Ἱωάννα Γαλανάκη: ὅ,τι κι ἄν ἔπαθες


Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη


ὅ,τι κιν ἔ­πα­θες


ΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΜΠΑΛΟΥΚΛΙ βα­ρὺ ἕ­να αὐ­γου­στι­ά­τι­κο ἀ­πο­με­σή­με­ρο. Προ­σκυ­νή­σα­με, ἤ­πια­με ἁ­γί­α­σμα ἀ­πὸ τὴν πη­γή. Κά­θι­σα ἔ­πει­τα πα­ρά­με­ρα σὲ μιὰ δρο­σιὰ κι ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε νὰ τρα­βᾶ φω­το­γρα­φί­ες. Φω­το­γρά­φι­σε τὴν δε­ξα­με­νὴ μὲ τὰ μι­σο­τη­γα­νι­σμέ­να ψά­ρια, τὸ τέμ­πλο τοῦ να­οῦ, τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν Πα­τρια­ρχῶν κι ἄλ­λων ἐ­πι­φα­νῶν, τὸν με­γά­λο πλά­τα­νο, τὰ παγ­κά­κια μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Zeytinburnu», τὶς στρω­μέ­νες στὴν μπρο­στι­νὴ αὐ­λὴ τα­φό­πλα­κες μὲ λα­ξευ­μέ­να πά­νω τους ἕ­να-ἕ­να ὅ­λα τὰ σύ­νερ­γα τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος τῶν νε­κρῶν ποὺ κά­πο­τε προ­στά­τευ­αν, τὸ φτε­ρω­τὸ ἄ­γαλ­μα ποὺ στό­λι­ζε τὸν τά­φο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ κο­ρι­τσιοῦ ποὺ εἶ­χε ἄ­δι­κα χα­θεῖ, τὰ δυ­ὸ πα­πα­γα­λά­κια στὰ κρε­μα­σμέ­να κλου­βιὰ στὸν τοῖ­χο δί­πλα ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να τοῦ μο­να­στη­ριοῦ.

        Πά­νω ποὺ νό­μι­σα πὼς ἡ μα­νί­α της ἐ­κεί­νη ποὺ ὧ­ρες-ὧ­ρες μὲ πε­ρί­ζω­νε ἀ­κό­μη πιὸ πο­λὺ κι ἀ­πὸ τὴν πνι­γε­ρὴ ὑ­γρα­σί­α τῆς πο­λί­τι­κης ζέ­στης εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους χορ­τά­σει, τὴν εἶ­δα νὰ γυρ­νά­ει πρὸς τὰ πί­σω. Λὲς καὶ θυ­μή­θη­κε ἀ­πό­το­μα πὼς κά­που εἶ­χε ξε­χά­σει κά­τι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­τι­μο. Ἴ­σως τὸ κι­νη­τό της. Στὴν πί­σω αὐ­λὴ ἕ­να σχοι­νὶ πε­ρα­σμέ­νο σὲ με­ταλ­λι­κὸ κρί­κο ἔ­φρα­ζε ἐμ­πο­δί­ζον­τας τὴν δι­έ­λευ­ση τῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν πρὸς μιὰ μαρ­μά­ρι­νη σκά­λα. Ἀ­πὸ μα­κριὰ τὴν εἶ­δα νὰ ἀ­φαι­ρεῖ τὴν θη­λιὰ τοῦ σχοι­νιοῦ ἀ­πὸ τὸν κρί­κο. Ὁ φύ­λα­κας τῆς φώ­να­ξε αὐ­στη­ρὰ «ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ κεῖ καὶ πά­νω». «Και για­τί;» ἀν­τέ­τει­νε ἐ­κεί­νη ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νη. «Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται! Ἀ­πὸ κεῖ εἶ­ν’ τὰ κε­λιά!»

        Δι­ά­βα­σα τὸ θυ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὰ φρύ­δια της ποὺ ἔ­σμι­ξαν ἀ­στρα­πια­ῖα τὶς ρη­χὲς ρυ­τί­δες τους, γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στό­μα της ποὺ βί­αι­α συγ­κρά­τη­σε τὰ λό­για ποὺ τό­σο ἤ­θε­λε νὰ τοῦ ἐ­κτο­ξεύ­σει. Προ­σποι­ή­θη­κε τὴν ἀ­δι­ά­φο­ρη. Κι ὅ­ταν λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ φύ­λα­κας ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε σὲ μιὰ κου­βέν­τα του μὲ τὸν πα­πὰ ἐ­κεί­νη ἐκ­δι­κη­τι­κὰ τοῦ ξε­γλί­στρη­σε. Κι ἀ­νέ­βη­κε τὴν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη σκά­λα.

        Εἶ­χε ξε­κρε­μά­σει τὸ λου­ρὶ τῆς Nikon ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της καὶ εἶ­χε σκύ­ψει πά­νω σὲ κά­τι γλά­στρες μὲ τρι­αν­τά­φυλ­λα νὰ τὰ φω­το­γρα­φί­σει ἀ­πὸ κον­τά. Τὸ λου­ρὶ πι­ά­στη­κε στὰ ἀγ­κά­θια μιᾶς τρι­αν­τα­φυλ­λιᾶς, καὶ μό­λις πῆ­γε νὰ ἀ­να­ση­κω­θεῖ ἡ μη­χα­νὴ τρα­βή­χτη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια της καὶ ἔ­πε­σε στὶς πλά­κες κά­τω ἀ­πὸ τὴν σκά­λα. Χω­ρί­στη­κε στὰ δυ­ό, τὸ ἕ­να κομ­μά­τι ἔ­κα­νε γκὲλ καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε μὲς στὸν κου­βὰ μὲ τὸ νε­ρὸ ποὺ εἶ­χαν ἀ­φή­σει γιὰ τὸ πό­τι­σμα. Τὸ μπλοὺμ ἀ­πὸ τὸ βά­πτι­σμα τῆς μη­χα­νῆς ἀ­κού­στη­κε δυ­να­τά, τρέ­ξα­με ὅ­λοι καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε κα­βγὰς τρι­κού­βερ­τος.

        Τὸ βρά­δυ μοῦ ’­πε παν­τε­λῶς ἀ­πελ­πι­σμέ­νη: «καὶ νὰ φαν­τα­στεῖς τό ’­ξε­ρα, τὸ ’­ξε­ρα πὼς δὲν θά ’­χε τί­πο­τα νὰ δεῖς ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω… Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο τὸ σκοι­νὶ ποὺ ἔ­φρα­ζε τὴ σκά­λα τὸ ἔ­νοι­ω­σα σὰ νὰ τυ­λί­γε­ται τρι­γύ­ρω ἀ­π’ τὸ λαι­μό μου κι ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ πά­σῃ θυ­σίᾳ.» Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει γιὰ ὅ­λες τὶς χα­μέ­νες πιὰ φω­το­γρα­φί­ες τοῦ τα­ξι­διοῦ, γιὰ τὴν κα­τε­στραμ­μέ­νη μη­χα­νή, γιὰ τὶς προ­σβο­λὲς ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ὑ­πο­στεῖ σι­ω­πη­λά, γιὰ ὅ­σα θλι­βε­ρὰ τῆς εἶ­χαν συμ­βεῖ ὣς τώ­ρα στὴ ζω­ή της ποὺ ὅ­που κι ἂν τα­ξί­δευ­ε τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Καὶ δὲν τῆς ἄ­φη­ναν χα­ρά.

        Γιὰ νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σω σκέ­φτη­κα νὰ τῆς πῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ εἶ­χα ἠ­χο­γρα­φή­σει ἀ­πὸ ἕ­να γη­ραι­ὸ Πο­λί­τη στὸ προ­η­γού­με­νο τα­ξί­δι μου στὴν Ἴ­σταν­μπουλ:

        «Πο­λύ πα­λιά, στὸν τό­πο ποὺ τώ­ρα λέ­νε Μπα­λου­κλὶ βρέ­θη­κε λέ­νε κά­ποι­ος ποὺ εἶ­χε χά­σει τὴν ὅ­ρα­σή του. Ξέ­πλυ­νε τὰ μά­τια του στὸ νε­ρὸ τῆς πη­γῆς καὶ λί­γο με­τὰ γι­α­τρεύ­τη­κε. Αὐ­τὸ τὸ ἄ­κου­σε ὁ βα­σι­λιὰς Ἰ­ου­στι­νια­νὸς καὶ πί­στε­ψε πὼς ἦ­ταν θαῦ­μα ἐ­νῶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἂν καὶ μι­λοῦ­σαν μὲ εὐ­λά­βεια θε­ω­ροῦ­σαν αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α ἕ­ναν ἀ­κό­μη πα­λιὸ θρύ­λο. Ἔ­τσι ἐ­πει­δὴ πί­στε­ψε στὴν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ τό­που ὁ βα­σι­λιὰς ὅ,τι ὑ­λι­κὰ πε­ρίσ­σε­ψαν ἀ­πὸ τὸ χτί­σι­μο τῆς Ἁ­γιὰ Σο­φιᾶς δι­έ­τα­ξε νὰ τὰ με­τα­φέ­ρουν ὅ­λα ἐ­κεῖ, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ στε­ρε­ὰ τεί­χη τῆς Πό­λης, στὸ κα­τά­φυ­το ἐ­κεῖ­νο μέ­ρος μὲ τὶς πη­γές, τὰ ψη­λὰ κυ­πα­ρίσ­σια, τὰ συμ­με­τρι­κὰ πλα­τά­νια, τὰ ἄν­θη καὶ τὸν κα­λὸ ἀ­έ­ρα ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς ἀν­θρώ­πους τό­σο πο­λὺ νὰ ξε­χνοῦν τὶς φρον­τί­δες τους ὥ­σπου στὸ τέ­λος θε­ρα­πεύ­ον­ταν ἀ­π’ τὸ κά­θε τί ποὺ τοὺς βα­σά­νι­ζε. Κά­πο­τε ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες. Ἐ­κεῖ ὁ Ἰ­ου­στι­νια­νὸς ἔ­φτια­ξε ἐκ­κλη­σί­α καὶ κα­θώς μοῦ ’­λε­γε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νος Πο­λί­της μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν βέ­βαι­α ὁ βα­σι­λιὰς πε­ρή­φα­νος γιὰ τὴν Ἁ­γιὰ Σο­φιὰ μὰ ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τὸν τὸν μι­κρὸ να­ὸ τῆς Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς. Ἐ­κεῖ λέ­ει ἔ­νοι­ω­θε ἐ­λευ­θε­ρω­μέ­νος ἀ­π’ τὶς ἔ­γνοι­ες του, ἐ­κεῖ ἔ­νοι­ω­θε σὰν νὰ ἦ­ταν πά­λι παι­δὶ καὶ ὄ­χι ὁ βα­σι­λιάς. Τὰ βα­σί­λεια ἄλ­λω­στε στὰ παι­διὰ ἀ­νή­κουν, κα­τέ­λη­ξε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νος Πο­λί­της. Κι ἦ­ταν ἀ­κλό­νη­τος στὴν πε­ποί­θη­σή του πὼς ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τὴν τὴν Πό­λη δὲν ὑ­πάρ­χουν καὶ πολ­λὲς ἀ­λή­θει­ες γι’ αὐ­τὸ κι ἀ­ξί­ζει νὰ θυ­μό­μα­στε τὸ κά­θε της κομ­μά­τι.»


Κι ἀ­φοῦ τῆς τέ­λει­ω­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς εἶ­πα: Νὰ ξέ­ρεις κα­λύ­τε­ρα ποὺ δὲν ἄ­φη­σες ἐ­κεῖ­νο τὸ σχοι­νὶ νὰ σὲ στα­μα­τή­σει. Ἄ­ξι­ζε ὅ,τι κι ἂν ἔ­πα­θες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη (Χα­νιά). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α καὶ Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Durham (Ἀγ­γλί­α). Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Leiden (Ὀλ­λαν­δί­α). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, ἐ­πί­σης κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Monumenta, στὸ μπλὸγκ Σταυ­ρο­δρό­μι καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Ἀ­ρα­δή­ν (ποί­η­ση, Publibook 2010).

Ἰάσονας Μικρώνης: Ἡ ποινὴ


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώνης


Ἡ ποι­νὴ


ΑΞΙΔΕΥΩ μὲ τὸ ὑ­πε­ρω­κε­ά­νιο «Βι­κτω­ρί­α». Εἶ­μαι κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ χα­ρού­με­νος, πλέ­ω σὲ πε­λά­γη εὐ­τυ­χί­ας, για­τί κα­τά­φε­ρα ἐ­πι­τέ­λους ν’ ἀ­φή­σω πί­σω τὴν πα­λιά μου ζω­ή, νὰ ξε­φύ­γω ἀ­π’ ὅ­λους κι ἀ­π’ ὅ­λα, νὰ βά­λω πλώ­ρη γιὰ μιὰ νέ­α ἀρ­χή. Οὔ­τε ποὺ ξέ­ρω σὲ ποι­ό λι­μά­νι θὰ κα­τα­λή­ξου­με, μὰ οὔ­τε ποὺ ρώ­τη­σα κι οὔ­τε καὶ ποὺ μὲ νοιά­ζει. Μοῦ ἀρ­κεῖ ν’ ἀ­να­κου­φί­ζο­μαι στὴ σκέ­ψη πὼς θὰ πά­ψει πιὰ νὰ ἠ­χεῖ στ’ αὐ­τιά μου ἡ γλώσ­σα μου· ὅ­λα τὰ λό­για θὰ μέ­νουν στὸ νέ­ο τό­πο με­τέ­ω­ρα, ἀ­κω­δι­κο­ποί­η­τα, κε­νά· κα­μιὰ κα­κεν­τρέ­χεια, κα­νέ­νας ψό­γος καὶ κα­νεὶς ψι­θυ­ρι­σμὸς πιὰ δὲ θὰ μ’ ἀγ­γί­ζει.

