Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов): Μαρία Ντι­μι­τρόβα: Μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов)


Μαρία Ντι­μι­τρόβα:

Μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ


Ο ΕΡΓΟ τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ κα­τα­λαμ­βά­νει ἕ­ναν χῶ­ρο στὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ κοι­νό­το­πο δὲν μπο­ρεῖ μὲ τί­πο­τα νὰ δι­α­χω­ρι­στεῖ ἀ­πὸ τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο. Ἀ­κο­λου­θών­τας δύ­ο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς ποὺ ἔ­τυ­χαν θερ­μῆς ὑ­πο­δο­χῆς, τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μυ­θο­πλα­σί­ας, ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1999, τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα, μᾶς τὸν σύ­στη­σε ὡς πι­στὸ χρο­νι­κο­γρά­φο τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δι­ό­τυ­πο λο­γο­τε­χνι­κὸ προ­βο­κά­το­ρα, ἀ­να­τα­ρά­ζον­τας τὰ γα­λή­νια νε­ρὰ τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴ με­τά­βα­ση τῆς χώ­ρας στὴ δη­μο­κρα­τί­α. Ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ εἶ­χε τὴν ἰ­δέ­α νὰ γρά­ψει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο «θὰ πε­ρι­έ­χει τὰ πάν­τα (ὅ­λα ὅ­σα δὲν βρί­σκει κα­νεὶς στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα) – μιὰ φυ­σι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῆς του­α­λέ­τας, προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ ἀρ­χαί­α φι­λο­σο­φί­α, κου­βέν­τες τὶς ὁ­ποῖ­ες ἄ­κου­σε κα­τὰ τύ­χη, μύ­γες καὶ τὰ κα­θη­με­ρι­νά, λί­στες, ἀρ­χι­κὰ μέ­ρη μυ­θι­στο­ρη­μά­των» – δη­λα­δὴ ὅ­λα ὅ­σα «βρί­σκον­ται στὸ κε­φά­λι κά­ποι­ου ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­φη­γη­θεῖ τὴ δι­κή του ἀ­πί­θα­νη ἱ­στο­ρί­α». Ἡ ἀ­πι­θα­νό­τη­τα αὐ­τὴ συ­νι­στᾶ γιὰ τὸν Γκο­σπον­τί­νοφ σύμ­πτω­μα ἑ­νὸς και­ροῦ «κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ ὑ­ψη­λὸ δὲν ὑ­πάρ­χει πιὰ καὶ τὸ μό­νο ποὺ μᾶς ἀ­πο­μέ­νει εἶ­ναι ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή», κα­τα­δει­κνύ­ον­τας τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τῶν κα­θι­ε­ρω­μέ­νων εἰ­δο­λο­γι­κῶν τα­ξι­νο­μή­σε­ων ν’ ἀ­πει­κο­νί­σουν τὴν «ἀ­που­σί­α σπου­δαί­ων γε­γο­νό­των» στ’ ἀ­πό­νε­ρα τῆς με­τα­κομ­μου­νι­στι­κῆς Βουλ­γα­ρί­ας. Τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ἔ­χει δο­μη­θεῖ μὲ πα­ρεμ­φε­ρῆ τρό­πο ἐ­πά­νω σε μιὰ ἑ­κού­σια ἑ­τε­ρο­γέ­νεια, ἐ­πι­λέ­γον­τας ἀν­τὶ γιὰ πλο­κὴ μιὰ ἀλ­λη­λο­δι­α­δο­χὴ κε­φα­λαί­ων τὰ ὁ­ποῖ­α κι­νοῦν­ται πρὸς ποι­κί­λες κα­τευ­θύν­σεις καὶ ἐ­πὶ τῆς οὐ­σί­ας δὲν ἀ­να­πτύσ­σον­ται πα­ρὰ συσ­σω­ρεύ­ον­ται σ’ ἕ­να ἀρ­χεῖ­ο βι­ω­μέ­νης ἐμ­πει­ρί­ας. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ χα­μη­λοῦ ρί­σκου νεῦ­μα στὸν με­τα­μον­τερ­νι­σμό, τὸ ἐ­ξα­το­μι­κευ­μέ­νο αὐ­τὸ ὕ­φος εἶ­ναι κομ­μά­τι μιᾶς εὐ­ρύ­τε­ρης τά­σης, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­μέ­λιο τοῦ συ­νό­λου τῆς δου­λειᾶς τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ —ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του καὶ τὰ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, τὰ δο­κί­μια, τὰ σε­νά­ρια καὶ τὰ κό­μικ του μέ­χρι τὴ συλ­λο­γι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο Ἔ­ζη­σα τὸν σο­σι­α­λι­σμό (Аз жи­вях со­ци­а­ли­зма)—, νὰ δι­α­φυ­λά­ξει τὸ χει­ρο­πια­στὸ καὶ ὅ,τι μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας μπο­ροῦ­με ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με καὶ νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σὰν ἀν­τί­δο­το στὸ νὰ συλ­λά­βου­με τὴν ἰ­δε­ο­λο­γί­α καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α ὡς ἀ­φαί­ρε­ση, ἀ­πο­συν­δε­δε­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­κτυ­πό τους στὶς ζω­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων.

       Ἡ ὑ­πὸ ἐ­ξα­φά­νι­ση καὶ ἀ­με­τά­φρα­στη γλώσ­σα τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας, τῶν προ­γό­νων του καὶ ἡ γλώσ­σα τῆς κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας συ­να­πο­τε­λοῦν τὸ θέ­μα τοῦ τε­λευ­ταί­ου του βι­βλί­ου The Story Smuggler (Ὁ λα­θρέμ­πο­ρος ἱ­στο­ρι­ῶν). Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἀν­τί­δρα­ση ἐ­νάν­τια στὴν «κουλ­τού­ρα τῆς σι­ω­πῆς» στὴ Βουλ­γα­ρί­α —σι­ω­πὴ σὰν κι αὐ­τὴ ποὺ προ­κα­λοῦν ὅ­λα τα ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ συ­στή­μα­τα— τὸ ἔργο αὐ­τὸ εἶ­ναι ἕ­να προ­σω­πι­κὸ μι­κρο­χρο­νι­κὸ τῶν στιγ­μῶν ἐ­κεί­νων τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ ποὺ δὲν ἔ­φτα­σαν πο­τὲ ν’ ἀ­πο­τυ­πω­θοῦν σὲ κά­ποι­ο κεί­με­νο. Ἕ­να, ἴ­σως ὄ­χι καὶ τὸ πιὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ἀ­πό­σπα­σμα στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του σὲ μιὰ ἔκ­θε­ση μὲ φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Ἄλ­φρεντ Στίγ­κλιτς(1) λει­τουρ­γεῖ ὡς μι­κρό­κο­σμος ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κει­μέ­νου. Πε­ρι­γρά­φον­τας τὶς δύ­ο ἐμ­μο­νὲς τοῦ Στίγ­κλιτς, τὰ σύν­νε­φα καὶ τὴν Τζόρ­τζια Ὀ’Κίφ, ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ πε­ρι­γρά­φει τὶς «δι­α­κό­σι­ες φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1920 καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1930 οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πει­κο­νί­ζουν σύν­νε­φα: ἀ­ραι­ά, πυ­κνά, ψη­λά, χα­μη­λά, ἀ­μυ­δρὰ» καὶ τὶς «πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τρι­α­κό­σι­ες φω­το­γρα­φί­ες ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζουν τὴν Ὀ’Κίφ: χέ­ρια, πα­λά­μες, στή­θη, χεί­λη, μά­τια, προ­φίλ, ἀν­φάς, μέ­χρι καὶ τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν […]. Νὰ φω­το­γρα­φί­ζει συ­νε­παρ­μέ­νος τὴν κά­θε πτυ­χὴ καὶ τὴν κά­θε καμ­πύ­λη, τὸ κά­θε ἑ­κα­το­στὸ τοῦ σώ­μα­τός της, σὰν νὰ προ­σπα­θεῖ ἀ­πε­γνω­σμέ­να μέ­σα ἀ­πὸ ἀ­πα­νω­τὲς λή­ψεις νὰ στα­μα­τή­σει τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου». Ἀ­κό­μη κι ἂν γνω­ρί­ζει κα­νεὶς πὼς ἡ ἀ­πο­τυ­χί­α εἶ­ναι βέ­βαι­η, ὁ με­θο­δι­κὸς αὐ­τὸς ψυ­χα­ναγ­κα­σμὸς μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι στὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ὁ μό­νος τρό­πος νὰ τὴν ἀ­πο­σο­βή­σει.

Μα­ρί­α Ντι­μι­τρό­βα


ΠΩΣ γρά­φτη­κε τὸ βι­βλί­ο The Story Smuggler (Ὁ λα­θρέμ­πο­ρος ἱ­στο­ρι­ῶν); Εἶ­ναι ἀ­πόρ­ροι­α τοῦ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας; Ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ βουλ­γα­ρι­κά;

ΔΕΝ ΕΧΕΙ κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ βουλ­γα­ρι­κά, γρά­φτη­κε εἰ­δι­κὰ γιὰ τὴ σει­ρὰ The Cahier Series. Ὑ­πάρ­χουν ὁ­ρι­σμέ­νες ἐ­πι­κα­λύ­ψεις, ἴ­σως κά­ποι­ες πα­ρά­γρα­φοι, ποὺ τὶς πῆ­ρα αὐ­τού­σι­ες ἀ­πὸ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ἡ ἰ­δέ­α ὅ­μως εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Πρό­κει­ται γιὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ριά μου, γραμ­μέ­να ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα ποὺ πέ­ρα­σα σ’ ἕ­να φραγ­κι­σκα­νι­κὸ μο­να­στή­ρι στὴν Ἐλ­βε­τί­α.

 

Πῶς κύ­λη­σε ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς με­τά­φρα­σης;

       Θέ­λη­σα ἡ με­τά­φρα­ση, ἢ ἡ ἀ­δυ­να­μί­α με­τά­φρα­σης, νὰ συ­νι­στᾶ ἐγ­γε­νὲς κομ­μά­τι τοῦ κει­μέ­νου. Συ­νε­πῶς, ἀ­φε­τη­ρί­α ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­με­τά­φρα­στο τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς λέ­ξης тъ­га («ta­ga»: θλί­ψη, με­λαγ­χο­λί­α), ἡ ἔν­νοι­α ὅ­σο καὶ ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ κα­θαυ­τή. Τὸ κεί­με­νο τὸ ἀ­παρ­τί­ζουν μιὰ σει­ρὰ προ­σω­πι­κὲς ση­μει­ώ­σεις οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­κο­λου­θοῦν τὴ δο­μὴ ποὺ ἔ­χουν τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ρια ποὺ παίρ­νω μα­ζί μου ὅ­ταν τα­ξι­δεύ­ω. Κου­βα­λῶ πάν­τα μα­ζί μου ἕ­να, τώ­ρα πρέ­πει νά ’­μαι στὸν 67ο τό­μο ἢ κά­που ἐ­κεῖ γύ­ρω.


Τὸ ἔ­χε­τε μα­ζί σας αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή;

       Ναί, ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου τὸ πιὸ πρό­σφα­το. Μιᾶς καὶ τα­ξι­δεύ­ω συ­χνά, ἔ­χω πά­νω μου τὰ τε­λευ­ταῖ­α δε­κα­πέν­τε του­λά­χι­στον.


Γρά­φε­τε κα­θό­λου στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή;

       Ναί, ὅ­λα ὅ­μως ξε­κι­νοῦν ἀ­π’ τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ρια: οἱ ἰ­δέ­ες, οἱ φρά­σεις. Τὰ ἐ­ξε­λίσ­σω, φυ­σι­κά, στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ κι ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι γρά­φω ἐ­κεῖ πε­ζὸ λό­γο, ὅ­μως ποί­η­ση μπο­ρῶ νὰ γρά­ψω μο­νά­χα στὸ χαρ­τί. Εἶ­μαι ποι­η­τὴς ἀ­να­λο­γι­κός. Ἡ ποί­η­ση πού ’­ναι γραμ­μέ­νη σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ ὑ­πο­λο­γι­στὴ εἶ­ναι ὁ­λό­τε­λα δι­α­φο­ρε­τι­κὸ εἶ­δος.


Δι­ά­βα­σα πρό­σφα­τα μιὰ συ­νέν­τευ­ξη στὴν ὁ­ποί­α μιὰ ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει στα­μα­τή­σει τε­λεί­ως νὰ γρά­φει σὲ χαρ­τί, ὅ­τι οἱ κι­νη­τι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες ποὺ δί­νει τὸ νὰ με­τα­κι­νεῖς ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ἔ­χουν φτά­σει ν’ ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τοῦ τρό­που γρα­φῆς της.

       Ἀ­κρι­βῶς, πρό­κει­ται γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς. Γιὰ μέ­να, τὸ γρά­ψι­μο σὲ ὑ­πο­λο­γι­στὴ εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ γρή­γο­ρο, σὲ βά­ζει σὲ ἀ­πό­στα­ση. Στὸ χαρ­τί, δὲν μπο­ρῶ ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ν’ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω τί ἔ­χω γρά­ψει, ἔ­τσι ὅ­μως γεν­νι­οῦν­ται ἄλ­λες μορ­φὲς καὶ ἄλ­λα σχή­μα­τα, μέ­σ’ ἀ­π’ τὰ λά­θη αὐ­τά. Ἡ ἐμ­πει­ρί­α αὐ­τή, τοῦ λά­θους, τῆς ἀν­τι­γρα­φῆς, πα­ρα­μέ­νει πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ γιὰ μέ­να. Ἔ­γρα­ψα τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη καὶ ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ τὸ δα­κτυ­λο­γρα­φή­σω καὶ ἐ­κτύ­πω­σα ὅ­λες τὶς σε­λί­δες μα­ζί, εἶ­χα ξε­χά­σει νὰ τὶς ἀ­ριθ­μή­σω. Κα­τάρ­γη­σα τὸν φά­κε­λο ἐ­κεῖ­νο, ἡ σει­ρὰ εἶ­χε χα­θεῖ διὰ παν­τὸς καὶ ἦ­ταν αὐ­τὸς ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἡ δο­μὴ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἔ­χει τὴ μορ­φὴ λα­βυ­ρίν­θου, ἡ φυ­σι­κὴ δη­λα­δὴ ἀ­τα­ξί­α τῶν σε­λί­δων ἐ­κεί­νων. Θὰ μπο­ροῦ­σα, σα­φῶς, νὰ ἔ­χω ἀ­να­κτή­σει τὴ σει­ρὰ ἀ­π’ τὸ ἀρ­χι­κὸ ἀρ­χεῖ­ο, προ­τί­μη­σα ὅ­μως νὰ προ­σα­να­το­λι­στῶ μὲ βά­ση τὶς κό­λες αὐ­τὲς τὸ χαρ­τί. Σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι ἡ ἀ­σφα­λέ­στε­ρη, ἡ πα­λαι­ό­τε­ρη τε­χνο­λο­γί­α εἶ­ναι τὸ χαρ­τί. Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πὼς εἶ­ναι κι ἡ πιὸ στέ­ρε­η. Βρί­σκω ὁ­πωσ­δή­πο­τε πα­ρη­γο­ριὰ σ’ αὐ­τό.


Θὰ ἤ­θε­λα νὰ μά­θω πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ρευ­στὴ μορ­φὴ τοῦ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας. Ἡ ρευ­στό­τη­τα μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι ἠ­θε­λη­μέ­νη καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, κα­θὼς φαί­νε­ται, συμ­πτω­μα­τι­κή. Πῶς ἐ­πι­λέ­γει κα­νεὶς τὸ τέ­λος, ἐ­φό­σον ἔ­χει οἰ­κο­δο­μή­σει κά­τι μὲ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος, κά­τι ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νει;

       Ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα εἶ­ναι πο­λὺ βα­σι­κὴ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τὸ καὶ ἦ­ταν βα­σι­κὸ ζη­τού­με­νο γιὰ μέ­να τὸ νὰ τὴν πε­τύ­χω, δι­ό­τι συν­δέ­ει με­τα­ξύ τους τὶς δύ­ο βα­σι­κὲς δο­μὲς ποὺ συν­δι­α­μορ­φώ­νουν τὴ γε­νι­κὴ ἰ­δέ­α τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ἀρ­χι­κὰ ὁ λα­βύ­ριν­θος, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­φεί­λει κα­νεὶς νὰ μὴν εἶ­ναι πο­τὲ βέ­βαι­ος ἂν ὁ δρό­μος ποὺ πῆ­ρε βγά­ζει μπρο­στὰ ἢ πί­σω. Ἔ­πει­τα, ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κή, στὴν ὁ­ποί­α πα­ρα­μέ­νου­με πάν­το­τε, θυ­μί­ζον­τας λι­γά­κι τὴ γά­τα τοῦ Σρέν­τιγ­κερ, δί­χως νὰ εἶ­ναι σα­φὲς ἂν εἴ­μα­στε νε­κροὶ ἢ ζων­τα­νοί, σὲ μιὰ κα­τά­στα­ση κυ­μα­το­σω­μα­τι­δια­κοῦ δυ­ϊ­σμοῦ. Βρῆ­κα τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ —πὼς μπο­ρεῖς νὰ βρί­σκε­σαι ταυ­τό­χρο­να σὲ δύ­ο μέ­ρη, σὲ δύ­ο κα­τα­στά­σεις, σὰν κύ­μα καὶ σὰν σω­μα­τί­διο— πο­λὺ θελ­κτι­κή. Τὴ με­τα­μόρ­φω­ση αὐ­τή, τὴν παν­τα­χοῦ πα­ρου­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν δυ­να­τὴ στὴ λο­γο­τε­χνί­α πρὶν τὴν ἀ­να­κα­λύ­ψει ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κή: γρά­φον­τάς τα αὐ­τά, εἶ­σαι ἐ­δῶ καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­σαι καὶ στὰ παι­δι­κὰ χρό­νια τοῦ παπ­ποῦ σου. Ἔ­φτια­ξα, συ­ναι­σθα­νό­με­νος, μιὰ ἀ­να­λο­γί­α, μιὰ χρο­νο­μη­χα­νὴ διὰ μέ­σου τῆς ὁ­ποί­ας μπαί­νεις ταυ­τό­χρο­να στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ παπ­ποῦ σου, τοῦ πα­τέ­ρα σου καὶ τὴ δι­κή σου. Ἐ­ξοῦ καὶ τὸ ν’ ἀ­πο­φύ­γω νὰ δώ­σω ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο τέ­λος, τὸ ν’ ἀ­φή­σω τὸ τέ­λος ἀ­νοι­χτό, εἶ­χε γιὰ μέ­να με­γά­λη ση­μα­σί­α, δι­ό­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες δί­χως τέ­λος, οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ δὲν εἶ­ναι ὁ­ρι­στι­κὰ δι­α­μορ­φω­μέ­νες, ἀ­φή­νουν χῶ­ρο γιὰ ὅ­λα τα ἐν­δε­χό­με­να. Ἂν τὶς κλεί­σεις, ἂν τὶς ὁ­λο­κλη­ρώ­σεις, ἀ­πο­κό­βεις τὴν πι­θα­νό­τη­τα νὰ συμ­βεῖ κά­τι ἄλ­λο. Τὸ πρό­βλη­μα σ’ ἕ­ναν λα­βύ­ριν­θο δὲν εἶ­ναι ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μό­νο ἕ­νας δρό­μος, ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ δρό­μοι, τὸ πρό­βλη­μα εἶ­ναι πὼς εἶ­ναι ὅ­λοι τους λά­θος. Καὶ φέ­ρεις καὶ τὸ βά­ρος τῆς ἐ­πι­λο­γῆς. Ὅ­σο γιὰ τὰ τε­λει­ώ­μα­τα, πάν­το­τε ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα ξε­κι­νη­μά­των, ἔ­χον­τας γιὰ βα­σι­κὴ ἰ­δέ­α τὴν ἑ­ξῆς: τί ὡ­ραῖ­α ποὺ θὰ ἦ­ταν νὰ ζοῦ­με τὴ ζω­ή μας ὣς τὴ σε­λί­δα 17 κι ὕ­στε­ρα ν’ ἀλ­λά­ζου­με, εἴ­τε χα­ρα­κτή­ρα εἴ­τε ζω­ή.


Εἶ­στε ταγ­μέ­νος στὸ νὰ συν­τη­ρεῖ­τε μιὰ κά­ποι­α αἴ­σθη­ση πὼς βρι­σκό­μα­στε δια­ρκῶς στὸ ξε­κί­νη­μα κά­ποι­ου πράγ­μα­τος;

       Κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α. Ἂν καὶ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ἔ­χει τέ­λη, τὰ τέ­λη αὐ­τὰ εἶ­ναι πολ­λα­πλά, δι­ό­τι τὸ βι­βλί­ο ἔ­χει δο­μη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ πολ­λα­πλό­τη­τα ἑ­αυ­τῶν. Ἐ­φό­σον ἔ­χεις γεν­νη­θεῖ καὶ εἶ­σαι πολ­λὰ πράγ­μα­τα μα­ζί, κα­τα­νο­εῖς ἐν­τέ­λει ὅ­τι πε­θαί­νον­τας συ­νε­χί­ζεις νὰ εἶ­σαι ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα. Ὁ θά­να­τός σου συν­δυά­ζει πολ­λά, πε­θαί­νεις σὰν Μι­νώ­ταυ­ρος, σὰν δέν­τρο γκίγ­κο, σὰν φρου­τό­μυ­γα, πε­θαί­νεις μέ­σ’ ἀ­π’ τὸν θά­να­το ὅ­λων των ὑ­πό­λοι­πων πραγ­μά­των. Ἡ ἀ­νοι­χτό­τη­τα αὐ­τὴ καὶ τὸ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος τῶν ξε­χω­ρι­στῶν κομ­μα­τι­ῶν, τὰ ξε­χω­ρι­στὰ κε­φά­λαι­α, εἶ­ναι μιὰ ἀ­πό­πει­ρα νὰ ξε­γλι­στρή­σω ἀ­π’ τὸ τέ­λος.


Κά­ποι­ος κρι­τι­κὸς ἔ­γρα­ψε ὅ­τι τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βα­στεῖ ὡς ἐκ­πλή­ρω­ση κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο τῶν ὑ­πο­σχέ­σε­ων ποὺ ἄ­φη­σε τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα.

       Ὄν­τως, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας φτά­νει βα­θύ­τε­ρα, ἐ­νῶ δι­α­θέ­τει καὶ πλο­κή. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἦ­ταν ἕ­να βι­βλί­ο γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ν’ ἀ­φη­γη­θοῦ­με τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἴ­διας μας τῆς ζω­ῆς καὶ μιὰ ἀ­πό­πει­ρα νὰ εἰ­πω­θεῖ ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­τὴ μέ­σα ἀ­πὸ τὶς μύ­γες καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α τους, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α ἄλ­λων πραγ­μά­των. Νο­μί­ζω πὼς κά­ποι­ος κρι­τι­κὸς τῆς Village Voice τὸ ἀ­πο­κά­λε­σε μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ἀρ­χί­ζει καὶ ξα­ναρ­χί­ζει τραυ­λί­ζον­τας, τραυ­λί­ζον­τας δι­ό­τι ἡ τά­ση ν’ ἀ­φη­γη­θοῦ­με δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἦ­ταν, δι­ό­τι δὲν μπο­ρεῖς νὰ πεῖς μιὰ ἱ­στο­ρί­α σή­με­ρα ὅ­πως θὰ τὴν εἶ­χες πεῖ τὸν 19ο αἰ­ώ­να. Ἡ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι ὀρ­γα­νω­μέ­νη μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἦ­ταν ὀρ­γα­νω­μέ­νη τὸν 19ο αἰ­ώ­να, ἡ συ­νέ­χεια δι­α­κό­πτε­ται, κι ἔ­τσι γιὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα πι­στὸ στὸ πα­ρόν, τὸ μό­νο ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει εἶ­ναι νὰ τραυ­λί­ζει καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νει στὴν ἀρ­χή, πα­ρεκ­κλί­νον­τας ὁ­λο­έ­να σὲ νέ­α ξε­κι­νή­μα­τα. Ὅ­σο γιὰ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, πα­ρὰ τὶς δι­α­σπά­σεις καὶ τὶς συν­τρι­βές, ἀ­φή­νει ἐν­δε­χο­μέ­νως με­γα­λύ­τε­ρα πε­ρι­θώ­ρια νὰ δεῖ κα­νεὶς τὴ ζω­ὴ αἰ­σι­ό­δο­ξα. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἦ­ταν συν­το­μό­τε­ρο, τα­χύ­τε­ρο, πιὸ ἔν­το­νο, ἰ­δω­μέ­νο ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα ἑ­νὸς νε­ό­τε­ρου ἀν­θρώ­που. Τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας εἶ­ναι πιὸ ἀρ­γό, σω­ρευ­τι­κό, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὰ ἄ­δεια αὐ­τὰ τε­τρα­γω­νά­κια, κα­λύ­πτον­τας με­γα­λύ­τε­ρο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα γρά­φτη­κε γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990, τὶς δι­α­σπά­σεις καὶ τὶς συν­τρι­βὲς ποὺ ὄν­τως ὑ­πο­στή­κα­με τό­τε. Ἡ ἐν λό­γῳ δε­κα­ε­τί­α εἶ­χε τε­ρά­στια ση­μα­σί­α γιὰ μέ­να, γιὰ τὴ γε­νιά μου. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ἐ­πι­χει­ρεῖ μιὰ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ αἰ­ώ­να, μέ­σα ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, φτά­νον­τας πο­λὺ πα­λιὰ στὴν ἀ­δι­κί­α τοῦ μύ­θου τοῦ Μι­νώ­ταυ­ρου (τοῦ Μι­νώ­ταυ­ρου ποὺ δὲν τοῦ ἔ­χουν δώ­σει τὸ προ­νό­μιο τῆς φω­νῆς).


Ἀμ­φό­τε­ρα τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἔ­χουν, ὅ­πως φαί­νε­ται, μιὰ πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νη σχέ­ση μὲ τὸ συγ­κεί­με­νο καὶ μὲ τὴν γκά­μα, ἀ­πὸ χρο­νι­κὴ ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ γε­ω­γρα­φι­κὴ σκο­πιά, ἐ­φό­σον κα­λύ­πτουν μιὰ χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δο ἡ ὁ­ποί­α ἐ­κτεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα ἴ­σα­με τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς οἰ­κο­γέ­νειας τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να. Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἀμ­φό­τε­ρα ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν­ται, μὲ τρό­πο χει­ρο­πια­στό, μὲ βά­ση ἀν­τι­κεί­με­να ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ βι­βλί­ου ἐ­κεί­νου μὲ θέ­μα τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ μυ­θο­λο­γί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο πολ­λὰ παι­διὰ ποὺ με­γά­λω­σαν τό­τε στὴ Βουλ­γα­ρί­α —μα­ζὶ κι ἐ­γὼ— θ’ ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν, μέ­χρι καὶ τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἔκ­δο­ση στὴν ὁ­ποί­α γί­νε­ται ἀ­να­φο­ρά. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα το­πο­θε­τεῖ τὴ ζω­ὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που μέ­σα σ’ ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο, ὁ­ρα­τὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὕ­στε­ρα τὴν ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει μὲ τ’ ἀρ­χι­κὰ κομ­μά­τια κλα­σι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων, ὑ­πο­νο­ών­τας σχε­δὸν πὼς δὲν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴ ζω­ὴ αὐ­τὴ μι­λών­τας μό­νο γι’ αὐ­τή, ἀ­πε­ναν­τί­ας ἡ ἐ­ξι­στό­ρη­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ το­πο­θε­τη­θεῖ δί­πλα στὶς ἄλ­λες, δι­ό­τι αὐ­τὸ τῆς προσ­δί­δει κύ­ρος ἢ βα­ρύ­τη­τα. Εἶ­χα τὴν πε­ρι­έρ­γεια νὰ μά­θω κα­τὰ πό­σον ἡ τά­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἠ­θε­λη­μέ­νη.

       Ἔ­χε­τε δί­κιο ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἡ δο­μὴ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­κρι­βῶς μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοι­α το­πο­θέ­τη­ση ἐν­τὸς συγ­κε­κρι­μέ­νου πλαι­σί­ου ἀ­να­φο­ρᾶς, μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἀ­το­μι­κοὺς φι­λο­σό­φους, τὸν Δη­μό­κρι­το, τὸν Ἐμ­πε­δο­κλῆ· ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α τῆς ἀ­να­γω­γῆς στὰ ἄ­το­μα, τὴν ἀρ­χὴ αὐ­τὴ τῆς ἀρ­χαί­ας φι­λο­σο­φί­ας. Τὴν ἰ­δέ­α τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων καὶ τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης, ὑ­λι­κῆς ὑ­πό­στα­σης τὴ θε­ω­ρῶ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ δι­ό­τι ἀ­πο­δί­δει πι­στὰ τὸ πῶς βλέ­πει τὸν κό­σμο τὸ παι­δί. Ἡ ὀ­πτι­κὴ αὐ­τὴ παί­ζει τὸν ρό­λο της καὶ στὰ δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀ­πορ­ρέ­ον­τας συ­χνὰ ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α, τὸ νὰ κοι­τᾶ δη­λα­δὴ ἕ­να παι­δὶ τὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μέ­τρο ἢ ἀ­πὸ ἐ­λά­χι­στα πιὸ ψη­λὰ καὶ νὰ βλέ­πει τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τά. Ὅ­λες οἱ παι­δι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις ποὺ ἔ­χω —με­γά­λω­σα σ’ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριό— κα­τα­λή­γουν στὴ Βί­βλο τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζε ἡ για­γιά μου (τὸ βι­βλί­ο τὸ τύ­λι­γε συ­νω­μο­τι­κὰ μέ­σα στὴν ἐγ­κε­κρι­μέ­νη ἐ­φη­με­ρί­δα), στὶς μύ­γες στὸ τα­βά­νι, στὸν γυ­μνὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ λαμ­πτή­ρα. Ὅ­λα αὐ­τὰ πα­ρα­μέ­νουν μὲ κά­ποι­ον τρό­πο στὴ συ­νεί­δη­ση τοῦ παι­διοῦ. Τὸ πῶς βλέ­πω γε­νι­κῶς τὴν ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι ἄρ­ρη­κτα δε­μέ­νο μὲ τὰ προ­η­γού­με­να κι ἀ­πο­τε­λεῖ πι­θα­νὸν κομ­μά­τι τῆς σα­φή­νειας τῶν βι­βλί­ων μου. Τὸ νὰ μι­λῶ, δη­λα­δή, γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ δί­χως αὐ­τό, οἱ μύ­γες λό­γου χά­ρη, νὰ μὲ ἀ­πω­θεῖ, ἀν­τι­θέ­τως νὰ τὸ προ­σεγ­γί­ζω ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ ὅ­τι κι αὐ­τὲς ἀ­κό­μη, οἱ μύ­γες, δι­α­θέ­τουν κά­τι ὑ­ψη­λό­τε­ρο ἢ καὶ ἱ­ε­ρό. Στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ὑ­πάρ­χει ἕ­να κε­φά­λαι­ο μὲ τί­τλο «Σκα­τὰ βου­βα­λιοῦ ἢ Τὸ ὑ­ψη­λὸ βρί­σκε­ται παν­τοῦ». Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ πὼς πράγ­μα­τι τὸ ὑ­ψη­λὸ βρί­σκε­ται παν­τοῦ, πὼς θὰ μπο­ρού­σα­με κά­τι ποὺ βλέ­πει ἕ­να παι­δὶ σὲ κά­ποι­ο βουλ­γα­ρι­κὸ χω­ριὸ νὰ τὸ ἐ­ξυ­ψώ­σου­με καὶ νὰ τὸ με­τα­φέ­ρου­με στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο, παγ­κό­σμιο πλαί­σιο καὶ πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐ­ξί­σου εὐ­γε­νὲς μὲ ὅ,τι συμ­βαί­νει στὰ ἀ­νά­κτο­ρα τοῦ Μπά­κιγ­χαμ.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει ἕ­να πα­λιὸ δο­κί­μιο τῆς Ἐ­λὶφ Μπα­τού­μαν γιὰ τὸν Ἰ­σα­ὰκ Μπάμ­πελ· ἡ γρά­φου­σα ἐ­πι­ση­μαί­νει ἕ­να κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Μπάμ­πελ γρά­φει γιὰ μύ­γες «ποὺ πε­θαί­νουν σ’ ἕ­να βά­ζο γε­μά­το γα­λα­κτῶ­δες ὑ­γρὸ»(2) καὶ τὸ συ­σχε­τί­ζει μὲ ἄλ­λες μύ­γες ποὺ πνί­γον­ται ἢ πε­θαί­νουν στὴ ρω­σι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (ἕ­να με­λα­νο­δο­χεῖ­ο γε­μά­το νε­κρὲς μύ­γες στὶς Νε­κρὲς ψυ­χές)· ἕ­ναν στί­χο γιὰ μύ­γες-κα­νί­βα­λους μέ­σα σ’ ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρὸ στοὺς Ἀ­δερ­φοὺς Κα­ρα­μά­ζοφ(3). Μοῦ ἔ­κα­νε ὅ­μως ἐν­τύ­πω­ση τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἐ­νῶ οἱ ρω­σι­κὲς μύ­γες μοιά­ζουν πάν­το­τε νὰ ση­μαί­νουν τὴ θνη­τό­τη­τα ἢ τὴ σή­ψη, στὶς δι­κές σας μύ­γες ὑ­πάρ­χει κά­τι ζω­τι­κό, κά­τι ποὺ κα­τα­φά­σκει τὴ ζω­ή, κά­τι σὰν ὑ­περ­τρο­φο­δό­τη­ση.

       Ναί, στὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἡ μύ­γα εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να ἄγ­γε­λος καὶ Ἑ­ω­σφό­ρος, ἔ­τσι ὅ­πως κι­νεῖ­ται με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ θα­νά­του, με­τα­ξύ τῶν ζων­τα­νῶν καὶ τῶν νε­κρῶν. Οἱ μύ­γες ἐμ­φα­νί­στη­καν πο­λὺ νω­ρὶς στὴ δου­λειά μου κι ἔ­κτο­τε κά­νουν αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α τους σὲ ὅ­λα μου τὰ βι­βλί­α. Ἀρ­χι­κά, στὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ ποὺ ἐ­ξέ­δω­σα τὸ 1992 μὲ τί­τλο Lapidarium (Лапидариум) ἡ μύ­γα ἐμ­φα­νί­στη­κε πιὸ πο­λὺ σὰν λέ­ξη, σὰν ἦ­χος – муха (muha).


Γνω­ρί­ζω πὼς συ­νερ­γα­στή­κα­τε μ’ ἕ­ναν καλ­λι­τέ­χνη στὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς κό­μικ μὲ τί­τλο Ἡ αἰ­ώ­νια μύ­γα (Вечната муха). Θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ μοῦ πεῖ­τε λί­γα λό­για γιὰ τὸ πῶς συ­νέ­βη;

       Ἡ ἰ­δέ­α ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς: νὰ δι­η­γη­θῶ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου, ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ὀ­πτι­κὴ καὶ μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ μιᾶς μύ­γας. Ἦ­ταν ἕ­να νεῦ­μα ποὺ ἔ­δει­χνε πρὸς τὸν ἀν­τι­αν­θρω­πο­κεν­τρι­σμό μου, νὰ τα­ρα­κου­νή­σου­με τὴν ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου. Τὸ πιὸ πρό­σφα­το γρα­πτό μου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μύ­γα παί­ζει ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο εἶ­ναι τὸ λιμ­πρέ­το μου γιὰ τὴν ὄ­πε­ρα, ἕ­να ἀ­κό­μη ἔρ­γο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει στὰ βουλ­γα­ρι­κά.


Πῶς προ­έ­κυ­ψε;

       Λέ­γε­ται Space Opera. Ἦ­ταν πα­ραγ­γε­λί­α τοῦ Με­γά­λου Θε­ά­τρου τῆς Λυ­ρι­κῆς Σκη­νῆς τοῦ Πόζ­ναν. Τὸ θέ­μα του εἶ­ναι ἡ ἐ­περ­χό­με­νη ἀ­πο­στο­λὴ στὸ δι­ά­στη­μα τῶν δύ­ο πρώ­των ἀ­στρο­ναυ­τῶν ποὺ θὰ πᾶ­νε στὸν Ἄ­ρη καὶ τὸ πρό­βλη­μα δὲν εἶ­ναι τε­χνο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως ἀλ­λὰ τὸ πῶς δύ­ο ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν ν’ ἀ­νε­χτοῦν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον γιὰ πεν­τα­κό­σι­ες μέ­ρες ὥ­στε νὰ φέ­ρουν σὲ πέ­ρας τὸ τα­ξί­δι με­τ’ ἐ­πι­στρο­φῆς. Θὰ πρέ­πει νά ’­ναι κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι πο­λὺ στα­θε­ρό, πο­λὺ δε­μέ­νο. Ἡ ὄ­πε­ρα πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ με­τα­φο­ρὰ τῆς κλει­στο­φο­βί­ας αὐ­τῆς στὸ δι­ά­στη­μα, μέ­σα στὸ δι­α­στη­μό­πλοι­ο, καὶ τὸ τί συμ­βαί­νει μό­λις ἕ­νας τρί­τος χα­ρα­κτή­ρας —μιὰ μύ­γα— κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὸ σκη­νι­κό. Δὲν εἶ­ναι μιὰ κοι­νὴ μύ­γα, εἶ­ναι μιὰ μύ­γα πού ’­ναι ἱ­κα­νὴ νὰ δι­α­βά­σει τὶς σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων· αὐ­τὸ ποὺ στα­δια­κὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται εἶ­ναι πὼς ἡ μύ­γα εἶ­ναι τὸ πρῶ­το ὂν ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Ἄ­ρη ποὺ ἔ­φτα­σε στὴ Γῆ καὶ μπῆ­κε στὸ δι­α­στη­μό­πλοι­ο στὰ κρυ­φὰ γιὰ νὰ γυ­ρί­σει στὴ γε­νέ­τει­ρά της. Ἡ ἰ­δέ­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α: μιὰ μύ­γα ἦ­ταν πράγ­μα­τι ὁ πρῶ­τος ζων­τα­νὸς ὀρ­γα­νι­σμὸς ποὺ στάλ­θη­κε στὸ δι­ά­στη­μα, τὸ 1947, ὅ­ταν οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ ἐ­κτό­ξευ­σαν ἕ­ναν πύ­ραυ­λο V-2 ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­σπά­σει ἀ­πὸ τοὺς να­ζὶ με­τὰ τὴ λή­ξη τοῦ Β΄ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Χρει­ά­ζον­ταν ἕ­να θνη­τό, φθαρ­τὸ ὅν, τὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ εἶ­ναι σὲ θέ­ση ν’ ἀν­τέ­ξει στὸ δι­ά­στη­μα μο­να­χὰ δύ­ο ἢ τρεῖς ὧ­ρες κι ἔ­τσι δι­ά­λε­ξαν τὴν κοι­νὴ φρου­τό­μυ­γα· νο­μί­ζω ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ὀ­νο­μα­σί­α τῆς εἶ­ναι Drosophila melanogaster. Ὁ­λό­κλη­ρη, λοι­πόν, ἡ ὄ­πε­ρα πη­γά­ζει καὶ πά­λι ἀ­π’ τὴν ἴ­δια ἀν­τι­αν­θρω­πο­μορ­φι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα νὰ προ­βλη­θοῦν οἱ ζων­τα­νοὶ ὀρ­γα­νι­σμοὶ ποὺ πῆ­γαν στὸ δι­ά­στη­μα προ­τοῦ πά­ει ὁ ἄν­θρω­πος – ἡ Λά­ϊ­κα τὸ σκυ­λί, οἱ πί­θη­κοι τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν, τὰ σκου­λή­κια. Ἡ ὄ­πε­ρα ἀρ­χί­ζει καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ μιὰ χο­ρω­δί­α ἀ­πὸ μύ­γες καὶ ἡ ση­μα­σί­α τους ἔγ­κει­ται ἀ­κρι­βῶς στὴ φθαρ­τό­τη­τα καὶ τὸν ἐ­φή­με­ρο χα­ρα­κτή­ρα τῆς μύ­γας. Ὁ θά­να­τος, ἡ φθαρ­τὴ φύ­ση, εἶ­χε καὶ ἔ­χει τε­ρά­στια ση­μα­σί­α γιὰ μέ­να, τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἴ­σως ση­μα­σί­α ἀ­π’ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο.


Βρί­σκε­τε κά­ποι­α σύν­δε­ση μὲ τὴν ἀ­να­δυ­ό­με­νη λο­γο­τε­χνί­α τῆς ὑ­περ­θέρ­μαν­σης τοῦ πλα­νή­τη, στὴν ὁ­ποί­α ἡ μύ­γα εἶ­ναι συ­χνὰ ἀ­πει­λη­τι­κή;

       Ναί, ἂν καὶ ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο ἀ­κό­μη κι ἔ­πει­τα βλέ­που­με μύ­γες νὰ τι­μω­ροῦν, φρι­κτὲς μύ­γες. Κι ἐ­κεῖ ἐ­πί­σης, οἱ μύ­γες ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὴν ἀ­πο­σύν­θε­ση, τὴ σή­ψη. Στὸ Литературен Вестник (βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση), στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­φα γιὰ 20 χρό­νια, εἴ­χα­με ἀ­φι­ε­ρώ­σει ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο τεῦ­χος στὴ μύ­γα, φι­λο­ξε­νών­τας ἕ­να ποί­η­μα τοῦ Μπρόν­τσκι γιὰ τὴ μύ­γα ὡς κα­τα­στρο­φι­κὸ ὂν, τὸ ἀν­τί­θε­το τῆς μέ­λισ­σας, ποὺ ἔ­γι­νε κομ­μου­νι­στι­κὸ σύμ­βο­λο – ἡ μέ­λισ­σα, ποὺ δι­α­θέ­τει ὀρ­γά­νω­ση, ποὺ οἰ­κο­δο­μεῖ.


Μέ­ρος τοῦ με­λισ­σιοῦ.

       Ναί, τὸ με­λίσ­σι ὡς σύ­νο­λο εἶ­ναι σὰν μιὰ μι­κρὴ κομ­μου­νι­στι­κὴ κοι­νω­νί­α. Ἑ­πο­μέ­νως, ἡ ἰ­δε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι πα­ροῦ­σα στὴν εἰ­κό­να τῆς μύ­γας καὶ τῆς μέ­λισ­σας.


Πῶς ἀ­πο­φα­σί­σα­τε ν’ ἀ­να­μει­χθεῖ­τε μὲ τὴν ὄ­πε­ρα;

       Ἔ­λα­βα ἕ­να γράμ­μα ἀ­πὸ ἕ­ναν πο­λω­νὸ συν­θέ­τη, τὸν Ἀ­λε­ξάν­τερ Νό­βακ. Εἶ­χαν ἐκ­δο­θεῖ δύ­ο βι­βλί­α μου στὰ πο­λω­νι­κὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Μοῦ ἔ­γρα­ψε πὼς εἶ­χε ἀ­κού­σει μιὰ συ­νέν­τευ­ξη ποὺ ἔ­δω­σα στὸ πο­λω­νι­κὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ μοῦ πρό­τει­νε νὰ γρά­ψω τὸ λιμ­πρέ­το γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη ὄ­πε­ρά του, δί­νον­τάς μου πλή­ρη ἐ­λευ­θε­ρί­α ὡς πρὸς τὸ θέ­μα, γιὰ νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει καὶ νὰ συν­θέ­σει ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω τὴ μου­σι­κή. Ἀρ­χι­κά, ἀρ­νή­θη­κα δι­ό­τι δὲν εἶ­χα γρά­ψει πο­τὲ τί­πο­τε γιὰ τὴν ὄ­πε­ρα καὶ δὲν δι­έ­θε­τα κα­θό­λου εἰ­δι­κὲς γνώ­σεις γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος. Ἐ­πέ­μει­νε πο­λύ, ὡ­στό­σο, καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ μοῦ στέλ­νει σιν­τὶ μὲ σύγ­χρο­νες ὄ­πε­ρες. Ξε­κί­νη­σα μὲ τὸ Einstein on the Beach τοῦ Φί­λιπ Γκλὰς καὶ τὸ Nixon in China τοῦ Τζὸν Ἀν­ταμς καὶ λί­γο-λί­γο κόλ­λη­σα. Ὅ­πως τὸ κα­τα­λά­βαι­να πρὶν ἀ­σχο­λη­θῶ, ἡ ὄ­πε­ρα ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος ξο­φλη­μέ­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ταί­ρια­ζε κα­θό­λου μὲ τὸ δι­κό μου γρά­ψι­μο, καὶ πή­γαι­νε ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ μα­ζὶ μ’ ἕ­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κό, με­γα­λο­πρε­πὲς ὕ­φος. Οἱ ὄ­πε­ρες αὐ­τές, ὅ­μως, μοῦ ἔ­δει­ξαν πὼς ὑ­πάρ­χει κι ἄλ­λος τρό­πος καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψα πὼς πολ­λοὶ συν­θέ­τες συ­νερ­γά­ζον­ται μὲ ποι­η­τές, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ Φί­λιπ Γκλὰς ποὺ δού­λε­ψε μὲ τὸν Γκίν­σμπεργκ. Δὲν ἤ­μουν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὸς μό­νον ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ὄ­πε­ρα, ἤ­μουν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὸς καὶ ὡς πρὸς τὸ ἂν ὁ πλα­νή­της Ἄ­ρης εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λος γιὰ τὸ θέ­μα μου, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἤ­θε­λα νὰ μοιά­ζει μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α ἢ μὲ οὐ­το­πι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ἀλ­λὰ μὲ μιὰ ἀ­πει­λὴ ποὺ σο­βεῖ. Ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σω τὸ μή­νυ­μα ὅ­τι τὸ κυ­ρί­αρ­χο θέ­μα δὲν εἶ­ναι τε­χνο­λο­γι­κὸ ἀλ­λὰ ψυ­χο­λο­γι­κό, νὰ θί­ξω το πῶς ζοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι ὁ ἕ­νας μα­ζὶ μὲ τὸν ἄλ­λον.

       Ὁ Ἀ­δὰμ καὶ ἡ Εὕ­α, πέ­ρα ἀ­πὸ σύμ­βο­λα τοῦ πρώ­του ἄν­δρα καὶ τῆς πρώ­της γυ­ναί­κας, εἶ­ναι καὶ πο­λὺ κοι­νὰ πο­λω­νι­κὰ ὀ­νό­μα­τα. Ἀρ­χι­κὰ δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ ἐν­σω­μα­τώ­σω τὴ μύ­γα στὸ ἔρ­γο, στὴ συ­νέ­χεια ὅ­μως δι­ά­βα­σα πα­ρα­πά­νω καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι ἡ μύ­γα εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος ζων­τα­νὸς ὀρ­γα­νι­σμός. Ἔ­τσι, ἔ­νι­ω­σα αὐ­το­στιγ­μεὶ νὰ συν­δέ­ο­μαι προ­σω­πι­κὰ μὲ τὸ ὑ­λι­κὸ καὶ τὸ θε­ω­ρῶ πάν­το­τε κρί­σι­μο σὲ κά­θε δου­λειά μου νὰ ὑ­πάρ­χει τὸ προ­σω­πι­κὸ αὐ­τὸ στοι­χεῖ­ο. Μιὰ ἀ­πὸ τὶς πλέ­ον λυ­πη­ρὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤ­μουν παι­δὶ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Λά­ϊ­κας τῆς σκυ­λί­τσας, καὶ πάν­το­τε ἔ­νι­ω­θα πὼς πρέ­πει νὰ βρί­σκε­ται ἀ­κό­μη κά­που ἐ­κεῖ πά­νω. Αὐ­τὸ ἦ­ταν με­γά­λο κομ­μά­τι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων. Κά­πως ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ γρά­ψω τὸ λιμ­πρέ­το αὐ­τὸ σὰν ὠ­δὴ στὴ Λά­ϊ­κα, στὶς μύ­γες, σὲ ὅ­λα τα ὄν­τα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται κα­τὰ τὴν ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τοῦ δι­α­στή­μα­τος, τὰ μι­σὰ ἀ­π’ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἐ­πέ­στρε­ψαν πο­τέ, κα­θὼς καὶ στὴ δυ­σπι­στί­α μου ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι μὲ τὸ νὰ πᾶ­με στὸ δι­ά­στη­μα θὰ λύ­σου­με τὸ πρό­βλη­μα τῶν ἀν­θρώ­πι­νων σχέ­σε­ων. Ἡ μύ­γα στὴν ὄ­πε­ρα κα­τα­φτά­νει μὲ μιὰ δό­ση εἰ­ρω­νεί­ας· καυ­χι­έ­ται ὅ­τι εἶ­ναι «ἡ πρώ­τη μύ­γα ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται σὲ ὄ­πε­ρα». Ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ σύγ­κρου­σης τῆς ὑ­ψη­λῆς φύ­σης τῆς ὄ­πε­ρας μὲ τὴν πο­τα­πό­τη­τα τῆς μύ­γας. Δού­λε­ψα πά­νω σ’ αὐ­τὸ μα­ζὶ μὲ τὸν συν­θέ­τη καὶ ἀ­να­πτύ­ξα­με πε­ραι­τέ­ρω ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ θέ­μα­τα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να συγ­κι­νη­τι­κὸ κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ μύ­γες τρα­γου­δοῦν ἐν χο­ρῷ τὴ δι­κή τους ἐκ­δο­χὴ γιὰ τὶς ἀ­παρ­χὲς τοῦ κό­σμου, τὸ ὁ­ποῖ­ο πά­ει κά­πως ἔ­τσι: «Ἐν ἀρ­χή, ὁ Θε­ὸς ἔ­πλα­σε τὴ μύ­γα, δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νον ἡ μύ­γα καὶ ἀ­πὸ τὴ μύ­γα γεν­νή­θη­καν τὰ πάν­τα» – μιὰ ἐκ­δο­χὴ ἀ­πό­κρυ­φη, τὴν ὁ­ποί­α ὁ­ρι­σμέ­να μέ­λη τοῦ θιά­σου ἀρ­νή­θη­καν νὰ τρα­γου­δή­σουν στὶς πρό­βες δι­ό­τι πή­γαι­νε κόν­τρα στὶς πε­ποι­θή­σεις τους.


Ἔ­νι­ω­σαν πὼς ἐ­ναν­τι­ώ­νε­ται στὸν κα­θο­λι­κι­σμό; Τὸ βρῆ­καν βλά­σφη­μο;

       Ναί, ἀρ­νή­θη­καν νὰ συμ­με­τά­σχουν καὶ χρει­ά­στη­κε συν­το­νι­σμέ­νη προ­σπά­θεια γιὰ νὰ τοὺς με­τα­πεί­σου­με ὅ­τι πρό­κει­ται πε­ρὶ μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ὅ­τι ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸ ἐν­νο­οῦ­σα αὐ­τὸ γιὰ τὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α καὶ τὴ Γέ­νε­ση καὶ ὄ­χι γιὰ τοὺς κα­θο­λι­κούς. Τὸ κα­τα­νο­ῶ πὼς τὸ λιμ­πρέ­το ἦ­ταν προ­κλη­τι­κό, κι ἐ­νῶ ὁ­ρι­σμέ­νοι κρι­τι­κοὶ τὸ ἀγ­κά­λια­σαν, ἄλ­λοι τὸ ἐ­ξέ­λα­βαν σὰν γε­λοι­ο­ποί­η­ση τοῦ εἴ­δους. Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση, ὅ­μως, πὼς οἱ συ­νερ­γα­σί­ες με­τα­ξὺ συν­θε­τῶν καὶ συγ­γρα­φέ­ων ὑ­πῆρ­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὲς γιὰ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ὄ­πε­ρας. Ὁ συν­θέ­της μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο συ­νερ­γά­στη­κα δου­λεύ­ει τώ­ρα πά­νω σε μιὰ νέ­α ὄ­πε­ρα, ποὺ τὸ λιμ­πρέ­το της θὰ τὸ γρά­ψει ἡ Ὄλ­γκα Τό­καρ­τσουκ.


Κά­τι ἄλ­λο ἢ μᾶλ­λον κά­ποι­ος ἄλ­λος ποὺ ἔ­χει δια­ρκῆ πα­ρου­σί­α στὰ βι­βλί­α σας εἶ­ναι ὁ Γκα­ου­στίν, σὰν χα­ρα­κτή­ρας ἀλ­λὰ καὶ σὰν ἄλ­τερ ἔγ­κο. Θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ μᾶς πεῖ­τε πε­ρισ­σό­τε­ρα γι’ αὐ­τὸν καὶ γιὰ τὸ πῶς τὸν ἐ­πι­νο­ή­σα­τε;

       Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴν ποί­η­σή μου – ὅ­πως καὶ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μο­τί­βα ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται στὴ δου­λειά μου. Ἤ­θε­λα στὴν ἀρ­χὴ κά­ποι­ου ποι­ή­μα­τος νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μό­το ποὺ νὰ μὴν τὸ ὑ­πο­γρά­φω ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος κι ἔ­τσι ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ ἐ­πι­νο­ή­σω ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα καὶ σκέ­φτη­κα τὸν Γκα­ου­στίν, ἕ­ναν τρο­βα­δοῦ­ρο τοῦ δέ­κα­του τρί­του αἰ­ώ­να. Τὸ μό­το ἔ­πι­α­νε τρεῖς ἀ­ρά­δες καὶ ἔ­λε­γε πε­ρί­που: «Τὸν τρο­βα­δοῦ­ρο τὸν δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ γυ­ναί­κα, τὸ ξα­να­λέ­ω, αὐ­τὴ ἐ­φηῦ­ρε τὸν ἐ­φευ­ρέ­τη.» Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου, θυ­μᾶ­μαι πὼς συ­νάν­τη­σα τυ­χαῖ­α τὸν κα­θη­γη­τή μου τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας —τὸν κα­λύ­τε­ρο στὸ ἀν­τι­κεί­με­νό του— μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη καὶ μοῦ εἶ­πε, σχε­δὸν σὰν νά ’­ναι ἔ­νο­χος γιὰ κά­τι, «Ἔ­χω φά­ει ὅ­λο το ἀ­πό­γευ­μα νὰ ψά­χνω στὰ ἀρ­χεῖ­α τῆς βι­βλι­ο­θή­κης γι’ αὐ­τὸν τὸν Γκα­ου­στὶν καὶ δὲν βρί­σκω κα­μιὰ ἀ­πο­λύ­τως πη­γὴ ποὺ νὰ τὸν ἀ­να­φέ­ρει». Ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ ὄ­μορ­φη φι­λο­φρό­νη­ση. Κά­πως ἔ­τσι, ὁ Γκα­ου­στὶν προ­χώ­ρη­σε καὶ βρῆ­κε τὸν δρό­μο του, κά­νον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­σή του μὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φές.


Πό­τε κα­θί­σα­τε καὶ γρά­ψα­τε γιὰ πρώ­τη φο­ρά;

       Ὅ­ταν ἤ­μουν ἑ­φτὰ ἢ ὀ­χτὼ χρό­νων, εἶ­χα πά­ρει ἕ­να πα­λιὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο τῆς μη­τέ­ρας μου ἢ τοῦ παπ­ποῦ μου κι ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω ποι­ή­μα­τα. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἦ­ταν πο­λὺ σκο­τει­νά, δὲν ἔ­μοια­ζαν μὲ παι­δι­κὰ ποι­ή­μα­τα. Σὰν παι­δὶ ἤ­μουν κά­πως βα­ρύς· μπο­ρεῖ νὰ ἔ­ζη­σα εὐ­τυ­χι­σμέ­να παι­δι­κὰ χρό­νια, σκε­φτό­μουν ὅ­μως ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ σκο­τει­νὰ πράγ­μα­τα, τὸ γῆ­ρας, τὸν θά­να­το.


Πι­στεύ­ε­τε πὼς αὐ­τὸ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι πολ­λὰ παι­διὰ ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρὸ τὰ με­γά­λω­ναν οἱ παπ­ποῦ­δες τους, ἑ­πο­μέ­νως περ­νοῦ­σαν πο­λὺ χρό­νο ἐ­κτε­θει­μέ­να στὸ γῆ­ρας;

       Ἀ­κρι­βῶς, θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ ὅ­ταν ἤ­μουν ὀ­χτὼ χρό­νων τὴ για­γιά μου ν’ ἀ­νοί­γει τὴν ντου­λά­πα καὶ νὰ μοῦ λέ­ει, «Ὅ­ταν πε­θά­νω καὶ μὲ θά­ψε­τε, θέ­λω νὰ φο­ρά­ω αὐ­τὸ κι ἐ­κεῖ­νο τὸ ροῦ­χο» καὶ ζοῦ­σα λὲς κι εἶ­χα τὸν θά­να­το μέ­σα ἐ­κεῖ στὴν ντου­λά­πα· ἂν ἅ­πλω­να τὸ χέ­ρι μου, θὰ τὸν ἔ­πι­α­να. Ἔ­βγα­ζε καὶ δο­κί­μα­ζε δι­ά­φο­ρα ροῦ­χα, φο­ροῦ­σε ἕ­να και­νού­ριο μαν­τί­λι στὸ κε­φά­λι καὶ κοι­τι­ό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη γιὰ νὰ δι­α­πι­στώ­σει ἂν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ εὐ­πα­ρου­σί­α­στη γιὰ νὰ τὴ βρεῖ ὁ θά­να­τος.

       Ὅ­πως καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι τοῦ και­ροῦ της, συ­νή­θι­ζε νὰ λέ­ει φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὴ λα­ϊ­κὴ πα­ρά­δο­ση, ἔ­δει­χνε κά­ποι­ον κι ἔ­λε­γε «ἔ­χει φτε­ρὰ ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ του», «ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ ἔ­κα­νε ἔ­ρω­τα μ’ ἕ­ναν δρά­κο», σὰν ἕ­νας ντό­πιος Μάρ­κες τοῦ χω­ριοῦ, χω­ρὶς νὰ τὸν ἔ­χει οὔ­τε κὰν ἀ­κου­στά.


Πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς μι­λοῦν γιὰ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο καμ­πῆς ἢ γιὰ κά­ποι­α ἐ­πιρ­ρο­ὴ ποὺ τοὺς ἔ­δω­σε σχε­δὸν τὴν ἄ­δεια νὰ γρά­ψουν ὅ­πως γρά­φουν, εἴ­τε δι­ό­τι κά­τι τέ­τοι­ο δὲν ὑ­πῆρ­χε ὣς τό­τε εἴ­τε δι­ό­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο. Ὑ­πῆρ­ξε κά­τι ἀν­τί­στοι­χο γιὰ ἐ­σᾶς; Ἔ­χω στὸν νοῦ μου ἰ­δί­ως τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρεκ­κλί­νει σα­φῶς ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ ἀ­π’ ὅ,τι γρα­φό­ταν τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο.

       Πράγ­μα­τι, μό­λις ἐκ­δό­θη­κε, ἀ­πο­τέ­λε­σε ἀν­τι­κεί­με­νο δι­α­μά­χης ἡ ὁ­ποί­α ξε­δι­πλώ­θη­κε σὲ μιὰ σει­ρὰ συ­ζη­τή­σε­ων ἀλ­λὰ καὶ κρι­τι­κῶν μὲ θέ­μα τὸ ἂν μπο­ρεῖ κα­νεὶς ἀ­κό­μη καὶ νὰ γρά­ψει κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο. Συ­νει­δη­το­ποι­ῶ τώ­ρα πιὰ πὼς τὸ βι­βλί­ο ἴ­σως ἦ­ταν τολ­μη­ρὸ κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α, τό­τε ὅ­μως δὲν τὸ βί­ω­να ἔ­τσι. Ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ἔ­γρα­φα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ποί­η­ση καὶ αἰ­σθα­νό­μουν πὼς ὅ,τι κι ἂν συμ­βεῖ, εἶ­μαι ἕ­νας ποι­η­τὴς ποὺ ἔ­τυ­χε ἁ­πλῶς νὰ γρά­ψει κά­ποι­α στιγ­μὴ καὶ πε­ζὸ λό­γο. Δὲν εἶ­μαι ὅ­μως ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τούς, τοὺς πε­ζο­γρά­φους, καὶ δὲν θὰ ἔμ­παι­να πο­τὲ στὸ σι­νά­φι τους. Τὸ ὅ­τι ἐρ­χό­μουν στὸ ἐν λό­γῳ εἶ­δος ἀ­πὸ ἀλ­λοῦ μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω πὼς μπο­ρῶ νὰ κά­νω τὰ πάν­τα. Τὸ ἄλ­λο ση­μαν­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι ὅ­τι μι­λᾶ­με γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990, τό­τε ποὺ ὄν­τως νι­ώ­θα­με πὼς ὅ­λα εἶ­ναι ἐ­φι­κτά, καὶ στὴ γλώσ­σα καὶ στὰ πάν­τα. Καὶ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κα­θί­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ νὰ λει­τουρ­γεῖ ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα, ποὺ νὰ πα­ρι­στά­νει πὼς εἶ­ναι τυ­πι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, εἰ­δι­κὰ ἐ­φό­σον εἶ­χα ἤ­δη συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι ἡ πα­ρά­δο­ση αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν πλέ­ον δυ­να­τὸ νὰ συ­νε­χι­στεῖ ἢ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ἐ­παρ­κής. Ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σω εὐ­θέ­ως στὸν ἀ­να­γνώ­στη. Καί, ἐρ­χό­με­νος ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση, ἤ­θε­λα κά­θε πρό­τα­ση νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κή. Τὸ στοι­χεῖ­ο αὐ­τὸ χα­ρα­κτή­ρι­ζε καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸ κα­θε­τὶ ποὺ γρά­φω, ἡ ἑ­στί­α­ση στὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν προ­τά­σε­ων, ποὺ συν­δέ­ε­ται πιὸ πο­λὺ μὲ τὴν ποί­η­ση.

       Βί­ω­σα καὶ τὸ ἑ­ξῆς καὶ μοῦ ἔ­δω­σε ἴ­σως τὴν ἄ­δεια· ξε­κί­νη­σα νὰ γρά­φω στὰ τριά­ντα μου, τὸ 1998, μὲ τὸ ποὺ βγῆ­κε τὸ δι­α­ζύ­γιό μου. Τὸ κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ζεῖ γιὰ μῆ­νες σ’ ἕ­να δω­μά­τιο χω­ρὶς τη­λέ­φω­νο εἶ­ναι προ­σω­πι­κό, αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό. Κά­πως ἔ­τσι εἶ­χαν τὰ πράγ­μα­τα —πα­ρά­ξε­νος και­ρός, και­ρὸς ἀ­πο­μό­νω­σης— ὅ­ταν ξέ­θα­ψα τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ριά μου —τό­τε εἶ­χα πε­ρί­που δε­κα­πέν­τε— καὶ θέ­λη­σα νὰ γρά­ψω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ν’ ἀν­τα­να­κλᾶ τὶς ση­μει­ώ­σεις ποὺ βρί­σκον­ταν ἀ­τά­κτως ἐρ­ρι­μέ­νες στὶς σε­λί­δες τους.

       Μιὰ ἀ­κό­μη ση­μαν­τι­κὴ ἐ­πιρ­ρο­ὴ εἶ­ναι τὸ βι­βλί­ο Ὁ θά­να­τος ἑ­νὸς με­λισ­σο­κό­μου (En biodlares dod) τοῦ Λὰρς Γκού­σταφ­σον μὲ θέ­μα ἕ­ναν δά­σκα­λο ποὺ ἔ­χει δι­α­γνω­στεῖ μὲ καρ­κί­νο κι ὁ ὁ­ποῖ­ος ζεῖ μό­νος του καὶ κρα­τᾶ ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὰ λου­λού­δια, τὴ με­λισ­σο­κο­μί­α, τὰ φυ­το­λό­για κλπ. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ἔ­τρε­φα ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴ βο­τα­νι­κὴ καὶ περ­νοῦ­σα πο­λὺ χρό­νο στὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη δι­α­βά­ζον­τας γιὰ τέ­τοι­ου εἴ­δους θέ­μα­τα, προ­τοῦ ἀ­πο­φα­σί­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να ἄρ­θρο μὲ θέ­μα πῶς ἐ­πέ­δρα­σε o λό­γος τῆς βο­τα­νι­κῆς των ἀρ­χῶν τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να στὴ λο­γο­τε­χνί­α.


Πῶς σᾶς φά­νη­κε ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ βι­βλί­ου ἀ­νὰ τὸν κό­σμο;

       Μοῦ ἄ­ρε­σε ποὺ ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ βι­βλί­ου ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο. Στὴ Γαλ­λί­α, οἱ κρι­τι­κοὶ ἔ­γρα­ψαν ὅ­τι τὸ ὕ­φος εἶ­ναι εὐ­θυ­γραμ­μι­σμέ­νο μὲ τὴ γαλ­λι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση, ὅ­τι τὸ εἶ­χαν ἐ­φεύ­ρει γάλ­λοι συγ­γρα­φεῖς, ἐ­νῶ πα­ρέ­θε­ταν καὶ τὰ σχε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα. Στὴν Ἀγ­γλί­α, ὑ­πῆρ­ξε γε­νι­κὴ συμ­φω­νί­α ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἡ δύ­να­μη τοῦ βι­βλί­ου δὲν ὀ­φεί­λε­ται στὶς με­τα­μον­τέρ­νες τε­χνι­κές του, ἀλ­λὰ στὸ ὅ­τι πα­ρὰ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες τε­χνι­κὲς εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α του αὐ­τὴ ποὺ σὲ συ­ναρ­πά­ζει. Στὴ Village Voice γρά­φτη­κε ἐ­πί­σης ὅ­τι ὁ με­τα­μον­τερ­νι­σμὸς εἶ­ναι πα­ρω­χη­μέ­νος. Ἡ πιὸ πρό­σφα­τη με­τά­φρα­ση μέ­χρι σή­με­ρα εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴν Ἰσ­λαν­δί­α, ὅ­που το βι­βλί­ο δι­α­βά­στη­κε σὰν πο­λὺ χα­ρού­με­νο, εὔ­θυ­μο καὶ εἰ­ρω­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα.Ὑ­πάρ­χει ὄν­τως εἰ­ρω­νι­κὴ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση τὴν ὁ­ποία δὲν βρί­σκου­με στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ποὺ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες του τὸ βρῆ­καν ἐν γέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο.


Στὴ θέ­ση τῆς εἰ­ρω­νεί­ας ὑ­πάρ­χει κά­τι πιὸ προ­σω­πι­κό.

       Ναί, κι ἐ­νῶ τὰ με­τα­μον­τέρ­να αὐ­τὰ παι­χνί­δια μὲ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν καὶ μοῦ ἔ­δω­σαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ γρά­ψω τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­λη­σα νὰ κά­νω ἕ­να ἀ­κό­μη βῆ­μα καὶ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τὴν εἰ­ρω­νι­κὴ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση καὶ ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α πι­στεύ­ω πὼς τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας εἶ­ναι τὸ γεν­ναι­ό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Κι ὅ­μως, πα­ρό­τι ἔ­νι­ω­θα πὼς τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας βρί­σκε­ται πιὸ κον­τὰ στὸ κλα­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι πολ­λοὶ ἐκ­δό­τες, ἰ­δί­ως ἀγ­γλό­φω­νοι, τὸ φο­βή­θη­καν ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λύ. Καὶ μό­νο ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τή, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση δη­λα­δὴ νὰ δώ­σεις κά­τι σ’ ἕ­ναν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ ἐν­δέ­χε­ται νὰ μὴν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς μυ­θι­στό­ρη­μα, μὲ τὴν κλα­σι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου, φάν­τα­ζε ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­σοί­ω­νη.


Νι­ώ­σα­τε πο­τὲ ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μό σας ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νους προ­γό­νους στὴ λο­γο­τε­χνί­α ἢ πὼς στρέ­φε­ται ἐν­δε­χο­μέ­νως συ­νει­δη­τὰ ἐ­ναν­τί­ον μιᾶς συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐ­θνι­κῆς πα­ρά­δο­σης στὴ Βουλ­γα­ρί­α; Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ τῶν δύ­ο μυ­θι­στο­ρη­μά­των σας εἶ­ναι ἡ παν­τε­λής, σχε­δόν, ἔλ­λει­ψη προ­η­γού­με­νου στὰ βουλ­γα­ρι­κὰ γράμ­μα­τα.

       Δι­α­θέ­τω φι­λο­λο­γι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο καὶ πολ­λὰ κλα­σι­κὰ βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα ἔ­χουν συμ­βά­λει στὴ δι­ά­πλα­σή μου. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια πὼς ὅ­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ὑ­πῆρ­ξε ἀ­μη­χα­νί­α λό­γῳ του ὅ­τι συγ­κρου­ό­ταν μὲ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὅ­τι δὲν προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ πε­ζο­γρα­φι­κὴ πα­ρά­δο­ση ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ρῆγ­μα, ὡς πρὸς τὸ ὕ­φος, στὴν πα­ρά­δο­ση ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη αἴ­σθη­ση ἀ­πό­δρα­σης ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ 1989. Θυ­μᾶ­μαι νὰ περ­νῶ ὅ­λη τὴ μέ­ρα στὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη, μιᾶς καὶ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο χρό­νο τῶν σπου­δῶν μου στα­μά­τη­σα νὰ πη­γαί­νω στὸ πα­νε­πι­στή­μιο λό­γῳ τῶν γε­γο­νό­των τοῦ 1989. Βρι­σκό­μα­στε εἴ­τε στὸν δρό­μο εἴ­τε στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὅ­που ἀ­κού­γα­με τὶς ἀ­να­τα­ρα­χὲς ποὺ συ­νέ­βαι­ναν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ξω. Δι­ά­βα­ζα κυ­ρί­ως φι­λο­σο­φί­α, ἐ­νῶ μ’ ἐν­δι­έ­φε­ρε καὶ ἡ ἐ­θνο­με­θο­δο­λο­γί­α. Ὁ Σούλ­τς, ἡ συ­νο­μι­λί­α στὸν Γκαρ­φίν­κελ, ἡ με­λέ­τη τῆς πραγ­μα­το­λο­γι­κῆς λει­τουρ­γί­ας τῆς γλώσ­σας —τὸ πῶς ξε­κι­νᾶ μιὰ συ­νο­μι­λί­α, τὸ πῶς μι­λᾶ­με— μ’ ἔ­φε­ραν πο­λὺ κον­τὰ στὴν κοι­νο­το­πί­α. Ἡ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνία εἶ­ναι πιὸ με­γα­λο­πρε­πής, πιὸ συν­τη­ρη­τι­κή. Τὰ μι­κρὰ κι ἀ­σή­μαν­τα πράγ­μα­τα ποὺ ἦ­ταν κομ­μά­τι τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς καὶ τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σε­ων —ἔ­νι­ω­θα πὼς ὁ σο­σι­α­λι­σμὸς ὅ­λος ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό, αὐ­τοῦ του εἴ­δους ἡ ἐ­λά­χι­στη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Οἱ συ­νο­μι­λί­ες εἶ­χαν ὡς ἑ­ξῆς: «πῶς εἶ­σαι, τί κά­νεις», «ἐν­νο­εῖς τί θὰ ἔ­κα­να», «ναί, τί θὰ ἔ­κα­νες», «φεύ­γει ἡ ζω­ή, γερ­νᾶ­με, ση­μα­σί­α ἔ­χει τὰ παι­διὰ νὰ εἶ­ναι κα­λὰ καὶ νὰ ἔ­χουν ὑ­γεί­α, θὰ τὰ βο­η­θή­σου­με ὅ­πως μπο­ροῦ­με»— ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ κα­τα­σκευ­ές.

       Πρό­κει­ται σχε­δὸν γιὰ ἕ­να ζὲν τοῦ κοι­νό­το­που. Ἡ εἰ­ρω­νεί­α μου δὲν σκλη­ραί­νει ἀρ­κε­τὰ ὥ­στε νὰ φτά­σει νὰ γί­νει σαρ­κα­σμός. Προ­σπα­θοῦ­σα ἀ­κό­μη νὰ κα­τα­νο­ή­σω, νὰ ἐμ­πλα­κῶ. Μ’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α, πι­στεύ­ω πὼς δὲν εἶ­μαι οὔ­τε ἕ­νας τυ­πι­κὸς με­τα­μον­τέρ­νος συγ­γρα­φέ­ας καὶ δὲν ἔ­νι­ω­σα πο­τὲ πὼς ἀ­νή­κω στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη πα­ρά­δο­ση. Ἀ­που­σιά­ζει ἐν­τε­λῶς ἡ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση, ἡ σά­τι­ρα· γύ­ρευ­α μιὰ αἴ­σθη­ση πα­ρη­γο­ριᾶς, τρυ­φε­ρό­τη­τας.


Ἔ­κα­να ὁ­ρι­σμέ­νες σκέ­ψεις γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κό­τη­τα τῆς γλώσ­σας, τὸ νὰ ἐκ­λαμ­βά­νει κα­νεὶς τὶς λέ­ξεις σὰν ξε­χω­ρι­στὲς ὀν­τό­τη­τες, κά­ποι­ες ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων βρί­σκον­ται ὑ­πὸ τὴν ἀ­πει­λὴ τῆς ἐ­ξα­φά­νι­σης. Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τή, νὰ φτια­χτεῖ τὸ ἀρ­χεῖ­ο μιᾶς γλώσ­σας ποὺ χά­νε­ται, νὰ δι­α­τη­ρη­θοῦν ἡ γλώσ­σα τῶν προ­γό­νων, οἱ ἰ­δι­ω­μα­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις μιᾶς ὁ­ρι­σμέ­νης ἐ­πο­χῆς, ἐκ­φρά­σεις ποὺ δὲν χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται πιὰ κλπ. ἦ­ταν μιὰ προ­σπά­θεια ποὺ ἔ­γι­νε συ­νει­δη­τά;

       Εἶ­χα ἐ­ξαρ­χῆς στὸ μυα­λό μου τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας νὰ λει­τουρ­γή­σει ὡς χρο­νο­κά­ψου­λα. Γρά­φω ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς κά­τι δι­α­τη­ρῶ, εἶ­ναι ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο γρά­φου­με. Ὅ­σο γιὰ τὴ γλώσ­σα, ἕ­να κομ­μά­τι της προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ για­γιά μου, εἶ­ναι μιὰ προ­σο­σι­α­λι­στι­κὴ γλώσ­σα, σχε­δὸν μυ­θο­λο­γι­κὴ ὑ­πὸ μί­α ἔν­νοι­α. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, εἴ­χα­με μέ­λισ­σες καὶ ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα τῶν με­λισ­σῶν, μὲ ἄλ­λα λό­για ἡ «βα­σί­λισ­σα μέ­λισ­σα», ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ με­λίσ­σι, ἡ για­γιά μου φώ­να­ζε «μάτ, μάτ, μάτ» καὶ ἡ μέ­λισ­σα ἐ­πέ­στρε­φε στὸ με­λίσ­σι. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα ὅ­τι mat (μὰτ) εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἡ ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ ρί­ζα τῆς λέ­ξης «mother» (μη­τέ­ρα). Ἑ­πο­μέ­νως, μι­λᾶ­με στὴ μέ­λισ­σα στὴν ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ γλώσ­σα. Τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σα αὐ­τὸ σ’ ἕ­να ποί­η­μα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να ποί­η­μα τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, τὸ «Μυ­στι­κοὶ δεῖ­πνοι τῆς γλώσ­σας», τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ γιὰ τὴ «γλώσ­σα τοῦ παπ­ποῦ Οὐ­ί­τμαν καὶ τοῦ παπ­ποῦ μου / αὐ­τὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­ρι­ό­ταν τὰ πρό­βα­τα / αὐ­τὴ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­λά­βαι­ναν», τὴ γλώσ­σα «τοῦ παπ­ποῦ Ἔ­λιοτ καὶ τοῦ πα­τέ­ρα μου», τῆς «για­γιᾶς Ἔ­μι­λυς καὶ τῆς για­γιᾶς Λί­ζας (τῆς Ἐ­λι­σα­βέ­τας Μπαγ­κριά­να) καὶ τῆς για­γιᾶς μου»· τὶς ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σεις καὶ τὶς συν­δέ­σεις αὐ­τὲς τὶς θε­ω­ροῦ­σα πάν­τα πο­λὺ ση­μαν­τι­κές.

      Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη δι­ά­βα­ζα κυ­ρί­ως ποί­η­ση ἀ­πὸ τὶς δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 1930 καὶ τοῦ 1940 καὶ ἡ γλώσ­σα ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ βρί­σκον­ταν στὸν πε­ρί­γυ­ρό μου μα­ζὶ μὲ τὴν ποί­η­ση αὐ­τή, ὁ συν­δυα­σμὸς αὐ­τός, ὑ­πῆρ­ξε στα­θε­ρὸ κομ­μά­τι τοῦ γρα­ψί­μα­τός μου. Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ ὅ­ταν ἀ­να­φέ­ρω τὶς ἐ­πιρ­ρο­ές μου, ὁ Μπόρ­χες πάν­τα πά­ει μα­ζὶ μὲ τὴ για­γιά μου, συν­δυ­α­στι­κά, πο­τὲ χω­ρι­στά. Τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ τοῦ θαυ­μα­στοῦ μέ­σα στὸ κα­θη­με­ρι­νὸ τὴν ἔ­χω κον­τά μου ἀ­πὸ τὰ παι­δι­κά μου χρό­νια, τό­τε ποὺ δι­ά­βα­ζα Ἀν­τερ­σεν καὶ περ­νοῦ­σα πολ­λὴ ὥ­ρα μό­νος. Οἱ γο­νεῖς μου ἐρ­γά­ζον­ταν κι ἔ­τσι περ­νοῦ­σα πολ­λὲς ὧ­ρες σὲ δι­ά­φο­ρα δω­μά­τια, προ­σπα­θών­τας νὰ ἐ­πι­νο­ή­σω δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα γιὰ νὰ πε­ρά­σω τὸν και­ρό μου, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα προ­σπα­θοῦ­σα νὰ με­τα­τρέ­ψω τὸ νε­ρὸ σὲ λε­μο­νά­δα ἢ νὰ ἐ­κτε­λέ­σω ἕ­να πεί­ρα­μα φυ­σι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα δι­α­βά­σει, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα νὰ βά­λω μιὰ τρί­χα ἀ­πὸ τὴν οὐ­ρὰ ἑ­νὸς ἀ­λό­γου στὸ νε­ρὸ ὥ­στε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα μέ­ρες νὰ με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ φί­δι. Ὑ­πῆρ­χε στὴ γλώσ­σα μιὰ ποι­ό­τη­τα σχε­δὸν ὁ­ρα­τὴ καὶ ἡ ἴ­δια ποι­ό­τη­τα ὑ­πῆρ­χε καὶ στὰ ἀν­τι­κεί­με­να τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να παι­χνί­δι ποὺ ἔ­λε­γε: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­σὺ εἶ­σαι ἐ­σύ, ποιός ἔ­φα­γε σκα­τά, ἐ­γὼ ἢ ἐ­σύ;». Ἡ σύν­δε­ση αὐ­τή, λοι­πόν, μὲ τὴ γλώσ­σα ἔρ­χε­ται ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α καὶ ἕ­να κομ­μά­τι της εἶ­ναι συ­χνὰ ἡ γλώσ­σα τῆς παι­δι­κῆς μου ἡ­λι­κί­ας. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να μό­το στὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ λέ­ει «Μό­νο το κοι­νό­το­πο μοῦ κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον» καὶ πράγ­μα­τι μό­νο τὸ ἐ­φή­με­ρο, τὸ θνη­τὸ μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε. Ἡ για­γιά μου ἔ­λε­γε συ­χνὰ ὅ­τι «οἱ μύ­γες καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι μοι­ρά­ζον­ται τὴν ἴ­δια συ­νεί­δη­ση», ὅ­τι δὲν εἴ­μα­στε ση­μαν­τι­κοὶ πα­ρὰ μό­νο τρῶ­με ψω­μί, σὰν τὶς μύ­γες. Θὰ μπο­ρού­σα­με εἴ­τε νὰ ὑ­πάρ­χου­με εἴ­τε νὰ μὴν ὑ­πάρ­χου­με. Δὲν εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­καῖ­οι, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καὶ οἱ μύ­γες, δὲν εἴ­μα­στε ἀ­πα­ραί­τη­τοι. Αὐ­τὴ ἡ ἡ­συ­χα­στι­κὴ σχε­δὸν πα­ραί­τη­ση ἀ­πὸ τὸ νό­η­μα τοῦ κό­σμου εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ καὶ ὑ­πὸ μί­α ἔν­νοι­α πο­ρεύ­ε­σαι μ’ αὐ­τή. Ζή­σα­με σὲ δι­ά­φο­ρα ὑ­πό­γεια δω­μά­τια στὸ νοί­κι, μεί­να­με σὲ κλει­στο­φο­βι­κοὺς χώ­ρους. Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ἀ­νή­κουν σὲ μιὰ προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση, εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ποὺ λέ­νε ἱ­στο­ρί­ες καὶ ὅ­ταν τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο μέ­νεις εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο, μό­νο μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ συν­δε­θεῖς μὲ τὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ἡ για­γιά μου ὄν­τως κα­λοῦ­σε ἀν­θρώ­πους νὰ μᾶς ἐ­πι­σκε­φθοῦν καὶ νὰ μᾶς μι­λή­σουν γιὰ τοὺς τό­πους στοὺς ὁ­ποί­ους εἶ­χαν τα­ξι­δέ­ψει καὶ γιὰ ὅ­σα εἶ­χαν κά­νει ἐ­κεῖ. Ὅ­ταν δὲν ἔ­χεις κα­μιὰ πρό­σβα­ση στὸν κό­σμο καὶ γνω­ρί­ζεις ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ἐ­λά­χι­στοι τρό­ποι γιὰ νὰ τὸν βι­ώ­σεις μὲ τρό­πο φυ­σι­κό, καὶ δὲν εἶ­σαι ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ τὴ με­τα­φυ­σι­κή, ἐν­τέ­λει ἐ­φευ­ρί­σκεις ἰ­δι­ω­τι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ ἱ­ε­ροῦ.


Λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη πό­σο στέ­ρε­η καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νη εἶ­ναι ἡ γλώσ­σα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­τλεῖ­τε τὸ λε­ξι­λό­γιό σας, ποι­ά εἶ­ναι ὡς τώ­ρα ἡ ἐμ­πει­ρί­α σας ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ με­τά­φρα­ση; Ἔ­παι­ξε ρό­λο ἡ συ­νερ­γα­σί­α ἢ θὰ λέ­γα­με πὼς εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ζή­τη­μα ἐμ­πι­στο­σύ­νης;

       Ἡ συ­νερ­γα­σί­α ἔ­χει παί­ξει με­γά­λο ρό­λο στὰ βι­βλί­α μου, ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὸν λό­γο ὅ­τι ἡ κα­θε­μιὰ πρό­τα­ση ξε­χω­ρι­στὰ ἔ­χει ση­μα­σί­α. Πάν­το­τε ἀ­νη­συ­χῶ ὅ­ταν οἱ με­τα­φρα­στὲς δὲν μοῦ ἀ­πευ­θύ­νουν ἐ­ρω­τή­μα­τα καὶ ὅ­ταν δὲν μι­λᾶ­με ἐ­νό­σω με­τα­φρά­ζουν. Συ­χνὰ σ’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις προ­κύ­πτουν τε­ρα­τώ­δη λά­θη. Ἀ­πο­λαμ­βά­νω ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α μὲ τοὺς κα­τὰ και­ροὺς με­τα­φρα­στὲς τοῦ ἔρ­γου μου καὶ τὸ νὰ βρί­σκο­μαι ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὰ ἀ­με­τά­φρα­στα στοι­χεῖ­α τῆς κά­θε γλώσ­σας. Δὲν ἔ­χου­με ἀ­κό­μα ἀ­πο­φα­σί­σει ἂν ἡ λέ­ξη тъга ἀ­πο­δί­δε­ται μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­κρί­βεια ὡς θλί­ψη ἢ με­λαγ­χο­λί­α. Ξα­να­σκε­φτό­μα­στε, ἐ­πί­σης, πῶς θὰ με­τα­φρά­σου­με τὴν τε­λευ­ταί­α πρό­τα­ση τοῦ προ­λό­γου στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας: τὴ στιγ­μὴ ποὺ μι­λᾶ­με εἶ­ναι «Ἐ­μεῖς εἶ­μαι» ἀλ­λὰ ἡ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὴ ση­μα­σί­α εἶ­ναι «Ἐ­γὼ εἶ­ναι» καὶ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ ὅ­τι ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ἐν­σαρ­κώ­νει καὶ ἄλ­λους χα­ρα­κτῆ­ρες. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι ἂν θὰ ἐ­πι­λέ­ξου­με ὅ,τι ἀ­κού­γε­ται φυ­σι­κό­τε­ρο ἢ ὅ,τι με­τα­φέ­ρει κα­λύ­τε­ρα τὸ νό­η­μα.

       Ἕ­να ἄλ­λο πρό­βλη­μα εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­φα­σί­σου­με τὴν πο­σό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των ποὺ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ ἐ­ξη­γή­σου­με σ’ ἕ­ναν «ξέ­νο» ἀ­να­γνώ­στη. Ἡ με­τα­φρά­στριά μου στὰ ἀγ­γλι­κά, ἡ Ἄν­τζε­λα Ρον­τέλ, εἶ­χε μιὰ πο­λὺ κα­λὴ ἰ­δέ­α, νὰ προ­σθέ­σου­με ὑ­πο­σε­λί­δι­ες ση­μει­ώ­σεις, οἱ ἐκ­δό­τες ὅ­μως δὲν τὴν ἐν­στερ­νί­στη­καν. Ἐ­ξάλ­λου, τὸ βι­βλί­ο ἔ­χει ἤ­δη στὴν ἀρ­χι­κή του μορ­φὴ πολ­λὲς λί­στες καὶ κά­ψου­λες λέ­ξε­ων.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει ἕ­να ἐ­κτε­νὲς ἄρ­θρο ποὺ εἶ­χε γρά­ψει ὁ Ντι­μί­ταρ Κε­νά­ροφ στὴν Boston Review πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα πε­ρί­που χρό­νια, στὸ ὁ­ποῖ­ο σᾶς ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὸν λι­γό­τε­ρο βούλ­γα­ρο με­τα­ξύ των βούλ­γα­ρων συγ­γρα­φέ­ων», ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὸ ὕ­φος σας καὶ στὴν αἰ­σθαν­τι­κό­τη­τά σας. Πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι λέ­ει κά­τι αὐ­τό;

       Εἶ­ναι πα­ρά­δο­ξο δι­ό­τι τὰ θέ­μα­τά μου καὶ οἱ ἱ­στο­ρί­ες μου συν­δέ­ον­ται μὲ πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο μὲ τὴ Βουλ­γα­ρί­α. Αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ κά­νω καὶ ποὺ ἴ­σως προ­ξε­νεῖ αὐ­τὴ τὴν ἐν­τύ­πω­ση εἶ­ναι νὰ πῶ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες αὐ­τὲς το­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες —χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­κλεί­ω ἱ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970 καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980— καὶ ν’ ἀ­φυ­πνί­σω μιὰ κά­ποι­α συλ­λο­γι­κὴ μνή­μη στὸν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ δὲν ἔ­χει γνώ­σεις γιὰ τὸν τό­πο αὐ­τό. Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ πὼς μι­λᾶς γιὰ τὴ με­λαγ­χο­λί­α ἑ­νὸς παι­διοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νο σ’ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο κά­ποι­ο ἀ­πό­γευ­μα τοῦ 1978, κι ὕ­στε­ρα κά­ποι­ος στὴ Ζυ­ρί­χη ἔρ­χε­ται, σὲ μιὰ ἐκ­δή­λω­ση ποὺ δι­α­βά­στη­κε κά­ποι­ο κεί­με­νό σου, καὶ σοῦ λέ­ει ὅ­τι δὲν ἔ­χει ἐ­πι­σκε­φτεῖ πο­τὲ τὴ Βουλ­γα­ρί­α οὔ­τε ἔ­χει ζή­σει πο­τέ του σὲ ὑ­πό­γει­ο, κι ὅ­μως ἔ­νι­ω­σε πὼς ἄ­κου­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς δι­κῆς του παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ἔ­νι­ω­σε τὸ ἴ­διο αἴ­σθη­μα ἐγ­κα­τά­λει­ψης. Οἱ κα­τη­γο­ρί­ες αὐ­τὲς εἶ­ναι ἐ­ξάλ­λου οἰ­κου­με­νι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες ποὺ ἔ­χουν προ­κύ­ψει ἀ­πὸ πράγ­μα­τα συγ­κε­κρι­μέ­να, το­πι­κά. Τὸ λέ­ω καὶ στοὺς μα­θη­τές μου, δὲν νο­εῖ­ται νὰ ξε­κι­νᾶ­τε ἀ­πὸ τὸ οἰ­κου­με­νι­κό· ὀ­φεί­λε­τε σ’ ἕ­να ἀρ­χι­κὸ ἐ­πί­πε­δο νὰ το­πο­θε­τεῖ­τε τὴ λε­πτο­μέ­ρεια. Εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ κά­ποι­α δη­μό­σια ἀ­νά­γνω­ση στὴ Γερ­μα­νί­α ποὺ ἦρ­θε καὶ μὲ βρῆ­κε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πε­ρί­με­νε ν’ ἀ­κού­σει γιὰ συμ­πλο­κὲς Βουλ­γά­ρων καὶ Ὀ­θω­μα­νῶν, γι­α­τα­γά­νια, σφα­γές, τὰ ἐ­θνι­κὰ δη­λα­δὴ λο­γο­τε­χνι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα. Εἶ­ναι ἕ­να πρό­βλη­μα αὐ­τὸ στὸ ἐ­θνι­κὸ το­πί­ο.


Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, εἶ­ναι σὰν νὰ ἀ­να­γεν­νᾶ­ται ἀ­κρι­βῶς τὸ εἶ­δος τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ­τε, εἰ­δι­κὰ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἀ­να­δη­μι­ουρ­γί­α τῆς γλώσ­σας τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ ὕ­στε­ρου δέ­κα­του ἔ­να­του αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ εἰ­κο­στοῦ. Ἀ­να­φέ­ρο­μαι στὴν Ὕψωμα (Възвишение) τοῦ Μι­λὲν Ροῦ­σκοφ, στὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των τοῦ Γκε­όρ­γκι Μπο­ζί­νοφ μὲ θέ­μα τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς Βουλγαρικῆς Ἀ­ναγέννησης…

       Ναί, ὑ­πάρ­χει ρεῦ­μα πρὸς τὸ ἱ­στο­ρι­κό, ἴ­σως ὅ­μως ἔ­χω μιὰ κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου, καὶ ἡ ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τὴ δὲν ἔ­χει με­γά­λη σχέ­ση μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἐν­νο­ῶ μ’ αὐ­τὸ ὅ­τι οἱ συγ­γρα­φεῖς συ­χνὰ προ­αι­σθά­νον­ται καὶ προ­βλέ­πουν τὶς προ­τι­μή­σεις τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ἢ ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν τὸ κά­νουν, τὶς πε­τυ­χαί­νουν ἀ­πὸ σύμ­πτω­ση. Αὐ­τὸ δὲν πά­ει φυ­σι­κὰ στὸν Μπο­ζί­νοφ, ἐ­φό­σον ἔ­γρα­ψε τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980, μὰ ἀ­να­φέ­ρο­μαι κα­τὰ κύ­ριο λό­γο στὸν Μί­λεν Ροῦ­σκοφ καὶ τὸν ἕ­τε­ρο πα­σί­γνω­στο συγ­γρα­φέ­α ἱ­στο­ρι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των, τὸν Βλαν­τι­μὶρ Ζά­ρεφ, γιὰ νὰ φέ­ρω ἕ­να ἀ­κό­μη πα­ρά­δειγ­μα. Λί­γα βι­βλί­α ἔ­χουν τρα­βή­ξει πολ­λὴ προ­σο­χή· ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως πι­θα­νὲς ἐ­ξη­γή­σεις ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ ὁ­ρι­σμέ­νες ὄ­ψεις τῆς ἀ­πή­χη­σης τοῦ εἴ­δους. Μιὰ ἐ­ξή­γη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ τυ­πι­κὸς βούλ­γα­ρος ἀ­να­γνώ­στης τῆς γε­νιᾶς τῶν γο­νι­ῶν μου ποὺ ἔ­χει με­γα­λώ­σει δι­α­βά­ζον­τας ἱ­στο­ρι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα —τὴν Ὥ­ρα τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ (Време разделно) τοῦ Ἀν­τὸν Ντόν­τσεφ, τὰ βι­βλί­α τῆς Βέ­ρας Μου­ταφ­τσί­ε­βα κλπ.— καὶ οἱ πρό­σφα­τες ἐν­σαρ­κώ­σεις τους κου­βα­λοῦν ἐ­νί­ο­τε μιὰ νο­σταλ­γι­κὴ αὔ­ρα γιὰ τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο καὶ γιὰ τὴν ἐ­πα­νόρ­θω­ση τῆς κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νης ἐ­θνι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τοῦ πα­ρόν­τος. Τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα αὐ­τὰ μᾶς μι­λοῦν γιὰ ἕ­να ἔν­δο­ξο πα­ρελ­θόν, γιὰ χα­ϊν­τού­κους καὶ ἥ­ρω­ες, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τας ἕ­να με­γα­λεῖ­ο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Ἀ­πὸ τὴ μί­α νὰ μὴν ξέ­ρου­με ποι­οί εἴ­μα­στε τώ­ρα κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη νὰ μα­θαί­νου­με ὅ­τι κά­πο­τε ὑ­πήρ­ξα­με σπου­δαῖ­οι.

      Νο­μί­ζω πὼς αὐ­τὸ σχε­τί­ζε­ται μὲ μιὰ εὐ­ρύ­τε­ρη ἀ­νη­συ­χί­α, μὲ μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς στὸ μέλ­λον θὰ εἴ­μα­στε μᾶλ­λον ἐλ­λι­πεῖς, καὶ σὰν ἀν­τί­δρα­ση σ’ αὐ­τὸ ἔρ­χε­ται ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ κοι­τά­ξου­με πί­σω. Αὐ­τὸ ποὺ μὲ προ­βλη­μα­τί­ζει εἶ­ναι πώς, σὲ κά­ποι­ους ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς, τά­χι­στα ὅ­λο αὐ­τὸ με­τα­τρέ­πε­ται ἀ­νε­παι­σθή­τως σὲ ἐ­θνι­κι­σμό. Εἶ­ναι πολ­λὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σαν τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, δὲν θὰ τὰ ἀ­πα­ριθ­μή­σω, καὶ το­πο­θε­τοῦν τὸν Βούλ­γα­ρο πο­λὺ ψη­λά, στὴν κα­τη­γο­ρί­α τοῦ ἱ­ε­ροῦ· ὑ­πάρ­χει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ μᾶς λέ­ει πῶς οἱ ρο­μὰ κλέ­βουν καὶ λε­η­λα­τοῦν τὰ βουλ­γα­ρι­κὰ χω­ριὰ κι ἕ­νας βούλ­γα­ρος ἥ­ρω­ας ξε­ση­κώ­νει τὸ ἔ­θνος ἐ­ναν­τί­ον τους. Εἶ­ναι σκέ­τη σπέ­κου­λα. Θυ­μᾶ­μαι τὸν και­ρὸ ποὺ εἶ­χα ἀ­να­λά­βει τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Ἔ­ζη­σα τὸν σο­σι­α­λι­σμό (Аз живях социализма), ποὺ τὴν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν προ­σω­πι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις δι­α­φό­ρων ἀ­τό­μων ἀ­πὸ τὴ σο­σι­α­λι­στι­κὴ πε­ρί­ο­δο, καὶ ἡ ὁ­ποί­α κρί­θη­κε αὐ­το­μά­τως ἀ­πορ­ρι­πτέ­α. Οἱ κρι­τι­κοὶ δι­ε­ρω­τῶν­το ἂν ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὸν σο­σι­α­λι­σμό, ἐ­νῶ κά­ποι­ος πο­λι­τι­κὸς ἐ­πι­στή­μο­νας εἶ­χε γρά­ψει ὅ­τι «Δὲν θὰ πρέ­πει ν’ ἀ­φή­σου­με ν’ ἀ­φη­γη­θοῦν τὸν σο­σι­α­λι­σμὸ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν ἔ­ζη­σαν». Με­ρο­λη­πτοῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λύ, εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ πε­ρά­σει και­ρός, νὰ τὰ δοῦ­με ἀ­πὸ μιὰ κά­ποι­α ἀ­πό­στα­ση, οὕ­τως ὥ­στε οἱ πε­ρι­γρα­φὲς νὰ εἶ­ναι ψυ­χρὲς καὶ οὐ­δέ­τε­ρες, πράγ­μα­τα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τος λό­γῳ τοῦ τρό­που μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­νο­ῶ τὸν κό­σμο ὡς συγ­γρα­φέ­ας. Αὐ­τὸ ποὺ λεί­πει εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς οἱ προ­σω­πι­κές, ἰ­δι­ω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων αὐ­τῶν.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει τὴν κρι­τι­κή σας στὸ Μου­σεῖ­ο Ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κῆς Τέ­χνης τῆς Σό­φιας μὲ τὸ ποὺ ἄ­νοι­ξε τὸ 2011· σᾶς θυ­μᾶ­μαι ν’ ἀ­σκεῖ­τε δρι­μεί­α κρι­τι­κὴ στὴν ἀ­νι­στο­ρι­κὴ πα­ρου­σί­α­ση καὶ στὸν ἀ­νι­στο­ρι­κὸ τρό­πο ἔκ­θε­σης τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων.

