Γρηγόρης Τεχλεμετζῆς: Ἡ φαντασία



Γρηγόρης Τεχλεμετζῆς


Ἡ φαν­τα­σί­α


ΑΝΤΑ μοῦ ἄρεσε νὰ φαν­τά­ζο­μαι πράγ­μα­τα. Ὅ­σο πιὸ πο­λὺ ἐγ­κλω­βι­ζό­μουν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τό­σο πιὸ πο­λὺ ἀ­ρε­σκό­μουν στὸ νὰ ψά­χνω τὰ ἄ­φτα­στα, ἀ­κό­μα καὶ —για­τί ὄ­χι;— τὰ ἀ­νό­σια. Οἱ σκέ­ψεις δι­α­δέ­χον­ταν ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη, σὲ ἕ­να ξέ­φρε­νο καλ­πά­ζον πα­ρα­φου­σκω­μέ­νο τα­ξί­δι, δι­α­κυ­βεύ­ον­τας τὴ λο­γι­κή. Μὰ εἶ­χα πλή­ρη συ­νεί­δη­ση ὅ­τι δὲ θὰ συμ­βοῦν, ἀλ­λὰ κα­θό­λου δὲ μὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε, οὔ­τε ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν ἀ­πό­λαυ­ση καὶ φυ­σι­κὰ δὲ μὲ ἀ­πέ­τρε­πε. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ μυ­στι­κὸς κῆ­πος μου, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο μπο­ροῦ­σα ἀ­πε­ρί­σπα­στος καὶ ἀ­νε­ξάρ­τη­τος νὰ ζῶ στὴν ἀ­να­ζή­τη­ση ἑ­νὸς μα­κρι­νοῦ ἄν­θους. Κα­νεὶς δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ τὸν πά­ρει. Ἦ­ταν δι­κός μου. Ὀ­λο­δι­κός μου. Μό­νο οἱ θό­ρυ­βοι δο­κί­μα­ζαν νὰ μὲ ἀ­πο­σπά­σουν. Πε­ριτ­τὲς ὁ­μι­λί­ες, ἀ­νού­σι­ες κου­βέν­τες, ἐ­πι­δερ­μι­κὲς μου­σι­κές, ἀλ­λὰ καὶ ἡ κι­νη­τή­ρια κα­τα­πι­ε­στι­κὴ δύ­να­μη τῶν ὑ­πο­χρε­ώ­σε­ων. Προ­σαρ­τή­σεις. Δου­λειά, φρον­τί­δα τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μου, χρό­νος ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρέ­χω στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μου, στοὺς φί­λους καὶ στοὺς συγ­γε­νεῖς – γιὰ νὰ μὴ μοῦ γυ­ρί­σουν μὲ τὸ δί­κιο τους τὴν πλά­τη. Ἄλ­λα μιὰ χα­ρὰ τὰ κα­τά­φερ­να μέ­χρι τώ­ρα. Σω­στὴ δό­ση φαν­τα­σί­ας καὶ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, νὰ ἀ­να­φλο­γί­ζο­μαι συ­νέ­χεια.

       Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ ὅ­λα μοῦ πᾶ­νε πρί­μα. Ἐ­πι­τυ­χί­ες στὴ δου­λειά, δι­α­κο­πές, τα­ξί­δια, κα­λοὶ φί­λοι, δι­α­σκέ­δα­ση! Ζω­ὴ ζη­λευ­τή. Λὲς καὶ εἶ­μαι σὲ πα­ρα­μύ­θι. Ποι­ὸς θὰ πε­ρί­με­νε τέ­τοι­α χα­ρά; Οὔ­τε στὸ φαν­τα­στι­κό μου κό­σμο ἔ­τσι.

       Μὰ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν; Θυ­έ­στιο δεῖ­πνο. Τὰ ὄ­νει­ρα κα­τα­σί­γα­σαν. Ὅ­λα χά­νον­ται μὲς στὸ σύ­θαμ­πο. Κα­μί­α ζω­η­ρὴ ἀ­σά­φεια. Κα­μί­α νε­φε­λώ­δης αἴ­σθη­ση μα­γεί­ας. Μό­νο κα­θα­ρὰ σκέ­τη, στε­γνή, στε­νω­πὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Πε­ρί­κλει­στη, ἀ­να­πό­δρα­στη, κο­φτε­ρὴ λο­γι­κή. Πῶς νὰ πο­θή­σω αὐ­τὰ ποὺ μοῦ ἔ­λει­παν; Θὰ ἦ­ταν του­λά­χι­στον ἀ­χα­ρι­στί­α καί, μᾶλ­λον, πα­ρα­λο­γι­σμός. Εἶ­μαι ἤ­δη εὐ­τυ­χι­σμέ­νος.

       Σκίρ­τη­σα. Μιὰ ἀ­κυ­βέρ­νη­τη θλί­ψη μὲ κα­τέ­βα­λε. Θε­έ μου, για­τί μοῦ τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό;

       Στά­χτη καὶ μπούλ­μπε­ρη νὰ γί­νουν ὅ­λα.

       Μό­νο μέ­σα ἀ­π’ τὰ ἐ­ρεί­πια μπο­ροῦ­σα νὰ ξα­να­ζή­σω.



Πηγή: Μυθολογήματα καὶ ἔντεκα πλὴν ἕνα μικρὰ πεζά (Κέδρος, 2021).

 Ὁ Γρη­γό­ρης Τε­χλε­με­τζὴς (Ἀ­θή­να 1968). Σπού­δα­σε χη­μι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος του κοι­νοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ ΕΑΠ καὶ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Ἡ με­τα­πτυ­χια­κή του ἐρ­γα­σί­α εἶ­χε θέ­μα τὴν ψυ­χα­να­λυ­τι­κὴ κρι­τι­κὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν ἐ­φαρ­μο­γή της στὴν πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ Μά­ριου Χάκ­κα.

   Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2004 μὲ τὴ συμ­με­το­χή του στὴν ἀν­θο­λο­γί­α δι­η­γη­μά­των τοῦ Β΄ Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Δι­α­γω­νι­σμοῦ Ἀν­τώ­νης Σα­μα­ρά­κης (Κα­στα­νι­ώ­της). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ Λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ δι­α­δι­κτυα­κά). Ἔ­χει πα­ρου­σιά­σει βι­βλί­α συ­να­δέλ­φων του σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­δη­λώ­σεις. Βι­βλί­α του: Οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἡ ὄ­ψη (Γκο­βό­στης 2010) καὶ  Μυ­θο­λο­γή­μα­τα καὶ ἕν­τε­κα πλὴν ἕ­να μι­κρὰ πε­ζὰ (Κέ­δρος 2021) καὶ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴν Ἔ­λε­να (Ἠ­ρι­δα­νὸς 2007) καὶ Ὁ Ἀρ­χι­λο­χὸς του (τὸ μό­νο ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα γιὰ τὸν ποι­η­τὴ/ Γα­βρι­η­λί­δης 2016). Ἀ­πὸ τὸ 2011 δι­ευ­θύ­νει τὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Πε­ρι­ο­δι­κὸ Ὁ Σί­συ­φος. Ἐ­πί­σης ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ποί­η­σης καὶ πε­ζο­γρα­φί­ας, δη­μο­σι­εύ­ον­τας κεί­με­νά του σὲ Λο­γο­τε­χνι­κὰ Πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ πολ­λὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν Σί­συ­φο γιὰ Ἕλ­λη­νες λο­γο­τέ­χνες. Συμ­με­τεῖ­χε μὲ κεί­με­νά του σὲ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα πε­ρι­ο­δι­κῶν καὶ συλ­λο­γι­κῶν ἐκ­δό­σε­ων.

Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α: tehlemetzis@gmail.com


 

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: