Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Ἕ­νας ξέ­νος



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 8/11]


Ἕ­νας ξέ­νος

(Ein Fremder)


ΓΚΑΣΤΟΝ κα­θό­ταν μπρο­στὰ στὸν κο­μὸ καὶ εἶ­χε στυ­λώ­σει τὸ βλέμ­μα στὸν κα­θρέ­φτη ποὺ ἦ­ταν ἐν­σω­μα­τω­μέ­νος σὲ ἕ­να ξύ­λι­νο κα­σε­λά­κι, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ἕ­ναν κα­τα­σκευα­στὴ ἐγ­χόρ­δων ὀρ­γά­νων. Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι κρα­τοῦ­σε μιὰ μα­κριὰ φλο­γο­κόκ­κι­νη μπού­κλα, ποὺ κρε­μό­ταν ἀ­π’ τὸ μη­νίγ­γι του· μ’ ἕ­να με­γά­λο στο­μω­μέ­νο ψα­λί­δι μάγ­κω­σε τὴν τού­φα, τὴν τρά­βη­ξε νὰ ἰ­σι­ώ­σει κι ἔ­πει­τα, σὰν μὲ μα­νι­α­σμέ­να ραμ­φί­σμα­τα, ἔ­κο­ψε τὴν μπού­κλα στὰ δύ­ο. Ψα­λί­δι­ζε καὶ ἀ­π’ τὴ μιὰ καὶ ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ γε­μά­του φα­κί­δες προ­σώ­που, πά­νω ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πο, πί­σω στὸν σβέρ­κο, ἐ­κεῖ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ: Εἶ­χε γε­μί­σει κομ­μέ­νες τρί­χες ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, καὶ ὅ­σες ἔ­πε­φταν στὸ πά­τω­μα σχη­μά­τι­ζαν μα­κρι­ὲς πλε­ξοῦ­δες καὶ μι­κρὰ βου­να­λά­κια. Σκο­πὸς ἦ­ταν νὰ μὴν τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σει ὁ Ὄιγ­κεν· ὁ Γκα­στὸν θὰ ἦ­ταν ἕ­νας ξέ­νος, καὶ θὰ συ­ζη­τοῦ­σε μὲ τὸν Ὄιγ­κεν σὰν μὲ κά­ποι­ον ξέ­νο καὶ θὰ τοῦ μι­λοῦ­σε, σὰν νὰ τὸν ἔ­βλε­πε πρώ­τη φο­ρά, γιὰ τὸν Δρά­κου­λα, τὸν γά­το τοῦ Ὄιγ­κεν – τὸν Κό­μη Δρά­κου­λα, ποὺ ἂν ἦ­ταν ἄν­θρω­πος θὰ ἔ­πρε­πε στὸν τη­λε­φω­νι­κὸ κα­τά­λο­γο νὰ πα­ρα­λεί­ψει τὸν τί­τλο τοῦ κό­μη· στὴν Ἐλ­βε­τί­α δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ἀ­πο­κα­λεῖ κα­νεὶς τὸν ἑ­αυ­τό τοῦ κό­μη ἢ πρίγ­κι­πα· οἱ κό­μη­τες καὶ οἱ πρίγ­κι­πες πρέ­πει νὰ ἀ­παρ­νι­οῦν­ται τὸν ἑ­αυ­τό τους, πρέ­πει νὰ προ­σποι­οῦν­ται πὼς εἶ­ναι συ­νη­θι­σμέ­νοι ἄν­τρες ὅ­πως ὁ Ὄιγ­κεν, ὁ φί­λος του Γκα­στόν, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­λε­γε —γιὰ πλά­κα— Δρά­κουλ-λας ἀν­τὶ γιὰ Δρά­κου­λας.

       Καὶ χρὰτς-χρούτς, ὁ Γκα­στὸν συ­νέ­χι­ζε νὰ κό­βει τὰ μαλ­λιά του. Εἶ­χε ἀ­νά­ψει τὸ φω­τι­στι­κὸ τῆς ὀ­ρο­φῆς, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν ἀ­κό­μη μέ­ρα. Ὁ Κό­μης Δρά­κου­λας κα­θό­ταν πα­ρά­με­ρα γουρ­γου­ρί­ζον­τας καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε πῶς ἔ­πε­φταν οἱ τρί­χες τοῦ­φες-τοῦ­φες στὸ πά­τω­μα. Ὁ Γκα­στόν, ἀ­φοῦ εἶ­χε κό­ψει καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α τσου­λού­φια ποὺ πε­τοῦ­σαν στὸ κε­φά­λι του (πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­νε χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἕ­να κα­θρε­φτά­κι), γέ­λα­σε ξαφ­νι­κά. Θυ­μή­θη­κε τὶς Κυ­ρια­κὲς ποὺ ὁ Ὄιγ­κεν τὸν ἔ­βγα­ζε βόλ­τα μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το· τὰ πολ­λὰ σή­μα­τα κυ­κλο­φο­ρί­ας πάν­το­τε συγ­κι­νοῦ­σαν τὸν Ὄιγ­κεν: Ἔ­βρι­σκε τό­σο εὐ­χά­ρι­στη τὴν τά­ξη μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­κτυ­λισ­σό­ταν ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α τῶν ὀ­χη­μά­των, τὴν πρό­βλε­ψη τῶν πα­ρα­μι­κρῶν λε­πτο­με­ρει­ῶν πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴ ἀ­τυ­χη­μά­των. Μιὰ φο­ρὰ ὁ Ὄιγ­κεν εἶ­πε πὼς ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα δὲν εἶ­ναι δὰ καὶ τό­σο κα­κή. «Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κού­ρα­στοι ἄν­τρες ποὺ σκέ­φτον­ται τὸ κοι­νὸ κα­λό», ἐ­ξή­γη­σε, «ποὺ φρον­τί­ζουν νὰ ὑ­πάρ­χει τά­ξη». Κά­θε ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ μπά­ρα, κά­θε σῆ­μα, κά­θε πι­να­κί­δα μὲ το­πω­νύ­μιο τὸν γο­ή­τευ­ε. Σχε­δὸν βούρ­κω­νε ἀ­πὸ χα­ρὰ ὅ­ταν ἑρ­μή­νευ­ε σω­στά τα δι­ά­φο­ρα σή­μα­τα καὶ δι­έ­νυ­ε ἄ­νε­τα τὴ δι­α­δρο­μή του. Τὴ νύ­χτα τὸν ἐν­θου­σί­α­ζαν τὰ τσι­μεν­τέ­νια κο­λω­νά­κια ποὺ ἔ­φεγ­γαν στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου. Μὲ πό­ση σύ­νε­ση εἶ­χαν σχε­δια­στεῖ ὅ­λα! Ὁ σχε­δια­σμὸς ἦ­ταν τὸ πά­θος του· ἦ­ταν ἀ­τζέν­της συ­ναυ­λι­ῶν καὶ μέ­χρι στιγ­μῆς δὲν τοῦ εἶ­χε τύ­χει πο­τὲ κά­ποι­α ἀ­να­πο­διά – ὅ­λα πή­γαι­ναν κα­λά.

       Ὁ Γκα­στὸν ση­κώ­θη­κε, τί­να­ξε τὶς κομ­μέ­νες τρί­χες ἀ­πὸ τὸ μπουρ­νού­ζι του (δῶ­ρο τοῦ Ὄιγ­κεν), ἔ­φε­ρε ἕ­να σκου­πά­κι κι ἔ­σπρω­ξε βου­νὰ ἀ­πὸ πυ­ρο­ξαν­θὲς μποῦ­κλες στὸ φα­ρά­σι, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­πει­τα ἔ­βγα­λε ἔ­ξω γιὰ νὰ τὸ ἀ­δειά­σει. Πῆ­γε στὴν κου­ζί­να, κά­θι­σε στὸ τρα­πέ­ζι, ἔ­βα­λε κό­κα κό­λα σ’ ἕ­να πο­τή­ρι καὶ κά­πνι­σε. Ὁ κα­πνὸς αἰ­ω­ροῦν­ταν ἀρ­γά, σὲ σκόρ­πια συν­νε­φά­κια, πό­τε πά­νω πό­τε κά­τω. Ὁ Γκα­στὸν χτυ­ποῦ­σε ρυθ­μι­κὰ τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι στὸ τρα­πέ­ζι· ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νο τὸ χέ­ρι του – τό­σο λε­πτο­κα­μω­μέ­νο ποὺ σχε­δὸν ἔ­μοια­ζε ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο. Ὁ Κό­μης Δρά­κου­λας πή­δη­ξε στὰ πό­δια του. Ὁ Γκα­στὸν πα­ρα­τή­ρη­σε τὴ λαμ­πε­ρὴ ρά­χη τοῦ γά­του καὶ τὰ αὐ­τιά του, ποὺ πό­τε-πό­τε συ­σπῶν­ταν. Τὰ χαλ­κό­χρω­μα μά­τια τοῦ Γκα­στὸν ἦ­ταν πιὸ στρογ­γυ­λὰ τώ­ρα ποὺ εἶ­χε μα­κρύ­νει τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ κε­φά­λι του κρύ­ω­νε. Ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­ταν πά­νω στὴν ξυ­λό­σομ­πα δί­πλα στὸν φοῦρ­νο γκα­ζιοῦ, ἀ­κου­γό­ταν νὰ μι­λά­ει ἡ ἐκ­πρό­σω­πος κά­ποι­ας γλωσ­σι­κῆς μει­ο­νό­τη­τας. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ὁ Γκα­στὸν ἔ­βλε­πε τὸν κό­σμο νὰ περ­νά­ει: Ἄ­κου­γε τὰ βή­μα­τά τους, ἄ­κου­γε τὶς ὁ­μι­λί­ες τους, ὅ­μως δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τα. Ὁ οὐ­ρα­νὸς φαι­νό­ταν σκο­τει­νός, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν γα­λά­ζιος. Ξαφ­νι­κὰ ὁ Γκα­στὸν δι­έ­κρι­νε τὴ σι­λου­έ­τα τοῦ Ὄιγ­κεν. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα τὸν ἄ­κου­σε νὰ ξε­κλει­δώ­νει τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, νὰ δι­α­σχί­ζει τὸν δι­ά­δρο­μο καὶ νὰ ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος· ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ θὰ ἔμ­παι­νε.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Anna und ich, Luchterhand 1985, καὶ στὴ συ­νέ­χεια:  Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργα τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (21.12.1956 & 6.1.1957).


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: