Τζί­μης Πα­νού­σης: Κά­θε ἐμ­πό­ριο γιὰ κα­λό



Τζί­μης Πα­νού­σης (Ἀφιέρωμα, 3/6)


Κά­θε ἐμ­πό­ριο γιὰ κα­λό


ΜΑΡΙΝΑ βύ­θι­σε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση τὰ πρη­σμέ­να πό­δια της στo ζε­στὸ νε­ρὸ ποὺ ἄ­χνι­ζε στὴν πλα­στι­κὴ λε­κά­νη μπρο­στὰ στὸ πα­λιὸ σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι. Αὐ­τὴ ἡ λε­κά­νη, μα­ζὶ μὲ τὸ κρε­βά­τι κι ἕ­να ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο τά­βλι ἤ­τα­νε καὶ τὰ μο­να­δι­κὰ ἔ­πι­πλα τοῦ δω­μα­τί­ου, ὄ­χι ὅ­μως καὶ τῆς Μα­ρί­νας, ποὺ τὰ ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τά της (ροῦ­χα, κα­τσα­ρό­λες, κα­ρέ­κλες) τὰ εἶ­χε στὰ ἄλ­λα δω­μά­τια, ἀ­φοῦ τὸ σπί­τι ἦ­ταν τριά­ρι. Ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο δι­α­μέ­ρι­σμα στοῦ Γκύ­ζη, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὴν Ἱπ­πο­κρά­τους. Ἐ­δῶ ἔ­με­νε καὶ ὁ Μα­νώ­λης, ὁ ἀ­δελ­φὸς τῆς Ἑ­λέ­νης, ποὺ πέ­θα­νε στὴ χούν­τα, ἀ­πὸ καρ­κί­νο. Τὴ Μα­ρί­να, αὐ­τός, (τα­χυ­δρό­μος ἤ­τα­νε) τὴν εἶ­χε γιὰ νὰ τὸν πε­ρι­ποι­εῖ­ται καὶ ἦ­ταν καὶ κομ­μά­τι τσιμ­πη­μέ­νος μα­ζί της. Λε­φτὰ γιὰ νὰ τὴν πλη­ρώ­νει, βέ­βαι­α, δὲν πε­ρισ­σεύ­α­νε, γι’ αὐ­τὸ τῆς εἶ­χε δώ­σει ἕ­να δω­μά­τιο, καὶ τῆς ἐ­πέ­τρε­πε νὰ βά­ζει τὰ πράγ­μα­τά της καὶ στὰ ὑ­πό­λοι­πα δύ­ο γιὰ νὰ τὴν ὑ­πο­χρε­ώ­σει μπᾶς καὶ τοῦ κά­τσει. Ὅ­ταν ἄ­νοι­γες τὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ δω­μά­τιο τῆς Μα­ρί­νας, φά­τσα ἀ­πέ­ναν­τι ἤ­τα­νε τὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα τῆς πε­ρι­ο­χῆς. «Ἔ­χεις καὶ θέ­α τοὺς μπά­τσους», τῆς ἔ­λε­γε ὁ Μα­νώ­λης γε­λών­τας, κι αὐ­τὴ τσαν­τι­ζό­τα­νε, για­τί εἶ­χε ἀ­δερ­φὸ χω­ρο­φύ­λα­κα. Ὁ Μα­νώ­λης, ἀ­π’ τὰ χα­ρά­μα­τα, ση­κω­νό­τα­νε καὶ πή­γαι­νε στὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο νὰ πα­ρα­λά­βει τὸν σά­κο μὲ τὰ γράμ­μα­τα. Με­τά, πά­λι γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι, τά ‘­δι­νε στὴ Μα­ρί­να, κι αὐ­τὴ ἔ­βγαι­νε νὰ τὰ μοι­ρά­σει, για­τί αὐ­τός, με­τὰ τὴν Ἀλ­λα­γή, εἶ­χε πέ­σει στὴν πρέ­ζα καὶ δὲν τὸν βα­στά­γα­νε τὰ πό­δια του. Ξά­πλω­νε, λοι­πόν, στὸ κρε­βά­τι τῆς Μα­ρί­νας, ἄ­νοι­γε καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τοὺς μπά­τσους ἀ­πέ­ναν­τι. Οἱ μπά­τσοι, βέ­βαι­α, τὰ ξέ­ρα­νε ὅ­λα. Καὶ γιὰ τὴ λού­φα στὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο, καὶ γιὰ τὴν πρέ­ζα. Ἀλ­λὰ κά­να­νε τὰ στρα­βὰ μά­τια, κι ὁ Μα­νώ­λης αὐ­τὸ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σε. Μιὰ γει­το­νιά, ἔ­λε­γε, εἴ­μα­στε. Ἅ­μα ἀρ­χί­σει νὰ καρ­φώ­νει ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, χα­θή­κα­με. Εἶ­χε πιά­σει μά­λι­στα καὶ φι­λί­ες μὲ τοὺς σκο­πούς, καὶ πιὸ πο­λὺ μ’ ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἀ­π’ τὴν Ἤ­πει­ρο. Τὸν ἐ­λέ­γα­νε Χα­ρί­ση, τὸ μι­κρό του δὲν τοῦ τό ‘­χε πεῖ, καὶ εἶ­χε μπεῖ στὸ σπί­τι κά­να-δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ σχό­λα­σμα καὶ παί­ξα­νε τά­βλι. Τὴ μιὰ φο­ρὰ τοὺς βρῆ­κε κι ἡ Μα­ρί­να νὰ παί­ζου­νε κι ἔ­κα­νε με­γά­λη φα­σα­ρί­α στὸ Μα­νώ­λη, μπᾶς καὶ μπλέ­ξει τὸ νε­α­ρὸ κι ἔ­χου­νε τρα­βήγ­μα­τα. Κι ἐ­πει­δὴ ὁ Μα­νώ­λης δὲν ἔ­παιρ­νε ἀ­πὸ λό­για, πῆ­γε μό­νη της καὶ βρῆ­κε τὸν ἀ­στυ­νό­μο καὶ τοῦ ‘­πε νὰ μὴν ἔρ­χε­ται στὸ σπί­τι γιὰ νὰ μὴ χα­λά­σει τὴν κα­ρι­έ­ρα του. Τοῦ ‘­πε καὶ τὰ βά­σα­νά της, ὅ­λη μέ­ρα πο­δα­ρό­δρο­μο χω­ρὶς νὰ πλη­ρώ­νε­ται, πὼς δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν στὸν κό­σμο, καὶ τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ὁ ἀ­στυ­νό­μος, τὴν παν­τρεύ­τη­κε, πῆ­ρε καὶ τὰ πράγ­μα­τά της ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μ’ ἕ­να τρί­κυ­κλο, κι ἔ­μει­νε ὁ Μα­νώ­λης μό­νος του μὲ τρί­α δω­μά­τια. Εἶ­δε κι ἀ­πό­ει­δε, Μα­ρί­να ἄλ­λη δὲν ἔ­βρι­σκε, γκρέ­μι­σε, λοι­πόν, τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸ τμῆ­μα: τό ‘­κα­νε πόρ­τα. Ἔ­βα­λε καὶ μιὰ ταμ­πέ­λα: «Αἰ­τή­σεις», εἶ­χε καὶ τὶς γνω­ρι­μί­ες του μὲ τὰ ὄρ­γα­να, μπῆ­κε καὶ σ’ ἕ­να κόλ­πο μὲ κά­τι ἄ­δει­ες τα­ξί, καὶ τώ­ρα ἔ­χει δι­κό του βεν­ζι­νά­δι­κο ὁ Μα­νώ­λης.


Πη­γή: Μι­κρο­α­στι­κὴ κα­τα­στρο­φή, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005.

[Αὐ­το-ερ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005:]

Τζί­μης Πα­νού­σης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1954, στὶς 12 Φε­βρου­α­ρί­ου, λί­γο πρὶν τὶς 12 τὰ με­σά­νυ­χτα […]. Γρά­φει τρα­γού­δια, βι­βλί­α καὶ κά­νει ἐκ­πομ­πὲς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­πὸ τὸ 1988. Ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ἐν­νέ­α χρό­νων παί­ζον­τας Κα­ραγ­κι­ό­ζη, μὲ αὐ­το­σχέ­δι­ες φι­γοῦ­ρες ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λα πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα ἱ­δρύ­μα­τος ἀ­προ­σάρ­μο­στων παι­δι­ῶν στὸ Χο­λαρ­γό. Ἔ­χει ἀλ­λερ­γί­α στὸ ὀ­πα­δι­λί­κι ὅ­λων τῶν τύ­πων, ἀ­πὸ κόμ­μα­τα καὶ ὀρ­γα­νώ­σεις μέ­χρι πο­δο­σφαι­ρι­κὲς ὁ­μά­δες καὶ πα­τρί­δες. Σι­χαί­νε­ται τοὺς ἀ­με­ρι­να­νο­τσο­λιά­δες, τοὺς νε­ο­γε­νί­τσα­ρους ἐκ­συγ­χρο­νι­στὲς καὶ τοὺς χρη­μα­τό­δου­λους ἀρ­πα­κο­λα­τζῆ­δες […]. Κομ­πορ­ρη­μο­νεῖ ὁ ἴ­διος, ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε συγ­κι­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ντέρ­μπι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀν­τι­πά­λων Δό­ξας καὶ Χρή­μα­τος (τὸ παί­ζει στάν­ταρ Χί, καὶ μά­λι­στα μη­δὲν μη­δέν). Συμ­πα­γὴς καλ­λι­τέ­χνης βα­ρέ­ων βα­ρῶν, ἔ­χει στὴν πλά­τη του ἕ­να βα­ρὺ ἔμ­φραγ­μα κι ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κό, ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος (;) μὲ τὴν εὐ­χή: «Νὰ μᾶς ἔ­χει ὁ θε­ὸς γε­ροὺς νὰ μπο­ροῦ­με ν’ ἀρ­ρω­στή­σου­με, δι­ό­τι ἡ ἀρ­ρώ­στια στὸ κα­πά­κι δὲ λέ­ει, εἶ­ναι του­μα­τσί­λα….».

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: