Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Καταφύγιο



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 10/11]


Κα­τα­φύ­γιο

(Zufluchtsort)


ΙΝΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ τὸ νὰ βγαί­νει κα­νεὶς ἔ­ξω στὸν δρό­μο. Συ­ναν­τᾶ πρό­σω­πα, κα­θέ­να τους στὴ δι­κή του ξε­χω­ρι­στὴ ἐκ­δο­χή, ἑ­πο­μέ­νως μο­να­δι­κά, ἐκ­πλη­κτι­κά. Ὑ­πάρ­χουν πρό­σω­πα ποὺ ἐ­ξορ­γί­ζουν τὸν Πί­ους: Βλέ­πει σὲ αὐ­τὰ τὴν ξε­ρο­κε­φα­λιά, τὴν ἀγ­κύ­λω­ση, τὴ στε­νο­μυα­λιά. Προ­τι­μᾶ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ πρό­σω­πα παι­δι­ῶν.

       Μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη χον­τρὴ γυ­ναί­κα κά­θε­ται στὸ τρὰμ καὶ μα­σου­λί­ζει ἕ­να κο­τσά­νι ἀ­πὸ κε­ρά­σι. Μιὰ ἄλ­λη λέ­ει στὴ δι­πλα­νή της: «Ἔ, ἐ­σεῖς, ναί, ἐ­σᾶς λέ­ω: Θέ­λω νὰ πε­θά­νω!»

       Νω­ρὶς τὸ πρω­ὶ ἡ πό­λη μοιά­ζει νὰ λάμ­πει ἀ­πὸ μέ­σα πρὸς τὰ ἔ­ξω, ὅ­μως ἤ­δη ἀ­πὸ τὶς ἐν­νιὰ ὁ οὐ­ρα­νὸς εἶ­ναι μα­ραγ­κι­α­σμέ­νος, τὸ φῶς χλο­μό. Ὁ Πί­ους παίρ­νει τὸ τρὰμ καὶ πό­τε-πό­τε ση­μει­ώ­νει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του: «Τώ­ρα ποὺ ἡ Ρόζ­μα­ρι θέ­λη­σε νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει, ἡ μη­τέ­ρα μου προ­σπα­θεῖ ξα­νά, ὅ­πως πα­λιά, νὰ ὑ­πο­νο­μεύ­σει τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά μου. Μοῦ ἀ­γο­ρά­ζει ροῦ­χα ποὺ δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σουν. Θέ­λει νὰ ἀλ­λά­ξει τὴ δι­αρ­ρύθ­μι­ση στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μας. Θέ­λει νὰ μὲ βλέ­πει πιὸ συ­χνά.»

       Ἀ­νή­συ­χος ὁ Πί­ους δι­α­πι­στώ­νει ἀλ­λα­γὲς στὸν ἑ­αυ­τό του: Τὰ μά­τια του εἶ­ναι ξαφ­νι­κὰ πιὸ ἀ­νοι­χτά, μὲς στὸ κε­φά­λι του ἁ­πλώ­νε­ται κά­τι σὰν φα­σα­ρί­α, καὶ τὸ φῶς ἡ­μέ­ρας εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἔν­το­νο γιὰ τὰ μά­τια του. Ἔ­χει γί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο πο­λυ­λο­γάς. Τὸ πρό­σω­πό του εἶ­ναι σχε­δὸν δι­ά­φα­νο, ἡ κοι­λιὰ του λι­γό­τε­ρο χον­τρή.

       Ὁ Πί­ους φο­ρά­ει πάν­τα παπ­που­δί­στι­κα ροῦ­χα: γκρὶ παν­τε­λό­νι, ποὺ οἱ τι­ράν­τες τὸ ση­κώ­νουν μέ­χρι πά­νω ἀ­πὸ τὴν κοι­λιά, γκρὶ σα­κά­κι μὲ γκρὶ μπα­λώ­μα­τα στοὺς ἀγ­κῶ­νες. Ὅ­ταν περ­πα­τά­ει μὲ βῆ­μα χα­λα­ρό, μὲ τὸ δε­ξί του πό­δι σπρώ­χνει κά­θε τό­σο τὰ χα­λί­κια ποὺ βρί­σκει μπρο­στά του στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Με­τὰ τὴν ἀ­πό­πει­ρα αὐ­το­κτο­νί­ας τῆς γυ­ναί­κας του ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ κλά­ψει πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἐ­πει­δὴ ἐ­κεί­νη, πρὶν κα­τα­πι­εῖ τὰ ὑ­πνω­τι­κά, εἶ­χε προ­λά­βει νὰ πά­ει τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα στὸ κομ­μω­τή­ριο καὶ νὰ κά­νει περ­μα­νάντ. Κι ἐ­πει­δὴ τῆς εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει ἅ­λα­τα γιὰ τὸ μπά­νιο – γιὰ τοὺς ρευ­μα­τι­σμούς της. Εἶ­χαν κα­βγα­δί­σει ὅ­μως· ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε ἀ­νέ­βει στὸ τρὰμ καὶ ἡ Ρόζ­μα­ρι στε­κό­ταν στὸ πε­ζο­δρό­μιο, πα­τοῦ­σε τὸ κουμ­πὶ στὴν πόρ­τα, ἡ ὁ­ποί­α γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλεί­σει αὐ­τό­μα­τα, καὶ τσί­ρι­ζε, πράγ­μα ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ντρέ­πε­ται τὸν κό­σμο. Τὸ πρό­βλη­μα ἦ­ταν τὰ λε­φτά, πάν­τα τα λε­φτά. Ἐ­κεί­νη χρει­α­ζό­ταν νὰ ἔ­χει λε­φτὰ μὲ οὐ­ρά, ἐ­κεῖ­νος πά­λι ἦ­ταν ὀ­λι­γαρ­κής. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἄρ­χι­σε με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο νὰ βρί­ζει, ἀ­φοῦ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­κι­νή­σει ὅ­σο ἡ Ρόζ­μα­ρι πα­τοῦ­σε τὸ κουμ­πί.

       Τὸ τρὰμ εἶ­ναι τὸ κα­τα­φύ­γιο τοῦ Πί­ους. Δὲν ἔ­χει ἀ­νάγ­κη νὰ δου­λέ­ψει, κα­θὼς ἔ­χει κλη­ρο­νο­μή­σει μιὰ μι­κρὴ πε­ρι­ου­σί­α· ἔ­τσι, παίρ­νει κά­θε μέ­ρα τὸ τρὰμ καὶ λεί­πει μὲ τὶς ὧ­ρες γιὰ νὰ ξε­φεύ­γει ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα του.

       Στὸ κρε­βά­τι τῆς ἄρ­ρω­στης, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Ρόζ­μα­ρι βγά­ζει κλα­ψι­ά­ρι­κους ἤ­χους, ἐ­κεῖ­νος πρέ­πει νὰ τῆς ὑ­πο­σχε­θεῖ πὼς δὲν θὰ κα­τα­φεύ­γει πλέ­ον στὸ τράμ. Τὴν ὑ­πό­σχε­σή του δὲν θὰ τὴν κρα­τή­σει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­τρέ­ψει στὴν κα­τή­φεια νὰ γε­μί­σει τὴν καρ­διά του.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Basellandschaftliche Zeitung 2.9.1992, ἔ­πει­τα: Die Brieffreundin, Luchterhand 1995, καὶ Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (9.6.1956) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: