Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι



Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου  χέ­ρι


Α ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες. Εἶ­ναι οἰ­κια­κὲς βο­η­θοί, κομ­μώ­τρι­ες, μα­γεί­ρισ­σες, γκου­βερ­νάν­τες, ἐ­πι­με­λή­τρι­ες κει­μέ­νων καὶ δα­κτυ­λο­γρά­φοι. Ἡ Δε­ξιὰ κά­νει ὅ­λες τὶς δύ­σκο­λες δου­λει­ές, εἶ­ναι ἀ­κού­ρα­στη, δυ­να­τὴ καὶ ὀρ­γα­νω­μέ­νη. Ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ στὸ σκο­τά­δι, παίρ­νει πρω­το­βου­λί­ες.  Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ δὲν κά­νει τί­πο­τα. Μοιά­ζει τυ­φλὴ καὶ κου­φή, δὲν τῆς ἔ­χω κα­μί­α ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Δὲν τῆς δί­νω ση­μα­σί­α, δὲν τῆς ἀ­πευ­θύ­νω πο­τὲ τὸ λό­γο. Κά­ποι­ες φο­ρὲς μο­νά­χα, σὲ μιὰ δύ­σκο­λη στιγ­μή,  ξυ­πνά­ει ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς τῆς Δε­ξιᾶς καὶ ἀ­δέ­ξια τὴ  βο­η­θᾶ. Ὕ­στε­ρα ξα­να­πέ­φτει σὲ λή­θαρ­γο. Μο­νί­μως ἀ­ποῦ­σα.

       Ἐ­ξάρ­θρω­ση δε­ξιοῦ ὤ­μου, λέ­ει ὁ για­τρὸς κοι­τά­ζον­τας στὸ φω­τει­νὸ ταμ­πλὸ τὶς ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες μου. Πλή­ρης ἀ­κι­νη­σί­α δε­ξιοῦ χε­ριοῦ γιὰ τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες. Δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ πάν­τα κοι­μᾶ­ται. Δὲν λέ­ω τί­πο­τα καὶ γυ­ρί­ζω σπί­τι. Θέ­λω νὰ πι­ῶ λί­γο νε­ρό. Ἡ Δε­ξιά, ἂν καὶ μὲ βα­ριὰ κά­κω­ση, φω­νά­ζει στὴν Ἀ­ρι­στε­ρή, Ξύ­πνα!  Φέ­ρε νε­ρό! Ἡ φω­νὴ της σπα­σμέ­νη.

       Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ εἶ­ναι ἀρ­γὴ καὶ ἀ­δέ­ξια, ἡ Δε­ξιὰ θυ­μώ­νει, ὅ­μως πο­νά­ει καὶ μέ­νει ἀ­κί­νη­τη. Ἀ­ναγ­κα­στι­κά. Βλέ­πω ὅ­τι δὲν ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Πρέ­πει νὰ ἐκ­παι­δεύ­σω τὴν Ἀ­ρι­στε­ρή. Νὰ τὴ μά­θω νὰ στρώ­νει μό­νη της τὸ κρε­βά­τι, νὰ μοῦ κά­νει μπά­νιο, νὰ φτιά­χνει ἁ­πλὰ φα­γη­τά, νὰ μὲ τα­ΐ­ζει, νὰ μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια, νὰ βά­ζει πλυν­τή­ριο, νὰ ση­κώ­νει τὰ τη­λέ­φω­να, νὰ πλη­κτρο­λο­γεῖ τὰ κεί­με­νά μου. Στὴν ἀρ­χὴ κου­ρά­ζε­ται εὔ­κο­λα, τῆς πέ­φτουν πράγ­μα­τα, σπά­ει πιά­τα, κά­νει λά­θη, γρά­φει ἄ­σχε­τες λέ­ξεις. Ὕ­στε­ρα συ­νη­θί­ζει, κρα­τά­ει σω­στά τὸ πι­ρού­νι καὶ μὲ ταΐ­ζει, πλέ­νει τὴν Δε­ξιά, τὴν χα­ϊ­δεύ­ει κα­μιὰ φο­ρά. Τὰ βρά­δια μέ­νει ξά­γρυ­πνη. Τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος τὰ χα­ρά­μα­τα, ἀλ­λὰ κοι­μᾶ­ται ἐ­λα­φρὰ κι ἀ­μέ­σως ξυ­πνά­ει νὰ μᾶς φρον­τί­σει. Ἔ­γι­νε πε­ρί­που σὰν τὴ Δε­ξιά, ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι.

       Ὡ­στό­σο,  τώ­ρα τε­λευ­ταί­α τὴ βλέ­πω σκε­πτι­κὴ καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νη . Φο­βᾶ­μαι μὴν κου­ρα­στεῖ κι ἀλ­λά­ξει στά­ση ξαφ­νι­κά. Μή­πως στα­μα­τή­σει νὰ νι­ώ­θει αὐ­τα­πάρ­νη­ση, ἀλ­λη­λεγ­γύ­η, αὐ­το­θυ­σί­α. Μὴν ὁ­δη­γη­θεῖ στα­δια­κὰ σὲ ἀ­κραῖ­ες θέ­σεις. Μή­πως ἀρ­χί­σει ν’ ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γιὰ τοὺς ἀ­νήμ­πο­ρους, τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κούς, τοὺς ἀν­τι­πα­ρα­γω­γι­κούς. Μὴν πά­ρουν τὰ μυα­λά της ἀ­έ­ρα στὶς κρυ­φὲς συ­νε­λεύ­σεις τῶν Ἀ­ρι­στε­ρῶν Χε­ρι­ῶν. Μή­πως ἀ­παι­τή­σει ὑ­πε­ρω­ρί­ες κι ἐ­πί­δο­μα πρό­σθε­της ἀ­πα­σχό­λη­σης. Μὴν πά­ει καὶ πα­ρα­πο­νε­θεῖ γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες καὶ τὴν πε­ρι­φρό­νη­ση ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν χρό­νων.  Μή­πως κά­ποι­οι ἀρ­χί­σουν νὰ τῆς λέ­νε Πο­τὲ δὲν εἶ­ναι ἀρ­γά! Κοί­τα­ξε λί­γο τὸν ἑ­αυ­τό σου!

       Ξυ­πνῶ καὶ κοι­τά­ζω τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μὲ ἄλ­λο μά­τι πιά. Φο­βᾶ­μαι πὼς κά­τι ἔ­χει ἀλ­λά­ξει. Ἐ­κεῖ­νο, σι­ω­πη­λό, παίρ­νει τὴ βούρ­τσα καὶ μοῦ χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιά, ὅ­πως κά­θε πρω­ί. Μό­νο λί­γο πιὸ βι­α­στι­κὰ καὶ πρό­χει­ρα. Ὅ­ταν, ὅ­μως, μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια κά­νει ἄ­γρι­ες κι­νή­σεις πά­νω κά­τω. Τὰ οὖ­λα μου μα­τώ­νουν. Πιὸ σι­γὰ, τῆς λέ­ω Μὲ  πο­νᾶς! Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσα εἶ­ναι σκλη­ρή, μοῦ ἀ­παν­τά­ει, νὰ παίρ­νεις medium!… Κά­νω πὼς συμ­φω­νῶ κι ἄς ξέ­ρω πὼς ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά μου εἶ­ναι soft. Τὴ φο­βᾶ­μαι πιὰ καὶ δὲν μι­λά­ω. Τὸ ἴ­διο κά­νει καὶ ἡ Δε­ξιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ μὲ θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.

Εἰκόνα: Σκίτσο τῆς Εὔας Γρηγοριάδου.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Φταί­ει ὁ Κου­του­ζώφ!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Φταί­ει ὁ Κου­του­ζώφ!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΝΑΣ ΕΤΥΧΕ δι­ερ­μη­νεὺς με­τα­ξὺ τοῦ Ρώσ­σου Ναυά­ρχου Ρι­κόρ­δου καὶ τοῦ Γέ­ρο-Κο­λο­κο­τρώ­νη, καὶ ἐ­πει­δὴ ἦλ­θε λό­γος διὰ τὸ κά­ψι­μον τῆς Φερ­γά­δας εἰς Πό­ρον(1), εἶ­πεν ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης:

       — Τὸ φταί­ξι­μον τὸ ἔ­χει ὁ γκε­νε­ρὰλ Κου­του­ζώφ, καὶ ὄ­χι ἄλ­λος.

       Ὁ Ρι­κόρ­δος μὲ ἀ­πο­ρί­αν εἶ­πε:

       — Τί ἔ­χει νὰ κά­μῃ ἐ­δῶ ὁ Κου­του­ζώφ;

       Ἐ­χα­μο­γε­λοῦ­σεν ὁ Γέ­ρος, ποὺ σὰν καὶ ἔ­βλε­πε νὰ πει­ρά­ζε­ται ὁ Ρι­κόρ­δος· ὁ δι­ερ­μη­νεὺς τό­τε ἐ­ξή­γη­σεν εἰς τὸν Ρι­κόρ­δον ὅ­τι παί­ζει μὲ τὴν λέ­ξιν Κου­τού-ζωφ, μὴ θε­ω­ρῶν­τας τὴν πρᾶ­ξιν τοῦ Μι­α­ού­λη ἀν­θρώ­που γνω­στι­κοῦ καί­ον­τος τὸ σπί­τι του.»


(1) Ἀναφορὰ στὰ περιστατικὰ τῆς ἀν­ταρ­σίας τοῦ Μια­ού­λη, μὲ τὴν ἀ­να­τί­να­ξη τῆς φρε­γά­τας «Ἑλ­λάς» καὶ τῆς κορ­βέ­τας «Ὕ­δρα», τὸ Κα­λο­καίρι τοῦ 1831. [Σημ. τοῦ ἐπιμελητῆ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 281 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 212 [Τίτλος: «458.— Φταί­ει ὁ Κου­του­ζώφ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κὰρλ Κρατσάιζεν (Karl Kra­ze­isen, 1794-1878), Ἡ φρεγάτα Ἑλλάς (1827). Ὑδρόχρωμα, 26Χ31 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


Κώ­στας Ποῦ­λος: Τὸ νόημα



Κώ­στας Ποῦ­λος


Τὸ νό­η­μα


Ο ΣΗΜΕΙΩΜΑ εἶ­χε μό­νο τρεῖς λέ­ξεις. Τρεῖς ἁ­πλὲς λέ­ξεις γραμ­μέ­νες μὲ κε­φα­λαῖ­α γράμ­μα­τα: «ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ». Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μό­νο γράμ­μα ποὺ ἔ­λα­βε ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του. Πρῶ­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, δὲν τὸ ἔ­γρα­ψε εἰ­δι­κὰ γιὰ κεῖ­νον. Τὸ ἔ­γρα­ψε γε­νι­κά. Πα­ρα­λή­πτης ἡ ὑ­φή­λιος. Αὐ­τὸς ὅ­μως τὸ πῆ­ρε προ­σω­πι­κά. Ὁ ἴ­διος ὁ πα­τέ­ρας του… δὲν ἦ­ταν μι­κρὸ πράγ­μα. Εἶ­χε κλεί­σει τὰ δε­κα­ο­χτὼ ὅ­ταν τοῦ τὸ εἶ­πε. Ἡ μά­να. Και­ρὸ κρα­τοῦ­σε μέ­σα της αὐ­τὴ τὴν πέ­τρα. Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα. Στὴν ἀρ­χὴ ὁ πα­τέ­ρας ἤ­τα­νε, λέ­ει, στὰ κα­ρά­βια. Πό­σα χρό­νια νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος στὰ κα­ρά­βια; «Βα­σι­λι­κή, πές το τοῦ παι­διοῦ». Ἡ ἀ­δερ­φή της. «Τί πε­ρι­μέ­νεις; Νὰ τὸ ἀ­κού­σει ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους;» Καὶ τὸ παι­δὶ με­γά­λω­νε μὲ τὸ παι­χνί­δι, μέ­σα σὲ πλα­για­στὰ βλέμ­μα­τα καὶ ψι­θύ­ρους. «Ἴ­διος ὁ μα­κα­ρί­της.» Κι ὕ­στε­ρα, μὲ νό­η­μα: «Ἀρ­κεῖ νὰ μὴν τοῦ μοιά­σει καὶ στ’ ἄλ­λα…».

       Μιὰ μέ­ρα τὸ ἀ­πο­φά­σι­σε. «Τὸ καί τό, παι­δί μου.» Ἡ Βα­σι­λι­κή. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ ση­μεί­ω­μα. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ κλα­δὶ ποὺ ἔ­δε­σε τὴ θη­λιά. «Τὸ κλα­δὶ τοῦ πα­τέ­ρα.» Ἐ­κεῖ­νος δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Μό­νο πῆ­ρε τὸ ση­μεί­ω­μα καὶ τὸ ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη. Ἔ­τσι, νὰ ἔ­χει κι αὐ­τὸς κά­τι ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα. Ἀρ­γό­τε­ρα τὸ ση­μεί­ω­μα τσα­λα­κώ­θη­κε, τὸ ἔ­βα­λε στὸ πορ­το­φό­λι. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸ ἄ­νοι­γε, τὸ ἔ­βλε­πε καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ ἔ­κα­νε μιὰ ἐ­πα­νά­λη­ψη. Σὰν κά­ποι­ος νὰ τοῦ εἶ­χε βά­λει μιὰ ἐρ­γα­σί­α γιὰ τὸ σπί­τι καὶ ἔ­πρε­πε ἀ­νυ­περ­θέ­τως νὰ τὸ μά­θει ἀ­πέ­ξω. «ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ». Ἀρ­γό­τε­ρα, ἄ­νοι­ξε κλεῖ­σε τὸ πορ­το­φό­λι, τὸ ση­μεί­ω­μα ἄρ­χι­σε νὰ ξε­θω­ριά­ζει. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φύ­γει. Τα­ξί­δε­ψε. Με­τὰ ἄ­ρα­ξε στὰ νη­σιά. Βρῆ­κε δου­λει­ές, γνώ­ρι­σε ἀν­θρώ­πους, μί­ση­σε, χά­ρη­κε, λυ­πή­θη­κε. Ὁ κό­σμος γύ­ρι­ζε μὲ με­γά­λες τα­χύ­τη­τες. Στὸ κέν­τρο αὐ­τός. Ὅ­λα ἔ­τρε­χαν γύ­ρω του, ὅ­λα ἄλ­λα­ζαν. Ἀ­κό­μα καὶ μέ­σα στὸ πορ­το­φό­λι του – κάρ­τες ἔμ­παι­ναν καὶ ἔ­βγαι­ναν, εἰ­σι­τή­ρια, λε­φτά. Πέ­ρα­σαν πολ­λὰ λε­φτὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ πορ­το­φό­λι. Ὅ­λα ἦ­ταν ὄ­μορ­φα καί, κυ­ρί­ως, ὅ­λα εἶ­χαν τὸ νό­η­μά τους καὶ σὲ φώ­να­ζαν νὰ τὸ ἀγ­γί­ξεις, νὰ τὸ βρεῖς. Ξα­μο­λοῦ­σε τὶς πέν­τε αἰ­σθή­σεις γιὰ θε­λή­μα­τα, μὲ μί­α μό­νη καὶ στα­θε­ρὴ πα­ραγ­γε­λί­α: τὰ θέ­λω ὅ­λα καὶ τὰ θέ­λω τώ­ρα. Ἦ­ταν τό­σο ὡ­ραῖ­ο νὰ εἶ­σαι τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου!

       Ἔ­πει­τα ἐ­ρω­τεύ­τη­κε, καὶ τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου ξαφ­νι­κὰ ἄλ­λα­ξε.Ἔ­γι­νε αὐ­τή. Τὸ ση­μεί­ω­μα στὸ πορ­το­φό­λι ἦ­ταν πάν­τα ἐ­κεῖ. Μό­νο ποὺ συ­νέ­χι­σε νὰ ξε­θω­ριά­ζει. Πρῶ­τα χά­θη­κε ἡ πρώ­τη λέ­ξη, ἀν­τι­στρέ­φον­τας τὴ ση­μα­σί­α. «… ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ». «Ἄ, ρὲ πα­τέ­ρα, δὲν εἶ­χες δί­κιο. Κα­θό­λου δί­κιο δὲν εἶ­χες» σκε­φτό­ταν, κι ἔ­σφιγ­γε ἀ­κό­μα πιὸ δυ­να­τὰ στὴν ἀγ­κα­λιά του τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου.

       Ὅ­μως αὐ­τὰ ἦ­ταν πα­λιά. Ἡ σκέ­ψη τους ἄ­φη­νε μό­νο μιὰ πι­κρὴ γεύ­ση στὸν οὐ­ρα­νί­σκο. Ἡ ὑ­φή­λιος γύ­ρι­σε πολ­λὲς φο­ρὲς γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της. Οἱ φυ­γό­κεν­τρες δυ­νά­μεις τὸν ἔ­σπρω­ξαν, τὸν πέ­τα­ξαν τό­σο μα­κριά, ποὺ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ποιός τοῦ ἔ­στη­σε αὐ­τὸ τὸ παι­χνί­δι. Ποι­ός τοῦ σκά­ρω­σε αὐ­τὸ τὸ κα­κό­γου­στο ἀ­στεῖ­ο – ἂν ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ ἑ­αυ­τός του ἢ κά­ποι­ος ἄλ­λος. Εἶ­δε τὸν κό­σμο ὅ­πως πραγ­μα­τι­κὰ ἦ­ταν. Ἄ­θλιος, μί­ζε­ρος καὶ κα­κός. Εἶ­χε ὅ­μως ἀ­κό­μη τὴ δύ­να­μη, κυ­ρί­ως εἶ­χε τὴ θέ­λη­ση νὰ τὸν ἀλ­λά­ξει. Σι­γὰ-σι­γά, λί­γο-λί­γο. Πέ­ρα­σαν χρό­νια ἔ­τσι, μέ­σα σὲ αὐ­τὸ τὸ σι­γὰ-σι­γά, τὸ λί­γο-λί­γο. Αὐ­τὰ τὰ δυ­ό, τὸ σι­γὰ καὶ τὸ λί­γο, τοῦ ρο­κά­νι­σαν ἀρ­γὰ δύ­να­μη καὶ θέ­λη­ση. Τὴ θέ­λη­ση, κυ­ρί­ως αὐ­τή. Χτυ­ποῦ­σαν τὰ τη­λέ­φω­να. Δὲν τὰ σή­κω­νε. Τώ­ρα ἔ­με­νε σὲ τού­τη τὴν κα­λύ­βα στὸν λό­φο καὶ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ νο­τι­σμέ­νο τζά­μι τὸν και­ρό, κα­θι­σμέ­νος στὸ μο­νὸ κρε­βά­τι, τὸ ἴ­διο ὅ­που ἡ Βα­σι­λι­κὴ μιὰ μέ­ρα κοι­μή­θη­κε δί­χως νὰ ξυ­πνή­σει. Τὸν εἰ­δο­ποί­η­σαν. «Ἔ­λα, ἡ μά­να σου» τοῦ εἶ­παν. Δὲν τὴν πρό­λα­βε. Ἔ­φυ­γε ἔ­τσι αὐ­τή, χω­ρὶς ση­μει­ώ­μα­τα.

       Ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ και­ρὸς φαι­νό­ταν πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γρι­ε­μέ­νος. Κα­μιὰ δε­κα­ριὰ μέ­τρα πιὸ πέ­ρα, τὸ με­γά­λο πλα­τά­νι, γυ­μνὸ ἀ­πὸ φύλ­λα, ἀ­πει­λη­τι­κό. Τὸ με­γά­λο κλα­δί, τὸ κλα­δὶ τοῦ πα­τέ­ρα, σὰν τε­ρά­στιο μπρά­τσο τεν­τω­μέ­νο, κόν­τευ­ε νὰ ἀγ­γί­ξει τὸ σπί­τι. Τού­τη τὴν ἄ­νοι­ξη μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὰ κα­τά­φερ­νε. Νὰ τὸ φτά­σει. Νὰ τὸ πιά­σει. Ὁ Φλε­βά­ρης ἦ­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α του. Δί­σε­χτο ἔ­τος. Ὁ χει­μώ­νας εἶ­χε μιὰ ὕ­στα­τη εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­δεί­ξει γιὰ πό­σο τρο­με­ρὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν ἄ­ξιος. Καὶ ἦ­ταν. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα δού­λευ­ε. Κι ὅ­ταν τὸ πρω­ῒ τῆς 29ης τρα­βή­χτη­καν τὰ σκο­τά­δια, τὸ το­πί­ο ἄ­στρα­ψε λευ­κό, βου­λι­αγ­μέ­νο στὸ χι­ό­νι, ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ πέ­φτει πυ­κνό. Μι­κρές, ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στες νι­φά­δες, μι­κρὰ τί­πο­τα χό­ρευ­αν σὰν λι­λι­πού­τει­οι ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στές, ἀ­πι­θώ­νον­τας τὴν ἀ­νυ­παρ­ξία τους πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν ἀ­δι­ά­φο­ρων πραγ­μά­των. Ἀ­λή­θεια, πό­σο ζυ­γί­ζει μιὰ νι­φά­δα; Τί­πο­τα. Βρά­χια, δέν­τρα, σπί­τια, ὅ­λα λευ­κά. Βγῆ­κε ἔ­ξω σπρώ­χνον­τας μὲ δυ­σκο­λί­α τὴν πόρ­τα.Ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, βου­λι­ά­ζον­τας ὣς τὴ μέ­ση στὸ χι­ό­νι. Ἔ­δει­χνε εὔ­κο­λο, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν. Δέ­κα μέ­τρα ὣς τὸν πλά­τα­νο τοῦ φά­νη­καν αἰ­ῶ­νες. Στα­μά­τη­σε νὰ πά­ρει μιὰ ἀ­νά­σα. Ἔ­βγα­λε τὸ πορ­το­φό­λι ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη καὶ ἔ­ψα­ξε τὸ ση­μεί­ω­μα. Φυ­σι­κὰ καὶ μπο­ροῦ­σε νὰ ξα­να­χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὸ ἴ­διο. Εἶ­χε ξα­να­πα­τή­σει τὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ στι­λό, καὶ τώ­ρα οἱ τρεῖς λέ­ξεις ἔ­δει­χναν σὰν νὰ πρω­το­γρά­φτη­καν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι του ψη­λά. Τὸ με­γά­λο κλα­δί, μὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ χι­ό­νι ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­θέ­σει οἱ νι­φά­δες πά­νω του, φάν­τα­ζε σὰν τέ­ρας, φορ­τω­μέ­νο μὲ χι­λιά­δες, ἑ­κα­τομ­μύ­ρια νι­φά­δες. Τὶς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε πῶς ἔ­πε­φταν, σὰν τρε­λὲς μὲ τὸ ἀ­νύ­παρ­κτο βά­ρος τους. Τοῦ θύ­μι­σαν τὴ ζω­ή του, μὲ τὰ μι­κρὰ καὶ τὰ με­γά­λα πε­ρι­στα­τι­κά της ὅ­λα τό­σο μη­δα­μι­νά, τό­σο τι­πο­τέ­νια, ὑ­πε­ρε­κτι­μη­μέ­να, σὰν αὐ­τὲς τὶς νι­φά­δες δί­χως ὑ­πό­στα­ση, ποὺ ἦ­ταν σὲ λί­γο κα­τα­δι­κα­σμέ­νες νὰ λι­ώ­σουν καὶ νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν, δί­χως νὰ ἀ­φή­σουν ἴ­χνη πί­σω τους.

       Τό­τε ἔ­γι­νε τὸ ἀ­πρό­σμε­νο: τὸ με­γά­λο κλα­δί, ἐ­κεῖ­νο τὸ κλα­δὶ ποὺ ἔ­δει­χνε νὰ τὸν πε­ρι­μέ­νει μὲ μιὰ ἀ­πί­στευ­τη σι­γου­ριά, γραμ­μέ­νη ἴ­σως σὲ ἕ­να στρα­βὸ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο γο­νί­διο ποὺ περ­νά­ει ἀ­πὸ πα­τέ­ρα σὲ γιό, σω­ρι­ά­στη­κε ξαφ­νι­κὰ μὲ ἕ­ναν τρο­με­ρὸ θό­ρυ­βο ἐ­κεῖ, δυ­ὸ μέ­τρα μπρο­στά του. Ἑ­κα­τον­τά­δες, χι­λιά­δες μι­κρὲς νι­φά­δες πά­νω σε αὐ­τὸ τὸ κλα­δὶ πε­ρί­με­ναν αὐ­τὴ τὴ μί­α, τὴν κα­θο­ρι­στι­κή, αὐ­τὴ ποὺ ἔ­κα­νε τὴ δι­α­φο­ρά. Ἔ­μει­νε λί­γη ὥ­ρα ἔ­τσι, νὰ τὸ πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος.

       Σὰν ζα­λι­σμέ­νος ἀ­κο­λού­θη­σε ἀ­νά­πο­δα τὸ μι­κρό, τὸ λί­γων μέ­τρων μο­νο­πά­τι ποὺ ὁ ἴ­διος εἶ­χε χα­ρά­ξει μὲ τό­ση δυ­σκο­λί­α. Ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λη. Πο­λὺ πιὸ εὔ­κο­λη. Μπῆ­κε στὸ σπί­τι, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ σχοι­νὶ πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι καὶ κά­θι­σε στὴν κα­ρέ­κλα, ποὺ ἦ­ταν σὰν νὰ μὴν πί­στευ­ε καὶ ἡ ἴ­δια στὰ μά­τια της. Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ κα­θι­σμέ­νος πολ­λὴ ὥ­ρα. Τὸ κου­δού­νι­σμα τοῦ τη­λε­φώ­νου τὸν συ­νέ­φε­ρε. Ἔ­τρε­ξε νὰ τὸ ση­κώ­σει.

       — Ἐμ­πρός!



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀμ­φί­βια τέ­ρα­τα. Ἱ­στο­ρί­ες στὸν δρό­μο γιὰ τὴ λί­μνη (Με­ταίχ­μιο, 2020).

Κώ­στας Ποῦ­λος. Γεν­νήθη­κε στὸν Ἐ­λι­κώνα τῆς Βοι­ω­τίας. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γία, Φι­λο­σο­φί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἔ­χει γρά­ψει, με­τα­φρά­σει καὶ δι­α­σκευ­ά­σει πλῆθος βι­βλί­ων γιὰ με­γά­­λους καὶ κυ­­ρί­ως γιὰ παι­διά. Ἔργα του ἔχουν λά­βει τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις (κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο παι­δι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ βι­βλί­ου) ἢ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες.

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ συγγραφέα.

Ντὰν Κό­ις (Dan Kois): Ἡ μι­σαν­θρω­πι­κὴ ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α τῆς Τζόι Οὐ­ί­λιαμς



Ντὰν Κό­ις (Dan Kois)  [Joy Williams, Ἀφιέρωμα, 11/11]


Ἡ μι­σαν­θρω­πι­κὴ ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α τῆς Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς

(The Misanthropic Genius of Joy Williams)


ΡΙΝ ΑΠΟ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ, ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη ἐκ­κλη­σί­α τῆς Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς χά­ρι­σε κάμ­πο­σα στα­σί­δια ἔ­πει­τα ἀ­πὸ κά­ποι­α ἀ­να­καί­νι­ση. Ἡ Οὐ­ί­λιαμς πη­γαί­νει στὴν ἐκ­κλη­σί­α μό­νο τὸν Ἀ­πρί­λιο καὶ τὸν Ὀ­κτώ­βριο, τό­τε ποὺ τὰ συ­χνὰ τα­ξί­δια της μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­π’ τὴ μιὰ ἄ­κρη τῆς χώ­ρας στὴν ἄλ­λη τὴ βγά­ζουν στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ, ὡ­στό­σο ἤ­θε­λε ὁ­πωσ­δή­πο­τε στα­σί­δι. Δα­νεί­στη­κε ἕ­να τρέ­ι­λερ, φόρ­τω­σε τὸ στα­σί­δι μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­νὸς φί­λου καὶ ὁ­δή­γη­σε χί­λια ἑ­ξα­κό­σια χι­λι­ό­με­τρα σέρ­νον­τάς το πί­σω ἀ­π’ τὸ πε­λώ­ριο Bronco της, ἔ­χον­τας γιὰ συ­νε­πι­βά­τες τοὺς δυ­ὸ ποι­με­νι­κούς της. Τώ­ρα, τὸ μα­κρύ, σκου­ρό­χρω­μο στα­σί­δι συ­νε­χί­ζει τὴ ζω­ή του στὸ σπί­τι της στὸ Τοῦ­σον.

       Ὅ­ταν ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἦ­ταν παι­δί, ὁ πα­τέ­ρας της ἦ­ταν ἱ­ε­ρέ­ας σὲ προ­τε­σταν­τι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α στὸ Πόρ­τλαντ, Μέ­ιν. «Τὸ κή­ρυγ­μά του ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χο», μοῦ εἶ­πε κα­θὼς πε­ζο­πο­ρού­σα­με δι­α­σχί­ζον­τας τοὺς λο­φί­σκους στοὺς πρό­πο­δες τῆς Σάν­τα Κα­τα­λί­να στὴν Ἀ­ρι­ζό­να παίρ­νον­τας μο­νο­πά­τια ποὺ ἡ ἴ­δια τὰ περ­πα­τᾶ κά­θε πρω­ί. Τὴ ρώ­τη­σα ἂν εἶ­χε πο­τὲ σκε­φτεῖ νὰ γί­νει κή­ρυ­κας σὰν τὸν πα­τέ­ρα της: Συ­χνὰ οἱ ἱ­στο­ρί­ες της εἶ­ναι κα­τὰ βά­θος πα­ρα­βο­λὲς καὶ τὸ γρά­ψι­μό της εἶ­ναι πῦρ, πῦρ τῆς κο­λά­σε­ως κι ἐ­ξύ­μνη­ση ἐ­ξί­σου. «Ὄ­χι, ὄ­χι, εἶ­μαι πο­λὺ συ­νε­σταλ­μέ­νη», εἶ­πε, πρὶν βυ­θι­στεῖ σὲ μιὰ συμ­πα­θη­τι­κὴ σι­ω­πή, μὲ μό­νο ἦ­χο τὸ τρί­ξι­μο ἀ­π’ τὰ στα­ρά­κια της στὸ χῶ­μα. «Ἴ­σως αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ χρει­ά­ζο­μαι», ἔ­κρω­ξε ἀ­πό­το­μα. «Ἕ­νας ἄμ­βω­νας, νὰ τὸν παίρ­νω μα­ζί μου ἀ­πὸ ἀ­νά­γνω­ση σὲ ἀ­νά­γνω­ση.»

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς εἶ­ναι στε­γνή, μυ­ώ­δης καὶ ἡ­λι­ο­κα­μέ­νη, τὰ χέ­ρια καὶ τὸ πρό­σω­πό της ρυ­τι­δι­α­σμέ­να μὲ τρό­πο βι­βλι­κό. Εἶ­ναι ἑ­βδο­μήν­τα ἑ­νός. Πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια, ἔ­χα­σε τὰ γυα­λιά της ἐ­νῶ ἦ­ταν κα­λε­σμέ­νη σὲ κά­ποι­ο πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ ἀ­να­λό­γιο χρει­ά­στη­κε νὰ φο­ρέ­σει συν­τα­γο­γρα­φη­μέ­να γυα­λιὰ ἡ­λί­ου· ἐ­κτι­μών­τας, πι­θα­νόν, τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν, τὰ φο­ρᾶ ἔ­κτο­τε ὅ­λη μέ­ρα κι ὅ­λη νύ­χτα. Πα­ρο­μοί­ως μὲ τὸ στα­σί­δι ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σί­α στὸ κα­θι­στι­κό της, τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου μοιά­ζουν μὲ πρά­ξη πε­ρι­φρό­νη­σης τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν ἀ­νέ­σε­ων, ἐκ­κεν­τρι­κό­τη­τα ποὺ φέρ­νει ὅ­λους τους ἄλ­λους σὲ ἀ­μη­χα­νί­α, τὴν Οὐ­ί­λιαμς τὴν κά­νει ὡ­στό­σο νὰ νι­ώ­θει πιὸ ἀ­σφα­λής.

       Εἶ­χε μό­λις ξη­με­ρώ­σει, ἤ­δη ὅ­μως φυ­σοῦ­σε καυ­τός, ἀ­πο­πνι­κτι­κὸς ἀ­έ­ρας. Φτά­σα­με σὲ μιὰ βου­νο­κορ­φὴ καὶ ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἤ­πι­ε νε­ρὸ ἀ­π’ τὸ γδαρ­μέ­νο καὶ σκαμ­μέ­νο πα­γού­ρι τῶν σκύ­λων της. Σμή­νη ἀ­πὸ μαῦ­ρα, χον­τρὰ μυρ­μήγ­κια συ­νέ­ρε­αν σὲ μιὰ χα­ρα­μά­δα δί­πλα στὰ πό­δια μας. Τρεῖς κά­κτοι σαγ­κουά­ρο στέ­κον­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­ρα­δι­πλα­νοῦ λό­φου καὶ οἱ κορ­μοί τους ἦ­ταν κά­τω χα­μη­λὰ μαῦ­ροι ἀ­πὸ κά­ποι­α πρό­σφα­τη πυρ­κα­γιὰ ἢ ἀ­σθέ­νεια δε­κα­ε­τι­ῶν. Πο­λὺ μα­κριά μας, ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ ἀ­πί­θα­νο σύν­νε­φο-ἀ­μό­νι ἔ­ρι­χνε κα­ρε­κλο­πό­δα­ρα στὴν ἔ­ρη­μο Σο­νό­ρα. Τί­πο­τε ἀ­π’ ὅ­σα βλέ­πα­με δὲν ἔ­δι­νε δε­κά­ρα γιὰ μᾶς.

       Τὸ νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λέ­σει κα­νείς, μὲ βά­ση τὴν πε­νην­τά­χρο­νη κα­ρι­έ­ρα της, συγ­γρα­φέ­α τῶν συγ­γρα­φέ­ων δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τό. Τὶς τρεῖς συλ­λο­γές της μὲ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ τέσ­σε­ρα σκο­τει­νῶν ἀ­πο­χρώ­σε­ων δι­α­σκε­δα­στι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της τὰ ἀ­γνο­οῦν κα­τὰ κα­νό­να οἱ ἀ­να­γνῶ­στες, τὰ λα­τρεύ­ουν ὅ­μως ὁ­λό­κλη­ρες γε­νι­ὲς ἀ­πὸ μέ­τρ τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ εἶ­ναι ἴ­σως ἡ κα­τε­ξο­χὴν συγ­γρα­φέ­ας τῶν συγ­γρα­φέ­ων. «Ἔ­φε­ρε σὲ πέ­ρας μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δου­λειά, παίρ­νον­τας τὸ σφι­χτό, μι­νι­μα­λι­στι­κὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Κάρ­βερ καὶ δεί­χνον­τας ὅ­τι μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τὸ ἐμ­πλου­τί­σει μὲ τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς κω­μω­δί­ας», μοῦ λέ­ει ὁ Τζὸρτζ Σόν­τερς, «τὸ ἐ­ξό­χως ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ αὐ­τὸ καὶ μο­να­δι­κὸ στὸ εἶ­δος του ἀ­στεῖ­ο πού ’­ναι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ πό­νο».

       Μιὰ τυ­πι­κὴ πρω­τα­γω­νί­στρια τῆς Οὐ­ί­λιαμς θά ’­ναι ἕ­να δύ­στρο­πο κο­ρί­τσι ἢ μιὰ δύ­στρο­πη νε­α­ρὴ κο­πέ­λα τῆς ὁ­ποί­ας οἱ κα­κὲς ἀ­πο­φά­σεις ἢ ἡ κα­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ἢ καὶ τὰ δύ­ο μᾶς δυ­σκο­λεύ­ουν νὰ τὴ θαυ­μά­σου­με: Τὴν κο­πα­νά­ει τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἄν­τρας της πλη­ρώ­νει στὸ βεν­ζι­νά­δι­κο ἢ κά­νει ἄ­νω-κά­τω το δω­μά­τιο τῆς φι­λο­ξε­νού­με­νής της γιὰ νὰ δι­α­βά­σει τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της. Στὴν ἀ­κρι­βῆ, λι­τή, αἰφ­νι­δι­α­στι­κὴ πρό­ζα τῆς Οὐ­ί­λιαμς, οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες ἐ­πι­ζη­τοῦν τὸ ὑ­ψη­λό, συ­χνὰ ὅ­μως ἡ προ­σγεί­ω­ση εἶ­ναι θλι­βε­ρή: «Ὁ Σὰμ καὶ ἡ Ἐ­λί­ζαμ­πεθ γνω­ρί­στη­καν ὅ­πως γνω­ρί­ζον­ται συ­νή­θως οἱ ἄν­θρω­ποι. Ξαφ­νι­κά, ἕ­να ἀ­πα­τη­λὸ φῶς ἄ­να­ψε στὸ σκο­τά­δι. Ἕ­να φῶς ποὺ ὑ­πεν­θύ­μι­ζε ζο­φε­ρὰ τὴν ἐ­ρη­μιὰ τοῦ σκο­τα­διοῦ.» Εἶ­ναι χα­ρι­σμα­τι­κὴ στὸ νὰ σχη­μα­τί­ζει προ­τά­σεις τῶν ὁ­ποί­ων οἱ ἀ­νη­συ­χα­στι­κὲς τρο­πὲς —«Τὴν ὥ­ρα ποὺ σκε­φτό­ταν κά­τι φο­βε­ρὰ ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νο καὶ δι­α­σκε­δα­στι­κὸ νὰ πεῖ, γεν­νή­θη­κε τὸ μω­ρό»— τα­ρα­κου­νᾶ­νε τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες, τὸ ἴ­διο ποὺ συμ­βαί­νει καὶ μὲ τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες, ἔ­τσι ὅ­πως ἡ ζω­ὴ τοὺς κά­νει ὅ­λους ὅ,τι γου­στά­ρει. Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους μί­λη­σα γιὰ τὸ ἔρ­γο τῆς Οὐ­ί­λιαμς εἶ­παν ὅ­τι τοὺς προ­ξε­νεῖ δέ­ος τὸ με­γα­λεῖ­ο ποὺ ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­π’ τὶς ἱ­στο­ρί­ες της μὲ πρω­τα­γω­νι­στὲς φρι­κιὰ κι ἀ­προ­σάρ­μο­στους. «Δι­α­θέ­τει ὅ­ρα­μα», μοῦ εἶ­πε ἡ Κά­ρεν Ρά­σελ, «καὶ δί­νει στοὺς ἀν­θρώ­πους νέ­ες δι­α­στά­σεις το­πο­θε­τών­τας τους σὲ φόν­το κο­σμι­κό».

       Τὸν μή­να αὐ­τό, ὁ ἐκ­δο­τι­κὸς οἶ­κος Knopf θὰ ἐκ­δώ­σει τὸ The Visiting Privilege, μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ 46 ἱ­στο­ρί­ες ποὺ πα­γι­ώ­νουν τὴν Οὐ­ί­λιαμς ὄ­χι μό­νο ὡς μιὰ ἐκ τῶν με­γα­λύ­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων τῆς γε­νιᾶς της ἀλ­λὰ καὶ ὡς τὴν ἐ­ξέ­χου­σα ρα­ψω­δὸ τῆς ἀ­ση­μαν­τό­τη­τας τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Τὸ μό­το τῆς συλ­λο­γῆς εἶ­ναι ἕ­νας στί­χος ἀ­πὸ τὴν Α’ ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς Κο­ριν­θί­ους: «πάν­τες δὲ ἀλ­λα­γη­σό­με­θα, ἐν ἀ­τό­μῳ, ἐν ῥι­πῇ ὀ­φθαλ­μοῦ». Ὅ­ταν ὁ Ντὸν Ντε­Λί­λο κλή­θη­κε νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴν Οὐ­ί­λιαμς, μνη­μό­νευ­σε ἀρ­χι­κὰ αὐ­τὸν τὸν στί­χο. Ἐν συ­νε­χεί­ᾳ μοῦ εἶ­πε: «Πρό­κει­ται γιὰ τὸν ὁ­ρι­σμὸ τοῦ κλα­σι­κοῦ ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος. Κι εἶ­ναι αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Τζό­ι γρά­φει τό­σο ὄ­μορ­φα.»

       Μιᾶς καὶ στὴν Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς ἀ­ρέ­σουν τὰ τα­ξί­δια μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το, ἂς ἐ­πι­βι­βα­στοῦ­με σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο μὲ ὄ­χη­μα μιὰ ἱ­στο­ρί­α της. Ὁ δρό­μος εἶ­ναι οἰ­κεῖ­ος – θὰ ἀ­να­γνω­ρί­σε­τε τὸ θρη­σκευ­τι­κὸ ὑ­πό­στρω­μα· τὸ σκο­τει­νὸ χι­οῦ­μορ· τὰ ζων­τα­νὰ ποὺ φτε­ρο­κο­ποῦν πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια καὶ συν­θλί­βον­ται στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Θὰ χα­μο­γε­λά­σε­τε μὲ τὸν ἀ­φο­πλι­στι­κὸ τρό­πο ποὺ δι­α­θέ­τει ἡ Οὐ­ί­λιαμς νὰ βά­ζει τὶς λέ­ξεις στὴ σει­ρά, ἐκ­μαι­εύ­ον­τας ἀ­π’ αὐ­τὲς ἀ­νη­συ­χα­στι­κὰ νο­ή­μα­τα: «Οἱ δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες κά­θι­σαν στὸ κα­θι­στι­κὸ πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νες ἀ­πὸ ξύ­λι­νες πά­πι­ες. Οἱ πά­πι­ες, θε­σπέ­σι­ες καὶ τυ­ραν­νι­κὲς εἶ­χαν φω­λιά­σει σ’ ὅ­λες τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες.» Θε­ω­ρεῖ­τε πὼς ξέ­ρε­τε τὴ δι­α­δρο­μὴ ποὺ πρό­κει­ται ν’ ἀ­κο­λου­θή­σε­τε, ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἀ­πὸ κάμ­πο­σες πα­ρα­καμ­πτή­ρι­ες καὶ φουρ­κέ­τες εἶ­ναι πι­θα­νὸ νά ’­χε­τε χά­σει τε­λεί­ως τὰ ἴ­χνη καὶ νὰ μὴν ἔ­χε­τε ἰ­δέ­α πῶς θὰ βρε­θεῖ­τε ἐ­κεῖ ποὺ σκο­πεύ­α­τε νὰ πᾶ­τε. Στὸ τέ­λος τῆς βόλ­τας μπο­ρεῖ τὰ φρέ­να νὰ σφυ­ρί­ζουν ἢ τὰ τζά­μια νά ’­χουν γί­νει θρύ­ψα­λα. Δι­ό­λου ἀ­πί­θα­νο αὐ­τὸ νά ’­ναι ὄ­μορ­φο:

       Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ντε­ρα­πά­ρι­σε, τούμ­πα­ρε καὶ ξα­να­τούμ­πα­ρε, ὡς ἐκ θαύ­μα­τος εὐ­θυ­γραμ­μί­στη­κε καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε πά­λι στὸν δρό­μο, μὲ τὴν ὀ­ρο­φὴ καὶ τὰ φτε­ρὰ δι­α­λυ­μέ­να… Κα­νεὶς δὲν τραυ­μα­τί­στη­κε καὶ σὲ πρώ­τη φά­ση ἀρ­νή­θη­καν κι­ό­λας ὅ,τι εἶ­χε συμ­βεῖ κά­τι σπου­δαῖ­ο. Ἡ Μέ­ι εἶ­πε: «νό­μι­σα ὅ­τι ἦ­ταν ἁ­πλῶς ἕ­να ὄ­νει­ρο, κι ἔ­τσι συ­νέ­χι­σα τὴν πο­ρεί­α μου.»

       Καὶ τὰ θαυ­μα­στι­κά! Κά­νουν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους καὶ χτυ­ποῦν σὰν σφυ­ριά. Ὑ­πο­νο­οῦν μιᾶς μορ­φῆς ἔκ­πλη­ξη γιὰ τὸ πῶς ἡ ἴ­δια κι ἐ­μεῖς μα­ζί της βρε­θή­κα­με ἐν­τέ­λει σ’ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἀ­πί­θα­να μέ­ρη. («Ὁ μπαμ­πὰς κά­πνι­ζε κι ἔ­πι­νε καὶ πα­ρα­συ­ρό­ταν σὲ θλι­βε­ρὲς δη­λώ­σεις. Ἐ­νί­ο­τε γι­νό­ταν πο­λὺ σκλη­ρὸς μα­ζί τους, λὲς καὶ δὲν σή­μαι­ναν τὰ πάν­τα γιὰ κεῖ­νον!») Ἡ Ἂν Μπί­τι ἀ­να­φέ­ρει τὸ ἑ­ξῆς σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θαυ­μα­στι­κό: «Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς τὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ συ­χνὰ καὶ ἄ­κρι­τα. Ἡ Τζό­ι χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὰ θαυ­μα­στι­κὰ μὲ σύ­νε­ση, συ­νή­θως δι­ό­τι κά­ποι­ος χα­ρα­κτή­ρας νι­ώ­θει ἀ­μή­χα­να λό­γῳ τῆς ἔλ­λει­ψης σύν­δε­σης ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τὸ ποὺ λέ­γε­ται καὶ σ’ αὐ­τὸ ποὺ ἀ­φή­νε­ται νὰ ἐν­νο­η­θεῖ. Ὅ­πως ὅ­ταν γε­λᾶ­με ἀ­μή­χα­να τὴν ὥ­ρα ποὺ λέ­με κά­τι.»

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς μι­λᾶ σὰν χα­ρα­κτή­ρας ἀ­πὸ βι­βλί­ο τῆς Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς· ὅ­ση ὥ­ρα πε­ρά­σα­με μα­ζί, ἦ­ταν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὀ­λι­γό­λο­γη, σὲ ἀρ­κε­τὲς πε­ρι­πτώ­σεις, ὡ­στό­σο, ὕ­ψω­σε τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς της ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας κά­τι τό­σο συ­ναρ­πα­στι­κὸ γιὰ τὴν προ­σω­πι­κή της ζω­ή, ποὺ κι ἐ­γὼ γέ­λα­σα ἀ­μή­χα­να. Ὁ ρυθ­μὸς τῆς συ­ζή­τη­σής μας —κου­βεν­τού­λα μὲ κυ­ρί­αρ­χο ση­μεῖ­ο στί­ξης τὴ σι­ω­πή, σι­ω­πὴ ποὺ τὴ δι­έ­κο­πταν ἐ­πι­φω­νή­μα­τα ἀ­πό­γνω­σης καὶ μα­νί­ας— ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν τὸ εἶ­χα ξα­να­συ­ναν­τή­σει. Κά­ποι­α στιγ­μή, τρο­μά­ζον­τας κι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος, βρέ­θη­κα νὰ τὴ ρω­τῶ πῶς θά ’­θε­λε νὰ πε­θά­νει. Ἀ­πάν­τη­σε ἀ­κα­ρια­ῖα: «Σὲ τρο­χαῖ­ο. Εἶ­ναι γρή­γο­ρο.»

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς γνώ­ρι­σε τὸν πρῶ­το της σύ­ζυ­γο, τὸν Φρὲντ Μακ­Κόρ­μακ, τὸν και­ρὸ ποὺ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ ἐρ­γα­στή­ρι γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Ἀ­ϊ­ό­βα. Με­τα­κό­μι­σαν στὴ Φλό­ριν­τα, ἐ­κεῖ ὁ Μακ­Κόρ­μακ δού­λε­ψε ὡς ἀν­τα­πο­κρι­τὴς κι ἀ­πέ­κτη­σαν μιὰ κό­ρη, τὴν Κέ­ι­τλιν. Ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἔ­γρα­φε σ’ ἕ­να τρο­χό­σπι­το ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Τα­λα­χά­σι ὅ­που ἔ­μει­ναν γιὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα, κά­τι ποὺ πε­ρι­έ­γρα­ψε στὴν ἱ­στο­ρί­α της μὲ τί­τλο «Woods»: «Ὁ τό­πος μύ­ρι­ζε τσι­γά­ρα καὶ πον­τί­κια ποὺ ξέ­φευ­γαν ἀ­π’ τὶς πα­γί­δες. Ἡ τα­πε­τσα­ρί­α στοὺς τοί­χους βυ­θι­ζό­ταν μὲ τὸ ποὺ τὴν ἄγ­γι­ζες.» Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­φε­ρε στὴ μνή­μη της τὶς συν­θῆ­κες δι­α­βί­ω­σης καὶ τὶς χα­ρα­κτή­ρι­σε «ἄ­ψο­γες, ὄν­τως μα­κά­βρι­ες συν­θῆ­κες γιὰ νὰ μπο­ρέ­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να πρῶ­το μυ­θι­στό­ρη­μα».

       Προ­τοῦ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τό, τὸ State of Grace, φτά­σει νὰ θέ­σει ὑ­πο­ψη­φι­ό­τη­τα γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου (National Book Award) τὸ 1974, ἡ Οὐ­ί­λιαμς εἶ­χε πά­ρει δι­α­ζύ­γιο ἀ­πὸ τὸν Μακ­Κόρ­μακ καὶ εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ τὸν Λ. Ρὰ­στ Χίλς, τὸν γιὰ πολ­λὰ χρό­νια ὑ­πεύ­θυ­νο λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Esquire· σύν­το­μα ὁ Χὶλς υἱ­ο­θέ­τη­σε τὴν κό­ρη της. Ἀ­κό­μη κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­ναν στα­θε­ρὸ γά­μο 30 καὶ βά­λε χρό­νων, στὴ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἔ­γρα­φε ἡ Οὐ­ί­λιαμς τὸ βλέμ­μα της πα­ρέ­μει­νε δη­κτι­κὸ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸν ἔ­ρω­τα· οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες της ἐ­ρω­τεύ­ον­ται τοὺς λά­θος ἀν­θρώ­πους, ἀ­νη­συ­χοῦν ὅ­ταν οἱ τε­λευ­ταῖ­οι τοὺς πα­ρα­τᾶ­νε, κι ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φουν εἶ­ναι ἀ­πε­ρί­σκε­πτα σκλη­ροὶ μα­ζί τους. Λα­χτα­ροῦν νὰ πα­θια­στοῦν, δὲν ξέ­ρουν ὅ­μως τί νὰ κά­νουν με­τά. Ἡ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ βρί­σκε­ται πε­λα­γω­μέ­νη στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ «The Lover» (1974), ἐ­νῶ εἶ­ναι σὲ σχέ­ση, «θέ­λει νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ», γρά­φει ἡ Οὐ­ί­λιαμς. «Τὸ πρό­σω­πό της εἶ­ναι ρου­φηγ­μέ­νο ὅ­πως τὰ πρό­σω­πα τῶν μα­ται­ω­μέ­νων ἐ­ρα­στῶν. Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο!»

       Στὴν ἴ­δια ἱ­στο­ρί­α, ἡ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ἀ­φή­νει τὴν κό­ρη της στὸν παι­δι­κὸ σταθ­μὸ γιὰ νὰ πά­ει γιὰ ἱ­στι­ο­πλο­ΐ­α μὲ τὸν ἐ­ρα­στή της καί, μό­λις ἐ­πι­στρέ­φει, δυ­σκο­λεύ­ε­ται ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸ παι­δί της: «Ὑ­πάρ­χουν τό­σα παι­διά, ἄλ­λω­στε, σ’ αὐ­τὰ τὰ δω­μά­τια, ἔ­χουν ὅ­λα τὶς ἴ­δι­ες δι­α­στά­σεις, εἶ­ναι μι­κρο­σκο­πι­κά, πα­ρά­ξε­να πλά­σμα­τα.» Ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἔ­χει στα­θεῖ δί­πλα στὴν, ἐ­νή­λι­κη τώ­ρα πιά, κό­ρη της καὶ στὸν ἐγ­γο­νό της, καὶ μοῦ μι­λᾶ γιὰ τὴν ξέ­γνοια­στη παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α τῆς κό­ρης της δί­πλα στὴ θά­λασ­σα στὴ Φλό­ριν­τα. Μιὰ κά­ποι­α ἀμ­φι­θυ­μί­α ὡ­στό­σο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ νὰ εἶ­σαι γο­νιὸς ἔ­χει ἐμ­πο­τί­σει τὴ δου­λειά της. Μοιά­ζει, στὴ δι­α­μά­χη ἀ­νά­με­σα στοὺς γο­νεῖς καὶ τοὺς ἀ­πο­γό­νους τους, νὰ παίρ­νει τὸ μέ­ρος τῶν παι­δι­ῶν· ξέ­ρει ἀ­πὸ πρῶ­το χέ­ρι τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες τους καὶ τὰ μι­κρο­πα­ρα­πτώ­μα­τα στὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ ὑ­πο­πέ­σουν γιὰ νὰ τὶς ὑ­λο­ποι­ή­σουν. «Ὅ­λα τα παι­διὰ κά­νουν ζα­βο­λιές», γρά­φει στὴν ἱ­στο­ρί­α της «The Excursion». «Οἱ ζω­ές τους εἶ­ναι ἀ­συμ­βί­βα­στες μὲ τὰ ὅ­ρια ποὺ τοὺς ἐ­πι­βάλ­λει τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ βί­ω­μά τους.»

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς καὶ ὁ Χὶλς στὴν πο­ρεί­α ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στὸ Κὶ Οὐ­έ­στ. Μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ σκη­νὴ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, καλ­λι­έρ­γη­σαν τὴ δι­κή τους κοι­νό­τη­τα συγ­γρα­φέ­ων καὶ δι­ορ­γά­νω­ναν βρα­δι­ὲς στὸ σπί­τι τους στὴν Πά­ϊν Στρίτ. Ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ πιὸ ἐ­ξω­στρε­φὲς πε­ρι­βάλ­λον, θυ­μᾶ­ται ἡ Οὐ­ί­λιαμς, δὲν ἦ­ταν λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὴν πα­ρέ­α στὴ ζού­λα καὶ πή­γαι­νε νω­ρὶς γιὰ ὕ­πνο. Τὸ με­θυ­σμέ­νο καὶ μυ­στη­ρι­ῶ­δες δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά της The Changeling (1978) ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ἀλ­λη­λε­πί­δρα­ση ἀ­νά­με­σα στὶς ἐ­σω­τε­ρι­κὲς ζω­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τὸν φυ­σι­κὸ κό­σμο: Σ’ ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ νη­σὶ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, οἱ ἄν­θρω­ποι τρέ­χουν σὰν ζῶ­α στὰ χορ­τά­ρια, χλι­μιν­τρί­ζουν σὰν ἄ­λο­γα, δαγ­κώ­νουν καὶ γρα­τζου­νί­ζουν. Σὲ μιὰ ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τη σκη­νὴ ἕ­να κο­ρί­τσι με­τα­μορ­φώ­νε­ται γιὰ μιὰ μό­νο στιγ­μὴ σὲ ἐ­λά­φι, τὰ πλευ­ρά της «τὰ σκε­πά­ζει πυ­κνό, στιλ­πνὸ τρί­χω­μα».

       Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα —ὅ­πως τὸ ἔ­θε­σε ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Ντουά­ιτ Γκάρ­νερ, κρι­τι­κὸς τῆς New York Times— «θά­φτη­κε κι ὕ­στε­ρα πυρ­πο­λή­θη­κε ζων­τα­νὸ» ἀ­πὸ τὸν Ἀ­να­τὸλ Μπρο­γιὰρ στὴν Times. «Ἔ­γρα­ψε γι’ αὐ­τὸ πρὶν προ­λά­βει κα­λὰ-κα­λὰ νὰ ἐκ­δο­θεῖ!», λέ­ει ὀρ­γι­σμέ­νη ἡ Οὐ­ί­λιαμς γιὰ τὸν Μπρο­γιάρ. «Δὲν κρα­τι­ό­ταν νὰ μὲ θά­ψει.» Ἡ Οὐ­ί­λιαμς, πι­κρα­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν κρι­τι­κή, ἐ­ξέ­δω­σε τὸ τρί­το μυ­θι­στό­ρη­μά της Breaking and Entering μό­λις τὸ 1988· ἡ ἀ­γω­νι­ώ­δης ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ἕ­να ζευ­γά­ρι πλά­νη­τες κά­νουν δι­αρ­ρή­ξεις σ’ ἐ­ξο­χι­κὰ σπί­τια ἐ­νῶ οἱ ἰ­δι­ο­κτῆ­τες τους ἀ­που­σιά­ζουν στὸν βορ­ρᾶ δι­α­βά­ζε­ται τώ­ρα ὡς ἀ­κτί­νες Χ τῆς ἐ­πο­χῆς του – ἄ­νο­μο καὶ δυ­σοί­ω­νο. Ἡ πα­ρα­λί­α τῆς Φλό­ριν­τας ὑ­πάρ­χει μό­νο ὅ­πως τὴ βλέ­πουν μέ­σα ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα οἱ ἀ­νό­η­τοι δι­α­χει­μα­στὲς ποὺ ζοῦν πί­σω ἀ­π’ αὐ­τά.

       Μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Quick and the Dead τοῦ 2000, ἡ δου­λειὰ τῆς Οὐ­ί­λιαμς πῆ­ρε μιὰ αἰφ­νί­δια τρο­πὴ καὶ το­πο­θε­τή­θη­κε σ’ ἕ­να νέ­ο το­πί­ο: στὴν Ἀ­ρι­ζό­να, ὅ­που ἡ ἴ­δια καὶ ὁ Χὶλς εἶ­χαν ἀ­γο­ρά­σει σπί­τι. Ἡ Οὐ­ί­λιαμς ρί­χνει τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες της –φαν­τά­σμα­τα καὶ ἐ­φή­βους καὶ ἀ­να­ζη­τη­τές– στὴν ἔ­ρη­μο μὲ ἰ­δι­ά­ζου­σα ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ μα­νί­α. Κι οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες δὲν πο­λυ­σκο­τί­ζον­ται γιὰ τὸ τί πι­στεύ­ουν οἱ ἄλ­λοι γι’ αὐ­τούς, ὅ­πως κι ἡ δη­μι­ουρ­γός τους. Στὸ The Quick and the Dead ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ το­πί­ου ἔρ­χε­ται γιὰ τὴν Οὐ­ί­λιαμς ἀ­πὸ τὴ γῆ, τὸν ἀ­έ­ρα, τὰ φυ­τά, τὰ ζῶ­α, τὴ θα­νά­σι­μη ζέ­στη – καὶ τὴν ἀ­να­κο­λου­θί­α κά­θε ἀν­θρώ­πι­νης προ­σπά­θειας σ’ ἕ­ναν κό­σμο σὰν κι αὐ­τόν. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­γρα­φε τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο δι­α­σκε­δά­ζουν μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἡ ἔ­ρη­μος το­πο­θε­τεῖ κά­θε χα­ρα­κτή­ρα στὴν κό­ψη τοῦ μα­χαι­ριοῦ· στὴν ἱ­στο­ρί­α «Charity» ἕ­να καὶ μό­νο φί­δι ποὺ δι­α­σχί­ζει τὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο τοῦ Νέ­ου Με­ξι­κοῦ ἀ­ναγ­κά­ζει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το «μὲ τοὺς ἄ­ξο­νές του νὰ συν­τρί­βον­ται» νὰ πέ­σει πά­νω σ’ ἕ­να μά­τσο δι­α­βο­λό­χορ­τα, φυ­τὰ ποὺ κά­θε τους μέ­ρος εἶ­ναι δη­λη­τη­ρι­ῶ­δες.» Τὸ ἀ­τύ­χη­μα συμ­βαί­νει δι­ό­τι ἕ­να ἀ­γό­ρι ἁρ­πά­ζει τὸ τι­μό­νι καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ πα­τή­σει τὸ φί­δι. Ἀ­κό­μη καὶ στὸ τρο­μα­χτι­κὸ χά­ος ποὺ προ­ξε­νεῖ­ται ἀ­π’ τὴ σύγ­κρου­ση, ἡ Οὐ­ί­λιαμς τὸ γυρ­νᾶ στὴν κω­μω­δί­α: «Ἤ­θε­λα σὰν τρε­λὸς αὐ­τὸ τὸ φί­δι», μουρ­μου­ρί­ζει τὸ ἀ­γό­ρι.

       Θέ­τον­τας ὑ­πο­ψη­φι­ό­τη­τα γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ, τὸ The Quick and the Dead ἀ­πη­χεῖ τὸ νέ­ο πά­θος τῆς Οὐ­ί­λιαμς γιὰ τὸ πε­ρι­βάλ­λον, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­μο­χλεύ­τη­κε τὸ 1997 κι ἐ­νῶ ἀρ­θρο­γρα­φοῦ­σε στὸ Harper’s γιὰ τὸ κί­νη­μα ὑ­πε­ρά­σπι­σης τῶν δι­και­ω­μά­των τῶν ζώ­ων. Τὸ ἄρ­θρο της «The Inhumanity of the Animal People» ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 2001 στὴ φρέ­σκια συλ­λο­γὴ Ill Nature. Ἐ­νῶ τὸ φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον στὴ μυ­θο­πλα­σί­α της εἶ­ναι ὑ­πο­βλη­τι­κὸ κι ἔ­χει μιὰ ἄ­γρια ὀ­μορ­φιά, τὰ δο­κί­μια αὐ­τὰ εἶ­ναι ἱ­ε­ρε­μιά­δες – ὠ­μὰ καὶ μαι­νό­με­να καὶ δί­χως δι­ά­θε­ση νὰ δώ­σουν τὸ πα­ρα­μι­κρὸ δί­κιο. «Ἡ ἐ­πέμ­βα­σή σας στὴ Φύ­ση ὑ­πῆρ­ξε ὁ­λωσ­δι­ό­λου βί­αι­η», λέ­ει, «Δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ συλ­λά­βε­τε τὸ με­γα­λεῖ­ο της».

       «Τί νὰ τὴν κά­νω τὴν εὐ­γέ­νεια;», μὲ ρώ­τη­σε κά­ποι­ο βρά­δυ ἀρ­γά. «Τί νὰ τὴν κά­νω τὴ με­τρι­ο­πά­θεια;» Τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου ἀ­στρά­φτα­νε στὸ φῶς τῆς λάμ­πας. «Τί­πο­τε δὲν πρό­κει­ται ν’ ἀλ­λά­ξει, ἂν πρῶ­τα δὲν σκο­τώ­σουν καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἄ­γριο ζῶ­ο ποὺ ζεῖ στὸν πλα­νή­τη.»

       Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πρὶν ἀ­π’ τὴν πε­ζο­πο­ρί­α μας, συ­νάν­τη­σα τὴν Οὐ­ί­λιαμς σὲ μιὰ αὐ­λὴ στὸ Arizona Inn, το­πο­θε­σί­α ποὺ ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἐ­σω­στρε­φὴς συγ­γρα­φέ­ας τὴν ἐ­πέ­λε­ξε ἀ­κρι­βῶς γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γει νὰ μοῦ γνω­ρί­σει τὰ σκυ­λιά, τὴ χε­λώ­να, τὸ σπί­τι ἢ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό της. To ξε­νο­δο­χεῖ­ο εἶ­ναι κα­λαί­σθη­το ἀλ­λὰ ἀ­παρ­χαι­ω­μέ­νο, εἶ­ναι ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη ποὺ σοῦ προ­σφέ­ρουν δω­ρε­ὰν πα­γω­τὸ πλά­ϊ στὴν πι­σί­να κά­θε βρά­δυ. Τὴ ρώ­τη­σα πῶς βγά­ζει τὰ πρὸς τὸ ζῆν. (Τὸ μο­να­δι­κὸ βι­βλί­ο της ποὺ πού­λη­σε ἀρ­κε­τὰ εἶ­ναι ἕ­νας του­ρι­στι­κὸς ὁ­δη­γὸς γιὰ τὸ Φλό­ριν­τα Κὶς τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­ψε τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980, κα­τα­πλη­κτι­κὸ δεῖγ­μα γρα­φῆς καὶ μὲ ἔν­το­νη τὴν πε­ρι­φρό­νη­ση γιὰ τὸν του­ρι­σμό.) «Τί ἐ­ρώ­τη­ση!» Γέ­λα­σε μὲ τὸ βρα­χνό της γέ­λιο, τὸ σκέ­φτη­κε, ὡ­στό­σο, πί­νον­τας ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἕ­να πο­τή­ρι λευ­κὸ κρα­σί. «Δὲν βγαί­νει», εἶ­πε, «Δὲν ξέ­ρω! Δὲν ξέ­ρω πῶς ἔ­ζη­σα».

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς δὲν ἔ­χει δι­εύ­θυν­ση email. Ἔ­χει ἕ­να πα­λιὸ κι­νη­τὸ μὲ πλῆ­κτρα καὶ συ­χνὰ γρά­φει σὲ μο­τὲλ καὶ σὲ σπί­τια φί­λων σὲ πα­λι­ὲς γρα­φο­μη­χα­νὲς Smith-Corona· τὴ μί­α τὴν κου­βα­λᾶ μα­ζί της καὶ τὶς ἄλ­λες τὶς ἀ­φή­νει στὰ σπί­τια ποὺ μέ­νει. Ὁ Χὶλς πέ­θα­νε τὸ 2008 καὶ ἡ Οὐ­ί­λιαμς μοι­ρά­ζει τώ­ρα τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον, στὸ σπί­τι τῆς κό­ρης της στὸ Μέ­ιν καὶ στὸ Λά­ρα­μι, με­τα­να­στεύ­ον­τας στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τῆς χώ­ρας μὲ τὰ σκυ­λιά της πάν­τα στὸ Toyota της, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει γρά­ψει 257.500 χι­λι­ό­με­τρα ἀλ­λὰ γιὰ τὰ δε­δο­μέ­να της πα­ρα­μέ­νει σχε­τι­κὰ καινούργιο. (Τὸ προ­η­γού­με­νό της ἁ­μά­ξι, ἕ­να πα­λιὸ Bronco, κόν­τευ­ε νὰ φτά­σει τὰ 579.400.) Τρώ­ει συ­χνὰ δη­μη­τρια­κὰ Weetabix.

       Τώ­ρα τε­λευ­ταί­α, ἡ Οὐ­ί­λιαμς περ­νᾶ τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρό της μὲ μο­να­δι­κὴ συν­τρο­φιά της τὰ σκυ­λιὰ Νό­τσε καὶ Ἀσ­λάν – γερ­μα­νι­κοὺς ποι­με­νι­κούς, ρά­τσα ποὺ τὴ συν­τρο­φεύ­ει σὲ ὅ­λη της τὴ ζω­ή. Μι­λᾶ μὲ θέρ­μη γιὰ τὶς προ­σω­πι­κό­τη­τές τους καὶ γιὰ τὶς ἀν­τι­πά­θει­ες καὶ τοὺς φό­βους τους. Τὸ 1997, τῆς χί­μη­ξε καὶ τὴν τραυ­μά­τι­σε σο­βα­ρὰ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ποι­με­νι­κούς της, ἕ­να ἀρ­σε­νι­κὸ 9 χρό­νων ὀ­νό­μα­τι Χόκ· τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ τρο­φο­δό­τη­σε ἕ­να σπα­ρα­ξι­κάρ­διο, ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὸ δο­κί­μιο στὸ Ill Nature, τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ κυ­ρί­ως γιὰ τὴ θλί­ψη τῆς Οὐ­ί­λιαμς μπρο­στὰ στὴν εὐ­θα­να­σί­α ποὺ πρέ­πει ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ νὰ γί­νει με­τὰ τὴν ἐ­πί­θε­ση τοῦ σκύ­λου. Τὸ δο­κί­μιο κλεί­νει μ’ ἕ­να ὄ­νει­ρο στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Οὐ­ί­λιαμς περ­πα­τᾶ πα­ρέ­α μὲ τὸν Χόκ, «τὸν ὄ­μορ­φο, τὸ κα­λὸ παι­δί, τὴν ἀ­γά­πη της» ἀ­νά­με­σα στοὺς νε­κρούς.

       Ὁ οὐ­ρα­νὸς πά­νω ἀ­πὸ τὸ Arizona Inn εἶ­χε γί­νει αὐ­τὸ τὸ θαμ­πὸ πορ­το­κα­λὶ κι ἕ­να ἁρ­πα­κτι­κὸ που­λὶ πε­τοῦ­σε ἀ­πει­λη­τι­κὰ πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια μας. Σκέ­φτη­κα τὴ σκη­νὴ στὸ The Changeling, τὸ κο­ρί­τσι ποὺ με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ ἐ­λά­φι. Ἡ Οὐ­ί­λιαμς μοιά­ζει νὰ ἀ­να­ζη­τᾶ δια­ρκῶς καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἕ­να εἶ­δος καλ­λι­τε­χνι­κῆς με­τα­μόρ­φω­σης, μὲ τὸν ρό­λο τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας στὶς ἱ­στο­ρί­ες νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται δρα­στι­κά. «Τὰ δι­η­γή­μα­τα πρέ­πει νὰ ἀγ­γί­ζουν τοὺς ἀν­θρώ­πους σ’ ἕ­να βα­θύ­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο, ἕ­να βα­θύ­τε­ρο, λι­γό­τε­ρο προ­φα­νὲς ἐ­πί­πε­δο», μοῦ εἶ­πε τὸ ἴ­διο βρά­δυ, «καὶ δὲν τὸ κα­τα­φέρ­νουν». Ὅ­ταν ρώ­τη­σα τὴν Οὐ­ί­λιαμς τί πρέ­πει νά ’­χει μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ νά ’­ναι σπου­δαί­α, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε «πρέ­πει μὲ κά­ποι­ον τρό­πο νὰ μὲ συν­τρί­βει». Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ βρεῖ τὸ νῆ­μα ποὺ ἑ­νώ­νει τὴ δου­λειά της μὲ τοὺς νέ­ους συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­ξε­ρευ­νοῦν τὰ ἴ­δια το­πί­α τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς μὲ τὸν νο­ση­ρὸ αὐ­τὸ ἥ­λιο —τὴν Κά­ρεν Ρά­σελ, τὸν Τζά­στιν Τέ­ι­λορ, τὴν Κλὲρ Βέ­ι Οὐ­ότ­κινς— ἐ­λά­χι­στοι συγ­γρα­φεῖς ὡ­στό­σο ἀ­πο­πει­ρῶν­ται, ἔ­στω, νὰ γρά­ψουν μὲ τὴ δι­κή της πα­ρα­φο­ρά. Ἂν καὶ ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἔ­χει ἐκ­φρα­στεῖ θε­τι­κὰ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς, πα­ρα­μέ­νει ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νη γε­νι­κῶς ἀ­πὸ τὸ σύγ­χρο­νο δι­ή­γη­μα – καὶ ἡ δι­κή της δου­λειά, ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται, δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ξαί­ρε­ση.

       «Οἱ πιὸ πολ­λὲς ἀ­π’ τὶς ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τὲς δὲν πλη­σιά­ζουν κὰν σ’ αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ πε­τύ­χω», εἶ­πε μι­λών­τας γιὰ τὸ The Visiting Privilege. Ἕ­να νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φει ἐ­δῶ καὶ μιὰ δε­κα­ε­τί­α θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει, εὐ­ελ­πι­στεῖ, ἕ­να βῆ­μα πα­ρα­πέ­ρα – βῆ­μα ποὺ θὰ τὴν ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴ «γλώσ­σα καὶ τὴν ἀ­να­λαμ­πὴ καὶ τὸ κά­ψι­μο» τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνι­κῆς γρα­φῆς. Γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τὸ μοῦ εἶ­πε μό­νο ὅ­τι ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται στὴν ἔ­ρη­μο καὶ θὰ βροῦ­με σ’ αὐ­τὸ ζῶ­α ποὺ ἀ­νή­κουν σὲ «ἄ­γνω­στα εἴ­δη, εἴ­δη ποὺ δὲν τὰ ἔ­χει δεῖ κα­νεὶς πο­τέ».

       Ἀρ­γὰ τὸ ἴ­διο βρά­δυ, μοῦ ἔ­δω­σε μὲ τὸ ζό­ρι ἕ­να δο­κί­μιο πού, ἂν καὶ δὲν τὸ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἀ­κό­μη, θε­ώ­ρη­σε ὅ­τι θὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται ἡ ἴ­δια. Ἦ­ταν 17 δα­κτυ­λό­γρα­φες σε­λί­δες, μὲ δι­ορ­θώ­σεις στὸ χέ­ρι καὶ μιὰ ἑ­νό­τη­τα κολ­λη­μέ­νη μὲ σε­λο­τέ­ιπ. «Αὔ­ριο θὰ μοῦ τὸ ’­χεις φέ­ρει πί­σω», εἶ­πε. Ἤ­μουν πο­λὺ με­θυ­σμέ­νος καὶ κου­ρα­σμέ­νος γιὰ νὰ τὸ δι­α­βά­σω ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα κι ἔ­τσι ζή­τη­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν σα­στι­σμέ­νο ὑ­πάλ­λη­λο τοῦ Arizona Inn νὰ μοῦ τὸ σκα­νά­ρει.

       Λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μου ἀ­πὸ τὸ Τοῦ­σον, ἕ­να γράμ­μα ἀ­πὸ τὴν Οὐ­ί­λιαμς —ἀ­παν­τή­σεις σὲ γρα­πτὲς ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ τῆς εἶ­χα θέ­σει— ἦλ­θε μὲ τὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο. Εἶ­χε κα­βα­τζώ­σει τὸν φά­κε­λο ἀ­πὸ κά­ποι­α καλ­λι­τε­χνι­κὴ δι­α­μο­νή, εἶ­χε δι­α­γρά­ψει μιὰ δι­εύ­θυν­ση κά­που στὸ Πρό­βιν­στά­ουν καὶ εἶ­χε δα­κτυ­λο­γρα­φή­σει «Οὐ­ί­λιαμς» ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ κά­τω. Μέ­σα στὸν φά­κε­λο βρῆ­κα ἀ­παν­τή­σεις σὲ πολ­λὲς ἐ­ρω­τή­σεις μου, κα­θὼς καὶ ἄλ­λες δι­ά­φο­ρες γιὰ πράγ­μα­τα ποὺ δὲν τὴν εἶ­χα ρω­τή­σει. Ἔ­γρα­φε «πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ὑ­πάρ­χει (καὶ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει) μὲ τρό­πο ὑ­περ­βα­τι­κὸ σὲ κά­θε ἀ­ξι­έ­παι­νο ἔρ­γο τέ­χνης». Ἔ­γρα­φε πὼς εἶ­ναι εὐ­γνώ­μων στὸν Ρὰ­στ δι­ό­τι τὴν εἶ­χε «εἰ­σα­γά­γει σ’ ἕ­ναν κό­σμο συγ­γρα­φέ­ων καὶ βι­βλί­ων καὶ κοι­νω­νι­κῶν ἐ­πα­φῶν ποὺ εἰ­δάλ­λως δὲν θὰ εἶ­χε γνω­ρί­σει πο­τέ της». Ἔ­γρα­φε «Ἂν κά­ποι­ος μᾶς ἀ­φά­νι­ζε στὴν κυ­κλο­φο­ρια­κὴ συμ­φό­ρη­ση τῆς Ἀ­ρι­ζό­νας, ἡ τε­λευ­ταία μου σκέ­ψη θὰ ἦ­ταν – κα­λὰ νὰ πά­θω ποὺ ἔ­χω τὸ προ­φὶλ ποὺ ἔ­χω».

       Τὴ μέ­ρα ποὺ ἔ­λα­βα τὸ γράμ­μα, ἄ­νοι­ξα τὸ λά­πτοπ μου καὶ πῆ­γα στὶς σε­λί­δες πού μου εἶ­χε δώ­σει ἡ Οὐ­ί­λιαμς γιὰ νὰ τὶς δι­α­βά­σω τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη στὸ Τοῦ­σον. Τὸ δο­κί­μιο εἶ­ναι κα­τ’ ἀρ­χὰς ἐ­λε­γεί­α γιὰ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τῆς σύγ­χρο­νης γλώσ­σας νὰ ἀν­τε­πε­ξέλ­θει στὸ με­γα­λεῖ­ο καὶ τὴν τρα­γω­δί­α τοῦ φυ­σι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος. Σύν­το­μα ὅ­μως ὁ προ­βλη­μα­τι­σμὸς δι­ευ­ρύ­νε­ται καὶ ἡ συγ­γρα­φέ­ας κρού­ει τὸν κώ­δω­να τοῦ κιν­δύ­νου γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α αὐ­τὴ κα­θαυ­τὴ καὶ τὴν πει­σμα­τι­κὴ ἑ­στί­α­σή της, ὅ­πως ἔ­γρα­ψε ὁ Σὸλ Μπέ­λο­ου, στὴν «ἀν­θρώ­πι­νη οἰ­κο­γέ­νεια ὡς ἔ­χει». «Θὰ μπο­ροῦ­σε αὐ­τὴ ἡ ἐμ­μο­νι­κὴ μα­τιὰ στὸν ἄν­θρω­πο νὰ ἐ­πι­φέ­ρει τὸν θά­να­το τῆς λο­γο­τε­χνί­ας;», ρω­τᾶ ἡ Οὐ­ί­λιαμς. Στὴν κα­τα­κλεί­δα του τὸ δο­κί­μιο ἀ­πο­τε­λεῖ μα­χη­τι­κὸ κά­λε­σμα γιὰ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἀμ­φι­βάλ­λει ἂν μπο­ρεῖ κα­νείς, κι αὐ­τὴ ἡ ἴ­δια δη­λα­δή, νὰ τὸ γρά­ψει.

       Στὸ γράμ­μα της, ἡ Οὐ­ί­λιαμς κά­νει ἀ­να­φο­ρὰ καὶ στὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, αὐ­τὸ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐλ­πί­ζει ὅ­τι ἴ­σως ἀ­πο­τε­λέ­σει ἕ­ναν νέ­ο τρό­πο νὰ γρά­ψει κα­νεὶς γιὰ τὴ γῆ. «Τὸ ξε­κί­νη­σα λί­γα χρό­νια πρὶν τὸν θά­να­το τοῦ Ρ.», γρά­φει. «Ὀ­φεί­λω νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι ἡ κα­τά­στα­ση σώ­ζε­ται.» Τὴ φαν­τά­στη­κα τό­τε, στὰ βά­θη τῆς Σάν­τα Κα­τα­λί­να, μὲ τὰ δυ­ὸ ἀ­γα­πη­μέ­να της σκυ­λιὰ στὸ πλά­ι της, τὸ πα­γού­ρι γε­μά­το μαρ­τί­νι, νὰ πα­τᾶ τὰ πλῆ­κτρα μιᾶς ἀ­πὸ τὶς πα­λι­ές της Smith-Corona. Ἴ­σως εἶ­χε βρεῖ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ κά­ποι­α σπη­λιὰ ἀν­τὶ γιὰ μο­τέλ. Εὔ­χο­μαι ὅ­ταν ἐν­τέ­λει ξε­φυλ­λί­σω αὐ­τὸ τὸ ἀ­νέ­φι­κτο μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ θὰ μι­λᾶ τὴ γλώσ­σα τῆς ἔν­δο­ξης αὐ­τῆς γῆς, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἀ­μεί­λι­κτη ὀ­μορ­φιὰ θὰ ἐ­πι­ζή­σει γιὰ και­ρὸ με­τὰ τὸν χα­μό μας – εὔ­χο­μαι νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­λά­βω οὔ­τε μιὰ λέ­ξη.

       «Μή­πως δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἕ­να ὄ­νει­ρο ὅ­τι ἡ Λο­γο­τε­χνί­α ὑ­πῆρ­ξε κά­πο­τε ἐ­πι­κίν­δυ­νη καὶ εἶ­χε τὴ δύ­να­μη νὰ μᾶς ἀ­φυ­πνί­σει καὶ νὰ μᾶς ἀλ­λά­ξει;», γρά­φει ἡ Οὐ­ί­λιαμς στὸ ἀ­δη­μο­σί­ευ­το αὐ­τὸ δο­κί­μιο. «Σί­γου­ρα πάν­τως ὀ­φεί­λει νὰ γί­νει ἐ­πι­κίν­δυ­νη στὸ τώ­ρα… Ἰ­δοὺ τὸ μυ­στή­ριο, ἡ μυ­στη­ρι­ώ­δης κι ἀ­νά­ξιά μας ὀ­μορ­φιὰ τοῦ κό­σμου.» Ἀ­κό­μη καὶ στὸ σκα­να­ρι­σμέ­νο μου ἀν­τί­γρα­φο μπό­ρε­σα νὰ δῶ τὴν ἀ­κα­νό­νι­στη γραμ­μὴ ποὺ εἶ­χε τρα­βή­ξει μὲ τὸ μο­λύ­βι της γιὰ νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σει τὴ λέ­ξη ἰ­δού.


       02.09.2015.



πη­γή: https://www.nytimes.com/2015/09/06/magazine/the-misanthropic-genius-of-joy-williams.html

Ντὰν Κό­ις (Dan Kois) εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νος γιὰ θέ­μα­τα πο­λι­τι­σμοῦ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Slate στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πί­σης ἀρ­θρο­γρα­φεῖ.



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Κόλπα



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 10/11)


Κόλ­πα

(Tricks)*


ΛΙΜΠΕΡΤΙ δὲν τὸ γού­στα­ρε γε­νι­κῶς τὸ Χά­λο­ου­ιν. Ἡ νύ­χτα μᾶς ἔ­κα­νε μά­ται­α νὰ ἐλ­πί­ζου­με πὼς μό­λις κά­ποι­ος ξέ­νος μᾶς χτυ­πή­σει καὶ μᾶς φω­νά­ξει στὴν πόρ­τα, οἱ πιὸ φρι­κτοὶ φό­βοι μας θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θοῦν καὶ θὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν φαν­τά­σμα­τα, νυ­χτε­ρί­δες, βα­δί­ζον­τα πτώ­μα­τα καὶ τ’ ἀ­κέ­φα­λα σκυ­λιὰ τῆς κο­λά­σε­ως.

       Σ’ ἕ­να μι­κρὸ νη­σὶ στὰ ἀ­νοι­χτὰ τῆς Φλό­ριν­τας, ἡ Λίμ­περ­τι δι­έ­σχι­ζε τοὺς δρό­μους καὶ ὁ­δη­γοῦ­σε τρί­α παι­διά, τὸν Τέν­τι, τὴ Λίν­τι καὶ τὴν Ἰ­βὸν σ’ ἕ­να μι­κρό, σκο­τει­νὸ ἐμ­πο­ρι­κὸ κέν­τρο, ὅ­που ὁ Νί­κι, ὁ τέ­ταρ­τος τῆς πα­ρέ­ας, ζοῦ­σε μὲ τοὺς γο­νεῖς του στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ κα­τα­στή­μα­τος κε­ρα­μι­κῶν Oh. Ὁ Κλέμ, ὁ με­γά­λος, ἄ­σπρος σκύ­λος τῆς Λίμ­περ­τι, ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ πί­σω με­ταμ­φι­ε­σμέ­νος μὲ μιὰ μαύ­ρη μά­σκα. Ὁ Τέν­τι ἦ­ταν για­τρός, ἡ Λίν­τι ἦ­ταν ρό­δο, μὲ μιὰ κόκ­κι­νη φού­στα μπα­λέ­του καὶ ψη­λές, πρά­σι­νες κάλ­τσες. Ἡ Ἰ­βὸν ἦ­ταν πά­πια.

       Συ­νάν­τη­σαν ἕ­να μα­γα­ζὶ μ’ ἀ­θλη­τι­κά. Μιὰ ἐ­πι­γρα­φὴ στὸ μα­γα­ζὶ ἔ­λε­γε: Ναί! Δι­α­θέ­του­με μα­γιὸ μα­στε­κτο­μῆς! Ἡ Λίμ­περ­τι χτύ­πη­σε ἐ­λα­φρὰ τὴν πόρ­τα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος κε­ρα­μι­κῶν. Πί­σω ἀ­π’ τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν ἕ­νας φοῦρ­νος καὶ μιὰ ἰν­δι­ά­νι­κη σκη­νή. Ὁ Ρό­τζερ καὶ ἡ Ρό­ζι, οἱ γο­νεῖς τοῦ Νί­κι, δὲν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει νὰ ψή­σουν τί­πο­τα στὸν φοῦρ­νο τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μή­να, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἕ­να ζευ­γά­ρι κα­κα­τού­α εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει νὰ φω­λιά­σει ἐ­κεῖ. Ἡ Λίμ­περ­τι ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει καὶ βρῆ­κε τὴ Ρό­ζι κα­θι­σμέ­νη ἀ­να­κούρ­κου­δα στὸ πά­τω­μα. Τὰ μά­τια τῆς Ρό­ζι προ­ε­ξεῖ­χαν, ἡ γλώσ­σα της κρε­μό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ στό­μα κι οἱ τέ­νον­τες τοῦ λαι­μοῦ εἶ­χαν πε­τα­χτεῖ ἔ­ξω. Μό­λις εἶ­δε τὰ παι­διά, χα­λά­ρω­σε τοὺς μῦς τοῦ προ­σώ­που της, ἔ­λυ­σε καὶ ἴ­σι­ω­σε τὸ κορ­μί της κι ἦλ­θε χο­ρο­πη­δών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος τους. Θύ­μι­σε στὴ Λίμ­περ­τι ἰρ­λαν­δι­κὸ σέ­τερ χω­ρὶς κα­θό­λου μυα­λό.

       «Ὤ», εἶ­πε. «Νι­ώ­θω ὑ­πέ­ρο­χα! Ἀ­να­ζω­ο­γο­νή­θη­κα! Καὶ μα­ζὶ χα­λά­ρω­σα.»

       «Τί εἶ­ν’ αὐ­τό;», ρώ­τη­σε ἡ Λίν­τι. Ἄγ­γι­ξε μιὰ κον­κάρ­δα στὴν μπλού­ζα τῆς Ρό­ζι. Ἡ κον­κάρ­δα εἶ­χε πά­νω τὴ φω­το­γρα­φί­α ἑ­νὸς ἄν­τρα.

       «Ὤ», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, «εἶ­ναι ὁ Δα­λά­ι Λά­μα. Τὸν συ­νάν­τη­σα τὸν Δα­λά­ι Λά­μα. Φο­ροῦ­σε κο­κά­λι­να γυα­λιά, κι ἕ­να μι­κρὸ σῆ­μα στὸ ἔν­δυ­μά του ἀ­κρι­βῶς σὰν καὶ τοῦ­το ἀ­πει­κό­νι­ζε τὸν ἴ­διο, τὸν Δα­λά­ι Λά­μα. Ὅ­ταν τὸν γνώ­ρι­σα, ἔ­νι­ω­σα τὸ πνεῦ­μα του νὰ μὲ δι­α­περ­νᾶ σὰν μι­κρὰ βέ­λη. Πό­θη­σα πο­λὺ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α. Ἦ­ταν τέ­λει­ο!» Ἡ Ρό­ζι πέ­ρα­σε τὰ χέ­ρια της μέ­σ’ ἀ­π’ τὶς μποῦ­κλες τῶν κα­στα­νο­κόκ­κι­νων μαλ­λι­ῶν της. Χα­μο­γέ­λα­σε στὰ παι­διά. «Ἔ­παιρ­να ναρ­κω­τι­κά, ὅ­μως συ­νάν­τη­σα τὸν Δα­λά­ι Λά­μα καὶ μ’ ἔ­κα­νε νὰ κα­θα­ρί­σω. Ἦ­ταν τέ­λει­ο ποὺ κα­θά­ρι­σα, θὰ μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νὰ σᾶς πῶ. Ὕ­στε­ρα γνώ­ρι­σα τὸν μπαμ­πα-Ρό­τζερ κι ἦ­ταν κι αὐ­τὸ τέ­λει­ο. Θέ­λω νὰ πῶ, εἶ­μαι πο­λὺ ἀ­νοι­χτῆ τώ­ρα πιά.»

       «Εἶ­ναι ἕ­τοι­μος ὁ Νί­κι;», ρώ­τη­σε ἡ Λίμ­περ­τι. Τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν γε­μά­το γλά­στρες καὶ γα­βά­θες καὶ κοῦ­πες καὶ βά­ζα. Στὴ γω­νί­α ἦ­ταν μιὰ μα­γει­ρι­κὴ ἑ­στί­α καὶ πά­νω της ἦ­ταν ἕ­να κου­τὶ Corn Flakes.

       «Ὤ», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, «ναί. Εἶ­ναι πα­νέ­τοι­μος. Ἔ­χει τὴν πιὸ ὡ­ραί­α στο­λὴ ἀπ’ ­ὅ­λες ἀλ­λὰ δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει. Δὲν θέ­λει νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ σκη­νή. Παι­διά, για­τί δὲν πᾶ­τε ἐ­σεῖς νὰ τὸν φέ­ρε­τε ἀ­π’ τὴ σκη­νή;»

       Τὰ παι­διὰ ἔ­τρε­ξαν ἔ­ξω, βά­ζον­τας μιὰ φω­νή.

       Ἕ­να χα­μό­γε­λο φώ­τι­σε τὸ πρό­σω­πο τῆς Ρό­ζι κα­θὼς κοι­τοῦ­σε τὴ Λίμ­περ­τι. «Εἶ­σαι χρι­στια­νή, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Εἶ­μαι σί­γου­ρη, θέ­λω νὰ πῶ, τὸ φαν­τά­ζο­μαι.»

       «Πι­στεύ­ω στὴν ἐ­νο­χὴ καὶ στὸν πό­θο», πα­ρα­δέ­χτη­κε ἡ Λίμ­περ­τι. «Στὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καὶ τὴ δια­ρκῆ συν­τρι­βή. Τὸν κύ­κλο καὶ τὴ σπεί­ρα.» Οἱ λέ­ξεις γέ­μι­σαν εὐ­χά­ρι­στα τὸ δω­μά­τιο ὣς ἐ­πά­νω, σὰν λί­θοι.

       «Ὁ Ἰ­η­σοῦς δὲν θὰ μ’ εἶ­χε σώ­σει πο­τὲ ἀ­π’ τὰ ναρ­κω­τι­κά. Ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι νε­κρός.» Ἡ Ρό­ζι στο­χά­στη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τὸ λυ­πη­μέ­νη.

       Τὰ παι­διὰ ἐ­πέ­στρε­ψαν μα­ζὶ μὲ τὸν Νί­κι. Τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι ἦ­ταν ντυ­μέ­νο τὸ μι­σὸ ἄν­τρας καὶ τὸ μι­σὸ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ γρα­βά­τα ἦ­ταν ραμ­μέ­νη σὲ μι­σὴ μπλού­ζα πλι­σέ, μι­σὴ φού­στα σ’ ἕ­να μο­νὸ μπα­τζά­κι. Στὸ μι­σό του πρό­σω­πο ἦ­ταν κολ­λη­μέ­νη μιὰ γε­νειά­δα κι ἕ­να πυ­κνὸ φρύ­δι. Στὸ μι­σό του στό­μα φο­ροῦ­σε κρα­γιὸν κι ἕ­να σκου­λα­ρί­κι μὲ στρὰς κρε­μό­ταν ἀ­π’ τ’ αὐ­τί του.

       «Τί ἔ­χει ντυ­θεῖ;», ρώ­τη­σε ἐ­πι­τα­κτι­κὰ ἡ Ἰ­βὸν τὴ Ρό­ζι.

       «Εἶ­ναι», εἶ­πε πε­ρή­φα­νη ἡ Ρό­ζι, «ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, σὲ ἀν­θρώ­πι­νη μορ­φή, τῆς ἀρ­χῆς τῆς ὁ­λό­τη­τας.»

       Τὰ παι­διὰ ἔ­μει­ναν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό. Ἡ Λίν­τι ἔ­κα­νε μιὰ με­γά­λη γα­λά­ζια τσι­χλό­φου­σκα καὶ τὴ μά­ζε­ψε πά­λι πί­σω στὸ στό­μα της.

       «Δὲν εἶ­ναι γλυ­κού­λης;», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὸν Νί­κι. «Ὁ Νί­κι τ’ ἀ­γό­ρι μου κι ὁ μπαμ­πα-Ρό­τζερ εἶ­ναι κι οἱ δυ­ὸ τό­σο γλυ­κὰ ἀν­θρω­πά­κια!» Ἔ­βα­λε ἀ­πὸ μιὰ πι­τσι­λω­τὴ μπα­νά­να στὴν τσάν­τα κα­θε­νὸς ἀ­π’ τὰ παι­διά. «Κα­λὰ νὰ πε­ρά­σε­τε», εἶ­πε στὰ παι­διά. Τὰ παι­διὰ κοίτα­ξαν τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ μπῆ­κε κά­τω-κά­τω στὶς τσάν­τες τους. Προ­η­γου­μέ­νως, οἱ τσάν­τες τους ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἄ­δει­ες. Τώ­ρα κά­θε τσάν­τα εἶ­χε μέ­σα κι ἀ­πὸ μιὰ μπα­νά­να.

       Ἡ μι­κρὴ συν­τρο­φιὰ ἄ­φη­σε πί­σω της τὸ σκο­τά­δι τοῦ πα­λιοῦ ἐμ­πο­ρι­κοῦ κέν­τρου καὶ μπῆ­κε σὲ μιὰ γει­το­νιὰ ποὺ ἡ Λίμ­περ­τι τὴ γνώ­ρι­ζε κα­λά. Στὸν ἀ­πέ­ραν­το οὐ­ρα­νὸ πά­νω ἀ­π’ τὸν κόλ­πο τῆς Φλό­ριν­τας φά­νη­κε ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ ἀ­στέ­ρι. Ἡ Λίν­τι βα­στοῦ­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι τῆς Λίμ­περ­τι κι ὁ Νί­κι τὸ δε­ξί. Στὸ μπρά­τσο της ἡ Λίν­τι εἶ­χε μιὰ με­γά­λη μὼβ με­λα­νιά. Ἡ Λίν­τι τραυ­μα­τι­ζό­ταν συ­χνά, σπά­νια ὅ­μως πο­νοῦ­σε ἢ ἔ­δει­χνε νά ’­χει κά­τι ἀ­νη­συ­χη­τι­κό. Μιὰ φο­ρά, σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ ντου­λά­πι τῆς κου­ζί­νας γιὰ ν’ ἁρ­πά­ξει ἕ­να βά­ζο φι­στι­κο­βού­τυ­ρο ἀ­πὸ τὸ ντου­λα­πά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­πὸ πά­νω της, ἔ­πε­σε μ’ ἀ­νοι­χτά τα πό­δια στὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα τοῦ ντου­λα­πιοῦ ἀ­πὸ κά­τω της. Ὁ κόλ­πος της μά­τω­σε. Τὸ μα­γιὸ Wonder Woman ἔ­γι­νε κα­τα­κόκ­κι­νο. Ἡ Λίμ­περ­τι τὴν πῆ­γε μὲ τ’ ἁ­μά­ξι στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, ὅ­που κρί­θη­κε ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ πε­ρά­σει τὴ νύ­χτα. Ἡ Λίν­τι οὔ­τε ποὺ ἔ­κλα­ψε.

       Τὸ χέ­ρι τοῦ Νί­κι, τὸ χέ­ρι ποὺ μ’ αὐ­τὸ βα­στοῦ­σε τὴ Λίμ­περ­τι, ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μ’ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο γάν­τι ἀ­πὸ μο­σχα­ρί­σιο δέρ­μα. Στ’ ἀ­νοι­χτά του Κόλ­που, κά­τι πλού­σιοι σ’ ἕ­να κό­τε­ρο ἔ­τρω­γαν κρέ­ας ἀ­πὸ ἀ­γέν­νη­το μο­σχα­ρά­κι. Ρό­δα ἄν­θι­ζαν σὲ τε­φρο­δό­χους. Τὰ μπρούν­τζι­να κομ­μά­τια τους ἄ­στρα­φταν.

       Τὸ πε­ρα­σμέ­νο Χά­λο­ου­ιν, στὴν ἠ­πει­ρω­τι­κὴ χώ­ρα, ἕ­νας ὁ­δη­γὸς αὐ­το­κι­νή­του ἀ­να­κά­λυ­ψε ἕ­να ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νο, γδαρ­μέ­νο κι ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο πτῶ­μα πα­ρα­τη­μέ­νο στὸν χῶ­ρο στάθ­μευ­σης ἑ­νὸς κα­τα­στή­μα­τος Land-O-Sleep. Τὸ θέ­α­μα ἦ­ταν ἀ­η­δι­α­στι­κό. Ὁ ἀν­τα­πο­κρι­τὴς τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ξέ­ρα­σε. Ἀρ­χι­κὰ βγῆ­κε πρὸς τὰ ἔ­ξω ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν φό­νο ποὺ τὸν ε­ἶ­χε δι­α­πρά­ξει θρη­σκευ­τι­κὴ αἵ­ρε­ση. Ἀ­κο­λού­θη­σαν ὑ­πό­νοι­ες ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἡ κα­τά­λη­ξη ἑ­νὸς ἄ­γριου κα­βγὰ με­τα­ξὺ ἐ­ρα­στῶν. Τὸ τρί­το ποὺ ἀ­κού­στη­κε ἦ­ταν ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴ μιὰ πλευ­ρὰ ἑ­νὸς μο­σχα­ριοῦ πού ’­χε πέ­σει ἀ­π’ τὴν ξε­κλεί­δω­τη πόρ­τα ἑ­νὸς φορ­τη­γοῦ μὲ κρέ­α­τα. Ἡ ἱ­στο­ρί­α δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ξε­χα­στεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­πέ­στρε­ψαν στὶς συ­νή­θεις τους ἔ­γνοι­ες, νὰ μὴν ἀ­με­λή­σουν νὰ πο­τί­σουν τὶς γλά­στρες μὲ τὸ πλα­τυ­κέ­ριο καὶ νὰ ἐ­πεν­δύ­σουν σὲ χαρ­το­φυ­λά­κια ποι­κί­λης σύν­θε­σης.

       «Οἱ γο­νεῖς μου πῆ­γαν σ’ ἕ­να πάρ­τι χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε ὁ Νί­κι, «καὶ μοῦ ’­παν ὅ­τι μέ­σα στὸ σπί­τι ἦ­ταν ἕ­να φέ­ρε­τρο καὶ τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν γε­μά­το Big Macs.»

       Ἦ­ταν ζε­στὴ βρα­διά. Ἀ­κού­γον­ταν τὰ νε­ρὰ τοῦ Κόλ­που πού ’­γλει­φαν τὴν ἀμ­μου­διά. Τ’ ἁ­μά­ξια σέρ­νον­ταν με­τα­φέ­ρον­τας μι­κρά, ἀ­πο­τρό­παι­α ὄν­τα. Ἡ Λίμ­περ­τι καὶ τὰ παι­διὰ πλη­σί­α­σαν πρῶ­τα στὸ σπί­τι τοῦ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χη. Ὁ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χης εἶ­χε στὴν κα­το­χή του ἕ­να μπα­ζού­κα καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ κα­θοί­κια. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ χα­μη­λὸ τρα­πέ­ζι μιὰ πα­λιὰ ἐ­πι­τύμ­βια στή­λη ποὺ πα­τοῦ­σε πά­νω σὲ δυ­ὸ τσι­μεν­τό­λι­θους. Ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νη, ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­π’ τὶς και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες κι ἔ­φε­ρε ἕ­να χα­ρα­κτι­κὸ μ’ ἕ­ναν ἄγ­γε­λο. Οἱ χρο­νο­λο­γί­ες ἦ­ταν: 1797-1798. Ὁ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χης ποὺ στὸ σπί­τι του βρι­σκό­ταν ἡ πλά­κα, σκε­πα­σμέ­νη μ’ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρα­γε­μι­σμέ­να τα­σά­κια, ἦ­ταν ἕ­νας τύ­πος βα­ρύς, χλεμ­πο­νιά­ρης, ἕ­νας χῆ­ρος μὲ μαῦ­ρα μπιμ­πί­κια γύ­ρω ἀ­π’ τὰ μά­τια. Ἔ­δω­σε στὸ κά­θε παι­δὶ ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ γλει­φι­τζού­ρι, σὰν κι αὐ­τὰ πού ’­βρι­σκε κα­νεὶς στὶς τρά­πε­ζες.

       Τὰ παι­διὰ ἔ­πε­σαν τυ­χαῖ­α ἐ­πά­νω στὶς μυρ­μηγ­κο­φω­λι­ὲς στὸ γρα­σί­δι τοῦ γει­το­νι­κοῦ σπι­τιοῦ, ἑ­νὸς σπι­τιοῦ ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­κου­γό­ταν ὁ Ἔλ­βις Πρίσ­λε­ϊ νὰ τρα­γου­δᾶ τὸ «Heartbreak Hotel». Ἡ Λίμ­περ­τι στά­θη­κε καὶ χά­ζευ­ε τὴν πόρ­τα ν’ ἀ­νοί­γει καὶ τὰ παι­διὰ στὰ σκα­λιὰ ὅ­λο χά­χα­να καὶ κού­νη­μα. Ἕ­να πε­λώ­ριο ἀ­να­το­λί­τι­κο χα­λὶ ἔ­πια­νε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κα­θι­στι­κὸ καὶ συ­νέ­χι­ζε στὸν ἕ­ναν τοῖ­χο. Ἀ­κουμ­πι­σμέ­νοι πά­νω του ἦ­ταν δυ­ὸ με­γά­λοι γα­λά­ζιοι ἀρ­κοῦ­δοι. Καρ­φι­τσω­μέ­νη στὸ μέ­σο του χα­λιοῦ ἦ­ταν μιὰ τε­ρά­στια με­γε­θυ­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α μὲ τὸν Βα­σι­λιὰ —μὲ τὸ πά­νω χεῖ­λος ἀ­να­ση­κω­μέ­νο, τὰ μά­τια μὲ τὶς χον­τρὲς βλε­φα­ρί­δες, τὸ κω­μι­κὰ σα­δι­στι­κὸ βλέμ­μα— νὰ ὑ­πο­γρά­φει στὸ χέ­ρι μιᾶς ξαν­θιᾶς, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νης κο­πέ­λας μὲ που­λό­βερ ἀ­πὸ μαλ­λὶ ἀν­κο­ρὰ καὶ φού­στα μὲ πι­έ­τες. Μιὰ πα­χιὰ γυ­ναί­κα μὲ πυ­κνὲς μποῦ­κλες καὶ σκού­φια καὶ μ’ ἕ­να μπου­κά­λι Coca-Cola στὸ χέ­ρι στε­κό­ταν στὴ μι­κρὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ παι­διά. Ἡ Λίμ­περ­τι συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς βλέ­πει μὲ τὰ ἴ­δια της τὰ μά­τια κά­ποι­α πού ‘ναι σχε­δὸν πε­θα­μέ­νη, κά­ποι­α γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ στιγ­μὴ αὐ­τὴ ἔ­χει πε­ρι­κλεί­σει ὅ­λα τὰ χρό­νια πού ’­χει ἤ­δη ζή­σει. Ὁ Κλὲμ κοι­τοῦ­σε κι αὐ­τὸς τὴ γυ­ναί­κα μέ­σ’ ἀ­π’ τὶς τρύ­πες τῆς μαύ­ρης μά­σκας του, τὸ βλέμ­μα του ὡ­στό­σο ἦ­ταν πιὸ ἀ­νε­κτι­κό. Τὸ νευ­ρι­κὸ σύ­στη­μα τοῦ Κλὲμ τοῦ ’­δι­νε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βλέ­πει τὸν κό­σμο μὲ ἄλ­λο μά­τι ἀ­π’ τὴ Λίμ­περ­τι. Ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει ἕ­να πρό­τυ­πο γιὰ τὸν κό­σμο, ἕ­ναν κό­σμο νὰ πι­στεύ­ει, ἕ­ναν κό­σμο νὰ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­μέ­νει. Ἔ­τσι εἶ­ναι, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὁ­ρι­σμέ­νη γιὰ κα­θέ­να εἶ­δος. Κα­θέ­νας —μη­δε­νὸς ἑ­ξαι­ρου­μέ­νου— καὶ τὸ δι­κό του μαῦ­ρο δά­σος.

       Τὰ παι­διὰ ἔ­τρε­ξαν στὸ γρα­σί­δι πρὸς τὴν ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρά.

       «Ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ μᾶς ἔ­δω­σε ἀ­πὸ ἕ­να κέρ­μα τῶν δέ­κα σέν­τς», φώ­να­ξε ἡ Νί­κι.

       «Δὲν δε­χό­μα­στε μπι­σκό­τα», ἔ­λε­γε ἡ Ἰ­βὸν σὲ μιὰ γυ­ναί­κα στὴν εἴ­σο­δο μιᾶς ἄλ­λης κα­τοι­κί­ας. «Ἡ μά­να μου λέ­ει ὅ­τι μπο­ρεῖ νά ‘χουν μέ­σα ἀ­πο­λυ­μαν­τι­κὸ του­α­λέ­τας Sani-Flush ἢ κά­τι ἀν­τί­στοι­χο. Δὲν ἔ­χε­τε τί­πο­τε ἄλ­λο;»

       Τὸ ἕ­να ἀ­π’ τὰ δύ­ο μπρά­τσα τῆς γυ­ναί­κας ἔ­μοια­ζε πα­ρα­λυ­μέ­νο. Χα­μο­γέ­λα­σε στὴν Ἰ­βὸν κι ἔ­κλει­σε ἁ­πα­λὰ τὴν πόρ­τα. Τὰ μπι­σκό­τα ἦ­ταν μι­κρὰ κι ἀ­νοι­χτό­χρω­μα, πα­σπα­λι­σμέ­να μὲ χρω­μα­τι­στὲς στα­γό­νες. Ἡ Ἰ­βὸν ἀ­να­στέ­να­ξε κι ἕ­σφι­ξε τὰ μπι­σκό­τα στὴ χού­φτα της καὶ τά ’­κα­νε κομ­μα­τά­κια. Ἡ μά­σκα πά­πιας πρό­δι­δε σά­στι­σμα καὶ ἀ­νη­συ­χί­α. Δὲν ἦ­ταν ὁ Ντό­ναλντ Ντάκ. Ἦ­ταν μιὰ πά­πια μὲ προ­σω­πι­κό­τη­τα ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ τοῦ Ντό­ναλντ.

       Προ­χώ­ρη­σαν πα­ρα­πέ­ρα, βό­σκον­τας τὴν ἔ­κτα­ση σὰν με­ξι­κά­νι­κες κα­τσί­κες. Δε­κα­πέν­τε κα­τοι­κί­ες, εἴ­κο­σι. Οἱ πι­σί­νες ἦ­ταν φω­τι­σμέ­νες, οἱ συ­σκευ­ὲς αὐ­τό­μα­του πο­τί­σμα­τος σχη­μά­τι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ τὰ ὑ­δά­τι­να, ἁ­πα­λὰ τό­ξα τους. Χι­λιά­δες δο­λά­ρια γιὰ φω­τι­στι­κὰ καὶ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια κι­λο­βὰτ ξο­δεύ­ον­ταν γιὰ νὰ κά­νουν πρά­σι­να φυ­τὰ νὰ μοιά­ζουν κόκ­κι­να καὶ γα­λά­ζια. Χι­λιά­δες λί­τρα νε­ρὸ ἀν­τλοῦν­ταν γιὰ νὰ σκου­ρύ­νουν χι­λιά­δες σά­κοι ρο­κα­νί­δια καὶ νὰ κά­νουν ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς ἀ­νοι­χτό­χρω­μους κορ­μούς. Ἡ μι­κρὴ συν­τρο­φιὰ προ­χώ­ρη­σε κι ἄλ­λο κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­πέ­ραν­το καμ­πυ­λω­τὸ οὐ­ρα­νό, πού ’­χε τώ­ρα γε­μί­σει ἀ­στέ­ρια.

       Ὁ Κλὲμ εἶ­χε χά­σει τὴ μά­σκα του. Ἐρ­χό­ταν μὲ τὸ πά­σο του πί­σω ἀ­π’ τὴν πα­ρέ­α, στα­μα­τοῦ­σε ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ γιὰ νὰ κα­του­ρή­σει, ἔ­ψα­χνε λύ­σεις στὰ προ­βλή­μα­τα, ξε­δι­ά­λε­γε τὶς προ­τι­μή­σεις του, με­τροῦ­σε πα­λι­ὲς ἀ­δι­κί­ες καὶ χα­ρές.

       Σ’ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ φο­ροῦ­σε κόκ­κι­νο παν­τε­λό­νι κι ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος καὶ γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω. Κρύ­ος ἀ­έ­ρας ἦλ­θε ἀ­πὸ μέ­σα καὶ χώ­θη­κε γρή­γο­ρα μέ­σα στὴν πνι­γη­ρὴ νύ­χτα. Ὁ ἄν­τρας εἶ­χε πυ­κνὰ γκρί­ζα μαλ­λιὰ καὶ τέσ­σε­ρις ρῶ­γες. Μιὰ πυ­κνὴ τού­φα ἀ­πὸ γκρί­ζες τρί­χες ἁ­πλω­νό­ταν συμ­με­τρι­κὰ ἀ­νά­με­σα στὶς ρῶ­γες του. Προ­σποι­ή­θη­κε ὅ­τι τρό­μα­ξε πά­ρα πο­λὺ μὲ τὸ ποὺ εἶ­δε τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς ἔ­βγα­λε μιὰ γα­βά­θα γε­μά­τη σο­κο­λά­τες.

       «Μπο­ρῶ νὰ πά­ω στὴν του­α­λέ­τα σου;», ρώ­τη­σε ἡ Λίν­τι.

       «Φυ­σι­κά», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Τὰ παι­διὰ κοι­τοῦ­σαν ἐ­πί­μο­να τὸ στῆ­θος τοῦ ἄν­τρα πα­ρα­μέ­νον­τας σι­ω­πη­λά. Ἡ Λίν­τι πέ­ρα­σε ξυ­στὰ ἀ­πὸ δί­πλα του καὶ κα­τέ­βη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα τὸν δι­ά­δρο­μο στὰ δε­ξιά της. Ἡ Λίν­τι χαι­ρό­ταν νὰ πη­γαί­νει στὰ ξέ­να μπά­νια καὶ τὸ ἀ­λά­θη­το αἰ­σθη­τή­ριό της τὰ ἔ­βρι­σκε ἀ­μέ­σως.

       «Ξέ­ρει κόλ­πα τὸ σκυ­λί;», ρώ­τη­σε ὁ ἄν­τρας τὴ Λίμ­περ­τι. «Εἶ­χα ἕ­ναν σκύ­λο κά­πο­τε ποὺ ἦ­ταν τό­σο κα­λὰ ἐκ­παι­δευ­μέ­νος, ποὺ τοῦ ’­δι­νες ἕ­να μπι­σκό­το, ἔ­τρω­γε τὸ μι­σό, τοῦ ’­λε­γες νὰ τὸ φτύ­σει κι αὐ­τὸς τό ’­φτυ­νε.»

       «Δὲν ξέ­ρει νὰ τὸ κά­νει αὐ­τό», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι κοι­τών­τας πρὸς τὸν Κλέμ.

       «Δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ κλί­ση του, ἔ;», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Τοὺς φά­νη­κε πὼς ἡ Λίν­τι εἶ­χε ἀρ­γή­σει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Ὁ Νί­κι, βα­στών­τας τὸ χέ­ρι τοῦ Τέν­τι, κοι­μό­ταν ὄρ­θιος. Ἔ­βγα­ζε σύν­το­μους, σφυ­ρι­χτοὺς στε­ναγ­μούς.

       «Για­τί δὲν ἔρ­χε­σαι μέ­σα», εἶ­πε ἐν­τέ­λει ὁ ἄν­τρας, «νὰ βρεῖς τὸ παι­δί σου;». Δὲν ἔ­δει­ξε ἐ­νο­χλη­μέ­νος.

       Τὰ παι­διὰ κά­θι­σαν στὰ σκα­λιὰ κι ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν τὶς σο­κο­λά­τες. Ἡ Λίμ­περ­τι μπῆ­κε στὸ σπί­τι μα­ζὶ μὲ τὸν ἄν­τρα. Ἐ­πά­νω σ’ ἕ­να λευ­κὸ χα­μη­λὸ τρα­πέ­ζι ἀ­πὸ μπαμ­ποὺ ἦ­ταν ἕ­να πιά­το φι­στί­κια, δυ­ὸ ἄ­δεια πο­τή­ρια γιὰ μαρ­τί­νι κι ἕ­νας κε­ρα­μι­κὸς δο­νη­τής.

       «Πα­λιὸς εἶ­ναι», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Εἶ­ναι ὄν­τως πα­λιός», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, κοι­τών­τας μὲ ὑ­πε­ρη­φά­νεια τὸν δο­νη­τή. «Εἶ­ναι ἀ­π’ τὸ Μάρ­θας Βί­νιαρντ. Ἀ­νῆ­κε σὲ μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς δύ­στυ­χες γυ­ναῖ­κες στὰ φα­λαι­νο­θη­ρι­κά.»

       «Λίν­τι», φώ­να­ξε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Τὸ μπά­νιο εἶ­ναι ἀ­πὸ δῶ», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Ἡ Λίμ­περ­τι κα­τέ­βη­κε μα­ζί του τὸν δι­ά­δρο­μο. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν μι­σά­νοι­χτη, κι εἶ­δε μιὰ λευ­κὴ πε­τσέ­τα σὲ μιὰ κυ­κλι­κὴ κρε­μά­στρα, ἕ­ναν κα­θρέ­φτη στὸν ὁ­ποῖ­ο φαι­νό­ταν τὸ πλα­κά­κι τῆς ντου­ζι­έ­ρας, λευ­κὰ ὅ­λα τους, ὅ­πως τὸ στῆ­θος τοῦ λευ­κο­τσι­κνιᾶ. Ὁ σβέρ­κος τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν λε­πτὸς καὶ νε­α­νι­κός. Τὰ χέ­ρια τῆς Λίμ­περ­τι ἔ­πε­φταν στὸ πλά­ι. Αἰ­σθα­νό­ταν λὲς καὶ μὲ κά­ποι­ον τρό­πο εἶ­χε γί­νει ἡ ἴ­δια ἀ­πει­λη­τι­κή. Ἀ­πὸ ἕ­να ἄλ­λο δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­ταν μιὰ τη­λε­ό­ρα­ση νὰ παί­ζει.

       «Λίν­τι», φώ­να­ξε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Ἐ­δῶ εἶ­ναι», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Ἡ Λίν­τι ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νη σ’ ἕ­να κρε­βά­τι μα­ζὶ μ’ ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ φο­ροῦ­σε ρι­γὲ μπουρ­νού­ζι. Ὁ ἄν­τρας εἶ­χε ἀ­νά­ψει τσι­γά­ρο. Τὸ κά­λυμ­μα τοῦ κρε­βα­τιοῦ ἦ­ταν ἀ­πὸ σκου­ρό­χρω­μη συν­θε­τι­κὴ γού­να. Ἔ­βλε­παν ἕ­να ντο­κι­μαν­τὲρ γιὰ τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση. Ἡ με­γά­λη ὀ­θό­νη στὸν τοῖ­χο ἔ­δει­χνε τὶς χρυ­σὲς πύ­λες τοῦ Γκιμ­πέρ­τι στὸ Βα­πτι­στή­ριο στὴ Φλω­ρεν­τί­α.

       «Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ ἡ ἔκ­πτω­ση ἀ­π’ τὴν Ἐ­δέμ», εἶ­πε ἡ Λίν­τι, χο­ρο­πη­δών­τας στὸ κρε­βά­τι. «Ἄ­βελ καὶ Κά­ϊν. Κι­βω­τὸς καὶ Νῶ­ε. Ἡ θυ­σί­α τοῦ Ἰ­σα­άκ.»

       Ἡ Λίν­τι πή­γαι­νε στὸ κα­τη­χη­τι­κό. Τοὺς ἤ­ξε­ρε αὐ­τοὺς ὅ­λους. Τοὺς ζω­γρά­φι­ζε μὲ τὰ κρα­γι­ό­νια της.

       «Θὰ ἀ­πο­γο­η­τευ­τεῖς ἂν πᾶς στὴ Φλω­ρεν­τί­α, μι­κρή», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας στὸ κρε­βά­τι. «Ἁ­μά­ξια παν­τοῦ. Βρο­με­ρὸ μέ­ρος.»

       «Ἔ­λα, γλύ­κα μου», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ γό­να­το τῆς Λίν­τι. Οἱ ρῶ­γες στὸ στῆ­θος τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν σὰν τὰ μά­τια ποὺ ἀ­στρά­φτουν πά­νω ἀ­π’ τὶς πυ­ρα­μί­δες στὶς πί­σω ὄ­ψεις τῶν χαρ­το­νο­μι­σμά­των. Σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ δὲν τὴν πεί­ρα­ξες, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ. Ἤ­ξε­ρε πὼς ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴν τὸ πεῖ.

       «Τρέ­χω», εἶ­πε ἡ Λίν­τι. Ση­κώ­θη­κε πά­νω.

       «Σὲ λί­γο θὰ δεί­ξει τοὺς τέσ­σε­ρις Σκλά­βους τοῦ Μι­χα­ὴλ Ἄγ­γε­λου», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας μὲ τὸ μπουρ­νού­ζι. «Τὴν ἔ­χω δεῖ πά­ρα πολ­λὲς φο­ρὲς τὴν ἐκ­πομ­πὴ αὐ­τή.» Κοί­τα­ξε τὴ Λίν­τι συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ὅ­τι εἶ­ναι κι αὐ­τὴ σὰν σκλά­βα, μ’ ἕ­να της μέ­ρος φυ­λα­κι­σμέ­νο σὲ μιὰ σκλη­ρὴ σὰν πέ­τρα, ἀ­δού­λευ­τη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ νοῦ της.

       Ἡ Λίν­τι κοί­τα­ξε τὴν ὀ­θό­νη. «Μιὰ κού­κλα», εἶ­πε.

       «Ἔ ὄ­χι καὶ κού­κλα», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. «Σ’ ἀ­ρέ­σουν οἱ κοῦ­κλες;», εἶ­πε ἡ Λίν­τι κοι­τών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος του. Οἱ ρί­γες στὸ μπουρ­νού­ζι τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν με­γά­λες καὶ σκοῦ­ρες, τὸ ὑ­πό­λοι­πο μπουρ­νού­ζι ἦ­ταν λευ­κό. Ὁ κα­πνὸς γέ­μι­ζε τὸ δω­μά­τιο ὣς ἀ­πά­νω δη­μι­ουρ­γών­τας ἐ­πί­πε­δα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­σβη­σε τὸ τσι­γά­ρο του καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου. Τὴν ὀ­θό­νη τὴ γέ­μι­ζαν μουν­τές, θαμ­πὲς εἰ­κό­νες. Ἔ­βα­λε κά­τι μέ­σα σ’ ἕ­ναν φά­κε­λο, σά­λι­ω­σε κι ἔ­κλει­σε τὸν φά­κε­λο καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸ χέ­ρι τῆς Λίν­τι. Αὐ­τὴ τὸν ἔ­ρι­ξε μέ­σα στὴν τσάν­τα της μὲ τὶς σο­κο­λά­τες.

       Ἐ­νῶ στε­κό­ταν στὴν πόρ­τα, ὁ γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω ἄν­τρας ψι­θύ­ρι­σε: «Δὲν θὰ γνω­ρί­σεις πο­τὲ πιὸ γεν­ναι­ό­δω­ρο, πιὸ γνή­σιο ἄν­θρω­πο.»

       Ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι, ὁ δρό­μος φά­νη­κε στὴ Λίν­τι πα­ρά­ξε­νος, σὰν νὰ τὸν εἶ­χαν βου­τή­ξει στὸ γά­λα.

       «Κι ἄλ­λο σπί­τι», πα­ρα­κά­λε­σαν τὰ παι­διά. «Ἄλ­λο ἕ­να!»

       Τοὺς πλη­σί­α­σε ἕ­να φορ­τη­γά­κι. Ὁ­δη­γοῦ­σε ἕ­νας ἄν­τρας καὶ στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ ἦ­ταν ἕ­νας σκύ­λος. Ὁ ὁ­δη­γὸς πρό­σε­ξε τὸν Κλὲμ καὶ κά­λυ­ψε μὲ τὸ ἕ­να του χέ­ρι τὰ μά­τια τοῦ σκύ­λου του κα­θὼς περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ δί­πλα.

       Τὴ Λίμ­περ­τι τὴν ἔ­πια­σε πο­νο­κέ­φα­λος. Ἔ­νι­ω­θε σὰν προ­σκυ­νή­τρια ποὺ πε­ρι­πλα­νι­έ­ται προ­ση­λω­μέ­νη δι­α­σχί­ζον­τας στέρ­φες στέ­πες, δί­χως ὡ­στό­σο προ­σευ­χή. Πῆ­ρε μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα προ­σπα­θών­τας νὰ χα­λα­ρώ­σει. Εἰ­σέ­πνευ­σε πεῦ­κο, πορ­το­κά­λια καὶ μη­χα­νό­λα­δο.

       Ἡ ἀ­νά­σα τῶν παι­δι­ῶν μύ­ρι­ζε ζα­χα­ρω­τὸ ἀρ­κου­δά­κι μὲ γεύ­ση κα­νέ­λα.

       «Ἄλ­λο ἕ­να!», φώ­να­ξαν.

       «Μοῦ ’­χουν μεί­νει μό­νο τσί­χλες», εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι.

       «Ἔ­πρε­πε νά ’λ­θε­τε νω­ρί­τε­ρα.» Ἔ­μοια­ζε μᾶλ­λον φτι­αγ­μέ­νη. Φο­ροῦ­σε μπι­κί­νι κι ἔ­πι­νε μπί­ρα. Τὸ πά­νω καὶ τὸ κά­τω μέ­ρος τοῦ μα­γιὸ εἶ­χαν ἄλ­λα σχέ­δια. «Τσί­χλες μό­νο, ἀλ­λὰ κι ἔ­τσι ἀ­κό­μη, δὲν ἔ­χει κέ­ρα­σμα ἂν δὲν μοῦ κά­νε­τε κά­ποι­ο κόλ­πο.» Χα­μο­γε­λοῦ­σε λὲς καὶ φλέρ­τα­ρε.

       Αἴφ­νης ἡ Λίν­τι ἔ­κα­νε κα­τα­κό­ρυ­φο. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Μύ­ρι­σε μπλεγ­μέ­να μπού­τια μὲ καλ­σόν, μιὰ ἐ­λα­φρὰ ὀ­σμὴ οὔ­ρων.

       «Φαν­τα­στι­κό», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Μπο­ρῶ νὰ σοῦ πῶ τὴ μοί­ρα σου ἂν θές», εἶ­πε ὁ Τέν­τι.

       «Ὄ­χι, γλύ­κα μου, εὐ­χα­ρι­στῶ», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα, «καὶ θὰ σοῦ πῶ για­τί». Ἀ­κούμ­πη­σε ἐ­λα­φρὰ τὸ στῆ­θος τοῦ Τέν­τι μὲ τὸ μα­κρύ, βαμ­μέ­νο νύ­χι της. «Οἱ για­τροὶ μὲ κά­νουν καὶ τρέ­μω. Μοῦ φέρ­νουν τα­ρά­κου­λο. Ὁ πρῶ­τος μου ἄν­τρας ἦ­ταν για­τρός. Ξέ­ρεις μὲ τί ἀ­σχο­λι­ό­ταν; Μὲ συ­κώ­τια. Ὁ­λό­κλη­ρος ὁ κό­σμος του ἦ­ταν τὰ συ­κώ­τια. Ἦ­ταν ἕ­νας μι­κρό­σω­μος, μαυ­ρι­δε­ρὸς Ἰ­ρα­νός, πάν­το­τε χα­μο­γε­λα­στός. Ἦ­ταν φρι­κι­α­στι­κὸς ὅ­σο δὲν πά­ει.» Στρά­φη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς Ἰ­βόν. «Ἐ­σὺ τί θὰ κά­νεις γιὰ μέ­να, μι­κρὴ πά­πια;»

       Ἡ πά­πια μί­λη­σε δί­χως νὰ κου­νη­θεῖ τὸ ράμ­φος της.

       Τὸ για­τὶ θὰ τὸ βρῶ ὅ­ταν λή­ξει ὁ Χρό­νος

       Καὶ πιὰ θά ’­χω πά­ψει νὰ ζη­τῶ τὸ για­τί

       Χρι­στὸς θὰ ἐ­ξη­γεῖ τό­τε τὴν κά­θε ὀ­δύ­νη

       Στὴ σχο­λι­κὴ τά­ξη τ’ οὐ­ρα­νοῦ τὴν ἁ­γνή

       Ἡ Ἰ­βὸν ἦ­ταν λι­γά­κι ψευ­δῆ. Κου­νοῦ­σε χέ­ρια καὶ πό­δια σὰν νά ’­ταν οἱ στί­χοι ἀ­πὸ κά­ποι­ο τρα­γού­δι ρὸκ ἒντ ρόλ. «Ἔ­μι­λι Ντί­κιν­σον», εἶ­πε ἡ Ἰ­βόν.

       «Εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­πό­κο­σμο πράγ­μα πού ’­χω ἀ­κού­σει πο­τέ μου», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Τὰ παι­διὰ γί­νον­ται ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­πό­κο­σμα. Εἶ­ναι οἱ και­ροὶ αὐ­τοὶ ποὺ ζοῦ­με.» Ἔ­δω­σε ἀ­πρό­θυ­μα μιὰ τσί­χλα στὴν Ἰ­βὸν καὶ κοί­τα­ξε τὸν Νί­κι.

       «Τί θά ’­λε­γες νὰ μοῦ πεῖς τί­πο­τε στα­τι­στι­κὰ γιὰ τὸ ράγ­κμπι;», εἶ­πε, χω­ρὶς νά ’­ναι σί­γου­ρη. «Ἔ­χεις κα­μιὰ κα­λὴ πλη­ρο­φο­ρί­α γιὰ τοὺς Bandits;» Ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε ἀ­κό­μη κέ­φια. Θὰ τὸ γού­στα­ρε ἕ­να κα­λὸ ἀ­στεῖ­ο. «Ἔ­χω μιὰ ἰ­δέ­α», εἶ­πε στὸν Νί­κι. «Πές μου τὸ χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ σοῦ συ­νέ­βη πο­τέ.»

       Ὁ Νί­κι κοί­τα­ξε πρῶ­τα τὴ γυ­ναί­κα κι ὕ­στε­ρα τὴ Λίμ­περ­τι. Ἔ­βα­λε τὸν ἀν­τί­χει­ρα στὸ στό­μα.

       «Ἐν­τά­ξει», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα στρι­φο­γυρ­νών­τας τὴν μπί­ρα στὴν κοι­λιά της, «θὰ σοῦ πῶ τὸ χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ συ­νέ­βη σ’ ἐ­μέ­να. Ἤ­μουν μι­κρὸ παι­δὶ σὰν κι ἐ­σέ­να κι εἶ­χα πά­ει νὰ δῶ τὸ τσίρ­κο. Δι­α­σκέ­δα­ζα πά­ρα πο­λὺ στὸ τσίρ­κο. Πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα μ’ ἄ­ρε­σαν τὰ ἐ­να­έ­ρια ἀ­κρο­βα­τι­κά. Τρε­λαι­νό­μουν νὰ βλέ­πω τοὺς ἀ­κρο­βά­τες ἀ­νε­βα­σμέ­νους ἐ­κεῖ ψη­λά, νὰ πε­τοῦν καὶ νὰ σκί­ζουν τὸν ἀ­έ­ρα, τὰ στρὰς στὶς στο­λές τους ν’ ἀ­στρά­φτουν. Ἤ­θε­λα νὰ γί­νω κι ἐ­γὼ ἀ­κρο­βά­τισ­σα καὶ νὰ κά­νω ἐ­να­έ­ρια ἀ­κρο­βα­τι­κά. Ἤ­μουν, λοι­πόν, στὸ τσίρ­κο κι ἕ­νας ἄν­τρας, πέ­φτον­τας ἀ­πὸ ἕ­να τρα­πέ­ζιο, δὲν βρῆ­κε τὸ δί­χτυ καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε στὸ κοι­νό. Ἔ­πε­σε πά­νω μου καὶ μοῦ ’­σπα­σε τὴν κλεί­δα. Εἶ­χε ἀ­παί­σια μυ­ρω­διά. Λέ­ω ἀ­παί­σια καὶ τὸ ἐν­νο­ῶ, μύ­ρι­ζε σὰν με­γά­λος πον­τι­κὸς ἢ κά­τι τέ­τοι­ο».

       Ἡ γυ­ναί­κα γέ­λα­σε, ἀ­πὸ μέ­σα της σχε­δόν, μὲ μιὰ θλί­ψη. Μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ χρῶ­μα τῶν μαλ­λι­ῶν της καὶ νὰ γνω­ρί­σει κα­νέ­ναν στὰ μπάρ, ἢ νὰ ψευ­το­κά­νει θα­λάσ­σιο σκί, ἡ νύ­χτα ὡ­στό­σο ἔ­φτα­νε στὸ τέ­λος της. Μπρο­στά της θὰ ἔ­βρι­σκε μνῆ­μες ποὺ ἦ­ταν ὅ­λο καὶ δυ­σκο­λό­τε­ρο νὰ τὶς πι­στέ­ψει, χαν­γκό­βερ καὶ πό­νο στὸ σέξ. Σπόν­τες παν­τοῦ. Γρα­πτὲς ἰ­α­τρι­κὲς δι­α­γνώ­σεις. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπάρ­μπε­κιου τῆς ἔ­σπα­σε ἕ­να δόν­τι. Κά­ποι­οι τῆς ἄ­νοι­ξαν πρό­σφα­τα τὸ σπί­τι καὶ δὲν πῆ­ραν τί­πο­τα. Οὔ­τε ἕ­να γα­μη­μέ­νο πράγ­μα. Τί πε­ρί­με­ναν νὰ βροῦν; Ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στο ποὺ δὲν ἔ­λει­πε τί­πο­τα, ἦ­ταν ὅ­μως καὶ θλι­βε­ρό. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς.

       Ἡ Λίμ­περ­τι ἔ­λεγ­ξε τὴν κά­θε τσάν­τα χω­ρι­στὰ γιὰ νὰ σι­γου­ρευ­τεῖ ὅ­τι δὲν ἔ­χουν μέ­σα ξυ­ρα­φά­κια, πι­νέ­ζες, χά­πια ἢ τα­του­ὰζ μὲ LSD.

       «Εἶ­μαι ἡ μό­νη πού ’­χω φά­κε­λο», εἶ­πε ἡ Λίν­τι. Τὸν ἔ­βγα­λε ἔ­ξω καὶ τὸν ζού­λη­ξε. Ὁ ἀν­τί­χει­ράς της ἄ­φη­σε ἀ­πο­τύ­πω­μα. Μέ­σα ἦ­ταν ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν πε­νήν­τα δο­λα­ρί­ων.

       Ἡ Λίν­τι τὸ κοί­τα­ξε μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­δι­α­φο­ρί­α ποὺ τὸ κοί­τα­ξε κι ὁ Κλέμ. Τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα ἦ­ταν κολ­λα­ρι­στό, δὲν κου­βα­λοῦ­σε ἴ­χνος ἱ­στο­ρί­ας.

       «Μπο­ρεῖς μ’ αὐ­τὸ ν’ ἀ­γο­ρά­σεις κά­τι ποὺ νὰ σ’ ἀ­ρέ­σει», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. Πολ­λὰ πράγ­μα­τα. Τί θὰ ἤ­θε­λες;»

       Ἡ Λίν­τι δὲν ἔ­βλε­πε πῶς συν­δέ­ον­ται τὰ δύ­ο. Πε­ρι­ερ­γά­στη­κε τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα. Τὸ φί­λη­σε.

       «Νὰ τὸ προ­σέ­χεις», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. «Μὴν τὸ χά­σεις.»

       Ἡ Λίν­τι ὡ­στό­σο δὲν τὸ πρό­σε­ξε. Τὸ ἔ­δω­σε στὴ μά­να της κι αὐ­τὴ τὸ πῆ­γε στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ ἐκ­κλη­σί­α τό ’­δω­σε σὲ μιὰ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση. Ἡ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση τὸ δι­ο­χέ­τευ­σε σὲ μιὰ κλι­νι­κὴ γιὰ τὴν ἀ­πε­ξάρ­τη­ση ἀ­πὸ τὰ ναρ­κω­τι­κὰ καὶ τὴν πρό­λη­ψη τῶν αὐ­το­κτο­νι­ῶν. Τρα­βή­χτη­κε ἀ­π’ τὸν λο­γα­ρια­σμὸ τῆς κλι­νι­κῆς γιὰ ν’ ἀ­γο­ρα­στεῖ ἕ­να φουρ­νά­κι γιὰ τοὺς ἐρ­γα­ζό­με­νους. Ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ κα­τα­στή­μα­τος ἠ­λε­κτρι­κῶν συ­σκευ­ῶν ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­γο­ρά­στη­κε τὸ φουρ­νά­κι τὸ πέ­τα­ξε, κα­τὰ τὴ διάρ­κεια μιᾶς ἀ­πο­πνι­κτι­κῆς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νῆς πα­ρά­στα­σης, χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτεῖ σ’ ἕ­ναν σκύ­λο ὀ­νό­μα­τι Μπὰτ Μί­στερ. Τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα μπῆ­κε τό­τε σ’ ἕ­να γα­ϊ­τα­νά­κι πλη­ρω­μῶν γιὰ σέξ, ἀλ­κο­όλ, ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα βι­ο­ψί­ας καὶ γιὰ τὴν ἐ­πι­σκευ­ὴ ἑ­νὸς καρ­μπι­ρα­τέρ. Σή­κω­σε τὸ βά­ρος μιᾶς ζω­ῆς ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ συλ­λά­βει οὔ­τε κι ἡ πιὸ τρε­λὴ φαν­τα­σί­α. Πέ­ρα­σε ἀ­πὸ κα­νά­λια σφο­δρά, ἀ­νό­σια καὶ βα­ρε­τά. Τα­ξί­δε­ψε καὶ πι­ά­στη­κε κο­ρό­ϊ­δο οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρές. Γνώ­ρι­σε φῶ­τα ἐ­κτυ­φλω­τι­κὰ καὶ σκο­τει­νὲς τσέ­πες. Εἶ­δε ἀ­πὸ κον­τὰ τὸ γεῦ­μα ποὺ πα­ρα­τέ­θη­κε πρὸς τι­μὴν μιᾶς ἠ­θο­ποι­οῦ στὸ Κὶ Οὐ­ὲ­στ κι εἶ­χε γιὰ κυ­ρί­ως πιά­το μπρι­ζό­λα ἀ­πὸ χε­λώ­να. Κέρ­δι­σε μο­νὸ εἰ­σι­τή­ριο γιὰ ται­νί­α πορ­νὸ στὴν ὁ­ποί­α τὸ σο­κα­ρι­στι­κὸ μέ­γε­θος τοῦ ὀρ­γά­νου τοῦ ἱ­ε­ρέ­α-μάρ­τυ­ρα ὀ­φει­λό­ταν σὲ πε­ρί­σφι­ξη τὴν ὥ­ρα τῆς ἐκ­σπερ­μά­τι­σης. Ἀ­γό­ρα­σε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα, ντά­κι­ρι φρά­ου­λα κι ἕ­να προ­πλη­ρω­μέ­νο τα­ξί­δι ποὺ τε­λι­κὰ δὲν ἔ­γι­νε. Ἔ­φυ­γε σὰν ὀρ­φα­νό, κλαί­γον­τας γο­ε­ρά. Οἱ ἀστρα­φτε­ρὲς στὴν ἐ­πι­φά­νειά τους συμ­πτώ­σεις, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­κά­λυ­πτε, γρή­γο­ρα γί­νον­ταν ρου­τί­να. Δὲν κοί­τα­ξε πο­τὲ τὴ ζω­ὴ στὰ μά­τια. Οὔ­τε μιὰ φο­ρά. Καὶ δὲν γύ­ρι­σε πο­τὲ πί­σω. Καὶ δὲν γύ­ρι­σε πί­σω οὔ­τε τὸ ρό­δο, οὔ­τε ἡ πά­πια, οὔ­τε ἡ ἀρ­χὴ τῆς ὁ­λό­τη­τας. Πο­τὲ ξα­νά.


* Τὸ ἔ­θι­μο τοῦ Χά­λο­ου­ιν «trick-or-treating» (κόλ­πο-ἢ-κέ­ρα­σμα), στὸ ὁ­ποῖ­ο τὰ παι­διὰ μα­σκα­ρεύ­ον­ται καὶ ζη­τοῦν κε­ρά­σμα­τα ἀ­πὸ τοὺς γεί­το­νες δι­α­δό­θη­κε στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, κα­θὼς ἰρ­λαν­δι­κὲς καὶ σκο­τσέ­ζι­κες κοι­νό­τη­τες ἀ­να­βί­ω­σαν τὸ προ­ερ­χό­με­νο ἀ­πὸ τὸν Πα­λιὸ Κό­σμο ἔ­θι­μο τῆς με­ταμ­φί­ε­σης· οἱ ἄν­θρω­ποι φο­ροῦ­σαν στο­λὲς προ­κει­μέ­νου νὰ ποῦν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, νὰ ἀ­παγ­γεί­λουν κά­ποι­ο ποί­η­μα ἢ νὰ κά­νουν κά­ποι­ο ἄλ­λο κόλ­πο μὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα φροῦ­το ἢ ἄλ­λο κέ­ρα­σμα. Στὴν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα ἐκ­δο­χὴ τοῦ Χά­λο­ου­ιν, τὸ βρά­δυ τῆς 31ης Ὀ­κτω­βρί­ου τὰ παι­διὰ βά­ζουν τὶς στο­λές τους καὶ βγαί­νουν στὸν δρό­μο, κα­τὰ κα­νό­να σὲ ὁ­μά­δες, πᾶ­νε ἀ­πὸ πόρ­τα σὲ πόρ­τα καὶ ἀ­να­φω­νοῦν σ’ ὅ­ποι­ον τοὺς ἀ­νοί­γει: trick-or-treat (κόλ­πο ἢ κέ­ρα­σμα). Ἂν τὸ κέ­ρα­σμα δὲν ἔλ­θει, τὸν σπι­το­νοι­κο­κύ­ρη τὸν πε­ρι­μέ­νει κά­ποι­α… δυ­σά­ρε­στη ἔκ­πλη­ξη.
            Στὸ δι­ή­γη­μα τῆς Οὐ­ί­λιαμς βλέ­που­με, ἐ­κτὸς ὅ­λων των ἄλ­λων, πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ ἐ­θί­μου στὴν πρά­ξη (θὰ σὲ κε­ρά­σω… ἀλ­λὰ μό­νο ἂν μοῦ κά­νεις κόλ­πο), ὅ­πως ἐ­πί­σης καὶ τὴν ἀ­παγ­γε­λί­α ἑ­νὸς ποι­ή­μα­τος, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τοῦ τε­τρά­στι­χου τῆς Ντί­κιν­σον, εἶ­δος κόλ­που-τε­χνά­σμα­τος ποὺ τεί­νει δυ­στυ­χῶς νὰ ἐ­κλεί­ψει (ἐ­ξοῦ κι ἡ χλια­ρὴ ἀν­τί­δρα­ση —ἔμ­με­σο σχό­λιο τῆς γρά­φου­σας— καὶ τὸ ἀ­πρό­θυ­μο κέ­ρα­σμα).
(σ.τ.μ. μὲ πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ ἀν­τλή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια Bri­tan­nica)


Πη­γή: The Paris Review, τεῦ­χος 90, χει­μώ­νας 1983 (βλ. ἐδῶ).

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τίτλοι Εὐγενείας γιὰ σκύλους



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τίτλοι Εὐγενείας γιὰ σκύλους

[τοῦ Ἀναγνώστη Χαροκόπου]


ΑΤΑ ΤΟ 1838 πε­ρι­ο­δεύ­ον­τες οἱ Βα­σι­λεῖς εἰς Βό­νι­τζαν ἔ­φθα­σαν ἔ­ξω­θεν τῆς πό­λε­ως ὅ­που εἶ­χον συγ­κεν­τρω­θῆ αἱ ἀρ­χαὶ καὶ ὁ λα­ὸς ἵ­να τοὺς ὑ­πο­δε­χθῶ­σι. Με­τα­ξὺ τοῦ λα­οῦ ἦ­το καὶ ὁ ἕ­νε­κα γή­ρα­τος κα­τα­στὰς τυ­φλὸς γέ­ρο-προ­ε­στὸς Ἀ­ναγ. Χα­ρο­κό­πος δι­α­τε­λέ­σας πλη­ρε­ξού­σιος καὶ βου­λευ­τὴς κα­τὰ τὴν ἐ­πα­νά­στα­σιν, καὶ ἀ­νῆ­κε πάν­το­τε εἰς τὸ κόμ­μα τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη. Οὗ­τος ἐ­φώ­να­ξεν ὅ­τι ἐ­πει­δὴ δὲν βλέ­πει ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ ἐγ­γί­ξῃ τοὐ­λά­χι­στον τὸν Βα­σι­λέ­α του. Τὴν ἀ­ξί­ω­σίν του ταύ­την δι­ε­βί­βα­σαν εἰς τοὺς Βα­σι­λεῖς οὗ­τοι δὲ δι­έ­τα­ξαν ἵ­να ὁ­δη­γή­σω­σιν ἀ­μέ­σως τὸν γέ­ρον­τα πλη­σί­ον του, ἅ­μα δὲ ἀ­φι­χθέν­τα ἔ­λα­βον ἀ­νὰ μί­αν τῶν χει­ρῶν του ἕ­κα­στος τῶν Βα­σι­λέ­ων. Ἐκ τῆς <φι­λο>­φρο­νή­σε­ως ταύ­της κα­τα­δη­χθεὶς ὁ τῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως ἀ­νὴρ ἀ­πέ­τει­νε τὴν ἑ­ξῆς προσ­λα­λιὰν πρὸς τοὺς Βα­σι­λεῖς:

       — Νὰ δώ­σῃ ὁ Θε­ὸς νὰ ζή­σε­τε πο­λὺ νὰ δο­ξα­σθῆ­τε καὶ νὰ ἀ­φή­σε­τε κλη­ρο­νό­μους διὰ τὴν δό­ξαν τῶν Γο­νέ­ων καὶ τὸ κα­λὸ τοῦ τό­που τού­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἕ­ως νὰ γί­νῃ βα­σί­λει­ον ὑ­πέ­φε­ρε πο­λύ. Διὰ τοῦ­το, Βα­σι­λέ­α μου, νὰ ἔ­χῃς πάν­τα εἰς τὴν ἐν­θύ­μη­σή σου κάμ­πο­σους ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­στά­θη­σαν κε­φα­λὴ εἰς ἡ­μᾶς τοὺς ἄλ­λους εἰς τὸν ἀ­γῶ­να, καὶ διὰ μὲν τοὺς πε­θα­μέ­νους νὰ κά­με­τε ἓν μνη­μό­συ­νον κά­θε χρό­νον, ἐ­κεί­νους ὅ­που ζοῦν ὅ­πως ὁ Κουν­του­ρι­ώ­της, ὁ Γε­ρο-Μπέ­ης, ὁ Ζα­ΐ­μης, ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης νὰ τοὺς πά­ρῃς μα­ζί σου συμ­βού­λους καὶ δὲν θὰ χά­σῃς για­τὶ ἂν δὲν εἴ­χα­με αὐ­τοὺς κα­θὼς καὶ τοὺς ἀ­πε­θα­μέ­νους Ὑ­ψη­λάν­τας, Μι­α­ού­λην, Μπό­τζα­ρην, Φλέσ­σαν, Κα­ρα­ϊ­σκά­κην νὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σουν, δὲν ἐ­τε­λει­ώ­να­με τὸ ἔρ­γον ὅ­που ἠρ­χί­σα­μεν.

       Ὁ Βα­σι­λεὺς μὴ ἐν­νο­ῶν κα­λῶς τό­τε τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴν καὶ ἡ Βα­σί­λισ­σα μό­λις ἐν­νο­οῦ­σα λέ­ξεις τι­νὰς ἀν­τε­λή­φθη­σαν τῆς προσ­λα­λιᾶς τοῦ γέ­ρον­τος Χα­ρο­κό­που διὰ τοῦ Γεν­ναί­ου ὅ­στις ὡς αὐ­λι­κὸς ἐ­γνώ­ρι­ζεν ὁ­πω­σοῦν νὰ ἐν­νο­ῆ­ται ὑ­πὸ τοῦ Βα­σι­λέ­ως, ηὐ­χα­ρί­στη­σαν λοι­πὸν οἱ Βα­σι­λεῖς ἀμ­φό­τε­ροι διὰ τοῦ ἰ­δί­ου δι­ερ­μη­νέ­ως τὸν γέ­ρον­τα διὰ τὰς πα­τρι­ω­τι­κάς του εὐ­χὰς καὶ συμ­βου­λάς. Τό­τε ὁ γέ­ρων προ­σέ­θη­κε:

       — Μα­θαί­νω ὅ­τι ἔ­χεις μα­ζί Σου Βα­σι­λέ­α μου τὸν υἱ­ὸν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη Γεν­ναῖ­ον.

       — Αὐ­τὸς ὅ­στις ὁ­μι­λεῖ μα­ζί σου εἶ­ναι ὁ Γεν­ναῖ­ος, τῷ εἶ­πεν ὁ πα­ρευ­ρε­θεὶς ἐ­κεῖ στρα­τη­γὸς Κωνστ. Μπό­τσα­ρης. Τοῦ­το ἀ­κού­σας ὁ γέ­ρων Χα­ρο­κό­πος εἶ­πεν ἀ­πο­τει­νό­με­νος πρὸς τὸν Γεν­ναῖ­ον:

       — Ἐ­δῶ εἶ­σαι καὶ δὲν μοῦ ὁ­μι­λεῖς τό­σην ὥ­ραν Μπα­ροῦ­νο!!!

       Τὸ πλῆ­θος ἐ­γέ­λα­σεν εἰς τὴν ὕ­βριν «Μπα­ροῦ­νο».

       Οἱ Βα­σι­λεῖς δὲν ἠν­νό­η­σαν δια­τί οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­γέ­λα­σαν εἰς τὴν λέ­ξιν «Μπα­ροῦ­νο» καὶ ἐ­ζή­τη­σαν με­τ’ ὀ­λί­γον εἰς τὸ γεῦ­μα ἐ­ξη­γή­σεις, διὰ τῶν ὁ­ποί­ων ἔ­μα­θον ὅ­τι ἐ­πὶ τῶν σταυ­ρο­φο­ρι­ῶν πε­ρι­ελ­θόν­τες οἱ τό­τε τι­τλο­φό­ροι εἰς τὴν με­γα­λυ­τέ­ραν πα­ρα­λυ­σί­αν καὶ τι­νὲς καὶ πε­νί­αν, ἔ­πρα­ξαν τὰς μᾶλ­λον ἀ­πο­τρο­παί­ους, ρυ­πα­ρὰς καὶ τα­πει­νὰς πρά­ξεις, ἑ­πο­μέ­νως οἱ τί­τλοι ἔ­μει­ναν εἰς τὴν μνή­μην τῶν Ἑλ­λή­νων ὡς ἐ­πω­νυ­μί­αι μαρ­τυ­ροῦ­σαι ἀν­θρώ­πους ἀ­χρεί­ους, διὰ τοῦ­το καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες ὄ­χι μό­νον δὲν ἐ­ζή­λω­σαν νὰ τοὺς σφε­τε­ρι­σθῶ­σι ἀλ­λὰ καὶ τοὺς ἀ­πο­νεί­μου­σι εἰς τοὺς σκύ­λους ἢ τοὺς ἀν­θρώ­πους οὓς θέ­λου­σι νὰ ὑ­βρί­σω­σι ἢ χλευ­ά­σω­σι διὰ τῶν λέ­ξε­ων «Μπα­ροῦ­νος» (βα­ρῶ­νος), «Κο­μα­τᾶς» (κο­μη­τᾶς, κό­μης), «Μαρ­χέ­ζας» (μαρ­κή­σιος), «Πρί­τζι­πας» (πρίγ­κηψ). Ἐκ τῆς ἐ­ξη­γή­σε­ως ταύ­της ἠν­νό­η­σεν ἡ Βα­σί­λισ­σα δια­τί οἱ αὐ­λι­κοί της δὲν ἐ­δέ­χθη­σαν τοὺς ὁ­ποί­ους ἠ­θέ­λη­σε νὰ τοὺς ἀ­πο­νεί­μῃ τί­τλους εὐ­γε­νεί­ας.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 72-73.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Wil­helm Gu­stav Kra­us (1804-1852), Ὁ βα­σι­λιᾶς Ὄ­θων ἔ­φιπ­πος κα­τὰ τὴν ἄ­φι­ξή του στὴν Ἀ­θή­να (Με­τὰ τὸ 1835). Μου­σεῖ­ο τῆς Πό­λε­ως τῶν Ἀ­θη­νῶν.




		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Ἄρτος



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 9/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Ἄρ­τος

(Bread)


ΚΑΜΠΟΣΟΥΣ ΜΗΝΕΣ πρὶν πε­θά­νει, ἡ γαλ­λί­δα φι­λό­σο­φος καὶ μυ­στι­κί­στρια Σι­μὸν Βέ­ιλ ἔ­γρα­ψε στὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της γιὰ κά­ποι­ον ποὺ μπαί­νει μιὰ μέ­ρα στὸ δω­μά­τιό της καὶ λέ­ει:

       «Κα­η­μέ­νο πλά­σμα, ἐ­σὺ ποὺ τί­πο­τα δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις, ἐ­σὺ ποὺ τί­πο­τα δὲν ξέ­ρεις. Ἔ­λα μα­ζί μου καὶ θὰ σοῦ μά­θω πράγ­μα­τα ποὺ δὲν τά ’χεις φαν­τα­στεῖ.»

       Τὴν ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ «καινούργια κι ἄ­σχη­μη ἐκ­κλη­σί­α», ὕ­στε­ρα σὲ μιὰ ἄ­δεια σο­φί­τα. Μέ­ρες καὶ νύ­χτες περ­νοῦν. Κου­βεν­τιά­ζουν καὶ μοι­ρά­ζον­ται ἄρ­το καὶ οἶ­νο.

       «Ὁ ἄρ­τος εἶ­χε πράγ­μα­τι γεύ­ση ἄρ­του», ἔ­γρα­ψε. «Δὲν τὴν ἔ­χω ξα­να­συ­ναν­τή­σει που­θε­νὰ τὴ γεύ­ση αὐ­τή.» Εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἀλ­λὰ σα­στι­σμέ­νη: «Ὑ­πο­σχέ­θη­κε νὰ μὲ δι­δά­ξει, ὅ­μως δὲν μοῦ ’­μα­θε τί­πο­τα.»

       Ὕ­στε­ρα τὴ δι­ώ­χνει. Ἡ καρ­διά της ρα­γί­ζει κι ἡ ἴ­δια πε­ρι­πλα­νι­έ­ται ἀ­δεια­νή. Ὡ­στό­σο, δὲν ἀ­πο­πει­ρᾶ­ται νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι ἦρ­θε ἀ­πὸ λά­θος νὰ τὴ βρεῖ, ὅ­τι ἡ θέ­ση της δὲν εἶ­ναι στὴ σο­φί­τα.

       Τὸ κεί­με­νο τε­λει­ώ­νει μὲ τὰ ἑ­ξῆς λό­για: «Τὸ ξέ­ρω κα­λὰ πὼς δὲν μ’ ἀ­γα­πᾶ. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε; Κι ὅ­μως βα­θιὰ μέ­σα μου κά­τι, ἕ­να κομ­μα­τά­κι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴ συλ­λο­γι­στεῖ μὲ φό­βο καὶ τρό­μο πὼς ἴ­σως, μο­λα­ταύ­τα, μ’ ἀ­γα­πᾶ.»

       Ἡ Βέ­ιλ πέ­θα­νε στὰ τριά­ντα τέσ­σε­ρά της, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἐ­λάτ­τω­σε σκό­πι­μα τὴν πο­σό­τη­τα τῆς τρο­φῆς ποὺ κα­τα­νά­λω­νε· ὅ­σο γιὰ τοὺς λό­γους ποὺ τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τό, ἡ συ­ζή­τη­ση δὲν ἔ­χει τε­λει­ώ­σει ἀ­κό­μη.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Δρόσος



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 8/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Δρό­σος

(Dew)


ΔΡΟΣΟΣ ἀρ­χί­ζει νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται λί­γο με­τὰ τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα. Οἱ ὑ­δρα­τμοὶ ἐ­ξα­τμί­ζον­ται καὶ ψύ­χουν τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν φυ­τῶν, κα­θὼς αὐ­τὰ γρή­γο­ρα χά­νουν τὴ θερ­μό­τη­τα πού ’­χουν μα­ζέ­ψει ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο. Ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ φυ­τοῦ ἢ τοῦ λου­λου­διοῦ γί­νε­ται ψυ­χρό­τε­ρη ἀ­π’ τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ τὴν πε­ρι­βάλ­λει, κι αὐ­τὸ ἔ­χει σὰν ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ ὑ­δρα­τμοὶ κα­τὰ τὴ δι­α­πνο­ὴ νὰ συμ­πυ­κνώ­νον­ται καὶ νὰ γί­νον­ται δρο­σο­στα­λί­δες.

       Ἡ δρό­σος εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νη ἀ­πὸ μι­κρο­σκο­πι­κοὺς κρυ­στάλ­λους ποὺ ἀ­ε­νά­ως σχη­μα­τί­ζονται, ὑγρο­ποι­οῦνται καὶ συλ­λέ­γουν ἐ­νέρ­γεια.

       Δι­α­σχί­ζον­τας κα­νεὶς ξυ­πό­λυ­τος τὴ δρό­σο μπο­ρεῖ πιὸ εὔ­κο­λα νὰ δε­χτεῖ τὴν ἐ­νέρ­γεια ἀ­π’ τὸ μα­γνη­τι­κὸ πε­δί­ο τῆς Γῆς.

       Ἡ δρό­σος ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν ἐν­δι­α­φέ­ρον θέ­μα.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Ἀμέλεια



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 7/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Ἀ­μέ­λεια  

(Neglect)


ΡΩΤΗΣΑΝ τὸν Κύ­ριο ἂν πι­στεύ­ει στὴ με­τεν­σάρ­κω­ση.

       Βε­βαί­ως, εἶ­πε. Ἐ­ξη­γεῖ τό­σο πολ­λά.

       «Τί ἐ­ξη­γεῖ, ἀ­ξι­ό­τι­με κύ­ρι­ε;», τὸν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος.

       Κα­τὰ τοὺς πρό­σφα­τους ἑ­ορ­τα­σμούς σας γιὰ τὴν 4η Ἰ­ου­λί­ου μὲ κά­λε­σαν νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σω ἕ­ναν δι­α­γω­νι­σμὸ κα­τα­νά­λω­σης χὸτ ντὸγκ ποὺ πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται κά­θε χρό­νο, εἶ­πε ὁ Κύ­ριος, κι ἦ­ταν ὅ,τι πιὸ ἠ­λί­θιο ἔ­χω δεῖ πο­τέ μου.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ Συνάντηση



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ Συνάντηση

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη καὶ τοῦ Κιουταχῆ]


ΤΙΣ 9 ΑΥΓ. τοῦ 1826, ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης ἀν­τα­μώ­θη­κε κα­τὰ τύ­χη μὲ τὸν Κι­ου­τα­χῆ στὴ Γαλ­λι­κὴ φρε­γά­τα τοῦ Γάλ­λου ναυά­ρχου Ντε­ρι­νῦ, ἀ­ραγ­μέ­νη στὸν Πει­ραι­ᾶ. Ὁ Κι­ου­τα­χῆς μὲ τὸν Ὀ­μὲρ πασ­σᾶ τῆς Χαλ­κί­δας εἶ­χαν πά­ει νὰ δοῦν τὸ ναύ­αρ­χο. Δὲν προ­φτά­σα­νε νὰ κα­τε­βοῦ­νε στὴ σάλ­λα, καὶ φτά­νει ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης μὲ τὸ Χρη­στί­δη σὲ βάρ­κα Ἑλ­λη­νι­κὴ ἀ­πὸ τὸ μπρί­κι τὸ Ψα­ρια­νὸ τοῦ Γι­αν­νί­τση, ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­νο στὴν Ἐ­λευ­σῖ­να καὶ τὄ­χε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης στὴς δι­α­τα­γές του. Λέ­νε πὼς ἐ­πί­τη­δες ὁ Γάλ­λος ναύ­αρ­χος εἶ­χε φέ­ρει ἔ­τσι τὸ πρᾶ­μα, γιὰ νὰ σμί­ξουν οἱ δυ­ὸ ἀρ­χι­στρά­τη­γοι. Κι’ αὐ­τὸ τοῦ τὸ εἶ­χε ζη­τή­σει ὁ Κι­ου­τα­χῆς.

       Τα­ρά­χτη­κε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης κα­θὼς εἶ­δε τὸν Κι­ου­τα­χῆ μπρο­στά του. Ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι στὸ σπα­θὶ κ’ εἶ­πε στὸ Χρη­στί­δη:

       — Ὠ­ρὲ Χρη­στί­δη, μὴ μᾶς κά­νουν κα­μιὰ μπαμ­πε­σά; [ἀ­πι­στιά].

       Τὸν κα­θη­σύ­χα­σε ὁ Χρη­στί­δης. Κι’ ὁ Κι­ου­τα­χῆς ὅ­μως τα­ρά­χτη­κε, κα­θὼς εἶ­δε τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη. Χαι­ρέ­τη­σε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης τὸν Κι­ου­τα­χῆ, κα­τὰ τὴν τούρ­κι­κη συ­νή­θεια [μὲ τὴν πα­λά­μη στὸ στῆ­θος] καὶ κά­θι­σε. Χαι­ρέ­τη­σε κι’ ὁ Κι­ου­τα­χῆς μὲ τὸ κε­φά­λι, ἀ­γέ­ρω­χος, καὶ μί­λη­σε πρῶ­τος ἀρ­βα­νί­τι­κα:

       — Τί κά­νεις, Κα­ρα­ϊ­σκά­κη; Ἔλ­πι­ζα νἀρ­θῇς στὰ Μπι­τό­λια νὰ μὲ προ­σκυ­νή­σῃς καὶ νὰ σοῦ δώ­σω ὅ­λα τὰ βι­λα­έ­τια, ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ὡς τὴν Ἄρ­τα.

       — Ἐ­γὼ νὰ σὲ προ­σκυ­νή­σω; τοῦ ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης. Ἂν εἶ­σαι Ρού­με­λη-Βα­λε­σῆς ἐ­σύ, εἶ­μαι κ’ ἐ­γὼ Ρού­με­λη-Βα­λε­σῆς. Κι’ ἂν ἤ­ξε­ρε ἡ Δι­οί­κη­σή μου ὅ­τι κρέ­νο­με [μι­λᾶ­με] τώ­ρα μα­ζί, μὲ κρέ­μα­γε κ’ ἐ­μέ­να καὶ δε­κα­πέν­τε χι­λιά­δες στρα­τέ­μα­τα, ποὺ ἔ­χω στὴ Λε­ψί­να.

       — Καὶ πῶς μπο­ρεῖ νὰ σὲ κρε­μά­σῃ;

       — Μή­πως δὲ σὲ κρε­μά­ει ἐ­σέ­να ὁ Σουλ­τά­νος, ὅ­ταν θέ­λῃ; Ναὶ ἢ ὄ­χι;

       — Ναί, για­τὶ τὸν ἔ­χω βα­σι­λιᾶ.

       — Λοι­πὸν μὲ κρε­μά­ει κ’ ἐ­μέ­να, για­τὶ τὴν ἔ­χω βα­σί­λισ­σα!

       Χα­μο­γέ­λα­σε ὁ Κι­ου­τα­χῆς. Ση­κώ­θη­κε πρῶ­τος κ’ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ κα­ρά­βι.

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ὁ Κι­ου­τα­χῆς τοὔ­στει­λε καφ­φέ, ζά­χα­ρη καὶ κα­πνό. Ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης τοὔ­στει­λε ἕ­να φόρ­τω­μα κρα­σί(1).


(1) Γιὰ τὸ σμίξιμό του μὲ τὸν Κιουταχῆ στὴ Γαλλικὴ φρεγάτα ὁ Κα­ραϊ­σκά­κης εἶχε γράψει στὸν Κολο­κο­τρώνη, τρεῖς μέρες ὑστε­ρώ­τερα, καὶ τοῦ ἔλεγε: «Κατὰ περί­στα­σιν ἀντα­μώθη­μεν εἰς τὴν φρε­γά­ταν τοῦ Δε­ρι­νῦ τὴν δευ­τέ­ραν ἡ­μέ­ραν τῆς ὑστε­ρι­νῆς μά­χης ἐγώ, ὁ Χε­λιώ­της καὶ ὁ καπετὰν Ψα­ρια­νὸς [Γιαν­νί­τσης] μὲ τὸν Κιου­τα­χῆ, τὸν Ὀ­μὲρ πασ­σᾶ καὶ ἄλ­λους. Κατ’ ἀρ­χὰς ἐξιπ­πά­σθηκα, ὀγλή­γορα ὅμως ἐ­φιλιω­θή­κα­­μεν καὶ ἐλ­πίζω νὰ τοῦ κο­στί­σῃ ἡ φι­λία μου. Εἴπα­με πολ­λὰ ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴν ἰδέ­αν τοῦ ὅτι ἔχει ρα­γιά­δες τοὺς Ἕλ­λη­νας καὶ ἐγὼ μὲ τὴν ἰδέ­αν μου ὅτι εἴ­με­θα ἐ­λεύ­θε­ροι.» Κι’ ἀ­λη­θι­νὰ τοῦ κό­στι­σε τοῦ Κιου­τα­χῆ ἡ γνω­ρι­μιὰ τοῦ Κα­ραϊ­σκά­κη. Καὶ θὰ τοῦ κό­στι­ζε πε­ρισ­σότε­ρο, ἂν δὲν τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ θά­να­τος. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Και­ροὶ» Δε­κέ­βρ. 1896, ὑ­πὸ «Λε­βά­δου», κι’ ἀ­πὸ ἄλ­λες πη­γές.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 248-249 [Τίτλος: «548.— Κα­ρα­ϊ­σκά­κης – Κι­ου­τα­χῆς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Γεώργιος Μαργαρίτης (1814-1884), Ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης ἐ­λαύ­νων πρὸς τὴν Ἀ­κρό­πο­λιν (1844). Λάδι σὲ μουσαμᾶ, 94Χ117 ἑκ. (Συλλογὴ ἱ­δρύ­μα­τος Εὐρ. Κου­τλί­δη, Ἐθνικὴ Πι­να­κο­θή­κη).