       Εἶ­ναι τρο­με­ρό. Ἐ­πί­σης, εἴ­χα­με μα­ζευ­τεῖ κά­ποι­οι φί­λοι καὶ σκε­φτό­μα­σταν νὰ φτι­ά­ξου­με κά­τι σὰν Μου­σεῖ­ο τῆς Κρα­τι­κῆς Ἀ­σφά­λειας, πράγ­μα τε­λεί­ως ἀ­φε­λὲς φυ­σι­κά, δι­ό­τι τέ­τοι­ου εἴ­δους πράγ­μα­τα ἐμ­πο­δί­ζον­ται στὴ ρί­ζα τους καὶ οἱ ἐν­το­λὲς ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα κλι­μά­κια. Εἴ­χα­με, ὅ­μως, βά­λει μπρο­στὰ πολ­λὰ σχέ­δια, ἡ ἰ­δέ­α μας ἔ­πι­α­νε πε­ρί­που πε­νήν­τα σε­λί­δες. Ἦ­ταν τὸν και­ρὸ ποὺ βρι­σκό­μουν στὸ μο­να­στή­ρι στὴν Ἐλ­βε­τί­α. Ξό­δε­ψα ἀρ­κε­τὸ χρό­νο, ἔ­φτια­ξα τὴν πα­ρου­σί­α­ση αὐ­τή, βρή­κα­με ἀρ­χι­τέ­κτο­νες, βρή­κα­με τὸ μέ­ρος. Τὴν ἰ­δέ­α τὴν πή­ρα­με στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πὸ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­θνι­κοῦ ἀρ­χεί­ου ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ κτί­ριο αὐ­τό, στὰ ὑ­πό­γεια, στὸν ἀ­ριθ­μὸ 5 τῆς ὁ­δοῦ Μο­σκόβ­σκα, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1960 συ­νε­λάμ­βα­ναν οὐκ ὀ­λί­γους νε­α­ροὺς γιὰ δι­α­τά­ρα­ξη τῆς τά­ξης —ἐ­πει­δὴ φο­ροῦ­σαν στε­νὰ παν­τε­λό­νια ἢ κά­ποι­ο ἄλ­λο ροῦ­χο ποὺ ἔ­μοια­ζε δυ­τι­κό— κι ὕ­στε­ρα τοὺς ἔ­στελ­ναν στὸ στρα­τό­πε­δο ἐρ­γα­σί­ας στὸ Μπέ­λε­νε. Ἤ­θε­λε νὰ τὸ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει, ὅ­ταν ὅ­μως ἡ κυ­βέρ­νη­ση τοῦ Ὀ­ρε­σάρ­σκι ἦλ­θε στὴν ἐ­ξου­σί­α, τὰ πάν­τα φυ­σι­κὰ κα­τέρ­ρευ­σαν [τὴ στιγ­μὴ ποὺ το­πο­θέ­τη­σε τὸν με­γι­στά­να τῶν μίν­τια Ντε­λιὰν Πέ­εφ­σκι ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς Ὑ­πη­ρε­σί­ας Ἐ­θνι­κῆς Ἀ­σφά­λειας, πυ­ρο­δο­τών­τας τὶς μα­ζι­κὲς δι­α­δη­λώ­σεις τοῦ 2013]. Τὸ πρό­βλη­μα δὲν τὸ προ­κά­λε­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἡ κυ­βέρ­νη­ση αὐ­τὴ ἢ ἡ προ­η­γού­με­νη. Δὲν ὑ­πάρ­χει, ἁ­πλῶς, ἡ συλ­λο­γι­κὴ βού­λη­ση ποὺ χρει­ά­ζε­ται γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ κά­τι αὐ­τῆς τῆς κλί­μα­κας. Ἡ ἐ­ναν­τί­ω­ση πα­ρα­εῖ­ναι ἰ­σχυ­ρή.


Ὑ­πάρ­χει ἡ αἴ­σθη­ση στὴ Βουλ­γα­ρί­α πὼς ὁ­ρι­σμέ­να κτί­ρια ποὺ χτί­στη­καν πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1989 πα­ρέ­μει­ναν καὶ πα­ρα­μέ­νουν ἄ­θι­κτα, κι αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν γί­νε­ται εὐ­ρέ­ως κου­βέν­τα.

       Ναί, ἄ­θι­κτα ἀ­πὸ τὴ μί­α, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη μπαί­νουν στὴ δη­μό­σια σφαί­ρα μὲ νέ­ους τρό­πους, μὲ τὴ χρή­ση τῶν νέ­ων μέ­σων, ἀ­πὸ τὸ φέ­ισ­μπουκ καὶ ἀ­πὸ τὰ τρὸλ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου… τὸ κα­τά­λα­βα κα­λύ­τε­ρα τὰ τε­λευ­ταῖ­α τρί­α χρό­νια, ἰ­δί­ως ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πάν­το­τε εἶ­χα ξε­κά­θα­ρη θέ­ση κι ἦ­ταν πάν­το­τε φα­νε­ρό το ποῦ κι­νοῦ­μαι. Δὲν ὀρ­γα­νώ­θη­κα πο­τὲ σὲ κόμ­μα, εἶ­χα ὅ­μως δέ­κα χρό­νια στή­λη στὴν Дневник [ὑ­ψη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας ἐ­φη­με­ρί­δα ἐ­θνι­κῆς ἐμ­βέ­λειας], κι ἔ­τσι κά­θε ἑ­βδο­μά­δα ἔ­γρα­φα αὐ­τὰ ποὺ πί­στευ­α. Τὸ 2013, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­λη­ψη τῆς ἐ­ξου­σί­ας ἀ­πὸ τὸν Ὀ­ρε­σάρ­σκι, ἐκ­φώ­νη­σα μιὰ ὁ­μι­λί­α μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη, ἡ ὁ­ποί­α τε­λι­κὰ ἀ­κού­στη­κε εὐ­ρέ­ως ἀλ­λὰ καὶ πα­ρερ­μη­νεύ­τη­κε εὐ­ρέ­ως. Μί­λη­σα γιὰ τὸ πο­λι­τι­κὸ κὶτς ποὺ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε στὴ δη­μό­σια σφαί­ρα καὶ εἶ­πα ὅ­τι μό­νο ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δι­α­βά­ζει θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀν­τι­στα­θεῖ ἐ­παρ­κῶς, πὼς εἶ­ναι ζή­τη­μα πο­λι­τι­κὸ τὸ νὰ δι­α­θέ­τεις καὶ ν’ ἀ­να­πτύσ­σεις γοῦ­στο ποὺ νὰ συ­νι­στᾶ ἀ­νά­χω­μα ἐ­ναν­τί­ον τοῦ πο­λι­τι­κοῦ αὐ­τοῦ κίτς. Ὑ­πάρ­χει στὴν ὁ­μι­λί­α ἕ­να ση­μεῖ­ο στὸ ὁ­ποῖ­ο λέ­ω «ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δι­α­βά­ζει εἶ­ναι ὄ­μορ­φος» δι­ό­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­α­φθα­ρεῖ μὲ τὴν ἴ­δια εὐ­κο­λί­α, πρῶ­τα καὶ κύ­ρια χά­ρη στὴν αἰ­σθη­τι­κή του. Ἀ­κο­λού­θη­σε καὶ ἔν­το­νη ἀν­τί­δρα­ση καὶ μιὰ κά­ποι­α προ­σκόλ­λη­ση στὸ πρό­σω­πό μου ὡς δι­α­μορ­φω­τῆ τῆς κοι­νῆς γνώ­μης, κα­θὼς τὸ μή­νυ­μα αὐ­τὸ γιὰ τὸν «ὄ­μορ­φο» δι­α­δη­λω­τὴ τὸ σφε­τε­ρί­στη­καν κά­ποι­οι καὶ τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σαν σὰν πο­λε­μι­κὸ ὑ­λι­κὸ ἐ­νάν­τια στὸ κί­νη­μα. Σὰν νὰ λέ­με ὅ­τι ἂν τοὺς ἀ­πο­κα­λῶ ὄ­μορ­φους, αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ ὅ­τι ὅ­σοι δὲν δι­α­δη­λώ­νουν εἶ­ναι ἄ­σχη­μοι, τέ­τοι­α πράγ­μα­τα. Οἱ ρη­το­ρι­κὲς αὐ­τὲς δι­α­μά­χες ἐν­σω­μα­τώ­νον­ται φυ­σι­κὰ στὶς ἀν­τί­στοι­χες λο­γο­τε­χνι­κές.


Ἡ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ας ποὺ φτι­ά­ξα­τε μὲ τὸν Τε­ον­τὸρ Οὖ­σεφ, Ἡ τυ­φλὴ Βά­ϊ­σα (Blind Vaysha) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ Ὄ­σκαρ. Πῶς ξε­κι­νή­σα­τε νὰ δου­λεύ­ε­τε μα­ζί; Θὰ δοῦ­με στὸ μέλ­λον καὶ κά­ποι­α ἄλ­λη συ­νερ­γα­σία σας;

       Δι­α­σκευ­ά­ζου­με τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας γιὰ νὰ τὸ κά­νου­με κι­νού­με­νο σχέ­διο. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πά­νω σ’ αὐ­τὸ εἴ­χα­με ξε­κι­νή­σει νὰ δου­λεύ­ου­με ἀ­πὸ κοι­νοῦ καὶ ἡ Τυ­φλὴ Βά­ι­σα προ­έ­κυ­ψε σχε­δὸν κα­τὰ τύ­χη, κι ἂς μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο το­πι­κή. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ δι­α­σκευ­ή, συ­νερ­γα­στή­κα­με ἐ­πί­σης καὶ γιὰ τὸ φυλ­λά­διο ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ σει­ρὰ The Cahier Series. Ὅ­σο γιὰ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, μό­λις τώ­ρα, τὸ κα­νά­λι ARTE ἀ­νέ­λα­βε τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῆς τρι­αν­τα­πεν­τά­λε­πτης ται­νί­ας. Ὁ Τε­ον­τὸρ μοῦ ἔ­γρα­ψε μό­λις δι­ά­βα­σε τὸ βι­βλί­ο καὶ ἀ­πο­δεί­χτη­κε πὼς εἶ­χε γεν­νη­θεῖ κι αὐ­τὸς τὸ 1968. Κολ­λή­σα­με κα­τευ­θεί­αν μὲ τὸ ποὺ γνω­ρι­στή­κα­με. Δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς σι­ω­πη­λούς, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ πολ­λοὺς ἄλ­λους βούλ­γα­ρους συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν τὴν ἐ­σω­στρέ­φεια.


Ποι­ούς σύγ­χρο­νους βούλ­γα­ρους συγ­γρα­φεῖς δι­α­βά­ζε­τε; Μι­λῆ­στε μας γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους ἀ­πὸ αὐ­τούς. Πεῖ­τε μας καὶ γιὰ μὴ Βούλ­γα­ρους.

       Δὲν δι­α­βά­ζω καὶ πολ­λοὺς σύγ­χρο­νους, ξα­να­δι­α­βά­ζω ὅ­μως συ­χνὰ πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς πα­λιούς· δι­ά­βα­σα προ­σφά­τως τὸν Ἰ­βά­ι­λο Πε­τρόφ, ποὺ πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά. Ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι πὼς ὑ­πάρ­χει ἐ­δῶ κα­λὸ γε­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο ἐ­παγ­γελ­μα­τι­σμοῦ καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζω πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους συγ­γρα­φεῖς ποὺ δου­λεύ­ουν στὶς μέ­ρες μας.

Ποιά εἶ­ναι τὰ ἄ­με­σα σχέ­διά σας;

       Κέρ­δι­σα μιὰ ὑ­πο­τρο­φί­α στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη καὶ θὰ μεί­νω τοῦ χρό­νου ἐ­κεῖ. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Κάλ­μαν στὴ Δη­μό­σια Βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ὅ­που θὰ περ­νά­ω τὶς πιὸ πολ­λὲς μέ­ρες. Ἡ Ἐ­λὶφ Μπα­τού­μαν ὑ­πῆρ­ξε κα­τὰ τὸ πα­ρελ­θὸν ὑ­πό­τρο­φος.


Σὲ ποι­ά πό­λη βρί­σκε­τε αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ἡ βά­ση σας, πρὶν με­τα­φερ­θεῖ­τε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη; Γνω­ρί­ζω ὅ­τι μέ­να­τε στὴ Βι­έν­νη.

       Πῆ­γα ἐ­κεῖ γιὰ ἕ­ξι μῆ­νες, κά­πως ἰν­κόγ­κνι­το. Ἔ­γι­ναν κά­ποι­ες ἐκ­δη­λώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες δι­ά­βα­σα κεί­με­νά μου, γε­νι­κῶς ὅ­μως δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σα πο­λύ. Προ­η­γου­μέ­νως ἤ­μουν στὸ Βε­ρο­λί­νο ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ δὲν ἔ­χω που­θε­νὰ τὴ βά­ση μου. Εἶ­μαι κά­τι σὰν τὸν ἱ­πτά­με­νο Ὀλ­λαν­δό. Ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πό­ψεις αὐ­τὸ εἶ­ναι ὄ­μορ­φο, τὸ Βε­ρο­λί­νο μ’ ἄ­ρε­σε πο­λὺ μὰ ἡ Βι­έν­νη…


Ἡ Βι­έν­νη δὲν ταί­ρια­ξε;

       Δὲν μπο­ροῦ­σα, πε­ρι­έρ­γως, νὰ γρά­ψω στὴ Βι­έν­νη, πα­ρα­εῖ­χε χα­λα­ροὺς ρυθ­μούς, πα­ρα­ῆ­ταν με­λαγ­χο­λι­κή. Χρει­ά­ζο­μαι ἀν­τί­βα­ρο στὴ με­λαγ­χο­λί­α μου.


Ἕ­να μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ ὑ­πάρ­χουν τρι­βές.

       Ναί, καὶ τὸ Βε­ρο­λί­νο εἶ­ναι κά­πως ἔ­τσι, εἶ­ναι πό­λη σκλη­ρή, ἄ­γρια. Στὴ Βι­έν­νη μπο­ροῦ­σες ν’ ἀ­φή­σεις ἁ­πλῶς τὸν χρό­νο νὰ κυ­λή­σει… καὶ συ­νέ­βη ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό.


Θὰ μ’ ἐν­δι­έ­φε­ρε νὰ δι­α­βά­σω γιὰ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη πε­ρα­σμέ­νη ἀ­π’ τὸ δι­κό σας φίλ­τρο. Δου­λεύ­ε­τε πά­νω σὲ κά­τι αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες;

       Ἐ­πι­χει­ρῶ ν’ ἀρ­χί­σω ἕ­να νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα. Δι­ά­φο­ρες ἰ­δέ­ες συγ­κρού­ον­ται στὸ κε­φά­λι μου καὶ σχη­μα­το­ποι­οῦν­ται…


(1) Πρόκειται γιὰ τὸν σπου­δαῖο ἀμε­ρι­κα­νὸ φω­το­γρά­φο Al­fred Stie­glitz. Λαν­θα­σμέ­να στὸ πρω­τό­τυ­πο ἀ­να­γρά­φε­ται ὡς Ed­ward Stie­glitz (Σ.τ.Μ.).
(2) Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σχε­τι­κὸ ἐ­δά­φιο ἀ­πὸ τὸ ἀ­φή­γη­μα τοῦ Μπάμ­πελ: […] Μύ­γες πέ­θαι­ναν μέ­σα σὲ μιὰ πλα­τύ­στο­μη φιά­λη γε­μά­τη μὲ ἕ­να γα­λα­κτῶ­δες ὑ­γρό. Ἡ κα­θε­μιὰ πέ­θαι­νε μὲ τὸ δι­κό της τρό­πο. Στὴ μί­α ἡ ἀ­γω­νί­α δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ, μὲ βί­αι­α σκιρ­τή­μα­τα. Ἡ ἄλ­λη πέ­θαι­νε με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὰ τρε­μου­λι­ά­σμα­τα μό­λις αἰ­σθη­τά. […] [«Ἡ πρώ­τη μου ἀ­μοι­βὴ» στὸν τό­μο: Ἰ­σα­ὰκ Μπάμ­πελ, Στὸ ὑ­πό­γει­ο καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες, μτφρ. Σπύ­ρος Τσα­κνιᾶς, Στιγ­μή, Ἀ­θή­να 1988, σέλ. 98.] (Σ.τ.Μ.).
 (3) Μνη­μο­νι­κὸ λά­θος τῆς Ντι­μι­τρό­βα· πρό­κει­ται γιὰ τὸν μύ­θο τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­παγ­γέλ­λει ὁ Λεμ­πιά­ντκιν στὴν 5η ἑ­νό­τη­τα («Ὁ φρό­νι­μος ὄ­φις») τοῦ Πρώ­του μέ­ρους τῶν Δαι­μο­νι­σμέ­νων:
Κα­τσα­ρί­δα κα­τα­γό­με­νη ἀ­πὸ μέ­γα κύ­ρη
κα­τσα­ρί­δα ἀ­πὸ σό­ι κο­τσο­νά­το
καὶ μί­α μέ­ρα μέ­ρα βρέ­θη­κε μέ­σα στὸ πο­τή­ρι
σὲ πο­τή­ρι μυ­γο­φτύ­σμα­τα γε­μά­το.
[…]
Πῆ­ρε θέ­ση ἡ κα­τσα­ρί­δα ἐ­κεῖ στὸν πά­το
Νά­σου οἱ μύ­γες φα­σα­ρί­α:
«Τὸ πο­τή­ρι δὲν χω­ρά­ει , εἶ­ναι πιὰ γε­μά­το»
Ἐ­φω­νά­ζα­νε στὸ Δί­α.
Μὰ κα­θὼς αὐ­τὲς φω­νά­ζαν
Πλη­σιά­ζει ὁ Νι­κη­φό­ρος
Εὐ-γε­νέ­στα­τος πρε­σβύ­της…
[Βλ. με­τά­φρα­ση τοῦ Ἄ­ρη Ἀ­λε­ξάν­δρου στὸ Οἱ Δαι­μο­νι­σμέ­νοι, ἐκδ. Γκο­βό­στης, χ.χ., σελ. 176-177.] (Σ.τ.Μ.).


Πηγή: Music & Li­te­ra­ture. 17.08.2017. «A con­ver­sa­tion with Ge­o­rgi Gos­po­di­nov», ἀπὸ τὴ Maria Dimitrova.

https://www.musicandliterature.org/features/2017/8/17/conversation-with-georgi-gospodinov

Μα­ρί­α Ντι­μι­τρό­βα (Maria Dimitrova) εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζεῖ στὸ Λον­δί­νο.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът ид­ва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­­να­ρι­ο­γρα­φί­α:  Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ σχε­τι­κὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ. Φωτογραφία: Petya Vassileva.

Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#14]

 

Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: αγ­κουα­γκού


ΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ε­πι­στρέ­φει σπί­τι του και πιά­νει τη γυ­ναί­κα του στα πρά­σα με έ­ναν σκί­ου­ρο στο κρε­βά­τι. Η γυ­ναί­κα του τρο­μαγ­μέ­νη τον κοι­τά­ζει πά­νω α­πό τα σκε­πά­σμα­τα, κα­λυμ­μέ­νη ώς τη μύ­τη. Το κε­φα­λά­κι του σκί­ου­ρου ί­σα που ξε­προ­βάλ­λει κι αυ­τό δί­πλα της. Οι δρά­στες φαί­νον­ται τό­σο γε­λοί­οι μα­ζί που εί­ναι α­δύ­να­το στον άν­τρα να συγ­κρα­τή­σει τον ε­αυ­τό του, ξε­σπά­ει σε γέ­λια. Όρ­θιος στην πόρ­τα κοι­τά­ζει τα σκόρ­πια ρού­χα της γυ­ναί­κας του στο πά­τω­μα, τους ξη­ρούς καρ­πούς ε­δώ κι ε­κεί και η κα­τά­στα­ση πο­λύ γρή­γο­ρα ε­ξε­λίσ­σε­ται σε κλαυ­σί­γε­λο. Ξαφ­νι­κά ο άν­τρας κο­κα­λώ­νει, χλω­μιά­ζει κι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται. Η γυ­ναί­κα κοι­τά­ζει έν­τρο­μη τον σκί­ου­ρο, πε­τά­γε­ται γυ­μνή α­πό το κρε­βά­τι και τρέ­χει έ­ξω α­πό το δω­μά­τιο, πί­σω α­πό τον άν­τρα της. Ο σκί­ου­ρος τι­νά­ζε­ται τρο­μαγ­μέ­νος κά­τω α­πό τα σκε­πά­σμα­τα. Α­κού­ει φω­νές, ουρ­λια­χτά και πη­δά­ει στο μα­ξι­λά­ρι, α­πό ε­κεί στο πά­τω­μα, αρ­πά­ζει μια χού­φτα καρ­πούς, σαλ­τά­ρει στο περ­βά­ζι του πα­ρα­θύ­ρου, στέ­κε­ται α­σά­λευ­τος για μια στιγ­μή, ή­συ­χος σα νε­κρός κι έ­πει­τα πη­δά­ει προς την έ­ξο­δο κιν­δύ­νου. Ε­κεί­νη α­κρι­βώς τη στιγ­μή η λε­πί­δα ε­νός τσε­κου­ριού καρ­φώ­νε­ται στο περ­βά­ζι. Ο σκί­ου­ρος τρυ­πώ­νει κι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται μέ­σα σε έ­να κον­τι­νό κλα­δί, σκορ­πών­τας καρ­πούς παν­τού. «Ε­σύ και τα α­να­θε­μα­τι­σμέ­να σου κα­τοι­κί­δια!» ουρ­λιά­ζει ο άν­τρας στην κρε­βα­το­κά­μα­ρα α­νά­με­σα στα α­να­φι­λη­τά του. Ο σκί­ου­ρος κά­νει α­γώ­να δρό­μου α­πό δέν­τρο σε δέν­τρο μέ­χρι που α­πο­μα­κρύ­νε­ται. Κά­ποι­α στιγ­μή πι­ά­νε­ται ε­πι­τέ­λους α­πό κά­ποι­α κλα­διά στην κο­ρυ­φή ε­νός δέν­τρου για να πά­ρει α­νά­σα. Η μι­κρή του καρ­διά κον­τεύ­ει να σπά­σει. Φτά­νουν στα αυ­τιά του οι φω­νές α­πό το σπί­τι, η λε­πί­δα του τσε­κου­ριού λαμ­πυ­ρί­ζει καρ­φω­μέ­νη α­κό­μα στο πα­ρά­θυ­ρο. Λου­φά­ζει α­νά­με­σα στα φύλ­λα, κου­νών­τας την ου­ρά του πέ­ρα δώ­θε, και σκέ­φτε­ται, «Πώς στο δι­ά­ο­λο του ήρ­θε να με α­πο­κα­λέ­σει “κα­τοι­κί­διο”!»

       Αυ­τό εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[1] με τί­τλο Οι­κια­κή Φάρ­σα (Domestic Farce) του Barry Your­grau α­πό την πρώ­τη του συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ών A man jumps out of an air­plane (Ar­cade Pu­bli­shing, New York, 2017 [πρώ­τη έκ­δο­ση 1984]) που α­πο­τε­λεί ση­μεί­ο α­να­φο­ράς στο εί­δος. Ο Yourgrau, Α­με­ρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας και περ­φόρ­μερ, ό­πως έ­χου­με α­να­φέ­ρει και σε προη­γού­με­νο δελ­τίο, έ­χει γεν­νη­θεί στη Ν. Α­φρι­κή και ζει ε­δώ και δε­κα­ε­τί­ες α­νά­με­σα στη Νέ­α Υ­όρ­κη και την Κων­σταν­τι­νού­πο­λη.

       Η φρά­ση του βιρ­του­ό­ζου της βρε­τα­νι­κής χι­ου­μο­ρι­στι­κής λο­γο­τε­χνί­ας Jerome K. Jerome, α­πό τη συλ­λο­γή δο­κι­μί­ων του The Idle thou­ghts of an i­dle fel­low (1886), η ο­ποί­α α­να­γρά­φε­ται στις πρώ­τες σε­λί­δες της συλ­λο­γής του Yourgrau, δι­α­περ­νά ό­χι μό­νο το συ­νο­λι­κό έρ­γο του τε­λευ­ταί­ου, αλ­λά και πολ­λών καλ­λι­ερ­γη­τών της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, προ­δρό­μων και σύγ­χρο­νων: Οι σκέ­ψεις τις ο­ποί­ες εί­μα­στε ι­κα­νοί να συλ­λά­βου­με κα­θα­ρά εί­ναι οι πο­λύ μι­κρές… Ό­λες οι με­γα­λύ­τε­ρες σκέ­ψεις εί­ναι α­σύλ­λη­πτες και τε­ρά­στι­ες για τους παι­δι­κούς εγ­κε­φά­λους μας.

       Στη δι­ε­θνή λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή το έρ­γο του κο­σμο­πο­λί­τη Your­grau συγ­κα­τα­λέ­γε­ται κά­που α­νά­με­σα στους Bre­ton, Ka­fka και Bor­ges. Κι­νεί­ται με ευ­ε­λι­ξί­α και χι­ού­μορ στη με­θό­ριο α­νά­με­σα σε ποί­η­ση, per­for­mance και πρό­ζα, αλ­λά α­πό τα πρώ­τα του βή­μα­τα πα­ρα­μέ­νει πι­στός στην α­φή­γη­ση ως κύ­ριο εκ­φρα­στι­κό του μέ­σο, ό­πως στο α­τα­ξι­νό­μη­το κεί­με­νό του με τί­τλο Apocrypha που συν­δι­α­λέ­γε­ται με την ι­στο­ρί­α του Μω­υ­σή. Δη­μο­σι­εύ­θη­κε ως πε­ζο­ποί­η­μα στο τεύ­χος του α­με­ρι­κα­νι­κού πε­ρι­ο­δι­κού Poetry τον Ι­ού­λιο του 1982[2], πριν συ­στα­θεί το ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δί­ο της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, και συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συγ­κε­κρι­μέ­νη συλ­λο­γή. Η ι­στο­ρί­α έ­χει ως ε­ξής: έ­νας άν­τρας ψα­ρεύ­ει στην ε­ρη­μιά ό­ταν ξαφ­νι­κά βλέ­πει έ­να μω­ρό μέ­σα σε έ­να ψά­θι­νο κα­λά­θι να ε­πι­πλέ­ει α­κο­λου­θών­τας το ρεύ­μα του πο­τα­μού. Βου­τά­ει στο νε­ρό, πιά­νει το κα­λά­θι και δι­α­πι­στώ­νει ό­τι το μω­ρό εί­ναι κα­λά, τυ­λιγ­μέ­νο με χρυ­σο­ποί­κιλ­το πα­νί. Έκ­πλη­κτος κοι­τά­ζει γύ­ρω του, δεν υ­πάρ­χει ψυ­χή. Α­κουμ­πά­ει το κα­λά­θι με το μω­ρό στην ό­χθη και α­νε­βαί­νει ψη­λό­τε­ρα να ε­λέγ­ξει μή­πως υ­πάρ­χει κά­ποι­ος που το α­να­ζη­τά. Ξαφ­νι­κά έ­να δό­ρυ εκ­σφεν­δο­νί­ζε­ται α­πό το που­θε­νά, δι­α­περ­νά το κρα­νί­ο του και το σώ­μα του κα­τρα­κυ­λά στο πο­τά­μι. Τη στιγ­μή που το ρεύ­μα πα­ρα­σύ­ρει το ά­ψυ­χο σώ­μα του με το κον­τά­ρι να προ­ε­ξέ­χει σαν κα­τάρ­τι, το μω­ρό ξε­σπά­ει σε κλά­μα­τα κι έ­νας σκου­ρό­χρω­μος, σκυ­θρω­πός άν­τρας με λο­φί­ο στο κρά­νος του ξε­προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό τους θά­μνους. Την ί­δια στιγ­μή η γυ­ναί­κα του, η ο­ποί­α δι­α­βά­ζει τη Βί­βλο της στο σπί­τι τους, βλέ­πει την ώ­ρα στο ρο­λό­ι του τοί­χου, κλεί­νει το βι­βλί­ο με κρό­το και σπεύ­δει να βά­λει το βρα­δι­νό τους στο φούρ­νο. Με­τα­νι­ώ­νει που εί­χε μπερ­δέ­ψει τις α­να­γνώ­σεις της κι αι­σθά­νε­ται έ­να κύ­μα δυ­σφο­ρί­ας ό­πως κοι­τά­ζει τον ά­δει­ο δρό­μο.


Η συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των και μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ών της Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νής Stacy Hardy με τί­τλο Because the night (Pocko Editions, UK, 2015) α­πο­τε­λεί­ται α­πό εί­κο­σι μί­α ι­στο­ρί­ες, με συ­νο­δευ­τι­κό φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό του Ι­τα­λού Mario Pischedda. Ο­κτώ α­πό αυ­τές θε­ω­ρούν­ται υ­πο­δειγ­μα­τι­κές μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες για τη δι­ε­θνή κρι­τι­κή, χά­ρη «στην ι­σχυ­ρή πύ­κνω­ση, την τα­χεί­α α­νά­κρου­ση και τον υ­ψη­λό βαθ­μό συ­νέρ­γειας συγ­γρα­φέ­α–α­να­γνώ­στη που ε­πι­τυγ­χά­νουν», σύμ­φω­να με την Liesl Jobson, επίσης γνωστή διεθνώς Νοτιοαφρικανή συγγραφέα μικρομυθοπλασίας.

       Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α με τί­τλο Kisula που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη συλ­λο­γή, η η­ρω­ί­δα φτά­νει στο μα­γα­ζί ό­που δι­α­σκε­δά­ζουν οι φί­λοι της. Πί­νουν α­πό ώ­ρα και συ­ζη­τούν πά­λι το φλέ­γον θέ­μα: πώς γί­νε­ται οι Black Consciousness[3] τύ­ποι να έ­χουν πάν­τα λευ­κές συν­τρό­φους. Ό­λα τα μά­τια στρέ­φον­ται μί­α ε­πά­νω της μί­α σε έ­ναν α­πό τους συν­δαι­τυ­μό­νες, τον Andile, και ξαφ­νι­κά πέ­φτει σι­ω­πή. Ξε­χά­στε το. Δεν εί­μαι το κο­ρί­τσι του α­πλώς πη­δι­ό­μα­στε πε­ρι­στα­σια­κά[4], τους λέ­ει και ό­λοι, πλην του Andile, ξε­σπούν σε γέ­λια. Με­τά α­πό λί­γο η η­ρω­ί­δα φεύ­γει χω­ρίς να πλη­ρώ­σει και παίρ­νει το δρό­μο για το σπί­τι της πε­ζή. Σκέ­φτε­ται το λυ­πη­μέ­νο πρό­σω­πο του Andile και ό­σο πε­ρι­φέ­ρε­ται στην πό­λη, δυ­σφο­ρεί με τη σκέ­ψη ό­τι δεν εί­ναι πα­ρά η α­νε­πι­θύ­μη­τη λευ­κή α­νά­με­σά τους. Ό­ταν μπαί­νει στο θυ­ρω­ρεί­ο του κτι­ρί­ου που βρί­σκε­ται το δι­α­μέ­ρι­σμά της πιά­νει κου­βέν­τα με τον Kisula, τον Κον­γκο­λέ­ζο φύ­λα­κα του κτι­ρί­ου και με­τα­νά­στη, ο ο­ποί­ος έ­χει αλ­λά­ξει το ό­νο­μά του σε Gary και εί­ναι κολ­λη­μέ­νος μπρο­στά στην ο­θό­νη της τη­λε­ό­ρα­σης. Πα­ρα­κο­λου­θεί ζων­τα­νά τον πο­δο­σφαι­ρι­κό α­γώ­να α­νά­με­σα στη Χι­λή και στην ο­μά­δα που υ­πο­στη­ρί­ζει, τη Γαλ­λί­α. Πώς γί­νε­ται να τους υ­πο­στη­ρί­ζεις με­τά α­πό ό­σα έ­κα­ναν στην πα­τρί­δα σου; τον ρω­τά­ει. Ο Kisula α­να­ση­κώ­νει τους ώ­μους. Έ­χουν κα­λύ­τε­ρη ο­μά­δα, κοί­τα, της λέ­ει και κρα­τά­ει την α­νά­σα του ό­πως κι ε­κα­τομ­μύ­ρια φί­λα­θλοι στον πλα­νή­τη ε­κεί­νη τη στιγ­μή. Έ­να κον­τι­νό πλά­νο α­κο­λου­θεί την μπά­λα που σκί­ζει τον α­έ­ρα και τα δί­χτυ­α του τέρ­μα­τος της Χι­λής. Η Γαλ­λί­α κερ­δί­ζει τον α­γώ­να. Το γή­πε­δο σεί­ε­ται, ο Kisula ε­κρή­γνυ­ται α­πό χα­ρά και η η­ρω­ί­δα σε κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου βρί­σκε­ται να χο­ρεύ­ει και να ζη­τω­κραυ­γά­ζει μα­ζί του. Χο­ρεύ­ου­με και οι δύ­ο. Χο­ρεύ­ου­με και γε­λά­με σα να μοι­ρα­ζό­μα­στε κά­τι βα­θύ και α­λη­θι­νό και αι­ώ­νιο[5].

       Στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της συλ­λο­γής με τί­τλο Squirreling πα­ρα­κο­λου­θού­με μια σκη­νή αυ­να­νι­σμού ως λύ­τρω­ση α­πό το πά­θος της η­ρω­ί­δας για τον σύν­τρο­φό της, με τον ο­ποί­ο έ­χει μό­λις χω­ρί­σει. Η η­ρω­ί­δα πεν­θεί και αρ­χί­ζει στα­δια­κά να αυ­το­ε­ρε­θί­ζε­ται με δι­ά­φο­ρα αν­τι­κεί­με­νά του, τα ο­ποί­α βρί­σκον­ται δι­ά­σπαρ­τα γύ­ρω της. Λα­χτα­ρά­ει σαν α­χόρ­τα­γος σκί­ου­ρος να τα α­πο­θη­κεύ­σει και να τα φυ­λά­ξει μέ­σα της, α­κό­μα και την ο­δον­τό­βουρ­τσά του, να μην μεί­νει χώ­ρος για τα συ­ναι­σθή­μα­τά της. Σε αυ­τό το ση­μεί­ο του κει­μέ­νου κο­ρυ­φώ­νε­ται η διτ­τή αί­σθη­ση που προ­κα­λούν πολ­λά δείγ­μα­τα γρα­φής της Hardy: α­πό τη μια η χρή­ση μιας κο­φτε­ρής γλώσ­σας προ­κει­μέ­νου να δι­α­τυ­πω­θεί ευ­θαρ­σώς η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της γυ­ναι­κεί­ας ε­ρω­τι­κής ε­πι­θυ­μί­ας α­πό την αν­δρι­κή φαν­τα­σί­α που καλ­λι­έρ­γη­σε ο που­ρι­τα­νι­σμός στη δυ­τι­κή κουλ­τού­ρα προς μια ά­νευ ο­ρί­ων σω­μα­τι­κή κι ε­ρω­τι­κή ε­ξε­ρεύ­νη­ση. Α­πό την άλ­λη η α­νά­δει­ξη της α­σύλ­λη­πτης τα­χύ­τη­τας με την ο­ποί­α το μυα­λό μας μέ­σω της φαν­τα­σί­ας μπο­ρεί να δι­α­κτι­νι­στεί σε έ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κό, σου­ρε­α­λι­στι­κό σύμ­παν. Εί­ναι το ση­μεί­ο στο ο­ποί­ο η η­ρω­ί­δα φαν­τά­ζε­ται την ο­δον­τό­βουρ­τσα του συν­τρό­φου της να με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε σκί­ου­ρο, να φω­λιά­ζει μέ­σα στη μή­τρα της α­νά­με­σα στους α­πο­θη­κευ­μέ­νους καρ­πούς του κι ε­κεί­νη να γεν­νά­ει έ­να στρα­τό χνου­δω­τά σκι­ου­ρά­κια. Για την η­ρω­ί­δα, έ­να τέ­τοι­ο γε­γο­νός, ως δί­δυ­μο α­πο­κύ­η­μα φαν­τα­σί­ας και α­πε­λευ­θέ­ρω­σης, εί­ναι ι­κα­νή να προ­κα­λέ­σει πα­νι­κό στην α­ποι­κί­α.

       Ι­δέ­α που α­παν­τά­ται συ­χνά στο έρ­γο της Hardy, για την ο­ποί­α η Α­φρι­κή μοιά­ζει με μη­χα­νή του χρό­νου: μπο­ρεί να δει κα­νείς ταυ­τό­χρο­να ει­κό­νες α­πό το πα­ρελ­θόν, το πα­ρόν και το μέλ­λον. Η Hardy δρα­στη­ρι­ο­ποι­εί­ται α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά κα­τά του ρα­τσι­σμού, αρ­θρο­γρα­φεί ως δη­μο­σι­ο­γρά­φος και δι­δά­σκει στο Με­τα­πτυ­χια­κό Τμή­μα Δη­μι­ουρ­γι­κής Γρα­φής στο Rhodes U­ni­ver­si­ty. Στην πρό­σφα­τη με­λέ­τη του Peter Blair[6] για την άν­θη­ση της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στην Ν. Α­φρι­κή, η Hardy συγ­κα­τα­λέ­γε­ται α­νά­με­σα στις τρεις κο­ρυ­φαί­ες με­λέ­τες πε­ρί­πτω­σης, μα­ζί με τους (ε­πί­σης λευ­κούς) Tony Eprile και Michael Cawood Green και η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Kisula α­να­λύ­ε­ται ως υ­πο­δειγ­μα­τι­κή.

       Η ι­στο­ρί­α Squirreling εί­ναι πο­λύ ι­δι­αί­τε­ρη. Μας πα­ρο­τρύ­νει να σκε­φτού­με έ­να κε­νό και την α­νάγ­κη να το γε­μί­σου­με; τη ρω­τούν σε μια α­πό τις συ­νεν­τεύ­ξεις της. Ε­πι­στρέ­φου­με στις μαύ­ρες τρύ­πες! α­παν­τά­ει η Hardy. Φταί­ει α­σφα­λώς ο κα­πι­τα­λι­σμός, η κα­τα­να­λω­τι­κή κοι­νω­νί­α…τα ο­ποί­α εί­ναι ε­χθροί της φαν­τα­σί­ας. Σε αυ­τή την ι­στο­ρί­α το θέ­μα μου εί­ναι ε­πί­σης ο­λό­κλη­ρη η κα­τα­σκευ­ή της «ε­νη­λι­κί­ω­σης», και οι συ­νέ­πει­ές της. Οι σκί­ου­ροι εί­ναι έ­να αν­τί­δο­το σε ό­λο αυ­τό – εί­ναι ό­λο ε­νέρ­γεια και ε­κλε­κτι­κοί και ζων­τα­νοί, ό­λο τρί­ζουν τα δόν­τια τους, τρε­μο­παί­ζουν τη φουν­τω­τή ου­ρά τους, εί­ναι ροζ και χνου­δω­τοί και φρε­νή­ρεις και η­λί­θιοι. Αλ­λά φυ­σι­κά οι τρύ­πες εί­ναι με­ρι­κές φο­ρές έ­ξο­δοι κιν­δύ­νου στις ι­στο­ρί­ες μου, θύ­ρες, λα­γού­μια, υ­πό­γεια τού­νελ, μυ­στι­κές δί­ο­δοι δι­α­φυ­γής.


Τον Α­πρί­λιο του 2020 ι­δρύ­θη­κε η πρώ­τη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στις Η.Π.Α στο Harry Ransom Centre (ΗRC) του Πα­νε­πι­στη­μί­ου του Τέ­ξας στο Ό­στιν. Η συλ­λο­γή α­πο­τε­λεί­ται α­πό πε­ρί­που δι­α­κό­σια πε­νήν­τα σπά­νια βι­βλί­α και πε­ρι­ο­δι­κά και εί­ναι δω­ρε­ά πέν­τε Α­με­ρι­κα­νών συγ­γρα­φέ­ων και πα­νε­πι­στη­μια­κών που συ­νέ­βαλ­λαν στην α­να­γνώ­ρι­ση και δι­ά­δο­ση του εί­δους: T. Hazuka, T. L. Masih, P. Painter, R. Scotellaro, και R. Shapard. Μό­λις ο­λο­κλη­ρω­θεί η ψη­φι­ο­ποί­η­σή της θα εί­ναι ε­λεύ­θε­ρης πρό­σβα­σης δι­ε­θνώς. Στο HRC βρί­σκον­ται τα πρω­τό­λεια των Charlotte κι Emily Brontë, τα χει­ρό­γρα­φα του Gabriel García Márquez, το ση­μει­ω­μα­τά­ριο του Jack Kerouac, το ξύ­λι­νο κου­τί του Ε.Ε.Cummings, πρω­τό­τυ­πα έρ­γα της Frida Kahlo, αλ­λά και συλ­λο­γή χει­ρο­γρά­φων και προ­σω­πι­κών αν­τι­κει­μέ­νων του Edgar Allan Poe, ό­πως το γρα­φείο του.

       Το 2008 οι Άγ­γλοι κα­θη­γη­τές στο Chester University Peter Blair και Ashley Chantler ί­δρυ­σαν το πε­ρι­ο­δι­κό Flash: The International Short- Short Story Magazine

       Στο τ.9, Νο2 (Ο­κτώ­βριος 2016) πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Μι­χά­λη Γκα­νά Δι­α­βά­ζει έ­να βι­βλί­ο[7] (She reads a book, μτφρ. Π. Νι­κο­λά­ου) και στο τ.10, Νο1 (Α­πρί­λιος 2017) η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Another night out της Ει­ρή­νης Ι­ω­άν­νου. Το 2015 ί­δρυ­σαν τις εκ­δό­σεις Flash: The international Short-Short Story Press, με πρώ­τη έκ­δο­ση τη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του David Swan με τί­τλο Stronger Faster Shorter: Flash Fictions. Σε αυ­τή εί­κο­σι πέν­τε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ε­ξε­ρευ­νούν την πο­ρεί­α ε­νη­λι­κί­ω­σης ε­νός α­γο­ριού τη δε­κα­ε­τί­α του ’70. Στην ο­μό­τι­τλη ι­στο­ρί­α ο ε­νή­λι­κος πια ή­ρω­ας, ο ο­ποί­ος δι­α­τη­ρεί την πο­λύ υ­ψη­λή συ­ναι­σθη­μα­τι­κή του νο­η­μο­σύ­νη, α­πο­φαί­νε­ται: Τα σώ­μα­τά μας εί­χαν δι­α­με­λι­στεί σε κα­τα­στρο­φι­κά α­τυ­χή­μα­τα ι­λιγ­γι­ώ­δους τα­χύ­τη­τας, κι έ­πει­τα ε­πα­να­συ­ναρ­μο­λο­γή­θη­καν α­πό ε­πι­στή­μο­νες που χρη­σι­μο­ποι­ού­σαν βι­ο­νι­κή τε­χνο­λο­γί­α[8]. Ε­δώ ο Swan α­να­φέ­ρε­ται στις ρα­γδαί­ες αλ­λα­γές που βι­ώ­νει ο μι­κρός ή­ρω­ας και στις ε­πι­πτώ­σεις τους στην ψυ­χο­σύν­θε­σή του. Αν και χρη­σι­μο­ποι­εί την ει­κό­να με­τα­φο­ρι­κά, τε­λι­κά θο­λώ­νει το ό­ριο α­νά­με­σα στο πραγ­μα­τι­κό και το φαν­τα­στι­κό, δε­δο­μέ­νου ό­τι σή­με­ρα δε φαί­νε­ται τό­σο ε­ξω­πραγ­μα­τι­κή.

       H Seaborne Library, η βι­βλι­ο­θή­κη του πα­νε­πι­στη­μί­ου Chester, δι­α­θέ­τει την πρώ­τη ορ­γα­νω­μέ­νη συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δι­ε­θνώς, η ο­ποί­α εμ­πλου­τί­ζε­ται χά­ρη στη δρά­ση των με­λών της έ­νω­σης International Flash Fiction Association (IFFA) που ί­δρυ­σαν οι Blair και Chantler και εί­ναι α­κα­δη­μα­ϊ­κού χα­ρα­κτή­ρα, με ε­στί­α­ση στην αγ­γλο­σα­ξω­νι­κή βι­βλι­ο­γρα­φία.

       Την αλ­μα­τώ­δη ε­ξέ­λι­ξη στη δι­ε­θνή έ­ρευ­να και πα­ρα­γω­γή με ε­στί­α­ση σε Ω­κε­α­νί­α και Α­σί­α μπο­ρεί να πα­ρα­κο­λου­θή­σει κα­νείς κα­τό­πιν α­να­ζή­τη­σης σε βι­βλι­ο­θή­κες πα­νε­πι­στη­μί­ων εδώ κι εδώ.


Η Α­νά­σα (Breath), το συν­το­μό­τε­ρο (1 λ.) θε­α­τρι­κό έρ­γο του Samuel Beckett, γρά­φτη­κε το 1969, εν­νιά χρό­νια με­τά το σε­νά­ριο του À bout de soufflé του Godard, σχε­δόν τέσ­σε­ρις αι­ώ­νες με­τά τη «με­λαγ­χο­λι­κή κω­μω­δί­α» του Shakespeare με τί­τλο Με το ί­­διο μέ­τρο (1604), στην ο­ποί­α ο δού­κας της Βι­έν­νης α­να­φέ­ρε­ται στο ε­φή­με­ρο της ζω­ής και στην α­νά­σα της τέ­χνης[9], κι έ­χει α­πο­τε­λέ­σει σπου­δή για πλή­θος καλ­λι­τε­χνών, ό­πως οι Alan Parson και Tim Burton. Ο Damien Hirst, το 2002, πο­λύ προ παν­δη­μί­ας Covid 19, στη δι­κή του υ­λο­ποί­η­ση της Α­νά­σας, εί­χε γε­μί­σει το χώ­ρο με νο­σο­κο­μεια­κά σκου­πί­δια, έ­ναν υ­πο­λο­γι­στή, έ­να πλη­κτρο­λό­γιο, ου­ρο­δο­χεί­α, λε­ρω­μέ­να σεν­τό­νια, μά­σκες, γάν­τια και στα τε­λευ­ταί­α δευ­τε­ρό­λε­πτα μό­λις που προ­λα­βαί­νου­με να δού­με μέ­σα σε έ­να γυ­ά­λι­νο τα­σά­κι δύ­ο γό­πες τσι­γά­ρου πλεγ­μέ­νες σε σχή­μα σβά­στι­κας. Η Α­νά­σα εί­ναι έ­να α­πό τα τα­χυ­δρά­μα­τα με θέ­μα τον έ­ρω­τα που ζή­τη­σε ο θρυ­λι­κός Βρε­τα­νός συγ­γρα­φέ­ας και κρι­τι­κός θε­ά­τρου Kenneth Tynan α­πό δι­ά­φο­ρους σύγ­χρο­νούς του συγ­γρα­φείς (J. Feiffer, J. Lennon, E. O’Brien, J. Levy, S. Shepard και L. Melfi) με σκο­πό να τα συμ­πε­ρι­λά­βει στην πα­ρά­στα­σή του με τί­τλο Oh! Calcutta, χω­ρίς να α­πο­κα­λύ­πτε­ται το ό­νο­μα της/του δη­μι­ουρ­γού του. Λέ­γε­ται ό­τι ο Beckett έ­γρα­ψε την Α­νά­σα του σε μί­α καρτ πο­στάλ και την τα­χυ­δρό­μη­σε στον Tynan. Έ­γι­νε, ό­μως, έ­ξαλ­λος ό­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ό­τι αν­τί των σκου­πι­δι­ών που έ­γρα­φε ο ί­διος ό­τι έ­πρε­πε να κα­τα­κλύ­ζουν τη σκη­νή, ο Tynan την εί­χε γε­μί­σει με γυ­μνά σώ­μα­τα και ό­τι, ε­πι­πλέ­ον, η πα­ρα­γω­γή α­πο­κά­λυ­ψε τε­λι­κά τη συμ­με­το­χή του. Πα­ρά τη φή­μη του δύ­στρο­που που πε­ρι­βάλ­λει τον Beckett, υ­πάρ­χει πάν­το­τε έ­να ί­χνος μαύ­ρου χι­ού­μορ. Και αν ζη­τή­σεις α­πό τον Beckett να σου γρά­ψει έ­να «ε­ρω­τι­κό σκε­τσά­κι», αυ­τό θα πά­ρεις, τη μα­ται­ό­τη­τα α­πό τη μή­τρα στον τά­φο σε έ­να λε­πτό[10].


Η Ε­σμε­ράλ­ντα α­νοί­γει τα μά­τια της. Το δω­μά­τιο εί­ναι ά­δει­ο. Δεν μπο­ρεί να θυ­μη­θεί πό­σο και­ρό εί­ναι μό­νη. Τη φα­γου­ρί­ζει το χέ­ρι της: φταί­ει το βλα­στά­ρι που φυ­τρώ­νει μέ­σα α­πό τον καρ­πό της. Η Ε­σμε­ράλ­ντα το πα­ρα­κο­λου­θεί να με­γα­λώ­νει και να βγά­ζει φύλ­λα. Τώ­ρα τη φα­γου­ρί­ζει και το πό­δι της, ο ώ­μος και το α­ρι­στε­ρό της μά­γου­λο. Κα­τα­πρά­σι­νοι μί­σχοι βλα­σταί­νουν α­πό μέ­σα τη­ς˙ φύλ­λα ξε­δι­πλώ­νον­ται χα­ϊ­δεύ­ον­τας το δέρ­μα της. Το πρώ­το λου­λού­δι αν­θί­ζει στο πρό­σω­πό της, τα ε­πό­με­να παν­τού στο σώ­μα της. Η Ε­σμε­ράλ­ντα χα­μο­γε­λά­ει και κλεί­νει τα μά­τια της. Ό­ταν τα ξα­να­νοί­γει δεν εί­ναι πια μό­νη. Βρί­σκε­ται γυ­ρι­σμέ­νη στο πλά­ι, ξα­πλω­μέ­νη ε­πά­νω σε φαρ­διά γό­να­τα. Αυ­τός έ­χει ε­πι­στρέ­ψει. Υ­πο­μο­νε­τι­κά, ξε­ρι­ζώ­νει α­γρι­ό­χορ­τα και βλα­στά­ρια, λου­λού­δια και φύλ­λα, ρά­βει τα δά­κρυ­α με με­τα­ξω­τό νή­μα. Γυ­ρί­ζον­τας τα μά­τια της, η Ε­σμε­ράλ­ντα μπο­ρεί να δει τη με­γά­λη βε­λό­να να μπαι­νο­βγαί­νει, να συρ­ρά­πτει τους δερ­μα­τι­κούς κρη­μνούς, να τρα­βά­ει και να σφίγ­γει. Στο πά­τω­μα, τα λου­λού­δια και τα φύλ­λα μα­ραί­νον­ται γρή­γο­ρα. Αυ­τός κό­βει το νή­μα, κά­νει έ­ναν σφι­χτό κόμ­πο, έ­πει­τα τα­κτο­ποι­εί την Ε­σμε­ράλ­ντα α­νά­με­σα στα μα­ξι­λά­ρια στη συ­νη­θι­σμέ­νη πο­λυ­θρό­να και βγαί­νει α­πό το δω­μά­τιο. Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[11] της Ι­τα­λί­δας Emanuela Valentini, με τί­τλο Η αν­θι­σμέ­νη Ε­σμε­ράλ­ντα (Esmeralda in bloom), α­πό το α­φι­έ­ρω­μα του πε­ρι­ο­δι­κού World Without Borders στην ι­τα­λι­κή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία. Η τε­λευ­ταί­α πα­ρου­σιά­ζει με­γά­λη άν­θη­ση, ι­δι­αί­τε­ρα στο εί­δος της λο­γο­τε­χνίας του φα­ντα­στι­κού, πρω­το­πό­ρος της ο­ποί­ας υ­πήρ­ξε ο δη­μι­ουρ­γός του Άρ­χον­τα των δα­χτυ­λι­δι­ών, J. R. R. Tolkien (γεν­νη­μέ­νος στην πό­λη Bloemfontein της Ν. Α­φρι­κής το 1892).


Ο μι­κρός Γκάμ­πορ μοιά­ζει σαν ό­λα τα μω­ρά, έ­νας α­φρά­τος Βού­δας τα μά­τια του ο­ποί­ου γλι­στρούν α­πό ε­δώ κι α­πό ε­κεί και αυ­τό ε­πει­δή δεν έ­χει μά­θει το κόλ­πο να ε­στιά­ζει το βλέμ­μα του. Α­δυ­να­τεί α­κό­μα και να στη­ρί­ξει όρ­θιο το ί­διο του το κε­φά­λι για να κοι­τά­ξει τρι­γύ­ρω, ε­πο­μέ­νως δεν εί­ναι να κα­τη­γο­ρεί κα­νείς τους γο­νείς του που τον βλέ­πουν ως μί­α λευ­κή σε­λί­δα ε­πά­νω στην ο­ποί­α θα γρά­ψουν, με α­γά­πη, ό,τι γνω­ρί­ζουν για τον κό­σμο.

       Αλ­λά α­πό τη στιγ­μή που ά­νοι­ξε τα μά­τια του στον λαμ­πε­ρό α­έ­ρα, α­πό τη στιγ­μή που τα δά­χτυ­λά του έ­σφι­ξαν κα­τά τύ­χη το δά­χτυ­λο της μη­τέ­ρας του, έ­να ση­μεί­ο της κου­βέρ­τας του, ή την κό­χη της κού­νιας του, ο Γκάμ­πορ σκέ­φτε­ται. Ε­δώ εί­ναι η μύ­τη του σκύ­λου, έ­πει­τα δεν εί­ναι, έ­πει­τα εί­ναι ε­δώ ξα­νά. Φω­νές πά­νε κι έρ­χον­ται. Τα πρό­σω­πα εί­ναι πα­νο­μοι­ό­τυ­πα και δι­α­φο­ρε­τι­κά. Το φως δι­α­δέ­χε­ται το σκο­τά­δι. Το υ­γρό δι­α­δέ­χε­ται το στε­γνό. Θέ­λει γά­λα. Δε θέ­λει γά­λα. Έ­νας ή­χος κλά­μα­τος έρ­χε­ται α­πό κά­που, και τον ξαφ­νιά­ζει, κι έ­πει­τα έρ­χε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο κλά­μα. Συμ­πε­ραί­νει δι­ά­φο­ρα, κα­τα­νο­εί τι ση­μαί­νει Εί­ναι. Ε­πι­νο­εί μια γλώσ­σα που πε­ρι­έ­χει ό­λη του τη γνώ­ση. Οι προ­τά­σεις του εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές, κά­θε μί­α πε­ρι­έ­χει έ­να ο­λό­κλη­ρο κε­φά­λαι­ο της φι­λο­σο­φί­ας του. Αγ­κουα­γκού εί­ναι έ­να α­πό αυ­τά. Το πα­ρα­πά­νω εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[12] του Α­με­ρι­κα­νού Bruce Holland Rogers με τί­τλο Aglaglagl που συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη δι­ε­θνή αν­θο­λο­γί­α Flash Fiction International (2015). Ό­πως μπο­ρεί να φαν­τα­στεί κα­νείς, το βρέ­φος θα μά­θει πο­λύ γρή­γο­ρα τη γλώσ­σα των γο­νι­ών του και συ­νη­θί­ζον­τας τα ξυ­ρά­φια μιας τέ­τοι­ας γλώσ­σας, ο μι­κρός Γκάμ­πορ θα ξε­χά­σει σχε­δόν ό,τι γνώ­ρι­ζε κά­πο­τε με βε­βαι­ό­τη­τα.

 

Έ­να ζευ­γά­ρι κέν­ταυ­ροι α­πο­θαυ­μά­ζει το παι­δί του που χο­ρο­πη­δά­ει α­πό δω κι α­πό κει σε μια πα­ρα­λί­α της Με­σο­γεί­ου. Ο πα­τέ­ρας γυρ­νά­ει προς τη μά­να και τη ρω­τά­ει: Πρέ­πει ά­ρα­γε να του πού­με πως δεν εί­ναι πα­ρά έ­νας μύ­θος; Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α[13] του Κώ­στα Α­ξε­λού με τί­τλο Πραγ­μα­τι­κό και Φα­ντα­στι­κό, μί­α α­πό τις πολ­λές του ι­δί­ου που πε­ρι­έ­χον­ται στο Ciudad Seva, ση­μαν­τι­κό α­πο­θε­τή­ριο του εί­δους δι­ε­θνώς, του Πορ­το­ρι­κα­νού συγ­γρα­φέ­α Luis López Nieves.

 

Θε­ω­ρη­τι­κές δι­α­κλα­δώ­σεις


Η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φαί­νε­ται να θέ­τει πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­ρω­τή­μα­τα α­πό ό­σα α­παν­τά­ει, δι­α­τη­ρών­τας ά­σβη­στη τη libido sciendi. Σε αυ­τή τη δί­ψα για γνώ­ση προ­στέ­θη­κε και η ό­ρε­ξη για τα­χύ­τη­τα, ό­πως την συ­νέ­λα­βαν οι Marx, Weber, Darwin, Freud και Nietzsche, οι ο­ποί­οι αμ­φέ­βαλ­λαν, ε­πι­χεί­ρη­σαν νο­η­τι­κά άλ­μα­τα, ό­πως ο Γα­λι­λαί­ος πριν α­πό αυ­τούς, συ­νέ­θε­σαν και συμ­πύ­κνω­σαν ι­δέ­ες, ο­ρά­μα­τα και με­θό­δους και προ­σάρ­μο­σαν το χρό­νο σε νέ­ες τα­χύ­τη­τες με­τα­λαμ­πα­δεύ­ον­τάς μας τον στο­χα­σμό τους για να συ­νε­χί­σου­με την κούρ­σα. Συ­χνά αμ­φι­σβη­τού­σε ο Κ. Κα­στο­ρι­ά­δης την έν­νοι­α του αν­τα­γω­νι­σμού για πρω­το­πο­ρί­ες και νε­ω­τε­ρι­σμούς. Ό­μως αν το κα­λο­σκε­φτού­με, ε­νώ οι ύ­αι­νες γεν­νι­ούν­ται με τα μά­τια α­νοι­χτά, ε­μείς με το που ερ­χό­μα­στε στον κό­σμο συμ­με­τέ­χου­με ό­λοι α­κού­σια σε μια δι­α­νο­η­τι­κή σκυ­τα­λο­δρο­μί­α. Γι’ αυ­τό έ­χει ση­μα­σί­α τι κρα­τάς πά­νω σου ως ε­φό­διο μέ­χρι το τέρ­μα και τι βά­ρος πε­τάς και α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­σαι.

       Κά­πως έ­τσι λει­τουρ­γεί και η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Και στον Βολ­ταί­ρο εν­το­πί­ζε­ται ε­ναλ­λα­γή σκη­νών, έ­νας γρή­γο­ρος ρυθ­μός πρω­τό­γνω­ρος για τα δε­δο­μέ­να της ε­πο­χής του, αλ­λά αυ­τή η σβελ­τά­δα υ­πη­ρε­τεί την α­πλού­στευ­ση[14]. Αν­τί­θε­τα, η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Hélene Cixous, με θέ­μα την α­πώ­λεια και τη μα­ται­ό­τη­τα και τί­τλο Quick Fiction: Death fiction, η ο­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη δη­μο­σί­ευ­ση της δι­ά­λε­ξης που έ­δω­σε το 2013 στον Κα­να­δά ο Άγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας και κρι­τι­κός Nicholas Royle με τί­τλο Quick Fiction: Some Remarks on Writing Today, εί­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Αν και θε­ω­ρώ τον ό­ρο «quick fiction» που προ­τεί­νει για τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α α­νε­παρ­κή να προσ­δι­ο­ρί­σει την πρω­τε­ϊ­κή φύ­ση της, ο Royle εύ­στο­χα, α­φού πρώ­τα μας θυ­μί­ζει ό­τι α­κό­μα και στα σαιξ­πη­ρι­κά κεί­με­να έ­χου­με κά­ποι­ες φο­ρές την αί­σθη­ση ό­τι κυ­νη­γά­με τη σκέ­ψη του συγ­γρα­φέ­α, στο κεί­με­νο της Ciroux εν­το­πί­ζει δύ­ο κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: πρώ­το, την τα­χύ­τη­τα με την ο­ποί­α κι­νεί­ται η α­φη­γη­μα­τι­κή πρά­ξη, με την Ciroux ει­δι­κά να κι­νεί­ται σε δι­α­φο­ρε­τι­κές τα­χύ­τη­τες ταυ­τό­χρο­να και να ε­πι­τα­χύ­νει. Δη­λα­δή, αλ­λι­ώς να τρέ­χει ο συλ­λο­γι­σμός της, αλ­λι­ώς το βλέμ­μα και η γλώσ­σα της και το ύ­φος της να ε­ναλ­λάσ­σε­ται α­νά­με­σα σε λυ­ρι­σμό –ρε­α­λι­σμό στην ε­λά­χι­στη κει­με­νι­κή έ­κτα­ση (γύ­ρω στις 250 λέ­ξεις στην αγ­γλι­κή με­τά­φρα­ση της Peggy Kamuf). Δεύ­τε­ρο, το στρο­βο­σκο­πι­κό βλέμ­μα κα­τά Deleuze, το phantasmoneiric fleux κα­τά Derrida, μια ο­πτι­κή γω­νί­α που δεν εί­ναι πια γω­νί­α, τύ­που παν­το­γνώ­στη α­φη­γη­τή του Flaubert, ή του nouveau roman, αλ­λά φά­σμα˙ ού­τε μό­νο ο­πτι­κή, που δι­α­θλά­ται πα­ράλ­λη­λα και α­πό τη συ­νεί­δη­ση, αλ­λά κά­τι πο­λυ­πλο­κό­τε­ρο, το ο­ποί­ο δύ­σκο­λα α­να­λύ­ε­ται βά­σει της α­φη­γη­μα­τι­κής δι­ά­κρι­σης των Stanzel και Genette, ποι­ος βλέ­πει, ποι­ος μι­λά­ει. Κι αν ε­λέγ­ξει κα­νείς τη γλώσ­σα της, βά­σει των τρι­ών ε­πι­πέ­δων που δι­α­κρί­νει ο Barthes στο λο­γο­τε­χνι­κό κεί­με­νο, δη­λα­δή γλώσ­σα, ύ­φος, τό­πος, θα δει ό­τι η γλώσ­σα της εί­ναι α­πλή, λα­κω­νι­κή, σα­φής, αλ­λά πυ­κνή.

       Ση­μει­ω­τέ­ον, τις η­μέ­ρες ε­κεί­νες που της ζή­τη­σε ο Royle να γρά­ψει και να του πα­ρα­δώ­σει το κεί­με­νο εί­χε πε­θά­νει ο α­γα­πη­μέ­νος της φί­λος Carlos Fuentes. Και σε αυ­τό το ση­μεί­ο α­να­τρέ­χει κα­νείς ό­χι στο δεί­χνω, δε λέ­ω, του H. James, ού­τε στην πα­ρό­τρυν­ση του Χι­λια­νού ποι­η­τή Vicente Huidobro, κά­ν’­τε το τρι­αν­τά­φυλ­λο να αν­θί­σει στο ποί­η­μα, ού­τε καν στον Chekhov, ή στον Wittgenstein, αλ­λά κα­τευ­θεί­αν στον Kafka: Α­πό τη στιγ­μή που η γλώσ­σα εί­ναι ά­νυ­δρη κά­ν’­τη να δο­νη­θεί με μια πυ­κνό­τη­τα[15]. Για την ε­πί­τευ­ξη αυ­τής της πύ­κνω­σης τον δι­ευ­κό­λυ­νε και η σύν­τα­ξη της γερ­μα­νι­κής πρό­τα­σης, με το ρή­μα στο τέ­λος, ό­πως υ­πο­νο­εί και η Lydia Davis στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της Improving my German[16]. Πα­ρό­λα αυ­τά, ό­μως, δι­α­πι­στώ­νε­ται ό­τι με την πύ­κνω­ση ε­πι­τυγ­χά­νε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό μί­α κί­νη­ση, ό­χι σα να πη­γαί­νει κα­νείς α­πό ση­μεί­ο σε ση­μεί­ο γραμ­μι­κά, ό­πως στις προ­φο­ρι­κές, σύν­το­μες δι­η­γή­σεις, ού­τε α­πό κο­ρυ­φή σε κο­ρυ­φή, ό­πως αρ­γό­τε­ρα στους μύ­θους, τις πα­ρα­βο­λές ή τις βι­νι­έ­τες, ού­τε σα να τρέ­χει στα τυ­φλά με κα­τεύ­θυν­ση προς τη σι­ω­πή α­κο­λου­θών­τας τους Foucault και Beckett, o πρώ­τος να ε­πι­μέ­νει να μά­θει ποι­ος μι­λά­ει στο κεί­με­νο, ο δεύ­τε­ρος να σφυ­ρί­ζει, μα τι ση­μα­σί­α έ­χει[17]. Ού­τε καν ό­πως στις αρ­χές του φαι­νο­μέ­νου της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, εν μέ­σω α­πο­δο­μι­σμού – με­τα­μον­τερ­νι­σμού, να λο­ξο­δρο­μεί και να χά­νε­ται πε­ρι­χα­ρής, αλ­λά σα να δι­α­κτι­νί­ζε­ται στο σύμ­παν και στο κέν­τρο της γης ταυ­τό­χρο­να και να ε­πι­στρέ­φει α­στρα­πια­ία στο αρ­χι­κό ση­μεί­ο. Α­κέ­ραι­ος.

       Ε­πο­μέ­νως, το ζή­τη­μα της τα­χύ­τη­τας στο εί­δος που α­πα­σχο­λεί τη δι­ε­θνή κρι­τι­κή, α­φο­ρά πρω­τί­στως τη συγ­γρα­φι­κή δι­α­δι­κα­σί­α της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σή­με­ρα, το πώς κι­νεί­ται η σκέ­ψη της/του συγ­γρα­φέ­α και ε­πα­κό­λου­θα πώς ε­νερ­γο­ποι­εί και τη σκέ­ψη κα­τά την α­νά­γνω­ση, ό­χι τον χρό­νο της α­νά­γνω­σης, δι­ό­τι σε αυ­τόν κα­τα­γρά­φε­ται το πα­ρά­δο­ξο να προ­κα­λεί­ται στά­σις. Με­τά την προ­φα­νώς σύν­το­μη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Μπάρ­νες, του Βο­λι­βια­νού Edmundo Paz Soldán, την Kisula ή την Οι­κια­κή Φάρ­σα που εί­δα­με πα­ρα­πά­νω, τα ο­ποί­α συ­νι­στούν έ­να υ­πο­δειγ­μα­τι­κό κεί­με­νο-κό­σμο το κα­θέ­να, δη­λα­δή έ­να α­πό­σταγ­μα α­φη­γη­μα­τι­κής μυ­θο­πλα­σί­ας[18] -α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α-, και εί­ναι σχε­δόν α­δύ­να­το να γρα­φτούν γρή­γο­ρα, με μια α­νά­σα, δύ­σκο­λα συ­νε­χί­ζει κα­νείς την α­νά­γνω­ση άλ­λου κει­μέ­νου μό­λις τα δι­α­βά­σει. Στα πε­ρισ­σό­τε­ρα υ­πο­δειγ­μα­τι­κά κεί­με­να μέ­σα σε λί­γες γραμ­μές βλέ­πει κα­νείς να καλ­πά­ζουν φι­λο­σο­φι­κά corpus, ι­δε­ο­λο­γί­ες, κι­νή­μα­τα, η­θι­κοί κώ­δι­κες, κοι­νω­νι­κές πρα­κτι­κές, πο­λι­τι­σμι­κοί δεί­κτες, μια α­έ­να­η α­να­ζή­τη­ση ερ­μη­νεί­ας των πραγ­μά­των: η υ­πό­γεια δι­α­νο­η­τι­κή αρ­τη­ρί­α που μας ε­νώ­νει ό­λους.

       Αυ­τό το πυ­κνό α­πο­τέ­λε­σμα της α­φη­γη­μα­τι­κής πρά­ξης για τη δη­μι­ουρ­γί­α μιας α­πο­λαυ­στι­κής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μοιά­ζει α­κό­μα δυ­σκο­λό­τε­ρο να ε­πι­τευ­χθεί α­πό μια γεν­νή­τρια πλο­κής, έ­να υ­πο­λο­γι­στι­κό πρό­γραμ­μα που χρη­σι­μο­ποι­εί­ται για την πα­ρα­γω­γή δι­η­γη­μά­των, ή μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ό­πως το φαν­τά­στη­κε ο Άγ­γλος συγ­γρα­φέ­ας Roald Dahl στο δι­ή­γη­μά του The Great Automatic Grammatizator (1953). Ποι­ος αλ­γό­ριθ­μος θα μπο­ρού­σε να α­πο­φα­σί­σει τι θα κρα­τή­σει και τι θα πα­ρα­λεί­ψει, να πα­ρά­ξει αυ­τό­μα­τα κεί­με­νο με τό­ση πύ­κνω­ση, χι­ού­μορ, ει­ρω­νεί­α, ή φαν­τα­σί­α – τον ε­πι­τα­χυν­τή της σκέ­ψης και του συ­ναι­σθή­μα­τος;


Στο ό­ρα­μα και τη φαν­τα­σί­α βα­σί­στη­καν ε­κα­τό μα­νι­φέ­στα καλ­λιτε­χνι­κών κι­νη­μά­των στη δι­άρ­κεια μό­νο του 20ου αι. Στο α­φι­έ­ρω­μα της Rachel Cordasco που α­να­φέ­ρε­ται πα­ρα­πά­νω, δι­α­πι­στώ­νε­ται άν­θη­ση γε­νι­κά της ι­τα­λι­κής λο­γο­τε­χνί­ας του φαν­τα­στι­κού, ό­σο οι συγ­γρα­φείς συ­νε­χί­ζουν να χρη­σι­μο­ποι­ούν τις λέ­ξεις για να ε­ξε­ρευ­νή­σουν πα­ρά­ξε­νους, νέ­ους κό­σμους[19], και ει­δι­κά της ι­τα­λι­κής μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, που προ­τεί­νει νέ­α μον­τέ­λα α­φή­γη­σης[20] με πολ­λούς συ­νε­χι­στές του Kafka[21], και ρο­πή προς το υ­πο­εί­δος του φαν­τα­στι­κού: what if (τι θα γι­νό­ταν ε­άν). Κα­τα­λυ­τι­κός ή­ταν ο ρό­λος του Primo Levi, ο ο­ποί­ος με­τά την κυ­κλο­φο­ρί­α της συλ­λο­γής δι­η­γη­μά­των του Storie naturali το 1967 έ­γρα­φε, Εί­μαι έ­να αμ­φί­βιο, έ­νας κέν­ταυ­ρος: μι­σός χη­μι­κός και μι­σός συγ­γρα­φέ­ας[22], για να α­παν­τή­σει στο ε­ρώ­τη­μα Τι εί­ναι η ζωή, και του Italo Calvino, ο ο­ποί­ος σκι­α­γρά­φη­σε το 1995 μια αι­σθη­τι­κή θε­ω­ρί­α της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας[23]. Κομ­βι­κή, ε­πο­μέ­νως, ή­ταν η δε­κα­ε­τί­α του ’60 και στην Ι­τα­λί­α, με την έ­κρη­ξη του πει­ρα­μα­τι­σμού και του γε­νε­α­λο­γι­κού υ­βρι­δι­σμού υ­πό την ε­πί­δρα­ση των νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ών και της ε­κτε­τα­μέ­νης α­νά­μει­ξης της φι­λο­σο­φί­ας με τη λο­γο­τε­χνί­α. Την α­σί­γα­στη α­νάγ­κη για την κα­τα­νό­η­ση της θέ­σης του αν­θρώ­που στο σύμ­παν υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται το ι­τα­λι­κό κί­νη­μα Connettivismo (Νexilism στην αγ­γλο­σα­ξω­νι­κή θε­ω­ρί­α), το ο­ποί­ο σύμ­φω­να με το μα­νι­φέ­στο του (2004), προ­σεγ­γί­ζει ο­λι­στι­κά το θέ­μα, με σύν­θε­ση ι­δε­ών, ό­πως α­πό τη συμ­βί­ω­ση της L. Margulis, ή α­πό τις θε­ω­ρί­ες των Latour (δί­κτυ­ο-δρά­στης) και DeLanda (θε­ω­ρί­α συ­ναρ­μο­λό­γη­σης). Το κί­νη­μα αυ­τό βα­σί­ζε­ται στο μα­νι­φέ­στο του Ι­τα­λι­κού Φου­του­ρι­σμού (1910) κι έ­χει συμ­βάλ­λει στη δι­ε­θνή προ­βο­λή της ι­τα­λι­κής fantascienza και micro fantascienza ση­μα­το­δο­τών­τας την ε­πι­κρά­τη­ση του υ­παρ­ξι­σμού (και του εξ­πρεσ­σι­ο­νι­σμού κα­τά πε­ρί­πτω­ση) ε­πί του ι­δε­α­λι­σμού. Ό­πως εί­δα­με πα­ρα­πά­νω, η Ε­σμε­ράλ­ντα α­να­πνέ­ει α­πό τα φύλ­λα, μας κα­λεί προ των ευ­θυ­νών μας για την πε­ρι­βαλ­λον­τι­κή κα­τα­στρο­φή και α­πευ­θύ­νε­ται σε έ­ναν κό­σμο που θε­ω­ρεί ως λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη την α­νι­σό­τη­τα, την ε­πι­τή­ρη­ση, την τρο­μο­κρα­τί­α ή την πο­ρεί­α μας προς έ­ναν γε­νε­τι­κά με­ταλ­λαγ­μέ­νο homo sapiens σε αν­θρω­πό­μορ­φο ρομ­πότ.

       Ο ό­ρος fantascienza πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στην Ι­τα­λί­α τον Ο­κτώ­βριο του 1952, ό­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε το πε­ρι­ο­δι­κό Urania και σε αν­τί­θε­ση με τον ό­ρο science fiction δί­νει προ­βά­δι­σμα στη φαν­τα­σί­α και ό­χι στην ε­πι­στή­μη. Το εν­δι­α­φέ­ρον εί­ναι ό­τι ε­νώ θα πε­ρί­με­νε κα­νείς στην κλί­μα­κα της micro fantascienza η φαν­τα­σί­α να πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται λό­γω μι­κρής κει­με­νι­κής έ­κτα­σης, αν­τί­θε­τα α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται και γι­γαν­τώ­νε­ται.

       Ο πί­να­κας του Umberto Boccioni, με τί­τλο Elasticity (1912), α­πει­κο­νί­ζει μια φαν­τα­σμα­γο­ρι­κή έ­κρη­ξη χρω­μά­των και σχη­μά­των. Σύμ­φω­να με τον Γερ­μα­νό θε­ω­ρη­τι­κό Thorsten Botz-Bornstein, ό­μως, συ­σχε­τί­ζε­ται με τις τρο­μο­κρα­τι­κές ε­νέρ­γει­ες του ISIS, κα­θώς για τους εξ­τρε­μι­στές ισ­λα­μι­στές οι ε­κρή­ξεις που προ­κα­λούν εί­ναι τό­σο ό­μορ­φες ό­σο το έρ­γο του Boccioni. Ο τε­λευ­ταί­ος, δι­α­κρί­θη­κε για τη δυ­να­μι­κό­τη­τα που εκ­πέμ­πουν τα έρ­γα του και ή­ταν έ­νας α­πό τους ση­μαν­τι­κό­τε­ρους θε­ω­ρη­τι­κούς του Ι­τα­λι­κού Φου­του­ρι­σμού. Στο μα­νι­φέ­στο τους οι λέ­ξεις βί­α, ι­σχύς, τα­χύ­τη­τα, ως σύμ­βο­λα της μον­τέρ­νας τε­χνο­λο­γί­ας, α­πο­τέ­λε­σαν το τρί­πτυ­χό τους. Το 1916 ο Boccioni, α­φού κα­τα­τά­χθη­κε στον στρα­τό, σκο­τώ­θη­κε κα­τά την εκ­παί­δευ­σή του στα τρι­αν­τα­τέσ­σε­ρά του χρό­νια α­πό πτώ­ση α­πό ά­λο­γο εν κι­νή­σει. Στην ι­στο­ρί­α του Boccioni, στην πο­λι­τι­κή αι­σθη­τι­κή των με­λών του ISIS, σε ό, τι μας κυ­νη­γά­ει και μας δι­χά­ζει, ί­σως δί­νει μί­α ε­ξή­γη­ση η συλ­λο­γή μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του David Swan: Stronger Faster Shorter, ή α­νά­βει έ­να φως η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του Rogers, το Aglaglagl, το ο­ποί­ο σε δι­κή μου ε­λεύ­θε­ρη με­τά­φρα­ση ση­μαί­νει, αν α­να­θε­ω­ρή­σου­με;

 

προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

 

Η ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή του Γι­ώρ­γου Πρε­βε­δου­ρά­κη, μι­κρά ο­νό­μα­τα, Πα­νο­πτι­κόν, 2020.

 

Η νου­βέ­λα του Χρή­στου Χρη­στί­δη, Γυ­μνός, Εκ­δό­σεις Εν­τευ­κτη­ρί­ου, 2020, απ’ ό­που η φρά­ση: το σά­βα­νο α­πό το σπάρ­γα­νο α­πέ­χει μια α­νά­σα.


Η συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των της Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νής Keletso Mopai If you keep digging, Black Bird, 2019.


Το σύν­το­μο δι­ή­γη­μα Salvatore του Somerset Maugham, το ο­ποί­ο δη­μο­σι­εύ­θη­κε το 1936 στο Cosmopolitan, α­π’ ό­που η φρά­ση: I wonder if I can do it.


Ο Γιά­ννης Γο­ρα­νί­της δια­βά­ζει έ­να α­πό­σπα­σμα α­πό Τα κο­σμο­κω­μι­κά (μτφρ. Α. Χρυ­σο­στο­μί­δης) του Italo Calvino στο α­φι­έ­ρω­μα α­να­γνώ­σε­ων κα­τά τη διά­ρκεια της κα­θο­λι­κής κα­ραν­τί­νας στην Ελ­λά­δα που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Α­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης για το πε­ρι­ο­δι­κό Χάρ­της.


Δύ­ο γεν­νή­τρι­ες πλο­κής για ό­λα τα λο­γο­τε­χνι­κά εί­δη, μί­α πα­λιό­τε­ρη και μια πιο πρό­σφα­τη (πη­γή: Jane Freedman).


To ι­στο­λό­γιο του Ι­τα­λού πε­ρι­βαλ­λον­τι­κού φω­το­γρά­φου Luca Locatelli.


To τρα­γού­δι του Paolo Conte, Via con me (Live at Montreux Jazz Festival, 2011).


Μί­α ει­κο­νι­κή ε­πί­σκε­ψη στο Museum of Broken Relationships, στο Ζάγ­κρεμπ (ά­γνω­στο ε­άν εκ­θέ­τει ο­δον­τό­βουρ­τσες).


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


[1]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[2]. H Κου­βα­νέ­ζα Dolores M. Koch (1928-2009) ή­ταν η θε­ω­ρη­τι­κός που έ­θε­σε το 1981 το ε­ρευ­νη­τι­κό ε­ρώ­τη­μα για τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, με την ι­στο­ρι­κή α­να­κοί­νω­σή της στο XX Congreso del Instituto Internacional de Literatura Iberoamericana, το ο­ποί­ο δι­ε­ξή­χθη στο Τέ­ξας.
[3]. Ό­ρος που εμ­φα­νί­στη­κε στα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του­’­60, στο πλαί­σιο της αν­τι-α­παρ­τχά­ιντ κι­νη­το­ποί­η­σης και φι­λο­σο­φί­ας, δι­α­τη­ρή­θη­κε στη με­τά-α­παρ­τχά­ιντ ε­πο­χή κι ε­ξα­κο­λου­θεί να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μέ­χρι σή­με­ρα, συ­νή­θως με τα αρ­χι­κά BC. Α­να­φέ­ρε­ται στην ε­πα­να­εν­νοι­ο­λό­γη­ση της συ­νεί­δη­σης της φυ­λε­τι­κής ταυ­τό­τη­τας των γη­γε­νών Νο­τιο-α­φρι­κα­νών και της ε­νί­σχυ­σής της με την πραγ­μα­τι­κή α­νά­κτη­ση των αν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των τους.
[4]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[5]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[6]. Blair Peter, Hyper-compressions: The ri­se of flash fi­ction in “post-transi­tio­nal” South A­frica, The Jour­nal of Common­wealth Li­te­ratu­re, 2020, Vol.55 (I), p.p. 38-60, ©The Author (s) 2018.
[7]. Γκα­νάς Μι­χά­λης, Γυ­ναι­κών, μι­κρές και πο­λύ μι­κρές ι­στο­ρί­ες, Με­λά­νι, Α­θή­να, 2010.
[8]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[9]. Motte Warren, Small Worlds, M­ini­malism in Contem­pora­ry French Li­te­rature, University of Nebraska Press, 1999.
[10]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου, α­πό το άρ­θρο του Ted Mills στο ο­ποί­ο πα­ρα­πέμ­πω πα­ρα­πά­νω για την Α­νά­σα.
[11]. Με­τά­φρα­ση α­πό τα ι­τα­λι­κά στα αγ­γλι­κά: Sarah Jane Webb. Με­τά­φρα­ση α­πό τα αγ­γλι­κά δι­κή μου.
[12]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[13]. Α­ξε­λός Κώ­στας, Φι­λο-σο­φι­κά Αν-έκ­δο­τα, μτφρ. Θω­μάς Σκά­σης (πε­ρι­ο­δι­κό Ἡ λέ­ξη τ. 34, Μά­ι­ος 1984).
[14]. Auerbach Erich, Μί­μη­σις, μτφρ. Λ. Α­να­γνώ­στου, ΜΙΕΤ, Α­θή­να, 2005.
[15]. Deleuze Gills & Guattari Félix, Kafka –Toward a minor Literature, translated by D. Polan, University of Minnesota, 1986.
[16]. Αυ­τή εί­ναι ο­λό­κλη­ρη η μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: Improving my German. All my life I have been try­ing to im­prove my Ger­man. At last my German is better—but now I am old and ill and don’t have long to li­ve. Soon I will be dead, with bet­ter Ger­man. The Paris Review, issue 234, Fall 2020.
[17]. Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Με­τά την αι­σθη­τι­κή, Θε­ω­ρη­τι­κέ δο­κι­μές και ερ­μη­νευ­τι­κές α­να­γνώ­σεις της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας, Ο­δυσ­σέ­ας, 2003.
[18]. Η Slommith Rimmon – Kennan, σύμ­φω­νη με τη δο­μι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή θε­ω­ρί­α του Gérard Genette, ο­ρί­ζει την α­φη­γη­μα­τι­κή μυ­θο­πλα­σί­α ως α­φή­γη­ση μιας σει­ράς φαν­τα­στι­κών γε­γο­νό­των —κά­τι συμ­βαί­νει που μπο­ρεί να ει­πω­θεί με έ­να ρή­μα ή με το ό­νο­μα μιας πρά­ξης και ό­ταν συμ­βαί­νει κά­τι αλ­λά­ζει α­πό μί­α κα­τά­στα­ση σε μί­α άλ­λη— που τη δι­α­φο­ρο­ποι­εί α­πό άλ­λα λο­γο­τε­χνι­κά εί­δη, ό­πως τη λυ­ρι­κή ποί­η­ση ή τον πε­ρι­γρα­φι­κό πε­ζό λό­γο. Στο Rimmon-Kenan Shlomith, Narrative Fiction, Contemporary Poetics, 2nd edit., Routledge, New York, 2002.
[19]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[20]. Contadini Luigi, Le sug­gestio­ni del mi­cror­rela­to, στο Le For­me Del Nar­ra­re: Nel Tem­po e Tra i Gene­ri, vol. 2 Uni­ver­sitá degli Studi di Trento, 2016.
[21]. Ziolkowski, Saskia E­lizabeth, Kafka’s I­ta­li­an Pro­ge­ny, Uni­ver­sity of To­ro­nto Press, To­ro­nto 2020
[22]. Cassata Francesco, Fan­ta­scien­za? Scie­nce Fi­ction?, Eina­udi, σει­ρά Le­zio­ni Pri­mo Le­vi, To­rino, 2016 κι εδώ.
[23]. Στο Fra­ti­cel­li Bar­ba­ra, Ita­lia: Po­éti­cas de lo mí­ni­mo en el pa­nora­ma con­tempo­rá­neo, α­πό τον συλ­λο­γι­κό τό­μο Ana Ru­eda (ed.), Mini­fic­ción y nano­filo­lo­gía: la­titu­des de la hiper­bre­ve­dad, Ibe­roa­meri­cana, Ma­drid, 2017.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#13: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς (01-06-2020)

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλί­ο – κον­το­λο­γίς



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλί­ο – κον­το­λο­γίς

(За краткостта и тази книга – накъсо)


Ο LAPIDARIUM, τὸ πρῶ­το μου βι­βλί­ο, πε­ρι­εῖ­χε σύν­το­μα πράγ­μα­τα γραμ­μέ­να στὸ πί­σω μέ­ρος ἀ­πὸ εἰ­σι­τή­ρια καὶ χαρ­τά­κια. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι γραμ­μέ­νο ὣς ἕ­ναν βαθ­μὸ καὶ τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα. Κά­ποι­ες ἐν­τε­λῶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ δὲν μπαί­νουν ἐ­δῶ, ὑ­πάρ­χουν καὶ στὶς δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των μου. Ἀ­πὸ πα­λιὰ μοῦ ἀ­ρέ­σει καὶ με­τα­χει­ρί­ζο­μαι τὴ συν­το­μί­α, ὅ­μως πα­ρό­λα αὐ­τά, θε­ω­ρῶ τὸ βι­βλί­ο ἐ­τοῦ­το ὡς τὸ προ­σω­πι­κό μου ντεμ­ποῦ­το στὸ ἐν λό­γῳ εἶ­δος. Δι­α­σκέ­δα­ζα, ἐ­νῶ ἔ­γρα­φα αὐ­τὲς τὶς ἱ­στο­ρί­ες ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια. Ξέ­φευ­γα σὲ αὐ­τές, ὅ­ταν μοῦ γι­νό­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρη­το τὸ «ἔ­ξω». Τὶς μά­ζευ­α στὰ τε­φτέ­ρια μου, με­τα­ξὺ ἄλ­λων βι­βλί­ων, ποὺ φαί­νον­ταν ὡς πιὸ ση­μαν­τι­κά.*


       Ὑ­πάρ­χει μιὰ ὁ­ρι­σμέ­νη ἱ­ε­ραρ­χί­α στὴ ση­με­ρι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­κε­φα­λῆς εἶ­ναι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα – δι­η­γή­μα­τα, ποί­η­ση, δο­κί­μια, ὑ­πάρ­χουν κυ­ρί­ως λό­γω τῆς ἐ­πι­εί­κιας τῶν ἐκ­δο­τῶν καὶ τῆς ἀ­γο­ρᾶς. Τί ἀ­πο­μέ­νει γιὰ τὰ ἐν­τε­λῶς σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα, ἀ­πο­σπά­σμα­τα καὶ προ­τά­σεις; Ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν βγαί­νου­νε μπὲ­στ σέ­λερς καὶ μπλοκ­μπά­στερς, εἶ­ναι ἰ­δι­αι­τέ­ρως «μι­κροῦ μή­κους». Τὰ μυρ­μηγ­κο­σώ­μα­τά τους δὲν μπο­ροῦν νὰ συγ­κρι­θοῦν μὲ τὸν ἐ­λέ­φαν­τα τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Καὶ ὅ­μως, ἐ­μέ­να αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­τρε­πτι­κό­τη­τα τῶν μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν, ἡ ἱ­κα­νό­τη­τά τους νὰ ξε­γλι­στρᾶ­νε κά­τω ἀ­πὸ τὸν ζυ­γὸ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, μοῦ ἀ­ρέ­σει. Ἀ­κρι­βῶς σή­με­ρα μοῦ ἀ­ρέ­σει, στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς βα­ριᾶς ἐ­πι­κό­τη­τας…


Ἀλ­λι­ῶς, νὰ ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με πρὸς ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς συν­το­μί­ας, ὅ­τι αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι χθε­σι­νή. Ἐν­τε­λῶς χα­ο­τι­κά, ὅ­πως στὴ Μπορ­χε­σια­νὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια, μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­τά­ξου­με τὶς λί­θι­νες ἐ­πι­γρα­φὲς τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας, βου­δι­στι­κὰ κο­άν, τοὺς Χα­ρα­κτῆ­ρες τοῦ Θε­ο­φρά­στου, βι­βλι­κὲς πα­ρα­βο­λές, κά­ποι­α ἀ­πό­κρυ­φα, τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τῶν ἀ­νω­νύ­μων ἀν­τι­γρα­φέ­ων στὰ πε­ρι­θώ­ρια τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν βι­βλί­ων, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὸ «τὸ δόν­τι μὲ πο­νεῖ καὶ δὲν ἀν­τέ­χε­ται», τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἴ­διου τοῦ Μπόρ­χες[1], τοῦ Μον­τερ­ρό­σο[2], τοῦ Χάρ­μς[3], τοῦ Γι­όρ­κεν[4]… Ἐ­νῶ στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κό­τη­τας, μὲ βε­βαι­ό­τη­τα μπαί­νουν τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα τοῦ Ντάλ­τσεφ[5], οἱ ἀμ­μό­κοκ­κοι τοῦ Γκέ­ροφ[6], οἱ «Κύ­κνοι μου» τοῦ Ραν­τί­τσκοφ[7], ὁ ὄ­ψι­μος Στρα­τί­εφ[8], οἱ «νά­βες» τοῦ Ἰ­βὰν Με­τόν­τι­εφ [9], ἂν μνη­μο­νεύ­σω μό­νον αὐ­τοὺς ποὺ δὲν βρί­σκον­ται πλέ­ον ἀ­νά­με­σά μας. Πα­ρα­λεί­πω πολ­λούς. Τὸ ση­μαν­τι­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μα­κρὰ γραμ­μὴ πα­ρά­δο­σης, ἀ­σα­φὴς κά­πο­τε, ἀ­πο­σι­ω­πη­μέ­νη, πε­σμέ­νη μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἁ­δρὸ δί­χτυ τοῦ κα­νό­να, ὅ­μως ὑ­πάρ­χει.


Ὑ­πάρ­χει κά­τι τὸ δρα­μα­τι­κὸ καὶ μα­ζὶ μ’ αὐ­τό, κά­τι τὸ ἠ­ρε­μι­στι­κὸ στὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, λό­γω συγ­χρο­νι­σμοῦ μὲ τὴν πε­ρα­τό­τη­τα τῶν σω­μά­των. Τε­λει­ώ­νουν ἀ­πρό­σμε­να, μπο­ροῦν νὰ εἶ­ναι ἀ­στεῖ­ες ἢ πα­ρά­λο­γες, νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­το­μες καὶ ἀ­βέ­βαι­ες, προ­σω­πι­κὲς καὶ ἀ­πρό­σι­τες τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Νου­βέ­λες τοῦ ἑ­νὸς λε­πτοῦ, τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ Ἴ­στβαν Γι­όρ­κεν καὶ αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­κρι­βέ­στε­ρους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς.

       Σὰν παι­διὰ ἀν­τα­γω­νι­ζό­μα­σταν ποι­ός θὰ ἀν­τέ­ξει πε­ρισ­σό­τε­ρο κά­τω ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ χω­ρὶς ἀ­νά­σα. Βου­τᾶς τὸ κε­φά­λι σου, ἐλ­λεί­ψει θά­λασ­σας, σὲ τσίγ­κι­νο κου­βά, βού­ι­σμα στ’ ἀ­φτιά, κλει­στο­φο­βία στὸν θώ­ρα­κα, δὲν ἀ­να­πνέ­εις μι­σὸ λε­πτό, ὁ­λό­κλη­ρο λε­πτό, κά­ποι­ος ἑ­νά­μι­σι λε­πτό, πά­νω-κά­τω ὅ­σο δια­ρκεῖ μιὰ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α, καὶ γρή­γο­ρα βγά­ζεις τὸ κε­φά­λι, ἐ­πι­στρέ­φεις στὴ ζω­ή. Ἡ πρώ­τη ἀ­νά­σα εἶ­ναι κο­φτὴ καὶ τὴ θυ­μᾶ­σαι ἔν­το­να. Εἶ­σαι λα­χα­νι­α­σμέ­νος, θαρ­ρεῖς καὶ τα­ξί­δε­ψες 20.000 λεῦ­γες κά­τω ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα. (Ἔ­τσι καὶ δὲν ἔ­μα­θα πό­σο εἶ­ναι μιὰ λεύ­γα, ὁ­πό­τε τὴ με­τα­χει­ρί­ζο­μαι ἀ­πο­λύ­τως ἀ­νεύ­θυ­να.) Κά­τι τέ­τοι­ο πρέ­πει νὰ συμ­βαί­νει καὶ μὲ τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες. Δὲν θὰ πνι­γεῖς, ὅ­μως με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε βού­τηγ­μα, ἀ­να­σαί­νεις σὰν γιὰ πρώ­τη φο­ρά.


Σάμ­πως νὰ ξέ­φυ­γα, ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι καὶ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο κεί­με­νο ἐ­δῶ μέ­σα. Θέ­λω νὰ πῶ, ὅ­τι σὲ τέ­τοι­ες ἐ­πο­χὲς σὰν τὴ ση­με­ρι­νή, ὅ­που ὑ­πάρ­χει παν­τοῦ ἡ ὀ­χλα­γω­γία τῆς τα­βέρ­νας, ἡ κα­λή, σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α ἔρ­χε­ται νὰ μᾶς δώ­σει τὸ μέ­τρο γιὰ τὴν κά­θε λέ­ξη. Καὶ τὸ κά­θε λε­πτό. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ πα­ρα­μεί­νει ἔ­τσι.


Γκ. Γκ.

31 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2018

Μπρού­κλιν


______________________________


[*] Μέ­ρος τῶν γρα­φο­μέ­νων αὐ­τοῦ τοῦ βι­βλί­ου συμ­πί­πτει μὲ τὴν πα­ρα­μο­νή μου στὸ Cullman Center, New York Public Library. Αὐ­τὸ μοῦ ἔ­δω­σε τὸν χρό­νο καὶ τὴν ἡ­συ­χί­α νὰ τὸ τε­λει­ώ­σω, πράγ­μα γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­μαι εὐ­γνώ­μων.
[1] (ΣτΜ.) Jorge Luis Borges, 1899-1986.
[2] (ΣτΜ.) Augusto Monterroso, 1920-2003.
[3] (ΣτΜ.) Daniil Kharms (Даниил Хармс, 1905-1942).
[4] (ΣτΜ.) István Örkény, 1912-1979.
[5] (ΣτΜ.) Atanas Dalchev (Атанас Далчев, 1904-1978).
[6] (ΣτΜ.) Aleksander Gerov (Александър Геров, 1919-1997).
[7] (ΣτΜ.) Yordan Raditchkov (Йордан Радичков, 1929-2004).
[8] (ΣτΜ.) Stanislav Stratiev (Станислав Стратиев, 1941-2000).
[9] (ΣτΜ.) Ivan Metodiev (Иван Методиев, 1946-2003).


Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 137-139.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ στὸν κῆ­πο τῶν «μπον­ζά­ι»



Σπῦρος Ν. Παππᾶς


Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ στὸν κῆ­πο τῶν «μπον­ζά­ι»


Ε ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ, εἴ­χα­με τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­κτή­σου­με μιὰ πρώ­τη ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νου, σύγ­χρο­νου Βούλ­γα­ρου συγ­γρα­φέ­α Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Γιά­μπολ, 1968) μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου, ὅ­που γιὰ ἕ­ξι συ­νε­χό­με­νες Κυ­ρια­κές, με­τα­ξὺ 5 Ἀ­πρι­λί­ου – 10 Μα­ΐ­ου 2015, πα­ρου­σι­ά­στη­καν πέν­τε με­τα­φρα­σμέ­να δι­η­γή­μα­τα προ­ερ­χό­με­να ἀ­πὸ τὶς δύ­ο συλ­λο­γές του: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000), Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013), συ­νο­δευ­ό­με­να ἀ­πὸ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς ἐρ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ κεί­με­νο.

       Τὸ ἐν λό­γῳ ἀ­φι­έ­ρω­μα, ὑ­πῆρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ γιὰ μιὰ οὐ­σι­α­στι­κὴ γνω­ρι­μί­α μὲ τὴν ξε­χω­ρι­στὴ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, πα­ρό­τι πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­νος καὶ ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος στὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο, ἤ­δη μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του μὲ τὸν τί­τλο Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα (Естествен роман, 1999), ἐν­τού­τοις, σὲ μιὰ γει­το­νι­κὴ χώ­ρα ὅ­πως ἡ Ἑλ­λά­δα, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κό του ἔρ­γο πα­ρέ­με­νε ἀ­με­τά­φρα­στο καὶ ἄ­γνω­στο.

       Τρί­α χρό­νια με­τὰ τὴν ἐ­πι­σή­μαν­ση αὐ­τῆς τῆς ἰ­δι­αί­τε­ρης λο­γο­τε­χνι­κῆς πε­ρί­πτω­σης ἀ­πὸ τὸ πα­ρὸν ἱ­στο­λό­γιο —μὲ τὴν προ­σθή­κη καὶ ἑ­νὸς ἀ­κό­μα με­τα­φρα­σμέ­νου δι­η­γή­μα­τος («Do not disturb») ἀ­πὸ τὸν ὑ­πο­γρά­φον­τα στὴν ἀν­θο­λο­γί­α: 83 ἱ­στο­ρί­ες μπον­ζά­ι γιὰ τὸ ση­μεῖ­ο μη­δέν (ἔκδ. Μ. Σι­δέ­ρη, 2017)— εὐ­τυ­χή­σα­με, ἐ­πι­τέ­λους, νὰ δοῦ­με με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀρ­χι­κῶς τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, Φυ­σι­κὴ τῆς Με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011) τὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Ἵ­κα­ρος» ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Πε­ρὶ Φυ­σι­κῆς τῆς Με­λαγ­χο­λί­ας καὶ ἀ­κο­λού­θως, τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2020, ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο, τὸ προ­α­να­φερ­θὲν Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα (ἀμ­φό­τε­ρα σὲ με­τά­φρα­ση Ἀ­λε­ξάν­δρας Δ. Ἰ­ω­αν­νί­δου).

       Tὸ ἔ­τος 2018 ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ κυ­κλο­φό­ρη­σε καὶ μιὰ τρί­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Ὅ­λα τα κορ­μιά μας (Всичките наши тела) πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας ἀ­πο­κλει­στι­κῶς δι­η­γή­μα­τα «μπον­ζά­ι» —ἢ «ὑ­περ­σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» σύμ­φω­να μὲ τὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸν ὑ­πό­τι­τλο: (свръхкратки истории)— ἀ­πο­τε­λού­με­νη συ­νο­λι­κὰ ἀ­πὸ 103 μι­κρῆς ἐ­κτά­σε­ως δι­η­γή­μα­τα καὶ ἕ­να ἐ­πι­λο­γι­κὸ κεί­με­νο. Στὰ σύν­το­μα καὶ εὑ­ρη­μα­τι­κὰ αὐ­τὰ δι­η­γή­μα­τα, συμ­πυ­κνώ­νον­ται ὅ­λα τὰ γνώ­ρι­μα στοι­χεῖ­α τῆς προ­σω­πι­κῆς μυ­θο­λο­γί­ας καὶ λο­γο­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, ὅ­πως ἀ­νι­χνεύ­ον­ται ἄλ­λω­στε καὶ στὸ ὑ­πό­λοι­πο ἔρ­γο του, ἐ­νῶ δὲν ἀ­που­σιά­ζει καὶ ἀ­πὸ ἐ­δῶ ὁ πει­ρα­μα­τι­σμός, ὁ ὁ­ποῖ­ος σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις φτά­νει ἕ­ως ἕ­ναν ἀ­κραῖ­ο καὶ τολ­μη­ρὸ μι­νι­μα­λι­σμὸ —λ.χ. πα­ρα­τη­ροῦ­με ὅ­τι τὸ μι­κρό­τε­ρο δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς ἐ­κτεί­νε­ται σὲ μό­λις τρεῖς λέ­ξεις, ἐ­νῶ τέσ­σε­ρα ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­λοι­πα δι­η­γή­μα­τα πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται σὲ μιὰ καὶ μό­νον πρό­τα­ση— πού, ὡ­στό­σο, φα­νε­ρώ­νει τὴν ἐκ­φρα­στι­κὴ ὡ­ρι­μό­τη­τα τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­κό­μα καὶ μὲ τὰ ἐ­λά­χι­στα μέ­σα κα­τορ­θώ­νει πάν­τα νὰ προ­βλη­μα­τί­ζει καὶ νὰ συγ­κι­νεῖ.

       Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2018 σὲ συ­νάν­τη­σή μου μὲ τὸν Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, γεν­νή­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α νὰ πα­ρου­σια­στοῦν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ὁ­ρι­σμέ­να ἐ­πι­λεγ­μέ­να καὶ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης συλ­λο­γῆς, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν φι­λό­ξε­νο καὶ ται­ρια­στὸ χῶ­ρο τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου, ὡς «φυ­σι­κὸ συμ­πλή­ρω­μα» στὸ πα­λαι­ό­τε­ρο ἐ­κεῖ­νο ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ 2015. Ἡ ἰ­δέ­α ἔ­γι­νε ἀ­μέ­σως ἀ­πο­δε­κτὴ καὶ εἶ­χε ὑ­πάρ­ξει ἡ σκέ­ψη νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ και­νούρ­γιο ἀ­φι­έ­ρω­μα καὶ μιὰ ἐ­κτε­νὴς συ­νο­δευ­τι­κὴ συ­νέν­τευ­ξη τοῦ συγ­γρα­φέ­α, πε­ρι­στρε­φό­με­νη κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ σχέ­ση τοῦ ἰ­δί­ου ἀλ­λὰ καὶ τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὴ μι­κρὴ φόρ­μα. Δυ­στυ­χῶς, πα­ρὰ τὴν κοι­νή μας πρό­θε­ση, τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα αὐ­τὸ δὲν εὐο­δώ­θη­κε λό­γῳ τῶν ἀλ­λε­πάλ­λη­λων τα­ξι­δι­ῶν τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ τῶν λοι­πῶν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῶν του ὑ­πο­χρε­ώ­σε­ων ποὺ συ­νέ­πε­σαν μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἑ­νὸς και­νούρ­γιου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος —τὸ ἔρ­γο αὐ­τό, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище), ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε προ­σφά­τως καὶ βρί­σκε­ται ἀ­πὸ τὰ τέ­λη Ἀ­πρι­λί­ου 2020 σὲ κυ­κλο­φο­ρί­α στὴ Βουλ­γα­ρί­α, στα­θε­ρὰ ἀ­πὸ τὸν οἶ­κο «Жанет 45».

       Ἐλ­πί­ζο­με, ὅ­τι ἡ ἔλ­λει­ψη αὐ­τῆς τῆς ὁ­πωσ­δή­πο­τε χρή­σι­μης συ­νο­δευ­τι­κῆς συ­νέν­τευ­ξης, ἀ­να­πλη­ρώ­νε­ται ἐ­δῶ ὡς ἕ­ναν ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ βαθ­μὸ ἀ­πὸ τὸ δι­α­φω­τι­στι­κὸ ἐ­πι­λο­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα τοῦ συγ­γρα­φέ­α («Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλίο – κον­το­λο­γίς») ποὺ δη­μο­σι­εύ­ε­ται με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­κο­λού­θως, ἐγ­και­νι­ά­ζον­τας ἔ­τσι τὸ και­νούρ­γιο αὐ­τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

       Στὴ συ­νέ­χεια, κά­θε Κυ­ρια­κὴ καὶ γιὰ τὶς ἑ­πό­με­νες ὀ­κτὼ ἑ­βδο­μά­δες, πρό­κει­ται νὰ πα­ρου­σια­στοῦν οἱ πα­ρα­κά­τω ἐ­πι­λεγ­μέ­νες «ὑ­περ­σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» ἀ­πὸ τὴν ἐν λό­γῳ τρί­τη συλ­λο­γὴ τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἐ­δῶ (καὶ) ὡς ἕ­νας ἐ­πι­δέ­ξιος «μι­κρο­καλ­λι­ερ­γη­τὴς» τῆς πρό­ζας, εἰ­σά­γον­τας μὲ εὐ­χά­ρι­στα ἀ­να­πάν­τε­χο τρό­πο τὸν ἀ­να­γνώ­στη στὸν προ­σω­πι­κό του κῆ­πο τῶν «μπον­ζάι»:


  1. «Spam» («Спам»),
  2. «Lapsus» («Лапсус»),
  3. «Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας» («Историята на един жест»),
  4. «Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)» («Краят на Грозното пате (не е за деца)»),
  5. «Μέ­χρι τὴν πόρ­τα» («До вратата»),
  6. «Ὁ γέ­ρος καὶ τὸ μῆ­λο (χρο­νι­κό, σω­τή­ριον ἔ­τος 1996)» («Старецът и ябълката (хро­­ни­ка анно домини 1996)»),
  7. «Ρωγ­μὴ στὸ σύ­στη­μα ἀ­σφα­λεί­ας» («Пробив в систе­мата за сугу­рност»),
  8. «Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες» («Нови безспокойства»).

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πα­τίλης.)

Εἰκόνα: Σπῦρος Ν. Παππᾶς καὶ Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (φω­το­γρα­φί­α: Γκερ­γκά­να Γκε­οργκί­ε­βα / Ге­р­га­­на Ге­о­рги­е­ва, 27 Ἰουλίου 2018 ).



		

	

Γιάννης Πατίλης: Λογοκλοπή: Ἡ ὁρατὴ κορυφὴ ἑνὸς παγόβουνου βαθειᾶς πολιτιστικῆς παρακμῆς



Λογοκλοπή:

Ἡ ὁρατὴ κορυφὴ ἑνὸς παγόβουνου

βαθειᾶς πολιτιστικῆς παρακμῆς

 

ΕΑΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΥΝΤΟΝ «ἡ ἰ­δι­ο­κτη­σί­α εἶ­ναι κλο­πή», μὲ συ­νέ­πεια ἡ ἀν­τεκ­δι­κη­τι­κὴ ὑ­πε­ξαί­ρε­ση ἑ­νὸς πράγ­μα­τος τρί­του ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἀ­δί­κως τὸ στε­ρή­θη­κε, νὰ εἶ­ναι μιὰ πρά­ξη ἀ­πο­κα­τά­στα­σης κοι­νω­νι­κῆς δι­και­ο­σύ­νης ποὺ ἀ­κού­ει στὸ ὄ­μορ­φο καὶ ἐμ­πνευ­στι­κὸ ὄ­νο­μα ἀ­παλ­λο­τρί­ω­ση, ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς ‘με­τά­φρα­ση­ς’ τοῦ ποι­ή­μα­τος ἑ­νὸς τρί­του ὡς δι­κοῦ σου, σύμ­φω­να μὲ τὶς πλέ­ον ἐ­ξε­λιγ­μέ­νες ποι­η­τι­κὲς θε­ω­ρί­ες(*) εἶ­ναι ἕ­να κα­θό­λα νό­μι­μο πνευ­μα­τι­κὸ προ­ϊ­ὸν ποὺ σοῦ ἀ­νή­κει ἀ­πο­λύ­τως, ποὺ μπο­ρεῖς ὑ­πε­ρη­φά­νως νὰ τὸ κυ­κλο­φο­ρεῖς κά­τω ἀ­πὸ τὸ ὄ­νο­μά σου, καί, φυ­σι­κά, ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα ἡ κα­λὴ νὰ κρα­τι­κο­βρα­βεύ­ε­σαι γι’ αὐ­τό! Ἐ­δῶ δὲν ὑ­πάρ­χει κὰν κλο­πή! Ὑ­πάρ­χει μό­νον Πνευ­μα­τι­κὴ Ἰ­δ­ι­ο­κτη­σία, Δό­ξα καί, ἐ­νί­οτε (ἂν σοῦ κά­τσει βρα­βεῖο) Χρῆμα!

       Ἐ­ὰν θέ­λου­με νὰ εἴ­μα­στε ὄ­χι μό­νον πλή­ρως ἐκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νοι θε­ω­ρη­τι­κῶς, ἀλ­λὰ καὶ τί­μιοι μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μας, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­δε­χθοῦ­με εὐ­θαρ­σῶς ὅ­τι λο­γο­κλο­πή στὴν ποί­η­ση εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τος καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει! Καὶ θὰ τὸ πα­ρα­δε­χό­μα­στε ἀ­με­λη­τὶ καὶ ἀ­να­κου­φι­στι­κῶς, ὲ­ὰν τὸ ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρο λο­γο­τε­χνι­κὸ σω­μα­τεῖ­ο στὴν Ἑλ­λά­δα, ἡ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων, τοῦ ὁ­ποί­ου εἴ­μα­στε μέ­λη καὶ μά­λι­στα ἱ­δρυ­τι­κά, καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο τυ­χαί­νει νὰ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει στοὺς κόλ­πους του ὄ­χι μό­νον τοὺς κα­ταγ­γε­λλό­με­νους ὡς λο­γο­κλό­πους συγ­γρα­φεῖς ἀλ­λὰ καὶ τοὺς θε­ω­ρη­τι­κοὺς ἀ­πο­δο­μι­στὲς τῆς σχε­τι­κῆς λο­γο­κλο­πι­κῆς ἐν­νοι­ο­λο­γί­ας, ὄ­χι μό­νον δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε πα­νη­γυ­ρι­κῶς στὸ κα­τα­στα­τι­κό του (ἀρ­θρ. 10) τὴν ἔν­νοι­α τῆς λο­γο­κλο­πῆς, ἀλ­λὰ καὶ δὲν θε­ω­ροῦ­σε μὲ τὴν πα­ρά­γρα­φο (δ) τοῦ ἐν λό­γῳ ἄρ­θρου, τὴν λο­γο­κλο­πή βα­ρύ­τα­το ἀ­δί­κη­μα, ποὺ ἐ­φό­σον ἀ­πο­δει­χθεῖ συ­νε­πι­φέ­ρει τὴν ἐ­σχά­τη τῶν τι­μω­ρι­ῶν γιὰ τὸ μέ­λος της: τὴν δι­α­γρα­φή. Καὶ μά­λι­στα μὲ ἀ­πό­φα­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ Δι­οι­κη­τι­κοῦ Συμ­βου­λί­ου της!

       Ἰ­δοὺ τὸ σχε­τι­κὸ ἄρ­θρο, ὅ­πως μπο­ρεῖ νὰ τὸ δεῖ κα­νεὶς ἐ­λευ­θέ­ρως στὸ δί­κτυο:

http://www.authors.gr/profile

 

 

 Ἀλ­λὰ προ­φα­νῶς δὲν βρι­σκό­μα­στε στὰ 1981, καὶ δὲν ἔ­χου­με πιὰ τὰ ἀ­να­χρο­νι­στι­κά, γε­ρα­σμέ­να μον­τερ­νι­στι­κὰ μυα­λὰ τῶν Ἱ­δρυ­τῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων. Τώ­ρα μᾶς δρο­σί­ζει ὁρ­μη­τι­κῶς καὶ ἀ­πὸ παν­τοῦ ὁ φρέ­σκος ἀ­έ­ρας τῆς με­τα­μον­τέρ­νας συν­θή­κης, τῆς δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας καὶ τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν ἀ­νε­μνη­στή­ρων της. Ἐ­πι­τέ­λους μά­θα­με, 40 χρό­νια με­τά, ὅ­τι τὰ κεί­με­να ποὺ δι­α­βά­ζου­με δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς κεί­με­να, εἶ­ναι βι­ώ­μα­τα, ὅ­πως δι­δά­σκουν οἱ με­γά­λοι πα­νε­πι­στη­μια­κοὶ θε­ω­ρη­τι­κοί μας(*). Καὶ ποὺ καὶ νὰ θέ­λα­με νὰ τὰ ἀν­τι­γρά­ψου­με με­τα­φρά­ζον­τάς τα σὲ μιὰ ἄλ­λη γλώσ­σα, θὰ ἦ­ταν ἀ­κα­τόρ­θω­το. Δὲν ξέ­ρω ἂν τὸ δι­ά­βα­σα κά­που στόν Ντε­ριν­τὰ ἢ τὸν Μπόρ­χες, ἀλ­λὰ μοῦ φαί­νε­ται πὼς καὶ τὸ «Ode on a Grecian Urn» ἐ­ὰν θε­λή­σω νὰ τὸ ἀν­τι­γρά­ψω στὴ γλώσσα του ἀ­πὸ τὸ ἀγ­γλι­κὸ πρω­τό­τυ­πο τῆς πρώ­της ἔκ­δο­σής του στὸ λά­πτοπ μου, δὲν θὰ εἶ­ναι τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς κεί­με­νο, καὶ θὰ δι­και­οῦ­ται ὁ ἀν­τι­γρα­φι­κὸς πλη­κτρο­λο­γι­κός μου μό­χθος μιὰ κά­ποι­α προ­στα­σί­α τοῦ ὀ­νό­μα­τός μου!… Γρά­φουμε πά­νω στὰ ἀντι­γραμ­μένα, ποὺ λέ­νε (Γέ­ητς!)…

       Ἐ­πι­τέ­λους, αὐ­τὸ ποὺ οἱ πα­λιοὶ λέ­γα­νε ἀ­φε­λῶς λο­γο­κλο­πὴ, σή­με­ρα πρέ­πει νὰ τὸ λέ­με δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα, καὶ ἀ­φοῦ πλέ­ον δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­νας μας τό­σο ἀ­γραμ­μά­τος καὶ μὴ-δι­α­κει­με­νι­κός, ἐ­ὰν ἐ­ξαι­ρέ­σου­με κά­τι ἀ­ναλ­φά­βη­τους στι­χο­πλό­κους βο­σκούς στὰ βου­νὰ τῆς πε­τραί­ας Ἀ­ρα­βί­ας, δὲν βλέ­πω για­τὶ νὰ μὴν κα­ταρ­γη­θεῖ σὲ μιὰ ἑ­πό­με­νη Συν­τα­κτι­κὴ Συ­νέ­λευ­ση τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας, ἡ ἐ­νο­χλη­τι­κὴ πα­ρά­γρα­φος (δ) τοῦ ἄρ­θρου (10) ποὺ ἡ ἀ­πο­φυ­γὴ τῆς ἐ­φαρ­μο­γῆς της χρό­νια τώ­ρα φου­σκώ­νει τὰ χα­λι­ά της, ἔ­τσι ποὺ καὶ ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α στὸ σα­λό­νι της νὰ κα­θί­στα­ται πλέ­ον ἐ­πι­κίν­δυ­νος, ἰ­δί­ως γιὰ τὰ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­να ἱ­δρυ­τι­κά της μέ­λη…

Ω Ω Ω

Τὰ γε­λοῖ­α κα­μώ­μα­τα τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς συν­τε­χνί­ας ἀ­πὸ δε­κα­ε­τί­ες ἔ­χουν πά­ψει νὰ μᾶς ἐκ­πλήτ­τουν. Καὶ ἀ­μέ­το­χοι, θὰ μέ­να­με στὴν κω­μι­κὴ δι­ά­στα­ση τῶν πραγ­μά­των, ἂν δὲν ὑ­πῆρ­χαν ἐκ­κρε­μῆ με­ρι­κὰ σο­βα­ρὰ ζη­τή­μα­τα:

       1. Ἡ ὑ­πο­χρέ­ω­ση τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ μέ­λη της, ζῶν­τα καὶ πρω­τί­στως τε­θνε­ῶ­τα, νὰ πά­ρει θέ­ση διὰ τοῦ Δι­οι­κη­τι­κοῦ Συμ­βου­λί­ου της στὰ σο­βα­ρῶς κα­ταγ­γε­λό­με­να, ἀ­φοῦ ἀ­φο­ροῦν σὲ ἐ­πί­λε­κτα μέ­λη της. Καὶ τῆς Γε­νι­κῆς Συ­νέ­λευ­σης δευ­τε­ρο­βαθ­μί­ως σύμ­φω­να μὲ τὸ ἄρθρο (11) τοῦ Κα­τα­στα­τι­κοῦ της, ἂν χρειαστεῖ. (βλ. http://www.authors.gr/profile).

       2. Ἡ εὐ­θύ­νη τοῦ Δη­μο­σί­ου, γιὰ τὴν πα­τα­γώ­δη ἀ­πο­τυ­χί­α κρα­τι­κῶν θε­σμῶν, τῶν Ἐ­πι­τρο­πῶν Κρα­τι­κῶν Βρα­βεί­ων ἀ­φε­νός, καὶ τῶν Ἐ­πι­τρο­πῶν Ἐ­πι­λο­γῆς τῶν Θε­μά­των τῶν Πα­νελ­λα­δι­κῶν ἀ­φε­τέ­ρου, νὰ ξε­χω­ρί­σουν τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἦ­ρα ἀ­πὸ τὸ σι­τά­ρι, προ­στα­τεύ­ον­τας τὸ κύ­ρος τους καὶ τοὺς πο­λί­τες ποὺ τὶς ἐμ­πιστευό­νται.

       3. Ὁ γε­νι­κό­τε­ρος ἐκ­πε­σμὸς τῶν πο­λι­τι­στι­κῶν ἠ­θῶν στὴ χώρα μας, ποὺ ἐ­πι­τρέ­πει στὴν δι­α­πλο­κὴ ἰ­σχύ­ος στὰ καλ­λι­τε­χνι­κὰ νὰ ἐ­κτρέ­φει πα­ρό­μοι­α φαι­νό­με­να… Ἡ «μά­στι­γα τῆς λο­γο­κλο­πῆς» εἶ­ναι τὸ ἔλασ­σον. Τὸ μεῖ­ζον εἶ­ναι ἡ ἀ­συ­λί­α στὴν πρά­ξη ποὺ ἐ­ξα­σφα­λί­ζει στοὺς λο­γο­κλό­πους ἡ με­γά­λη ἀ­να­γνω­ρί­σι­μό­τη­τά τους καὶ ἡ κοι­νό­τη­τα ἀ­το­μι­κῶν συμ­φε­ρόν­των ποὺ διαθέτουν μὲ κέν­τρα καὶ θε­σμοὺς με­γά­λης ἐ­πιρ­ρο­ῆς, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἐκ­δο­τι­κοὺς οἶ­κους, στὰ ὁ­ποῖα ἡ μω­ρο­φι­λο­δο­ξί­α πολ­λῶν τα­λαν­τού­χων καὶ ἀ­τά­λαν­των ψευ­το­δη­μι­ουρ­γῶν κλί­νει εὐ­λα­βι­κῶς καὶ σι­γῶ­σα χρό­νια τώ­ρα τὸ γό­νυ…

       Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἴ­σως κά­τι ν’ ἄρχισε νὰ ρα­γί­ζει… Λέω ἴσως…

Γιά­ννης Πα­τί­λης

Νέ­α Σμύρ­νη, 29.06.2020.


(*) βλ. Γιάν­νης Πα­τί­λης: «Πε­ρὶ ὅ­ρων καὶ ὁρ­ίων. Ἐ­πί­με­τρο συ­νο­δευ­τι­κὸ μιᾶς παλιᾶς ἐ­πι­στο­λῆς τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χιό­νη», περ. Νέο Πλα­νό­διον, ἀρ. 2, Κα­λο­καί­ρι 2014, σελ. 218-233.

~ . ~

Γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση Ἀ­λέ­ξη Στα­μά­τη, τεκμήρια ἐδῶ.

Γιὰ τὴν περίπτωση Χάρη Βλαβιανοῦ, τεκμήρια ἐδῶ.

~ . ~

Γιὰ τὸ ἱστολόγιο τῆς Πρωτοβουλίας γιὰ τὴν Λογοκλοπή δεῖτε έδῶ.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#13]

 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: φῶς

 

ΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ νὰ σὲ πε­ρι­γρά­ψω σὲ κά­ποι­ον τὶς προ­άλ­λες. Δὲ μοιά­ζεις μὲ κα­νέ­να κο­ρί­τσι ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­χω γνω­ρί­σει. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ: «Λοι­πόν, εἶ­ναι φτυ­στὴ ἡ Τζέ­ιν Φόν­τα, μό­νο ποὺ εἶ­ναι κοκ­κι­νο­μάλ­λα, μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ στό­μα καὶ φυ­σι­κὰ δὲν εἶ­ναι ἀ­στέ­ρι τοῦ σι­νε­μά. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ πῶ αὐ­τὸ ἐ­πει­δὴ δὲ μοιά­ζεις σὲ τί­πο­τα μὲ τὴν Τζέ­ιν Φόν­τα[1]. Ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «I was try­ing to de­scri­be you to so­me­one», τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Richard Brautigan, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη πε­ζο­γρα­φι­κὴ συλ­λο­γή του Reve­nge of the Lawn, Sto­ries 1962-1970, μὲ ἑ­ξήν­τα δύ­ο σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1971 (N.York: Simon and Schuster) καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ θε­ω­ρί­α τοῦ εἴ­δους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

       Ὁ ἥ­ρω­ας στὴν προ­σπά­θειά του νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του θυ­μᾶ­ται τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ἦ­ταν γύ­ρω στὰ ἑ­πτά, τὸ 1940-41. Στὴ γε­νέ­τει­ρά του, στὴν Τα­κό­μα τῆς πο­λι­τεί­ας τῆς Οὐ­ά­σιν­γκτον, εἶ­χε πα­ρα­κο­λου­θή­σει μιὰ ται­νί­α ἠ­θι­κο­πλα­στι­κοῦ, προ­πα­γαν­δι­στι­κοῦ σκο­ποῦ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ πρό­βα­λαν συ­χνὰ στὰ παι­διὰ καὶ τοὺς νέ­ους κα­τὰ τὶς δε­κα­ε­τί­ες ’30-‘40, με­τὰ τὴ Με­γά­λη Ὕ­φε­ση καὶ στὸ πνεῦ­μα τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ New Deal. Στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ται­νί­α το­νι­ζό­ταν ἡ δυ­σκο­λί­α δι­α­βί­ω­σης τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν ἀ­γρο­τῶν χω­ρὶς ἠ­λε­κτρι­σμό, το­στι­έ­ρες, πλυν­τή­ρια καὶ ἄλ­λες ἠ­λε­κτρι­κὲς συ­σκευ­ές. Ἔ­δει­χνε τὰ φα­νά­ρια ποὺ ἀ­νά­βαν τὰ βρά­δια γιὰ νὰ δι­α­βά­σουν καὶ ὑ­πο­γράμ­μι­ζε τὸ πό­σο ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νοι ἦ­ταν χω­ρὶς ρα­δι­ό­φω­νο. Ἡ ἀ­φή­γη­ση ἑ­στί­α­ζε στὸ πό­σο θὰ ἄλ­λα­ζε ἡ ζω­ή τους μὲ τὴν ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ ἠ­λε­κτρο­φό­ρου δι­κτύ­ου καὶ μὲ τὸ πά­τη­μα ἑ­νὸς δι­α­κό­πτη, κα­θὼς θὰ γέ­μι­ζε στα­δια­κὰ ἡ ἀ­χα­νὴς Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἤ­πει­ρος μὲ ξύ­λι­νους στύ­λους καὶ πυ­λῶ­νες. Ὁ δὲ ἠ­λε­κτρι­σμὸς πα­ρου­σι­α­ζό­ταν στὴν ται­νί­α σὰν νε­α­ρὸς Ἕλ­λη­νας θε­ὸς ποὺ με­τέ­φε­ρε φῶς στὸν κά­θε ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ἀ­γρό­τη γλυ­τώ­νον­τάς τον ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι. Ἡ ἀν­τί­θε­ση τῶν εἰ­κό­νων τοῦ πρὶν καὶ τοῦ με­τὰ εἶ­χε κα­θο­ρι­στι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὸν ἥ­ρω­α. Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν τὸν ἠ­λε­κτρι­σμὸ νὰ φτά­νει σὲ κά­θε γω­νιὰ τῆς γῆς.

       Ἔ­τσι σὲ βλέ­πω, κα­τα­λή­γει ἡ ἱ­στο­ρί­α, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα ἔγ­κει­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι πα­ρὰ τὴ συν­το­μί­α της, ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ δο­μή της ἐ­κτεί­νε­ται ἐ­ξω­κει­με­νι­κὰ σὲ ἕ­να πυ­κνὸ πλέγ­μα ἐμ­βλη­μα­τι­κῶν εἰ­κό­νων, πο­λι­τι­σμι­κῶν δει­κτῶν καὶ συγ­κει­μέ­νων. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ σχε­τι­κὸ θέ­μα της, ἐκ­πέμ­πει ἕ­να ἐ­σω­τε­ρι­κὸ φῶς. Εἶ­ναι σα­φὴς καὶ ἀ­κρι­βὴς ὡς πρὸς τὴν κα­τα­νό­η­ση καὶ ἀ­πό­δο­ση τῶν νο­η­μά­των, εὔ­γλωτ­τη καὶ δὲν κρύ­βει τί­πο­τα, πα­ρό­τι εἶ­ναι δι­α­κει­με­νι­κὴ καὶ πο­λυ­ε­πί­πε­δη ὡς πρὸς τὰ ἐ­πί­πε­δα ἀ­νά­γνω­σης (ἰ­δε­ο­λο­γι­κό, πο­λι­τι­κό, πο­λι­τι­σμι­κό, λο­γο­τε­χνι­κό, ἀ­φη­γη­μα­τι­κό, κ.ἄ.). Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ ἀ­πο­δέ­κτης αὐ­τῆς τῆς πρω­τό­τυ­πης ἐ­ρω­τι­κῆς ἐ­ξο­μο­λό­γη­σης εἶ­ναι ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­νη, ἄ­φαν­τη στὸ κεί­με­νο, ἀλ­λὰ συ­νε­χῶς πα­ροῦ­σα. Σὰ μιὰ δι­α­χρο­νι­κὴ ἰ­δέ­α, τὴν ὁ­ποί­α θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ἐ­ρω­τευ­μέ­νος ἄν­θρω­πος γιὰ τὸ πῶς βλέ­πει τὸ ἄ­το­μο ποὺ ἀ­γα­πά­ει.


Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Lights» τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Stuart Dybek, γνω­στοῦ ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους, ἡ ἀ­φή­γη­ση ἑ­στιά­ζει σὲ πα­ρέ­ες νε­α­ρῶν σὲ κά­ποι­ο προ­ά­στιο μιᾶς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς πό­λης ποὺ στέ­κον­ταν σὲ ἀ­πό­με­ρες γω­νί­ες χα­ζεύ­ον­τας τὰ δι­ερ­χό­με­να αὐ­το­κί­νη­τα ἀ­πὸ τοὺς δρό­μους τῆς γει­το­νιᾶς τους. Ὅ­πο­τε ἔ­βλε­παν κά­ποι­ο αὐ­το­κί­νη­το νὰ περ­νά­ει μὲ σβη­στὰ φῶ­τα φώ­να­ζαν ἐν χο­ρῷ: Φῶ­τα! Καὶ δὲ στα­μα­τοῦ­σαν μέ­χρι νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ ὁ ὁ­δη­γός, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἴ­τε τοὺς εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε μὲ ἕ­να ρυθ­μι­κὸ κορ­νά­ρι­σμα ἢ κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὸ τι­μό­νι του μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ γιὰ νὰ ἀ­νά­ψει τὰ φῶ­τα του. Ἐ­νί­ο­τε, ὅ­μως, με­θυ­σμέ­νοι, πει­σμα­τά­ρη­δες, ἢ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι ὁ­δη­γοὶ συ­νέ­χι­ζαν νὰ ὁ­δη­γοῦν χω­ρὶς φῶ­τα πα­ρὰ τὶς φω­νὲς τῶν νε­α­ρῶν. Τό­τε, κα­τὰ μῆ­κος τοῦ δρό­μου ξε­πε­τά­γον­ταν σὰν πυ­γο­λαμ­πί­δες κι ἄλ­λες φω­νὲς ἀ­πὸ κα­τώ­φλια σπι­τι­ῶν, εἰ­σό­δους κα­τα­στη­μά­των καὶ ἄλ­λες γω­νί­ες ποὺ φώ­να­ζαν Φῶ­τα! Τὰ φῶ­τα σου! Ἔ,ἔ,ἔ, φῶ­τα!


Ὁ ἥ­ρω­ας στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Βρε­τα­νοῦ Tim Craig μὲ τί­τλο «Northern Lights»[2] τα­ξί­δευ­ε ἕ­να βρά­δυ μὲ ὠ­το­στὸπ πρὸς τὰ βό­ρεια τῆς Ἀγ­γλί­ας. Ἀ­πὸ τὸ σκιά­διο τοῦ φορ­τη­γα­τζῆ ποὺ τὸν με­τέ­φε­ρε κρε­μό­ταν ἕ­να δόν­τι μὲ χρυ­σὸ σφρά­γι­σμα ποὺ λαμ­πύ­ρι­ζε κά­θε φο­ρᾶ ποὺ περ­νοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ φω­τει­νοὺς κόμ­βους. Ὁ ἥ­ρω­ας τὸ πα­ρα­τη­ροῦ­σε σι­ω­πη­λός. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ φορ­τη­γα­τζὴς ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ: Ἦ­ταν τοῦ πα­τέ­ρα μου. Τὸ μό­νο χρυ­σὸ ποὺ πῆ­ρα πο­τὲ ἀ­πὸ αὐ­τόν, εἶ­πε. Αὐ­τὸς χτύ­πη­σε τὴ μη­τέ­ρα μου, ἐ­γὼ χτύ­πη­σα αὐ­τόν. Ἔ­φυ­γε. Δὲν τὸν ξα­να­εῖ­δα. Ἤ­μουν δε­κα­ε­πτά, συ­νέ­χι­σε. Ὁ ἥ­ρω­ας γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε. Βρῆ­κα τὸ δόν­τι δυ­ὸ μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα. Εἶ­χε προ­σγει­ω­θεῖ σὲ μιὰ γλά­στρα καὶ σκέ­φτη­κα νὰ τὸ πά­ρω μα­ζί μου σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ φύ­τρω­νε ἀ­κό­μα ἕ­νας ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νος κω­λο­γε­ρὸς ἀ­πὸ αὐ­τό[3], κα­τέ­λη­ξε ὁ φορ­τη­γα­τζὴς καὶ γέ­λα­σε. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ ἥ­ρω­ας δι­έ­κρι­νε ἕ­να λαμ­πύ­ρι­σμα ἀ­πὸ χρυ­σὸ στὸ σκο­τει­νὸ στό­μα τοῦ ὁ­δη­γοῦ. Δὲν ξα­να­μί­λη­σαν ὥ­σπου ἔ­φτα­σαν σὲ ἕ­να σταθ­μὸ ἀ­νε­φο­δια­σμοῦ. Ὁ ἥ­ρω­ας ἀ­πο­βι­βά­στη­κε καὶ πα­ρέ­μει­νε ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα στὴ γέ­φυ­ρα τοῦ σταθ­μοῦ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τὰ φῶ­τα τῶν δι­ερ­χο­μέ­νων ὀ­χη­μά­των.


Ἡ Βρε­τα­νί­δα An­gela Car­ter, ἡ ὁ­ποί­α θαύ­μα­ζε τὸν Edgar Allan Poe, ἀ­πο­τέ­λε­σε καὶ ἡ ἴ­δια ση­μαν­τι­κὴ ἐκ­πρό­σω­πο τοῦ εἴ­δους[4]. Κον­τὰ στὸ πνεῦμα τῆς Carter, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ De­nis John­son (μα­θη­τῆ τοῦ Ray­mond Car­ver) κι­νεῖ­ται ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Kim­ber­ly King Par­sons. Στὴν πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της μὲ τί­τλο Black Lights (Vintage, 2019) ἡ Parsons δι­η­γεῖ­ται ἱ­στο­ρί­ες ἐ­φή­βων κι ἐ­νη­λί­κων ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­τει­ρά της, τὸ Τέ­ξας, ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦν τὸ φῶς στὴ ζω­ή τους. Τε­λει­ο­ποι­εῖ τὶς ἀφη­γημα­τικές τεχνι­κὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ στὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες της ποὺ ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ καὶ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ε­θνεῖς ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ εἴ­δους: λα­κω­νι­κό­τη­τα, ἀ­κρί­βεια καὶ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ ὡς ἀν­τί­δο­το στὸν ὠ­μὸ ρε­α­λι­σμό της (στὰ ὅ­ρια τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ). Οἱ συ­νή­θως ἀ­νώ­νυ­μοι, κα­θη­με­ρι­νοὶ ἥ­ρω­ές της φλέ­γον­ται ἀ­πὸ πά­θη καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἡ Parsons φω­τί­ζει μὲ τοὺς εὔ­στο­χους τί­τλους της καὶ τὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ προ­βο­λέ­α της ὀ­δυ­νη­ρὲς ἐ­φη­βι­κὲς φι­λί­ες καὶ κα­τα­δι­κα­σμέ­νες ἐ­ρω­τι­κὲς σχέ­σεις.

       Ὅ,τι ­ξί­ζει νὰ συμ­βεῖ, συμ­βαί­νει στὰ σκο­τει­νὰ δά­ση. του­λά­χι­στον ­τσι μοῦ λέ­ει κό­ρη μου, γρά­φει ἡ Parsons στὴν ἀρ­χὴ τοῦ δι­η­γή­μα­τος «Foxes» στὴ συλ­λο­γή. Ὑ­φο­λο­γι­κὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα φαί­νε­ται νὰ συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὸ «La Petite Roque»  (1886) τοῦ Guy de Mau­pas­sant, ποὺ δι­η­γεῖ­ται τὴ δο­λο­φο­νί­α τῆς ἔ­φη­βης Louise ποὺ βρέ­θη­κε ἡ­μί­γυ­μνη ἀ­πὸ τὸν τα­χυ­δρό­μο-ἥ­ρω­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας πλά­ι στὸ πο­τά­μι στὸ δά­σος, λου­σμέ­νη στὸ φῶς καὶ ἀ­να­στά­τω­σε συ­θέ­με­λα μιὰ μι­κρὴ κοι­νω­νί­α. Ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­νά­γνω­σής του, ὅ­μως, προ­κα­λεῖ ἐ­πι­πλέ­ον συ­νειρ­μοὺς μὲ τὴ φι­γού­ρα τοῦ Γιά­ννη Ἁ­γιά­ννη ἀ­πὸ τοὺς ­θλιους τοῦ Victor Hugo, εἰ­δι­κὰ μὲ τὸ πῶς ἡ προ­στα­τευ­τι­κὴ πα­ρου­σί­α του στὴ σκη­νὴ ὅ­που συ­ναν­τᾶ στὸ σκο­τει­νὸ δά­σος τὴν μι­κρὴ Τι­τί­κα λει­τούρ­γη­σε σὰν φῶς ἀ­φ’ ἑαυ­τοῦ.

       Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Ai­mee Ben­der ἔ­χει ξε­χω­ρί­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς μὲ τί­τλο «Guts». Σὲ αὐ­τό, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ ἡ­ρω­ί­δα Sheila γνω­ρί­ζει τὸν Tim, φοι­τη­τὴ ἰ­α­τρι­κῆς, ­λοι οἱ ἄρ­ρω­στοι, κλο­νι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι στὸν κό­σμο ­χουν ἀρ­χί­σει νὰ λάμ­πουν. Ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ξαφ­νι­κὰ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βλέ­ψει διὰ γυ­μνοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ, κά­τω ἀ­πὸ ροῦ­χα καὶ δέρ­μα, ὄγ­κους κι ἐ­πι­κεί­με­νες καρ­δια­κὲς προ­σβο­λὲς σὲ ἀ­γνώ­στους καὶ ὅ­τι ἔ­χει ἀ­πο­κτή­σει συ­νεί­δη­ση τοῦ δι­κοῦ της σώ­μα­τος, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν τῆς προ­σφέ­ρει ἀ­πό­λαυ­ση. Θὰ ­πρε­πε νὰ ­γα­πῶ τὸ σῶ­μα μου πε­ρισ­σό­τε­ρο, σκέ­φτε­ται, ἀλ­λὰ δὲν τὸ κά­νει. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ δὲν ἔ­χει νὰ πα­ρου­σιά­σει κά­ποι­α ἐ­πι­φά­νεια τῆς ἡ­ρω­ί­δας – μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ Joyce, συ­νή­θης ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ στὴ δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ Parsons δι­α­στέλ­λει τὸ χρό­νο, τὴν ἀ­να­μο­νὴ καὶ τὴν ἐν­δο­σκό­πη­ση στὰ «σω­θι­κὰ» τῆς συ­νεί­δη­σής της, τὴν ὁ­ποί­α φέρ­νει στὴν ἐ­πι­φά­νεια μὲ χει­ρουρ­γι­κὸ τρό­πο φω­τί­ζον­τας τὴν πο­λυ­ε­στια­κά.


Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των A tran­quil star (Penguin, 2008) τοῦ Ἰ­τα­λοῦ Primo Levi, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς, ἐ­πι­ζή­σαν­τα τοῦ Ἄ­ου­σβιτς, ἡ ὁ­μό­τι­τλη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία του μὲ τὴν πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση μοιά­ζει ἁ­πλῆ. Ἀ­πο­τε­λεῖ ὅ­μως ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ θε­ω­ρί­α τοῦ εἴ­δους. Εἶ­ναι ἕ­να σύν­το­μο κεί­με­νο μὲ στοι­χεῖ­α με­τα­μυ­θο­πλα­σί­ας, αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τας καὶ δι­α­δρα­στι­κῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς τε­χνι­κῆς στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἥ­ρω­ας πα­ρα­τη­ρών­τας τὰ ἀ­στέ­ρια στὸ νυ­χτε­ρι­νὸ οὐ­ρα­νὸ μᾶς κι­νη­το­ποι­εῖ νὰ στο­χα­στοῦ­με ἐ­πά­νω στὴ γλώσ­σα, τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.


Για­τί εἶ­ναι σκο­τει­νὸς ὁ οὐ­ρα­νὸς τὴ νύ­χτα; Εὔ­λο­γη ἀπο­ρία πολ­λῶν ἀ­νὰ τοὺς αἰ­ῶ­νες, ὅ­πως καὶ τοῦ Edgar Allan Poe[5] ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὸ κύ­κνει­ο ἄ­σμα του, τὸ Εὕ­ρη­κα (1848), ὅ­που ἀ­να­πτύσ­σει τὴν κοσμο­λογι­κή του θε­ω­ρία. Ὅ­πως εὔ­στο­χα ση­μει­ώ­νει ὁ Φώ­της Θα­λασ­σινός, στὸ Εὕ­ρη­κα ὁ Poe πε­ρι­γρά­φει πῶς ἡ ἀ­δι­αί­ρε­τη μο­νά­δα κε­νώ­θη­κε γιὰ νὰ γί­νει ὁ κό­σμος, προ­δι­α­γρά­φον­τας ἔ­τσι τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ στὸ πλή­ρω­μα τῶν ἡ­με­ρῶν τοῦ ἀ­πεί­ρου καὶ πά­λι στὴ μο­νά­δα. Ἡ ἰ­δέ­α ποὺ συ­νέ­λα­βε καὶ ἡ και­νο­τό­μος σκέ­ψη του ἀ­να­γνω­ρί­στηκε πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα, ἂν λά­βει κα­νεὶς ὑ­πό­ψη του τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­ϊν­στά­ιν, τὴν πιὸ πρό­σφα­τη θε­ω­ρί­α τῆς Με­γάλης Ἔκρη­ξης (Bing Bang), ἀλ­λὰ καὶ τὰ ἀνα­πάν­τητα ἐρω­τή­ματα ποὺ ἀ­φή­νει.

       Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς τρα­γου­δι­στῆς Johnny Cash στὸ τρα­γού­δι του «Far­mer’s Al­ma­nac» (ἀ­πὸ τὸ album του Boom Chica Boom, 1990), ἀ­παν­τά­ει στὸ ἐ­ρώ­τη­μα: Ὁ Θε­ὸς μᾶς δί­νει τὸ σκο­τά­δι γιὰ νὰ μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με τὰ ἀ­στέ­ρια. Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ὅ­μως δὲν εἶ­ναι οὔ­τε τὸ φαι­νο­με­νι­κὰ λο­γι­κὸ ἐ­πει­δὴ ὁ ἥ­λιος ἔ­δυ­σε. Ὁ Γερ­μα­νὸς για­τρὸς καὶ ἀ­στρο­νό­μος Heinrich Olbers ἔ­δω­σε τὴν πρώ­τη ἐμ­πε­ρι­στα­τω­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση τὸν 19ο αἰ., γνω­στὴ ἔ­κτο­τε ὡς τὸ πα­ρά­δο­ξο τοῦ Ol­bers. Τὸ σύμ­παν, ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με σή­με­ρα, προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τὴ Με­γά­λη Ἔ­κρη­ξη, πε­ρί­που 13,8 δὶς χρό­νια πρίν, ἀ­πὸ μιὰ ὑ­περ­βο­λι­κὰ πυ­κνὴ καὶ θερ­μὴ κα­τά­στα­ση, ἔ­χει πε­πε­ρα­σμέ­νη ἡ­λι­κί­α καὶ δι­α­στέλ­λε­ται συ­νε­χῶς. Ὑ­πάρ­χουν ἀ­στέ­ρια καὶ γα­λα­ξί­ες ποὺ πι­θα­νὸν δὲ θὰ δοῦ­με πο­τέ, τὸ φῶς τους δὲ θὰ εἶ­χε χρό­νο νὰ φτά­σει τὴ γῆ. Ἡ ζω­ὴ δὲ θὰ ἦ­ταν ὅ­πως τὴ γνω­ρί­ζου­με ἂν δὲν ἴ­σχυ­ε τὸ πα­ρά­δο­ξό του Olbers, δι­ό­τι ὁ νυ­χτε­ρι­νὸς οὐ­ρα­νὸς θὰ ἦ­ταν φω­τει­νὸς καὶ ζε­στός. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ φυ­σι­κὸ Clif­ford Pick­over, τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ θὰ χα­ζέ­ψου­με τὸν νυ­χτε­ρι­νὸ οὐ­ρα­νό, μπο­ροῦ­με νὰ αἰ­σθαν­θοῦ­με εὐ­γνώ­μο­νες ποὺ δὲ μᾶς τυ­φλώ­νει τὸ φῶς[6].

       Κι ἐ­δῶ προ­κύ­πτει ἕ­να ἀ­κό­μα ἐ­ρώ­τη­μα: εἴ­μα­στε μό­νοι μας στὸ σύμ­παν; Ναί, ἀ­παν­τά­ει ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Ἰ­τα­λοῦ En­ri­co Fer­mi, γνω­στὴ ὡς τὸ πα­ρά­δο­ξο του Φέρ­μι. Ἀ­κό­μα καὶ ἂν δι­α­ψευ­στεῖ αὐ­τὴ ἡ θε­ω­ρί­α καὶ οἱ σύγ­χρο­νες ἐ­ξε­λί­ξεις της ποὺ εἰ­κά­ζουν ὅ­τι o ἄν­θρω­πος εἶ­ναι τὸ μονα­δικὸ νοῆ­μον εἶ­δος, ὁ Stephen Hawking εἶ­χε ἐκ­φρά­σει τὶς ἐ­πι­φυ­λά­ξεις του γιὰ τὸ κα­τὰ πό­σο θὰ χαι­ρό­μα­σταν τε­λι­κὰ νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σου­με μὲ ἐ­ξω­γή­ι­νες μορ­φὲς ζω­ῆς.


Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Σκω­τσέ­ζου Neil Clark μὲ τί­τλο «Out of hand», ὁ ἥ­ρω­ας βρί­σκε­ται σὲ κά­ποι­ο ἀ­ε­ρο­δρό­μιο κι ἕ­νας κα­θα­ρι­στὴς περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα του τὸν ρω­τά­ει τί θὰ ἔ­κα­νε ἐ­ὰν δι­έ­θε­τε μιὰ μη­χα­νὴ τοῦ χρό­νου. Ὁ ἥ­ρω­ας ἀ­παν­τά­ει ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρος καὶ ἀν­τι­κρού­ει τὴν ἐ­ρώ­τη­σή του, Ἐ­σὺ τί θὰ ἔ­κα­νες; Θὰ πή­γαι­να κα­τευ­θεί­αν στὴ Με­γά­λη Ἔ­κρη­ξη. Νὰ κα­τα­σβή­σω αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα πρὶν βγεῖ ἐ­κτὸς ἐ­λέγ­χου. Γιὰ νὰ εἶ­μαι μό­νος μου, ἀ­πάν­τη­σε ὁ κα­θα­ρι­στὴς καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ σφουγ­γα­ρί­ζει.


Ἡ για­γιά μου, ἡ Ρό­ζα  —ἔ­χω ἀλ­λά­ξει με­ρι­κὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α— φί­λη­σε τὸν Γι­ού­ρι Γκαγ­κά­ριν τὸ 1961 σὲ ἕ­να ἀ­σαν­σὲρ στὴ Μό­σχα. Δη­λα­δή, αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ὁ Γκαγ­κά­ριν, αὐ­τὸ δὲ συ­νέ­βη σ΄ ἕ­να ἀ­σαν­σέρ, καὶ κυ­ρί­ως τὸ 1961 ἡ για­γιά μου κα­τοι­κοῦ­σε ἤ­δη στὴν Ἄγ. Πε­τρού­πο­λη. Δὲν ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ στὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α, ποὺ εἶ­δα τὸν παπ­ποῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται πλά­ι της μέ­σα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά τους, μό­λις λί­γα ἑ­κα­το­στὰ πά­νω ἀ­πὸ τὸ ξύ­λι­νο πά­τω­μα. Δὲν ξα­νά­δα πο­τὲ ἄλ­λον ἄν­θρω­πο νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται ψη­λό­τε­ρα. Αὐ­τὴ[7] εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Gravity» («Βα­ρύ­τη­τα») τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νοῦ, γεν­νη­μέ­νου στὸ Λέ­νιν­γκραντ, Alex Epstein, γνω­στοῦ ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς. Στὰ ἑ­βραϊ­κὰ τὸ εἶ­δος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­ναι δι­α­κρι­τὸ ἀ­πὸ τὸ δι­ή­γη­μα ἀπὸ τὰ τέ­λη τοῦ ‘90, μὲ τὸν ὅ­ρο ktsar­tsa­rim.


Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας Sara Hills, εἶ­ναι ἡ νι­κή­τρια τοῦ φε­τι­νοῦ δι­ε­θνοῦς δι­α­γω­νι­σμοῦ ποὺ δι­ορ­γα­νώ­θη­κε ἐ­νό­ψει της Ἐ­θνι­κῆς Ἡ­μέ­ρας Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α τὸν προ­σε­χῆ Ἰ­ού­νιο. Ἡ ἱ­στο­ρί­α της μὲ τί­τλο «When Neil Armstrong Walks on the Moon» ἀ­φο­ρᾶ στὶς ἀ­μει­βό­με­νες ἐ­ρω­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες Βι­ετ­να­μέ­ζων νε­α­ρῶν γυ­ναι­κὼν σὲ Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς στρα­τι­ῶ­τες τῶν GIs, ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τα πε­ζι­κοῦ καὶ ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες μέ­σα στὸ με­θύ­σι τους μι­λοῦ­σαν συ­χνὰ γιὰ Ἕ­να τε­ρά­στιο ἄλ­μα[8]. Ἔ­δει­χναν ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, ψη­λα­φοῦ­σαν τοὺς λαι­μοὺς τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ ἰ­χνη­λα­τοῦ­σαν τοὺς μη­ρούς τους μὲ φι­λιά. Ἐ­κτο­ξεύ­ουν τοὺς πυ­ραύ­λους τους, φυ­τεύ­ουν τὶς ση­μαῖ­ες τοὺς μέ­σα μας καὶ πε­τοῦν μα­κριά[9], λέ­ει ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα. Ὅ­ταν χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ὁ γιός της τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὸν πα­τέ­ρα του, τοῦ εἶ­πε ὅ­τι τὸ ὄ­νο­μά του ἦ­ταν Neil.


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς νέ­ο εἶ­δος καὶ δη­μο­φι­λὴς λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα ἔ­χει ἀ­να­νε­ώ­σει τὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­μως στὴν πε­ρί­πτω­σή της τὸ ἐ­πί­τευγ­μα εἶ­ναι ἡ συ­ναρ­μο­γὴ πολ­λῶν πα­ρα­μέ­τρων, ποὺ ἔ­χουν ση­μει­ω­θεῖ σὲ ὅ­λα τα δελ­τί­α μας μέ­χρι τώ­ρα. Γιὰ τὴ σύν­θε­ση ἑ­νὸς ἑ­νια­ίου, ξε­κά­θα­ρου καὶ ἀ­ξι­ό­λο­γου ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος μό­νο ἡ συν­το­μί­α, μό­νο το τα­λέν­το ἢ ἡ ἄρ­τια τε­χνι­κὴ δὲν ἀρ­κοῦν. Ἡ δι­ε­ρεύ­νη­σή της συ­νε­χί­ζε­ται, εἴ­τε τὴν προ­σεγ­γί­σει κα­νεὶς ὡς τὸ πρω­τε­ϊ­κό, ἀ­τα­ξι­νό­μη­το εἶ­δος τῆς Mose, ποὺ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν 21ο αἰ. σύμ­φω­να μὲ τὸν Zavala, ἢ κα­τὰ τὶς Tomassini καὶ Colombo ὡς μη­χα­νὴ σκέ­ψης, ἀλ­λὰ κρι­τι­κῆς, θὰ πρό­σθε­τα, ποὺ τὴ δι­α­κρί­νει ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρα δι­δα­κτι­κὰ ἢ μὴ σύν­το­μα κεί­με­να.

       Φαί­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι στραμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν μον­τερ­νι­σμὸ πρὸς τὰ γε­γο­νό­τα, ἀλ­λὰ πλέ­ον πε­ρισ­σό­τε­ρο πρὸς τὰ γε­γο­νό­τα τὰ ἴ­δια, μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ λο­γι­κὴ ἀ­πὸ τὰ εὐ­κλεί­δεια συ­στή­μα­τα[10]. Πῶς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­νέ­πτυ­ξε ὁ Hawking τὴ θε­ω­ρί­α τοῦ πε­ρὶ ἀκτι­νο­βο­λίας στὶς μαῦ­ρες τρύ­πες; Συν­δυά­ζον­τας τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Σχε­τι­κό­τη­τας, τὴν κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κὴ καὶ τὴ θερ­μο­δυ­να­μι­κή. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μαῦ­ρες τρύ­πες εἶ­ναι ἕ­να ἔμ­βιο, ἀ­νε­ξάν­τλη­το, ψη­φια­κὰ δι­κτυ­ω­μέ­νο, πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὸ δί­κτυ­ο: ἡ σύγ­χρο­νη ζωὴ καὶ ἡ δι­α­μόρ­φω­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης συ­νεί­δη­σης. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ δε­ξα­με­νὴ ἀν­τλεῖ κυ­ρί­ως τὴ θε­μα­το­λο­γί­α της καὶ αὐ­τὴ δι­ε­ρευ­νᾶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μα­ζι­κὰ κι ἐν­τα­τι­κὰ στὴ μι­κρό­τε­ρη κλί­μα­κα.

       Ἡ σύν­δε­ση γνώ­σης-ἐ­ξου­σί­ας-ἐ­πι­θυ­μί­ας, εἰ­δι­κὰ ἀ­πὸ τὸν 20ο αἰ. ἕ­ως σή­με­ρα, ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να τρί­γω­νο ποὺ μᾶς ἔ­χει ρί­ξει σὲ βα­θιὰ νε­ρά. Ἐ­δῶ ποὺ βρι­σκό­μα­στε, εἴ­τε ὡς ἀ­να­γνῶ­στες, συγ­γρα­φεῖς, ἢ ὡς ἐ­ρευ­νη­τές, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς δι­ε­θνὲς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἀλ­λά­ζει ρα­γδαῖ­α ἔ­χει θέ­σει ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἐ­ρω­τή­μα­τα. Τὸ σύν­θε­το ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα mocio-emocion (κί­νη­ση–συ­ναίσθη­μα) τοῦ Et­te ἀ­πο­τε­λεῖ μό­νο τὴν ἀρ­χὴ τῆς χαρ­το­γρά­φη­σής του. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φαί­νε­ται νὰ λει­τουρ­γεῖ σὰν ἕ­νας αὐ­τό­μα­τος προ­βο­λέ­ας, ἀ­ναμ­μέ­νος ἀ­δι­ά­κο­πα στὴν ἄ­βυσ­σο τῆς ὑ­πὲρ(πα­ρα)πλη­ρο­φό­ρη­σης καὶ τῆς συσ­σω­ρευ­μέ­νης, οἰ­κου­με­νι­κῆς γνώ­σης. Πε­ρι­στρέ­φε­ται πρὸς κά­θε ση­μεῖ­ο τοῦ πλα­νή­τη, ἐ­πε­ξερ­γά­ζε­ται κρι­τι­κὰ τὰ δε­δο­μέ­να καὶ μᾶς στέλ­νει ρεύ­μα­τα ζωῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα. Γρή­γο­ρα, ἐ­νί­ο­τε ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ συ­χνὰ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά.



Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Tὸ τρα­γού­δι «How blue can you get» (1949) τοῦ B.B. King.


Τὴν κω­μι­κὴ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους To plant a flag, σὲ σκη­νο­θε­σί­α τοῦ Bobbie Peers, (2018, Δι­ε­θνὲς Φε­στι­βὰλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου, Το­ρόν­το). Ἀ­φο­ρᾶ τὴ συ­νάν­τη­ση δύ­ο ἀ­στρο­ναυ­τῶν τῆς NASA μὲ ἕ­ναν Ἰσ­λαν­δὸ βο­σκὸ κα­τὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­σή τους (1966) στὸ σε­λη­νια­κὸ το­πί­ο τῆς Ἰσ­λαν­δί­ας (διά­ρκεια 14:25λ.)


Τὴν πα­ρου­σί­α­ση στὰ ἱσ­πα­νι­κὰ μὲ τί­τλο ¿Qué es la mi­ni­fic­ción? (Τί εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία;) στὸ προ­σω­πι­κό, νε­ο­σύ­στα­το  κα­νά­λι τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ La­u­ro Za­va­la στὸ You tube (δι­άρ­κεια 07:39λ.)


Τὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες «Τὸ δῶρο», τῆς Rose Andersen, Φου­του­ρι­στι­κή ανερ­γία, 2807 μ.Χ., τοῦ Δη­μή­τρη Κα­ρα­κί­τσου (μὲ ὑ­πό­κρου­ση τὸ «Harbor Light Rag» τῶν Good­bye Ku­mi­ko ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ κεί­με­νο) καὶ «Vi­ta Bre­vis» τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη.


[1]. Μετάφραση δική μου.

[2]. Ἡ μικρομυθοπλασία αὐτὴ περιλαμβάνεται στὶς ἀνθολογίες Best micro­fi­ction 2019 καὶ Best Bri­tish and Irish Flash Fic­tion 2018-2019.

[3]. Μετάφραση δική μου.

[4]. Botha Marc, «Micro­fiction», στὸ (ἐπ.) Ein­­haus Ann-Marie, The Cam­bridge Com­pa­nion to the English Short Story. Cam­­bri­dge: Cam­­bri­­dge Uni­­ver­sity Press (Cam­bri­dge Com­pa­­nions to Li­te­ra­tu­re), 2016, σ.σ. 201–220.

[5]. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ συμ­βο­λή του στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐδῶ κι ἐδῶ. Εἴ­δη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ψη­φια­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τὴν ψη­φι­ο­ποί­η­ση τοῦ συ­νό­λου τοῦ ἔρ­γου του μιὰ πρό­σφα­τη μελέτη ὑ­πο­λο­γι­στι­κῆς γλωσ­σο­λο­γί­ας δια­τεί­νε­ται ὅ­τι μᾶλ­λον δὲν αὐ­το­κτό­νη­σε, ὅ­πως πί­στευ­αν πολ­λοὶ με­λε­τη­τές του ἕ­ως τώ­ρα, κα­θὼς δὲ βρέ­θη­κε πο­τὲ τὸ πι­στο­ποι­η­τι­κὸ θα­νά­του του.

[6]. Μετάφραση δική μου.

[7]. Μετάφραση δική μου.

[8]. Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ φρά­ση τοῦ Neil Armstrong, ὅ­ταν πά­τη­σε στὸ φεγ­γά­ρι τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1969, Ἕ­να μι­κρὸ βῆ­μα γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ἕ­να τε­ρά­στιο ἅλ­μα γιὰ τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα.

[9]. Μετάφραση δική μου.

[10]. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅ­τι πολ­λοὶ θε­ω­ρη­τι­κοὶ καὶ συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ἡ Βρε­τα­νί­δα Ta­nia Hersh­­man, δι­ε­ρευ­νοῦν τὸ εἶ­δος συν­δυ­ά­ζον­τας τὶς ἀν­θρω­πι­στι­κὲς καὶ φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#12: Violeta Rojo (Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν (04-03-2020)

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

 

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

 

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Φω­το­γρα­φί­α: πη­γή:

https://www.facebook.com/tavakultur/photos/a.10150143091848575/10157107340013575/?type=3&theater


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (ἐπιμ.): Proyecto GreQuerías



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (ἐπιμ.)


Proyecto GreQuerías


[Πληροφοριακὸ σημείωμα γιὰ τὴν ἔκ­δοση, τὴν κυ­κλο­φο­ρία καὶ τὴν πα­ρου­σί­α­σή της:]
  ἔκ­δο­ση μιᾶς Ἀν­θο­λο­γί­ας
       Στὶς 23 Ἀ­πρι­λί­ου 2020 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴν Ἱ­σπα­νί­α, ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο EDA Libros, ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ Μά­λα­γα, τὸ Ρroyecto GreQuerías. Antologia del minicuento griego contemporaneo (ἐ­ξώ­φυλ­λο: Δη­μή­τρης Χαν­τζό­που­λος). Ὁ ἐν λό­γω τό­μος, ἡ ἔκ­δο­ση τοῦ ὁ­ποί­ου χρη­μα­το­δο­τή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ Τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ, ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πιὸ ἐ­κτε­νῆ πα­ρου­σί­α­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἔ­χει γί­νει στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ μέ­χρι σή­με­ρα: 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­πὸ ἰ­σά­ριθ­μους συγ­γρα­φεῖς. Δη­μι­ουρ­γοὶ τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας εἶ­ναι ὁ κα­θη­γη­τὴς τοῦ ΑΠΘ καὶ με­τα­φρα­στῆς, Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ ὁ φι­λο­λό­γος καὶ με­τα­φρα­στῆς Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να. Καὶ τὰ 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ, ὡς πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση ἢ ὡς ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση, στὸ Ἱ­στο­λό­γιον Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι, ἐ­νῶ ἡ με­τά­φρα­σή τους εἶ­ναι συλ­λο­γι­κή, προ­ϊ­ὸν δε­κά­δων ἐρ­γα­στη­ρί­ων ποὺ δι­ορ­γα­νώ­θη­καν, κα­τὰ τὴν τε­λευ­ταί­α πεν­τα­ε­τί­α, ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θο­λό­γους στὸ ΑΠΘ, στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γας, στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Θερ­βάν­τες τῆς Ἀ­θή­νας καὶ στὸ κέν­τρο Ἱ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας, Abanico.
       Ἡ Ἀν­θο­λο­γί­α, κο­ρο­νο­ϊ­οῦ ἐ­πι­τρέ­πον­τος, θὰ πα­ρου­σια­στεῖ στὴν Ἀ­θή­να, στὴ Στο­ὰ τοῦ Βι­βλί­ου, στὸ πλαί­σιο τοῦ 12ου Φε­στι­βὰλ ΛΕΑ, στὶς 29 Σε­πτεμ­βρί­ου 2020, στὶς 19.00  [https://lea-festival.com/book-presentation/].
[Τὰ Πε­ριε­χό­με­να τῆς Ἀν­θο­λο­γίας μπο­ρεῖ­τε νὰ τὰ δεῖ­τε ἐδῶ (ἐγ­γρα­φὴ 31.05.2020).]
 
La edición de una Antología
       El 23 de abril de 2020 salió en España, de la editorial malagueña EDA Libros, Ρroyecto GreQuerías. Antología del mini­cuento griego conte­mporáneo (portada de Dimitris Hantzópoulos). Dicho tomo, cuya edición contó con el apoyo económico del Departa­mento de Filología Italiana de la Universidad Aristó­te­les de Salónica, constituye la más amplia presentación de la minificción griega actual en otra lengua: 78 mini­cuentos de otras tantas y tantos autores. Cre­adores de esta antología son el profesor da la Unive­rsidad Aristóteles de Salónica y traductor, Konstanti­nos Paleo­logos y el filólogo y traductor Eduardo Lucena. Todos los micror­relatos provienen de la página web Planodion-Bonsái, y su traduc­ción al español es grupal, fruto de decenas de talleres que han tenido lugar, a lo largo de los últimos cinco años, en las Uni­versi­da­des de Málaga y de Salónica, en el Insti­tuto Cervantes de Atenas y en el Centro de lenguas española, portu­gu­esa y catalana, Abanico.
       La Antología, con el permiso del coronavirus, será presentada en Atenas (Stoá tu Vivliou), en el marco del XII Festival LEA, el 29 de septiembre de 2020, a las 19.00  [https://lea-festival.com/book-presentation/].
[Pue­des ver el Con­teni­do de la An­to­lo­gía aq­uí (nota 31.05.2020).]

Π ρ ό λ ο γ ο ς


Σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


ΥΠΕΡΒΡΑΧΕΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗ, μὲ σκο­ποὺς ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὺς ἢ δι­δα­κτι­κούς, ἦ­ταν πάν­τα πα­ροῦ­σα σὲ ὅ­λους τους ση­μαν­τι­κοὺς πο­λι­τι­σμοὺς τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Ἡ­σι­ό­δου, τοῦ Αἰ­σώ­που ἢ τοῦ Ἠ­ρα­κλεί­του τοῦ Ἐ­φε­σί­ου μέ­χρι τὶς μέ­ρες μας, μὲ ἐν­δι­ά­με­σους σταθ­μοὺς τὰ ἀ­να­το­λί­τι­κα πα­ρα­μύ­θια, τὴν πα­ρα­δο­ξο­γρα­φί­α (ἀ­πὸ τὸν 4ο αἰ­ώ­να π.Χ. μέ­χρι τὸν 3ο αἰ­ώ­να τῆς ἐ­πο­χῆς μας: Ἀν­τι­γό­νος ἀ­πὸ τὴν Κά­ρυ­στο, Ἀ­πολ­λώ­νιος, Ἀν­τι­γό­νος, Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἄλ­λοι), τὸν Ἀ­πολ­λό­δω­ρο, τὸν Λου­κια­νὸ τὸν Σα­μο­σα­τέ­α, τοὺς λα­τί­νους συγ­γρα­φεῖς (Κι­κέ­ρων, Πε­τρώ­νιος καὶ ἄλ­λοι), τὸν Πλού­ταρ­χο καί, ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν Βο­κά­κιο, τὰ ἀ­σκη­τι­κὰ κεί­με­να τῆς με­σαι­ω­νι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας κ.λπ. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα πιὸ ἔν­το­να ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, μπο­ροῦν νὰ ἐν­το­πι­στοῦν πα­ρα­δείγ­μα­τα ὑ­πε­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ πολ­λῶν χω­ρῶν, κυ­ρί­ως ἱ­σπα­νό­φω­νων, γαλ­λό­φω­νων ἢ ἀγ­γλό­φω­νων. Με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους ἐκ­προ­σώ­πους αὐ­τοῦ τοῦ τρό­που ἀ­φή­γη­σης ἦ­ταν οἱ Πό­ε, Λάβ­κρα­φτ, Ντα­ρί­ο, Οὐ­ι­δόμ­προ ἢ Ταγ­κόρ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Κα­θὼς ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ὁ 20ὸς αἰ­ώ­νας, ἡ ὑ­περ­βρα­χεί­α ἀ­φή­γη­ση ἐμ­πλου­τί­ζε­ται μὲ τὴ συ­νει­σφο­ρὰ ση­μαν­τι­κῶν εὐ­ρω­παί­ων καὶ ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων· ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ δη­μι­ουρ­γοὺς τοῦ με­γέ­θους τῶν Τσέ­χοφ, Κάφ­κα, Μπέρ­νχαρντ, Μπόρ­χες, Μπήρς, Κορ­τά­σαρ, Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, Ἄπ­ντάϊκ καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων.

       Ὡ­στό­σο, μό­νο ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἔ­πει­τα ἀρ­χί­ζουν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται οἱ ὅροι «mi­cror­re­la­to» [«μι­κρο­α­φή­γη­ση»], «minicuento» [«μι­κρο­δι­ή­γη­μα»], «mi­nir­re­la­to» [«να­νο­δι­ή­γη­μα»] κ.λπ. (ἢ τὰ ἰ­σο­δύ­να­μά τους «flash fiction» ἢ «short short story», στὰ ἀγ­γλι­κά), ὀ­δη­γών­τας ἔ­τσι στὴ συγ­κρό­τη­ση αὐ­τοῦ ποὺ πλέ­ον ὀ­νο­μά­ζε­ται —με­τὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, τὴ νου­βέ­λα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα— «τέ­ταρ­το πε­ζο­γρα­φι­κὸ εἶ­δος». Πιὸ συγ­κε­κρι­μέ­να, στὸν ἱ­σπα­νό­φω­νο κό­σμο, τὸ 1981, ἡ κου­βα­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς κα­θη­γή­τρια, κά­τοι­κος Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν Ἀ­με­ρι­κῆς, Ντο­λό­ρες Κὸχ δη­μο­σι­εύ­ει, στὸ νού­με­ρο 30 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Hispamerica, τὸ πρῶ­το θε­ω­ρη­τι­κὸ κεί­με­νο στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ μι­κρο-ἀ­φή­γη­μα (πρώ­τη ἐ­πί­ση­μη ἐμ­φά­νι­ση τοῦ ἐν λό­γῳ ὅ­ρου), μὲ τί­τλο «El micro-relato en Mexico: Τorri, Αrreola, Μο­n­t­e­r­r­o­so». Δέ­κα δὲ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ 1991, ὁ χι­λια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κα­θη­γη­τὴς Χου­ὰν Ἀρ­μάν­το Ἔ­πλε, καὶ αὐ­τὸς κά­τοι­κος ΗΠΑ, χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ὅ­ρο «μι­κρο-δι­ή­γη­μα» στὴν ἀν­θο­λο­γί­α του γιὰ τὸ ἱ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο μι­κρο­δι­ή­γη­μα (Brevisima relacion. Antologia del micro-cuento hispanoamericano). Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ­τε, σὲ ἀμ­φό­τε­ρες τὶς πε­ρι­πτώ­σεις το­πο­θε­τεῖ­ται ἕ­να ἑ­νω­τι­κὸ γιὰ νὰ ἑ­νω­θεῖ τὸ πρό­θε­μα «μι­κρὸ» μὲ τὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­ρο.

       Στὴν Ἑλ­λά­δα, οἱ ὅ­ροι «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» ἢ «μι­κρο­δι­ή­γη­μα», χω­ρὶς ἑ­νω­τι­κό, ἄρ­γη­σαν ἀρ­κε­τὰ νὰ κα­θι­ε­ρω­θοῦν, μιᾶς καὶ αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὰ πρῶ­τα χρό­νια τῆς τρέ­χου­σας χι­λι­ε­τί­ας. Μέ­χρι τό­τε χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν οἱ ὅ­ροι «σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α» ἢ «σύν­το­μο δι­ή­γη­μα» γιὰ νὰ ὁ­ρι­στοῦν τὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ προ­ϊ­όν­τα ποὺ δὲν ὑ­πε­ρέ­βαι­ναν τὶς χί­λι­ες λέ­ξεις. Ὡ­στό­σο, τό­σο κα­τὰ τὸν 19ο αἰ­ώ­να ὅ­σο καὶ κα­τὰ τὸν 20ὸ εἶ­ναι πολ­λοὶ οἱ ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς ποὺ γρά­φουν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, ἀρ­κε­τὲς δε­κα­ε­τί­ες πρὶν τὴν κα­θι­έ­ρω­ση τοῦ ἐν λό­γῳ ὅ­ρου στὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α. Πρό­κει­ται, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, γιὰ πε­ρι­πτώ­σεις συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως οἱ Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της, Ἰ­ω­άν­νης Μ. Δαμ­βέρ­γης, Ἰ­ω­άν­νης Κον­δυ­λά­κης, Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Κώ­στας Βάρ­να­λης ἢ Στρα­τῆς Μυ­ρι­βή­λης, με­τα­ξὺ πολ­λῶν ἄλ­λων, ποὺ γρά­φουν καὶ δη­μο­σι­εύ­ουν τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες τους κα­τὰ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 19ου αἰ­ώ­να ἢ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ.

       Ὁ κα­τά­λο­γος τῶν ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ γρά­φουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως ἦ­ταν ἀ­να­με­νό­με­νο, ἀρ­χί­ζει νὰ με­γα­λώ­νει ση­μαν­τι­κὰ κα­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο μι­σὸ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ φτά­νει σὲ ὕ­ψη ποὺ πο­τὲ δὲν εἴ­χα­με φαν­τα­στεῖ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 21οῦ αἰ­ώ­να. Στὴν πα­ροῦ­σα ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται 78 ἀ­φη­γη­τὲς καὶ ἀ­φη­γή­τρι­ες ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα (47 ἄν­δρες καὶ 31 γυ­ναῖ­κες συγ­γρα­φεῖς), γεν­νη­μέ­νοι/ες ὅ­λοι/ες τὸν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να (τὸ 1924 ὁ με­γα­λύ­τε­ρος καὶ τὸ 1990 ὁ νε­ό­τε­ρος). Ἐν­τὸς αὐ­τῆς τῆς «ὁ­μά­δας» συ­ναν­τι­οῦν­ται μορ­φὲς κα­τα­ξι­ω­μέ­νες τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ὅ­πως εἶ­ναι οἱ Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Νί­κος Δή­μου, Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος, Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης, Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης, Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης, Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου, Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου, Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ ἢ ὁ πα­τριά­ρχης τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης, Ἐ­πα­μει­νών­δας Χ. Γο­να­τᾶς, ἀλ­λὰ καὶ νε­α­ρό­τε­ροι συγ­γρα­φεῖς, ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ποὺ βρῆ­καν στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἕ­να νέ­ο εἶ­δος/μέ­σο ἔκ­φρα­σης.

       Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴ χρο­νο­λο­γί­α δη­μο­σί­ευ­σης τῶν 78 μι­κρο­δι­η­γη­μά­των τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας (ἕ­να ἀ­πὸ κά­θε συγ­γρα­φέ­α), τὸ πρῶ­το γρά­φτη­κε τὸ 1977, ἐ­νῶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α, πρό­σφα­της ἐ­σο­δεί­ας, τὸ 2019: ἀ­πὸ αὐ­τά, 10 εἶ­χαν γρα­φτεῖ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, 4 τὴν πρώ­τη δε­κα­ε­τί­α τοῦ 21ου καὶ 64 τὴν δε­κα­ε­τί­α ποὺ μό­λις ἀ­φή­σα­με πί­σω μας. Ἔ­χου­με ἔ­τσι μιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ προ­φα­νῆ ἔν­δει­ξη τῆς ἄν­θι­σης τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ το­πί­ο τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­τῶν, ἄν­θι­ση στὴν ὁ­ποί­α ἔ­χουν παί­ξει ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο, τό­σο γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ὅ­σο καὶ γιὰ τὴ δι­ά­δο­ση τοῦ εἴ­δους, οἱ νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες καὶ τὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ὄ­χι μά­ται­α, 44 ἀ­πὸ τὰ 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας ἔ­χουν ἀρ­χι­κῶς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (τό­σο τὴ γραμ­μέ­νη στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅ­σο καὶ σὲ 14 ἀ­κό­μα γλῶσ­σες, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἡ κα­τα­λα­νι­κή, καὶ με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἑλ­λη­νι­κά), ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ 2010, καὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ ἐμ­πλου­τί­ζουν, ὁ ποι­η­τὴς Γιά­ννης Πα­τί­λης καὶ ἡ συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζω­γρά­φος Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο: Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (https://bon­sai­sto­ri­es­flash­fi­ction.wordpress.com/). Τὰ ὑ­πό­λοι­πα 34 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας εἶ­χαν ἀρ­χι­κῶς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ συλ­λο­γὲς (μι­κρο)δι­η­γη­μά­των. Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴν ἔ­κτα­ση, τὸ πιὸ σύν­το­μο («Vita Brevis») με­τρά­ει 4 λέ­ξεις, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ τί­τλου, καὶ τὸ πιὸ μα­κρύ («Πορ­σε­λά­νη»), 833.

       Αὐ­τὰ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα δὲν μᾶς ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α ἐ­πο­χὴ τῶν ἡ­ρώ­ων καὶ τῶν θε­ῶν στὴν ὁ­ποί­α κυ­ο­φο­ρή­θη­κε τὸ θέ­α­τρο, ἡ φι­λο­σο­φί­α ἢ ἡ δη­μο­κρα­τί­α: βγαί­νουν κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὸ φοῦρ­νο μιᾶς Ἑλ­λά­δας μον­τέρ­νας καὶ τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ποὺ συ­νη­θί­σα­με νὰ με­λε­τοῦ­με στὶς ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες καὶ στὰ ἐγ­χει­ρί­δια μυ­θο­λο­γί­ας.

       Ἐν­τού­τοις, σὲ αὐ­τὰ τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα οἱ θνη­τοὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ μά­χον­ται ἐ­νάν­τια στὰ σχέ­δια κά­ποι­ου θε­οῦ, συ­νε­χί­ζουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρουν τὰ κα­πρί­τσια τοῦ ἔ­ρω­τα καὶ τοῦ μί­σους, συ­νε­χί­ζουν νὰ νι­ώ­θουν μο­να­ξιὰ ἢ φό­βο, εὐ­τυ­χί­α ἢ ἀλ­λη­λεγ­γύ­η μὲ τὸν πλη­σί­ον, συ­νε­χί­ζουν νὰ φέ­ρουν σὲ πέ­ρας κα­τορ­θώ­μα­τα ὅ­μοι­α ἢ τὸ ἴ­διο με­γά­λα μὲ ἐ­κεῖ­να κά­ποι­ου ἀ­χαι­οῦ πο­λε­μι­στῆ, μιᾶς ἀ­ρι­στο­φα­νι­κῆς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νης γυ­ναί­κας ἢ ἑ­νὸς θε­οῦ με­ταμ­φι­ε­σμέ­νου σὲ ταῦ­ρο ἢ σὲ χρυ­σὴ βρο­χή.

       Μὲ ἄλ­λα λό­για, αὐ­τὰ τὰ ἐ­κλε­κτὰ σύγ­χρο­να ἑλ­λη­νι­κὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα μᾶς σερ­βί­ρουν, εὐ­φραί­νον­τάς μας, τὰ αἰ­ώ­νια πα­ναν­θρώ­πι­να ζη­τή­μα­τα, ἀλ­λά, ὅ­πως εἶ­ναι λο­γι­κό, μὲ τρό­πο ἑλ­λη­νι­κό, γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης ποὺ δι­εισ­δύ­ει σὲ αὐ­τὰ θὰ πρέ­πει νὰ ἐ­ξοι­κει­ω­θεῖ μὲ κά­ποι­ες ἐμ­μο­νὲς ἢ θέ­μα­τα ποὺ ἀ­νη­συ­χοῦν καὶ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὸ μυα­λὸ ὄ­χι μό­νο των ἴ­δι­ων των συγ­γρα­φέ­ων, ἀλ­λὰ καὶ ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε κα­θη­με­ρι­νοῦ Ἕλ­λη­να ἢ με­τρί­ως ἐ­ξελ­λη­νι­σμέ­νου. Ἡ Ἀ­θή­να καὶ τὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια τῶν κα­τοί­κων της (τὸ ὄ­νο­μα «Κυ­ψέ­λη», μιὰ ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­θη­να­ϊ­κὴ γει­το­νιά, ση­μαί­νει κα­τ’ ἀ­κρι­βο­λο­γί­α «Colmena»)· ἡ τρί­τη ἡ­λι­κί­α, ποὺ φέρ­νει μα­ζί της τὴ γνώ­ση τῶν πα­ροι­μι­ῶν καὶ τῶν συν­τα­γῶν, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη στὴν τύ­χη της καὶ τὸν ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμό της σὲ ἕ­ναν κό­σμο ἰ­λιγ­γι­ώ­δη· ἡ με­τα­νά­στευ­ση, καὶ ὄ­χι μό­νο ἡ προ­ερ­χό­με­νη ἀ­πὸ τὰ Βαλ­κά­νια ἢ ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­σι­α­τι­κὲς χῶ­ρες, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ τὰ χω­ριὰ καὶ τὰ νη­σιὰ (ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ ἕ­να φτω­χὸ πλά­σμα ποὺ πε­ρι­φέ­ρει μὲν τὸ σαρ­κί­ο του στὴν πρω­τεύ­ου­σα, κα­τά­γε­ται ὅ­μως ἀ­πὸ μιὰ κοι­νό­τη­τα τῆς ἐν­δο­χώ­ρας ποὺ λέ­γε­ται, τί εἰ­ρω­νεί­α, Και­νούρ­γιο)· ἡ πα­ρου­σί­α τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­δελ­φὴ ἀ­πὸ τὸν Βορ­ρᾶ (αὐ­τὴ ἡ με­γά­λη ἄ­γνω­στη), ἀλ­λὰ καὶ τοῦ το­πί­ου μὲ τὰ λι­ό­δεν­τρα καὶ τὰ κύ­μα­τα ἀ­πὸ χω­ρά­φια καὶ πε­λά­γη, τῶν ἡ­ρώ­ων τῆς Ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας καὶ τῆς ὑ­πο­χρε­ω­τι­κῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς θη­τεί­ας, τῶν ἐ­κλο­γῶν κά­θε τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς μπα­γα­πον­τιᾶς…

       Καὶ μέ­σα σὲ ὅ­λα αὐ­τά, ἕ­να σκη­νι­κὸ ἀ­πὸ κα­φε­νεῖ­α (αὐ­τὴ ἡ ὄ­α­ση μὲ κα­φέ­δες, ρα­κὶ ἢ τσί­που­ρο, πο­δο­σφαι­ρι­κὲς δι­α­μά­χες καὶ με­ζέ­δες, ἀ­πο­λι­θω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν χρό­νο σὲ κά­θε ἀ­στι­κὴ γει­το­νιὰ ἢ στὶς πλα­τεῖ­ες τῶν χω­ρι­ῶν), κομ­πο­λό­για (αὐ­τὲς οἱ γυ­ά­λι­νες χάν­τρες ποὺ παί­ζουν μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι ἄν­δρες μὲ ἱ­στο­ρί­α καὶ βα­ρε­μά­ρα), κόλ­λυ­βα (πιά­το ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ βρα­σμέ­νο σι­τά­ρι ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ ξη­ροὺς καρ­ποὺς καὶ ζά­χα­ρη, τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­σφέ­ρε­ται στὶς κη­δεῖ­ες καὶ στὶς λει­τουρ­γί­ες ὑ­πὲρ ἀ­νά­παυ­σης τῶν ψυ­χῶν) καὶ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ στοι­χεῖ­α ποὺ κά­νουν τὴ σύγ­χρο­νη Ἑλ­λά­δα ἕ­να τέ­λει­ο πρό­σχη­μα γιὰ νὰ τα­ξι­δέ­ψεις, νὰ σκε­φτεῖς, νὰ γρά­ψεις καί, ὅ­πως θὰ κά­νουν οἱ ἀ­να­γνῶ­στες μας, νὰ δι­α­βά­σεις.

       Στὸ Ρroyecto GreQuerias συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται, ἐ­πι­πλέ­ον τοῦ πα­ρόν­τος προ­λό­γου καὶ τῶν 78 μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, μιὰ ἑ­νό­τη­τα μὲ τὰ σύν­το­μα βι­ο­γρα­φι­κὰ ὅ­λων τῶν συγ­γρα­φέ­ων (τῶν ὁ­ποί­ων τὰ ὀ­νό­μα­τα ἔ­χουν «με­τα­φερ­θεῖ» στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ἐ­πι­δι­ώ­κον­τας νὰ τη­ρη­θεῖ μιά, ἀ­δύ­να­τη, ἰ­σορ­ρο­πί­α ἀ­νά­με­σα στὴν ἑλ­λη­νι­κή τους γρα­φὴ καὶ στὴν ἱ­σπα­νι­κὴ προ­φο­ρά), κα­θὼς καὶ ἕ­να κε­φά­λαι­ο ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ὁ­μα­δι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ συ­νό­λου τῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των. Ξε­κι­νᾶ­με!


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να
Ἀ­θή­να, 2019


Πηγή: Ρroyecto GreQuerías. Antologia del minicuento griego contemporaneo (EDA Libros, ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ Μά­λα­γα, 2020, ἐ­ξώ­φυλ­λο: Δη­μή­τρης Χαν­τζό­που­λος).


Με­τά­φρα­ση: Κα­νέλ­λα Λι­α­κο­πού­λου.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (Eduardo Lucena) γεν­νή­θη­κε στὴν Κόρ­δο­βα τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να ὡς κα­θη­γη­τὴς ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, με­τα­φρα­στῆς καὶ θε­α­τρι­κὸς σκη­νο­θέ­της.


 

Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo): Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#12]


Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo)

Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν:

προ­σέγ­γι­ση στὴν ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α


Ι ΕΙΝΑΙ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α; Εἶ­ναι εἶ­δος[i] ἢ ὑ­πο­εῖ­δος; Ἔ­χει ὁ­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­ση; Ποι­ά εἶ­ναι τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη ὀ­νο­μα­σί­α; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α της; Εἶ­ναι μιὰ μον­τέρ­να φόρ­μα πε­ζο­γρα­φί­ας; Γνω­ρί­ζου­με ποῦ καὶ πό­τε ἔ­κα­νε τὴν ἐμ­φά­νι­σή της; Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως μὲ τὶς καλ­λι­τε­χνι­κὲς ἐκ­φρά­σεις, ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­παν­τή­σεις· κά­ποι­ες φο­ρὲς εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κές, ἄλ­λες φο­ρὲς συμ­πί­πτουν, ὅ­μως, ἂν καὶ ὅ­λες εἶ­ναι ἐ­ξί­σου κα­λὰ τεκ­μη­ρι­ω­μέ­νες, δὲν ὑ­πάρ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρη ὁ­μο­φω­νί­α ὡς πρὸς τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξή τους.

       Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὴν εὔ­κο­λη ὁ­δὸ καὶ νὰ προσ­δι­ο­ρί­σου­με τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ καὶ μυ­θο­πλα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα. Ἡ ἔ­κτα­ση ἑ­νὸς ἔρ­γου μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποι­κίλ­λει, δὲν πρέ­πει, ὡ­στό­σο, νὰ ὑ­περ­βαί­νει τὴ μί­α τυ­πω­μέ­νη σε­λί­δα, δη­λα­δὴ πε­ρὶ τοὺς 1.500 χα­ρα­κτῆ­ρες· ὑ­πάρ­χει δι­ά­στα­ση ἀ­πό­ψε­ων ὡς πρὸς τὸ ὄ­νο­μα: μι­κρὸ– ἢ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α, νά­νο– ἢ μι­κρο­α­φή­γη­ση, μι­κρὸ– ἢ να­νο­δι­ή­γη­μα καὶ πα­ραλ­λα­γὲς αὐ­τῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­δη­λώ­νουν τὴν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ μι­κρὴ ἔ­κτα­σή του καὶ τὸ χα­ρα­κτή­ρα του ποὺ συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση. Τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ εἴ­δους εἶ­ναι ἡ συγ­γρα­φι­κὴ κομ­ψό­τη­τα (μιᾶς καὶ σὲ τό­σο λί­γο χῶ­ρο πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη)·  ἡ ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα, ὁ πρω­τε­ϊ­σμὸς καὶ ἡ μὴ σύμ­πλευ­ση μὲ κα­νέ­να εἶ­δος (δι­ό­τι ἀλ­λά­ζει φόρ­μες καὶ εἴ­δη)·  ἡ χρή­ση τῆς δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας ―δι­ό­τι μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ὁ ἀ­να­γνώ­στης γνω­ρί­ζει ὅ­σα προ­η­γοῦν­ται καὶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρή­σει δε­δο­μέ­να πολ­λὰ πράγ­μα­τα― ὅ­πως, ἐ­πί­σης, καὶ ἡ χρή­ση τῆς πα­ρω­δί­ας, τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἔλ­λει­ψης καὶ τοῦ χι­οῦ­μορ. Θε­ω­ρεῖ­ται εἶ­δος ποὺ γεν­νή­θη­κε στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, ἀ­πὸ ὅ­που προ­έρ­χον­ται οἱ πρω­το­πό­ροι του: ὁ Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, ὁ Χού­λιο Τό­ρι, ὁ Λε­ο­πόλ­δο Λου­γό­νες καὶ ὁ Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, ἐ­πί­σης, συ­νέ­χι­σε νὰ ἐ­ξε­λίσ­σε­ται μὲ με­γά­λη ὁρ­μὴ ἀ­πὸ τοὺς Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες καὶ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, κυ­ρί­ως τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 καὶ μὲ εὐ­ρέ­ως δι­α­δε­δο­μέ­νο τρό­πο ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να μέ­χρι σή­με­ρα, ἐ­πο­χὴ ποὺ πα­ρα­τη­ροῦν­ται πλέ­ον (πα­ρα)δείγ­μα­τα σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ χῶ­ρες.

       Μα­κά­ρι νὰ ἦ­ταν τό­σο εὔ­κο­λο. Ὅ­λα ὅ­σα μό­λις προ­εί­πα­με θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἰ­δω­θοῦν μὲ ἄλ­λο τρό­πο, λι­γό­τε­ρο ἁ­πλό, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἀρ­χί­σου­με νὰ τὰ ἀ­να­λύ­ου­με σὲ βά­θος. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι κά­θε βε­βαι­ό­τη­τα ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται: ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να και­νούρ­γιο εἶ­δος, μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι·  δὲν εἶ­ναι γνω­στὸ πό­τε ξε­κί­νη­σε, οὔ­τε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρα, οὔ­τε τὸ ὄ­νο­μά της, ἐ­νῶ εἶ­ναι πολ­λοὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ δι­εκ­δι­κοῦν τὴν πα­τρό­τη­τά της. Καὶ ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ ἂν ὑ­πάρ­χει ὡς ἀ­νε­ξάρ­τη­το εἶ­δος εἶ­ναι για­τί οἱ θε­ω­ρη­τι­κοὶ ὅ­ρι­σαν τὴν ὕ­παρ­ξή της καὶ ἀ­πὸ κά­ποι­α στιγ­μὴ καὶ ἔ­πει­τα οἱ συγ­γρα­φεῖς ἀ­νέ­πτυ­ξαν δείγ­μα­τα γρα­φῆς ποὺ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τοὺς με­λε­τη­τές.

       Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­σεις ἔ­χουν λό­γο ποὺ ὑ­φί­σταν­ται. Ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει ἕ­να εἶ­δος ποὺ ἀ­πορ­ρί­πτει τὶς ἀ­πο­λυ­τό­τη­τες, τὶς βε­βαι­ό­τη­τες, τὶς ἀ­δι­άλ­λα­κτες ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σεις εἶ­ναι τὸ εἶ­δος ποὺ μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ. Ἡ ἔ­κτα­σή του ποι­κίλ­λει ἐν­τὸς τῆς ἴ­διας τῆς μι­κρῆς του κλί­μα­κας·  ἡ ἔκ­φρα­σή του ὡς εἶ­δος εἶ­ναι πε­ρί­πλο­κη, ἀμ­φί­ση­μη, ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη, δι­α­φεύ­γου­σα·  τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του εἶ­ναι λί­γα ἢ ὑ­περ­βο­λι­κὰ πολ­λά, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ ποι­ὸς τὰ ἀ­πα­ριθ­μεῖ·  ὁ ὁ­ρι­σμός του δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ξε­κά­θα­ρος, τὸ ὄ­νο­μά του ποι­κίλ­λει ἀ­πὸ χώ­ρα σὲ χώ­ρα καὶ ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­α σὲ συγ­γρα­φέ­α. Μπο­ροῦν νὰ κα­τα­τε­θοῦν μό­νο προ­τά­σεις, προ­σεγ­γί­σεις, συμ­βου­λές, ἀμ­φι­βο­λί­ες, ἐ­κτι­μή­σεις. Ὁ­ποι­α­δή­πο­τε βε­βαι­ό­τη­τα σύν­το­μα ἀ­πορ­ρί­πτε­ται ἐ­νώ­πιον ἑ­νὸς νέ­ου πα­ρα­δείγ­μα­τος τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀρ­νεῖ­ται τὴν προ­η­γού­με­νη προ­ϋ­πό­θε­ση. Ἐ­ὰν αὐ­τὸ ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τὸ ἄ­πια­στο καὶ τὸ ἀμ­φί­ση­μο, οἱ τα­ξι­νο­μή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­κο­λου­θοῦν­ται τό­σο πι­στὰ στὴν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ κοι­νό­τη­τα, κα­τα­λή­γουν νὰ εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­στι­κὲς καὶ ὄ­χι πο­λὺ ἀ­ξι­ό­πι­στες. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ σχε­τί­ζον­ται μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μοιά­ζουν μὲ work in progress, ὥ­στε, αὐ­τὸ ποὺ σή­με­ρα μᾶς φαί­νε­ται ἡ ἀρ­χή, ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ ἀρ­γό­τε­ρα, χά­ρη σὲ νέ­ες ἀ­να­κα­λύ­ψεις, θὰ ἀ­πο­δει­χθεῖ ὅ­τι εἶ­ναι κά­τι ποὺ βρι­σκό­ταν ἤ­δη στὰ μι­σά του δρό­μου.

       Βέ­βαι­α, αὐ­τὴ ἡ «ἀ­να­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα» προ­κα­λεῖ πολ­λὰ ἐμ­πό­δια καὶ πα­ρα­νο­ή­σεις: τὸ εἶ­δος πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α, στὴν ὑ­πο­τί­μη­ση ―ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι κά­τι ἀλ­λό­κο­το―, στὴ συ­νέ­χεια ἔ­γι­νε τά­ση, παν­τα­χοῦ πα­ρόν, μιὰ ὑ­περ­βο­λὴ καί, στὸ τέ­λος, ξα­νὰ ἄ­ξιο πε­ρι­φρό­νη­σης ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι κά­τι ὑ­περ­βο­λι­κὰ κοι­νό. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σες δε­κα­ε­τί­ες, κά­ποι­οι ἀ­κό­μη δὲν τὸ θε­ω­ροῦν λο­γο­τε­χνί­α καί, πα­ρὰ τὰ πολ­λὰ δι­ε­θνῆ καὶ μὴ συ­νέ­δρια, τὶς δη­μο­σι­εύ­σεις, τὶς ἐκ­δό­σεις ποὺ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­ται στὸ ἐν λόγῳ θέ­μα, ἀ­κό­μη ὑ­πάρ­χουν ἄ­το­μα ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐκ­κεν­τρι­κή, ὅ­ταν εἶ­ναι γεν­ναι­ό­δω­ροι, ἢ ἀ­σή­μαν­τη, ἰ­δα­νι­κὴ γιὰ τοὺς ὀ­κνη­ροὺς τῆς γρα­φῆς καὶ τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ σχε­τί­ζον­ται ἐ­πί­σης μὲ τὴ συν­το­μί­α, κα­θὼς φαί­νε­ται ὑ­περ­βο­λι­κὰ σύν­το­μο γιὰ νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό. Καὶ τὸ δο­κί­μιο ὅ­μως στὸ ξε­κί­νη­μά του θε­ω­ροῦν­ταν κά­τι πα­ρά­ξε­νο, ἡ ποί­η­ση χω­ρὶς μέ­τρο καὶ ὁ­μοι­ο­κα­τα­λη­ξί­α εἶ­χε τὴ φή­μη ὅ­τι εἶ­ναι τὸ κα­τα­φύ­γιο τῶν φυ­γό­πο­νων καὶ ἡ πο­λε­μι­κὴ ἐ­ναν­τί­ον τῶν μὴ πα­ρα­στα­τι­κῶν πλα­στι­κῶν τε­χνῶν συ­νε­χί­ζε­ται καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ 21ου αἰ­ώ­να.

       Ἡ συν­το­μί­α ἐ­πί­σης συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ φαι­νο­με­νι­κὴ εὐ­κο­λί­α τῆς συγ­γρα­φῆς – δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο νὰ γρά­ψεις ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρο. Αὐ­τὸ ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα πολ­λοὶ νὰ πι­στεύ­ουν ὅ­τι ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ ἐ­πι­νό­η­μα θε­ω­ρεῖ­ται δεῖγ­μα τοῦ εἴ­δους, ἀ­πελ­πί­ζον­τας τοὺς ἀ­να­λυ­τὲς καὶ τοὺς σο­βα­ροὺς μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φους. Τὰ γεν­ναι­ό­δω­ρα βρα­βεῖ­α ποὺ προ­σφέ­ρον­ται σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς τοῦ χώ­ρου (λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν χα­ρα­κτή­ρων) ἔ­χουν ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα δε­κά­δες χι­λιά­δες συμ­με­το­χές, ποὺ «προ­σπα­θοῦν νὰ δοῦν» ἂν λει­τουρ­γεῖ τὸ κει­με­νά­κι τους. Ἡ συν­το­μί­α λοι­πόν, ἡ ὁ­ποί­α συ­νε­πά­γε­ται τό­ση προ­σπά­θεια γιὰ τοὺς εὐ­συ­νεί­δη­τους μύ­στες, ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἐ­πί­σης καὶ τὴν κοι­νο­τυ­πί­α ὁ­ρι­σμέ­νων προ­τά­σε­ων καὶ τὸν ἐκ­φυ­λι­σμὸ τοῦ εἴ­δους. Μὲ τὴν αὔ­ξη­ση τοῦ σώ­μα­τος κει­μέ­νων μὲ γε­ω­με­τρι­κὴ πρό­ο­δο, γί­νε­ται πε­ρί­πλο­κο νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει κα­νεὶς τὶς προ­τά­σεις τῆς κά­θε χώ­ρας καὶ τῆς κά­θε γλώσ­σας. Ἡ πλη­θώ­ρα, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, με­τα­τρέ­πε­ται σὲ ζούγ­κλα, ὅ­που εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ ἐν­το­πί­σει κα­νεὶς τὰ δι­α­μάν­τια. Πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα, ὅ­μως, ἡ ἀ­φθο­νί­α συ­νε­πά­γε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι ἕ­να τό­σο με­γά­λο εὖ­ρος προ­τά­σε­ων κά­νει δύ­σκο­λό το νὰ ἔ­χει κά­ποι­ος μιὰ σχε­τι­κὰ πιὸ ξε­κά­θα­ρη ὀ­πτι­κὴ τοῦ τί πα­ρά­γε­ται.

       Κι ἔ­τσι περ­νᾶ­με σὲ κά­τι ση­μαν­τι­κό: τὸ ὅ­τι εἶ­ναι τό­σο ἀ­σα­φής, εὐ­με­τά­βλη­τη καὶ ὀ­λι­σθη­ρὴ ση­μαί­νει ἄ­ρα­γε ὅ­τι τὰ πάν­τα εἶ­ναι ἄ­ξια λό­γου; Ὄ­χι, βέ­βαι­α. Οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι μι­κρὰ ἔρ­γα τέ­χνης, κι αὐ­τό, ὅ­πως ξέ­ρου­με κα­λά, εἶ­ναι πάν­τα πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ.


Ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἐ­λά­χι­στου


Ὅ­πως στὸ ἀ­νέκ­δο­το μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ καὶ τὴν ὕ­παρ­ξη/ἀ­νυ­παρ­ξί­α τοῦ Θε­οῦ, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α, πα­ρό­λο ποὺ ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων εἶ­ναι πα­νάρ­χαι­α. Βρί­σκε­ται στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ρω­μα­ϊ­κὰ Σύμ­μει­κτα, στὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ Makura no Soshi (Βι­βλί­α τοῦ μα­ξι­λα­ριοῦ) ποὺ χρο­νο­λο­γοῦν­ται στὸ 1000 μ.Χ. καὶ ἀ­νή­κουν στὸ εἶ­δος Zuihitsu (σύν­το­μα κεί­με­να, γραμ­μέ­να μο­νο­κον­τυ­λιὰ) καὶ τὰ ἀγ­γλι­κὰ Commonplace books τοῦ Με­σαί­ω­να καὶ τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης. Ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης σύν­το­μα ἔρ­γα, τὰ ὁ­ποῖ­α στὰ ἀγ­γλι­κὰ ὀ­νο­μά­ζον­ται Hodgepodge (Συ­νον­θύ­λευ­μα), τὰ γερ­μα­νι­κὰ Gemeinplatze, τὰ γαλ­λι­κὰ Lieux Communs καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ Zibaldone τοῦ 19ου αἰ­ώ­να (Rojo, 2010). Ἡ Francisca Noguerol (2009) τὸ συν­δέ­ει μὲ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ Dietarios, ἡ Laura Pollastri (2007) μὲ τὶς ἐ­πι­γρα­φὲς στὶς ἐ­πι­τύμ­βι­ες στῆ­λες τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας, ὁ David Lagmanovich (2006) μὲ τὰ χα­ϊ­κού, ὁ Paul Davila (2014) μὲ τὰ κο­άν… θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι ἐ­π’ ἄ­πει­ρον. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ ἔ­πει­τα ἀ­κο­λου­θεῖ ἕ­να ἅλ­μα ἀρ­κε­τῶν αἰ­ώ­νων. Ὁ Lagmanovich (2006) θε­ω­ρεῖ τὰ Μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζό τοῦ Σὰρλ Μπων­τλὲρ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ πρό­δρο­μο. Ἀ­νά­με­σα στοὺς «προ­γό­νους» συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ἐ­πί­σης ὁ Ἄμ­προζ Μπὶρς καὶ ὁ Να­θά­νι­ελ Χό­θορν μὲ τὰ American Notebooks του, σύμ­φω­να μὲ τὴν Graciela Tomassini (2008 καὶ 2011). Ὁ Juan Armando Epple (2006) κα­το­νο­μά­ζει τοὺς Ἀ­λο­ΐ­σιους Μπερ­τράν, Βι­λι­ὲ ντὲ Λ’Ἴλ, Ὄ­σκαρ Γουά­ιλντ, Ζὶλ Ρε­νάρ, Φραν­τς Κάφ­κα, Τζὸρτζ Λό­ρινγκ Φρό­στ, Ἰ. A. Ἄιρ­λαντ καὶ τὸν βα­ρῶ­νο τοῦ Ντάν­σα­νι. Καὶ ἐ­κεῖ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να ἀ­κό­μα ἅλ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πρὸς τοὺς Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να: Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, Ἀλ­φόν­σο Ρέ­γες, Χού­λιο Τό­ρι, Χο­σὲ Ἀν­τό­νιο Ρά­μος Σοῦ­κρε, Λου­ὶς Βι­δά­λες, Βι­σέν­τε Οὐ­ι­δόμ­προ, Ἐρ­νέ­στο Λου­γό­νες, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Ἡ Stella Maris Colombo (2011) συγ­κεν­τρώ­νει τοὺς δι­ά­φο­ρους προ­δρό­μους, σύμ­φω­να μὲ μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ με­λε­τη­τές, στοὺς ὁ­ποί­ους συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει τὸν ἤ­δη προ­α­να­φερ­θέν­τα Φραν­τς Κάφ­κα, τὸν Μπέρ­τολτ Μπρὲ­χτ καὶ τὸν Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ (σύμ­φω­να μὲ τὸν Lagmanovich), τὸν ἤ­δη προ­α­να­φερ­θέν­τα Ἄμ­προζ Μπὶρς (σύμ­φω­να μὲ τὴν Tomassini) καὶ τὸν Τζι­ο­βά­νι Πα­πί­νι (σύμ­φω­να μὲ τοὺς Colombo, Roas καὶ Anderson Imbert). Σύμ­φω­να μὲ τὴν Dolores Koch (1981), πρω­το­πό­ρος ἦ­ταν ὁ με­ξι­κα­νὸς Χού­λιο Τό­ρι. Οἱ David Lagmanovich καὶ Laura Pollastri με­λέ­τη­σαν σὲ βά­θος τὶς ἐ­πιρ­ρο­ὲς τῆς λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας καὶ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὸ εἶ­δος. Ἀ­σφα­λῶς, πρέ­πει νὰ λη­φθοῦν ὑ­πό­ψη οἱ Greguerias τοῦ Ρα­μὸν Γκό­μεθ δὲ λὰ Σέρ­να. Ὅ­μως ἐ­κεῖ ὑ­πάρ­χει καὶ ἄλ­λο ἕ­να ἅλ­μα μέ­χρι τὸ 1955, ὅ­ταν δη­μο­σι­εύ­ε­ται τὸ Σύν­το­μες καὶ πα­ρά­ξε­νες ἱ­στο­ρί­ε­ς τῶν Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες καὶ Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, ἡ ὁ­ποί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὡς ἡ πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α ἑ­νὸς εἴ­δους ποὺ ἕ­ως τό­τε δὲν ὑ­φί­στα­το ὡς ἀν­τι­κεί­με­νο με­λέ­της καὶ συγ­κεν­τρώ­νει πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ ὑ­περ­βρα­χέ­α κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α σή­με­ρα κα­τα­λο­γο­γρα­φοῦν­ται ὡς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ 1959, ὁ Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο δη­μο­σι­εύ­ει τὸ πιὸ δι­ά­ση­μο μι­κρο­δι­ή­γη­μα ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν, «Ὁ δει­νό­σαυ­ρος», ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γή­ς Obras completas (y otros cuentos). Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ πέ­ρα εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ συ­νε­χί­σει ἡ λί­στα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ἀρ­χί­ζουν νὰ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­πὸ τὸν Με­ξι­κα­νὸ Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα, τὸν Κο­λομ­βια­νὸ Ἄλ­βα­ρο Σε­πέ­δα Σα­μού­διο, μέ­χρι τοὺς Ἀρ­γεν­τι­νοὺς Μάρ­κο Ντε­νέ­βι καὶ Ἐν­ρί­κε Ἀν­τερ­σον Ἰμ­πέρτ, τὸν Κου­βα­νὸ Βιρ­χί­λιο Πι­νι­έ­ρα, τὸν Βε­νε­ζο­λά­νο Ἀλ­φρέ­δο Ἄρ­μας Ἀλ­φόν­σο καὶ πολ­λοὺς ἄλ­λους. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἔ­κρη­ξη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70, ἄλ­λο ἅλ­μα στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 ―πα­ρό­λο ποὺ με­ρι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 ― ὅ­ταν καὶ πά­λι τὸ εἶ­δος ἀ­να­πτύσ­σε­ται μὲ πλη­θώ­ρα λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νων, ἱ­σπα­νῶν, ἀγ­γλό­φω­νων, βρα­ζι­λιά­νων, κο­ρε­α­τῶν συγ­γρα­φέ­ων… Καὶ ἄλ­λο ἅλ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πο­σο­τι­κό, μὲ τὸ ξε­κί­νη­μα τοῦ νέ­ου αἰ­ώ­να καὶ τὴν ἔ­ξαρ­ση τῶν μέ­σων κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἔ­χει τὴν ἰ­δα­νι­κὴ ἔ­κτα­ση γιὰ νὰ δι­α­βα­στεῖ σὲ blog, στὸ Twitter, στὸ Facebook, στὸ Tumblr καὶ στὰ λοι­πὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης, γι’ αὐ­τὸ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο ὑ­πάρ­χουν χι­λιά­δες σε­λί­δες ποὺ κα­τα­πι­ά­νον­ται μὲ αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὑ­πάρ­χουν πιὰ συγ­γρα­φεῖς (Ρα­γου­σέ­ο, Σαμ­πρά­νο) οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­να­πτύσ­σουν συγ­κε­κρι­μέ­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ θε­ω­ρί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὴν twitteroποίηση, δη­λα­δὴ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δὲν ξε­περ­νᾶ τοὺς 140 χα­ρα­κτῆ­ρες. Πλέ­ον τὰ ὑ­περ­βρα­χέ­α κεί­με­να εἶ­ναι τό­σο παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τα ὥ­στε, ὅ­πως λέ­ει ἡ Χού­λια Ὀ­τσό­α, «ση­κώ­νεις μιὰ πέ­τρα, μιὰ σαύ­ρα, μιὰ ψί­χα ψω­μὶ καὶ πέ­φτεις πά­νω σὲ ἕ­να». Ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τὴ νί­κη, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἔ­χει πολ­λοὺς πα­τέ­ρες καί, ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τοὺς ἥ­ρω­ες, ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης πολ­λοὶ τό­ποι ποὺ ἐ­ρί­ζουν γιὰ τὸν τί­τλο τῆς γε­νέ­τει­ράς της.

       Ὅ­πως εἶ­ναι προ­φα­νὲς μὲ αὐ­τὴ τὴν προ­σπά­θεια ἱ­στο­ρι­κῆς συ­στη­μα­το­ποί­η­σης, δὲν ὑ­πάρ­χει σα­φὴς καὶ συ­νε­χὴς ἐ­ξέ­λι­ξη, πα­ρὰ χα­ο­τι­κὲς ἐ­κρή­ξεις στὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­να­μει­γνύ­ον­ται πολ­λὰ εἴ­δη, συγ­γρα­φεῖς ποὺ κά­πο­τε, ἀλ­λὰ ὄ­χι πάν­τα, γρά­φουν ὑ­περ­βρα­χέ­α κεί­με­να, κεί­με­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ἢ λι­γό­τε­ρο σύν­το­μα, τά­σεις ποὺ ἔρ­χον­ται καὶ πα­ρέρ­χον­ται, πει­ρα­μα­τι­σμοὶ ποὺ δί­νουν ἀ­φορ­μὴ γιὰ ἄλ­λες ἀ­να­ζη­τή­σεις καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὸ εἶ­δος ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς.

       Τὸ πρό­βλη­μα μὲ τὶς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ὅ­τι εἶ­ναι πάν­τα σχε­τι­κές, γι’ αὐ­τὸ καὶ τέ­τοι­ο πλῆ­θος προ­δρό­μων ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι, ὅ­πως πάν­τα στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ φαι­νό­με­να, οἱ ἐ­πιρ­ρο­ὲς εἶ­ναι πολ­λές, πολ­λα­πλὲς καὶ προ­σω­πι­κές. Ὅ­λοι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ προ­α­να­φέρ­θη­καν γιὰ κά­ποι­ον θὰ ἦ­ταν πρό­δρο­μοι, καὶ γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λον ὄ­χι. Ἴ­σως ὑ­πάρ­χει ἕ­να Zeitgeist ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὴ συν­το­μί­α, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ὑ­πῆρ­ξαν πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν κει­μέ­νων πο­λὺ με­γά­λης πνο­ῆς, ἑ­πο­μέ­νως ὁ­ποι­α­δή­πο­τε χρο­νι­κὴ σύν­δε­ση μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἡ ὕ­παρ­ξη τό­σων θε­με­λι­ω­τῶν μὲ κά­νει νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι ἴ­σως ἡ ἀ­πάν­τη­ση νὰ εἶ­ναι πιὸ ἁ­πλή. Ἡ ὑ­περ­βρα­χεί­α λο­γο­τε­χνί­α ὑ­φί­στα­το ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σε ἡ συγ­γρα­φὴ καὶ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὡς ἀ­φο­ρι­σμός, ἀλ­λη­γο­ρί­α, ἀ­πό­λο­γος, σκη­νή, πε­ρι­στα­τι­κό, πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­πί­γραμ­μα, γκρα­βού­ρα, μύ­θος, πα­ρα­βο­λή, πα­ροι­μί­α, ἀ­πό­φθεγ­μα, βι­νι­έ­τα καὶ μιὰ ἀ­τε­λεί­ω­τη ποι­κι­λί­α πο­λὺ σύν­το­μων ἀρ­χαί­ων λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἡ δι­α­φο­ρὰ μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α; Κα­μί­α ἢ πολ­λές. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι λο­γο­τε­χνί­α τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἑ­ξῆς, καὶ ἔ­χει τὶς ἴ­δι­ες δι­α­φο­ρὲς μὲ τοὺς προ­γό­νους της, ὅ­πως ἔ­χουν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἡ ποί­η­ση ἢ τὸ δο­κί­μιο τοῦ 20οῦ καὶ τοῦ 21ου αἰ­ώ­να μὲ τοὺς δι­κούς τους προ­γό­νους.

       Ὁ ὅ­ρος μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ―καὶ οἱ πολ­λα­πλὲς ἐκ­δο­χές του― ἄρ­χι­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πρό­σφα­τα, πράγ­μα ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­κα­λοῦ­με ἔ­τσι μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ σκε­φτεῖ ὅ­τι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς με­λε­τη­τὲς τοῦ χώ­ρου, ὅ­τι τῆς προσ­δώ­σα­με θε­ω­ρη­τι­κὴ ὑ­πό­στα­ση, δι­α­μορ­φώ­νον­τας σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος αὐ­τὸ ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἦ­ταν ποι­κί­λα σύν­το­μα εἴ­δη ποὺ οἱ συγ­γρα­φεῖς καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν δί­χως νὰ νοι­ά­ζον­ται γιὰ τὴν τα­ξι­νό­μη­σή τους.


Τὸ ζή­τη­μα τοῦ ὀ­νό­μα­τος


Λί­γα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη ἔ­χουν τό­σες πολ­λὲς ὀ­νο­μα­σί­ες: ἀ­κρι­βὴς τέ­χνη, σύν­το­μο δι­ή­γη­μα, πε­ρι­στα­τι­κό (ὅ­ρος ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση τοῦ Ἀν­τερ­σον Ἰμ­πέρτ), σχε­δὸν δι­ή­γη­μα, δι­η­γη­μα­τί­διον, βρα­χὺ δι­ή­γη­μα, ὑ­περ­βρα­χὺ δι­ή­γη­μα, σύν­το­μο δι­ή­γη­μα, συν­το­μό­τα­το δι­ή­γη­μα, μι­κρο­σκο­πι­κὸ δι­ή­γη­μα, δι­ή­γη­μα-μι­νι­α­τού­ρα, λι­πό­σαρ­κο δι­ή­γη­μα, στιγ­μια­ῖο δι­ή­γη­μα, τα­χυ­δι­ή­γη­μα, γρή­γο­ρο δι­ή­γη­μα, δι­ή­γη­μα μπον­ζά­ι, μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ ἑ­νὸς λε­πτοῦ, γρή­γο­ρη μυ­θο­πλα­σί­α, αἰφ­νί­δια μυ­θο­πλα­σί­α, ὑ­περ­σύν­το­μο, ἐ­λά­χι­στη ἱ­στο­ρί­α, μι­κρο­δι­ή­γη­μα, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, μι­κρο­α­φή­γη­ση, μι­κρο­κεί­με­νο, μι­νι­δι­ή­γη­μα, μι­νι­μυ­θο­πλα­σί­α, μι­νι­κεί­με­νο, να­νο­δι­ή­γη­μα, να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α, να­νο­κεί­με­νο, δι­η­γη­μα­τί­διο, μι­κρὴ ἀ­φή­γη­ση, σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἐ­λά­χι­στη ἀ­φή­γη­ση, μι­κρο­σκο­πι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, πα­ρα­βα­τι­κὸ δι­ή­γη­μα, ὑ­περ­βρα­χύ­τα­το κεί­με­νο, δι­ή­γη­μα ἐξ­πρές, ποι­κί­λη ἐ­πι­νό­η­ση (γιὰ τὰ ἔρ­γα τοῦ Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα), κει­με­νί­διο, με­τα­ξὺ πολ­λῶν ἄλ­λων.

       Αὐ­τοὶ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο εἶ­ναι οἱ ὅ­ροι μι­νι­μυ­θο­πλα­σί­α, μι­κρο­α­φή­γη­ση, μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἡ δι­ά­κρι­ση ὑ­πο­νο­εῖ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να δι­ή­γη­μα πο­λὺ σύν­το­μο, μιὰ ἀ­φή­γη­ση πο­λὺ βρα­χεί­α ἢ μιὰ ἐ­λά­χι­στη μυ­θο­πλα­στι­κὴ φόρ­μα (ὄ­χι ἀ­πα­ραί­τη­τα δι­ή­γη­μα ἢ ἀ­φή­γη­ση). Ἂν καὶ ἡ ἔλ­λει­ψη ἀ­κρι­βοῦς ὀ­νό­μα­τος ἀ­πελ­πί­ζει ἀρ­κε­τούς, τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι στε­ρεῖ­ται συγ­κε­κρι­μέ­νου ὀ­νό­μα­τος καὶ ἔ­χει τό­σες ὀ­νο­μα­σί­ες εἶ­ναι ὅ,τι πρέ­πει γιὰ μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα δι­φο­ρού­με­νη καὶ ὑ­βρι­δι­κή. Μο­λο­νό­τι θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἐ­φι­κτὴ μό­νο ὅ­ταν ἀ­φη­γεῖ­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χουν ἀμ­φι­βο­λί­ες. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα σα­φεῖς, ἀν­τι­θέ­τως ἡ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ συμ­πλη­ρώ­νει τὴν πρό­θε­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἐν προ­κει­μέ­νῳ, ἡ ἱ­στο­ρί­α σὲ ἀρ­κε­τὲς πε­ρι­πτώ­σεις ἁ­πλῶς σκι­α­γρα­φεῖ­ται καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης κα­λεῖ­ται νὰ τὴ συμ­πλη­ρώ­σει. Γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ οἱ Tomassini καὶ Colombo, τὸ 2013, βά­φτι­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «μη­χα­νὴ σκέ­ψης».

       Ἐ­ξε­τά­ζον­τας τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ εἴ­δους, μπο­ροῦ­με νὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σου­με ὅ­τι οἱ ὅ­ροι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α / μι­κρο­α­φή­γη­ση / μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι πρό­σφα­τοι. Στὰ ἡ­με­ρο­λό­για τοῦ Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, ὅ­ταν γί­νε­ται λό­γος γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Σύν­το­μες καὶ πα­ρά­ξε­νες ἱ­στο­ρί­ες, λέ­ει ὅ­τι ὁ Μπόρ­χες καὶ ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­ψαν δι­η­γή­μα­τα ἢ δι­η­γη­μα­τί­δια. Ὁ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο, ὅ­ταν μι­λά­ει γιὰ τὸν «Δει­νό­σαυ­ρο» τοῦ Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, τὸν ἀ­πο­κα­λεῖ δι­ή­γη­μα. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Javier Perucho (2006) ὁ ὅ­ρος μι­κρο­α­φή­γη­ση χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸν Χο­σὲ Ἐ­μί­λιο Πα­τσέ­κο στὴ στή­λη του μὲ τί­τλο «Inventario» τὸ 1977. Ἡ Dolores Koch, πι­θα­νό­τα­τα ἡ πρώ­τη θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ εἴ­δους, χρη­σι­μο­ποί­η­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ὅ­ρο μι­κρο-ἀ­φή­γη­ση τὸ 1981. Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν ἐ­πί­σης ὁ ὅ­ρος μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα. Ὁ ὅ­ρος μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἔ­γι­νε πιὸ κοι­νὸς ἀ­πὸ τὸ Πρῶ­το Δι­ε­θνὲς Colloquium στὸ Με­ξι­κὸ τὸ 1998 καὶ ἔ­πει­τα. Ἐ­γὼ χρη­σι­μο­ποί­η­σα τὸν ὅρο μι­κρο­δι­ή­γη­μα τὸ 1992, δι­ό­τι μοῦ φαι­νό­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να δι­ή­γη­μα πο­λὺ σύν­το­μο, μὲ ὅ­λα τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς κα­νο­νι­κῆς φόρ­μας τοῦ εἴ­δους, μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὴν ἔ­κτα­ση. Ὡ­στό­σο σή­με­ρα δὲν ἔ­χω τὴν ἴ­δια βε­βαι­ό­τη­τα, γι’ αὐ­τὸ καὶ προ­τι­μῶ τὸν ὅρο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἂν καὶ ὑ­πάρ­χουν ἔ­ρευ­νες ποὺ τεκ­μη­ρι­ώ­νουν τὶς δι­α­φο­ρὲς ἀ­νά­με­σα στὸ ἕ­να καὶ στὸ ἄλ­λο, λό­γῳ τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τους, μὲ τὸ «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν ὅρο-ὀμ­πρέ­λα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἀ­φη­γή­σεις καὶ δι­η­γή­μα­τα, πι­στεύ­ω ὅ­τι αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους οἱ δι­α­κρί­σεις πε­ρι­πλέ­κουν τὰ πράγ­μα­τα.

       Σὲ θέ­μα­τα ὁ­ρο­λο­γί­ας, ἴ­σως ἀρ­κεῖ μό­νο ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Οὐ­ί­λιαμ Σαίξ­πηρ: «What’s in a name? Τhat which we call a rose / By any other name would smell as sweet» (Ρω­μαῖ­ος καὶ ­ου­λι­έ­τα, ΙΙ, 2)[ii].


­κτα­ση, ­ρι­σμὸς καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά


Ὅ­πως ἤ­δη προ­εί­πα­με, ἡ μό­νη βε­βαι­ό­τη­τα γιὰ τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα. Καὶ ἡ συν­το­μί­α αὐ­τὴ εἶ­ναι κα­τη­γο­ρια­κή. Τὰ πάν­τα στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α κα­τα­λή­γουν νὰ ὁ­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τὴν ἔ­κτα­σή τους. Ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ γεν­νᾶ πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ἀ­ρε­τὲς καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ προ­βλή­μα­τα. Λό­γῳ του ὅ­τι εἶ­ναι τό­σο σύν­το­μη, οἱ ἀ­δα­εῖς θε­ω­ροῦν ὅ­τι εἶ­ναι εὔ­κο­λη καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἀρ­χί­ζουν νὰ γρά­φουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­ναι­σχυν­τί­α καὶ ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τα ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, ἐ­νῶ ἄλ­λοι κα­τα­λή­γουν στὸ συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει ἀ­πο­τύ­χει εἶ­ναι τὸ εἶ­δος καὶ ὄ­χι τὰ κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν γρα­φτεῖ μέ­σα σὲ λί­γα λε­πτά.

       Πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα, ὅ­μως, ἡ συν­το­μί­α ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴ με­γά­λη ἔ­κτα­ση τοῦ σώ­μα­τος κει­μέ­νων. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ εἴ­δους μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει ἑ­κα­τὸ κεί­με­να, κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα ὡς πρὸς τὴ μορ­φή του. Μὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­πί­στευ­τα εὐ­ρὺ δεῖγ­μα ὑ­πάρ­χουν πά­ρα πολ­λὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα καὶ οἱ ἐ­ξαι­ρέ­σεις δὲν μπο­ροῦν νὰ δι­και­ο­λο­γη­θοῦν μὲ τὸ εὔ­κο­λο ἐ­πι­χεί­ρη­μα ὅ­τι ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸν κα­νό­να. Εἶ­ναι τό­σες πολ­λὲς οἱ ἐ­ξαι­ρέ­σεις ποὺ ὁ κα­νό­νας στὸ τέ­λος δὲν ὑ­φί­στα­ται. Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός, ἂν δὲν εἶ­ναι πο­λὺ εὐ­ρύς, κα­τα­λή­γει νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα σχε­τι­κός, κα­θό­τι αὐ­τὸ ποὺ θε­ω­ροῦν­ταν προ­ϊ­στο­ρί­α τε­λι­κὰ ἐ­πε­κτεί­νε­ται μέ­χρι τὴν ἀρ­χὴ τῶν πάν­των καὶ εἶ­ναι τό­σο εὐ­έ­λι­κτο ποὺ μπο­ροῦ­με στὸ τέ­λος νὰ συ­ναν­τᾶ­με μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες σὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε κεί­με­νο.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, ἡ συν­το­μί­α θὰ δη­μι­ουρ­γή­σει τὰ ἴ­δια της τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση τὸ εἶ­δος: αὐ­τὴ εἶ­ναι ποὺ προ­κα­λεῖ τὴν προ­σε­κτι­κὰ ἐ­πι­λεγ­μέ­νη γλώσ­σα, τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ βρε­θεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη, κα­θό­σον εἶ­ναι λί­γες αὐ­τὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται. Λό­γῳ τῆς συν­το­μί­ας της, θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρι­σμέ­νη ὡς εἶ­δος καὶ δι­α­κει­με­νι­κή, ὥ­στε ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ ἔ­χει ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς ἀλ­λὰ καὶ προ­η­γού­με­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες καὶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας νὰ μὴν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­πτύσ­σει πλευ­ρὲς ποὺ θε­ω­ρεῖ γνω­στές·  αὐ­τὸ ἐ­πί­σης συ­νε­πά­γε­ται ὅ­τι ἡ εἰ­ρω­νεί­α, ἡ ἐ­πα­νερ­μη­νεί­α καὶ ἡ πα­ρω­δί­α πάν­το­τε θὰ εἶ­ναι πα­ροῦ­σες·  μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, θὰ πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἐ­πί­σης πο­λὺ σα­φὴς γλώσ­σα, ἐ­νῶ δὲν θὰ μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­φευ­χθοῦν οἱ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις καὶ οἱ ὑ­παι­νιγ­μοί. Ἐν ὀ­λί­γοις, τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας θὰ συν­δέ­ον­ται μὲ τὰ κει­με­νι­κὰ παι­χνί­δια τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­πι­βάλ­λει ἡ συν­το­μί­α της.

       Δὲν ὑ­πάρ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νος ἀ­ριθ­μὸς οὔ­τε χα­ρα­κτή­ρων οὔ­τε λέ­ξε­ων, ἀλ­λὰ τὸ κεί­με­νο θὰ πρέ­πει νὰ χω­ρά­ει σὲ μιὰ μα­τιά. Ὁ Lauro Zavala (2004) δι­α­κρί­νει τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες: σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα (1.000 ἕ­ως 2.000 λέ­ξεις), πο­λὺ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα (200 ἕ­ως 1.000 λέ­ξεις) καὶ ὑ­περ­σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα (1 ἕ­ως 200 λέ­ξεις). Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς προ­τι­μοῦν νὰ μὴν ὁ­ρί­ζουν συγ­κε­κρι­μέ­νη μέ­γι­στη ἔ­κτα­ση·  γιὰ αὐ­τοὺς εἶ­ναι σύν­το­μα καὶ τέ­λος.

       Ἀ­πα­ριθ­μών­τας τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: γιὰ τὴν Dolores Koch (1981) πρό­κει­ται γιὰ ἀ­φη­γή­σεις χω­ρὶς εἰ­σα­γω­γή, πε­ρι­στα­τι­κὰ ἢ δρά­ση, χω­ρὶς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νους χα­ρα­κτῆ­ρες, καὶ χω­ρὶς ἀ­πο­κο­ρύ­φω­ση καί, γι’ αὐ­τό, χω­ρὶς τέ­λος. Ἐ­πι­πλέ­ον, ση­μει­ώ­νει, ἡ πρό­ζα εἶ­ναι ἁ­πλή, προ­σεγ­μέ­νη, σα­φὴς καὶ δι­σή­μαν­τη: χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ χι­οῦ­μορ, τὸ πα­ρά­δο­ξο, τὴν εἰ­ρω­νεί­α καὶ τὴ σά­τι­ρα·  ἀ­να­σύ­ρει ἀρ­χαῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φόρ­μες καὶ τὶς ἐν­τάσ­σει σὲ μὴ λο­γο­τε­χνι­κὲς φόρ­μες. Γιὰ τὴ Laura Pollastri (2007) τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της θὰ ἦ­ταν: χι­οῦ­μορ, πο­λυ­ση­μί­α, δι­α­κεί­με­νο, ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα, συμ­φω­νί­α με­τα­ξὺ ἀ­να­γνώ­στη καὶ συγ­γρα­φέ­α. Γιὰ τὴ Francisca Noguerol (1996) εἶ­ναι σκε­πτι­κι­στι­κὰ κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­φεύ­γουν στὸ πα­ρά­δο­ξο, εὐ­νο­οῦν τὰ κά­θε εἴ­δους πε­ρι­θώ­ρια καὶ πει­ρα­μα­τί­ζον­ται μὲ θέ­μα­τα, προ­σω­πι­κό­τη­τες καὶ μορ­φές, εἶ­ναι ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά, ἀ­παι­τοῦν τὴ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, εἶ­ναι πο­λυ­σή­μαν­τα, δι­α­κει­με­νι­κά, χρη­σι­μο­ποι­οῦν τὸ χι­οῦ­μορ καὶ τὴν εἰ­ρω­νεί­α. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Lauro Zavala (2004) ἔ­χει πέν­τε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: συν­το­μί­α, ποι­κι­λί­α, πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, μορ­φο­κλα­σμα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ φευ­γα­λέ­ου. Ἡ Νana Rodriguez (2007) συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει στὰ θε­με­λι­ώ­δη στοι­χεῖ­α τὸ χι­οῦ­μορ, τὴν εἰ­ρω­νεί­α καὶ τὴ συμ­βο­λι­κὴ γλώσ­σα, τὸ ποι­η­τι­κό, τὸ ὀ­νει­ρι­κό, τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὴ σύν­δε­ση με­τα­ξὺ τί­τλου καὶ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου.

       Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ συ­νε­χί­σου­με τὴν ἀ­πα­ρίθ­μη­ση τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ποὺ προ­τεί­νει κά­θε με­λε­τη­τὴς καὶ ἐ­πί­σης αὐ­τῶν ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στοὺς δε­κά­λο­γους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας [δεῖτε καὶ ἐδῶ], ἀλ­λὰ πι­στεύ­ω ἐ­πί­σης ὅ­τι, δε­δο­μέ­νου τοῦ τε­ρά­στιου σω­μα­τος κει­μέ­νων, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ βρί­σκου­με κά­θε φο­ρᾶ πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να ἀ­να­λύ­ον­ται, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ἐν­δε­χο­μέ­νως, θὰ ἐν­το­πί­ζον­ται.

       Ἂν ἐ­πι­χει­ρού­σα­με νὰ κα­τα­λή­ξου­με σὲ ἕ­ναν μι­νι­μα­λι­στι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­σμό, ἴ­σως θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἐ­πα­να­βε­βαι­ώ­σου­με ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι σύν­το­μη καὶ σί­γου­ρα μυ­θο­πλα­στι­κή, ἀλ­λὰ ἐ­δῶ μπαί­νου­με σὲ ἕ­να ζή­τη­μα ποὺ ξε­φεύ­γει ἀ­πὸ τὰ ὅ­ρια τοῦ πα­ρόν­τος κει­μέ­νου.

       Δὲν εἶ­ναι ἄ­ρα­γε μυ­θο­πλα­στι­κὸ κά­θε γρα­πτὸ κεί­με­νο; Νο­μί­ζω ὅ­τι πιὰ στὸν 21ο αἰ­ώ­να ξέ­ρου­με ὅ­τι τὰ ὅ­ρια με­τα­ξὺ τῆς τεκ­μη­ρι­ω­τι­κῆς καὶ τῆς μὴ τεκ­μη­ρι­ω­τι­κῆς γρα­φῆς εἶ­ναι λε­πτὰ καὶ ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­θο­ρι­στοῦν. Εἶ­ναι πράγ­μα­τι ση­μαν­τι­κὴ ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς πλο­κῆς ἢ προ­τι­μᾶ­ται τὸ κα­λο­γραμ­μέ­νο κεί­με­νο; Ὅ­ταν ὁ Ὀ­βι­έ­δο ἰ Μπά­νιος λέ­ει γιὰ τὸ Κα­ρά­κας τοῦ 1723 «τὸ ἴ­διο ἤ­πιο κλί­μα ὅ­λο τὸν χρό­νο, οὔ­τε τὸ κρύ­ο ἐ­νο­χλεῖ, οὔ­τε ἡ ζέ­στη ἐ­ξορ­γί­ζει, οὔ­τε τὸ χει­μω­νι­ά­τι­κο ψύ­χος θλί­βει», πε­ρισ­σό­τε­ρη αἴ­σθη­ση προ­κα­λεῖ ὁ ρυθ­μὸς τοῦ κα­λοῦ λό­γου πα­ρὰ ἡ ἀ­κρι­βὴς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ κλί­μα­τος τοῦ Κα­ρά­κας. Εἶ­ναι μυ­θο­πλα­στι­κὸ κεί­με­νο; Μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει τί εἶ­ναι;

       Ἐν κα­τα­κλεί­δι, αὐ­τὲς οἱ πο­λὺ σύν­το­μες φόρ­μες εἶ­ναι τό­σο ἢ τό­σο λί­γο μυ­θο­πλα­στι­κές, ὅ­σο ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο. Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι τί λέ­γε­ται καὶ πῶς λέ­γε­ται. Ὅ­πως λέ­ει ὁ Γκι­γέρ­μο Μπου­στα­μάν­τε Σα­μού­διο: «Πρό­κει­ται, ἑ­πο­μέ­νως, γιὰ σύν­το­μη κα­λὴ λο­γο­τε­χνία, ὅ­που το ἀ­ναγ­καῖ­ο κρι­τή­ριο εἶ­ναι τὸ νὰ εἶ­ναι κα­λή» (2010).

       Οἱ πο­λὺ σύν­το­μοι ὁ­ρι­σμοὶ καὶ χα­ρα­κτη­ρι­σμοὶ εἶ­ναι τό­σο λί­γο συγ­κε­κρι­μέ­νοι ὅ­σο καὶ οἱ πο­λὺ εὐ­ρεῖς. Ὑ­πάρ­χουν ἄ­ρα­γε συγ­κε­κρι­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας; Καὶ ναὶ καὶ ὄ­χι, ὅ­πως πάν­τα. Θὰ ἐ­ξαρ­τη­θεῖ ἀ­πὸ τὸ δεῖγ­μα, ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πὸ τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Τὸ ζή­τη­μα τοῦ εἴ­δους


Ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἀ­φη­γη­μα­τι­κή. Γι’ αὐ­τὸ πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ὀ­νο­μα­σί­ες της πε­ρι­έ­χουν τὴ λέ­ξη ἀ­φή­γη­ση ἢ δι­ή­γη­μα. Τὸ πρό­βλη­μα εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πα­ροῦ­σα σὲ πολ­λὰ εἴ­δη, ὅ­πως στὴν ποί­η­ση καὶ στὸ δο­κί­μιο. Τὸ ἄλ­λο πρό­βλη­μα εἶ­ναι ὅ­τι τὸ δι­ή­γη­μα πιὰ δὲν ἀ­φη­γεῖ­ται μό­νο.

       Γιὰ τοὺς συγ­γρα­φεῖς Τσὰρ­λς Τζόν­σον καὶ Στι­ού­αρτ Ντά­ιμ­πεκ (στὸ Shapard καὶ Thomas, 1989) ἡ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι πρω­τε­ϊ­κή, δι­ό­τι ἀλ­λά­ζει δια­ρκῶς φόρ­μα, ὅ­πως ὁ μυ­θι­κὸς Πρω­τέ­ας. Τὴ χα­ρα­κτή­ρι­σα μὴ-εἶ­δος, ἐ­πει­δὴ στρι­φο­γυ­ρί­ζει γύ­ρω ἀ­πὸ ποι­κί­λες φόρ­μες καὶ ἐ­πι­λέ­γει σὲ ποι­ὸ εἶ­δος θὰ προ­σαρ­τη­θεῖ [2009]. Εἶ­ναι πολ­λοὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ συ­νέ­δε­σαν τὴ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἄλ­λες φόρ­μες: ὁ Miguel Gomes (2004), ὁ Guillermo Samperio (2004) καὶ ἡ Francisca Noguerol (2004) τὴ συν­δέ­ουν μὲ τὴν ποί­η­ση. Ὁ Jose Manuel Trabado Cabado (2010) τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ ὅ­μο­ρο εἶ­δος, λό­γῳ τῶν ἐμ­φα­νῶν της σχέ­σε­ων μὲ τὸ ποι­η­τι­κό. Ὁ Lauro Zavala (2004), κα­τα­λο­γο­γρα­φών­τας ὑ­περ­βρα­χεῖ­ες φόρ­μες πε­ρι­λαμ­βά­νει πε­ζο­γρα­φι­κά, ποι­η­τι­κὰ καὶ ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κὰ κεί­με­να καί, στὸ «El cuento ultracorto» (1996), κά­νει λό­γο γιὰ τὴν τά­ση πρὸς τὴν εἰ­δο­λο­γι­κὴ ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα, εἰ­δι­κὰ στὸ ποί­η­μα σὲ πρό­ζα, στὸ δο­κί­μιο, στὸ χρο­νι­κὸ καὶ στὰ εἴ­δη μὴ πε­ζο­γρα­φι­κῆς φύ­σε­ως. Ο Raul Brasca (2004) πε­ρι­λαμ­βά­νει στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες του ὄ­χι μό­νο ὑ­περ­βρα­χέα κεί­με­να ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­σπά­σμα­τα λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ μὴ ἔρ­γων. Γιὰ τὸν Taha (2010) ἀ­πο­τε­λεῖ «δι­α­εῖ­δος» ὄ­χι λόγῳ τῆς σύν­δε­σής της μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­χει κά­ποι­α κοι­νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ μὲ αὐ­τά. Ὁ Guillermo Siles (2007) τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὑ­βρι­δι­κὸ εἶ­δος, ἐ­πει­δὴ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ ποί­η­μα σὲ πρό­ζα, τὸ σύν­το­μο δο­κί­μιο καὶ τὸ χρο­νι­κό, ἀλ­λὰ συγ­κε­κρι­με­νο­ποι­εῖ ὅ­τι ἡ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α με­τα­το­πί­ζε­ται καὶ δια­δρᾶ μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, σὲ μιὰ δι­α­δι­κα­σί­α ἐ­πα­να­νά­γνω­σης καὶ οἰ­κει­ο­ποί­η­σης ἀρ­χαί­ων καὶ σύγ­χρο­νων εἰ­δο­λο­γι­κῶν φορ­μῶν. Ὁ Siles ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὅ­τι ὅ­λα τὰ εἴ­δη εἶ­ναι ὑ­βρι­δι­κά, ἀλ­λὰ ὅ­τι στὴ να­νο­μυ­θο­πλα­σί­α ἡ ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα εἶ­ναι σα­φής. Ὁ Juan Armando Epple (1990) συν­δέ­ει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ ἕ­να ἢ τὸ ἄλ­λο εἶ­δος ὡς «ἁ­πλὸ συγ­κυ­ρια­κὸ μέ­σο», μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς φόρ­μες ἁ­πλὲς ἢ πιὸ θε­ω­ρη­τι­κές. Γιὰ τὴν Graciela Tomassini καὶ τὴ Stella Maris Colombo (1996), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ κει­με­νι­κὴ δι­α­ει­δο­λο­γι­κὴ τά­ξη, μιᾶς καὶ ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴ με­λέ­τη τοῦ σώ­μα­τος κει­μέ­νων δι­α­φαί­νε­ται ὅ­τι «ἀ­νή­κουν σὲ μιὰ ἴ­δια κει­με­νι­κὴ τά­ξη μο­λο­νό­τι ἐμ­φα­νί­ζουν δο­μι­κὴ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα. Σὲ ἄλ­λο ἄρ­θρο (2013) ἀ­να­φέ­ρουν:


Ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας αὐ­τὴν τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, τὴν ὁ­ποί­α προσ­δώ­σα­με κα­θο­λι­κὰ στὴν κει­με­νι­κὴ τά­ξη τῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας μυ­θο­πλα­σί­ας, τῆς ἀ­πο­δί­δου­με τὸ γνώ­ρι­σμα τῆς δι­α­ει­δο­λο­γί­ας. Μὲ αὐ­τὸν τὸν ὅρο δὲν ἐ­πι­χει­ροῦ­με νὰ κα­λύ­ψου­με κά­τω ἀ­πὸ μιὰ βο­λι­κὴ ὀμ­πρέ­λα τὴν πλού­σια ποι­κι­λί­α τῶν εἰ­δι­κῶν φορ­μῶν, ὅ­πως ἐ­κτί­θε­ται στὸ σῶ­μα κει­μέ­νων, ἀλ­λὰ νὰ ἑ­στι­ά­σου­με στὴν ὑ­βρι­δι­κό­τη­τα ὡς πα­ρα­βα­τι­κὸ ἐγ­χεί­ρη­μα καὶ φο­ρέ­α πο­λι­τι­σμοῦ ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ει δια­ρκῶς αὐ­ξα­νό­με­νη ση­μα­σί­α σὲ πολ­λα­πλὰ πε­δί­α τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.


Ἡ Dolores Koch (1981) ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὡς πα­ρα­βά­τρια τῶν εἰ­δῶν, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι δὲν ἐ­ναρ­μο­νί­ζε­ται μὲ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἤ­δη γνω­στὰ εἴ­δη, ἀλ­λὰ κά­θε κεί­με­νο ἀ­πὸ μό­νο του μπο­ρεῖ νὰ φέ­ρει ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο μι­κρο­δι­ή­γη­μα.

       Πι­στεύ­ω πὼς εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι ἡ κρι­τι­κὴ θε­ω­ρεῖ πὼς ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «πα­τά­ει» σὲ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη καὶ θέ­τει τὶς βά­σεις της σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὁ­ποῖ­ο θέ­λει νὰ υἱ­ο­θε­τή­σει σὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη χρο­νι­κὴ στιγ­μή. Καὶ ἂν ὁ Lagmanovich εἶ­χε δί­κιο ὅ­ταν ἔ­λε­γε ὅ­τι: «Ὑ­βρι­δι­κὰ εἶ­ναι ὅ­λα τα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη» (2007), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἰ­δι­κὰ εἶ­ναι ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρι­σμέ­νη ὡς εἶ­δος. Εἶ­ναι ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο ποὺ υἱ­ο­θε­τεῖ τὶς πιὸ ποι­κί­λες φόρ­μες: δι­ή­γη­μα, ἀ­φή­γη­ση, ὁ­ρι­σμὸ σὲ λε­ξι­κό, συν­τα­γὴ μα­γει­ρι­κῆς, δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὸ ἄρ­θρο, δο­κί­μιο, ἁ­γι­ο­γρα­φί­α, ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­να­φο­ρά, ποί­η­μα σὲ πρό­ζα, δι­α­φη­μι­στι­κὸ σλόγ­καν, ἀ­νέκ­δο­το, δι­ά­λο­γο, κα­θὼς καὶ τὶς ὑ­περ­βρα­χεῖ­ες ἀρ­χαῖ­ες φόρ­μες ποὺ προ­α­νέ­φε­ρα καὶ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε γρα­πτὴ φόρ­μα μπο­ρεῖ νὰ σκε­φτεῖ κα­νείς. Γε­νι­κὰ μι­λών­τας, αὐ­τὲς οἱ γε­νε­τι­κὲς οἰ­κει­ο­ποι­ή­σεις συμ­βαί­νουν ἔ­χον­τας ὡς ἐκ­κί­νη­ση τὴν εἰ­ρω­νεί­α, τὴν πα­ρω­δί­α, τὴ λο­ξὴ μα­τιὰ καὶ τὸ χι­οῦ­μορ.


Συμ­πε­ρά­σμα­τα;

Κά­πο­τε ἀ­νέ­φε­ρα ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­νό­η­ση πει­ρα­μα­τι­κή, ψυ­χα­γω­γι­κή, δι­α­κει­με­νι­κή, ἐ­κτὸς κα­νό­να, ἐλ­λει­πτι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­παι­τεῖ συμ­με­το­χὴ (2009). Ἰ­σχύ­ει, ἀλ­λὰ ἔ­τσι συμ­βαί­νει μὲ κά­θε κα­λὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­που πάν­τα ὑ­πάρ­χει πει­ρα­μα­τι­σμός, παι­χνί­δι, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα, ἔλ­λει­ψη. Σὲ κά­θε κα­λὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ἐ­νερ­γὸς ἀ­να­γνώ­στης καί, ἐ­ὰν εἶ­ναι ἐ­φι­κτό, ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος. Στὶς κα­λὲς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­φρά­σεις δὲν ὑ­πάρ­χει κα­θα­ρό­τη­τα καὶ τὰ εἴ­δη μπο­ροῦν νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν, νὰ συγ­χω­νευ­θοῦν, νὰ ἀ­να­μει­χθοῦν.

       Ἔ­τσι λοι­πόν, μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀ­να­λύ­σου­με πο­λύ, νὰ στύ­ψου­με τὸ κε­φά­λι μας, νὰ ἀ­πο­δο­μή­σου­με ἐ­σω­τε­ρι­κοὺς μη­χα­νι­σμούς, νὰ ρί­ξου­με μιὰ μα­τιὰ σὲ πα­ρα­κλά­δια, νὰ θε­σπί­σου­με δι­α­φο­ρὲς (μα­κρο­πρό­θε­σμα ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση θὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­κό­μα εἶ­δος, ἐν­δε­χο­μέ­νως μυ­θο­πλα­στι­κό), ἀλ­λὰ ὅ­λα τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ποὺ μᾶς φαί­νον­ται τό­σο συγ­κε­κρι­μέ­να ἴ­σως νὰ μὴν εἶ­ναι: ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι σὰν κά­θε ἄλ­λη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα, ἀλ­λὰ πιὸ σύν­το­μη.


[i] Ὁ ὅ­ρος λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κή του ση­μα­σί­α ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ Λε­ξι­κὸ τῆς Βα­σι­λι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας τῆς Ἱ­σπα­νί­ας: «Κα­θε­μί­α ἀ­πὸ τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες ἢ τά­ξεις στὶς ὁ­ποῖ­ες δύ­ναν­ται νὰ κα­τα­τα­χθοῦν τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα.»
[ii] «Τί ἔ­χει ἕ­να ὄ­νο­μα; / Αὐ­τὸ ποὺ λέ­με ρό­δον, ὅ­πως κι ἂν τὸ πεῖς / τὸ ἴ­διο θὰ μο­σκο­βο­λά­ει», Οὐ­ί­λιαμ Σαίξ­πηρ, Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα, Τρα­γω­δί­α σὲ πέν­τε πρά­ξεις, Εἰ­σα­γω­γὴ καὶ με­τά­φρα­ση, Βα­σί­λη Ρώ­τα, Ἀ­θή­να: Ἴ­κα­ρος, 1970.
Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὲς ­να­φο­ρές
Andrés-Suárez, Irene. «Poligé­nesis del micror­relato y estatuto gené­rico» στὸ La huella de la clepsidra: el micror­relato en el siglo XXI (ἐ­πιμ. Laura Pol­la­stri). Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες, Katatay, 2010.
Brasca, Raúl. «Criterio de selección y concepto de minificción: un der­ro­­tero de seis años y cuatro antologías» στὸ Escritos discon­formes: nuevos modelos de lectura (ἐ­πιμ. Francisca Noguerol). Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Uni­versidad, 2004, σελ. 107-119.
Bustamante Zamudio, Guillermo. «Ekuóreo: nuestra entrada al mini­cu­ento» στὸ La huella de la clepsidra: el microrrelato en el siglo XXI (ἐ­πιμ. Laura Pol­lastri). Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες, Katatay, 2010, σελ. 527-542.
Colombo, Stella Maris. «Giovanni Papini: un antecedente despre­stigiado» στὸ La minificción en español e inglés (ἀν­θο­λό­γη­ση Graciela Tomas­sini καὶ Stella Maris Colombo). Ρο­σά­ριο, UNR Editora/UCEL, 2011, σελ. 63-80.
Dávila, Paul. «Explorando el koan, la prosa antigua del zen y su aporte a la mini­ficción actual», στὸ La minificción en el siglo XXI. Aproximaxiones teóricas (ἐ­πιμ. Henry González Martínez). Μπογ­κο­τά, Universidad Nacional de Colombia, 2014, σελ. 270-285.
Epple, Juan Armando. Brevísima relación: antología del micro-cuento hispa­noa­mericano. Σαν­τιά­γο, Mosquito, 1990.
__. «Orígenes de la minificción» στὸ La era de la brevedad: el microrrelato hispánico. Actas del IV Congreso Inter­nacional de Minificción, Univer­sidad de Neu­châ­tel, 6-8 de noviembre de 2006 (ἐ­πιμ. Irene Andrés-Suárez καὶ Antonio Rivas). Πα­λέν­θια, Menoscuarto, 2006, σελ. 123-136.
Escritos disconformes: nuevos modelos de lectura. Ἐκδ. Francisca Noguerol. Σα­λα­μάν­κα, Edi­ci­ones de la Univer­sidad de Salamanca, 2004.
Ficción súbita (ἐ­πιμ. Robert Shapard καὶ James Thomas). Βαρ­κε­λώ­νη, Ana­­grama, 1989.
__. «Género». Diccionario de la Real Aca­de­mia de la Lengua Española. 23η ἔκ­δο­ση. 2014.
Gomes, Miguel. «Los dominios de lo menor: modula­ciones epigra­má­ticas de la narrativa hispánica moderna» στὸ Escritos disconformes: nuevos mo­delos de lectura (ἐ­πιμ. Francisca Noguerol). Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Uni­ver­si­dad de Salamanca, 2004, σελ. 35-45.
Koch, Dolores. «El micro-relato en México: Torri, Arreola, Monterroso y Avilés Fabila». Hispa­mérica, τεῦ­χος 30, 1981, σελ. 123-130.
__. «El microrrelato hispanoamericano ¿Nuevo género?». Hostos Review, τεῦ­χος 6, 2009, σελ. 103-112.
Lagmanovich, David. El microrrelato hispa­noameri­cano. Μπο­γο­τά, Uni­ver­sidad Peda­gógica Nacional, 2007.
__. El microrrelato: teoría e historia. Πα­λέν­θια, Menoscuarto, 2006.
Noguerol, Francisca. «Líneas de fuga: el triunfo de los dietarios en la última nar­rativa en español». Ínsula: Revista de Letras y Ciencias Humanas, τεῦ­χος 754, 2009, σελ. 22-26.
__. «Fronteras umbrías» στὸ Escritos discon­formes: nuevos modelos de le­ctu­ra (ἐ­πιμ. Francisca Noguerol). Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Universidad, 2004.
__. «Micro-relato y posmo­derni­dad: textos nuevos para un final de milenio». Revista Iberoamericana de Bibliografía, XLVI.1-4, 1996, σελ. 49-66.
Otxoa, Julia. «Breve entrevista a Julia Otxoa». Internacional Micro­cuen­tista, 16 Σε­πτεμ­βρί­ου 2010.
Oviedo y Baños, José. Historia de la Provin­cia de Vene­zuela. Κα­ρά­κας, Los libros de El Nacional, 2004.
Perucho, Javier. El cuento jíbaro: antología del micror­relato mexicano. Με­ξι­κό, Ficticia/ Editorial Univer­sidad Veracruzana, 2006.
Pollastri, Laura. El límite de la palabra. Πα­λέν­θια: Menoscuarto, 2007.
Raguseo, Carla. «Twitter Fiction: Social Net­working and Micro­fiction in 140 Characters» στὸ La mini­ficción en español e inglés (ἀν­θο­­λό­γη­ση Graciela Tomas­sini καὶ Stella Maris Colombo). Ρο­σά­ριο, UNR Editora/UCEL, 2011, σελ. 213-220.
Rodríguez Romero, Nana. Elementos para una teoría del mini­cuento. Τούν­χα, Uni­versidad Pedagógica y Tecnológica de Colombia, 2007.
Rojo, Violeta. Breve manual (ampliado) para reconocer minicuentos. Κα­ρά­κας, Equinoc­cio, 2009.
__. «La tradición de lo novísimo: libros de sentido común, libros de almo­hada, cajones de sastre y blogs de minificción» στὸ Minificción: tradición de lo noví­simo (ἐ­πιμ. Brasca, et al.). Κιν­τί­ο, Cuadernos Negros, 2010, σελ. 48-53.
Samperio, Guillermo. «La ficción breve» στὸ Escritos disconformes: nuevos modelos de lectura. Ἐκδ. Francisca Noguerol. Σα­λα­μάν­κα, Ediciones de la Universidad de Salamanca, 2004, σελ. 65-70.
Siles, Guillermo. El micror­relato hispa­noa­mericano: la formación de un género en el siglo XX. Μπου­έ­νος Ά­ι­ρες, Corregidor, 2007.
Taha, Ibrahim. «La semiótica de las ficciones minimalistas» στὸ Poéticas del micror­relato (Ἀν­θο­λό­γη­ση David Roas). Μα­δρί­τη, Arco, 2010, σελ. 255-272.
Tomassini, Graciela. «Ambrose Bierce, el Diablo y el microrrelato hispa­noame­ricano» στὸ La pluma y el bisturí, πρα­κτι­κὰ τῆς 1ης Ἐ­θνι­κῆς Συ­νάν­τη­σης Να­νο­μυ­θο­πλα­σί­ας (ἐ­πιμ. Sandra Bianchi, Raúl Brasca και Luisa Valen­zuela). Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες, Catálogos, 2008, σελ. 353-364.
__. «Escrituras privadas: un hilo secreto en la trama de la minificción» στὸ La mini­ficción en español e inglés (ἀν­θο­λό­γη­ση Graciela Tomas­sini καὶ Stella Maris Colombo). Ρο­σά­ριο, UNR Editora/UCEL, 2011, σελ. 241-255.
__ καὶ Stella Maris Colombo. «La mini­ficción como clase textual trans­gené­rica». Revista Iberoamericana de Bibliografía, XLVI.1-4, 1996, σελ. 79-93.
__ καὶ Stella Maris Colombo. «La microficción como máquina de pensar». El cuento en red, 28, 2013, σελ. 30-42.
Trabado Cabado, José Manuel. «El microrrelato como género fronte­rizo» στὸ Poéticas del microrrelato (ἀν­θο­λό­γη­ση David Roas). Μα­δρί­τη, Arco, 2010, σελ. 113-131.
Zambrano Yánez, Francys. «Interrelaciones entre las plataformas sociales y las formas literarias: Twitter y la minificción». Δι­α­τρι­βή, Κα­θο­λι­κὸ Πα­­νε­πι­στή­μιο Andrés Bello, Κα­ρά­κας, 2013.
Zavala, Lauro. «El cuento ultracorto: hacia un nuevo canon literario». Revi­sta Iberoa­mericana de Bibliografía XLVI. 1-4, 1996, σελ. 67-78.
__. La minificción bajo el microscopio. Μπογ­κο­τά, Universidad Peda­gó­gica Nacional, 2004.


Πη­γή: Rojo, Violeta, «La minificcion ya no es lo que era: una aproxi­macion a la literatura brevisima», Cuadernos de Literatura, τόμ. 20, τεῦ­χος 39, 2016, σελ. 374-386.

Βι­ο­λέ­τα Ρό­χο (Violeta Rojo) (Κα­ρά­κας τῆς Βε­νε­ζου­έ­λας, 1959). Κα­θη­γή­τρια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Simón Bolívar τῆς Βε­νε­ζου­έ­λας. Συ­νερ­γά­ζε­ται, ὡς προ­σκε­κλη­μέ­νη κα­θη­γή­τρια μὲ τὰ πα­νε­πι­στή­μια: Uni­versi­dad del Coma­hue (Ἀρ­γεν­τι­νή), Universidad de los Andes (Ἀρ­γεν­τι­νή) καὶ Uni­versi­dad Central de Vene­zuela (Βε­νε­ζου­έ­λα). Ἔ­χει συγ­γρά­ψει τὰ βι­βλί­α: Las he­ri­das de la li­te­ra­tura vene­zo­lana y otros ensa­yos (2018), La le­ctura de mini­ficción (2016) και Li­be­rán­do­se de la tira­nía de los géne­ros y otros ensa­yos sobre mini­ficción (2015). Θε­ω­ρεί­ται α­πό τις με­γα­λύ­τε­ρες ει­δι­κούς παγ­κο­σμί­ως σε θέ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

Συ­νερ­γα­τι­κὴ με­τά­φρα­ση:

Χρι­στί­να Μπα­τσί­λα, Χρύ­σα Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ναυ­σι­κᾶ Πέτ­κου [Δι­α­τμη­μα­τι­κὸ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση-Δι­ερ­μη­νεί­α», ΑΠΘ]

Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖνος Πα­λαι­ο­λό­γος, Κα­θη­γη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νης Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας, ΑΠΘ καὶ δι­δά­σκων στὸ Δι­α­τμη­μα­τι­κὸ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση-Δι­ερ­μη­νεία», ΑΠΘ.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#11: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo (11-01-2020)

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga): Ὁ Δεκάλογος τοῦ τέλειου διηγηματογράφου



Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga)


Ὁ Δεκάλογος τοῦ τέλειου διηγηματογράφου


1. Πί­στε­ψε σὲ ἕ­ναν δά­σκα­λο —Πό­ε, Μω­πασ­σάν, Κί­πλινγκ, Τσέ­χωφ— ὅ­πως στὸν ἴ­διο το Θε­ό.

2. Πί­στε­ψε ὅ­τι ἡ τέ­χνη σου εἶ­ναι μί­α ἀ­πρό­σι­τη κο­ρυ­φή. Μὴν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι νὰ τὴν κα­τα­κτή­σεις. Ὅ­ταν θὰ μπο­ρεῖς νὰ τὸ κά­νεις, θὰ τὸ κα­τα­φέ­ρεις χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις ἐ­σὺ ὁ ἴ­διος.

3. Νὰ ἀν­τι­στέ­κε­σαι ὅ­σο μπο­ρεῖς στὴν μί­μη­ση, ἀλ­λὰ νὰ μι­μεῖ­σαι ὅ­ταν ἡ ἐ­πιρ­ρο­ὴ εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἰ­σχυ­ρή. Ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας εἶ­ναι, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, μί­α μα­κρὰ δι­α­δι­κα­σί­α ὑ­πο­μο­νῆς.

4. Ἔ­χε τυ­φλὴ πί­στη ὄ­χι στὴν ἱ­κα­νό­τη­τά σου γιὰ θρί­αμ­βο, ἀλ­λὰ στὴ θέρ­μη μὲ τὴν ὁ­ποί­α τὸ ἐ­πι­θυ­μεῖς. Ἀ­γά­πα τὴν τέ­χνη σου ὅ­πως τὴν γυ­ναί­κα σου, δί­νον­τάς της ὅ­λη σου τὴν καρ­διά.

5. Μὴν ξε­κι­νᾶς νὰ γρά­φεις ἐ­ὰν δὲν ξέ­ρεις ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη λέ­ξη πρὸς τὰ ποῦ θὰ πᾶς. Σὲ ἕ­να κα­λῶς κα­μω­μέ­νο δι­ή­γη­μα, οἱ τρεῖς πρῶ­τες γραμ­μὲς ἔ­χουν τὴν ἴ­δια σχε­δὸν ση­μα­σί­α μὲ τὶς τρεῖς τε­λευ­ταῖ­ες.

6. Ἐ­ὰν θέ­λεις νὰ ἐκ­φρά­σεις μὲ ἀ­κρί­βεια αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση: «Ἀ­πὸ τὸ πο­τά­μι φυ­σοῦ­σε κρύ­ος ἄ­νε­μος», δὲν ὑ­πάρ­χουν σὲ ἀν­θρώ­πι­νη γλώσ­σα λέ­ξεις πιὸ στο­χευ­μέ­νες ἀ­π’ αὐ­τὲς γιὰ νὰ τὸ ἐκ­φρά­σεις. Μό­λις γί­νεις κύ­ριος τῶν λέ­ξε­ών σου, μὴν ἀ­νη­συ­χή­σεις γιὰ τὸ ἂν εἶ­ναι με­τα­ξύ τους ὁ­μοι­ο­κα­τά­λη­κτες ἢ ὄ­χι.

7. Μὴν χρη­σι­μο­ποι­εῖς ἐ­πί­θε­τα χω­ρὶς λό­γο. Ἄ­χρη­στες θὰ εἶ­ναι ὅ­σες οὐ­ρὲς ἀ­πὸ χρώ­μα­τα κι ἂν βά­λεις σ’ ἕ­να οὐ­σι­α­στι­κὸ ποὺ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­μο. Ἐ­ὰν ἀ­να­κα­λύ­ψεις τὸ οὐ­σι­α­στι­κὸ ποὺ εἶ­ναι ἀ­κρι­βές, μό­νο αὐ­τὸ θὰ ἔ­χει τὴ σω­στὴ ἀ­πό­χρω­ση. Πρέ­πει ὅ­μως νὰ τὸ ἀ­να­κα­λύ­ψεις.

8. Πά­ρε τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες σου ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ πή­γαι­νέ τους μέ­χρι τὸ τέ­λος, χω­ρὶς νὰ βλέ­πεις τί­πο­τα ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ποὺ τοὺς χά­ρα­ξες. Μὴν ἀ­πο­σπᾶ­σαι βλέ­πον­τας ἐ­σὺ αὐ­τὸ ποὺ ἐ­κεῖ­νοι μπο­ροῦν νὰ δοῦν μό­νοι τους ἢ ἐ­κεῖ­νο ποὺ δὲν τοὺς ἐν­δι­α­φέ­ρει νὰ δοῦν. Μὴν κά­νεις κα­τά­χρη­ση τοῦ ἀ­να­γνώ­στη. Τὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα κα­θαρ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ πε­ριτ­τό. Αὐ­τὸ κρά­τα το ὡς μί­α ἀ­πό­λυ­τη ἀ­λή­θεια, ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν εἶ­ναι.

9. Μὴν γρά­φεις ὑ­πὸ τὸ κρά­τος τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος. Ἄ­σ’ το νὰ πε­θά­νει καὶ ἀ­να­κά­λε­σέ το με­τά. Ἐ­ὰν τό­τε εἶ­σαι ἱ­κα­νὸς νὰ τὸ ξα­να­ζή­σεις ὅ­πως ἦ­ταν, ἔ­χεις φτά­σει στὴν τέ­χνη στὰ μι­σά της δι­α­δρο­μῆς.

10. Μὴν σκέ­φτε­σαι τοὺς φί­λους σου ὅ­ταν γρά­φεις, οὔ­τε τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ θὰ κά­νει ἡ ἱ­στο­ρί­α σου. Δι­η­γή­σου σὰν ἡ ἱ­στο­ρί­α σου νὰ εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρον μό­νο γιὰ τὸν μι­κρὸ κό­σμο τῶν χα­ρα­κτή­ρων σου, στὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ ἀ­νῆ­κες κι ἐ­σύ. Δὲν ἀ­πο­κτᾶ­ται μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο ἡ ζω­ὴ τοῦ δι­η­γή­μα­τος.


Παράλληλο κείμενο: βλ. Φαμπιὰν Βίκε (Fabián Vique): Δεκάλογος τοῦ τέλειου μι­κρο­δι­η­γη­μα­τάκια

 



Πη­γή:

http://docenti.unimc.it/amanda.salvioni/teaching/2016/16707/files/horacio-quiroga_decalogo-del-perfecto-cuentista

Ὁ Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Silvestre Quiroga Forteza) (Σάλ­το, Οὐ­ρου­γουά­η 1878-Μπου­έ­νος Ἄ­ϊ­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1937) θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους ἱ­σπα­νό­φω­νους ἀ­φη­γη­τὲς καὶ ὁ δά­σκα­λος τοῦ δι­η­γή­μα­τος κα­θὼς συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 200. Κι­νεῖ­ται μέ­σα στὸ ρεῦ­μα τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ μὲ κύ­ρια θέ­μα­τα τὴ μο­να­ξιά, τὴ θλί­ψη, τὴ με­λαγ­χο­λί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ Πό­ε, τοῦ Μπων­τλαὶρ καὶ τοῦ Κί­πλινγκ,ὁ Κι­ρό­γα ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ τὴν πλού­σια ἐμ­πει­ρί­α του, τὶς προ­σω­πι­κές του ἐν­τυ­πώ­σεις καὶ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις ποὺ ἔ­κα­νε κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τῆς μα­κρᾶς πα­ρα­μο­νῆς του στὶς ζοῦγ­κλες τοῦ Τσά­κο καὶ τοῦ Μι­σι­ό­νες, γιὰ νὰ γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα ὅ­που ἡ ζούγ­κλα, τὰ πο­τά­μια, τὰ με­γά­λα καὶ μι­κρὰ ζῶ­α τοῦ δά­σους, τὰ ἴ­δια τὰ δέν­τρα ἀ­πο­κτοῦν ἔν­το­νη ζω­ὴ καὶ δρά­ση. Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο δη­μο­σι­εύ­ον­ται τὸ 1917 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀ­γά­πης, τῆς τρέ­λας καὶ τοῦ θα­νά­του, τὸ 1918 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ζούγ­κλας καὶ τὸ 1921 τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ Ἀ­να­κόν­τα τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται τὸ κο­ρυ­φαῖ­ο ἔρ­γο του λό­γῳ τῆς εὐ­αι­σθη­σί­ας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὴ ζω­ὴ στὴ ζούγ­κλα. Ἡ ζω­ή του σὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­παι­τη­τι­κὸ φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον ση­μα­δεύ­τη­κε καὶ ἀ­πὸ τρα­γι­κὰ γε­γο­νό­τα τὰ ὁ­ποῖ­α τὸν ἐ­πη­ρέ­α­σαν βα­θιὰ καὶ ἔ­κα­ναν τὸ θά­να­το βα­σι­κὸ συ­νο­δοι­πό­ρο τῆς συγ­γρα­φι­κῆς καὶ προ­σω­πι­κῆς του δι­α­δρο­μῆς: ἔ­χα­σε τὸν πα­τέ­ρα του ἀ­πὸ ἀ­τύ­χη­μα ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς ἐ­νῶ ἦ­ταν αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας τοῦ πα­τριοῦ του καὶ τῆς πρώ­της του συ­ζύ­γου. Ὁ ἴ­διος, τέ­λος, αὐ­το­κτό­νη­σε ὅ­ταν δι­α­γνώ­στη­κε μὲ καρ­κί­νο. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Γιός» («El hijo») ἀ­πο­δί­δει μὲ κο­ρυ­φού­με­νη ἔν­τα­ση τὴν ὀ­δύ­νη τοῦ φό­βου τῆς ἀ­πώ­λειας τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μπρο­στὰ στὸ ἀ­πρό­βλε­πτο πε­ρι­βάλ­λον τῆς ζούγ­κλας ποὺ δὲν συγ­χω­ρεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ λά­θος. (Βλ. καὶ τὸ πεζό του «Ὁ γιός» στὸ ἱστολόγιό μας.)

Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὲς πη­γές:

– Bellini Giuseppe, Nueva Hi­sto­ria de la lite­ratu­ra hi­spa­no­ame­rica­na, Ma­drid: Ca­sta­lia E­di­ci­o­nes, 1997

https://www.escritores.org/biografias/247-horacio-quiroga

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τισμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρᾶ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ι­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#11]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: dulci jubilo[1]


ΜΙΚΡΟΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Emi­ly Ra­bo­teau, ποὺ δια­κρί­θη­κε στὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν IV διε­θνῆ δια­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Mu­se­um of Words – Ce­sar Edi­go Ser­rano Foun­dation τὸ 2015, εἶ­χε τί­τλο Στρεί­δια[2] καὶ ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς:

       Στα­μα­τῶ συ­χνὰ κα­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μου στὸ σπί­τι, με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς συ­ναν­τή­σεις στὸ κέν­τρο, στὸ Ὄ­ϊ­στερ μπὰρ στὸ Γκρὰντ Σέν­τραλ Στέ­ι­σιον γιὰ ἕ­να πιά­το μὲ ἕ­ξι Blue Points[3] στὸν πά­γο. Ἐ­χθὲς μιὰ νε­α­ρὴ μη­τέ­ρα κά­θι­σε δί­πλα μου στὸν πάγ­κο, τρώ­γον­τας σὲ ἕ­να μπὸλ βε­λου­τὲ σού­πα μὲ ὀ­στρα­κο­ει­δῆ μὲ τὸ μω­ρό της στὴν ἀγ­κα­λιά της. Χα­μο­γέ­λα­σα στὸ μω­ρό, τὸ ὁ­ποῖ­ο πέ­τα­ξε ἕ­να κου­τά­λι στὸ πά­τω­μα. Ἡ νε­α­ρὴ ἦ­ταν ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη. «Πε­ρι­μέ­νω μὲ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ μπο­ρῶ νὰ τρώ­ω μό­νη μου μὲ ἕ­να βι­βλί­ο», εἶ­πε. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ κοί­τα­ζα πρὸς τὰ πί­σω. Τὸ μω­ρὸ ποὺ ἔ­χα­σα, μι­κρὸ σὰν στρεί­δι, θὰ ἦ­ταν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν κο­ρί­τσι ἂν εἶ­χε ζή­σει.


Tὸ 2004, δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὸ Quar­ter­ly West ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α —ση­μεῖο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ εἴ­δους— μὲ τί­τλο «Ρεύ­μα­τα» («Currents») τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Han­nah Bot­to­my Vos­kuil. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ξε­κι­νά­ει ἕ­να βρά­δυ μὲ τὸν Gary νὰ πί­νει οὐ­ί­σκι στὸ σκο­τει­νὸ μπαλ­κό­νι τοῦ σπι­τιοῦ του μὲ θέ­α τὸν ὠ­κε­α­νό. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε κλεί­σει ἀ­φη­ρη­μέ­νη τὰ φῶ­τα, κα­θὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἠ­ρε­μή­σει τὶς δί­δυ­μες δω­δε­κά­χρο­νες ἐγ­γο­νές της. Θέ­λω καὶ οἱ δυ­ό σας νὰ πᾶ­τε γιὰ κο­λύμ­πι αὔ­ριο πρω­ῒ-πρω­ΐ. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἔ­χω δύ­ο φώ­κι­ες σὰν κι ἐ­σᾶς νὰ φο­βοῦν­ται τὸ νε­ρό, τοὺς ἔ­λε­γε ἐν­θαρ­ρυν­τι­κά. Νω­ρί­τε­ρα ἡ μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐγ­γο­νές της κρα­τοῦ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ή της τὸ χέ­ρι ἑ­νὸς συ­νο­μί­λη­κού της Φι­λιπ­πι­νέ­ζου, κα­θὼς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τοὺς ἀν­θρώ­πους τῶν πρώ­των βο­η­θει­ῶν νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸν νε­κρὸ ἀ­δελ­φό του μὲ τὸ φο­ρεῖ­ο ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἡ ἀ­δερ­φὴ τοῦ κο­ρι­τσιοῦ ἄ­δεια­ζε τὸ στο­μά­χι της πά­νω ἀ­πὸ μιὰ λε­κά­νη του­α­λέ­τας. Ἕ­ως τό­τε πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ χέ­ρι τοῦ νε­κροῦ ἀ­γο­ριοῦ νὰ πα­ρα­δέρ­νει ἄ­ψυ­χο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ φο­ρεῖ­ο ὥ­σπου νὰ τὸ με­τα­φέ­ρουν τρέ­χον­τας ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Νω­ρί­τε­ρα ὁ Gary εἶ­χε δι­α­κρί­νει ἕ­να κε­φά­λι ἀ­νά­με­σα στὰ κύ­μα­τα, ἀλ­λά, λό­γῳ τῆς ξαφ­νι­κῆς θα­λασ­σο­τα­ρα­χῆς καὶ ἀ­να­στά­τω­σης, κα­θὼς ὅ­λοι κο­λυμ­ποῦ­σαν πα­νι­κό­βλη­τοι πρὸς τὰ ἔ­ξω, τὸ εἶ­χε πε­ρά­σει γιὰ μιὰ συ­στά­δα φύ­κια. Ὁ ναυ­α­γο­σώ­στης εἶ­χε μό­λις ση­μά­νει συ­να­γερ­μὸ γιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να πα­λιρ­ροια­κὰ ρεύ­μα­τα ποὺ πλη­σί­α­ζαν στὴν πα­ρα­λί­α. Μό­λις πρίν, ὅ­μως, τοὺς εἶ­χε κα­λέ­σει ὅ­λους ἀ­πὸ τὸ με­γά­φω­νο νὰ σχη­μα­τί­σουν μιὰ ἀν­θρώ­πι­νη ἁ­λυ­σί­δα ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτὴ ἕ­ως τὰ ἀ­βα­θῆ, ἀ­νά­με­σά τους ὁ Gary καὶ οἱ δί­δυ­μες κό­ρες του, προ­κει­μέ­νου νὰ σώ­σουν ἕ­να ἀ­γό­ρι ποὺ πνι­γό­ταν, σύμ­φω­να μὲ τὸν ἀ­δερ­φό του. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος εἶ­χε τρέ­ξει νὰ εἰ­δο­ποι­ή­σει τὸν ναυ­α­γο­σώ­στη δεί­χνον­τάς του ξέ­πνο­ός τα κύ­μα­τα, λέ­γον­τας μό­νο ὁ ἀ­δερ­φός μου. Πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἦ­ταν μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη, κα­λο­και­ρι­νὴ μέ­ρα.


Τὸ 2010 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ ἱ­στο­ρί­ες ἕ­ως 25 λέ­ξεις Hint Fi­ction: an an­tho­lo­gy of Sto­ri­es in 25 Words or Fe­wer (ἐπ. Robert Swart­wood), στὴν ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χε καὶ ἡ Joy­ce Ca­rol Oa­tes. Ἡ ἱ­στο­ρί­α της εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἑ­ξῆς: Ὁ πρῶ­τος χρό­νος τῆς χή­ρας, Μὲ κρά­τη­σα ζων­τα­νή (Widows First Year, I kept myself alive). Σὲ αὐ­τὴ συμ­πυ­κνώ­νει μὲ ἀ­κρί­βεια τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ βι­ώ­νου­με με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια ἀ­γα­πη­μέ­νων προ­σώ­πων. Ὁ Geor­ges Bra­que[4] εἶ­χε πεῖ ὅ­τι Ἡ ἐ­πι­βί­ω­ση δὲν κα­ταρ­γεῖ τὴν ἀ­νά­μνη­ση καὶ ὁ Γιῶρ­γος Πρε­βε­δου­ρά­κης[5] στὸ ποί­η­μά του «Ὧ­ρες-ὧ­ρες», ὅ­τι: Ἂν δὲ σοῦ ἔ­μοια­ζε ἀ­σή­κω­τη ἡ ζω­ὴ δὲν θά ’χες δύ­να­μη οὔ­τε σε­λί­δα νὰ γυ­ρί­σεις. Ἡ Oates τὸ 2008 ἔ­χα­σε τὸν ἄν­τρα της Raymond Smith με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια κοι­νοῦ βί­ου. Τὸ 2011 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο της A wi­dow’s sto­ry (Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χή­ρας) στὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­γρά­φει τὴν ἐμ­πει­ρί­α της μέ­σα ἀ­πὸ γε­γο­νό­τα, ἀ­να­μνή­σεις, σκέ­ψεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα ἀ­πὸ τὴ συμ­βί­ω­σή τους καὶ τὴν ἀ­πώ­λεια.

       Ὁ J. Derrida στὸ βι­βλί­ο τοῦ Of Grammatology (1967) ὁ­ρί­ζει τὴ γρα­φὴ ὡς κά­τι ποὺ φέ­ρει μέ­σα του τὸ ἴ­χνος μιᾶς αἰ­ώ­νιας με­τα­βο­λῆς: τὴ δο­μὴ τῆς ψυ­χῆς, τὴ δο­μὴ τοῦ ση­μεί­ου. Ὁ Θα­νά­σης Βαλ­τι­νὸς ὁ­λο­κλη­ρώ­νει τὸ ἀ­φή­γη­μά του Μπλὲ βα­θύ, σχε­δὸν μαῦ­ρο γρά­φον­τας: Ἀλ­λὰ ἡ μνή­μη δὲν πα­ρα­με­ρί­ζε­ται. Ἡ μνή­μη εἶ­ναι.

       Σὲ αὐ­τὸ τὸ πνεῦ­μα κι­νεῖ­ται καὶ ἡ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ συλ­λο­γὴ 51 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο Fin­ding a way (Ad hoc, 2019) τῆς Βρε­τα­νί­δας ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους Dia­ne Sim­mons, στὴν ὁ­ποί­α ἡ ζω­ὴ λάμ­πει διὰ τῆς ἀ­που­σί­ας της με­τὰ τὴν ξαφ­νι­κὴ ἀ­πώ­λεια τῆς κό­ρης της Laura τὸ 2015. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τῆς θλί­ψης μὲ ρε­α­λι­σμὸ καὶ γεν­ναι­ό­τη­τα μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς μη­τέ­ρας, τοῦ πα­τέ­ρα, τοῦ ἀ­δελ­φοῦ καὶ τοῦ συ­ζύ­γου τῆς νε­α­ρῆς.


Τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2019 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Θυ­μή­σου»[6] («Remember») τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ Dan Schwartz, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι χρει­ά­στη­κε πε­ρί­που εἴ­κο­σι χρό­νια γιὰ νὰ τὴν ὁ­λο­κλη­ρώ­σει. Ὁ ἀ­νώ­νυ­μος ἥ­ρω­ας γλύ­τω­σε στὰ ἑ­πτά του ἀ­πὸ μιὰ πει­να­σμέ­νη τί­γρη ποὺ τὸ εἶ­χε σκά­σει γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο. Ἀ­πὸ τό­τε εἶ­χε ἐκ­φρά­σει τὴν ἀ­δι­α­νό­η­τη ἐ­πι­θυ­μί­α του νὰ ζή­σει στὸ νε­ρό. Χρει­ά­στη­καν πολ­λὰ χρό­νια ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νων σπου­δῶν, ἀλ­λὰ καὶ τύ­χη, ὥ­σπου δή­λω­σε ἐ­θε­λον­τὴς στὸ πα­ρά­τολ­μο πεί­ρα­μα ἑ­νὸς ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ προ­γράμ­μα­τος ποὺ θὰ ἐ­ξέ­τα­ζε τὶς πι­θα­νό­τη­τες δι­α­βί­ω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που στὰ βά­θη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Ὁ ἥ­ρω­ας πα­ρέ­μει­νε γιὰ πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πο­κομ­μέ­νος ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴν ὑ­πο­βρύ­χια ζω­ή του, ἀ­νά­με­σά σε ὄ­μορ­φα σι­ω­πη­λὰ πλά­σμα­τα, καλ­λι­ερ­γών­τας τὸν κῆ­πο του, παί­ζον­τας βι­ο­λὶ καὶ κα­τα­γρά­φον­τας τὶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κές του πα­ρα­τη­ρή­σεις γιὰ ὑ­δα­το­καλ­λι­έρ­γει­ες. Ἔ­νι­ω­θα ὡ­ραί­α ποὺ μὲ εἶ­χαν ξε­χά­σει. Τὰ ζῶ­α ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρα στὴ φύ­ση τους καὶ δὲ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν.

       Μιὰ μέ­ρα ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας δύ­της ἀ­πὸ τὸ πρό­γραμ­μα, δι­ά­βα­σα γιὰ σέ­να σὲ κά­τι ξε­χα­σμέ­νες ση­μει­ώ­σεις καὶ ἤ­θε­λα νὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ κά­ποι­ο λά­θος, τοῦ εἶ­πε. Ἔ­λεγ­ξε τὴν πό­λη ποὺ εἶ­χε κα­τα­σκευά­σει ὁ ἥ­ρω­ας κι ἔ­φυ­γε γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴν ἐ­πι­φά­νεια, ὅ­μως χά­θη­κε. Στὴν ἐ­πι­φά­νεια ση­μαί­νει ἀ­κό­μα πολ­λὰ ὅ­ταν κά­ποι­ος ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, κι ἔ­τσι ἀ­κο­λού­θη­σε νέ­α ὁ­μά­δα γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σει τὸν ἀ­γνο­ού­με­νο δύ­τη, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­ταν ἔ­φτα­σε σὲ μέ­να μοῦ ἔ­δω­σε νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­τι τὸ πεί­ρα­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τὴν πό­λη μου. Ἂν ὑ­πῆρ­χαν φῶ­τα θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὰ σβή­σω.

       Ἡ γῆ δὲν ἦ­ταν πιὰ ἡ ἴ­δια γιὰ τὸν ἥ­ρω­α. Τὸν δυ­σκό­λευ­ε ἡ ἀ­ε­ρό­βια ἀ­να­πνο­ή, τὸ βά­δι­σμα, οἱ ἐγ­χρή­μα­τες συ­ναλ­λα­γές, ἡ λε­κτι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, τὸ νὰ εἶ­ναι ἕ­νας συ­νη­θι­σμέ­νος ἄν­θρω­πος. Κα­νεὶς δὲ μὲ θυ­μᾶ­ται, ἑ­πο­μέ­νως κα­νεὶς δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ θυ­μη­θῶ. Ὁ δύ­της ἀ­γνο­εῖ­ται ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ὁ ἥ­ρω­ας τὸν φαν­τά­ζε­ται νὰ κρύ­βε­ται στὸ βυ­θὸ γιὰ νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση του. Κα­θέ­νας βρί­σκει ὅ,τι ἀ­φή­νει ὁ ἄλ­λος πί­σω του: ἕ­ναν ἄ­δει­ο κῆ­πο, ἕ­να ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο βι­ο­λί, ἕ­να μελ­λον­τι­κὸ ἐ­ρεί­πιο.


Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2020 ἐγ­και­νι­ά­ζε­ται τὸ Bas­sins de Lu­miè­res στὸ Bordeaux, ἕ­να ἀ­κό­μα μου­σεῖ­ο ψη­φια­κῆς, δι­α­δρα­στι­κῆς τέ­χνης μὲ ἐκ­θέ­σεις-πα­ρα­γω­γὲς ἐμ­βύ­θι­σης (immersive exhibitions) σὲ μὴ στα­τι­κά, κα­λει­δο­σκο­πι­κὰ εἰ­κα­στι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τῆς προ­ηγ­μέ­νης τε­χνο­λο­γί­ας. Ἀ­νά­λο­γη μό­νι­μη μου­σεια­κὴ στέ­γη ὑ­πάρ­χει ἀ­πὸ τὸ 2018 καὶ στὸ Mori­Buil­ding Di­gi­tal Art Mu­seum στὸ Τό­κυ­ο, ὅ­που πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ ὁ­μά­δα team­Lab Bor­der­less. Ἐ­κεῖ ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖ καὶ νὰ χα­θεῖ μέ­σα σὲ συ­ναρ­πα­στι­κοὺς κα­ταρ­ρά­κτες, ὠ­κε­α­νούς, δά­ση, κ.ἄ. Ἡ Χρι­στί­να Δη­μα­κο­πού­λου στὸ ἄρθρο της ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: Ἄλ­λω­στε, ἡ ἴ­δια ἡ ὀ­νο­μα­σί­α τῆς ὁ­μά­δας (teamLab Borderless) εἶ­ναι ἐ­δῶ ἀ­πο­λύ­τως δη­λω­τι­κὴ ἑ­νὸς καλ­λι­τε­χνι­κοῦ προ­γράμ­μα­τος ποὺ μοιά­ζει μέ­σῳ τῆς ἄρ­σης τῶν ὁ­ρί­ων νὰ ὑ­πό­σχε­ται στὸν θε­α­τὴ ἕ­να ψη­φια­κὰ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γη­μέ­νο ὠ­κε­ά­νει­ο αἴ­σθη­μα σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα τὴ χα­μέ­νη προ­νο­μια­κή του ἐ­πο­πτεία.


Ἡ νου­βέ­λα Σφι­χτές ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (Ἄ­γρα, 2011) τῆς Ἕλε­νας Πέγκα ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ 36 μι­κρές, αὐ­τό­νο­μες ἱ­στο­ρί­ες. Στὰ «Κε­φά­λια» ἕ­να κα­λο­καί­ρι στὴν ὑ­πό­γεια ἀ­πο­θή­κη ἑ­νὸς σπι­τιοῦ στὴν Κά­λυ­μνο βλέ­που­με δύ­ο παι­δι­κὰ κε­φά­λια νὰ ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­νά­με­σα σὲ μιὰ θά­λασ­σα ἀ­πὸ φου­σκω­τὰ σφουγ­γά­ρια. Τὰ παι­διὰ —ἕ­να κο­ρί­τσι κι ἕ­να ἀ­γό­ρι— φι­λι­οῦν­ται καὶ χα­ϊ­δεύ­ουν τὸ ἕ­να τὸ κε­φά­λι τοῦ ἄλ­λου. Ὁ ἀ­φη­γη­τής, τὸ τό­τε δε­κά­χρο­νο ἀ­γό­ρι ποὺ ἔ­χει πιὰ με­γα­λώ­σει, θυ­μᾶ­ται τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ εἶ­χαν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή: δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε ἄλ­λο πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τό, κα­μί­α σω­μα­τι­κὴ μνή­μη. Τὰ σώ­μα­τά τους ἦ­ταν χω­μέ­να μέ­σα στὰ σφουγ­γά­ρια, δὲν τὰ ἔ­νι­ω­θαν, σὰ νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χαν. Αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­βάλ­λει τὸν στί­χο τοῦ Χρι­στι­α­νό­που­λου ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Μι­κρά ποι­ήμα­τα: Τὸ φι­λὶ ἑ­νώ­νει πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὸ κορ­μί.


Ἡ Ἰ­σπα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας Julia Otxoa, σύγ­χρο­νη ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς, γρά­φει σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς δη­μο­φι­λέ­στε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες της μὲ τί­τλο «Ἡ δύ­να­μη τῆς μοί­ρας»[7]: Ὁ σκύ­λος μα­λώ­νει μὲ τὴ γά­τα, ἡ γά­τα μὲ τὸν πον­τι­κό, ὁ πον­τι­κὸς μὲ τὴ μυ­γα­λή, ἡ μυ­γα­λὴ μὲ τὴν ἀ­ρά­χνη, ἡ ἀ­ρά­χνη μὲ τὴ μύ­γα, ἡ μύ­γα μὲ τὸ μυρ­μήγ­κι, τὸ μυρ­μήγ­κι μὲ τὸν ψύλ­λο, ἀλ­λὰ ὁ ψύλ­λος, τό­σο μι­κρὸς ποὺ εἶ­ναι δὲν ἔ­χει σὲ ποι­ὸν μι­κρό­τε­ρο νὰ τὰ ψάλ­λει, κι ἔ­τσι, ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος, προ­ε­τοι­μά­ζει τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση γιὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει τὸν σκύ­λο.


Βρι­σκό­μα­στε στὴν αὐ­γὴ μιᾶς νέ­ας δι­α­στη­μι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης, τῆς ἐ­πα­νά­στα­σης τοῦ μικροῦ, ἀ­να­κοί­νω­σε τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2019 ὁ Peter Beck, ἱ­δρυ­τὴς τῆς δι­α­στη­μι­κῆς ἑ­ται­ρεί­ας κα­τα­σκευ­ῆς πυ­ραύ­λων Rocket Lab (2006) ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ χερ­σό­νη­σο Mahia στὸ Auckland τῆς Νέ­ας Ζη­λαν­δί­ας. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἐρ­γα­στή­ριο ἐ­πι­τεύ­χθη­κε ὁ σχε­δια­σμὸς τῶν Electron, τῶν πιὸ σύγ­χρο­νων καὶ μι­κρό­τε­ρων πυ­ραύ­λων ἕ­ως σή­με­ρα, ποὺ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μᾶς δί­νουν τὴ δυ­να­τό­τη­τα μί­ας ἐ­κτό­ξευ­σης κά­θε 72 ὧ­ρες χω­ρὶς δι­α­στη­μι­κὰ ἀ­πό­βλη­τα. Ἤ­δη μέ­χρι τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2019 εἶ­χαν τε­θεῖ σὲ τρο­χιὰ ἀρ­κε­τοὶ Electron, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν στὸ ἡ­λια­κό μας σύ­στη­μα ἑκατοντάδες μικρές κεφαλὲς σὲ μέ­γε­θος δα­χτυ­λι­κοὺ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τος ποὺ συλ­λέ­γουν καὶ μᾶς δι­α­βι­βά­ζουν χρή­σι­μα δε­δο­μέ­να γιὰ τὴν ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τοῦ δι­α­στή­μα­τος μέ­σω τεσ­σά­ρων κα­με­ρῶν καὶ χι­λιά­δων αἰ­σθη­τή­ρων ποὺ φέ­ρει κα­θε­μί­α.


Ὁ Κρό­νος, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ὁ­ποί­ου προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸν χρό­νο, εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ὀ­μορ­φό­τε­ρους πλα­νῆ­τες τοῦ ἡ­λια­κοῦ μας συ­στή­μα­τος χά­ρη στοὺς ἐν­τυ­πω­σια­κούς του δα­κτυ­λί­ους. Ἀ­πὸ τὸ 2007 τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ δι­α­στη­μι­κὸ σκά­φος Cassini τῆς NASA, ὥ­σπου κα­τα­στρά­φη­κε πρό­σφα­τα στὸ δι­ά­στη­μα. Μιὰ δε­κα­ε­τί­α πε­ρί­που νω­ρί­τε­ρα ὁ Γερ­μα­νὸς W. G. Se­bald, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πέ­με­νε νὰ ἐ­ξερευ­νᾶ τὴ μνή­μη καὶ εἶ­χε ἐν­τρυ­φή­σει στὸ ἔρ­γο τρι­ῶν κύ­ρι­ων προ­δρό­μων τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Kafka, Borges καὶ Bernhard), στὸ βι­βλί­ο του Οἱ δα­κτύ­λι­οι τοῦ Κρό­νου, ποὺ βρί­θει ἀ­πὸ μι­κρές, ἐγ­κι­βω­τι­σμέ­νες ἱ­στο­ρί­ες καὶ συγ­κλο­νι­στι­κὲς εἰ­κό­νες, γρά­φει:

       […] ὅ­ταν ξάφ­νου μοῦ φά­νη­κε πὼς εἶ­δα μιὰ ὠ­χρό­λευ­κη μά­ζα νὰ σα­λεύ­ει στὴν ἀ­κρο­για­λιά. Κυ­ρι­ευ­μέ­νος ἀ­πὸ ξαφ­νι­κὸ πα­νι­κό, κά­θι­σα ἀ­να­κούρ­κου­δα καὶ κοί­τα­ξα πά­νω ἀ­πὸ τὸ χεῖ­λος τοῦ γκρε­μοῦ. Ξα­πλω­μέ­νο ἐ­κεῖ κά­τω, στὴ ρί­ζα τοῦ βρά­χου, ἦ­ταν ἕ­να ζευ­γά­ρι, ἕ­νας ἄν­δρας, σκέ­φτη­κα, πε­σμέ­νος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κορ­μὶ ἑ­νὸς ἄλ­λου πλά­σμα­τος ποὺ μό­νο τα πό­δια του ξε­χώ­ρι­ζαν, λυ­γι­σμέ­να καὶ ἀ­νοιγ­μέ­να δι­ά­πλα­τα. Μέ­σα στὸ ξαφ­νι­κὸ σά­στι­σμα ποὺ ἔ­νι­ω­σα στὴ θέ­α αὐ­τῆς τῆς εἰ­κό­νας, μοῦ φά­νη­κε πὼς τὰ πό­δια τοῦ ἄν­δρα τι­νά­χτη­καν μὲ ἕ­ναν σπα­σμό, ὅ­πως συμ­βαί­νει ὅ­ταν κά­ποι­ος πε­θαί­νει στὴν ἀγ­χό­νη. Ἐν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, ὁ ἴ­διος ἦ­ταν τώ­ρα ἀ­κί­νη­τος, ὅ­πως γα­λή­νια καὶ ἀ­σά­λευ­τη ἦ­ταν καὶ ἡ γυ­ναί­κα. Σὰν ἕ­να γι­γάν­τιο μα­λά­κιο ξε­βρα­σμέ­νο στὴν ἀ­κτὴ κει­τό­ταν ἐ­κεῖ κά­τω σμί­γον­τας σὲ ἕ­να δύ­σμορ­φο σῶ­μα, ἕ­να πο­λυ­πλό­κα­μο δι­κέ­φα­λο θα­λάσ­σιο τέ­ρας πα­ρα­συρ­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ κύ­μα­τα, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δεῖγ­μα ἑ­νὸς τρο­με­ροῦ εἴ­δους ποὺ ξε­φυ­σών­τας τὸν ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὰ ρου­θού­νια τοῦ βου­λιά­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ βα­θιὰ στὸ χα­μό του.


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Νὰ πα­ρα­τη­ρεῖς καὶ νὰ κα­τα­γρά­φεις συ­στη­μα­τι­κὰ κρα­τών­τας ση­μει­ώ­σεις τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τά σου, τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά σου, τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ἀν­θρώ­πων, ζώ­ων, κοι­νω­νι­ῶν, τὸν και­ρό, ἱ­στο­ρι­κὰ καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὰ γε­γο­νό­τα, πάν­τα σύμ­φω­να μὲ τὰ προ­σω­πι­κά σου ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α πρέ­πει νὰ ἐμ­πι­στεύ­ε­σαι. Νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­σαι συ­νε­χῶς στὶς ση­μει­ώ­σεις σου, νὰ δου­λεύ­εις κά­θε λέ­ξη, νὰ ἐ­πι­με­λεῖ­σαι ἐν­τα­τι­κά τα κεί­με­νά σου καὶ νὰ δι­α­βά­ζεις τοὺς κα­λύ­τε­ρους κλα­σι­κοὺς καὶ σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς, χω­ρὶς νὰ ἑ­στιά­ζεις ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στοὺς τε­λευ­ταί­ους. Ἀ­νή­κεις ἤ­δη στὸ πα­ρόν.

       Οἱ πα­ρα­πά­νω εἶ­ναι μερικὲς ἀ­πὸ τὶς προ­τά­σεις γιὰ ὀ­ξυ­δερ­κεῖς ἀ­να­γνῶ­στες καὶ συγ­γρα­φεῖς —πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γλώσ­σας καὶ τοῦ κό­σμου— τῆς Ly­dia Da­vis, ση­μαν­τι­κῆς ἐκ­προ­σώ­που τοῦ εἴ­δους. Πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δο­κί­μια τῶν τε­λευ­ταί­ων τριά­ντα ἐ­τῶν ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο Es­says O­ne (Farrar, Straus and Giroux, Νο­έμ­βριος 2019). Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ συ­ναρ­πα­στι­κὴ πε­ρι­πλά­νη­ση στὴν τέ­χνη τῆς γρα­φῆς μὲ οἰ­κου­με­νι­κὴ καὶ δι­α­χρο­νι­κὴ δι­ά­στα­ση. Ἡ ἀ­πο­θη­σαύ­ρι­ση τοῦ τό­μου ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­να­γνω­στι­κὴ πρό­κλη­ση κι ἐ­ρευ­νη­τι­κὴ πρό­τα­ση γιὰ θε­ω­ρη­τι­κοὺς τοῦ εἴ­δους. Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς προ­σω­πι­κές της ἐ­ξε­ρευ­νή­σεις καὶ τὴν πο­λυ­ε­τῆ, ἐν­τα­τι­κὴ ἄ­σκη­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας κα­τα­γρά­φει τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ βλέμ­μα καὶ τὶς νέ­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ὁ­δοὺς ποὺ δι­ά­νοι­ξαν ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους καὶ μὴ ὅ­πως οἱ Kafka, Walser, Altenberg, Borges, Beckett, Bernhard, Isaac Babel, Grace Paley, Clarice Lispector, Regina Ullmann, κ.ἄ.

       Γιὰ τὴν Davis ὁ χα­ρα­κτή­ρας εἶ­ναι ἡ γλώσ­σα. Πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι ἡ ρη­μα­τι­κὴ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει ἀ­να­νε­ω­τι­κὴ ἢ ρη­ξι­κέ­λευ­θη μορ­φὴ (π.χ. σὲ ἐ­πί­πε­δο σύν­τα­ξης, γραμ­μα­τι­κῆς, στί­ξης, ἐ­πι­λο­γῆς λε­ξι­λο­γί­ου) εἶ­ναι ἀ­πόρ­ροι­α μιᾶς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης καὶ νο­η­τι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας. Τὸ πῶς βλέ­πει κα­νεὶς τὰ πράγ­μα­τα ὄ­χι μό­νο μέ­σῳ τῆς ὅ­ρα­σης ἀλ­λὰ καὶ τοῦ τρό­που ποὺ σκέ­φτε­ται δι­α­μορ­φώ­νει τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, τὶς φόρ­μες ποὺ ἐ­πι­λέ­γει καὶ τὶς ἐ­πιρ­ρο­ές του, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ στὸ «A be­lo­ved duck gets coo­ked, On forms and in­flu­en­ces», ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πέν­τε δο­κί­μιά της ποὺ ἀ­πο­τέ­λε­σαν τὴ βά­ση τῶν δι­α­λέ­ξε­ών της στὸ πα­νε­πι­στή­μιο ὅ­που δί­δα­σκε Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὸν τό­μο.


       Ἡ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α γιὰ νὰ κα­τα­νο­η­θεῖ καὶ νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει τὸν στό­χο της —τὴν ἀ­να­νέ­ω­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν ψυ­χα­γω­γί­α— προ­α­παι­τεῖ εὐ­ρυ­μά­θεια, ἀρ­γὴ ἀ­νά­γνω­ση, πλή­ρως ἐ­νερ­γὸ καὶ συμ­με­το­χι­κὸ ἀ­να­γνώ­στη καὶ πο­λυ­σχι­δῆ συγ­γρα­φέ­α ποὺ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἀν­τί­λη­ψη καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη συ­νεί­δη­ση. Ἡ ση­μα­σί­α ποὺ ἀ­πο­δί­δουν πολ­λοὶ θε­ω­ρη­τι­κοὶ καὶ ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ εἴ­δους στὴ δύ­να­μη τῆς εἰ­κό­νας[8] καὶ στὴ δύ­να­μη τῆς λέ­ξης δὲν εἶ­ναι κά­τι νέ­ο. Ἡ E. Dickinson ἔ­λε­γε: Δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ ἔ­χει τό­ση δύ­να­μη ὅ­ση ἡ λέ­ξη. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς γρά­φω μί­α καὶ τὴν κοι­τά­ζω μέ­χρις ὅ­του ἀρ­χί­σει νὰ λάμ­πει. Ὁ J. P. Sartre ἐν­τό­πι­ζε στὶς λέ­ξεις-κλει­διὰ τὴν οὐ­σί­α τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης. Ὁ W.G.Sebald στοὺς Δα­κτύ­λιους τοῦ Κρό­νου ἔ­γρα­φε: Ὅ­πο­τε τυ­χαί­νει νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω κά­ποι­α ἀ­πὸ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ση­μει­ώ­σεις, ἀ­πο­ρῶ πάν­τα πῶς ἕ­να ἴ­χνος χα­μέ­νο ἀ­πὸ και­ρὸ στὸ νε­ρὸ ἢ στὸν ἀ­έ­ρα, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­ξί­τη­λο ἐ­δῶ, πά­νω στὸ χαρ­τί. Ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει πρό­ο­δος δί­χως πα­ρελ­θόν. Ἀ­κό­μα καὶ στὸ μα­νι­φέ­στο τῶν Ψη­φια­κῶν Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν (Digital Humanities Manifesto 2.0) ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ὅ­πως σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­πα­να­στά­σεις τῶν μέ­σων, τὸ πρῶ­το κύ­μα τῆς ψη­φια­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης κοί­τα­ζε πί­σω κα­θὼς προ­χω­ροῦ­σε μπρο­στά. Ἡ κύ­ρια θε­μα­το­λο­γί­α ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ τὸν δυ­τι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να —ζω­ή, ἔ­ρω­τας, θά­να­τος— ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται[9] καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ σὰν χα­μη­λό­φω­νος, γλυ­κὸς στε­ναγ­μός.

       Ὁ Ἐμμ. Ρο­ϊ­δης ἔ­λε­γε ὅ­τι Ἂν δὲν ὑ­πῆρ­χον δύ­ται, οὐ­δὲ μαρ­γα­ρῖ­ται ἤ­θε­λον ὑ­πάρ­χει. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, αὐ­τὸ τὸ ἀρ­χι­πέ­λα­γος ἀ­πὸ σύν­το­μες καὶ πε­ρι­ε­κτι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ποὺ ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ δι­α­μορ­φώ­νε­ται κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ΄80 καὶ με­τά, ἡ ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση καὶ ἡ κα­τά­δυ­ση ἀ­φο­ροῦν ἰ­σο­με­ρῶς συγ­γρα­φέ­α καὶ ἀ­να­γνώ­στη ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τη καὶ πολ­λὰ ὑ­πο­σχό­με­νη, λό­γῳ τῆς δυ­να­τό­τη­τας ἀλ­λα­γῆς κλί­μα­κας καὶ ὀ­πτι­κῆς ποὺ πα­ρέ­χει.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὸ ἄρ­θρο τῆς Anne Weisgerber «Flash fiction as language art», στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­τι­με­τω­πί­ζε­ται ὡς τέ­χνη τῆς γλώσ­σας.


Τὸ βι­βλί­ο λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς τῆς Jane Alison μὲ τί­τλο Me­an­der, Spi­ral, Ex­plo­de: De­sign and Pat­tern in Nar­rati­ve γιὰ τὸ ἔρ­γο συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως οἱ W. G. Se­bald, An­ne Car­son, Mar­gue­ri­te Du­ras, Ga­bri­el Ga­rcia Ma­rquez, Ja­ma­ica Kin­caid, Cla­ri­ce Li­spe­ctor, κ.ἄ., ποὺ ἔ­χουν ἀ­νοί­ξει νέ­ους δρό­μους στὴν ἀ­φή­γη­ση.


Τὸ βι­βλί­ο τοῦ Sa­muel Beckett, Πρό­ζες 1945-1980, μτφρ. Ἐ. Μα­ρω­νί­τη, εἰ­σα­γω­γὴ Γ. Βῶ­κος, Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2010.


[1]. Γλυ­κεῖς στε­ναγ­μοί.

[2]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[3]. Εἶ­δος στρει­δι­ῶν.

[4]. Braque George, Ἡ μέ­ρα καὶ ἡ νύ­χτα (Τε­τρά­δια 1917 -1955), 2η ἔκ­δο­ση, μτφρ. καὶ σχό­λια Γ.Π. Σαβ­βί­δης, Ποι­κί­λη Στο­ὰ – Λέ­σχη, Ἀ­θή­να, 1989.

[5]. Πρε­βε­δου­ρά­κης Γι­ῶρ­γος, Στιγ­μι­ό­γρα­φο, Πλα­νό­διον, Ἀ­θή­να, 2011.

[6]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[7]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

[8]. Ἰ­δέ­α ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τό­σο τὴν ὀ­πτι­κή μας ἀν­τί­λη­ψη στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐ­γε­λια­νὴ ἀν­τί­λη­ψη τῆς τέ­χνης σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἡ τέ­χνη κα­λεῖ­ται νὰ πεῖ μὲ εἰ­κό­νες αὐ­τὸ ποὺ ἡ φι­λο­σο­φί­α λέ­ει μὲ ἔν­νοι­ες.

[9]. Στὸ βι­βλίο τοῦ Gil­les De­leu­ze Διαφορὰ καὶ ἐπανάληψη (Dif­fére­nce et Ré­pé­ti­tion, 1968), ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα σὲ με­τά­φρα­ση Κων­σταν­τί­νου Β. Μπούν­τα, με­λε­τᾶ­ται καὶ ἡ τε­χνι­κή του σύγ­χρο­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ δι­α­φο­ρὰ καὶ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη, ὄ­χι μό­νο στὸν πλέ­ον ἀ­φη­ρη­μέ­νο στο­χα­σμὸ τοῦ ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ στὶς ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νες τε­χνι­κές του. Ὡ­στό­σο ἡ ἔν­νοι­α τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης στὸν Deleuze, δι­α­τη­ρεῖ πολ­λὰ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ F. Nietzsche καὶ τοῦ Søren Kierkegaard, τοῦ Δα­νοῦ ὑπαρξιστῆ φι­λο­σό­φου, ὅ­πως τὴν ἀ­νέ­λυ­σε στὸ βι­βλί­ο του Ἡ ἐ­πα­νά­λη­ψη: Ὁ κύ­κλος τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης: Ἐ­πανα­λαμ­βά­νον­τας τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη, τὸν ὁ­ποῖ­ο συν­δέ­ουν ἄρ­ρη­κτα μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι Σκαν­δι­να­βοὶ θε­ω­ρη­τι­κοί του εἴ­δους.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#10: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων (07-11-2019)

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).

Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ) (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014) καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Εἰκόνα: Τὸ πραγματικὸ Grand Central Oyster Bar – New York.

(https://www.afar.com/places/grand-central-oyster-bar-new-york)