Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Ἡ γει­τό­νισ­σα



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 5/11]


Ἡ γει­τό­νισ­σα

(Die Nachbarin)


ΕΡΩ ΤΑ ΠΑΝΤΑ γιὰ τὴ γει­τό­νισ­σά μου. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς βά­ζει στὴ μύ­τη τὸν δεί­κτη της, μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ὁ­ποί­ου χώ­νει ὅ­λη μέ­ρα καρ­μπὸν ἀ­νά­με­σά σε κί­τρι­να καὶ ρὸζ δι­πλό­τυ­πα, καὶ σκα­λί­ζει τὰ ρου­θού­νια της, ποὺ με­τὰ μέ­νουν μαῦ­ρα. Ἡ γει­τό­νισ­σά μου δου­λεύ­ει ὀ­χτὼ ὧ­ρες τὴν ἡ­μέ­ρα μέ­σα σὲ τέσ­σε­ρις τοί­χους ἀ­πὸ μπε­τόν· συ­χνὰ λα­σκά­ρει ἡ πρό­κα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α κρέ­με­ται τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο μὲ τὶς πο­λύ­χρω­μες ἀ­πό­ψεις το­πί­ων· τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο τό­τε πέ­φτει στὸ πά­τω­μα καὶ ἡ γει­τό­νισ­σά μου καρ­φώ­νει ξα­νὰ τὴν πρό­κα καὶ κρε­μά­ει προ­σε­χτι­κά το ἡ­με­ρο­λό­γιο. Κά­ποι­ες φο­ρὲς κλεί­νε­ται στὴν του­α­λέ­τα γιὰ νὰ πε­ρι­ερ­γα­στεῖ τὸ πρό­σω­πό της· τὰ μά­τια, τὰ ὁ­ποῖ­α κο­λυμ­ποῦν σὰν ψά­ρια πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χον­τροὺς φα­κοὺς τῶν γυ­α­λι­ῶν, γυρ­νᾶ­νε ἔ­πει­τα ἀ­νά­σκε­λα.

       Πα­ρα­τη­ρῶ τὴ γει­τό­νισ­σά μου ἐ­δῶ καὶ 313 ἡ­μέ­ρες, ἐ­πι­τη­ρῶ τὶς σκέ­ψεις της καὶ ἀ­κο­λου­θῶ τὰ βή­μα­τά της, μιᾶς καὶ θέ­λω νὰ γρά­ψω ἕ­να ρα­δι­ο­φω­νι­κὸ θε­α­τρι­κὸ γιὰ αὐ­τήν. Κρα­τά­ω ση­μει­ώ­σεις. Ζεῖ μό­νη μὲ τὴ χε­λώ­να της, τὴν ὁ­ποί­α ὅ­μως δὲν ἐ­πι­θυ­μῶ νὰ συμ­πε­ρι­λά­βω στὸ ἔρ­γο· θὰ μπο­ροῦ­σα, βέ­βαι­α, νὰ βά­λω κά­ποι­ον νὰ κά­νει ἕ­να σχό­λιο γιὰ τὸ ἀ­νό­ρε­χτο ζῶ­ο, νὰ τὸν πα­ρου­σιά­σω, ἂς ποῦ­με, νὰ δι­α­πι­στώ­νει πὼς ὁ λαι­μὸς τῆς γει­τό­νισ­σας μοιά­ζει μὲ τὸν λαι­μὸ τῆς χε­λώ­νας. Μο­λο­νό­τι ἡ γει­τό­νισ­σά μου βά­φει τὰ μαλ­λιά της στὸ κόκ­κι­νό του γε­ρα­νιοῦ, ξέ­ρω ὅ­τι σύν­το­μα θὰ συγ­κα­τα­λέ­γε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς γέ­ρους· θὰ συρ­θεῖ τό­τε ὣς τὸ πο­τά­μι, θὰ μπεῖ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς βάρ­κες ποὺ κλυ­δω­νί­ζον­ται καὶ θὰ ἀ­φή­σει τὸ ρεῦ­μα νὰ τὴν ξε­πλύ­νει μα­κριά, καὶ τό­τε ἐ­μέ­να, ποὺ ὅ­που νά ’­ναι δὲν θὰ ξέ­ρω πιὰ ἂν ἐ­γὼ εἶ­μαι αὐ­τὴ ἢ ἂν αὐ­τὴ εἶ­ναι ἐ­γώ, νὰ μὴ μὲ ψά­ξει κα­νείς.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Windgeschichten, Luchterhand 1980.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (12.08.1987) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: