Χρῆστος Βακαλόπουλος: Παραμύθι


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πα­ρα­μύ­θι


ΑΛΙΑ ΥΠΗΡΧΑΝ τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο· ἡ Κυ­ψέ­λη, ἡ Ἑλ­λά­δα καὶ ὁ πλα­νή­της Γῆ. Τώ­ρα βγαί­νουν καὶ λέ­νε ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, ὅ­μως λέ­νε ψέ­μα­τα κι αὐ­τὸ φαί­νε­ται στὰ μά­τια τους. Αὐ­τοὶ τὰ ἔ­χουν μπερ­δέ­ψει ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­χαν τρί­α μέ­ρη καὶ τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο πράγ­μα στὸν κό­σμο ἦ­ταν νὰ εἶ­σαι ἡ ὡραι­ό­τε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη ὅ­πως συ­νέ­βαι­νε μὲ τὴν Ἔρση. Ἂν ἤ­σου­να ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη στὴν Ἑλ­λά­δα, κιν­δύ­νευ­ες νὰ σὲ κά­νουν μὶς Ὑ­φή­λιο καὶ νὰ σὲ παν­τρέ­ψουν μ’ ἕ­να χον­τρὸ μὲ πολ­λὰ λε­φτὰ ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. Ἦ­ταν πιὸ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη, για­τὶ ἐ­κεῖ σὲ ἔ­βλε­παν κά­θε μέ­ρα στὸ δρό­μο, δὲν σὲ ψή­φι­ζαν βαμ­μέ­νη, μὲ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ πί­σω, οὔ­τε σὲ γνώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, σὲ εἶ­χαν ἀ­γα­πή­σει χω­ρὶς φω­το­γέ­νεια. Σὲ ἔ­βλε­παν γε­λα­στή, βι­α­στι­κή, τσα­κω­μέ­νη μὲ τὴ μά­να σου, ἱδρω­μέ­νη, σκο­νι­σμέ­νη. Ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἡ ὡραι­ότε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη, για­τὶ ὑ­πῆρ­χε μιὰ μό­νι­μη ἐ­πι­τρο­πὴ ποὺ ψή­φι­ζε ὅ­λο τὸ χρό­νο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης ποὺ κά­τι τοὺς ἔ­πι­α­νε καὶ τὶς ἔ­βγα­ζαν ὅ­λες πρῶ­τες, κά­τι πά­θαι­νε ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ ἐν­θου­σι­α­ζό­ταν μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ νο­μί­ζουν ὅ­λοι ὅ­τι ἔ­χουν φω­το­γέ­νεια καὶ μά­λι­στα νὰ αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἐκ­πέμ­πουν λάμ­ψεις. Ἔ­τσι, τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης ἡ Ἔρση ἦ­ταν λί­γο στε­νο­χω­ρη­μέ­νη, ἀλ­λὰ με­τὰ τῆς περ­νοῦ­σε για­τί εἶ­χε μα­γει­ρί­τσα καὶ δὲν σκε­φτό­ταν πιὰ τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ποὺ ξε­χνοῦ­σε νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της κα­θὼς τὶς φί­λα­γε ὅ­λες σταυ­ρω­τὰ μέ­σα στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα.

        Ἦ­ταν πά­ρα πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι κά­τι στὴν Κυ­ψέ­λη κι ἔ­τσι πολ­λοὶ ἤ­θε­λαν νὰ γί­νουν κά­τι στὴν Ἑλ­λά­δα ποὺ φαί­νε­ται ὅ­τι ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο ἐ­νῶ με­ρι­κοὶ κα­τά­λα­βαν τὸ κόλ­πο κι ἄρ­χι­σαν νὰ λέ­νε ὅ­τι αὐ­τοὶ δὲν ἀ­ξί­ζουν γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­ξί­ζουν μό­νο γιὰ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. Ὁ πλα­νή­της Γῆ ἔ­κα­νε προ­πα­γάν­δα στὴν Ἑλ­λά­δα, τῆς ἔ­βα­ζε συ­νε­χῶς τὴν ἰ­δέ­α ὅτι αὐ­τὸς εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸν κό­σμο καὶ μὲ τὴ σει­ρά της ἡ Ἑλ­λά­δα πί­ε­ζε τὴν Κυ­ψέ­λη νὰ τῆς ἀ­να­γνω­ρί­σει τὰ πρω­τεῖ­α. Ὅ­μως ἡ Κυ­ψέ­λη δὲν εἶ­χε κα­νὲναν νὰ πι­έ­σει κι ἔ­τσι, μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό, ἡ Κυ­ψέ­λη ὑπο­χρέ­ω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸν κό­σμο καὶ ἡ Ἔρση ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νὰ εἶ­ναι ἡ ὡραι­ότερη χω­ρὶς νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ φω­το­γέ­νεια. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅμως ποὺ ὅλοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­γι­ναν φω­το­γρα­φί­ες καὶ ὁ πλα­νή­της Γῆ πῆ­ρε τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τη­λε­ό­ρα­ση ἡ Κυ­ψέ­λη ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε ἀ­πὸ προ­σώ­που γῆς καὶ ἡ Ἔρση πῆ­γε νὰ μεί­νει στὰ βό­ρεια προ­ά­στια καὶ τὸ κα­λο­καί­ρι ἀ­γό­ρα­σαν σπί­τι μὲ τὸν ἄν­τρα της τὸν δη­μο­σι­ο­γρά­φο στὴ Σαν­το­ρί­νη καὶ μαύ­ρι­ζαν.

        Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἀ­ό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ κι ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­λύ­θη­κε ἐ­πει­δὴ ὁ πλα­νή­της Γῆ ἀ­πέ­δει­ξε στὴν Ἑλ­λά­δα μὲ ἀ­τράν­τα­χτα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἄ­φθο­νο φω­το­γρα­φι­κὸ ὑλι­κὸ ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, κα­τὰ βά­θος στρογ­γυ­λός. Ἦρ­θαν πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα στὴν Κυ­ψέ­λη κι ἔ­λε­γαν στὴν ἀό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ ὅ­τι ἀπο­κα­λύ­φθη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἡ ἀ­λή­θεια, ζοῦ­με ὅ­λοι σ’ ἕ­να παγ­κό­σμιο χω­ριό. Τί νὰ κά­νει ἡ ἐ­πι­τρο­πή; Κα­θὼς δὲν συ­νε­δρί­α­ζε πο­τὲ ἐ­πει­δὴ τὰ μέ­λη της ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­να νὰ ζοῦν ἄλ­λος ἐ­δῶ κι ἄλ­λος ἐ­κεῖ καὶ νὰ συ­ναν­τι­οῦν­ται μό­νο στὴν Ἀ­νά­στα­ση ὅ­που ἔ­χα­ναν τ’ αὐ­γὰ καὶ τὰ πα­σχά­λια, στὸ τέ­λος, μὲ τὸ πὲς πὲς πές, ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸ λά­θος της ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ δι­α­λύ­θη­κε. Σι­γὰ-σι­γὰ ἔ­γι­ναν ὅ­λοι παγ­κό­σμιοι χω­ριά­τες. Τοὺς εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ βέ­βαι­α ἡ ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ τὸ πρό­βλη­μα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­μέ­σως με­τὰ για­τί ἄρ­χι­σαν νὰ γυρ­νᾶ­νε σὰν τὶς ἄ­δι­κες κα­τά­ρες κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­χε γί­νει γνω­στὴ ὅ­λοι νό­μι­ζαν ὅ­τι ἄ­κου­γαν μό­νο ψέ­μα­τα. Πα­λιὰ ὑ­πῆρ­χαν μό­νο τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔ­λε­γαν ψέ­μα­τα τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο, ὅ­μως τώ­ρα ὑ­πῆρ­χε μό­νο τὸ παγ­κό­σμιο χω­ριὸ ποὺ ἔ­λε­γε συ­νε­χῶς ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό του, φαι­νό­ταν στὰ μά­τια του ὅ­τι ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα. Ἦ­ταν υπο­χρε­ω­μέ­νο νὰ λέ­ει συ­νε­χῶς ψέ­μα­τα για­τὶ ἂν ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια ἔ­στω καὶ μί­α στιγ­μή, ἂν λύ­γι­ζε καὶ πα­ρα­δε­χό­ταν τὴν ἀ­λή­θεια, τό­τε ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη τοῦ παγ­κό­σμιου χω­ριοῦ δὲν θὰ ἦ­ταν μιὰ φω­το­γρα­φί­α, θὰ ἦ­ταν μί­α γυ­ναί­κα κι ἄν­τε βρὲς τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη γυ­ναί­κα μέ­σα στὸ παγ­κό­σμιο χω­ριό, τώ­ρα μά­λι­στα ποὺ δι­α­λύ­θη­κε ἡ ἀ­ό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ δὲν μα­ζευ­ό­ταν πιὰ οὔ­τε στὴν Ἀ­νά­στα­ση. Ἔ­βα­λαν νε­ρὸ στὸ κρα­σί τους κι ἔ­λε­γαν ψέ­μα­τα συ­νε­χῶς στὸν ἑ­αυ­τό τους ὅ­τι ἡ ὡραι­ότε­ρη γυ­ναί­κα τοῦ παγ­κό­σμιου χω­ριοῦ δὲν ἦ­ταν γυ­ναί­κα, ἀλ­λὰ φω­το­γραφί­α. Ἔ­τσι ἡ ἀ­λή­θεια ὁ­δή­γη­σε στὸ ψέ­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ χα­ροῦν στὴν Ἀ­νά­στα­ση καὶ τα­ξί­δευ­αν ὅ­λοι μα­κριὰ ὥ­στε νὰ κά­νουν μό­νοι τους Πά­σχα, νὰ μὴν τοὺς πά­ρει κα­νέ­να μά­τι καὶ κα­τα­λά­βει ὅ­τι εἶ­χαν με­γά­λο ἄγ­χος στὸ παγ­κό­σμιο χω­ριὸ τώ­ρα ποὺ ἡ ἀ­λή­θεια τοὺς εἶ­χε ὁ­δη­γή­σει μὲ ἀ­τράν­τα­χτα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἄ­φθο­νο φω­το­γρα­φι­κὸ ὑ­λι­κὸ στὴ λα­τρεί­α τοῦ ψέ­μα­τος.

        Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἀό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ κά­πο­τε τὰ μά­ζε­ψε. Γυ­ρί­ζουν σὰν τὶς ἄ­δι­κες κα­τά­ρες, ψά­χνουν τὴν Ἀ­νά­στα­ση σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­ρε­τρα. Λέ­νε πολ­λὰ ψέ­μα­τα, φαί­νε­ται στὰ μά­τια τους. Ὅ­σοι δὲν τὰ κα­τά­φε­ραν νὰ γί­νουν φω­το­γρα­φί­ες με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἄν­θρω­πους ἄλ­λων ἐ­πο­χῶν, πε­ρα­σμέ­νων καὶ μελ­λον­τι­κῶν. Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα ἀό­ρα­τα ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σιὰ ποὺ τοὺς ὑ­πο­δέ­χον­ται ἀ­να­κα­τε­μέ­νους μὲ τοὺς παγ­κό­σμιους χω­ριά­τες, προ­σπα­θοῦν νὰ τοὺς πα­ρη­γο­ρή­σουν. Ὑ­πῆρ­χε ἡ ὡ­ραι­ότε­ρη γυ­ναί­κα καὶ τώ­ρα προ­σπα­θεῖ νὰ γί­νει φω­το­γρα­φί­α στὴ Σαν­το­ρί­νη, εἶ­ναι κα­τά­μαυ­ρη. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­κό­μα πιὸ δύ­σκο­λο καὶ ἀ­πὸ τὸ νὰ γυρ­νᾶς σὰν τὴν ἄ­δι­κη κα­τά­ρα, ἀπὸ τὸ νὰ ἔ­χεις ἄγ­χος. Ἦ­ταν πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι κά­τι στὴν Κυ­ψέ­λη, σὲ ἤ­ξε­ραν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ ἀ­να­κα­τω­τά, σὲ ἀ­γα­ποῦ­σαν ἐπει­δὴ ἤ­σου­να ἀ­δύ­να­μη, σὲ γού­στα­ραν χω­ρὶς φω­το­γέ­νεια. Τώ­ρα αὐτὸ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον για­τί ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, κα­τά­φε­ρε νὰ γί­νει ἕ­νας χά­ρη στὴ φω­το­γέ­νεια. Πα­λιὰ ὑ­πῆρ­χαν τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο, μί­α συ­νοι­κί­α, μί­α χώ­ρα κι ἕ­νας πλα­νή­της. Πή­γαι­ναν στὴν Ἀ­νά­στα­ση, εἶ­χαν ὅ­λοι φω­το­γέ­νεια, ἔ­βγα­ζαν κά­τι λάμ­ψεις, φί­λα­γαν σταυ­ρω­τὰ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μέ­σα στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα. Με­τὰ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἡ ἄ­λη­θεια καὶ τὰ ψέ­μα­τα ἀ­πέ­κτη­σαν φω­το­γέ­νεια σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­ρε­τρα.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004).

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπεστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντὶ καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωνης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.


			

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Πάγκος


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πάγ­κος


ΑΘΕΤΑΙ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ἀ­να­πνο­ῆς ἀ­πὸ ἕ­ναν σχε­δὸν κου­φὸ συ­νο­μή­λι­κό της ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ βά­ζει μου­σι­κή, ὅ­ση πε­ρισ­σό­τε­ρη μου­σι­κὴ μπο­ρεῖ πρὶν ἀ­πὸ τὶς δώ­δε­κα. Τώ­ρα ἔ­βα­λε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, βγά­ζει τὰ ἀ­κου­στι­κὰ καὶ τῆς χα­μο­γε­λά­ει ἀ­μή­χα­να, τὴν κερ­νά­ει ἕ­να πο­τό, πῶς τῆς φά­νη­κε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, δὲν ἦ­ταν κα­λό; Ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅτι ἦ­ταν φαν­τα­στι­κό, ἀλ­λὰ τώ­ρα ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, τὸ ἔ­χει ξε­χά­σει ἤ­δη, ἔ­χει κου­ρα­στεῖ ν’ ἀ­κού­ει κομ­μά­τια ποὺ τρι­γυρ­νᾶ­νε γύ­ρω ἀπὸ τὸ πτῶ­μα τῆς μου­σι­κῆς. Ἂν ἦ­ταν 1977, καὶ οἱ δύ­ο θὰ ἤ­ξε­ραν ὅ­τι στὸ τέ­λος τῆς βρα­διᾶς ἔ­πρε­πε ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ νὰ πᾶ­νε σπί­τι του ἢ σπί­τι της, νὰ πι­οῦ­νε κά­τι, νὰ συ­ζη­τή­σουν ἀπὸ πέν­τε μέ­χρι εἴ­κο­σι λε­πτά, νὰ πά­ει στὸ μπά­νιο γιὰ νὰ ἄλ­λα­ξει τὸ ρυθ­μό, αὐ­τὸς νὰ κα­πνί­ζει, νὰ γυ­ρί­σει καὶ νὰ κα­θί­σει κά­πως πιὸ κον­τά του, ν’ ἀρ­χί­σει νὰ τοῦ λέ­ει μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ κά­ποι­ον πα­λιό, νὰ τῆς χα­ϊ­δέ­ψει τὰ μαλ­λιά, νὰ γυ­ρί­σει πρὸς τὸ μέ­ρος του, νὰ τὸν κοι­τά­ξει στὰ μά­τια, νὰ σκύ­ψει καὶ νὰ τὴν φι­λή­σει. Ἂν ἦ­ταν 1969, ὅλα αὐτὰ θὰ γι­νόν­του­σαν μέ­σα σὲ δε­κα­πέν­τε μέ­ρες. Ἂν ἦ­ταν 1979, λί­γο πιὸ σύν­το­μα, ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι χω­ρὶς πο­τό, συ­ζή­τη­ση, τσι­γά­ρο, ἐ­πί­σκε­ψη στὸ μπά­νιο, ἐ­πι­στρο­φὴ δί­πλα του στὸν κα­να­πέ, μι­κρὴ συ­ζή­τη­ση, χά­ϊ­δε­μα μαλ­λι­ῶν, στρο­φὴ πρὸς τὸ μέ­ρος του, βύ­θι­σμα στὰ μά­τια του, φι­λί. Θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι, θὰ φι­λι­όν­του­σαν λί­γο, θὰ γδύ­νον­ταν ξε­χω­ρι­στὰ κι ὑ­στέ­ρα θὰ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ συν­το­νισθοῦν, θὰ δο­κί­μα­ζαν δύο ἢ τρεῖς στά­σεις, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις. Θὰ τε­λεί­ω­ναν μα­ζὶ ἢ χω­ρι­στά, θὰ ἔ­με­ναν τρί­α λε­πτὰ ἀγ­κα­λι­α­σμένοι, ἀ­μί­λη­τοι. Θὰ τὴν ρώ­τα­γε ἂν θέ­λει νε­ρό, θὰ ἔ­λε­γε ναί, θὰ πή­γαι­νε νὰ τῆς φέ­ρει, θὰ ἄ­να­βε τσι­γά­ρο πε­ρι­μέ­νον­τάς τον, θὰ ἐ­πέ­στρε­φε, θὰ ἔ­πι­ναν ὁ κα­θέ­νας τρεῖς, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις γου­λι­ὲς νε­ρό, θὰ τὴν χά­ι­δευ­ε λί­γο, λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε, θὰ τὸ ἔ­κα­ναν δεύ­τε­ρη φο­ρά, θὰ ἄ­να­βαν τσι­γά­ρο, θὰ ἔ­πι­ναν τὸ ὑ­πό­λοι­πο νε­ρό, αὐ­τὸς θὰ ἔ­σβη­νε κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ φῶς. Θὰ κοι­μόν­του­σαν λί­γο ἄ­βο­λα πα­ρα­κο­λου­θών­τας ὁ ἕ­νας τὸν ὕ­πνο τοῦ ἄλ­λου, θὰ ξύ­πνα­γαν κι ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ πι­εῖ κα­φὲ για­τὶ ἔ­χει μιὰ δου­λειὰ στὶς δέ­κα καὶ μι­σή. Κι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά, θὰ ντύ­νον­ταν βι­α­στι­κά, θὰ κα­τέ­βαι­ναν στὸ δρό­μο, θὰ περ­πα­τοῦ­σαν λί­γο μα­ζὶ κι ὕ­στε­ρα θὰ χώ­ρι­ζαν.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα καὶ θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν ἀ­κό­μα ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, ἂν ἦ­ταν 1985, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα γιὰ νὰ μὴν ἄ­ναγ­κα­σθοῦν νὰ ποῦν τὸ πρω­ὶ ὅ­τι ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, θὰ εἶ­χαν χω­ρί­σει μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ἢ θὰ εἶ­χαν πέ­σει ἀ­ναί­σθη­τοι ἀ­πὸ τὸ πο­τὸ ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ κοι­μη­θοῦν μα­ζί, θὰ εἶ­χαν βα­ρε­θεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ἄγ­γιγ­μα. Ἂν ἦ­ταν 1956, θὰ εἶ­χαν παν­τρευ­τεῖ, ἂν ἦ­ταν 1965, θὰ εἶ­χαν πά­ει σι­νε­μά, θὰ πέρ­να­γε τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο της, θὰ τὴν ἔ­σφιγ­γε λί­γο, θὰ τῆς χά­ϊ­δευ­ε τὸ λαι­μό, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να φι­λί, θὰ τὸν ἀ­πω­θοῦ­σε χω­ρὶς νὰ τὸν ἀ­πω­θεῖ στ’ ἀ­λή­θεια, θὰ δε­χό­ταν νὰ τὴν φι­λή­σει πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας, τὸ 1969 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τή, μέ­χρι τὸ 1973 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τὴ κι ἀ­πὸ τ­ὸ 1975 καὶ με­τὰ δὲν θὰ πή­γαι­ναν κα­θό­λου σι­νε­μά, θὰ ἔ­κα­ναν μιὰ σο­βα­ρὴ συ­ζή­τη­ση. Θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ κό­σμου, γιὰ τὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ ἦ­ταν ἔ­τσι ὅ­πως σοῦ λέ­ω, τὸ δι­ά­βα­σα. Μέ­χρι τὸ 1979 θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὴν πο­ρεί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, στὸ βαθ­μὸ πού, στὸ μέ­τρο πού, σὲ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ βα­σι­κὴ ἀν­τί­θε­ση, τί πρέ­πει νὰ κά­νου­με. Τὸ πρω­ὶ θὰ εἶ­χαν μιὰ δου­λειά.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ τοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι πρέ­πει νὰ πά­ει σπί­τι της, θὰ τὸν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο, μή­πως εἶ­χε δου­λειά; Τί δου­λειὰ νὰ ἔ­χει, τρε­λά­θη­κες ποὺ ἔ­χω δου­λειά, θὰ τὴν συ­νό­δευ­ε μέ­χρι τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο φι­λί, θὰ τὴν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο στὸ ἴ­διο μέ­ρος. Θὰ ἔμ­παι­νε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα βγά­ζον­τας τὰ πα­πού­τσια της, θὰ ξά­πλω­νε μὲ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι, θὰ κά­πνι­ζε μέ­σα στὸ σκο­τά­δι ἀ­κούγον­τας τὴ φω­νὴ ἑ­νὸς ἠ­θο­ποι­ού τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου νὰ δι­α­βά­ζει κά­τω ἀπὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι τὴν Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰ­ζαμ­πώ, θὰ ἔ­ψα­χνε στὴ φω­νὴ κά­τι ποὺ ν’ ἀ­πευ­θύ­νε­ται εἰ­δι­κὰ σ’ αὐτὴν καὶ θὰ τὸ ἔ­βρι­σκε, θὰ κοι­μό­ταν μὲ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰζαμ­πώ γρά­φτη­κε ἐ­πει­δὴ κά­ποι­α στιγ­μὴ βγῆ­κε μὲ ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ θὰ τὸν ἔ­βλε­πε πά­λι αὔ­ριο. Στὴ μέ­ση τῆς νύ­χτας θὰ ξύ­πνα­γε ἀπὸ κά­ποι­ο κορ­νά­ρι­σμα, θὰ ἄ­νοι­γε τὰ μά­τια κι ἔ­κει­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ τὰ φῶ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἀ­πὸ τὸ δρό­μο θὰ τα­ξί­δευ­αν φευ­γα­λέ­α στὸ τα­βά­νι. Θὰ εἶ­χε ξε­χά­σει ἀ­νοι­χτὸ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι μιὰ φω­νὴ θὰ πα­ρου­σί­α­ζε ἀρ­χαῖ­ες μου­σι­κές, φυ­λαγ­μέ­νες στὶς κα­τα­κόμ­βες τῆς κρα­τι­κῆς ρα­δι­ο­φω­νί­ας. Θὰ ση­κω­νό­ταν χω­ρὶς νὰ κά­νει θό­ρυ­βο καὶ θὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι, θὰ ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἄ­να­σα, θὰ μύ­ρι­ζε τὴν Ἀ­θή­να, θὰ σκε­φτό­ταν δι­ά­φο­ρα σα­χλὰ πράγ­μα­τα, θὰ ἔ­λε­γε μέ­σα της ἕ­ναν ἀ­νό­η­το μο­νό­λο­γο, θὰ γύ­ρι­ζε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς νὰ δι­α­κό­ψει τὴν ἐλα­φρὰ ξε­λι­γω­μέ­νη φω­νὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι. Ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ εἶ­χε ἀ­νέ­βει μα­ζί της χω­ρὶς νὰ τὴν ρω­τή­σει κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­ναν ὅ­πως-ὅ­πως θὰ γύ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, θὰ προ­λά­βαι­νε καὶ θὰ γύ­ρι­ζε πρώ­τη ἀπὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ εἶ­χαν γυ­ρι­σμέ­νες τὶς πλά­τες καὶ μό­νο τὸ πρω­ὶ θὰ γύ­ρι­ζαν πέν­τε λε­πτὰ πρὶν ση­κω­θοῦν, θὰ τὴν ἀγ­κά­λια­ζε καὶ με­τὰ θὰ τῆς ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια κα­τά­φε­ραν νὰ γυ­ρί­ζουν πο­λὺ ἄ­νε­τα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πιὸ με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἄν­θρω­πο­τη­τας, οἱ ἐ­λεύ­θε­ρες σχέ­σεις, ὁ σε­βα­σμὸς τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας, ἢ ἰ­σό­τη­τας τῶν δύ­ο φύ­λων, τὸ ἔ­λε­γαν ὅ­λα τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, τὸ βρον­το­φώ­να­ζαν οἱ πα­νε­πι­στη­μια­κὲς ἀ­να­λύ­σεις, τὸ ὑ­πο­στή­ρι­ζαν οἱ δι­α­δη­λω­τὲς στοὺς δρό­μους, τὸ πρό­τει­ναν τὰ τρα­γού­δια, τὸ ἔ­βλε­παν στὶς ται­νί­ες, τὸ ἔ­γρα­φαν στὰ βι­βλί­α, νὰ τοῦ γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, νὰ τῆς γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, τὸ πρωῒ νὰ ἔ­χε­τε μιὰ δου­λειά.

        Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια ὅ­λοι βρέ­θη­καν ξαφ­νι­κὰ νὰ ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, στὶς δέ­κα καὶ μι­σή ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκον­ται κά­που. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια εἶ­σαι ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δο­κι­μά­σεις ὅ,τι βρεῖς μπρο­στά σου, εἶ­σαι ἔ­λευ­θε­ρη νὰ δε­χτεῖς ὅ­λες τὶς δο­κι­μα­σί­ες νο­μί­ζον­τας ὅ­τι εἶ­ναι ξαφ­νι­κὲς εὐ­λο­γί­ες πού ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά, σταλ­μέ­νες ἀπὸ τὴν τυ­χαί­α πλο­κή, κλη­ρο­δο­τη­μέ­νες ἀπὸ τὸ τί­πο­τα. Με­λα­χρι­νή, συμ­πα­θη­τι­κή, ξέ­ρει νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ κά­ποι­ον χω­ρὶς νὰ τὸν γου­στά­ρει, τὸ ἔ­χει μά­θει πο­λὺ κα­λὰ καὶ τὸ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ, ἂς ἐ­πι­μέ­νουν τὰ δι­α­φη­μι­στι­κά. Ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, πί­νει μιὰ γου­λιά, ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὸ αὐ­τὸ τὸ κομ­μά­τι καὶ τώ­ρα μέ­νει στὴ σι­ω­πή, πί­νει μιὰ γου­λιά, αἰ­σθά­νε­ται μιὰ κά­ποι­α συμ­πά­θεια γι’ αὐ­τὸν τὸν σχε­δὸν κου­φὸ ἄν­θρω­πο ποὺ πα­λεύ­ει ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψει λί­γη μου­σι­κὴ μέ­σα στὸ χά­ος, εἴ­κο­σι χρό­νια, με­τά. Δὲν θὰ τοῦ γυ­ρί­σει τὴν πλά­τη, δὲν θὰ κοι­μη­θεῖ μα­ζί του, θὰ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει ἀπὸ μα­κριά.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004)

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπὲστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντί καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωσης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.


Εἰκόνα: Ἀφίσα τοῦ Θεμιστοκλῆ Οὐρανοπολίτη.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πῶς δι­ορ­θώ­νε­ται τὸ Ρω­μαί­ϊ­κο.



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πῶς δι­ορ­θώ­νε­ται τὸ Ρω­μαί­ϊ­κο.

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΠΕ μί­αν φο­ρὰν εἰς τὸν Κυ­βερ­νή­την:

     — »Μοῦ χά­λα­σες τὴν Ἑλ­λά­δα.

     — »Για­τί; τοῦ ἀ­πε­κρί­θη ἐ­κεῖ­νος.

     — »Για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ κά­μῃς 5 φράγ­κι­κο καὶ 15 νὰ τὸ ἀ­φή­σῃς τούρ­κι­κο, με­τὰ 20 χρό­νους νὰ τὸ κά­μῃς 10 φράγ­κι­κο καὶ νὰ τὸ ἀ­φή­σῃς 10 τούρ­κι­κο,καὶ πά­λιν με­τὰ 20 ἔ­τη νὰ τὸ κά­μῃς 15 φράγ­κι­κο καὶ νὰ τὸ ἀ­φή­σῃς 5 τούρ­κι­κο, ὥ­στε με­τὰ 20 ἄλ­λους τό­σους χρό­νους νὰ γί­νῃ ὅ­λο φράγ­κι­κο.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 288 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 211 [Τίτλος: «455.— Πῶς δι­ορ­θώ­νε­ται τὸ Ρω­μαί­ϊ­κο.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

Ἑ­λέ­νη Σα­μι­ω­τά­κη: Ἀ­γνο­ού­με­νος σὲ ἰ­σό­βια πτώ­ση



Ἑ­λέ­νη Σα­μι­ω­τά­κη


Ἀ­γνο­ού­με­νος σὲ ἰ­σό­βια πτώ­ση


Μνή­μη δι­α­με­λι­σμέ­νων θυ­μά­των τῆς 11.09.2001

ΡΟΝΙΑ ΤΩΡΑ εἶ­χε γί­νει ὁ­λό­κλη­ρος ἕ­να μά­τι. Ὅ­ταν ἔ­παιρ­νε κά­θε καυ­τὸ με­ση­μέ­ρι τὴν ἐ­σπλα­νά­δα στὸ τέ­λος τῆς Συγ­γροῦ καὶ τρά­βα­γε ἀ­ρι­στε­ρὰ στὶς κο­σμο­βρι­θεῖς πα­ρα­λί­ες γιὰ νὰ ἀν­τι­κρί­σει τὸ ἕ­να ἀ­κέ­ραι­ο ζων­τα­νὸ γυ­μνω­μέ­νο κορ­μί. Μο­να­δι­κὴ χα­ρὰ καὶ πα­ρη­γο­ριά του. Αὐ­τὸ κι ἕ­να χρό­νιο πά­θος συλ­λο­γῆς ἀ­πο­κομ­μά­των ἐ­φη­με­ρί­δων, ψη­φί­δες σπου­δαί­ων συμ­βάν­των, σὲ μιὰ μο­νό­χορ­δη ἀ­πό­λυ­τα τα­κτο­ποι­η­μέ­νη ζω­ή. Δὲν τὸν λέ­γα­νε ἄ­δι­κα στὸ σχο­λειὸ «Ὁ Γιά­ννης ὁ Πάζλ», ἔ­τσι ποὺ συμ­πλή­ρω­νε ἐν ρι­πῇ ὀ­φθαλ­μοῦ τὸ πιὸ δύ­σκο­λο καὶ πα­ρά­δο­ξο χάρ­τι­νο αἴ­νιγ­μα ποὺ τοῦ φέρ­να­νε πει­σμω­μέ­νοι οἱ φευ­γά­τοι συμ­παῖ­κτες του, στὸν σύλ­λο­γο ποὺ φτι­ά­ξα­νε ἐ­πὶ τού­του στὴν Καλ­λι­θέ­α. Ἀλ­λὰ τώ­ρα αὐ­τὴ ἡ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη δι­πλὴ δί­ψα τοῦ εἶ­χε γί­νει ἀ­φό­ρη­τη. Ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ στὸν πα­ρά­δρο­μό του συγ­κρο­τή­μα­τος Νιά­ρχου τὸ μά­τι του σά­ρω­νε στα­νι­κὰ καὶ μὲ πό­θο ἰ­λιγ­γι­ώ­δη το σκά­μα μὲ τὰ λεί­ψα­να τῶν ὀ­γδόν­τα ἀ­πο­τυμ­πα­νι­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Βα­θειὰ δι­χα­σμέ­νος ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀρ­χαι­ο­λό­γους ποὺ τοὺς φθο­νοῦ­σε σκυμ­μέ­νους πά­νω ἀ­πὸ τὰ βα­σα­νι­σμέ­να πρώ­ην κορ­μιὰ καὶ στὴν ἀ­βυσ­σα­λέ­α φαν­τα­σί­ω­σή του νὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­π’ αὐ­τά. Μό­νο ποὺ σή­με­ρα δὲν ἔ­τρε­χε στὶς πα­ρα­λί­ες. Στὸ ἐρ­γέ­νι­κο αὐ­στη­ρὰ τα­κτο­ποι­η­μέ­νο δω­μά­τιο, ποὺ πά­νω ἀ­πὸ τὸ πάν­τα κα­λο­στρω­μέ­νο κρε­βά­τι δέ­σπο­ζε ἡ φω­το­γρα­φί­α τῆς δε­κα­πεν­τά­χρο­νης Ντη­πί­κα Ρα­βι­σα­ντράν, κα­θό­ταν στὴν ὀ­θό­νη του ὧ­ρες κα­θη­λω­μέ­νος μπρο­στὰ στὰ τε­λευ­ταῖ­α ἀ­σύλ­λη­πτα δε­δο­μέ­να: τὰ 300 ὁ­λό­κλη­ρα σώ­μα­τα ἀ­πὸ τὰ 2.800 κορ­μιά, τὰ 1.600 ταυ­το­ποι­η­μέ­να καὶ τὰ 1.100 τὰ ἀ­γνο­ού­με­να, τὰ 20.000 με­γά­λα ἀν­θρώ­πι­να τεύ­χη καὶ τὰ ἕ­τοι­μα γιὰ τὸν δο­κι­μα­στι­κὸ σω­λή­να 6.000 μι­κρά, τὰ 200 κομ­μά­τια ἑ­νὸς καὶ μό­νου προ­σώ­που καὶ τὰ 10.000 ἀ­ταύ­τι­στα ποὺ κα­τε­ψυγ­μέ­να πε­ρι­μέ­νουν τὶς μελ­λον­τι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις· καὶ τοῦ­τα ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτον­ταν ὣς χθὲς ἀ­κό­μη στὰ φρε­ά­τια καὶ τὶς γει­το­νι­κὲς τα­ρά­τσες· κι ἐ­κεῖ­να ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψεις μιὰ μέ­ρα κι ἐ­σὺ σκα­λί­ζον­τας στὸ παρ­τέ­ρι σου τὶς γλά­στρες… Πί­σω του ἔ­χα­σκε ὅ­πως πάν­τα ἀ­νοι­χτό το πα­ρά­θυ­ρο, καὶ ἡ πόρ­τα, ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τοῦ κό­σμου, κλει­δω­μέ­νη κι ἀ­νύ­παρ­κτη.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἑ­λέ­νη Σα­μι­ω­τά­κη (Ρέ­θυ­μνο, 1990). Σπού­δα­σε κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο χο­ρὸ στὴ Δη­μο­τι­κὴ Σχο­λὴ Χοροῦ Κα­λα­μά­τας. Ἀ­πὸ τὸ 2011 ζεῖ στὸ Παγ­κρά­τι, πα­ρα­δί­δον­τας μα­θή­μα­τα χο­ροῦ, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ δι­ά­βα­σμα μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ τὸ γρά­ψι­μο.



		

	

Εἰρήνη Ρηνιώτη: Συζυγία


Εἰ­ρή­νη Ρη­νι­ώ­τη


Συζυγία

 

ΝΑ ΒΡΑΔΥ ποὺ ἡ μο­να­ξιὰ τῆς πλώ­ρης τὸν χτυ­ποῦ­σε ἀ­λύ­πη­τα,  τὴ συ­νάν­τη­σε με­σο­πέ­λα­γα. Ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ἕ­να ἀμ­φί­βιο πλά­σμα, μιὰ ὑ­δρό­βιο γυ­ναί­κα βυ­θοῦ. Δὲν λο­γά­ρια­σε τὸν πλω­τὸ χα­ρα­κτή­ρα της καὶ τὴν ἔ­βγα­λε στὴ στε­ριὰ γιὰ νὰ φέ­ρει στὸν κό­σμο τοὺς γιούς του. Τὰ μά­τια τῶν ἀν­τρῶν πέ­σα­νε πά­νω της. Ἡ ζή­λεια μαῦ­ρο φί­δι ποὺ τὸν ἔ­ζω­σε, ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα πῆ­ρε ἕ­να μα­χαί­ρι καὶ τὴν ἔ­κο­ψε στὰ δύ­ο. Πέ­τα­ξε στὴ θά­λασ­σα τὸ ψα­ρί­σιο σῶ­μα της, αὐ­τὸ ποὺ ὄρ­γω­σε μυ­ριά­δες φο­ρὲς γιὰ νὰ ἐ­κτο­νώ­σει τὴν ἔ­ξα­ψή του, καὶ κρά­τη­σε μο­νά­χα τὸ στῆ­θος της γιὰ νὰ βυ­ζαί­νει τὴ συμ­φο­ρά.

        Ἂν πε­ρά­σεις ἀ­π’ τὰ μέ­ρη τους, θὰ δεῖς τὴ γυ­ναί­κα καρ­φω­μέ­νη στὸ κά­δρο τοῦ πα­ρά­θυ­ρου, νὰ ψά­χνει τὸ πέ­λα­γο στὸν πνιγ­μέ­νο αὐ­το­κί­νη­τα δρό­μο.

        Τὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρό­τσι δὲν φαί­νε­ται. Μό­νο στὸ βλέμ­μα της βρυ­χᾶ­ται ἡ τρι­κυ­μί­α.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Ρη­νι­ώ­τη (Ἀ­θή­να, 1964). Σπού­δα­σε στὴ Σχο­λὴ Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­κτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου, καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ  Μ.Π.Σ. «Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ» τοῦ ἰ­δί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν καὶ τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Κέν­τρου τοῦ Δι­ε­θνοῦς Ἰν­στι­τού­του Θε­ά­τρου ὡς ἠ­θο­ποι­ός. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐν­νέ­α ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἡ συλ­λο­γὴ τῆς Μιὰ βόλ­τα μό­νο (2016), τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο «Αἰ­κα­τε­ρί­νης Στα­θο­πού­λου» τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν τὸ 2017. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες.

Κα­τη­γο­ρί­ες: Ρη­νι­ώ­τη Εἰ­ρή­νη, Ἑλ­λη­νι­κά, Αἰσθήματα-Πάθη, Έρωτας, Σώ­μα, Ταυτότητες, Φύλα, Φανταστικό, Συμβολισμός, Περιγραφή.

Γιάννης Παγώνης: Στὴ ζώνη τοῦ λυκόφωτος

Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Στὴ ζώ­νη τοῦ Λυ­κό­φω­τος


 ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ εἶ­χε χά­σει κά­θε κέ­φι γιὰ τὴν Τέ­χνη του, και­ρὸ πρὶν ἐν­σκή­ψει ἡ παν­δη­μί­α. Ἁ­πλὰ ὁ κο­ρο­νο­ϊ­ὸς ἔ­θε­τε τὰ καρ­φιὰ στὸ φέ­ρε­τρο αὐ­τοῦ ποὺ κά­πο­τε θε­ω­ροῦ­σε λο­γο­τε­χνι­κό του σῶ­μα, ἀ­ναγ­κά­ζον­τάς τον νὰ πα­ραι­τη­θεῖ ἀ­πὸ κά­θε ἐλ­πί­δα ἔ­στω καὶ μιᾶς με­ρι­κῆς ἀ­νά­τα­ξης.

        Βρά­δυα­ζε 25η Μαρ­τί­ου καὶ κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν κλει­σού­ρα, δή­λω­σε στὴ συμ­βί­α ὅτι θὰ ἔ­βγαι­νε γιὰ ἕ­ναν πε­ρί­πα­το.

«Νὰ συμ­πλη­ρώ­σεις βε­βαί­ω­ση», τοῦ ἐ­πέ­στη­σε τὴν προ­σο­χὴ ἐ­κεί­νη καὶ βάλ­θη­κε μὲ πα­νὶ καὶ ντε­τὸλ νὰ ἀ­πο­λυ­μαί­νει ὅ­σες ἐ­πι­φά­νει­ες μπο­ροῦ­σε νὰ φτά­σει τὸ χέ­ρι της.

        Βγῆ­κε στὴν πα­γω­νιὰ καὶ κι­νή­θη­κε ἄ­κε­φα πρὸς τὴν πα­λιά του γει­το­νιά, ὅ­που ἔ­στε­κε τὸ σκέ­λε­θρο τῆς πα­τρι­κῆς ἑ­στί­ας.

        Ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς χα­ψω­μέ­νος στὰ ρη­μα­δό­σπι­τα ρευ­ό­ταν μπα­κα­λιά­ρο καὶ χου­ζού­ρια­ζε μπρὸς στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ψυ­χὴ ζῶ­σα στοὺς δρό­μους. Μό­νο γά­τες κι αὐ­τὲς μα­ραγ­κι­α­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν τό­ση ἐ­ρη­μί­α, γύ­ρευ­αν στὰ σκου­πί­δια τρο­φή.

         Ἡ σι­ω­πὴ ἦ­ταν τό­σο πυ­κνὴ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν κό­ψεις, μὲ τὸ κου­ζι­νο­μά­χαι­ρο.

         Ἔ­κλει­σε τ΄αὐ­τιά, νὰ μὴν γρι­κά­ει τὸν ἦ­χο τῆς σι­ω­πῆς.

         Μὲ τὰ πολ­λὰ ἀ­πέ­ρα­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­τρι­κό. Πρὸς με­γά­λη του ἔκ­πλη­ξη εἶ­δε φῶ­τα. Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε.

         «Μπᾶς κι ἔ­χουν τὸ σπί­τι ξε­νι­κοί», λο­γί­στη­κε καὶ ἔ­σπρω­ξε θυ­μω­μέ­νος τὴν ἐ­ξώ­θυ­ρα.

         Χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα καὶ στά­θη­κε στὸ κα­τώ­φλι, ἀ­φουγ­κρα­ζό­με­νος τοὺς ἐ­σω­τε­ρι­κοὺς θο­ρύ­βους ποὺ κα­τέ­κλυ­ζαν ἀ­νυ­πό­φο­ροι τοὺς ἀ­κου­στι­κούς του πό­ρους.

          Ἄ­νοι­ξε ὁ πα­τέ­ρας.

         «Πα­τέ­ρα» τραύ­λι­σε στὸν πε­θα­μέ­νο γι­ο­μά­τος τρό­μο, μὰ κά­τι μέ­σα του δυ­να­τό, τὸν ὤ­θη­σε νὰ κα­τα­λα­γιά­σει τὴν φρι­κί­α­ση καὶ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὸ γε­γο­νός, ὡς κά­τι τὸ ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­ο­λο­γι­κό.

         Ὁ πα­τέ­ρας πα­ρα­μέ­ρι­σε, ἀ­φή­νον­τάς τον νὰ πε­ρά­σει.

       Ἡ μά­να ἔ­πλε­κε στὴ κα­ρέ­κλα της ὅ­πως τό­τε ποὺ ἦ­ταν στὸν κό­σμο. Μό­λις τὸν ἔ­νοι­ω­σε, ἀ­πα­ρά­τη­σε τὸ ἐρ­γό­χει­ρο, τὸν ἔ­κο­ψε, καὶ ρώ­τη­σε ὅ­λο ἔ­γνοι­α:

         «Τί ἔ­χεις Γρη­γο­ρά­κη; Χλω­μι­σμέ­νος δεί­χνεις! Συμ­βαί­νει κά­τι;»

         «Ρὲ μά­να», γκρί­νια­ξε τό­τε ἐ­κεῖ­νος. «Χα­μὸς γί­νε­ται ὄ­ξω. Δὲν ἔ­χε­τε ἐ­δῶ μέ­σα πά­ρει χαμ­πά­ρι τί­πο­τα;»

         «Τὰ ἴ­δια μᾶς ἔ­σου­ρε καὶ ὁ Νι­κή­τας ἐ­χτὲς τ΄ἀ­πο­με­σή­με­ρο ποὺ ἐ­φά­νη­κε, ἀλ­λὰ δὲν νοι­ώ­σα­με τί πά­λευ­ε νὰ μᾶς εἰ­πεῖ;»

         «Ποιός Νι­κή­τας ρὲ μά­να;» τόλ­μη­σε νὰ ἀν­τι­μι­λή­σει.

          Ἀ­πο­κρί­θη­κε τό­τε αὐ­τὴ ἐ­κνευ­ρι­σμέ­να:

         «Ἅ­μα δὲν θὲς παρ­τί­δες μὲ τ΄ἀ­δέρ­φι σου, χα­λά­λι. Ἀ­πα­ρά­τη­σέ τον κι αὐ­τόν. Μπο­ρεῖς τὸ λοι­πὸν ἐ­σὺ ποὺ κα­τέ­χεις τὸ πράγ­μα κα­λύ­τε­ρα, νὰ μᾶς δώ­κεις νὰ κα­τα­λά­βου­με τί συμ­βαί­νει;»

          Ὁ πα­τέ­ρας πλη­σιά­σε καὶ κου­νών­τας ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κὰ το κε­φά­λι στὰ λό­για τῆς κυ­ρᾶς του, κρε­μά­στη­κε ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του καρ­τε­ρών­τας ἐ­ξη­γή­σεις.

* * *

Ὁ πα­ρα­λο­ϊ­σμέ­νος γιὸς βρέ­θη­κε ἄ­ξαφ­να στὸ σπί­τι του.

        Δι­η­γή­θη­κε στὴ γυ­ναί­κα τὰ κα­θέ­κα­στα.

        «Ἂχ ἄν­τρα μου», εἶ­πε ἐ­κεί­νη:

       «Στοὺς χα­λε­πο­και­ρούς, πάν­τα ἐ­πι­στρέ­φου­με στὰ παι­δι­κά­τα μας. Ἡ φαν­τα­σιά σου εἶ­ναι ποὺ σὲ παι­χνι­διά­ζει», καὶ σι­μώ­νον­τας ἔ­βα­λε τὸ χε­ρά­κι της ποὺ ἀ­κό­μα μύ­ρι­ζε ἀ­πο­λυ­μαν­τι­κό, ἀ­πά­νω στὸ μέ­τω­πό του.

        «Καῖς κα­κο­μοί­ρη. Μπᾶς κόλ­λη­σες τὸν ἰ­ό; Ξά­πλω­σε γρή­γο­ρα καὶ σοῦ φέρ­νω ἀν­τι­πυ­ρε­τι­κό. Χά­ζε­ψε λί­γο ται­νί­α στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀ­πό­ψε ἔ­χει “Πα­πα­φλέσ­σα”… Ἄ! μὴν λη­σμο­νή­σω! Ἀ­να­κοί­νω­σαν στὶς εἰ­δή­σεις ὅ­τι ὅ­λα θά ‘χουν τε­λει­ώ­σει μέ­χρι νὰ ἔ­βγει ὁ Μά­ης!»

        Τὸν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος μπρο­στὰ στὴν αὐ­γά­ζου­ζα ὀ­θό­νη, μὲ τὸ νοῦ στὰ λό­για τῆς μά­νας.

        Ποι­όν ἀ­δελ­φὸ Νι­κή­τα ὑ­πο­νο­οῦ­σε ἄ­ρα­γε ἡ γριά; Αὐ­τός ἀπ΄ὅ­σο κά­τε­χε, ἦ­ταν μο­να­χο­παί­δι.

* * *

Ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὰ σκουν­τή­μα­τα τοῦ πα­πᾶ-Φώ­τη.

        «Σή­κω κα­πε­τά­νιο! Ἔ­γει­ρες καὶ εἶ­πα νὰ σ΄ἀ­φή­σω νὰ τὸν πά­ρεις κομ­μά­τι, πού ΄σαι ἄ­γρυ­πνος τό­σες ἡ­μέ­ρες. Πε­ρι­μέ­νει ἔ­ξω καὶ ὁ Τι­σα­με­νὸς γιὰ τὴ γρα­φή.»

       «Πα­ρά­ξε­να ὀ­νεί­ρα­τα εἶ­δα γέ­ρον­τα! Ταγ­κα­λά­κια ἀπ΄τὰ μελ­λού­με­να…. Τί νὰ σοῦ λέ­γω! Ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα! Ἀλ­λὰ νό­η­μα δὲν βγαί­νει!.. Κα­λύ­τε­ρον νὰ τ΄ἀ­φή­κω πί­σω, ὅτι πε­ρι­μέ­νει ὁ Μπρα­γί­μης νὰ μᾶς κα­τα­πι­εῖ ὁ­λά­κε­ρους!

        »Πὲ τοῦ Μι­χά­λη νὰ ὁ­ρί­σει…»

        Ὁ γραμ­μα­τι­κὸς μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζι­κα στὴ τέν­τα καὶ φα­νέ­ρω­σε τὰ τσιμ­πρά­κα­λα τῆς γρα­φῆς.

        «Γρά­φε Τι­σα­με­νὲ καὶ τα­χιὰ στ΄ ἀ­δέλ­φι μου τὸν Νι­κή­τα μὲ τα­τά­ρη.»

Νι­κή­τα,

       Ἔ­λα­βα τὴν ἐ­πι­στο­λήν σου καὶ εἰς ἀ­πάν­τη­σίν σου λέ­γω ὅ­τι δὲν εἶ­μαι σὰν καί σὲ καὶ σὰν τὸν κουμ­πά­ρο σου τὸν Κε­φά­λα, ὅ­που τρέ­χε­τε ἀ­πὸ ρά­χη σὲ ρά­χη στοὺς Ἁ­η­λιά­δες.

        Ἐ­γὼ ἅ­παξ ὠρ­κί­σθην νὰ χύ­σω τὸ αἷ­μα μου εἰς τὴν ἀ­νάγ­κην τῆς πα­τρί­δoς, καὶ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα. Εὔ­χο­μαι δὲ εἰς τὸν Θε­ὸν πρώ­τη μπά­λα τοῦ Ἰμ­βρα­ὴμ νὰ μὲ πά­ρει εἰς τὸ κε­φά­λι, δι­ό­τι σᾶς γρά­φω νὰ τα­χύ­νε­τε τὸν ἐρ­χο­μόν σας καὶ σεῖς μοῦ γρά­φε­τε κo­υ­ρo­υ­φέ­ξα­λα.

        Νι­κή­τα, πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­στο­λή μου εἶ­ναι αὕ­τη. Βά­στα την νὰ τὴν δι­α­βά­ζεις κα­μί­α φο­ρᾶ νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι καὶ νὰ κλαῖς.

        Πα­πα­φλέσ­σας

Ρο­δο­χρω­μα­τι­σμέ­νη ἀ­νοι­γό­ταν ἡ πύ­λη τοῦ πρω­ϊ­οῦ, ἀ­πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μα­νιά­κι. Κι ὁ Μά­ης εἶ­χε εἴ­κο­σι.

        Ὁ Δε­σπό­της βγῆ­κε στὸ ξά­γναν­το καὶ τη­ροῦ­σε γιὰ ὥ­ρα, τὶς ἀ­μέ­τρη­τες φω­τι­ὲς τῶν στρα­βα­ρα­πά­δων ποὺ ἀ­γά­λι-ἀ­γά­λι ξε­θώ­ρια­ζαν κά­του στὸν κάμ­πο.

        «Μέ­χρι νὰ ἔ­βγει ὁ Μά­ης» μο­νο­λό­γη­σε με­λαγ­χο­λι­κά, «μέ­χρι νὰ ἔ­βγει ὁ Μά­ης, θά ΄χουν τε­λει­ώ­σει ὅ­λα…»



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἰ­δοὺ ἐ­πι­βαί­νω τοῦ πλοί­ου μου ὡς ναύ­της



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἰ­δοὺ ἐ­πι­βαί­νω τοῦ πλοί­ου μου ὡς ναύ­της

[τοῦ Δημητρίου Τσαμαδοῦ]


»ΕΡΙ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟΝ, νο­μί­ζω, τοῦ 1825 πα­ρου­σιά­σθη ἀ­νάγ­κη νὰ ἐκ­κι­νή­σῃ ἀ­μέ­σως ὁ Ἑλ­λη­νι­κὸς στό­λος κα­τὰ τοῦ Ἰμ­πρα­ῒμ πασ­σᾶ. Συ­νῆλ­θον τό­τε ἐν τῷ Μο­να­στη­ρί­ῳ οἱ με­γά­θυ­μοι οἰ­κο­κυ­ραῖ­οι τῆς Ὕ­δρας καὶ ἀ­πε­φά­σι­σαν νὰ συ­νει­σφέ­ρουν καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α τάλ­λη­ρά των πρὸς ἐκ­κί­νη­σιν τοῦ στό­λου, τέσ­σα­ρες δὲ χι­λιά­δες ταλ­λή­ρων ἀ­νε­λο­γί­σθη­σαν εἰς τὸν Μῆ­τρο-Μι­χά­λην (τὸν γέ­ρον­τα Τσα­μα­δόν).

       — »Ἀ­δελ­φοί, εἶ­πε τό­τε εἰς τοὺς ἄλ­λους, τάλ­λη­ρα πλέ­ον δὲν μοῦ ἔ­μει­ναν, δι­ό­τι ὅ­σα εἶ­χα τὰ ἐ­δα­πά­νη­σα· ἔ­χω ὅ­μως τὴν ζω­ήν μου ἀ­κό­μη, καὶ ἰ­δοὺ ἐ­πι­βαί­νω τοῦ πλοί­ου μου ὡς ναύ­της.

       »Καὶ ταῦ­τα εἰ­πών, ἐ­κί­νη­σε μὲ τρέ­μον­τας πό­δας ὁ γη­ραι­ὸς οἰ­κο­κύ­ρης τῆς Ὕ­δρας, ὅ­πως θυ­σιά­σῃ διὰ τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σιν τῆς πα­τρί­δος ὅ,τι εἰ­σέ­τι τῷ ἔ­με­νε, τὴν ζω­ήν του αὐ­τήν. Ἡ­μάρ­τη­σάν τι­νες τό­τε ὑ­πο­θέ­σαν­τες ὅ­τι ἐκ φι­λαρ­γυ­ρί­ας ὁ γέ­ρων Τσα­μα­δὸς δὲν ἔ­δω­κε τὰς 4.000 τάλ­λη­ρα, ἀλ­λὰ με­τ’ ὀ­λί­γον ἠ­ναγ­κά­σθη­σαν νὰ ζη­τή­σω­σι συγ­γνώ­μην ἀ­πὸ τὸν νε­κρόν του, τὸν κη­δευ­θέν­τα πε­νέ­στα­τα δι’ ἔλ­λει­ψιν χρη­μά­των, ἐν ᾧ 150 χι­λιά­δες τάλ­λη­ρα ἐ­δα­πά­νη­σε διὰ τῆς πα­τρί­δος του τὴν αὐ­το­νο­μί­αν. Τού­του δὲ ὁ υἱ­ὸς Λά­ζα­ρος ἐλ­θὼν εἰς Ἀ­θή­νας διὰ νὰ ζη­τή­σῃ χρη­μα­τι­κήν τι­να πε­ρί­θαλ­ψιν πα­ρὰ τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως, καὶ μὴ εἰ­σα­κου­σθείς, κα­τέ­βη πε­ζὸς εἰς Πει­ραι­ᾶ, δι­ό­τι καὶ τῆς δραχ­μῆς ἐ­στε­ρεῖ­το δι’ ἀ­γώ­γιον, καὶ με­τα­βὰς εἰς Ὕ­δραν δω­ρε­ὰν διά τι­νος Ὑ­δρα­ϊ­κοῦ πλοι­α­ρί­ου, αὐ­το­χει­ριά­σθη ὁ δύ­σπο­τμος*!(1)»


* δύσποτμος· δύσμοιρος, ἄτυχος.
(1) Μεγάλος θόρυβος γίνηκε τότε στὴν κοι­νω­νία γιὰ τὴν αὐτο­χτο­νία τοῦ Λ. Τσα­μα­δοῦ, 28 Γεν. 1836. Ὁ πα­τέ­ρας του Δημ. Τσα­μα­δὸς πέ­θα­νε 31 8βρ. 1835. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πρα­κτι­κὰ Βου­λῆς Περ. Γ´, Σύν. Γ´, τόμ. α´ σ. 61, συ­νε­δρ. 29 Νο­ε­βρ. 1855.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 282-283 [Τίτλος: «599.— Τοῦ Μῆ­τρο-Μι­χά­λη τὰ τάλ­λα­ρα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Λουῒ Ντυπρέ (Louis Du­pré, 1789-1837), Ὑ­δραῖ­ος ναυ­τι­κός (1825). Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη.



		

	

Ρίτσαρντ Γκύν (Richard Gwyn): Σπαρτιάτες


Ρί­τσαρντ Γκύν (Richard Gwyn)


Σπαρ­τιά­τες

(Spartans)


ΤΗΝ ΠΟΛΗ τῆς Σπάρ­της ἡ δι­α­βί­ω­ση ἦ­ταν δύ­σκο­λη. Πα­ρα­τη­μέ­νος στὴν πλα­γιὰ ἑ­νὸς λό­φου ὡς νε­ο­γέν­νη­το γιὰ μιὰ νύ­χτα, ἔ­μα­θες γρή­γο­ρα τὸ τί καὶ τὸ πῶς. Ἔ­πει­τα ἦρ­θαν μά­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν, τό­ποι νὰ κα­τα­κτή­σεις, λε­η­λα­σί­α καὶ ὑ­πο­δού­λω­ση νὰ φέ­ρεις εἰς πέ­ρας. Ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια κι ἕ­νας τά­φος πρὸς τι­μή σου. Καὶ δια­ρκῶς νὰ πρέ­πει νὰ ὑ­περ­τε­ρεῖς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς δι­πρό­σω­πους Κο­ρίν­θιους καὶ τοὺς ὑ­πε­ρό­πτες Ἀ­θη­ναί­ους σὲ θα­να­τη­φό­ρες συγ­κρού­σεις καὶ στὸ νὰ μὴ μέ­νει οὔ­τε τρί­χα ἄ­θι­κτη. Λόγ­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γυ­α­λι­στοῦν ἕ­ως ὅ­του ξε­πε­ρά­σουν σὲ λάμ­ψη τὶς ἀ­κτί­νες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, σπα­θιὰ νὰ ἀ­κο­νι­στοῦν μέ­χρι καὶ τὸ ἐ­λα­φρύ­τε­ρο ἄγ­γιγ­μα νὰ ἔ­σχι­ζε στὰ δύ­ο τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο νεῦ­ρο. Ἐ­ὰν με­γά­λω­σες νι­ώ­θον­τας ἀ­δύ­να­μος μπρο­στά σὲ ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ σκλη­ρα­γώ­γη­ση, ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ἀ­παί­τη­ση γιὰ αἷ­μα καὶ θά­να­το, καὶ λα­χτά­ρη­σες ἔ­στω μιὰ ἰκ­μά­δα μυ­στη­ρί­ου ἢ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἤ­σουν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὸν χλευα­σμὸ καὶ τὴν προ­σβο­λή. Τοὺς ἄ­κου­σα στὸ προ­αύ­λιο τοῦ σχο­λεί­ου, τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους Σπαρ­τιά­τες πο­λε­μι­στές. Ἀ­κό­μα καὶ οἱ βλα­σφη­μί­ες τους ἦ­ταν κα­θα­ρό­αι­μες, ἐ­νῶ τὸ δι­κό μου στό­μα ἦ­ταν γε­μά­το βώ­λους.



Πη­γή: Howitt–Dring Holly, Meaning and Incompleteness, Cardiff University, 2008. Στὸ ἄρ­θρο της μὲ τί­τλο  Making  micro meanings: reading and writing  microfiction στὸ πε­ρι­ο­δι­κό  Short  fiction in theory and practice, τχ. Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2011, συ­νο­ψί­ζει τοὺς βα­σι­κοὺς ἄ­ξο­νες τῆς δι­α­τρι­βῆς της.

Ρί­τσαρντ Γκύν (Richard Gwyn) γεν­νή­θη­κε στὸ Pontypool τῆς νό­τιας Οὐ­α­λί­ας τὸ 1956 καὶ με­γά­λω­σε στὸ Crickhowell. Ἀ­φοῦ σπού­δα­σε Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ London School of Economics, δί­χως νὰ πά­ρει τὸ πτυ­χί­ο του, ὁ Gwyn ἄρ­χι­σε νὰ τα­ξι­δεύ­ει ἐ­κτε­νῶς σὲ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη, ζών­τας γιὰ με­γά­λα δι­α­στή­μα­τα στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὴν Ἱ­σπα­νί­α, ἐρ­γα­ζό­με­νος σὲ ἁ­λι­ευ­τι­κὰ σκά­φη καὶ ὡς ἐρ­γά­της γῆς. Με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ πε­ρί­ο­δο πε­ρι­πλα­νή­σε­ων καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σο­βα­ρὴ ἀ­σθέ­νεια, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Οὐ­α­λί­α, ὅ­που οἱ ἐμ­πει­ρί­ες του στὸ τα­ξί­δι ἐ­πι­τά­χυ­ναν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ τὸ γρά­ψι­μο, ὁδη­γών­τας τον στὴν δη­μο­σί­ευ­ση τρι­ῶν συλ­λο­γῶν ποί­η­σης καὶ πε­ζῶν ποι­η­μά­των.

https://en.wikipedia.org/wiki/Richard_Gwyn_(Welsh_writer)

Ἱ­στο­σε­λί­δα: https://richardgwyn.me/ )


Πά­ο­λα Ντὲλ Τζό­πο (Paola Del Zoppo): Ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ πο­λὺ σύν­το­μη φόρ­μα [microforma] στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα με­τα­ξὺ τοῦ 1960 καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 21ου αἰ­ώ­να.


.
[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#18]

.

Πά­ο­λα Ντὲλ Τζό­πο (Paola Del Zoppo)


Ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ πο­λὺ σύν­το­μη φόρ­μα [microforma]

στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα

με­τα­ξὺ τοῦ 1960 καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 21ου αἰ­ώ­να.

Ἱ­στο­ρι­κο-λο­γο­τε­χνι­κά, θε­ω­ρη­τι­κὰ καὶ μορ­φι­κὰ

χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἑ­νὸς τρό­που δέ­σμευ­σης

(La microforma letteraria in lingua tedesca tra il 1960 e i primi anni del 2000.
Tratti storico-letterari, teorici e di scrittura di una forma dell’engagement)

ΙΑ ΜΕΓΑΛΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ οἱ σύν­το­μες ἢ πο­λὺ σύν­το­μες φόρ­μες —οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν ἀ­πο­λάμ­βα­ναν τὸ status ποὺ ἔ­χει στὴν ἀ­γο­ρὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα οὔ­τε τὸ status ποὺ ἔ­χει στὸν κό­σμο τῆς κρι­τι­κῆς καὶ τῶν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κῶν ἡ ποί­η­ση— ἀν­τι­προ­σώ­πευ­αν, στὸν τρό­πο ποὺ τὶς ἐ­κλάμ­βα­νε ἡ κρι­τι­κή, ἕ­να δύ­σκο­λο εἶ­δος τὸ ὁ­ποῖ­ο, ἀν­τὶ νὰ χαί­ρει ἐ­κτί­μη­σης λό­γῳ τῆς ἐν δυ­νά­μει ἀ­πέ­ραν­της πο­λυ­πλευ­ρι­κό­τη­τας καὶ ἑ­τε­ρο­γέ­νειάς του, ὁ­ρι­ζό­ταν ex negativo ἤ, σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, ὡς ἄ­με­σα σχε­τι­ζό­με­νο μὲ τὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα. Στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χὴ ἡ μι­κρο­α­φή­γη­ση γνώ­ρι­σε δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς ὁ­ρι­σμοὺς ποὺ βα­σί­ζον­ται στὶς δυ­να­τό­τη­τες καὶ τὶς ἀ­παι­τή­σεις οἱ ὁ­ποῖ­ες, φαι­νο­με­νι­κὰ του­λά­χι­στον, συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ μέ­σο δι­ά­δο­σης αὐ­τῶν τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν. Τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ Flash Fiction καὶ τῆς ἱ­σπα­νό­γρα­πτης mini­ficción, γί­νον­ται πα­ρά­με­τροι γιὰ μιὰ συ­ζή­τη­ση πε­ρὶ τοῦ «νέ­ου εἴ­δους», μιὰ συ­ζή­τη­ση ποὺ πα­ρέ­χει σὲ μιὰ ὅ­λο καὶ πιὸ δι­α­βαθ­μι­σμέ­νη καὶ ἐ­πι­με­ρι­σμέ­νη κρι­τι­κὴ μιὰ «χρή­σι­μη» ὀ­πτι­κὴ τῆς μι­κρο­α­φή­γη­σης, τώ­ρα πλέ­ον ποὺ ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτὴ ἡ δι­ά­δο­σή της σὲ ἕ­να ὅ­λο καὶ πιὸ εὐ­ρὺ κοι­νό.

       Ἑ­πο­μέ­νως, ἡ ἔ­κρη­ξη τοῦ φαι­νο­μέ­νου ὡς ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα λο­γο­τε­χνί­α, ἡ ὁ­ποί­α συν­δυ­ά­ζε­ται μὲ τὶς ἀ­παι­τή­σεις τῆς δι­α­δι­κτυα­κῆς καὶ μέ­σῳ τῶν ΜΚΔ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μὲ λο­γο­τε­χνι­κο­πει­ρα­μα­τι­κὰ κί­νη­τρα, εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ προ­κα­λεῖ τὴν κρι­τι­κὴ συ­ζή­τη­ση καὶ ποὺ ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἐν μέ­ρει προ­κα­τα­βο­λι­κὰ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ κρι­τι­κοῦ ἀ­να­στο­χα­σμοῦ. Ὅ­πως πα­ρα­τη­ροῦ­σε, μὲ μιὰ δό­ση εἰ­ρω­νεί­ας, ὁ Robert Shapard στὸ World Literature Today (2012), τὸ εἶ­δος δὲν μπο­ρεῖ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα νὰ ὁ­ρι­στεῖ ὡς ἕ­να εἶ­δος τῆς νέ­ας χι­λι­ε­τί­ας, πα­ρὰ μό­νο μὲ κρι­τή­ριο τὸ φαι­νό­με­νο τῆς ἀ­πο­δο­χῆς του ἀ­πὸ τὸ κοι­νό, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι τέ­τοι­α ὥ­στε, ἀ­φε­νός, ἔ­χει κα­θι­ε­ρω­θεῖ στὴ Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α μιὰ National Flash Fiction Day καί, ἀ­φε­τέ­ρου, οἱ πω­λή­σεις ὁ­ρι­σμέ­νων ἀν­θο­λο­γι­ῶν μι­κρο­α­φη­γη­μά­των ἀγ­γί­ζουν τὸ ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο ἀν­τί­τυ­πα. Ἡ προ­σο­χὴ στὸ φαι­νό­με­νο, ἑ­πο­μέ­νως, προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ «εἴ­δους» στὸ σύμ­παν τοῦ εὐ­ρέ­ος κοι­νοῦ, μὲ τὴν ἔκ­δο­ση ση­μαν­τι­κῶν ἀν­θο­λο­γι­ῶν, κυ­ρί­ως στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ (Shapard 1998, 2010, 2012). Ἡ ἔν­το­νη κρι­τι­κὴ συ­ζή­τη­ση ἔ­χει ἀ­πο­κρυ­σταλ­λώ­σει, ἐ­πί­σης, ὁ­ρι­σμέ­νες πο­λι­τι­σμι­κὰ κα­θο­ρι­σμέ­νες ὁ­ρο­λο­γι­κὲς δι­α­φο­ρές. Στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον χρη­σι­μο­ποι­ού­με­νους ὅ­ρους εἶ­ναι τὸ Flash Fiction, ἀλ­λὰ δὲν ἀν­τι­στοι­χεῖ στὸ σύ­νο­λο τῶν ὁ­ρι­σμῶν τῆς κρι­τι­κῆς, ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νουν καὶ τὰ «short short stories, prose poems, and various fiction based names such as micro, sudden, postcard, furious, fast quick, skinny, smoke-long, and minute fiction» (Al-Sharqi καὶ Abbasi, 2015: 53). Οἱ ὀ­νο­μα­σί­ες, προ­φα­νῶς, δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ πο­λι­τι­σμι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον σὲ πο­λι­τι­σμι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὅ­πως ἄλ­λω­στε καὶ ὁ τρό­πος γρα­φῆς. Σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πο­λι­τι­σμι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα, σύμ­φω­να μὲ τὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς πα­ρα­δό­σεις, ποι­κί­λουν, ἐ­πί­σης, οἱ ὁ­ρι­σμοὶ τῆς μορ­φῆς καὶ τοῦ ὕ­φους τῶν μι­κρο­ϊ­στο­ρι­ῶν ὡς λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους.

       Ἡ μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α εἶ­ναι μιὰ «σύν­το­μη φόρ­μα» ἤ, ὅ­πως προ­τι­μᾶ­ται στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα, μιὰ Kleine Form, μιὰ «μι­κρὴ φόρ­μα». Ἡ ὀ­νο­μα­σί­α πε­ρι­λαμ­βά­νει, ἐ­πί­σης, πε­ζὰ κεί­με­να πε­ρι­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα ἢ πε­ζο­ποι­ή­μα­τα: ὑ­φο­λο­γι­κὰ ὑ­βρι­δι­κὲς φόρ­μες, στὴν κα­τη­γο­ρί­α τῶν ὁ­ποί­ων πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται, ἐν πρώ­τοις, λυ­ρι­κὲς φόρ­μες ἢ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κά, αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὰ ἢ πε­ρι­γρα­φι­κὰ κεί­με­να, ὅ­πως, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­κεῖ­να τῶν Τζό­α­κιμ Ρίν­γκε­λαν­τς, Ρόμ­περτ Μού­ζιλ, ἢ Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ. Ἕ­νας προ­σή­κων καὶ χρή­σι­μος ὁ­ρι­σμός, καί, μά­λι­στα, συ­χνὰ χρη­σι­μο­ποι­ού­με­νος γιὰ τὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ἦ­ταν, τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, ἐ­κεῖ­νος τοῦ «Kurzprosa», ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν πιὸ κα­τα­νο­η­τός, ἀ­πο­δεί­χθη­κε πο­λὺ ἀν­θε­κτι­κὸς στὸ χρό­νο. Ὡς Kurzprosa ὁ­ρί­ζον­ται ὅ­λα τὰ κεί­με­να, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κὰ ἢ μή, ποὺ πα­ρου­σιά­ζουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ σύν­θε­σης καὶ συν­το­μί­ας (Spinnen, 1991: 3). Μὲ βά­ση τὸν ὁ­ρι­σμὸ τοῦ Kurzgeschichte, ποὺ βα­σί­ζε­ται στὸ Short Story καὶ ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας μιὰ σχέ­ση κα­τα­γω­γῆς με­τα­ξὺ τοῦ Kurzgeschichte καὶ τῆς πο­λὺ σύν­το­μης ἱ­στο­ρί­ας, ἐ­πι­νο­ή­θη­κε ὁ ὅ­ρος Kurzestgeschichte (very short story). Ὁ γερ­μα­νι­κὸς ὁ­ρι­σμὸς τοῦ Kurzestgeschichte δὲν ἐ­φαρ­μό­ζε­ται μό­νο στὰ μυ­θο­πλα­στι­κὰ κεί­με­να, ἀλ­λὰ καὶ σὲ κεί­με­να ποὺ δὲν ἔ­χουν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα. Δὲν ἀν­τι­στοι­χεῖ, ἑ­πο­μέ­νως, στὴ mini­ficción, οὔ­τε στὸ Flash Fiction, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο σὲ μιὰ «λο­γο­τε­χνι­κὴ μι­κρο­φόρ­μα» ἡ ὁ­ποί­α, ὡ­στό­σο, εἶ­ναι δύ­σκο­λο ὁ­ρι­στεῖ ὡς «εἶ­δος».


  1. Ἡ πο­λὺ σύν­το­μη φόρ­μα ὡς «εἶ­δος»

Οἱ λο­γο­τε­χνι­κὲς πο­λὺ σύν­το­μες φόρ­μες εἶ­ναι πα­ροῦ­σες στὴ γερ­μα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ἐ­δῶ καὶ πολ­λὲς δε­κα­ε­τί­ες, προ­κύ­πτον­τας ἀ­πὸ εἴ­δη πο­λὺ δη­μο­φι­λῆ, τό­σο στὴ λο­γο­τε­χνί­α τῶν ἀ­νώ­τε­ρων κοι­νω­νι­κῶν τά­ξε­ων ὅ­σο καὶ στὴ λα­ϊ­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (ἀ­νέκ­δο­τα, Kalendergeschichte) καὶ ἀ­πὸ τὶς σύν­το­μες ἢ πο­λὺ σύν­το­μες φόρ­μες ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται μὲ πε­ρι­ο­δι­κό­τη­τα ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν 18ο αἰ­ώ­να. Στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ἡ ἐν λό­γῳ φόρ­μα χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο χρή­σι­μη γιὰ τὴν ἔκ­φρα­ση μιᾶς ἰ­δε­ο­λο­γι­κῆς το­πο­θέ­τη­σης ἢ μιᾶς ρη­τῆς πο­λι­τι­κῆς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας. Στὸ τέ­λος τοῦ Δευ­τέ­ρου Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου, πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς τῆς μι­κρο­λο­γο­τε­χνί­ας παίρ­νουν ἀ­πο­στά­σεις μὲ τὰ κεί­με­νά τους ἀ­πὸ τὸν ρε­α­λι­σμὸ μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρή­θη­κε ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ ἐκ­φρα­στεῖ ἡ ἀ­να­δό­μη­ση τῆς χώ­ρας, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­να­πτυ­χθεῖ ἕ­να ὕ­φος πιὸ ὑ­πο­κει­με­νι­κὸ καὶ σὲ ὁ­ρι­σμέ­να ση­μεῖ­α πλη­σι­έ­στε­ρο στὴν ἐξ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α: ἕ­να εἶ­δος κα­λου­πιοῦ, ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τα πιὸ ψυ­χο­λο­γι­κοῦ τό­σο στὴ χρή­ση τῆς προ­ο­πτι­κῆς ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη ὑ­λι­κῶν καὶ ἐ­πι­λο­γῆς θε­μά­των. Με­τα­ξὺ τῶν πιὸ ἐν­δι­α­φε­ρόν­των συγ­γρα­φέ­ων τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’60 καὶ ’70 συγ­κα­τα­λέ­γον­ται οἱ Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ, Χέλ­μουτ Χάϊσεν­μπί­τελ, Βολ­φντί­τριχ Σνοῦ­ρε, Γκύν­τερ Μπροῦ­νο Φούκς, Πέ­τερ Μπίχ­σελ. Ὁ Ρὸρ Βόλφ, ἡ Ἀ­δε­λα­ΐ­δα Ντου­βα­νὲλ καὶ ὁ Οὒρς Βίν­τμερ εἶ­ναι με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τῶν τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τι­ῶν ποὺ προ­τι­μοῦν τὸ ἐν λό­γῳ εἶ­δος γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σουν τὴ δυ­σφο­ρί­α καὶ τὴν εἰ­ρω­νεί­α γιὰ τὴν conditio humana. Ὁ ὑ­φο­λο­γι­κὰ ἐ­λεύ­θε­ρος χα­ρα­κτή­ρας καὶ ἡ δυ­να­τό­τη­τα πει­ρα­μα­τι­σμοῦ κα­θι­στοῦν τὸ εἶ­δος κα­τάλ­λη­λο γιὰ τὴν ἀ­πο­δό­μη­ση τῶν κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­σμι­κῶν κα­τη­γο­ρι­ῶν καὶ σχη­μά­των, σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ὁ­ρι­στεῖ ὡς «εἶ­δος» κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν στρα­τευ­μέ­νο, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­κρι­βῶς ἡ τά­ση νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει σύγ­χυ­ση καὶ νὰ μὴν κα­θη­συ­χά­ζει τὸν ἀ­να­γνώ­στη, γί­νε­ται ἕ­να ἰ­σχυ­ρὸ μή­νυ­μα κα­τὰ τῆς ὁ­μο­γε­νο­ποί­η­σης καὶ τῆς ἀ­που­σί­ας συ­νεί­δη­σης.

       Ἦ­ταν τέ­τοι­α ἡ δι­ά­δο­σή της, ὥ­στε στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 ἡ μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α εἶ­χε μιὰ εὐ­ρεί­α δι­δα­κτι­κὴ χρή­ση, τό­σο στὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ ἐ­πί­πε­δο ὅ­σο καὶ στὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς ἀ­νά­λυ­σης, χά­ρη, κυ­ρί­ως, στὶς ἐ­ξέ­χου­σες φυ­σι­ο­γνω­μί­ες, ποὺ με­τα­ξὺ τῶν δύ­ο πο­λέ­μων, ἀλ­λὰ καὶ με­τὰ τὸν Δεύ­τε­ρο Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ἀ­φι­ε­ρώ­θη­καν στὴν πο­λὺ σύν­το­μη γρα­φὴ το­νί­ζον­τας τὸν γλωσ­σι­κὸ δυ­να­μι­σμὸ τῆς κοι­νω­νι­κῆς δέ­σμευ­σης. Ἡ δυ­σκο­λί­α στὴν κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση καὶ στὴν πρόσ­λη­ψη αὐ­τοῦ τοῦ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοῦ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σεις εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἐ­νερ­γές, μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χουν σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις συμ­βάλ­λει στὴ σύγ­χυ­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἐ­κλαμ­βά­νε­ται, τό­σο σὲ ἐν­δο­πο­λι­τι­σμι­κὸ ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­πί­πε­δο με­τα­φρα­στι­κὸ καὶ πρόσ­λη­ψής της σὲ ἄλ­λο πο­λι­τι­σμι­κὸ πλαί­σιο, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς τα­ξι­νό­μη­σης τῆς μι­κρο­α­φή­γη­σης ὡς φόρ­μας «ἐ­λάσ­σο­νος» καὶ τῆς πε­ρί­πλο­κης κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­σής της, ποὺ τὴν κα­τέ­στη­σαν λι­γό­τε­ρο χρή­σι­μη ὄ­χι τό­σο λο­γο­τε­χνι­κὰ ὅ­σο ἐμ­πο­ρι­κά, πα­ρό­λο πού, κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο 2005-2010, ἄν­θι­σαν στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα οἱ ἀν­θο­λο­γί­ες μὲ μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ες, πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ δι­ά­δο­σή τους σὲ ἄλ­λες χῶ­ρες.

       Σύμ­φω­να μὲ τὸν Lauro Zavala, ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς θε­ω­ρη­τι­κούς, ποὺ ἔ­χει συμ­βάλ­λει πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση τῆς ἱσπανό­γρα­πτης μι­κρο­α­φή­φη­σης, ἡ μι­κρο­α­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ ὁ­ρι­στεῖ ὡς «εἶ­δος τῆς σύγ­χρο­νης ἐ­πο­χῆς», ἐ­πὶ τῇ βά­σει μιᾶς σει­ρᾶς πα­ρα­γόν­των: εἶ­ναι σει­ρια­κή, ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κή, με­τα­μυ­θο­πλα­στι­κή, δι­α­κει­με­νι­κή, ἐλ­λει­πτι­κή, πα­ρά­δο­ξη καὶ πο­λύ­πλευ­ρη. Ὁ Ζα­βά­λα ὁ­ρί­ζει ὡς στα­θε­ρὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της τὴν ἀ­να­φο­ρι­κὴ ἀρ­χή, τὸν ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὸ χρό­νο, τὸν ἐ­πί­σης ἐλ­λει­πτι­κὸ χῶ­ρο καὶ τὸ «παι­γνι­ῶ­δες» λε­ξι­λό­γιο καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὴν τά­ση νὰ κά­νει τὴ μι­κρο­α­φή­γη­ση ἕ­να προ­νο­μια­κὸ μέ­ρος γιὰ τὴν εἰ­ρω­νεί­α. Οἱ θε­ω­ρή­σεις τοῦ Ζα­βά­λα γιὰ τὴν κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση τοῦ «μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κοῦ εἴ­δους» εἶ­ναι πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες, ἰ­δί­ως ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸν με­τα­κει­με­νι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τῆς πο­λὺ σύν­το­μης φόρ­μα, ὅ­που ἀ­κό­μη καὶ αὐ­τὸ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θεῖ μὴ τα­ξι­νο­μι­κό. Ἕ­να ἄλ­λο θε­με­λι­ῶ­δες χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ σύμ­φω­να μὲ τὸν Ζα­βά­λα εἶ­ναι ἡ πο­λυ­πλευ­ρι­κό­τη­τα, κα­τα­νο­η­τὴ ὡς «ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα» τοῦ κει­μέ­νου, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πὸ μό­νη της θὰ κα­θι­στοῦ­σε τὶς μι­κρο­α­φη­γή­σεις με­τα­νε­ο­τε­ρι­κὲς καὶ ὑ­περ­νε­ο­τε­ρι­κὲς (Zavala, 2007, 92-93). Ὄν­τας, ὡ­στό­σο, ὁ ἴ­διος ὁ ὁ­ρι­σμὸς καὶ ἡ ἰ­δέ­α τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ μό­να τους πο­λι­τι­σμι­κὰ κα­θο­ρι­σμέ­να, εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι ἡ ἔ­ρευ­να τοῦ Ζα­βά­λα δὲν εἶ­ναι ἄ­με­σα σχε­τι­ζό­με­νη καὶ ἐ­φαρ­μό­σι­μη στὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες τῆς γερ­μα­νι­κῆς γλώσ­σας, ἐν πρώ­τοις ἐ­ξαι­τί­ας τῆς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἱ­στο­ρι­κο­λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­νά­πτυ­ξης —πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ με­τα­κει­με­νι­κή, ἡ πο­λὺ σύν­το­μη γερ­μα­νι­κὴ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι με­τα­λο­γο­τε­χνι­κή, καὶ σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση δὲν ἔρ­χε­ται ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ με­τα­νε­ο­τε­ρι­σμὸ— καί, κα­τὰ δεύ­τε­ρον, λό­γω τῆς τά­σης τῆς γερ­μα­νι­κῆς γλώσ­σας νὰ μὴν κα­τα­στή­σει τὴν πο­λυ­πλευ­ρι­κό­τη­τα ὡς ἕ­να ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς μι­κρῆς φόρ­μας.

       Στὸ γερ­μα­νό­φω­νο πε­ρι­βάλ­λον τῆς κρι­τι­κῆς πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ἀ­κό­μη καὶ σή­με­ρα μιὰ ἔν­το­νη συ­ζή­τη­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ τῆς ἐ­πι­νο­η­μέ­νης μι­κρο­α­φή­γη­σης ὡς εἶ­δος ἀ­πὸ μό­νο του, κυ­ρί­ως σὲ σχέ­ση μὲ τὶς πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νες φόρ­μες ἀ­φή­γη­σης τοῦ πιὸ πρό­σφα­του πα­ρελ­θόν­τος, κα­θὼς καὶ γιὰ τὸ δι­α­χω­ρι­σμὸ αὐ­τοῦ του εἴ­δους, ἐν μέ­ρει ἢ κα­θ’ ὁ­λο­κλη­ρί­αν ἀ­πὸ ἄλ­λα εἴ­δη, ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τοὺς τρό­πους χρή­σης καὶ ψη­φια­κῆς δη­μο­σί­ευ­σης, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ τί εἶ­ναι ἢ τοῦ τί ἦ­ταν λο­γο­τε­χνι­κὸς πει­ρα­μα­τι­σμὸς πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ συ­νή­θη (Meyer, 2007: 353-54). Ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα συν­δέ­ε­ται ἐν μέ­ρει μὲ τὰ συ­νή­θη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς σύγ­χρο­νης πο­λὺ σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης καὶ μὲ τὴν πρώ­ι­μη —σὲ σύγ­κρι­ση μὲ ἄλ­λες χῶ­ρες— ἀ­νά­πτυ­ξη καὶ δι­ά­δο­σή της στὶς γερ­μα­νό­φω­νες χῶ­ρες (Althaus, 2007). Σὲ μιὰ ἀρ­κε­τὰ ἐ­πι­φα­νεια­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι στὴ γερ­μα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α οἱ Kleine Formen ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν τὴ ρα­χο­κο­κα­λιὰ τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ πει­ρα­μα­τι­σμοῦ καὶ τῆς γρα­φῆς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας καὶ πο­λι­τι­κῆς δέ­σμευ­σης, μὲ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νο καί, ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα, ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸ τρό­πο. Πρὸς τὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’60, ἡ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α (Kurzestgeschichte) ἀ­πο­λάμ­βα­νε εὐ­ρεί­ας ἐ­κτί­μη­σης ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νους κα­τα­ξι­ω­μέ­νους συγ­γρα­φεῖς τῆς πε­ρι­ό­δου, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­πέ­λε­ξαν αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ μί­α συλ­λο­γές, ὅ­πως οἱ Χάϊσεν­μπί­τελ, Λε­τά­ου, Μπίχ­σελ, Ἄϊχ, Ρὸρ Βόλφ. Ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α αὐ­τῶν τῶν συλ­λο­γῶν, ὡ­στό­σο, δὲν ὁ­δή­γη­σε καὶ στὸν ὁ­ρι­σμὸ τῆς τυ­πο­λο­γί­ας τοῦ κει­μέ­νου, καὶ τὸ Kurzestgeschichte κα­λύ­φθη­κε μὲ ὁ­ρι­σμοὺς ὅ­πως «Miniatura, Bagatelle, Kurze Prosa ἢ Kurze Geschichte», ἢ ἁ­πλῶς Geschichte, ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πὸ ἄρ­θρα ἐ­φη­με­ρί­δων, βι­βλι­ο­κρι­τι­κές, καὶ ἀ­πὸ τὴν ἐν γέ­νει κρι­τι­κή. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια, ὡ­στό­σο, ἡ σύν­το­μη φόρ­μα ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται μό­νο καὶ μό­νο ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα οἰ­κεί­α λό­γῳ τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι πλη­ροῖ τὰ κρι­τή­ρια ποὺ ἀ­πο­δί­δον­ταν στὴ λο­γο­τε­χνί­α τῆς ἀ­να­δό­μη­σης τῆς χώ­ρας, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς ρε­α­λι­στι­κῆς πε­ρι­γρα­φῆς, ἀλ­λὰ μέ­σα σὲ λί­γα χρό­νια ἀ­πὸ ἕ­να ὕ­φος σχε­τι­ζό­με­νο μὲ τὸ ρε­α­λι­σμό, περ­νᾶ­με σὲ ἕ­ναν πιὸ ψυ­χο­λο­γι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς ὅ­που το­νί­ζον­ται τὰ σου­ρε­α­λι­στι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ἕ­ως ὅ­του, ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60 καὶ ἔ­πει­τα, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μιὰ πιὸ γραμ­μι­κὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ εἴ­δους.

       Τὸ 1955 ὁ Χα­ϊ­μί­το φὸν Ντόν­τε­ρερ εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος συγ­γρα­φέ­ας ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸν ὅ­ρο Kurzestgeschichte: «ἡ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι ἀ­πὸ γλωσ­σι­κῆς ἀ­πό­ψε­ως ἀ­κό­μη πιὸ πυ­κνὴ καὶ ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­νη σὲ ἕ­να ση­μεῖ­ο», σὲ τέ­τοι­ο ση­μεῖ­ο ὥ­στε νὰ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ αἰχ­μὴ τοῦ Kurzgschichte (Lorbe, 1957, στὸ Marx, 2005: 85). Στα­δια­κά, ἡ φόρ­μα τῆς πο­λὺ σύν­το­μης ἱ­στο­ρί­ας δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ ἄλ­λες φόρ­μες, ὅ­πως οἱ πνευ­μα­τώ­δεις ἱ­στο­ρί­ες, λό­γῳ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν προ­θέ­σε­ων καὶ τρό­που ἀ­νά­γνω­σης. Λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ τὶς δη­λώ­σεις τοῦ Ντόν­τε­ρερ, ὁ Χέ­λε­ρερ ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι ἡ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὸ Witz ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο «αἰχ­μη­ρή» (Marx, 2005: 85). Φαί­νε­ται, λοι­πόν, ὅ­τι ἡ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α το­πο­θε­τεῖ­ται σὲ μιὰ γραμ­μὴ μὲ ἀ­βέ­βαι­ο πε­ρί­γραμ­μα με­τα­ξὺ τοῦ short story καὶ τοῦ ἀ­νεκ­δό­του. Τὸ 1980 ὁ Ντουρ­ζὰκ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τὴν ἀ­πό­σχι­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τῶν σύν­το­μων φορ­μῶν, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να ἀ­πὸ τὸ Kurzgeschichte, ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­έ­φε­ρε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς πο­λὺ λε­πτῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ὕ­φαν­σης, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α πα­ρα­μέ­νουν μό­νο με­ρι­κὰ «ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ ἑρ­μα­φρό­δι­τα», τὰ ὁ­ποῖ­α τεί­νουν νὰ συγ­χέ­ον­ται μὲ ἄλ­λα σύν­το­μα εἴ­δη, ὅ­πως ἡ ση­μεί­ω­ση, ὁ ἀ­φο­ρι­σμὸς καὶ ἡ πα­ρα­βο­λὴ (Durzak, 1980: 258). Τὸ 1989 ὁ Κὰρλ Ρί­χα ὁ­ρί­ζει ὅ­τι στὴν πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α ὅ­λα τὰ γε­γο­νό­τα καὶ ἡ ἀ­φή­γη­ση ὁ­δη­γοῦν στὸ γλωσ­σι­κὸ παι­χνί­δι (Riha, 1989, στὸ Marx: 85).

       Στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1980, ὁ Γκρὰφ φὸν Νά­ϊ­χα­ους δη­μο­σι­εύ­ει μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες (Nayhauss, 1982), μὲ κεί­με­να τῶν Ντό­ρε­ρερ, Φρίς, Χάϊσεν­μπί­τελ καὶ Κοῦ­νερτ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, καὶ πα­ρου­σιά­ζει σὲ ἕ­να εὐ­ρὺ κοι­νὸ ἱ­στο­ρί­ες συμ­πυ­κνω­μέ­νες σὲ μί­α μό­νο γραμ­μή. Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α ἔ­χει καὶ δεύ­τε­ρο μέ­ρος, τὸ 1987, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Κλέτ, μὲ πρό­θε­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο δι­δα­κτι­κή. Συ­ζη­τών­τας τὶς ἐ­πι­λο­γές του καὶ τὴ σύν­θε­ση τοῦ βι­βλί­ου, ση­μει­ώ­νει πὼς ἡ ὑ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τα τῆς προ­ο­πτι­κῆς γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνή. Αὐ­τὸ ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­μη­χα­νί­α στὴ με­λέ­τη του, εἶ­ναι ἡ ἐ­κτί­μη­ση ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη κρύ­βει, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὴν πα­ρακ­μὴ ἐ­κεί­νων τῶν φορ­μῶν σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φί­ας ποὺ σχε­τί­ζον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ στὰ πο­λι­τι­κὰ δρώ­με­να, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὸ ἄρ­θρο ἢ τὸ ρε­πορ­τάζ, τὰ ὁ­ποῖ­α «πα­ρὰ τὴν ὑ­πο­τι­θέ­με­νη ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα», ἀ­πο­δεί­χτη­κε ὅ­τι ἦ­ταν μορ­φὲς πο­λι­τι­κῆς δρά­σης. Ἡ ἀν­τί­θε­ση με­τα­ξὺ ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τας καὶ πο­λι­τι­κῆς δρά­σης ὁ­ρί­ζει, ἐκ νέ­ου ex negativo, τὴ δι­ά­στα­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς-λο­γο­τε­χνι­κῆς δρά­σης. Ὡ­στό­σο, ἀν­τι­στρέ­φον­τας αὐ­τὸν τὸν θε­τι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­σμό, ἀ­να­πό­φευ­κτα θὰ βρε­θοῦ­με ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ ὁ­ρι­σμέ­νους πα­ρά­γον­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν τὴ ρα­χο­κο­κα­λιὰ τοῦ ὁ­ρι­σμοῦ τῆς «γερ­μα­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας». Ἐ­πί­σης, ἡ ἀ­κραί­α συν­το­μί­α μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει καὶ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ θε­ώ­ρη­ση, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ὁ­δη­γεῖ σὲ με­γα­λύ­τε­ρη ὑ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τα τὴ στιγ­μὴ ποὺ πα­ρά­γει ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ση­μα­σι­ο­ποί­η­ση, ἀ­να­δει­κνύ­ον­τας ἢ ἀ­πο­συν­δέ­ον­τας γλωσ­σι­κές, ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὲς ἢ ἀ­κό­μη καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς συμ­βά­σεις. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ πο­λι­τι­κὴ δέ­σμευ­ση σὲ δι­ά­φο­ρα ἐ­πί­πε­δα εἶ­ναι ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νο καί, προ­φα­νῶς, θε­με­λι­ῶ­δες. Συν­δε­δε­μέ­νο μὲ κοι­νω­νι­κο­λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­κτι­μή­σεις, ὑ­λο­ποι­εῖ­ται στὴν πύ­κνω­ση, ἡ ὁ­ποί­α δὲν μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ποὺ συ­νο­δεύ­ει τὴ σύγ­χρο­νη κοι­νω­νί­α μέ­σα στὴν ἐ­πι­τά­χυν­σή της· προ­σο­μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ μιὰ ἀ­δι­άλ­λα­κτη ἰ­δε­ο­λο­γι­κὴ το­πο­θέ­τη­ση ἐ­νάν­τια στὴν κο­νι­ορ­το­ποί­η­ση τῶν σχέ­σε­ων, ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ταν μὲ ὅ­λη τὴν ἐ­πι­κιν­δυ­νό­τη­τά τους ἀ­πὸ τὶς δε­κα­ε­τί­ες τοῦ ’70 καὶ τοῦ ’80, μέ­χρι τὴν ἐ­πί­τευ­ξη μιᾶς πιὸ εὐ­ρεί­ας συ­νει­δη­το­ποί­η­σης μό­νο κα­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια. Αὐ­τὰ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ θὰ βο­η­θοῦ­σαν στὸ νὰ ὁ­ρι­ο­θε­τη­θεῖ πιὸ συγ­κε­κρι­μέ­να ἕ­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­στι­κὸ «εἶ­δος» στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα, ὅ­που, ὡ­στό­σο, φαί­νε­ται ἀ­κό­μη πε­ρί­πλο­κο νὰ γί­νει λό­γος γιὰ «εἶ­δος» μὲ τὴν τα­ξι­νο­μι­κὴ ἔν­νοι­α.

       Στὸν ἰ­τα­λι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ ἡ ἔν­νοι­α τοῦ «εἴ­δους», στὰ χρό­νια στὰ ὁ­ποῖ­α δι­α­μορ­φω­νό­νταν οἱ με­γά­λες θε­ω­ρί­ες, δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη σχη­μα­το­ποι­η­θεῖ, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὑ­πῆρ­χαν με­ρι­κὲς ἀ­ξι­ό­λο­γες κρι­τι­κὲς συμ­βο­λές. Βρί­σκου­με τὸν ὅρο γιὰ νὰ ὁ­ρί­σου­με ἀρ­χέ­τυ­πα ὅ­πως τὸ ἔ­πος ἢ τὸ δρά­μα, ἀλ­λὰ καὶ τὸ «εἶ­δος» μυ­θι­στό­ρη­μα, τρα­γω­δί­α, ἀ­κό­μη καὶ τὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, τὸ ρο­μαν­τι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α. Ἔ­τσι, ὡς «εἶ­δος» θὰ ὁ­ρι­ζό­ταν, τό­σο ὁ τρό­πος ἀ­φή­γη­σης ὅ­σο καὶ τὸ θέ­μα καὶ τὸ ὕ­φος. Στὸν γερ­μα­νι­κὸ χῶ­ρο, «ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς» με­τα­ξύ των τύ­πων τῶν κει­με­νι­κῶν κα­τη­γο­ρι­ῶν εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κὸς καὶ γιὰ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σου­με ἕ­ναν ὁ­ρι­σμὸ ἢ γιὰ νὰ δώ­σου­με ἕ­να «ὄ­νο­μα» γιὰ τὶς μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ες, εἶ­ναι χρή­σι­μο νὰ ξε­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ τὶς Gattungstheorie τοῦ Χέμ­πφερ, ποὺ πα­ρα­μέ­νουν χρή­σι­μες γιὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη μιᾶς ὁ­ρο­λο­γί­ας, συγ­κε­κρι­μέ­νης, δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νης τῶν πιὸ γνω­στῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν. Ὁ Κλά­ους Χέμ­πφερ δη­μι­ουρ­γεῖ ἕ­να σύ­στη­μα εἰ­δῶν ποὺ τα­ξι­νο­μοῦν­ται ἱ­ε­ραρ­χι­κά, σύμ­φω­να μὲ τὸν Schreibweise / τρό­πο γρα­φῆς, τὸν typus / τύ­πο, τὸ Gattung / εἶ­δος, τὸ Untergattung / ὑ­πο­εῖ­δος, τὸ Sammelbegriffe / σύ­νο­λο. Ὁ τρό­πος γρα­φῆς ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ στα­θε­ρὲς (ἀ­φη­γη­μα­τι­κή, δρα­μα­τι­κὴ κ.λπ.) ποὺ δὲν ἀ­φο­ροῦν τὴν ἱ­στο­ρί­α καί, κα­τὰ συ­νέ­πεια, τὸν τρό­πο ἐκ­φο­ρᾶς της· τὸ Gattung [εἶ­δος] ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν ἐ­πι­και­ρο­ποί­η­ση τῶν τρό­πων μέ­σα στὴν ἱ­στο­ρί­α, καὶ τὸ Untergattungen τὰ ὑ­πο­εί­δη (γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τὰ ἐ­πι­στο­λι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα). Τὸ Typus σχε­τί­ζε­ται μὲ ἐ­κεῖ­να τὰ συγ­κε­κρι­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν τρό­πων ποὺ ἀ­σκοῦν ἐ­πιρ­ρο­ὴ στὴν πρόσ­λη­ψη τῆς ἀ­φή­γη­σης (γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ὁ ὁ­μο­δι­η­γη­τι­κὸς ἀ­φη­γη­τής). Οἱ «ὁ­ρι­σμοὶ τοῦ συ­νό­λου» συλ­λέ­γουν ἐ­κεί­νους τοὺς ὁ­ρι­σμοὺς ποὺ δὲν πρέ­πει νὰ συγ­χέ­ον­ται μὲ τὸ Gattung, ἀλ­λὰ ποὺ πα­ρα­μέ­νουν χρή­σι­μοι γιὰ νὰ ὁ­ρι­στοῦν τὰ εὐ­ρέ­α εἴ­δη, π.χ. ἡ ἐ­πι­κὴ ποί­η­ση, ἡ λυ­ρι­κὴ ποί­η­ση κ.λπ. (Hempfer, 1973: 27 καὶ ἀλ­λοῦ). Τὴν ἴ­δια ἐ­πο­χὴ ὁ Ζε­νὲτ ἀ­να­πτύσ­σει τὶς θε­ω­ρί­ες του, ποὺ το­νί­ζουν ὅ­τι στὴ με­τα­φρά­σι­μη ἔν­νοι­α τοῦ «τρό­που» μπο­ρεῖ νὰ βρε­θεῖ ἕ­να κρι­τή­ριο γιὰ τὴ δι­ά­κρι­ση δι­α­φο­ρε­τι­κῶν κει­μέ­νων. Ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Ζε­νὲτ εἶ­ναι με­τα­ξὺ τῶν πιὸ γνω­στῶν καὶ ἐ­πι­δρα­στι­κῶν τῆς ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­ας: ὁ τρό­πος ἀ­φή­γη­σης ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ κα­τά­στα­ση, ἡ λύ­ση δὲ ποὺ θὰ δο­θεῖ συ­νερ­γεῖ στὸ ξε­κα­θά­ρι­σμα τῆς προ­βλη­μα­τι­κῆς δι­ά­κρι­σης με­τα­ξὺ τρό­που καὶ τύ­που. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­τάσ­σε­ται σὲ ἕ­ναν συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο ἀ­φή­γη­σης, ἐ­πει­δὴ ὑ­πάρ­χουν μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὁ­μο­δι­η­γη­τι­κὰ καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν νὰ εἶ­ναι ἑ­τε­ρο­δι­η­γη­τι­κά. Ἔ­τσι, ἂν ὁ τύ­πος μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡς «ὑ­πο-τρό­πος», τὸ εἶ­δος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­χθεῖ σὲ κα­νέ­ναν ὑ­πὸ-τύ­πο.

       Ὁ Ζε­νὲτ (1976) κά­νει ἀ­να­φο­ρὰ στὰ ἀρ­χι­γέ­νη, τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν πρέ­πει νὰ συγ­χέ­ου­με σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση μὲ τὸν τρό­πο, καὶ αὐ­τὰ εἶ­ναι ἡ λυ­ρι­κὴ ποί­η­ση, τὸ ἔ­πος καὶ ἡ δρα­μα­τι­κὴ ποί­η­ση. Ὑ­πάρ­χουν ἀν­τι­κρου­ό­με­νες ὑ­πο­θέ­σεις σχε­τι­κὰ μὲ τὴ σχέ­ση τῶν δύ­ο θε­ω­ρι­ῶν με­τα­ξύ τους, καί, ὡς ἐκ τού­του, δὲν μπο­ροῦν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν ἡ μί­α κρι­τι­κὴ τῆς ἄλ­λης. Τό­σο ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Χέμ­πφερ ὅ­σο καὶ ἐ­κεί­νη τοῦ Ζε­νὲτ ἔ­χουν γνω­ρί­σει ἐ­φαρ­μο­γὲς καὶ πα­ραλ­λα­γὲς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἔν­τα­σης, ἂν καὶ ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Ζε­νὲτ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴ σύγ­χρο­νη ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α καὶ στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα. Ὁ Ζε­νὲτ ἑ­στιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς σχέ­σεις με­τα­ξύ των εἰ­δῶν πα­ρὰ στὴ δι­ά­κρι­σή τους, καὶ ὡς ἐκ τού­του ἕ­να ἀ­πὸ τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἀ­πὸ τὴ δι­ά­κρι­ση τοῦ Ζε­νέτ, εἶ­ναι ἡ θε­με­λι­ώ­δης πε­ποί­θη­ση ὅ­τι πρέ­πει νὰ ξε­πε­ρά­σου­με τὴν ἐμ­μο­νὴ τοῦ κει­μέ­νου, γιὰ νὰ ἐ­ξε­τά­σου­με τὴ σει­ρὰ τῶν συ­σχε­τι­σμῶν ποὺ κα­θι­στοῦν τὰ εἴ­δη ἕ­να ἀρ­χι­κεί­με­νο μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο σχε­τί­ζε­ται τὸ κεί­με­νο. Οὔ­τε ὁ Χέμ­πφερ, ὡ­στό­σο, δι­α­τη­ρεῖ πάν­τα ξε­χω­ρι­στὲς ἰ­δι­ό­τη­τες ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ θέ­μα καὶ τὴ μορ­φή. Σὲ αὐ­τὲς τὶς δύ­ο «ἀρ­χι­θε­ω­ρί­ες» τὰ μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ τα­ξι­νο­μη­θοῦν.

       Στὴν Ἰ­τα­λί­α, τὴν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο, ἡ Μα­ρί­α Κόρ­τι ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι μό­νο ἀ­πὸ τὴ σχέ­ση με­τα­ξὺ θέ­μα­τος καὶ ὕ­φους μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς κώ­δι­κας καὶ προ­βαί­νει στὴν ἀ­να­ζή­τη­ση τῶν μὴ με­τα­βλη­τῶν ποὺ εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κὲς τοῦ ἐν λό­γῳ κώ­δι­κα. Πρῶ­τα ἀ­πὸ ὅ­λα, προσ­δι­ο­ρί­ζει ὅ­τι μπο­ροῦ­με νὰ μι­λᾶ­με γιὰ κώ­δι­κες μό­νο μὲ τὴν πα­ρου­σί­α κα­νό­νων ἀλ­λη­λε­πί­δρα­σης με­τα­ξὺ μορ­φῶν πε­ρι­ε­χο­μέ­νου καὶ μορ­φῶν ἔκ­φρα­σης, ἐ­πι­ση­μαί­νον­τας, ὡ­στό­σο, ὅ­τι ὁ κα­νό­νας στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ἑ­νὸς εἴ­δους, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει τὴν ἴ­δια ἀ­ξί­α μὲ αὐ­τὸν ποὺ ἔ­χει σὲ ἕ­να γλωσ­σι­κὸ ἢ νο­μι­κὸ σύ­στη­μα, ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι: «ἡ δυ­να­μι­κὴ σχέ­ση με­τα­ξὺ ὁ­ρι­σμέ­νων θε­μα­τι­κῶν-συμ­βο­λι­κῶν ἐ­πι­πέ­δων καὶ ὁ­ρι­σμέ­νων ἐ­πι­πέ­δων μορ­φῆς, τὸ ὅ­λον σὲ σχέ­ση δι­ά­κρι­σης ἢ ἀν­τί­θε­σης ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὸ πρό­γραμ­μα ἑ­νὸς ἄλ­λου εἴ­δους.» (Corti, 1976: 158).

       Τὸ Kurzestgeschichte μπο­ρεῖ νὰ πα­ρου­σιά­σει ἄ­πει­ρους ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὺς «τρό­πους», πού, συ­νή­θως ἔ­χουν πο­λὺ λί­γες δι­α­κει­με­νι­κὲς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν καὶ πα­ρου­σιά­ζουν μιὰ πλού­σια με­τα­λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ με­τα­κρι­τι­κὴ ἀν­τι­στοι­χί­α, καὶ δὲν προ­σφέ­ρον­ται κὰν γιὰ δι­ά­κρι­ση με­τα­ξὺ μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ μὴ μυ­θο­πλα­σί­ας. Δι­α­τρέ­χον­τας τὶς σκέ­ψεις τοῦ Νόρ­θροπ Φρά­ι, ση­μει­ώ­νου­με ὅ­τι γιὰ τὸν με­λε­τη­τὴ «ἡ δι­ά­κρι­ση με­τα­ξὺ τῶν εἰ­δῶν βα­σί­ζε­ται στὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἐ­πὶ τῇ βά­σει τῆς πα­ρου­σί­α­σής τους. Οἱ λέ­ξεις μπο­ροῦν νὰ ἀ­παγ­γέλ­λον­ται μπρο­στά σε ἕ­ναν θε­α­τή, νὰ λέ­γον­ται σὲ ἕ­ναν ἀ­κρο­α­τή, νὰ τρα­γου­δι­οῦν­ται, ἢ νὰ ἐκ­φω­νοῦν­ται, νὰ γρά­φον­ται γιὰ ἕ­ναν ἀ­να­γνώ­στη […]. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι ἡ βά­ση μιᾶς κρι­τι­κῆς θε­ω­ρί­ας τῶν εἰ­δῶν εἶ­ναι ρη­το­ρι­κή, ὑ­πὸ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι τὸ εἶ­δος κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν τύ­πο τῆς σχέ­σης ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται με­τα­ξύ του ποι­η­τῆ καὶ τοῦ κοι­νοῦ του.» (Frye, 1969: 328).

       Ἐ­πει­δὴ ὁ Φρά­ι συ­νι­στᾶ νὰ μὴν κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­οῦν­ται τὰ κεί­με­να ἐ­πὶ τῇ βά­σει τοῦ μέ­σου, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι στὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ δὲν θὰ ἦ­ταν καὶ τό­σο πα­ρα­γω­γι­κό, ἡ σκέ­ψη του θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο χρή­σι­μη γιὰ ἕ­ναν ὁ­ρι­σμὸ τῶν μι­κρο­ϊ­στο­ρι­ῶν. Τὰ εἴ­δη, γιὰ τὸν Φρά­ι, εἶ­ναι οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ τρό­ποι νὰ πα­ρου­σια­στοῦν λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα σὲ κά­ποι­ο ἰ­δα­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, στὴ συ­νέ­χεια, δέ, δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται σὲ μιὰ ποι­κι­λί­α μορ­φῶν. Ὑ­πὸ αὐ­τὸ τὸ σκε­πτι­κό, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα υἱ­ο­θε­τεῖ μιὰ μορ­φὴ ἢ ἕ­να ὑ­πο­εῖ­δος τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας (φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α). Εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι καὶ ὁ Φρά­ι δὲν κα­τα­νο­εῖ ὅ­λες τὶς δυ­να­τό­τη­τες τῆς ἀ­φή­γη­σης, ἀλ­λά, θε­ω­ρών­τας τὴ μυ­θο­πλα­σί­α ὡς εἶ­δος, δί­νει ὄ­νο­μα σὲ ἕ­ναν τύ­πο μὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο. Οἱ μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ες, ἑ­πο­μέ­νως, θὰ ὁ­ρι­στοῦν μό­νο ἐ­πὶ τῇ βά­σει τοῦ δί­πο­λου με­γά­λη ἢ μι­κρὴ ἔ­κτα­ση.

       Ὡ­στό­σο, ὁ ὁ­ρι­σμὸς τῆς «συν­το­μί­ας» στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι πο­λὺ ἀμ­φι­λε­γό­με­νος. Ὑ­πάρ­χουν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ θέ­τουν ὅ­ριο τὶς τρεῖς σε­λί­δες, ἄλ­λοι τὶς 500 λέ­ξεις, με­ρι­κοὶ τὶς λί­γες γραμ­μές. Φαί­νε­ται πο­λὺ πιὸ χρή­σι­μο νὰ ὁ­ρι­στεῖ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ μι­κρο­α­φή­γη­ση σύμ­φω­να μὲ τὴν κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­σμι­κὴ πραγ­μά­τω­σή της. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Ζὰν Μα­ρὶ Σε­φέρ, οἱ ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν κει­μέ­νων, δὲν εἶ­ναι, ἑ­πο­μέ­νως, ἐγ­γε­νεῖς, ἀλ­λὰ προ­κύ­πτουν ἀ­πὸ τὴν πρόσ­λη­ψη τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη (Schaeffer, 1992). Ὁ Σε­φὲρ συ­νε­πῶς προ­τεί­νει νὰ μὴν ξε­κι­νᾶ­με ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴ χρή­ση τῶν κα­τη­γο­ρι­ῶν, νὰ μι­λᾶ­με γε­νι­κὰ καὶ ὄ­χι εἰ­δι­κὰ πε­ρὶ τῶν εἰ­δῶν, νὰ ἀ­να­λύ­ου­με τὴ λει­τουρ­γί­α τῶν ὀ­νο­μά­των τῶν εἰ­δῶν, ὅ­ποι­α καὶ ἂν εἶ­ναι αὐ­τά, καί, ἑ­πο­μέ­νως «νὰ προ­σπα­θοῦ­με νὰ κα­τα­λά­βου­με» σὲ τί ἀ­να­φέ­ρον­ται. Τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο, ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἄλ­λα κεί­με­να, εἶ­ναι ση­μει­ο­λο­γι­κὰ πε­ρί­πλο­κο ἀ­πὸ μό­νο του, καὶ σὲ με­γα­λύ­τε­ρο βαθ­μὸ ἀ­παι­τεῖ μιὰ ἀ­νά­λυ­ση ποὺ νὰ δι­α­βά­ζει καὶ τὴν ἱ­στο­ρι­κή του ὕ­παρ­ξη. Ἐ­πι­πλέ­ον, μὲ τὴν ἔν­νοι­α αὐ­τή, τὸ κά­θε κεί­με­νο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­η­θεῖ σύμ­φω­να μὲ δύ­ο εἴ­δη: ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἔ­χει στὸ μυα­λό του ὁ συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὁ ἀ­να­γνώ­στης. Αὐ­τὲς οἱ γε­νι­κό­τη­τες θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ πολ­λα­πλα­σια­στοῦν ἐ­π’ ἀ­ό­ρι­στον, ἂν σκε­φτοῦ­με τὶς ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ σύγ­χρο­νου λο­γο­τε­χνι­κοῦ συ­στή­μα­τος, ἀλ­λὰ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον στὴ θε­ω­ρί­α τοῦ Σε­φὲρ ἔγ­κει­ται στὴ με­τα­τό­πι­ση τῆς κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κει­μέ­νου στὴν ὑ­πο­δο­χή του (ὁ «ὁ­ρί­ζον­τας προσ­δο­κι­ῶν» τοῦ Τζά­ους), ὅ­που ἡ κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση θὰ δι­νό­ταν, ἐ­πί­σης, μὲ τὴ δι­α­πί­στω­ση ὁ­μοι­ο­τή­των μὲ ἄλ­λα (πα­ρα)δείγ­μα­τα κει­μέ­νων. Μπο­ροῦν νὰ κα­θο­ρι­στοῦν κα­νό­νες σύμ­βα­σης γιὰ κά­θε λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο: ἰ­δρυ­τι­κὲς συμ­βά­σεις, κα­νο­νι­στι­κὲς συμ­βά­σεις καὶ πα­ρα­δο­σια­κὲς συμ­βά­σεις. Ὑ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ὀ­πτι­κή, ἡ μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέα πε­ρὶ συν­το­μί­ας ποὺ ἔ­χει τὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό, καὶ ὡς ἐκ τού­του, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­πὸ τὶς συμ­βά­σεις ποὺ ὑ­πα­γο­ρεύ­ει ἡ πα­ρά­δο­ση καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­λη­ψη πε­ρὶ τῆς ἔ­κτα­σης ἑ­νὸς κει­μέ­νου. Ἔ­τσι, τὸ «εἶ­δος» τῆς μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ας ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴ συν­το­μί­α, ἀλ­λὰ ἡ συν­το­μί­α ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.

       Δου­λεύ­ον­τας τώ­ρα μὲ βά­ση τὴν ἀν­τί­λη­ψη, μπο­ρεῖ νὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ἕ­να συ­νε­χῶς ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νο ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸ ὁ­ρί­ζου­με ὡς κομ­μά­τι τοῦ τα­ξι­νο­μι­κοῦ χα­ρα­κτη­ρι­σμοῦ μιᾶς μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ας: ἡ μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α πρέ­πει νὰ γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτὴ ὡς ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­στι­κή, ἐ­κρη­κτι­κή, ἀ­κό­μη καὶ ὡς «ἡ­μι­τε­λής». Ἡ κα­τα­κλεί­δα τοῦ κει­μέ­νου πρέ­πει νὰ φτά­σει πρὶν ὁ ἀ­να­γνώ­στης «βο­λευ­τεῖ» στὴν ἀ­φή­γη­ση. Μιὰ κρι­τι­κo-γνω­στι­κὴ προ­σέγ­γι­ση, χρή­σι­μη γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξου­με ποι­ά εἶ­ναι ἡ πιὸ ὑ­ψη­λὴ καὶ συ­νε­κτι­κὴ φύ­ση τῆς κει­με­νι­κῆς τυ­πο­λο­γί­ας στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα, ἦ­ταν πο­λὺ πρό­σφα­τα ἐ­κεί­νη τοῦ Γκό­τσχολ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, πα­ρὰ τοὺς προ­φα­νεῖς ἱ­στο­ρι­κο-κρι­τι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς, ἀ­πο­τυ­πώ­νει ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ πα­ρά­γον­τα, ὁ­ρί­ζον­τας τὴ μυ­θο­πλα­σί­α ὡς «μιὰ ἀρ­χα­ϊ­κὴ εἰ­κο­νι­κὴ τε­χνο­λο­γία», ἡ ὁ­ποί­α κα­τορ­θώ­νει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη τὴν προ­σο­μοί­ω­ση τῶν ἀν­θρώ­πι­νων προ­βλη­μά­των. Οἱ ἀ­φη­γή­σεις εἶ­ναι ἕ­νας τό­πος ἐκ­κό­λα­ψης τῶν βα­σι­κῶν γνω­στι­κῶν δε­ξι­ο­τή­των, τό­σο σὲ σχέ­ση μὲ τὸν χω­ρο­χρό­νο, ὅ­σο καὶ μὲ τὴν ἀν­τί­λη­ψη τῆς γραμ­μι­κό­τη­τάς τους, κα­θὼς καὶ μὲ τὴ δι­α­μόρ­φω­ση τῆς ἰ­δέ­ας τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας καὶ τῆς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τας. Σύμ­φω­να μὲ αὐ­τὴ τὴν προ­σέγ­γι­ση, τὸ ἴ­διο τὸ μυα­λὸ εἶ­ναι προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νο νὰ ἐ­πε­ξερ­γά­ζε­ται πλη­ρο­φο­ρί­ες σὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ μορ­φή, καὶ ὡς ἐκ τού­του ἔ­χει σχε­δια­στεῖ γιὰ νὰ δι­α­μορ­φώ­νε­ται μέ­σῳ ἱ­στο­ρι­ῶν. Οἱ ποι­η­τι­κὸ-γνω­στι­κὲς πει­ρα­μα­τι­κὲς ἔ­ρευ­νες θὰ εἶ­χαν τό­τε ἐν­το­πί­σει ἕ­να δί­κτυ­ο ἐγ­κε­φα­λι­κῶν δο­μῶν ὑ­πεύ­θυ­νων γιὰ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση τῶν πλη­ρο­φο­ρι­ῶν ποὺ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὁ ἐγ­κέ­φα­λος. Ἂν τὸ ἔρ­γο τοῦ γνω­στι­κοῦ δι­κτύ­ου εἶ­ναι νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ἐ­ξη­γή­σεις τῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν φαι­νο­μέ­νων, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κόμ­βους εἶ­ναι ἡ ἱ­κα­νό­τη­τα ἐ­ξα­γω­γῆς συμ­πε­ρα­σμά­των: ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες εἶ­ναι ἀ­νε­παρ­κεῖς ἢ ἀν­τι­φα­τι­κές, τὸ μυα­λὸ τὶς ἀ­ναγ­κά­ζει σὲ ἕ­να σχέ­διο ποὺ βγά­ζει νό­η­μα μὲ βά­ση ἐ­κεῖ­νες τὶς ἑ­νό­τη­τες ποὺ ἔ­χει ἀ­πο­θη­κεύ­σει ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κές. Τό­τε ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­να­τρε­πτι­κή, λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ ἰ­σχὺς αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων ἔγ­κει­ται στὴ συ­νε­χῆ ἀμ­φι­σβή­τη­ση τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς σύν­δε­σης. Ἡ ἴ­δια ἡ ἔν­νοια τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας πρέ­πει νὰ ὁ­ρί­ζε­ται μό­νο ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­δό­μη­σή της, καὶ ἡ ἴ­δια ἡ κα­τη­γο­ρί­α τῆς ἀ­φή­γη­σης, τῆς ρη­το­ρι­κῆς, πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δο­μη­θεῖ πλή­ρως προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ στὸν ἀ­να­γνώ­στη ἡ βα­θιὰ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τῆς ἀ­νε­πάρ­κειας στὴ σχέ­ση του μὲ τὸν κό­σμο.

       Ἑ­πο­μέ­νως, ἡ συν­το­μί­α τῆς μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ας συ­νί­στα­ται στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στὴν ἀ­πό­δει­ξη αὐ­τοῦ του ἀ­πο­δο­μη­τι­κοῦ μη­χα­νι­σμοῦ. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α, μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ κα­θο­ρί­σει, ἐ­πί­σης, μιὰ κα­τεύ­θυν­ση στὴ σύν­θε­τη ἰ­δέ­α τῆς ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τας ποὺ ἐ­φαρ­μό­ζε­ται σὲ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες: ἡ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα, ὡ­στό­σο, ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ μιὰ χρο­νι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη ποὺ ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στὶς ἀ­να­γνω­στι­κὲς καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς συ­νή­θει­ες. Ἀ­κό­μη καὶ ἀ­πὸ χρο­νι­κῆς ἄ­πο­ψης, εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς ἀν­τί­λη­ψης τοῦ πρὶν καὶ τοῦ με­τὰ στὴν ἀ­φή­γη­ση, ἔ­χει ἤ­δη ἀ­πο­δο­μη­θεῖ στὴ μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τὴν ἐ­ναλ­λα­γὴ τῶν ἀ­φη­γή­σε­ων (γραμ­μι­κῆς, ἀ­να­δρο­μῆς, πρό­λη­ψης). Κά­θε ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ κεί­με­νο φέρ­νει στοι­χεῖ­α τοῦ πα­ρελ­θόν­τος στὸ πα­ρόν, το­πο­θε­τών­τας τα στὴ μνή­μη. Πρό­κει­ται γιὰ γνώ­ρι­μες γνω­στι­κὲς μορ­φὲς καὶ κό­σμους, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ κει­με­νι­κὲς δι­α­τά­ξεις ποὺ εὐ­νο­οῦν τὴν ἐ­ξα­γω­γὴ συμ­πε­ρα­σμά­των καὶ τὴν ἀ­φη­ρη­μέ­νη σκέ­ψη, οἱ ὁ­ποῖ­ες μὲ τὴ σει­ρά τους προ­κύ­πτουν, ὅ­πως ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὁ Σεγ­κρέ, βά­σει τῶν δι­α­φο­ρε­τι­κῶν «δο­μῶν τοῦ ὑ­λι­κοῦ καὶ τῶν δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἐ­πι­πέ­δων ἐκ­δή­λω­σης».

       Στὸν ἐ­λά­χι­στο χῶ­ρο μιᾶς πο­λὺ σύν­το­μης ἱ­στο­ρί­ας, ἡ ἐ­ναλ­λα­γὴ τῆς ἀ­να­δρο­μῆς καὶ τῆς πρό­λη­ψης γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτὴ ὡς ἀ­κραῖ­ος κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸς μιᾶς γραμ­μι­κό­τη­τας.


  1. Ὀρ­γά­νω­ση τῆς μνή­μης καὶ πο­λι­τι­κὴ δέ­σμευ­ση

Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1960, καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴ συ­στη­μα­τι­κὴ «χρή­ση» τῶν μι­κρο­ϊ­στο­ρι­ῶν ἀ­πὸ τὸ Γκροὺπ ’47, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν πο­λὺ μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν τῆς γερ­μα­νι­κῆς γλώσ­σας εἶ­ναι, ὅ­πως ἤ­δη ἀ­να­φέρ­θη­κε, ἡ αὐ­στη­ρὴ κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή. Ὁ κλει­στο­φο­βι­κὸς χῶ­ρος τῆς πο­λὺ σύν­το­μης ἱ­στο­ρί­ας φαί­νε­ται νὰ μὴν ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια δι­α­φυ­γῆς στὸν ἀ­να­γνώ­στη, καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ τὴν ἀ­νάγ­κη γιὰ ἀ­το­μι­κὴ δέ­σμευ­ση. Σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­πως στὶς ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Ρά­ιν­χαρντ Λε­τά­ου, τὸ ρη­το­ρι­κὸ-πραγ­μα­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὸν ἀ­να­γνώ­στη τὴ γνω­στι­κὴ ἀ­συμ­φω­νί­α (Lettau, 1963 καὶ 1973), μέ­σῳ τῆς ἀ­να­φο­ρᾶς σὲ μον­τέ­λα πα­ρα­μυ­θιῶν (Durzak, 2002). Σὲ ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις πρό­κει­ται γιὰ δι­ά­σπα­ση ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν μο­τί­βων ἢ κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τι­στι­κῶν καὶ ἠ­θι­κῶν συν­δέ­σε­ων, ὡς ἄ­με­σο ἀ­πό­το­κο τῶν σύν­το­μων πε­ζῶν του Κάφ­κα ἢ τῶν ἡ­με­ρο­λο­για­κῶν ση­μει­ώ­σεων τοῦ Μπρέ­χτ.

       Στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, ὁ Ἐλ­βε­τὸς Πέ­τερ Μπίχ­σελ δη­μο­σί­ευ­σε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες δί­νει μί­ ἰ­σχυ­ρὴ ὤ­θη­ση στὴ δη­μο­τι­κό­τη­τα τῶν συν­το­μό­τα­των ἱ­στο­ρι­ῶν, δη­λώ­νον­τας στὴ συ­νέ­χεια, στὶς Δι­α­λέ­ξεις Ποί­η­σης τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴ δύ­να­μη τῆς σύν­το­μης ἱ­στο­ρί­ας στὴν πο­λι­τι­κὴ δέ­σμευ­ση ἐ­νάν­τια στὴν αὐ­ταρ­χι­κὴ σύμ­βα­ση τοῦ συ­στή­μα­τος καὶ στὴν ἀ­να­τρο­πή, ἐ­πὶ τῇ βά­σει τῆς ἀν­τί­λη­ψής του γιὰ τὴ γρα­φή: «Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἡ Ἱ­στο­ρί­α καὶ ἡ Πο­λι­τι­κὴ ἐ­ξα­πα­τοῦν ἐ­πί­σης τοὺς ἀν­θρώ­πους μὲ τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους. Ἐ­κεῖ­νος πού, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­πει­κο­νί­ζει τὸν πρό­ε­δρο μιᾶς με­γά­λης χώ­ρας ὡς κα­ουμ­πό­η τὸν ὑ­πο­βαθ­μί­ζει, ἐ­πει­δὴ ἡ λέ­ξη κα­ουμ­πό­ης, του­λά­χι­στον ἐ­δῶ στὴν Εὐ­ρώ­πη, φέρ­νει στὸ μυα­λὸ μας τὴν εἰ­κό­να κά­ποι­ου ποὺ ζεῖ σὲ ἱ­στο­ρί­ες. Ἀλ­λὰ ὁ κα­ουμ­πό­ης, ὡς πρό­ε­δρος, δὲν θέ­λει νὰ ζεῖ σὲ ἱ­στο­ρί­ες, ἀλ­λὰ στὴν Ἱ­στο­ρί­α, καὶ αὐ­τὸ κά­νει τοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­πρό­βλε­πτους. Καὶ γι’ αὐ­τὸ με­ρι­κὲς φο­ρὲς μᾶς εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σου­με τὸν ἄν­θρω­πο στοὺς πο­λι­τι­κούς. Ἡ Ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι ὁ ἐ­χθρὸς τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν καὶ μό­νο στὶς ἱ­στο­ρί­ες μπο­ροῦν νὰ ἀ­να­γνω­ρι­στοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι. Μπο­ρεῖ οἱ ἱ­στο­ρί­ες νὰ εἶ­ναι ὁ ἐ­χθρὸς ἐ­κεί­νων ποὺ δὲν γνω­ρί­ζουν τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νο μιὰ ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­πο­στο­λή. Ἐ­πί­σης, πα­ρό­λο ποὺ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν μπο­ρεῖ ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν νὰ εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λο ἢ ται­ρια­στὸ γιὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τοῦ Κρά­τους, ἡ ἐ­ξι­στό­ρη­ση, ἡ ἀ­φή­γη­ση τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μας, εἶ­ναι ἤ­δη ἀ­πὸ μό­νη της κά­τι τὸ ἀ­να­τρε­πτι­κό. […] Ἀλ­λὰ τὸ γρα­νά­ζι γυ­ρί­ζει ὑ­περ­βο­λι­κὰ γρή­γο­ρα, δὲν μέ­νει πιὰ χρό­νος γιὰ ἱ­στο­ρί­ες, καὶ ἡ ζω­ὴ δὲν μπο­ρεῖ πλέ­ον νὰ ἐ­ξι­στο­ρη­θεῖ.» (Bichsel, 1981: 150-151).


  1. Πα­ρα­δείγ­μα­τα μι­κρο­α­φη­γή­σε­ων

Ἀ­κο­λού­θως, πα­ρου­σι­ά­ζον­ται με­ρι­κὲς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὲς αὐ­τῆς τῆς δε­σμευ­τι­κῆς στά­σης, ἡ κα­θε­μιὰ μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ ποὺ ὅ­μως σα­φῶς θε­ω­ροῦν­ται πα­ρα­δειγ­μα­τι­κὲς τοῦ μι­κρο­λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους, στὸ ὁ­ποῖ­ο ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­ται ἡ συν­τρι­βὴ τῆς μί­μη­σης, ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α σὲ ἕ­να ἐ­πί­πε­δο βα­θιὰ «ἐκ­παι­δευ­τι­κὸ» καὶ ἡ ἀ­πο­δό­μη­ση καὶ ἡ πα­ρο­δι­κὴ ἐ­πα­νε­πε­ξερ­γα­σί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν καὶ γλωσ­σι­κῶν μο­τί­βων.


3.1. Ρά­ιν­χαρντ Λε­τά­ου


Τὸ 1963 ὁ Ρά­ιν­χαρντ Λε­τά­ου δη­μο­σί­ευ­σε τὸ δεύ­τε­ρο ἔρ­γο του, Auftritt Manigs. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες στὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­κο­λου­θί­α ἐ­νερ­γει­ῶν καὶ αἰ­τι­ω­δῶν σχέ­σε­ων, ἀλ­λὰ ἀν­τι­θέ­τως ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ μιὰ φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὴ πα­ρά­θε­ση τῶν γε­γο­νό­των. Ὁ χρό­νος καὶ ὁ χῶ­ρος εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στοι. Ὁ Μά­νιγκ, ὁ «πρω­τα­γω­νι­στής», κα­τοι­κεῖ σὲ ἕ­ναν ἀ­νοι­χτὸ κό­σμο, ἀ­πο­λύ­τως σχε­τι­κὸ καὶ πο­λυ­μορ­φι­κό, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­κό­μη καὶ οἱ νό­μοι τῆς φύ­σης ξε­φεύ­γουν ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­λη­ψη. Τὰ πρό­σω­πα δὲν ἐ­πι­τρέ­πουν στὸν ἑ­αυ­τό τους νὰ ἐ­πη­ρε­α­στοῦν οὔ­τε ἀ­πὸ συμ­βά­σεις, οὔ­τε ἀ­πὸ κά­ποι­α τε­λε­ο­λο­γι­κὴ πα­ρόρ­μη­ση, καὶ αὐ­τὴ ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα γιὰ τὴ λο­γι­κὴ τοῦ κό­σμου κα­θι­στᾶ δυ­να­τὲς τὶς ἀν­τι­δρά­σεις καὶ τὶς συμ­πε­ρι­φο­ρὲς τοῦ πρω­τα­γω­νι­στῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος μπο­ρεῖ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μὲ τρό­πο αἰ­σθη­τι­κὸ καὶ ἐ­νί­ο­τε εἰ­ρω­νι­κὸ ἢ παι­χνι­δι­ά­ρι­κο. Οἱ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς ἐ­πι­λο­γὲς ὑ­πο­γραμ­μί­ζουν συ­στη­μα­τι­κὰ τὶς συγ­κε­χυ­μέ­νες ἐν­τυ­πώ­σεις: ἡ ἑ­στί­α­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως ἐ­ξω­τε­ρι­κή, γε­γο­νὸς ποὺ το­νί­ζει τὴ σχε­τι­κό­τη­τα τῶν γε­γο­νό­των καὶ τῶν εἰ­κό­νων ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται, ἔ­τσι ὥ­στε κά­θε ἱ­στο­ρί­α νὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς πρό­σκλη­ση στὸν θε­μα­τι­κὸ προ­βλη­μα­τι­σμό. Ἡ ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, τοῦ πα­ρα­τη­ρη­τῆ τῆς «εἰ­κό­νας», εἶ­ναι μιὰ ἀν­τι­λη­πτι­κὴ με­τα­τό­πι­ση: τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ἄ­σχε­το καὶ τὰ πάν­τα μπο­ροῦν νὰ βρε­θοῦν στὸ προ­σκή­νιο ἢ ταυ­το­χρό­νως στὸ πα­ρα­σκή­νιο. Ὁ Λε­τά­ου ἐ­φαρ­μό­ζει μιὰ δι­α­δι­κα­σί­α σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἡ ἴ­δια ἡ ἰ­δέ­α τῆς κεν­τρι­κό­τη­τας ἀ­πο-ἱ­ε­ραρ­χι­κο­ποι­εῖ­ται, ἀ­σκών­τας ἔ­τσι ξε­κά­θα­ρη κρι­τι­κὴ στὶς κα­τη­γο­ρί­ες ποὺ οἱ συμ­βά­σεις, ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς καὶ οἱ καλ­λι­τε­χνι­κές, ἀ­πο­τυ­πώ­νουν στὸν κό­σμο. Ὡς ἐκ τού­του, σκο­πεύ­ει νὰ ὑ­πο­νο­μεύ­σει πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα τὶς κα­τη­γο­ρί­ες τῆς συγ­γρα­φῆς καὶ τῆς ἐ­ξου­σί­ας. Τὰ κεί­με­να πα­ρα­μέ­νουν ἀ­νοι­χτά, ἡ δυ­να­τό­τη­τα καὶ ἡ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἐγ­κυ­ρό­τη­τα τῶν μυ­θο­πλα­στι­κῶν συμ­βά­σε­ων τί­θεν­ται ὑ­πὸ ἀμ­φι­σβή­τη­ση καὶ ἡ πε­ρι­γρα­φι­κὴ τε­χνι­κή, ἡ συσ­σώ­ρευ­ση τῶν λε­πτο­με­ρει­ῶν, ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ αὐ­τὴ μιὰ ὑ­πο­γράμ­μι­ση τῆς ἀ­βε­βαι­ό­τη­τας καὶ τῆς ἀ­τα­ξί­ας. Τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ σύμ­παν τῶν χα­ρα­κτή­ρων πα­ρα­μέ­νει στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων ἀ­νέκ­φρα­στο, ἐ­νῶ ὅ­που ὁ Λε­τά­ου ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ δώ­σει στὸν ἀ­να­γνώ­στη μιὰ ἀν­τί­λη­ψη τῶν σκέ­ψε­ων τῶν χα­ρα­κτή­ρων του, ὁ κό­σμος τους ποὺ πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται σὲ ἐ­πι­φα­νεια­κὲς πι­νε­λι­ὲς ἐ­πι­τεί­νει τὴν ἐν­τύ­πω­ση τοῦ φευ­γα­λέ­ου. Οἱ ἴ­διοι οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες ἀ­να­ζη­τοῦν με­ρι­κὲς φο­ρὲς τὸ νό­η­μα καὶ τὴ σύν­δε­ση με­τα­ξὺ τῶν πραγ­μά­των, ὅ­πως εἶ­ναι ἔκ­δη­λο στὶς ἱ­στο­ρί­ες «Σύν­το­μη ἐπί­σκε­ψη» καὶ «Βγαί­νον­τας». Ἡ συλ­λο­γι­κό­τη­τα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται πάν­τα ὡς προ­βλη­μα­τι­κή, συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α κα­τα­νό­η­σης τοῦ ἄλ­λου καὶ μὲ τὸν ἀ­ναγ­κα­στι­κὸ συγ­χρο­νι­σμὸ τῶν ἀ­το­μι­κο­τή­των. Ἡ ἔν­το­νη ἐ­πί­δρα­ση τῆς ἀ­πο­ξέ­νω­σης (Σκλόφ­σκι) με­τα­δί­δε­ται στὸν ἀ­να­γνώ­στη καὶ δὲν ἐ­πι­τρέ­πει τὴν ἀν­τί­λη­ψη τῆς συ­νέ­χειας πα­ρὰ τὴ δο­μὴ τοῦ βι­βλί­ου. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες γί­νον­ται ἀν­τι­λη­πτὲς ὡς ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὲς καὶ ἀ­συ­νάρ­τη­τες. Στὶς τρεῖς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ τὸ κύ­ριο πρό­σω­πο ἐ­πι­λέ­γει τὴ φυ­γὴ μπρο­στὰ στὴν πα­ρεμ­βα­τι­κὴ καὶ στε­ρε­ο­τυ­πι­κὴ πα­ρου­σί­α μιᾶς πο­λυ­φω­νί­ας. Ἡ πο­λυ­φω­νί­α εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να ἔκ­φρα­ση μιᾶς προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης καὶ κα­νο­νι­κῆς τά­ξης, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­σταθ­μί­ζει τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν προ­σώ­πων (ἰ­δί­ως τοῦ Μά­νιγκ), ἀλ­λὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­πί­σης μιὰ ὀρ­γά­νω­ση τῆς ἐ­ξου­σί­ας στὴν ὁ­ποί­α τὸ ἐν­συ­νεί­δη­το ἄ­το­μο δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ χω­ρέ­σει. Ὁ Μά­νιγκ εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πο­δυ­να­μω­μέ­νος Στρέμ­περ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ζεῖ τὸ φα­ου­στι­κὸ Sehnsucht [νο­σταλ­γί­α] σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸ μον­τέ­λο του. Ἀ­πο­σύ­ρε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐμ­πει­ρί­α, πα­ρα­τη­ρεῖ τὴ «ζω­ή», τὴν ὁ­ποί­α ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὡς στη­μέ­νη πα­ρά­στα­ση καὶ δρα­πε­τεύ­ει ἀ­πὸ αὐ­τὴ κά­θε φο­ρὰ ποὺ φο­βᾶ­ται ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πα­γι­δευ­μέ­νος, ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ, ἐ­νῶ ἡ ἐλ­πί­δα του ἀ­πο­δυ­να­μώ­νε­ται ἀ­πὸ ὅ­ρα­μα σὲ ὅ­ρα­μα. Ἔ­τσι, ἡ ἐ­πα­να­λη­πτι­κὴ δο­μὴ τῶν κει­μέ­νων ἐν­τεί­νει τὴν ἀ­πο­στα­θε­ρο­ποι­η­τι­κή τους ἐ­πί­δρα­ση. Γιὰ τὸν Ντε­ριν­τά, στὴ γρα­φὴ ὡς ἐ­πα­να­λη­πτι­κὴ δο­μή, ἡ ἀ­που­σί­α ἐκ­δη­λώ­νε­ται ὄ­χι ὡς ἁ­πλὴ τρο­πο­ποί­η­ση τῆς πα­ρου­σί­ας, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον σὲ ρή­ξη μὲ αὐ­τὴ (Theuas, 2009). Ὑ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α, ἡ γρα­φὴ τοῦ Λε­τά­ου εἶ­ναι μιὰ συ­νε­χὴς κα­ταγ­γε­λί­α τῆς ἀ­που­σί­ας ἑ­νὸς νό­μι­μου κοι­νω­νι­κοῦ, λο­γο­τε­χνι­κοῦ καὶ πο­λι­τι­κοῦ κέν­τρου. Ἀ­κρι­βῶς μὲ τὴ λο­γι­κὴ τοῦ Ντε­ριν­τᾶ, αὐ­τὴ ἡ ἀ­που­σί­α τοῦ ὁ­ρι­σμοῦ εἶ­ναι ἡ συμ­πε­ρί­λη­ψη καὶ ὄ­χι τό­σο ἡ ἀ­πώ­λεια τοῦ ἐ­αυ­τοῦ, καὶ ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μέ­σῳ τῆς ἀ­πο­δό­μη­σης τῶν ση­μα­σι­ο­λο­γι­κῶν ἀν­τι­στοι­χι­ῶν. Τὸ προ­φα­νὲς ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ εἶ­ναι τὸ κα­τα­σκεύ­α­σμα μιᾶς λο­γι­κῆς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀ­πὸ τὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή, μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς «ἀ­να­λο­γι­κοῦ» σύμ­παν­τος [«Ἂς ἐ­πα­να­λά­βου­με τὴν ἐ­ρώ­τη­ση. Ἀλ­λὰ ἂς τὴν με­τα­κι­νή­σου­με, πα­ρα­τη­ρών­τας πῶς τρο­πο­ποι­εῖ­ται: “Εἶ­ναι ἡ­μέ­ρα, τό­τε, ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή; Εἶ­ναι νύ­χτα;”» (Derida, 2000, 13· βλέ­πε ἐ­πί­σης Cixous καὶ Derrida, 1998)]. Ὁ Λε­τά­ου θέ­λει νὰ κα­τα­στρέ­ψει τὴ λο­γι­κὴ τῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης ξε­κι­νών­τας ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­δό­μη­ση καὶ τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά του εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρὸ καὶ δια­ρκές, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κό­μη πο­λὺ ἐ­πί­και­ρο:


       Εἴ­σο­δος

Μπαί­νει ἕ­νας κύ­ριος.

«Ἐ­γὼ εἶ­μαι» λέ­ει.

«Δο­κι­μά­στε ξα­νά» κά­νου­με ἐ­μεῖς.

Μπαί­νει πά­λι μέ­σα.

«Νά ’­μαι!» λέ­ει.

«Δὲν εἶ­ναι πο­λὺ κα­λύ­τε­ρο» κά­νου­με ἐ­μεῖς.

Μπαί­νει ξα­νὰ στὸ δω­μά­τιο.

«Γιὰ μέ­να μι­λᾶ­με» λέ­ει ἐ­κεῖ­νος.

«Μιὰ κά­κι­στη ἀρ­χὴ» κά­νου­με ἐ­μεῖς.

Μπαί­νει ξα­νά.

«Χαί­ρε­τε!» λέ­ει. Καὶ γνέ­φει μὲ τὸ χέ­ρι.

«Μὰ σᾶς πα­ρα­κα­λοῦ­με, ὄ­χι!» λέ­με.

Προ­σπα­θεῖ ξα­νά.

«Πά­λι ἐ­γώ» κά­νει.

«Σχε­δόν» κά­νου­με ἐ­μεῖς.

Μπαί­νει πά­λι μέ­σα.

«Πε­ρί­με­να ὥ­ρα» λέ­ει.

«Ἐ­πα­νά­λη­ψη» κά­νου­με ἐ­μεῖς, ἀλ­λά, ἔ, ἤ­δη πε­ρι­μέ­να­με ὑ­περ­βο­λι­κά, τώ­ρα κά­θε­ται ἔ­ξω, δὲν θέ­λει πιὰ νὰ μπεῖ μέ­σα, ἔ­φυ­γε μα­κριά, δὲν τὸν βλέ­που­με πιά, ἀ­κό­μα κι ἂν πᾶ­με νὰ ἀ­νοί­ξου­με τὴν πόρ­τα καὶ κοι­τά­ξου­με γρή­γο­ρα δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρά.


       Σύν­το­μη ἐπίσκεψη

Μά­νιγκ βρί­σκει τὸ δρό­μο. Φτά­νει στὸ σπί­τι. Τὰ πα­ρά­θυ­ρα εἶ­ναι φω­τι­σμέ­να, βλέ­πει τὸν κό­σμο συγ­κεν­τρω­μέ­νο σὲ πα­ρέ­ες. Ὑ­πάρ­χουν δύ­ο ἄν­τρες στὴ δέ­σμη τοῦ φω­τός. Ὁ ἕ­νας μι­λά­ει, ἔ­πει­τα μι­λά­ει ὁ ἄλ­λος, ἔ­πει­τα μι­λοῦν καὶ οἱ δύ­ο ταυ­τό­χρο­να, ἔ­πει­τα ὁ ἕ­νας γε­λά­ει, ἔ­πει­τα γνέ­φει, ἔ­πει­τα κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του καὶ ἔ­πει­τα ἀγ­γί­ζει τὸν ἄλ­λο, ἔ­πει­τα καὶ τοὺς δύ­ο, ἔ­πει­τα τὸν ἕ­να ὕ­στε­ρα τὸν ἄλ­λο, ἔ­πει­τα ὁ ἕ­νας κά­νει ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά, ἔ­πει­τα ὁ ἄλ­λος πρὸς τὰ πί­σω, καὶ οἱ δύ­ο πρὸς τὰ ἐμ­πρός, καὶ οἱ δύ­ο πρὸς τὰ πί­σω, ὁ ἕ­νας δεί­χνει στὸν ἄλ­λο ἕ­να χέ­ρι, ὁ ἄλ­λος δεί­χνει καὶ τὰ δύ­ο, ὁ Μά­νιγκ τὸ ξέ­ρει, κα­λύ­τε­ρα νὰ γυ­ρί­σει πί­σω, καὶ φτά­νει πιὰ μὲ τὴν κοι­νω­νί­α.


       Βγαί­νον­τας

Βγαί­νου­με στὸ δρό­μο. Τί βλέ­που­με; Βλέ­που­με τὸ δρό­μο. Καὶ πιὸ πέ­ρα; Σπί­τια, δέν­τρα. Συγ­κε­κρι­μέ­να; Πα­ρά­θυ­ρα, πόρ­τες, τοί­χους. Καὶ μπρο­στά, ἄν­θρω­ποι. Τί κά­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι; Κά­ποι­οι πη­γαί­νουν πρὸς μιὰ κα­τεύ­θυν­ση, ἄλ­λοι πρὸς τὴν ἄλ­λη κα­τεύ­θυν­ση. Καὶ συ­ναν­τι­οῦν­ται. Με­ρι­κοὶ δι­α­σχί­ζουν τὸ δρό­μο, με­ρι­κοὶ λο­ξά, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ τὴ συν­το­μό­τε­ρη δι­α­δρο­μή, σχε­δὸν ὅ­λοι, λοι­πόν, γνω­ρί­ζουν ποῦ κα­τευ­θύ­νον­ται, μὲ ἢ χω­ρὶς σα­κοῦ­λες, γε­μά­τες ἢ ἄ­δει­ες. Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῶν σα­κού­λων ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται πί­σω ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα, τὶς πόρ­τες, τοὺς τοί­χους. Καὶ πιὸ ἐ­κεῖ; Με­ρι­κοὶ εἶ­ναι ἀ­κί­νη­τοι, ἄλ­λοι μὲ ἄλ­λους, δύ­ο πλά­τη μὲ πλά­τη. Ποι­ὸν βλέ­που­με ἐ­κεῖ; Ἐ­κεῖ εἶ­ναι ὁ Μά­νιγκ. Βλέ­πει τὰ ἴ­δια πράγ­μα­τα; Ὢ ναί, για­τί ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι.


3.2. Γκύν­τερ Μπροῦ­νο Φούκς


Στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80 ὁ Γκύν­τερ Μπροῦ­νο Φοὺκς δη­μο­σί­ευ­σε τὸ Fibelgeschichten του, στὸ ὁ­ποῖ­ο το­νί­ζει ὁ­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ κοι­νω­νι­κῆς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας: τὴν κρι­τι­κὴ τοῦ κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νου συ­στή­μα­τος ταυ­τό­τη­τας, τὴν ἀν­τί­λη­ψη ὅ­τι δὲν ἔ­χει πλέ­ον ἄ­θι­κτο πυ­ρή­να, οὔ­τε προ­σω­πι­κὰ οὔ­τε κοι­νω­νι­κά, καὶ ἡ ἀ­πο­σύν­θε­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας συν­δέ­ε­ται μὲ σχέ­σεις αἰ­τί­ας-ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος. Τὸ ὕ­φος τοῦ Φοὺκς εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο ἀ­κραῖ­ο ἀ­πὸ τοῦ Λε­τά­ου, ἡ ἔν­τα­σή του ἔγ­κει­ται στὸ νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴν «ἐ­κρη­κτι­κὴ δύ­να­μη τῆς φαν­τα­σί­ας γιὰ νὰ ξε­πε­ρά­σει τὶς μι­μη­τι­κὲς συμ­βά­σεις» (Durzak, 2002: 200). «Ἡ ἀ­πο­ξέ­νω­ση ὡς καλ­λι­τε­χνι­κὸ μέ­σο πρέ­πει νὰ ἐν­θαρ­ρύ­νει τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ σκέ­φτον­ται. Δι­α­φο­ρε­τι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κα­θί­σω ἐ­κεῖ καὶ νὰ πῶ: ἀ­γα­πη­τοί, νὰ εἶ­στε κα­λύ­τε­ροι ἄν­θρω­ποι.» (Fuchs, 1961: 6).

       Τὸ ἐ­κρη­κτι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα δί­νε­ται προ­γραμ­μα­τι­κὰ μέ­σα ἀ­πὸ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ ταυ­τό­χρο­νου, τὴν ὁ­ποί­α προ­τι­μᾶ ὁ Φοὺκς στὶς ποι­η­τι­κές του συν­θέ­σεις ὅ­πως καὶ στὶς ἱ­στο­ρί­ες (Domin, 1969 καὶ Domin, 1977).

       Ἡ στιγ­μὴ ἐ­πι­στρέ­φει ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια, δι­ε­γεί­ρει τὴ φόρ­μα, γεν­νιέ­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἀ­φή­νε­ται ἐ­κεῖ, πα­ρα­τη­μέ­νη, πα­ρα­μέ­νει ἀ­κί­νη­τη, ξαφ­νι­κὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ξα­νὰ μπρο­στά μας, αἰ­σθά­νε­ται κα­νεὶς ὅ­τι οἱ λί­γες φρά­σεις μα­ρα­ζώ­νουν ἐ­κεῖ, θυ­μώ­νουν, ψά­ξε μας, δού­λε­ψε σω­στά, ὑ­πάρ­χου­με, καὶ ἂν μᾶς βρεῖς, ἂν μᾶς δη­μι­ουρ­γή­σεις, ἂν πι­στεύ­εις: Ὁ­ρί­στε, ἐ­δῶ εἶ­ναι! Ἔ­πει­τα το­πο­θέ­τη­σέ μας στὸ ἤ­δη ὑ­φι­στά­με­νο, στὸ πα­ρελ­θόν, στὸ ἰ­δω­μέ­νο, μέ­χρι νὰ ται­ρι­ά­ξου­με σὲ αὐ­τό, γιὰ νὰ ἀ­πο­δε­σμευ­τοῦ­με ἀ­μέ­σως ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀν­τι­κει­με­νι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α, νὰ γί­νου­με ἀ­νε­ξάρ­τη­τες ὡς πρὸς τὴ φόρ­μα, τὴν ὁ­ποί­α στὴ συ­νέ­χεια ὁ­ρί­ζεις ὡς ποί­η­ση, στί­χο, τρα­γού­δι, μπα­λάν­τα.


[…] ἡ ἄ­νο­δος στὸ θρό­νο τοῦ βα­σι­λιὰ τῆς γι­ορ­τῆς μὲ ἐ­ξορ­γί­ζει, προ­σπα­θῶ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω ἕ­να κεί­με­νο ποὺ νὰ ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται τὸν ἑ­αυ­τό του, ποὺ νὰ μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει σὲ ἕ­να φέ­ιγ βο­λάν. Μὰ νά ποὺ μοῦ ξε­φεύ­γει ἡ κα­τά­στα­ση καὶ ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῆς ἐν­θρό­νι­σης παίρ­νει σάρ­κα καὶ ὀ­στᾶ, βλέ­πω ὅ­τι γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ μα­κρο­σκε­λής, σε­λί­δα τὴ σε­λί­δα, ἀρ­χί­ζω νὰ κό­βω, μει­ώ­νω, ἀλ­λά­ζω, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω τὸ κεί­με­νο στὸν ἑ­αυ­τό μου ὅ­πως στὴν τά­ξη, ἀ­να­δύ­ε­ται μιὰ εἰ­κό­να ποὺ λί­γο ἔ­χει νὰ κά­νει τώ­ρα πιὰ μὲ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χα ἀρ­χι­κὰ φαν­τα­στεῖ, ἀλ­λὰ ἡ ἔμ­πνευ­ση πα­ρα­μέ­νει ὁ πυ­ρή­νας αὐ­τοῦ ποὺ ἔ­χει δη­μι­ουρ­γη­θεῖ, καὶ σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση ἐ­λέγ­χω ἂν τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἶ­ναι χρή­σι­μο πρὸς πα­ρου­σί­α­ση […] καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα ἂν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ἀ­ψε­γά­δια­στο γιὰ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν ὕ­παρ­ξή του ἀ­νά­με­σα στὶς ἐ­πι­κρα­τοῦ­σες ἰ­δε­ο­λο­γί­ες. (Fuchs, 1961: 7).


       Δρό­μος

Σὲ μιὰ γω­νιὰ τοῦ δρό­μου βλέ­που­με ἕ­ναν χι­ο­νάν­θρω­πο. Δί­πλα στὸν χι­ο­νάν­θρω­πο ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ἄν­δρας. Δί­πλα στὸν ἄν­δρα ὑ­πάρ­χει ἕ­νας δεύ­τε­ρος χι­ο­νάν­θρω­πος. Δί­πλα στὸν δεύ­τε­ρο χι­ο­νάν­θρω­πο ὑ­πάρ­χει ἕ­νας δεύ­τε­ρος ἄν­δρας. Καὶ οἱ δύ­ο χι­ο­νάν­θρω­ποι ἀ­κοῦ­νε τί λέ­νε οἱ δύ­ο ἄν­δρες. Οἱ ἄν­δρες δὲν δί­νουν ση­μα­σί­α καὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ μι­λοῦν κα­νο­νι­κά.


       Ἕ­να τα­ξί­δι

Φρίν­τριχ καὶ ὁ φί­λος του ὁ Τσὰρ­λς δι­α­βά­ζουν ἱ­στο­ρί­ες πε­ρι­πέ­τειας. Καὶ ἔ­τσι δι­α­βά­ζουν ἕ­να κά­ρο πράγ­μα­τα γιὰ τὴ θά­λασ­σα καὶ γιὰ πα­λιὰ πλοῖ­α. Ὑ­πάρ­χει ἐ­πί­σης ὁ ἄ­νε­μος, ἀ­κό­μη καὶ μιὰ κα­ται­γί­δα. Καὶ οἱ δύ­ο, ὁ Φρίν­τριχ καὶ ὁ Τσάρ­λς, βά­ζουν χρή­μα­τα στὴν ἄ­κρη, ἀ­πο­τα­μι­εύ­ουν καὶ ἀ­πο­τα­μι­εύ­ουν. Ἔ­πει­τα, σπᾶ­νε τὸν κουμ­πα­ρᾶ. Ὑ­πάρ­χουν ἀρ­κε­τὰ χρή­μα­τα στὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δύ­ο εἰ­σι­τή­ρια με­τ’ ἐ­πι­στρο­φῆς, τὰ χρή­μα­τα κυ­λοῦν στὸ πά­τω­μα καὶ με­ρι­κὰ μάρ­κα κα­τα­λή­γουν κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι. Τα­ξι­δεύ­ουν μέ­χρι τὴν παν­το­δύ­να­μη θά­λασ­σα. Ἀλ­λὰ ἡ θά­λασ­σα ἔ­χει στε­γνώ­σει, δὲν ὑ­πάρ­χει πλέ­ον νε­ρό. Ποιός τὸ ἔ­κα­νε; Ἕ­νας γλά­ρος δί­πλα τους ξε­σπᾶ σὲ γέ­λια. Πε­τᾶ μα­κριά. Ὁ Φρίν­τριχ καὶ ὁ Τσὰρ­λς κα­τα­λα­βαί­νουν ἀ­μέ­σως ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χουν πε­ρι­πέ­τει­ες γιὰ νὰ ζή­σουν σὲ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη. Τὰ τα­ξί­δια μπο­ροῦν νὰ πᾶ­νε στὸ δι­ά­ο­λο.


  1. Ἄν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ

Οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νὲλ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ ἀν­θρώ­πους ποὺ βρί­σκον­ται στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς κοι­νω­νί­ας, τοὺς μο­να­χι­κούς, τοὺς φτω­χούς, τοὺς ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νους, τοὺς ἀν­θρώ­πους χω­ρὶς τὸ δι­καί­ω­μα λό­γου. Ἡ Ντυ­βα­νὲλ ἐ­πι­λέ­γει νὰ ἀρ­νη­θεῖ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τῆς ἑ­τε­ρό­τη­τας στὴν ἀ­κι­νη­σί­α ποὺ συγ­κρα­τεῖ τὸ βλέμ­μα καὶ τὴ δι­α­τη­ρεῖ «δι­α­φο­ρε­τι­κή»: «Τὰ γυα­λιὰ τοῦ Ἐρ­νέ­στο ἦ­ταν βρό­μι­κα· ἔ­βλε­πε τὸν κό­σμο θο­λό, κά­τι ποὺ τοῦ ταί­ρια­ζε ἀ­πό­λυ­τα.» (Duvanel, 2004: 89). Ἡ ἔ­κτα­ση τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴ με­γα­λύ­τε­ρη δυ­να­τὴ πυ­κνό­τη­τα σὲ σχέ­ση μὲ τὸ μέ­γι­στο δυ­να­τὸ βά­θος: «Στὸν μι­κρό­τε­ρο δυ­να­τὸ χῶ­ρο, τὴ με­γα­λύ­τε­ρη δυ­να­τὴ πυ­κνό­τη­τα. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ αἰ­σθη­τι­κὴ ἐ­πι­τα­γὴ στὴν ὁ­ποί­α ὑ­πέ­κυ­πτε καὶ στὴν ὁ­ποί­α ὑ­πο­τασ­σό­ταν ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να. Καὶ ἡ πυ­κνό­τη­τα ἀ­φο­ρᾶ τό­σο τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ὅ­σο καὶ τὴ γλώσ­σα.» (Von Matt, στὸ Duvanel, 2004: 164). Οἱ ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ὑ­φο­λο­γι­κὰ τρισ­δι­ά­στα­τες, προ­σφέ­ρον­ται στὸν ἀ­να­γνώ­στη ὡς κι­νη­τὰ καὶ ἀ­ό­ρι­στα ἀν­τι­κεί­με­να. Ἐ­νῶ οἱ πρω­τα­γω­νι­στὲς κι­νοῦν­ται σὲ μιὰ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα ποὺ γί­νε­ται ξε­κά­θα­ρη ἀν­τί­λη­ψη, ἡ γλώσ­σα καὶ τὸ ὕ­φος εἶ­ναι σκό­πι­μα ἀ­φε­λεῖς, μει­ω­μέ­να στὸ ἐ­λά­χι­στο ἀν­τι­λη­πτό. Ὁ ἐ­ξευ­γε­νι­σμὸς τῶν εἰ­κό­νων καὶ ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τά τους λει­τουρ­γοῦν μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­ξέ­νω­ση καὶ τὸ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν τοῦ Λε­τά­ου, τοῦ Φοὺκς καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων. Ἡ ἀν­τι­στοι­χί­α με­τα­ξὺ ἀ­φή­γη­σης, σκο­ποῦ ἀ­φή­γη­σης καὶ ἐ­πι­λο­γῆς θε­μά­των εἶ­ναι σχε­δὸν τέ­λεια. Κά­θε κεί­με­νο προ­σφέ­ρει στὸν ἀ­να­γνώ­στη ἕ­ναν κλει­στὸ καὶ οἰ­κου­με­νι­κὸ κό­σμο. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες στε­ροῦν­ται σκό­πι­μα συγ­κε­κρι­μέ­νου στό­χου, δὲν ἀ­πο­κα­λύ­πτουν κά­τι, ἀ­πορ­ρί­πτουν προ­γραμ­μα­τι­κά, ἀ­κο­λου­θών­τας τὰ ἴ­χνη τοῦ Ka­len­der­ge­schi­chte. Ἡ Ἄν­τελ­χά­ιντ Ντου­βα­νὲλ ξε­περ­νᾶ ὅ­λες τὶς ἀρ­χὲς καὶ ξε­φεύ­γει ἀ­πὸ τὴν κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση, ξα­να­δί­νον­τας στὴν πρά­ξη τῆς ἀ­νά­γνω­σης τὴν ἀ­πώ­τε­ρη ἔν­νοι­α τῆς ἴ­διας της ἀ­νά­γνω­σης, καὶ ἀ­πορ­ρί­πτον­τας εἴ­δη καὶ μον­τέ­λα, κά­νει μιὰ αὐ­θεν­τι­κὴ κρι­τι­κὴ τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ, λο­γο­τε­χνι­κοῦ καὶ πνευ­μα­τι­κοῦ συ­στή­μα­τος. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ ἑ­νὸς μη­χα­νι­σμοῦ πα­ρω­δί­ας, ἡ ἐ­πι­θυ­μη­τὴ ἀ­που­σί­α συγ­κε­κρι­μέ­νου στό­χου φέρ­νει τὸ νό­η­μα τῆς ἀ­νά­γνω­σης πί­σω στὴν πρά­ξη τῆς ἴ­διας τῆς ἀ­νά­γνω­σης, στὶς ἁ­πλὲς προ­τά­σεις καὶ στὶς σύν­το­μες πα­ρα­γρά­φους ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἡ συν­το­μό­τα­τη ἀ­φή­γη­σή της. Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα νὰ ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ, καὶ ἡ σύν­θε­ση πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα καὶ στὸ κρι­τι­κὸ-ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ ἐν­δι­ά­με­σο κεί­με­νο. Στὸ δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο «Ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ζω­ὴ καὶ προ­σω­πι­κὴ ζω­ή», ὁ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸς ἀ­φη­γη­τὴς δη­λώ­νει: «Προ­τι­μοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα τὶς ἡ­μι­τε­λεῖς ται­νί­ες. Ἔ­βλε­πε μό­νο το τέ­λος, ἡ λε­γό­με­νη ἀρ­χὴ δὲν τὴν ἐν­δι­έ­φε­ρε, καὶ ἐν τῷ με­τα­ξὺ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε πο­τὲ νὰ ὑ­πάρ­ξει πραγ­μα­τι­κὸ τέ­λος.» Ἐ­πί­σης στὴν Ντυ­βα­νέλ, ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῶν πε­ρι­γρα­φι­κῶν λε­πτο­με­ρει­ῶν, ὅ­που αὐ­τὲς ὑ­πάρ­χουν, ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει τὴν ἀ­δυ­να­μί­α κα­τα­νό­η­σης τοῦ συ­νό­λου, τὸ ὁ­ποῖ­ο δε­σμεύ­ε­ται ἀ­πὸ μιὰ συμ­βα­τι­κὴ σει­ρὰ συν­δέ­σε­ων. Ἡ ἐ­φευ­ρε­τι­κό­τη­τα καὶ ἡ φαν­τα­σί­α, μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη μα­τιὰ ποὺ ξέ­ρει πῶς νὰ βυ­θι­στεῖ στὸ πα­ρα­τη­ρού­με­νο, πα­ρα­μέ­νον­τας ταυ­τό­χρο­να ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τὸ καί, ἑ­πο­μέ­νως, ἡ δι­α­πε­ρα­τό­τη­τα τῶν ἀ­το­μι­κῶν καὶ ἀν­τι­κει­με­νι­κῶν ὁ­ρί­ων εἶ­ναι ἡ θλι­βε­ρὴ πα­ρα­τή­ρη­ση καὶ ἡ αἴ­σθη­ση ποὺ ἀ­πο­κο­μί­ζουν ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ βρί­σκον­ται συ­νε­χῶς στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς κοι­νω­νί­ας. Σὲ ὁ­ρι­σμέ­να κεί­με­να, ὅ­πως στὸ ἐ­λα­φρῶς ἐ­κτε­νέ­στε­ρο κεί­με­νο ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἐ­δῶ πρῶ­το, ὁ σου­ρε­α­λι­στι­κὸς καὶ πα­ρα­μυ­θέ­νιος τό­νος ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὴν ἀ­χρη­στί­α τῆς λο­γι­κῆς δο­μῆς καὶ τῶν σχέ­σε­ων αἰ­τί­ου-ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος, σὲ ἄλ­λες πιὸ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ἡ ἀ­γω­νί­α τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ ἡ ἀ­νάγ­κη προ­στα­σί­ας ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται ἀ­πὸ ἕ­να ὕ­φος οὐ­σι­ῶ­δες καὶ ὀ­δυ­νη­ρό.


       Τὸ κα­πέ­λο

Στὸν Κα­σπὰρ δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε ὅ­ταν ἡ ὁ­μί­χλη ἔ­κρυ­βε τὸ φύλ­λω­μα τῶν δέν­τρων καὶ ὁ ἄ­νε­μος ἔ­κλει­νε τὸ στό­μα τῶν λου­λου­δι­ῶν, γιὰ νὰ τὰ ἀ­φή­σει νὰ κεί­τον­ται σὰν νε­κρὰ που­λιὰ στὴ γῆ, ἀν­τί­θε­τα τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ πε­ρι­στρε­φό­με­νη κί­νη­ση τοῦ φω­τὸς στὶς κο­ρυ­φὲς τῶν καμ­πα­να­ρι­ῶν, τὰ χο­ρευ­τι­κὰ κύ­μα­τα τοῦ πο­τα­μοῦ ποὺ ἄλ­λα­ζαν τὸ χρῶ­μα στὶς κοι­λι­ὲς τῶν πλοί­ων, τὸ δι­α­πε­ρα­στι­κὸ κε­λά­η­δι­σμα τῶν που­λι­ῶν. Ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί, σύμ­φω­να μὲ ὅ­σα θυ­μό­ταν, κα­θό­ταν σὲ ἕ­να δω­μά­τιο καὶ ἔ­τρω­γε, καὶ ἡ μη­τέ­ρα του, ποὺ πάν­τα εἶ­χε ἕ­να με­γά­λο κα­πέ­λο στὸ κε­φά­λι της, πάν­τα πή­γαι­νε κον­τά του. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ὅ­ταν νύ­χτω­νε, καὶ τὸ ρο­λό­ι στα­μα­τοῦ­σε νὰ χτυ­πᾶ καὶ ὁ οὐ­ρα­νὸς ἀ­πει­λοῦ­σε νὰ κα­ταρ­ρεύ­σει μέ­σα στὸ πα­ρά­θυ­ρο, περ­νοῦ­σαν με­τέ­ω­ρα λευ­κὰ λου­λού­δια. Μιὰ φο­ρά, ὁ Κα­σπὰρ δὲν ἦ­ταν πλέ­ον παι­δί, μιὰ νυ­χτε­ρί­δα μπῆ­κε φτε­ρου­γί­ζον­τας ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὰ μά­τια της ἦ­ταν γλυ­κὰ καὶ λαμ­πε­ρά, ἡ φω­νή της ὅ­μοι­α μὲ με­λω­δί­α τῆς κό­λα­σης, εἶ­χε κί­τρι­να δόν­τια, κου­νι­ό­ταν μὲ ἀ­συ­νή­θι­στο τρό­πο, χο­ρευ­τι­κό, τὸ χα­μό­γε­λό της κα­θα­ρὸ ὅ­σο ὁ πρω­ϊ­νὸς οὐ­ρα­νός. Μί­λη­σε: «Κα­λη­σπέ­ρα» καὶ ζή­τη­σε νὰ τῆς ἐ­πι­τρα­πεῖ νὰ κα­θί­σει. Ἔ­φα­γε ἄ­σπρο ψω­μί, ἤ­πι­ε γά­λα καὶ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ὅ­που με­γά­λες νι­φά­δες χι­ο­νιοῦ στρο­βι­λί­ζον­ταν στὴν κρύ­α χει­μω­νι­ά­τι­κη νύ­χτα καὶ τὰ δέν­τρα ση­κώ­νον­ταν ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος σὰν χέ­ρια θαμ­μέ­νων ἀν­θρώ­πων. Τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἦ­ταν πάν­τα ἀ­νοι­χτὸ κα­θὼς ὁ Κα­σπὰρ εἶ­χε πάν­τα το φό­βο τῆς ἀ­σφυ­ξί­ας. Τώ­ρα ἔ­βλε­πε τὴν ἐ­πί­σκε­ψη μὲ ἀ­νη­συ­χί­α, για­τὶ δὲν εἶ­χε δε­χθεῖ πο­τὲ κά­ποι­α πα­ρό­μοι­α (τὶς πε­ρι­στα­σια­κὲς ἐ­πι­σκέ­ψεις ἐ­πι­θε­ω­ρη­τῶν δὲν τὶς ἔ­παιρ­νε σο­βα­ρὰ ὑ­πό­ψη). Ρώ­τη­σε: «Ποι­ά εἶ­σαι;», δεί­χνον­τας μιὰ προ­σπά­θεια νὰ κα­τα­πνί­ξει τὴν ἔμ­φυ­τη τά­ση του πρὸς τὴν εὐ­γέ­νεια ποὺ θὰ τοῦ ὑ­πο­δεί­κνυ­ε νὰ ἀ­πευ­θυν­θεῖ στὴ νυ­χτε­ρί­δα στὸν πλη­θυν­τι­κό. Εἶ­ναι πι­θα­νὸ ὅ­τι μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­μυ­θο­ποι­ή­σει τὸ ξέ­νο καὶ τὸ ἀ­πί­στευ­το, καὶ ἴ­σως γι’ αὐ­τὸν τὸν λό­γο δὲν στα­μά­τη­σε, καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται πά­νω στὰ πή­λι­να εἰ­δώ­λιά του μὲ γυ­ναι­κεῖ­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α στὴ συ­νέ­χεια που­λοῦ­σε. Ἡ μη­τέ­ρα του κα­θό­ταν δί­πλα στὴ σόμ­πα δι­α­βά­ζον­τας τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ κα­πέ­λο της, ποὺ ἦ­ταν ἔν­το­νου κόκ­κι­νου χρώ­μα­τος, κοί­τα­ζε ἴ­σια μπρο­στά, πο­λὺ σί­γου­ρη γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Μᾶλ­λον ἤ­θε­λε νὰ κρα­τή­σει τὴν ἴ­δια καὶ τὸ μω­ρό της ὑ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α τοῦ κα­πέ­λου. Ἡ νυ­χτε­ρί­δα κα­θά­ρι­σε τὸ λαι­μό της, ἔ­σκυ­ψε πά­νω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι καὶ ἐκ­φώ­νη­σε με­ρι­κὰ ἔ­πε­α πτε­ρό­εν­τα[1], καὶ τό­τε ἡ φι­γού­ρα ποὺ ἔ­πλα­θε ὁ Κα­σπάρ, τό­σο ἐ­πι­δέ­ξια καὶ μὲ ἀ­γά­πη, ἄρ­χι­σε νὰ με­γα­λώ­νει. Τῆς δό­θη­καν κα­στα­νο­κόκ­κι­να μαλ­λιὰ καὶ γα­λά­ζια μά­τια, ἕ­να χα­μο­γε­λα­στὸ στό­μα, χα­ρι­τω­μέ­να χε­ρά­κια καὶ πό­δια ποὺ κου­νι­όν­ταν. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἦ­ταν πι­θα­νῶς ἕ­να σε­μνὸ πλά­σμα, ἦ­ταν τυ­λιγ­μέ­νη σὲ ἕ­να λευ­κὸ δαν­τε­λω­τὸ φό­ρε­μα πού, σὰν σύν­νε­φο χι­ο­νιοῦ, αἰ­ω­ροῦν­ταν πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ Κα­σπάρ, μὴν κα­τα­λα­βαί­νον­τας τί τοῦ συ­νέ­βαι­νε, τραύ­λι­σε: «πό­σο ὄ­μορ­φη εἶ­σαι» καὶ πα­ρα­τή­ρη­σε τὸ μι­κρὸ θαῦ­μα ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πλευ­ρές, σὰν νὰ ἀμ­φέ­βαλ­λε γιὰ τὴν τε­λει­ό­τη­τά του. Ἐ­νῶ ἀ­κό­μα στη­ρι­ζό­ταν μί­α στὸ ἕ­να πό­δι καὶ μί­α στὸ ἄλ­λο, χω­ρὶς νὰ ἔ­χει συ­νεί­δη­ση αὐ­τῆς τῆς παι­δι­κῆς συ­νή­θειας, ἡ μα­μά του ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴ γω­νιά της, ὅ­που εἶ­χε κα­θί­σει σὰν μα­νι­τά­ρι σὲ ἕ­να σκο­τει­νὸ δά­σος, ἄ­νοι­ξε τὸ σκο­νι­σμέ­νο στό­μα της καὶ πα­ρα­δέ­χτη­κε ὅ­τι ὁ γιός της εἶ­χε πε­τύ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρα κα­λὰ ἐ­κεί­νη τὴ φι­γού­ρα καὶ ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν που­λή­σει σὲ πο­λὺ ὑ­ψη­λὴ τι­μή. Ἡ κο­πέ­λα χα­μο­γέ­λα­σε ὅ­ταν ὁ Κα­σπὰρ εἶ­πε, «Ναί, μα­μά», για­τὶ φά­νη­κε σὰν νὰ μὴν ἦ­ταν αὐ­τὸς ποὺ πρό­φε­ρε αὐ­τὰ τὰ λό­για, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ γλώσ­σα του πα­ρέ­με­νε ἀ­κί­νη­τη ἀγ­γί­ζον­τας τὰ χεί­λη του. Θυ­μή­θη­κε ὅ­τι μέ­χρι τό­τε εἶ­χε φι­λή­σει τὶς γυ­ναῖ­κες ὅ­πως χα­ϊ­δεύ­ουν τὰ πα­ρά­ξε­να ζῶ­α, γιὰ νὰ κα­θη­συ­χά­σει ἐ­κεῖ­νες, ἀλ­λὰ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὸν ἑ­αυ­τό του. Καὶ κα­θὼς τοῦ ἔρ­χον­ταν στὸ μυα­λὸ ἀρ­κε­τὲς σκέ­ψεις, ὄ­χι δυ­σά­ρε­στες, τὸ κα­πέ­λο τῆς μη­τέ­ρας του ἄρ­χι­σε νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται. Ἔ­γει­ρε σὰν χι­ο­νάν­θρω­πος χα­ϊ­δε­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, ξε­φού­σκω­σε, σχη­μα­τί­στη­καν στα­γό­νες ποὺ ἔ­πε­σαν στὸ ἔ­δα­φος, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­λι­ω­σε ὅ­πως πε­ρί­με­νε ὁ Κα­σπάρ, ἀν­τί­θε­τα, ὑ­ψώ­θη­κε, πέ­τα­ξε με­γα­λο­πρε­πῶς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ὅ­λο καὶ πιὸ ψη­λά, στὴ μέ­ση ἑ­νὸς λευ­κοῦ οὐ­ρα­νοῦ ποὺ στρο­βι­λι­ζό­ταν, ὅ­που κον­το­στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μή, προ­σποι­ή­θη­κε ἕ­να βα­θυ­κόκ­κι­νο φεγ­γά­ρι καὶ τε­λι­κὰ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ἡ νυ­χτε­ρί­δα φτε­ρού­γι­ζε ἤ­ρε­μα καὶ ὁ Κα­σπάρ, μπερ­δε­μέ­νος, με­θυ­σμέ­νος ἀ­πὸ χα­ρὰ καὶ ἔκ­πλη­ξη, πῆ­ρε τὸ κο­ρί­τσι ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Ἔ­ξω, τὰ δέν­τρα στε­κό­­νταν γο­να­τι­σμέ­να σὰν με­γά­λες λευ­κὲς ἀρ­κοῦ­δες, ὁ οὐ­ρα­νὸς χτυ­ποῦ­σε μα­νι­α­σμέ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ σπι­τιοῦ, ὅ­που ἡ ἔκ­πλη­κτη μη­τέ­ρα κα­θό­ταν στὴ γω­νιά της καί, μὲ ἕ­να μεῖγ­μα εὐ­γέ­νειας καὶ ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­ας, μουρ­μού­ρι­σε «Γι­έ μου, γι­έ μου, τί πα­ρά­ξε­να πράγ­μα­τα συμ­βαί­νουν; Ποι­ός ξέ­ρει ἂν εἶ­ναι γιὰ τὸ κα­λό μας;» Χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη μη­τέ­ρα του, ποὺ πο­τὲ δὲν μπό­ρε­σε νὰ πα­ρη­γο­ρή­σει τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ τὴν ἀ­πώ­λεια τοῦ κα­πέ­λου της πέ­θα­νε καὶ ὁ Κα­σπὰρ εἶ­χε με­τα­κο­μί­σει μὲ τὴ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα του σὲ μιὰ πιὸ φω­τει­νὴ χώ­ρα, σὲ μιὰ χώ­ρα ὅ­που οἱ κα­ται­γί­δες ἠ­χοῦ­σαν μὲ χα­ρὰ πά­νω ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα δέν­τρα, ὅ­που ἡ ὁ­μί­χλη ἦ­ταν χρυ­σα­φέ­νια καὶ οἱ ἄ­νε­μοι ψι­θύ­ρι­ζαν λό­για ἀ­γά­πης, ὅ­που τα λου­λού­δια χό­ρευ­αν μὲ ἄ­καμ­πτα με­τα­ξω­τὰ φο­ρέ­μα­τα καὶ τὰ που­λιὰ τρα­γου­δοῦ­σαν ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα, τύ­χαι­νε με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὁ νε­α­ρὸς γαμ­πρός, στὴ μέ­ση μιᾶς συ­ζή­τη­σης, ξαφ­νι­κὰ νὰ κοι­τά­ει τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ λέ­ει ἐμ­φα­τι­κά: «Μά τὸ κα­πέ­λο τῆς μη­τέ­ρας μου», ἔ­τσι, ὅ­πως λέ­νε ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι: «Μά τὸν Θε­ό». Οἱ πάν­τες ἐκ­πλήσ­σον­ταν μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ὁ­μι­λί­ας, μό­νο ἡ σύ­ζυ­γός του τοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι, σὰν νὰ ἤ­ξε­ρε αὐ­τὴ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἤ­ξε­ρε γιὰ τὴ νυ­χτε­ρί­δα τό­σα λί­γα ὅ­σα καὶ ὁ σύ­ζυ­γός της.


       Σὲ ἕ­να κου­τά­κι

­να βι­ο­λε­τὶ ἄν­θος βρι­σκό­ταν στὶς δι­α­βά­σεις πε­ζῶν, ἕ­νας ἄν­τρας τὸ πά­τη­σε καὶ τὸ συ­νέ­θλι­ψε[2]. Ἀ­μέ­σως με­τὰ μπῆ­κε σὲ μιὰ πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ ἔ­πει­τα στὸ δω­μά­τιό του, ποὺ ἦ­ταν σὰν μιὰ σκη­νὴ θε­ά­τρου, στὸ σπί­τι ἀ­πέ­ναν­τι οἱ θε­α­τὲς κά­θον­ταν καὶ κοι­τοῦ­σαν μέ­σα. Τὸ πα­ρά­θυ­ρό του ἦ­ταν πλαι­σι­ω­μέ­νο ἀ­πὸ με­γά­λες, κόκ­κι­νες κουρ­τί­νες. Ἔ­λε­γε στὸ τη­λέ­φω­νο, στὴν πρώ­ην σύ­ζυ­γό του: «Σὲ εἶ­δα σὲ ἕ­να ὄ­νει­ρο, στε­κό­σουν δί­πλα σε ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο, φαι­νό­σουν ὑ­γι­ής.» — «Εἶ­μαι μου­σι­κός», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεί­νη, «ἀ­κού­γε­ται ἀ­πὸ τὴ φω­νή σου ὅ­τι δὲν εἶ­σαι κα­λά.»

       Δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς μιὰ ἀ­προ­σμέ­τρη­τη κού­ρα­ση, ρι­ζω­μέ­νη στὸ πνεῦ­μα, ποὺ τοῦ κα­τέ­στη­σε ἀ­δύ­να­τη τὴν ἀ­νά­γνω­ση ἑ­νὸς βι­βλί­ου, ἦ­ταν ἐ­πί­σης ὁ φό­βος ἑ­νὸς ξέ­νου κό­σμου. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀν­τέ­ξει οὔ­τε προ­σεγ­γί­σεις οὔ­τε ἐ­πι­θέ­σεις. Ἐξ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος ἐ­ρευ­νη­τὴς ἀ­γο­ρᾶς, ρω­τοῦ­σε τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ πή­γαι­νε νὰ βρεῖ στὰ σπί­τια τους: «Θὰ ἀ­γο­ρά­ζα­τε ἕ­να βι­βλί­ο μὲ ἕ­να κρα­νί­ο στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο;». Δὲν ἄ­κου­γε κὰν μου­σι­κή. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φύ­γει. Πῆ­γε σὲ ἕ­να τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ γρα­φεῖ­ο καὶ ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὸ εἰ­σι­τή­ριο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη του. Τὸ κου­βα­λοῦ­σε πάν­τα μα­ζί του καὶ τὸ ἀ­πο­λάμ­βα­νε. Στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο δι­η­γή­θη­κε σὲ μιὰ ἄ­γνω­στη κυ­ρί­α: «Εἶ­μαι γιὸς πο­λὺ φτω­χῶν γο­νέ­ων. Ἐ­φό­σον ἔ­πρε­πε νὰ κά­νου­με οἰ­κο­νο­μί­α, καὶ δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ ἔ­χου­με τί­πο­τα, μοῦ λεί­πει μιὰ κά­ποι­α γεν­ναι­ο­δω­ρί­α στὴ σκέ­ψη καὶ τὸ συ­ναί­σθη­μα. Ὁ κό­σμος μου βρί­σκει τὴ θέ­ση του σὲ ἕ­να κου­τά­κι. Ἡ πρώ­ην σύ­ζυ­γός μου εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή: Εἶ­ναι μιὰ σαύ­ρα, μοῦ ἔ­δι­νε φι­λιὰ σαύ­ρας.» Ἡ κυ­ρί­α θὰ γε­λοῦ­σε με­τὰ χα­ρᾶς, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρε ἂν ἦ­ταν σω­στὸ νὰ τὸ κά­νει. Καὶ ἐ­πει­δὴ κά­ποι­ος ποὺ ζεῖ σὲ ἕ­να κου­τά­κι δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­νέ­βει μὲ χα­ρὰ σὲ ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο καὶ νὰ πε­τά­ξει μα­κριά, ὁ ἄν­τρας πα­ρέ­μει­νε στὴν πό­λη.


[1]Τὸ λο­γο­παί­γνιο σχε­τί­ζε­ται, προ­φα­νῶς, μὲ τὴν ἔκ­φρα­ση Gefluegelte Woerte, ὅ­ρος ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ φρά­σεις ἢ σὲ ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἔρ­γων ση­μαν­τι­κῶν συγ­γρα­φέ­ων, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν πλέ­ον μέ­ρος τῆς ὁ­μι­λού­με­νης γλώσ­σας.
[2] Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς δι­α­κει­με­νι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς στὴν Ντυ­βα­νὲλ εἶ­ναι πο­λὺ σα­φεῖς, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ εἶ­ναι λο­γο­τε­χνι­κὰ πιὸ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὲς (ἐ­δῶ ἡ ἀ­να­φο­ρὰ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ Die Ermor­dung ei­ner But­ter­blu­me, τοῦ Ἄλ­φρεντ Ντέμ­πλιν).
Βι­βλι­ο­γρα­φί­α
       Al-Sharqi, Laila καὶ Abbasi, Irum Saeed. «Flash Fi­ction: A Uni­que Writer-Rea­der Partner­ship». Stu­dies in Lite­rature and Langua­ge, τόμ. 11 (1), 2015. 52-56.
       Althaus, Thomas, Bunzel, Wolf­gang καὶ Goet­tsche, Dirk (ἐ­πιμ.). Kleine Prosa: The­orie und Ge­schichte eines Text­feldes im Literatur­system der Mo­derne. Βε­ρο­λί­νο: De Gruyter, 2007.
       Bichsel, Peter. Il let­tore, il nar­rare. Μι­λά­νο: MarcosyMarcos, 1981.
       Cixous, Helene καὶ Derrida, Ja­cques. Veli. Φλω­ρεν­τί­α: A­linea, 2004.
       Corti, Maria. Principi della comuni­cazione let­teraria. Μι­λά­νο: Bom­piani, 1976.
       Derrida, Jacques. Toccare. Jean Luc Nan­cy. Κα­ζά­λε Μον­φε­ρά­το: Marietti, 2007.
       Domin, Hilde. Doppel­interpreta­tionen. Φραν­κφούρ­τη: Athenaeum, 1969.
       Domin, Hilde. Aber die Hof­fnung. Φραν­κφούρ­τη: Piper, 1982.
       Durzak, Manfred. Die deut­sche Kurz­ge­schi­chte der Ge­gen­wart. Βύρ­σμπουργκ: Konig­shausen & Neu­mann, 2002.
       Duvanel, Adelheid. Beim Hute meiner Mut­ter. Μό­να­χο: Hanser, 2004.
       Fuchs, Gun­ter Bru­no, Gesam­melte Fibel­geschi­chten und letzte Ge­dichte, Μό­να­χο: Hanser, 1978.
       Gottschall, Jonathan. L’istin­to di nar­rare. Μι­λά­νο: Bol­lati Bo­ringhie­ri, 2014.
       Hans-Christoph Graf v. Nay­hauss (ἐ­πιμ.). Theorie der Kurzge­schichte. Uberar­bei­tete und erweiterte Aus­gabe. Στουτ­γκάρ­δη: Reclam, 2004.
       Hempfer, Klaus. Gattungetheo­rie. Μό­να­χο: Fink, 1973.
       Hollerer, Walter. «Die kurze Form der Prosa». Akze­nte 9 (1962), τεῦ­χος 3. 226–245.
       Lettau, Rein­hard. Auf­tritt Manigs. Μό­να­χο: Hanser, 1963.
       Lettau, Rein­hard. Immer kuerzer wer­dende Geschichten. Μό­να­χο: Hanser, 1973.
       Marx, Leonie. Die deut­sche Kurz­geschichte. Στουτ­γκάρ­δη/Βα­ϊ­μά­ρη: Metzler, 2005.
       Meyer, Urs. «Zeitschrift, Zettel, Zigaret­tenscha­chtel», στὸ Thomas Althaus, Wolfgang Bun­zel καὶ Dirk Got­tsche (ἐ­πιμ.). Kleine Prosa, Theorie und Ge­schichte eines Text­feldes im Literatur­system der Moder­ne, Βε­ρο­λί­νο: De Gruyter, 2007. 353-369.
       Shaeffer, Jean Marie. Che cos’e un ge­nere let­terario. Πάρ­μα: Pratiche, 1992.
       Shapard, Robert καὶ Thomas, James (ἐ­πιμ.). Sud­den Fiction: Ame­rican Short-Short Sto­ries. Ὤ­στιν: W. W. Norton, 1986.
       Shapard, Robert καὶ Thomas, James. Sud­den Fiction La­tino. Ὤ­στιν: W. W. Norton, 2010.
       Shapard, Robert. Flash Fiction Interna­tio­nal. Ὤ­στιν: W. W. Norton, 2012.
       Shapard, Robert. «The Remarkable Rein­vention of Very Short Fiction» στὸ World Li­tera­ture Today,
https://www.worldliteraturetoday.org/2012/september/remarkable-reinvention-veryshort-fiction-robert-shapard (ἀ­να­κτή­θη­κε στὶς 9 Σε­πτεμ­βρί­ου 2017).
       Spinnen, Burkhard. Schriftbil­der. Stu­dien zu einer Ge­schichte emble­mati­scher Kurz­prosa. Μό­να­χο: Aschendorff, 1991.
       Theuas, Ro­land. «Itera­bility and Dif­ferance: Re-tracing the Con­text of the Text». Kritike, τόμ. III, τεῦ­χος 2. (2009). 68-89.
http://www.kritike.org/journal/issue_6/pada_december2009.pdf (ἀ­να­κτή­θη­κε στὶς 9 Σε­πτεμ­βρί­ου 2017).
       Zavala, Lauro. «De la teoría lite­raria a la mini­ficción posmoderna» στὸ Ciencias Sociais Unisinos 43(1), Ἰ­α­νουά­ριος/Ἀ­πρί­λιος 2007. 86-96.


Πη­γή: Microtextualidades. Revista Inter­na­cional de micror­relato y mini­ficción, τεῦ­χος 2, σέλ. 57-71, 2017. Τί­τλος πρω­το­τύ­που: «La micro­forma let­teraria in lingua te­de­sca tra il 1960 e i pri­mi an­ni del 2000. Trat­ti storico-let­tera­ri, teorici e di scrit­tura di una forma dell’enga­gement.»

Πά­ο­λα Ντὲλ Τζό­πο (Paola Del Zoppo) (Νά­πο­λη, 1975): Εἶ­ναι δι­δά­κτο­ρας στὴ Συγ­κρι­τι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α καὶ Με­τά­φρα­ση Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Κει­μέ­νου, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὰ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ Πο­λι­τι­κὰ Συ­στή­μα­τα καὶ εἶ­ναι σή­με­ρα Ἐ­ρευ­νή­τρια Γερ­μα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Το­σκί­ας, ἐ­πο­χι­κὴ κα­θη­γή­τρια Γερ­μα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Πο­λι­τι­κῆς στὸ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο (LUMSA) τῆς Ρώ­μης, δι­ευ­θύν­τρια σύν­τα­ξης τῶν ἐκ­δό­σε­ων Del Vecchio Editore καὶ κα­θη­γή­τρια γιὰ τὸ Master στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση τῆς Σι­έ­να. Κύ­ρια ἀν­τι­κεί­με­νά της εἶ­ναι: Πο­λι­τι­στι­κὲς καὶ δι­α­πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δὲς (Γυ­ναι­κεῖ­ες σπου­δές, Ἐγ­κλη­μα­το­λο­γι­κὲς σπου­δές), Δι­α­πο­λι­τι­σμι­κὴ πο­λι­τι­κή, Με­λέ­τες γιὰ τὴν πο­λι­τι­στι­κὴ μνή­μη καὶ τοὺς κα­νό­νες της, Σχέ­σεις με­τα­ξὺ λο­γο­τε­χνί­ας, λο­γο­τε­χνι­κῆς θε­ω­ρί­ας, κοι­νω­νι­κο-ἀν­θρω­πο­λο­γι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης καὶ κοι­νω­νι­κῆς δι­α­φω­νί­ας (δι­α­κρί­σεις μὲ βά­ση τὸ φύ­λο, τὴν ἡ­λι­κί­α, τὴν δι­α­νο­η­τι­κὴ ἀ­πό­κλι­ση), Πο­λι­τι­κὴ καὶ χῶ­ροι ἀλ­λη­λε­πί­δρα­σης καλ­λι­τε­χνῶν, Στι­λι­στι­κὴ καὶ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κρι­τι­κή. Ἔ­χει γρά­ψει γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χὴ τοῦ Φά­ου­στ τοῦ Γκαῖ­τε στὴν Ἰ­τα­λί­α (Artemide, 2009), ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴ δη­μο­σί­ευ­ση στὴν Ἰ­τα­λί­α τῶν ἔρ­γων τῆς Hilde Domin (Del Vecchio Editore 2012-2020) καὶ τοῦ Leonhard Frank καὶ με­τέ­φρα­σε συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ σύγ­χρο­νους ἀ­πὸ τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἀγ­γλι­κά. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἔ­χει ἐ­πι­κεν­τρω­θεῖ στὶς δι­α­συν­δέ­σεις με­τα­ξὺ παι­δα­γω­γι­κῆς, πρα­κτι­κῶν χει­ρα­γώ­γη­σης καὶ στιγ­μα­τι­σμοῦ στὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς σπου­δὲς καὶ σὲ δι­α­πο­λι­τι­σμι­κὰ ζη­τή­μα­τα τῶν σχέ­σε­ων λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τη­λε­ό­ρα­σης, μὲ ἔμ­φα­ση στὸ ἐγ­κλη­μα­το­λο­γι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Ὄλ­γα Ἀ­να­στα­σιά­δουΚων­σταν­τί­να Δρά­τσαΚί­μων Κα­τσα­μά­κας (Τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Φι­λο­λο­γί­ας, ΑΠΘ).

Ἐ­πι­μέ­λεια με­τά­φρα­σης: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

 

Φωτογραφία: Ἡ Πάολα ντὲλ Τζόπο (ἀ­ριστε­ρά) πα­ρου­σιά­ζει ὡς διευ­θύν­τρια  σύν­τα­ξης τὶς ἐκ­δό­σεις Del Vec­chio E­di­to­re (2012-2020) στὴ Διε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τοῦ Το­ρί­νο τὸ Φθι­νό­πω­ρο τοῦ 2017.

(βλ. καὶ σύνδεσμο: https://www.youtube.com/watch?v=_9rDbcfwOuY)



		

	

Χρῖστος Δάλκος: Τό κοτσάρι



Χρῖστος Δάλκος


Τό κοτσάρι


«ΣΦΙΞΟΥ, κυρά μου», εἶπε ἡ νοσοκόμα.

       «Γιά προσέξτε πῶς μοῦ μιλᾶτε», εἶπε ἡ κυρία. «Ἐγὼ δὲ σᾶς πρόσβαλα, ἔτσι;»

       «Τί, ἐπειδὴ σᾶς εἶπα “κυρά μου”; Ὡραῖα, τὸ παίρνω πίσω, σφιχτῆτε κυρία μου!»

       «Κάτι εἶναι κι αὐτό, ἀρχίσαμε νὰ συνεννοούμαστε…»

       «Ναί, ἀλλὰ δὲ βλέπω νὰ σφίγγεστε», ἐπέμεινε ἡ νοσοκόμα.

       «Ἔ, πόσο πιὰ νὰ σφιχτῶ, θὰ χαλάσῃ καὶ ἡ φόρμα μου…»

       «Μ᾿ ὅλο τὸ θάρρος, εἶναι σφίξιμο αὐτό; Ἐδῶ, ἡ διπλανή σας, μ᾿ ἕνα σφίξιμο ἔβγαλε τρίδυμα, κι ἐσεῖς μᾶς παιδεύετε τόσες μέρες, πότε ὁ Γιάννης δέ μπορεῖ, πότε…»

       «Ἄ, δὲν ὑποφέρεστε, δὲν ἤθελα νὰ ἀπευθυνθῶ στὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς κλινικῆς, ἀλλὰ μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς ἀναφέρω! Δὲν εἶναι κατάσταση αὐτὴ πλέον!»

       «Εἶναι ἡ τρίτη φορὰ κυρία μου ποὺ μοῦ κάνετε καταγγελία, καὶ ἐντάξει, καταγγεῖλτε με, ἀλλὰ σφιχτῆτε πα­ραλ­λή­λως σᾶς παρακαλῶ, ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ γεννήσετε καὶ κάποτε…»

       «Ἔστω, θὰ καταβάλω μιὰ τελευταία προσπάθεια πα­ραλ­λή­λως, ἀπαιτῶ ὅμως νὰ μεταβιβάσετε στοὺς ὑπευθύνους τὰ ἐντονώτατά μου παράπονα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τα­λαι­πω­ροῦ­μαι ἐπὶ τρεῖς συναπτὲς ἡμέρες, καὶ νὰ σκοντάφτω πάνω στὴν πιὸ ἀπίστευτη ἀναλγησία!»

       «Ἄ, σὰν κάτι νὰ γίνεται…», ἀναθάρρησε ἡ νοσοκόμα, «γιὰ σφιχτῆτε λίγο παραπάνω… λίγο ἀκόμα… κι ἄλλο λίγο… μὰ αὐτὸ εἶναι ἀπίστευτο… κυρία μου, κάνατε ἕνα τεράστιο κοτσάρι!*…»


* Ξερὸ χοντρὸ ἀνθρώπινο περίττωμα. Στὰ Τρόπαια Ἀρκαδίας, καὶ σὲ ἄλλα γειτονικὰ ἰδιώματα τῆς Γορτυνίας.

[Σ.τ.Ε.: Ἡ πα­ρού­σα δη­μο­σίευ­ση ἀ­φιε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δό­τη στὴ μνή­­μη τοῦ Πρί­­μο Λέ­βι (1919-1987) καὶ τοῦ συγκλο­νι­στι­κοῦ ἔρ­γου του Ἂν αὐτὸ εἶ­ναι ἄν­θρω­πος.]


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῖ­στος Δάλ­κο­ς (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲ­ς ἱ­στο­ρί­ε­ς (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­α­ς (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007), Γλωσ­σι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λά­θη μας; (Πα­ρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖo του βι­βλίo τὸ ποι­η­τι­κὸ Τὰ Δί­λο­γα (Με­λά­νι, 2020). καὶ τὸ δο­κί­μιο.

Εἰκόνα: James Ensor (1860-1949), A­lime­na­tion Doc­tri­nai­re [Δογ­μα­τι­κὴ Δι­α­τρο­φή], 1889. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸν πίνακα στὸ James Ensor. An online museum.