Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ: Σά­ρα Κίρς: Ἡ ἁ­πλὴ ζω­ή


4.1.1

.

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ

.

Σά­ρα Κίρς:

Ἡ ἁ­πλὴ ζω­ή

.

Präludium γιὰ τὴν Sarah Kirsch

.

«KIRSCH» ση­μαί­νει πο­τὸ ἀ­πὸ κε­ρά­σι. Πο­τὸ ἁ­ψὺ μὲ ἔν­το­νη γεύ­ση καὶ ἔν­το­νο χρῶ­μα, ἢ μᾶλ­λον σύμ­φυρ­ση πολ­λῶν ἔν­το­νων χρω­μά­των, ὅ­πως ἡ ποί­η­ση, ἡ γρα­φὴ τῆς Sarah Kirsch (Σά­ρα Κίρς, 1935-2013). Εἶ­ναι ἀ­κό­μη τὸ ἐ­πώ­νυ­μο τοῦ συ­ζύ­γου της, τοῦ ποι­η­τῆ Rainer Kirsch, τὸ ὁ­ποῖ­ο (γεν­νη­μέ­νη Bernstein) κρά­τη­σε με­τὰ ἀ­πὸ τὸν χω­ρι­σμό τους, τὸ 1968. Ψευ­δω­νυ­μι­κὸ εἶ­ναι καὶ τὸ «Sarah», στὴ θέ­ση τοῦ «Ingrid», στὴ μνή­μη τῶν Ἑ­βραί­ων, τῶν θυ­μά­των τοῦ Ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος· ἀν­τί­δρα­ση καὶ στὸ ἀν­τι­ση­μι­τι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὅ­που με­γά­λω­σε. Τὴν πα­ρα­τη­ρῶ, τὴν δι­α­βά­ζω καρ­κι­νι­κά, ἀ­πὸ τὸ τέ­λος πρὸς τὴν ἀρ­χή, καὶ δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι ὅ­λα στὴ γρα­φή της προ­οι­κο­νο­μοῦν­ται ἢ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­ται, χω­ρὶς τέ­λος καὶ χω­ρὶς ἀρ­χή. Χῶ­ρος καὶ χρό­νος ἑ­νο­ποι­οῦν­ται καὶ ἀλ­λη­λο­κα­ταρ­γοῦν­ται. Ἂς τὸ πῶ συγ­κε­κρι­μέ­να.

       Ὡ­ρί­μα­σε ὡς ποι­ή­τρια στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου, ὅ­που ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε τὸ 1968. Μί­α δε­κα­ε­τί­α ἀρ­γό­τε­ρα, με­τὰ ἀ­πὸ τὴν «ὑ­πό­θε­ση Biermann», ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὶς Ἀρ­χὲς τὴν ἄ­δεια νὰ πε­ρά­σει στὴν «ἀ­πέ­ναν­τι» πλευ­ρά. Ἡ ἀ­πό­δρα­σή της, τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν γε­νε­θλί­ων τοῦ Goethe, ἀ­πὸ τὸν ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ χῶ­ρο ποὺ τὴν ἔ­θρε­ψε, ἔ­χει ἕ­να ἀ­πο­λύ­τως δι­ευ­ρυ­μέ­νο πο­λι­τι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο. Ἐ­χθρός της δὲν εἶ­ναι ὁ κά­θε λο­γῆς –ι­σμός, τό­κος τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ, ἀλ­λά, miserabile dictu, ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος, ὁ ἀ­πε­ρί­σκε­πτος, κου­φό­νους λή­σταρ­χος τοῦ οἴ­κου του. Νέ­ο τεῖ­χος, ἀ­πόρ­θη­το, ἀ­δι­ά­τρη­το. Ἀ­πέ­ναν­τι στὸ κα­τὰ συρ­ρο­ὴν φο­νι­κὸ ἔ­χει καὶ ἡ Kirsch, ἡ ἔλ­λο­γη ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιά, τὰ δι­κά της ὅ­πλα, τὴν ὑ­πέ­ρυ­θρη γρα­φὴ ποὺ τρυ­πᾶ καὶ κα­τα­λύ­ει τὰ σκο­τά­δια. Τὸ 1993, στὴν ἀ­πο­νο­μὴ λο­γο­τε­χνι­κοῦ βρα­βεί­ου στὸ Goethehaus στὴν Βα­ϊ­μά­ρη, εἶ­πε, ἀν­τὶ εὐ­χα­ρι­στή­ριας ὁ­μι­λί­ας, ὅ­τι τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει, εἶ­ναι νὰ γρά­φει ποι­ή­μα­τα καί, κα­τὰ βά­ση, «kleine Prosa», «μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα». Ἡ σύ­νο­ψη τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας της συ­να­ριθ­μεῖ 736 σε­λί­δες, ἰ­σά­ριθ­μη μὲ τοὺς δε­κά­δες ποι­η­τι­κοὺς κύ­κλους. Ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση ποί­η­σης καὶ πρό­ζας. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἰ­πώ­θη­κε ἄ­κρως συ­νο­πτι­κά: Der «Sarah-Sound». Ἀ­πὸ τί συ­νί­στα­ται αὐ­τὸς ὁ «ἦ­χος»; Ἀ­πὸ «στί­χους καὶ θαύ­μα­τα»: βο­ρει­ο­γερ­μα­νι­κὴ δι­ά­λε­κτος, ἀρ­χα­ϊ­κὲς ἐκ­φρά­σεις, ἱ­στο­ρι­κοὶ καὶ πα­ρα­μυ­θη­τι­κοὶ ραν­τι­σμοί· ἀ­πο­στρο­φές, γλωσ­σι­κὰ παι­γνί­δια καὶ πί­να­κες. Λέ­ξεις ὑ­δά­τι­νες, λέ­ξεις γογ­γυ­σμοί, πα­φλα­σμοὶ κυ­μά­των, τι­τι­βί­σμα­τα καὶ ψι­θυ­ρι­σμοὶ μὲ ἐ­νερ­γεια­κὴ δύ­να­μη ἡ­φαι­στεί­ου ἢ κυ­κλώ­να ποὺ δὲν θὰ ξε­σπά­σουν. Οἱ ἐ­κρή­ξεις γί­νον­ταν τό­τε ποὺ πολ­λοὶ σι­ω­ποῦ­σαν ἢ μι­λοῦ­σαν ἀλ­λη­γο­ρι­κά, στὸ πε­ρί­κλει­στο Τεῖ­χος. Τὸ 1974 ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Pantherfrau (Γυ­ναί­κα πάν­θη­ρας). Ἐ­κεῖ πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο πέ­ταγ­μα τῶν γλά­ρων καὶ βρυ­χᾶ­ται σὰν τί­γρη, βέ­βαι­η ὅ­τι οἱ γλά­ροι κα­τα­λα­βαί­νουν τὸν βρυ­χηθ­μό. Τό­τε αἰ­σθα­νό­ταν μό­νη, ἀλ­λὰ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ βρυ­χηθ­μὸς τῆς ἐ­ξό­δου ἔ­γι­νε ὁ­μα­δι­κός: Wolf Biermann, Reiner Kunze, Günter Kunert, Sarah Kirsch, Jurek Becker, Erich Loest, Thomas Brasch. Ἡ με­τα­φύ­τευ­ση τῆς ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιᾶς.

       Ἡ ἀ­πό­λυ­τη συ­νέ­πεια στὴ θε­ω­ρί­α καὶ τὴν πρά­ξη. Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle κι ἔ­γρα­ψε «βι­ο­λο­γι­κὰ» ποι­ή­μα­τα καὶ μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα μὲ με­λά­νι σέ­πια (σου­πιᾶς) καὶ πα­λαι­ο­μο­δί­τι­κη πέν­να. Ἀ­φή­γη­ση κου­βεν­τια­στή, ὅ­πως ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ κα­νεὶς μὲ τὰ που­λιά, τὰ κα­τοι­κί­δια καὶ τὰ ζῶ­α τοῦ δά­σους. Ἔ­τσι συ­νέ­θε­σε, ὅ­πως πε­ρι­γρά­φει ὡς θαυ­μα­στὸ ἐ­πί­τευγ­μα, ὁ Beethoven τὴν «Ποι­με­νι­κὴ Συμ­φω­νί­α» του: «Δὲν τὴν ἔ­γρα­ψα ἐ­γώ, ἀλ­λὰ τὰ που­λιά.» Πε­ρί­που ὅ,τι συμ­βαί­νει στὸν κύ­κλο Erdreich (Βα­σί­λει­ο τῆς γῆς, DVA 1982, 80):


Εἶ­δα στὸν ὕ­πνο μου ἕ­να που­λὶ δυ­ὸ πό­δια ψη­λό

Κα­θό­ταν στὸν δε­ξιὸ στῦ­λο

Τῆς δί­φυλ­λης πόρ­τας

Στὸ δι­α­λυ­μέ­νο ἀ­πὸ και­ρὸ ὑ­πο­στα­τι­κὸ

Τοῦ μυ­στα­κο­φό­ρου σὰν τὴ φώ­κια παπ­ποῦ μου.

Βλέ­πεις! μοῦ εἶ­πε κα­θὼς βγῆ­κα

Καὶ ἤ­χη­σε κά­πως ἐ­πι­τι­μη­τι­κά

Ἐ­νῶ ἐ­γὼ ἤ­μουν χα­ρού­με­νη ποὺ εἶ­δα καὶ κα­τά­λα­βα.

                  («Ablösung», «Ἀ­πο­κο­πή», σελ. 80)


Οἱ τί­τλοι τῶν κυ­ρι­ό­τε­ρων ἔρ­γων της εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κοὶ τοῦ φυ­σι­κοῦ προ­σα­να­το­λι­σμοῦ της: Landaufenthalt (Ὑ­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), Rückenwind (Νω­τια­ῖος ἄ­νε­μος, 1976), Wintergedichte (Χει­μω­νι­ά­τι­κα ποι­ή­μα­τα, 1978), Schneewärme (Θέρ­μη χι­ο­νιοῦ, 1989), Das simple Leben (Ἡ ἁ­πλὴ ζω­ή, 1994), Schwanenliebe (Κύ­κνει­ος ἔ­ρως, 2001). Ἔ­δω­σε πί­σω στὸν κό­σμο τὸν χα­μέ­νο ρυθ­μό. Καὶ ἂν αὐ­τὸ ἀ­κού­γε­ται ὑ­περ­βο­λι­κό, ἂς πι­στω­θεῖ στὸν προ­ο­ρι­σμὸ τοῦ ποι­η­τῆ, στὸν Friedrich Hölderlin, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, στὸν ὁ­ποῖ­ο χρω­στοῦν ὅ­λοι. Συλ­λέ­κτρια, για­τί ὄ­χι, θραυ­σμά­των τῆς γλώσ­σας, ὅ­πως εἶ­ναι ὁ προ­ο­ρι­σμὸς ὅ­λων τῶν ἀ­λη­θι­νῶν ποι­η­τῶν. Κά­πως ἔ­τσι ἐν­νό­η­σε ὁ ρο­μαν­τι­κὸς Heinrich von Kleist τὴν Σπα­σμέ­νη στά­μνα (Der zerbrochne Krug, 1811). Ἕ­να θρυμ­μα­τι­σμέ­νο καὶ ριγ­μέ­νο σὲ κομ­μά­τια στὰ πέ­ρα­τα τῆς Γῆς ἀγ­γεῖ­ο. Ὁ ποι­η­τὴς εἶ­ναι γέν­νη­μα τῆς με­τὰ τὴν Βα­βὲλ ἐ­πο­χῆς, ποὺ δὲν μπό­ρε­σε ὡ­στό­σο νὰ ἐμ­πο­δί­σει κα­μί­α κα­τα­στρο­φή. Σὲ αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν πλή­ρη ἀ­δυ­να­μί­α του, στὴν πε­ριτ­το­λο­γί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου ποὺ λέ­γε­ται γρα­φή, κρύ­βε­ται πα­ρα­δό­ξως ἕ­να πο­λύ­τι­μος προ­ο­ρι­σμός. Ἡ Kirsch αὐ­το­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται «νη­φά­λια χρο­νι­κο­γρά­φος τοῦ τέ­λους τῆς ἱ­στο­ρί­ας». Οἱ λοι­πὲς δι­α­κη­ρύ­ξεις εἶ­ναι «στά­χτη στὰ μά­τια τοῦ κό­σμου». Ὅ­μως, αὐ­τὸ τὸ «τί­πο­τε» εἶ­ναι ὁ πυ­ρή­νας τοῦ πο­λι­τι­κοῦ λό­γου. Ἐ­κεῖ κα­τοι­κεῖ τὸ «politikon zoon», χω­ρὶς νὰ μοι­ρά­ζε­ται σὲ πρό­σω­πο καὶ ἄ­το­μο, ἄν­θρω­πο καὶ πο­λί­τη. Ὁ κό­σμος τό­τε μπο­ρεῖ νὰ φω­λιά­σει σὲ ἕ­ναν στί­χο, ὅ­πως χώ­ρε­σαν σὲ ἕ­να χο­ρι­κὸ τοῦ Σο­φο­κλῆ ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης πο­ρεί­ας καὶ τὸ «δει­νόν», με­τὰ τὰ φυ­σι­κά, ἐ­ρώ­τη­μα γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Τὸ ἐ­πι­κὸ ποί­η­μα ἢ πε­ζο­τρά­γου­δο τοῦ W.G. Sebald Nach der Natur (Ἐκ τοῦ φυ­σι­κοῦ, 1988) θέ­τει τοὺς ἴ­διους ὅ­ρους εὐ­θύ­νης τοῦ πο­λί­τη καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ. Ἡ Sarah Kirsch τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ Friedrich-Hölderlin-Preis (1984) καὶ Georg-Büchner-Preis (1996), ἀ­πὸ τὰ σπου­δαι­ό­τε­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α στὸν γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο.

 

Das simple Leben. Μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα με­τα­ξὺ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας


Τὸ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα ὡς ἐ­πεί­γου­σα δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ εἴ­δη­ση σὲ μορ­φὴ ἡ­με­ρο­λο­για­κή, χρο­νο­λο­γι­κή: «θε­ω­ρί­α τοῦ Χά­ους», ὅ­πως τὴν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἡ Kirsch. Στὸ χά­ος ὁ­δη­γεῖ, λό­γου χά­ρη, τὸ τρο­μο­κρα­τι­κὸ χτύ­πη­μα στὴν Χά­ϊ­φα, στὶς 4 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003, ὅ­που ἔ­χα­σαν τὴ ζω­ή τους δέ­κα ἄν­θρω­ποι. Ἡ 4η Ὀ­κτω­βρί­ου ἑ­ορ­τά­ζε­ται ὡς Ἡ­μέ­ρα Συμ­φι­λί­ω­σης (Versöhnungstag). Τὸ 2002, δέ­κα τρί­α χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πτώ­ση τοῦ Τεί­χους, γρά­φει σὲ ἕ­να ποι­η­τι­κὸ χρο­νι­κό, δο­μη­μέ­νο ὡς ται­νί­α ἐ­πει­σο­δί­ων, γιὰ ἕ­ναν ἐ­πι­δέ­ξιο Νο­έμ­βρη ποὺ φύ­ση­ξε καὶ σή­κω­σε τὸ Τεῖ­χος, ἀ­φοῦ οἱ «Machthaber», οἱ ἔ­χον­τες τὴν ἐ­ξου­σί­α, «ἦ­ταν ἀ­νί­κα­νοι νὰ δι­α­τυ­πώ­σουν κά­τι», δηλ. μί­α ἁ­πλὴ συν­τα­κτι­κὰ πρό­τα­ση πα­ρα­δο­χῆς τοῦ τέ­λους. Τὸ τεῖ­χος «πέ­τα­ξε» μὲ τοὺς γλά­ρους, κα­ταρ­γών­τας ὅ­λους τοὺς νό­μους τῆς ἰ­δε­ο­λο­γι­κῆς βα­ρύ­τη­τας. Στὸν κύ­κλο σύν­το­μων ἀ­φη­γη­μά­των μὲ τί­τλο Φλη­να­φή­μα­τα κο­ρά­κων (Krähengeschwätz, 2010) ἡ Kirsch δι­α­τυ­πώ­νει πο­λι­τι­κὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις ὡς συ­ναί­σθη­ση ποι­η­τι­κή. Τὰ φλη­να­φή­μα­τα τῶν κο­ρά­κων δὲν εἶ­ναι κά­ποι­α ἀ­με­λη­τέ­α πο­λυ­λο­γί­α· στο­χεύ­ουν, ὑ­πὸ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ κό­ρα­κος ὡς ἀρ­χαί­ου καὶ χρι­στι­α­νι­κοῦ συμ­βό­λου τῆς φω­τιᾶς καὶ τῆς Θεί­ας Πρό­νοι­ας, στὶς κα­λὲς καὶ ἄ­σχη­μες ὄ­ψεις τῆς φύ­σης (συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης). «Οἱ με­γα­λο­φυ­ΐ­ες», λέ­ει ἡ Kirsch, «ἔ­χουν συ­χνὰ κα­κὴ μνή­μη» (Michael Braun, «”Alles ist auffindbar in meinen Spuren” Zum 75. Geburtstag der Dichterin Sarah Kirsch». Περ. Die politische Meinung, 485, 2010, 69-72). Αὐ­τὴ ἡ σύν­το­μη γρα­φή, μὲ τὴν ἐ­κρη­κτι­κό­τη­τα τῆς πυ­κνῆς γό­μω­σης, ὄ­χι μό­νο συν­τη­ρεῖ τὴ μνή­μη, ἀλ­λὰ τὴν προ­οι­κο­νο­μεῖ στὴν ἐ­περ­χό­με­νη δεί­νω­ση τοῦ κό­σμου. Ὅ­πως τὸ «ἔσ­σε­τ’ ἦ­μαρ…» τοῦ Ὁ­μή­ρου.


Στὴν ἄκρη τοῦ δάσους: ἡ Sarah Kirsch τὸ Καλοκαίρι τοῦ 1999 στὴ γενέτειρά της στὸ Limlingerode. Φωτογραφία: Federico Gambarini.

Στὴν ἄκρη τοῦ δάσους: ἡ Sarah Kirsch τὸ Καλοκαίρι τοῦ 1999 στὴ γενέτειρά της στὸ Limlingerode. Φωτογραφία: Federico Gambarini.

Das simple Leben. Τί­τλος ἁ­πλός, κα­θη­με­ρι­νὸς ὅ­σο καὶ ἀ­με­τά­φρα­στος, συγ­γε­νι­κὸς πάν­τως μὲ αὐ­τὸν τοῦ Sebald. Χω­ρὶς εἰ­δο­λο­γι­κὴ ἔν­δει­ξη: προ­σω­πι­κὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, χρο­νο­γρά­φη­μα, κε­κα­λυμ­μέ­νη πρό­ζα ἢ ποί­η­ση. «Ἁ­πλή», τρό­πος τοῦ λέ­γειν, εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ τῆς Kirsch με­τὰ ἀ­πὸ τὸν «ἐκ­πα­τρι­σμό» της τὸ 1977. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme, στὶς ὄ­χθες τῶν πο­τα­μῶν Eyder (Eider) καὶ Tielenau, τοῦ κρα­τι­δί­ου Schleswig-Holstein στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Μα­ζί της εἶ­χε τὸν γιό της Μω­ϋ­σή (1969), τὸν φί­λο της Ἀμ­βρό­σιο, συν­θέ­τη, τὴ γά­τα Anna Blume, τὸν γα­ϊ­δα­ρά­κο Bosch, τὸν σκύ­λο Schumann, τὸν Jonathan, τὸ πρό­βα­το, χω­ρὶς νὰ ἐ­ξαι­ροῦν­ται τὰ που­λιά, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Συ­νεκ­δο­χὴ τῆς Κι­βω­τοῦ τοῦ Νῶ­ε. Σὰν βι­βλι­κὴ ἐ­πα­νεγ­γρα­φὴ καὶ προ­α­ναγ­γε­λί­α ἑ­νὸς τέ­λους. Ἐ­κεῖ, λέ­ει ἡ Kirsch, δὲν θὰ εἶ­χαν θέ­ση ὁ Günter Grass, ὁ Peter Handke, ἡ Christa Wolf.

       Ἠ­θε­λη­μέ­νη ἀ­πο­μό­νω­ση ἀλ­λὰ καὶ μά­τι ἄ­γρυ­πνο ποὺ πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ «γυ­ά­λι­νο μοῦ­τρο» σχο­λι­ά­ζον­τας μὲ πέν­να λε­πτὴ ὅ­σο καὶ εὐ­αί­σθη­τη, δη­λα­δὴ ποι­η­τι­κὴ δι­ά­θε­ση εὐ­ε­ρέ­θι­στη, τὰ γε­γο­νό­τα σὲ ὅ­λον τὸν πλα­νή­τη. Ἀ­πὸ τὴν εἰ­δη­σε­ο­γρα­φί­α ποὺ τρο­φο­δο­τεῖ τὸ βι­βλί­ο, συμ­πε­ραί­νου­με ὅ­τι γρά­φε­ται πρὸς τὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ὀ­γδόν­τα καὶ φθά­νει πε­ρί­που στὸ 1992: Οἱ τα­ρα­χὲς στὸ Μὶνσκ τῆς Λευ­κο­ρω­σί­ας, ὁ πό­λε­μος τοῦ K­όλ­που, ἡ πυ­ρη­νι­κὴ ἔ­κρη­ξη στὸ Τσερ­νόμ­πιλ, ἡ ἀ­να­τα­ρα­χὴ στὰ Βαλ­κά­νια, ἡ πε­ρε­στρό­ϊ­κα, τὸ πρα­ξι­κό­πη­μα-ὀ­πε­ρέτ­τα κα­τὰ τοῦ Γκορ­μπα­τσὼφ στὴν Ρω­σί­α. Κα­τα­λυ­τι­κὴ στὴ σκέ­ψη τῆς Kirsch, ἔ­στω καὶ ἂν δὲν λέ­γε­ται εὐ­θέ­ως στὸν κύ­κλο αὐ­τό, ἡ πτώ­ση τοῦ Τεί­χους καὶ ἡ ἁ­λυ­σι­δω­τὴ κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ Ostblock. Ἔ­χει στὰ χέ­ρια της τὸν φά­κε­λό της ἀ­πὸ τὰ ἀρ­χεῖ­α τῆς Stasi. Δὲν τὴν ἀ­πελ­πί­ζει ἡ προ­δο­σί­α τῶν κον­τι­νῶν φί­λων καὶ τῶν ὁ­μο­τέ­χνων, ἀλ­λὰ ὁ μο­λυ­σμέ­νος ἄν­θρω­πος τοῦ πλα­νή­τη, τοῦ ὁ­ποί­ου ὁ πλη­ρο­φο­ρι­ο­δό­της τῆς Κρα­τι­κῆς Ἀ­σφά­λειας εἶ­ναι ἕ­να ἥσ­σο­νος ση­μα­σί­ας καὶ διά­ρκειας πε­ρι­στα­τι­κό. Ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὸ πρώ­ην ἀ­να­το­λι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο, τὸ βρί­σκει ἀ­κό­μη ἄ­σχη­μο. Εἶ­ναι ἡ ἀ­σχή­μια τῆς Christa Wolf ποὺ ἐ­νο­χλεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α της ἐ­κεῖ. Ὁ Ἔ­ριχ Χό­νε­κερ, ὁ ἀρ­χι­μη­χα­νι­κὸς τοῦ Τεί­χους, πε­ρι­φέ­ρε­ται στὴν Μό­σχα καὶ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο ζη­τών­τας πο­λι­τι­κὸ ἄ­συ­λο. Πῶς ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­νε­ται τώ­ρα ὁ θερ­μὸς ἀλ­λη­λο­α­σπα­σμός, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ «τὸ φι­λί», μὲ τὸν Μπρέζ­νι­εφ; Ὁ κρα­ται­ὸς κά­πο­τε Γκορ­μπα­τσὼφ ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ τὸν προ­στα­τεύ­σει. «Ἔ­χει ὁ ἴ­διος προ­βλή­μα­τα». Γε­γο­νό­τα-πα­ρω­δί­ες τῆς ἱ­στο­ρί­ας, σὰν ἕ­να τέ­λος ποὺ τεί­νει νὰ ἀγ­κα­λιά­σει ὁ­λό­κλη­ρον τὸν πλα­νή­τη. Και­ρὸς μιᾶς Κι­βω­τοῦ τῆς μι­κρῆς πρό­ζας.

       Τὸ δι­α­με­λι­σμέ­νο σὲ μι­κρὰ θραύ­σμα­τα ἡ­με­ρο­λο­για­κὸ δο­κί­μιο, σύμ­φω­νο καὶ μὲ τὴ θε­ω­ρί­α τοῦ Χά­ους, συμ­πλέ­κει, ὅ­πως εἰ­πώ­θη­κε κα­τὰ κό­ρον, τὴ μα­κρο­ϊ­στο­ρί­α μὲ τὴ μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α, τοὺς ἐκ­κω­φαν­τι­κοὺς βομ­βαρ­δι­σμοὺς καὶ τὸ τι­τί­βι­σμα τῶν που­λι­ῶν, τὴν πο­λε­μι­κὴ ἀ­πο­στο­λὴ καὶ τὴ βόλ­τα τοῦ Μω­ϋ­σῆ μὲ τὸ πο­δή­λα­το. Ἡ πα­ρά­δο­ξη, προ­κλη­τι­κὴ σύ­ζευ­ξη πα­ρερ­μη­νεύ­θη­κε ὡς ἄ­σκο­πη αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα καὶ αὐ­το­προ­βο­λή (Cora Schenberg, «Sarah Kirsch: Das simple Leben». GDR Bulletin, Vol. 21, Iss. 2, 26). Ὅ­μως, ἄ­σκο­πη καὶ ἄ­και­ρη εἶ­ναι ἡ κρι­τι­κὴ ποὺ δι­α­βά­ζει τὴν Kirsch μὲ ὅ­ρους πο­λι­τι­κοὺς ἢ του­λά­χι­στον δί­νει προ­τε­ραι­ό­τη­τα σὲ αὐ­τούς. Ἡ θε­μα­τι­κὴ τοῦ βι­βλί­ου ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα, τὴν εἰ­κό­να τῆς γλώσ­σας, τὴν ἐλ­λει­πτι­κὴ στί­ξη, τοὺς ἰ­δι­ω­μα­τι­σμούς, τὰ ἠ­χη­τι­κὰ ξε­νί­σμα­τα. Ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα δὲν πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ τοὺς ποι­η­τὲς νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ γιὰ τὴν κα­τάν­τια τοῦ σο­σι­α­λι­στι­κοῦ ὀ­νεί­ρου, ἔ­στω καὶ ἂν αὐ­τοὶ τὴν ἔ­χουν προ­φη­τέ­ψει. Ἡ πο­λι­τι­κή τους στά­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως αἰ­σθη­τι­κῆς τά­ξε­ως.

       Ἡ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι στά­ση πο­λι­τι­κή. Καὶ ὁ τί­τλος τοῦ βι­βλί­ου, ἄ­κρως ὑ­πε­ρα­πλου­στευ­τι­κός, δη­λώ­νει τὴ νη­φά­λια ἐ­ξει­κό­νι­ση τοῦ Ἐ­γὼ ὡς ἀν­θρώ­πι­νου χα­ρα­κτή­ρα καὶ τύ­που, μὲ τὴ γρα­φή του ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­νε­ξί­τη­λα ἐ­πά­νω του. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι τὸ ἔρ­γο προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴν ἀ­νά­γνω­ση προ­η­γού­με­νων βι­βλί­ων τῆς Kirsch, ὅ­πως τὰ Schwingrasen (Φτε­ρω­μέ­νο γρα­σί­δι,* πρό­ζα), Spreu (Σκύ­βα­λο, ἡ­με­ρο­λό­γιο), Erlkönigstochter (Ἡ κό­ρη τοῦ Erlkönig, ποι­ή­μα­τα). Μέ­ρος κι αὐ­τὸ ἑ­νὸς ἔρ­γου ἐν προ­ό­δῳ, ἕ­να μι­κρο­α­φή­γη­μα, δη­λα­δή, μέ­σα στὸ με­γά­λο ἀ­φή­γη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Sarah Kirsch συ­νο­ψί­ζει στὸ λο­γο­παί­γνιο «Gedichte, Berichte, Gesichte» («Ποι­ή­μα­τα, ἐ­ξι­στο­ρή­σεις, πρό­σω­πα»).


* Εἶ­ναι τὸ γρα­σί­δι ποὺ ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἐ­πά­νω στὸ ἕ­λος καὶ κλο­νί­ζει τὸ βῆ­μα τοῦ πε­ρι­πα­τη­τῆ. Ἀν­τί­στοι­χο στὸν ὅ­ρο Holzweg, τὸν δρό­μο τῶν ξυ­λο­κό­πων.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.


		
Advertisements

Corrado Farina (Κορ­ράν­το Φα­ρί­να): Συ­νέν­τευ­ξη μὲ τὸν Ντί­νο Μπου­τζά­τι


L'ecrivain et journaliste italien Dino Buzzati (1906-1972) a Cervinia 1954 Neg:B70379PL --- Italian journalist and writer Dino Buzzati (1906-1972) in Cervinia 1954

L’ecrivain et journaliste italien Dino Buzzati (1906-1972) a Cervinia 1954  — Italian journalist and writer Dino Buzzati (1906-1972) in Cervinia 1954


Corrado Farina (Κορ­ράν­το Φα­ρί­να)


Συ­νέν­τευ­ξη μὲ τὸν Ντί­νο Μπου­τζά­τι

(Interviste Dino Buzzati)


02-piΕΡΑΣΑΝ πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα ποὺ πῆ­γα νὰ βρῶ τὸν Ντί­νο Μπου­τζά­τι γιὰ νὰ τὸν ρω­τή­σω ἂν ἤ­θε­λε νὰ γυ­ρί­σου­με μιὰ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους γιὰ τὸν ἴ­διο. Μοῦ τὸν εἴ­χα­νε πε­ρι­γρά­ψει ὡς ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο, δύ­στρο­πο καὶ ἀ­πό­το­μο. Ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, μοῦ φά­νη­κε τὸ σπί­τι του, κα­τά­με­στο ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἑ­τε­ρό­κλι­τα ἀν­τι­κεί­με­να καὶ κα­λυμ­μέ­νο, στοὺς τοί­χους καὶ τὴ σο­φί­τα, ἀ­πὸ πί­να­κες ὅ­λων των δι­α­στά­σε­ων καὶ ὅ­λων των εἰ­δῶν – με­ρι­κοὶ πο­λὺ ἄ­σχη­μοι, ἄλ­λοι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὄ­μορ­φοι. Πε­ρι­έρ­γως, στὸν ἄν­θρω­πο αὐ­τὸ εἶ­δα μό­νο μιὰ κά­ποι­α δυ­σπι­στί­α ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε μό­λις δι­α­πι­στώ­σα­με —καὶ δὲ μᾶς πῆ­ρε πο­λὺ χρό­νο— ὅ­τι ἀ­γα­πού­σα­με τὰ ἴ­δια βι­βλί­α, τοὺς ἴ­διους ζω­γρά­φους, τὰ ἴ­δια πράγ­μα­τα…

       Ἀ­φοῦ ἔ­πε­σε αὐ­τὴ ἡ προ­στα­τευ­τι­κὴ μά­σκα —ποὺ ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι πη­γά­ζει ἀ­πὸ μιὰ ἔμ­φυ­τη ντρο­πα­λό­τη­τα— ἔ­μει­νε μό­νο ἕ­νας με­σή­λι­κας κύ­ριος, εὐ­γε­νέ­στα­τος, φι­λι­κός, ποὺ τὸ ντύ­σι­μό του, ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά του, ἀ­κό­μα καὶ ὁ τρό­πος ποὺ μι­λοῦ­σε ἦ­ταν, πε­ρι­έρ­γως, ντε­μον­τέ. Ἕ­νας κύ­ριος μὲ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κοὺς τρό­πους, πο­λὺ μον­τα­νελ­λιά­νο, πο­λὺ «Κορ­ρι­έ­ρε ντὲ λὰ Σέ­ρα» πα­λιᾶς κο­πῆς, γιὰ νὰ συ­νεν­νο­ού­μα­στε· τό­σο, ποὺ νὰ μοῦ μι­λά­ει, σ’ ἐ­μέ­να, ποὺ ἤ­μουν πο­λὺ νε­ό­τε­ρος ἀπ΄ αὐ­τόν, στὸν ἑ­νι­κό.

       Τὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους τὴν γύ­ρι­σα, ἀλ­λά, δυ­στυ­χῶς, δὲν εὐ­δό­κη­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χω κά­νει, ἔ­τσι ὥ­στε ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα προ­σπα­θῶ νὰ τὴ δεί­χνω ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν λι­γό­τε­ρο. Ὡ­στό­σο, ἴ­σως ἀ­ξί­ζει τὸν κό­πο νὰ ξα­να­κού­σου­με καὶ νὰ με­τα­γρά­ψου­με με­ρι­κὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ μιὰ ται­νί­α ἠ­χο­γρα­φη­μέ­νη σὲ κεί­νη τὴν πε­ρί­στα­ση, κομ­μά­τια ἀ­πὸ τὴ συ­νο­μι­λί­α ποὺ ἔ­μει­ναν ἀ­ναλ­λοί­ω­τα καὶ ξα­να­ζων­τα­νεύ­ουν τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν καλ­λι­τέ­χνη.


***


Μι­λών­τας γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του


ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ ἔρ­γο ἑ­νὸς συγ­γρα­φέ­α δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ γί­νον­ται ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν συγ­γρα­φέ­α. Ὅ­ταν μὲ ρω­τοῦν ποι­ό εἶ­ναι τὸ κύ­ριο θέ­μα μου, δὲν ξέ­ρω νὰ πῶ ποι­ό εἶ­ναι. Αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ τὸ πεῖ­τε ἐ­σεῖς. Για­τί, συ­νή­θως, ὁ καλ­λι­τέ­χνης (θε­έ μου! ἡ λέ­ξη καλ­λι­τέ­χνης κρύ­βει πάν­τα μέ­σα της μιὰ κά­ποι­α ἔ­παρ­ση) πι­στεύ­ει ὅ­τι κά­νει κά­τι, εἶ­ναι πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι κά­νει κά­τι, κι ὕ­στε­ρα γεν­νι­έ­ται κά­τι ἄλ­λο ποὺ εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κό, δὲν ξέ­ρω κα­τὰ πό­σο γί­νο­μαι κα­τα­νο­η­τός. Γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, ἡ ἑρ­μη­νεί­α, ὄ­χι μό­νο ἡ ἑρ­μη­νεί­α, ἀλ­λὰ καὶ ἡ πε­ρι­γρα­φή, ὁ ἀ­κρι­βὴς ὁ­ρι­σμὸς ἑ­νὸς ἔρ­γου, πρέ­πει νὰ δί­νε­ται ἀ­πὸ ἐ­σᾶς, ὄ­χι ἀπ΄τὸν δη­μι­ουρ­γό.


Τὸ σπί­τι στὸ Μπε­λλοῦ­νο


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-02ΔΕΝ ΖΟΥΣΑ στὸ Μπελ­λοῦ­νο ἀ­πὸ μι­κρός, ζοῦ­σα πάν­τα στὸ Μι­λά­νο· γεν­νή­θη­κα σὲ δι­α­κο­πές, μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νείς. Τὸ σπί­τι στὸ Μπελλοῦ­νο εἶ­ναι ἕ­να σπί­τι ποὺ βρί­σκε­ται πε­ρί­που ἑ­νά­μι­σι χι­λι­ό­με­τρο ἀπ΄ τὴν πό­λη τοῦ Μπελ­λοῦ­νο, ποὺ σή­με­ρα σι­γὰ-σι­γὰ θὰ τὴν κα­τα­πι­εῖ ἡ πό­λη ποὺ ἐ­πε­κτεί­νε­ται πά­νω στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ ὄ­χθη τοῦ Πιά­βε. Σὲ κεῖ­νο τὸ σπί­τι, ποὺ κά­πο­τε ἦ­ταν ἐ­ξο­χι­κὸ (ὄ­χι πιὰ σή­με­ρα, ἀ­φοῦ τὰ σπί­τια ἀρ­χί­ζουν νὰ πλη­σιά­ζουν), μέ­να­με πε­ρί­που τρεῖς μῆ­νες τὸ χρό­νο, για­τὶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἦ­ταν, οὐ­σι­α­στι­κά, κα­θη­γη­τὴς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ δι­και­οῦ­ταν τρεῖς μῆ­νες δι­α­κο­πῶν. Καὶ εἶ­ναι λο­γι­κὸ —ἢ, του­λά­χι­στον, σύ­νη­θες— οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὰ παι­δι­κά μου χρό­νια σὲ κεῖ­να τὰ μέ­ρη νὰ εἶ­ναι οἱ πιὸ δυ­να­τὲς ποὺ ἀ­πό­χτη­σα στὴ ζω­ή μου… καὶ οἱ πιὸ χα­ρού­με­νες, κα­τὰ βά­θος.

       Στὴ διά­ρκεια τοῦ πρώ­του παγ­κο­σμί­ου πο­λέ­μου αὐ­τὸ τὸ σπί­τι λε­η­λα­τή­θη­κε ἐν­τε­λῶς καὶ εἶ­χαν μεί­νει μό­νο οἱ τοῖ­χοι. Παρ΄ ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­φοῦ πρῶ­τα δι­α­κο­σμή­θη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα ἔ­πι­πλα πιὸ ἁ­πλῆς φόρ­μας, δι­α­τή­ρη­σε — καὶ ἀ­κό­μα δι­α­τη­ρεῖ— αὐ­τὴ τὴ μα­γι­κὴ δύ­να­μη ποὺ αἰ­σθα­νό­μουν ἀ­πὸ παι­δί. Ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα, τὸ ὁ­μο­λο­γῶ, ὅ­ταν πη­γαί­νω ἐ­κεῖ, ἰ­δι­αί­τε­ρα σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­στά­σεις, ὁ­ρι­σμέ­νες ὧ­ρες, αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­κό­μα αὐ­τὸν τὸν ἀ­έ­ρα, αὐ­τὴν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ εἶ­χα βι­ώ­σει, καὶ ποὺ τὴν εἶ­χα κά­νει δι­κή μου, ὅ­ταν ἤ­μουν παι­δί.

 

Τὰ βου­νά


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-03ΑΠΟ ΠΑΙΔΙ εἶ­χα ἕ­να εἶ­δος φο­βε­ροῦ πά­θους γιὰ τὰ βου­νά· τό­σο ὥ­στε νὰ κλαί­ω τὶς νύ­χτες, ὅ­ταν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ πά­ω. Ἔ­κλαι­γα νύ­χτες ὁ­λό­κλη­ρες. Ἀρ­γό­τε­ρα ἄρ­χι­σα νὰ πη­γαί­νω. Πο­τὲ δὲν ὑ­πῆρ­ξα με­γά­λος ἀλ­πι­νι­στής, ὡ­στό­σο ἀ­ναρ­ρι­χή­θη­κα πο­λύ, στὴν ἀρ­χὴ μὲ φί­λους, με­τὰ μὲ ὁ­δη­γούς, ἀ­κό­μα καὶ μὲ κεί­νους ποὺ βαθ­μο­λο­γοῦν­ται μὲ ἑ­πτὰ στὴν κλί­μα­κα ἐ­πι­κιν­δυ­νό­τη­τας τῆς ἀ­ναρ­ρί­χη­σης καὶ κα­τά­γον­ταν ἀ­πὸ τὸ Μπε­λ­λοῦ­νο, ὅ­που καὶ ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πυ­ρή­νας τέ­τοι­ων ἀ­ξι­ό­λο­γων καὶ ση­μαν­τι­κῶν ἀλ­πι­νι­στῶν στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ΄20 καὶ τοῦ ΄30.

       Τώ­ρα γιὰ νὰ πῶ πό­σες ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἀ­να­μνή­σεις ἔ­χουν μεί­νει στὰ γρα­πτά μου, θὰ χρει­α­ζό­ταν νὰ ἀ­να­τρέ­ξω σὲ ὅ­λα μου τὰ βι­βλί­α ἕ­να πρὸς ἕ­να.

       Τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Ὁ Μπάρ­ναμ­πο τῶν βου­νῶν (Bar­na­bo del­le mon­ta­gne), εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ δα­σο­φύ­λα­κες ποὺ ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται σὲ μιὰ πε­ρι­ο­χὴ δο­λο­μι­τι­κῶν βου­νῶν ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χουν. Αὐ­τὸς ὁ Μπάρ­ναμ­πο ἔ­χει κα­θα­ρὲς ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὰ βου­νά, ἀλ­λὰ ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὰ τὰ βου­νά; Θά ΄λε­γα ὄ­χι οἱ πο­λὺ ψη­λοὶ Δο­λο­μί­τες, οἱ πλα­γι­ὲς τύ­που Τσι­βέτ­τα (Ci­vet­ta), τύ­που Πέλ­μο (Pel­mo). Ὄ­χι. Μᾶλ­λον βου­νά… πῶς νὰ τὰ ποῦ­με; Ὅ­πως τὰ βου­νὰ ποὺ βρί­σκον­ται στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ ὄ­χθη τοῦ Πιά­βε, ἡ ὁ­ρο­σει­ρὰ ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Μον­φαλ­κό­νε ντὶ Τό­ρο (Μon­­fal­­co­­ne di To­ro), ποὺ βρί­σκε­ται οὐ­σι­α­στι­κὰ πά­νω ἀ­πὸ τὸ Κα­λάλ­τσο (Ca­­lal­­zo), ἀ­να­το­λι­κὰ τοῦ Κα­λάλ­τσο: ὁ­ρο­σει­ρὰ ποὺ σή­με­ρα ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρο κό­σμο, ἐπειδὴ ὑ­πάρ­χουν πιὸ πολ­λὰ κα­τα­φύ­για. Τό­τε ποὺ πή­γαι­να ἐ­γὼ —δη­λα­δὴ τὸ ΄29 καὶ τὸ ΄30— πο­λὺ λί­γος κό­σμος πή­γαι­νε ἐ­κεῖ, στὴν οὐ­σί­α ἦ­ταν μιὰ ὁ­ρο­σει­ρὰ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νη.

       Τὸ δεύ­τε­ρο βι­βλί­ο ὀ­νο­μα­ζό­ταν: Τὸ μυ­στι­κὸ τοῦ Γέ­ρι­κου Δά­σους (Il Se­gre­­to del Bos­co Vec­chio) καὶ ἀ­να­φε­ρό­ταν σὲ ἕ­να δά­σος στὸ βου­νό, ἀλ­λὰ τὰ βου­νὰ δὲν ἔ­παι­ζαν κα­νέ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο ρό­λο. Ἀν­τί­θε­τα τὸ δά­σος εἶ­χε ση­μα­σία. Αὐ­τὸ τὸ φαν­τα­στι­κὸ δά­σος ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες μου; Ὄ­χι. Θά ΄λε­γα ὄ­χι. Βέ­βαι­α, οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὰ δά­ση ποὺ δι­έ­σχι­σα γιὰ νὰ βρε­θῶ στὰ βου­νά, οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ καὶ τὶς κοι­λά­δες, συσ­σω­ρεύ­ον­ται στὴν μνή­μη καὶ εἶ­ναι φυ­σι­κὸ νὰ ἐ­ξά­γεις ἀ­πὸ αὐ­τὴν κά­τι και­νούρ­γιο, ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ κά­ποι­α συγ­κε­κρι­μέ­νη το­πο­θε­σί­α.

       Μιὰ ἀ­σα­φῆ το­πο­γρα­φι­κὴ ἀ­να­φο­ρά, στὴν οὐ­σί­α ἡ αἴ­σθη­ση, ἡ ἰ­δέ­α ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­ρή­μου τοῦ βορ­ρᾶ ποὺ ἁ­πλω­νό­ταν στὰ ρι­ζὰ τοῦ φρου­ρί­ου Μπα­στιά­νη —φρού­ριο ποὺ βρι­σκό­ταν πά­νω σ΄ ἕ­να πέ­ρα­σμα ἀ­νά­με­σά σε κρη­μνώ­δη βου­νά— μοῦ ἦρ­θε στὸ μυα­λὸ ἀ­πὸ τὴν εἰ­κό­να τῆς πε­διά­δας τοῦ βορ­ρᾶ, ποὺ φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν Δο­λο­μι­τῶν τοῦ Σέ­στο (Do­lo­mi­ti di Ses­to), ὅ­πως ἡ κο­ρυ­φὴ Κρόν­τα Ρόσ­σα ντὶ Σέ­στο (Cro­da Ros­sa di se­sto), ἡ Κρόν­τα ντέι Τρὲ Σκά­πε­ρι (Cro­da dei Tre Sca­pe­ri), ἡ Κο­ρυ­φὴ 11 (Ci­ma 11). Στὴν κο­ρυ­φὴ Κρόν­τα ντέι τρὲ Σκά­πε­ρι πή­γαι­να ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤ­μουν πο­λὺ νε­α­ρός: πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς κο­ρυ­φές, ἀ­πὸ κά­τω, ὑ­πάρ­χει ἡ κοι­λά­δα Που­στέ­ρια (Pu­ste­ria), με­τὰ ἕ­νας λό­φος, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ μι­κροὺς πρά­σι­νους λό­φους ποὺ ση­κώ­νον­ται ὁ­μα­λά, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι ψη­λοὶ κι ἀ­μέ­σως με­τὰ ἐ­κεί­νη ἡ πε­διά­δα, ἢ κα­λύ­τε­ρα μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι πε­διά­δα, ποὺ χά­νε­ται μέ­σα στὴν κα­τα­χνιὰ καὶ τὶς ὁ­μί­χλες τοῦ βορ­ρᾶ.


Ὁ χρό­νος κι ὁ θά­να­τος


Η ΑΙΣΘΗΣΗ τοῦ ἀ­με­τα­κί­νη­του χρό­νου δὲν εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ πῶ ἀ­πὸ ποῦ προ­έρ­χε­ται, εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἐ­φιά­λτη, μιὰ ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α, ἕ­να ἐ­πί­μο­νο συ­ναί­σθη­μα ποὺ ἄρ­χι­σα νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­πὸ παι­δί. Ποῦ νὰ ξέ­ρω ἀ­πὸ ποῦ προ­έρ­χε­ται; Κα­τὰ βά­θος εἶ­ναι ἕ­να ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τῆς ζω­ῆς, ἕ­να θε­με­λι­ῶ­δες συ­στα­τι­κό της ζω­ῆς.

       Θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ τό­τε ἀ­κό­μη ποὺ ἤ­μουν μι­κρός, ὅ­ταν ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ κά­τι… Τέ­λει­ω­νε μιὰ χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δος, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν ἔκλεινε τὸ σχο­λεῖ­ο κι ἤ­μουν χα­ρού­με­νος, καὶ τὴν ἴ­δια στιγμὴ εἶ­χα αὐ­τὴν τὴν αἴ­σθη­ση γιὰ κά­τι ποὺ τέ­λει­ω­νε μιὰ γιὰ πάν­τα, ποὺ δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πα­να­λη­φθεῖ πο­τέ.

       Τώ­ρα μὲ ρω­τᾶ­τε γιὰ τὸν θά­να­το – τὸν εἶ­χα ρω­τή­σει, φυ­σι­κά, για­τί αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­ταν τό­σο συ­χνὰ στὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό του ἔρ­γο. Ἀ­ναμ­φί­βο­λα αὐ­τὴ ἦ­ταν πάν­τα μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἐμ­μο­νές μου: ὁ χρό­νος ποὺ φεύ­γει καὶ ὁ θά­να­τος πού, ἀ­να­πό­φευ­κτα, πλη­σιά­ζει. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κυ­ρί­ως κα­θὼς ἡ ζω­ὴ προ­χω­ροῦ­σε, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ποὺ μὲ ἐ­ξέ­πλητ­τε­ ἦ­ταν ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι ζοῦ­σαν σὰ νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χε κὰν ὁ θά­να­τος.

       Γε­νι­κὰ ὅ­λοι πάν­τα μὲ ἐ­πέ­πλητ­ταν: «Θε­έ μου, συ­νε­χί­ζεις ἀ­κό­μη νὰ γρά­φεις γιὰ τὸ θά­να­το, γρά­ψε καὶ γιὰ κά­τι ἄλ­λο.» Μὰ στὴν οὐ­σί­α αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ζη­τού­με­νο, τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ θέ­μα ποὺ ὑ­πάρ­χει, νο­μί­ζω, ἀ­πὸ καλ­λι­τε­χνι­κὴ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὴ σκο­πιά. Χω­ρὶς ἄλ­λο, μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νεὶς ὅ­τι εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ θέ­μα ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α. Τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ὅ­λων.

       Τώ­ρα, πράγ­μα­τι, γρά­φω ἕ­να βι­βλί­ο – μὰ δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου ἕ­να φι­λο­σο­φι­κὸ δο­κί­μιο, πρὸς θε­οῦ! Εἶ­ναι ἕ­να ἀ­φή­γη­μα – ὅ­που ὁ θά­να­τος εἶ­ναι τὸ βα­σι­κὸ θέ­μα. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ποὺ θὰ μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ νὰ ἐκ­φρά­σω εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­λυ­τη βλα­κεί­α τῆς πλει­ο­νό­τη­τας τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ζοῦν (μι­λῶ γιὰ τὸν δυ­τι­κὸ κό­σμο ὅ­που ζῶ κι ἐ­γώ) λὲς κι ὁ θά­να­τος δὲν θὰ τοὺς βρεῖ πο­τέ.

       Βλέ­πω, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­θρώ­πους μιᾶς κά­ποι­ας ἡ­λι­κί­ας, ἀν­θρώ­πους μὲ ἀ­σπρι­σμέ­να τὰ μαλ­λιά τους καὶ μὲ τὸ ἕ­να πό­δι στὸν τά­φο, ποὺ ἀ­κό­μα τοὺς ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ μέλ­λον, τοὺς ἀ­πα­σχο­λοῦν οἱ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, βα­σα­νί­ζον­ται για­τὶ δὲν ἔ­χουν πά­ρει ἕ­ναν ἔ­παι­νο, για­τὶ οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες δὲν ἀ­να­φέ­ρουν τὸ ὄ­νο­μά τους… – ὅ­ταν με­τὰ πε­θαί­νουν, ὑ­πάρ­χουν στιγ­μὲς ποὺ σοῦ ΄ρχε­ται νὰ γε­λά­σεις. Ἴ­σως εἶ­ναι σκλη­ρό, ὡ­στό­σο σοῦ ΄ρχε­ται νὰ γε­λά­σεις. Γύ­ρω μου συ­νέ­βη­σαν πε­ρι­στα­τι­κὰ ἐν­τε­λῶς γε­λοῖα ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους (μι­λῶ γιὰ συγ­γρα­φεῖς, δη­μο­σι­ο­γρά­φους…) ποὺ ἀ­πο­τα­μί­ευ­αν χρή­μα­τα, τὰ ἐ­πέν­δυ­αν μὲ ἀ­συ­νή­θι­στη κα­πα­τσο­σύ­νη, ἔ­παιρ­ναν πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὸ χρη­μα­τι­στή­ριο καὶ τὴν ἀ­γο­ρὰ ἀ­κι­νή­των, ἐ­πέν­δυ­αν σὲ πί­να­κες ζω­γρα­φι­κῆς, κι ὅ­λα αὐ­τὰ γιὰ τὸ μέλ­λον τους, γιὰ νὰ ἔ­χουν ἥ­συ­χα καὶ ἄ­νε­τα γη­ρα­τειά… – κι ὕ­στε­ρα τοὺς ἔ­πι­α­νε ἕ­να βη­χα­λά­κι, ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἕ­να για­τρὸ καὶ με­τὰ δε­κα­πέν­τε μέ­ρες ἦ­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα. Λοι­πόν; Λοι­πόν, ἄν σοῦ ΄ρχε­ται νὰ γε­λά­σεις, εἶ­ναι κι αὐ­τὸ ἀν­θρώ­πι­νο… αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο.

       Φυ­σι­κά, ἀ­να­φέ­ρο­μαι στὸ θά­να­το χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀλ­λη­γο­ρί­ες, καὶ γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο —στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων— ὁ κό­σμος δὲν κα­τα­λα­βαί­νει.

       Πρό­σφα­τα ἔ­γρα­ψα ἕ­να βι­βλί­ο… ὄ­χι, ἕ­να δι­ή­γη­μα ποὺ τὸ δη­μο­σί­ευ­σε ἡ Corriere della sera, καὶ ποὺ ὀ­νο­μα­ζό­ταν, νο­μί­ζω, «Μιὰ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὴ ἐ­πί­σκε­ψη» («Una visita sconcertante»). Τὸν τί­τλο δὲν τὸν βά­ζω ἐ­γώ – ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς τὸν ἀλ­λά­ζουν στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Οὐ­σι­α­στι­κὰ ἦ­ταν ὁ ἀγ­γε­λι­ο­φό­ρος ποὺ φέρ­νει τὸ προ­άγ­γελ­μα τοῦ θα­νά­του· ἔ­λα­βα δυ­ὸ-τρί­α γράμ­μα­τα ἀ­πὸ τὸν κό­σμο ποὺ ἔ­λε­γαν: «Μά, τί πά­ει νὰ πεῖ αὐ­τό, τί ση­μαί­νει;». Εἶ­ναι ἄλ­λη μιὰ ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος δὲν σκέ­φτε­ται κα­θό­λου τὸ θά­να­το, λὲς κι εἶ­ναι κά­τι ξέ­νο πρὸς τὸ πε­πρω­μέ­νο του. Για­τὶ ἂν αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι στὶς ἐ­πι­στο­λές, ποὺ κρί­νον­τας ἀ­πὸ τὰ συμ­φρα­ζό­με­να πρέ­πει νὰ εἶ­ναι κά­ποι­ας ἡ­λι­κί­ας, ἂν πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­χαν τὴν ἰ­δέ­α τοῦ θα­νά­του, ὅ­πως ὅ­λοι θά ΄πρε­πε νὰ ἔ­χουν… ὡ­στό­σο, ὄ­χι μὲ τὴν μορ­φὴ φό­βου, ἐ­φιά­λτη, ἀλ­λὰ μὲ τὴν μορ­φὴ τῆς ἐ­πί­γνω­σης. Πι­στεύ­ω ὅ­τι σὲ ὁ­ρι­σμέ­να μέ­ρη τῆς ἀ­να­το­λῆς ὑ­πάρ­χει πιὸ πο­λὺ ἡ συ­νεί­δη­ση τοῦ θα­νά­του ἀ­πὸ ὅ­τι σὲ μᾶς ἐ­δῶ, κι ὅ­τι ὁ θά­να­τος τρο­μο­κρα­τεῖ λι­γό­τε­ρο.

       Ὅ­ταν τὸν σκέ­φτε­ται κα­νεὶς ὅ­λη του τὴ ζω­ή, κά­ποι­α στιγ­μὴ φτάνει, καὶ ἴ­σως θά ΄πρε­πε νὰ τὸν φο­βᾶ­ται, ὅ­πως ἐ­γώ. Σὲ μᾶς, ἀν­τι­θέ­τως, κά­θε φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τᾶ κα­νεὶς τὸ θά­να­το, μοιά­ζει σὰν νὰ γκρε­μί­ζε­ται ὁ κό­σμος γύ­ρω του, σὰν νὰ συ­ναν­τᾶ κά­τι ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δό­κη­το, μιὰ τρο­με­ρὴ ἀ­δι­κία, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὅ­τι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δυ­ὸ μέ­ρες ὅ­λοι εἶ­ναι τό­σο κα­θη­συ­χα­σμέ­νοι, ὅ­σο ἦταν καὶ πρὶν νὰ συμ­βεῖ. Πράγ­μα­τι, κά­τι ἄλ­λο ὑ­περ­βο­λι­κὰ γε­λοῖ­ο σὲ μᾶς σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θά­να­το εἶ­ναι ὅ­τι, ὅ­ταν κά­ποι­ος πε­θαί­νει, πρό­κει­ται γιὰ τρα­γω­δί­α, θρῆ­νο, ἀ­πελ­πι­σί­α, τέλος τῶν πάντων κλπ. – περ­νᾶ­νε εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις ὧ­ρες κι ὅ­λα γί­νον­ται ὅ­πως πρίν, ὅ­λοι ἀ­δι­α­φο­ροῦν.

 

Τὸ φαν­τα­στι­κό

 

12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-04ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙΑ ΜΟΥ πε­ποί­θη­ση —εὐ­τυ­χῶς, δὲ μοῦ τὴν ἔ­χει δι­δά­ξει κα­νέ­νας— ὅ­τι ὅ­ταν πρό­κει­ται νὰ πραγ­μα­τευ­τεῖς ἕ­να φαν­τα­στι­κὸ θέ­μα, τὸ γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σα­φές, ἁ­πλό, στρω­τό, σχε­δὸν ὑ­πη­ρε­σια­κό, ἐν ὀ­λί­γοις δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κό. Για­τί; Για­τὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν φαν­τα­στι­κὴ ἐ­πι­νό­η­ση χρει­ά­ζε­ται νὰ δώ­σεις τὴ μέ­γι­στη δυ­να­τὴ ρε­α­λι­στι­κὴ ὑ­πό­στα­ση. Μιὰ ἀ­πό­δει­ξη σὲ αὐ­τὸ ποὺ λέ­ω εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λοι οἱ με­γά­λοι ζω­γρά­φοι τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ πάν­τα ζω­γρά­φι­ζαν χρη­σι­μο­ποι­ών­τας μιὰ φόρ­μα πο­λὺ ἀ­κρι­βῆ, σχε­δὸν σχο­λα­στι­κή, σχε­δὸν τέ­λεια, σχε­δὸν φω­το­γρα­φι­κή. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα: ἀ­πὸ τὸν πα­λιὸ τοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ Γερ­μα­νὸ Γιό­χαν Χάινριχ Φίσλι, καὶ αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὸν προ­η­γού­με­νο αἰ­ώ­να, γιὰ νὰ φτά­σου­με μέ­χρι τοὺς δι­κούς μας με­γά­λους ὑ­περ­ρε­α­λι­στές, πρῶ­τος με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων ὁ Τζόρ­τζιο Ντὲ Κί­ρι­κο, ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴ με­τα­φυ­σι­κή του μέ­σῳ μιᾶς ζω­γρα­φι­κῆς μὲ με­γά­λη ἀ­κρί­βεια, εἴ­τε ζω­γρα­φί­ζει τὶς πλα­τεῖ­ες τῆς Ἰ­τα­λί­ας, εἴ­τε ζω­γρα­φί­ζει κοῦ­κλες βι­τρί­νας, ἄ­λο­γα στὴ ὄ­χθη τῆς θά­λασ­σας, ἢ ἐ­κεῖ­να τὰ με­τα­φυ­σι­κὰ δω­μά­τια μὲ τὴ σο­φί­τα τους γε­μά­τη ἀ­πὸ πα­ρά­ξε­να καὶ ἑ­τε­ρό­κλι­τα ἀν­τι­κεί­με­να. To ἴ­διο καὶ οἱ ἄλ­λοι ὑ­περ­ρε­α­λι­στές: ὁ Μαγ­κρίτ, ὁ Μὰξ Ἔρ­νστ, —ὁ πι­ὸ ἀ­ξι­ό­λο­γος— ὁ Ντελ­βό, ἢ ὁ Ντα­λί – ἡ πρώ­ι­μη πε­ρί­ο­δος τοῦ Ντα­λί, ἐν­νο­εῖ­ται. Εἶ­ναι πράγ­μα­τα φτι­αγ­μέ­να μὲ με­γά­λη ἀ­κρί­βεια. Κι ὕ­στε­ρα ὅ­ταν οἱ ἴ­διοι ζω­γρά­φοι ἀρ­χί­ζουν νὰ ζω­γρα­φί­ζουν μὲ πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρο τρό­πο, πιὸ κλα­σι­κό, ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ μα­γι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα δι­α­λύ­ε­ται ἐν­τε­λῶς. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ ὄ­ψι­μος Μὰξ Ἐρ­νστ, ποὺ κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου δὲν ἀ­ξί­ζει πιὰ τί­πο­τα, ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει πο­λὺ κομ­ψὰ καὶ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­να παι­χνί­δια εἰ­κο­νο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα αὐ­τὸ ποὺ κα­τά­φερ­νε νὰ πεῖ κά­πο­τε, τώ­ρα νὰ μὴν τὸ λέ­ει πιά. Τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς συμ­βαί­νει στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ χῶ­ρο. Γιὰ νὰ δώ­σεις μα­γι­κὴ δύ­να­μη στὰ πράγ­μα­τα καὶ στὰ πρό­σω­πα χρει­ά­ζε­ται νὰ τὰ πε­ρι­γρά­φεις μέ­χρι κε­ραί­ας, ποὺ λέ­νε… Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ χῶ­ρο τὴν ἔ­χου­με στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Πό­ε, ποὺ εἶ­ναι γραμ­μέ­να μὲ ἕ­να πο­λὺ ἁ­πλὸ τρό­πο, μὲ λε­πτο­με­ρεῖς καὶ ἀ­κρι­βεῖς πε­ρι­γρα­φές, ἔ­τσι ὥ­στε αὐ­τὲς οἱ πα­ρά­ξε­νες καὶ φαι­νο­με­νι­κὰ ἀν­τι­φα­τι­κὲς εἰ­κό­νες πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στὸν ἀ­να­γνώ­στη μὲ τὴν πα­ρα­μι­κρὴ λε­πτο­μέ­ρεια. Ἕ­να ἀρ­νη­τι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα, ἀν­τί­θε­τα, εἶ­ναι αὐ­τὸ τοῦ Λάβ­κρα­φτ, ποὺ πολ­λοὶ κρι­τι­κοὶ τοῦ πλέ­κουν τώ­ρα τὸ ἐγ­κώ­μιο, ἀλ­λὰ ποὺ γιὰ μέ­να εἶ­ναι ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας δεύ­τε­ρης, ἂν ὄ­χι τρί­της, κα­τη­γο­ρί­ας. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα τρό­μου, υἱ­ο­θε­τών­τας συ­χνὰ ἕ­να γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα συγ­κε­χυ­μέ­νο, ποὺ προ­κα­λεῖ τα­ρα­χή, ἕ­να φαν­τα­στι­κὸ γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα γιὰ νὰ δι­η­γη­θεῖ φαν­τα­στι­κὰ πράγ­μα­τα, κι ἔ­τσι τὰ πάν­τα κα­τα­στρέ­φον­ται.


Τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-05ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΛΕΤΕ [τοῦ εἶ­χα ἐ­πι­ση­μά­νει τὴν κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὴ συ­νι­στώ­σα ὁ­ρι­σμέ­νων ἀ­με­ρι­κά­νι­κων δι­η­γη­μά­των ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας στὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ΄50], εἶ­ναι μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα δι­εύ­ρυν­ση τῆς ἔν­νοι­ας τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας, δὲ δι­α­φω­νῶ, ποὺ πράγ­μα­τι ἔ­χει πο­λὺ ἐ­λα­στι­κὰ ὅ­ρια.

       Ὅ­λη ἡ φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ εἶ­ναι ἀ­ξι­ό­λο­γη, ἀ­κό­μα καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ πραγ­μα­τεύ­ον­ται ἀ­πί­θα­νες κα­τα­στά­σεις, μπο­ροῦν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, για­τὶ προ­τί­θεν­ται νὰ μι­λή­σουν γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο ὅ­πως πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­ναι: ὄ­χι τό­σο γιὰ τὸν σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο, ὅ­σο γιὰ τὸν αἰ­ώ­νιο ἄν­θρω­πο, ποὺ πι­στεύ­ω ὅ­τι στὴν οὐ­σί­α δὲν ἔ­χει ἀλ­λά­ξει κατ΄ ἐ­λά­χι­στον στὸ πέ­ρα­σμα τῶν αἰ­ώ­νων…

       Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι δὲν εἶ­μαι ἀ­να­γνώ­στης βι­βλί­ων ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας. Ἴ­σως τὸ λι­γό­τε­ρο ἀ­ξι­ό­λο­γο βι­βλί­ο ποὺ ἔ­χω γρά­ψει εἶ­ναι Τὸ τέ­λει­ο ἀν­τί­γρα­φο (Il grande ritratto): ἕ­να μη­χά­νη­μα (ποὺ ἔ­χει δι­ά­νοι­α καὶ αἴ­σθη­ση, ὅ­πως ὁ ἄν­θρω­πος), δη­μι­ούρ­γη­σε τὸν κα­τάλ­λη­λο χῶ­ρο ὅ­που κα­θο­ρί­στη­κε αὐ­τὸ ποὺ κοι­νῶς ὀ­νο­μά­ζου­με ψυ­χή. Καὶ τό­τε, σὲ αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νο ὀ­χυ­ρό, σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη κοι­λά­δα τῶν Ἄλ­πε­ων, γεν­νι­έ­ται πραγ­μα­τι­κὰ ἕ­να ἀν­θρώ­πι­νο πλά­σμα μὲ ψυ­χὴ ἀ­λη­θι­νῆς γυ­ναί­κας. Ἐ­πει­δή, ὡ­στό­σο, βρί­σκε­ται φυ­λα­κι­σμέ­νη μέ­σα σὲ ἕ­να τε­ρα­τῶ­δες μη­χά­νη­μα, πα­ρα­φρο­νεῖ για­τὶ —ἀ­φοῦ ἔ­χει κε­φά­λι καὶ ψυ­χὴ γυ­ναί­κας, ὅ­πως τὴν ἔ­χουν κα­τα­σκευά­σει— θέ­λει νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὅ­πως οἱ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες, καὶ για­υτὸ κά­νει τὰ πάν­τα γιὰ νὰ αὐ­το­κα­τα­στρα­φεῖ. Καὶ τὸ κα­τα­φέρ­νει: δὲν μπο­ρεῖ ἡ ἴ­δια, φυ­σι­κά, νὰ κα­τα­στρέ­ψει τὸν ἑ­αυ­τό της, ἀλ­λὰ κα­νο­νί­ζει νὰ τὴν κα­τα­στρέ­ψει κά­ποι­ος ἄλ­λος.

       Δὲν θε­ω­ρῶ ὅ­τι εἶ­μαι συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας, ὡ­στό­σο Τὸ τέ­λει­ο ἀν­τί­γρα­φο θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ πεῖ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας: ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α πα­λιοῦ στύλ, ἀλ­λὰ πάν­τως ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α. Κά­ποι­ος ποὺ δὲ θυ­μᾶ­μαι τὸ ὄ­νο­μά του ἐ­πέ­λε­ξε κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τά μου, τὰ ὁποῖα κα­τὰ τὴ γνώ­μη του εἶ­ναι ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας ἢ του­λά­χι­στον τὴν προ­σεγ­γί­ζουν, ὅ­λα δι­η­γή­μα­τα φαν­τα­σί­ας ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται στὸ σύγ­χρο­νο τρό­πο ζω­ῆς: ὅ­πως τὸ «Ὁ ἱ­πτά­με­νος δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε» («Il disco si posό»), ἢ ὅ­πως τὸ «Κυ­νη­γοὶ γε­ρόν­των» («Cacciatori di vecchi») – ἐ­κεί­νη ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ κυ­νη­γοῦν ἕ­να μο­το­σι­κλε­τι­στή· ἢ ἐ­κεί­νη ἡ σει­ρὰ δι­η­γη­μά­των ποὺ ἦ­ταν στὸ Κο­λόμ­πρε (Colombre), «Τα­ξί­δι στὰ κο­λα­στή­ρια του αἰ­ώ­να» («Viaggio neg­li inferni del secolo»).


Ἡ ζω­γρα­φι­κή


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-06ΟΤΑΝ ΜΕ ΡΩΤΟΥΝ ἂν ζω­γρα­φί­ζω ἀ­πὸ χόμ­πι ἀ­παν­τῶ: ὄ­χι, δὲ ζω­γρα­φί­ζω ἀ­πὸ χόμ­πι· ὅ­ταν ζω­γρα­φί­ζω κά­νω ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια δου­λειὰ ποὺ κά­νω ὅ­ταν γρά­φω, κά­νω δη­λα­δὴ ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια δι­α­νο­η­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α, γιὰ νὰ μὴ τὴν ὀ­νο­μά­σου­με, ἀ­λα­ζο­νι­κά, καλ­λι­τε­χνι­κή. Μό­νο ποὺ στὴ μιὰ πε­ρί­πτω­ση ἐκ­φρά­ζο­μαι μὲ λέ­ξεις, ἐ­νῶ στὴν ἄλ­λη μὲ σχέ­δια καὶ χρῶ­μα.

       Ἁ­πλῶς, αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα τὸ ἔ­κα­να ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤ­μουν παι­δί. Ἄρ­χι­σα νὰ σχε­διά­ζω καὶ νὰ ζω­γρα­φί­ζω πρὶν ἀρ­χί­σω νὰ γρά­φω, ἀλ­λὰ με­τὰ στὴν πρά­ξη… ἡ δου­λειὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου ἔ­κα­ναν ἔ­τσι, ὥ­στε ὅ­λη μου τὴ ζω­ὴ νὰ ἀ­φο­σι­ω­θῶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴ συγ­γρα­φὴ πα­ρὰ στὴ ζω­γρα­φι­κή. Εἶ­ναι λο­γι­κὸ ποὺ στὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πέ­κτη­σα πεί­ρα μέ­σῳ τῆς δου­λειᾶς, πράγ­μα ποὺ στὴν ζω­γρα­φι­κὴ μοῦ λεί­πει ἤ, του­λά­χι­στον, εἶ­ναι ἀ­νε­παρ­κής. Στὸ σχέ­διο πι­στεύ­ω ὅ­τι τὰ κα­τα­φέρ­νω ἀρ­κε­τὰ κα­λά. Τὸ σχέ­διο εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ πράγ­μα­τα ποὺ δύ­σκο­λα μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ σοῦ μά­θει. Ὅ­σο καὶ νὰ με­λε­τή­σει κα­νεὶς σχέ­διο, ἂν δὲν ἔ­χει κλί­ση σ’ αὐτό, δὲν κα­τα­φέρ­νει νὰ κά­νει τί­πο­τα ἀ­πο­λύ­τως. Ἀν­τί­θε­τα, στὴ ζω­γρα­φι­κὴ ὑ­πάρ­χει μιὰ τε­χνι­κὴ ποὺ ἐ­μέ­να του­λά­χι­στον δὲ μοῦ τὴ δί­δα­ξε κα­νεὶς κι αὐ­τὸ τὸ λί­γο ποὺ κα­τα­φέρ­νω νὰ κά­νω, τὸ κα­τα­φέρ­νω μέ­σῳ τῆς πεί­ρας, τῶν δο­κι­μῶν, τῶν λα­θῶν, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς, ποὺ ἔ­χω κά­νει μέ­χρι τώ­ρα. Ὡς ἐκ τού­του σὲ με­ρι­κοὺς πί­να­κές μου μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­τη­ρή­σει κα­νεὶς κά­ποι­α ἀ­τολ­μί­α ἢ ἀ­πει­ρί­α ζω­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Μὰ στὴ δι­κιά μου πε­ρί­πτω­ση δὲν ἔ­χει καὶ με­γά­λη ση­μα­σί­α, για­τὶ ἡ οὐ­σί­α τῶν πι­νά­κων μου δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ κα­θαυ­τὴ ἡ ζω­γρα­φι­κή, ἀλ­λὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, καὶ μπο­ρῶ κάλ­λι­στα νὰ κα­τορ­θώ­σω νὰ δι­η­γη­θῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α πά­νω στὸν καμ­βά, πά­νω στὸ χαρ­τό­νι, ἀ­κό­μη καὶ πά­νω σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι, χω­ρὶς νὰ κά­νω ἐ­πί­δει­ξη τῶν χρω­μα­τι­κῶν δε­ξι­ο­τή­των μου. Μό­νο καὶ μό­νο ὁ συν­δυα­σμὸς τοῦ ἄ­σπρου μὲ τὸ μαῦ­ρο μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει ἕ­να ἀ­ξι­ό­λο­γο ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

       Αὐ­τὴ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά μου —ἂν μπο­ρῶ νὰ τὸ πῶ ἔ­τσι—, αὐ­τὸ τὸ ἀ­σα­φὲς προ­σὸν τοῦ σχε­δια­στῆ, τὸ ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα γιὰ νὰ γρά­ψω ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ ἀ­πὸ και­ρὸ σκε­φτό­μουν, δη­λα­δὴ ἕ­να ἀ­φή­γη­μα, ἕ­να μα­κρο­σκε­λὲς ἀ­φή­γη­μα φτι­αγ­μέ­νο μὲ εἰ­κό­νες. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸν τί­τλο: Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο Ποί­η­μα, ἀ­κρι­βῶς για­τί ἡ λέ­ξη ποί­η­μα ἐρ­χό­ταν σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πο­δο­κι­μα­στέ­α λέ­ξη εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο, καὶ μοῦ φαι­νό­ταν ὡς τί­τλος πο­λὺ πνευ­μα­τώ­δης. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως τὸ δι­κό μου δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς τὸ κλα­σι­κὸ κό­μικ, ἀλ­λὰ ἕ­να κό­μικ μᾶλ­λον ἰ­δι­ό­μορ­φο, ἑ­τε­ρό­δο­ξο: κατ΄ ἀρ­χάς, ἐ­πει­δὴ σὲ κά­θε σε­λί­δα ὑ­πάρ­χει μό­νο μιὰ εἰ­κό­να —ἐ­κτὸς ἀ­πὸ λί­γες ἐ­ξαι­ρέ­σεις— καὶ ὕ­στε­ρα, ἐ­πει­δὴ χρη­σι­μο­ποι­ῶ στὸ ἐ­λά­χι­στο τὰ συν­νε­φά­κια τῶν δι­α­λό­γων ποὺ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὸ στό­μα τῶν ἡ­ρώ­ων. Ἐ­πι­πλέ­ον ὑ­πάρ­χουν λε­ζάν­τες γραμ­μέ­νες μέ­σα στὸ σχέ­διο. Ἐν τού­τοις, τὸ βι­βλί­ο αὐ­τό, ποὺ τὸ ὑ­πο­δέ­χτη­καν μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους —καὶ ἦ­ταν λο­γι­κὸ νὰ τὸ ὑ­πο­δε­χτοῦν ἔ­τσι—, πῆ­γε ἀρ­κε­τὰ κα­λά.


Ζω­γρα­φί­ζον­τας τοὺς Δο­λο­μί­τες


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-07ΤΑ ΒΟΥΝΑ τοῦ Μπάρ­ναμ­πο τῶν βου­νῶν δὲν τὰ ἔ­χω πο­τὲ ζω­γρα­φί­σει. Πι­στεύ­ω ὅ­τι δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα πο­τὲ νὰ τὰ ζω­γρα­φί­σω. Ὅ­πως κα­νεὶς μέ­χρι τώ­ρα δὲ μπό­ρε­σε νὰ ζω­γρα­φί­σει τοὺς Δο­λο­μί­τες. Δὲν ξέ­ρω ἀ­κρι­βῶς γιὰ ποι­ό λό­γο, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­ξε ζω­γρά­φος στὸν κό­σμο ποὺ νὰ κα­τά­φε­ρε νὰ ζω­γρα­φί­σει κα­λὰ τοὺς Δο­λο­μί­τες. Εἴ­τε για­τὶ πε­τύ­χαι­ναν τὸ χρῶ­μα, ἀλ­λὰ ἀ­πο­τύγ­χα­ναν στὸ νὰ φτιά­ξουν τὴ δο­μὴ —ποὺ εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κή, ἀ­φοῦ ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ βου­νοῦ ὀ­φεί­λε­ται στὴ δο­μή του— εἴ­τε ὑ­πῆρ­χε ἡ δο­μὴ τοῦ σχε­δί­ου —ὅ­πως σὲ κεῖ­να τὰ ὡ­ραι­ό­τα­τα σχέ­δια τοῦ Ἄγ­γλου Κόμ­πτον τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ώ­να— ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε χρῶ­μα. Τώ­ρα τὸ χρῶ­μα ποὺ ἔ­χουν οἱ Δο­λο­μί­τες εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἰ­δι­αί­τε­ρο, δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­γρα­φεῖ μὲ λό­για καὶ εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Αὐ­τὰ ποὺ ζω­γρα­φί­ζω ἐ­γὼ εἶ­ναι ἄλ­λου εἴ­δους βου­νὰ σὲ σχέ­ση μὲ κεῖ­να τοῦ Μπάρ­ναμ­πο… κι ὕ­στε­ρα ἐ­γὼ δὲ ζω­γρα­φί­ζω συ­χνὰ βου­νά: συ­νή­θως τὰ βου­νὰ ποὺ ζω­γρα­φί­ζω εἶ­ναι στὸ βά­θος τῆς εἰ­κό­νας, κά­πως μυ­στη­ρια­κά, καὶ δὲν ἔ­χουν κα­μιὰ ἀ­ξί­ω­ση νὰ θε­ω­ρη­θοῦν ρε­α­λι­στι­κά.

 

Ὁ ἐ­ρω­τι­σμός


12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-08ΟΤΑΝ ΜΕ ΡΩΤΑΕΙ κα­νεὶς για­τί ὁ ἐ­ρω­τι­σμός, ὁ ἔ­ρω­τας, ἦρ­θε τό­σο ἀρ­γά, καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε τό­σο συ­χνὰ στὸ ἔρ­γο μου, πα­ρὰ μό­νο στὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἕ­νας ἔ­ρω­τας (Un amore) καὶ εἰ­κα­στι­κὰ στὸ Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο Ποί­η­μα (Poema a Fumetti), δὲν ξέ­ρω νὰ ἀ­παν­τή­σω. Προ­φα­νῶς, δὲν εἶ­χα ἀ­πὸ πρὶν αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρέ­θι­σμα. Γιὰ ποι­ό λό­γο; Ποι­ός ξέ­ρει… Δὲ γνω­ρί­ζω· ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι δὲν τὸ ξέ­ρω. Εἶ­ναι προ­φα­νές, ὡ­στό­σο, ὅ­τι στὸ σχέ­διο τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ προ­βλη­θεῖ. Για­τί, τί εἶ­ναι αὐ­τὸ πού… κά­νω πάν­τα ἕ­να συλ­λο­γι­σμὸ: βλέ­πω ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς ζω­γρά­φους, τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν μον­τέρ­νων ζω­γρά­φων, ποὺ ἀ­πο­φεύ­γουν συ­στη­μα­τι­κὰ νὰ ζω­γρα­φί­ζουν ὡ­ραῖ­ες γυ­ναῖ­κες, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὶς γυ­μνές. Καὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι: τί προ­σπα­θεῖ νὰ κά­νει ἕ­νας ζω­γρά­φος: Ἕ­νας ζω­γρά­φος προ­σπα­θεῖ νὰ κά­νει ἕ­να πί­να­κα ποὺ θε­ω­ρη­τι­κὰ θὰ τοῦ ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἄλ­λους νὰ τὸν δεῖ κρε­μα­σμέ­νο στὸν τοῖ­χο. Κά­θε ζω­γρά­φος ἔ­χει μιὰ αὐ­τα­πά­τη: ἡ αὐ­τα­πά­τη κά­θε ζω­γρά­φου εἶ­ναι νὰ φτιά­ξει τὸν ὡ­ραι­ό­τε­ρο πί­να­κα στὸν κό­σμο. Ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ ὡ­ραι­ό­τε­ρος πί­να­κας στὸν κό­σμο; Ὁ ὡ­ραι­ό­τε­ρος πί­να­κας στὸν κό­σμο εἶ­ναι ὁ πί­να­κας ποὺ ὁ ἴ­διος θὰ ἤ­θε­λε, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, νὰ θαυ­μά­ζει κρε­μα­σμέ­νο σ΄ἕ­να τοῖ­χο.Τώ­ρα ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι: τί εἶ­ναι αὐ­τὸ πού, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ἀ­ρέ­σει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα σὲ κά­ποι­ον νὰ βλέ­πει; Αὐ­τὸ πού, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ἀ­ρέ­σει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα σὲ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο νὰ βλέ­πει, εἶ­ναι μιὰ ὄ­μορ­φη καὶ νέ­α γυ­μνὴ γυ­ναί­κα. Πῶς ἐ­ξη­γεῖ­ται τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι σή­με­ρα κα­νεὶς δὲν ζω­γρα­φί­ζει νέ­ες καὶ ὡ­ραῖ­ες γυ­μνὲς γυ­ναῖ­κες; Ἔ­χω τὴ σο­βα­ρὴ ὑ­πο­ψί­α ὅ­τι δὲν τὸ κά­νουν, για­τὶ τὸ νὰ ζω­γρα­φί­ζεις νέ­ες καὶ ὄ­μορ­φες γυ­μνὲς γυ­ναῖ­κες εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο. Εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ δύ­σκο­λο νὰ ζω­γρα­φί­σει κα­νεὶς κα­λὰ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο γυ­μνὸ ἀ­πὸ τὸ νὰ κά­νει τέ­ρα­τα, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται σή­με­ρα.Τέ­ρα­τα ποὺ οὐρ­λιά­ζουν, κά­νουν φα­σα­ρί­α, σὲ ζα­λί­ζουν, σὲ βα­σα­νί­ζουν καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Εἶ­ναι ἕ­να πε­ρί­ερ­γο φαι­νό­με­νο, για­τὶ στὸ πα­ρελ­θόν, ἀ­κό­μα καὶ στὴν πε­ρί­ο­δο τῆς ἀν­τι­με­ταρ­ρύθ­μι­σης, ποὺ εἶ­χε γε­μί­σει ὁ κό­σμος μὲ ἁ­γί­ους, Πα­να­γί­ες κι Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νους, οἱ ζω­γρά­φοι ἔ­κα­ναν κα­λὰ γυ­μνά, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Ὄ­χι· σή­με­ρα κα­νεὶς δὲν τὸ κά­νει· μό­νο: τὰ πιὸ τρο­με­ρὰ τέ­ρα­τα, ἀν­θρώ­πους τε­ρα­τώ­δεις σὰν φαν­τά­σμα­τα, ποὺ φο­ρᾶ­νε τε­ρα­τό­μορ­φες μά­σκες· κα­νεὶς δὲν κά­νει πιὰ γυ­ναῖ­κες. Μό­νο σπά­νια, πο­λὺ σπά­νια. Προ­φα­νῶς κά­τι δὲν πά­ει κα­λά, κά­τι εἶ­ναι λά­θος…

       Γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με στὸ σχέ­διο, εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ εὐ­χά­ρι­στα θέ­μα­τα, γιὰ νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ κα­νείς, εἶ­ναι τὸ γυ­μνό. Ὡς ἐκ τού­του, ἡ ἀ­νά­δυ­ση τοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ στοι­χεί­ου­ στὸ βι­βλί­ο μου Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο Ποί­η­μα (Poema a fumetti), δι­και­ο­λο­γεῖ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἐ­ξη­γεῖ­ται κα­λύ­τε­ρα, σὲ σχέ­ση μὲ τὴν ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἀ­νά­δυ­ση τοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ στοι­χεί­ου (eros) στὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό μου ἔρ­γο.

       Νω­ρί­τε­ρα δὲν εἶ­χες ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ αὐ­τό. Για­τί; Ἐν­τά­ξει! Δὲν ἦ­ταν ὅ­τι ἤ­μουν παν­τε­λῶς ἀ­νί­κα­νος νὰ τὸ κά­νω νω­ρί­τε­ρα. Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ γνω­ρί­ζει για­τί, σὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη στιγ­μή, γρά­φει κα­νεὶς αὐ­τὰ ποὺ τοῦ ἔρ­χον­ται νὰ γρά­ψει. Θὰ ἦ­ταν τὸ πιὸ ἠ­λί­θιο πράγ­μα στὸν κό­σμο ἂν ἔ­λε­γα: «μὰ πῶς, ἐ­γὼ δὲν ἀ­σχο­λοῦ­μαι μὲ τὸν ἔ­ρω­τα, ἂς γρά­ψω γιὰ τὸν ἔ­ρω­τα…» Ἂν δὲν μοῦ ἐρ­χό­ταν νὰ γρά­ψω γιὰ τὸν ἔ­ρω­τα, αὐ­τὸ πά­ει νὰ πεῖ πὼς δὲ μοῦ ἐρ­χό­ταν νὰ γρά­ψω γιὰ τὸν ἔ­ρω­τα. Ἔ­τσι, σὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, ποὺ προ­φα­νῶς οὔ­τε ὁ ἀ­να­γνώ­στης μπο­ρεῖ νὰ ἀ­παν­τή­σει, δὲν εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ δώ­σω μιὰ ἀ­πάν­τη­ση.


Ἡ πί­στη


ΑΝΑΤΡΑΦΗΚΑ ὡς Κα­θο­λι­κός. Ἡ μά­να μου ἦ­ταν Κα­θο­λι­κή —ὄ­χι ἐ­πι­δει­κτι­κὰ κα­θο­λι­κή—, καὶ μᾶς με­γά­λω­σε —καὶ τὰ τέσ­σε­ρα ἀ­δέλ­φια— μὲ τὸν Κα­θο­λι­κὸ τρό­πο. Πάν­τως ἐ­γὼ δὲν πι­στεύ­ω στὸ Θε­ὸ οὔ­τε στὴ ζω­ὴ με­τὰ θά­να­τον. Εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα με­τὰ τὸ θά­να­το. Θὰ μοῦ πεῖ­τε: για­τί τό­τε γρά­φεις τό­σο συ­χνὰ γιὰ τὴν με­τὰ θά­να­τον ζω­ή; Για­τί κά­νεις φαν­τα­στι­κὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὴ ζω­ὴ με­τὰ θά­να­τον; Δυ­ὸ εἶ­ναι οἱ λό­γοι: κατ΄ ἀρ­χὰς για­τὶ θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χει με­τὰ θά­να­τον ζω­ή —γιὰ αὐ­τὸ καὶ στὰ γρα­πτά μου ὑ­πάρ­χει ἕ­να εἶ­δος πί­κρας, νο­σταλ­γί­ας, ἐ­πι­θυ­μί­ας γιὰ κά­τι ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει—, κι ὕ­στε­ρα για­τὶ πολ­λὲς φο­ρὲς —κι ὄ­χι μό­νο γιὰ μέ­να ἀλ­λὰ καὶ γιὰ πολ­λοὺς ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς— ἡ με­τὰ θά­να­τον ζω­ὴ ἐ­πι­τρέ­πει κα­τα­στά­σεις ποὺ προ­ω­θοῦν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὰ τὴ δρά­ση, εἴ­τε ὡς γε­γο­νό­τα αὐ­τὰ κα­θαυ­τά εἴ­τε ὡς ἀλ­λη­γο­ρί­ες. Εἶ­ναι ἄλ­λοι ποὺ μὲ ρω­τοῦν: για­τί, τέ­λος πάν­των, μι­λᾶς συ­νέ­χεια γιὰ τὸ Θε­ό; Ὁ Θε­ὸς ἐ­δῶ, ὁ Θε­ὸς ἐ­κεῖ, οἱ ἅ­γιοι κλπ; Προ­φα­νῶς για­τὶ θὰ ἤ­θε­λα νὰ πι­στέ­ψω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ. Για­τὶ εἶ­ναι σα­φὲς πὼς ὅ­ταν ἔ­χει κα­νεὶς πραγ­μα­τι­κὴ πί­στη —ὄ­χι βέ­βαι­α τέ­τοι­ου εἴ­δους, ὥ­στε νὰ ζη­τά­ει ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο Ἀν­τώ­νιο τῆς Παν­το­βας νὰ τοῦ βρεῖ τὸ πορ­το­φό­λι του—, ὅ­ταν ἔ­χει κα­νεὶς πραγ­μα­τι­κὴ πί­στη, ἔ­χει καὶ μιὰ ἐκ­πλη­κτι­κὴ δύ­να­μη νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὴ ζω­ή… δύ­να­μη ποὺ ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω.


[Αὐ­τὴ ἡ συ­νέν­τευ­ξη κα­τα­γρά­φη­κε τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1971. Ὁ Ντί­νο Μπου­ζά­τι πέ­θα­νε λί­γο πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τρεῖς μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, στὶς 23 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1972, σὲ μιὰ κλι­νι­κή του Μι­λά­νου.]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Corrado Farina: «Interviste Dino Buzzati» (Ὀκτώβριος 1971).

Κορ­ράν­το Φα­ρί­να (Corrado Farina) (Το­ρί­νο, 18 Μαρ­τί­ου 1939 – 11 Ιουλίου 2016). Σκη­νο­θέ­της, σε­να­ρι­ο­γρά­φος καὶ συγ­γρα­φέ­ας, ἄν­θρω­πος μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γεια. Δι­ηύ­θυ­νε τὸ Δι­ε­θνὲς Κέν­τρο Κι­νη­μα­το­γρά­φου (Cen­tro U­ni­ve­rsi­ta­rio Ci­ne­ma­to­gra­fi­co) καὶ με­τὰ δού­λε­ψε στὸ Στούν­τιο Τέ­στα (Stu­dio Te­sta), γρά­φον­τας καὶ σκη­νο­θε­τών­τας 500 Ca­ro­sel­li (ἐκ­πομ­πὲς στὴν ἰ­τα­λι­κὴ τη­λε­ό­ρα­ση ποὺ δι­α­φη­μί­ζουν προϊ­όν­τα μέ­σα ἀ­πὸ θε­α­τρι­κὰ σκὲτς καὶ μου­σι­κὰ δι­α­λείμ­μα­τα. Με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ σκὲτς ποὺ σκη­νο­θέ­τη­σε ὁ Κορ­ράν­το Φα­ρί­να εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τa, ὅ­πως τὸ «Τrenino Saiwa»(1) καὶ τὸ «La pancia non c’è»(2). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης δο­κί­μια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὰ κό­μικ. Τὸ 1969 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Ρώ­μη καὶ ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ὡς σκη­νο­θέ­της. Μὲ τὴν ται­νί­α με­γά­λου μή­κους Ἄλ­λα­ξαν προ­σω­πο (Hanno cambiato faccia) κέρ­δι­σε τὸ 1971 τὸ βρα­βεῖ­ο τῆς Χρυ­σῆς Λε­ο­πάρ­δα­λης στὸ Δι­ε­θνὲς Φε­στι­βὰλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου ποὺ γί­νε­ται κά­θε χρό­νο στὸ Λο­κάρ­νο τῆς Ἐλ­βε­τί­ας (πρό­κει­ται γιὰ σα­τυ­ρι­κὴ ται­νί­α: ἡ σύγ­χρο­νη ἐκ­δο­χὴ τοῦ δρά­κου­λα στὴν κα­πι­τα­λι­στι­κὴ κοι­νω­νί­α). Ἀρ­γό­τε­ρα ξα­να­γύ­ρι­σε στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης 9 βι­βλί­α μὲ πρῶ­το τὸ Μιὰ θέ­ση στὸ σκο­τά­δι (Un posto al buio). Πρὶν ἀ­πὸ λί­γους μῆ­νες κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α του μὲ τί­τλο Μέ­σῳ τῆς ὀ­θό­νης.

(1) http://www.dailymotion.com/video/x1kv8c_trenino-saiwa-1-carosello-vafer-sai_news

(2) http://www.dailymotion.com/video/x1k0f5_sogno-e-risveglio-carosello-olio-sa_news

+

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.

12-buzzati-farina-synenteyksi-eikona-09

Κριστιάνα Λάρντο (Cristiana Lardo): Ἡ κω­μι­κό­τη­τα, ἡ πα­ρω­δί­α, ἡ εἰ­ρω­νεί­α


11-buzzati-lardo-ikomikotita-mtf-apotaitalikap-fournarisl3354-eikona-01


Κριστιάνα Λάρντο (Cristiana Lardo)


Ἡ κω­μι­κό­τη­τα, ἡ πα­ρω­δί­α, ἡ εἰ­ρω­νεί­α:

οἱ εὔ­θυ­μες ἀ­πο­χρώ­σεις στὸ ὕ­φος τοῦ Ντί­νο Μπου­τζά­τι

(Comico, parodia, ironia: i toni lieti di Dino Buzzati)


02-SigmaΕ ΜΙΑ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΚΕΨΗ ποὺ βρί­σκε­ται στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του —στὶς σε­λί­δες ποὺ γρά­φτη­καν τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες—, ὁ Μπου­τζά­τι γρά­φει:


Ἴ­σως, βέ­βαι­α, χρει­ά­ζε­ται ἕ­νας ξε­να­γὸς ποὺ θὰ μᾶς ὁ­δη­γεῖ στοὺς τό­πους τοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ. Ἕ­να πνεῦ­μα: τὸ πνεῦ­μα τοῦ χρό­νου, ὄ­χι λυ­πη­μέ­νο, ἀν­τι­θέ­τως παι­χνι­δι­ά­ρι­κο, ἀ­λί­μο­νο ἂν δὲν ἀ­στει­ευ­ό­ταν. Ἢ ἕ­νας σκύ­λος. Γιὰ νὰ προ­ω­θη­θοῦν οἱ δι­ά­λο­γοι· ἢ, πιὸ ἁ­πλά, τὰ ἴ­δια τὰ πράγ­μα­τα θὰ μι­λοῦν. Ναί, ἴ­σως αὐ­τὴ ἡ λύ­ση εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη.(1)


Τὸ νὰ μι­λᾶ κα­νεὶς γιὰ ἀ­στεῖ­ο πνεῦ­μα ἢ γιὰ εὔ­θυ­μες ἀ­πο­χρώ­σεις, ὅ­ταν πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να συγ­γρα­φέ­α ποὺ ἐ­θε­ω­ρεῖ­το πάν­τα πρό­τυ­πο τοῦ τρα­γι­κοῦ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ κι­νή­μα­τος τοῦ Νovecento, ἀ­κό­μα κι ἂν δώ­σει μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἑρ­μη­νεί­α, στὴν προ­σέγ­γι­σή του μὲ τὸ φαν­τα­στι­κό(2), εἶ­ναι κά­τι ποὺ ἴ­σως προ­κα­λεῖ ἀ­μη­χα­νί­α. Ὁ Μπου­τζά­τι πάν­τα ἦ­ταν ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας ἀ­ναμ­φί­βο­λα τρα­γι­κός: «Ἂν θέ­λει κα­νεὶς νὰ δεί­ξει πιὰ εἶ­ναι τὰ θε­με­λι­ώ­δη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ ἔρ­γου τοῦ Μπου­τζά­τι, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴν ἀ­να­φερ­θεῖ στὸ πιὸ ἐμ­φα­νές, ποὺ εἶ­ναι ἡ τρα­γι­κή του πλευ­ρά.»(3) Δὲν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ δι­α­φω­νή­σει: προ­φα­νῶς οἱ ἱ­στο­ρί­ες του ἔ­χουν συ­χνὰ τρα­γι­κὸ τέ­λος· οἱ ἥ­ρω­ες ἔ­χουν πάν­τα νὰ κά­νουν μὲ μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σα­φῶς δύ­σκο­λη καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τη.

       Ὑ­πάρ­χουν, ὡ­στό­σο, πολ­λὰ ση­μεῖ­α στὰ ἔρ­γα τοῦ Μπου­τζά­τι ποὺ κά­νουν τὸν ἀ­να­γνώ­στη του νὰ χα­μο­γε­λᾶ καί, κα­μιὰ φο­ρά, νὰ γε­λά­ει. Λὲς καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α λέ­ξη κα­θὼς καὶ ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ δι­α­πο­τί­ζει κά­θε του ἀ­φή­γη­μα νὰ προ­σπερ­νοῦν, νὰ βλέ­πουν πιὸ πέ­ρα, νὰ μὴν συμ­πί­πτουν που­θε­νὰ μὲ κεῖ­νον τὸν συ­νε­χῶς δυ­σά­ρε­στο ὁ­ρί­ζον­τα.

       Ὁ ἴ­διος ὁ Μπου­τζά­τι μι­λά­ει γιὰ αὐ­τὸ στὴν «Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α»: ἕ­ναν δι­ά­λο­γο μὲ τὴν κρι­τι­κὸ Yves Panafieu, λί­γους μῆ­νες πρὶν πε­θά­νει —δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1971 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Mondadori— καὶ ποὺ εἶ­ναι «ὀ­ρυ­χεῖ­ο» πλη­ρο­φο­ρι­ῶν —κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, με­ρι­κὲς φο­ρές— γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη.(4) Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση: «Στὰ παι­δι­κά σας χρό­νια ἤ­σα­στε ἐ­σω­στρε­φὴς ἢ ἐ­ξω­στρε­φής;», ὁ Μπου­τζά­τι ἀ­παν­τᾶ: «θά ΄λε­γα, μᾶλ­λον ἐ­ξω­στρε­φής… ἤ­μουν χα­ρού­με­νος. Δὲν ἤ­μουν κα­τσού­φης… Ἀν­τι­θέ­τως, ἤ­μουν, μᾶλ­λον, ὅ­λο ζων­τά­νια…»· κι ὅ­ταν ἡ Panafieu τὸν ρω­τᾶ: «Ὅ­ταν βρί­σκε­στε τώ­ρα μὲ παι­διά, τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θεῖ­τε νὰ τοὺς δώ­σε­τε ἢ νὰ τοὺς πεῖ­τε;», ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι: «Προ­σπα­θῶ νὰ τοὺς “προ­κα­λέ­σω­”, ὅ­πως λέ­με ἐ­δῶ στὸ Βέ­νε­το,­ νὰ τοὺς ἐμ­πνεύ­σω τὴ δι­ά­θε­ση γιὰ τὰ πιὸ φο­βε­ρὰ ἀ­στεῖ­α.» «Σοῦ ἀ­ρέ­σουν πο­λύ τα ἀ­στεῖ­α;» «Ναί, σί­γου­ρα στὰ σχο­λεῖ­α θά ΄πρε­πε τὸ ἀ­στεῖ­ο νὰ δι­δά­σκε­ται ὡς μά­θη­μα. Ὁ κό­σμος μας, τώ­ρα πιά, εἶ­ναι τό­σο στε­ρη­μέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ψυ­χι­κὴ δι­ά­θε­ση!… Ἀρ­κεῖ τὸ ἀ­στεῖ­ο νὰ μὴν κά­νει κα­κὸ σὲ κα­νέ­ναν, ἐν­νο­εῖ­ται…»(5)

       Νὰ ἀ­στει­ευ­ό­μα­στε, λοι­πόν· ποὺ δὲ ση­μαί­νει ὅ­τι στε­ροῦ­με ἀ­πὸ τὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ σύμ­παν καὶ τὰ πράγ­μα­τα τὴ ση­μα­σί­α καὶ τὴ βα­ρύ­τη­τά τους. Ἀν­τι­θέ­τως, ἴ­σως, με­τα­ξύ του ἱ­λα­ροῦ τό­νου καὶ τὸ γοῦ­στο τοῦ εὐ­φη­μι­σμοῦ, ἡ λέ­ξη ἀ­στεῖ­ο γιὰ τὸν Μπου­τζά­τι νὰ εἶ­ναι σὰν ἕ­να ση­μά­δι ὅ­τι τὸ γε­γο­νὸς χρει­ά­ζε­ται με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή, ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει εἶ­ναι πιὸ ἀ­λη­θι­νὸ ἀ­κό­μα· καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης φτά­νει σὲ ἕνα σημαντικὸ ἐρώτημα:


Κα­τὰ ποι­ά ἔν­νοι­α ἡ τέ­χνη σοῦ κα­λυ­τε­ρεύ­ει τὴ ζω­ή;

       Μὲ χα­ρο­ποι­εῖ. Ὄ­χι… αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι ἡ ἀ­κρι­βὴς λέ­ξη. Μὲ κά­νει νὰ ζῶ σ΄ἕ­να κό­σμο ὅ­που τὰ πά­ω κα­λά. Γιὰ μέ­να ἀ­νώ­τε­ρη εἶ­ναι ἡ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ μὲ συγ­κι­νεῖ, ἀλ­λὰ μὲ ἕ­ναν εὐ­γε­νι­κὸ τρό­πο, ὄ­χι μὲ γε­λοῖ­α μα­σκα­ρέ­μα­τα. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ σέ­βο­μαι πά­ρα πο­λὺ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ μὲ ἔ­χουν συγ­κι­νή­σει. Ὁ κύ­ριος σκο­πὸς τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι νὰ δί­νει χα­ρὰ στὸν ἀ­να­γνώ­στη.

Συ­νε­πῶς ἡ ἀν­τί­λη­ψη μιᾶς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ ποι­κί­λες μορ­φές, ὅ­που κά­θε ἀ­να­γνώ­στης ἔ­χει τὸ δι­κό του τρό­πο νὰ βρί­σκει χα­ρὰ κι εὐ­χα­ρί­στη­ση;

       Πραγ­μα­τι­κά, ναί. Τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζω. Μὰ σὰν γε­νι­κὴ ἀρ­χή, ὡ­στό­σο, πρέ­πει κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου, νὰ δι­α­σκε­δά­ζει καί, ἐν­δε­χο­μέ­νως, νὰ συγ­κι­νεῖ.(6)


«Δὲν ὑ­πάρ­χει χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα ἀ­πὸ τὰ νὰ σὲ παίρ­νουν στὰ σο­βα­ρά.»(7) Γιὰ τὸ «ἀ­στεῖ­ο» μι­λά­ει καὶ ὁ Indro Montanelli στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς πρώ­της ἔκ­δο­σης τοῦ βι­βλί­ου I Miracoli di Val Morel(8)· καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τά του προ­δι­α­θέ­τουν καὶ δι­α­τη­ροῦν ἕ­να χα­ρού­με­νο καὶ δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τό­νο, ποὺ γιὰ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς τὸ λό­γο συγ­κι­νεῖ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο. […]

       Τὸ ἀ­στεῖ­ο, ἡ εἰ­ρω­νεί­α, ἡ σά­τι­ρα, τὸ κω­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο: ὅ­λα εἶ­ναι ἐμ­μο­νὲς ποὺ δὲν ἀλ­λοι­ώ­νουν τὸ ὕ­φος. Ἀ­ξί­ζει, λοι­πόν, τὸν κό­πο νὰ δοῦ­με ποι­ές εἶ­ναι οἱ ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ ὕ­φους ποὺ προ­τι­μᾶ.

       «Σᾶς ἀ­ρέ­σει νὰ εἰ­ρω­νεύ­ε­στε;». «Ἄ!, θε­ω­ρη­τι­κὰ μι­λών­τας θά ΄θε­λα νὰ εἰ­ρω­νεύ­ο­μαι συ­νε­χῶς· καὶ στὶς κη­δεῖ­ες, ἂν ἦ­ταν δυ­να­τόν»(9): Ὁ Μπου­τζά­τι, ἀ­νά­με­σα στὶς ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ ὕ­φους του, δὲν ἔ­χει πο­τὲ ἐ­ξαι­ρέ­σει τὴν εἰ­ρω­νεί­α: ὁ­δη­γών­τας την σὲ πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς πι­θα­νὲς μορ­φές της.(10) Ἡ κρι­τι­κὴ τώ­ρα, ἐ­νι­σχυ­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς με­λέ­τες ποὺ ἀ­φο­ροῦν στὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­κα­θι­στᾶ τὸ ἀ­νά­στη­μά του καὶ μπο­ρεῖ, πλέ­ον, νὰ μι­λᾶ γιὰ τὴν «ἐ­λα­φριὰ» πλευ­ρά, τὴν ἱ­λα­ρή, χω­ρὶς ἄλ­λο τὴν κω­μι­κή, καί, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, πάν­τα τὴν εἰ­ρω­νι­κὴ στὸ γρά­ψι­μό του. Συμ­βι­ώ­νουν δί­πλα-δί­πλα ἡ τρα­γι­κό­τη­τα καὶ τὸ χι­οῦ­μορ, ἡ γο­η­τεί­α καὶ ἡ συγ­κί­νη­ση, τὸ δά­κρυ καὶ τὸ γέ­λιο, χω­ρὶς κα­νέ­να ἀπ΄αὐ­τὰ τὰ συ­στα­τι­κὰ νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ ἢ νὰ ὑ­πάρ­χει εἰς βά­ρος τοῦ ἄλ­λου.

       Πρέ­πει ὡ­στό­σο, νὰ λά­βου­με ὑπ΄ὄ­ψιν μας μιὰ θε­ώ­ρη­ση —ἐ­πι­βε­βαι­ω­μέ­νη μὲ πλά­γιο τρό­πο ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα κρι­τι­κὰ κεί­με­να τοῦ πα­ρελ­θόν­τος— ποὺ ἀν­τλεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν κα­τά­στα­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, δη­λα­δὴ τῆς ἐ­πο­χῆς ποὺ ὁ Μπου­τζά­τι δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ ἔρ­γο του· μιὰ θε­ώ­ρη­ση ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στὴν ὑ­πο­ψί­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἡ κρι­τι­κὴ τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ΄40, ΄50 καὶ ΄60 βλέ­πει τὴν χι­ου­μο­ρι­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, ἢ του­λά­χι­στον, ἐ­ὰν εἶ­ναι δό­κι­μος ὁ ὅ­ρος, τὴν «μὴ-σο­βα­ρὴ» λο­γο­τε­χνί­α(11): ἐ­ὰν ἡ λο­γο­τε­χνί­α σὲ κά­νει νὰ γε­λᾶς, τό­τε κα­τα­τάσ­σε­ται, ἀ­ναγ­κα­στι­κά, σὲ ἕ­να κα­τώ­τε­ρο εἶ­δος, λὲς καὶ ἡ «συγ­κί­νη­ση» τοῦ ἀ­να­γνώ­στη δὲν πε­ρι­έ­χει στὰ συ­στα­τι­κά της τὴν «δι­α­σκέ­δα­σή» του. Ἡ εἰ­ρω­νεί­α τοῦ Μπου­τζά­τι ἐ­κτο­νώ­νε­ται ἀ­βί­α­στα στὰ δι­η­γή­μα­τά του, στὶς ἐ­πι­φυλ­λί­δες του, στὰ θε­α­τρι­κά του· σὲ ἔρ­γα του, ἐν κα­τα­κλεί­δι, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ χα­ρα­κτη­ρι­σθοῦν «κα­τώ­τε­ρα» καὶ πα­ρα­βαί­νουν τοὺς κα­νό­νες ποὺ τὸν κα­θι­έ­ρω­σαν ὡς συγ­γρα­φέ­α, ἐ­νῶ στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του, καὶ σὲ πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τα, ἡ εἰ­ρω­νεί­α ἔ­χει δευ­τε­ρεύ­ον­τα ρό­λο. Μέ­νει, λοι­πόν, νὰ ἀ­πο­σα­φη­νί­σου­με ἂν αὐ­τὸ ποὺ θε­ω­ροῦ­με «κα­τώ­τε­ρο» —καὶ πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρο στὺλ γρα­φῆς— ἐ­πέ­τρε­ψε στὸν συγ­γρα­φέ­α νὰ ἐ­κτο­νώ­σει τὴν κω­μι­κή του δύ­να­μη ἤ, ἀν­τι­θέ­τως, πε­ρι­ό­ρι­σε —ἀ­ναγ­κα­στι­κά— τὸ παι­χνι­δι­ά­ρι­κο πνεῦ­μα του, σὲ χώ­ρους ὅ­που ἡ κρι­τι­κὴ δὲν θὰ τὸ πρό­σε­χε – ἀ­φοῦ ἐ­πρό­κει­το γιὰ συλ­λο­γές, ἐ­σκεμ­μέ­να, λι­γό­τε­ρο ση­μαν­τι­κές. Σὰν νὰ λέ­με: ἡ θέ­ση τοῦ τρα­γι­κοῦ εἶ­ναι «ἀ­νώ­τε­ρη», ἐ­νῶ ἡ θέ­ση τοῦ κω­μι­κοῦ εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ συγ­κεν­τρώ­νει λι­γό­τε­ρους στο­χα­στές.

       Μιὰ πα­ρα­γω­γή, δη­λα­δή, δι­α­φο­ρε­τι­κή, ποὺ κα­τα­γρά­φει μὲ με­γα­λύ­τε­ρη συ­χνό­τη­τα λο­γο­τε­χνι­κὰ «παι­χνι­δί­σμα­τα», καὶ ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ τὴ βροῦ­με στὰ πιὸ «πε­ρι­φε­ρεια­κὰ» ἔρ­γα τοῦ Μπου­τζά­τι, σύμ­φω­να, του­λά­χι­στον, μὲ τὴν ἑ­δραι­ω­μέ­νη, ἐ­λά­χι­στα εὐ­νοϊ­­κὴ κρι­τι­κὴ τῆς ἐ­πο­χῆς. Ἡ Anna Pozzi γρά­φει:


Δι­α­βά­ζον­τας καὶ με­λε­τών­τας μὲ προ­σο­χὴ καὶ χω­ρὶς προ­κα­τα­λή­ψεις τὸ ἔρ­γο τοῦ Ντί­νο Μπου­τζά­τι, μπο­ροῦ­με νὰ υἱ­ο­θε­τή­σου­με μιὰ νέ­α ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ καὶ κρι­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση: Ὁ ἀ­φη­γη­τὴς-δη­μο­σι­ο­γρά­φος πα­ρα­τη­ρεῖ, ἐ­ρευ­νᾶ καὶ δι­η­γεῖ­ται τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του ἀ­πὸ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα χρη­σι­μο­ποι­ώντας τὴν εὔ­θυ­μη ἀ­να­τρο­πὴ τῆς πα­ρω­δί­ας. Γιὰ αὐ­τὴ τὴν δι­α­σκε­δα­στι­κὴ ἀ­να­τρο­πὴ τῆς πα­ρω­δί­ας ἀ­παι­τεῖ­ται πρῶ­τα ἕ­να σύ­στη­μα ἀν­τί­λη­ψης τοῦ κό­σμου, ὥστε ἀ­κο­λού­θως νὰ τὸν ἀ­φη­γη­θεῖς μέ­σῳ τῆς γρα­φῆς, δη­λα­δὴ μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­τσι κα­τα­λή­γει κα­νεὶς στὴν με­τα­μόρ­φω­ση τῆς βα­θειᾶς συ­νεί­δη­σης τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ, ἀ­πο­κτών­τας τὸ πι­κρὸ χα­μό­γε­λο τῆς ὕ­παρ­ξης, τὸν πό­νο τῆς ζω­ῆς, τὴν ψυ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση τῆς αἰ­ώ­νιας ἀ­να­μο­νῆς, ποὺ ἀ­να­νε­ώ­νε­ται συ­νε­χῶς μέ­σα ἀ­πὸ τὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ ἀ­να­πό­φευ­κτου τέ­λους: τοῦ θα­νά­του, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ συμ­φι­λι­ώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή· ἀ­πὸ τὴν γέν­νη­ση(12).


Ὅ­μοι­α φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­νά­λυ­ση τοῦ Renzo Pavese: «Στὸν Μπου­τζά­τι ὑ­πάρ­χει τὸ εἰ­ρω­νι­κὸ πα­ρά­δο­ξο τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ ἤ, ἀλ­λι­ῶς, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ ἀ­πί­θα­νου ἐν­δε­δυ­μέ­νη τὴν εἰ­ρω­νεί­α, ἤ, ἂν θέ­λει κα­νείς, τὸ ἀ­πί­θα­νο τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ἐν­δε­δυ­μέ­νο τὴν εἰ­ρω­νεί­α.»(13) Πολ­λὲς εἶ­ναι οἱ ἀ­φη­γή­σεις ὅ­που φαί­νε­ται νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ τὸ εἰ­ρω­νι­κὸ ὕ­φος σὲ ὅ­λες του τὶς ἀ­πο­χρώ­σεις: ἡ δι­α­κρι­τι­κὴ εἰ­ρω­νεί­α με­ρι­κῶν δι­η­γη­μά­των ὅ­πως «Οἱ πει­ρα­σμοὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου» («Le tentazioni di Sant’Antonio»), συ­νυ­πάρ­χει μὲ τὴν καυ­στι­κὴ σά­τι­ρα ἄλ­λων ὅ­πως στὸ «Ὁ κρι­τι­κὸς τέ­χνης» («Il criticο d’arte») καὶ μὲ τὸ εἶ­δος ποὺ ὀ­νο­μά­ζου­με μαῦ­ρο χι­οῦ­μορ ὅ­πως στὸ «Κι ἂν εἶ­μαι χον­τρός, τί πει­ρά­ζει..» («Se sono grasso che male c’è»).

       Τε­λευ­ταῖα, ἡ κρι­τι­κὴ ποὺ ἀ­φο­ρᾶ τὸν Μπου­τζά­τι ἔ­δει­ξε κά­τι ση­μαν­τι­κό:

Ὁ Μπου­τζά­τι εἶ­ναι ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἔ­χει ἐ­πί­γνω­ση τοῦ γλωσ­σι­κοῦ ἰ­δι­ώ­μα­τος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ νὰ ἐκ­φρα­στεῖ, κα­θὼς καὶ τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­κῶν συ­νε­πει­ῶν, ὅ­ταν δη­μι­ουρ­γεῖ κα­νεὶς λο­γο­τε­χνί­α: κι αὐ­τὸ πα­ρὰ τὴ θρυ­λι­κὴ λι­τό­τη­τα ποὺ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­ζε, τὸν ἔ­βλα­ψαν κά­ποι­οι κρι­τι­κοὶ ποὺ ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νοι νὰ παίρ­νουν κα­τὰ γράμ­μα τὶς προ­κλη­τι­κὲς δη­λώ­σεις του. Ὅ­μως, δὲν εἶ­ναι ὁ βα­ρε­τὸς τε­χνί­της τῶν χι­λί­ων ὁ­μοί­ων ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ ὑ­πα­κού­ει συ­νε­χῶς στὰ ἴ­δια στοι­χει­ώ­δη κα­τα­σκευ­α­στι­κὰ μο­τί­βα, ἀλ­λὰ ἕ­νας ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νος πει­ρα­μα­τι­στὴς τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς φόρ­μας, καὶ γε­νι­κό­τε­ρα μιᾶς ἐκ­φρα­στι­κῆς «ὑ­βρι­δι­κῆς» φόρ­μας ποὺ στέ­κει στὸ ὅ­ριο ἀ­νά­με­σα στὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ τὶς εἰ­κα­στι­κὲς τέ­χνες.(14)


Δὲν εἶ­ναι μό­νο στὴν «Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α» ὅ­που μπο­ροῦ­με νὰ κα­τα­λά­βου­με τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα καὶ τὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς συγ­γένειες τοῦ Ντί­νο Μπου­τζά­τι. Ἀ­πὸ τὸ 1947 μέ­χρι τὸ 1971, ὁ Μπου­τζά­τι ἔ­γρα­φε, ἐ­πί­σης, κρι­τι­κὲς γιὰ βι­βλία(15). […] Ἀρ­νι­ό­ταν, ὡ­στό­σο, κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ τὸν τί­τλο τοῦ «κρι­τι­κοῦ». […] Τὰ βι­βλί­α αὐ­τὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι βι­βλί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὴν πρό­σφα­τη ἱ­στο­ρί­α, τὸν πό­λε­μο, βι­βλία ποὺ μι­λοῦ­σαν γιὰ τὸν ἀλ­πι­νι­σμό —δε­δο­μέ­νης τῆς ἄ­με­σης ἐμ­πει­ρί­ας του καὶ ἐ­πει­δὴ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­νο—, τὰ ζῶ­α —ἰ­δι­αί­τε­ρά τα σκυ­λιά, ποὺ ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κὸ πά­θος γιὰ ἐ­κεῖ­νον(16)—, ἀ­κό­μα καὶ βι­βλί­α γιὰ ἑ­στι­α­τό­ρια καὶ ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα τῆς πό­λης τοῦ Μι­λά­νου.

       Ὑ­πάρ­χει ἕ­να χρο­νο­γρά­φη­μα-βι­βλι­ο­κρι­σί­α, ὡ­στό­σο, ποὺ εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κό. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να χρο­νο­γρά­φη­μα ὑ­πὸ μορ­φὴν μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος, ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ ἀνθολογία ἡ ὁποία ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Garzanti τὸ Δε­κέμ­βριο τοῦ 1959 κι εἶ­χε τί­τλο: «Εὐ­θυ­μο­γρά­φοι τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Novecento». Ἡ βι­βλι­ο­κρι­σί­α ἢ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ἢ χρο­νο­γρά­φη­μα, ἔ­χει τί­τλο: «Ὀ­γδόν­τα ἐν­νέ­α καὶ ἕ­νας, ἐν­δε­χο­μέ­νως, γέ­λω­τες».(17)

       Γρά­φει ὁ Μπου­τζά­τι:


Δι­ά­βα­ζα τρί­α βρά­δια ἕ­να πο­λὺ ὀγ­κῶ­δες βι­βλί­ο μὲ τί­τλο: «Εὐ­θυ­μο­γρά­φοι τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Novecento», ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τε­λευ­ταῖ­α ἀ­πὸ τὸν Garzanti. Τρί­α βρά­δια καὶ δὲν τό ΄χα τε­λει­ώ­σει, ἂν καὶ εἶ­χα δι­α­βά­σει τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος, πα­ρα­λεί­πον­τας με­ρι­κὰ ση­μεῖ­α. Κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο ἤ­μουν πο­λὺ ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος. Πραγ­μα­τι­κά, δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο πράγ­μα νὰ βρεῖ κα­νεὶς ἕ­να τό­σο δι­α­σκε­δα­στι­κὸ βι­βλί­ο. Σκε­πτό­μουν νὰ μι­λή­σω γι’ αὐ­τὸ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα.

       Τὸ τρί­το βρά­δυ, μᾶλ­λον βα­θιὰ νύ­χτα ἤ­τα­νε πα­ρὰ βρά­δυ —δύ­ο καὶ μι­σή, τρεῖς πα­ρὰ τέ­ταρ­το—, ση­κώ­νω τὰ μά­τια ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο καί, στὴ σκιὰ τοῦ δω­μα­τί­ου —για­τί ὅ­λο το φῶς ἦ­ταν συγ­κεν­τρω­μέ­νο στὸ κρε­βά­τι μου—, βλέ­πω ἕ­να πλῆ­θος ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους.

       Πό­σοι νά ΄τα­νε; Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω […]. Με­ρι­κοὶ ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νοι, ἄλ­λοι στέ­κον­ταν ὄρ­θιοι, ἄλ­λοι σταυ­ρο­πό­δι στὸ πά­τω­μα κι ἄλ­λοι εἶ­χαν κά­τσει στὰ ψη­λό­τε­ρα ρά­φια τῶν βι­βλι­ο­θη­κῶν.Τό­τε κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν ὀ­γδόν­τα ἐν­νέ­α ἀ­κρι­βῶς, ἀ­νά­με­σά τους καὶ μιὰ γυ­ναί­κα. Με­ρι­κοὶ ἦ­ταν γέ­ροι, ἀλ­λὰ στὴν πλει­ο­νό­τη­τά τους ἦ­ταν ὥ­ρι­μης ἡ­λι­κί­ας, εὐ­πρε­πῶς ντυ­μέ­νοι. Με­ρι­κοὶ εἶ­χαν γε­νειά­δα, ἄλ­λοι μου­στά­κια καὶ φο­ροῦ­σαν ροῦ­χα μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς.

       Δύ­ο καὶ μι­σὴ με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα, ἐκ­πλή­ξεις σὰν κι αὐ­τὴ δὲν μοῦ κά­νουν ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση, του­λά­χι­στον σὲ μέ­να· μοῦ ἔ­χουν συμ­βεῖ καὶ χει­ρό­τε­ρα. Ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν, βέ­βαι­α, ποι­οί ἦ­ταν καὶ τί θέ­λα­νε ἀ­πὸ μέ­να. Ἀ­να­σή­κω­σα τὸ ἀμ­πα­ζοὺρ γιὰ νὰ φω­τί­σω τὰ πρό­σω­πά τους κι ἀ­μέ­σως κα­τά­λα­βα.

       Εἶ­χαν βγεῖ, ἁ­πλῶς, ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο: οἱ ὀ­γδόν­τα ἐν­νέ­α εὐ­θυ­μο­γρά­φοι τῆς πε­ρι­ό­δου τοῦ Novecento, ποὺ πε­ρι­εῖ­χε ἡ ἀνθολογία —μὲ τὸν ἀ­νά­ξιο ὑ­πο­γρά­φον­τα ἦ­ταν ἐ­νε­νήν­τα. […] Πρῶ­τα ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὸν Campanile, ποὺ μὲ κάρ­φω­νε, πραγ­μα­τι­κά, μὲ μά­τια ἀ­γα­θὰ καὶ με­λαγ­χο­λι­κά, με­τὰ εἶ­δα τὸν Petrolini, τὸν Marotta, τὸν Calvino, τὸν Guareschi, τὸν Mosca, τὸν Ζavattini· φυ­σι­κὸ εἶ­ναι ποὺ εἶ­δα πρῶ­τα τοὺς συν­το­πί­τες μου.


Στὴ συ­νέ­χεια αὐ­τῆς τῆς τα­ραγ­μέ­νης νύ­χτας, ὅ­λοι οἱ εὐ­θυ­μο­γρά­φοι κά­νουν τὴν ἴ­δια ἐ­ρώ­τη­ση στὸ χρο­νο­γρά­φο: «Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι σκο­πεύ­ε­τε νὰ κά­νε­τε κρι­τι­κὴ στὸ βι­βλί­ο;» Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι κα­τα­φα­τι­κὴ καὶ ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ δεύ­τε­ρη ἐ­ρώ­τη­ση: «Λοι­πόν, τε­λι­κά, σᾶς δι­α­σκε­δά­σα­με;» Τε­λι­κὰ ἀ­κό­μη καὶ οἱ εὐ­θυ­μο­γρά­φοι βα­σα­νί­ζον­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α τοῦ συγ­γρα­φέ­α…


Συγ­χω­ρέ­στε με, εἶ­πα. Μὰ ἐ­γώ […] σκε­πτό­μουν ὅ­τι ἐ­σεῖς, οἱ δι­ά­ση­μοι πρίγ­κι­πες τοῦ παγ­κό­σμιου εὐ­θυ­μο­γρα­φή­μα­τος, εἶ­στε οἱ με­γα­λύ­τε­ροι θε­μα­το­φύ­λα­κες τῆς ἔν­νοι­ας τοῦ χι­οῦ­μορ —τῆς ἱ­κα­νό­τη­τας, δη­λα­δή, νὰ μὴν παίρ­νε­τε στὰ σο­βα­ρὰ οὔ­τε τοὺς ἴ­διους τοὺς ἑ­αυ­τούς σας— ποὺ εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς πιὸ εὐ­γε­νεῖς ἐκ­φάν­σεις, ἡ πιὸ εὐ­γε­νής, ὑ­πο­θέ­τω, τῆς ἀν­θρώ­πι­νης νο­η­μο­σύ­νης.

       «Ἄ, ὄ­χι, ἀ­γα­πη­τέ μου κύ­ρι­ε. Ἐ­πέ­κρι­να ἕ­ναν τύ­πο, μᾶλ­λον συμ­πα­θη­τι­κό, ποὺ λί­γο πο­λὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὁ Jerome K. Jerome. Ἄλ­λο τὸ γρα­πτὸ κι ἄλ­λο ἡ ζω­ή. Ἐ­πι­πλέ­ον, κύ­ρι­ε, μοῦ φαί­νε­σθαι ἐλ­λι­πῶς πλη­ρο­φο­ρη­μέ­νος. Γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ χι­οῦ­μορ στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ πρα­κτι­κὴ μπο­ρεῖ­τε νὰ ρω­τή­σε­τε τοὺς πο­λι­τι­κούς, τοὺς ἐ­πι­σκό­πους, τοὺς καλ­λι­γρά­φους, τοὺς χα­σά­πη­δες. Νὰ τὸ ἀ­παι­τεῖ­τε ἀ­πὸ μᾶς, ποὺ τὸ ρί­χνου­με ξα­νὰ στὸ χαρ­τί, πά­ει πο­λύ.»

       «Ξε­χά­στε το», εἶ­πα καὶ σώ­πα­σα.

       Ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ­νοι, λοι­πόν; Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ πνεύ­μα­τος, ποὺ γρά­φον­τας, κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο ὑ­πε­ρί­πταν­ται, πε­ρι­γε­λών­τας τὴν ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τη ἀν­θρω­πό­τη­τα, ἀ­κό­μα κι αὐ­τοί, ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς ἀ­πα­τη­λοῦ ὀ­νεί­ρου γιὰ μιὰ βι­βλι­ο­κρι­σί­α στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα, εἶ­χαν θο­ρυ­βη­θεῖ, τόσο ποὺ εἴ­χα­νε βγεῖ ἀ­πὸ τὸν τά­φο τους;


Οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἀν­θο­λο­γή­θη­καν τε­λι­κὰ στὴν ἔκ­δο­ση εἶ­ναι ἐ­νε­νήν­τα, για­τὶ ὁ ἐ­πι­με­λη­τὴς τῆς ἔκ­δο­σης, Giambattista Vicari, συμ­πε­ρι­έ­λα­βε καὶ τὸν με­γά­λο τρα­γι­κὸ Ντί­νο Μπου­τζά­τι, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ὁ συγ­γρα­φέ­ας στὴ βι­βλι­ο­κρι­σί­α του ἀ­ξί­ω­νε, κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, νὰ πα­ρευ­ρί­σκε­ται κι αὐ­τὸς στὴν «πα­ρέ­α» τῶν εὐ­θυ­μο­γρά­φων: ὁ Μπου­τζά­τι πα­ρα­δε­χό­ταν τὴν «συ­στρά­τευ­σή του μὲ τὸ γέ­λιο», ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν θὰ ἔ­κα­νε ἀ­πὸ μό­νος του κά­τι πα­ρό­μοι­ο, θε­ω­ρών­τας το ὡς «αὐ­τὸ-βι­βλι­ο­κρι­σί­α» (Ἡ βι­βλι­ο­κρι­σί­α ἔ­χει τί­τλο: «Ὀ­γδόν­τα ἐν­νέ­α καὶ ἕ­νας, ἐν­δε­χο­μέ­νως, γέ­λω­τες»). Στὸν Μπου­τζά­τι, λοι­πόν, ἐν­δε­χο­μέ­νως, ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νει τοὺς ἄλ­λους νὰ γε­λᾶ­νε. Οἱ σύγ­χρο­νοί του εὐ­θυ­μο­γρά­φοι ἀ­πο­δί­δουν στὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό του ἔρ­γο ἕ­να τέ­τοι­ο ἐν­δε­χό­με­νο. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἡ εἰ­ρω­νεί­α εἶ­ναι σί­γου­ρα ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς τό­νους ποὺ δι­α­πο­τί­ζει ὅ­λα του τὰ ἔρ­γα. «Ἕ­να πνεῦ­μα παι­χνι­δι­ά­ρι­κο, ἀλ­λοί­μο­νο ἂν δὲν ἀ­στει­ευ­ό­ταν.»

       Ἀλ­λὰ τὸ χι­οῦ­μορ τοῦ Μπου­τζά­τι ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νες ἀ­να­φο­ρές, ποὺ ἐν­δε­χο­μέ­νως εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στα ἰ­τα­λι­κές, ὅ­πως ὁ ἴ­διος δη­λώ­νει στὴν «Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α»:


Ἂν σὲ ρω­τοῦ­σα νὰ μοῦ πεῖς τί θε­ω­ρεῖς —κα­τὰ τὴ γνώ­μη σου— κω­μι­κό, τί θὰ ἀ­παν­τοῦ­σες; Θά ΄λε­γες ὅ­τι εἶ­ναι ὅ,τι σὲ κά­νει νὰ γε­λᾶς. Βλέ­πεις, στὴν Ἰ­τα­λί­α ἂν κά­ποι­ος ἀ­νέ­βει στὴ θε­α­τρι­κὴ σκη­νὴ καὶ πεῖ τὴ λέ­ξη «κῶ­λος», ὁ κό­σμος θὰ ἀρ­χί­σει νὰ γε­λά­ει. Ὅ­λη ἡ ἰ­τα­λι­κὴ κω­μι­κό­τη­τα κα­τὰ κα­νό­να δὲν ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὸ χι­οῦ­μορ, ἔ­χει νὰ κά­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὴ φάρ­σα καὶ τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση ποὺ παίρ­νεις ὅ­ταν βλέ­πεις κά­ποι­ον νὰ ἐ­ξευ­τε­λί­ζε­ται. Ἂν κλο­τσή­σουν κά­ποι­ον στὰ πι­σι­νά, στὴν Ἰ­τα­λί­α ὁ κό­σμος γε­λά­ει.

Προ­σω­πι­κά, αἰ­σθά­νε­σαι τὸ ἀν­τί­θε­το;

       Χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α, τὸ δι­κό μου χι­οῦ­μορ μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὸ ἐγ­γλέ­ζι­κο χι­οῦ­μορ, ποὺ ἐ­γὼ τὸ θε­ω­ρῶ τὸ κα­λύ­τε­ρο.


Δη­λα­δή, μό­νο οἱ Ἐγ­γλέ­ζοι; Ὁ Jerome, ὁ Chesterton, ὁ Wodehouse, ὁ Carroll καὶ ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι Ἐγ­γλέ­ζοι χι­ου­μο­ρί­στες συγ­γρα­φεῖς δὲν λεί­πουν ἀπὸ τὴν βι­βλι­ο­κρι­σί­α τοῦ βι­βλί­ου τοῦ Garzanti γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο γί­νε­ται λό­γος. Μὰ εἴ­μα­στε σί­γου­ροι ὅ­τι ἡ κω­μι­κό­τη­τα καὶ τὸ ἰ­τα­λι­κὸ χι­οῦ­μορ πρέ­πει νὰ ἐ­ξαι­ρε­θοῦν ἀ­πὸ τὸν ὁ­ρί­ζον­τά μας, ὡς πα­ρα­γε­μι­σμέ­νο πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ χυ­δαι­ό­τη­τα καὶ εὐ­φυ­ο­λο­γή­μα­τα; […]

       Ἀ­να­φο­ρὲς στοὺς Ἰ­τα­λοὺς χι­ου­μο­ρί­στες, ἀ­πε­ναν­τί­ας, ὑ­πάρ­χουν πολ­λές. Ἂς πά­ρου­με γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πὸ τὸ θε­α­τρι­κό του Ἦρ­θε μιὰ νέ­α… (U­na ra­gaz­za ar­ri­vò…), γραμ­μέ­νο γιὰ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κεί­με­νά του ποὺ δὲν ὑ­πα­κοῦ­νε στὸ «πρό­τυ­πο Μπου­τζά­τι», ὅ­πως μᾶς πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μέ­χρι τώ­ρα. Με­τα­δό­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ποὺ ἦ­ταν μό­νο τὸ RAI, στὶς 28 Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 1959, μὲ μου­σι­κὴ τοῦ Gino Negri, Τὸ Ἦρ­θε μιὰ νέ­α… εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Λε­ο­νέλ­λα Ντο­μι­νέν­το, μιᾶς φι­λό­δο­ξης κο­πέ­λας «ἡτ­τη­μέ­νης ἀ­πὸ τὸν ἔ­ρω­τα».

       Ἡ πρώ­τη σκη­νὴ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται σὲ ἕ­να κά­στρο, κά­που στὸ μέλ­λον, ὅ­που ἕ­νας ξε­να­γὸς δεί­χνει στοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες με­ρι­κὲς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὲς συ­νή­θει­ες τῆς κοι­νω­νί­ας τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να – με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων καὶ οἱ κοι­νω­νι­κὲς βαθ­μί­δες τῶν ἀν­θρώ­πων της, ποὺ στὸ ἔρ­γο συμ­βο­λί­ζον­ται μὲ μιὰ σκά­λα μέ­σα στὸ κά­στρο. Με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων, ἡ προ­σο­χὴ ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται στὴν κο­πέ­λα, ἀ­σκη­μού­λα, ἀ­πὸ σε­μνὴ οἰ­κο­γέ­νεια, ἱ­κα­νό­τα­τη στὶς σπου­δές της, πού, ἐν τού­τοις, σι­γὰ-σι­γά, κα­τα­βάλ­λον­τας με­γά­λη προ­σπά­θεια, γί­νε­ται πα­νέ­μορ­φη, ὕ­στε­ρα σο­πρά­νο στὸ θέ­α­τρο τῆς Ὄ­πε­ρας καὶ με­τὰ κά­τι σὰν ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τη βα­σί­λισ­σα τοῦ κό­σμου, τὴν ὁποία θαυ­μά­ζουν καὶ οἱ πιὸ ἰ­σχυ­ροί… Ἀλ­λά, ἡ Λε­ο­νέλ­λα ἐ­ρω­τεύ­ε­ται ἕ­ναν τα­πει­νὸ λο­γι­στή, τὸν παν­τρεύ­ε­ται, γί­νε­ται μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη μη­τέ­ρα καὶ περ­νά­ει τὴ ζω­ή της στὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἑ­στί­α, ὄ­μορ­φα κι εὐ­τυ­χι­σμέ­να. Ἡ κό­ρη τῆς Λε­ο­νέλ­λας εἶ­ναι κι αὐ­τὴ ἄ­σκη­μη, ἱ­κα­νό­τα­τη στὶς σπου­δές της καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­ας τῆς νε­α­ρῆς ποὺ φτά­νει στὴν ἀ­νώ­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ βαθ­μί­δα ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται.

       Τὸ ἔρ­γο εἶ­ναι πο­λὺ δι­α­σκε­δα­στι­κό, ἐν­τε­λῶς θε­τι­κό, καθὼς με­τα­βαί­νει ἀ­πὸ τὴν κοι­νω­νι­κὴ πα­ρω­δί­α —ἄλ­λο ἕ­να πρω­τεῦ­ον θέ­μα τοῦ εἴ­ρω­να Μπου­τζά­τι— […] στὴν ἁπλῆ κω­μι­κό­τη­τα χω­ρὶς νὰ γε­λοι­ο­ποι­εῖ, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς στὴν ἀρ­χή του:


Η ΕΝΡΙΝΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΞΕΝΑΓΟΥ: Ἀ­πὸ δῶ, πα­ρα­κα­λῶ, Κυ­ρί­ες καὶ Κύ­ριοι, προ­σο­χὴ στὸ σκα­λο­πά­τι ποὺ λεί­πει. Ὄ­πα! (Θό­ρυ­βος ἀ­πὸ πα­τή­μα­τα). Σὲ κά­θε πέν­τε σκα­λο­πά­τια λεί­πει τὸ ἕ­να: ἔ­χει ἀ­πο­δει­χθεῖ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά.

ΦΩΝΗ ΕΝΟΣ ΑΝΤΡΑ ΤΟΥΡΙΣΤΑ: Μὰ ἐ­δῶ μέ­σα εἶ­ναι τὸ ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι […].Δὲν φαί­νε­ται τί­πο­τα.

ΞΕΝΑΓΟΣ: Κά­θε πέν­τε σκα­λιὰ λεί­πει ἕ­να. Εἶ­ναι ὑ­πο­λο­γι­σμέ­να. Γιὰ νὰ μὴν κου­τρου­βα­λή­σε­τε, ἂς με­τρᾶ­με ὅ­λοι μα­ζί.

ΧΟΡΟΣ: (Κρα­τών­τας τὸ ρυθ­μὸ μὲ τὰ βή­μα­τα): Σὲ κά­θε πέν­τε σκα­λιά, δη­λα­δὴ στὴν προ­τε­λευ­ταί­α συλ­λα­βὴ τοῦ στί­χου, πη­δᾶ­με. ὉΓεροντοκόρηΚόζιμο εἶχε ἕ­ναν ὑ­πέ­ρο­χο σά-­κο.

ΑΝΤΡΑΣ: Στα­μα­τῆ­στε ὅ­λοι.

ΞΕΝΑΓΟΣ: Τί τρέ­χει;

ΑΝΤΡΑΣ: Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι, ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο λά­θος. Ὁ Κό­ζι­μο, προ­φα­νῶς, ἦ­ταν ἄ­γα­μος κι ὄ­χι γε­ρον­το­κό­ρη.

Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ: Ἠ­λί­θι­ε, Γε­ρον­το­κό­ρη εἶ­ναι τὸ ἐ­πώ­νυ­μο.

ΣΑΡΚΑΣΤΙΚΗ ΦΩΝΗ: Τί νού­με­ρο ποὺ εἶ­ναι αὐ­τός! τί νού­με­ρο!

Η ΣΥΖΥΓΟΣ: Συγ­χω­ρῆ­στέ τον, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πέ­θα­νε τὸ κα­να­ρί­νι ὁ σύ­ζυ­γός μου πά­σχει ἀ­πὸ κα­τά­θλι­ψη.

ΕΝΑΣ ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ: (Δεί­χνει ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον) Πό­τε συ­νέ­βη, Κυ­ρί­α, τὸ δυ­σά­ρε­στο γε­γο­νός;

Η ΣΥΖΥΓΟΣ: Ἐ­δῶ καὶ δώ­δε­κα χρό­νια, ἀλ­λὰ ὁ σύ­ζυ­γός μου εἶ­ναι ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος.


Ἡ χα­ρού­με­νη δι­ά­θε­ση, ἢ κα­λύ­τε­ρα ἡ κω­μι­κή, εἶ­ναι τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο ἀ­πὸ ἀ­πο­σπά­σμα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ὀ­λι­σθαί­νουν στὸ γέ­λιο, χω­ρὶς ὡ­στό­σο νὰ γί­νον­ται ἄ­κομ­ψα καὶ χυ­δαῖ­α. Τὸ δι­α­κρι­τι­κὸ γνώ­ρι­σμα στὸ χι­οῦ­μορ τοῦ Μπου­τζά­τι —πιὸ συ­χνὸ ἀπ΄ ὅ,­τι θὰ πε­ρί­με­νε κα­νεὶς ἀ­πὸ ἕ­να με­γά­λο «τρα­γι­κό», ἀ­κρι­βῶς ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ μυ­στι­κό—, φαί­νε­ται πὼς εἶ­ναι ἡ αὐ­ξο­μει­ού­με­νη κύ­μαν­ση τοῦ κω­μι­κοῦ στοι­χεί­ου: ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­λο­γο στὴν πα­ρω­δί­α, ἀ­πὸ τὴν κα­λο­προ­αί­ρε­τη εἰ­ρω­νεί­α στὸν πι­κρὸ σαρ­κα­σμὸ ἐ­ναν­τί­ων με­ρι­κῶν κοι­νω­νι­κῶν ὁ­μά­δων καὶ προ­σώ­πων ποὺ ἀ­νή­κουν πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῆς δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας.(18)

       Ἡ κω­μι­κό­τη­τα τοῦ Μπου­τζά­τι ἔρ­χε­ται μὲ πλά­γιους τρό­πους: προ­τι­μᾶ τὶς χο­ρω­δια­κὲς σκη­νές (Ὁ ξε­να­γὸς καὶ οἱ του­ρί­στες), τὸν γρή­γο­ρο δι­ά­λο­γο, τὰ λο­γο­παί­γνια, καὶ λέ­ξεις ποὺ τὸ νό­η­μά τους δη­μι­ουρ­γεῖ τὸ γέ­λιο. (Γε­ρον­το­κό­ρης εἶ­ναι τὸ ἐ­πί­θε­το)[…]


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(1) Ἀ­να­φέ­ρει ἡ Lucia Bellaspiga στὸ δο­κί­μιό της: Dio che non esisti, Ti prego [Θε­ὲ ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χεις, Σὲ πα­ρα­κα­λῶ], Ancora, Milano 2006, σελ. 182.
(2) Ση­μει­ώ­νει ἡ Antonia Arslan: «Ἀ­νά­με­σα στὴν ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ βά­θους, προ­σθέ­στε μιὰ δι­ά­στα­ση στὸν κό­σμο ποὺ ξε­ρου­με” (Antonia Arslan, Dino Buzzati tra fantastico e realistico [Ὁ Ντί­νο Μπου­τζά­τι με­τα­ξὺ φαν­τα­στι­κοῦ καὶ πραγ­μα­τι­κοῦ], Modena, Mucchi 1993).
(3) Annalisa Carbone, Φαν­τα­στι­κὲς ἀ­πο­κλί­σεις τοῦ τρα­γι­κοῦ, στὸ «Ὅ­λα εἶ­ναι ἄ­ξια γέ­λιου». Declinazioni del tragico nella letteratura italiana tra ottocento e Novecento [Ἀ­πο­κλί­σεις τοῦ τρα­γι­κοῦ στὴν ἰ­τα­λι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ Δέ­κα­του ἔ­να­του καὶ Εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να], ἐ­πι­μέ­λεια An­to­nio Saccone,Liguori, Νά­πο­λη 2012, σελ. 116
(4) Yves Panafeu, Dino Buzzati: un autoritratto [Ντί­νο Μπου­τζά­τι: μιὰ αὐ­το­προ­σω­πο­γρα­φί­α], Mondadori, Milano 1971.
(5) Yves Panafeu, σελ. 69.
(6) Yves Panafeu, σελ. 207.
(7) Yves Panafeu, σελ. 209.
(8) «Εἶ­χε τὴν πρό­θε­ση νὰ φτιά­ξει ἕ­να ἄλ­μπουμ μὲ ἀ­στεῖ­α, καὶ ἀν­τὶ γιὰ αὐ­τὸ ἔ­γρα­ψε μὲ τὸ πι­νέ­λο τὸ πιὸ ὄ­μορ­φο ποί­η­μά του. Ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι ἤ­θε­λε νὰ κά­νει ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, ἀλ­λὰ ἀν­τι­θέ­τως, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ μα­γι­κά του δι­η­γή­μα­τα» (στὸ Dino Buzzati, I miracoli di Val Morel [Στὸν Ντί­νο Μπου­τζά­τι, Τὰ θαύ­μα­τα τῆς Val morel], Mondadori, Milano 2012, σελ. 5).
(9) Yves Panafeu, op. cit, σελ. 69.
(10) Ἐ­πὶ τού­του, μιὰ ὑ­πό­θε­ση: ὁ ἀ­φη­γη­τὴς στὰ Θαύ­μα­τα εἶ­ναι κά­ποι­ος ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Toni Della Santa. Κι ἄν, ὁ Μπου­τζά­τι, μὲ τὴν προ­τί­μη­σή του γιὰ τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­χε δώ­σει στὸ ὄ­νο­μα δι­πλὸ νό­η­μα; Ἂν ἦ­ταν «ἦ­χοι τῆς Ἁ­γί­ας», κυ­ρι­ο­λε­κτών­τας;
(11) «Ἦ­ταν τό­τε ποὺ ἔ­πει­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου ὅ­τι ὑ­πο­φέ­ρω ἀ­πὸ μιὰ μορ­φὴ ψυ­χι­κοῦ πα­λιμ­παι­δι­σμοῦ. Μοῦ πα­ρου­σι­α­ζό­ταν ἕ­να εἶ­δος δι­χα­σμοῦ τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας, σχε­δὸν σχι­ζο­φρε­νι­κῆς. Ὡς ἐ­πι­με­λὴς μα­θη­τευ­ό­με­νος, στὸ ξε­κί­νη­μα τῆς ἀ­κα­δη­μαϊ­κῆς μου κα­ρι­έ­ρας, ὄ­φει­λα νὰ ἀ­σχο­λοῦ­μαι μὲ συγ­γρα­φεῖς καὶ ἔρ­γα δεί­χνον­τας τὸν ἀ­παι­τού­με­νο σε­βα­σμό. Ἀν­τι­θέ­τως, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ μοῦ ἀ­ρέ­σουν τὰ εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να, τὰ χι­ου­μο­ρι­στι­κὰ βι­βλί­α, τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα πε­ρι­πέ­τειας. Ἕ­να εἶ­δος μο­να­χι­κῆς καὶ κα­κῆς συ­νή­θειας.» (Vittorio Spinazzola, Limmaginazione divertente [Ἡ φαν­τα­σί­α ποὺ σὲ δι­α­σκε­δά­ζει], Rizzoli, Milano 1995, σελ. 12)
(12) Anna Pozzi, Il divertito sovvertimento parodico di Dino Buzzati: «Il libro delle Pipe» e «Egregio signore, siamo spiacenti di…» [ δι­α­σκε­δα­στι­κὴ ­να­τρο­πὴ τῆς πα­ρω­δί­ας τοῦ Ντί­νο Μπου­τζά­τι: «Τὸ βι­βλί­ο γιὰ τὶς πί­πες» καὶ «­ξι­ό­τι­με κύ­ρι­ε, με­τὰ λύ­πης μας…»], στὸ Si­ne­ste­si­e­on­line, n.10, Δε­κέμ­βρης 2014,
http://www.rivistasinestesie.it/sinestesieonline.html
(13) Renzo Pavese, Il bozzetto ironico di Dino Buzzati, στὸ AA. VV., La forma breve nella cultura del Novecento – Scritture ironiche [Τὸ εἰ­ρω­νι­κὸ σκί­τσο τοῦ Ντί­νο Μπου­τζά­τι, στὸ AA. VV., Ἡ σύν­το­μη φόρ­μα στὴν κουλ­τού­ρα τοῦ Νο­βε­τσέν­το – Εἰ­ρω­νι­κὰ κεί­με­να], Edizioni Scientifiche italiane, Napoli 2000, σελ. 170.
(14) Stefano Lazzarin, Il Buzzati “secondo”. Saggio sui fattori di letterarieta nel­l’o­pe­ra buzzatiana [Μπου­τζά­τι ὁ “ἐ­λάσ­σων”. Δο­κί­μιο σχε­τι­κὰ μὲ τοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς πα­ρά­γον­τες στὸ ἔρ­γο τοῦ Μπου­τζά­τι], Vecchiarelli, Manziana 2008, σελ. 7.
(15) Cfr Giulio Carnazzi, Ὁ κρι­τι­κὸς Μπου­τζά­τι: δι­α­βά­ζον­τας τὰ βι­βλί­α τῶν ἄλ­λων, στὸ Buzzati giornalista Atti del Convegno internazionale [Ὁ Δη­μο­σι­ο­γρά­φος Μπου­τζά­τι. Πρα­κτι­κ το δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου], ἐ­πι­μέ­λεια Nella Giannetto, Mon­da­do­ri, Milano 2000, σελ. 261.
(16) Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ αὐ­τό: ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ἦ­ταν ἕ­νας πα­θι­α­σμέ­νος ὑ­πε­ρα­σπι­στὴς τῶν δι­και­ω­μά­των τῶν ζώ­ων (ἕ­νας φι­λό­ζω­ος ante litteram) μα­ζὶ μὲ τὸν Gu­gliel­mo Bo­nuz­zi, ἠ­θο­λό­γο καὶ συγ­γρα­φέ­α ποὺ ξε­κί­νη­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ καμ­πά­νια ὑ­πὲρ τῶν δι­και­ω­μά­των τῶν ζώ­ων.
(17) Στὴν Corriere della Sera, 23 Δε­κεμ­βρί­ου 1959.
(18) Ὅ­πως στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ ἀ­κα­τα­μά­χη­του δι­η­γή­μα­τος «Il cri­ti­co d’ar­te» [«Ὁ κρι­τι­κὸς τέ­χνης»], πο­λὺ ἐ­κτε­νὲς γιὰ νὰ τὸ ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Τὸ ἀ­πό­σπα­σμα εἶ­ναι ἀ­πὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Μπου­τζά­τι ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἰ­τα­λόγραπτο βραζιλιάνικο λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μosaico Italiano τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 2016. (Speciale Buz­za­ti, 2, a cura di Antonio R. Daniele, Mosaico Italiano, Anno XIII, no 145, Febbraio 2016.)

Κριστιάνα Λάρντο (Cristiana Lardo). Κα­θη­γή­τρια Ἰ­τα­λι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Tor Vergata στὴ Ρώ­μη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης: Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati)


01-buzzati-fournaris-eisagogikol2278-eikona-01


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης


Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati)

(Μπελ­λοῦ­νο, 1907 – Μι­λά­νο, 1972)


02-OmikronΝΤΙΝΟ ΜΠΟΥΤΖΑΤΙ-ΤΡΑΒΕΡΣΟ (Buzzati-Traverso) γεν­νή­θη­κε στὶς 16 Ὀ­χτω­βρί­ου τοῦ 1906 στὰ πε­ρί­χω­ρα τοῦ Μπε­λλοῦ­νο, στὸ Σὰν-Πε­λεγ­κρί­νο. Ἐ­κεῖ, στὴν ἰ­δι­ό­κτη­τη Βί­λα τῆς οἰ­κο­γέ­νειας —ἀ­πὸ τὸ 1811—, στὶς ὄ­χθες τοῦ Πιά­βε καὶ στοὺς πρό­πο­δες τῶν Δο­λο­μι­τῶν, ἀ­πέ­κτη­σε τὶς ἀ­να­μνή­σεις τῶν παι­δι­κῶν του χρό­νων ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα θὰ με­τα­φέ­ρει στὰ βι­βλί­α του καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κή του. Ἀ­πὸ μι­κρὸς θὰ ἀ­γα­πή­σει τὴ λο­γο­τε­χνί­α, τὴν ὀ­ρει­βα­σί­α —ἦ­ταν ἐ­ξαί­ρε­τος ἀλ­πι­νι­στὴς καθ΄ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς του—, κα­θὼς καὶ τὴ μου­σι­κή – σπού­δα­σε βι­ο­λὶ καὶ πιά­νο κι ἀρ­γό­τε­ρα θὰ γρά­ψει λιμ­πρέ­τα γιὰ ὄ­πε­ρα. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ἀ­νῆ­κε στὴν εὔ­πο­ρη ἀ­στι­κὴ τά­ξη: ὁ παπ­ποὺς ἦ­ταν δι­κα­στι­κός, ὁ πα­τέ­ρας κα­θη­γη­τὴς δι­ε­θνοῦς δι­καί­ου στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πα­βί­ας καὶ στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Μπο­κό­νι στὸ Μι­λά­νο. Εἶ­χε δυ­ὸ ἀ­δελ­φοὺς —ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων ὁ ἕ­νας ἦ­ταν βι­ο­λό­γος μὲ δι­ε­θνῆ φή­μη— καὶ μιὰ ἀ­δελ­φή. Ἡ μη­τέ­ρα του κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Τρα­βέρ­σο τῆς Βε­νε­τί­ας.

       Ὁ Μπου­τζά­τι θὰ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὴ βί­λα στὸ Σὰν-Πε­λεγ­κρί­νο τὰ Κα­λο­καί­ρια καὶ τὸν Χει­μώ­να θὰ τὸν περ­νᾶ στὸ Μι­λά­νο. Σὲ ἡ­λι­κί­α δε­κα­τεσ­σά­ρων χρο­νῶν θὰ χά­σει τὸν πα­τέ­ρα του, ποὺ εἶ­χε ὄγ­κο στὸ πάγ­κρε­ας· τὸ γε­γο­νὸς θὰ ἀ­να­στα­τώ­σει τὸν μι­κρὸ Μπου­τζά­τι γιὰ ἀρ­κε­τὸ και­ρό, για­τὶ πι­στεύ­ει ὅ­τι θὰ πε­θά­νει ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια ἀ­σθέ­νεια. To 1924, γιὰ νὰ κά­νει τὸ χα­τί­ρι τῆς μη­τέ­ρας του, ἐγ­γρά­φε­ται στὴ Νο­μι­κή. Τὸ 1926 ὑ­πη­ρε­τεῖ τὴ στρα­τι­ω­τι­κή του θη­τεί­α, τὸ 1927 ἀ­πο­λύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ στρα­τὸ καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο προσ­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Corriere della sera: στὴν ἀρ­χὴ ὡς χρο­νι­κο­γρά­φος, ἀρ­γό­τε­ρα ὡς ρε­πόρ­τερ. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα θὰ πα­ρα­μεί­νει καθ΄ὅ­λη τὴν διά­ρκεια τῆς δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κῆς του στα­δι­ο­δρο­μί­ας. Στὸν δεύ­τε­ρο παγ­κό­σμιο πό­λεμ­ο θὰ εἶ­ναι πο­λε­μι­κὸς ἀν­τα­πο­κρι­τὴς στὴν Ἀν­τὶς Ἀμ­πέμ­πα καὶ θὰ συμ­με­τέ­χει στὴ ζώ­νη τῶν ναυ­τι­κῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων τῆς Με­σο­γεί­ου. Θὰ πα­ρα­μεί­νει μέ­χρι τὸ τέ­λος ἕ­νας ἄν­θρω­πος τοῦ ­Τύ­που καὶ τὸ 1970 θὰ τι­μη­θεῖ μὲ τὸ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὸ βρα­βεῖ­ο Mario Massai γιὰ τὰ ἄρ­θρα του ποὺ σχε­τί­ζον­ται μὲ τὴν προσ­σε­λή­νω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀ­πὸ τὶς στῆ­λες κυ­ρί­ως τῆς Corriere della sera, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὶς σε­λί­δες δι­α­φό­ρων λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, θὰ δη­μο­σι­εύ­ει τὰ δι­η­γή­μα­τά του.

       Ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α τοῦ Μπου­τζά­τι ξε­κι­νᾶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ΄30. Τὸ πρῶ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα εἶ­ναι Ὁ Μπάρ­ναμ­πο τῶν βου­νῶν (Bar­na­bo delle mon­tagnie) (1933), ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται στὰ βου­νὰ ποὺ ἀ­γά­πη­σε καὶ ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ ἡ σι­ω­πή, ἡ μα­γι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ ὁ μύ­θος· ὑ­πε­ρι­σχύ­ει τὸ φαν­τα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ τὰ θέ­μα­τα ποὺ θὰ ἀ­πα­σχο­λή­σουν τὸν συγ­γρα­φέ­α στὰ ἑ­πό­με­να ἔρ­γα του: ἡ ἀ­να­μο­νή, ἡ εὐ­και­ρί­α ποὺ ψά­χνει κα­νεὶς γιὰ νὰ δώ­σει κά­ποι­ο νό­η­μα στὴ ζω­ή του, ὁ θά­να­τος. Με­τὰ ἀ­πὸ δύο χρό­νια ἀ­κο­λου­θεῖ Τὸ μυ­στι­κὸ τοῦ Γέ­ρι­κου Δά­σους (Il segreto del Bosco Vecchio), ἀλ­λὰ τὸ πιὸ γνω­στό του βι­βλί­ο, ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­ρι­στούρ­γη­μα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Φαν­τα­στι­κοῦ, δη­μο­σι­εύ­ε­ται τὸ 1940 κι ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἡ ἔ­ρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων (Il deserto dei Tartari). Στὶς 2 Αὐ­γού­στου τοῦ ἰ­δί­ου ἔ­τους, ὁ Pietro Pancrazi, στὴν βι­βλι­ο­κρι­τι­κή του στὴν Corriere della sera, θε­ω­ρεῖ τὸ βι­βλί­ο «ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ποὺ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴν Ἰ­τα­λί­α τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια». Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ε­ται ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ ἑ­πτὰ ἀγ­γε­λι­ο­φό­ροι (I sette messaggeri). Ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τά, ποὺ θε­ω­ροῦν­ται τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα τοῦ Μπου­τζά­τι, τὸ πιὸ γνω­στὸ ἔ­χει τί­τλο «Οἱ ἑ­πτὰ ὄ­ρο­φοι» καὶ θὰ εἶ­ναι ἡ βά­ση γιὰ τὴν θε­α­τρι­κὴ κω­μω­δί­α «Μιὰ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα πε­ρί­πτω­ση» («Un caso clinico»), ποὺ θὰ παι­χτεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­α­τρα στὴν Εὐ­ρώ­πη, ἐ­νῶ στὸ Πα­ρί­σι θὰ τὸ με­τα­φρά­σει καὶ δι­α­σκευά­σει γιὰ τὸ θέ­α­τρο ὁ Ἀλ­μπερ Κα­μύ. Ἀ­κο­λου­θοῦν ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα γιὰ παι­διὰ —εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο—, μὲ τί­τλο Ἡ πε­ρί­φη­μη εἰ­σβο­λὴ τῶν ἀρ­κού­δων στὴ Σι­κε­λία (La famosa invasione degli orsi in Sicilia, 1945), οἱ συλ­λο­γές: Φό­βος στὴ σκά­λα (Paura alla scala,1949) καὶ Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ Μπα­λι­βέρ­να (Il crollo della Baliverna, 1954).

       Ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς τρεῖς συλ­λο­γὲς ὁ Μπου­τζά­τι θὰ ἐ­πι­λέ­ξει τὰ πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, θὰ προ­σθέ­σει ἄλ­λα νέ­α καὶ θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σουν μὲ τὸν τί­τλο Ἑ­ξήν­τα δι­η­γή­μα­τα (Sessanta racconti, 1958). Αὐ­τὴ ἡ συλ­λο­γὴ θὰ τοῦ χα­ρί­σει τὸ Premio Strega —τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο λο­γο­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο στὴν Ἰ­τα­λί­α—, ὑ­περ­τε­ρών­τας μὲ 135 ψή­φους ἔ­ναν­τι 118 τοῦ Κάρ­λο Κα­σό­λα, ποὺ συμ­με­τεῖ­χε μὲ τὸ ἔρ­γο του Il soldato (Ὁ στρα­τι­ώ­της). Ἀ­κο­λου­θοῦν Τὸ τέ­λει­ο ἀν­τί­γρα­φο (Il grande ritratto, 1960), Ἕ­νας ἔ­ρω­τας (Un amore, 1963) καὶ ἄλ­λα. Τὴν χρο­νιὰ ποὺ θὰ ἐκ­δο­θοῦν οἱ «Δύ­σκο­λες νύ­χτες» (Le notti difficili, 1971) πα­ρου­σι­ά­ζον­ται τὰ πρῶ­τα συμ­πτώ­μα­τα τῆς ἀρ­ρώ­στιας: καρ­κί­νος στὸ πάγ­κρε­ας – ἡ ἀρ­ρώ­στια ποὺ ὁδήγησε στὸν θάνατο τὸν πα­τέ­ρα του!

       Ἡ κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας του χει­ρο­τε­ρεύ­ει ρα­γδαί­α. Πε­θαί­νει σὲ κλι­νι­κὴ τοῦ Μι­λά­νου στὶς 28 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1972. Ὁ I. Montanelli γρά­φει στὴν Corriere στὶς 29/1/1972: «Μέ­ρα μὲ τὴν μέ­ρα τὸν βλέ­πα­με ποὺ ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν σὰν κά­ποι­ος ἥ­ρω­ας ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τά του: δί­χως τό­πο, δί­χως χρό­νο, ὅ­λο καὶ πιὸ μό­νος…»


Γιὰ τo ἔρ­γο του


01-buzzati-fournaris-eisagogikol2278-eikona-03Τὸ ἔρ­γο τοῦ Μπου­τζά­τι κα­τα­τάσ­σε­ται στὴ φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὡ­στό­σο ὅ­λα του τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα ξε­κι­νοῦν ἀ­πὸ τὴν ἁ­πλὴ καὶ χει­ρο­πια­στὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (ὅ­πως γί­νε­ται στὰ ἔρ­γα τοῦ Μπόρ­χες καὶ τοῦ Κάφ­κα) καὶ σι­γὰ –σι­γὰ ὀ­λι­σθαί­νουν στὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα καὶ τὴν ἐ­ξα­πά­τη­ση. Πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ μι­λή­σει κα­νεὶς γιὰ τὰ βα­θιὰ με­τα­φυ­σι­κὰ θέ­μα­τα ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὴ φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, τὸ πε­πρω­μέ­νο του καὶ τὸ θά­να­το; Ἀ­πο­φεύ­γει νὰ δι­α­τυ­πώ­σει εὐ­θέ­ως τὰ ση­μαν­τι­κὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ τα­λα­νί­ζουν τὸν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ ἐ­πα­νέρ­χε­ται σὲ αὐ­τὰ συ­νε­χῶς, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τὸ φαν­τα­στι­κὸ μὲ ποι­κί­λους τρό­πους, χω­ρὶς νὰ γί­νε­ται βα­ρε­τὸς στὸν ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νο ἀ­να­γνώ­στη.

       Οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Μπου­τζά­τι πά­σχουν ἀ­πὸ ὑ­παρ­ξια­κὴ ἀ­γω­νί­α – μὲ τὴν αὐ­στη­ρὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου ποὺ ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἀ­πὸ τοὺς ὑ­παρ­ξι­στὲς φι­λο­σό­φους τοῦ δεύ­τε­ρου μι­σοῦ τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να. Προ­σπα­θοῦν, δη­λα­δή, νὰ δώ­σουν νό­η­μα στὴν ὕ­παρ­ξή τους, νὰ θε­ρα­πεύ­σουν τὴν σαρ­τρι­κὴ «Ναυ­τία» τους, ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ζοῦν ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νοι σὲ ἕ­ναν ἀ­κα­τα­νό­η­το κό­σμο, ὅ­που ἐ­πι­κρα­τεῖ ὁ πα­ρα­λο­γι­σμὸς καὶ ἡ πα­ρε­ξή­γη­ση· τε­λι­κὰ πε­θαί­νουν ἐν­τε­λῶς μό­νοι, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νουν βο­ή­θεια, ἀ­γά­πη ἢ κα­τα­νό­η­ση, ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τους τὸν ἑ­αυ­τό.

       Ὁ Μπου­τζά­τι στή­νει τὸ σκη­νι­κό του ἀ­νά­με­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Ὅ­ταν ὁ ὑ­πο­λο­χα­γὸς Ντρόγ­κο —στὴν Ἔ­ρη­μο τῶν Ταρ­τά­ρων— ρω­τά­ει γιὰ νὰ μά­θει ποῦ βρί­σκε­ται ὁ στρα­τώ­νας ποὺ θὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς νέ­ος ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός, οἱ ἀ­παν­τή­σεις ποὺ παίρ­νει εἶ­ναι ἀ­σα­φεῖς: λὲς καὶ τὸ φρού­ριο αὐ­τὸ δὲν ὑ­πάρ­χει, ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ο λά­θος. Τὸ φρού­ριο εἶ­ναι ὁ κό­σμος, ὅ­πως ὁ κό­σμος μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι μιὰ αἴ­θου­σα γε­μά­τη γρα­φιά­δες στὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μα. Τὰ πάν­τα ἀ­πο­κρύ­πτον­ται, τὰ πάν­τα κα­λύ­πτον­ται ἀ­πὸ μιὰ ὁ­μί­χλη ποὺ πα­ρα­μορ­φώ­νει, ἀλ­λὰ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὁ κα­θη­με­ρι­νὸς μό­χθος τῶν ἡ­ρώ­ων εἶ­ναι πάν­τα ἐ­κεῖ.

       Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη, ὅμως, ἐ­ξα­πά­τη­ση εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ χρό­νου, ποὺ μοιά­ζει τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς νὰ ἀ­κι­νη­το­ποι­εῖ­ται, νὰ στα­μα­τά­ει —κα­θὼς τὰ πάν­τα ἀ­κο­λου­θοῦν μιὰ προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νη ρου­τί­να— καὶ ξαφ­νι­κὰ ὁ χρό­νος ἔ­χει πε­ρά­σει ἀ­νε­πι­στρε­πτί, τρέ­χον­τας μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα. Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει γιὰ νὰ τὸν φτά­σει. Τὰ πρό­σω­πα δὲν συ­νει­δη­το­ποι­οῦν τὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αὐ­τὴ τοῦ χρό­νου: ὅ­πως ὁ Ντρόγ­κο, συ­νε­χί­ζουν νὰ ζοῦν λὲς κι ἔ­χουν τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα μπρο­στά τους. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ὑ­πο­κρι­τές, ὥ­στε νὰ φαί­νε­ται ὅ­τι τὸν ἀ­γνο­οῦν, ἄλ­λο­τε μι­λοῦν γιὰ συ­νω­μο­σί­α ἢ προ­βάλ­λουν τὴ δι­και­ο­λο­γί­α ἑ­νὸς λά­θους. Τὸ θύ­μα τοῦ ἀ­τυ­χή­μα­τος πρό­ω­ρου θα­νά­του εἶ­ναι πάν­τα ὁ ἄλ­λος: ὡς ἄ­το­μο ὁ ἴ­διος ἀν­τι­δρᾶ σὰν νὰ πα­ρου­σιά­ζει «ἀ­νο­σί­α» στὸ χρό­νο, ἐ­νῶ ὅ­ταν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο βυ­θί­ζε­ται στὴν ἀ­πελ­πι­σί­α, ὅ­πως ὁ Ἀγ­κου­στί­να στὴν Ἔ­ρη­μο τῶν Ταρ­τά­ρων, ποὺ ἐ­πι­λέ­γει νὰ πε­θά­νει, ἢ ὁ κα­θη­γη­τὴς Κα­στε­νέν­το­λο, ποὺ βα­δί­ζει μό­νος του πρὸς τὴν «ἔ­ξο­δο» στοὺς «Γρα­φιά­δες»: γιὰ αὐ­τοὺς ἀ­ξί­ζει ἕ­νας οἰ­κει­ο­θε­λὴς θά­να­τος πα­ρὰ ἕ­να ἔξωθεν ἐ­πι­βαλ­λό­με­νος. Δὲν ὑ­πάρ­χουν ἐ­πι­λο­γές: με­τὰ τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ θα­νά­του, ἢ θὰ δε­χτεῖς τὸ «πα­ρά­λο­γο» καὶ θὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖς μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τό, ὅ­πως ὁ «εὐ­τυ­χι­σμέ­νος» Σί­συ­φος τοῦ Κα­μύ, ἢ θὰ βα­δί­σεις πρὸς τὴν «ἔ­ξο­δο». Ἀ­κό­μη καὶ τὰ ζῶα στὰ δι­η­γή­μα­τά του ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τὴ με­λαγ­χο­λί­α, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς οἱ ἄν­θρω­ποι.

       Ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ συγ­γρα­φέ­ας ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὸν ὑ­παρ­ξι­σμὸ εἶ­ναι στὸ ζή­τη­μα τῆς κοι­νω­νι­κῆς καὶ πο­λι­τι­κῆς δέ­σμευ­σης, ποὺ δὲν ἀ­νή­κουν στὶς πρω­τεύ­ου­σ­ες ἀ­νη­συ­χί­ες του.


Γιὰ τὴ γλώσ­σα


Τὸ γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Μπου­τζά­τι εἶ­ναι ἁ­πλό, σα­φὲς καὶ κα­θα­ρό. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ γλώσ­σα, ὅ­πως λέ­ει στὶς συ­νεν­τεύ­ξεις του, για­τὶ τὸ ἀ­φή­γη­μα φαν­τα­σί­ας γί­νε­ται ἔ­τσι πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­τα­νο­η­τό, δὲν πλήτ­τει καὶ δὲν προ­κα­λεῖ σύγ­χυ­ση στὸν ἀ­να­γνώ­στη. «Ἡ δου­λειὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α», λέ­ει ὁ Μπου­τζά­τι, «συ­νά­δει μὲ τὴ δου­λειὰ τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου καὶ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ δι­η­γεῖ­ται τὰ πράγ­μα­τα ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ ἁ­πλά, μὲ τὴν με­γα­λύ­τε­ρη σα­φή­νεια, δρα­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ποι­η­τι­κό­τη­τα. Για­τί, ἀ­κό­μα καὶ στὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, συμ­βαί­νουν πολ­λὲς φο­ρὲς πο­λὺ ὄ­μορ­φα πε­ρι­στα­τι­κά…»(1) Ὁ Εὐ­γέ­νιο Μον­τά­λε (Eugenio Montale) τὸ εἶ­χε ἐκ­φρά­σει μὲ εὐ­φυ­ῆ τρό­πο: «Στὸν Μπου­τζά­τι ὁ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸς λό­γος (σὲ σύγ­κρι­ση μὲ τὸν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κό) ἦ­ταν τὸ ἴ­διο γάν­τι, φο­ρε­μέ­νο ἀ­νά­πο­δα.»

       Ὁ Μπου­τζά­τι χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἕ­να «εὔ­κο­λο» γλωσ­σι­κὸ ἰ­δί­ω­μα, ἀλ­λὰ προ­σπα­θών­τας νὰ γί­νει κα­τα­νο­η­τὸς πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὴν γλώσ­σα, ἔ­τσι ποὺ στὸ τέ­λος μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­ό­μορ­φη σύν­τα­ξη τῶν κει­μέ­νων του, τὴν στί­ξη του —γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὴν πα­ρά­λει­ψη θαυ­μα­στι­κῶν, τὴν ἀ­συ­νή­θη χρή­ση τῶν πα­ρεν­θέ­σε­ων—, τὶς με­το­χὲς στὴν ἀρ­χὴ τῶν πε­ρι­ό­δων, τὴν πα­ρου­σί­α ἀ­να­κό­λου­θων σχη­μά­των καὶ ἄλ­λα. Ἐ­πί­σης στὰ κεί­με­νά του ὑ­πάρ­χει «ρυθ­μὸς καὶ μου­σι­κό­τη­τα», ἔ­τσι ποὺ «στὰ Ἑ­ξῆν­τα δι­η­γή­μα­τα συμ­βαί­νει νὰ συ­ναν­τᾶ κα­νείς, στὸ κλεί­σι­μο μιᾶς πε­ρι­ό­δου ἢ μιᾶς φρά­σης, τέ­λει­ους ἑν­δε­κα­σύλ­λα­βους..»(2)

       Κά­τι ἄλ­λο ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ κα­νεὶς δι­α­βά­ζον­τάς τον εἶ­ναι ἐκ­φρά­σεις ποὺ δη­λώ­νουν μιὰ ὑ­πό­θε­ση ἢ τὴν ἀμ­φι­βο­λί­α μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο το­πο­θε­τη­μέ­νες στὸ κεί­με­νο, ὥ­στε νὰ φαί­νε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα κι ὁ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρος γιὰ τὸν ρε­α­λι­σμὸ τῶν πραγ­μά­των ποὺ πε­ρι­γρά­φει. Τὰ κεί­με­νά του εἶ­ναι δι­ά­στι­κτα ἀ­πό ἐκφρά­σεις τοῦ τύ­που: «Θά ‘λε­γε κα­νείς», «Θὰ ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν κα­νεὶς» ἢ «φαί­νε­ται ὅ­τι» κλπ. Ἔ­τσι στὰ δι­η­γή­μα­τά του, ποὺ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς εἶ­ναι πο­λὺ σύν­το­μα καὶ φει­δω­λὰ ἐ­ξη­γή­σε­ων, τί­θε­ται ὑ­πὸ ἀμ­φι­σβή­τη­ση ἡ λο­γι­κὴ τοῦ ἐμ­πλε­κό­με­νου καὶ γί­νε­ται ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη ἡ δύ­να­μη τῆς ψευ­δαί­σθη­σης.


Γιὰ τὴ ζω­γρα­φι­κή


01-buzzati-fournaris-eisagogikol2278-eikona-02Ὅ­πως πολ­λοὶ ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς —γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ Ἔρ­μαν Ἔσ­σε ἢ ὁ Εὐ­γέ­νιος Μον­τά­λε— ἔ­τσι κι ὁ Μπου­τζά­τι ἔ­χει με­γά­λο πά­θος γιὰ τὴ ζω­γρα­φι­κή· τὴ θε­ω­ρεῖ δεύ­τε­ρο ἐ­πάγ­γελ­μα καὶ ὁ ἴ­διος λέ­ει: «Εἶ­μαι ἕ­νας ζω­γρά­φος ποὺ ἀ­πὸ χόμ­πι, γιὰ μιὰ μᾶλ­λον πα­ρα­τε­τα­μέ­νη πε­ρί­ο­δο, ἔ­κα­νε τὸν συγ­γρα­φέ­α καὶ τὸν δη­μο­σι­ο­γρά­φο.» Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ τὸ μυ­στή­ριο ποὺ ἔ­χουν τὰ πε­ζά του. Ὁ ἴ­διος θε­ω­ρεῖ τὰ εἰ­κα­στι­κά του ἔρ­γα ζω­γρα­φι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας μὲ αὐ­τὴ τὴν ἔκ­φρα­ση τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ δύ­να­μη τῶν πι­νά­κων.

       Ὁ Μπου­τζά­τι ζω­γρα­φί­ζει ἀ­πὸ παι­δί, ἀλ­λὰ ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ δεί­ξει στὸ εὐ­ρὺ κοι­νὸ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά του στὸ σχέ­διο ἔρ­χε­ται τὸ 1945, ὅ­ταν εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ ὁ ἴ­διος εἰ­κό­νες γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ πε­ρί­φη­μη εἰ­σβο­λὴ τῶν ἀρ­κού­δων στὴ Σι­κε­λί­α. Τὸ 1952 ζω­γρα­φί­ζει τὸν πιὸ δι­ά­ση­μο πί­να­κά του: τὸν «κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ» («Il Duomo») σὰν δο­λο­μι­τι­κὸ βου­νὸ μὲ κο­ρυ­φὲς ποὺ μοιά­ζουν μὲ ὀ­βε­λί­σκους, τρι­γυ­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ πρά­σι­να λι­βά­δια.

       Τὸ «Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο ποί­η­μα» («Poema a fumetti», 1969), ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται τὸ πρῶ­το εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα στὴν Ἰ­τα­λί­α —καὶ ἀ­πὸ τὰ πρῶ­τα δι­ε­θνῶς—, εἶ­ναι ἕ­να μο­να­δι­κὸ ἔρ­γο ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ μύ­θο τοῦ Ὀρ­φέ­α καὶ τῆς Εὐ­ρυ­δί­κης ἀ­πὸ μιὰ σύγ­χρο­νη ὀ­πτι­κή. Ἡ θε­μα­τι­κὴ τοῦ ἔρ­γου εἶ­ναι ὁ ἐ­ρω­τι­σμός, τὸ ἔγ­κλη­μα καὶ ὁ θά­να­τος καὶ δί­νε­ται μέ­σα ἀ­πὸ 208 εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νους πί­να­κες. Ἂν καὶ ἡ κρι­τι­κὴ εἶ­ναι δι­χα­σμέ­νη τὸ ἔρ­γο τι­μᾶ­ται μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Paese Sera τὸ 1970.

       Ἡ τε­λευ­ταί­α εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι τὰ Θαύ­μα­τα τοῦ Βὰλ Μο­ρέλ (I miracoli di Val Morel, 1971), ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται στὰ θαύ­μα­τα ποὺ ὁ λα­ὸς ἀ­πο­δί­δει στὴ Santa Rita da Cascia.

       Οἱ εἰ­δι­κοὶ κα­τα­τάσ­σουν τὰ εἰ­κα­στι­κά του ἔρ­γα σὲ τρεῖς πε­ρι­ό­δους: ἡ πε­ρί­ο­δος τοῦ Συμ­βο­λι­σμοῦ (1923-1930), ἡ πε­ρί­ο­δος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Σου­ρε­α­λι­σμοῦ (1930-1964) καὶ ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς Πὸπ Ἂρτ (1964-1972), ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται καὶ ἡ πιὸ ὥ­ρι­μη πε­ρί­ο­δός του.


Οἱ δύ­σκο­λες νύ­χτες


01-buzzati-fournaris-eisagogikol2278-eikona-04Οἱ δύ­σκο­λες νύ­χτες, ποὺ ἐκ­δό­θη­καν τὸ 1971, εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ συγ­γρα­φέ­α ἐ­νῶ εἶ­ναι ζων­τα­νὸς καὶ νο­ση­λεύ­ε­ται σὲ κλι­νι­κὴ τοῦ Μι­λά­νου – ἴ­σως αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ ἡ θε­μα­τι­κὴ τοῦ βι­βλί­ου ἔ­χει νὰ κά­νει τό­σο μὲ τὸ θά­να­το. Τὸ βι­βλί­ο δὲν ἐ­πι­δο­κι­μά­ζε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα. Ὁ Giorgio Bocca δη­μο­σι­εύ­ει μιὰ κρι­τι­κὴ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Il Giorno (27/10/1971), ὅ­που ἀ­να­γνω­ρί­ζει βέ­βαι­α τὸ τα­λέν­το τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ὡ­στό­σο προ­τάσ­σει τὶς ἀν­τιρ­ρή­σεις του σχε­τι­κὰ μὲ τὴν τρέ­χου­σα ἰ­δε­ο­λο­γι­κή του στά­ση: ἐ­χθρι­κὴ στὸ και­νούρ­γιο καὶ πι­στὴ στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ, ὁ Μπου­τζά­τι δι­α­κιν­δυ­νεύ­ει «νὰ μεί­νει ἀν­τι­κει­με­νι­κὰ μὲ κεί­νους ποὺ θέ­λουν ὅ­λα νὰ μεί­νουν ἴ­δια, γιὰ νὰ μὴν χά­σουν οὔ­τε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ προ­νό­μιά τους»(2).

       Τὸ βι­βλί­ο εἶ­ναι ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὸ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ θε­μα­τι­κή του, ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ βρεῖ ὅ­λα σχε­δὸν τὰ θέ­μα­τα ποὺ πραγ­μα­τεύ­τη­κε ὁ Μπου­τζά­τι σὲ ὅ­λα τα προ­η­γού­με­να ἔρ­γα του: ἡ ἀ­να­μο­νή, τὸ ἰ­λιγ­γι­ῶ­δες πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου, ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τοῦ ἔ­ρω­τα, τὰ ζῶ­α, οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι, ἡ ψευ­δαί­σθη­ση τῆς ἀ­λα­ζο­νι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς, ἡ μα­ται­ό­τη­τα τῆς δό­ξας, ἡ ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τη μο­να­ξιά, οἱ νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­φιά­λτες καὶ ἄλ­λα. Ἡ και­νο­το­μί­α τοῦ βι­βλί­ου ἴ­σως εἶ­ναι ὅ­τι σὲ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα δι­α­φαί­νε­ται μιὰ δι­α­βαθ­μι­σμέ­νη εἰ­ρω­νεί­α —ὄ­χι ἀ­συ­νή­θι­στο γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α— ἀ­πὸ τὸ χι­οῦ­μορ μέ­χρι τὴν γε­λοι­ο­ποί­η­ση, ἀ­πὸ τὸ εὐ­τρά­πε­λο μέ­χρι τὸν σκλη­ρὸ κι ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸ σαρ­κα­σμό. Στὴν συ­νέν­τευ­ξή του στὸν Yves Panafieu ὁ Μπου­τζά­τι πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ φαν­τα­στι­κὸ τοῦ χρη­σί­μευ­ε γιὰ νὰ ἀ­στει­εύ­ε­ται, ὅ­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν Edgar Allan Poe, ὑ­πῆρ­ξε δά­σκα­λός του ὁ Oscar Wilde, ὅ­τι τὸ χι­οῦ­μορ του μοιά­ζει μὲ τὸ ἐγ­γλέ­ζι­κο χι­οῦ­μορ, ὅ­τι ἡ κα­λύ­τε­ρη σε­λί­δα εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ σὲ δι­α­σκε­δά­ζει καὶ σὲ συγ­κι­νεῖ ταυ­τό­χρο­να καὶ τέ­λος ὅ­τι στὰ σχο­λεῖ­α θά ΄πρε­πε νὰ δι­δά­σκε­ται τὸ ἀ­στεῖ­ο ὡς μά­θη­μα.

       Τὸ βι­βλί­ο ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ 51 δι­η­γή­μα­τα ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων τὰ 13 εἶ­ναι τί­τλοι μιᾶς εὐ­ρύ­τε­ρης ἑ­νό­τη­τας (και­νο­το­μί­α καὶ αὐ­τὸ) καὶ ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ μι­κρό­τε­ρα σὲ μέ­γε­θος δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν ἕ­να κοι­νὸ θέ­μα. Με­ρι­κὰ ἀπὸ αὐ­τὰ εἶ­χαν δη­μο­σι­ε­υ­τεῖ κα­τὰ και­ροὺς στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Il Corriere della sera, ἄλ­λα σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­o­δι­κά, μὰ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἦ­ταν ἀ­νέκ­δο­τα μέ­χρι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ τὰ ἐ­πι­λέ­ξει καὶ νὰ τὰ ἐκ­δώ­σει. Τὸ «Ὁ σκύ­λος» («Il cane») εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Bestiario», ποὺ στὸν με­σαί­ω­να δή­λω­νε τὸ βι­βλί­ο ἢ τὴν πραγ­μα­τεί­α ποὺ πε­ρι­έ­γρα­φε ἱ­κα­νό­τη­τες καὶ συμ­πε­ρι­φο­ρὲς τῶν ζώ­ων, ἀ­λη­θι­νὲς ἢ φαν­τα­στι­κές. Τὸ «Ἡ για­γιὰ» («La nonna») εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Χά­σμα­τα τοῦ χρό­νου» («Smagliature del tempo»), τὸ «Ο­ἱ χα­μέ­νες μέ­ρες» («I giorni per­duti») ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Μο­να­ξιά» («Solitudini»), τὰ «Κυ­πα­ρίσ­σια» («Ci­pressi») καὶ «Ὑ­πὸ ἀμ­φι­σβή­τη­ση» («Contestato») ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Ἀλ­λα­γὲς»(«Cambiamenti»), καὶ τὸ «Ἡ ποί­η­ση» («La poesia») ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­ε­νό­τη­τα «Σφα­λε­ρὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες» («Desideri sbagliati»).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Y­ves Panafieu, Dino Buzzati: un autoritratto. Dialoghi con Yves Panafieu, Milano, Mondadori, 1973, pp. 164-5.

(2) Nella Giannetto, Il sudario delle caligini. Significati e fortune dell’opera buz­za­ti­a­na, Editore Leo S. Olschki, 1996.

Πη­γές:

Introduzione di Domenico Porzio στὸ Dino Buzzati, Le notti difficili, Milano, Mondadori, 1971, p.V.

Conference Yves Stalloni: Dino Buzzati entre realisme et fantastique).

Corrado Farina: «Interviste Dino Buzzati» (Ὀκτώβριος 1971).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Μι­κρο­c­u­e­n­to ἢ miniδιήγημα


palaiologoskonstantinos-mikrocuentoiminidiigima-eikona-01


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Μι­κρο­c­u­e­n­to ἢ miniδιήγημα


06-sΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ὀ­νο­μά­ζε­ται μι­κρο­δι­ή­γη­μα, ἀλ­λὰ καὶ ὑ­πέρ­μι­κρο δι­ή­γη­μα, ὑ­πέρ­βρα­χυ δι­ή­γη­μα, μι­κρο­α­φή­γη­μα, ἱ­στο­ρί­α μπον­ζά­ι κ.λπ. Στὰ ἰ­σπα­νι­κά, ἀ­νά­λο­γα, οἱ προ­τει­νό­με­νες ὀ­νο­μα­σί­ες εἶ­ναι καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση πολ­λές: mi­ni­cu­en­to, minir­rela­to, micror­rela­to, nano­cu­ento, re­la­to mí­ni­mo, tex­tí­cu­lo, cu­e­ntí­ni­mo κ.λπ. Ὅ­λοι αὐ­τοὶ οἱ ὄ­ροι προ­σπα­θοῦν νὰ ὁ­ρί­σουν ὄ­χι τό­σο τὴ μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ σύν­το­μου (μὲ βά­ση τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν λέ­ξε­ων) καὶ τοῦ φευ­γα­λέ­ου (μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ ἀ­φή­νει ἡ ἀ­νά­γνω­ση ἑ­νὸς τέ­τοι­ου κει­μέ­νου), ὅ­σο τὴν πε­ζο­γρα­φί­α τῆς ἀ­φαί­ρε­σης, τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, δη­λα­δή, ποὺ ζη­τᾶ, σχε­δὸν ἀ­παι­τεῖ, ἀ­πὸ τὸν ἀ­να­γνώ­στη τὴν ἐ­νερ­γὴ συμ­με­το­χή του, ὥ­στε οὐ­σι­α­στι­κὰ νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ θὰ πλά­σει τὸ δι­κό του ἀ­φή­γη­μα παίρ­νον­τας ὡς ἀ­φορ­μὴ τὴ στοι­χει­ώ­δη ἱ­στο­ρί­α ποὺ τοῦ προ­σφέ­ρει ἡ ἱ­στο­ρί­α μπον­ζά­ι.

        Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να σχε­τι­κὰ νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος (τὸ τέ­ταρ­το ἀ­φη­γη­μα­τι­κό, με­τὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, τὴ νου­βέ­λα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα) τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἔ­χει κλεί­σει ἀ­κό­μα κα­λὰ-κα­λὰ τρεῖς δε­κα­ε­τί­ες ζω­ῆς, ἡ μι­κρὴ σὲ ἔ­κτα­ση ἀ­φή­γη­ση, ὅ­μως, ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν, δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ φροῦ­το τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Μὲ μυ­θο­πλα­στι­κὸ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως δι­δα­κτι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα μᾶς εἶ­ναι γνω­στὴ ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Ἡ­σί­ο­δου καὶ τοῦ Αἰ­σώ­που γιὰ νὰ πε­ρά­σου­με, στὴ συ­νέ­χεια, στὸν Ἀ­πολ­λό­δω­ρο, τὰ πα­ρα­μύ­θια τῆς Ἀ­να­το­λῆς, τοὺς ἀρ­χαί­ους πα­ρα­δο­ξο­γρά­φους (Ἀ­πολ­λώ­νιο, Ἀν­τί­γο­νο κ.ἄ.), τοὺς λα­τί­νους συγ­γρα­φεῖς (Κι­κέ­ρω­να, Πε­τρώ­νιο κ.λπ.), τὸν Πλού­ταρ­χο, ἀρ­γό­τε­ρα τὸν Βο­κά­κιο, τὰ με­σαι­ω­νι­κὰ ἀ­σκη­τι­κὰ καὶ ἁ­γι­ο­λο­γι­κὰ κεί­με­να κ.λπ. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα του 19ου αἰ­ώ­να, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα πιὸ ἔν­το­να ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, συ­ναν­τοῦ­με δείγ­μα­τα ὑ­περ­σύν­το­μης λο­γο­τε­χνί­ας στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ πολ­λῶν χω­ρῶν (κυ­ρί­ως ἰ­σπα­νό­φω­νων, γαλ­λό­φω­νων καὶ ἀγ­γλό­φω­νων) μὲ κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοὺς Ἔν­τγκαρ Ἄ­λαν Πό­ε, Χά­ου­αρντ Λάβ­κρα­φτ, Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, Βι­σέν­τε Οὐ­ϊ­δόμ­προ, Ραμ­πιν­τρα­νὰθ Ταγ­κόρ, Ζε­ρὰρ ντὲ Νερ­βὰλ κ.ἄ.

        Προ­ϊ­όν­τος τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ἡ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση ἐμ­πλου­τί­ζε­ται μὲ τὴ συ­νει­σφο­ρὰ με­γά­λων ὀ­νο­μά­των τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς καὶ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἠ­πεί­ρου: ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ ἐ­ξέ­χον­τες συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Ἄν­τον Τσέ­χοφ, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα, ὁ Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπίρς, ὁ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, ὁ Τζὸν Ἀπ­ντά­ικ, ὁ Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα ἢ ὁ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες.

        Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ συγ­κε­κρι­μέ­να τὴν ἰ­σπα­νό­γρα­φη μι­κρο­α­φή­γη­ση μὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­λο­δο­ξί­ες, αὐ­τὴ ἐμ­φα­νί­ζε­ται πε­ρὶ τὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καί, ἀ­κό­μα πιὸ δυ­να­μι­κά, στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, συμ­πί­πτον­τας μὲ τὸ ἀ­πό­γει­ο τοῦ ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου Συμ­βο­λι­σμοῦ (Mo­der­ni­smo hi­spa­no­a­me­ri­ca­no). Ἀ­νά­με­σα στοὺς πο­λὺ ση­μαν­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὸ εἶ­δος ξε­χω­ρί­ζου­με τὸν Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο ἀ­πὸ τὴ Νι­κα­ρά­γου­α (τὸ 1888 ἐκ­δί­δει τὸ Azul, τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει βρα­χέ­α ἀ­φη­γή­μα­τα), τὸν Χο­σὲ Ἀν­τό­νιο Ρά­μος Σοῦ­κρε ἀ­πὸ τὴ Βε­νε­ζου­έ­λα καὶ τὸν Χι­λια­νὸ Βι­σέν­τε Οὐ­ϊ­δόμ­προ. Στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ὅ­πως ση­μει­ώ­σα­με καὶ προ­η­γου­μέ­νως, ἡ ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­α­φή­γη­ση γνω­ρί­ζει ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἄν­θι­ση, κυ­ρί­ως στὴν Ἰσπα­νί­α, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὸ Με­ξι­κό: Λε­ο­πόλ­δο Λου­γό­νες, Ἀλ­φόν­σο Ρέ­γες, Χου­ὰν Ρα­μὸν Χι­μέ­νεθ (βρα­βεῖ­ο Νομ­πὲλ Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 1956), Χού­λιο Τό­ρι, Ρα­μὸν Γκό­μεθ δὲ λὰ Σέρ­να, Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, Ἐ­δουά­ρδο Γκα­λε­ά­νο κα­θὼς καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι δί­νουν στὸ εἶ­δος τέ­τοι­α ὤ­θη­ση, ὥ­στε μπο­ροῦ­με νὰ ἰ­σχυ­ρι­στοῦ­με βά­σι­μα ὅ­τι ἄλ­λα­ξαν τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης παγ­κο­σμί­ως.

        Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980 καὶ ἐν­τεῦ­θεν, ὅ­ταν πλέ­ον κα­θι­ε­ρώ­νον­ται οἱ ὄ­ροι microrrelato καὶ minicuento (ἀ­πο­δό­σεις τοῦ ἀγ­γλι­κοῦ short short story), ἡ πα­ρα­γω­γὴ καὶ ἡ δη­μο­τι­κό­τη­τα τοῦ σύν­το­μου ἀ­φη­γή­μα­τος ἐ­κτο­ξεύ­θη­κε, παγ­κο­σμί­ως, σὲ ἐ­πί­πε­δα ποὺ κα­νεὶς δὲν φαν­τα­ζό­ταν μέ­χρι τό­τε. Φυ­σι­κά, στὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἄν­θι­ση τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος ἔ­παι­ξαν κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο καὶ οἱ νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες οἱ ὁ­ποῖ­ες, τό­σο σὲ ἐ­πί­πε­δο πα­ρα­γω­γῆς ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­πί­πε­δο δι­ά­χυ­σης, ἐ­ξα­σφα­λί­ζουν τα­χεί­α δι­ά­δο­ση καὶ εὐ­ρεί­α ἀ­να­γνω­σι­μό­τη­τα. Εἶ­ναι ἑ­κα­τον­τά­δες οἱ δι­α­δι­κτυα­κὲς το­πο­θε­σί­ες ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ δί­νουν βῆ­μα τό­σο σὲ νέ­ους καὶ ἄ­γνω­στους συγ­γρα­φεῖς (στὴν πλει­ο­νό­τη­τα τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων) ὅ­σο καὶ σὲ κα­τα­ξι­ω­μέ­νους πε­ζο­γρά­φους, ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τάς τους ταυ­τό­χρο­να πλα­τύ­τα­το κοι­νό. Δὲν λεί­πουν οἱ πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ ἡ δι­ά­χυ­ση αὐ­τοῦ του εἴ­δους λο­γο­τε­χνί­ας γί­νε­ται μέ­σω twitter ἢ SMS, ἐ­νῶ ἕ­να πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ μέ­ρος αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­γω­γῆς δὲν ἐκ­δί­δε­ται τε­λι­κὰ σὲ κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­δο­σια­κὲς ἔν­τυ­πες μορ­φὲς ἔκ­δο­σης (βι­βλί­ο, πε­ρι­ο­δι­κό, ἐ­φη­με­ρί­δα κ.λπ.).

        Ποι­ά εἶ­ναι ὅ­μως τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος; Ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, τὸ πρῶ­το ἀ­πὸ αὐ­τά. Βέ­βαι­α δὲν ὑ­πάρ­χει συμ­φω­νί­α γιὰ τὸν ἀ­νώ­τα­το ἀ­ριθ­μὸ λέ­ξε­ων: Ἑ­κα­τό; Δι­α­κό­σι­ες; Πεν­τα­κό­σι­ες; Μιὰ σε­λί­δα; Δύ­ο; Με­ρι­κὲς γραμ­μὲς μό­νο; Τὸ ὅ­ριο εἶ­ναι συ­ζη­τή­σι­μο, ἄλ­λω­στε τὸ ση­μαν­τι­κὸ σὲ ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­ναι τό­σο τὸ νὰ πε­ρι­έ­χει λί­γες λέ­ξεις, ὅ­σο τὸ νὰ μὴν ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρες λέ­ξεις ἀ­πὸ ὅ­σες χρει­ά­ζον­ται.

         Τὸ δεύ­τε­ρο ση­μαν­τι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα, δη­λα­δή, ὅ­σο μι­κρὴ καὶ ἂν εἶ­ναι ἡ ἔ­κτα­σή του εἶ­ναι προ­ο­ρι­σμέ­νο νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ μιὰ ἱ­στο­ρί­α καὶ πρέ­πει νὰ τὴν ἀ­φη­γη­θεῖ μὲ ἔν­τα­ση, ἀ­φοῦ (ἀν­τί­θε­τα μὲ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα) στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γιὰ «φλυ­α­ρί­ες». Συ­νε­πῶς ἔ­χει πλο­κὴ (ἀλ­λὰ ὄ­χι πε­ρί­πλο­κη), συγ­κε­κρι­μέ­νο χῶ­ρο στὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ἡ ἀ­φή­γη­ση (ἀλ­λὰ μὲ ἐ­λά­χι­στες ἢ κα­θό­λου πε­ρι­γρα­φὲς) καὶ χα­ρα­κτῆ­ρες (ἀλ­λὰ μὲ μη­δα­μι­νὴ ἀ­να­φο­ρὰ στὰ φυ­σι­κὰ ἢ ψυ­χο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους).

         Τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι, κα­θὼς προ­εί­πα­με, ἡ ἀ­φαί­ρε­ση (ἤ, ἀλ­λι­ῶς, ἡ ἔλ­λει­ψη, ἡ βρα­χυ­λο­γί­α), ἄλ­λω­στε, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὁ ση­μαν­τι­κὸς ἰ­σπα­νὸς μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φος Χουὰν Πέ­δρο Ἀ­πα­ρί­θιο: «αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ κεί­με­νο ἔ­χει με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται». Μὲ ἄλ­λα λό­για, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν ὑ­φί­στα­ται δί­χως τὴν ἐ­νερ­γὸ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρέ­πει, κα­τα­φεύ­γον­τας στὶς γνώ­σεις καὶ τὴ φαν­τα­σί­α του, νὰ «ἐ­φεύ­ρει» αὐ­τὸ ποὺ δὲν εἶ­ναι ἐμ­φα­νές: ἀ­πὸ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν ἡ­ρώ­ων ἢ τοῦ το­πί­ου ἐν­τὸς τοῦ ὁ­ποί­ου ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται ἡ δρά­ση μέ­χρι τὸ ἴ­διο τὸ τέ­λος (τὸ ὁ­ποῖ­ο στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα πα­ρα­μέ­νει ἐν­τε­λῶς ἀ­νοι­κτό).

        Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει συγ­κρι­θεῖ, πα­ρο­μοια­σθεῖ ἢ καὶ ταυ­τι­στεῖ, ἀ­πὸ πλευ­ρᾶς κρι­τι­κῶν ἀλ­λὰ καὶ ἀ­να­γνω­στι­κοῦ κοι­νοῦ, μὲ ἄλ­λες μορ­φὲς σύν­το­μης ἔκ­φρα­σης τό­σο ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας: σύν­το­μες ποι­η­τι­κὲς συν­θέ­σεις (π.χ. χα­ϊ­κού, ποί­η­ση σὲ πε­ζὸ λό­γο κ.λπ.), ἀ­φο­ρι­σμούς, πα­ρα­βο­λές, μύ­θους κ.ἄ. ὅ­σο καὶ ἐ­κτὸς λο­γο­τε­χνί­ας: ἀ­νέκ­δο­τα, γκρά­φι­τι, δι­α­φη­μι­στι­κὰ σπότ, ἄρ­θρα στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ Τύ­πο κ.ἄ. Σὲ αὐ­τὴν τὴ «σύγ­χυ­ση» συ­νέ­τει­ναν, σκο­πί­μως ἢ ἄ­θε­λά τους, συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Μπόρ­χες μὲ τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμούς του ἢ ἡ συμ­πα­τρι­ώ­τισ­σά του Κλά­ρα Ὀμ­πλι­γά­δο, ἡ ὁ­ποί­α το­νί­ζει κα­τὰ τρό­πο ἐμ­φα­τι­κὸ τὴν πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει αὐ­τὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, τὴν εὐ­χέ­ρεια, δη­λα­δή, μὲ τὴν ὁ­ποί­α οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἀ­πὸ ἄλ­λα εἴ­δη κει­μέ­νων, ὑ­πο­νο­μεύ­ον­τας ἀ­κό­μα καὶ τὶς κα­θι­ε­ρω­μέ­νες τυ­πο­γρα­φι­κὲς συμ­βά­σεις, καὶ προ­σαρ­μό­ζει τὰ πάν­τα στὰ μέ­τρα του: «[Τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα] δι­α­τρέ­χουν ὅ­λα τὰ εἴ­δη, ὅ­λες τὶς τε­χνι­κές: στη­ρί­ζον­ται σὲ ἄλ­λα κεί­με­να, ὑ­φαί­νουν δε­σμοὺς μὲ ἄλ­λες μορ­φὲς κει­μέ­νων: εἶ­ναι παι­χνί­δι, ποί­η­μα, ἀ­πό­φθεγ­μα, πα­ρα­μύ­θι μὲ ζῶ­α, ἀ­νέκ­δο­το, μυ­θι­στό­ρη­μα, μύ­θος, μέ­χρι καὶ μι­κρὴ ἀγ­γε­λί­α.» Ἀν­τί­θε­τα, ὁ πε­ρου­βια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας Φερ­νάν­το Ἰ­γου­α­σά­κι ἀ­πορ­ρί­πτει κα­θέ­τως τὴν οἱ­αν­δή­πο­τε σχέ­ση τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος μὲ ὅ­λα τα προ­α­να­φερ­θέν­τα εἴ­δη κει­μέ­νων: «Ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει ὡς στό­χο νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, ὡς ἐκ τού­του, μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει πλο­κή, ἀ­τμό­σφαι­ρα, χα­ρα­κτῆ­ρες. Αὐ­τὰ ὅ­μως ποὺ σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δὲν συ­νά­δουν μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι οἱ μα­κρο­σκε­λεῖς ἀ­φο­ρι­σμοί, τὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζὸ λό­γο, τὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­νέκ­δο­τα καὶ οἱ ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φί­ες.»

        Στὶς μέ­ρες μας, ὅ­πως το­νί­σα­με προ­η­γου­μέ­νως, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, δη­λα­δή, τῆς βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης γνω­ρί­ζει ἐκ­πλη­κτι­κὴ δι­ά­δο­ση: ἐκ­δί­δον­ται ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, δι­ορ­γα­νώ­νον­ται δι­ε­θνεῖς δι­α­γω­νι­σμοὶ (μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μη συμ­με­το­χὴ συγ­γρα­φέ­ων), πραγ­μα­το­ποι­οῦν­ται συ­νέ­δρια, θε­σπί­ζον­ται βρα­βεῖ­α, γρά­φον­ται δι­δα­κτο­ρι­κὲς δι­α­τρι­βές, ἔ­χει στη­θεῖ ἐν ὀ­λί­γοις μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη «βι­ο­μη­χα­νί­α» γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος. Ἐν­δει­κτι­κή των μα­ζι­κῶν δι­α­στά­σε­ων ποὺ ἔ­χει λά­βει ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι ἡ πα­ρα­κά­τω πλη­ρο­φο­ρί­α: τὸ 2015, στὸ VI Δι­ε­θνῆ Δι­α­γω­νι­σμὸ Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Museo de la Palabra ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ ἰ­σπα­νι­κὸ Ἵ­δρυ­μα César Egido Serrano δι­α­γω­νί­στη­καν 35.609 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­πὸ 149 χῶ­ρες!

        Ὅ­πως εἶ­ναι λο­γι­κό, αὐ­τὴ ἡ μα­ζι­κό­τη­τα δὲν προ­ά­γει (πάν­τα) τὴν ποι­ό­τη­τα, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις ὑ­πε­ρι­σχύ­ει, κα­τὰ τρό­πο πα­ρα­πλα­νη­τι­κό, ἡ ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ συγ­γρα­φὴ ἑ­νὸς μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι ἔρ­γο εὔ­κο­λο καὶ ἁ­πλο­ϊ­κό, δί­χως ἰ­δι­αί­τε­ρες ἀ­παι­τή­σεις, στὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­δο­θεῖ ὁ κα­θέ­νας. Τὴν ἀ­πα­τη­λὴ αὐ­τὴ ἀν­τί­λη­ψη προ­σπα­θεῖ νὰ κα­ταρ­ρί­ψει μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κὲς θε­ω­ρη­τι­κοὺς τῆς σύγ­χρο­νης ἰ­σπα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ Ἰ­ρέ­νε Ἄν­τρες-Σουά­ρεθ, το­νί­ζον­τας ὅ­τι: «σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ἰ­δι­α­ζόν­τως δύ­σκο­λο, τό­σο ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νο καὶ ἀ­παι­τη­τι­κὸ ὅ­σο καὶ ἡ ποί­η­ση, ἀ­φοῦ καὶ τὰ δύ­ο εἴ­δη χτί­ζον­ται μὲ ἀ­κρί­βεια χι­λι­ο­στοῦ καὶ φι­λο­δο­ξοῦν στὸ ἀ­κραῖ­ο ξε­γύ­μνω­μα καὶ στὴν οὐ­σι­α­στι­κὴ χρή­ση τῆς γλώσ­σας.» Αὐ­τὰ ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι τὰ στοι­χή­μα­τα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 21οῦ αἰ­ώ­να: νὰ κα­τα­ξι­ω­θεῖ στὴ συ­νεί­δη­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ὡς αὐ­τό­νο­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος καὶ νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πὸ τὴν ἤ­ρα τῆς μα­ζι­κο­ποι­η­μέ­νης πα­ρα­γω­γῆς. Αὐ­τὸ τὸ δεύ­τε­ρο δὲν φαν­τά­ζει κα­θό­λου εὔ­κο­λο…

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


 

Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Μιὰ συ­νέν­τευ­ξη γιὰ τὸ ἱστολόγιο «Πλανόδιον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι»


16-Shua,AnaMaria-SynenteyksiStinAnnaBerroiopoulou-Eikona-03


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)

 

Μιὰ συ­νέν­τευ­ξη στὴν Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου

γιὰ τὸ ἱστολόγιο «Πλανόδιον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι»


Α.Β.: Εἶ­στε γνω­στὴ ὡς ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Για­τί ἀ­σχο­λη­θή­κα­τε μὲ τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη φόρ­μα; Ἐ­σεῖς ἐ­πι­λέ­ξα­τε τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἢ μή­πως ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐ­πέ­λε­ξε ἐ­σᾶς;

Α.Μ.Σ.: Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως μὲ ὅ­λα τα με­γά­λα πά­θη τῆς Ἱ­στο­ρί­ας (παγ­κό­σμια καὶ προ­σω­πι­κά), ἡ ἐ­πι­λο­γὴ ἦ­ταν ἀ­μοι­βαί­α. Πάν­τα μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε ὡς ἀ­να­γνώ­στρια ἡ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση. Στὴν ἀρ­γεν­τι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α ὅ­λοι οἱ με­γά­λοι μας συγ­γρα­φεῖς εἶ­χαν ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ εἶ­δος: ὁ Μπόρ­χες, ὁ Κορ­τά­σαρ, ὁ Κα­σά­ρες καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι. Ἐ­ξάλ­λου, στὴ γρα­φή μου ἔ­χω μιὰ αὐ­θόρ­μη­τη τά­ση πρὸς τὴ συν­το­μί­α. Ὅ­ταν ἐ­γὼ ξε­κί­νη­σα νὰ γρά­φω, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­να­γνω­ρι­ζό­ταν ὡς μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα ἀ­πὸ τὸ δι­ή­γη­μα. Ὑ­πῆρ­χε τό­τε ἕ­να με­ξι­κα­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ El cuento, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε προ­κη­ρύ­ξει ἕ­να δι­α­γω­νι­σμὸ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα στὰ εἴ­κο­σι πέν­τε μου νὰ ἀρ­χί­σω νὰ γρά­φω μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα γιὰ νὰ λά­βω μέ­ρος. Ἔ­τσι βγῆ­κε τὸ πρῶ­το μου βι­βλί­ο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­κό­μη καὶ σή­με­ρα ἀ­γα­πῶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπ΄ ὅ­λα: Ἡ ὀ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera).


Α.Β.: Μι­λῆ­στε μας λί­γο γιὰ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά σας: τὸ ὕ­φος σας, τὶς ἐ­πιρ­ρο­ές σας κλπ.

Α.Μ.Σ.: Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς ποὺ προ­α­νέ­φε­ρα, στοὺς ὁ­ποί­ους ὀ­φεί­λω νὰ προ­σθέ­σω τὴ Σιλ­βί­να Ὀ­κάμ­πο, τὸν Ἰ­σι­δό­ρο Μπλά­ι­στεν καὶ τὸν Μάρ­κο Ντε­νέ­βι (ὄ­χι τό­σο γνω­στοὶ παγ­κο­σμί­ως, ὡ­στό­σο πο­λὺ ση­μαν­τι­κοὶ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α μας), ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λοι ποὺ ἐ­πη­ρέ­α­σαν ση­μαν­τι­κὰ τὸ ἔρ­γο μου. Πρῶ­τον, οἱ γάλ­λοι νε­ω­τε­ρι­στὲς συγ­γρα­φεῖς τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, οἱ ὁ­ποῖ­οι θέ­σπι­σαν νέ­ους ρι­ζο­σπα­στι­κοὺς κα­νό­νες στὴ λο­γο­τε­χνί­α: Μπρε­τόν, Ἀ­πολ­λι­ναίρ, Σβόμπ, Ζα­ρύ, Ἀρ­τώ, Λο­τρε­α­μόν… Λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἕ­να ἄλ­λο βι­βλί­ο ποὺ μὲ ση­μά­δε­ψε: Τὸ ὄ­πιο τοῦ Κο­κτώ. Τὸ ἔρ­γο μου ἐ­πη­ρέ­α­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἕ­νας βέλ­γος συγ­γρα­φέ­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος θε­ω­ρεῖ­ται ποι­η­τὴς ἀλ­λὰ γιὰ μέ­να ἦ­ταν ἕ­νας ἐ­ξαί­ρε­τος μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φος: ὁ Ἀν­ρὶ Μι­σὼ μὲ τὸ Voyage en Grande Garabagne. Χά­ρη στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ El cuento γνώ­ρι­σα ἐ­πί­σης τοὺς λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νους συγ­γρα­φεῖς, τοὺς θε­με­λι­ω­τὲς τοῦ εἴ­δους (ὅ­πως ὁ Ἀρ­ρε­ό­λα καὶ ὁ Μον­τερ­ρό­σο) κι ἄλ­λους ἀπ΄ ὅ­λη τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἤ­πει­ρο, ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ Με­ξι­κό, ὅ­που εἶ­χε ἀν­θί­σει ἡ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση. Καὶ φυ­σι­κά, ἔ­χω πάν­τα στὴ σκέ­ψη μου τὸν με­γα­λύ­τε­ρο γιὰ μέ­να συγ­γρα­φέ­α μι­κρο­δι­η­γη­μά­των τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, τὸν Φρὰν­τς Κάφ­κα.

       Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ ὕ­φος μου, ξε­κί­νη­σα γρά­φον­τας ποί­η­ση καὶ πι­στεύ­ω ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἀ­νάγ­κη μου ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἐκ­φρά­ζε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά μου. Ὅ­λα ἢ σχε­δὸν ὅ­λα εἶ­ναι ἀ­φη­γη­μα­τι­κά, μο­λα­ταῦ­τα ἡ ποί­η­ση πάν­τα γυ­ρο­φέρ­νει, παί­ζον­τας μὲ τὴ γλώσ­σα, προ­κα­λών­τας στὰ κεί­με­νά μου ἀμ­φι­λο­γί­α καὶ πο­λυ­ση­μί­α. Του­λά­χι­στον, στὰ κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τά.


Α.Β.: Ἡ συγ­γρα­φὴ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­νί­ο­τε μέ­σο συ­ναι­σθη­μα­τι­κῆς ἀ­πο­φόρ­τι­σης. Γιὰ σᾶς ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι μιὰ πρά­ξη συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ ἢ δι­α­νο­η­τι­κὸ παι­χνί­δι;

Α.Μ.Σ.: Θε­ω­ρῶ πὼς γιὰ ἕ­ναν ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α συγ­γρα­φέ­α (καὶ δὲν ἐν­νο­ῶ ὅ­ποι­ον ἀ­μεί­βε­ται ἀλ­λὰ αὐ­τὸν ποὺ ἔ­χει ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὴ ζω­ή του στὸ γρά­ψι­μο) δὲν εἶ­ναι πο­τὲ ἕ­να μέ­σο ἀ­πο­φόρ­τι­σης. Ἐ­μεῖς οἱ συγ­γρα­φεῖς δὲν ἀ­πο­ζη­τοῦ­με τὴ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ κά­θαρ­ση, ἀλ­λὰ νὰ προ­κα­λέ­σου­με μιὰ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ ἀν­τί­δρα­ση σὲ ὅ­ποι­ον μᾶς δι­α­βά­ζει. Πολ­λοὶ μοῦ λέ­νε ὅ­τι γρά­φουν μα­νι­ω­δῶς γιὰ νὰ ἐ­κτο­νω­θοῦν κι ἔ­πει­τα σβή­νουν ἢ κα­τα­στρέ­φουν τὶς ἀ­πο­δεί­ξεις. Οἱ πραγ­μα­τι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς τρε­φό­μα­στε ἀ­πὸ γνή­σια μα­ται­ο­δο­ξία: δὲ σβή­νου­με, δὲν κα­τα­στρέ­φου­με τί­πο­τα καὶ τε­λι­κὰ ἀ­φή­νου­με τὴν τύ­χη τῶν γρα­πτῶν μας στοὺς ἐ­κτε­λε­στὲς τῆς δι­α­θή­κης μας μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι πο­τὲ δὲ θὰ κά­νουν κά­τι τέ­τοι­ο.

       Συ­νε­πῶς, ὄ­χι, ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των δὲν εἶ­ναι γιὰ μέ­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κή. Ἀ­ναμ­φί­βο­λα, δὲ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι οὔ­τε δι­α­νο­η­τι­κὸ παι­χνί­δι, του­λά­χι­στον στὶς κα­λύ­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις. Ὅ­ταν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται σὲ ἕ­να παι­χνί­δι εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τας, προ­δί­δει τὶς δυ­να­τό­τη­τές της μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα μιὰ φτω­χὴ λο­γο­τε­χνί­α. Εἶ­ναι κα­λὸ ἕ­να ἔρ­γο νὰ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται εὐ­φυ­ές, ἀλ­λὰ ὄ­χι μό­νο αὐ­τό. Ἂν κά­ποι­α κεί­με­νά μου ἔ­χουν γρα­φτεῖ μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, δὲν εἶ­ναι αὐ­τὰ γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α νι­ώ­θω πε­ρή­φα­νη. Εἶ­μαι ἄν­θρω­πος φι­λό­δο­ξος: τὰ σύν­το­μα ἀ­φη­γή­μα­τά μου, ὅ­πως καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τα, τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ τὰ ποι­ή­μα­τά μου ἔ­χουν ἕ­να σκο­πό. Νὰ μι­λή­σουν γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ δὲν τὸν ἔ­χει ξα­να­κά­νει κα­νείς, νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νὰ νὰ φέρ­νουν τὸ χα­μό­γε­λο καὶ νὰ συγ­κι­νοῦν, νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νὰ νὰ τα­ρα­κου­νή­σουν τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Α.Β.: Ἂν καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα σύν­το­μα, τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­παι­τοῦν συ­χνὰ τὴν αὐ­ξη­μέ­νη συγ­κέν­τρω­ση τοῦ ἀ­να­γνώ­στη. Πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι οἱ ἀ­να­γνῶ­στες τους εἶ­ναι πιὸ ἀ­παι­τη­τι­κοὶ λό­γῳ αὐ­τοῦ;

Α.Μ.Σ.: Πράγ­μα­τι, τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­παι­τοῦν πο­λὺ με­γά­λη συγ­κέν­τρω­ση. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ δι­α­βά­σει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ἀ­φη­ρη­μέ­να, πη­δών­τας ὁ­λό­κλη­ρες πα­ρα­γρά­φους, κι ὅ­μως νὰ τὸ κα­τα­λά­βει πλή­ρως. Σὲ ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ ἡ ἐ­λά­χι­στη ἀ­προ­σε­ξί­α ἐμ­πο­δί­ζει τὴν κα­τα­νό­η­ση. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ὁ ἀ­να­γνώ­στης κά­νει τὸν κό­πο νὰ τὸ ξε­κι­νή­σει, νὰ συλ­λά­βει τὸ ὕ­φος, νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τοὺς κώ­δι­κές του, νὰ συ­νη­θί­σει τὸ ρυθ­μό, τὴν πλο­κή, νὰ μά­θει τὰ πρό­σω­πα. Κι ἔ­πει­τα τὸ ἀ­φή­νει στὸ κο­μο­δί­νο μπαι­νο­βγαί­νον­τας στὸ βι­βλί­ο ὅ­πο­τε θέ­λει χω­ρὶς πρό­βλη­μα. Σὲ ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα, μό­λις κά­ποι­ος κα­τα­φέ­ρει νὰ κα­τα­νο­ή­σει τοὺς νό­μους ποὺ δι­έ­πουν τὸ μι­κρο­σκο­πι­κό του σύμ­παν, τὸ κεί­με­νο ἔ­χει τε­λει­ώ­σει καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ ξα­ναρ­χί­σει τὴν προ­σπά­θεια γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο. Γι’ αὐ­τὸ οἱ ἐκ­δο­τι­κοὶ προ­τι­μοῦν κα­τὰ σει­ρὰ προ­τε­ραι­ό­τη­τας τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, τὸ δι­ή­γη­μα καὶ τε­λευ­ταῖ­ο τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα. (Τὴν ποί­η­ση οὔ­τε κὰν τὴν ἀ­να­φέ­ρω δι­ό­τι δὲν ἔ­χει θέ­ση στὴν ἀ­γο­ρὰ τοῦ βι­βλί­ου). Κι ἀ­ναμ­φί­βο­λα, εἶ­ναι ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ἀ­παι­τη­τι­κὸ γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Α.Β.: Κλεί­νον­τας τού­τη τὴ συ­νέν­τευ­ξη, ἂς πᾶ­με στὴν Ἑλ­λά­δα. Σᾶς ἀ­ρέ­σει κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς Ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς;

Α.Μ.Σ.: Δὲν κα­λο­γνω­ρί­ζω τοὺς σύγ­χρο­νους Ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­ξάλ­λου ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ ἐ­λά­χι­στα στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Μοῦ ἀ­ρέ­σουν πο­λὺ οἱ ποι­η­τές, γνω­ρί­ζω ὅ­μως μό­νο τοὺς πιὸ δι­ά­ση­μους: τὸν Κα­βά­φη καὶ τὸν Ἐ­λύ­τη. Φυ­σι­κὰ ἔ­χω δι­α­βά­σει Κα­ζαν­τζά­κη, κά­τι ἴ­σως ἀ­να­με­νό­με­νο. Καὶ Σα­μα­ρά­κη. Αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ο­δο στὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ δι­α­βά­ζον­ται πο­λὺ τὰ ἀ­στυ­νο­μι­κὰ τοῦ Μάρ­κα­ρη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει πολ­λοὺς θαυ­μα­στές, μο­λα­ταῦ­τα ἐ­γὼ σπά­νια δι­α­βά­ζω ἀ­στυ­νο­μι­κά…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἄ­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρις­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λις­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώς­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερμανία ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Ὀ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώς­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».


§ß 


ANA MARIA SHUA – ANNA VERRIOPOULOU * ENTREVISTA

 

Anna Verriopoulou: Usted es conocida como la reina del microrrelato. ¿Porqué se ha dedicado a este tipo narrativo? ¿Usted eligió el microrrelato o el microrrelato le eligió a usted?

Ana Maria Shua: Como suele suceder en todas las grandes pasiones de la historia (universal y personal), la elección fue mutua. Siempre me interesó como lectora el género brevísimo. En la literatura argentina, todos nuestros grandes maestros lo han trabajado: Borges, Cortázar, Bioy Casares y muchos otros. Y por otra parte, yo tengo una tendencia natural a la brevedad, lo más espontáneo en mi escritura. Cuando empecé a escribir, ni siquiera se reconocía al microrrelato como un género diferente del cuento. Había una revista mexicana llamada El cuento tenía un Concurso Permanente de Cuento Brevísimo. A los veinticinco años empecé a escribir microrrelatos para presentarme a ese concurso. Así empezó mi primer libro en el género, y el que todavía me gusta más que ninguno: La sueñera.


Anna Verriopoulou: Cuéntenos un poco sobre sus libros de microficción: su estilo, influencias etc.

Ana Maria Shua: Además de los autores argentinos mencionados, a los que debería añadir a Silvina Ocampo, Isidoro Blaisten y Marco Denevi, (menos conocidos internacionalmente pero muy importantes para nuestra literatura) debo añadir otras influencia muy importantes. En primer lugar, los clásicos de la rebeldía, esos autores franceses que escribieron a principios del siglo XX revolucionando todas las reglas: Breton, Schwob, Apollinaire, Jarry, Arteaud, Lautremond… Unos años después aparece otro libro que me marcó: Opium, de Cocteau. Y hubo un autor belga en particular, un escritor al que en francés se considera poeta pero que para mí fue un gran minificcionista y tuvo un papel muy importante en mi literatura: Henry Michaux, con su Viaje a la Gran Garabaña. La revista El cuento me hizo conocer a los autores latinoamericanos, los fundadores (como Arreola y Monterroso) y los que estaban escribiendo en ese momento en todo el continente: Britto García en Venezuela, Jaramillo Levy en Panamá, Menén Desleal en el Salvador, Monsreal, Garrido, Samperio y muchos otros en México, que es uno de los países donde más creció el género. Y por supuesto, tengo siempre presente al que considero el más grande minificcionista del siglo XX: Franz Kafka.

       En cuanto al estilo, yo empecé escribiendo poesía y creo que mi necesidad de poesía se sigue expresando a través de las minificciones. Todas son o pretenden ser narrativas, pero la poesía está allí cerca, jugando con el lenguaje, provocando ambigüedad y polisemia. En fin, en el mejor de los casos.


Anna Verriopoulou: Escribir es a veces un desahogo. ¿Escribir microficción es para usted un acto sentimental o un juego del ingenio?

Ana Maria Shua: Creo que para un escritor profesional (y no involucro dinero en este adjetivo, sino entrega vital a la escritura) escribir nunca es un desahogo. Los escritores no hacemos catarsis de nuestras emociones en la escritura, lo que buscamos es provocar ciertas emociones en quien nos lee. Mucha gente me cuenta que escribe frenéticamente para desahogarse y después borra o destruye las pruebas. Los verdaderos escritores nos alimentamos de vanidad pura: no borramos ni destruimos nada, a lo sumo se lo encargamos a nuestros albaceas, con la esperanza de que no lo hagan.

       De modo que no, escribir microficción no es un acto sentimental. Pero tampoco, en el mejor de los casos, debería ser un juego de ingenio. Si la microficción se queda en el juego de ingenio, está traicionando las posibilidades del género y como literatura es muy pobre. Está bien que tenga ingenio, pero nunca debería ser solo eso, y si entre mis textos hay algunos que son así, no son aquellos de los que estoy orgullosa. Soy ambiciosa: yo quisiera, de mis textos brevísimos, lo mismo que pretendo de mis cuentos o mis novelas, o mis poemas. Que digan algo acerca del ser humano que nunca se haya dicho antes de ese modo. Que sean capaces de convocar a la sonrisa, pero también a la emoción. Que perturben al lector.


Anna Verriopoulou: Aunque brevísimos, los microrrelatos frecuentemente piden la alta concentración del lector. ¿Cree que por eso sus lectores son más exigentes?

Ana Maria Shua: Es verdad, los microrrelatos exigen altísima concentración. Se puede leer una novela distraídamente, salteándose párrafos enteros, y sin embargo entenderla perfectamente. En un microrrelato la más mínima distracción atenta contra la comprensión. Pero además, en una novela uno hace el esfuerzo de comenzar, capta el tono, descubre los códigos, se acomoda en el ritmo, en la trama, conoce a los personajes y después ya puede dejarla sobre la mesa de luz para entrar y salir cuando quiere sin problemas. En un microrrelato, cuando un termina de entender las leyes de ese mínimo universo, el texto se terminó y hay que hacer todo el esfuerzo de atención para entrar en otro. Por eso el mercado editorial prefiere la novela en primer lugar, después el cuento y después el microrrelato. (A la poesía ni la menciono porque no tiene ningún lugar en el mercado). Y sí, este es un género que exige mucho del lector.


Anna Verriopoulou: Cerrando esta entrevista, vamos a Grecia. Le gusta algún escritor/a griego/a?

Ana Maria Shua: Conozco mal a los escritores griegos actuales, que han sido poco traducidos al español. Me gustan mucho los poetas, pero conozco solo a los más famosos: Kavafis, Elytis. Por supuesto he leído a Kazantzakis, lo que quizás es un poco obvio. Y también a Samarakis. En este momento está muy de moda en Argentina el autor de novelas policiales Márkaris, tiene una importante cantidad de fans, pero yo casi no leo policiales…



		

	

Τάσος Γουδέλης: Τὸ διήγημα καὶ ἡ μικροῦ μήκους ταινία: συγγένειες καὶ αποκλίσεις

 

Καταγραφή

Τά­σος Γου­δέ­λης


Τὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἡ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­α:

συγ­γέ­νει­ες καὶ ἀ­πο­κλί­σεις


01-EpsilonΧΩ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ, μὲ δι­ά­φο­ρες ἀ­φορ­μές, ἀ­να­φερ­θεῖ στὴν ἔν­νοι­α καὶ στὴ μορ­φὴ τῆς μι­κρῆς φόρ­μας στὴ λο­γο­τε­χνί­α, δη­λα­δὴ στὸ δι­ή­γη­μα, ἐκ­φρά­ζον­τας τὴν προ­τί­μη­σή μου στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη αὐ­τὴ ἔκ­φρα­ση.

           Θὰ προ­σπα­θή­σω καὶ γιὰ δι­κούς μου λό­γους νὰ μὴν ἐ­πα­να­λά­βω, κα­τὰ τὸ δυ­να­τό, ὅ­σα ἔ­χω ση­μει­ώ­σει πα­λαι­ό­τε­ρα γιὰ τὴ γρα­φὴ αὐ­τή.

           Ἡ εὐ­και­ρί­α ποὺ μοῦ δί­νε­ται μὲ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ Πλανόδιον, νὰ ἀ­να­φερ­θῶ δη­λα­δὴ στὴ σχέ­ση της μὲ τὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ δι­ά­φο­ρες σκέ­ψεις ποὺ ἔ­χω κά­νει στὸ με­σο­δι­ά­στη­μα, δη­λα­δὴ με­τα­ξύ τῆς προ­η­γού­με­νης ἀ­να­φο­ρᾶς μου στὸ δι­ή­γη­μα καὶ στὴ ση­με­ρι­νὴ ἀ­φορ­μή.

           Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ θέ­λω νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σω τὴν προ­σφο­ρὰ τοῦ Πλανόδιου καὶ εἰ­δι­κὰ τὴ συμ­βο­λὴ τοῦ Γιά­ννη Πα­τί­λη καὶ τῆς Ἡ­ρῶς Νι­κο­πού­λου στὴν ἀ­να­νέ­ω­ση ἀλ­λὰ καὶ στὸν ἐμ­πλου­τι­σμὸ τῆς πε­ρι­ο­χῆς ποὺ ἀ­φο­ρᾶ τὸ χῶ­ρο τῆς μι­κρῆς φόρ­μας καὶ τὸν ἐ­πι­το­νι­σμὸ ἐκ μέ­ρους τους τῆς ἀ­ξί­ας τῆς τε­λευ­ταί­ας. Οἱ χει­ρο­νο­μί­ες καὶ τῶν δύ­ο βο­η­θοῦν τὸ θε­τι­κὸ κλί­μα ἀ­πέ­ναν­τι στὸ δι­ή­γη­μα ποὺ ἀρ­χί­ζει νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται, ἀ­φή­νον­τας κα­τὰ μέ­ρος πά­γι­ες κα­χυ­πο­ψί­ες καὶ ἀμ­φι­βο­λί­ες ἀ­πέ­ναν­τι στὴ μι­κρὴ φόρ­μα.

           Πρίν, ὅ­μως, ἐ­πι­κεν­τρω­θῶ στὸ θέ­μα «μι­κρὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα καὶ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους» θε­ω­ρῶ σκό­πι­μο καὶ «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄ­νευ» νὰ ἀ­να­φερ­θῶ συν­θη­μα­τι­κὰ γε­νι­κὰ στὴ σχέ­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω: μὲ ἕ­να τρό­πο κα­θα­ρὰ τη­λε­γρα­φι­κό, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ὅ­μως, ἂν καὶ δὲν φι­λο­δο­ξεῖ νὰ κω­δι­κο­ποι­ή­σει ὁ­ρι­στι­κὰ τὸ ζή­τη­μα, θέ­τει μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­ρω­τή­μα­τα τὴ βα­σι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κὴ ποὺ τὸ ὁ­ρί­ζει:

           Λοι­πόν:

1. Ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος θὰ ὑ­πῆρ­χε μὲ τὴ ση­με­ρι­νή του μορ­φὴ ἐ­ὰν δὲν βα­σι­ζό­ταν στὴ λο­γο­τε­χνία;

           2. Ποι­ά στοι­χεῖ­α δα­νεί­σθη­κε ἡ 7η Τέ­χνη ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α;

           3. Εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ οἱ γλωσ­σι­κοὶ κώ­δι­κες τῶν δύ­ο αὐ­τῶν τε­χνῶν;

           4. Ποι­ές λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­φρά­σεις ἐ­πη­ρέ­α­σαν τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο; Ἡ ποί­η­ση, ἡ πε­ζο­γρα­φί­α, τὸ δο­κί­μιο;

           5. «Ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος εἶ­ναι ἡ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να» πρό­τει­νε στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60 δι­α­φή­μι­ση γρα­φεί­ου δι­α­νο­μῆς. Αὐ­τὸ τὸ ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως πα­ρά­δο­ξο σλόγ­καν πό­ση σχέ­ση ἔ­χει μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

           6. Ἡ κι­νού­με­νη εἰ­κό­να ἔ­χει ἀ­φαι­ρέ­σει «ὕ­λη» ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α; Μὲ ἄλ­λα λό­για: οἱ συγ­γρα­φεῖς ἔ­χουν ἐ­πη­ρε­α­σθεῖ ἀ­πὸ τοὺς κώ­δι­κες τῆς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς ἀ­φή­γη­σης;

           7. Ἕ­να σε­νά­ριο μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο;

           8. Τί ση­μαί­νει «πι­στὴ» ἢ «μὴ πι­στὴ» με­τα­φο­ρὰ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου στὴν ὀ­θό­νη; Πολ­λοὶ πε­ρι­μέ­νουν νὰ δοῦν τὶς δι­α­τυ­πώ­σεις τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων νὰ ἐγ­γρά­φον­ται μὲ ἀ­κρί­βεια στὶς κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες. Ἄλ­λοι, γνω­ρί­ζον­τας τὶς δι­α­φο­ρὲς τῶν κω­δί­κων τῶν δύ­ο ἐκ­φρά­σε­ων, πε­ρι­μέ­νουν νὰ δοῦν μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, δη­λα­δὴ μιὰ ἄλ­λη ὑ­πο­δο­χὴ τοῦ ἔρ­γου, ὅ­πως συμ­βαί­νει ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ κά­θε ξε­χω­ρι­στοῦ ἀ­να­γνώ­στη ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου.

           Φυ­σι­κὰ δὲν πρό­κει­ται νὰ ἀ­παν­τή­σω ἀ­να­λυ­τι­κὰ στὰ προ­η­γού­με­να ἐ­ρω­τή­μα­τα, δι­ό­τι θὰ χρει­ά­ζον­ταν ἐ­κτε­νεῖς ἀ­να­λύ­σεις γιὰ νὰ δι­ευ­κρι­νι­σθοῦν αὐ­τά.

           Ὅ­μως θέ­τον­τας τὰ προ­η­γού­με­να ἐ­ρω­τή­μα­τα, προ­σπά­θη­σα νὰ σκι­α­γρα­φή­σω ἕ­να γε­νι­κὸ πλαί­σιο ἐν­τός τοῦ ὁ­ποί­ου εἴ­μα­στε ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ κι­νη­θοῦ­με ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιὰ τὴ με­τα­φο­ρὰ ἑ­νὸς ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­κτά­σε­ως, λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου στὶς κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες.

           Αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι καὶ γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα ἰ­σχύ­ουν οἱ προ­η­γού­με­νοι κα­νό­νες, ἂς τὶς πῶ συμ­βά­σεις.

           Γι’ αὐ­τὸ θὰ ἐ­πα­νέλ­θω λί­γο πιὸ κά­τω στὸ τρί­το ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στοὺς κώ­δι­κες τῶν δύ­ο ἐκ­φρά­σε­ων.

           Προ­η­γου­μέ­νως ἂς μοῦ ἐ­πι­τρα­πεῖ κά­ποι­ος προ­σω­πι­κὸς τό­νος στὶς ἀ­να­φο­ρές μου στὸ δι­ή­γη­μα, για­τὶ αὐ­τὴ τὴ δι­ά­στα­ση εἶ­χα ἐ­πι­λέ­ξει ἐ­δῶ καὶ χρό­νια, ὅ­ταν ἔ­πρε­πε σὲ δι­ά­φο­ρα γρα­πτὰ ἢ ὁ­μι­λί­ες μου νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξω, θὰ ἔ­λε­γα δυ­να­μι­κά, τὴ μι­κρὴ φόρ­μα, σὲ ἐ­πο­χὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἡ τε­λευ­ταί­α ἀν­τι­με­τω­πι­ζό­ταν σχε­δὸν συγ­κα­τα­βα­τι­κὰ ἀ­κό­μα καὶ ἐκ μέ­ρους τῶν ἁρ­μο­δί­ων ἀ­πὸ ὅ,τι στὶς ἡ­μέ­ρες μας, ὅ­που εὐ­τυ­χῶς ἡ ἔκ­φρα­ση αὐ­τή, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω, ἔ­χει ἀρ­κε­τὰ ἀ­να­βαθ­μι­στεῖ καὶ κερ­δί­σει τὴν ἀ­ξί­α ποὺ τῆς ὀ­φει­λό­ταν.

           Λοι­πόν, ἐξ ἀρ­χῆς μὲ εἶ­χε κερ­δί­σει τὸ δι­ή­γη­μα, για­τί μὲ εἶ­χε γο­η­τεύ­σει πρω­το­γε­νῶς μιὰ ἔν­νοι­α ποὺ τὴν εἶ­χα προ­σεγ­γί­σει ἀ­ό­ρι­στα, ἀλ­λὰ ἀρ­γό­τε­ρα τὴν εἶ­δα δι­α­τυ­πω­μέ­νη σὲ ὅ­τι ὅ­ρι­ζε ὁ Βό­ριν­τζερ ὡς ἐ ν σ υ ν α ί σ θ η σ η, μι­λών­τας, μὲ ἄλ­λα λό­για, γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­κρι­βοῦς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἡ σκέ­ψη τοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ αὐ­τοῦ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἀν­θρώ­πι­νη πα­ρόρ­μη­ση τῆς βού­λη­σης γιὰ τὸ ὡ­ραῖ­ο, ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴν προ­σέγ­γι­ση τῆς ἀ­πό­λυ­της ἀ­ξί­ας ἑ­νὸς πράγ­μα­τος μὲ τὴ μέ­θο­δο τῆς ἀ φ α ί ρ ε σ η ς.

           Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο στοι­χεῖ­ο, αὐ­τὸ τῆς ἐλ­λει­πτι­κῆς γρα­φῆς, τὸ εὐ­σύ­νο­πτο τῆς δι­α­τύ­πω­σης, κα­τά­λα­βα ὅ­τι μὲ ἔ­βγα­ζε ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δό τῆς λο­γόρ­ροι­ας τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἐ­κτε­νῶν δι­α­τυ­πώ­σε­ων, ποὺ πάν­τα μοῦ ἔ­δι­ναν τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ἦ­σαν δη­μι­ούρ­γη­μα μιᾶς συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐ­πο­χῆς προ­γραμ­μα­τι­κῶν συ­νη­θει­ῶν λο­γο­τε­χνι­κῆς ψυ­χα­γω­γί­ας, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς καὶ ἔκ­φρα­σης.

           Ἐ­πὶ πλέ­ον, γιὰ νὰ μεί­νω στὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ πε­δί­ο ὅ­σων προ­σπα­θῶ νὰ δι­α­τυ­πώ­σω, ἐ­πέ­λε­ξα σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἕ­ναν λό­γο συ­χνὰ ἀν­τι­ρε­α­λι­στι­κό, υἱ­ο­θε­τών­τας τὴν ἄ­πο­ψη, ἡ ὁ­ποί­α μοῦ ταί­ρια­ζε ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα τὰ πράγ­μα­τα, για­τὶ ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη γρα­φὴ ποὺ υἱ­ο­θέ­τη­σα κι­νεῖ­ται, ὅ­πως ὑ­πο­στή­ρι­ζαν οἱ μον­τερ­νι­στές, δι­α­λε­κτι­κὰ ἀ­νά­με­σά σὲ δύ­ο πό­λους μιᾶς σει­ρᾶς ἀν­τι­φά­σε­ων, μὲ κυ­ρι­ό­τε­ρη ἐ­κεί­νη ποὺ ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει τὴν ἀ­με­σό­τη­τα τῆς ἐμ­πει­ρί­ας μὲ τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­φαί­ρε­σης.

           Ἡ φόρ­μα τοῦ δι­η­γή­μα­τος, λοι­πόν, ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σε τὴν ἄ­πο­ψή μου ἐ­ξαρ­χῆς γιὰ μιὰ γρα­φὴ λα­κω­νι­κή, βα­σι­σμέ­νη πολ­λὲς φο­ρὲς σὲ βι­ω­μα­τι­κὰ μο­τί­βα, κα­τὰ τὸ δυ­να­τὸν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, ποὺ θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ πα­ρα­πέμ­πει στὸ καί­ριο τῆς ποι­ή­σε­ως, τοῦ ἐ­πι­γράμ­μα­τος καὶ τῆς μι­νι­μα­λι­στι­κῆς

           “Μπον­ζά­ι» εἶ­ναι ἕ­νας εὔ­στο­χος ὅ­ρος ποὺ υἱ­ο­θέ­τη­σε τὸ Πλανόδιον συγ­γε­νι­κὸς τοῦ χαϊκοῦ, τῆς λε­πτουρ­γί­ας, τῆς μι­νι­α­τού­ρας, ἀ­κό­μα καὶ τῆς βι­νι­έ­τας.

           Ἔ­χω πάν­τα στὸ μυα­λό μου τὴν ἀ­πο­στρο­φὴ τοῦ Πα­σκὰλ ποὺ ση­μεί­ω­σε κά­πο­τε σὲ ἐ­πι­στο­λὴ σὲ φί­λο του ὅ­τι βι­ά­ζε­ται γι’ αὐ­τὸ τοῦ γρά­φει πολ­λά. Ἢ τὴν ἄ­πο­ψη τοῦ Χε­μιν­γου­έ­η ὅ­τι ἡ σύν­τα­ξη ἑ­νὸς τη­λε­γρα­φή­μα­τος εἶναι ἕ­να πο­λὺ δύ­σκο­λο εἶ­δος γρα­φῆς.

           Ἡ οἰ­κο­νο­μη­μέ­νη ἔκ­φρα­ση ἦ­ταν πάν­τα ὁ κύ­ριος στό­χος τῶν γρα­πτῶν μου, ἡ φι­λο­δο­ξί­α τους. Τὸ μο­να­δι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ἔ­γρα­ψα εἶ­ναι καὶ αὐ­τὸ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ἔ­κτα­σης σὲ σχέ­ση μὲ ἄλ­λα πο­λυ­σέ­λι­δα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Οἱ Οἰ­κο­γε­νεια­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἔ­τσι λε­γό­ταν, θυ­μί­ζει ἐ­κτε­νὴ πε­ρί­λη­ψη δι­α­φό­ρων πε­ρι­στα­τι­κῶν ἀ­πὸ τὴ δι­α­δρο­μὴ μιᾶς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴν πρό­σφα­τη ἱ­στο­ρί­α τοῦ τό­που.

           Σὲ ἕ­να πρό­σφα­το ἀ­νέκ­δο­το δι­ή­γη­μά μου προ­τεί­νω, μὲ ἕ­να μι­κρὸ πρό­λο­γο, ὡς δι­ή­γη­μα τὶς ση­μει­ώ­σεις ποὺ κρα­τοῦ­σε κά­ποι­ος ἄ­γνω­στος συγ­γρα­φέ­ας ὑ­πὸ μορ­φὴν κε­φα­λαί­ων καὶ ὑ­πο­κε­φα­λαί­ων, θέ­λον­τας ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κά­πο­τε νὰ γρά­ψει ἕ­να αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα πρὶν πε­θά­νει. Ἔ­κρι­να ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ ὑ­λι­κὸ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ ὑ­πο­κα­τα­στή­σει πε­ριτ­τὲς πε­ρι­γρα­φὲς γε­γο­νό­των τὰ ὁ­ποῖ­α προ­οι­κο­νο­μοῦ­σαν οἱ τί­τλοι καὶ οἱ ὑ­πό­τι­τλοι τῶν κε­φα­λαί­ων, ὅ­πως γι­νό­ταν στὰ πα­λιὰ ξέ­να καὶ ἑλ­λη­νι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα.

           Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ση­μει­ώ­σω ἀρ­κε­τὰ ἀ­κό­μα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ φύ­ση, ὅ­πως ἐ­γὼ τὴν ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι, τοῦ δι­η­γή­μα­τος ἀλ­λὰ θὰ μα­κρη­γο­ροῦ­σα, ὁ­πό­τε στα­μα­τῶ γιὰ νὰ πε­ρά­σω πιὸ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­να σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χω ἀ­να­λά­βει νὰ θί­ξω, δη­λα­δὴ τὴ σχέ­ση καὶ τὴν ἀν­τα­πό­κρι­ση μι­κρῆς φόρ­μας καὶ ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους.

           Ἀ­ναγ­καί­α πα­ρέν­θε­ση: τί ἐν­νο­οῦ­με ὅ­ταν μι­λᾶ­με γε­νι­κὰ καὶ τυ­πι­κὰ γιὰ μιὰ «ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους»;

           Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ται­νί­α (ἀ­νε­ξαρ­τή­τως πε­ρι­ε­χο­μέ­νου) τῆς ὁ­ποί­ας ἡ διά­ρκεια δὲν ξε­περ­νᾶ τὰ 35 λε­πτὰ πε­ρί­που. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ μέ­χρι τὰ 59 λε­πτὰ κά­θε ται­νί­α αὐ­τῆς τῆς διά­ρκειας ὀ­νο­μά­ζε­ται «ται­νί­α με­σαί­ου μή­κους». Εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι οἱ ται­νί­ες ποὺ ξε­περ­νοῦν τὴ μί­α ὥ­ρα θε­ω­ροῦν­ται «ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους».

           Θὰ ἐ­πα­να­λά­βω ὅ­τι σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μές, καὶ ἄς μὴν φα­νεῖ αὐ­τὸ πα­ρά­ξε­νο, ἡ με­τα­φο­ρὰ τοῦ δι­η­γή­μα­τος στὴ φόρ­μα τῆς ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους πα­ρου­σιά­ζει τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ ἔ­χει ἕ­να ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γο­τέ­χνη­μα ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ τὸ με­τα­τρέ­ψου­με σὲ κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες.

           Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ἐ­πα­νέρ­χο­μαι στὴν ἀ­πάν­τη­ση τοῦ τρί­του ἐ­ρω­τή­μα­τος ποὺ ἔ­θε­σα προ­η­γου­μέ­νως σχε­τι­κὰ μὲ τὴ δι­α­φο­ρὰ ἢ μὴ τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν κω­δί­κων κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ λο­γο­τε­χνί­ας.

           Ναί, ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κώ­δι­κες, ἂς τοὺς θε­ω­ροῦ­με πλέ­ον, σὲ κά­ποι­ο βαθ­μὸ ταυ­τό­ση­μους.

           Μπο­ρεῖ, ὅ­πως ἔ­χει λε­χθεῖ, ἡ ὄ­σμω­ση τῶν δύ­ο μέ­σων νὰ ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις (οἱ συγ­γρα­φεῖς δὲν γρά­φουν πλέ­ον ὅ­πως ἔ­γρα­φαν πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἔ­λευ­ση τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, ὅ­πως καὶ οἱ σκη­νο­θέ­τες με­τὰ τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ὅ­τι ἡ γρα­φὴ παί­ζει κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴν πα­ρα­γω­γὴ κι­νου­μέ­νων εἰ­κό­νων, δὲν κι­νη­μα­το­γρα­φοῦν ὅ­πως πα­λιὰ), ἀλ­λὰ οἱ δι­α­φο­ρὲς τῶν δύ­ο μέ­σων εἶ­ναι σα­φεῖς.

           Θὰ συμ­φω­νή­σου­με στὸ ἑ­ξῆς γνω­στὸ καὶ πο­λυ­ει­πω­μέ­νο: ὅ­τι τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ ἀ­νοίγ­μα­τος μιᾶς πόρ­τας μπο­ροῦ­με νὰ τὴ φαν­τα­στοῦ­με μὲ ἄ­πει­ρους τρό­πους, ἐ­νῶ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τὸ ἄ­νοιγ­μα μιᾶς πόρ­τας τὸ βλέ­που­με νὰ συμ­βαί­νει ἅ­παξ.

           Αὐ­τὸ πά­λι δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ἀ­πο­τύ­πω­ση ἑ­νὸς πράγ­μα­τος δὲν κι­νη­το­ποι­εῖ τὴ φαν­τα­σί­α μας, κά­θε ἄλ­λο.

           Τὸ πα­ρά­δειγ­μα ποὺ μό­λις ἀ­νέ­φε­ρα ὑ­παι­νίσ­σε­ται πε­ρι­ο­ρι­σμούς: τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς τῆς μη­χα­νι­κῆς εἰ­κό­νας, ποὺ ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν πα­γω­μέ­νη ἀ­πο­τύ­πω­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ἐκ μέ­ρους τῆς φω­το­γρα­φί­ας γιὰ νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ μιὰ ὑ­πέρ­βα­σή της ἐκ μέ­ρους τῆς κι­νού­με­νης εἰ­κό­νας.

           Ἐ­ρω­τῶ, ὅ­μως: δὲν ἔ­χει συμ­βεῖ στὸν κα­θέ­να μας νὰ γει­ω­νό­μα­στε δια­βά­ζον­τας μιὰ μο­νο­σή­μαν­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ πε­ρι­γρα­φή, ἐ­νῶ ἀν­τί­θε­τα βλέ­πον­τας κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες πά­νω στὸ ἴ­διο θέ­μα, αὐ­τὲς νὰ μᾶς ὠ­θοῦν σὲ ὑ­περ­βά­σεις;

           Νο­μί­ζω ὅ­τι οἱ προ­η­γού­με­νες σύν­το­μες σκέ­ψεις προ­σπα­θοῦν νὰ δεί­ξουν συγ­γέ­νει­ες καὶ ἀ­πο­στά­σεις τῶν δύ­ο κω­δί­κων, τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

           Τώ­ρα ἄς πε­ρά­σου­με πιὸ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­να στὴ σχέ­ση δι­η­γή­μα­τος καὶ ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους χω­ρὶς νὰ ξε­χνᾶ­με ὅ­σα προ­α­να­φέρ­θη­καν γε­νι­κὰ γιὰ τὴ σχέ­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ὀ­θό­νης.

           Οἱ δύ­ο αὐ­τὲς ἐκ­φρά­σεις δεί­χνουν νὰ μοιά­ζουν με­τα­ξύ τους ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἔ­κτα­ση, ἂς τὴν ποῦ­με τῆς ἀ­φή­γη­σης (ἂν καὶ ἐ­δῶ πα­ρεν­θε­τι­κὰ νὰ πῶ ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­ῶ συμ­βα­τι­κὰ τὸν ὄ­ρο ἀ­φή­γη­ση, για­τί μπο­ρεῖ νὰ θέ­λω νὰ εἰ­κο­νο­ποι­ή­σω ἕ­να ἀν­τι­α­φη­γη­μα­τι­κό, μὴ ἀ­να­πα­ρα­στα­τι­κὸ δι­ή­γη­μα…). Τέ­λος πάν­των.

           Μπο­ρεῖ, λοι­πόν, νὰ δεί­χνουν ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ὅ­τι μοιά­ζουν οἱ δύ­ο ἐκ­φρά­σεις, ἀλ­λὰ βα­θύ­τε­ρα ἔ­χουν νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν στὴ σχέ­ση τους τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει, ὅ­πως προ­α­νέ­φε­ρα, ἕ­να ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γο­τέ­χνη­μα ποὺ πρό­κει­ται νὰ γί­νει κι­νού­με­νη εἰ­κό­να. Ἐ­ξη­γοῦ­μαι: ἐ­πει­δὴ ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κώ­δι­κες (αὐ­τὸν τῆς γρα­φῆς καὶ αὐ­τὸν τῆς εἰ­κό­νας, ἄ­σχε­τα μὲ τὸ ἂν κά­πο­τε ἡ ση­μει­ο­λο­γι­κὴ θε­ω­ρί­α ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τὴν εἰ­κό­να ὡς κεί­με­νο), θὰ πρέ­πει νὰ σκε­φθοῦ­με μὲ βά­ση αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νο­μά­σθη­κε «με­τα­στοι­χεί­ω­ση».

           Ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὰ προ­η­γού­με­να κα­τα­νο­η­τὸ ὅ­τι μέ­σα στὰ κοι­νὰ γο­νί­δια τῶν δύ­ο ἐκ­φρά­σε­ων κυ­κλο­φο­ροῦν καὶ ἄλ­λα ξέ­να, ποὺ θέ­λουν προ­σο­χὴ για­τὶ αὐ­τὰ εἶ­ναι ποὺ συν­θέ­τουν τὴ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα.

           Θέ­λω νὰ πῶ ὅ­τι αὐ­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ὑ­πο­νο­μεύ­σουν ἕ­να ἐγ­χεί­ρη­μα ποὺ σὲ πρώ­τη μα­τιὰ μοιά­ζει εὔ­κο­λο.

           Για­τὶ βλέ­πον­τας ἕ­να δι­ή­γη­μα, κρί­νου­με ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ προ­σφο­ρό­τε­ρο ὑ­λι­κὸ γιὰ με­τα­φο­ρὰ τὴν ὀ­θό­νη ἀ­πὸ μιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­φή­γη­ση, χω­ρὶς νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζου­με τὶς δυ­σκο­λί­ες του.

           Τὸ το­νί­ζω αὐ­τὸ ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­πῶ καὶ τὶς δύ­ο ἐκ­φρά­σεις, δι­ή­γη­μα καὶ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, καὶ θε­ω­ρῶ ἀ­στο­χί­α τὴν προ­ε­ξό­φλη­ση τοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος μὲ βά­ση ἕ­να σχῆ­μα ποὺ τὸ ὁ­μο­ει­δές του θὰ σταθ­μι­σθεῖ μὲ ἕ­ναν τρό­πο προ­γραμ­μα­τι­κό.

           Θὰ φέ­ρω ὡς πα­ρά­δειγ­μα τὶς ἀ­να­πό­φευ­κτες δυ­σχέ­ρει­ες ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα κά­ποι­ου σκη­νο­θέ­τη ὁ ὁ­ποῖ­ος θέ­λει νὰ με­τα­φέ­ρει στὴν ὀ­θό­νη ἕ­να δι­ή­γη­μα τοῦ Μπόρ­χες, για­τὶ ὁ με­γά­λος αὐ­τὸς συγ­γρα­φέ­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ προ­σχη­μα­τι­κὰ στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα δι­η­γή­μα­τά του τὴν πε­ρι­γρα­φι­κό­τη­τα. Ὁ­πό­τε ὁ σκη­νο­θέ­της πρέ­πει νὰ ἐ­πι­λέ­ξει ἕ­ναν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τρό­πο ἀ­φή­γη­σης, ὁ ὁ­ποῖ­ος βέ­βαι­α ἐ­πι­βάλ­λε­ται νὰ συ­νά­δει μὲ ὅ­λο τὸ σύ­στη­μα κω­δί­κων τῆς τέ­χνης στὴν ὁ­ποί­α με­τα­φέ­ρε­ται τὸ δι­ή­γη­μα: ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ μον­τάζ, τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ρυθ­μό, τὶς δι­ά­φο­ρες ἀν­τι­στί­ξεις εἰ­κό­νας-ἤ­χου κ.λπ.

           Ἀλ­λὰ καὶ λι­γό­τε­ρο δι­α­νο­η­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα πα­ρου­σιά­ζουν δυ­σκο­λί­ες, ἐ­ὰν ὁ σκη­νο­θέ­της μη­χα­νι­στι­κὰ με­τα­φέ­ρει τὶς εἰ­κό­νες τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων ἀ­φη­γή­σε­ων (ὅ­πως αὐ­τὸς τὶς φαν­τά­ζε­ται φυ­σι­κὰ) στὸ ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὸ σύ­στη­μα μιᾶς ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους.

           Ἐ­δῶ ἄλ­λη μιὰ ἀ­ναγ­καί­α πα­ρέν­θε­ση ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στὴ «με­τα­στοι­χεί­ω­ση» τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κει­μέ­νου σὲ σε­νά­ριο:

           Τὸ σε­νά­ριο κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου, εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο πα­ρὰ τὶς ἀν­τί­θε­τες ἀ­πό­ψεις, ἂν καὶ ἔ­χει τοὺς κα­νό­νες καὶ τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς του, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι αὐ­τὸ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται γιὰ νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σει τὴ λο­γι­κή τῶν κι­νού­με­νων εἰ­κό­νων. Μό­νο ποὺ συ­χνὰ ἡ γρα­φὴ ἑ­νὸς σε­να­ρί­ου συ­νο­μι­λεῖ ἐ­πὶ ἴ­σοις ὄ­ροις μὲ ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο. Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα: ἡ γρα­φὴ τῆς Κα­θό­δου τῶν ἐν­νιά τοῦ Θα­νά­ση Βαλ­τι­νοῦ ἔ­χει πε­ρά­σει ἀρ­χι­κὰ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στά­διο τῆς σε­να­ρι­ο­ποί­η­σης τῆς νου­βέ­λας. Γι’ αὐ­τὸ ἡ εἰ­κο­νο­ποι­ί­α τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου ἔρ­γου πα­ρα­πέμ­πει στὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ ἀ­πεί­κα­σμα, κά­νον­τας τὶς δύ­ο ἐκ­φρά­σεις νὰ δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται δη­μι­ουρ­γι­κά.

           Ὑ­πάρ­χουν, βέ­βαι­α, καὶ ἐ­ξαι­ρέ­σεις: νου­βέ­λες ἢ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­πο­τυ­πώ­θη­καν στὸ σε­νά­ριο λέ­ξη πρὸς λέ­ξη καὶ κι­νη­μα­το­γρα­φή­θη­καν π.χ. Τὸ γε­ρά­κι τῆς Μάλ­τας τοῦ Τζὸν Χι­οῦ­στον τὸ σε­νά­ριο τοῦ ὁ­ποί­ου βα­σί­σθη­κε «πι­στὰ» στὴν ὁ­μώ­νυ­μη νου­βέ­λα τοῦ Ντά­σι­ελ Χά­μετ. Ἐ­πί­σης, ἡ ἀ­φή­γη­ση μιᾶς σε­λί­δας τοῦ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων εἰ­κο­νο­γρα­φή­θη­κε σὰν σε­νά­ριο ἀ­πὸ τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη στὴν ὁ­μώ­νυ­μη μι­κροῦ μή­κους ται­νί­α του. Ὅ­ταν λέ­ω «πι­στά», βέ­βαι­α, δὲν ἐν­νο­ῶ μιὰ μη­χα­νι­στι­κὴ ἀ­να­πα­ρά­στα­ση πρώ­του ἐ­πι­πέ­δου, ἀλ­λὰ μιὰ με­του­σί­ω­ση, ἂς τὸ ὁ­ρί­σω ἔ­τσι, εἰ­κό­νων σὲ ἕ­ναν ἄλ­λον κώ­δι­κα.

           Πολ­λοὶ θε­ω­ρη­τι­κοὶ ἔ­χουν πα­ρο­μοιά­σει τὴ με­τα­φο­ρὰ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου στὴν ὀ­θό­νη μὲ τὴ με­τά­φρα­ση. Δὲν ἔ­χουν ἄ­δι­κο γε­νι­κὰ μι­λών­τας στὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς λε­γό­με­νης «με­τα­γλώτ­τι­σης», ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ τη­ρη­θοῦν οἱ ἀ­να­λο­γί­ες. Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῆς γλώσ­σας-πη­γῆς στὴ γλώσ­σα-ὑ­πο­δο­χῆς σὲ ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο νο­μί­ζω ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­σει κα­νεὶς μὲ τοὺς ὅ­ρους ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ ἀ­να­λύ­σω.

           Μί­α βι­α­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ ζή­τη­μα τῆς με­τα­φο­ρᾶς στὴν ὀ­θό­νη τῆς μι­κρῆς ἢ τῆς με­γά­λης φόρ­μας, ὅ­πως ἤ­δη ἀ­νέ­φε­ρα, ὁ­δη­γεῖ στὸ ἁ­πλο­ποι­η­μέ­νο συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ὁ σε­να­ρι­ο­γρά­φος δὲν ἔ­χει πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στες λι­γό­τε­ρες ὑ­πο­χρε­ώ­σεις κα­τὰ τὴ με­τα­φο­ρά.

           Σὲ ἕ­να πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο, φυ­σι­κά, δὲν ἀ­στο­χοῦν ὅ­σοι τὸ ὑ­πο­στη­ρί­ζουν αὐ­τό. Ἀλ­λὰ ἂν σκε­φτοῦ­με ὅ­τι ἕ­να δι­ή­γη­μα μπο­ρεῖ νὰ ἐ­κτα­θεῖ καὶ νὰ κα­λύ­ψει τὶς ἀ­νάγ­κες μιᾶς με­γά­λου μή­κους ται­νί­ας, ἐ­πι­βάλ­λε­ται νὰ ξα­να­σκε­φθοῦ­με τὸ θέ­μα.

           Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη δὲν ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι ὅ­τι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα μπο­ρεῖ νὰ συρ­ρι­κνω­θεῖ γιὰ νὰ με­τα­φερ­θεῖ στὴν ὀ­θό­νη μὲ τὴ μορ­φὴ μι­κροῦ ἢ με­σαί­ου μή­κους ται­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τί­πο­τα δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται.

           Ἄς θυ­μη­θοῦ­με τὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Μα­γι­κοῦ βου­νοῦ τοῦ Τό­μας Μάν, ποὺ πολ­λοὶ ἐ­πώ­νυ­μοι σκη­νο­θέ­τες τοῦ παγ­κό­σμιου κι­νη­μα­το­γρά­φου, κα­τὰ και­ρούς, φλέρ­τα­ραν μὲ τὴν ἰ­δέ­α τῆς με­τα­φο­ρᾶς του σὲ ται­νί­α με­γά­λου μή­κους, ἀλ­λὰ δὲν προ­χώ­ρη­σαν, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ πλη­θω­ρι­κὸ αὐ­τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα νὰ με­τα­φερ­θεῖ, τε­λι­κά, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὑ­πὸ μορ­φὴν τη­λε­ται­νί­ας, μέ­σω μιᾶς ἐμ­πνευ­σμέ­νης δι­α­σκευ­ῆς του.

           Ἐ­δῶ χρει­ά­ζε­ται νὰ εἰ­σά­γω στὴ συ­ζή­τη­ση δι­ά­φο­ρους ὅ­ρους ποὺ λαν­θά­νουν μέ­χρι τώ­ρα στὸ κεί­με­νό μου καὶ ἀ­φο­ροῦν γνω­στοὺς καὶ τυ­πι­κοὺς τρό­πους/τε­χνι­κὲς μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο (καὶ ὄ­χι μό­νο) σε­να­ρι­ο­ποι­εῖ­ται:

           Ὅ­λοι ἔ­χε­τε δεῖ στοὺς τί­τλους μιᾶς ται­νί­ας φρά­σεις ὅ­πως: τὸ σε­νά­ριο εἶ­ναι  β α σ ι σ μ έ ν ο  στὸ τά­δε κεί­με­νο, ἐ μ π ν ε υ σ μ έ ν ο  ἀ­πό τό…, τὸ σε­νά­ριο ἀ­πο­τε­λεῖ  δ ι α σ κ ε υ ὴ  τοῦ τά­δε κει­μέ­νου ἢ  π ρ ο σ α ρ μ ο γ ὴ  τοῦ τε­λευ­ταί­ου ἢ βα­σι­σμέ­νο σὲ μιὰ  ἰ δ έ α  ἑ­νὸς κει­μέ­νου…

           Ἔ­γι­νε φα­νε­ρὸ ἀ­πὸ τὰ προ­η­γού­με­να, πάν­τως, ὅ­τι σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τὸ τε­λι­κὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ προ­ϊ­ὸν προ­κύ­πτει μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ πε­ρί­που με­τάλ­λα­ξη τῶν στοι­χεί­ων ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος.

           Προ­σο­χή, ὅ­μως: αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι γε­νι­κὰ ἡ μι­κρὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα δὲν εἶ­ναι προ­σφο­ρό­τε­ρη στὰ χέ­ρια ἑ­νὸς ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νου σε­να­ρι­ο­γρά­φου γιὰ τὴν με­τα­τρο­πή της σὲ εἰ­κό­νες ἐν σχέ­σει μὲ τὴ με­γά­λη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα.

           Προ­σπα­θῶ ἁ­πλῶς νὰ ἐ­πι­το­νί­σω τὰ ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ ἐμ­πό­δια ποὺ ὑ­πάρ­χουν γιὰ τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα τῆς με­τα­στοι­χεί­ω­σης, ἐ­ὰν κα­νεὶς θε­λή­σει νὰ με­τα­γρά­ψει χω­ρὶς προ­βλη­μα­τι­σμὸ μιὰ «μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α» σὲ κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες.

           Για­τί αὐ­τὸ ποὺ ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦν ὡς ἀ­πό­σταγ­μα ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος, δη­λα­δὴ μιὰ  ἰ δ έ α  ἢ ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ πρό­τα­ση ἕ­να  τ α χ ύ δ ρ α μ α, μπο­ρεῖ νὰ τοὺς δώ­σει τὴν ψευ­δαί­σθη­ση ὅ­τι ἡ κι­νη­μα­το­γρά­φη­σή του εἶ­ναι μιὰ ὑ­πό­θε­ση ἁ­πλή.

           Ἄς ἀ­να­φερ­θῶ στὴν με­τα­φο­ρὰ τοῦ δι­η­γή­μα­τος τοῦ Κων­σταν­τί­νου Θε­ο­τό­κη «Πί­στο­μα» στὴν ὀ­θό­νη. Νὰ θυ­μί­σω ότι ἔ­χουν γί­νει πολ­λὰ σε­νά­ρια καὶ ἀρ­κε­τὲς με­τα­φο­ρὲς τοῦ κει­μέ­νου αὐ­τοῦ σέ ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους καὶ ὅ­τι κά­θε φο­ρὰ ἡ κι­νη­μα­το­γρά­φη­ση τῆς «ἁ­πλῆς» αὐ­τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἔ­δι­νε ἄλ­λη αἴ­σθη­ση.

           Ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­τη, πι­στεύ­ω καὶ σχε­τί­ζε­ται μὲ ὅ­σα προ­εῖ­πα.

           Νὰ συ­νο­ψί­σω:

           Τὸ μπον­ζά­ι, ἡ μι­κρὴ φόρ­μα, εἶ­ναι μιὰ μορ­φὴ λο­γο­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης ἡ ὁ­ποί­α ἀ­μέ­σως πα­ρα­πέμ­πει στὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, για­τί σὲ ἕ­να πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο οἱ κώ­δι­κες τῶν δύ­ο δι­α­τυ­πώ­σε­ων μοιά­ζουν.

           Αὐ­τό, ὅ­μως, δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζε­ται με­τα­ξύ τους νὰ πα­ρεμ­βλη­θεῖ ἡ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νη σε­να­ρια­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α οὕ­τως ὥ­στε νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ ἡ σύ­ζευ­ξη ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν ἀ­νό­μοι­ων στοι­χεί­ων συν­τα­κτι­κῶν καὶ νο­η­μα­τι­κῶν ποὺ δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν τοὺς δύ­ο αὐ­τοὺς κώ­δι­κες.

           Εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι ἡ σκη­νο­θε­τι­κὴ ὑ­λο­ποί­η­ση, στὴ συ­νέ­χεια, τοῦ σε­να­ρί­ου, εἶ­ναι μιὰ ἀ­κό­μα βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ ἕ­να αἰ­σθη­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

           Ἐ­πί­σης, ἐ­ὰν θὰ πε­ρί­με­νε κα­νεὶς νὰ δεῖ ἀ­πο­τυ­πω­μέ­νη στὴν ὀ­θό­νη μὲ «πι­στό­τη­τα» τὴ μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α, μᾶλ­λον δὲν ἔ­χει προ­βλη­μα­τι­σθεῖ πά­νω στὰ ζη­τή­μα­τα τῆς «με­τα­γλώ­τισ­σης», τῆς «ἀ­πό­δο­σης», τῆς «με­τα­φο­ρᾶς» ἑ­νὸς κει­μέ­νου σὲ μιὰ ἄλ­λη μορ­φι­κὴ πε­ρι­ο­χὴ μὲ τὶς δι­κές της ἀ­παι­τή­σεις καὶ τοὺς δι­κούς της κα­νό­νες. Για­τί τὸ ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὸ σύ­στη­μα μιᾶς ται­νί­ας εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρο. Ὀ­λι­σθη­ρὸ ἐ­ὰν δὲν προ­σε­χθεῖ ἀ­πὸ αὐ­τὸν ποὺ εἰ­σέρ­χε­ται στὰ ἐν­δό­τε­ρά του: δι­ό­τι ἀ­παι­τεῖ εἰ­δι­κὲς συν­θέ­σεις στοι­χεί­ων τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ μιὰ ἐ­πι­πό­λαι­η μα­τιὰ δεί­χνουν νὰ μοιά­ζουν με­τα­ξύ τους ἐ­νῶ τὰ χω­ρί­ζουν ἀ­πο­στά­σεις.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Τὸ κεί­με­νο ἀ­να­γνώ­στη­κε στὸ Α’ μέ­ρος τῆς «λο­γο­τε­χνι­κῆς νυ­χτε­ρί­δας» Νύ­χτα μπον­ζά­ι κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἡ ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15. Τὴν ἐκδήλωση στὸ σύνολό της οἱ φίλοι τοῦ ἱστολογίου μποροῦν νὰ τὴν παρακολουθήσουν ἐδῶ:

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἐκδ. Τὸ Δέν­τρο, Ἀ­θή­να, 1990).