Τζί­μης Πα­νού­σης: Ὁ σχι­ζο­φρε­νὴς δο­λο­φό­νος μὲ τὸ μπαμ­πά­κι



Τζί­μης Πα­νού­σης  (Ἀφιέρωμα, 4/6)


Ὁ σχι­ζο­φρε­νὴς δο­λο­φό­νος μὲ τὸ μπαμ­πά­κι


Δῶ­στε μου ἐ­πι­χο­ρή­γη­ση νὰ σπεί­ρω κα­λαμ­πό­κια,
νὰ φτά­σου­νε πο­λὺ ψη­λά, νὰ κρύ­ψου­νε τὰ κλώ­νια
τῆς ‘­βλο­γη­μέ­νης χα­σι­σιᾶς πού ‘ν στὴν πα­ρα­νο­μί­α,
γιὰ νὰ ξο­φλή­σω δά­νεια, νὰ φά­ει κι ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α.

ΩΣ ΝΑ ΠΑΝΕ ΚΑΤΩ τὰ μπαμ­πά­κια μὲ τέ­τοι­ες τι­μές; Ἂν τό ‘­ξέ­ρα ὅ­τι θὰ βά­ζω καὶ ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη μου τὴν τρύ­πια, θὰ κοί­τα­γα νὰ βρῶ σπό­ρο ὀλ­λαν­δι­κό, νὰ σπεί­ρω χαν­ζα­πλά­στ καὶ τσι­ρό­τα ποὺ τὰ ζη­τά­ει ἡ ἀ­γο­ρὰ ἡ νε­ό­πλου­τη. Στὴν ἀρ­χὴ ἔ­βα­ζα κα­πνά, ποὺ τὰ βρῆ­κα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­πως τὰ εἶ­χε βρεῖ κι αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὸν παπ­πού του. Με­τά, ἄρ­χι­σε νὰ πέ­φτει ἡ ζή­τη­ση για­τί ὁ κο­σμά­κης ἐ­θί­στη­κε στὸ Marlboro ποὺ ἔ­χει καὶ κά­τι ἄλ­λο μέ­σα ποὺ δὲν τὸ μαρ­τυ­ρᾶ­νε, ὅ­πως δὲν μαρ­τυ­ρᾶ­νε καὶ τὴ συν­τα­γὴ τῆς κό­κα-κό­λα, ποὺ τὴ συ­νή­θι­σε ἡ συ­χω­ρε­μέ­νη ἡ Χρι­στί­να Ὠ­νά­ση για­τὶ στὴν κό­κα, κολ­λᾶς. Σὰν νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τὸ μὲ τοὺς Ἀ­με­ρι­κά­νους ποὺ βά­ζου­νε ὅ,τι βρί­σκου­νε μέ­σα στὰ τσι­γά­ρα (ἀ­πὸ μέ­λι μέ­χρι πο­τά­σα, καὶ με­τὰ τὰ βρά­ζου­νε), βά­λα­νε καὶ τὶς ταμ­πέ­λες: «Τὸ κά­πνι­σμα βλά­πτει τρο­με­ρὰ τὴν ὑ­γεί­α», μᾶς κά­να­νε τοὺς πε­λά­τες ὑ­πο­ψή­φιους καρ­κι­νο­πα­θεῖς, καὶ τὰ ἔ­σο­δα ἀ­πὸ τὸν κα­πνὸ γί­να­νε κα­πνός. Γιὰ νὰ σοῦ δώ­σω νὰ κα­τα­λά­βεις τὴν προ­πα­γάν­δα τῶν ἐ­πεν­δυ­τῶν τοῦ τέ­ταρ­του Ρά­ιχ, τὶς ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις τὶς κολ­λᾶ­νε ὅ­που τους συμ­φέ­ρει. Ξε­ρί­ζω­σα, λοι­πόν, τὰ κα­πνὰ κι ἔ­βα­λα μπαμ­πά­κι ἐ­πι­δο­τού­με­νο. Θά ‘­χω τὸ κε­φά­λι μου ἥ­συ­χο, σκέ­φτη­κα. Ποῦ νὰ φαν­τα­στῶ ὅ­τι θὰ πε­τά­γα­νε τὰ στρώ­μα­τα μὲ τὰ μπαμ­πά­κια καὶ θὰ τὴν ἀ­ρά­ζα­νε πά­νω σε εἰ­σα­γό­με­νους κο­κο­φοί­νι­κες! Με­τά, βγή­κα­νε καὶ οἱ σερ­βι­έ­τες μὲ τὰ πτε­ρύ­για — ἄλ­λο με­γά­λο πλῆγ­μα γιὰ τὸ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὸ βαμ­βά­κι ποὺ δὲ δι­α­θέ­τει τὴν αἴ­γλη τοῦ πλα­στι­κοῦ. Ἔ­τσι ποὺ πᾶ­με, ἂν δὲ γί­νει πό­λε­μος νὰ ξε­σκαρ­τά­ρου­με, θὰ βά­ζου­με ἐμ­φι­α­λω­μέ­νο νε­ρὸ στὸ κα­ζα­νά­κι τῆς του­α­λέ­τας, ἐ­νῶ ἀ­π’ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα μας θὰ ψο­φᾶ­νε κα­μιὰ δε­κα­ριὰ ἀ­προ­σάρ­μο­στοι ἀ­πὸ τὴ δί­ψα. «Ἔ­τσι εἶ­ναι ὁ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμὸς» μᾶς εἶ­πε ὁ γε­ω­πό­νος ἀ­πὸ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Γε­ωρ­γί­ας ποὺ μᾶς φέρ­νει μὲ τὸ ἀ­ζη­μί­ω­το τὰ δη­λη­τή­ρια τοῦ ὑ­πουρ­γοῦ γιὰ τὸν ἀρ­γὸ θά­να­το τῶν χω­ρα­φι­ῶν. Μπῆ­κα μέ­σα, λοι­πόν, καὶ μὲ τὸ μπαμ­πά­κι, καὶ τώ­ρα σκέ­φτο­μαι, ὅ­πως καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι στὸ χω­ριό, νὰ φυ­τέ­ψω ἄ­σφαλ­το. Θὰ ρί­ξω πίσ­σα, χα­λί­κι, ἄμ­μο, κι ἄ­σ’ τους νὰ κου­ρεύ­ον­ται. Θὰ πά­ω στὴν Ἀ­θή­να καὶ θὰ γί­νω κομ­μώ­τρια. Ποι­ὸς θὰ προ­σέ­ξει ὅ­τι εἶ­μαι ἄν­τρας, ἔ­τσι ποὺ τοὺς ζα­λί­ζει κά­θε βρά­δυ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση μὲ τὴν ἡ­ρω­ί­νη τῶν σχο­λεί­ων;

       Σχό­λα­σα, λοι­πόν, πάρ­κα­ρα τὸ τρα­κτὲρ στὸ με­γα­λύ­τε­ρο μπλό­κο —μὴ μοῦ τὸ κλέ­ψου­νε— καὶ κα­τέ­βη­κα στὴν Ἀ­θή­να. Μοῦ λεί­πει, βέ­βαι­α, τὸ κα­φε­νεῖ­ο, ἀλ­λὰ ἔ­μα­θα ὅ­τι ἀ­νοί­γουν ἑ­ξα­κό­σια ἑ­ξήν­τα ἕ­ξι κα­ζί­να στὴν πε­ρι­φέ­ρεια, καὶ ὅ,τι βγά­ζω ἀ­πὸ τὸ ντα­βα­τζι­λί­κι, πά­ω, τοὺς τὰ ἀ­κουμ­πά­ω καὶ ξε­δί­νω. Για­τί τὸ κομ­μω­τή­ριο εἶ­ναι βι­τρί­να, ὅ­πως κα­τα­λά­βα­τε. Δὲν κα­τέ­βη­κα μό­νος μου στὴν πρω­τεύ­ου­σα, δι­ό­τι κά­τι σκαμ­πά­ζω κι ἐ­γὼ ὁ βλά­χος ἀ­πὸ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμό. Ἔ­χω ἕ­ναν ξά­δερ­φο μπά­τσο —μα­κρι­νό, βέ­βαι­α, για­τί ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μας εἶ­ναι ἀ­ρι­στε­ρή—, καὶ μοῦ πού­λη­σε τέσ­σε­ρις Βουλ­γά­ρες πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ ἐ­πι­πέ­δου μὲ εἰ­δί­κευ­ση στὸ πρω­κτι­κὸ ἄ­νευ προ­φυ­λα­χτι­κού.

       Ἔι­τζ νὰ φά­ν’ κι οἱ κό­τες οἱ παν­τρε­μέ­νες, ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι ζα­λι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὶς τσόν­τες καὶ τοὺς ρυθ­μοὺς σύγ­κλι­σης. Ἄλ­λη ζω­ὴ ‘­δῶ στὴν πρω­τεύ­ου­σα! Δὲ σὲ ξέ­ρει κα­νέ­νας, δὲν ξέ­ρεις κα­νέ­ναν. Ἀλ­λά, δό­ξα τῷ Θε­ῶ, τοῦ που­λιοῦ τὸ γά­λα τὸ κερ­δί­ζω, καὶ μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω. Τὸ μό­νο ποὺ στε­νο­χω­ρι­έ­μαι, εἶ­ναι ποὺ ὁ γιός μου ὁ μα­λά­κας ἔ­πε­σε στὴν πρέ­ζα, καὶ μό­λις πε­θά­νω, τὸ μπουρ­δέ­λο τὸ κομ­μω­τή­ριο θὰ πά­ει στρά­φι. Εἶ­μαι στὰ πα­ζά­ρια τώ­ρα μὲ ξέ­νους ἐ­πεν­δυ­τὲς νὰ τὸ που­λή­σω, νὰ πά­ω νὰ τσι­μεν­τώ­σω τὴν Ἐλ­βε­τί­α, νά ‘­μαι κον­τὰ καὶ στὸ παι­δί μου ποὺ μπαι­νο­βγαί­νει στὰ νο­σο­κο­μεῖα. Τώ­ρα ποὺ τὸ θυ­μή­θη­κα, ἔ­χω ξε­χά­σει καὶ τὸ τρα­κτὲρ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βι­ο­καρ­πὲτ ποὺ φτιά­χνει βι­ο­νι­κὰ χα­λιὰ ντί­τζι­ταλ γιὰ ρα­δι­ό­φω­να. Δὲν ἐ­νο­χλεῖ, ὅ­μως, μοῦ ‘­πά­νε. Βα­ρε­θή­κα­νε οἱ πρω­τευ­ου­σιά­νοι τὶς βόλ­τες καὶ κλει­στή­κα­νε γιὰ πάν­τα στὰ σπί­τια τους. Ποῦ νὰ τρέ­χεις τώ­ρα στὶς κω­λο­ε­κλο­γές, ἀ­φοῦ τὰ δεί­χνει ὅ­λα ἡ τη­λε­ό­ρα­ση; Ἔ­χω δεῖ τό­σο πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ αὐ­το­κί­νη­τό μου στὶς δι­α­φη­μί­σεις, ποὺ τὸ σι­χά­θη­κα. Θὰ τοῦ βά­λω φω­τιά, θὰ πά­ρω τὴν ἀ­σφά­λεια καὶ θὰ γυ­ρί­σω στὸ χω­ριό. Εἶ­μαι ἀ­κό­μα ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν πρώ­τη μου κα­τσί­κα.



Πη­γή: Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Β΄ ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2005.

[Αὐ­το-ερ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005:]

Τζί­μης Πα­νού­σης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1954, στὶς 12 Φε­βρου­α­ρί­ου, λί­γο πρὶν τὶς 12 τὰ με­σά­νυ­χτα […]. Γρά­φει τρα­γού­δια, βι­βλί­α καὶ κά­νει ἐκ­πομ­πὲς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­πὸ τὸ 1988. Ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ἐν­νέ­α χρό­νων παί­ζον­τας Κα­ραγ­κι­ό­ζη, μὲ αὐ­το­σχέ­δι­ες φι­γοῦ­ρες ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λα πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα ἱ­δρύ­μα­τος ἀ­προ­σάρ­μο­στων παι­δι­ῶν στὸ Χο­λαρ­γό. Ἔ­χει ἀλ­λερ­γί­α στὸ ὀ­πα­δι­λί­κι ὅ­λων τῶν τύ­πων, ἀ­πὸ κόμ­μα­τα καὶ ὀρ­γα­νώ­σεις μέ­χρι πο­δο­σφαι­ρι­κὲς ὁ­μά­δες καὶ πα­τρί­δες. Σι­χαί­νε­ται τοὺς ἀ­με­ρι­να­νο­τσο­λιά­δες, τοὺς νε­ο­γε­νί­τσα­ρους ἐκ­συγ­χρο­νι­στὲς καὶ τοὺς χρη­μα­τό­δου­λους ἀρ­πα­κο­λα­τζῆ­δες […]. Κομ­πορ­ρη­μο­νεῖ ὁ ἴ­διος, ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε συγ­κι­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ντέρ­μπι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀν­τι­πά­λων Δό­ξας καὶ Χρή­μα­τος (τὸ παί­ζει στάν­ταρ Χί, καὶ μά­λι­στα μη­δὲν μη­δέν). Συμ­πα­γὴς καλ­λι­τέ­χνης βα­ρέ­ων βα­ρῶν, ἔ­χει στὴν πλά­τη του ἕ­να βα­ρὺ ἔμ­φραγ­μα κι ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κό, ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος (;) μὲ τὴν εὐ­χή: «Νὰ μᾶς ἔ­χει ὁ θε­ὸς γε­ροὺς νὰ μπο­ροῦ­με ν’ ἀρ­ρω­στή­σου­με, δι­ό­τι ἡ ἀρ­ρώ­στια στὸ κα­πά­κι δὲ λέ­ει, εἶ­ναι του­μα­τσί­λα….».

Εἰ­κό­να: Εἰ­κό­να: Πέτρος Ζερβός, ἐφ. Ἐλευθεροτυπία, 15/07/2011.


			

Τζί­μης Πα­νού­σης: Κά­θε ἐμ­πό­ριο γιὰ κα­λό



Τζί­μης Πα­νού­σης (Ἀφιέρωμα, 3/6)


Κά­θε ἐμ­πό­ριο γιὰ κα­λό


ΜΑΡΙΝΑ βύ­θι­σε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση τὰ πρη­σμέ­να πό­δια της στo ζε­στὸ νε­ρὸ ποὺ ἄ­χνι­ζε στὴν πλα­στι­κὴ λε­κά­νη μπρο­στὰ στὸ πα­λιὸ σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι. Αὐ­τὴ ἡ λε­κά­νη, μα­ζὶ μὲ τὸ κρε­βά­τι κι ἕ­να ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο τά­βλι ἤ­τα­νε καὶ τὰ μο­να­δι­κὰ ἔ­πι­πλα τοῦ δω­μα­τί­ου, ὄ­χι ὅ­μως καὶ τῆς Μα­ρί­νας, ποὺ τὰ ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τά της (ροῦ­χα, κα­τσα­ρό­λες, κα­ρέ­κλες) τὰ εἶ­χε στὰ ἄλ­λα δω­μά­τια, ἀ­φοῦ τὸ σπί­τι ἦ­ταν τριά­ρι. Ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο δι­α­μέ­ρι­σμα στοῦ Γκύ­ζη, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὴν Ἱπ­πο­κρά­τους. Ἐ­δῶ ἔ­με­νε καὶ ὁ Μα­νώ­λης, ὁ ἀ­δελ­φὸς τῆς Ἑ­λέ­νης, ποὺ πέ­θα­νε στὴ χούν­τα, ἀ­πὸ καρ­κί­νο. Τὴ Μα­ρί­να, αὐ­τός, (τα­χυ­δρό­μος ἤ­τα­νε) τὴν εἶ­χε γιὰ νὰ τὸν πε­ρι­ποι­εῖ­ται καὶ ἦ­ταν καὶ κομ­μά­τι τσιμ­πη­μέ­νος μα­ζί της. Λε­φτὰ γιὰ νὰ τὴν πλη­ρώ­νει, βέ­βαι­α, δὲν πε­ρισ­σεύ­α­νε, γι’ αὐ­τὸ τῆς εἶ­χε δώ­σει ἕ­να δω­μά­τιο, καὶ τῆς ἐ­πέ­τρε­πε νὰ βά­ζει τὰ πράγ­μα­τά της καὶ στὰ ὑ­πό­λοι­πα δύ­ο γιὰ νὰ τὴν ὑ­πο­χρε­ώ­σει μπᾶς καὶ τοῦ κά­τσει. Ὅ­ταν ἄ­νοι­γες τὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ δω­μά­τιο τῆς Μα­ρί­νας, φά­τσα ἀ­πέ­ναν­τι ἤ­τα­νε τὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα τῆς πε­ρι­ο­χῆς. «Ἔ­χεις καὶ θέ­α τοὺς μπά­τσους», τῆς ἔ­λε­γε ὁ Μα­νώ­λης γε­λών­τας, κι αὐ­τὴ τσαν­τι­ζό­τα­νε, για­τί εἶ­χε ἀ­δερ­φὸ χω­ρο­φύ­λα­κα. Ὁ Μα­νώ­λης, ἀ­π’ τὰ χα­ρά­μα­τα, ση­κω­νό­τα­νε καὶ πή­γαι­νε στὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο νὰ πα­ρα­λά­βει τὸν σά­κο μὲ τὰ γράμ­μα­τα. Με­τά, πά­λι γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι, τά ‘­δι­νε στὴ Μα­ρί­να, κι αὐ­τὴ ἔ­βγαι­νε νὰ τὰ μοι­ρά­σει, για­τί αὐ­τός, με­τὰ τὴν Ἀλ­λα­γή, εἶ­χε πέ­σει στὴν πρέ­ζα καὶ δὲν τὸν βα­στά­γα­νε τὰ πό­δια του. Ξά­πλω­νε, λοι­πόν, στὸ κρε­βά­τι τῆς Μα­ρί­νας, ἄ­νοι­γε καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τοὺς μπά­τσους ἀ­πέ­ναν­τι. Οἱ μπά­τσοι, βέ­βαι­α, τὰ ξέ­ρα­νε ὅ­λα. Καὶ γιὰ τὴ λού­φα στὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο, καὶ γιὰ τὴν πρέ­ζα. Ἀλ­λὰ κά­να­νε τὰ στρα­βὰ μά­τια, κι ὁ Μα­νώ­λης αὐ­τὸ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σε. Μιὰ γει­το­νιά, ἔ­λε­γε, εἴ­μα­στε. Ἅ­μα ἀρ­χί­σει νὰ καρ­φώ­νει ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, χα­θή­κα­με. Εἶ­χε πιά­σει μά­λι­στα καὶ φι­λί­ες μὲ τοὺς σκο­πούς, καὶ πιὸ πο­λὺ μ’ ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἀ­π’ τὴν Ἤ­πει­ρο. Τὸν ἐ­λέ­γα­νε Χα­ρί­ση, τὸ μι­κρό του δὲν τοῦ τό ‘­χε πεῖ, καὶ εἶ­χε μπεῖ στὸ σπί­τι κά­να-δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ σχό­λα­σμα καὶ παί­ξα­νε τά­βλι. Τὴ μιὰ φο­ρὰ τοὺς βρῆ­κε κι ἡ Μα­ρί­να νὰ παί­ζου­νε κι ἔ­κα­νε με­γά­λη φα­σα­ρί­α στὸ Μα­νώ­λη, μπᾶς καὶ μπλέ­ξει τὸ νε­α­ρὸ κι ἔ­χου­νε τρα­βήγ­μα­τα. Κι ἐ­πει­δὴ ὁ Μα­νώ­λης δὲν ἔ­παιρ­νε ἀ­πὸ λό­για, πῆ­γε μό­νη της καὶ βρῆ­κε τὸν ἀ­στυ­νό­μο καὶ τοῦ ‘­πε νὰ μὴν ἔρ­χε­ται στὸ σπί­τι γιὰ νὰ μὴ χα­λά­σει τὴν κα­ρι­έ­ρα του. Τοῦ ‘­πε καὶ τὰ βά­σα­νά της, ὅ­λη μέ­ρα πο­δα­ρό­δρο­μο χω­ρὶς νὰ πλη­ρώ­νε­ται, πὼς δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν στὸν κό­σμο, καὶ τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ὁ ἀ­στυ­νό­μος, τὴν παν­τρεύ­τη­κε, πῆ­ρε καὶ τὰ πράγ­μα­τά της ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μ’ ἕ­να τρί­κυ­κλο, κι ἔ­μει­νε ὁ Μα­νώ­λης μό­νος του μὲ τρί­α δω­μά­τια. Εἶ­δε κι ἀ­πό­ει­δε, Μα­ρί­να ἄλ­λη δὲν ἔ­βρι­σκε, γκρέ­μι­σε, λοι­πόν, τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸ τμῆ­μα: τό ‘­κα­νε πόρ­τα. Ἔ­βα­λε καὶ μιὰ ταμ­πέ­λα: «Αἰ­τή­σεις», εἶ­χε καὶ τὶς γνω­ρι­μί­ες του μὲ τὰ ὄρ­γα­να, μπῆ­κε καὶ σ’ ἕ­να κόλ­πο μὲ κά­τι ἄ­δει­ες τα­ξί, καὶ τώ­ρα ἔ­χει δι­κό του βεν­ζι­νά­δι­κο ὁ Μα­νώ­λης.


Πη­γή: Μι­κρο­α­στι­κὴ κα­τα­στρο­φή, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005.

[Αὐ­το-ερ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005:]

Τζί­μης Πα­νού­σης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1954, στὶς 12 Φε­βρου­α­ρί­ου, λί­γο πρὶν τὶς 12 τὰ με­σά­νυ­χτα […]. Γρά­φει τρα­γού­δια, βι­βλί­α καὶ κά­νει ἐκ­πομ­πὲς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­πὸ τὸ 1988. Ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ἐν­νέ­α χρό­νων παί­ζον­τας Κα­ραγ­κι­ό­ζη, μὲ αὐ­το­σχέ­δι­ες φι­γοῦ­ρες ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λα πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα ἱ­δρύ­μα­τος ἀ­προ­σάρ­μο­στων παι­δι­ῶν στὸ Χο­λαρ­γό. Ἔ­χει ἀλ­λερ­γί­α στὸ ὀ­πα­δι­λί­κι ὅ­λων τῶν τύ­πων, ἀ­πὸ κόμ­μα­τα καὶ ὀρ­γα­νώ­σεις μέ­χρι πο­δο­σφαι­ρι­κὲς ὁ­μά­δες καὶ πα­τρί­δες. Σι­χαί­νε­ται τοὺς ἀ­με­ρι­να­νο­τσο­λιά­δες, τοὺς νε­ο­γε­νί­τσα­ρους ἐκ­συγ­χρο­νι­στὲς καὶ τοὺς χρη­μα­τό­δου­λους ἀρ­πα­κο­λα­τζῆ­δες […]. Κομ­πορ­ρη­μο­νεῖ ὁ ἴ­διος, ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε συγ­κι­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ντέρ­μπι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀν­τι­πά­λων Δό­ξας καὶ Χρή­μα­τος (τὸ παί­ζει στάν­ταρ Χί, καὶ μά­λι­στα μη­δὲν μη­δέν). Συμ­πα­γὴς καλ­λι­τέ­χνης βα­ρέ­ων βα­ρῶν, ἔ­χει στὴν πλά­τη του ἕ­να βα­ρὺ ἔμ­φραγ­μα κι ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κό, ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος (;) μὲ τὴν εὐ­χή: «Νὰ μᾶς ἔ­χει ὁ θε­ὸς γε­ροὺς νὰ μπο­ροῦ­με ν’ ἀρ­ρω­στή­σου­με, δι­ό­τι ἡ ἀρ­ρώ­στια στὸ κα­πά­κι δὲ λέ­ει, εἶ­ναι του­μα­τσί­λα….».

Τζί­μης Πα­νού­σης: Πο­νά­ω, ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω



Τζί­μης Πα­νού­σης  (Ἀφιέρωμα, 2/6)


Πονά­ω, ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω


ΑΧΝΩ ΝΑ ΒΡΩ μιὰ γριά! Μιὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη γριὰ μ’ ἕ­να βά­τρα­χο! Συ­χνά­ζει σὲ πα­ζά­ρι στὰ βά­θη τῆς Ἀ­να­το­λῆς, — Βιρ­μα­νί­α, Τα­ϊ­λάν­δη, Ἀ­να­το­λι­κὸ Τι­μόρ, θὰ σὲ γε­λά­σω καὶ δὲν εἶ­ναι σω­στό, κα­νο­νι­κὰ ἐ­σὺ θὰ πρέ­πει νὰ γε­λᾶς μ’ αὐ­τὰ ποὺ λέ­ω! Τὴν εἶ­δα σὲ δελ­τί­ο εἰ­δή­σε­ων, ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ ἄ­χρη­στα, ποὺ τοὺς ξε­φεύ­γει μί­α στὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ριο καὶ κά­τι χρή­σι­μο. Αὐ­τὴ ἡ γριὰ εἶ­ναι ἡ σω­τη­ρί­α μου! Τῆς δί­νεις ἕ­να εὐ­ρὼ καὶ σοῦ βά­ζει τὸν ζων­τα­νὸ βά­τρα­χο στὴ γυ­μνή σου πλά­τη, τὴ βα­τρα­χο­σφουγ­γί­ζει καὶ σοῦ παίρ­νει τὸν πό­νο. Ἡ κοι­λιὰ τοῦ βα­τρά­χου ἔ­χει κά­ποι­α ἀ­ναι­σθη­τι­κὴ οὐ­σί­α, ἔ­χει καὶ ἡ γριὰ μιὰ ἀ­φα­σί­α, νά ὁ συν­δυα­σμὸς ποὺ σκο­τώ­νει τοὺς πό­νους. Χρό­νια πολ­λὰ ὑ­πο­φέ­ρω, ἀ­γά­πη μου, ἀ­πὸ πό­νους στὴν πλά­τη, καὶ σ’ τὸ ἀ­να­φέ­ρω για­τὶ τὰ αἴ­τια εἶ­ναι ψυ­χο­λο­γι­κὰ μὲ κοι­νω­νι­κὲς προ­ε­κτά­σεις. Εἶ­ναι τὸ ἀρ­χέ­γο­νο σύν­δρο­μο τοῦ Ἄ­τλαν­τος. Ὁ γί­γαν­τας δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα νὰ κου­βα­λά­ει ὁ­λά­κε­ρη τὴ Γῆ στὴν πλά­τη του, ἐ­γώ, ὅ­μως, πῶς ν’ ἀν­τέ­ξω τὰ παγ­κό­σμια βά­σα­να ποὺ μα­ζο­χι­στι­κὰ ἔ­χω ἀ­να­λά­βει νὰ κου­βα­λή­σω; Τυ­ραν­νι­κή, οὕ­τως εἰ­πεῖν, ἡ συ­νή­θεια νὰ φορ­τώ­νε­σαι στὴν πλά­τη τὰ βά­σα­να τοῦ κό­σμου καὶ νά ‘ρ­χε­ται ὁ νο­τιᾶς, ὁ γαρ­μπὴς καὶ ὁ που­νέν­τες νὰ σοῦ χώ­νου­νε πυ­ρω­μέ­να καρ­φιὰ στὰ πλευ­ρὰ καὶ στὶς κλει­δώ­σεις. Ὑ­πάρ­χου­νε καὶ χει­ρό­τε­ρα, ὅ­πως τὸ σύν­δρο­μο τῆς σταυ­ρώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος, ποὺ ἔ­χεις πο­νο­κέ­φα­λο ἐ­κεῖ ποὺ κά­θε­ται τὸ ἀγ­κά­θι­νο στε­φά­νι, ἢ αὐ­χε­νι­κὸ στὸ ὑ­πο­ζύ­γιον πλη­ρω­μῶν τῆς ἀ­πλη­στί­ας τῶν ἀ­φεν­τι­κῶν.



Πη­γή: Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Β΄ ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2005.

[Αὐ­το-ερ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005:]

Τζί­μης Πα­νού­σης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1954, στὶς 12 Φε­βρου­α­ρί­ου, λί­γο πρὶν τὶς 12 τὰ με­σά­νυ­χτα […]. Γρά­φει τρα­γού­δια, βι­βλί­α καὶ κά­νει ἐκ­πομ­πὲς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­πὸ τὸ 1988. Ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ἐν­νέ­α χρό­νων παί­ζον­τας Κα­ραγ­κι­ό­ζη, μὲ αὐ­το­σχέ­δι­ες φι­γοῦ­ρες ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λα πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα ἱ­δρύ­μα­τος ἀ­προ­σάρ­μο­στων παι­δι­ῶν στὸ Χο­λαρ­γό. Ἔ­χει ἀλ­λερ­γί­α στὸ ὀ­πα­δι­λί­κι ὅ­λων τῶν τύ­πων, ἀ­πὸ κόμ­μα­τα καὶ ὀρ­γα­νώ­σεις μέ­χρι πο­δο­σφαι­ρι­κὲς ὁ­μά­δες καὶ πα­τρί­δες. Σι­χαί­νε­ται τοὺς ἀ­με­ρι­να­νο­τσο­λιά­δες, τοὺς νε­ο­γε­νί­τσα­ρους ἐκ­συγ­χρο­νι­στὲς καὶ τοὺς χρη­μα­τό­δου­λους ἀρ­πα­κο­λα­τζῆ­δες […]. Κομ­πορ­ρη­μο­νεῖ ὁ ἴ­διος, ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε συγ­κι­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ντέρ­μπι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀν­τι­πά­λων Δό­ξας καὶ Χρή­μα­τος (τὸ παί­ζει στάν­ταρ Χί, καὶ μά­λι­στα μη­δὲν μη­δέν). Συμ­πα­γὴς καλ­λι­τέ­χνης βα­ρέ­ων βα­ρῶν, ἔ­χει στὴν πλά­τη του ἕ­να βα­ρὺ ἔμ­φραγ­μα κι ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κό, ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος (;) μὲ τὴν εὐ­χή: «Νὰ μᾶς ἔ­χει ὁ θε­ὸς γε­ροὺς νὰ μπο­ροῦ­με ν’ ἀρ­ρω­στή­σου­με, δι­ό­τι ἡ ἀρ­ρώ­στια στὸ κα­πά­κι δὲ λέ­ει, εἶ­ναι του­μα­τσί­λα….».

Εἰ­κό­να: Ἀ­πὸ τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση τῆς πη­γῆς.