Πέτρος Φούρναρης: Ὁ βλάσφημος


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης


Ὁ βλά­σφη­μος


ΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΕΤΡΑ ὕ­ψους πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να ἑ­βδο­μήν­τα μπρο­στά του ἔ­μοια­ζε ὀγ­κό­λι­θος, ἀ­κό­μα κι ἂν τὸ φάρ­δος της ἦ­ταν μό­λις μι­σὸ μέ­τρο. Αὐ­τὲς ἦ­ταν οἱ δι­α­στά­σεις τῆς πέ­τρας ποὺ ξε­φόρ­τω­ναν στὴ αὐ­λή του κι αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μπό­ι του.  Με­γά­λα φορ­τη­γὰ δὲν χω­ροῦ­σαν στὰ σο­κά­κια τοῦ νη­σιοῦ ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σαν στὸ ἀ­τε­λι­ὲ καὶ τὸ ὄ­νει­ρό του νὰ πλά­σει κά­τι με­γά­λης κλί­μα­κας ἀ­παι­τοῦ­σε τὴν πα­ρα­μο­νή του στὸ λα­το­μεῖ­ο καὶ τὴν ἐρ­γα­σί­α του στὸ ὕ­παι­θρο. Πράγ­μα σχε­δὸν ἀ­δύ­να­τον. Πρῶ­τον, για­τί ἐ­κεῖ δὲν ὑ­πῆρ­χαν πέ­τρες στὸ μέ­γε­θος ποὺ τὶς χρει­α­ζό­ταν καὶ δεύ­τε­ρον, για­τί ἀ­κό­μα κι ἂν ὑ­πῆρ­χαν, δὲν θὰ τοῦ τὸ ἐ­πέ­τρε­παν, ἀ­φοῦ κα­νεὶς δὲν τὸν συμ­πα­θοῦ­σε στὸ ἐρ­γο­τά­ξιο.

        Ὅ­ταν λοι­πὸν ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι τοῦ Ἰ­ου­λί­ου προ­σγει­ώ­θη­καν μπρός του οἱ δυ­ὸ ὀγ­κό­λι­θοι, σὰν με­τε­ω­ρί­τες ἀ­πὸ τὸ δι­ά­στη­μα, ἀν­τὶ νὰ βλα­στη­μή­σει τὰ ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα φουρ­νέ­λα σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε γιὰ αὐ­τὴν τὴν εὔ­νοι­α τῆς τύ­χης. Πρώ­τον για­τὶ οἱ δυ­ὸ βρά­χοι ἀ­κουμ­ποῦ­σαν ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο, ἀ­φή­νον­τας με­τα­ξύ τους ἕ­να προ­στα­τευ­τι­κὸ κε­νὸ ποὺ τὸν ἔ­σω­σε ἀ­πὸ τὶς ὑ­πό­λοι­πες κο­τρό­νες ποὺ ἔ­πε­φταν βρο­χὴ γύ­ρω του. Καὶ δεύ­τε­ρον για­τί οἱ πέ­τρες ποὺ μέ­σα τους βρῆ­κε κα­τα­φύ­γιο ἦ­ταν σι­δε­ρό­πε­τρες: δύ­σκο­λες ἀλ­λὰ συ­νά­μα ἀν­θε­κτι­κὲς πέ­τρες ποὺ θὰ ἔ­κα­ναν τὸ γλυ­πτό του αἰ­ώ­νιο.

        Ἀ­κό­μα κι ἡ κα­κο­τυ­χί­α του νὰ τὸν δαγ­κώ­σει ἡ “οὐ­ρα­νο­κα­τέ­βα­τη” ὄ­χεν­τρα στὸν πα­ρά­με­σο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ δὲν τὸν πτό­η­σε. Ἔ­λυ­σε ἀ­στρα­πια­ῖα τὸ κορ­δό­νι τοῦ πα­που­τσιοῦ καὶ ἀ­φοῦ πά­τη­σε τὴ μιὰ ἄ­κρη του τὸ τύ­λι­ξε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν καρ­πὸ σφίγ­γον­τας μὲ τὸ δε­ξί. Ὕ­στε­ρα πά­λι, δέ­νον­τας τὴν ἴ­δια ἄ­κρη στὸν βρα­χί­ο­να μιᾶς κου­τσου­πιᾶς καὶ τρα­βών­τας μὲ τὸ πλη­γω­μέ­νο, κα­τά­φε­ρε νὰ τὸ σφί­ξει ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα.

        Ὁ τσο­πά­νος ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε τὴν σύ­ριγ­γα γιὰ νὰ τρυ­πή­σει τὸ δά­χτυ­λο καὶ νὰ βγεῖ τὸ δη­λη­τή­ριο κα­τα­ρι­ό­ταν ἕ­να πα­ρό­μοι­ο φί­δι ποὺ τοῦ εἶ­χε σκο­τώ­σει δυ­ὸ κα­τσί­κες, ἀλ­λὰ ὁ λι­λι­πού­τειος γλύ­πτης κα­θὼς με­τα­φε­ρό­ταν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κά­θε ἄλ­λο ἀ­πὸ ἀρ­νη­τι­κὲς σκέ­ψεις ἔ­κα­νε. Ἀν­τι­θέ­τως, ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς τό­τε ποὺ τὸ μυα­λό του συ­νέ­λα­βε τὴν σύν­θε­ση τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ του σχε­δί­ου. Ἀ­πο­ρών­τας πῶς τὸ μη­χα­νά­κι ποὺ τὸν με­τέ­φε­ρε ἄν­τε­χε τὸ βά­ρος του —λε­πτὸ πρὸς λε­πτὸ γι­νό­ταν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ή του ἀ­σή­κω­το— φαν­τά­στη­κε ὡς γλυ­πτὸ τὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἀ­νά­λο­γο τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του.

        Στὴν ἐν­τα­τι­κὴ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­μο­νη σκέ­ψη σχη­μά­τι­σε ἕ­να χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη του – ἐν­τε­λῶς πα­ρά­ται­ρο μὲ τὰ χον­δρο­ει­δῆ ἀ­στεῖ­α τῶν για­τρῶν καὶ τοῦ βο­η­θη­τι­κοῦ προ­σω­πι­κοῦ γιὰ τὸ ἀ­νά­στη­μα καὶ τὴν κα­τα­γω­γή του: “Ἀλ­βα­νὸς εἶ­ναι, θὰ ἀν­τέ­ξει!”, “Ἕ­νας Ἀλ­βα­νὸς λι­γό­τε­ρος!”.

        Ποῦ νὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πὼς αὐ­τὸς ἔ­βλε­πε ἤ­δη τὸ ἔρ­γο του τε­λει­ω­μέ­νο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ λα­το­μεῖ­ο. Ἕ­ναν ψη­λὸ καὶ βα­ρὺ γί­γαν­τα ὅ­λο μπρά­τσα ποὺ θὰ κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα ψη­λό­τε­ρα μιὰ ἔ­χιδ­να, δεί­χνον­τας τὴν προ­κλη­τι­κὰ στὸ Θε­ό, σὰν νὰ τοῦ ΄λέ­γε: «Ὅ­σα φί­δια καὶ πέ­τρες νὰ στέλ­νεις, ἐ­γὼ θὰ δη­μι­ουρ­γῶ.»


24-6-2022



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση «καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: