Ἄννα Στρούλια: Ἡ Ξένη


Ἄν­να Στρού­λια


H Ξέ­νη


ΝΑ ΠΡΩΙ ξύ­πνη­σα καὶ δὲν θυ­μό­μουν τί­πο­τα. Εἶ­χα μό­λις ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια μου, καὶ πρὶν προ­λά­βω ν’ ἀ­να­ρω­τη­θῶ ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἄ­γνω­στο δω­μά­τιο καὶ πῶς βρέ­θη­κα ἐ­κεῖ, ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε καὶ μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζα μιὰ ἀ­να­μαλ­λι­α­σμέ­νη Κυ­ρί­α —τὰ ροῦ­χα της ἦ­ταν ἔ­τσι βαλ­μέ­να ποὺ δὲν κα­τα­λά­βαι­νες ἂν μ’ αὐ­τὰ εἶ­χε κοι­μη­θεῖ ἢ ἦ­ταν ντυ­μέ­νη γιὰ ἔ­ξω— ἡ ὁ­ποί­α, μὲ ἐκ­πλη­κτι­κὴ βε­βαι­ό­τη­τα, μοῦ εἶ­πε νευ­ρι­α­σμέ­να: «Σή­κω γρή­γο­ρα, Ἄν­να! Τί κά­νεις; Θ’ ἀρ­γή­σεις.»

        Πρὶν προ­λά­βω κὰν ν’ ἀν­τι­δρά­σω, εἶ­χε βρον­τή­ξει τὴν πόρ­τα πί­σω της κι εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ἐ­γὼ ὅ­μως εἶ­χα ἤ­δη λά­βει τὴν πρώ­τη πλη­ρο­φο­ρί­α γιὰ τὸ ἄ­το­μό μου, ὅ­τι δη­λα­δὴ μὲ λέ­νε Ἄν­να, καὶ ὅ­τι γιὰ κά­ποι­ο λό­γο πρέ­πει νὰ βια­στῶ. Αὐ­τὸ τὸ δεύ­τε­ρο μοῦ δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ κά­ποι­α δυ­σφο­ρί­α. Θὰ προ­τι­μοῦ­σα νὰ εἶ­χα τὸν χρό­νο νὰ πε­ρι­ερ­γα­στῶ τὸ δω­μά­τιο.

        Ἔ­τσι ὅ­πως ἦρ­θαν τὰ πράγ­μα­τα, δὲν εἶ­χα χρό­νο γιὰ πολ­λὰ-πολ­λά. Ση­κώ­θη­κα γρή­γο­ρα, ἔ­ρι­ξα μιὰ κλε­φτὴ μα­τιὰ στὸν κα­θρέ­φτη, κι ἄ­νοι­ξα τὴ ντου­λά­πα γιὰ νὰ ντυ­θῶ. Φό­ρε­σα μιὰ μπλού­ζα κι ἕ­να παν­τε­λό­νι, πῆ­ρα καὶ ἕ­να παλ­τὸ κι ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα.

        Πρὶν ἀ­κό­μη προ­λά­βω νὰ φτά­σω στὸ κε­φα­λό­σκα­λο, ἡ ἴ­δια Κυ­ρί­α πε­τά­χτη­κε ἀ­π’ τ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ καί, πάν­το­τε φου­ρι­ό­ζα, δί­χως στιγ­μὴ νὰ στα­μα­τή­σει, μοῦ φώ­να­ξε: «Τί νὰ σοῦ ἔ­χω γιὰ με­ση­μέ­ρι; Καὶ μὴ δι­α­νο­η­θεῖς νὰ κά­τσεις μὲ τὶς ὧ­ρες, ὁ για­τρὸς τὸ εἶ­πε: Πρέ­πει νὰ ξε­κου­ρά­ζε­σαι.» Ἡ φω­νή της ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ τὰ δε­ξιά μου τώ­ρα.


Ἤ­μουν πλέ­ον στὸν πά­νω ὄ­ρο­φο. Τζα­μα­ρί­ες παν­τοῦ καὶ μπρο­στά μου ἕ­νας κα­να­πὲς μὲ τὸ τρα­πε­ζά­κι – τὸ κα­θι­στι­κό. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα γιὰ λί­γο ἂν πρέ­πει νὰ πά­ω ἀ­ρι­στε­ρὰ ἢ δε­ξιά, πά­λι ὅ­μως ἤ­ξε­ρα πὼς ἀ­ρι­στε­ρὰ εἶ­ναι ἡ κου­ζί­να, καὶ πὼς ἐ­γὼ πρέ­πει νὰ φύ­γω. Προ­χώ­ρη­σα λοι­πὸν στὰ δε­ξιὰ καί, δυ­ὸ-τρί­α βή­μα­τα με­τά, βρέ­θη­κα σ’ ἕ­να τε­ρά­στιο σα­λό­νι: Ἐμ­πρὸς ἡ τρα­πε­ζα­ρί­α, στὸ βά­θος δυ­ὸ κα­να­πέ­δες καὶ πέ­ρα, στὴν ἄ­κρα ἀ­ρι­στε­ρά, ἕ­να πιά­νο. Δί­πλα του ἡ μπαλ­κο­νό­πορ­τα καὶ πα­ρα­δί­πλα μιὰ πόρ­τα, ἡ ἔ­ξο­δος. «Τί κρί­μα», σκέ­φτη­κα, «ποὺ δὲν ἔ­χω τὸν χρό­νο νὰ μά­θω ἂν ξέ­ρω πιά­νο. Καὶ τὸ χει­ρό­τε­ρο νὰ μὴν ξέ­ρω για­τί βι­ά­ζο­μαι». Ἡ Κυ­ρί­α, βέ­βαι­α, δὲ φαι­νό­ταν που­θε­νά. «Στὴ βε­ράν­τα θὰ εἶ­ναι μᾶλ­λον» σκέ­φτη­κα, «ἀλ­λά, ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, δὲν μπο­ρῶ νὰ τὸ ρι­σκά­ρω. Ἄς φύ­γω, τώ­ρα ποὺ προ­λα­βαί­νω».

        Προ­χώ­ρη­σα ἴ­σια στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα καί, πρὶν τὴν ἀ­νοί­ξω, κον­το­στά­θη­κα καὶ φώ­να­ξα «Φεύ­γω», χω­ρὶς νὰ πά­ρω ἀ­πάν­τη­ση. Μπῆ­κα στὸ ἀ­σαν­σὲρ καὶ πά­τη­σα τὸ κουμ­πὶ τοῦ ἰ­σο­γεί­ου.

        Τέ­ταρ­τος ὄ­ρο­φος. «Ἄ­ρα ἤ­μουν στὸν πέμ­πτο». Κα­θὼς οἱ ὄ­ρο­φοι κα­τέ­βαι­ναν, σκέ­φτη­κα: «Καὶ τί χαί­ρο­μαι ποὺ ξέ­φυ­γα, ἀ­φοῦ δὲν ξέ­ρω ἀ­πὸ τί; Καὶ ποῦ θὰ πά­ω τώ­ρα;… Για­τί φεύ­γω;… Δὲν ξέ­ρω για­τί, ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ γυ­ρί­σω… Ἀ­φοῦ μὲ πε­ρι­μέ­νουν…»

        Ἀ­πὸ τὸ ἀ­σαν­σὲρ βγῆ­κα στὸν δι­ά­δρο­μό τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, καὶ ἔ­ψα­ξα τὶς τσέ­πες μου. Οὔ­τε χαρ­τιά, οὔ­τε λε­φτά, οὔ­τε τί­πο­τα Δὲν ἤ­ξε­ρα κὰν σὲ ποι­ά πό­λη καὶ σὲ ποι­ά χώ­ρα βρί­σκο­μαι. Τὸ ἀ­πο­φά­σι­σα. «Θὰ γυ­ρί­σω πί­σω καὶ θὰ ρω­τή­σω.»

        Μπῆ­κα στὸ ἀ­σαν­σὲρ καὶ πά­τη­σα τὸ κουμ­πὶ τοῦ πέμ­πτου. Κα­θὼς ἀ­νέ­βαι­να ἔ­νι­ω­θα ἀ­μή­χα­να. Ντρε­πό­μουν νὰ ἐ­νο­χλή­σω πά­λι αὐ­τὴν τὴν πο­λυ­ά­σχο­λη Κυ­ρί­α, ποὺ τό­σο ἀ­γω­νι­οῦ­σε μὴν ἀρ­γή­σω. Δὲν εἶ­χα ὅ­μως ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή.


Ἤ­μου­να πιὰ μπρο­στὰ στὴ μί­α καὶ μο­να­δι­κὴ πόρ­τα τοῦ πέμ­πτου. Οὔ­τε ὄ­νο­μα, οὔ­τε μα­τά­κι – τί­πο­τα, μό­νο το κου­δού­νι. Τὸ χτύ­πη­σα, καὶ πε­ρί­με­να. Δευ­τε­ρό­λε­πτα με­τὰ ἀ­κού­στη­καν βι­α­στι­κὰ βή­μα­τα, κι ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε. Μπῆ­κα καὶ εἶ­δα τὴν πλά­τη τῆς Κυ­ρί­ας ν’ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται βι­α­στι­κά, τρέ­χον­τας σχε­δόν. Φο­βή­θη­κα ὅ­τι πά­λι θὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. «Ἐ­ε­ε­ε­ε…», εἶ­πα, τρέ­χον­τας κι ἐ­γὼ πί­σω της.

        «Για­τί γύ­ρι­σες;», μοῦ φώ­να­ξε δί­χως νὰ στα­μα­τή­σει. Ἤ­μα­σταν ἤ­δη στὸ κα­θι­στι­κὸ καὶ τρέ­χα­με πρὸς τὴν κου­ζί­να. «Μι­σὸ λε­πτό», τῆς φώ­να­ξα, κι ἀ­μέ­σως ντρά­πη­κα. «Πο­λὺ δυ­να­τὰ τὸ εἶ­πα», σκέ­φτη­κα, καὶ αἰ­σθα­νό­μουν χει­ρό­τε­ρα ἀ­πὸ πρίν. Κον­το­στά­θη­κε, γύ­ρι­σε πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ μὲ κοί­τα­ξε. Τὰ μά­τια της ἦ­ταν κοκ­κι­νι­σμέ­να καὶ γυ­ά­λι­ζαν. «Τί ἔ­γι­νε πά­λι; Τί ξέ­χα­σες;», μοῦ εἶ­πε θυ­μω­μέ­να, καὶ φαι­νό­ταν ἕ­τοι­μη πά­λι νὰ φύ­γει. Ξε­ρο­κα­τά­πια. «Συγ­γνώ­μη», τῆς εἶ­πα κομ­πι­ά­ζον­τας, «Ποι­ὰ εἶ­σαι;».

        Χα­μή­λω­σε τὰ μά­τια καὶ με­μιᾶς σω­ρι­ά­στη­κε στὴν πο­λυ­θρό­να. Γιὰ λί­γο ἔ­μοια­ζε νὰ ἠ­ρε­μεῖ. Μό­νο γιὰ λί­γο. Ὕ­στε­ρα ξα­να­θύ­μω­σε, καὶ μοῦ φώ­να­ξε νευ­ρι­α­σμέ­νη: «Δὲν νο­μί­ζεις ὅ­τι πα­ρα­τρά­βη­ξε αὐ­τό; ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ! ΦΤΑ-ΝΕΙ! Πρέ­πει νὰ ξε­χά­σεις κά­ποι­α στιγ­μὴ καὶ νὰ προ­χω­ρή­σεις. Πές, ρὲ παι­δί μου, ὅ­τι ξυ­πνᾶς μιὰ μέ­ρα καὶ τὰ ἔ­χεις ἀ­φή­σει ὅ­λα πί­σω. Πὲς ὅ­τι μιὰ μέ­ρα ξυ­πνᾶς, καὶ δὲν θυ­μᾶ­σαι τί­πο­τα.»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄν­να Στρού­λια (Βό­λος, 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη (ΑΠΘ), Γλωσ­σο­λο­γί­α (ΜΑ, Paris 8) καὶ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α τῆς Ἐκ­παί­δευ­σης στὸ Πα­ρί­σι (ΜΑ, Paris 5), Ἐ­πι­μέ­λεια Κει­μέ­νων (ΜΙΕΤ) καὶ Κα­λὲς Τέ­χνες στὴν Ἀ­θή­να (MA, ΑΣΚΤ), ὅ­που ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται. Ἔρ­γα της ἔ­χουν ἐ­κτε­θεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez): Ἡ Μαί­ρη Τζό, ἡ­λι­κί­ας δύ­ο ἐ­τῶν…



Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez)


Τὰ πέν­τε πιὸ ὡ­ραῖ­α μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ κό­σμου (2/5)

(Los cinco cuentos cortos más bellos del mundo)


[IΙ. Ἡ Μαί­ρη Τζό, ἡ­λι­κί­ας δύ­ο ἐ­τῶν…]

[IΙ. Mary Jo, de dos años de edad…]


ΜΑΙΡΗ ΤΖΟ, ἡ­λι­κί­ας δύ­ο ἐ­τῶν, μα­θαί­νει νὰ παί­ζει στὸ σκο­τά­δι, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ οἱ γο­νεῖς της, ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α Μέ­ι, ὑ­πο­χρε­ώ­θη­καν νὰ ἐ­πι­λέ­ξουν ἀ­νά­με­σα στὴν ζω­ὴ τῆς μι­κρού­λας καὶ στὸ νὰ μεί­νει τυ­φλὴ γιὰ τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς της. Τῆς μι­κρῆς Μαί­ρης τῆς ἔ­βγα­λαν καὶ τὰ δύ­ο μά­τια, ἀ­φό­του ἕ­ξι δι­α­πρε­πεῖς εἰ­δι­κοὶ δι­έ­γνω­σαν: ρε­τι­νο­βλά­στω­μα. Με­τὰ ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μέ­ρες χει­ρουρ­γη­μέ­νη, ἡ μι­κρὴ εἶ­πε: «μα­μά, δὲν μπο­ρῶ νὰ ξυ­πνή­σω…Δὲν μπο­ρῶ νὰ ξυ­πνή­σω…»



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Ciudad Seva, Casa digital del escritor Luis López Nieves:

Cuentos de Gabriel García Márquez – Ciudad Seva – Luis López Nieves

Γκαμπριὲλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel José García Márquez) (Κο­λομ­βί­α 1927-Με­ξι­κὸ 2014). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης λό­γους, ρε­πορ­τάζ, κρι­τι­κὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα. Ὑ­πῆρ­ξε γνω­στὸς σὰν Γκάμ­πο καὶ οἱ φί­λοι του τὸν φώ­να­ζαν Γκαμ­πί­το. Τὸ 1982 ἔ­λα­βε τὸ Νόμ­πελ τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας «γιὰ τὶς νου­βέ­λες του καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ μπλέ­κον­ται σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ἀ­πὸ φαν­τα­σί­α, ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τὴν ζω­ὴ καὶ τὶς συγ­κρού­σεις μιᾶς ἠ­πεί­ρου». Συν­δέ­ε­ται ἄρ­ρη­κτα μὲ τὸν «μα­γι­κὸ ρε­α­λι­σμὸ» καὶ τὸ πιὸ γνω­στό του ἔρ­γο, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἑ­κα­τὸ χρό­νια μο­να­ξιᾶς, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ αὐ­τοῦ του λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος. Ἐ­πι­πλέ­ον, θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι λό­γῳ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας τοῦ ἔρ­γου, αὐ­τὸς ὁ ὅ­ρος ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἄν­θι­σε στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘60 στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ 2007 ἡ Βα­σι­λι­κὴ Ἱ­σπα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α καὶ ἡ Ἑ­ται­ρί­α Ἀ­κα­δη­μι­ῶν τῆς Ἱ­σπα­νι­κῆς Γλώσ­σας δη­μο­σί­ευ­σαν μιὰ ἀ­να­μνη­στι­κὴ ἔκ­δο­ση αὐ­τοῦ του ἔρ­γου, θε­ω­ρών­τας το μέ­ρος τῶν με­γά­λων ἱ­σπα­νό­φω­νων κλασ­σι­κῶν ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν. Ὁ Μάρ­κες ὑ­πῆρ­ξε δι­ά­ση­μος τό­σο γιὰ τo τα­λέν­το του ὅ­σο καὶ γιὰ τὴν πο­λι­τι­κή του στά­ση. Ἡ φι­λί­α του μὲ τὸν κου­βα­νὸ ἡ­γέ­τη Φιν­τὲλ Κά­στρο εἶ­ναι πα­σί­γνω­στη στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ πο­λι­τι­κὸ κό­σμο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.


Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt): Πυγολαμπίδες

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt)


Πυγολαμπίδες


ΙΑ ΦΩΤΙΣΜΟ χρη­σι­μο­ποι­ῶ μό­νο πυ­γο­λαμ­πί­δες. Ἔ­χω εἰ­δι­κευ­μέ­νους ὑ­πη­ρέ­τες ποὺ τὶς μα­ζεύ­ουν, μό­λις νυ­χτώ­σει, καὶ στρῶ­νουν μ’ αὐ­τὲς τοὺς τοί­χους τοῦ σπι­τιοῦ μου.

            Φῶς ἁ­πα­λό, ἐ­λα­φρὰ πρα­σι­νω­πό, λί­γο τρε­μου­λια­στό, ποὺ μπο­ρῶ στὴ λάμ­ψη του νὰ ξα­να­δι­α­βά­σω —μαν­τεύ­ον­τάς τα— τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να μου βι­βλί­α καὶ νὰ σφί­ξω στὴν ἀγ­κα­λιά μου αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα, ποὺ δὲν θὰ γί­νει δι­κή μου πο­τέ.



Πηγή: Τὰ πλοῖα βγῆκαν σεργιάνι, μτφ. Ἐ. Χ. Γονατᾶς (ἐκδ. Στιγμή, 2001).

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt) (Νορμανδία, Γαλλία, Saint-Maurice d’Etelan, 1917 – Stigny, Γαλλία, 2006). Ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος καὶ ἐκδότης-τυπογράφος. Ἀπὸ τὸ 1963 ἐγκα­τα­στάθηκε στὸ Stigny (διαμέρισμα Yonne) τῆς Βουργουνδίας. Δημο­σίευσε πεζὰ ποιήματα, μικρὲς ἱστορίες, διηγήματα, μύθους καὶ ἀφηγήσεις φα­νταστικῶν ταξιδιῶν. Ἐπισκέφθηκε δύο φορὲς τὴν Ἑλλάδα, τὸ 1939 καὶ τὸ 1962, καὶ συνδέθηκε μὲ τὸν Ἐ. Χ. Γονατᾶ. Πέθανε στὶς 13 Ἀπριλίου τοῦ 2006, σὲ ηλικία 89 ἐτῶν, στὸ Stigny.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.

Εἰκόνα: Pierre Bettencourt (1917-2006) La Source de Dante, ἀκρυλικό, σχι­στό­λι­θος, 122 Χ 157 Χ 6,5 ἑκ.



		

	

Βενετία Κουτσοῦ: Καπέλο μελὸν στὸ Σηκουάνα


Βε­νε­τί­α Κου­τσοῦ


Κα­πέ­λο με­λὸν στὸν Ση­κουά­να


 ΕΜΜΟΝΗ ΜΟΥ μὲ τὸν Ρίλ­κε ξε­κί­νη­σε ἕ­να τυ­χαῖ­ο πρω­ὶ πρὶν χρό­νια. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ἀ­πὸ πάν­τα, ὁ κό­σμος μου πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στὸ τε­τρά­γω­νο ποὺ σχη­μα­τί­ζουν ἡ ὁ­δὸς Μὸνζ μὲ τὶς λε­ω­φό­ρους Σὲν Ζερ­μαίν, Ρα­σπά­ιγ καὶ Μον­παρ­νάς. Τὸ πάν­τα εἶ­ναι τὸ τώ­ρα. Πάν­τα καὶ τώ­ρα ἀ­νε­βαί­νω τὸ πλα­κό­στρω­τό τῆς Μου­φτὰρ σχε­δὸν πα­τών­τας πά­νω στὰ χτε­σι­νά μου βή­μα­τα. Πά­νω τους μπο­ρῶ νὰ πι­σω­πα­τή­σω μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­κρί­βεια. Στὴν ἀ­νά­μνη­ση τῆς παι­δι­κῆς μου εἰ­κό­νας, εἶ­μαι ἀ­πα­ράλ­λα­χτος μὲ τώ­ρα, ὅ­πως καὶ ἡ εἰ­κό­να τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Φο­ρῶ τὸ ἴ­διο κα­φὲ παλ­τὸ καὶ τὸ ἴ­διο μπε­ρέ. Τὸ νὰ εἶ­σαι μιὰ κα­ρι­κα­τού­ρα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ση­μαί­νει κά­τι γιὰ κά­ποι­ον, ἕ­ναν καλ­λι­τέ­χνη ἄς ποῦ­με, ἢ καὶ τί­πο­τε.

        Ὁ Πι­ὲρ εἶ­ναι ἕ­να μο­νό­χνο­το ἀ­γό­ρι μὲ κα­φὲ παλ­του­δά­κι ποὺ δι­α­βά­ζει δια­ρκῶς τὸ ἴ­διο βι­βλί­ο· γρά­φει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο τοῦ πα­τέ­ρα μου. Θὰ γί­νει μᾶλ­λον κα­θη­γη­τής. Εἶ­μαι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νος στὴν εἰ­κό­να μου ἀ­πὸ πάν­τα. Ὅ­λη ἡ δρά­ση τῆς ζω­ῆς μου δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται μὲ αὐ­τὴ τὴν ἴ­δια ὄ­ψη. Πῶς ὅ­μως ἀλ­λά­ζει ἡ ὄ­ψη κά­ποι­ου ὅ­ταν αὐ­τὸ ποὺ κου­βα­λά­ει μέ­σα του πα­ρα­μέ­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το μὲ ἀ­κρί­βεια χη­μι­κῆς ἕ­νω­σης;

        «Ὁ Ρίλ­κε ἦ­ταν ἕ­να σι­ω­πη­λό, σο­βα­ρὸ ἀ­γό­ρι μὲ πλῆ­θος χα­ρί­σμα­τα» γρά­φει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ βι­βλί­ου μου. Θὰ περ­πα­τή­σω ὡς τοὺς μπου­κι­νί­στες τοῦ Ση­κουά­να γιὰ ν’ ἀ­πο­κτή­σω τὸ ἴ­διο βι­βλί­ο ποὺ συλ­λέ­γω χρό­νια τώ­ρα.

        Πλη­σιά­ζω τὸ πο­τά­μι με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λοὺς μῆ­νες. Ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι βρί­σκε­ται πάν­τα ἐ­κεῖ μὲ κα­θη­συ­χά­ζει τό­σο, ὥ­στε νὰ μὴ χρεια­στεῖ νὰ τὸ δῶ ξα­νὰ ὣς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μου. Μπρο­στὰ στοὺς πάγ­κους τῶν βι­βλί­ων στέ­κε­ται ἕ­νας ψη­λὸς ὡ­ραῖ­ος ἄν­τρας μὲ κα­πέ­λο με­λόν. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ἂν τὸ κα­πέ­λο ὀ­μορ­φαί­νει ἐ­κεῖ­νον ἢ τὸ ἀν­τί­στρο­φο, πάν­τως συ­νυ­πάρ­χουν ἀ­νε­ξάρ­τη­τα, μπο­ρεῖ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ τὸ κα­πέ­λο νὰ πε­τά­ξει ἐ­λεύ­θε­ρο κι ἐ­κεῖ­νος νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ χω­ρὶς πρό­βλη­μα. Σί­γου­ρα ἔ­χουν μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη σχέ­ση. Αὐ­τὴ ἡ ἔν­νοι­α συ­ζη­τι­έ­ται πο­λὺ στὸν κύ­κλο μου. Μί­α τρο­με­ρὴ ἀν­τί­φα­ση. Ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ σχέ­ση. Ἴ­σως ἂν δὲν ἤ­μουν τό­σο κολ­λη­μέ­νος στὰ νο­ή­μα­τα τῶν λέ­ξε­ων νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ συμ­βι­βα­στῶ μὲ εὑ­ρη­μα­τι­κοὺς συν­δυα­σμούς, ποὺ ἐ­πι­νο­οῦν νέ­ες συμ­βά­σεις ζω­ῆς. Ἡ ἐ­πι­νό­η­ση εἶ­ναι ἕ­να τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ τρίκ, μιὰ πα­ρά­φρα­ση τῆς ἀ­λή­θειας. Ἕ­να κα­πέ­λο με­λὸν στὰ νε­ρὰ τοῦ Ση­κουά­να.

        Ὁ πω­λη­τὴς βι­βλί­ων μὲ βλέ­πει ποὺ πα­ρα­τη­ρῶ τὸν πε­λά­τη του. «Εἶ­ναι για­τρός», μοῦ λέ­ει. «Τί θὰ κά­να­με ἀ­λή­θεια χω­ρὶς τοὺς για­τρούς;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Δὲν ξέ­ρω ἂν κι ἐ­κεῖ­νος, ὅ­πως ἐ­γώ, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι πράγ­μα­τι ἂν ἔ­λει­παν οἱ πω­λη­τὲς βι­βλί­ων ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ ζω­ή, ἡ ζω­ὴ θὰ συ­νε­χί­ζον­ταν. Ὅ­πως ἄλ­λω­στε καὶ οἱ κα­θη­γη­τὲς λο­γο­τε­χνί­ας.

        Τὸ νό­η­μα τῆς ζω­ῆς μου εἶ­ναι μί­α φαν­τα­σί­ω­ση μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α του­λά­χι­στον θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πρω­τα­γω­νι­στῶ. Ἂν ὄ­χι, τό­τε κα­λύ­τε­ρα νὰ βγῶ ἀ­πὸ αὐ­τήν.

        O ἄν­δρας μπρο­στά μου πρω­τα­γω­νι­στεῖ σὲ κά­ποι­ον πί­να­κα τοῦ Μαγ­κρίτ. Αὐ­τὸς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ στὴν τέ­χνη, σί­γου­ρα ἔ­χει ὑ­πάρ­ξει. Ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης τοῦ Ση­κουά­να σί­γου­ρα θὰ ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ταν σὲ κά­ποι­ον πί­να­κα, ἑ­νὸς ἰμ­πρε­σι­ο­νι­στή. Ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς λο­γο­τε­χνί­ας, στὸν ἴ­διο πί­να­κα, θὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ταν στὰ χρώ­μα­τα τῶν βι­βλί­ων καὶ τοὺς ἰ­ρι­δι­σμοὺς τοῦ πο­τα­μοῦ.

        «Ὁ­ρί­στε τὸ βι­βλί­ο σας. Εἶ­ναι ἡ πιὸ πα­λιὰ ἔκ­δο­ση ποὺ βρῆ­κα.» Τὸ βά­ζω στὴν τσάν­τα. Γράμ­μα­τα σ’ ἕ­ναν νέ­ο ποι­η­τή. Τὸ ξέ­ρω ἀ­π’ ἔ­ξω. Σε­λί­δα 19: Ἂν ἴ­σως ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά σας, σᾶς φαί­νε­ται φτω­χή, μὴν τὴν κα­τα­φρο­νή­σε­τε. Κα­τα­φρο­νῆ­στε τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό σας, ποὺ δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ποι­η­τὴς καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­λέ­σει κον­τά του τὰ πλού­τη της.

        Θὰ τὸ δι­α­βά­σω στοὺς φοι­τη­τές μου, γνω­ρί­ζον­τας βέ­βαι­α ὅ­τι θὰ μπο­ρέ­σουν νὰ ζή­σουν καὶ χω­ρὶς αὐ­τό. Ἐ­πι­στρέ­φω στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου, στὸ στε­νὸ δρο­μά­κι τῆς Ἀμ­πὲ ντὲ λ’ ἐ­πέ. Ἐ­κεῖ θὰ συ­ναν­τή­σω τὸν χα­ρι­σμα­τι­κὸ νε­α­ρὸ Ρίλ­κε, κά­που στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20ου αἰ­ώ­να, στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ 2ου ὀ­ρό­φου, γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω ὅ­τι δὲ θὰ κα­τά­φερ­να πο­τὲ νὰ τὸν ἔ­χω φί­λο.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βε­νε­τί­α Κου­τσοῦ: Σπού­δα­σε στὴν Ἑλ­λά­δα Γαλ­λι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ, θε­α­τρο­λο­γί­α στὸ Πα­ρί­σι (πα­νε­πι­στή­μιο Sorbonne ΙΙΙ) καὶ Μό­δα στὴ Λυ­ὼν (πα­νε­πι­στή­μιο Lumiere-Lyon II). Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς σχε­διά­στρια καὶ σύμ­βου­λος μό­δας σὲ Ἑλ­λά­δα καὶ Γαλ­λί­α. Εἶ­ναι λέ­κτο­ρας στὸ τμῆ­μα δη­μι­ουρ­γι­κοῦ Σχε­δια­σμοῦ & Ἔν­δυ­σης τοῦ Δι­ε­θνοῦς Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Ἑλ­λά­δας. Ὡς μέ­λος τῆς ὁ­μά­δας PieTa σχε­δί­α­σε δρά­σεις ὅ­που το ἔν­δυ­μα με­τα­τρέ­πε­ται σὲ μέ­σο καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης καὶ δι­η­γεῖ­ται ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὴν ἄυ­λη πο­λι­τι­στι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά: Remaster your shirt-scan your Ego, Wear is Art, Ἐν­δυ­μα­το­γρα­φί­α: ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὸ τα­ξί­δι, Ὁ μύ­θος ἐν­δύ­ε­ται κ.α. Οἱ πα­ρα­πά­νω ἐκ­θέ­σεις ἔ­χουν φι­λο­ξε­νη­θεῖ σὲ μου­σεῖ­α τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει μι­κρὲς καὶ με­γά­λες ἱ­στο­ρί­ες. Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη.


Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez): Ἕ­να παι­δά­κι γύ­ρω στὰ πέν­τε…



Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez)

 

Τὰ πέν­τε πιὸ ὡ­ραῖ­α μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ κό­σμου (1/5)

(Los cinco cuentos cortos más bellos del mundo)


[Ι. Ἕ­να παι­δά­κι γύ­ρω στὰ πέν­τε…]

[Ι. Un niño de unos cinco años…]


ΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ γύ­ρω στὰ πέν­τε, ποὺ εἶ­χε χά­σει τὴν μη­τέ­ρα του ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος ἑ­νὸς πα­νη­γυ­ριοῦ, πλη­σιά­ζει ἕ­ναν ἀ­στυ­νο­μι­κὸ καὶ τὸν ρω­τᾶ: «Μή­πως εἴ­δα­τε μιὰ κυ­ρί­α νὰ περ­πα­τά­ει χω­ρὶς ἕ­να παι­δά­κι σὰν ἐ­μέ­να;»



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Ciudad Seva, Casa digital del escritor Luis López Nieves:

Cuentos de Gabriel García Márquez – Ciudad Seva – Luis López Nieves

Γκαμπριὲλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel José García Márquez) (Κο­λομ­βί­α 1927-Με­ξι­κὸ 2014). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης λό­γους, ρε­πορ­τάζ, κρι­τι­κὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα. Ὑ­πῆρ­ξε γνω­στὸς σὰν Γκάμ­πο καὶ οἱ φί­λοι του τὸν φώ­να­ζαν Γκαμ­πί­το. Τὸ 1982 ἔ­λα­βε τὸ Νόμ­πελ τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας «γιὰ τὶς νου­βέ­λες του καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ μπλέ­κον­ται σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ἀ­πὸ φαν­τα­σί­α, ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τὴν ζω­ὴ καὶ τὶς συγ­κρού­σεις μιᾶς ἠ­πεί­ρου». Συν­δέ­ε­ται ἄρ­ρη­κτα μὲ τὸν «μα­γι­κὸ ρε­α­λι­σμὸ» καὶ τὸ πιὸ γνω­στό του ἔρ­γο, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἑ­κα­τὸ χρό­νια μο­να­ξιᾶς, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ αὐ­τοῦ του λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος. Ἐ­πι­πλέ­ον, θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι λό­γῳ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας τοῦ ἔρ­γου, αὐ­τὸς ὁ ὅ­ρος ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἄν­θι­σε στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘60 στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ 2007 ἡ Βα­σι­λι­κὴ Ἱ­σπα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α καὶ ἡ Ἑ­ται­ρί­α Ἀ­κα­δη­μι­ῶν τῆς Ἱ­σπα­νι­κῆς Γλώσ­σας δη­μο­σί­ευ­σαν μιὰ ἀ­να­μνη­στι­κὴ ἔκ­δο­ση αὐ­τοῦ του ἔρ­γου, θε­ω­ρών­τας το μέ­ρος τῶν με­γά­λων ἱ­σπα­νό­φω­νων κλασ­σι­κῶν ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν. Ὁ Μάρ­κες ὑ­πῆρ­ξε δι­ά­ση­μος τό­σο γιὰ τo τα­λέν­το του ὅ­σο καὶ γιὰ τὴν πο­λι­τι­κή του στά­ση. Ἡ φι­λί­α του μὲ τὸν κου­βα­νὸ ἡ­γέ­τη Φιν­τὲλ Κά­στρο εἶ­ναι πα­σί­γνω­στη στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ πο­λι­τι­κὸ κό­σμο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Χαράλαμπος Κόκκινος: Ὁ κῆπος


Χα­ρά­λαμ­πος Κόκ­κι­νος


Ὁ κῆ­πος


ΟΥ ΕΙΧΑΝΕ ΜΙΛΗΣΕΙ γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρι­ο­χή. Γιὰ ἕ­ναν κῆ­πο δι­α­φο­ρε­τι­κό, μὲ πολ­λὰ μυ­στι­κά. Ἀ­φοῦ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε ἀρ­κε­τά, ἑ­στί­α­σε τὸν βη­μα­τι­σμό του πρὸς τὸ μέ­ρος του. Ὁ κῆ­πος βρι­σκό­ταν σὲ ἕ­να ξέ­φω­το, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο τοῦ χω­ριοῦ. Πέ­ρα­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν κεν­τρι­κή του εἴ­σο­δο. Στα­μά­τη­σε σὲ ἕ­να ἀ­δι­ά­φο­ρο, σχε­δὸν κρυ­φὸ καὶ ξε­χα­σμέ­νο, ση­μεῖ­ο, ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν κα­λύ­τε­ρα προ­φυ­λαγ­μέ­νος ἀ­πὸ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα βλέμ­μα­τα, καὶ ἔ­στη­σε αὐ­τί. Ἔ­πε­σε πά­νω σε ἕ­ναν καυ­γά. Ὁ παν­σὲς φώ­να­ζε στὴ γαρ­δέ­νια ποὺ δὲν τοῦ ἔ­δι­νε κα­μί­α ση­μα­σί­α. Ἡ γα­ρυ­φαλ­λιὰ καὶ τὸ γε­ρά­νι μπῆ­καν στὴ μέ­ση. Ὁ κα­τι­φὲς χα­μο­γε­λοῦ­σε συ­νω­μο­τι­κὰ στὸν χρυ­σάν­θε­μο. Τὸν προ­σκά­λε­σε στὸ παρ­τέ­ρι του. Ἐ­κεῖ­νος, πῆ­ρε μα­ζί του τὸν κυ­κλά­μι­νο καὶ ἀ­πο­δέ­χτη­κε τὴν πρό­σκλη­ση. Ὁ ἡ­λί­αν­θος βρῆ­κε εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­να­κτή­σει τὴν πρω­το­κα­θε­δρί­α. Πῆ­ρε τὸ μέ­ρος τῶν ἀ­δυ­νά­των, προ­σπα­θών­τας δῆ­θεν νὰ βά­λει μιὰ τά­ξη. Ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε. Στά­θη­κε κα­λύ­τε­ρα για­τί ἀ­δη­μο­νοῦ­σε νὰ πιά­σει κι ἄλ­λες τέ­τοι­ες στιγ­μές. Ἐ­δῶ, εἶ­χαν πά­ψει νὰ ἔ­χουν ἰ­σχὺ οἱ ἐ­πο­χές. Ὅ­λα συ­νέ­βαι­ναν μὲ μιὰ συ­νέ­χεια ἀ­στα­μά­τη­τη. Ἡ βι­ο­λέ­τα κα­θό­ταν μό­νη της σκε­πτι­κὴ καὶ βλο­συ­ρή. Ἡ ἴ­ρι­δα ἔ­παι­ζε μὲ τὰ χρώ­μα­τα καὶ προ­κα­λοῦ­σε τὸ σκυ­λά­κι ρί­χνον­τας στὰ μά­τια του χώ­μα­τα. Ἡ καμ­πα­νού­λα ἦ­ταν στε­νο­χω­ρη­μέ­νη για­τί δὲν ἦ­ταν Κυ­ρια­κὴ ἐ­νῶ ἡ μαρ­γα­ρί­τα προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σει. Ἡ πι­κρο­δάφ­νη μα­ζὶ μὲ τὸν με­νε­ξὲ ἄ­νοι­ξαν τὴν πόρ­τα καὶ τοῦ φώ­να­ξαν. Τοῦ πρό­σφε­ραν γλυ­κὸ τοῦ κου­τα­λιοῦ τρι­αν­τά­φυλ­λο καὶ ἕ­να πο­τή­ρι σπά­νιο ἀ­φέ­ψη­μα ἀ­πὸ μέν­τα, δυ­ό­σμο, ἀρ­μπα­ρό­ρι­ζα καὶ ἰ­βί­σκο γιὰ νὰ ξε­δι­ψά­σει. Ὁ καυ­γὰς εἶ­χε στα­μα­τή­σει καὶ ὁ χο­ρὸς ξε­κι­νοῦ­σε. Αἰ­σθα­νό­ταν ἀ­μή­χα­να ἀλ­λὰ μὲ ἕ­ναν πρω­τό­γνω­ρο τρό­πο ὑ­πέ­ρο­χα. Ἡ ὀρ­ταν­σί­α τοῦ ἔ­δω­σε τὸ χέ­ρι της. Χό­ρε­ψε μὲ τὴν ψυ­χή του. Εἶ­χε νυ­χτώ­σει καὶ τὰ λου­λού­δια εἶ­χαν κου­ρα­στεῖ. Κα­θὼς τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σαν ὁ μὴ μὲ λη­σμό­νει τοῦ ζή­τη­σε νὰ μὴν τοὺς προ­δώ­σει. Εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­μύ­θι. Τὸ ἄ­ρω­μα τῆς γι­α­σε­μὶ τὸν εἶ­χε με­θύ­σει καὶ νό­μι­σε ὅ­τι εἶ­δε τὸν νάρ­κισ­σο νὰ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρά­λαμ­πος Κόκ­κι­νος (Πε­ρι­στέ­ρι, 1966). Σπού­δα­σε μη­χα­νι­κὸς στὸ ΕΜΠ, ὅ­που καὶ ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε δι­δά­κτο­ρας. Ἐρ­γά­στη­κε στὸν το­μέ­α τῆς Ἐκ­παί­δευ­σης Ἐ­νη­λί­κων, δι­δά­σκον­τας γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­χε τὴν εὐ­θύ­νη σχε­δια­σμοῦ καὶ ὑ­λο­ποί­η­σης προ­γραμ­μά­των ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς κα­τάρ­τι­σης. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά «Ρεύ­μα­τα», «Ὁ­δὸς Πα­νός», «Fractal», «Eyelands», «Ὁ Πο­λί­της», «Δευ­κα­λί­ων», «International Journal of Humanities», «Synesis», «Open Journal of Philosophy» κ.ἄ. Πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἁ­πλὴ Με­τά­βα­ση (Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, 2021). Ἐ­πί­σης, Ἡ τε­χνο­λο­γί­α συν­δρο­μη­τὴς τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ; (Πα­πα­ζή­ση, 2004) κ.ἄ.


Δημήτρης Χριστόπουλος: Τὸ γενεαλογικὸ μου δέντρο


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Τὸ γε­νε­α­λο­γι­κό μου δέν­τρο


Α ΚΕΡΑΣΙΑ ἀ­πὸ μι­κρὴ τὰ φο­ϐ­ό­μου­να. Στὸ χω­ριὸ δὲν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λη κε­ρα­σιὰ ἀπ᾿ τὴ δι­κιά μας. Μιὰ ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιὰ ποὺ ἔ­κα­νε κά­τι με­γά­λα σὰ χει­ρο­ϐο­μϐ­ί­δες πε­τρο­κέ­ρα­σα. Τὸ θέ­ρος ἅ­πλω­νε βα­ρὺ τὸν ἴ­σκιο της στὴν αὐ­λὴ καὶ μᾶς ἔ­σω­ζε ἀπ᾿ τὰ λι­ο­πύ­ρια. Στὶς χον­τρές της κλά­ρες δέ­να­με σκοι­νιὰ κι αἰ­ω­ρού­μα­σταν ὁ­λη­με­ρὶς μὲ τ᾿ ἀ­δέλ­φια μου. Ἀπ᾿ τὰ χλω­ρά της κλω­νά­ρια φτι­ά­χνα­με σπα­θιά. Τοὺς γει­τό­νους ἀπ᾿ τὸ δι­κό μας δέν­τρο τοὺς φι­λεύ­α­με κι οἱ γυ­ναῖ­κες ἑ­τοί­μα­ζαν κε­ρα­σό­πι­τα. Καὶ τὸ ψυ­χο­σά­ϐ­ϐ­α­το τῆς Πεν­τη­κο­στῆς μ᾿ αὐ­τὰ γλυ­καί­να­νε τὸν κό­σμο γιὰ ὅ­σους πέ­θα­ναν νέ­οι, ἄ­κλαυ­τοι καὶ μό­νοι στὰ βου­νὰ καὶ στὶς θά­λασ­σες.

        Ἡ θειά μου ἡ Ἀ­σή­μω μὲ τὴ μαύ­ρη τὴ μπο­λί­δα, κα­θι­σμέ­νη στὸ κα­τώ­φλι τοῦ σπι­τιοῦ της, τ᾿ ἄ­λε­θε μιὰ χα­ρὰ στὸ ἄ­δει­ο ἀ­πὸ δόν­τια στό­μα της καὶ δυ­ὸ-δυ­ὸ μοῦ τὰ κρέ­μα­γε σκου­λα­ρί­κια στ᾿ αὐ­τιά, χτυ­πών­τας πα­λα­μά­κια μὲ ρυθ­μό:

 

Ἀ­νέ­ϐ­η­κα στὴν κε­ρα­σιά,

Μα­ρί- Μα­ρί­α, Μα­ρι­γώ,

νὰ κό­ψω ἕ­να κε­ρά­σι

–  βά­ι τζιγ­κι­τζέ­λα, βά­ι τζιγ­κι­τζό.

T᾿ ἀν­τρό­γυ­νο ποὺ γί­νη­κε,

νὰ ζή­σει, νὰ γε­ρά­σει.

Νὰ κά­νει δώ­δε­κα παι­διά,

δώ­δε­κα πα­λι­κά­ρια.

Νὰ κά­νει κι ἕ­να ϑ­η­λυ­κὸ

νὰ μὴ χα­θεῖ τὸ σό­ι.


        Πέντ᾿-ἕ­ξι θά ᾿μου­να τό­τε. Κεί­νη τὴ μέ­ρα ὁ ἥ­λιος ἔ­ψη­νε τὴν πέ­τρα. Ψή­θη­κα κι ἐ­γὼ στὸν πυ­ρε­τό. Κά­που-κά­που ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ μα­κριὰ τοῦ γκι­ό­νη τὸ λά­λη­μα. Ἔ­φθα­νε βλέ­πεις ὁ και­ρὸς τοῦ θε­ρι­σμοῦ. Τὸ κά­μα δυ­νά­μω­νε, δυ­νά­μω­νε κι ἐ­μέ­να ὁ κοι­λό­πο­νος, ὥ­σπου ἡ κοι­λιά μου ἔ­γι­νε τούμ­πα­νο. Μό­νο μὲ κε­ρά­σια ξε­γε­λά­γα­με τό­τε τὴν πεί­να μας. Τὴ νύ­χτα μὲ κρά­τη­σε κον­τά της ἡ κα­ψε­ρή, ταμ­που­ρω­μέ­νη στὸν κα­ταρ­ρά­κτη τῆς κα­λύ­ϐ­ας της νὰ λέ­ει ὅ­λη τὴν ὥ­ρα πα­ρα­μύ­θια γιὰ χά­ρη μου, μέ­χρι ποὺ ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα στὰ χέ­ρια της. «Ἡ­σύ­χα­σε, που­λά­κι μου.» Μιὰ νε­κρι­κὴ σι­ω­πὴ ποὺ ἔ­λι­ω­νε τὰ σω­θι­κὰ ἁ­πλώ­θη­κε τρι­γύ­ρω. «Κοι­μή­σου, Μα­ρι­γού­λα μου…»

        Ξάφ­νου οἱ σκι­ὲς με­γά­λω­σαν κι ἕ­νας ὁ­λά­κε­ρος στρα­τὸς ἀ­πὸ ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σι­ὲς πα­ρέ­λα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά μου. Γι­γαν­τό­δεν­τρα ποὺ ἀπ᾿ τὰ κλα­διά τους κρέ­μον­ταν, ἀν­τὶ γιὰ ἄ­λι­κες μπα­λί­τσες, σκιά­χτρα ἀ­πὸ γυ­ναῖ­κες καὶ μω­ρά. Χο­ρο­στά­σι ἀ­πὸ κε­ρά­σια σκέ­πα­σε τὸν τό­πο, πλημ­μύ­ρι­σε τὶς ροῦ­γες, τὶς μάν­τρες, ἔ­πνι­ξε τοὺς ἀν­θρώ­πους στὰ σπί­τια τους. Σὲ λί­γο ὅ­λα θὰ τὰ τύ­λι­γαν οἱ φλό­γες.

        Κι εἶ­δα δε­κά­δες κορ­μιὰ νὰ σέρ­νουν τὸν πύ­ρι­νο χο­ρὸ μὲς στὸ λά­λα­ρο τοῦ θέ­ρους. Κι εἶ­δα τοὺς γο­νιούς μου νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται ἄ­ψυ­χοι στὸ ἀ­ψη­λό­τε­ρο κλα­ρὶ τῆς κε­ρα­σιᾶς. Κι εἶ­δα τ᾿ ἀ­δέλ­φια μου λογ­χι­σμέ­να στὸ ξύ­λι­νο κορ­μί της. Κι εἶ­δα τὶς μυ­λό­πε­τρες ν᾿ ἀ­λέ­θουν σὰν πί­του­ρο τὴν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα. Κι εἶ­δα τὸ αἷ­μα νὰ κο­χλά­ζει σὰ νε­ρὸ ἀπ᾿ τὴ χούρ­χου­λη τοῦ μύ­λου. Κι εἶ­δα τὸν παπ­πού­λη μὲ τὰ ρά­σα δέν­τρο κα­ρϐ­ου­νι­α­σμέ­νο στὸν στρό­γυ­ρα τοῦ ἁ­λω­νιοῦ.

        Ἀ­θέ­ρι­στα ἀ­πο­μεί­να­νε κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι τὰ χω­ρά­φια κι ἀ­τρύ­γη­τα τ᾿ ἀμ­πέ­λια τὸ Σε­πτέ­μϐ­ρη. Κι ὁ ἥ­λιος, τὸ ἄλ­λο πρω­ι­νὸ ποὺ ξε­μυ­τί­σα­με ἀ­πὸ τὴν κα­τα­πα­κτή, δὲν ἔ­λε­γε νὰ ξη­με­ρώ­σει. «Πα­τέ­ρα! Μά­να! Μα­γδα­λη­νή! Σω­τή­ρη!» φώ­να­ζα. Κα­νεὶς δὲν ἀ­πο­κρί­θη­κε, κα­νείς. Μαν­τα­λω­μέ­νες οἱ ψυ­χὲς μὲς στὴν καυ­τὴ ἀν­τη­λιά. Καὶ τὰ πρό­σω­πα δί­χως πρό­σω­πο. Μό­νο τὸ κόμ­μι, τὸ ἀ­ση­μέ­νιο δά­κρυ τῆς ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιᾶς, δὲν ἔ­πα­ψε νὰ κυ­λᾶ ἄ­φθο­νο κά­θε σού­ρου­πο ἀ­πὸ τὶς πλη­γές της καὶ νὰ τὸ συ­νά­ζουν ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ οἱ γυ­ναῖ­κες γιὰ νὰ φτιά­ξουν κα­ταπλά­σμα­τα καὶ βάλ­σα­μα γιὰ τὶς δι­κές τους πλη­γές.

        Δε­κα­ε­τί­ες κύ­λη­σαν ἀ­πὸ τό­τε. Κι ἐ­γὼ κα­τα­δι­κά­στη­κα νὰ ζῶ πε­θα­μέ­νη ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀ­πο­θα­μέ­νους, με­τρών­τας μὲ τὰ δέν­τρα τὰ χρό­νια μου. 6, 12, 18, 81… Τὰ δέν­τρα μὲ τοὺς κρε­μα­σμέ­νους, τὸ γε­νε­α­λο­γι­κό μου δέν­τρο. Ὅ­σο θυ­μᾶ­μαι δὲν πε­θαί­νω. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι βά­σα­νο με­γά­λο. Μό­νο ἡ σκιὰ τῆς κε­ρα­σιᾶς κα­τοι­κεῖ τὶς ἄ­δει­ες κά­μα­ρες τοῦ νοῦ μου. Οἱ δυ­ό μας ἀ­πο­μεί­να­με μο­νά­χα· αὐ­τὴ κι ἐ­γώ. Πο­τὲ δὲν ξα­νά­ϐ­α­λα κε­ρά­σια στὸ στό­μα μου, ἂν καὶ τό­τε —τ᾿ ὁ­μο­λο­γῶ— αὐ­τὰ μοῦ σῶ­σαν τὴ ζω­ή. Οὔ­τε σκου­λα­ρί­κια κρέ­μα­σα οὔ­τε παι­διὰ ἔ­κα­μα, γιὰ νὰ κλεί­σουν τά­χα­τες τὰ δι­κά μου τραύ­μα­τα. Σταυ­ρὸ φί­λη­σα στὸ γε­νε­α­λο­γι­κό μου δέν­τρο.

        Νὰ κά­μει κι ἕ­να ϑ­η­λυ­κὸ νὰ μὴ χα­θεῖ τὸ σό­ι, μὲ τα­χτά­ρι­ζε κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ἡ θειά μου ἡ Ἀ­σή­μω.

        Νὰ μὴ χα­θεῖ τὸ σό­ι… τὸ σό­ι… τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι…

        Τὸ ἴ­διο πάν­τα ψέ­μα.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Τὸ Ρο­δα­κιό, 2018).

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μ.Ε., ἐ­νῶ σπου­δά­ζει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γή­μα­των Δη­μό­σι­ες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πή­γη, 2013) καὶ Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Ρο­δα­κιό, 2018). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς ἱ­στο­χώ­ρους καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Φρέ­αρ, Δέ­κα­τα, Bookpress καὶ στὸ Fra­ctal. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κὸ ἱ­στό­το­πο Ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κῶν Θε­μά­των.



		

	

Ἀλέξανδρος Βαλκανᾶς: Σκηνὴ ἀποχωρισμοῦ


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς


Σκη­νὴ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ


ΟΥ ΕΙΧΑΝ ΠΕΙ ΟΤΙ σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο γι­νό­ταν ἡ συ­ναλ­λα­γή. Τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὸ παγ­κά­κι κι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια δὲν τὸ ἀ­κούμ­πη­σε, τὸ πέ­τα­ξε, ὄ­χι ἀ­πὸ με­γά­λο ὕ­ψος, πάν­τως τὸ πέ­τα­ξε. Ἔ­κα­νε δέ­κα εἴ­κο­σι βή­μα­τα, στά­θη­κε, γύ­ρι­σε πί­σω νὰ κοι­τά­ξει. Τὸ βι­βλί­ο τοῦ φά­νη­κε σο­κα­ρι­σμέ­νο, ὅ­λο ἕ­να πα­ρά­πο­νο γι’ αὐ­τὴν τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Τὸ εἶ­χε σκε­φτεῖ και­ρὸ πρὶν πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­ση, ἔ­πρε­πε νὰ στε­ρη­θεῖ κά­τι πο­λύ­τι­μο, μιὰ προ­σφο­ρὰ στὴ θά­λασ­σα τοῦ κό­σμου. Μιὰ ρι­πὴ ἀ­νέ­μου τὸ ξε­φύλ­λι­σε, τὸ ἐμ­προ­σθό­φυλ­λο καὶ λί­γες ἀ­κό­μα σε­λί­δες. Ἀ­πο­ρί­α. Ἔ­κλει­σε πά­λι. Στὴν τρί­τη σε­λί­δα ἦ­ταν ἡ ἀ­φι­έ­ρω­ση μὲ μπλὲ με­λά­νι ἀ­πὸ τὸ φι­λό­λο­γό του. Τοῦ εὐ­χό­ταν μί­α ζω­ὴ γε­μά­τη πε­ρι­πέ­τει­ες, εἶ­χε ὑ­πο­γρά­ψει μὲ με­γά­λα γράμ­μα­τα: ὁ Δά­σκα­λός σου. Ἕ­νας πε­ρα­στι­κὸς στα­μά­τη­σε, ἔ­σκυ­ψε, χά­ζευ­ε τὸν τί­τλο. Συ­νέ­χι­σε τὸν δρό­μο του.

        Ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ παγ­κά­κι. Στρι­μώ­χτη­κε δί­πλα στὸ βι­βλί­ο, τὰ πό­δια ἑ­νω­μέ­να καὶ τὰ χέ­ρια ἀ­νά­με­σα. Δί­στα­σε μί­α στιγ­μή, τὸ πῆ­ρε καὶ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε πά­νω στὸν γο­φό του. Ἔ­νι­ω­σε τὴ ζε­στα­σιά του νὰ δι­α­περ­νᾶ τὸ ὕ­φα­σμα τοῦ παν­τε­λο­νιοῦ, μιὰ δι­ά­χυ­ση στὸ δέρ­μα. Ἀ­πο­πλά­νη­ση. Δὲν ἤ­τα­νε ἀ­γνώ­μων, εἶ­χε γί­νει ἀ­φορ­μὴ ν’ ἀ­νοί­ξει μί­α πόρ­τα στὴ ζω­ή, τοῦ ἔ­δει­ξε ἕ­ναν τρό­πο νὰ ἀ­κουμ­πᾶ τὰ πράγ­μα­τα: δυ­ὸ δό­σεις γλύ­κας, ἴ­σες δό­σεις πό­νου. Τὸ ἔ­σπρω­ξε μὲ τὴν ἀ­νά­πο­δη τῆς πα­λά­μης σὰν ἀ­πὸ ἔγ­καυ­μα. Ἐ­κεῖ­νο χο­ρο­πή­δη­σε στὸ παγ­κά­κι, λί­γο καὶ θὰ ‘πέ­φτε. Ση­κώ­θη­κε, τά­χυ­νε τὸ βῆ­μα. Ἄλ­λο καὶ τοῦ­το…, ἄ­κου­γε τσι­ρί­δες, ἤ­θε­λε νὰ κλεί­σει μὲ τὰ χέ­ρια του τ’ αὐ­τιά. «Δὲν τὸ πι­στεύ­ω!» —αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲ γύ­ρι­ζε μὲ τί­πο­τα— «Αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δὲν ὑ­πάρ­χει, εἶ­ναι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νο. Δὲν φαν­τά­ζε­σαι πό­σο και­ρὸ τὸ ψά­χνω!». Ἡ φω­νὴ ἐ­κτό­ξευ­ε βεγ­γα­λι­κά.

     Ἔ­φτα­σε στὸ ἁ­μά­ξι, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα καὶ χώ­θη­κε μέ­σα. Γυα­λιὰ ἡ­λί­ου κι ἕ­να γκρι­ζο­μάλ­λι­κο κε­φά­λι εἰ­σέ­βα­λαν στὸν μπρο­στι­νὸ κα­θρέ­φτη. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ βά­λει μπρός, δύ­ο κο­ρί­τσια ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ δί­πλα του. Ἡ με­λα­χρι­νὴ μὲ τὴν μπλὲ τού­φα κρα­τοῦ­σε μί­α με­γά­λη ὑ­φα­σμα­τέ­νια τσάν­τα. Τὸ βι­βλί­ο του ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κυ­μα­τι­στὴ κί­νη­ση τῶν ἐ­φη­βι­κῶν βη­μά­των. Στὴν πά­νω γω­νί­α τὸ με­γά­λο «Ὁ» τοῦ τί­τλου, τὸ μι­σό, τοῦ ἔ­κλει­νε τὸ μά­τι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νάς. Γεν­νή­θη­κε στὴ Μελ­βούρ­νη τῆς Αὐ­στρα­λί­ας καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να ὅ­που καὶ ζεῖ. Σπούδασε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στήμιο Κρή­της, πα­ράλ­λη­λα έκανε σπου­δὲς στὸ τρα­γού­δι καὶ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Μου­σι­κῆς. Ἐρ­γά­στη­κε στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γη­τὴς φι­λό­λο­γος. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ) ἐ­νῶ κεί­με­να καὶ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς καὶ μου­σι­κὲς σκη­νὲς τῆς Ἀ­θή­νας. Θε­α­τρι­κά του ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ στοὺς Δι­α­γω­νι­σμοὺς Θε­α­τρι­κοῦ Ἔρ­γου τῆς Ἕ­νω­σης Σε­να­ρι­ο­γρά­φων Ἑλ­λά­δας («Τὸ Κου­τὶ» Α΄ βρα­βεῖ­ο 2018, «Μιὰ Σχε­δὸν Ἀ­λη­θι­νὴ Ἱ­στο­ρί­α» Ἔ­παι­νος 2017). Ὡς ἑρ­μη­νευ­τὴς συμ­με­τεῖ­χε στὸν δί­σκο (EP) Ὁ Κῆ­πος ποὺ Ἔ­σβη­σε κι Ἐ­χά­θη, σὲ ποί­η­ση Να­πο­λέ­ον­τος Λα­πα­θιώ­τη καὶ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση Anastazios.



		

	

Γιώτα Ἀναγνώστου: Δὲν θ’ ἀργήσει


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου 

 

Δὲν θ’ ἀρ­γή­σει


ΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ τὰ ἄ­με­τρα,  τὰ ἀ­βυσ­σα­λέ­α βά­θη,  τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο κῆ­τος. Τὸν ὄγ­κο του ὠ­θεῖ μὲς στὸ νε­ρὸ ση­κώ­νον­τας τὴν ἄμ­μο ἀ­π’ τὸν πυθ­μέ­να. Τὸν ὕ­πνο τῶν πε­τα­λού­δων τοῦ βυ­θοῦ τα­ρά­ζει καὶ σπᾶ­νε ἐ­κεῖ­νες τὰ κου­κού­λια καὶ φτε­ρο­κο­ποῦν τρι­γύ­ρω φω­σφο­ρί­ζου­σες. Τὸ μά­τι του θο­λὸ ἀ­πὸ δά­κρυ­α θυ­μοῦ γιὰ τὰ μι­κρό­τε­ρα ψα­ρά­κια ποὺ ἐ­νο­χλοῦ­νε τὴν πο­ρεί­α του. Κά­νει ἑ­λιγ­μοὺς νὰ τὰ ἀ­πο­φύ­γει ἐ­πι­δέ­ξιους. Τὸν μυ­ρί­ζει ἀ­πὸ μα­κριὰ τὸν φό­βο ποὺ τρι­γύ­ρω σπέρ­νει κι ἀ­κού­ει τῶν ὠ­κε­α­νῶν τὸ λά­λον ὕ­δωρ ποὺ τοῦ με­τα­φέ­ρει τὴν ἀ­πό­γνω­ση μι­κρῶν ζω­ῶν.

        Πτε­ρύ­για καὶ οὐ­ρὰ ἔ­χει ἀ­πὸ με­τά­ξι. Γα­λα­ζο­πρά­σι­νο τὸ χρῶ­μα του μὰ τὸ κε­φά­λι φού­ξια, ξε­χω­ρί­ζει. Τὸ στό­μα σὰν ἀ­νοί­γει κα­τα­πί­νει ὅ­λο τὸ πλαγ­κτὸν τῆς θά­λασ­σας κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν φυ­ση­τή­ρα του ἐ­κτι­νάσ­σει ἀ­πεί­θαρ­χα βρο­χὴ ἀ­στε­ρι­ῶν ποὺ σκᾶ­νε ἄλ­λα μέ­σα στὸ νε­ρὸ καὶ ἄλ­λα, ἀ­κό­μα πιὸ με­γά­λα, ἔ­ξω στὸν κα­τα­σκό­τει­νο οὐ­ρα­νό.

        Ἕ­να πε­λώ­ριο κῆ­τος. Πλέ­ει πρὸς τὰ ρη­χὰ γιὰ νὰ μὲ βρεῖ. Ἕ­νας βα­ρὺς καὶ ἐ­ξαί­σιος ὑ­πο­βρύ­χιος κό­σμος θὰ ἐ­ξο­κεί­λει στὰ ρη­χὰ καὶ θὰ μὲ κα­τα­πι­εῖ για­τί ἄλ­λο σκο­πὸ δὲν ἔ­χει ἡ ὕ­παρ­ξή του καὶ ἡ πλεύ­ση του αὐ­τὴ ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­πο­δώ­σει δι­και­ο­σύ­νη. Εἶ­ναι ἕ­να κῆ­τος δι­κα­στής. Μοῦ στέλ­νει τὴ φω­νή του μὲ τὰ ρεύ­μα­τα καὶ σὲ συ­χνό­τη­τες ποὺ ξέ­ρει πὼς δι­α­κρί­νω ἀ­πὸ χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά, ἐ­νῶ τὸ πε­ρι­μέ­νω μὲ λα­χτά­ρα, ἄ­ο­πλη ἐν­τε­λῶς – ὅ­πως αὐ­τὸς ποὺ ξέ­ρει ὅ­τι φταί­ει ποὺ τὰ ὅ­πλα του ἀ­παρ­νή­θη­κε καὶ λα­χτα­ρᾶ τὴν τι­μω­ρί­α, κι εἶ­ναι ἡ φω­νὴ καὶ τὸ τρα­γού­δι του κλά­μα μω­ροῦ πού μοῦ ζη­τά­ει νὰ τὸ θη­λά­σω.

        Τὸ νι­ώ­θω. Πλη­σιά­ζει. Δὲν εἶ­ναι ποὺ τὸ στῆ­θος μου φου­σκώ­νει καὶ  τὴν ἄ­φι­ξή του ἀ­ναγ­γέλ­λει. Εἶ­ναι ποὺ ξέ­ρει, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο κῆ­τος, ὅ­τι δὲν ἀν­τέ­χω γιὰ πο­λὺ νὰ πε­ρι­μέ­νω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.


Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη: Οἱ μι­κρό­κο­σμοι τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ



Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη [Adelheid Duvanel, Ἀ­φι­έ­ρω­μα 11/11]


Οἱ μι­κρό­κο­σμοι τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ


«Ο ΓΚΑΣΤΟΝ κα­θό­ταν μπρο­στὰ στὸν κο­μὸ καὶ εἶ­χε στυ­λώ­σει τὸ βλέμ­μα στὸν κα­θρέ­φτη ποὺ ἦ­ταν ἐν­σω­μα­τω­μέ­νος σὲ ἕ­να ξύ­λι­νο κα­σε­λά­κι, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ἕ­ναν κα­τα­σκευα­στὴ ἐγ­χόρ­δων ὀρ­γά­νων.» («Ὁ ξέ­νος»)

       «Τοῦ Κά­σπαρ δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε κα­θό­λου ὅ­ταν ἡ ὁ­μί­χλη ἔ­κρυ­βε τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων καὶ ὁ ἄ­νε­μος ἔ­κλει­νε τῶν λου­λου­δι­ῶν τὸ στό­μα, ἔ­τσι ποὺ τε­λι­κὰ ἀ­πέ­με­ναν πε­τα­μέ­να στὴ γῆ σὰν νε­κρὰ που­λιά, τοῦ ἄ­ρε­σε ὅ­μως καὶ μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω το ἐκ­θαμ­βω­τι­κὸ φῶς κα­θὼς δι­α­χε­ό­ταν πά­νω ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν καμ­πα­να­ρι­ῶν, τὰ λι­κνι­στι­κὰ κύ­μα­τα τοῦ πο­τα­μοῦ ὅ­πως ἕ­σφιγ­γαν πά­νω τους τὶς κοι­λι­ὲς τῶν πλοί­ων, τὸ δι­α­πε­ρα­στι­κὸ τρα­γού­δι­σμα τῶν που­λι­ῶν.» («Τὸ κα­πέ­λο»)

       «Τὸ παι­δὶ-θαῦ­μα μπο­ροῦ­σε τώ­ρα νὰ ἀν­τέ­ξει τὴ σι­ω­πή, τὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­πὸ χρυ­σά­φι, τὰ φεγ­γο­βό­λα δέν­τρα καὶ τὰ μα­ρα­μέ­να τρι­αν­τά­φυλ­λα μπρο­στὰ στὸ σπί­τι ποὺ τὸ φι­λο­ξε­νοῦ­σε ἐ­δῶ καὶ μῆ­νες.» («Ἡ σι­ω­πή»)

       «Ξέ­ρω τὰ πάν­τα γιὰ τὴ γει­τό­νισ­σά μου.» («Ἡ γει­τό­νισ­σα»)


Οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες στὰ κεί­με­να τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νὲλ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὴν ἀ­φά­νεια μὲ ἐ­κρη­κτι­κό, ἐ­κτυ­φλω­τι­κὸ τρό­πο. Παι­διά, γυ­ναῖ­κες, ἄν­τρες ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ται πο­λὺ συ­χνὰ ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη πρό­τα­ση, ἔ­χουν συ­νη­θι­σμέ­να μι­κρὰ ὀ­νό­μα­τα καὶ ἡ εἴ­σο­δός τους στὸ προ­σκή­νιο συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ λί­γες, ἀλ­λὰ πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὴ ζω­ή τους, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἐ­νερ­γο­ποι­οῦν στὴν ἀ­να­γνώ­στρια καὶ τὸν ἀ­να­γνώ­στη μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ κυ­ρί­ως δυ­σά­ρε­στες εἰ­κα­σί­ες γιὰ τὰ μέ­χρι τώ­ρα βι­ο­γρα­φι­κὰ στοι­χεῖ­α τους. Σὲ κά­θε ἱ­στο­ρί­α πλά­θε­ται μέ­σα σὲ ἐ­λά­χι­στες σε­λί­δες ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος μι­κρό­κο­σμος ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ μο­να­δι­κοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες. Ἡ ἀ­φή­γη­ση δὲν ξε­κι­νᾶ ὁ­πωσ­δή­πο­τε in medias res: Οἱ εἰ­σα­γω­γι­κὲς προ­τά­σεις αἰχ­μα­λω­τί­ζουν τὴν προ­σο­χή μας, χω­ρὶς ὡ­στό­σο νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ τὸ ἐ­πί­κεν­τρο τῆς πλο­κῆς ἢ τὸ κέν­τρο βά­ρους τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ νή­μα­τος. Οἱ τί­τλοι ἔ­χουν ἐ­πί­σης τὴ δι­κή τους ξε­χω­ρι­στὴ ὑ­πό­στα­ση. Δι­α­βά­ζον­τας ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὶς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πο­κτᾶ κα­νεὶς τὴν ὑ­πο­ψί­α ὅ­τι τὰ κεί­με­να ἐ­πι­γρά­φον­ται πό­τε-πό­τε μὲ προ­σε­χτι­κὰ ἐ­πι­λεγ­μέ­να πα­σπαρ­τού. Στὸ κεί­με­νο «Ἡ γει­τό­νισ­σα», γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ὁ τί­τλος μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ γυ­ναί­κα ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­γρά­φε­ται, εἶ­ναι ὅ­μως ἐ­ξί­σου πι­θα­νὸ νὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἴ­δια τὴν ἀ­φη­γή­τρια. Ὁ ποι­η­τὴς στὴν ὁ­μώ­νυ­μη ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι κα­τὰ τὰ φαι­νό­με­να καὶ τὰ συμ­φρα­ζό­με­να ὁ ἀ­φη­γη­τής· μή­πως ὅ­μως εἶ­ναι καὶ τὸ παι­δὶ ποὺ ἔ­γρα­ψε ἐ­κεί­νη τὴ λέ­ξη στὸ κα­πὸ τοῦ αὐ­το­κι­νή­του καὶ πυ­ρο­δό­τη­σε τὴ συ­νέ­χεια καὶ κο­ρύ­φω­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας; «Τὸ Κα­τα­φύ­γιο», «Τὸ κα­πέ­λο», «Μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας», «Ἡ σι­ω­πή»: Τί­τλοι «ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νοι», ἕ­να κλεί­σι­μο τοῦ μα­τιοῦ γιὰ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη χρή­ση καὶ θέ­ση ποὺ τοὺς ἐ­πι­φυ­λάσ­σε­ται στὴν πο­ρεί­α τῆς κά­θε ἱ­στο­ρί­ας.

       Γιὰ νὰ ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ ἕ­νας μι­κρό­κο­σμος χρει­ά­ζε­ται ἐκ τῶν πραγ­μά­των ὑ­ψη­λὸς βαθ­μὸς πα­ρα­τη­ρη­τι­κό­τη­τας καὶ ἐν­συ­ναί­σθη­σης. Πῶς ἀλ­λι­ῶς θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ γρα­φτοῦν προ­τά­σεις ὅ­πως: «Οἱ ψυ­χί­α­τροι μα­δᾶ­νε τὰ δέρ­μα­τα τῶν ἀ­σθε­νῶν, τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, κι ἔ­πει­τα τὰ κα­τα­βρο­χθί­ζουν» («Τὸ μου­σεῖ­ο μὲ τὰ γυα­λιὰ ὁ­ρά­σε­ως») ἢ «(Ἡ νυ­χτε­ρί­δα) ἔ­φα­γε ἄ­σπρο ψω­μί, ἤ­πι­ε γά­λα καὶ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­κεῖ ὅ­που οἱ χι­ο­νο­νι­φά­δες στρο­βι­λί­ζον­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ χει­μω­νι­ά­τι­κη νύ­χτα ὅ­λο μά­τια καὶ τὰ δέν­τρα πρό­βα­λαν μέ­σα ἀ­πὸ τὴ γῆ σὰν χέ­ρια θαμ­μέ­νων» («Τὸ κα­πέ­λο»); Ἢ ἐ­κεῖ­νες οἱ ποι­η­τι­κὲς πε­ρι­γρα­φὲς στὸ ἴ­διο κεί­με­νο, ὅ­ταν τὸ κα­πέ­λο τῆς μη­τέ­ρας ἀ­πο­κτᾶ τὴ δι­κή του ζω­ή, ἢ οἱ σα­ρω­τι­κῆς ἔν­τα­σης εἰ­κό­νες στὸ ἀ­πό­σπα­σμα ποὺ κλεί­νει τὴν ἱ­στο­ρί­α «Ὁ ποι­η­τής»; Ἂς στα­θῶ λί­γο, μὲ αὐ­τὴ τὴν ἀ­φορ­μή, στὰ ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ δι­α­γρά­φουν τὴ δι­κή τους ξε­χω­ρι­στὴ τρο­χιὰ στὰ πε­ζά τῆς Ντυ­βα­νέλ: ἕ­να κα­πέ­λο ποὺ πε­τά­ει καὶ χά­νε­ται στὸν οὐ­ρα­νό, μιὰ παρ­τι­τού­ρα ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ξαφ­νι­κὰ στὸ σκοι­νὶ τῆς μπου­γά­δας, «ἕ­να μο­να­δι­κὸ ζευ­γά­ρι γυα­λιά, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη» εἶ­ναι κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ συ­ναν­τᾶ κα­νεὶς στὶς ἱ­στο­ρί­ες οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν ἐ­πι­λε­γεῖ γιὰ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα αὐ­τό. Ὅ­πως ἔ­χει ση­μει­ώ­σει σὲ κεί­με­νά του ὁ Peter von Matt (ἐν­δει­κτι­κά: Matt, στὸ Duvanel 2004: 169 κ.ἑξ., κα­θὼς καί: Matt 2001: 302-303), τὰ κα­θη­με­ρι­νὰ πράγ­μα­τα ἀ­πο­κτοῦν τὴ δι­κή τους ἰ­δι­όρ­ρυθ­μη μοί­ρα ἐν­τὸς τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν. Ὅ­σο καὶ ἂν ἡ προ­σκόλ­λη­σή μας σὲ σχο­λι­κὲς με­θό­δους ἀ­νά­γνω­σης μᾶς δε­λε­ά­ζει νὰ τὰ θε­ω­ρή­σου­με σύμ­βο­λα, ἡ αὐ­τό­νο­μη ὕ­παρ­ξή τους ἀν­τι­στέ­κε­ται, ξε­φεύ­γει πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ πλέγ­μα­τα καὶ τὰ πλαί­σια μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α εἴ­μα­στε ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι.

       Αὐ­τὴ ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­πρό­βλε­πτου, τοῦ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτου ἐ­πι­κρα­τεῖ στὰ κεί­με­να τῆς Ντυ­βα­νὲλ καὶ μᾶς πα­γώ­νει. Ὁ τό­νος ἐ­πί­σης: Στα­κά­τος χά­ρη στὴ συ­νή­θως κα­τὰ πα­ρά­τα­ξη ἀ­νά­πτυ­ξη τῶν προ­τά­σε­ων, φυ­σι­κὸς καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἀ­νη­συ­χα­στι­κός. Ὑ­πάρ­χει δια­ρκῶς ἡ αἴ­σθη­ση τῆς ἐ­πι­κεί­με­νης ἀ­πει­λῆς, ἡ ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι τὰ πράγ­μα­τα δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἐ­ξε­λι­χθοῦν ἀλ­λι­ῶς, μὰ εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να καὶ τό­σο ἀλ­λό­κο­τα, σὰν νὰ τὰ ἔ­χει πλά­σει κα­νεὶς μὲ τὴ φαν­τα­σί­α του. Τὰ ὅ­ρια με­τα­ξὺ φαν­τα­σί­ας καὶ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας εἶ­ναι ἐ­ξάλ­λου μᾶλ­λον δυσ­δι­ά­κρι­τα καὶ δι­α­πε­ρα­τά, ὅ­πως φαί­νε­ται καὶ ἀ­πὸ τὰ στιγ­μι­ό­τυ­πα στὰ ὁ­ποῖ­α συγ­χέ­ε­ται ἡ εἰ­κό­να μὲ μιὰ ψυ­χο­λο­γι­κὴ προ­βο­λή: «(…) κι ὅ­ταν ἀ­κό­μα δι­α­σχί­ζει τὴ με­γά­λη πλα­τεί­α κά­τω, ταυ­τό­χρο­να βρί­σκε­ται πά­νω, στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό της, στὸ γρα­φεῖ­ο τῶν ὀ­νεί­ρων της, καὶ στέ­κε­ται στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Πα­ρα­τη­ρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της κα­θὼς κά­θε­ται σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς λευ­κὲς πλα­στι­κὲς κα­ρέ­κλες, ἀ­πο­μί­μη­ση ἂρ νου­βό, μπρο­στά σε ἕ­να κα­φέ, πί­νει μιὰ κό­κα κό­λα καὶ κα­πνί­ζει» («Τὸ μου­σεῖ­ο μὲ τὰ γυα­λιὰ ὁ­ρά­σε­ως»)· ἤ, ἀλ­λοῦ, μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἄλ­λο πα­ρά­θυ­ρο: «Μιὰ φο­ρά, τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ “ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου” στε­κό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο, εἶ­δε πε­σμέ­νο στὸν δρό­μο τὸν ἴ­σκιο ἑ­νὸς δέν­τρου καὶ σκέ­φτη­κε πὼς ἦ­ταν τά­χα ἡ ἴ­δια πε­σμέ­νη ἐ­κεῖ κά­τω» («Ἡ “ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου”»). Δυ­σερ­μή­νευ­τες οἱ ἱ­στο­ρί­ες, δὲν ἔ­χουν κά­ποι­α δι­α­φω­τι­στι­κὴ «γραμ­μή», κά­ποι­ο προ­γραμ­μα­τι­κὸ μο­τί­βο, κά­ποι­α πε­πα­τη­μέ­νη τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ κα­νεὶς εὔ­κο­λα νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει προ­κει­μέ­νου νὰ φτά­σει σὲ κά­ποι­ον ὑ­πο­τι­θέ­με­νο προ­ο­ρι­σμό.

       Τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γνω­ρί­σμα­τα τῶν κει­μέ­νων τῆς Ντυ­βα­νὲλ εἶ­ναι αὐ­τὰ ποὺ προσ­δι­ο­ρί­ζουν τὶς δυ­σχέ­ρει­ες καὶ στὶς με­τα­φρα­στι­κὲς ἐ­πι­λο­γές. Ἡ πυ­κνό­τη­τα καὶ ἡ ἀ­κρί­βεια τοῦ λό­γου εἶ­ναι αὐ­τὰ ποὺ πρέ­πει πρω­τί­στως νὰ γί­νουν ἀν­τι­λη­πτὰ καὶ νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν στὴ συ­νέ­χεια καὶ στὴ με­τά­φρα­ση, κά­τι ποὺ μπο­ρεῖ νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ δυ­σκο­λί­ες, δε­δο­μέ­νης τῆς συ­χνῆς χρή­σης γραμ­μα­τι­κῶν καὶ συν­τα­κτι­κῶν δο­μῶν οἱ ὁ­ποῖ­ες στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα εἶ­ναι φύ­σει πιὸ πυ­κνές, ἐ­νῶ στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ λό­γο δι­α­τυ­πώ­νον­ται κυ­ρί­ως πε­ρι­φρα­στι­κὰ (π.χ. κά­ποι­ες με­το­χὲς ποὺ ἀ­να­λύ­ον­ται ἀ­να­πό­φευ­κτα σὲ ἀ­να­φο­ρι­κὲς προ­τά­σεις). Ἡ ἀ­προσ­δό­κη­τη χρή­ση τῆς γλώσ­σας σὲ ἀρ­κε­τὰ ση­μεῖ­α, ὅ­πως συμ­βαί­νει στὶς πιὸ ποι­η­τι­κὲς πε­ρι­γρα­φὲς τῶν κει­μέ­νων, ἐ­πί­σης προ­κα­λεῖ μιὰ κά­ποι­α ἀ­μη­χα­νί­α κα­τὰ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἡ λεί­αν­ση, ὡ­στό­σο, τοῦ λό­γου προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­στεῖ ἐν­δε­χο­μέ­νως πιὸ προ­σι­τὸ τὸ κεί­με­νο δὲν ὑ­φί­στα­ται ὡς δυ­να­τό­τη­τα: Ἡ ὁρ­μη­τι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἰ­δι­ορ­ρυθ­μί­α ὀ­φεί­λουν μὲ κά­ποι­ον τρό­πο νὰ βροῦν δι­έ­ξο­δο καὶ στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ κεί­με­νο.

       Ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῶν πε­ζῶν της Ντυ­βα­νὲλ προ­σκα­λεῖ σὲ ἐκ νέ­ου ἀ­νά­γνω­ση, σὲ λί­γη ἀ­κό­μα ἀ­νά­γνω­ση, σὲ πολ­λὲς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­να­γνώ­σεις· ὡ­στό­σο ἡ σφο­δρό­τη­τα καὶ ἡ πυ­κνό­τη­τα τῶν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μων κει­μέ­νων της μπο­ρεῖ νὰ μὴν τὸ ἐ­πι­τρέ­πει πάν­το­τε – του­λά­χι­στον αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δι­κή μου ἐν­τύ­πω­ση. Νι­ώ­θει κα­νεὶς τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­φή­σει λί­γο χρό­νο νὰ πε­ρά­σει, νὰ πά­ρει ἀ­πο­στά­σεις, ἴ­σως καὶ νὰ συ­νέλ­θει ἀ­πὸ τὴν ἔν­το­νη ἀ­να­γνω­στι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α. Ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως προ­κύ­πτει καὶ μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη ἕ­ξη, ἐ­ξαι­τί­ας ἀ­κρι­βῶς αὐ­τῶν τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν. Συ­νει­δη­το­ποι­ῶ ἐ­πί­σης ὅ­τι ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο δι­α­βά­ζω κεί­με­νά της τό­σο ἐν­το­νό­τε­ρη γί­νε­ται ἡ πα­ρα­δό­ξως ὄ­χι ἰ­δι­αί­τε­ρα ὀ­ξύ­μω­ρη αἴ­σθη­ση πὼς κα­τα­νο­ῶ τί συμ­βαί­νει καὶ συγ­χρό­νως χά­νω τὴν ἐ­πο­πτεί­α. Πα­ρό­μοι­α σκέ­ψη δι­α­τυ­πώ­νει ὁ Pino Dietiker σὲ πρό­σφα­το κεί­με­νό του (Dietiker 2021: 194-201): Ὅ­ταν δι­α­βά­ζει Ντυ­βα­νὲλ ξέ­ρει πῶς λει­τουρ­γοῦν τὰ κεί­με­νά της, ὅ­ταν ὅ­μως θέ­λει νὰ τὸ ἐ­ξη­γή­σει σὲ κά­ποι­ον δὲν ξέ­ρει πῶς νὰ τὸ κά­νει. Ποῦ ὀ­φεί­λε­ται αὐ­τό; Ὁ Ντί­τι­κερ ἐν­το­πί­ζει ὁ­ρι­σμέ­να ση­μαν­τι­κὰ στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἐ­ξη­γή­σουν αὐ­τὴ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη: ἡ πλη­θώ­ρα τῶν προ­σώ­πων, τὰ ὁ­ποῖ­α σπά­νια μπο­ροῦν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν γνή­σια πρω­τα­γω­νι­στι­κὰ κι ἔ­τσι εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­να νὰ πα­ρα­δο­θοῦν στὴ λή­θη· ἡ μο­να­δι­κό­τη­τα, σχε­δὸν αὐ­θυ­παρ­ξί­α τῶν προ­τά­σε­ων· ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη τῶν πι­θα­νῶν συ­σχε­τι­σμῶν, ποὺ ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὴν προ­σφι­λῆ στὴν Ντυ­βα­νὲλ πα­ρα­τα­κτι­κὴ σύν­δε­ση, κα­θὼς ἔ­τσι δὲν ὁ­ρί­ζε­ται αὐ­στη­ρὰ ἡ χρο­νι­κὴ ἢ αἰ­τι­ο­λο­γι­κὴ συ­νά­φεια τῶν «γε­γο­νό­των» καὶ δη­μι­ουρ­γοῦν­ται ἄ­λυ­τες ἀ­πο­ρί­ες. Μὲ αὐ­τοὺς τοὺς καί­ριους προ­βλη­μα­τι­σμοὺς τὰ πράγ­μα­τα μοιά­ζουν νὰ μπαί­νουν καὶ γιὰ μέ­να σὲ μιὰ σει­ρά. Λύ­σεις καὶ δι­α­πι­στώ­σεις μὲ κα­θο­λι­κὴ ἰ­σχὺ ὡ­στό­σο δὲν ὑ­πάρ­χουν, ὅ­πως ἄλ­λω­στε δὲν ὑ­πάρ­χουν λύ­σεις, ἀ­λή­θει­ες καὶ ἠ­θι­κὰ ἢ ἄλ­λου εἴ­δους δι­δάγ­μα­τα στοὺς μι­κρό­κο­σμους τῆς Ντυ­βα­νέλ. Ἁ­πλῶς εἶ­ναι ἔ­τσι.


Μα­ζὶ μὲ ἕ­να κεί­με­νό της πρὸς δη­μο­σί­ευ­ση, ἡ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­χε στεί­λει κά­πο­τε στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα WOZ (4.2.1994, Gloor & Kretzen 2021: 207) ἕ­να συ­νο­δευ­τι­κὸ κεί­με­νο, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­νέ­φε­ρε με­τα­ξὺ ἄλ­λων τὸ ἑ­ξῆς ἀ­φο­πλι­στι­κὰ δι­α­φω­τι­στι­κό: «Θὰ ἤ­θε­λα νὰ τὰ κά­νω ὅ­λα νὰ γί­νουν πιὸ ξε­κά­θα­ρα – κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πά­λι ὄ­χι.»


Βι­βλι­ο­γρα­φί­α
– Dietiker, Pino: Was bleibt von Adelheid Duvanel? Versuch einer Spu­ren­suche. In: Narr. Das narrati­visti­sche Literatur­magazin 33, S. 194-201. Das Verlag, Basel 2021.
– Duvanel, Adelheid: Beim Hute meiner Mutter. Erzäh­lungen. Mit einem Nachwort von Peter von Matt. Nagel & Kimche im Carl Hanser Verlag, München 2004.
– Gloor, Lukas & Kretzen, Friederike: Sechs Briefe zu Adelheid Duvanel. In: Narr. Das narrativistische Literatur­magazin 33, S. 202-218. Das Verlag, Basel 2021.
– Matt, Peter von: Schreiben und Sterben einer Au­torin: Adelheid Duvanel. In: Die tintenblauen Eidgenossen. Über die literarische und po­litische Schweiz. Carl Hanser Verlag, München 2001.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἡ συγ­γραφέ­ας, πιθα­νόν τέλη ’70 – ἀρ­χές ’80. Φωτο­γρα­φία: An­dré Muehl­haupt. Πηγή: ἐφη­μερί­δα Neue Zür­cher Zei­tung,

https://nzzas.nzz.ch/kultur/adelheid-duvanel-die-beharrlichkeit-verlorener-seelen-ld.1632254?reduced=true