        Οἱ μέ­ρες μου ἐν πλῶ εἶ­ναι μα­κά­ρι­ες κι ἀ­νέ­φε­λες. Ὁ­ρι­ζον­τι­ω­μέ­νος τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες στὸ στε­νὸ κρε­βά­τι τῆς ἰ­δι­ω­τι­κῆς μου καμ­πί­νας, δι­α­βά­ζω καὶ ξα­να­δι­α­βά­ζω τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να μου ἀ­να­γνώ­σμα­τα κρα­τών­τας στὸ πλά­ι ση­μει­ώ­σεις κι ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας τὰ πιὸ ση­μαν­τι­κά. Τὸ με­ση­με­ρά­κι ἀ­νε­βαί­νω μὲ τὸ πά­σο μου στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο: ἔ­χω ἐ­ξα­σκή­σει τὸ στο­μά­χι μου ἔ­τσι ποὺ νὰ μὴ ζη­τά­ει πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να γεῦ­μα ἡ­με­ρη­σί­ως. Ἂν καὶ τὸ πλή­ρω­μα με­τρᾶ με­ρι­κὲς δε­κά­δες ἀν­θρώ­πους, ἐ­γὼ ἔ­χω κα­τα­φέ­ρει μέ­σα σὲ ὅ­λο ἐ­τοῦ­το τὸ δι­ά­στη­μα νὰ τοὺς μά­θω ὅ­λους τους μὲ τὰ μι­κρά. Κι εἶ­ναι μά­λι­στα ὅ­λοι τους πρό­θυ­μοι, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ξέ­ρουν πὼς οἱ δρό­μοι μας ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ χω­ρί­σουν, νὰ μοῦ μι­λή­σουν μὲ τὸ κα­λη­μέ­ρα γιὰ τοὺς κα­η­μοὺς καὶ γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ πνί­γουν στὴ στε­ριά.

        Ὅ­ταν τὸ μυα­λό μου θο­λώ­νει ἀ­π’ τὴν πολ­λὴ με­λέ­τη, ξε­πορ­τί­ζω ὣς τὸ κα­τά­στρω­μα γιὰ νὰ ξε­μου­διά­σουν τὰ ἄ­κρα μου καὶ γιὰ νὰ τα­ΐ­σω μὲ τὶς χοῦ­φτες μου ἀ­πο­φά­για τὰ γλα­ρο­πού­λια.

        Μιὰ τέ­τοι­α μέ­ρα ἔρ­χε­ται ὁ Στέρ­γιος —ἕ­να ὀρ­φα­νὸ πού ‘χει ἐ­πι­φορ­τι­σθεῖ μὲ ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ κα­θῆ­κον, νὰ τρί­βει ἀ­δι­α­κό­πως, μὲ μιὰ εἰ­δι­κὴ βούρ­τσα, ὅ­λες τὶς κου­πα­στὲς— καί, τρα­βών­τας με ἀ­π’ τὸ μα­νί­κι, μοῦ λέ­ει:

        «Μπάρ­μπα, ἐ­κεῖ­νος ἐ­κεῖ ὁ μπάρ­μπας εἶ­ναι ἀ­π’ τὰ μέ­ρη σου. Τό­νε ξέ­ρεις;»

        Εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­τρας τῆς ἡ­λι­κί­ας μου: ψη­λός, βλο­συ­ρός, εὐ­ρύ­στερ­νος καὶ σμι­χτο­φρύ­δης. Μὲ κοι­τᾶ κι ἐ­κεῖ­νος ἐ­τα­στι­κὰ ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κα­τα­στρώ­μα­τος.

        «Μὰ πῶς δὲν τὸν ξέ­ρω», λέ­ω ἀ­μέ­σως τοῦ μι­κροῦ καὶ τοῦ ἀ­φή­νω ἕ­να κέρ­μα στὴν ἁ­πλω­μέ­νη του πα­λά­μη, δι­πλα­σι­ά­ζον­τάς του ἔ­τσι καὶ τὸ μπο­να­μά: στοί­χη­μα τὸ πά­ω πὼς τὸ ὀρ­φα­νό, μ’ αὐ­τὸ τὸ λαν­θά­νον ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὸ δαι­μό­νιο ποὺ τὸ δέρ­νει, κα­τά­φε­ρε ν’ ἀ­φαι­μά­ξει πρῶ­τα καὶ τὸν συν­το­πί­τη μου τσιμ­πών­τας κι ἀ­πὸ ‘κεῖ τὸ εὐ­ρου­λά­κι του.

        Χω­ρὶς νὰ χά­νω χρό­νο, κι­νῶ πρὸς τὸ με­ριὰ τοῦ ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος φαί­νε­ται πάν­τως νὰ δυ­σκο­λεύ­ε­ται ἀ­κό­μα στὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση καὶ νὰ τὰ ἔ­χει ὀ­λί­γον τί χα­μέ­να.

        «Ἀρ­γύ­ρη», τοῦ λέ­ω, ἀ­φοῦ μει­ώ­σω τὴ με­τα­ξὺ μας ἀ­πό­στα­ση ἀρ­κε­τά.

        «Ρὲ σύ», μοῦ φω­νά­ζει κι αὐ­τός, «ἐ­σὺ δὲν εἶ­σαι;». Ἡ φω­νή του, ἔ­τσι τσα­κι­σμέ­νη καὶ σπη­λαι­ώ­δης ποὺ εἶ­ναι, σὲ τί­πο­τα δὲ θυ­μί­ζει ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πεί­θαρ­χο καὶ ζω­η­ρὸ παι­δί: ὑ­πο­κι­νη­τὴς πάν­τα τῶν κα­τα­λή­ψε­ων καὶ κόκ­κι­νο πα­νὶ γιὰ τοὺς κα­θη­γη­τές, κα­κὴ ἐ­πιρ­ρο­ὴ γιὰ τοὺς συ­νο­μη­λί­κους του κι ὄ­νει­δος γιὰ τὴν κοι­νω­νί­α. Ἡ πιὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση ποὺ κρα­τῶ ὡς τὰ σή­με­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὸν εἶ­ναι πού, γιὰ νὰ δι­α­σκε­δά­σει κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ μα­θή­μα­τος τὴν ἀ­νί­α του, μᾶς μοί­ρα­ζε ἐ­μᾶς τῶν συμ­μα­θη­τῶν του ρα­βα­σά­κια ποὺ ‘κρυ­βαν μέ­σα τὶς τρί­χες ποὺ εἶ­χε στὸ με­τα­ξὺ ἀ­πο­ψι­λώ­σει ἀ­π’ τὴ βου­βω­νι­κή του χώ­ρα.

        Πι­ά­νου­με πα­ρευ­θὺς τὴν κου­βέν­τα. Στὴν ἀρ­χὴ τὰ πα­ρα­φου­σκώ­νου­με ἀμ­φό­τε­ροι, καυ­χι­ό­μα­στε γιὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα ποὺ φέ­ρα­με σὲ πέ­ρας, γιὰ λε­φτὰ ποὺ κά­να­με, γιὰ γυ­ναῖ­κες ποὺ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἀλ­λὰ σὲ λί­γο σπᾶ­με κι οἱ δύ­ο, λυ­γί­ζου­με, κι ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι ἀ­να­λυ­ό­μα­στε σὲ δά­κρυ­α: τί­πο­τα δὲν κα­τορ­θώ­σα­με, ἡ μιὰ ἀ­πο­τυ­χί­α ἔ­φε­ρε τὴν ἄλ­λη κι ὅ­λες μα­ζί μᾶς ἔ­φε­ραν ὣς ἐ­δῶ.

        «…ἄ­σε, ἀ­δερ­φέ, ἔμ­πλε­ξα», κλεί­νει τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή του ὁ Ἀρ­γύ­ρης, «κι ἔ­κτο­τε ἐ­κτί­ω τὴν ποι­νή».

        Καί, με­τὰ κι ἀ­π’ αὐ­τό, χω­ρί­ζου­με.

        Τὸ ἴ­διο βρά­δυ, κα­θὼς ἀ­να­θυ­μᾶ­μαι τὴν ἀ­κρο­τε­λεύ­τια φρά­ση τοῦ πα­λαι­οῦ μου συμ­μα­θη­τῆ καὶ πα­σχί­ζω νὰ τὴν ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω, μί­α ψι­λὴ φω­νὴ ἔρ­χε­ται καὶ μ’ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τρυ­πώ­νον­τας ἀ­πὸ τὸ φι­νι­στρί­νι.

        «Χα­ζέ», μοῦ λέ­ει ἡ φω­νή, «ἀ­κό­μα νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις; Δὲν πη­γαί­νου­με, ἐρ­χό­μα­στε».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.


Ἡρὼ Νικοπούλου: Πρόβα


Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου


Πρό­βα

 

ΑΤΑΛΑΒΑ, εἶ­πε τὸ παι­δὶ ξε­καρ­δι­σμέ­νο στὰ γέ­λια καὶ ση­κώ­θη­κε μὲ δύ­να­μη ἀ­π’ τὸν μι­κρό του νε­ρό­λακ­κο τινάζοντας ὅπως μποροῦσε ἀπό πάνω του τὴν ὑγρὴ ἄμμο. Πλη­σί­α­ζε με­ση­μέ­ρι κι ὁ ἥ­λιος ἔ­και­γε ἀ­νε­λέ­η­τα.

          Πῆ­ρε τὸ πλα­στι­κὸ κόκ­κι­νο φτυ­α­ρά­κι του κι ἄρ­χι­σε νὰ θά­βει ἀρ­γά, με­θο­δι­κὰ τὸν πα­τέ­ρα του στὴν ἄμ­μο.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέντε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τέσσερις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡρώ Νικολοπούλου καὶ ἄλλες συνταχνιακές ἱστορίες (διη­γήματα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2020). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λογοτεχνικὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸν ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο καὶ ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλλικά, ιταλικά, ρω­σι­κά, ἱσπανικά, βουλγαρικά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα.

Στά Ἰσπανικὰ κυκλοφορεῖ ἡ ἀνθολογία ποιημάτων της μέ τὸν τίτλο Aceptiones de la Miranda σὲ μετάφραση Jose Antonio Moreno Jurado (2019, El Arbol de la Luz, Sevilla). Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr



		

	

Πιὲρ Μπεντεκούρ (Pierre Bettencourt): Ἡ ὥρα στὴν ἔρημο


Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt)


Ἡ ὥ­ρα στὴν ἔ­ρη­μο


ΤΗΝ ΕΡΗΜΟ δὲν ξέ­ρουν πιὰ τί ὥ­ρα εἶ­ναι· τοὺς παίρ­νει ὁ ὕ­πνος, λοι­πόν, καὶ συ­ναν­τοῦν κά­ποι­ον ποὺ βγά­ζει τὸ ρο­λό­ι του καὶ τοὺς λέ­ει τὴν ὥ­ρα μὲ ἀ­πό­λυ­τη σχε­δὸν ἀ­κρί­βεια. Ὅτ­αν ξυ­πνοῦν, τὴν ἔ­χουν ξε­χά­σει.

            Δὲν πει­ρά­ζει ὅ­μως· ἔ­μα­θαν τὴν ὥ­ρα.



Πη­γή: Τὰ πλοῖ­α βγῆ­καν σερ­γιά­νι, μτφ. Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (ἐκδ. Στιγ­μή, 2001).

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt) (Νορ­μαν­δί­α, Γαλ­λί­α, Saint-Maurice d’Etelan, 1917 – Stigny, Γαλ­λί­α, 2006). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, ζω­γρά­φος καὶ ἐκ­δό­της-τυ­πο­γρά­φος. Ἀ­πὸ τὸ 1963 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Stigny (δι­α­μέ­ρι­σμα Yonne) τῆς Βουρ­γουν­δί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα, μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, δι­η­γή­μα­τα, μύ­θους καὶ ἀ­φη­γή­σεις φαν­τα­στι­κῶν τα­ξι­δι­ῶν. Ἐ­πι­σκέ­φθη­κε δύ­ο φο­ρὲς τὴν Ἑλ­λά­δα, τὸ 1939 καὶ τὸ 1962, καὶ συν­δέ­θη­κε μὲ τὸν Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶ. Πέ­θα­νε στὶς 13 Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 2006, σὲ η­λι­κί­α 89 ἐ­τῶν, στὸ Stigny.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶ­ς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­τη­ς (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρε­ς (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.



		

	

Νάνσυ Ἀγγελῆ: στὴ χώρα αὐτή


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


στὴ χώ­ρα αὐ­τή


ΤΗ ΧΩΡΑ ΑΥΤΗ οἱ ἄν­θρω­ποι με­τὰ βί­ας σκέ­φτον­ται τὸ θά­να­το. Δὲν κα­τα­λαμ­βά­νει αὐ­τὸς τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων στὴ χώ­ρα αὐ­τή, οὔ­τε καν τὶς βρα­δι­νές. Οἱ σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ εἶ­ναι μα­κρὰν πο­λὺ πε­ρί­πλο­κες γι’ αὐ­τόν, δι­α­δέ­χον­ται ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη μὲ ρυθ­μὸ ἐ­ξον­τω­τι­κό. Τό­σο γρή­γο­ρα τρέ­χουν οἱ σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ ποὺ ξε­περ­νοῦν σὲ τα­χύ­τη­τα ἀ­κό­μα καὶ τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ συρ­μό, τὰ σύν­νε­φα ἢ τὰ ἀ­πο­δη­μη­τι­κὰ που­λιά. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ θυ­ελ­λῶ­δες κου­βά­ρι εὔ­κο­λα ξε­χνᾶ κα­νεὶς τί ἔ­φα­γε χτές, ποι­όν συ­νάν­τη­σε τυ­χαῖ­α προ­χτὲς ἢ τί ψή­φι­σαν οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες του στὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­θνι­κὲς ἐ­κλο­γές. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­θνι­κὲς ἐ­κλο­γὲς πᾶ­νε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἔ­γι­ναν καὶ εἶ­ναι κά­πως φυ­σι­κὸ νὰ μὴ θυ­μᾶ­ται κα­νείς. Ὑ­πάρ­χουν βέ­βαι­α κι αὐ­τοὶ ποὺ δὲ θέ­λουν νὰ θυ­μοῦν­ται, ὅ­μως τὸ γε­γο­νὸς πα­ρα­μέ­νει: Μό­νο ἄ­το­μα τρί­της ἡ­λι­κί­ας καὶ ὅ­σοι ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν πά­σχουν ἀ­π’ τὴ νό­σο τοῦ Ἀλ­τσχά­ι­μερ εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ἀ­να­πο­λή­σουν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­θνι­κὲς ἐ­κλο­γές. Ἀ­να­πό­λη­ση ἴ­σον εὐ­χά­ρι­στο δι­ά­λειμ­μα ποὺ γί­νε­ται σπο­ρα­δι­κὰ κι ἀ­πρό­ο­πτα καὶ πα­γώ­νει τὴν ἀ­κα­τά­σχε­τη τα­χύ­τη­τα τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν σκέ­ψε­ων. Ἀλ­λά, ἡ τα­χύ­τη­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὰ πάν­τα. Στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ τὰ τε­χνι­κὰ μέ­σα (ἰ­α­τρι­κά, τε­χνο­λο­γι­κά, με­τα­φο­ρι­κὰ καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς) κρα­τοῦν τοὺς ἀν­θρώ­πους σὲ ἀ­έ­να­η ἐ­γρή­γορ­ση. Ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ θα­νά­του στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ εἶ­ναι ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ μα­κρι­νή, λι­γό­τε­ρο ἀ­πει­λη­τι­κή. Οἱ κα­πνοὶ καὶ τὰ σκο­τά­δια τῆς κά­πο­τε τρο­μα­κτι­κῆς του πα­ρου­σί­ας ἔ­χουν ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ λευ­κὰ δω­μά­τια. Στὴ δι­α­κό­σμη­ση βα­σι­λεύ­ει ἄλ­λω­στε ὁ μι­νι­μα­λι­σμός.

        Στὴ χώ­ρα αὐ­τή, οἱ ἄν­θρω­ποι μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κύ­ριοι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ τους ἢ τοῦ πε­πρω­μέ­νου τους, ἔ­χουν ὅ­μως τε­λει­ο­ποι­ή­σει σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὴν τέ­χνη τῆς ψευ­δαί­σθη­σης, κι αὐ­τὸ τοὺς ἀρ­κεῖ. Δὲν στα­μα­τοῦν οἱ ἔν­νοι­ες ―ὁ ρυθ­μός τους εἶ­ναι τὸ λι­γό­τε­ρο ἰ­λιγ­γι­ώ­δης― τὰ μα­σὰζ ὅ­μως εἶ­ναι οἰ­κο­νο­μι­κά, ἡ ρε­φλε­ξο­λο­γί­α κερ­δί­ζει ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­δα­φος, ὅ­πως καὶ ἡ γι­όγ­κα, ἡ δί­αι­τα Ἄτ­κινς ἢ τό­σες ἄλ­λες πρα­κτι­κές.

        Πα­ρὰ τὴν πλη­θώ­ρα ἀ­ναλ­γη­τι­κῶν παν­τὸς τύ­που καὶ γού­στου, θὰ ἦ­ταν ἄ­δι­κο νὰ πεῖ κα­νεὶς πὼς οἱ ἄν­θρω­ποι στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ δὲν ὑ­πο­φέ­ρουν. Ὑ­πο­φέ­ρουν, ἁ­πλῶς ἔ­χουν μά­θει νὰ ἀ­γνο­οῦν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα τὸν πό­νο ἢ τὸν φό­βο ἢ μπο­ρεῖ ὁ πό­νος ἢ ὁ φό­βος νὰ ἔ­χουν κα­τὰ κά­ποι­α ἔν­νοι­α με­τα­το­πι­στεῖ σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο στρα­τό­πε­δο. Ἢ νὰ ἔ­χουν με­ταμ­φι­ε­στεῖ. Ἢ νὰ ἔ­χουν πέ­σει θύ­μα­τα κά­ποι­ου ἔ­ξυ­πνου δι­α­φη­μι­στι­κοῦ κόλ­που. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ στὴ χώ­ρα αὐ­τή! Ἡ δυ­σκο­λί­α ἐ­ξεύ­ρε­σης συν­τρό­φου, ὁ μα­ρα­θώ­νιος των ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῶν ἀ­ξι­ώ­σε­ων, οἱ ὑ­πέ­ρογ­κοι φό­ροι, οἱ ἀ­παι­τή­σεις τῶν στε­γα­στι­κῶν δα­νεί­ων, τῆς μη­τρό­τη­τας καὶ τῆς πα­τρό­τη­τας, σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν μεί­ω­ση τῶν συν­τά­ξε­ων, τὴν ἀ­νε­πάρ­κεια τῶν μι­σθῶν, τὰ προ­βλή­μα­τα σε­ξου­α­λι­κῆς φύ­σε­ως καὶ τὴν οἰ­κο­λο­γι­κὴ κα­τα­στρο­φὴ κρα­τοῦν τοὺς ἀν­θρώ­πους στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ ἀρ­κε­τὰ ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νους ὥ­στε νὰ μὴν σκέ­φτον­ται τὸ θά­να­το. Κι ἄλ­λω­στε, ὁ θά­να­τος ἔ­χει πρὸ πολ­λοῦ με­τα­να­στεύ­σει σ’ ἄλ­λους τό­πους, δὲν τὸν βλέ­πει πιὰ κα­νεὶς πα­ρὰ μο­νά­χα στὸ βρα­δι­νὸ δελ­τί­ο εἰ­δή­σε­ων ἢ ἔ­χει με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη τη­λε­ο­πτι­κὴ σει­ρὰ συν­δρο­μη­τι­κῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα λοι­πὸν δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ρη­το­ρι­κό: Ποι­ὸς σκέ­φτε­ται τὸ θά­να­το τὴ σή­με­ρον ἡ­μέ­ρα; Στὴ χώ­ρα αὐ­τή, τὴ ζω­ὴ τρέ­μουν ὅ­λοι!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

 http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Βασίλης Καραβίτης: Γεροντικὸς ἔρωτας: Μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­ο­πτι­κὴ γιὰ ὅ­λους μας



Βασίλης Καραβίτης


Γε­ρον­τι­κὸς ἔ­ρω­τας:

Μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­ο­πτι­κὴ γιὰ ὅ­λους μας


ΠΑΥΛΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ τε­ρά­στιο μω­ρὸ καὶ μὲ πολ­λὲς δυ­σκο­λί­ες στὴ γέν­να. Ἡ μά­να του κιν­δύ­νε­ψε ἀ­παί­σια στὴν ἐπι­χεί­ρη­ση το­κε­τός, ἔ­τσι ποὺ ὁ πα­τέ­ρας του τὰ χρει­ά­στη­κε γιὰ κα­λά. Ἀ­π’ τὴ δεύ­τε­ρη ὅ­μως μέ­ρα τὰ ξέ­χα­σε ὅ­λα καὶ κα­μά­ρω­νε σὰν γύ­φτι­κο σκε­πάρ­νι γιὰ τὸν παί­δα­ρο ποὺ ἔ­φε­ρε στὸν κό­σμο (ἀ­κό­μα δι­η­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ γιοῦ του, ποὺ βρέ­φος βυ­ζα­νι­ά­ρι­κο ζη­τοῦ­σε —τά­χα— ἐ­πί­μο­να καὶ εἰδι­κὰ πε­πό­νι στὸ τρα­πέ­ζι). Με­τὰ τοὺς γνω­στοὺς ἐν­θου­σια­σμοὺς ἐγ­κα­τέλει­ψε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση τὸν Παῦ­λο στὶς φρον­τί­δες τῆς σκλη­ρο­τρά­χη­λης μά­νας του. Τὸ παι­δὶ πέ­ρα­σε ὁ­μα­λὰ ὅ­λες τὶς παι­δι­κὲς ἀρ­ρώ­στι­ες, ἐπέζη­σε στὴν Κα­το­χὴ καὶ μπῆ­κε στὴν ἐφη­βεία χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει. Ἔ­γι­νε ἕ­νας πα­νύ­ψη­λος, πα­χὺς κι ἀ­δέ­ξιος νε­α­ρὸς καὶ φα­νε­ρὰ μο­νό­χνο­τος τύ­πος. Ὑπάκουος καὶ ὑ­πο­κρι­τὴς στὸ σπί­τι ἀ­π’ τὸ φό­βο τῆς δε­σπο­τι­κῆς μη­τέ­ρας του, ἔ­μα­θε σι­γὰ-σι­γὰ νὰ ξε­σπά­ει στοὺς ἄλ­λους: μι­κρὸς ἀκό­μα, στοὺς βο­λι­κοὺς κι ἀ­δύ­να­τους συμ­μα­θη­τές του· καὶ ὅ­ταν με­γά­λω­σε καὶ βγῆ­κε στὴν πιά­τσα, στοὺς τα­λαί­πω­ρους ὑ­παλ­λή­λους του. Για­τί, πα­ρὰ τὰ κου­σούρια του, κα­τόρ­θω­σε νὰ πε­τύ­χει ἐπαγ­γελ­μα­τι­κὰ (μιὰ ἀ­κό­μη ἀ­πό­δει­ξη πὼς τί­πο­τα δὲν ἐμ­πο­δί­ζει τὸν ἄν­θρω­πο νὰ κά­νει λε­φτά). Στὴν πε­ρί­πτω­σή του, αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­τυ­χία σί­γου­ρα εἶ­ναι ἀ­τύ­χη­μα, πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ φί­λος μου ὁ Κο­σμᾶς, ἀφοῦ μὴν ἔ­χον­τας τώ­ρα νὰ ἀναλω­θεῖ σὲ κά­ποι­ο εἶ­δος βι­ο­πά­λης, πρέ­πει ν’ ἀν­τέ­χει κα­θη­με­ρι­νὰ τὸν ἄ­θλιο ἑ­αυ­τό του: κά­τι σὰν ἀν­θρω­πό­μορ­φο χρυ­σό­ψα­ρο μέ­σα στὴ γυά­λα τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς εὐ­μά­ρειας. Μ’ ὅ­λες τὶς πε­ρίσ­σι­ες ἀνέσεις του ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὶς ἴ­δι­ες καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες δυ­σκο­λί­ες προ­σαρ­μο­γῆς στὸν γύ­ρω του ἐ­χθρικὸ κό­σμο (χω­ρὶς νὰ λά­βου­με ὑπό­ψη τὴν ὕ­που­λη αἴ­σθη­ση τοῦ δια­βρωτι­κοῦ χρό­νου καὶ τῆς πα­ρο­δι­κό­τη­τας τῆς ὕ­παρ­ξής μας στὴ ζω­ή). Ἀ­πὸ φύ­ση μα­ζο­χι­στής, ἔ­βρι­σκε πάν­το­τε ἡ­δο­νὴ στὶς ἀ­νι­κα­νο­ποίη­τες γυ­ναῖ­κες, αὐ­τὲς ποὺ φάν­τα­ζαν μ’ ἔν­το­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα – συ­νή­θως ἕ­να δι­ά­φα­νο προ­πέ­τα­σμα τῆς ἀ­ξε­πέ­ρα­στης, στὶς πιὸ πολ­λές, μο­να­ξιᾶς τους. Γνώ­ρι­σε ἔ­τσι πρό­ω­ρα κάμ­πο­σες ἐ­ρω­τι­κὲς ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις μὲ τὰ συ­να­κό­λου­θα ψυ­χι­κὰ τραύ­μα­τα, ποὺ ἡ χρό­νια ἀ­νώ­ρι­μη ψυ­χο­σύν­θε­σή του δὲν θέ­λη­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ, οὔ­τε μπό­ρε­σε φυ­σι­κὰ νὰ ξε­πε­ρά­σει. Κά­πο­τε παν­τρεύ­τη­κε μιὰ ξε­βγαλ­μέ­νη μὲ ἐκ­δη­λω­μέ­να δύ­στρο­πο χα­ρα­κτή­ρα, ποὺ συμ­φω­νοῦ­σε, φαί­νε­ται, ἀό­ρι­στα μέ­σα του μὲ τὸ ἀν­δρι­κὸ ἀρ­χέ­τυ­πο τῆς μά­νας του. Ἴ­σως πά­λι ν’ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε στὰ τυ­φλὰ κά­ποι­ο αἴ­σθη­μα ἀ­σφά­λειας ποὺ χα­ρί­ζει σὲ τέ­τοι­ους τύ­πους τὸ νό­μι­μο πλαί­σιο τοῦ ζευ­γα­ρώ­μα­τος. Ξέχα­σε ὅ­μως τὴ δι­α­φά­νεια τοῦ ἀν­τι­φα­τι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα του καὶ πό­σο εὔ­κο­λα μπο­ρεῖ κι ἡ πιὸ ἠ­λί­θια σύ­ζυ­γος νὰ δι­α­κρί­νει τὶς εὐά­λω­τες πλευ­ρὲς τοῦ συμ­βί­ου της, μιὰ καὶ τὸν ἔ­χει κά­θε μέ­ρα στὸ χέ­ρι. Ἀπὸ ὑ­ποταγ­μέ­νος γιὸς ἔ­γι­νε ὑ­πο­ταγ­μέ­νος σύ­ζυ­γος κι αὐ­τὴ ἡ με­τά­θε­ση συν­τε­λέ­σθη­κε ἀ­νε­παί­σθ­η­τα καὶ σὰν μοι­ραί­α ψυ­χο­λο­γι­κὴ πο­ρεί­α τῆς σφρα­γι­σμέ­νης, μι­σε­ρῆς φύ­σης του. Ζών­τας τώ­ρα μό­νι­μα τὴν ἀ­να­σφά­λεια σὰν φυ­σι­κὴ κα­τά­στα­ση, βι­ά­ζε­ται νὰ γυ­ρί­σει νω­ρὶς στὸ σπί­τι, πρέ­πει νὰ ξέ­ρει ποὺ βρί­σκε­ται κά­θε στιγ­μὴ ἡ γυ­ναί­κα του καὶ δὲν ἀ­νέ­χε­ται νὰ μέ­νει μό­νη μὲ τὶς φι­λε­νά­δες της. Θέ­λει νὰ νι­ώ­θει πὼς τῆς εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τος, για­τὶ ἕ­να τέ­τοι­ο συ­ναί­σθη­μα τοῦ καλ­λι­ερ­γεῖ μιὰ ὑ­πο­δό­ρεια αἴ­σθη­ση προ­ο­ρι­σμοῦ ποὺ τὸν ἡ­συ­χά­ζει. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἶ­ναι πὼς ἡ ἄλ­λη, σί­γου­ρη γιὰ τὴν ἄρ­ρω­στη ἐ­ξάρ­τη­σή του, δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται ἀ­νοι­χτὰ πὼς ἡ τό­ση ἀγά­πη καὶ φρον­τί­δα του τὴ σκο­τώ­νει. Σὲ λί­γο, πι­στεύ­ει ὁ φί­λος μου ὁ Κο­σμᾶς, θὰ ξε­σπά­σουν ἀ­π’ τὴν τέ­τοι­α κα­τα­πί­ε­ση οἱ γνω­στές, γε­λοῖ­ες τά­σεις ἀν­ταρ­σίας ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτουν μέ­σα τους, γύ­ρω στὴν κλι­μα­κτή­ριο, οἱ βο­λε­μέ­νες ἔγ­γα­μες. Καὶ τό­τε θ’ ἀρ­χί­σει ἕ­να ἄλ­λο ἑλ­λη­νι­κὸ σή­ριαλ μ’ ἐ­λε­ει­νὸ θύ­μα καὶ πρω­τα­γω­νι­στὴ τὸν κω­μι­κο­τρα­γι­κὰ πα­νι­κό­βλη­το φί­λο μας. Μιὰ ἐ­ξέ­λι­ξη ποὺ οὔ­τε θέ­λω νὰ τὴ σκέ­φτο­μαι.

       Ὅ­μως ἀ­φέ­θη­κα στὰ προ­βλή­μα­τα τοῦ Παύ­λου, λὲς κι εἶ­ναι ὁ μό­νος ποὺ βα­σα­νί­ζε­ται ἀ­π’ τοὺς πα­λιούς μας φί­λους. Ἴ­σως ὅ­μως καὶ νὰ προ­βά­λω πά­νω του προ­σω­πι­κά μου πλέγ­μα­τα ἢ ἐ­νο­χὲς καὶ συγ­γε­νι­κὲς κα­τα­στά­σεις ἄλ­λων φί­λων, ποὺ μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ πι­στεύ­ω πὼς δὲν μὲ ἀ­φο­ροῦν κα­θό­λου. Ὅ­πως καὶ νά ’­χει τὸ πράγ­μα, τὸ σί­γου­ρο εἶ­ναι πὼς πι­ά­σα­με ὅ­λοι τὰ σα­ράν­τα πέν­τε (ἐ­δῶ κά­τι κλέ­βω) κι ὅ­λο τὸ μι­κρὸ κε­φά­λαι­ο τῶν ἐ­πα­φῶν μας μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες μοιά­ζει κι­ό­λας μα­κρι­νὸ κι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νο. Μπαί­νου­με τώ­ρα κα­νο­νι­κὰ στὴ θέ­ση τοῦ ἀ­μέτο­χου θε­α­τῆ στὸ ἐρω­τικὸ παι­χνί­δι τῶν ἄλ­λων μ’ ὅ­λες τὶς κρύ­ες φο­βί­ες τοῦ με­σή­λι­κα. Ψυ­χο­λο­γι­κὰ ἀ­νέ­τοι­μοι στὸ γύ­ρι­σμα τῆς ζω­ῆς καὶ μὲ τὸ φάν­τα­σμα τῆς γε­ρον­τι­κῆς κα­τά­πτω­σης μπρο­στά μας. Ἔ­λε­γα πὼς μό­νο ἐγὼ αἰ­σθά­νο­μαι ἔ­τσι κι ἄρ­χι­σα νὰ τὰ βά­ζω μὲ τὴν ξε­κάρ­φω­τη σὲ πολ­λὲς πλευ­ρὲς εὐ­αι­σθη­σία μου. Ὅ­μως βλέ­πω πα­ρό­μοι­ες τά­σεις καὶ σ’ ἄλ­λους γνω­στούς, μὲ στέ­ρε­ο —ὣς τὰ τώ­ρα— μυα­λό. Συ­χνὰ μὲ στρι­μώ­χνουν τὰ με­ση­μέ­ρια στὰ οὐ­ζά­δι­κα κι ἐ­κεῖ ζῶ τὰ πιὸ θλι­βε­ρὰ δι­α­λείμ­μα­τα ἀ­νά­με­σα στὴ δου­λειὰ καὶ τὸν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ ὕ­πνο. Βρι­σκό­μα­στε μα­ζὶ γιὰ νὰ ἐ­κτο­νω­θοῦ­με —τά­χα— ἀ­πὸ πι­ε­στι­κά, τρε­χού­με­να προ­βλή­μα­τα. Ὅ­μως αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, ἴ­σως κι ἀ­π’ τὴν ἐπί­δρα­ση τοῦ πο­τοῦ, τὸ ναρ­κω­μέ­νο μας θυ­μι­κὸ γυ­ρί­ζει μό­νι­μα σὲ πα­λι­ὲς γκο­με­νο­δου­λει­ές. Ἰ­δί­ως ὅ­ταν βρί­σκον­ται στὸ μα­γα­ζὶ τί­πο­τα ὀ­ρε­κτι­κὰ μα­νούλια μὲ τ’ ἀ­γό­ρια τους.

       Ἱδρώνω τό­τε πραγ­μα­τι­κὰ νὰ στα­μα­τή­σω τὴ λο­γόρ­ροι­ά τους γύ­ρω ἀ­πὸ μπα­γι­ά­τι­κες ἐρω­τι­κές ἱ­στο­ρί­ες ποὺ τὶς ξέ­ρω ἀ­π’ ἔ­ξω κι ἀνα­κα­τω­τὰ σ’ ὅ­λες τὶς ὁ­μα­λὲς καὶ δι­ά­στρο­φες ἐκ­δο­χές τους. «Δὲν τὸ κό­βε­τε τώ­ρα», τοὺς μα­λώ­νω. «Ἐν­τά­ξει, κύ­ριοι, ὡ­ραῖ­ο πράγ­μα ὁ ἔ­ρω­τας. Φτά­νει νὰ εἶ­ναι στὴν ὥ­ρα του. Ἀλ­λι­ῶς μοιά­ζει μὲ ξα­να­ζε­στα­μέ­νο τσά­ι.» Κου­βέν­τες ἄ­σχε­τες, ποὺ κα­νέ­νας δὲν δεί­χνει ν’ ἀ­κού­ει, ἐνῶ ταυ­τό­χρο­να πιά­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ συμ­με­τέ­χει κα­νο­νι­κὰ στὶς ἄρ­ρω­στες ἀ­να­δρο­μές τους. Φεύ­γου­με ζα­λι­σμέ­νοι καὶ ἀλ­λό­κο­τα ἄ­δει­οι μὲ ὑ­πο­σχέσεις δι­ά­φο­ρες νὰ μὴ χα­θοῦ­με πά­λι.

       Τί μᾶς μέ­νει, λοι­πόν, ἐ­δῶ ποὺ φτά­σα­με, μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μας σχε­δὸν μου­δι­α­σμέ­νες καὶ βα­θιὰ ἀνήσυ­χοι γιὰ ὅ­σα κρυ­φὰ ρη­μά­ζουν τὸν μέ­σα μας κό­σμο; Ὁ Κο­σμᾶς πι­στεύ­ει πὼς σὲ κά­θε ἄν­τρα ἐ­πι­ζε­ῖ μέ­χρι θα­νά­του ἕ­να ἀ­νε­ξάν­τλη­το ὑπό­λειμ­μα ἐρω­τι­κῆς φύ­σης ποὺ ἀ­δι­άκο­πα ἀν­τι­δρᾶ στὸ σκο­τει­νὸ μέλ­λον τῆς φθο­ρᾶς του. Ἂν εἶ­ναι ἔ­τσι τὸ φύ­λο μας, ὑπάρ­χει ἀ­κό­μη ἐλ­πί­δα σ’ ἕ­ναν τε­λευ­ταῖ­ο γε­ρον­τι­κὸ ἔ­ρω­τα, ποὺ ἀν­θε­κτι­κὸς στὸ μο­χθη­ρό μας πε­ρι­βάλ­λον θὰ κρα­τή­σει ἀνοι­χτὴ τὴν ὑπό­σχε­ση τῆς σπά­νιας ἐ­πα- φῆς ποὺ ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ δι­ά­θε­ση χα­ρί­ζει. Κά­τι τέ­τοι­ο χρει­α­ζό­μα­στε γιὰ νὰ ἀν­τέξου­με τὰ πι­κρὰ χρό­νια ποὺ μᾶς πε­ρι­μέ­νουν. Κι ὄ­χι νὰ πα­ρι­στά­νου­με τώ­ρα τὸ σκλη­ρὸ πε­πό­νι στὴν κα­κό­τυ­χη γυ­ναί­κα μας, ποὺ κά­πο­τε τρο­μαγ­μέ­νη ἤ κου­ρα­σμέ­νη ἀπ’ τὸ ἐρω­τι­κὸ παι­χνί­δι ἀφέ­θη­κε καὶ ἄ­ρα­ξε σὲ κά­ποι­ον δει­λὸ κι ἀ­νεκ­δή­λω­το ξε­μω­ρα­μέ­νο, ὅ­πως οἱ πιὸ πολ­λοὶ ἀ­πὸ μᾶς.



Πηγή: Ὀκνηρίας ἐγκώμιον ἤ γιατί μᾶς κλαῖνε κι οἱ ρέγγες (Στιγμή, 1985).

Βασίλης Καραβίτης (Νέα Ορεστιάδα, 1934-2016). Μεγάλωσε στὸν Πειραιᾶ καὶ ἀνδρώθηκε στὴν Αθήνα τῆς δεκαετίας τοῦ ’50, ὅπου σπούδασε νομικὰ καὶ δικη­γοροῦσε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια. Ἐξέδωσε ἐννέα ποιητικὲς συλλογές, δύο πεζο­γρα­φή­μα­τα και εἶχε μεταφράσει ξένη μεταπολεμικὴ ποίηση (Χέρμπετ, Μιλότς, Ρουζέ­βιτς, Σιμπόρσκα, κ.ἄ.). Ὑπῆρξε ἀπὸ τὰ ἱδρυτικά μέλη τῆς Ἑταιρείας Συγγραφέων καὶ τακτικὸς συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ Διαγώνιος στὴ Θεσσαλονίκη. Πρῶτο του βιβλίο Τὸ παιχνίδι τῆς ἐπαφῆς (ποιήματα, Διαγώνιος, 1973).