πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Μι­χά­λη Γκα­νά Δι­α­βά­ζει έ­να βι­βλί­ο[7] (She reads a book, μτφρ. Π. Νι­κο­λά­ου) και στο τ.10, Νο1 (Α­πρί­λιος 2017) η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Another night out της Ει­ρή­νης Ι­ω­άν­νου. Το 2015 ί­δρυ­σαν τις εκ­δό­σεις Flash: The international Short-Short Story Press, με πρώ­τη έκ­δο­ση τη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του David Swan με τί­τλο Stronger Faster Shorter: Flash Fictions. Σε αυ­τή εί­κο­σι πέν­τε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ε­ξε­ρευ­νούν την πο­ρεί­α ε­νη­λι­κί­ω­σης ε­νός α­γο­ριού τη δε­κα­ε­τί­α του ’70. Στην ο­μό­τι­τλη ι­στο­ρί­α ο ε­νή­λι­κος πια ή­ρω­ας, ο ο­ποί­ος δι­α­τη­ρεί την πο­λύ υ­ψη­λή συ­ναι­σθη­μα­τι­κή του νο­η­μο­σύ­νη, α­πο­φαί­νε­ται: Τα σώ­μα­τά μας εί­χαν δι­α­με­λι­στεί σε κα­τα­στρο­φι­κά α­τυ­χή­μα­τα ι­λιγ­γι­ώ­δους τα­χύ­τη­τας, κι έ­πει­τα ε­πα­να­συ­ναρ­μο­λο­γή­θη­καν α­πό ε­πι­στή­μο­νες που χρη­σι­μο­ποι­ού­σαν βι­ο­νι­κή τε­χνο­λο­γί­α[8]. Ε­δώ ο Swan α­να­φέ­ρε­ται στις ρα­γδαί­ες αλ­λα­γές που βι­ώ­νει ο μι­κρός ή­ρω­ας και στις ε­πι­πτώ­σεις τους στην ψυ­χο­σύν­θε­σή του. Αν και χρη­σι­μο­ποι­εί την ει­κό­να με­τα­φο­ρι­κά, τε­λι­κά θο­λώ­νει το ό­ριο α­νά­με­σα στο πραγ­μα­τι­κό και το φαν­τα­στι­κό, δε­δο­μέ­νου ό­τι σή­με­ρα δε φαί­νε­ται τό­σο ε­ξω­πραγ­μα­τι­κή.

       H Seaborne Library, η βι­βλι­ο­θή­κη του πα­νε­πι­στη­μί­ου Chester, δι­α­θέ­τει την πρώ­τη ορ­γα­νω­μέ­νη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δι­ε­θνώς, η ο­ποί­α εμ­πλου­τί­ζε­ται χά­ρη στη δρά­ση των με­λών της έ­νω­σης International Flash Fiction Association (IFFA) που ί­δρυ­σαν οι Blair και Chantler και εί­ναι α­κα­δη­μα­ϊ­κού χα­ρα­κτή­ρα, με ε­στί­α­ση στην αγ­γλο­σα­ξω­νι­κή βι­βλι­ο­γρα­φία.

       Την αλ­μα­τώ­δη ε­ξέ­λι­ξη στη δι­ε­θνή έ­ρευ­να και πα­ρα­γω­γή με ε­στί­α­ση σε Ω­κε­α­νί­α και Α­σί­α μπο­ρεί να πα­ρα­κο­λου­θή­σει κα­νείς κα­τό­πιν α­να­ζή­τη­σης σε βι­βλι­ο­θή­κες πα­νε­πι­στη­μί­ων εδώ κι εδώ.


Η Α­νά­σα (Breath), το συν­το­μό­τε­ρο (1 λ.) θε­α­τρι­κό έρ­γο του Samuel Beckett, γρά­φτη­κε το 1969, εν­νιά χρό­νια με­τά το σε­νά­ριο του À bout de soufflé του Godard, σχε­δόν τέσ­σε­ρις αι­ώ­νες με­τά τη «με­λαγ­χο­λι­κή κω­μω­δί­α» του Shakespeare με τί­τλο Με το ί­­διο μέ­τρο (1604), στην ο­ποί­α ο δού­κας της Βι­έν­νης α­να­φέ­ρε­ται στο ε­φή­με­ρο της ζω­ής και στην α­νά­σα της τέ­χνης[9], κι έ­χει α­πο­τε­λέ­σει σπου­δή για πλή­θος καλ­λι­τε­χνών, ό­πως οι Alan Parson και Tim Burton. Ο Damien Hirst, το 2002, πο­λύ προ παν­δη­μί­ας Covid 19, στη δι­κή του υ­λο­ποί­η­ση της Α­νά­σας, εί­χε γε­μί­σει το χώ­ρο με νο­σο­κο­μεια­κά σκου­πί­δια, έ­ναν υ­πο­λο­γι­στή, έ­να πλη­κτρο­λό­γιο, ου­ρο­δο­χεί­α, λε­ρω­μέ­να σεν­τό­νια, μά­σκες, γάν­τια και στα τε­λευ­ταί­α δευ­τε­ρό­λε­πτα μό­λις που προ­λα­βαί­νου­με να δού­με μέ­σα σε έ­να γυ­ά­λι­νο τα­σά­κι δύ­ο γό­πες τσι­γά­ρου πλεγ­μέ­νες σε σχή­μα σβά­στι­κας. Η Α­νά­σα εί­ναι έ­να α­πό τα τα­χυ­δρά­μα­τα με θέ­μα τον έ­ρω­τα που ζή­τη­σε ο θρυ­λι­κός Βρε­τα­νός συγ­γρα­φέ­ας και κρι­τι­κός θε­ά­τρου Kenneth Tynan α­πό δι­ά­φο­ρους σύγ­χρο­νούς του συγ­γρα­φείς (J. Feiffer, J. Lennon, E. O’Brien, J. Levy, S. Shepard και L. Melfi) με σκο­πό να τα συμ­πε­ρι­λά­βει στην πα­ρά­στα­σή του με τί­τλο Oh! Calcutta, χω­ρίς να α­πο­κα­λύ­πτε­ται το ό­νο­μα της/του δη­μι­ουρ­γού του. Λέ­γε­ται ό­τι ο Beckett έ­γρα­ψε την Α­νά­σα του σε μί­α καρτ πο­στάλ και την τα­χυ­δρό­μη­σε στον Tynan. Έ­γι­νε, ό­μως, έ­ξαλ­λος ό­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ό­τι αν­τί των σκου­πι­δι­ών που έ­γρα­φε ο ί­διος ό­τι έ­πρε­πε να κα­τα­κλύ­ζουν τη σκη­νή, ο Tynan την εί­χε γε­μί­σει με γυ­μνά σώ­μα­τα και ό­τι, ε­πι­πλέ­ον, η πα­ρα­γω­γή α­πο­κά­λυ­ψε τε­λι­κά τη συμ­με­το­χή του. Πα­ρά τη φή­μη του δύ­στρο­που που πε­ρι­βάλ­λει τον Beckett, υ­πάρ­χει πάν­το­τε έ­να ί­χνος μαύ­ρου χι­ού­μορ. Και αν ζη­τή­σεις α­πό τον Beckett να σου γρά­ψει έ­να «ε­ρω­τι­κό σκε­τσά­κι», αυ­τό θα πά­ρεις, τη μα­ται­ό­τη­τα α­πό τη μή­τρα στον τά­φο σε έ­να λε­πτό[10].


Η Ε­σμε­ράλ­ντα α­νοί­γει τα μά­τια της. Το δω­μά­τιο εί­ναι ά­δει­ο. Δεν μπο­ρεί να θυ­μη­θεί πό­σο και­ρό εί­ναι μό­νη. Τη φα­γου­ρί­ζει το χέ­ρι της: φταί­ει το βλα­στά­ρι που φυ­τρώ­νει μέ­σα α­πό τον καρ­πό της. Η Ε­σμε­ράλ­ντα το πα­ρα­κο­λου­θεί να με­γα­λώ­νει και να βγά­ζει φύλ­λα. Τώ­ρα τη φα­γου­ρί­ζει και το πό­δι της, ο ώ­μος και το α­ρι­στε­ρό της μά­γου­λο. Κα­τα­πρά­σι­νοι μί­σχοι βλα­σταί­νουν α­πό μέ­σα τη­ς˙ φύλ­λα ξε­δι­πλώ­νον­ται χα­ϊ­δεύ­ον­τας το δέρ­μα της. Το πρώ­το λου­λού­δι αν­θί­ζει στο πρό­σω­πό της, τα ε­πό­με­να παν­τού στο σώ­μα της. Η Ε­σμε­ράλ­ντα χα­μο­γε­λά­ει και κλεί­νει τα μά­τια της. Ό­ταν τα ξα­να­νοί­γει δεν εί­ναι πια μό­νη. Βρί­σκε­ται γυ­ρι­σμέ­νη στο πλά­ι, ξα­πλω­μέ­νη ε­πά­νω σε φαρ­διά γό­να­τα. Αυ­τός έ­χει ε­πι­στρέ­ψει. Υ­πο­μο­νε­τι­κά, ξε­ρι­ζώ­νει α­γρι­ό­χορ­τα και βλα­στά­ρια, λου­λού­δια και φύλ­λα, ρά­βει τα δά­κρυ­α με με­τα­ξω­τό νή­μα. Γυ­ρί­ζον­τας τα μά­τια της, η Ε­σμε­ράλ­ντα μπο­ρεί να δει τη με­γά­λη βε­λό­να να μπαι­νο­βγαί­νει, να συρ­ρά­πτει τους δερ­μα­τι­κούς κρη­μνούς, να τρα­βά­ει και να σφίγ­γει. Στο πά­τω­μα, τα λου­λού­δια και τα φύλ­λα μα­ραί­νον­ται γρή­γο­ρα. Αυ­τός κό­βει το νή­μα, κά­νει έ­ναν σφι­χτό κόμ­πο, έ­πει­τα τα­κτο­ποι­εί την Ε­σμε­ράλ­ντα α­νά­με­σα στα μα­ξι­λά­ρια στη συ­νη­θι­σμέ­νη πο­λυ­θρό­να και βγαί­νει α­πό το δω­μά­τιο. Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[11] της Ι­τα­λί­δας Emanuela Valentini, με τί­τλο Η αν­θι­σμέ­νη Ε­σμε­ράλ­ντα (Esmeralda in bloom), α­πό το α­φι­έ­ρω­μα του πε­ρι­ο­δι­κού World Without Borders στην ι­τα­λι­κή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία. Η τε­λευ­ταί­α πα­ρου­σιά­ζει με­γά­λη άν­θη­ση, ι­δι­αί­τε­ρα στο εί­δος της λο­γο­τε­χνίας του φα­ντα­στι­κού, πρω­το­πό­ρος της ο­ποί­ας υ­πήρ­ξε ο δη­μι­ουρ­γός του Άρ­χον­τα των δα­χτυ­λι­δι­ών, J. R. R. Tolkien (γεν­νη­μέ­νος στην πό­λη Bloemfontein της Ν. Α­φρι­κής το 1892).


Ο μι­κρός Γκάμ­πορ μοιά­ζει σαν ό­λα τα μω­ρά, έ­νας α­φρά­τος Βού­δας τα μά­τια του ο­ποί­ου γλι­στρούν α­πό ε­δώ κι α­πό ε­κεί και αυ­τό ε­πει­δή δεν έ­χει μά­θει το κόλ­πο να ε­στιά­ζει το βλέμ­μα του. Α­δυ­να­τεί α­κό­μα και να στη­ρί­ξει όρ­θιο το ί­διο του το κε­φά­λι για να κοι­τά­ξει τρι­γύ­ρω, ε­πο­μέ­νως δεν εί­ναι να κα­τη­γο­ρεί κα­νείς τους γο­νείς του που τον βλέ­πουν ως μί­α λευ­κή σε­λί­δα ε­πά­νω στην ο­ποί­α θα γρά­ψουν, με α­γά­πη, ό,τι γνω­ρί­ζουν για τον κό­σμο.

       Αλ­λά α­πό τη στιγ­μή που ά­νοι­ξε τα μά­τια του στον λαμ­πε­ρό α­έ­ρα, α­πό τη στιγ­μή που τα δά­χτυ­λά του έ­σφι­ξαν κα­τά τύ­χη το δά­χτυ­λο της μη­τέ­ρας του, έ­να ση­μεί­ο της κου­βέρ­τας του, ή την κό­χη της κού­νιας του, ο Γκάμ­πορ σκέ­φτε­ται. Ε­δώ εί­ναι η μύ­τη του σκύ­λου, έ­πει­τα δεν εί­ναι, έ­πει­τα εί­ναι ε­δώ ξα­νά. Φω­νές πά­νε κι έρ­χον­ται. Τα πρό­σω­πα εί­ναι πα­νο­μοι­ό­τυ­πα και δι­α­φο­ρε­τι­κά. Το φως δι­α­δέ­χε­ται το σκο­τά­δι. Το υ­γρό δι­α­δέ­χε­ται το στε­γνό. Θέ­λει γά­λα. Δε θέ­λει γά­λα. Έ­νας ή­χος κλά­μα­τος έρ­χε­ται α­πό κά­που, και τον ξαφ­νιά­ζει, κι έ­πει­τα έρ­χε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο κλά­μα. Συμ­πε­ραί­νει δι­ά­φο­ρα, κα­τα­νο­εί τι ση­μαί­νει Εί­ναι. Ε­πι­νο­εί μια γλώσ­σα που πε­ρι­έ­χει ό­λη του τη γνώ­ση. Οι προ­τά­σεις του εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές, κά­θε μί­α πε­ρι­έ­χει έ­να ο­λό­κλη­ρο κε­φά­λαι­ο της φι­λο­σο­φί­ας του. Αγ­κουα­γκού εί­ναι έ­να α­πό αυ­τά. Το πα­ρα­πά­νω εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[12] του Α­με­ρι­κα­νού Bruce Holland Rogers με τί­τλο Aglaglagl που συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη δι­ε­θνή αν­θο­λο­γί­α Flash Fiction International (2015). Ό­πως μπο­ρεί να φαν­τα­στεί κα­νείς, το βρέ­φος θα μά­θει πο­λύ γρή­γο­ρα τη γλώσ­σα των γο­νι­ών του και συ­νη­θί­ζον­τας τα ξυ­ρά­φια μιας τέ­τοι­ας γλώσ­σας, ο μι­κρός Γκάμ­πορ θα ξε­χά­σει σχε­δόν ό,τι γνώ­ρι­ζε κά­πο­τε με βε­βαι­ό­τη­τα.

 

Έ­να ζευ­γά­ρι κέν­ταυ­ροι α­πο­θαυ­μά­ζει το παι­δί του που χο­ρο­πη­δά­ει α­πό δω κι α­πό κει σε μια πα­ρα­λί­α της Με­σο­γεί­ου. Ο πα­τέ­ρας γυρ­νά­ει προς τη μά­να και τη ρω­τά­ει: Πρέ­πει ά­ρα­γε να του πού­με πως δεν εί­ναι πα­ρά έ­νας μύ­θος; Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[13] του Κώ­στα Α­ξε­λού με τί­τλο Πραγ­μα­τι­κό και Φα­ντα­στι­κό, μί­α α­πό τις πολ­λές του ι­δί­ου που πε­ρι­έ­χον­ται στο Ciudad Seva, ση­μαν­τι­κό α­πο­θε­τή­ριο του εί­δους δι­ε­θνώς, του Πορ­το­ρι­κα­νού συγ­γρα­φέ­α Luis López Nieves.

 

Θε­ω­ρη­τι­κές δι­α­κλα­δώ­σεις


Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φαί­νε­ται να θέ­τει πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­ρω­τή­μα­τα α­πό ό­σα α­παν­τά­ει, δι­α­τη­ρών­τας ά­σβη­στη τη libido sciendi. Σε αυ­τή τη δί­ψα για γνώ­ση προ­στέ­θη­κε και η ό­ρε­ξη για τα­χύ­τη­τα, ό­πως την συ­νέ­λα­βαν οι Marx, Weber, Darwin, Freud και Nietzsche, οι ο­ποί­οι αμ­φέ­βαλ­λαν, ε­πι­χεί­ρη­σαν νο­η­τι­κά άλ­μα­τα, ό­πως ο Γα­λι­λαί­ος πριν α­πό αυ­τούς, συ­νέ­θε­σαν και συμ­πύ­κνω­σαν ι­δέ­ες, ο­ρά­μα­τα και με­θό­δους και προ­σάρ­μο­σαν το χρό­νο σε νέ­ες τα­χύ­τη­τες με­τα­λαμ­πα­δεύ­ον­τάς μας τον στο­χα­σμό τους για να συ­νε­χί­σου­με την κούρ­σα. Συ­χνά αμ­φι­σβη­τού­σε ο Κ. Κα­στο­ρι­ά­δης την έν­νοι­α του αν­τα­γω­νι­σμού για πρω­το­πο­ρί­ες και νε­ω­τε­ρι­σμούς. Ό­μως αν το κα­λο­σκε­φτού­με, ε­νώ οι ύ­αι­νες γεν­νι­ούν­ται με τα μά­τια α­νοι­χτά, ε­μείς με το που ερ­χό­μα­στε στον κό­σμο συμ­με­τέ­χου­με ό­λοι α­κού­σια σε μια δι­α­νο­η­τι­κή σκυ­τα­λο­δρο­μί­α. Γι’ αυ­τό έ­χει ση­μα­σί­α τι κρα­τάς πά­νω σου ως ε­φό­διο μέ­χρι το τέρ­μα και τι βά­ρος πε­τάς και α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­σαι.

       Κά­πως έ­τσι λει­τουρ­γεί και η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Και στον Βολ­ταί­ρο εν­το­πί­ζε­ται ε­ναλ­λα­γή σκη­νών, έ­νας γρή­γο­ρος ρυθ­μός πρω­τό­γνω­ρος για τα δε­δο­μέ­να της ε­πο­χής του, αλ­λά αυ­τή η σβελ­τά­δα υ­πη­ρε­τεί την α­πλού­στευ­ση[14]. Αν­τί­θε­τα, η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Hélene Cixous, με θέ­μα την α­πώ­λεια και τη μα­ται­ό­τη­τα και τί­τλο Quick Fiction: Death fiction, η ο­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη δη­μο­σί­ευ­ση της δι­ά­λε­ξης που έ­δω­σε το 2013 στον Κα­να­δά ο Άγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας και κρι­τι­κός Nicholas Royle με τί­τλο Quick Fiction: Some Remarks on Writing Today, εί­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Αν και θε­ω­ρώ τον ό­ρο «quick fiction» που προ­τεί­νει για τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α α­νε­παρ­κή να προσ­δι­ο­ρί­σει την πρω­τε­ϊ­κή φύ­ση της, ο Royle εύ­στο­χα, α­φού πρώ­τα μας θυ­μί­ζει ό­τι α­κό­μα και στα σαιξ­πη­ρι­κά κεί­με­να έ­χου­με κά­ποι­ες φο­ρές την αί­σθη­ση ό­τι κυ­νη­γά­με τη σκέ­ψη του συγ­γρα­φέ­α, στο κεί­με­νο της Ciroux εν­το­πί­ζει δύ­ο κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: πρώ­το, την τα­χύ­τη­τα με την ο­ποί­α κι­νεί­ται η α­φη­γη­μα­τι­κή πρά­ξη, με την Ciroux ει­δι­κά να κι­νεί­ται σε δι­α­φο­ρε­τι­κές τα­χύ­τη­τες ταυ­τό­χρο­να και να ε­πι­τα­χύ­νει. Δη­λα­δή, αλ­λι­ώς να τρέ­χει ο συλ­λο­γι­σμός της, αλ­λι­ώς το βλέμ­μα και η γλώσ­σα της και το ύ­φος της να ε­ναλ­λάσ­σε­ται α­νά­με­σα σε λυ­ρι­σμό –ρε­α­λι­σμό στην ε­λά­χι­στη κει­με­νι­κή έ­κτα­ση (γύ­ρω στις 250 λέ­ξεις στην αγ­γλι­κή με­τά­φρα­ση της Peggy Kamuf). Δεύ­τε­ρο, το στρο­βο­σκο­πι­κό βλέμ­μα κα­τά Deleuze, το phantasmoneiric fleux κα­τά Derrida, μια ο­πτι­κή γω­νί­α που δεν εί­ναι πια γω­νί­α, τύ­που παν­το­γνώ­στη α­φη­γη­τή του Flaubert, ή του nouveau roman, αλ­λά φά­σμα˙ ού­τε μό­νο ο­πτι­κή, που δι­α­θλά­ται πα­ράλ­λη­λα και α­πό τη συ­νεί­δη­ση, αλ­λά κά­τι πο­λυ­πλο­κό­τε­ρο, το ο­ποί­ο δύ­σκο­λα α­να­λύ­ε­ται βά­σει της α­φη­γη­μα­τι­κής δι­ά­κρι­σης των Stanzel και Genette, ποι­ος βλέ­πει, ποι­ος μι­λά­ει. Κι αν ε­λέγ­ξει κα­νείς τη γλώσ­σα της, βά­σει των τρι­ών ε­πι­πέ­δων που δι­α­κρί­νει ο Barthes στο λο­γο­τε­χνι­κό κεί­με­νο, δη­λα­δή γλώσ­σα, ύ­φος, τό­πος, θα δει ό­τι η γλώσ­σα της εί­ναι α­πλή, λα­κω­νι­κή, σα­φής, αλ­λά πυ­κνή.

       Ση­μει­ω­τέ­ον, τις η­μέ­ρες ε­κεί­νες που της ζή­τη­σε ο Royle να γρά­ψει και να του πα­ρα­δώ­σει το κεί­με­νο εί­χε πε­θά­νει ο α­γα­πη­μέ­νος της φί­λος Carlos Fuentes. Και σε αυ­τό το ση­μεί­ο α­να­τρέ­χει κα­νείς ό­χι στο δεί­χνω, δε λέ­ω, του H. James, ού­τε στην πα­ρό­τρυν­ση του Χι­λια­νού ποι­η­τή Vicente Huidobro, κά­ν’­τε το τρι­αν­τά­φυλ­λο να αν­θί­σει στο ποί­η­μα, ού­τε καν στον Chekhov, ή στον Wittgenstein, αλ­λά κα­τευ­θεί­αν στον Kafka: Α­πό τη στιγ­μή που η γλώσ­σα εί­ναι ά­νυ­δρη κά­ν’­τη να δο­νη­θεί με μια πυ­κνό­τη­τα[15]. Για την ε­πί­τευ­ξη αυ­τής της πύ­κνω­σης τον δι­ευ­κό­λυ­νε και η σύν­τα­ξη της γερ­μα­νι­κής πρό­τα­σης, με το ρή­μα στο τέ­λος, ό­πως υ­πο­νο­εί και η Lydia Davis στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Improving my German[16]. Πα­ρό­λα αυ­τά, ό­μως, δι­α­πι­στώ­νε­ται ό­τι με την πύ­κνω­ση ε­πι­τυγ­χά­νε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό μί­α κί­νη­ση, ό­χι σα να πη­γαί­νει κα­νείς α­πό ση­μεί­ο σε ση­μεί­ο γραμ­μι­κά, ό­πως στις προ­φο­ρι­κές, σύν­το­μες δι­η­γή­σεις, ού­τε α­πό κο­ρυ­φή σε κο­ρυ­φή, ό­πως αρ­γό­τε­ρα στους μύ­θους, τις πα­ρα­βο­λές ή τις βι­νι­έ­τες, ού­τε σα να τρέ­χει στα τυ­φλά με κα­τεύ­θυν­ση προς τη σι­ω­πή α­κο­λου­θών­τας τους Foucault και Beckett, o πρώ­τος να ε­πι­μέ­νει να μά­θει ποι­ος μι­λά­ει στο κεί­με­νο, ο δεύ­τε­ρος να σφυ­ρί­ζει, μα τι ση­μα­σί­α έ­χει[17]. Ού­τε καν ό­πως στις αρ­χές του φαι­νο­μέ­νου της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, εν μέ­σω α­πο­δο­μι­σμού – με­τα­μον­τερ­νι­σμού, να λο­ξο­δρο­μεί και να χά­νε­ται πε­ρι­χα­ρής, αλ­λά σα να δι­α­κτι­νί­ζε­ται στο σύμ­παν και στο κέν­τρο της γης ταυ­τό­χρο­να και να ε­πι­στρέ­φει α­στρα­πια­ία στο αρ­χι­κό ση­μεί­ο. Α­κέ­ραι­ος.

       Ε­πο­μέ­νως, το ζή­τη­μα της τα­χύ­τη­τας στο εί­δος που α­πα­σχο­λεί τη δι­ε­θνή κρι­τι­κή, α­φο­ρά πρω­τί­στως τη συγ­γρα­φι­κή δι­α­δι­κα­σί­α της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σή­με­ρα, το πώς κι­νεί­ται η σκέ­ψη της/του συγ­γρα­φέ­α και ε­πα­κό­λου­θα πώς ε­νερ­γο­ποι­εί και τη σκέ­ψη κα­τά την α­νά­γνω­ση, ό­χι τον χρό­νο της α­νά­γνω­σης, δι­ό­τι σε αυ­τόν κα­τα­γρά­φε­ται το πα­ρά­δο­ξο να προ­κα­λεί­ται στά­σις. Με­τά την προ­φα­νώς σύν­το­μη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Μπάρ­νες, του Βο­λι­βια­νού Edmundo Paz Soldán, την Kisula ή την Οι­κια­κή Φάρ­σα που εί­δα­με πα­ρα­πά­νω, τα ο­ποί­α συ­νι­στούν έ­να υ­πο­δειγ­μα­τι­κό κεί­με­νο-κό­σμο το κα­θέ­να, δη­λα­δή έ­να α­πό­σταγ­μα α­φη­γη­μα­τι­κής μυ­θο­πλα­σί­ας[18] -α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α-, και εί­ναι σχε­δόν α­δύ­να­το να γρα­φτούν γρή­γο­ρα, με μια α­νά­σα, δύ­σκο­λα συ­νε­χί­ζει κα­νείς την α­νά­γνω­ση άλ­λου κει­μέ­νου μό­λις τα δι­α­βά­σει. Στα πε­ρισ­σό­τε­ρα υ­πο­δειγ­μα­τι­κά κεί­με­να μέ­σα σε λί­γες γραμ­μές βλέ­πει κα­νείς να καλ­πά­ζουν φι­λο­σο­φι­κά corpus, ι­δε­ο­λο­γί­ες, κι­νή­μα­τα, η­θι­κοί κώ­δι­κες, κοι­νω­νι­κές πρα­κτι­κές, πο­λι­τι­σμι­κοί δεί­κτες, μια α­έ­να­η α­να­ζή­τη­ση ερ­μη­νεί­ας των πραγ­μά­των: η υ­πό­γεια δι­α­νο­η­τι­κή αρ­τη­ρί­α που μας ε­νώ­νει ό­λους.

       Αυ­τό το πυ­κνό α­πο­τέ­λε­σμα της α­φη­γη­μα­τι­κής πρά­ξης για τη δη­μι­ουρ­γί­α μιας α­πο­λαυ­στι­κής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μοιά­ζει α­κό­μα δυ­σκο­λό­τε­ρο να ε­πι­τευ­χθεί α­πό μια γεν­νή­τρια πλο­κής, έ­να υ­πο­λο­γι­στι­κό πρό­γραμ­μα που χρη­σι­μο­ποι­εί­ται για την πα­ρα­γω­γή δι­η­γη­μά­των, ή μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ό­πως το φαν­τά­στη­κε ο Άγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας Roald Dahl στο δι­ή­γη­μά του The Great Automatic Grammatizator (1953). Ποι­ος αλ­γό­ριθ­μος θα μπο­ρού­σε να α­πο­φα­σί­σει τι θα κρα­τή­σει και τι θα πα­ρα­λεί­ψει, να πα­ρά­ξει αυ­τό­μα­τα κεί­με­νο με τό­ση πύ­κνω­ση, χι­ού­μορ, ει­ρω­νεί­α, ή φαν­τα­σί­α – τον ε­πι­τα­χυν­τή της σκέ­ψης και του συ­ναι­σθή­μα­τος;


Στο ό­ρα­μα και τη φαν­τα­σί­α βα­σί­στη­καν ε­κα­τό μα­νι­φέ­στα καλ­λιτε­χνι­κών κι­νη­μά­των στη δι­άρ­κεια μό­νο του 20ου αι. Στο α­φι­έ­ρω­μα της Rachel Cordasco που α­να­φέ­ρε­ται πα­ρα­πά­νω, δι­α­πι­στώ­νε­ται άν­θη­ση γε­νι­κά της ι­τα­λι­κής λο­γο­τε­χνί­ας του φαν­τα­στι­κού, ό­σο οι συγ­γρα­φείς συ­νε­χί­ζουν να χρη­σι­μο­ποι­ούν τις λέ­ξεις για να ε­ξε­ρευ­νή­σουν πα­ρά­ξε­νους, νέ­ους κό­σμους[19], και ει­δι­κά της ι­τα­λι­κής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, που προ­τεί­νει νέ­α μον­τέ­λα α­φή­γη­σης[20] με πολ­λούς συ­νε­χι­στές του Kafka[21], και ρο­πή προς το υ­πο­εί­δος του φαν­τα­στι­κού: what if (τι θα γι­νό­ταν ε­άν). Κα­τα­λυ­τι­κός ή­ταν ο ρό­λος του Primo Levi, ο ο­ποί­ος με­τά την κυ­κλο­φο­ρί­α της συλ­λο­γής δι­η­γη­μά­των του Storie naturali το 1967 έ­γρα­φε, Εί­μαι έ­να αμ­φί­βιο, έ­νας κέν­ταυ­ρος: μι­σός χη­μι­κός και μι­σός συγ­γρα­φέ­ας[22], για να α­παν­τή­σει στο ε­ρώ­τη­μα Τι εί­ναι η ζωή, και του Italo Calvino, ο ο­ποί­ος σκι­α­γρά­φη­σε το 1995 μια αι­σθη­τι­κή θε­ω­ρί­α της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[23]. Κομ­βι­κή, ε­πο­μέ­νως, ή­ταν η δε­κα­ε­τί­α του ’60 και στην Ι­τα­λί­α, με την έ­κρη­ξη του πει­ρα­μα­τι­σμού και του γε­νε­α­λο­γι­κού υ­βρι­δι­σμού υ­πό την ε­πί­δρα­ση των νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ών και της ε­κτε­τα­μέ­νης α­νά­μει­ξης της φι­λο­σο­φί­ας με τη λο­γο­τε­χνί­α. Την α­σί­γα­στη α­νάγ­κη για την κα­τα­νό­η­ση της θέ­σης του αν­θρώ­που στο σύμ­παν υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται το ι­τα­λι­κό κί­νη­μα Connettivismo (Νexilism στην αγ­γλο­σα­ξω­νι­κή θε­ω­ρί­α), το ο­ποί­ο σύμ­φω­να με το μα­νι­φέ­στο του (2004), προ­σεγ­γί­ζει ο­λι­στι­κά το θέ­μα, με σύν­θε­ση ι­δε­ών, ό­πως α­πό τη συμ­βί­ω­ση της L. Margulis, ή α­πό τις θε­ω­ρί­ες των Latour (δί­κτυ­ο-δρά­στης) και DeLanda (θε­ω­ρί­α συ­ναρ­μο­λό­γη­σης). Το κί­νη­μα αυ­τό βα­σί­ζε­ται στο μα­νι­φέ­στο του Ι­τα­λι­κού Φου­του­ρι­σμού (1910) κι έ­χει συμ­βάλ­λει στη δι­ε­θνή προ­βο­λή της ι­τα­λι­κής fantascienza και micro fantascienza ση­μα­το­δο­τών­τας την ε­πι­κρά­τη­ση του υ­παρ­ξι­σμού (και του εξ­πρεσ­σι­ο­νι­σμού κα­τά πε­ρί­πτω­ση) ε­πί του ι­δε­α­λι­σμού. Ό­πως εί­δα­με πα­ρα­πά­νω, η Ε­σμε­ράλ­ντα α­να­πνέ­ει α­πό τα φύλ­λα, μας κα­λεί προ των ευ­θυ­νών μας για την πε­ρι­βαλ­λον­τι­κή κα­τα­στρο­φή και α­πευ­θύ­νε­ται σε έ­ναν κό­σμο που θε­ω­ρεί ως λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη την α­νι­σό­τη­τα, την ε­πι­τή­ρη­ση, την τρο­μο­κρα­τί­α ή την πο­ρεί­α μας προς έ­ναν γε­νε­τι­κά με­ταλ­λαγ­μέ­νο homo sapiens σε αν­θρω­πό­μορ­φο ρομ­πότ.

       Ο ό­ρος fantascienza πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στην Ι­τα­λί­α τον Ο­κτώ­βριο του 1952, ό­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε το πε­ρι­ο­δι­κό Urania και σε αν­τί­θε­ση με τον ό­ρο science fiction δί­νει προ­βά­δι­σμα στη φαν­τα­σί­α και ό­χι στην ε­πι­στή­μη. Το εν­δι­α­φέ­ρον εί­ναι ό­τι ε­νώ θα πε­ρί­με­νε κα­νείς στην κλί­μα­κα της micro fantascienza η φαν­τα­σί­α να πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται λό­γω μι­κρής κει­με­νι­κής έ­κτα­σης, αν­τί­θε­τα α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται και γι­γαν­τώ­νε­ται.

       Ο πί­να­κας του Umberto Boccioni, με τί­τλο Elasticity (1912), α­πει­κο­νί­ζει μια φαν­τα­σμα­γο­ρι­κή έ­κρη­ξη χρω­μά­των και σχη­μά­των. Σύμ­φω­να με τον Γερ­μα­νό θε­ω­ρη­τι­κό Thorsten Botz-Bornstein, ό­μως, συ­σχε­τί­ζε­ται με τις τρο­μο­κρα­τι­κές ε­νέρ­γει­ες του ISIS, κα­θώς για τους εξ­τρε­μι­στές ισ­λα­μι­στές οι ε­κρή­ξεις που προ­κα­λούν εί­ναι τό­σο ό­μορ­φες ό­σο το έρ­γο του Boccioni. Ο τε­λευ­ταί­ος, δι­α­κρί­θη­κε για τη δυ­να­μι­κό­τη­τα που εκ­πέμ­πουν τα έρ­γα του και ή­ταν έ­νας α­πό τους ση­μαν­τι­κό­τε­ρους θε­ω­ρη­τι­κούς του Ι­τα­λι­κού Φου­του­ρι­σμού. Στο μα­νι­φέ­στο τους οι λέ­ξεις βί­α, ι­σχύς, τα­χύ­τη­τα, ως σύμ­βο­λα της μον­τέρ­νας τε­χνο­λο­γί­ας, α­πο­τέ­λε­σαν το τρί­πτυ­χό τους. Το 1916 ο Boccioni, α­φού κα­τα­τά­χθη­κε στον στρα­τό, σκο­τώ­θη­κε κα­τά την εκ­παί­δευ­σή του στα τρι­αν­τα­τέσ­σε­ρά του χρό­νια α­πό πτώ­ση α­πό ά­λο­γο εν κι­νή­σει. Στην ι­στο­ρί­α του Boccioni, στην πο­λι­τι­κή αι­σθη­τι­κή των με­λών του ISIS, σε ό, τι μας κυ­νη­γά­ει και μας δι­χά­ζει, ί­σως δί­νει μί­α ε­ξή­γη­ση η συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του David Swan: Stronger Faster Shorter, ή α­νά­βει έ­να φως η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Rogers, το Aglaglagl, το ο­ποί­ο σε δι­κή μου ε­λεύ­θε­ρη με­τά­φρα­ση ση­μαί­νει, αν α­να­θε­ω­ρή­σου­με;

 

προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

 

Η ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή του Γι­ώρ­γου Πρε­βε­δου­ρά­κη, μι­κρά ο­νό­μα­τα, Πα­νο­πτι­κόν, 2020.

 

Η νου­βέ­λα του Χρή­στου Χρη­στί­δη, Γυ­μνός, Εκ­δό­σεις Εν­τευ­κτη­ρί­ου, 2020, απ’ ό­που η φρά­ση: το σά­βα­νο α­πό το σπάρ­γα­νο α­πέ­χει μια α­νά­σα.


Η συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των της Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νής Keletso Mopai If you keep digging, Black Bird, 2019.


Το σύν­το­μο δι­ή­γη­μα Salvatore του Somerset Maugham, το ο­ποί­ο δη­μο­σι­εύ­θη­κε το 1936 στο Cosmopolitan, α­π’ ό­που η φρά­ση: I wonder if I can do it.


Ο Γιά­ννης Γο­ρα­νί­της δια­βά­ζει έ­να α­πό­σπα­σμα α­πό Τα κο­σμο­κω­μι­κά (μτφρ. Α. Χρυ­σο­στο­μί­δης) του Italo Calvino στο α­φι­έ­ρω­μα α­να­γνώ­σε­ων κα­τά τη διά­ρκεια της κα­θο­λι­κής κα­ραν­τί­νας στην Ελ­λά­δα που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Α­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης για το πε­ρι­ο­δι­κό Χάρ­της.


Δύ­ο γεν­νή­τρι­ες πλο­κής για ό­λα τα λο­γο­τε­χνι­κά εί­δη, μί­α πα­λιό­τε­ρη και μια πιο πρό­σφα­τη (πη­γή: Jane Freedman).


To ι­στο­λό­γιο του Ι­τα­λού πε­ρι­βαλ­λον­τι­κού φω­το­γρά­φου Luca Locatelli.


To τρα­γού­δι του Paolo Conte, Via con me (Live at Montreux Jazz Festival, 2011).


Μί­α ει­κο­νι­κή ε­πί­σκε­ψη στο Museum of Broken Relationships, στο Ζάγ­κρεμπ (ά­γνω­στο ε­άν εκ­θέ­τει ο­δον­τό­βουρ­τσες).


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


[1]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[2]. H Κου­βα­νέ­ζα Dolores M. Koch (1928-2009) ή­ταν η θε­ω­ρη­τι­κός που έ­θε­σε το 1981 το ε­ρευ­νη­τι­κό ε­ρώ­τη­μα για τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, με την ι­στο­ρι­κή α­να­κοί­νω­σή της στο XX Congreso del Instituto Internacional de Literatura Iberoamericana, το ο­ποί­ο δι­ε­ξή­χθη στο Τέ­ξας.
[3]. Ό­ρος που εμ­φα­νί­στη­κε στα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του­’­60, στο πλαί­σιο της αν­τι-α­παρ­τχά­ιντ κι­νη­το­ποί­η­σης και φι­λο­σο­φί­ας, δι­α­τη­ρή­θη­κε στη με­τά-α­παρ­τχά­ιντ ε­πο­χή κι ε­ξα­κο­λου­θεί να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μέ­χρι σή­με­ρα, συ­νή­θως με τα αρ­χι­κά BC. Α­να­φέ­ρε­ται στην ε­πα­να­εν­νοι­ο­λό­γη­ση της συ­νεί­δη­σης της φυ­λε­τι­κής ταυ­τό­τη­τας των γη­γε­νών Νο­τιο-α­φρι­κα­νών και της ε­νί­σχυ­σής της με την πραγ­μα­τι­κή α­νά­κτη­ση των αν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των τους.
[4]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[5]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[6]. Blair Peter, Hyper-compressions: The ri­se of flash fi­ction in “post-transi­tio­nal” South A­frica, The Jour­nal of Common­wealth Li­te­ratu­re, 2020, Vol.55 (I), p.p. 38-60, ©The Author (s) 2018.
[7]. Γκα­νάς Μι­χά­λης, Γυ­ναι­κών, μι­κρές και πο­λύ μι­κρές ι­στο­ρί­ες, Με­λά­νι, Α­θή­να, 2010.
[8]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[9]. Motte Warren, Small Worlds, M­ini­malism in Contem­pora­ry French Li­te­rature, University of Nebraska Press, 1999.
[10]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου, α­πό το άρ­θρο του Ted Mills στο ο­ποί­ο πα­ρα­πέμ­πω πα­ρα­πά­νω για την Α­νά­σα.
[11]. Με­τά­φρα­ση α­πό τα ι­τα­λι­κά στα αγ­γλι­κά: Sarah Jane Webb. Με­τά­φρα­ση α­πό τα αγ­γλι­κά δι­κή μου.
[12]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[13]. Α­ξε­λός Κώ­στας, Φι­λο-σο­φι­κά Αν-έκ­δο­τα, μτφρ. Θω­μάς Σκά­σης (πε­ρι­ο­δι­κό Ἡ λέ­ξη τ. 34, Μά­ι­ος 1984).
[14]. Auerbach Erich, Μί­μη­σις, μτφρ. Λ. Α­να­γνώ­στου, ΜΙΕΤ, Α­θή­να, 2005.
[15]. Deleuze Gills & Guattari Félix, Kafka –Toward a minor Literature, translated by D. Polan, University of Minnesota, 1986.
[16]. Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: Improving my German. All my life I have been try­ing to im­prove my Ger­man. At last my German is better—but now I am old and ill and don’t have long to li­ve. Soon I will be dead, with bet­ter Ger­man. The Paris Review, issue 234, Fall 2020.
[17]. Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Με­τά την αι­σθη­τι­κή, Θε­ω­ρη­τι­κέ δο­κι­μές και ερ­μη­νευ­τι­κές α­να­γνώ­σεις της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας, Ο­δυσ­σέ­ας, 2003.
[18]. Η Slommith Rimmon – Kennan, σύμ­φω­νη με τη δο­μι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή θε­ω­ρί­α του Gérard Genette, ο­ρί­ζει την α­φη­γη­μα­τι­κή μυ­θο­πλα­σί­α ως α­φή­γη­ση μιας σει­ράς φαν­τα­στι­κών γε­γο­νό­των —κά­τι συμ­βαί­νει που μπο­ρεί να ει­πω­θεί με έ­να ρή­μα ή με το ό­νο­μα μιας πρά­ξης και ό­ταν συμ­βαί­νει κά­τι αλ­λά­ζει α­πό μί­α κα­τά­στα­ση σε μί­α άλ­λη— που τη δι­α­φο­ρο­ποι­εί α­πό άλ­λα λο­γο­τε­χνι­κά εί­δη, ό­πως τη λυ­ρι­κή ποί­η­ση ή τον πε­ρι­γρα­φι­κό πε­ζό λό­γο. Στο Rimmon-Kenan Shlomith, Narrative Fiction, Contemporary Poetics, 2nd edit., Routledge, New York, 2002.
[19]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[20]. Contadini Luigi, Le sug­gestio­ni del mi­cror­rela­to, στο Le For­me Del Nar­ra­re: Nel Tem­po e Tra i Gene­ri, vol. 2 Uni­ver­sitá degli Studi di Trento, 2016.
[21]. Ziolkowski, Saskia E­lizabeth, Kafka’s I­ta­li­an Pro­ge­ny, Uni­ver­sity of To­ro­nto Press, To­ro­nto 2020
[22]. Cassata Francesco, Fan­ta­scien­za? Scie­nce Fi­ction?, Eina­udi, σει­ρά Le­zio­ni Pri­mo Le­vi, To­rino, 2016 κι εδώ.
[23]. Στο Fra­ti­cel­li Bar­ba­ra, Ita­lia: Po­éti­cas de lo mí­ni­mo en el pa­nora­ma con­tempo­rá­neo, α­πό τον συλ­λο­γι­κό τό­μο Ana Ru­eda (ed.), Mini­fic­ción y nano­filo­lo­gía: la­titu­des de la hiper­bre­ve­dad, Ibe­roa­meri­cana, Ma­drid, 2017.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλί­ο – κον­το­λο­γίς



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλί­ο – κον­το­λο­γίς

(За краткостта и тази книга – накъсо)


Ο LAPIDARIUM, τὸ πρῶ­το μου βι­βλί­ο, πε­ρι­εῖ­χε σύν­το­μα πράγ­μα­τα γραμ­μέ­να στὸ πί­σω μέ­ρος ἀ­πὸ εἰ­σι­τή­ρια καὶ χαρ­τά­κια. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι γραμ­μέ­νο ὣς ἕ­ναν βαθ­μὸ καὶ τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα. Κά­ποι­ες ἐν­τε­λῶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ δὲν μπαί­νουν ἐ­δῶ, ὑ­πάρ­χουν καὶ στὶς δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των μου. Ἀ­πὸ πα­λιὰ μοῦ ἀ­ρέ­σει καὶ με­τα­χει­ρί­ζο­μαι τὴ συν­το­μί­α, ὅ­μως πα­ρό­λα αὐ­τά, θε­ω­ρῶ τὸ βι­βλί­ο ἐ­τοῦ­το ὡς τὸ προ­σω­πι­κό μου ντεμ­ποῦ­το στὸ ἐν λό­γῳ εἶ­δος. Δι­α­σκέ­δα­ζα, ἐ­νῶ ἔ­γρα­φα αὐ­τὲς τὶς ἱ­στο­ρί­ες ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια. Ξέ­φευ­γα σὲ αὐ­τές, ὅ­ταν μοῦ γι­νό­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρη­το τὸ «ἔ­ξω». Τὶς μά­ζευ­α στὰ τε­φτέ­ρια μου, με­τα­ξὺ ἄλ­λων βι­βλί­ων, ποὺ φαί­νον­ταν ὡς πιὸ ση­μαν­τι­κά.*


       Ὑ­πάρ­χει μιὰ ὁ­ρι­σμέ­νη ἱ­ε­ραρ­χί­α στὴ ση­με­ρι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­κε­φα­λῆς εἶ­ναι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα – δι­η­γή­μα­τα, ποί­η­ση, δο­κί­μια, ὑ­πάρ­χουν κυ­ρί­ως λό­γω τῆς ἐ­πι­εί­κιας τῶν ἐκ­δο­τῶν καὶ τῆς ἀ­γο­ρᾶς. Τί ἀ­πο­μέ­νει γιὰ τὰ ἐν­τε­λῶς σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα, ἀ­πο­σπά­σμα­τα καὶ προ­τά­σεις; Ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν βγαί­νου­νε μπὲ­στ σέ­λερς καὶ μπλοκ­μπά­στερς, εἶ­ναι ἰ­δι­αι­τέ­ρως «μι­κροῦ μή­κους». Τὰ μυρ­μηγ­κο­σώ­μα­τά τους δὲν μπο­ροῦν νὰ συγ­κρι­θοῦν μὲ τὸν ἐ­λέ­φαν­τα τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Καὶ ὅ­μως, ἐ­μέ­να αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­τρε­πτι­κό­τη­τα τῶν μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν, ἡ ἱ­κα­νό­τη­τά τους νὰ ξε­γλι­στρᾶ­νε κά­τω ἀ­πὸ τὸν ζυ­γὸ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, μοῦ ἀ­ρέ­σει. Ἀ­κρι­βῶς σή­με­ρα μοῦ ἀ­ρέ­σει, στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς βα­ριᾶς ἐ­πι­κό­τη­τας…


Ἀλ­λι­ῶς, νὰ ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με πρὸς ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς συν­το­μί­ας, ὅ­τι αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι χθε­σι­νή. Ἐν­τε­λῶς χα­ο­τι­κά, ὅ­πως στὴ Μπορ­χε­σια­νὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια, μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­τά­ξου­με τὶς λί­θι­νες ἐ­πι­γρα­φὲς τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας, βου­δι­στι­κὰ κο­άν, τοὺς Χα­ρα­κτῆ­ρες τοῦ Θε­ο­φρά­στου, βι­βλι­κὲς πα­ρα­βο­λές, κά­ποι­α ἀ­πό­κρυ­φα, τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τῶν ἀ­νω­νύ­μων ἀν­τι­γρα­φέ­ων στὰ πε­ρι­θώ­ρια τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν βι­βλί­ων, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὸ «τὸ δόν­τι μὲ πο­νεῖ καὶ δὲν ἀν­τέ­χε­ται», τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἴ­διου τοῦ Μπόρ­χες[1], τοῦ Μον­τερ­ρό­σο[2], τοῦ Χάρ­μς[3], τοῦ Γι­όρ­κεν[4]… Ἐ­νῶ στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κό­τη­τας, μὲ βε­βαι­ό­τη­τα μπαί­νουν τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα τοῦ Ντάλ­τσεφ[5], οἱ ἀμ­μό­κοκ­κοι τοῦ Γκέ­ροφ[6], οἱ «Κύ­κνοι μου» τοῦ Ραν­τί­τσκοφ[7], ὁ ὄ­ψι­μος Στρα­τί­εφ[8], οἱ «νά­βες» τοῦ Ἰ­βὰν Με­τόν­τι­εφ [9], ἂν μνη­μο­νεύ­σω μό­νον αὐ­τοὺς ποὺ δὲν βρί­σκον­ται πλέ­ον ἀ­νά­με­σά μας. Πα­ρα­λεί­πω πολ­λούς. Τὸ ση­μαν­τι­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μα­κρὰ γραμ­μὴ πα­ρά­δο­σης, ἀ­σα­φὴς κά­πο­τε, ἀ­πο­σι­ω­πη­μέ­νη, πε­σμέ­νη μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἁ­δρὸ δί­χτυ τοῦ κα­νό­να, ὅ­μως ὑ­πάρ­χει.


Ὑ­πάρ­χει κά­τι τὸ δρα­μα­τι­κὸ καὶ μα­ζὶ μ’ αὐ­τό, κά­τι τὸ ἠ­ρε­μι­στι­κὸ στὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, λό­γω συγ­χρο­νι­σμοῦ μὲ τὴν πε­ρα­τό­τη­τα τῶν σω­μά­των. Τε­λει­ώ­νουν ἀ­πρό­σμε­να, μπο­ροῦν νὰ εἶ­ναι ἀ­στεῖ­ες ἢ πα­ρά­λο­γες, νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­το­μες καὶ ἀ­βέ­βαι­ες, προ­σω­πι­κὲς καὶ ἀ­πρό­σι­τες τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Νου­βέ­λες τοῦ ἑ­νὸς λε­πτοῦ, τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ Ἴ­στβαν Γι­όρ­κεν καὶ αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­κρι­βέ­στε­ρους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς.

       Σὰν παι­διὰ ἀν­τα­γω­νι­ζό­μα­σταν ποι­ός θὰ ἀν­τέ­ξει πε­ρισ­σό­τε­ρο κά­τω ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ χω­ρὶς ἀ­νά­σα. Βου­τᾶς τὸ κε­φά­λι σου, ἐλ­λεί­ψει θά­λασ­σας, σὲ τσίγ­κι­νο κου­βά, βού­ι­σμα στ’ ἀ­φτιά, κλει­στο­φο­βία στὸν θώ­ρα­κα, δὲν ἀ­να­πνέ­εις μι­σὸ λε­πτό, ὁ­λό­κλη­ρο λε­πτό, κά­ποι­ος ἑ­νά­μι­σι λε­πτό, πά­νω-κά­τω ὅ­σο δια­ρκεῖ μιὰ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α, καὶ γρή­γο­ρα βγά­ζεις τὸ κε­φά­λι, ἐ­πι­στρέ­φεις στὴ ζω­ή. Ἡ πρώ­τη ἀ­νά­σα εἶ­ναι κο­φτὴ καὶ τὴ θυ­μᾶ­σαι ἔν­το­να. Εἶ­σαι λα­χα­νι­α­σμέ­νος, θαρ­ρεῖς καὶ τα­ξί­δε­ψες 20.000 λεῦ­γες κά­τω ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα. (Ἔ­τσι καὶ δὲν ἔ­μα­θα πό­σο εἶ­ναι μιὰ λεύ­γα, ὁ­πό­τε τὴ με­τα­χει­ρί­ζο­μαι ἀ­πο­λύ­τως ἀ­νεύ­θυ­να.) Κά­τι τέ­τοι­ο πρέ­πει νὰ συμ­βαί­νει καὶ μὲ τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες. Δὲν θὰ πνι­γεῖς, ὅ­μως με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε βού­τηγ­μα, ἀ­να­σαί­νεις σὰν γιὰ πρώ­τη φο­ρά.


Σάμ­πως νὰ ξέ­φυ­γα, ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι καὶ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο κεί­με­νο ἐ­δῶ μέ­σα. Θέ­λω νὰ πῶ, ὅ­τι σὲ τέ­τοι­ες ἐ­πο­χὲς σὰν τὴ ση­με­ρι­νή, ὅ­που ὑ­πάρ­χει παν­τοῦ ἡ ὀ­χλα­γω­γία τῆς τα­βέρ­νας, ἡ κα­λή, σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α ἔρ­χε­ται νὰ μᾶς δώ­σει τὸ μέ­τρο γιὰ τὴν κά­θε λέ­ξη. Καὶ τὸ κά­θε λε­πτό. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ πα­ρα­μεί­νει ἔ­τσι.


Γκ. Γκ.

31 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2018

Μπρού­κλιν


______________________________


[*] Μέ­ρος τῶν γρα­φο­μέ­νων αὐ­τοῦ τοῦ βι­βλί­ου συμ­πί­πτει μὲ τὴν πα­ρα­μο­νή μου στὸ Cullman Center, New York Public Library. Αὐ­τὸ μοῦ ἔ­δω­σε τὸν χρό­νο καὶ τὴν ἡ­συ­χί­α νὰ τὸ τε­λει­ώ­σω, πράγ­μα γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­μαι εὐ­γνώ­μων.
[1] (ΣτΜ.) Jorge Luis Borges, 1899-1986.
[2] (ΣτΜ.) Augusto Monterroso, 1920-2003.
[3] (ΣτΜ.) Daniil Kharms (Даниил Хармс, 1905-1942).
[4] (ΣτΜ.) István Örkény, 1912-1979.
[5] (ΣτΜ.) Atanas Dalchev (Атанас Далчев, 1904-1978).
[6] (ΣτΜ.) Aleksander Gerov (Александър Геров, 1919-1997).
[7] (ΣτΜ.) Yordan Raditchkov (Йордан Радичков, 1929-2004).
[8] (ΣτΜ.) Stanislav Stratiev (Станислав Стратиев, 1941-2000).
[9] (ΣτΜ.) Ivan Metodiev (Иван Методиев, 1946-2003).


Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 137-139.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ στὸν κῆ­πο τῶν «μπον­ζά­ι»



Σπῦρος Ν. Παππᾶς


Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ στὸν κῆ­πο τῶν «μπον­ζά­ι»


Ε ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ, εἴ­χα­με τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­κτή­σου­με μιὰ πρώ­τη ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νου, σύγ­χρο­νου Βούλ­γα­ρου συγ­γρα­φέ­α Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Γιά­μπολ, 1968) μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου, ὅ­που γιὰ ἕ­ξι συ­νε­χό­με­νες Κυ­ρια­κές, με­τα­ξὺ 5 Ἀ­πρι­λί­ου – 10 Μα­ΐ­ου 2015, πα­ρου­σι­ά­στη­καν πέν­τε με­τα­φρα­σμέ­να δι­η­γή­μα­τα προ­ερ­χό­με­να ἀ­πὸ τὶς δύ­ο συλ­λο­γές του: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000), Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013), συ­νο­δευ­ό­με­να ἀ­πὸ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς ἐρ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ κεί­με­νο.

       Τὸ ἐν λό­γῳ ἀ­φι­έ­ρω­μα, ὑ­πῆρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ γιὰ μιὰ οὐ­σι­α­στι­κὴ γνω­ρι­μί­α μὲ τὴν ξε­χω­ρι­στὴ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, πα­ρό­τι πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­νος καὶ ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος στὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο, ἤ­δη μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του μὲ τὸν τί­τλο Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα (Естествен роман, 1999), ἐν­τού­τοις, σὲ μιὰ γει­το­νι­κὴ χώ­ρα ὅ­πως ἡ Ἑλ­λά­δα, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κό του ἔρ­γο πα­ρέ­με­νε ἀ­με­τά­φρα­στο καὶ ἄ­γνω­στο.

       Τρί­α χρό­νια με­τὰ τὴν ἐ­πι­σή­μαν­ση αὐ­τῆς τῆς ἰ­δι­αί­τε­ρης λο­γο­τε­χνι­κῆς πε­ρί­πτω­σης ἀ­πὸ τὸ πα­ρὸν ἱ­στο­λό­γιο —μὲ τὴν προ­σθή­κη καὶ ἑ­νὸς ἀ­κό­μα με­τα­φρα­σμέ­νου δι­η­γή­μα­τος («Do not disturb») ἀ­πὸ τὸν ὑ­πο­γρά­φον­τα στὴν ἀν­θο­λο­γί­α: 83 ἱ­στο­ρί­ες μπον­ζά­ι γιὰ τὸ ση­μεῖ­ο μη­δέν (ἔκδ. Μ. Σι­δέ­ρη, 2017)— εὐ­τυ­χή­σα­με, ἐ­πι­τέ­λους, νὰ δοῦ­με με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀρ­χι­κῶς τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, Φυ­σι­κὴ τῆς Με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011) τὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Ἵ­κα­ρος» ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Πε­ρὶ Φυ­σι­κῆς τῆς Με­λαγ­χο­λί­ας καὶ ἀ­κο­λού­θως, τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2020, ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο, τὸ προ­α­να­φερ­θὲν Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα (ἀμ­φό­τε­ρα σὲ με­τά­φρα­ση Ἀ­λε­ξάν­δρας Δ. Ἰ­ω­αν­νί­δου).

       Tὸ ἔ­τος 2018 ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ κυ­κλο­φό­ρη­σε καὶ μιὰ τρί­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Ὅ­λα τα κορ­μιά μας (Всичките наши тела) πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας ἀ­πο­κλει­στι­κῶς δι­η­γή­μα­τα «μπον­ζά­ι» —ἢ «ὑ­περ­σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» σύμ­φω­να μὲ τὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸν ὑ­πό­τι­τλο: (свръхкратки истории)— ἀ­πο­τε­λού­με­νη συ­νο­λι­κὰ ἀ­πὸ 103 μι­κρῆς ἐ­κτά­σε­ως δι­η­γή­μα­τα καὶ ἕ­να ἐ­πι­λο­γι­κὸ κεί­με­νο. Στὰ σύν­το­μα καὶ εὑ­ρη­μα­τι­κὰ αὐ­τὰ δι­η­γή­μα­τα, συμ­πυ­κνώ­νον­ται ὅ­λα τὰ γνώ­ρι­μα στοι­χεῖ­α τῆς προ­σω­πι­κῆς μυ­θο­λο­γί­ας καὶ λο­γο­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, ὅ­πως ἀ­νι­χνεύ­ον­ται ἄλ­λω­στε καὶ στὸ ὑ­πό­λοι­πο ἔρ­γο του, ἐ­νῶ δὲν ἀ­που­σιά­ζει καὶ ἀ­πὸ ἐ­δῶ ὁ πει­ρα­μα­τι­σμός, ὁ ὁ­ποῖ­ος σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις φτά­νει ἕ­ως ἕ­ναν ἀ­κραῖ­ο καὶ τολ­μη­ρὸ μι­νι­μα­λι­σμὸ —λ.χ. πα­ρα­τη­ροῦ­με ὅ­τι τὸ μι­κρό­τε­ρο δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς ἐ­κτεί­νε­ται σὲ μό­λις τρεῖς λέ­ξεις, ἐ­νῶ τέσ­σε­ρα ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­λοι­πα δι­η­γή­μα­τα πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται σὲ μιὰ καὶ μό­νον πρό­τα­ση— πού, ὡ­στό­σο, φα­νε­ρώ­νει τὴν ἐκ­φρα­στι­κὴ ὡ­ρι­μό­τη­τα τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­κό­μα καὶ μὲ τὰ ἐ­λά­χι­στα μέ­σα κα­τορ­θώ­νει πάν­τα νὰ προ­βλη­μα­τί­ζει καὶ νὰ συγ­κι­νεῖ.

       Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2018 σὲ συ­νάν­τη­σή μου μὲ τὸν Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, γεν­νή­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α νὰ πα­ρου­σια­στοῦν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ὁ­ρι­σμέ­να ἐ­πι­λεγ­μέ­να καὶ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης συλ­λο­γῆς, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν φι­λό­ξε­νο καὶ ται­ρια­στὸ χῶ­ρο τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου, ὡς «φυ­σι­κὸ συμ­πλή­ρω­μα» στὸ πα­λαι­ό­τε­ρο ἐ­κεῖ­νο ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ 2015. Ἡ ἰ­δέ­α ἔ­γι­νε ἀ­μέ­σως ἀ­πο­δε­κτὴ καὶ εἶ­χε ὑ­πάρ­ξει ἡ σκέ­ψη νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ και­νούρ­γιο ἀ­φι­έ­ρω­μα καὶ μιὰ ἐ­κτε­νὴς συ­νο­δευ­τι­κὴ συ­νέν­τευ­ξη τοῦ συγ­γρα­φέ­α, πε­ρι­στρε­φό­με­νη κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ σχέ­ση τοῦ ἰ­δί­ου ἀλ­λὰ καὶ τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὴ μι­κρὴ φόρ­μα. Δυ­στυ­χῶς, πα­ρὰ τὴν κοι­νή μας πρό­θε­ση, τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα αὐ­τὸ δὲν εὐο­δώ­θη­κε λό­γῳ τῶν ἀλ­λε­πάλ­λη­λων τα­ξι­δι­ῶν τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ τῶν λοι­πῶν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῶν του ὑ­πο­χρε­ώ­σε­ων ποὺ συ­νέ­πε­σαν μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἑ­νὸς και­νούρ­γιου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος —τὸ ἔρ­γο αὐ­τό, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище), ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε προ­σφά­τως καὶ βρί­σκε­ται ἀ­πὸ τὰ τέ­λη Ἀ­πρι­λί­ου 2020 σὲ κυ­κλο­φο­ρί­α στὴ Βουλ­γα­ρί­α, στα­θε­ρὰ ἀ­πὸ τὸν οἶ­κο «Жанет 45».

       Ἐλ­πί­ζο­με, ὅ­τι ἡ ἔλ­λει­ψη αὐ­τῆς τῆς ὁ­πωσ­δή­πο­τε χρή­σι­μης συ­νο­δευ­τι­κῆς συ­νέν­τευ­ξης, ἀ­να­πλη­ρώ­νε­ται ἐ­δῶ ὡς ἕ­ναν ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ βαθ­μὸ ἀ­πὸ τὸ δι­α­φω­τι­στι­κὸ ἐ­πι­λο­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα τοῦ συγ­γρα­φέ­α («Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλίο – κον­το­λο­γίς») ποὺ δη­μο­σι­εύ­ε­ται με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­κο­λού­θως, ἐγ­και­νι­ά­ζον­τας ἔ­τσι τὸ και­νούρ­γιο αὐ­τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

       Στὴ συ­νέ­χεια, κά­θε Κυ­ρια­κὴ καὶ γιὰ τὶς ἑ­πό­με­νες ὀ­κτὼ ἑ­βδο­μά­δες, πρό­κει­ται νὰ πα­ρου­σια­στοῦν οἱ πα­ρα­κά­τω ἐ­πι­λεγ­μέ­νες «ὑ­περ­σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» ἀ­πὸ τὴν ἐν λό­γῳ τρί­τη συλ­λο­γὴ τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἐ­δῶ (καὶ) ὡς ἕ­νας ἐ­πι­δέ­ξιος «μι­κρο­καλ­λι­ερ­γη­τὴς» τῆς πρό­ζας, εἰ­σά­γον­τας μὲ εὐ­χά­ρι­στα ἀ­να­πάν­τε­χο τρό­πο τὸν ἀ­να­γνώ­στη στὸν προ­σω­πι­κό του κῆ­πο τῶν «μπον­ζάι»:


  1. «Spam» («Спам»),
  2. «Lapsus» («Лапсус»),
  3. «Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας» («Историята на един жест»),
  4. «Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)» («Краят на Грозното пате (не е за деца)»),
  5. «Μέ­χρι τὴν πόρ­τα» («До вратата»),
  6. «Ὁ γέ­ρος καὶ τὸ μῆ­λο (χρο­νι­κό, σω­τή­ριον ἔ­τος 1996)» («Старецът и ябълката (хро­­ни­ка анно домини 1996)»),
  7. «Ρωγ­μὴ στὸ σύ­στη­μα ἀ­σφα­λεί­ας» («Пробив в систе­мата за сугу­рност»),
  8. «Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες» («Нови безспокойства»).

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πα­τίλης.)

Εἰκόνα: Σπῦρος Ν. Παππᾶς καὶ Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (φω­το­γρα­φί­α: Γκερ­γκά­να Γκε­οργκί­ε­βα / Ге­р­га­­на Ге­о­рги­е­ва, 27 Ἰουλίου 2018 ).



		

	

Γιάννης Πατίλης: Λογοκλοπή: Ἡ ὁρατὴ κορυφὴ ἑνὸς παγόβουνου βαθειᾶς πολιτιστικῆς παρακμῆς



Λογοκλοπή:

Ἡ ὁρατὴ κορυφὴ ἑνὸς παγόβουνου

βαθειᾶς πολιτιστικῆς παρακμῆς

 

ΕΑΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΥΝΤΟΝ «ἡ ἰ­δι­ο­κτη­σί­α εἶ­ναι κλο­πή», μὲ συ­νέ­πεια ἡ ἀν­τεκ­δι­κη­τι­κὴ ὑ­πε­ξαί­ρε­ση ἑ­νὸς πράγ­μα­τος τρί­του ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἀ­δί­κως τὸ στε­ρή­θη­κε, νὰ εἶ­ναι μιὰ πρά­ξη ἀ­πο­κα­τά­στα­σης κοι­νω­νι­κῆς δι­και­ο­σύ­νης ποὺ ἀ­κού­ει στὸ ὄ­μορ­φο καὶ ἐμ­πνευ­στι­κὸ ὄ­νο­μα ἀ­παλ­λο­τρί­ω­ση, ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς ‘με­τά­φρα­ση­ς’ τοῦ ποι­ή­μα­τος ἑ­νὸς τρί­του ὡς δι­κοῦ σου, σύμ­φω­να μὲ τὶς πλέ­ον ἐ­ξε­λιγ­μέ­νες ποι­η­τι­κὲς θε­ω­ρί­ες(*) εἶ­ναι ἕ­να κα­θό­λα νό­μι­μο πνευ­μα­τι­κὸ προ­ϊ­ὸν ποὺ σοῦ ἀ­νή­κει ἀ­πο­λύ­τως, ποὺ μπο­ρεῖς ὑ­πε­ρη­φά­νως νὰ τὸ κυ­κλο­φο­ρεῖς κά­τω ἀ­πὸ τὸ ὄ­νο­μά σου, καί, φυ­σι­κά, ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα ἡ κα­λὴ νὰ κρα­τι­κο­βρα­βεύ­ε­σαι γι’ αὐ­τό! Ἐ­δῶ δὲν ὑ­πάρ­χει κὰν κλο­πή! Ὑ­πάρ­χει μό­νον Πνευ­μα­τι­κὴ Ἰ­δ­ι­ο­κτη­σία, Δό­ξα καί, ἐ­νί­οτε (ἂν σοῦ κά­τσει βρα­βεῖο) Χρῆμα!

       Ἐ­ὰν θέ­λου­με νὰ εἴ­μα­στε ὄ­χι μό­νον πλή­ρως ἐκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νοι θε­ω­ρη­τι­κῶς, ἀλ­λὰ καὶ τί­μιοι μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μας, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­δε­χθοῦ­με εὐ­θαρ­σῶς ὅ­τι λο­γο­κλο­πή στὴν ποί­η­ση εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τος καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει! Καὶ θὰ τὸ πα­ρα­δε­χό­μα­στε ἀ­με­λη­τὶ καὶ ἀ­να­κου­φι­στι­κῶς, ὲ­ὰν τὸ ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρο λο­γο­τε­χνι­κὸ σω­μα­τεῖ­ο στὴν Ἑλ­λά­δα, ἡ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων, τοῦ ὁ­ποί­ου εἴ­μα­στε μέ­λη καὶ μά­λι­στα ἱ­δρυ­τι­κά, καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο τυ­χαί­νει νὰ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει στοὺς κόλ­πους του ὄ­χι μό­νον τοὺς κα­ταγ­γε­λλό­με­νους ὡς λο­γο­κλό­πους συγ­γρα­φεῖς ἀλ­λὰ καὶ τοὺς θε­ω­ρη­τι­κοὺς ἀ­πο­δο­μι­στὲς τῆς σχε­τι­κῆς λο­γο­κλο­πι­κῆς ἐν­νοι­ο­λο­γί­ας, ὄ­χι μό­νον δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε πα­νη­γυ­ρι­κῶς στὸ κα­τα­στα­τι­κό του (ἀρ­θρ. 10) τὴν ἔν­νοι­α τῆς λο­γο­κλο­πῆς, ἀλ­λὰ καὶ δὲν θε­ω­ροῦ­σε μὲ τὴν πα­ρά­γρα­φο (δ) τοῦ ἐν λό­γῳ ἄρ­θρου, τὴν λο­γο­κλο­πή βα­ρύ­τα­το ἀ­δί­κη­μα, ποὺ ἐ­φό­σον ἀ­πο­δει­χθεῖ συ­νε­πι­φέ­ρει τὴν ἐ­σχά­τη τῶν τι­μω­ρι­ῶν γιὰ τὸ μέ­λος της: τὴν δι­α­γρα­φή. Καὶ μά­λι­στα μὲ ἀ­πό­φα­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ Δι­οι­κη­τι­κοῦ Συμ­βου­λί­ου της!

       Ἰ­δοὺ τὸ σχε­τι­κὸ ἄρ­θρο, ὅ­πως μπο­ρεῖ νὰ τὸ δεῖ κα­νεὶς ἐ­λευ­θέ­ρως στὸ δί­κτυο:

http://www.authors.gr/profile

 

 

 Ἀλ­λὰ προ­φα­νῶς δὲν βρι­σκό­μα­στε στὰ 1981, καὶ δὲν ἔ­χου­με πιὰ τὰ ἀ­να­χρο­νι­στι­κά, γε­ρα­σμέ­να μον­τερ­νι­στι­κὰ μυα­λὰ τῶν Ἱ­δρυ­τῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων. Τώ­ρα μᾶς δρο­σί­ζει ὁρ­μη­τι­κῶς καὶ ἀ­πὸ παν­τοῦ ὁ φρέ­σκος ἀ­έ­ρας τῆς με­τα­μον­τέρ­νας συν­θή­κης, τῆς δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας καὶ τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν ἀ­νε­μνη­στή­ρων της. Ἐ­πι­τέ­λους μά­θα­με, 40 χρό­νια με­τά, ὅ­τι τὰ κεί­με­να ποὺ δι­α­βά­ζου­με δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς κεί­με­να, εἶ­ναι βι­ώ­μα­τα, ὅ­πως δι­δά­σκουν οἱ με­γά­λοι πα­νε­πι­στη­μια­κοὶ θε­ω­ρη­τι­κοί μας(*). Καὶ ποὺ καὶ νὰ θέ­λα­με νὰ τὰ ἀν­τι­γρά­ψου­με με­τα­φρά­ζον­τάς τα σὲ μιὰ ἄλ­λη γλώσ­σα, θὰ ἦ­ταν ἀ­κα­τόρ­θω­το. Δὲν ξέ­ρω ἂν τὸ δι­ά­βα­σα κά­που στόν Ντε­ριν­τὰ ἢ τὸν Μπόρ­χες, ἀλ­λὰ μοῦ φαί­νε­ται πὼς καὶ τὸ «Ode on a Grecian Urn» ἐ­ὰν θε­λή­σω νὰ τὸ ἀν­τι­γρά­ψω στὴ γλώσσα του ἀ­πὸ τὸ ἀγ­γλι­κὸ πρω­τό­τυ­πο τῆς πρώ­της ἔκ­δο­σής του στὸ λά­πτοπ μου, δὲν θὰ εἶ­ναι τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς κεί­με­νο, καὶ θὰ δι­και­οῦ­ται ὁ ἀν­τι­γρα­φι­κὸς πλη­κτρο­λο­γι­κός μου μό­χθος μιὰ κά­ποι­α προ­στα­σί­α τοῦ ὀ­νό­μα­τός μου!… Γρά­φουμε πά­νω στὰ ἀντι­γραμ­μένα, ποὺ λέ­νε (Γέ­ητς!)…

       Ἐ­πι­τέ­λους, αὐ­τὸ ποὺ οἱ πα­λιοὶ λέ­γα­νε ἀ­φε­λῶς λο­γο­κλο­πὴ, σή­με­ρα πρέ­πει νὰ τὸ λέ­με δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα, καὶ ἀ­φοῦ πλέ­ον δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­νας μας τό­σο ἀ­γραμ­μά­τος καὶ μὴ-δι­α­κει­με­νι­κός, ἐ­ὰν ἐ­ξαι­ρέ­σου­με κά­τι ἀ­ναλ­φά­βη­τους στι­χο­πλό­κους βο­σκούς στὰ βου­νὰ τῆς πε­τραί­ας Ἀ­ρα­βί­ας, δὲν βλέ­πω για­τὶ νὰ μὴν κα­ταρ­γη­θεῖ σὲ μιὰ ἑ­πό­με­νη Συν­τα­κτι­κὴ Συ­νέ­λευ­ση τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας, ἡ ἐ­νο­χλη­τι­κὴ πα­ρά­γρα­φος (δ) τοῦ ἄρ­θρου (10) ποὺ ἡ ἀ­πο­φυ­γὴ τῆς ἐ­φαρ­μο­γῆς της χρό­νια τώ­ρα φου­σκώ­νει τὰ χα­λι­ά της, ἔ­τσι ποὺ καὶ ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α στὸ σα­λό­νι της νὰ κα­θί­στα­ται πλέ­ον ἐ­πι­κίν­δυ­νος, ἰ­δί­ως γιὰ τὰ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­να ἱ­δρυ­τι­κά της μέ­λη…

Ω Ω Ω

Τὰ γε­λοῖ­α κα­μώ­μα­τα τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς συν­τε­χνί­ας ἀ­πὸ δε­κα­ε­τί­ες ἔ­χουν πά­ψει νὰ μᾶς ἐκ­πλήτ­τουν. Καὶ ἀ­μέ­το­χοι, θὰ μέ­να­με στὴν κω­μι­κὴ δι­ά­στα­ση τῶν πραγ­μά­των, ἂν δὲν ὑ­πῆρ­χαν ἐκ­κρε­μῆ με­ρι­κὰ σο­βα­ρὰ ζη­τή­μα­τα:

       1. Ἡ ὑ­πο­χρέ­ω­ση τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ μέ­λη της, ζῶν­τα καὶ πρω­τί­στως τε­θνε­ῶ­τα, νὰ πά­ρει θέ­ση διὰ τοῦ Δι­οι­κη­τι­κοῦ Συμ­βου­λί­ου της στὰ σο­βα­ρῶς κα­ταγ­γε­λό­με­να, ἀ­φοῦ ἀ­φο­ροῦν σὲ ἐ­πί­λε­κτα μέ­λη της. Καὶ τῆς Γε­νι­κῆς Συ­νέ­λευ­σης δευ­τε­ρο­βαθ­μί­ως σύμ­φω­να μὲ τὸ ἄρθρο (11) τοῦ Κα­τα­στα­τι­κοῦ της, ἂν χρειαστεῖ. (βλ. http://www.authors.gr/profile).

       2. Ἡ εὐ­θύ­νη τοῦ Δη­μο­σί­ου, γιὰ τὴν πα­τα­γώ­δη ἀ­πο­τυ­χί­α κρα­τι­κῶν θε­σμῶν, τῶν Ἐ­πι­τρο­πῶν Κρα­τι­κῶν Βρα­βεί­ων ἀ­φε­νός, καὶ τῶν Ἐ­πι­τρο­πῶν Ἐ­πι­λο­γῆς τῶν Θε­μά­των τῶν Πα­νελ­λα­δι­κῶν ἀ­φε­τέ­ρου, νὰ ξε­χω­ρί­σουν τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἦ­ρα ἀ­πὸ τὸ σι­τά­ρι, προ­στα­τεύ­ον­τας τὸ κύ­ρος τους καὶ τοὺς πο­λί­τες ποὺ τὶς ἐμ­πιστευό­νται.

       3. Ὁ γε­νι­κό­τε­ρος ἐκ­πε­σμὸς τῶν πο­λι­τι­στι­κῶν ἠ­θῶν στὴ χώρα μας, ποὺ ἐ­πι­τρέ­πει στὴν δι­α­πλο­κὴ ἰ­σχύ­ος στὰ καλ­λι­τε­χνι­κὰ νὰ ἐ­κτρέ­φει πα­ρό­μοι­α φαι­νό­με­να… Ἡ «μά­στι­γα τῆς λο­γο­κλο­πῆς» εἶ­ναι τὸ ἔλασ­σον. Τὸ μεῖ­ζον εἶ­ναι ἡ ἀ­συ­λί­α στὴν πρά­ξη ποὺ ἐ­ξα­σφα­λί­ζει στοὺς λο­γο­κλό­πους ἡ με­γά­λη ἀ­να­γνω­ρί­σι­μό­τη­τά τους καὶ ἡ κοι­νό­τη­τα ἀ­το­μι­κῶν συμ­φε­ρόν­των ποὺ διαθέτουν μὲ κέν­τρα καὶ θε­σμοὺς με­γά­λης ἐ­πιρ­ρο­ῆς, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἐκ­δο­τι­κοὺς οἶ­κους, στὰ ὁ­ποῖα ἡ μω­ρο­φι­λο­δο­ξί­α πολ­λῶν τα­λαν­τού­χων καὶ ἀ­τά­λαν­των ψευ­το­δη­μι­ουρ­γῶν κλί­νει εὐ­λα­βι­κῶς καὶ σι­γῶ­σα χρό­νια τώ­ρα τὸ γό­νυ…

       Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἴ­σως κά­τι ν’ ἄρχισε νὰ ρα­γί­ζει… Λέω ἴσως…

Γιά­ννης Πα­τί­λης

Νέ­α Σμύρ­νη, 29.06.2020.


(*) βλ. Γιάν­νης Πα­τί­λης: «Πε­ρὶ ὅ­ρων καὶ ὁρ­ίων. Ἐ­πί­με­τρο συ­νο­δευ­τι­κὸ μιᾶς παλιᾶς ἐ­πι­στο­λῆς τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χιό­νη», περ. Νέο Πλα­νό­διον, ἀρ. 2, Κα­λο­καί­ρι 2014, σελ. 218-233.

~ . ~

Γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση Ἀ­λέ­ξη Στα­μά­τη, τεκμήρια ἐδῶ.

Γιὰ τὴν περίπτωση Χάρη Βλαβιανοῦ, τεκμήρια ἐδῶ.

~ . ~

Γιὰ τὸ ἱστολόγιο τῆς Πρωτοβουλίας γιὰ τὴν Λογοκλοπή δεῖτε έδῶ.