Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Καὶ τοῦ πατάγαν τὸ κεφάλι σὰν ὀχιά

 

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου

 

Καὶ τοῦ πατάγαν τὸ κεφάλι σὰν ὀχιά*

 

Ν ΕΙΔΕ ΕΝΑΝ ΦΟΝΟ στὴ ζω­ή της, δὲν ἦ­ταν οὔ­τε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, οὔ­τε στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, οὔ­τε μὲ τὰ ἄλ­λα μά­τια μὲς στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἢ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες, οὔ­τε στὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες ἀ­φη­γή­σεις τῆς για­γιᾶς της γιὰ φο­νι­κὰ ἀ­πὸ τούρ­κους κι ἕλ­λη­νες στρα­τι­ῶ­τες, ἀ­πὸ τσέ­τες καὶ Γι­αγ­κοῦ­λες καὶ Μπαμ­πά­νη­δες.

       Ἂν εἶ­δε ἕ­να φό­νο μὲ τὰ ἴ­δια της τὰ μά­τια, μι­κρὸ κο­ρί­τσι τό­τε, ἦ­ταν ὁ φό­νος ἑ­νὸς σκο­τω­μέ­νου ἤ­δη.

       Μό­λις εἶ­χαν φύ­γει οἱ Γερ­μα­νοὶ ἀ­π’ τὴ δι­κή της πό­λη, τὴν κα­τα­στραμ­μέ­νη, γε­μά­τη νε­κροὺς καὶ ἄ­στε­γους, βομ­βό­πλη­κτους καὶ βα­θιὰ πεν­θοῦν­τες, μιὰ πό­λη μὲ σκό­νη σύν­νε­φο καὶ καλ­ντε­ρί­μια σκο­τει­νά, μὲ βρό­μι­κο χῶ­μα ἀ­νά­κα­το μὲ αἵ­μα­τα καὶ φτυ­σι­ές, μὲ κο­πρι­ὲς βαρ­βά­των γερ­μα­νι­κῶν ἀ­λό­γων καὶ ξε­ρα­μέ­νες ἀ­φο­δεύ­σεις σκύ­λων.

       Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ σκο­τει­νιά­ζει, ὅ­ταν γύ­ρι­σε τρέ­χον­τας κι ἀ­λα­λι­α­σμέ­νη στὸ σπί­τι της.

       Ἡ μά­να της προ­σπα­θοῦ­σε στὸ μι­σο­σκό­τα­δο ν’ ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει τὸ κα­ρί­κω­μα μιᾶς κάλ­τσας τοῦ πα­τέ­ρα της, ὅ­ταν τὴν πλη­σί­α­σε τὸ κο­ρί­τσι καὶ εἶ­πε: «Εἶ­δα νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο.» Ἔ­τσι τῆς εἶ­πε μό­νο, κι ἐ­κεί­νη σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι της ἀ­πὸ τὴν κάλ­τσα καὶ τὴν κοί­τα­ξε πά­νω ἀ­π’ τὰ μα­το­γυά­λια της μ’ ἕ­να χα­μό­γε­λο πε­ρι­παι­χτι­κὸ καὶ μα­ζὶ πε­ρί­ερ­γο.

       «Τί τσαμ­που­νᾶς ἐ­κεῖ πέ­ρα» τῆς εἶ­πε «τί φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἑ­τοι­μά­ζε­σαι πά­λι νὰ μοῦ πα­σά­ρεις, πῶς γί­νε­ται, μα­θές, νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο, μή­πως σά­λε­ψε τὸ μυα­λό σου;»

       Ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε ἕ­να κλά­μα σι­ω­πη­λό, πα­ρα­πο­νε­μέ­νο, ὄ­χι τώ­ρα τό­σο γιὰ ὅ,τι εἶ­χε δεῖ νὰ δι­α­πράτ­τε­ται μπρο­στὰ στὰ μά­τια της, τό­σο νω­πὸ ἀ­κό­μη, ὅ­σο γιὰ τὸ ὅ­τι ἡ μά­να της δὲν τὴν πί­στε­ψε καὶ τὴν κο­ρό­ι­δε­ψε κι ἀ­πο­πά­νω. Τὸ κορ­μά­κι της ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ συ­νε­φέ­ρει, δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὸ τὸ τρε­μού­λια­σμα, πῶς νὰ καλ­μά­ρει τὸ ἀν­τά­ρια­σμα ποὺ μέ­σα της ἀ­να­κά­τευ­ε ὅ­λα τα σπλά­χνα της. Δά­κρυ­α καὶ μύ­ξες τρέ­χαν ἀ­νά­κα­τα ἀ­π’ ὅ­λο τὸ πρό­σω­πό της, κι εἶ­χε ἀ­φε­θεῖ σ’ ἕ­να κλά­μα ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το, ἐ­πει­δὴ ἡ μά­να της ση­κώ­θη­κε ἄ­ξαφ­να καὶ τὴν πα­ρά­τη­σε ἐ­δε­κεῖ ποὺ στε­κό­ταν, μὲς στὸ σκο­τά­δι τῆς κά­μα­ρας, καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να ν’ ἀ­να­κα­τέ­ψει τὸ βρα­δι­νὸ φα­γη­τό τους – τρα­χα­νὰς μὲ τη­γα­νη­τὲς μι­κρὲς βου­κί­τσες ψω­μιοῦ.

       Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τ’ ἀ­δέλ­φια της συμ­μα­ζω­χτῆ­καν στὸ σπί­τι, στρώ­θη­καν ὅ­λοι στὸ τρα­πέ­ζι καὶ ρου­φοῦ­σαν ἡ­δο­νι­κὰ τὸν τρα­χα­νά, πλα­τα­γί­ζον­τας τὰ χεί­λια τους, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νης δὲν τῆς κα­τέ­βαι­νε τί­πο­τα ἀ­π’ τὴν κα­τα­πί­να της καὶ σούρ­ντι­ζε μέ­σα στὸ στό­μα της τὴ σού­πα μὲ τὸ ψω­μί.

       Ἡ μά­να της, ποὺ τὸ πρό­σε­ξε αὐ­τό, ὅ­λο τῆς ἔ­λε­γε «Τρῶ­γε, κα­η­μέ­νη μου, μὴν σὲ μπα­τσί­σω, βρῆ­κες φαΐ καὶ παί­ζεις, κα­τέ­βα­ζέ το λοι­πόν.­.­.­», κι ἐ­κεί­νης πε­τά­ρι­ζε ἀ­κό­μη τὸ στη­θά­κι της ἀ­πὸ τ’ ἀ­να­φι­λη­τὰ καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε ἄ­χνα, δὲν τολ­μοῦ­σε, φο­βό­ταν κι ἔ­τρε­με τὸν πα­τέ­ρα της, κι ἐ­κεῖ­νος κά­ποι­α στιγ­μὴ σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι ἀ­π’ τὸ πιά­το του κι εἶ­πε, ἀ­δι­ά­φο­ρα σχε­δόν, «Τί ἔ­χει αὐ­τή;­», τοῦ­το μό­νο εἶ­πε, κι ἡ μά­να της ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Ξέ­ρεις δά, φαν­τα­σί­ες παι­δι­κὲς καὶ δὲν συμ­μα­ζεύ­ε­ται, ὅ­ταν ἔρ­χε­ται καὶ σοῦ λέ­ει ὅ­τι εἶ­δε νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο.­.­.­», ὥ­σπου ση­κώ­θη­κε ἄ­ξαφ­να τὸ κο­ρί­τσι, τρά­βη­ξε πί­σω τὴν κα­ρέ­κλα του ἀ­πο­φα­σι­στι­κά, στά­θη­κε ὄρ­θιο στὰ λι­γνά του πο­δα­ρά­κια, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι καὶ σὲ μιὰ στά­ση ὅ­πως λέ­νε τὰ παι­διὰ τὸ ποί­η­μα στὸ σχο­λεῖ­ο τὶς με­γά­λες ἐ­θνι­κὲς γι­ορ­τές, τοὺς κοί­τα­ξε ὅ­λους κα­λὰ-κα­λά —δὲν ἔ­κλαι­γε πιά, δὲν ἀ­να­φι­λη­τοῦ­σε—, κι ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι εἶ­χαν ἀ­φή­σει ὅ­λοι ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ψω­μὶ κι εἶ­χε πιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν προ­σο­χή τους, εἶ­πε:

       «Ἀρ­γὰ τ’ ἀ­πό­γευ­μα, ἐ­κεῖ ποὺ παί­ζα­με στὴν ἀ­λά­να καὶ κά­ποι­οι ἀ­πὸ τ’ ἀ­νοι­χτὰ πα­ρά­θυ­ρά τους μᾶς φώ­να­ζαν “Φτά­νει πιά, μᾶς ξε­κου­φά­να­τε μὲ τὶς τσι­ρί­δες σας, συ­ρεῖ­τε τώ­ρα στὰ σπί­τια σας, νύ­χτω­σε”, βλέ­πω πιὸ κεῖ, στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Κα­ϊ­στρί­ου πε­δί­ου, νὰ μα­ζεύ­ε­ται κό­σμος πο­λύς. Ἔ­τρε­ξα κι ἐ­γὼ κα­τα­πά­νω —μ’ ἀ­κο­λού­θη­σαν καὶ κά­ποι­α κο­ρί­τσια—, καὶ τί νὰ δῶ; Μι­κροὶ με­γά­λοι ἦ­ταν σκυμ­μέ­νοι πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο, ριχ­μέ­νο κα­τά­χα­μα, ἀ­νά­σκε­λα. Τὸν κοι­τοῦ­σαν ὅ­λοι, κά­ποι­οι λέ­γα­νε ὅ­τι τὸν ἤ­ξε­ραν κι ὅ­τι τά­χα ἦ­ταν γιὸς τῆς κυ­ρὰ-Ἀ­σπα­σί­ας καὶ τοῦ κὺρ Γιά­ννη τοῦ Ἑ­φτα­λι­ώ­τη, τοῦ τσαγ­κά­ρη, ἄλ­λοι ὅ­τι δὲν τὸν γνώ­ρι­ζαν κα­θό­λου, δὲν ἦ­ταν τῆς δι­κῆς τους γει­το­νιᾶς – κι ἔ­λε­γες, κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα, σὰν κά­ποι­ον νὰ πε­ρί­με­νε ὁ πε­θα­μέ­νος ἢ κά­ποι­ον νὰ πε­ρί­με­ναν ὅ­λοι, για­τὶ ἔ­στρε­φαν συ­χνὰ τὸ κε­φά­λι καὶ κοι­τά­ζα­νε πέ­ρα στὸν κα­τή­φο­ρο, ὥ­σπου ἦρ­θε κά­ποι­α στιγ­μὴ ἕ­νας ἄν­τρας ὣς ἐ­κεῖ ἀ­πά­νω, μὲ γέ­νια μα­κριά, μὲ μου­στά­κια καὶ μα­κριὰ λε­ρὰ μαλ­λιά, καὶ κά­τι μαῦ­ρα μά­τια πο­λὺ θυ­μω­μέ­να, ποὺ ἄ­στρα­φταν σὰν γυα­λί, κι ἄρ­χι­σε μὲ τὶς χον­τρὲς ἀρ­βύ­λες του, γε­μά­τες μαῦ­ρες πρό­κες ἀ­πο­κά­τω —ἐ­γὼ τὶς πρό­σε­ξα ἐ­πει­δὴ κα­θό­μουν καὶ κοι­τοῦ­σα ἀ­να­κούρ­κου­δα—, ἄρ­χι­σε λοι­πὸν νὰ πα­τά­ει δυ­να­τά το κε­φά­λι τοῦ σκο­τω­μέ­νου, καὶ σὲ κά­θε πά­τη­μα δυ­να­τὸ ν’ ἀ­κού­γε­ται ἕ­να κα­τά­ξε­ρο κράκ, ὅ­πως κά­νει τὸ καρ­πού­ζι ὅ­ταν τὸ σκί­ζουν μὲ τὰ χέ­ρια με­τὰ τὸ μα­χαί­ρω­μα. Πα­τοῦ­σε λοι­πὸν μὲ λύσ­σα τὸ κε­φά­λι τοῦ νε­κροῦ ἐ­κεῖ κα­τά­χα­μα, τό ‘­κα­νε λι­ῶ­μα, συ­νέ­χεια ἔ­βρι­ζε μὲ βρον­τε­ρή, ἄ­γρια φω­νή, μὲ ἀ­φρι­σμέ­νο στό­μα, μὲ ἄ­σπρο σά­λιο ποὺ πε­τα­γό­ταν ἕ­να μέ­τρο καὶ πα­ρα­πά­νω μα­κριά» —κι ἐ­δῶ χα­μή­λω­σε τὴ φω­νή της μὲ ντρο­πή, μό­λις ποὺ τὴν ἄ­κου­σαν οἱ δι­κοί της— «”Νά, νά, πού­στη, νά, φο­νιὰ τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μου” ξε­φώ­νι­ζε, κι οἱ ἀρ­βύ­λες του εἴ­χα­νε γε­μί­σει ὣς ἀ­πά­νω μὲ τὰ μυα­λά, τὰ μαλ­λιὰ καὶ τὰ μά­τια τοῦ σκο­τω­μέ­νου, δὲν εἶ­χε μεί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του στὸ κορ­μί του, νά, μὰ τὸ Θε­ό, κι ὅ­λοι ἐ­μεῖς, μι­κροὶ με­γά­λοι, κοι­τού­σα­με καρ­φω­μέ­νοι ἐ­κει­δά, βου­βα­μέ­νοι, τὸ σῶ­μα του ποὺ δὲν εἶ­χε πιὰ κε­φά­λι, κοι­τού­σα­με ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο πε­θα­μέ­νο γιὰ τὰ κα­λά.

       »Αὐ­τὸ εἶ­δα τὸ σού­ρου­πο στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Καϊστρί­ου πε­δί­ου, κον­τὰ στὴν ἀ­λά­να ποὺ παί­ζα­με, κι ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν τ’ ἄν­τε­ρά μου, γι’ αὐ­τὸ τώ­ρα δὲν μπο­ρῶ νὰ φά­ω, πῶς νὰ φά­ω.­.­.­».

       Ἔ­τσι εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι μὲ μιὰν ἀ­νά­σα κι ἔ­κλει­σε τὸ στο­μα­τά­κι του με­μιᾶς. Πῆ­γε κι ἔ­κα­τσε πά­νω σ’ ἕ­να μι­κρὸ μπα­οῦ­λο μὲ τὸ κε­φά­λι πε­σμέ­νο κά­τω κι εἶ­χε ἕ­να πρό­σω­πο κα­τα­κόκ­κι­νο σὰν πρη­σμέ­νο, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κλαι­γε τώ­ρα πιά, δὲν ἀ­να­φι­λη­τοῦ­σε.

       Οἱ γο­νεῖς καὶ τ’ ἀ­δέλ­φια της δὲν ἄ­νοι­ξαν τὸ στό­μα τους κα­θό­λου, δὲν ἔ­κρι­ναν, δὲν ξα­να­πῆ­ραν στὰ χέ­ρια τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ψω­μί, μο­νά­χα ποὺ ὁ πα­τέ­ρας της ἔ­βγα­λε κα­πνὸ καὶ τσι­γα­ρό­χαρ­το κι ἔ­στρι­ψε τσι­γά­ρο, κι ἡ μά­να της πῆ­γε κι ἔ­κα­τσε κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς καὶ συ­νέ­χι­σε τὸ κα­ρί­κω­μα ὣς τὰ μεσάνυχτα.

 

* Ἀπὸ ἕνα τραγούδι τοῦ Σ. Ξαρχάκου, σὲ στίχους Νίκου Γκάτσου.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ μι­κρὲς χα­ρές (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, 2004).

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

Βιντεοσκόπηση: Σάββατο βράδυ 7 Μαΐου 2011 στὸ σπίτι τῆς συγγραφέως στὴ Θεσσαλονίκη. Λήψη-φωτογραφίες: Ἡρὼ Νικοπούλου. 

 

Γιάννης Πατίλης, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου. Ἰωάννου Δέλλιου 7, Θεσσαλονίκη. Σάββατο, 7 Μαΐου 2011.

 

Διαφημίσεις

Τάσος Καλούτσας: Το στοκάρισμα

 

 

Τάσος Καλούτσας

 

Τὸ στο­κά­ρι­σμα

 

ΡΙΞΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ τυ­χαῖ­α κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι του ὁ Μα­νό­λης, κι ἀ­να­κά­λυ­ψε δυ­ὸ δά­χτυ­λα σκό­νη. Κά­τι δα­χτυ­λι­δά­τες χνου­δω­τὲς σφαι­ροῦ­λες, ποὺ αἰ­ω­ροῦν­ταν πά­νω καὶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ξε­μον­τα­ρι­σμέ­νο παι­δι­κὸ κρε­βα­τά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν ἐ­πί­σης, πα­τι­κω­μέ­νο ἐ­κεῖ. Τοῦ ‘ρ­θε νὰ τρε­λα­θεῖ. Ὥ­στε, ὅ­λ’ αὐ­τὸ τὸ κα­κὸ τ’ ἀ­να­πνέ­α­νε τό­σον και­ρό; Κα­λά, χά­θη­κε ὁ κό­σμος νὰ τρα­βή­ξει μιὰ σκού­πα καὶ κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι; Καὶ τώ­ρα, ποῦ γυρ­νοῦ­σε; Ποῦ ἀλ­λοῦ, στὶς φι­λη­νά­δες της – τὶς τρεῖς Χά­ρι­τες, ὅ­πως τὶς ἔ­λε­γε ὁ Μα­νό­λης. Μα­ζεύ­ον­ταν ἐ­κεῖ, κα­φε­δά­κι, σα­χλα­μα­ρί­τσες, κου­τσομ­πο­λιά — κι ἄ­σ’ τον αὐ­τὸν νὰ πνί­γε­ται στὴ σκό­νη.­.. Τὴν πῆ­ρε ἀ­μέ­σως τη­λέ­φω­νο, πρὶν τοῦ πε­ρά­σει ὁ θυ­μός. Εἶ­πε, εἶ­πε, ξα­λά­φρω­σε. Τὸ βρόν­τη­ξε στὸ τέ­λος. Βάλ­θη­κε νὰ κά­νει φα­σί­να μό­νος του. Χώ­θη­κε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­πὸ κά­τω, πρῶ­τα μὲ τὴ σκού­πα, ὕ­στε­ρα μὲ τὴ μά­πα, στὸ τέ­λος μ’ ἕ­να κα­θα­ρὸ πα­νί. Ἔ­γι­νε μού­σκε­μα στὸν ἱ­δρώ­τα – εἶ­χε καὶ μιά ζέ­στη.­.. Καὶ δῶ­σ’ του ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Μιὰ ὥ­ρα καὶ βά­λε κρά­τη­σε αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση. Μέ­χρι ποὺ πι­ά­στη­κε ἡ μέ­ση του. Πῆ­ρε με­τὰ τὸ βι­βλί­ο του —ἕ­να ἀ­στυ­νο­μι­κό, τοῦ Σι­με­νόν— καὶ κά­θη­σε στὸ μπαλ­κο­νά­κι νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Ἠ­ρέ­μη­σε κά­πως ἔ­τσι.

       Κά­πο­τε ἦρ­θε ἡ Ζω­ζώ. Πε­σμέ­να τὰ μοῦ­τρα της. Κι αὐ­τὸς σο­βα­ρός, ἀλ­λὰ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ μὴν τῆς κά­νει σκη­νή. Στὸ κά­τω-κά­τω, για­τί νὰ δι­α­κό­ψει τὸ δι­ά­βα­σμά του, τώ­ρα μά­λι­στα ποὺ εἶ­χε τό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἄρ­χι­σε ὅ­μως ἐ­κεί­νη. Νά καὶ νά, ρο­δά­νι ἡ γλώσ­σα της. Τά­χα τὴν εἶ­χε συγ­χύ­σει μὲ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα καὶ τὴν εἶ­χε πιά­σει πο­νο­κέ­φα­λος. Κι ὅ­λες τὶς δου­λει­ὲς μο­νά­χη της τὶς ἔ­κα­νε, καί, «κά­νε, τε­λο­σπάν­των, κά­τι καὶ σύ», τοῦ φω­νά­ζει, ὅ­σο αὐ­τὸς ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σει στὴν ἀν­τε­πί­θε­ση. «Ἐ τί, μω­ρὲ Μα­νό­λη», τοῦ κά­νει, «ἔ­τσι εἶ­ναι· μὲ ρω­τᾶς καὶ μέ­να πό­τε τά ‘­κα­να – μό­λις προ­χτὲς τὰ πά­στρε­ψα.­.. Ὅ­λο μὲ τὸ φα­ρά­σι στὸ χέ­ρι θὰ εἶ­μαι;» καὶ δῶ­σ’ του φαν­φά­ρες, ἴ­σα-ἴ­σα δη­λα­δὴ γιὰ νὰ τὸν κά­νει Τοῦρ­κο. Προ­παν­τὸς τὶς ψευ­τιές της δὲ χώ­νευ­ε, καὶ τώ­ρα τοῦ πα­τοῦ­σε τὸν κά­λο· ἀ­γρί­ε­ψε, μὰ ἐ­πει­δὴ ντρά­πη­κε κά­τι κυ­ρί­ες ἀ­πὸ τ’ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κό­νι, χώ­θη­κε μέ­σα. Πή­γα­νε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρη. Ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια καί, ξαφ­νι­κά, πά­τη­σε τὰ κλά­μα­τα. Τό­τε κι αὐ­τὸς τὴν τα­ρα­κού­νη­σε. ­Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ βγεῖ πα­νω­λα­διά; Σι­γὰ-σι­γὰ θὰ τὸν ἔ­πει­θε πὼς ἔ­φται­γε ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὴ σκό­νη κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι τους. Καὶ τά­χα «ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λού­κι» —τὸ δι­α­λυ­μέ­νο κρε­βα­τά­κι— τὴν ἐμ­πό­δι­ζε. «Πο­νά­ει ἡ μέ­ση μου, δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις, δὲν μπο­ρῶ πιὰ νὰ σκύ­βω, κου­ρά­στη­κα.­.­.­», ἔ­λε­γε, ἐ­νῶ αὐ­τὸς γιὰ νὰ τῆς ἀ­πο­δεί­ξει τί εὔ­κο­λα μπο­ροῦ­σε νὰ με­τα­κι­νη­θεῖ τὸ κρε­βα­τά­κι ἀ­π’ τὴ θέ­ση του, ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὸ ἔ­συ­ρε μὲ μιὰ ἁ­πλὴ κί­νη­ση τῶν δα­χτύ­λων. Ἀλ­λά, βέ­βαια, τὰ λό­για της, ἰ­δί­ως ἐ­κεῖ­νο τὸ «δὲν μπο­ρῶ πιά», ἦ­ταν ἕ­να σχό­λιο πο­λὺ εὔ­γλωτ­το, σκέ­φτη­κε ὁ Μα­νό­λης· κι ἀν­τὶ νὰ μι­λά­ει ὁ ἴ­διος, ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ πί­στευ­ε πὼς εἶ­χε θυ­σια­στεῖ μ’ αὐ­τὸ τὸ γά­μο, τολ­μοῦ­σε νὰ τοῦ ζη­τά­ει καὶ τὰ ρέ­στα. Σάμ­πως τῆς ἔ­βα­λε τὸ μα­χαί­ρι στὸ λαι­μό; Ἁ­πλῶς ζη­τοῦ­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ κά­τι ποὺ δὲν ἔ­κα­νε —ἂν δὲν μπο­ροῦ­σε, ἂς τοῦ τό ‘λε­γε ν’ ἀ­να­σκουμ­πω­θεῖ αὐ­τὸς νὰ τὸ κά­νει— κι ὄ­χι νὰ τοῦ κο­πα­νά­ει τώ­ρα πὼς ἔ­πρε­πε ἀ­πὸ και­ρὸ νὰ τὸ ξε­φορ­τω­θοῦν τὸ κρε­βα­τά­κι, πὼς τὸ δω­μά­τιο τῶν παι­δι­ῶν ἤ­θε­λε ἄ­σπρι­σμα, πὼς τὰ πό­δια της πο­νοῦ­σαν κτλ. — ἕ­να σω­ρὸ ἀ­συ­νάρ­τη­τα πράγ­μα­τα δη­λα­δή, ποὺ δεῖ­χναν κα­λὰ καὶ ποι­ὰ ἦ­ταν ἡ συ­νεν­νό­η­ση τους τό­σα χρό­νια. Καὶ κα­θὼς ἄ­να­βε ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, βγαῖ­ναν στὴ φό­ρα κι ἄλ­λα, πῆ­ρε σβάρ­να καὶ κα­τη­γο­ροῦ­σε μέ­χρι καὶ τὴ θεί­α της, «κου­βα­λι­έ­ται ἐ­δῶ κι ὅ­λο πα­ρά­πο­να μοῦ ‘­ναι κι αὐ­τή.­.. δὲν μπο­ρῶ πιά, σπά­σαν τὰ νεῦ­ρα μου.­.­.­», εἶ­πε, λὲς κι ἦ­ταν ὅ­λοι βαλ­τοὶ νὰ τὴν κά­νουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρει – κι ἐ­κεί­νη, τὸ μό­νο θύ­μα τους. Καὶ ξα­νά, κλα­ψου­ρί­ζον­τας. «Κι ἂν εἶ­δες σκό­νη, ρὲ Μα­νό­λη, κα­θά­ρι­σέ την, τί πε­ρί­με­νες δη­λα­δή, ὑ­πη­ρέ­τριά σου εἶ­μ’ ἐ­γώ; Ἀλ­λά, βέ­βαι­α, ἐ­σὺ κά­θε­σαι καὶ δι­α­βά­ζεις.­.. Ὤχ, τὸ κε­φά­λι μου!»

       Μιὰ σκιὰ δι­ά­βη­κε ἀ­πό­το­μα κά­τω ἀ­π’ τὰ μά­τια τοῦ Μα­νό­λη, κι ἔ­σφι­ξε τὰ δόν­τια του. «Μιὰ μό­νη λέ­ξη ἀ­κό­μη καὶ τὴ σπάω.­.­.­», λέ­ει καὶ τραν­τά­ζει τὴν πόρ­τα. «Μπά», τοῦ ἀν­τι­λέ­ει —καὶ ἡ κλά­ψα της κλά­ψα— «μᾶς κά­νεις καὶ τὸ σκλη­ρὸ τώ­ρα;» Δὲν πρό­λα­βε ν’ ἀ­πο­τε­λειώ­σει τὴ φρά­ση της, κο­πα­νά­ει αὐ­τὸς μιὰ μο­νο­κόμ­μα­τη στὴν πόρ­τα μὲ τὸ δε­ξί, καὶ χώ­νε­ται ἡ γρο­θιά του στὸ ξύ­λο. «Θὰ βγά­λεις τὸ σκα­σμό;» μουγ­κρί­ζει. Τῆς πιά­νει τὸ πη­γού­νι καὶ τὸ σφίγ­γει, «δὲ μι­λῶ, ἄν­τε, δὲ μι­λῶ», τραυ­λί­ζει ἡ Ζω­ζὼ πιὸ μα­ζε­μέ­νη, καὶ τὴν σπρώ­χνει στὸ κρε­βά­τι. Γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα στυ­λώ­νει τὸ βλέμ­μα του θο­λό, μιὰ πά­νω σ’ ἐ­κεί­νη καὶ μιὰ στὸ βου­λι­αγ­μέ­νο ξύ­λο. Ἀλ­λὰ σὲ λί­γο, «μὲ βρῆ­κες βο­λι­κή, γι’ αὐ­τὸ τὰ κά­νεις», τοῦ πε­τά­ει πά­λι, σι­γα­νά, καὶ τό­τε πιὰ σκύ­λια­σε, μα­ζεύ­τη­κε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι του καὶ νό­μι­σε πὼς θὰ πά­θαι­νε συμ­φό­ρη­ση· τρέ­μον­τας κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­π’ τὸ κα­κό του, βάλ­θη­κε νὰ βλα­στη­μά­ει το στε­φά­νι του, τὴν ὥ­ρα καὶ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὴν πῆ­ρε καὶ τοῦ μαύ­ρι­σε τὴ ζω­ή, ἀλ­λὰ παρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ἡ Ζω­ζὼ δὲν ἔ­κο­βε τὴ μουρ­μού­ρα —«δὲ μι­λῶ» τά­χα­τες, μὰ ποῦ νὰ λου­φά­ξει— ὥ­σπου τῆς φώ­να­ξε μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη νὰ τὸ βου­λώ­σει για­τὶ τοὺς ἄ­κου­γαν κι οἱ γεί­το­νες καὶ πῆ­γε μά­λι­στα μό­νος του ἀ­μέ­σως κι ἔ­κλει­σε μὲ βρόν­το τὴν τζα­μό­πορ­τα. Τὴν ἁρ­πά­ζει με­τὰ —μιὰ λύσ­σα τὸν ἔ­σπρω­χνε— νὰ τὴ σύ­ρει ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι, κι ἐ­κεί­νη βά­ζει ἀν­τί­στα­ση, «δὲν πά­ω που­θε­νά, φύ­γε σύ», τοῦ λέ­ει, καὶ δὲν κου­νοῦ­σε ρού­πι ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι.

       Ξαφ­νι­κὰ ὁ Μα­νό­λης ξε­θό­λω­σε, «τί κά­νω μω­ρέ, γα­μῶ τὸ κέ­ρα­τό μου!» σκέ­φτη­κε, καὶ κά­τι σὰ νά ‘­σπα­σε μέ­σα του. Σὰ νά ‘­νι­ω­σε βα­θιά του μο­νο­μιᾶς πὼς τὸν ξε­φτί­λι­ζε ὁ κα­βγάς. «Ἄχ.­.­.­», βόγ­γη­ξε, «δὲ τὴ γλι­τώ­νω τὴ συμ­φό­ρη­ση.­.­.» κι ἐ­πει­δὴ τοῦ φαι­νό­ταν πιὰ τὸ πράγ­μα φῶς φα­νά­ρι μὲ τέ­τοι­ο βου­η­τὸ μὲς στὰ μη­νίγ­για του, τρά­βη­ξε γραμ­μὴ στὸ κου­ζι­νά­κι, βρῆ­κε μιὰ ἀ­σπι­ρί­νη καὶ τὴ μά­ση­σε στὰ γρή­γο­ρα. «Ἐ­γὼ νὰ δεῖς», ἀ­κού­ει τὴ φω­νή της ἀ­πὸ μέ­σα, «τοῦ κό­σμου ὅ­λου τα χά­πια θὰ πά­ρω.­.. Ν’ ἀ­παλ­λα­γεῖς πιὰ ἀ­πὸ μέ­να, μιὰ καὶ κα­λή». Κο­κά­λω­σε. Ἦ­ταν νὰ βγεῖ, εἶ­χε κά­ποι­α δου­λειά, καὶ τώ­ρα τὸ σκε­φτό­ταν. Πῆ­γε καὶ στά­θη­κε μπρο­στά της μὲ ὑ­ψω­μέ­νο δά­χτυ­λο. «Πρό­σε­ξε. Τὸ ἔ­χεις ξα­να­κά­νει κά­πο­τε αὐ­τό.­.­.­», τῆς λέ­ει. Σώ­πα­σαν. Θυ­μό­ταν, τὰ εἴ­χα­νε τσουγ­κρί­σει πά­λι τό­τε, γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι —για­πὶ ἦ­ταν ἀ­κό­μη— τὴν εἶ­δε μιὰ στιγ­μὴ στὸ μπαλ­κο­νά­κι, δὲν ὑ­πῆρ­χαν κάγ­κε­λα καὶ πα­ρί­στα­νε τὴ ζα­λι­σμέ­νη, ὕ­στε­ρα κρύ­ψα­νε τὴ θέ­α της τὰ δέν­τρα, κι ὅ­ταν ξα­νά­δε τὸ μπαλ­κό­νι, ἐ­κεί­νη ἔ­λει­πε· εἶ­πε, πά­ει, γκρε­μί­στη­κε στὶς πλά­κες κα­τα­γῆς, κι ἔ­νι­ω­σε μέ­σα του ἕ­να δάγ­κω­μα· μὰ σὰν πλη­σί­α­σε, δὲν ἦ­ταν που­θε­νά, ἔ­ψα­ξε καὶ τὴ βρῆ­κε στὴν τα­ρά­τσα καὶ τοῦ μι­σό­κλει­νε πο­νη­ρά τὸ μά­τι. Ἔ­τσι τό ‘­κα­νε, λέ­ει, γιὰ νὰ τοῦ κό­ψει τὰ ἥ­πα­τα.­..

       Φύ­ση­ξε δυ­να­τὰ τὴ μύ­τη της, κι ὁ Μα­νό­λης, ἀ­μί­λη­τος, προ­ση­λώ­θη­κε στὸ βα­θού­λω­μα τῆς πρε­σα­ρι­στῆς πόρ­τας καὶ τὸ ψη­λα­φοῦ­σε μα­λα­κὰ μὲ τὰ δά­χτυ­λα. Λί­γο ἀ­φη­ρη­μέ­νος, θαρ­ρεῖς, προ­σπά­θη­σε νὰ τὸ με­ρε­με­τί­σει, πρό­χει­ρα στὴν ἀρ­χή, με­τὰ πῆ­γε κι ἔ­φε­ρε ἕ­να κα­τσα­βι­δά­κι λε­πτό, καὶ πά­σχι­ζε, μὲ φρον­τί­δα, νὰ ξα­να­φέ­ρει τὰ ξυ­λά­κια στὴν ἀρ­χι­κή τους θέ­ση. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει πῶς τὴν ἔ­κα­νε αὐ­τὴ τὴ ζη­μιά. Ταυ­τό­χρο­να ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἔ­πρε­πε, ὕ­στε­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, νὰ ση­κω­θεῖ καὶ νὰ φύ­γει. Κι ἄν.­.. Πῆ­γε καὶ μέ­τρη­σε τὶς ἀ­σπι­ρί­νες. Ὀ­χτώ. Ἀ­σι­χτίρ, εἶ­πε. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὶς ἀ­φή­σει πά­νω στὸν πάγ­κο. Ἦ­ταν δει­λή, δὲ θὰ τολ­μοῦ­σε. Καὶ στὸ κά­τω-κά­τω δὲν ἔ­πρε­πε, προ­παν­τός, νὰ δεί­ξει ἀ­δυ­να­μί­α καὶ νὰ τὶς κρύ­ψει, λό­γου χά­ρη. Ἂν ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε, ἔ­βρι­σκε χά­πια, ἕ­να σω­ρό. Ντύ­θη­κε γρή­γο­ρα. Ἡ Ζω­ζὼ εἶ­χε βά­λει τὴ νυ­χτι­κιά της καὶ ξά­πλω­νε, πι­ά­νον­τας τὸ κε­φά­λι της. Νά, τώ­ρα θὰ ση­κω­θεῖ νὰ πι­εῖ τὶς ἀ­σπι­ρί­νες, σκε­φτό­ταν, κα­θὼς βρον­τοῦ­σε τὴν πόρ­τα πί­σω του. Ἀλ­λὰ δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε.

       Τέ­λει­ω­σε βι­α­στι­κὰ τὴ δου­λειά του καί, στὴν ἐ­πι­στρο­φή, πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὴ θεί­α τῆς Ζω­ζῶς, νὰ πά­ρει τὸ γιό του. Ἔ­φα­γε μὲ τὸ ζό­ρι καὶ μιὰ φέ­τα πε­πό­νι ποὺ τὸν τρα­τά­ρα­νε. Τὸ παι­δὶ τό ‘­χαν καὶ βα­φτι­σμέ­νο, κι ἐ­κεῖ­νοι ἄ­τε­κνοι, τὸ νι­ῶ­θαν σὰ δι­κό τους – ὅ­λη μέ­ρα ἐ­κεῖ· τὸ ἄλ­λο, τὸ κο­ρί­τσι, τό ‘­χε στεί­λει πα­ρα­θέ­ρι­ση στὸ χω­ριό, στὴ μά­να του. Στὸ δρό­μο ὁ πι­τσι­ρί­κος τρα­γου­δοῦ­σε ἀ­νέ­με­λα. Ἅ­πλω­σε κι ὁ Μα­νό­λης τρυ­φε­ρὰ τὸ χέ­ρι γύ­ρω στὸν ὦ­μο του καὶ τοῦ τσιμ­ποῦ­σε τὸ μά­γου­λο.

       Τὴν βρῆ­καν νὰ βλέ­πει τη­λε­ό­ρα­ση. Ξα­πλω­μέ­νη, ἀ­σά­λευ­τη.­.. Στὸ παι­δί, ἡ Ζω­ζώ, γιὰ νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τὴν ἀ­κε­φιά της, εἶ­πε πὼς ἦ­ταν λί­γο ἀ­δι­ά­θε­τη. Χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ τὸ σή­κω­σε ὁ Μα­νό­λης· ἔ­παιρ­νε κά­ποι­α φί­λη τους κι ἤ­θε­λε νὰ μά­θει τί θὰ γι­νό­ταν μὲ τὴν ἐκ­δρο­μὴ στὴ θά­λασ­σα ποὺ εἴ­χα­νε προ­γραμ­μα­τί­σει γιὰ αὔ­ριο – Σάβ­βα­το. «Μᾶλ­λον δὲ θὰ μπο­ρέ­σου­με», ψέλ­λι­σε ἀ­χνά, «για­τὶ ἡ Ζω­ζὼ ἔ­χει πο­νο­κέ­φα­λο.­.­.­». Πρό­σθε­σε ἀ­μέ­σως, πιὸ σι­γά: «Ἢ μᾶλ­λον, ἄ­κου.­.. ἂν ἔρ­θου­με μέ­χρι τὶς ὀ­χτὼ κα­λῶς, ἀλ­λι­ῶς νὰ φύ­γε­τε.» Πῆ­γε με­τὰ καὶ ψη­λα­φοῦ­σε πά­λι τὸ βα­θού­λω­μα. Σκέ­φτη­κε νὰ τὸ στο­κά­ρει. Εὐ­τυ­χῶς, στό­κος ὑ­πῆρ­χε μπό­λι­κος. Κα­θὼς ἀ­να­κά­τευ­ε τὴ σκό­νη μὲ τὸ νε­ρό, ἄ­κου­γε τὸ γιό του ποὺ τρα­γου­δοῦ­σε ἀ­μέ­ρι­μνος στὸ λου­τρό. Ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὸ στο­κά­ρι­σμα, χρη­σι­μο­ποί­η­σε καὶ τὴ σπά­του­λα γιὰ νὰ λειά­νει τὴν ἐ­πι­φά­νεια, κι ἕ­να βρεγ­μέ­νο πα­νά­κι. Μὲ ἄ­πει­ρη προ­σο­χή, σὰ νά ‘­φτια­χνε καλ­λι­τέ­χη­μα. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ σκε­φτό­ταν πὼς ὅ,τι καὶ νά ‘­κα­νε, μπο­ρεῖ ἕ­να ξέ­νο μά­τι νὰ ξε­γε­λι­ό­ταν καὶ νὰ μὴν τὸ πρό­σε­χε, οἱ δυ­ό τους ὅ­μως θὰ τὸ ἤ­ξε­ραν — καὶ ἡ πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­νω­μα­λί­α στὸ ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τῆς πόρ­τας ἢ ἡ δι­α­φο­ρὰ στὸ χρῶ­μα, θὰ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ νὰ τοὺς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει αὐ­τὸ ποὺ ἔ­γι­νε. Ἐν­δε­χο­μέ­νως, θὰ τοὺς θύ­μι­ζε καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα ποὺ εἴ­χα­νε συμ­βεῖ στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ μεί­να­νε χω­ρὶς στο­κά­ρι­σμα. Συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε, θαρ­ρεῖς, τὴν ἐ­νο­χή του, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὅ­μως κα­τα­βά­θος πί­στευ­ε πώς, ἂν τοῦ φε­ρό­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά, τί­πο­τα δὲ θὰ συ­νέ­βαι­νε. Ὕ­στε­ρα ἔ­στρω­σε τὸ παι­δὶ νὰ κοι­μη­θεῖ. Κι ὅ­ταν πῆ­γε κι ἡ Ζω­ζὼ γιὰ ὕ­πνο, κλεί­στη­κε στὴν κου­ζί­να καὶ μέ­τρη­σε τὶς ἀ­σπι­ρί­νες: Λεί­πα­νε μό­νο δύ­ο.

       Ρί­χνον­τας μιὰ τε­λευ­ταί­α ἐ­ξε­τα­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ ἔρ­γο του —πρώ­τη φο­ρὰ κα­τα­πι­α­νό­ταν μὲ τέ­τοι­α λε­πτο­δου­λειά— δι­α­πί­στω­σε πὼς τὸ βα­θού­λω­μα εἶ­χε σχε­δὸν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Ἴ­σως βέ­βαι­α, ἀρ­γό­τε­ρα, νὰ χρει­α­ζό­ταν λί­γο ἀ­κό­μη τρί­ψι­μο, μὲ τὸ γυ­α­λό­χαρ­το. Γιὰ τὴν ὥ­ρα, ἀ­πό­με­νε ἕ­νας ἄ­σπρος λε­κὲς ποὺ στέ­γνω­νε. Μιὰ στάμ­πα ὑ­γρὴ στὸ κέν­τρο τῆς —ἀ­σπρι­δε­ρῆς ἐ­πι­σης— πόρ­τας· ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως στέ­γνω­νε τό­σο πιὸ γα­λα­κτε­ρὴ γι­νό­ταν καὶ ξε­χώ­ρι­ζε.

       Βγῆ­κε στὸ μπαλ­κό­νι καὶ κά­θη­σε κάμ­πο­ση ὥ­ρα ἐ­κεῖ, βυ­θι­σμέ­νος στὴ σι­ω­πή. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα ἔ­κα­νε ἀ­νυ­πό­φο­ρη ζέ­στη, ἀλ­λὰ τώ­ρα κά­που ξέ­μα­κρα, ἄ­στρα­φτε. Εὔ­κο­λα μάν­τευ­ες πὼς κα­τέ­φθα­νε μιὰ ἀ­να­κου­φι­στι­κή, κα­θαρ­τή­ρια βρο­χή.

       Ἔ­πε­σε τέ­λος κι αὐ­τός, στε­νά­ζον­τας, στὸ κρε­βά­τι. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἔ­νι­ω­θε κά­τι νὰ μα­λα­κώ­νει μέ­σα του, ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ. Ἡ Ζω­ζὼ δί­πλα του οὔ­τε σά­λευ­ε. Κα­θὼς ἀ­κούμ­πη­σαν οἱ πλά­τες τους, σκέ­φτη­κε ἄ­θε­λά του πὼς τέ­τοι­α μέ­ρα, συ­νή­θως κά­ναν ἔ­ρω­τα. Καὶ τί θὰ γι­νό­ταν μὲ τὴν αὐ­ρια­νὴ ἐκ­δρο­μὴ – οὔ­τε πρό­λα­βαν νὰ τὸ κου­βεν­τιά­σουν. Ἀ­π’ τὴ μιὰ ἔ­νι­ω­θε θλί­ψη, κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ἦ­ταν ἀ­με­τα­νό­η­τος.

       Τὸν ξύ­πνη­σαν νω­ρὶς τὸ πρω­ὶ κά­ποι­α ξαφ­νι­κὰ μπουμ­που­νη­τά. Ἀ­π’ τὶς γρί­λι­ες ἔμ­παι­νε δυ­να­τὴ ψύ­χρα. Σὲ λί­γο, χον­τρὲς νε­ρο­στα­γό­νες χο­ρο­πη­δοῦ­σαν μὲ ὁρ­μή, κρο­τα­λί­ζον­τας πά­νω στὸ ὑ­πό­στε­γο καὶ τὸ τσι­μέν­το τῆς αὐ­λῆς. Ἡ βρο­χὴ ἐρ­χό­ταν, στὴν ὥ­ρα της, νὰ δώ­σει τὴ λύ­ση. Ἀ­πὸ μό­νη της —δυ­στυ­χῶς ἢ εὐ­τυ­χῶς— ἡ ἐκ­δρο­μὴ γιὰ τὸ μπά­νιο, φυ­σι­κά, μα­ται­ω­νό­ταν.

       Εὐ­και­ρί­α πρώ­της, σκε­φτό­ταν ὁ Μα­νό­λης, νὰ ἔ­παιρ­νε μπο­γιὰ καὶ νά ‘­βα­φε ὁ­λό­κλη­ρη τὴν πόρ­τα.

  

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Τὸ κλὰμπ καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1990).

 

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).  

 

Γιάννης Πατίλης, Τάσος Καλούτσας. Ἄνω πόλη Θεσσαλονίκης. 7 Μαΐου 2011.

  

Χρίστος Ρουμελιωτάκης: Χρονικό

 

 

Χρίστος Ρουμελιωτάκης

 

Χρονικό

 

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ λοι­πὸν ἐ­κεῖ­να εἶ­χε ξε­σπά­σει πά­λι ἡ ἐ­σω­κομ­μα­τι­κὴ δι­α­πά­λη. Μὲ τέ­τοι­α ἔν­τα­ση, ποὺ ἂν εἴ­χα­με πο­λυ­βό­λα θὰ εἴ­χα­με μεί­νει οἱ μι­σοί. Καὶ εὐ­τυ­χῶς πο­λυ­βό­λα εἶ­χε μό­νο ἡ φρου­ρά.

       Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια εἴ­χα­νε κα­θι­ε­ρω­θεῖ καὶ τρέ­χα­νε καὶ τὰ μέ­τρα ἐ­πι­ει­κεί­ας, ὅ­πως τὰ λέ­γα­νε. Στὴν ἀρ­χὴ μὲ τὸν Πλα­στή­ρα καὶ ὕ­στε­ρα μὲ τὸν Πα­πά­γο. Μπο­ροῦ­σες, δη­λα­δή, νὰ ζη­τή­σεις τὴν ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση τῆς δί­κης σου. Ἔ­τσι πολ­λὲς χι­λιά­δες, ποὺ εἴ­χα­νε κα­τα­δι­κα­σθεῖ, ἀ­κό­μη καὶ δὶς ἢ τρὶς εἰς θά­να­τον, εἶ­χαν ἐ­πι­τύ­χει τὸν με­τρια­σμὸ τῆς ποι­νῆς τους ἢ ἀ­κό­μη καὶ τὴν πλή­ρη ἀ­θώ­ω­σή τους.

       Τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Σπύ­ρου Π. ἀ­πὸ τὴν Κέρ­κυ­ρα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια στὴ φυ­λα­κή, τὸ Ἀ­να­θε­ω­ρη­τι­κὸ τὸν εἶ­χε κρί­νει ἀ­θῶ­ο καὶ εἶ­χε δι­α­τά­ξει τὴν ἀ­πό­λυ­σή του. Καὶ γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τό, νά, τώ­ρα, ἔ­πλε­νε τὰ ροῦ­χα του καὶ ἑ­τοι­μα­ζό­ταν. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἐ­κεῖ, στὴ βρύ­ση, ἔ­γι­νε ὁ ἀ­κό­λου­θος δι­ά­λο­γος μὲ τὸν συμ­πο­λί­τη του Ν.Κ., ποὺ κι αὐ­τός, δί­πλα του, ἔ­πλε­νε τὰ δι­κά του, τὰ χι­λι­ομ­πα­λω­μέ­να, ἀλ­λὰ ποὺ εἶ­χε τα­χθεῖ μὲ τοὺς ἄλ­λους.

       — Φεύ­γεις, λοι­πόν;

       — Ναί, φεύ­γω.

       — Καὶ θὰ πᾶς στὸ χω­ριό;

       — Ναί, θὰ πά­ω.

       — Καὶ θὰ βρεῖς τὴ γυ­ναί­κα σου;

       — Ναί, θὰ τὴ βρῶ.

       — Καὶ τ παι­δί;

       — Ναί, κα τ παι­δί.

       Ὅ­λος ὁ δι­ά­λο­γος αὐ­τὸς δὲν θὰ εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α ἂν δὲν κα­τέ­λη­γε στὴν τε­λευ­ταί­α ἐ­ρώ­τη­ση, ποὺ βέ­βαι­α μό­νο ἐ­ρώ­τη­ση δὲν ἦ­ταν, καὶ στὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πάν­τη­ση.

       — Καὶ τὸ παι­δί;

       — Ναί, καὶ τὸ παι­δί.

       Για­τὶ ὁ Σπύ­ρος ὁ Κερ­κυ­ραῖ­ος, ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ τοῦ Κων­σταν­τί­νου Θε­ο­τό­κη, ὅ­ταν μπῆ­κε στὴ φυ­λα­κὴ δὲν εἶ­χε παι­δί. Καὶ τώ­ρα, ὅ­λοι τὸ ξέ­ρα­νε, ἡ γυ­ναί­κα του, ἐκεῖ στοὺς Καρουσάδες, εἶχε ἕνα παιδὶ δυόμισι χρονῶ.

  

 

Πη­γή: Ἀνέκ­δο­το.

 

Χρί­στος Ρου­με­λι­ω­τά­κης (Ἀργυ­ρού­πο­λη Ρε­θύ­μνου, 1938). Ποι­η­τής. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ ἐργά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Κλει­στὴ θά­λασ­σα (1989, ποί­η­ση). Τε­λευ­ταῖο: Ἀποθῆκες ὑφά­λων ὅπλων, Δο­κί­μιο αὐτο­γνω­σί­ας (ἐκδ. Τυπω­θή­τω, Ἀθή­να, 2009).

 

Ὁ Χρί­στος Ρου­με­λιω­τά­κης δια­βά­ζει τὸ δι­ή­γη­μά του «Χρο­νι­κό» γιὰ τὸ Ἱστο­λό­γιο «Πλα­νό­διον-Ἱστο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα ἀπό­γευ­μα, 18-04-2011, στὸ Νέ­ο Η­ρά­κλειο. Ἐπι­μέ­λεια: Γιάν­νης Πα­τί­λης.

 

 

Τομπάιας Γούλφ (Tobias Wolff): Πὲς ναί

 

 

Τομπάιας Γούλφ (TobiasWolff)

 

Πὲς ναί

(Say yes)

 

­ΚΑ­ΝΑΝ ΤΗ ΛΑΝΤΖΑ, ἡ γυ­ναί­κα του ἐ­πλέ­νε τὰ πιά­τα κι αὐ­τὸς τὰ σκού­πι­ζε. Τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ τὰ εἶ­χε πλύ­νει ἐ­κεῖ­νος. Σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἄν­τρες ποὺ ἤ­ξε­ρε, ἐ­κεῖ­νος συ­νει­σέ­φε­ρε οὐ­σι­α­στι­κὰ στὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γους μῆ­νες εἶ­χε κρυ­φα­κού­σει μιὰ φί­λη τῆς γυ­ναί­κας του νὰ τὴ συγ­χαί­ρει ποὺ εἶ­χε ἕ­ναν τό­σο κα­λὸ σύ­ζυ­γο, καὶ εἶ­χε σκε­φτεῖ, Προ­σπα­θῶ. Τὸ νὰ βο­η­θά­ει στὸ πλύ­σι­μο τῶν πιά­των ἦ­ταν ἕ­νας τρό­πος ποὺ εἶ­χε βρεῖ γιὰ νὰ ἀ­πο­δει­κνύ­ει πό­σο κα­λὸς σύ­ζυ­γος ἦ­ταν.

       Μι­λοῦ­σαν πε­ρὶ ἀ­νέ­μων καὶ ὑ­δά­των καὶ κά­πως ἦρ­θε ἡ κου­βέν­τα στὸ ἂν πρέ­πει οἱ λευ­κοὶ νὰ παν­τρεύ­ον­ται μὲ μαῦ­ρες ἢ τὸ ἀν­τί­στρο­φο. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε ὅ­τι, ἂν τὰ ἔ­βα­ζες κά­τω, ἦ­ταν μᾶλ­λον κα­κὴ ἰ­δέ­α.

      «Για­τί;» τὸν ρώ­τη­σε.

      Ὧ­ρες-ὧ­ρες, ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­παιρ­νε ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ὕ­φος: ἔ­σμι­γε τὰ φρύ­δια, δάγ­κω­νε τὸ κά­τω χεί­λι καὶ κάρ­φω­νε τὸ βλέμ­μα της κά­που χα­μη­λά. Ὅ­ταν τὴν ἔ­βλε­πε ἔ­τσι, κα­τα­λά­βαι­νε ἀ­μέ­σως ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ κρα­τή­σει τὸ στό­μα του κλει­στό, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν τὸ ἔ­κα­νε. Μά­λι­στα, κά­τι τὸν ἔ­σπρω­χνε νὰ μι­λά­ει ἀ­κό­μα πιὸ πο­λύ. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε πά­ρει τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ ὕ­φος.

      «Για­τί;» τὸν ξα­να­ρώ­τη­σε καὶ στα­μά­τη­σε μὲ τὸ χέ­ρι της μέ­σα σ’ ἕ­να μπόλ, δί­χως νὰ τὸ πλέ­νει πα­ρὰ κρα­τών­τας το μό­νο πά­νω ἀ­π’ τὴ σα­που­νά­δα.

      «Ἄ­κου», τῆς εἶ­πε, «εἶ­χα συμ­μα­θη­τὲς μαύ­ρους, ἔ­χω συ­νερ­γα­στεῖ μὲ μαύ­ρους, ἔ­χω μεί­νει στὴν ἴ­δια γει­το­νιὰ μὲ μαύ­ρους, καὶ πάν­τα τὰ πη­γαί­να­με μιὰ χα­ρά. Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σει κα­θό­λου νὰ ὑ­παι­νίσ­σε­σαι ὅ­τι εἶ­μαι ρα­τσι­στής».

      «Δὲν ὑ­παι­νίσ­σο­μαι τί­πο­τα», εἶ­πε ἐ­κεί­νη κι ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ πλέ­νει τὸ μπόλ, στρι­φο­γυρ­νών­τας το στὸ χέ­ρι της σὰν νὰ τὸ σμί­λευ­ε. «Ἁ­πλά, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τί πει­ρά­ζει νὰ παν­τρεύ­ε­ται λευ­κὸς μὲ μαύ­ρη ἢ μαῦρος μὲ λευ­κή.»

      «Ἔ­χουν ἄλ­λη κουλ­τού­ρα ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας. Στῆ­σε μιὰ φο­ρὰ αὐ­τὶ νὰ τοὺς ἀ­κού­σεις – ἔ­χουν καὶ τὴ δι­κή τους γλώσ­σα ἀ­κό­μα. Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω πρό­βλη­μα μ’ αὐ­τό, μ’­ἀ­ρέ­σει νὰ τοὺς ἀ­κού­ω νὰ μι­λᾶ­νε» —κι ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ὅ­ταν τοὺς ἄ­κου­γε, τὸν πλημ­μύ­ρι­ζε ἕ­να ἀ­νε­ξή­γη­το αἴ­σθη­μα εὐ­δαι­μο­νί­ας— «ἀλ­λὰ ἡ γλώσ­σα τους εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Ἕ­να ἄ­το­μο ἀ­πὸ τὸν δι­κό τους πο­λι­τι­σμὸ κι ἕ­να ἄ­το­μο ἀ­πὸ τὸν δι­κό μας, δὲν γί­νε­ται νὰ γνω­ρί­σουν πο­τὲ ἀ­λη­θι­νὰ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο».

      «Ὅ­πως γνω­ρί­ζεις ἐ­σὺ ἐ­μέ­να, δη­λα­δή;» ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα του.

      «Ναί. Ὅ­πως γνω­ρί­ζω ἐ­γὼ ἐ­σέ­να.»

      «Ἄν, ὅ­μως, ἀ­γα­πι­οῦν­ται», εἶ­πε. Τώ­ρα ἐ­πλέ­νε μὲ πιὸ γορ­γὲς κι­νή­σεις, δί­χως νὰ τὸν κοι­τά­ζει.

      Ὤ, Θε­έ μου, συλ­λο­γί­στη­κε ἐ­κεῖ­νος. «Ἐν­τά­ξει, μὴν ἀ­κοῦς ἐ­μέ­να», εἶ­πε. «Γιὰ δές, ὅ­μως, τὶς στα­τι­στι­κές. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι μι­κτοὶ γά­μοι δι­α­λύ­ον­ται.»

      «Οἱ στα­τι­στι­κές!» Ἡ γυ­ναί­κα του στοί­βα­ζε τὰ πιά­τα μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα στὸ στραγ­γι­στή­ρι ἐ­νῶ μό­λις ποὺ τὰ εἶ­χε πε­ρά­σει μὲ τὸ σφουγ­γά­ρι. Πολ­λὰ εἶ­χαν λί­πη ἀ­κό­μα, ὑ­πῆρ­χαν κομ­μα­τά­κια φα­γη­τοῦ ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια τῶν πι­ρου­νι­ῶν. «Ὡ­ραί­α», εἶ­πε. «Καὶ αὐ­τοὶ ποὺ εἶ­ναι ἀ­πὸ ἄλ­λες χῶ­ρες; Ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι ἔ­χεις τὴν ἴ­δια ἄ­πο­ψη καὶ γιὰ τοὺς ξέ­νους ποὺ παν­τρεύ­ον­ται με­τα­ξύ τους».

      «Πράγ­μα­τι», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος, «τὸ ἴ­διο πι­στεύ­ω καὶ γι’ αὐ­τούς. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ κα­τα­λά­βεις κά­ποι­ον ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἕ­να πε­ρι­βάλ­λον τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κό;»

      «Δι­α­φο­ρε­τι­κό», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα του. «Ὄ­χι ἴ­διο, ὅ­πως ἐ­μεῖς.»

      «Ναί, δι­α­φο­ρε­τι­κό», τῆς πέ­τα­ξε, θυ­μω­μέ­νος μα­ζί της ποὺ κα­τέ­φευ­γε στὸ τέ­χνα­σμα τοῦ νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τὶς δι­κές του λέ­ξεις ἔ­τσι ὥ­στε νὰ ἠ­χοῦν ἀ­νό­η­τες ἢ ὑ­πο­κρι­τι­κές. «Αὐ­τὰ εἶ­ναι βρό­μι­κα», εἶ­πε καὶ ξα­να­πέ­τα­ξε ὅ­λα τα μα­χαι­ρο­πί­ρου­να μὲς στὸ νε­ρο­χύ­τη.

      Τὸ νε­ρὸ εἶ­χε γί­νει θο­λὸ καὶ γκρί­ζο. Ἐ­κεί­νη τὸ κοί­τα­ξε μὲ σφιγ­μέ­να χεί­λη, κι ὕ­στε­ρα βύ­θι­σε τὰ χέ­ρια της κά­τω ἀ­π’ τὴν ἐ­πι­φά­νεια. «Ἄ­ουτς!» ἔ­κα­νε κι ἀ­να­πή­δη­σε. Ἔ­πι­α­σε τὸ δε­ξί της χέ­ρι ἀ­π’ τὸν καρ­πὸ καὶ τὸ σή­κω­σε ψη­λά. Ὁ ἀν­τί­χει­ράς της ἔ­τρε­χε αἷ­μα.

      «Ἄνν, μὴ κου­νη­θεῖς», τῆς εἶ­πε. «Μεῖ­νε ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­σαι». Ἔ­τρε­ξε ἐ­πά­νω, στὸ λου­τρό, καὶ ψα­χού­λε­ψε στὸ ντου­λα­πά­κι τοῦ φαρ­μα­κεί­ου γιὰ νὰ βρεῖ οἰ­νό­πνευ­μα, βαμ­βά­κι καὶ λευ­κο­πλάστ. Ὅ­ταν ξα­να­κα­τέ­βη­κε, τὴ βρῆ­κε ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸ ψυ­γεῖ­ο, μὲ τὰ μά­τια κλει­στά, νὰ κρα­τά­ει ἀ­κό­μα τὸ χέ­ρι της. Πῆ­ρε τὸ χέ­ρι καὶ σφούγ­γι­σε τὸν ἀν­τί­χει­ρά της μὲ τὸ βαμ­βά­κι. Τὸ αἷ­μα εἶ­χε στα­μα­τή­σει. Πί­ε­σε τὸ δά­χτυ­λο νὰ δεῖ πό­σο βα­θιὰ ἦ­ταν ἡ πλη­γὴ καὶ φά­νη­κε μό­νο μιὰ αἱ­μά­τι­νη στα­γό­να, τρε­μου­λια­στὴ καὶ κα­τα­κόκ­κι­νη, ποὺ ἔ­πε­σε στὸ πά­τω­μα. Ἐ­κεί­νη τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε πά­νω ἀ­π’ τὸν ἀν­τί­χει­ρά της μὲ κα­τη­γό­ρια. «Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα», τῆς εἶ­πε. «Αὔ­ριο οὔ­τε ποὺ θὰ φαί­νε­ται.» Ἤλ­πι­ζε ὅ­τι θὰ ἐ­κτι­μοῦ­σε ἡ γυ­ναί­κα του τὸ πῶς εἶ­χε σπεύ­σει νὰ τὴν πε­ρι­ποι­η­θεῖ. Τὸ εἶ­χε κά­νει ἀ­πὸ γνή­σιο ἐν­δι­α­φέ­ρον, δί­χως νὰ σκε­φτεῖ νὰ ζη­τή­σει κά­τι σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα, τώ­ρα, ὅ­μως, τοῦ πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ νοῦ ὅ­τι θὰ ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κὴ κί­νη­ση ἐκ μέ­ρους της νὰ μὴν ἐ­πα­νέλ­θει σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κου­βέν­τα, για­τί τὸν εἶ­χε κου­ρά­σει. «Θὰ τὰ τε­λει­ώ­σω ἐ­γώ», τῆς εἶ­πε. «Ἐ­σὺ ἄν­τε νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς.»

      «Δὲν πει­ρά­ζει», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Θὰ τὰ σκου­πί­ζω.»

      Ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ πλέ­νει πά­λι τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να, προ­σέ­χον­τας ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πι­ρού­νια.

      «Ὁ­πό­τε», εἶ­πε ἐ­κεί­νη, «ἂν ἤ­μουν μαύ­ρη δὲν θὰ μὲ εἶ­χες παν­τρευ­τεῖ».

      «Ἄνν, γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ πιά!»

      «Μά, αὐ­τὸ δὲν εἶ­πες;»

      «Ὄ­χι, δὲν εἶ­πα αὐ­τό. Τὸ ὅ­λο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι γε­λοῖ­ο. Ἂν ἤ­σουν μαύ­ρη, τὸ πι­θα­νό­τε­ρο εἶ­ναι ὅ­τι δὲν θὰ εἴ­χα­με πο­τὲ γνω­ρι­στεῖ. Ἐ­σὺ θὰ εἶ­χες τὶς πα­ρέ­ες σου κι ἐ­γὼ τὶς δι­κές μου. Ἡ μό­νη μαύ­ρη κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σα πραγ­μα­τι­κὰ ἦ­ταν ἡ παρ­τε­νέρ μου στὸν ρη­το­ρι­κὸ ὅ­μι­λο, καὶ τό­τε τὰ εἶ­χα ἤ­δη φτιά­ξει μα­ζί σου.»

      «Ἄν, ὅ­μως, μὲ γνώ­ρι­ζες καὶ ἤ­μουν μαύ­ρη;»

      «Τό­τε τὸ πι­θα­νό­τε­ρο εἶ­ναι ὅ­τι θὰ τὰ εἶ­χες ἤ­δη μὲ κά­ποι­ον μαῦ­ρο.» Πῆ­ρε τὸ ντοὺς τοῦ νε­ρο­χύ­τη καὶ ξέ­πλυ­νε τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να. Τὸ νε­ρὸ ἦ­ταν τό­σο καυ­τὸ ποὺ τὸ ἀ­τσά­λι ἔ­γι­νε στιγ­μια­ία γα­λα­ζω­πὸ πρὶν ξα­να­πά­ρει τὸ ἀ­ση­μέ­νιο χρῶ­μα του.

      «Ἂς ποῦ­με ὅ­τι δὲν τὰ εἶ­χα μὲ κα­νέ­να», συ­νέ­χι­σε ἐ­κεί­νη. «Πὲς ὅ­τι εἶ­μαι μαύ­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη, γνω­ρί­ζω ἐ­σέ­να κι ἐ­ρω­τευ­ό­μα­στε.»

      Τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιά. Τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ μά­τια ποὺ ἔ­λαμ­παν. «Ἄ­κου», τῆς εἶ­πε, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ τὴ λο­γι­κέ­ψει, «αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται. Ἂν ἤ­σουν μαύ­ρη δὲν θὰ ἤ­σουν ἐ­σύ». Κα­θὼς τὸ ἔ­λε­γε αὐ­τό, συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ἴ­σχυ­ε πέ­ρα γιὰ πέ­ρα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἡ πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α πὼς ἂν ἦ­ταν μαύ­ρη δὲν θὰ ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ποὺ ἦ­ταν. Κι ἔ­τσι ἐ­πα­νέ­λα­βε: «Ἂν ἤ­σουν μαύ­ρη, δὲν θὰ ἤ­σουν ἐ­σύ.»

      «Τὸ ξέ­ρω», εἶ­πε, «ἀλ­λά, ἔ­τσι, πές».

      Ἐ­κεῖ­νος πῆ­ρε βα­θιὰ ἀ­να­πνο­ή. Τὴν εἶ­χε κερ­δί­σει μὲ τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μά του, ἀλ­λὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τὸν δι­α­κα­τέ­χει μιὰ ἀ­νη­συ­χί­α. «Νὰ πῶ τί;» ρώ­τη­σε.

      «Πὲς ὅ­τι εἶ­μαι μαύ­ρη, κι ὅ­τι εἶ­μαι ἀ­κό­μα ἐ­γώ, κι ἐ­ρω­τευ­ό­μα­στε. Θὰ μὲ παν­τρευ­τεῖς;»

      Ἐ­κεῖ­νος τὸ σκέ­φτη­κε.

      «Λοι­πόν;» τοῦ εἶ­πε κι ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πιὸ κον­τά του. Τὰ μά­τια της ἀ­στρα­πο­βο­λοῦ­σαν. «Θὰ μὲ παν­τρευ­τεῖς;»

      «Τὸ σκέ­φτο­μαι», τῆς εἶ­πε.

      «Δὲν θὰ τὸ κά­νεις, εἶ­ναι ὁ­λο­φά­νε­ρο. Θὰ πεῖς ὄ­χι.»

      «Νο­μί­ζω ὅ­τι βι­ά­ζε­σαι πο­λύ», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος. «Ἔ­χου­με πολ­λὰ πράγ­μα­τα νὰ βά­λου­με κά­τω. Δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ κά­νου­με κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ με­τα­νι­ώ­νου­με σ’ ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή μας.»

      «Ἄ­σε ἔ­ξω τὴ λο­γι­κή. Ναὶ ἢ ὄ­χι;»

      «Ἐ­φό­σον τὸ θέ­τεις ἔ­τσι…»

      «Ναὶ ἢ ὄ­χι.»

      «Κα­λά, Ἂνν – ἐν­τά­ξει. Ὄ­χι.»

      «Εὐ­χα­ρι­στῶ», τοῦ εἶ­πε καὶ φεύ­γον­τας ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να πῆ­γε στὸ σα­λό­νι. Ἕ­να λε­πτὸ με­τά, τὴν ἄ­κου­σε ποὺ ξε­φύλ­λι­ζε ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ θυ­μω­μέ­νη ὥ­στε πραγ­μα­τι­κὰ νὰ τὸ δι­α­βά­ζει, ἀλ­λὰ δὲν γύ­ρι­ζε ἀ­πό­το­μα τὶς σε­λί­δες ὅ­πως θὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸς ἂν βρι­σκό­ταν σὲ πα­ρό­μοι­α θέ­ση. Τὶς γύ­ρι­ζε ἀρ­γὰ-ἀρ­γά, σὰν νὰ με­λε­τοῦ­σε τὴν κά­θε ἀ­ρά­δα. Τοῦ ἔ­κα­νε ἐ­πί­δει­ξη τῆς ἀ­δι­α­φο­ρί­ας της καὶ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­δει­ξη εἶ­χε τὴν ἐ­πι­θυ­μη­τὴ ἐ­πί­δρα­ση πά­νω του. Τὸν πλή­γω­νε.

      Δὲν εἶ­χε ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γὴ πα­ρὰ νὰ τῆς δεί­ξει κι αὐ­τὸς τὴ δι­κή του ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Ἔ­πλυ­νε ἥ­συ­χα καὶ προ­σε­κτι­κά τα ὑ­πό­λοι­πα πιά­τα. Με­τὰ τὰ σκού­πι­σε καὶ τὰ ἔ­βα­λε στὸ ντου­λά­πι. Σκού­πι­σε τοὺς πάγ­κους, τὴν ἑ­στί­α τῆς κου­ζί­νας κι ἔ­σκυ­ψε νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ πά­τω­μα στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ εἶ­χε πέ­σει ἡ στα­γό­να τοῦ αἵ­μα­τος. Πά­νω ἐ­κεῖ ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι ἦ­ταν εὐ­και­ρί­α νὰ τὸ σφουγ­γα­ρί­σει ὅ­λο. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε, ἡ κου­ζί­να ἦ­ταν σὰν και­νού­ρια, ὅ­πως τὴ μέ­ρα ποὺ ὁ με­σί­της τοὺς ἔ­δει­χνε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸ σπί­τι, πρὶν κὰν ἐγ­κα­τα­στα­θοῦν ἐ­κεῖ.

      Πῆ­ρε τὴ σα­κού­λα τῶν σκου­πι­δι­ῶν καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω. Ἦ­ταν ἀ­νέ­φε­λη ἡ βρα­διὰ καὶ στὰ δυ­τι­κά, ἐ­κεῖ ποὺ δὲν ἔ­φτα­ναν τὰ φῶ­τα τῆς πό­λης, δι­α­κρί­νον­ταν με­ρι­κὰ ἀ­στέ­ρια. Στὸ Ἒλ Κα­μί­νο, ἡ κί­νη­ση τῶν αὐ­το­κι­νή­των ἦ­ταν ἀ­ραι­ὴ καὶ στα­θε­ρή, σὰν ἤ­ρε­μο πο­τά­μι. Ἔ­νι­ω­θε ντρο­πὴ ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­τρέ­ψει στὴ γυ­ναί­κα του νὰ τὸν πα­ρα­σύ­ρει σ’ αὐ­τὸ τὸν κα­βγά. Σὲ κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ χρό­νια ἀ­πὸ τώ­ρα θὰ ἦ­ταν καὶ οἱ δυ­ό τους πε­θα­μέ­νοι. Τί ση­μα­σί­α θὰ εἶ­χαν ὅ­λα αὐ­τὰ τό­τε; Συλ­λο­γί­στη­κε τὰ χρό­νια ποὺ εἶ­χαν ζή­σει μα­ζὶ καὶ πό­σο στε­νὴ ἦ­ταν ἡ σχέ­ση τους, πό­σο κα­λὰ γνώ­ρι­ζαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, κι ἔ­νιω­σε ἕ­να κόμ­πο στὸ λα­ρύγ­γι ποὺ δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ πά­ρει ἀ­νά­σα. Ἕ­να φούν­τω­μα ἁ­πλώ­θη­κε στὸ πρό­σω­πο καὶ τὸ λαι­μό του. Μιὰ ζέ­στη πλημ­μύ­ρι­σε τὸ στῆ­θος του. Στά­θη­κε ἐ­κεῖ γιὰ λί­γο, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας αὐ­τὲς τὶς αἰ­σθή­σεις, κι ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τὴ σα­κού­λα καὶ βγῆ­κε στὴν πί­σω αὐ­λή.

      Τὰ δυ­ὸ ἀ­δέ­σπο­τα σκυ­λιὰ τῆς γω­νί­ας εἶ­χαν τρα­βή­ξει πά­λι τὸν κά­δο τῶν σκου­πι­δι­ῶν πιὸ πέ­ρα. Τὸ ἕ­να κυ­λι­ό­ταν κα­τα­γῆς ἀ­νά­σκε­λα, ἐ­νῶ τὸ ἄλ­λο εἶ­χε κά­τι στὸ στό­μα του. Γρυ­λί­ζον­τας, τὸ πέ­τα­ξε στὸν ἀ­έ­ρα, ἔ­κα­νε ἕ­να ἅλ­μα καὶ τὸ ἔπι­α­σε, γρύ­λι­σε ξα­νὰ καὶ κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι πέ­ρα-δῶ­θε. Ὅ­ταν τὸν εἶ­δαν νὰ πλη­σιά­ζει, ἔ­σπευ­σαν νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦν μὲ κο­φτά, λε­πτε­πί­λε­πτα βή­μα­τα. Σὲ ἄλ­λη πε­ρί­πτω­ση θὰ τοὺς πέ­τα­γε πέ­τρες, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὰ ἄ­φη­σε νὰ φύ­γουν.

      Τὸ σπί­τι ἦ­ταν σκο­τει­νὸ ὅ­ταν ξα­ναμ­πῆ­κε μέ­σα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν στὸ μπά­νιο. Κον­το­στά­θη­κε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα καὶ φώ­να­ξε τὸ ὄ­νο­μά της. Τὴν ἄ­κου­σε ποὺ με­τα­κι­νοῦ­σε κά­τι μπου­κα­λά­κια, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. «Ἄνν, συ­γνώ­μη – εἰ­λι­κρι­νά», εἶ­πε. «Θὰ ἐ­πα­νορ­θώ­σω, στὸ ὑ­πό­σχο­μαι.»

      «Πῶς;» τὸν ρώ­τη­σε.

      Αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση δὲν τὴν πε­ρί­με­νε. Ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς της, ποὺ εἶ­χε μιὰ νό­τα ἤ­ρε­μη καὶ τε­λε­σί­δι­κη, μιὰ νό­τα πρω­τά­κου­στη γιὰ τὰ αὐ­τιά του, κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ δώ­σει τὴ σω­στὴ ἀ­πάν­τη­ση. Ἔ­γει­ρε πά­νω στὴν πόρ­τα. «Θὰ σὲ παν­τρευ­τῶ», ψι­θύ­ρι­σε.

      «Θὰ δοῦ­με», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Ἄν­τε στὸ κρε­βά­τι. Ἔρ­χο­μαι σὲ λί­γο.»

      Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα του καὶ χώ­θη­κε κά­τω ἀ­π’ τὰ σκε­πά­σμα­τα. Κά­ποια στιγ­μὴ ἄ­κου­σε ἐ­πι­τέ­λους τὴν πόρ­τα τοῦ μπά­νιου νὰ ἀ­νοί­γει καὶ νὰ κλεί­νει πά­λι.

      «Σβῆ­σε τὸ φῶς», τοῦ εἶ­πε ἀ­π’ τὸ δι­ά­δρο­μο.

      «Τί;»

      «Σβῆ­σε τὸ φῶς.»

      Ἐ­κεῖ­νος ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τρά­βη­ξε τὴν ἁ­λυ­σί­δα τοῦ πορ­τα­τίφ. Τὸ δω­μά­τιο βυ­θί­στη­κε στὸ σκο­τά­δι. «Ἐν­τά­ξει», εἶ­πε. Ἔ­μει­νε νὰ κεί­τε­ται ξα­πλω­μέ­νος, ἀλ­λὰ τί­πο­τα δὲν συ­νέ­βη. «Ἐν­τά­ξει», εἶ­πε πά­λι. Ὕ­στε­ρα ἄ­κου­σε μιὰ κί­νη­ση στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου. Ἀ­να­κά­θι­σε, μὰ δὲν ἔ­βλε­πε τὴ μύ­τη του. Ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε πά­λι σι­ω­πή. Ἡ καρ­διά του χτυ­ποῦ­σε ὅ­πως τὸ πρῶ­το-πρῶ­το βρά­δυ ποὺ πέ­ρα­σαν μα­ζί, χτυ­ποῦ­σε ὅ­πως ὅ­ταν ξύ­πνα­γε κα­μιὰ φο­ρὰ τὴ νύ­χτα ἀ­πὸ κά­ποι­ο θό­ρυ­βο κι ἔ­στη­νε αὐ­τὶ μή­πως τὸν ξα­να­κού­σει – τὸν θό­ρυ­βο κά­ποι­ου ποὺ κι­νεῖ­ται μὲς στὸ σπί­τι, μιᾶς πα­ρου­σί­ας ξέ­νης.

 

Ὁ Το­μπά­ιας Γοὺλφ δια­βά­ζει τὸ δι­ή­γη­μά του «Say Yes» στὴ Βρα­διὰ Πε­ζο­γρα­φί­ας 2008 στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο. Πα­ρα­τί­θε­ται τὸ ἀγ­γλι­κὸ πρω­τό­τυ­πο:

 

 

Tobias Wolff

 

Say Yes

 

THEY WERE DOING THE DISHES, his wife washing while he dried. He’d washed the night before. Unlike most men he knew, he really pitched in on the housework. A few months earlier he’d overheard a friend of his wife’s congratulate her on having such a considerate husband, and he thought, I try. Helping out with the dishes was a way he had of showing how considerate he was.

       They talked about different things and somehow got on the subject of whether white people should marry black people. He said that all things considered, he thought it was a bad idea.

      “Why?” she asked.

      Sometimes his wife got this look where she pinched her brows together and bit her lower lip and stared down at something. When he saw her like this he knew he should keep his mouth shut, but he never did. Actually it made him talk more. She had that look now.

      “Why?” she asked again, and stood there with her hand inside a bowl, not washing it but just holding it above the water.

      “Listen,” he said, “I went to school with blacks, and we’ve always gotten along just fine. I don’t need you coming along now and implying that I’m a racist.”

      “I didn’t imply anything,” she said, and began washing the bowl again, turning it around in her hand as though she were shaping it. “I just don’t see what’s wrong with a white person marrying a black person, that’s all.”

      “They don’t come from the same culture as we do. Listen to them sometime – they even have their own language. That’s okay with me, I like hearing them talk” – he did; for some reason it always made him feel happy – “but it’s different. A person from their culture and a person from our culture could never really know each other.”

      “Like you know me?” his wife asked.

      “Yes. Like I know you.”

      “But if they love each other,” she said. She was washing faster now, not looking at him.

      Oh boy, he thought. He said, “Don’t take my word for it. Look at the statistics. Most of those marriages break up.”

      “Statistics.” She was piling dishes on the drainboard at a terrific rate, just swiping at them with the cloth. Many of them were greasy, and there were flecks of food between the tines of the forks. “All right,” she said, “what about foreigners? I suppose you think the same thing about two foreigners getting married.”

      “Yes,” he said, “as a matter of fact I do. How can you understand someone who comes from a completely different background?”

      “Different,” said his wife. “Not the same, like us.”

      “Yes, different,” he snapped, angry with her for resorting to this trick of repeating his words so that they sounded crass, or hypocritical. “These are dirty,” he said, and dumped all the silverware back into the sink.

      The water had gone flat and gray. She stared down at it, her lips pressed tight together, then plunged her hands under the surface. “Oh!” she cried, and jumped back. She took her right hand by the wrist and held it up. He thumb was bleeding.

      “Ann, don’t move,” he said. “Stay right there.” He ran upstairs to the bathroom and rummaged in the medicine chest for alcohol, cotton, and a Band-Aid. When he came back down she was leaning against the refrigerator with her eyes closed, still holding her hand. He took the hand and dabbed at her thumb with the cotton. The bleeding had stopped. He squeezed it to see how deep the wound was and a single drop of blood welled up, trembling and bright, and fell to the floor. Over the thumb she stared at him accusingly. “It’s shallow,” he said. “Tomorrow you won’t even know it’s there.” He hoped that she appreciated how quickly he had come to her aid. He’d acted out of concern for her, with no thought of getting anything in return, but now the thought occurred to him that it would be a nice gesture on her part not to start up that conversation again, as he was tired of it. “I’ll finish up here,” he said. “You go and relax.”

      “That’s okay,” she said. “I’ll dry.”

      He began to wash the silverware again, giving a lot of attention to the forks.

      “So,” she said, “you wouldn’t have married me if I’d been black.”

      “For Christ’s sake, Ann!”

      “Well, that’s what you said, didn’t you?”

      “No, I did not. The whole question is ridiculous. If you had been black we probably wouldn’t even have met. You would have had your friends and I would have had mine. The only black girl I ever really knew was my partner in the debating club, and I was already going out with you by then.”

      “But if we had met, and I’d been black?”

      “Then you probably would have been going out with a black guy.” He picked up the rinsing nozzle and sprayed the silverware. The water was so hot that the metal darkened to pale blue, then turned silver again.

      “Let’s say I wasn’t,” she said. “Let’s say I am black and unattached and we meet and fall in love.”

      He glanced over at her. She was watching him and her eyes were bright. “Look,” he said, taking a reasonable tone, “this is stupid. If you were black you wouldn’t be you.” As he said this he realized it was absolutely true. There was no possible way of arguing with the fact that she would not be herself if she were black. So he said it again: “If you were black you wouldn’t be you.”

      “I know,” she said, “but let’s just say.”

      He took a deep breath. He had won the argument but he still felt cornered. “Say what?” he asked.

      “That I’m black, but still me, and we fall in love. Will you marry me?”

      He thought about it.

      “Well?” she said, and stepped close to him. Her eyes were even brighter. “Will you marry me?”

      “I’m thinking,” he said.

      “You won’t, I can tell. You’re going to say no.”

      “Since you put it that way – “

      “Yes or no.”

      “Jesus, Ann. All right. No.”

      She said “Thank you,” and walked from the kitchen into the living room. A moment later he heard her turning the pages of a magazine. He knew that she was too angry to be actually reading it, but she didn’t snap through the pages the way he would have done. She turned them slowly, as if she were studying every word. She was demonstrating her indifference to him, and it had the effect he knew she wanted it to have. It hurt him.

      He had no choice but to demonstrate his indifference to her. Quietly, thoroughly, he washed the rest of the dishes. Then he dried them and put them away. He wiped the counters and the stove and scoured the linoleum where the drop of blood had fallen. While he was at it, he decided, he might as well mop the whole floor. When he was done the kitchen looked new, the way it looked when they were first shown the house, before they had ever lived here.

      He picked up the garbage pail and went outside. The night was clear and he could see a few stars to the west, where the lights of the town didn’t blur them out. On El Camino the traffic was steady and light, peaceful as a river. He felt ashamed that he had let his wife get him into a fight. In another thirty years or so they would both be dead. What would all that stuff matter then? He thought of the years they had spent together, and how close they were, and how well they knew each other, and his throat tightened so that he could hardly breathe. His face and neck began to tingle. Warmth flooded his chest. He stood there for a while, enjoying these sensations, then picked up the pail and went out the back gate.

      The two mutts from down the street had pulled over the garbage can again. One of them was rolling around on his back and the other had something in her mouth. Growling, she tossed it into the air, leaped up and caught it, growled again and whipped her head from side to side. When they saw him coming they trotted away with short, mincing steps. Normally he would heave rocks at them, but this time he let them go.

      The house was dark when he came back inside. She was in the bathroom. He stood outside the door and called her name. He heard bottles clinking, but she didn’t answer him. “Ann, I’m really sorry,” he said. “I’ll make it up to you, I promise.”

      “How?” she asked.

      He wasn’t expecting this. But from a sound in her voice, a level and definite note that was strange to him, he knew that he had to come up with the right answer. He leaned against the door. “I’ll marry you,” he whispered.

      “We’ll see,” she said. “Go on to bed. I’ll be out in a minute.”

      He undressed and got under the covers. Finally he heard the bathroom door open and close.

      “Turn off the light,” she said from the hallway.

      “What?”

      “Turn off the light.”

      He reached over and pulled the chain on the bedside lamp. The room went dark. “All right,” he said. He lay there, but nothing happened. “All right,” he said again. Then he heard a movement across the room. He sat up, but he couldn’t see a thing. The room was silent. His heart pounded the way it had on their first night together, the way it still did when he woke at a noise in the darkness and waited to hear it again – the sound of someone moving through the house, a stranger.

 

  

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

Τομπάιας Γούλφ (Tobias Wolff) (Μπέρ­μιγ­χαμ, Ἀ­λαμ­πά­μα, 1945). Εἶ­ναι γνω­στὸς γιὰ τὰ χρο­νι­κὰ τοῦ T­h­is B­o­y­’s L­i­fe, κα­θὼς καὶ γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του, ἐ­νῶ ἔ­χει γρά­ψει καὶ δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Οἱ κρι­τι­κοὶ τὸν κα­τέ­τα­ξαν στὸ κί­νη­μα τοῦ βρό­μι­κου ρε­α­λι­σμοῦ μα­ζὶ μὲ τὸν Ρέ­ι­μοντ Κάρ­βερ καὶ μί­λη­σαν γιὰ ἀ­να­γέν­νη­ση τοῦ ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος, ἀλ­λὰ ὁ ἴ­διος ἀρ­νεῖ­ται τέ­τοι­ους ἰ­σχυ­ρι­σμούς. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, ἐ­νῶ τὰ χρο­νι­κὰ καὶ ἕ­να δι­ή­γη­μά του ἔ­χουν με­τα­φερ­θεῖ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Βλ. καὶ Πλα­νό­διον ἀρ. 44 (Ἰ­ού­νιος 2008), μιὰ πρώ­τη ἐ­κτε­τα­μέ­νη γνω­ρι­μί­α μὲ τὸ ἔρ­γο του στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα: «Ἡ χα­ρὰ τοῦ πο­λε­μι­στῆ καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα», Εἰ­σα­γω­γή-με­τά­φρα­ση-ση­μει­ώ­σεις: Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου. Ἀπὸ τὶς ἐκδό­σεις Πό­λις κυ­κλο­φο­ροῦν ἐ­πί­σης τὰ βι­βλία του Τὸ πα­λιὸ σχο­λεῖο (μυ­θι­στό­ρη­μα, 2008) καὶ Ὁ κλέ­φτης τοῦ στρα­το­πέ­δου (δι­η­γήμα­τα, 2009).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Τό­νια Κο­βα­λέν­κο. M­ε­τα­φρά­στρια ἀγ­γλό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Γι­ού­ρι (ἐκδ. Χατ­ζη­νι­κο­λῆ) καὶ Πό­τε νυ­χτώ­νει; (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-02-2011)

 

Γιώργης Μανουσάκης: Ἡ ἱστορία ἑνὸς ἐρειπίου

 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης

 

Ἡ ἱστορία ἑνὸς ἐρειπίου

 

ΤΑΝ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΜΕΓΑΛΟ, μὲ δυ­ὸ πα­τώ­μα­τα, πί­σω ἀ­πὸ τὰ κάγ­κε­λα, μέ­σα στὰ δέν­τρα. Ὅ­μοι­ο μὲ τ’ ἄλ­λα σπί­τια τοῦ με­γά­λου δρό­μου καὶ μα­ζὶ ἀ­νό­μοι­ο, ξε­χω­ρι­στό. Μέ­σα του ἔ­σφυ­ζε ἡ ζω­ή: Ἄν­θρω­ποι ἀ­νέ­βαι­ναν καὶ κα­τέ­βαι­ναν τὶς σκά­λες του, ἄ­νοι­γαν κι ἔ­κλει­ναν τὶς πόρ­τες, κά­θι­ζαν στὶς κα­ρέ­κλες, μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους, ἔ­τρω­γαν κι ἔ­πι­ναν, κοι­μοῦν­ταν. Ἄν­θρω­ποι. Μὲ χα­ρὲς καὶ μὲ λύ­πες, μὲ σκέ­ψεις, μὲ ὄ­νει­ρα.

         Καὶ κά­ποι­α μέ­ρα ἔ­φυ­γε κι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος του ἔ­νοι­κος κι ἔ­μει­νε νὰ τὸ κα­τοι­κεῖ ἡ σι­ω­πή. Αὐ­τὴ ἡ πυ­κνὴ σι­ω­πὴ ποὺ παίρ­νει τὴ θέ­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νοι ἐγ­κα­τα­λεί­πουν ἕ­να χῶ­ρο. Ἡ σκό­νη ἄρ­χι­σε νὰ κα­θί­ζει στρώ­μα­τα στρώ­μα­τα στὰ πα­τώ­μα­τα καὶ στοὺς τοί­χους, στὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων. Ὁ ἀ­έ­ρας βρῆ­κε κά­ποι­ες τρύ­πες, τὶς με­γά­λω­νε ὅ­λο καὶ πιὸ  πο­λὺ κι ἄρ­χι­σε νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται μέ­σα στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι, κά­νον­τας νὰ σα­λεύ­ει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κουρ­τι­νά­κι ποὺ ἀ­πό­μει­νε ξε­χα­σμέ­νο σὲ κά­ποι­ο πα­ρά­θυ­ρο.

        Ὥ­σπου κά­πο­τε ἤρ­θα­νε τὰ τέ­ρα­τα μὲ τὰ σι­δε­ρέ­νια δόν­τια. Μουγ­κρί­ζον­τας ἀ­πει­λη­τι­κὰ ἄρ­χι­σαν νὰ ρί­χνου­νε κομ­μά­τι κομ­μά­τι τὸ σπί­τι τῆς σιω­πῆς. Ἔ­κα­μαν ἕ­να με­γά­λο σω­ρὸ ἀ­πὸ πέ­τρες καὶ χῶ­μα, ἀ­πὸ σπα­σμέ­να ξύ­λα καὶ κε­ρα­μί­δια  – κι ἔ­φυ­γαν μὲ τὴν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τοῦ κα­τα­στρο­φέ­α. Στὴ θέ­ση τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ ἔ­μει­νε τὸ τί­πο­τα. Δυ­ὸ με­γά­λοι ὄ­ρο­φοι κε­νοῦ. Τά που­λιὰ ποὺ εἴ­χα­νε τρο­μά­ξει ἀ­πὸ τὸ θό­ρυ­βο τῶν μη­χα­νῶν ἀ­να­θάρ­ρε­ψαν καὶ ξα­νάρ­θα­νε στὰ δέν­τρα τοῦ κή­που. Κοί­τα­ζαν ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­στε­κε ψη­λὸ τὸ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο σπί­τι κι ἀ­πο­ρού­σα­νε. Δει­λὰ πε­τά­ξα­νε πρὸς τὰ ἐ­κεῖ καὶ βάλ­θη­καν νὰ δι­α­σχί­ζουν τὸν ἄ­δει­ο χῶ­ρο ὁ­ρι­ζόν­τια καὶ κά­θε­τα, χω­ρὶς νὰ συ­ναν­τοῦν κα­νέ­να ἐμ­πό­διο. Ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, λοι­πόν. Τὸ κε­νὸ εἶ­χε ἁ­πλω­θεῖ στὴ θέ­ση τοῦ ἀλ­λο­τι­νοῦ σπι­τιοῦ.

        Στὸ δρό­μο περ­νοῦ­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι καί ξαφ­νι­ά­ζον­ταν, μὰ εἴ­χα­νε τό­σες δου­λει­ὲς καὶ σκο­τοῦ­ρες ποὺ ἀ­μέ­σως ξε­χνοῦ­σαν ὅ,τι εἴ­δα­νε. Πέ­ρα­σε κι ὁ ποι­η­τὴς κι ἔ­νι­ω­σε ἕ­να βα­θὺ πό­νο, για­τὶ δὲν ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι ποὺ ἔ­λει­πε, μὰ ἕ­να ἀ­κό­μη κομ­μά­τι τῆς πο­λι­τεί­ας, ἕ­να κομ­μά­τι τῆς ἴ­διας του τῆς ψυ­χῆς. Πῆ­ρε τρυ­φε­ρὰ τὴν εἰ­κό­να του, ὅ­πως ἦ­ταν ἄλ­λο­τε καὶ τὴν ἀ­πό­θε­σε στὸ βυ­θὸ τῆς μνή­μης, ἐ­κεῖ ὅ­που εἶ­χε κα­θί­σει, σὰν ἀρ­χαῖ­ο ναυά­γιο ἡ πο­λι­τεί­α τῶν παι­δι­κῶν του χρό­νων.

        Τώ­ρα τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου σοῦ δεί­χνει μὲ κυ­νι­σμὸ τὸ βου­βὸ σω­ρὸ τῶν ἐ­ρει­πί­ων καὶ βε­βαι­ώ­νει, μὲ τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη λο­γι­κή του τὴ νί­κη τοῦ ἀ­νύ­παρ­κτου: Δυ­ὸ κο­λό­νες ποὺ δὲ στη­ρί­ζου­νε κα­μιὰ καγ­κε­λό­πορ­τα, μιὰ σκά­λα ποὺ δέν ὁ­δη­γεῖ που­θε­νά. Ὅ­λα νε­κρά.

        Κά­πο­τε ὅ­μως, στὶς ὧ­ρες τῆς βα­θειᾶς νύ­χτας, οἱ δυ­ὸ πε­σμέ­νοι ὄ­ρο­φοι τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ στή­νον­ται πά­λι στὴ θέ­ση τους, ἀ­έ­ρι­νοι, κι ἀρ­χί­ζει μέ­σα τους ἡ κί­νη­ση τῶν ἴ­σκι­ων. Τὰ πα­ρά­θυ­ρα εἶ­ναι φω­τι­σμέ­να, ἀ­κού­γον­ται ἀν­θρώ­πι­νες κου­βέν­τες, ἐ­νῶ ἀ­πό κά­ποι­ο πιά­νο στά­ζουν ἀρ­γά, ρεμ­βα­στι­κὰ οἱ νό­τες στὸν κόρ­φο τῆς νύ­χτας. Ἄν ἀ­νοί­ξεις τό­τε τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα κι ἀ­νε­βεῖς τὴ σκά­λα θὰ βρε­θεῖς μπρο­στὰ σὲ μιὰ πόρ­τα. Θὰ ση­κώ­σεις τὸ χάλ­κι­νο ἐ­πί­θυ­ρο χε­ρά­κι καὶ θὰ χτυ­πή­σεις μιά, δυ­ό, τρεῖς φο­ρές. Θ’ ἀ­κού­σεις τὰ βή­μα­τα ἐ­κεί­νου ποὺ θά ’ρ­θει νὰ σοῦ ἀ­νοί­ξει καὶ θὰ βρε­θεῖς στὸ εὐ­ρύ­χω­ρο σα­λό­νι, ὅ­που ἡ κό­ρη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας θὰ σὲ κε­ρά­σει, μέ­σα σὲ δί­σκο, τὸ γλυ­κὸ τοῦ κου­τα­λιοῦ ποὺ ἔ­φτια­ξε ἡ μη­τέ­ρα. Κι ἐ­σὺ θὰ δι­στά­ζεις ν’ ἁ­πλώ­σεις τὸ χέ­ρι καὶ νὰ τὸ πά­ρεις, για­τὶ τὸ ξέ­ρεις πὼς ὅ­λα ὅ­σα βλέ­πεις κι ἀ­κοῦς εἶ­ναι φα­σμα­τι­κά, γεν­νή­μα­τα τῆς μνή­μης καὶ τῆς μα­γι­κῆς νύ­χτας. Κι ὅ­ταν ἀγ­γί­ξεις τὸ πι­α­τά­κι μὲ τὸ βύσ­σι­νο, θὰ δι­α­λυ­θοῦν ὅ­λα κι ἐ­σὺ θὰ βρε­θεῖς νὰ στέ­κε­σαι στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λο­πά­τι τῆς σκά­λας ποὺ δὲν ὁ­δη­γεῖ που­θε­νά. Καὶ τό­τε θ’ ἀ­κού­σεις ἕ­να σι­γα­νὸ κλά­μα, ποὺ ἴ­σως νά ’­ναι καὶ δι­κό σου. Ἕ­να κλά­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ ποὺ περ­νᾶ ἀ­νε­πί­στρο­φα καὶ γιὰ τὰ ἐ­ρεί­πια ποὺ σω­ρι­ά­ζον­ται μέ­σα μας, κά­θε μέ­ρα καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, καὶ μᾶς πνί­γουν. Καὶ κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σει.

 

  

Πη­γή: Πρώτη γραπτὴ δημοσίευση.

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τὸ σῶ­μα τῆς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ὁ Ἐ­θε­λον­τὴς (Κί­χλη, 2008).

 

Βίντεο: Τὸ βρά­δυ τῆς 27-09-1995 ὁ ποι­η­τὴς Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης δι­άβα­σε σ’ ἕ­να δη­μό­σιο δρώ­με­νο τὸ δι­ή­γη­μά του “Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς ἐ­ρει­πί­ου” μπρο­στὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἐ­ρει­πω­μέ­νο ἀρ­χον­τι­κὸ στὴ γω­νί­α Τσόν­του Βάρ­δα καὶ Ἡ­ρώ­ων Πο­λυ­τε­χνεί­ου στὰ Χα­νιά. Σή­με­ρα ὑ­ψώ­νε­ται στὴ θέ­ση του πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Τὸ δρώ­με­νο ἔ­γι­νε λί­γο πρὶν ἀρ­χί­σουν οἱ ἐρ­γα­σί­ες τῆς οἰ­κο­δο­μῆς. Λή­ψη: Λε­ω­νί­δας Μα­νω­λι­κά­κης. Ἰ­δέ­α καὶ εἰ­κα­στι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη: Γι­ῶρ­γος Κου­νά­λης, ζω­γρά­φος. Πα­ρα­χώ­ρη­ση: Ἀγ­γε­λι­κὴ Κα­ρα­θα­νά­ση-Μα­νου­σά­κη. Τὸ ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὸ βίν­τεο ποὺ μνη­μει­ώ­νει τὴν ζων­τα­νὴ πα­ρου­σία τοῦ Γιώρ­γη Μα­νου­σά­κη ἀ­να­με­τα­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν τη­λε­ο­πτι­κὸ σταθ­μὸ «Κρή­τη».

 

Ἠλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος: Οἱ φρακασάνες

 

 

Ἠ­λί­ας Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος

 

Oἱ φρακασάνες

 

 

ΑΘΩΣ  ΓΥΡΙΖΑ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ἔ­πια­σε ξαφ­νι­κὰ μιὰ μπό­ρα καὶ ἔ­γι­να μού­σκε­μα. Φο­βή­θη­κα νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸν συ­νη­θι­σμέ­νο μου δρό­μο κά­τω ἀ­πὸ τὶς με­γά­λες πεῦ­κες καὶ ἔ­τσι πῆ­ρα τὴν γυ­μνὴ δη­μο­σιά, ποὺ κα­τα­λή­γει στὸ χω­ριό. Στὸ χτῆ­μα ἔ­φτα­σα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­βγαι­νε πά­λι ὁ ἥ­λιος, καὶ μπῆ­κα μέ­σα σκαρ­φα­λώ­νον­τας πά­νω ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πορ­τό­νι μὲ τὶς βρε­μέ­νες ρο­δο­δάφ­νες. Στὸ πε­ρι­βό­λι ὅ­λα ἦ­ταν γα­λή­νια, φρε­σκο­πλυ­μέ­να καὶ κα­τα­πρά­σι­να, οἱ ἀ­χλα­δι­ές εἶ­χαν ἀ­κό­μα με­ρι­κὰ ἄν­θη, στὰ φύλ­λα τους κρα­τοῦ­σαν χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς ποὺ γι­ά­λι­ζαν σὰν χάν­τρες. Ἡ τε­λευ­ταί­α βρο­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, σκέ­φτη­κα. Τό­τε εἶ­δα τὴν Ἑ­λέ­νη. Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο κρα­τών­τας στὸ χέ­ρι ἕ­να με­γά­λο ἄ­σπρο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἐρ­χό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος μου ἀρ­γά, ὁ ἥ­λιος στε­φά­νω­νε τὰ μαλ­λιά της, κά­τω ἀ­πὸ τὴν μαύ­ρη πο­διά της πρό­βα­λαν δυ­ὸ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λα βυ­ζιά.

         Γύ­ρε­ψα μιὰ πρό­φα­ση νὰ τὰ πιά­σω. Ἑ­λέ­νη, τῆς εἶ­πα, για­τὶ δὲν ἔρ­χε­σαι νὰ σοῦ δί­νω τρι­αν­τά­φυλ­λα , πί­σω ἀ­πὸ κεί­νη τὴν πα­σχα­λιὰ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει φυ­τέ­ψει μιὰ τρι­αν­ταφυλ­λιὰ κα­τα­κί­τρι­νη. Θέ­λω, μοῦ λέ­ει, τὸ τε­τρά­διό σου τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, θὰ σοῦ τὸ φέ­ρω τὴν Πα­ρα­σκευ­ή. Τὸ πῆ­ρε κι ἔ­φυ­γε λέ­γον­τας σὲ εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λὺ καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ μοῦ τό­φε­ρε ὁ ἀ­δελ­φός της, ἕ­νας τσό­γλα­νος κα­μιὰ δω­δε­κα­ριὰ χρο­νῶν, ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ μέ­να δυ­ὸ κε­φά­λια, μαλ­λια­ρός, μὲ μιὰ χον­τρὴ μο­νο­κόμ­μα­τη φω­νή.

        Ἕνα με­ση­μέ­ρι κα­θό­μουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δέν­τρο καὶ δι­ά­βα­ζα. Δί­πλα μου εἶ­χα μιὰ στά­μνα μὲ νε­ρό, ἔ­κα­νε ζέ­στη, κά­θε τό­σο ἔ­πι­να λί­γο νε­ρὸ καὶ ὕ­στε­ρα κα­τά­βρε­χα λίγο τὴ γῆ. Τὸ χῶ­μα εἶ­χε σκά­σει σὲ με­γά­λα κομ­μά­τια, ὅ­ταν τὸ πό­τι­ζα θρυμ­μα­τι­ζό­ταν ἀ­φή­νον­τας μιὰ εὐ­χά­ρι­στη, βα­ρειὰ μυ­ρου­διά.

        Ἄ­κου­σα βή­μα­τα στὰ χα­λί­κια κι ὅ­ταν σή­κω­σα τὸ κε­φά­λι μου, εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται ἡ Ἑ­λέ­νη, ντυ­μέ­νη μὲ ἕ­να πε­ρί­ερ­γο φό­ρε­μα γε­μά­το πο­λύ­χρω­μα λου­λού­δια. Θέ­λω πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ τε­τρά­διο τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, μοῦ εἶ­πε καὶ μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἕ­να ἀ­πλα­νὲς χα­μό­γε­λο, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να πλα­νιό­ταν πέ­ρα δῶ­θε κι ἅ­πλω­νε τὰ χέ­ρια της νὰ φθά­σει ἕ­να κλα­δὶ τοῦ δέν­τρου. Δὲν τὸ ἔ­χω, τῆς εἶ­πα, θὰ μοῦ τὸ φέ­ρει ὁ Τά­κης τὸ ἀ­πό­γευ­μα, ἔ­λα νὰ δι­α­βά­σου­με μα­ζί. Ἡ Ἑ­λέ­νη ἔ­πια­σε τὸ κλα­δί, τὸ ἅρ­πα­ξε μὲ τὰ δυ­ό της χέ­ρια καὶ ἔ­κα­νε μιὰ μᾶλ­λον ἀ­δέ­ξια ἕλ­ξη, τεν­τώ­νον­τας νω­χε­λι­κὰ τὸ κορ­μί της. Ὕ­στε­ρα πή­δη­σε, τί­να­ξε τὸ κε­φά­λι νὰ δι­ορ­θώ­σει τὰ μαλ­λιά της κι ἔ­φυ­γε. Μὴ μὲ πε­ρι­μέ­νεις, μοῦ φώ­να­ξε.

        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πῆ­ρα τὰ βι­βλί­α μου καὶ πῆ­γα στὸ ἀμ­πέ­λι. Ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ παίρ­νει τὴ γνώ­ρι­μη μυ­ρου­διά του τὸ κλῆ­μα. Τῆς Ἁ­για Μα­ρί­νας ρό­γα καὶ τ’ Ἁ­η­λιὸς στα­φύ­λι, ἔ­λε­γε ἡ για­γιά μου. Ἔ­φε­ρα στὸ μυα­λό μου τὶς ρό­γες τῆς Ἑ­λέ­νης. Ἐ­κεί­νη ἦρ­θε σὲ λί­γο φο­ρών­τας μιὰ στε­νὴ χα­κὶ φού­στα καὶ ἄ­σπρο που­κά­μι­σο χω­ρὶς σου­τι­έν. Θέ­λεις νὰ φᾶ­με κα­νέ­να σύ­κο, τῆς εἶ­πα καὶ τὴν πῆ­γα στὴν ἄ­κρη τοῦ ἀμ­πε­λιοῦ. Τὰ πρῶ­τα σύ­κα εἴ­χα­νε ἤ­δη γίνει, οἱ φρα­κα­σά­νες ὅ­πως τὰ ἔ­λε­γαν. Με­γά­λα ἴ­σα­με ἕ­να πορ­το­κά­λι, ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα τους κρε­μό­ταν μιὰ στα­γό­να πη­χτὸ μέ­λι μὲ κα­φὲ χρῶμα. Ἔ­βα­λα τὴν Ἑ­λέ­νη νὰ κα­θή­σει, τῆς ἔ­φε­ρα σύ­κα καὶ τῆς ἄ­νοι­ξα τὸ κουμ­πὶ ἀ­πὸ τὸ ἄ­σπρο της που­κά­μι­σο. Τὸ δε­ξί της βυ­ζὶ γλί­στρη­σε ἔ­ξω, ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο στρογ­γυ­λὸ ἀ­π’ ὅ­σο τὸ φαν­τά­στη­κα, ἡ ρό­γα του κά­πως κω­νι­κή. Ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι μου καὶ κεί­νη ἔ­σκυ­ψε ὁ­λό­τε­λα πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Φράπ, ἀ­κού­στη­κε τό­τε στὸ φρά­χτη καὶ φά­νη­κε ὁ τσό­γλα­νος, ὁ ἀ­δελ­φός της, ψη­λὸς καὶ κα­κο­βι­δω­μέ­νος. Ἡ Ἑ­λέ­νη κουμ­πώ­θη­κε βι­α­στι­κά, ἄ­νοι­ξε ἕ­να βι­βλί­ο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει, ἐ­μέ­να τὰ πό­δια μου ἔ­τρε­μαν. Ὁ ἀ­δελ­φός της μᾶς χαι­ρέ­τη­σε με­θ’ ὑ­πο­κλί­σε­ως, σάλ­τα­ρε στὴ συ­κιὰ κι ἄρ­χι­σε νὰ τρώ­ει φρα­κα­σά­νες. Ἡ Ἑ­λέ­νη ἀ­πό­φευ­γε νὰ μὲ κοι­τά­ξει, γύ­ρι­ζε τὶς σε­λί­δες τοῦ βι­βλί­ου καὶ κά­θε τό­σο ἴ­σι­ω­νε τὴ φού­στα της. Ἀρ­γό­τε­ρα ση­κώ­θη­κε καὶ περ­πα­τή­σα­με μα­ζὶ πιὸ πέ­ρα. Μπή­κα­με σὲ ἕ­να με­γά­λο λάκ­κο ἀ­νά­με­σα σὲ κλή­μα­τα, τὸν εἴ­χα­με σκά­ψει στὴν Κα­το­χὴ καὶ κρύ­ψα­με μέ­σα χαλ­κώ­μα­τα καὶ ὅ­πλα. Δο­κί­μα­σα νὰ πιά­σω πά­λι τὸ βυ­ζὶ τῆς Ἑ­λέ­νης, ἐ­κεί­νη τρα­βή­χτη­κε, για­τὶ πα­ρα­σύ­ρε­σαι, μοῦ εἶ­πε. Μά­ζε­ψε τά βι­βλί­α της, φώ­να­ξε τὸν ἀ­δελ­φό της καὶ ἔ­φυ­γε. Ἐ­κεῖ­νος πή­δη­σε ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο, μὲ πα­ρα­τή­ρη­σε μὲ βλέμ­μα κά­πως μυ­στή­ριο κι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε χω­ρὶς νὰ μὲ χαι­ρε­τή­σει, τρώ­γον­τας φρα­κα­σά­νες.

   (1962)

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὀ­δον­τό­κρε­μα μὲ χλω­ρο­φύλ­λη, Τράμ, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1973.

 

Ἠ­λί­ας Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος (Πύρ­γος Ἠ­λεί­ας, 1930). Πε­ζο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς Στρα­τι­ω­τι­κὸς Ἰ­α­τρός. Βι­βλί­α του:  Ὀ­δον­τό­κρε­μα μὲ χλω­ρο­φύλ­λη (Τράμ, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1973), Θερ­μὰ θα­λάσ­σια λου­τρά (Ἐ­γνα­τί­α, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1981) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ὁ θη­σαυρὸς τῶν ἀη­δο­νιῶν καὶ ἄλ­λα δι­ηγή­μα­τα (Γα­βρι­ηλί­δης, Ἀθή­να, 2009).  

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ , Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 10-04-2010).