Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Καταφύγιο



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 10/11]


Κα­τα­φύ­γιο

(Zufluchtsort)


ΙΝΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ τὸ νὰ βγαί­νει κα­νεὶς ἔ­ξω στὸν δρό­μο. Συ­ναν­τᾶ πρό­σω­πα, κα­θέ­να τους στὴ δι­κή του ξε­χω­ρι­στὴ ἐκ­δο­χή, ἑ­πο­μέ­νως μο­να­δι­κά, ἐκ­πλη­κτι­κά. Ὑ­πάρ­χουν πρό­σω­πα ποὺ ἐ­ξορ­γί­ζουν τὸν Πί­ους: Βλέ­πει σὲ αὐ­τὰ τὴν ξε­ρο­κε­φα­λιά, τὴν ἀγ­κύ­λω­ση, τὴ στε­νο­μυα­λιά. Προ­τι­μᾶ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ πρό­σω­πα παι­δι­ῶν.

       Μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη χον­τρὴ γυ­ναί­κα κά­θε­ται στὸ τρὰμ καὶ μα­σου­λί­ζει ἕ­να κο­τσά­νι ἀ­πὸ κε­ρά­σι. Μιὰ ἄλ­λη λέ­ει στὴ δι­πλα­νή της: «Ἔ, ἐ­σεῖς, ναί, ἐ­σᾶς λέ­ω: Θέ­λω νὰ πε­θά­νω!»

       Νω­ρὶς τὸ πρω­ὶ ἡ πό­λη μοιά­ζει νὰ λάμ­πει ἀ­πὸ μέ­σα πρὸς τὰ ἔ­ξω, ὅ­μως ἤ­δη ἀ­πὸ τὶς ἐν­νιὰ ὁ οὐ­ρα­νὸς εἶ­ναι μα­ραγ­κι­α­σμέ­νος, τὸ φῶς χλο­μό. Ὁ Πί­ους παίρ­νει τὸ τρὰμ καὶ πό­τε-πό­τε ση­μει­ώ­νει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του: «Τώ­ρα ποὺ ἡ Ρόζ­μα­ρι θέ­λη­σε νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει, ἡ μη­τέ­ρα μου προ­σπα­θεῖ ξα­νά, ὅ­πως πα­λιά, νὰ ὑ­πο­νο­μεύ­σει τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά μου. Μοῦ ἀ­γο­ρά­ζει ροῦ­χα ποὺ δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σουν. Θέ­λει νὰ ἀλ­λά­ξει τὴ δι­αρ­ρύθ­μι­ση στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μας. Θέ­λει νὰ μὲ βλέ­πει πιὸ συ­χνά.»

       Ἀ­νή­συ­χος ὁ Πί­ους δι­α­πι­στώ­νει ἀλ­λα­γὲς στὸν ἑ­αυ­τό του: Τὰ μά­τια του εἶ­ναι ξαφ­νι­κὰ πιὸ ἀ­νοι­χτά, μὲς στὸ κε­φά­λι του ἁ­πλώ­νε­ται κά­τι σὰν φα­σα­ρί­α, καὶ τὸ φῶς ἡ­μέ­ρας εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἔν­το­νο γιὰ τὰ μά­τια του. Ἔ­χει γί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο πο­λυ­λο­γάς. Τὸ πρό­σω­πό του εἶ­ναι σχε­δὸν δι­ά­φα­νο, ἡ κοι­λιὰ του λι­γό­τε­ρο χον­τρή.

       Ὁ Πί­ους φο­ρά­ει πάν­τα παπ­που­δί­στι­κα ροῦ­χα: γκρὶ παν­τε­λό­νι, ποὺ οἱ τι­ράν­τες τὸ ση­κώ­νουν μέ­χρι πά­νω ἀ­πὸ τὴν κοι­λιά, γκρὶ σα­κά­κι μὲ γκρὶ μπα­λώ­μα­τα στοὺς ἀγ­κῶ­νες. Ὅ­ταν περ­πα­τά­ει μὲ βῆ­μα χα­λα­ρό, μὲ τὸ δε­ξί του πό­δι σπρώ­χνει κά­θε τό­σο τὰ χα­λί­κια ποὺ βρί­σκει μπρο­στά του στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Με­τὰ τὴν ἀ­πό­πει­ρα αὐ­το­κτο­νί­ας τῆς γυ­ναί­κας του ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ κλά­ψει πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἐ­πει­δὴ ἐ­κεί­νη, πρὶν κα­τα­πι­εῖ τὰ ὑ­πνω­τι­κά, εἶ­χε προ­λά­βει νὰ πά­ει τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα στὸ κομ­μω­τή­ριο καὶ νὰ κά­νει περ­μα­νάντ. Κι ἐ­πει­δὴ τῆς εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει ἅ­λα­τα γιὰ τὸ μπά­νιο – γιὰ τοὺς ρευ­μα­τι­σμούς της. Εἶ­χαν κα­βγα­δί­σει ὅ­μως· ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε ἀ­νέ­βει στὸ τρὰμ καὶ ἡ Ρόζ­μα­ρι στε­κό­ταν στὸ πε­ζο­δρό­μιο, πα­τοῦ­σε τὸ κουμ­πὶ στὴν πόρ­τα, ἡ ὁ­ποί­α γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλεί­σει αὐ­τό­μα­τα, καὶ τσί­ρι­ζε, πράγ­μα ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ντρέ­πε­ται τὸν κό­σμο. Τὸ πρό­βλη­μα ἦ­ταν τὰ λε­φτά, πάν­τα τα λε­φτά. Ἐ­κεί­νη χρει­α­ζό­ταν νὰ ἔ­χει λε­φτὰ μὲ οὐ­ρά, ἐ­κεῖ­νος πά­λι ἦ­ταν ὀ­λι­γαρ­κής. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἄρ­χι­σε με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο νὰ βρί­ζει, ἀ­φοῦ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­κι­νή­σει ὅ­σο ἡ Ρόζ­μα­ρι πα­τοῦ­σε τὸ κουμ­πί.

       Τὸ τρὰμ εἶ­ναι τὸ κα­τα­φύ­γιο τοῦ Πί­ους. Δὲν ἔ­χει ἀ­νάγ­κη νὰ δου­λέ­ψει, κα­θὼς ἔ­χει κλη­ρο­νο­μή­σει μιὰ μι­κρὴ πε­ρι­ου­σί­α· ἔ­τσι, παίρ­νει κά­θε μέ­ρα τὸ τρὰμ καὶ λεί­πει μὲ τὶς ὧ­ρες γιὰ νὰ ξε­φεύ­γει ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα του.

       Στὸ κρε­βά­τι τῆς ἄρ­ρω­στης, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Ρόζ­μα­ρι βγά­ζει κλα­ψι­ά­ρι­κους ἤ­χους, ἐ­κεῖ­νος πρέ­πει νὰ τῆς ὑ­πο­σχε­θεῖ πὼς δὲν θὰ κα­τα­φεύ­γει πλέ­ον στὸ τράμ. Τὴν ὑ­πό­σχε­σή του δὲν θὰ τὴν κρα­τή­σει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­τρέ­ψει στὴν κα­τή­φεια νὰ γε­μί­σει τὴν καρ­διά του.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Basellandschaftliche Zeitung 2.9.1992, ἔ­πει­τα: Die Brieffreundin, Luchterhand 1995, καὶ Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (9.6.1956) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.


			

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 9/11]


Μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας

(Ein ganz gewöhnlicher Waschtag)


Ν ΘΕΛΗΣΩ νὰ ζω­γρα­φί­σω τὸ πορ­τραῖ­το τῆς γυ­ναί­κας γιὰ τὴν ὁ­ποί­α θὰ μι­λά­ει αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει ἀ­πα­ραι­τή­τως νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ ἰ­δι­όρ­ρυθ­μα χρώ­μα­τα· θὰ πρέ­πει νὰ μὴν εἶ­ναι κραυ­γα­λέ­α οὔ­τε καὶ μάτ, μᾶλ­λον φω­τει­νά, ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως θαμ­πά – πά­ει νὰ πεῖ: ἁ­πα­λά. Μὰ δὲν εἶ­μαι ζω­γρά­φος. (Πα­ρα­λί­γο νὰ εἶ­χα γί­νει, ὡ­στό­σο οἱ ἐν­δε­χο­μέ­νως σαρ­κα­στι­κοὶ δά­σκα­λοί μου στὴ σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν, στοὺς ὁ­ποί­ους εἶ­χα ἐκ­μυ­στη­ρευ­τεῖ τό­τε μὲ παι­δι­ά­στι­κη ἐμ­πι­στο­σύ­νη τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α μου, ἔ­βρι­σκαν πὼς ὁ χα­ρα­κτή­ρας μου —ση­μει­ω­τέ­ον, «ὁ χα­ρα­κτή­ρας», ὄ­χι τὸ τα­λέν­το!— δὲν ἔ­κα­νε, λέ­ει, γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Τὴ συλ­λο­γί­στη­κα πο­λὺ αὐ­τὴ τὴν πα­ρα­τή­ρη­ση, τὴν ὁ­ποί­α μοῦ ἐ­πέ­δω­σαν καὶ γρα­πτῶς, χω­ρὶς ὡ­στό­σο νὰ μπο­ρέ­σω νὰ βγά­λω ἄ­κρη.) Μιᾶς καὶ ὁ χα­ρα­κτή­ρας μου δὲν προ­σφέ­ρε­ται, λοι­πόν, γιὰ νὰ φι­λο­τε­χνή­σει ἕ­να πορ­τραῖ­το μὲ χρώ­μα­τα, ἐ­νῶ ἐ­γὼ νι­ώ­θω πό­τε-πό­τε τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ κά­νω ἕ­να πορ­τραῖ­το, ἀ­πέ­κτη­σα σι­γὰ σι­γὰ τὴ συ­νή­θεια νὰ ζω­γρα­φί­ζω μὲ λέ­ξεις. Δὲν ξέ­ρω καὶ τό­σο πολ­λὲς λέ­ξεις. Δι­α­θέ­τω, βέ­βαι­α, τρί­α λε­ξι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α μου ἔ­κα­ναν δῶ­ρο, κα­θὼς καὶ ἕ­να λε­ξι­κὸ ξέ­νων λέ­ξε­ων, ἐ­πί­σης δῶ­ρο, ὡ­στό­σο δὲν χρη­σι­μο­ποι­ῶ οὔ­τε ἕ­να ἀ­πὸ δαῦ­τα γιὰ νὰ γρά­ψω, πο­τέ· ἴ­σα-ἴ­σα ποὺ θὰ μὲ φούρ­κι­ζε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ λέ­ξεις ποὺ δὲν πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὸ δι­κό μου λε­ξι­λό­γιο. Τώ­ρα ὅ­μως δὲν θέ­λω νὰ μι­λή­σω ἄλ­λο γιὰ μέ­να, μὰ γιὰ τὴ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­νέ­φε­ρα προ­η­γου­μέ­νως.

       Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι Κλά­ρα καὶ μέ­νει σὲ ἕ­να συγ­κρό­τη­μα κα­τοι­κι­ῶν, στὸ ἰ­σό­γει­ο. Δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­να­τή, ὡ­στό­σο φρον­τί­ζει τὸ νοι­κο­κυ­ριό της μὲ προ­κο­πὴ καὶ δί­χως νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Ἔ­χει ἕ­ναν μι­κρὸ γιό, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὴν ἡ­μέ­ρα γιὰ τὴν ὁ­ποί­α μι­λά­ει αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α κα­θό­ταν μὲς στὸ πάρ­κο του κι ἔ­παι­ζε μὲ ἕ­να κου­τί. Ἡ Κλά­ρα τοῦ ἔ­δει­ξε πῶς βγαί­νει τὸ κα­πά­κι ἀ­πὸ τὸ κου­τὶ ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σε, ἀ­φοῦ ὁ μέ­χρι πρό­τι­νος εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος μι­κρὸς ἔ­γι­νε με­μιᾶς γκρι­νιά­ρης καὶ ἅ­πλω­νε κά­θε λί­γο καὶ λι­γά­κι τὸ κου­τὶ πρὸς τὸ μέ­ρος της κα­θὼς μπο­ροῦ­σε πλέ­ον νὰ βγά­ζει, μὰ ὄ­χι καὶ νὰ ξα­να­βά­ζει τὸ κα­πά­κι. Στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο (τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα δι­α­θέ­τει δύ­ο δω­μά­τια καὶ ἕ­ναν μα­κρύ, στε­νό, σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο) ὁ σύ­ζυ­γός της, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι δι­ο­ρι­σμέ­νος στὴν ὀρ­χή­στρα τοῦ θε­ά­τρου, ἔ­παι­ζε ἕ­να και­νούρ­γιο τρα­γού­δι. Τὰ τρα­γού­δια του, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πάν­το­τε ἐ­ρω­τι­κά, δὲν ἐ­πι­γρά­φον­ται πο­τὲ «Στὴν Κλά­ρα», μὰ γε­νι­κὰ καὶ ἀ­ό­ρι­στα «Σὲ μιὰ ἐ­ρω­μέ­νη», κά­τι ποὺ ὅ­σο νά ’­ναι στε­νο­χω­ρεῖ τὴν Κλά­ρα. Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, οὔ­τε τό­τε εἶ­χε κα­λὴ δι­ά­θε­ση, πα­ρὰ τὴν ὄ­μορ­φη ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα· ὅ­μως, προ­τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψω τὴν αἰ­τί­α τῆς νευ­ρι­κό­τη­τάς της, θέ­λω νὰ πε­ρι­γρά­ψω τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ τώ­ρα δὰ ἀ­νέ­φε­ρα, μιᾶς καὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ σω­στό: ὁ­λάν­θι­στοι κῆ­ποι, γυ­ναῖ­κες ποὺ ἔ­στε­καν στὶς αὐ­λό­πορ­τες καὶ κου­βέν­τια­ζαν, μιὰ εὐ­γε­νι­κὴ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ μοί­ρα­ζε φυλ­λά­δες, ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ μό­λις ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πὸ τὸ ψά­ρε­μα, παι­διὰ ποὺ ἔ­σκου­ζαν, καὶ ὑ­πε­ρά­νω ὅ­λων ὁ ἥ­λιος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, λὲς καὶ μὲ ἐν­το­λὴ για­τροῦ, ἁ­πλω­νό­ταν προ­σε­κτι­κὰ καὶ ὁ­μοι­ό­μορ­φα, ἄγ­γι­ζε μύ­τες καὶ που­λιὰ καὶ χε­ρού­λια κα­ρο­τσι­ῶν ποὺ τὰ ἔ­σπρω­χναν χα­μο­γε­λών­τας μη­τέ­ρες οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­δει­χναν πο­λὺ ὄ­μορ­φες. Ἡ Κλά­ρα εἶ­χε μπό­λι­κη μπου­γά­δα· ἔ­ξω κυ­μά­τι­ζαν πε­τσέ­τες μπά­νιου, πε­τσέ­τες προ­σώ­που, πε­τσέ­τες κου­ζί­νας καὶ ὅ,τι ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει σὲ πε­τσέ­τα. Ὁ Γκρέγ­κορ, ὁ μι­κρὸς γιός, ἔ­κλαι­γε καὶ ὁ Μάξ, ὁ σύ­ζυ­γος, τρα­γου­δοῦ­σε μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη. Ἡ Κλά­ρα στε­κό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ εἶ­χε στυ­λώ­σει τὰ με­γά­λα, γα­λα­νὰ μά­τια της (χρώ­μα­τος σκου­ρο­γά­λα­νου, λὲς καὶ τὰ εἶ­χαν γε­μί­σει σκι­ὲς) στὸ σκοι­νὶ τῆς μπου­γά­δας. Αὐ­τὸ ποὺ εἶ­δε ἐ­κεῖ τὴν συν­τά­ρα­ξε: Ἀ­νά­με­σά σε μιὰ πά­να καὶ μιὰ μα­ξι­λα­ρο­θή­κη κρε­μό­ταν μὲ ἀ­πό­λυ­τη φυ­σι­κό­τη­τα ἕ­να χαρ­τὶ πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν γρα­φτεῖ νό­τες, ἕ­να τρα­γού­δι τοῦ ἄν­τρα της μὲ τὸν τί­τλο «Στὴν Κλά­ρα»· ἔ­στα­ζε ἀ­κό­μη καὶ πά­σχι­ζε νὰ στε­γνώ­σει. Αὐ­τὸ ἦ­ταν πράγ­μα­τι κά­τι τὸ ἐκ­πλη­κτι­κό, τρο­μα­χτι­κό, ἐ­ξί­σου ἀ­νε­ξή­γη­το ὅ­πως ἡ ἐ­πι­στο­λὴ ἐ­κεί­νων τῶν δα­σκά­λων μου στὴ σχο­λή. Κι ἀ­πὸ πά­νω ἦ­ταν καὶ κα­λο­καί­ρι, μιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς βρα­δι­ὲς τὶς βυ­θι­σμέ­νες στὰ ὄ­νει­ρα, ποὺ μᾶς κά­νουν ν’ ἀ­να­τρι­χι­ά­ζου­με ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Τὰ φορ­τω­μέ­να δέν­τρα κοι­μοῦν­ταν καὶ τὰ φύλ­λα τους ἔ­τρε­μαν σὰν σφα­λι­σμέ­να βλέ­φα­ρα. Ἕ­να σμῆ­νος που­λιὰ πε­τά­χτη­κε μπρο­στὰ σ’ ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ὁ­δη­γὸς στα­μά­τη­σε, βγῆ­κε ἔ­ξω καὶ κοί­τα­ξε γύ­ρω της. Μό­λις ἀν­τί­κρι­σε τὴν Κλά­ρα στὸ πα­ρά­θυ­ρο, γέ­λα­σε καὶ ἔ­δει­ξε πρὸς τὴν πα­ρά­ξε­νη παρ­τι­τού­ρα. Ἐ­δῶ πιὰ πρέ­πει μᾶλ­λον νὰ ἀ­να­φέ­ρω ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἡ ὁ­δη­γὸς ἤ­μουν ἐ­γὼ καὶ ὅ­τι τὸ χαρ­τὶ ποὺ κα­μω­νό­ταν τὸ ἀ­σπρό­ρου­χο, μὲ τὸ τρα­γού­δι «Στὴν Κλά­ρα», στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν ὑ­πῆρ­χε, ἄλ­λω­στε κά­τι τέ­τοι­ο θὰ ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀλ­λό­κο­το. Ἐ­γὼ τὸ εἶ­χα ζω­γρα­φί­σει ἐ­κεῖ γιὰ νὰ ζω­η­ρέ­ψω λι­γά­κι τὴν ἡ­μέ­ρα μπου­γά­δας τῆς Κλά­ρα – μὲ χρώ­μα­τα ἢ μὲ λέ­ξεις; Οὔ­τε ποὺ θυ­μᾶ­μαι πιά.

       Ἡ Κλά­ρα ἀ­να­στέ­να­ξε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἡ παρ­τι­τού­ρα δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ὅ­τι ἡ μέ­ρα μπου­γά­δας τῆς ἦ­ταν μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας, δί­χως τί­πο­τε τὸ ὀ­νει­ρι­κὸ νὰ τῆς προ­σά­ψει κα­νείς. Ἦ­ταν μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ ζεῖ πε­ρι­πέ­τει­ες ἢ πα­ρά­ξε­να πε­ρι­στα­τι­κὰ στὸ σι­νε­μὰ ἢ σὲ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ὅ­μως στοὺς τέσ­σε­ρις τοί­χους της ὁ κό­σμος δὲν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ ἐμ­πνέ­ει τρό­μο· τὸ κα­θε­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἔ­τσι ποὺ νὰ μὴν τρο­μά­ζει κα­νέ­νας, οὔ­τε κὰν τὸ κα­να­ρί­νι.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Basler Nachrichten ἐ­πι­φυλ­λί­δα 26.7.1965, στὴ συ­νέ­χεια: Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (6.2.1959) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.


Ἀντώνης Ν. Παπαβασιλείου: Πῶς γράφεται ἕνα ποίημα. Συνταγὴ σύντομος καὶ λίαν ὠφέλιμος


Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου 


Πῶς γρά­φε­ται ἕ­να ποί­η­μα.

Συν­τα­γὴ σύν­το­μος καὶ λί­αν ὠ­φέ­λι­μος


ΑΙΡΝΕΙΣ ΜΕΛΑΝΙ κα­λό, βα­σι­λι­κὸ τὸ μπλέ, καὶ χαρ­τὶ πα­χύ, 120 γραμ­μα­ρί­ων του­λά­χι­στον. Ἂν δὲν ἔ­χεις καὶ ὁ κομ­πι­οῦ­τερ σοῦ κά­νει. Σβή­νεις συ­νέ­χεια, κλα­δεύ­εις ἀ­λύ­πη­τα. Δὲν γο­η­τεύ­ε­σαι οὔ­τε γο­η­τεύ­εις. Τὰ πα­ρά­ση­μα τὰ σπᾶς καὶ τὰ καῖς σὲ ξύ­λα λε­πτὰ μου­ριᾶς, μοι­ρά­ζον­τας τὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα σὰν ζά­χα­ρη στὰ παι­διὰ ποὺ παί­ζουν μῆ­λα στὸν δρό­μο. Τὸ τη­λέ­φω­νο κλει­στὸ κι ἀ­κυ­ρω­μέ­νο. Δὲν θὲς νὰ ἀ­κού­σεις πα­ρά­σι­τα. Βλέ­πεις. Πῶς πέ­φτει ἡ κα­νέ­λα στὸν κα­φέ, πλά­για στὸν ἥ­λιο σὰν νὰ σκο­νί­ζει τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα; Ἔ­τσι. Ἀ­φή­νεις στὴν ἄ­κρα τὰ με­τὰ καὶ μό­νον μὲ τὶς σκλη­ρὲς λέ­ξεις κοι­μᾶ­σαι. Ἂν σοῦ δο­θεῖ νὰ πεῖς τὸ πλά­γιο τοῦ φω­τός, δό­ξα­σε, καὶ βά­λε τὸ χαρ­τὶ στὸ συρ­τά­ρι νὰ ξε­πια­στεῖ. Βρά­ζεις τσά­ϊ Βραγ­για­νῶν καὶ κά­θε­σαι νὰ ἀ­κού­σεις τί ψέλ­νουν τὰ που­λιὰ στὸ δι­πλα­νὸ μπε­τόν. Καὶ οὕ­τως γί­γνε­ται.



Πη­γή: Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας, φ. 970, 20.5.2022.

Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου (Γρε­βε­νά, 1969). Ζεῖ στὰ Γρε­βε­νά. Συ­νερ­γά­ζε­ται στὴν ἔκ­δο­ση τῆς Ἑ­βδο­μα­δια­ίας Ἐ­φη­με­ρί­δα­ς Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­α­ς καὶ δι­δά­σκει ἀγ­γλι­κά. Τυ­πώ­νει τὸ ἑ­ξα­μη­νια­ῖο μο­νό­φυλ­λο ΤΥΡΒΗ. Βι­βλί­ο του: Λό­για Ρι­ζω­μέ­να (manifesto, 2017).



		

	

Π. ‘Ενιγουεϊ: The (wo)man who disappeared


Π. Ένιγουεϊ


The (wo)man who disappeared


ΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ τὴν ἔ­ψη­νε κα­θημε­ρι­νὰ (μὲ γλυκό­λο­γα, λου­λού­δια, ποι­ή­μα­τα, ἀ­κρι­βὰ ἑ­στι­α­τό­ρι­α, τὰ ξέ­ρε­τε..) Καὶ ὅ­ταν τοῦ ἔ­κα­τσε, τὴν ἑ­πο­μένη, ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Δι­καίως.

 



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ (1976, φι­λο­λο­γι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ἀ­λέ­ξη Πα­πα­δι­α­μάν­τη). Πε­ζο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἕ­νε­κε­ν μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Για­τί νὰ μὴ δι­α­βά­ζου­με τοὺς κλα­σι­κούς» (Φε­βρ. ’14). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Θρά­κα.



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Ἕ­νας ξέ­νος



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 8/11]


Ἕ­νας ξέ­νος

(Ein Fremder)


ΓΚΑΣΤΟΝ κα­θό­ταν μπρο­στὰ στὸν κο­μὸ καὶ εἶ­χε στυ­λώ­σει τὸ βλέμ­μα στὸν κα­θρέ­φτη ποὺ ἦ­ταν ἐν­σω­μα­τω­μέ­νος σὲ ἕ­να ξύ­λι­νο κα­σε­λά­κι, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ἕ­ναν κα­τα­σκευα­στὴ ἐγ­χόρ­δων ὀρ­γά­νων. Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι κρα­τοῦ­σε μιὰ μα­κριὰ φλο­γο­κόκ­κι­νη μπού­κλα, ποὺ κρε­μό­ταν ἀ­π’ τὸ μη­νίγ­γι του· μ’ ἕ­να με­γά­λο στο­μω­μέ­νο ψα­λί­δι μάγ­κω­σε τὴν τού­φα, τὴν τρά­βη­ξε νὰ ἰ­σι­ώ­σει κι ἔ­πει­τα, σὰν μὲ μα­νι­α­σμέ­να ραμ­φί­σμα­τα, ἔ­κο­ψε τὴν μπού­κλα στὰ δύ­ο. Ψα­λί­δι­ζε καὶ ἀ­π’ τὴ μιὰ καὶ ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ γε­μά­του φα­κί­δες προ­σώ­που, πά­νω ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πο, πί­σω στὸν σβέρ­κο, ἐ­κεῖ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ: Εἶ­χε γε­μί­σει κομ­μέ­νες τρί­χες ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, καὶ ὅ­σες ἔ­πε­φταν στὸ πά­τω­μα σχη­μά­τι­ζαν μα­κρι­ὲς πλε­ξοῦ­δες καὶ μι­κρὰ βου­να­λά­κια. Σκο­πὸς ἦ­ταν νὰ μὴν τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σει ὁ Ὄιγ­κεν· ὁ Γκα­στὸν θὰ ἦ­ταν ἕ­νας ξέ­νος, καὶ θὰ συ­ζη­τοῦ­σε μὲ τὸν Ὄιγ­κεν σὰν μὲ κά­ποι­ον ξέ­νο καὶ θὰ τοῦ μι­λοῦ­σε, σὰν νὰ τὸν ἔ­βλε­πε πρώ­τη φο­ρά, γιὰ τὸν Δρά­κου­λα, τὸν γά­το τοῦ Ὄιγ­κεν – τὸν Κό­μη Δρά­κου­λα, ποὺ ἂν ἦ­ταν ἄν­θρω­πος θὰ ἔ­πρε­πε στὸν τη­λε­φω­νι­κὸ κα­τά­λο­γο νὰ πα­ρα­λεί­ψει τὸν τί­τλο τοῦ κό­μη· στὴν Ἐλ­βε­τί­α δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ἀ­πο­κα­λεῖ κα­νεὶς τὸν ἑ­αυ­τό τοῦ κό­μη ἢ πρίγ­κι­πα· οἱ κό­μη­τες καὶ οἱ πρίγ­κι­πες πρέ­πει νὰ ἀ­παρ­νι­οῦν­ται τὸν ἑ­αυ­τό τους, πρέ­πει νὰ προ­σποι­οῦν­ται πὼς εἶ­ναι συ­νη­θι­σμέ­νοι ἄν­τρες ὅ­πως ὁ Ὄιγ­κεν, ὁ φί­λος του Γκα­στόν, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­λε­γε —γιὰ πλά­κα— Δρά­κουλ-λας ἀν­τὶ γιὰ Δρά­κου­λας.

       Καὶ χρὰτς-χρούτς, ὁ Γκα­στὸν συ­νέ­χι­ζε νὰ κό­βει τὰ μαλ­λιά του. Εἶ­χε ἀ­νά­ψει τὸ φω­τι­στι­κὸ τῆς ὀ­ρο­φῆς, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν ἀ­κό­μη μέ­ρα. Ὁ Κό­μης Δρά­κου­λας κα­θό­ταν πα­ρά­με­ρα γουρ­γου­ρί­ζον­τας καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε πῶς ἔ­πε­φταν οἱ τρί­χες τοῦ­φες-τοῦ­φες στὸ πά­τω­μα. Ὁ Γκα­στόν, ἀ­φοῦ εἶ­χε κό­ψει καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α τσου­λού­φια ποὺ πε­τοῦ­σαν στὸ κε­φά­λι του (πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­νε χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἕ­να κα­θρε­φτά­κι), γέ­λα­σε ξαφ­νι­κά. Θυ­μή­θη­κε τὶς Κυ­ρια­κὲς ποὺ ὁ Ὄιγ­κεν τὸν ἔ­βγα­ζε βόλ­τα μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το· τὰ πολ­λὰ σή­μα­τα κυ­κλο­φο­ρί­ας πάν­το­τε συγ­κι­νοῦ­σαν τὸν Ὄιγ­κεν: Ἔ­βρι­σκε τό­σο εὐ­χά­ρι­στη τὴν τά­ξη μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­κτυ­λισ­σό­ταν ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α τῶν ὀ­χη­μά­των, τὴν πρό­βλε­ψη τῶν πα­ρα­μι­κρῶν λε­πτο­με­ρει­ῶν πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴ ἀ­τυ­χη­μά­των. Μιὰ φο­ρὰ ὁ Ὄιγ­κεν εἶ­πε πὼς ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα δὲν εἶ­ναι δὰ καὶ τό­σο κα­κή. «Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κού­ρα­στοι ἄν­τρες ποὺ σκέ­φτον­ται τὸ κοι­νὸ κα­λό», ἐ­ξή­γη­σε, «ποὺ φρον­τί­ζουν νὰ ὑ­πάρ­χει τά­ξη». Κά­θε ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ μπά­ρα, κά­θε σῆ­μα, κά­θε πι­να­κί­δα μὲ το­πω­νύ­μιο τὸν γο­ή­τευ­ε. Σχε­δὸν βούρ­κω­νε ἀ­πὸ χα­ρὰ ὅ­ταν ἑρ­μή­νευ­ε σω­στά τα δι­ά­φο­ρα σή­μα­τα καὶ δι­έ­νυ­ε ἄ­νε­τα τὴ δι­α­δρο­μή του. Τὴ νύ­χτα τὸν ἐν­θου­σί­α­ζαν τὰ τσι­μεν­τέ­νια κο­λω­νά­κια ποὺ ἔ­φεγ­γαν στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου. Μὲ πό­ση σύ­νε­ση εἶ­χαν σχε­δια­στεῖ ὅ­λα! Ὁ σχε­δια­σμὸς ἦ­ταν τὸ πά­θος του· ἦ­ταν ἀ­τζέν­της συ­ναυ­λι­ῶν καὶ μέ­χρι στιγ­μῆς δὲν τοῦ εἶ­χε τύ­χει πο­τὲ κά­ποι­α ἀ­να­πο­διά – ὅ­λα πή­γαι­ναν κα­λά.

       Ὁ Γκα­στὸν ση­κώ­θη­κε, τί­να­ξε τὶς κομ­μέ­νες τρί­χες ἀ­πὸ τὸ μπουρ­νού­ζι του (δῶ­ρο τοῦ Ὄιγ­κεν), ἔ­φε­ρε ἕ­να σκου­πά­κι κι ἔ­σπρω­ξε βου­νὰ ἀ­πὸ πυ­ρο­ξαν­θὲς μποῦ­κλες στὸ φα­ρά­σι, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­πει­τα ἔ­βγα­λε ἔ­ξω γιὰ νὰ τὸ ἀ­δειά­σει. Πῆ­γε στὴν κου­ζί­να, κά­θι­σε στὸ τρα­πέ­ζι, ἔ­βα­λε κό­κα κό­λα σ’ ἕ­να πο­τή­ρι καὶ κά­πνι­σε. Ὁ κα­πνὸς αἰ­ω­ροῦν­ταν ἀρ­γά, σὲ σκόρ­πια συν­νε­φά­κια, πό­τε πά­νω πό­τε κά­τω. Ὁ Γκα­στὸν χτυ­ποῦ­σε ρυθ­μι­κὰ τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι στὸ τρα­πέ­ζι· ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νο τὸ χέ­ρι του – τό­σο λε­πτο­κα­μω­μέ­νο ποὺ σχε­δὸν ἔ­μοια­ζε ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο. Ὁ Κό­μης Δρά­κου­λας πή­δη­ξε στὰ πό­δια του. Ὁ Γκα­στὸν πα­ρα­τή­ρη­σε τὴ λαμ­πε­ρὴ ρά­χη τοῦ γά­του καὶ τὰ αὐ­τιά του, ποὺ πό­τε-πό­τε συ­σπῶν­ταν. Τὰ χαλ­κό­χρω­μα μά­τια τοῦ Γκα­στὸν ἦ­ταν πιὸ στρογ­γυ­λὰ τώ­ρα ποὺ εἶ­χε μα­κρύ­νει τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ κε­φά­λι του κρύ­ω­νε. Ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­ταν πά­νω στὴν ξυ­λό­σομ­πα δί­πλα στὸν φοῦρ­νο γκα­ζιοῦ, ἀ­κου­γό­ταν νὰ μι­λά­ει ἡ ἐκ­πρό­σω­πος κά­ποι­ας γλωσ­σι­κῆς μει­ο­νό­τη­τας. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ὁ Γκα­στὸν ἔ­βλε­πε τὸν κό­σμο νὰ περ­νά­ει: Ἄ­κου­γε τὰ βή­μα­τά τους, ἄ­κου­γε τὶς ὁ­μι­λί­ες τους, ὅ­μως δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τα. Ὁ οὐ­ρα­νὸς φαι­νό­ταν σκο­τει­νός, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν γα­λά­ζιος. Ξαφ­νι­κὰ ὁ Γκα­στὸν δι­έ­κρι­νε τὴ σι­λου­έ­τα τοῦ Ὄιγ­κεν. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα τὸν ἄ­κου­σε νὰ ξε­κλει­δώ­νει τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, νὰ δι­α­σχί­ζει τὸν δι­ά­δρο­μο καὶ νὰ ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος· ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ θὰ ἔμ­παι­νε.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Anna und ich, Luchterhand 1985, καὶ στὴ συ­νέ­χεια:  Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργα τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (21.12.1956 & 6.1.1957).



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου»



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 7/11]


Ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου»

(Die «überhäufte Bürokraft»)


ΕΝ ΗΤΑΝ ΣΤΟΡΓΙΚΟΣ ὁ χει­μώ­νας ἐ­τοῦ­τος ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸ χι­ό­νι, ποὺ δὲν τὸ ἔ­ρι­χνε πά­νω ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει ἐ­κεί­νη νὰ κοι­μη­θεῖ ἀ­νε­νό­χλη­τη ἀ­πὸ κά­τω. Οὔ­τε τὴ γυ­ναί­κα γιὰ τὴν ὁ­ποί­α γί­νε­ται λό­γος ἐ­δῶ τὴν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος. Στὴν ἐ­πι­στο­λὴ τῆς πα­ραί­τη­σής της εἶ­χε γρά­ψει: «Εἶ­μαι μιὰ ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου.» Εἶ­χε πάν­το­τε ἕ­να τρέ­μου­λο μέ­σα της: ἀ­πὸ φό­βο ἢ ἀ­πὸ τρό­μο. Τὴν βα­σά­νι­ζαν εἰ­κα­σί­ες. Ὅ­πο­τε πή­γαι­νε πο­λὺ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι στὸ κρε­βά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο σω­ρι­α­ζό­ταν, ἔ­βλε­πε ὅ­τι ἡ λάμ­πα τῆς ὀ­ρο­φῆς κου­νι­ό­ταν πέ­ρα-δῶ­θε ἀ­πὸ τὸ ρευ­μα­τά­κι, καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­θε ὄ­χι μό­νο ἔκ­πλη­ξη μὰ καὶ φό­βο. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς σω­ρι­α­ζό­ταν στὸ κρε­βά­τι για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε ἄλ­λο νὰ στέ­κε­ται ἢ νὰ κά­θε­ται: Στέ­ρευ­αν ξαφ­νι­κὰ οἱ δυ­νά­μεις της. Ἐ­πει­δὴ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὑ­πῆρ­χαν μό­νο ἄ­βο­λες κα­ρέ­κλες, προ­τι­μοῦ­σε νὰ ξα­πλώ­νει ὅ­ταν δι­ά­βα­ζε κα­νέ­να βι­βλί­ο. Ὅ­πο­τε ἄ­κου­γε μου­σι­κὴ ξά­πλω­νε στὸ δε­ξὶ πλευ­ρό, καὶ μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι πί­ε­ζε τὸ μα­ξι­λά­ρι πά­νω στὸ δε­ξί της μά­γου­λο, ἐ­νῶ τὸ δε­ξὶ μπρά­τσο γύ­ρευ­ε νὰ πε­ρι­βά­λει τὸ σῶ­μα της, πα­ρα­ῆ­ταν ὡ­στό­σο κον­τό· τὸ χέ­ρι με­τὰ βί­ας ἄγ­γι­ζε τὴν ὠ­μο­πλά­τη. Ἐ­κεί­νη ἔ­με­νε ξα­πλω­μέ­νη, μὲ κλει­στὰ μά­τια καὶ κου­λου­ρι­α­σμέ­να πό­δια. Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, ἔ­γρα­φε πολ­λὲς αἰ­τή­σεις, στὶς ὁ­ποῖ­ες ἐκ­θεί­α­ζε τὶς ἱ­κα­νό­τη­τές της: «Εἶ­μαι δυ­να­μι­κὴ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὴ μα­ζί. Ὅ­πο­τε δὲν κοι­μᾶ­μαι (πράγ­μα ποὺ ἐ­δῶ καὶ κάμ­πο­σο και­ρὸ δὲν μπο­ρῶ πλέ­ον νὰ κά­νω), μέ­νω μὲ τὶς ὧ­ρες συγ­κεν­τρω­μέ­νη, καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται στὸ με­τα­ξὺ οὔ­τε νὰ μὲ τα­ΐ­ζει οὔ­τε νὰ μὲ πο­τί­ζει κα­νείς· τὰ βρά­δια ψά­χνω μό­νη μου τὴ λεί­α μου, ἀ­φή­νω δη­λα­δὴ πί­σω τὴν πό­λη καὶ πε­ρι­δι­α­βαί­νω τὴν κοι­λά­δα: Οὔ­τε που­λιὰ οὔ­τε πον­τί­κια μοῦ τὴ γλι­τώ­νουν τό­τε.»

       Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λο: μιὰ ἀ­να­και­νι­σμέ­νη σο­φί­τα μὲ δύ­ο μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­να­κλι­νό­με­να πα­ρά­θυ­ρα. Ἀ­νῆ­κε σὲ κά­ποι­α μου­σι­κό, ἡ ὁ­ποί­α βρι­σκό­ταν σὲ πε­ρι­ο­δεί­α. Οἱ τοῖ­χοι ἔ­μοια­ζαν φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ χι­ό­νι. Ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου» ἔ­με­νε πρὶν σὲ μιὰ παν­σιόν, στὴν ὁ­ποί­α δὲν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ κρε­μά­σει κα­νεὶς πί­να­κες στοὺς τοί­χους πα­ρὰ μό­νο μὲ τὶς εἰ­δι­κὲς πι­νέ­ζες τῆς ἐ­πι­χεί­ρη­σης. Κά­θε ἐ­πι­σκέ­πτης ἔ­πρε­πε νὰ δη­λώ­νε­ται καὶ μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει μό­νο ἕ­ως τὶς δέ­κα τὸ βρά­δυ. Στὴν αἴ­θου­σα τη­λε­ό­ρα­σης ἡ τι­βὶ ἔ­κλει­νε αὐ­στη­ρὰ στὶς ἕν­τε­κα. Ὅ­σοι φι­λο­ξε­νοῦν­ταν σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­τά­λυ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­λι­ό­τε­ρα ἦ­ταν οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο γιὰ νε­α­ρὰ κο­ρί­τσια καὶ πα­ρέ­μει­νε ἔ­κτο­τε σύμ­βο­λο τῆς πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ζω­ῆς, ἦ­ταν κα­τὰ κύ­ριο λό­γο πρώ­ην ἀ­σθε­νεῖς τῆς ψυ­χι­α­τρι­κῆς κλι­νι­κῆς. Ὅ­σοι τύ­χαι­νε πό­τε-πό­τε νὰ χά­σουν τὸν δρό­μο τους καὶ νὰ βρε­θοῦν ἐ­κεῖ ὡς πε­λά­τες τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου πα­ρα­λάμ­βα­ναν ἀ­πὸ μί­α με­γά­λη πε­τσέ­τα μπά­νιου, ἐ­νῶ οἱ οἰ­κό­τρο­φοι ἀ­πὸ μί­α μι­κρή. Τὶς Κυ­ρια­κὲς ἦ­ταν κλει­στὴ ἡ κου­ζί­να· οἱ οἰ­κό­τρο­φοι κά­θον­ταν στὰ δω­μά­τιά τους, κα­τα­βρό­χθι­ζαν τὰ σάν­του­ίτς τους καὶ κοι­τοῦ­σαν κά­ποι­ον τοῖ­χο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Μιὰ φο­ρά, τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου» στε­κό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο, εἶ­δε πε­σμέ­νο στὸν δρό­μο τὸν ἴ­σκιο ἑ­νὸς δέν­τρου καὶ σκέ­φτη­κε πὼς ἦ­ταν τά­χα ἡ ἴ­δια πε­σμέ­νη ἐ­κεῖ κά­τω.

       Κα­τὰ τὴ γνώ­μη της δὲν εἶ­χε κα­νέ­να δι­καί­ω­μα νὰ ζεῖ σ’ αὐ­τὸ τὸ με­γά­λο δι­α­μέ­ρι­σμα, στὸ ὁ­ποῖ­ο ὅ­που νά ’­ναι θὰ ἐ­πέ­στρε­φε ἡ μου­σι­κός. Πα­τοῦ­σε στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν της καὶ πό­τε-πό­τε συ­νέ­κρι­νε τὴν ὥ­ρα στὸ ρο­λό­ι της μὲ ἐ­κεί­νη τῆς τη­λε­φω­νι­κῆς ἀ­ναγ­γε­λί­ας ὥ­ρας. Συλ­λο­γι­ζό­ταν σχε­τι­κὰ μὲ τὴ μου­σι­κό: «Αὐ­τὴ εἶ­ναι δυ­να­τή. Εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ εἶ­σαι κα­λὴ ὅ­ταν εἶ­σαι δυ­να­τή.»

       Τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων ὑ­ψώ­θη­κε στὸν χλο­μὸ οὐ­ρα­νὸ πά­νω ἀ­πὸ τὶς στέ­γες τῆς πό­λης μιὰ ρὸζ-βι­ο­λε­τιὰ στι­βά­δα ἀ­πὸ σύν­νε­φα, σὰν βου­νὸ ἀ­πὸ βαμ­βά­κι. Ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου» δὲν γι­όρ­τα­ζε. Ὁ φό­βος της μὴν τυ­χὸν μεί­νει ἀ­πέν­τα­ρη τὴν ἐμ­πό­δι­ζε νὰ ψω­νί­σει δῶ­ρα γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Ὅ­μως ἔ­μοια­ζε μὲ γυ­ναί­κα ποὺ τὴν ἀ­γά­πη τὴν εἶ­χε γνω­ρί­σει ἢ τὴν προσ­δο­κοῦ­σε ἀ­κό­μη.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση σὲ αὐ­τὴ τὴ μορ­φή: Der letzte Frühlingstag, Luchterhand 1997, καὶ στὴ συ­νέ­χεια: Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004. Μὲ ἐ­λά­χι­στες δι­α­φο­ρο­ποι­ή­σεις καὶ μὲ τὸν τί­τλο Kündigung εἶ­χε προ­η­γη­θεῖ δη­μο­σί­ευ­ση τοῦ κει­μέ­νου στὴ συλ­λο­γὴ Das verschwundene Haus, Luchterhand 1988.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (27.4.1987) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.

Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Quod me nutrit…

Ν


Σπ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Quod me nutrit…


«—ΟΤΑΝ ὁ για­τρὸς ὁ Θε­ο­δώ­ρου πέ­θα­νε, ζή­τη­σε νὰ τό­νε θά­ψου­νε στὸ περ­βό­λι. Δὲν ἤ­θε­λε στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Ἐ­δῶ καὶ καμ­μιὰ δε­κα­ριὰ χρό­νια ἀ­φό­του βγῆ­κε στὴ σύν­τα­ξη, ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὴν Ἀ­θή­να καὶ γύ­ρι­σε στὸ χω­ριό, ὥ­σπου τὸν χτύ­πη­σε ὁ καρ­κί­νος καὶ τό­νε θέ­ρι­σε μέ­σα σὲ δυ­ὸ μῆ­νες. Πρὶν κλεί­σει τὰ μά­τια, εἶ­πε νὰ τό­νε θά­ψου­νε στὸν κάμ­πο. Ἤ­θε­λε ἐ­κεῖ, στὸ περ­βό­λι ποὺ οἱ γο­νεῖς του —Θιὸς σχω­ρέ­σ’ τους— πα­λεύ­α­νε ὁ­λη­με­ρὶς μὲ τὸ τσα­πὶ καὶ τὴ μά­του­κα γιὰ νὰ τό­νε σπου­δά­σου­νε, νὰ γί­νει ἄν­θρω­πος. Ζή­τη­σε νὰ τοῦ γρά­ψου­νε στὴν πλά­κα: “Ἐ­κεῖ­νο μ’ ἔ­θρε­ψε, ἐ­κεῖ­νο ἂς μὲ φά­ει”.»



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.



		

	

Πέτρος Φούρναρης: Ὁ βλάσφημος


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης


Ὁ βλά­σφη­μος


ΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΕΤΡΑ ὕ­ψους πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να ἑ­βδο­μήν­τα μπρο­στά του ἔ­μοια­ζε ὀγ­κό­λι­θος, ἀ­κό­μα κι ἂν τὸ φάρ­δος της ἦ­ταν μό­λις μι­σὸ μέ­τρο. Αὐ­τὲς ἦ­ταν οἱ δι­α­στά­σεις τῆς πέ­τρας ποὺ ξε­φόρ­τω­ναν στὴ αὐ­λή του κι αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μπό­ι του.  Με­γά­λα φορ­τη­γὰ δὲν χω­ροῦ­σαν στὰ σο­κά­κια τοῦ νη­σιοῦ ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σαν στὸ ἀ­τε­λι­ὲ καὶ τὸ ὄ­νει­ρό του νὰ πλά­σει κά­τι με­γά­λης κλί­μα­κας ἀ­παι­τοῦ­σε τὴν πα­ρα­μο­νή του στὸ λα­το­μεῖ­ο καὶ τὴν ἐρ­γα­σί­α του στὸ ὕ­παι­θρο. Πράγ­μα σχε­δὸν ἀ­δύ­να­τον. Πρῶ­τον, για­τί ἐ­κεῖ δὲν ὑ­πῆρ­χαν πέ­τρες στὸ μέ­γε­θος ποὺ τὶς χρει­α­ζό­ταν καὶ δεύ­τε­ρον, για­τί ἀ­κό­μα κι ἂν ὑ­πῆρ­χαν, δὲν θὰ τοῦ τὸ ἐ­πέ­τρε­παν, ἀ­φοῦ κα­νεὶς δὲν τὸν συμ­πα­θοῦ­σε στὸ ἐρ­γο­τά­ξιο.

        Ὅ­ταν λοι­πὸν ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι τοῦ Ἰ­ου­λί­ου προ­σγει­ώ­θη­καν μπρός του οἱ δυ­ὸ ὀγ­κό­λι­θοι, σὰν με­τε­ω­ρί­τες ἀ­πὸ τὸ δι­ά­στη­μα, ἀν­τὶ νὰ βλα­στη­μή­σει τὰ ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα φουρ­νέ­λα σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε γιὰ αὐ­τὴν τὴν εὔ­νοι­α τῆς τύ­χης. Πρώ­τον για­τὶ οἱ δυ­ὸ βρά­χοι ἀ­κουμ­ποῦ­σαν ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο, ἀ­φή­νον­τας με­τα­ξύ τους ἕ­να προ­στα­τευ­τι­κὸ κε­νὸ ποὺ τὸν ἔ­σω­σε ἀ­πὸ τὶς ὑ­πό­λοι­πες κο­τρό­νες ποὺ ἔ­πε­φταν βρο­χὴ γύ­ρω του. Καὶ δεύ­τε­ρον για­τί οἱ πέ­τρες ποὺ μέ­σα τους βρῆ­κε κα­τα­φύ­γιο ἦ­ταν σι­δε­ρό­πε­τρες: δύ­σκο­λες ἀλ­λὰ συ­νά­μα ἀν­θε­κτι­κὲς πέ­τρες ποὺ θὰ ἔ­κα­ναν τὸ γλυ­πτό του αἰ­ώ­νιο.

        Ἀ­κό­μα κι ἡ κα­κο­τυ­χί­α του νὰ τὸν δαγ­κώ­σει ἡ “οὐ­ρα­νο­κα­τέ­βα­τη” ὄ­χεν­τρα στὸν πα­ρά­με­σο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ δὲν τὸν πτό­η­σε. Ἔ­λυ­σε ἀ­στρα­πια­ῖα τὸ κορ­δό­νι τοῦ πα­που­τσιοῦ καὶ ἀ­φοῦ πά­τη­σε τὴ μιὰ ἄ­κρη του τὸ τύ­λι­ξε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν καρ­πὸ σφίγ­γον­τας μὲ τὸ δε­ξί. Ὕ­στε­ρα πά­λι, δέ­νον­τας τὴν ἴ­δια ἄ­κρη στὸν βρα­χί­ο­να μιᾶς κου­τσου­πιᾶς καὶ τρα­βών­τας μὲ τὸ πλη­γω­μέ­νο, κα­τά­φε­ρε νὰ τὸ σφί­ξει ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα.

        Ὁ τσο­πά­νος ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε τὴν σύ­ριγ­γα γιὰ νὰ τρυ­πή­σει τὸ δά­χτυ­λο καὶ νὰ βγεῖ τὸ δη­λη­τή­ριο κα­τα­ρι­ό­ταν ἕ­να πα­ρό­μοι­ο φί­δι ποὺ τοῦ εἶ­χε σκο­τώ­σει δυ­ὸ κα­τσί­κες, ἀλ­λὰ ὁ λι­λι­πού­τειος γλύ­πτης κα­θὼς με­τα­φε­ρό­ταν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κά­θε ἄλ­λο ἀ­πὸ ἀρ­νη­τι­κὲς σκέ­ψεις ἔ­κα­νε. Ἀν­τι­θέ­τως, ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς τό­τε ποὺ τὸ μυα­λό του συ­νέ­λα­βε τὴν σύν­θε­ση τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ του σχε­δί­ου. Ἀ­πο­ρών­τας πῶς τὸ μη­χα­νά­κι ποὺ τὸν με­τέ­φε­ρε ἄν­τε­χε τὸ βά­ρος του —λε­πτὸ πρὸς λε­πτὸ γι­νό­ταν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ή του ἀ­σή­κω­το— φαν­τά­στη­κε ὡς γλυ­πτὸ τὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἀ­νά­λο­γο τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του.

        Στὴν ἐν­τα­τι­κὴ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­μο­νη σκέ­ψη σχη­μά­τι­σε ἕ­να χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη του – ἐν­τε­λῶς πα­ρά­ται­ρο μὲ τὰ χον­δρο­ει­δῆ ἀ­στεῖ­α τῶν για­τρῶν καὶ τοῦ βο­η­θη­τι­κοῦ προ­σω­πι­κοῦ γιὰ τὸ ἀ­νά­στη­μα καὶ τὴν κα­τα­γω­γή του: “Ἀλ­βα­νὸς εἶ­ναι, θὰ ἀν­τέ­ξει!”, “Ἕ­νας Ἀλ­βα­νὸς λι­γό­τε­ρος!”.

        Ποῦ νὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πὼς αὐ­τὸς ἔ­βλε­πε ἤ­δη τὸ ἔρ­γο του τε­λει­ω­μέ­νο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ λα­το­μεῖ­ο. Ἕ­ναν ψη­λὸ καὶ βα­ρὺ γί­γαν­τα ὅ­λο μπρά­τσα ποὺ θὰ κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα ψη­λό­τε­ρα μιὰ ἔ­χιδ­να, δεί­χνον­τας τὴν προ­κλη­τι­κὰ στὸ Θε­ό, σὰν νὰ τοῦ ΄λέ­γε: «Ὅ­σα φί­δια καὶ πέ­τρες νὰ στέλ­νεις, ἐ­γὼ θὰ δη­μι­ουρ­γῶ.»


24-6-2022



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση «καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Ἡ γει­τό­νισ­σα



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 5/11]


Ἡ γει­τό­νισ­σα

(Die Nachbarin)


ΕΡΩ ΤΑ ΠΑΝΤΑ γιὰ τὴ γει­τό­νισ­σά μου. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς βά­ζει στὴ μύ­τη τὸν δεί­κτη της, μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ὁ­ποί­ου χώ­νει ὅ­λη μέ­ρα καρ­μπὸν ἀ­νά­με­σά σε κί­τρι­να καὶ ρὸζ δι­πλό­τυ­πα, καὶ σκα­λί­ζει τὰ ρου­θού­νια της, ποὺ με­τὰ μέ­νουν μαῦ­ρα. Ἡ γει­τό­νισ­σά μου δου­λεύ­ει ὀ­χτὼ ὧ­ρες τὴν ἡ­μέ­ρα μέ­σα σὲ τέσ­σε­ρις τοί­χους ἀ­πὸ μπε­τόν· συ­χνὰ λα­σκά­ρει ἡ πρό­κα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α κρέ­με­ται τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο μὲ τὶς πο­λύ­χρω­μες ἀ­πό­ψεις το­πί­ων· τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο τό­τε πέ­φτει στὸ πά­τω­μα καὶ ἡ γει­τό­νισ­σά μου καρ­φώ­νει ξα­νὰ τὴν πρό­κα καὶ κρε­μά­ει προ­σε­χτι­κά το ἡ­με­ρο­λό­γιο. Κά­ποι­ες φο­ρὲς κλεί­νε­ται στὴν του­α­λέ­τα γιὰ νὰ πε­ρι­ερ­γα­στεῖ τὸ πρό­σω­πό της· τὰ μά­τια, τὰ ὁ­ποῖ­α κο­λυμ­ποῦν σὰν ψά­ρια πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χον­τροὺς φα­κοὺς τῶν γυ­α­λι­ῶν, γυρ­νᾶ­νε ἔ­πει­τα ἀ­νά­σκε­λα.

       Πα­ρα­τη­ρῶ τὴ γει­τό­νισ­σά μου ἐ­δῶ καὶ 313 ἡ­μέ­ρες, ἐ­πι­τη­ρῶ τὶς σκέ­ψεις της καὶ ἀ­κο­λου­θῶ τὰ βή­μα­τά της, μιᾶς καὶ θέ­λω νὰ γρά­ψω ἕ­να ρα­δι­ο­φω­νι­κὸ θε­α­τρι­κὸ γιὰ αὐ­τήν. Κρα­τά­ω ση­μει­ώ­σεις. Ζεῖ μό­νη μὲ τὴ χε­λώ­να της, τὴν ὁ­ποί­α ὅ­μως δὲν ἐ­πι­θυ­μῶ νὰ συμ­πε­ρι­λά­βω στὸ ἔρ­γο· θὰ μπο­ροῦ­σα, βέ­βαι­α, νὰ βά­λω κά­ποι­ον νὰ κά­νει ἕ­να σχό­λιο γιὰ τὸ ἀ­νό­ρε­χτο ζῶ­ο, νὰ τὸν πα­ρου­σιά­σω, ἂς ποῦ­με, νὰ δι­α­πι­στώ­νει πὼς ὁ λαι­μὸς τῆς γει­τό­νισ­σας μοιά­ζει μὲ τὸν λαι­μὸ τῆς χε­λώ­νας. Μο­λο­νό­τι ἡ γει­τό­νισ­σά μου βά­φει τὰ μαλ­λιά της στὸ κόκ­κι­νό του γε­ρα­νιοῦ, ξέ­ρω ὅ­τι σύν­το­μα θὰ συγ­κα­τα­λέ­γε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς γέ­ρους· θὰ συρ­θεῖ τό­τε ὣς τὸ πο­τά­μι, θὰ μπεῖ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς βάρ­κες ποὺ κλυ­δω­νί­ζον­ται καὶ θὰ ἀ­φή­σει τὸ ρεῦ­μα νὰ τὴν ξε­πλύ­νει μα­κριά, καὶ τό­τε ἐ­μέ­να, ποὺ ὅ­που νά ’­ναι δὲν θὰ ξέ­ρω πιὰ ἂν ἐ­γὼ εἶ­μαι αὐ­τὴ ἢ ἂν αὐ­τὴ εἶ­ναι ἐ­γώ, νὰ μὴ μὲ ψά­ξει κα­νείς.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Windgeschichten, Luchterhand 1980.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (12.08.1987) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.



		

	

Χρῖστος Δάλκος: Ἡ πραγματική κυρία Μίνα


Χρῖ­στος Δάλ­κος


Ἡ πραγ­μα­τι­κὴ κυ­ρί­α Μί­να


«ΩΡΑΙΑ ΜΠΟΥΤΑΚΙΑ, ἔ­τσι;» εἶ­πε ὁ Ζα­ρού­χλας, ἐ­κεῖ γύ­ρω στὸ ᾿67, ἤ­μα­στε δὲ θά ᾿μα­στε δε­κά­ξι χρο­νῶ, κι ἑ­νώ­νον­τας τὸν ἀν­τί­χει­ρα μὲ τὸν δεί­κτη καὶ τὸν μέ­σο τὰ ἔ­συ­ρε πρὸς τὰ κά­τω, ἡ χού­φτα ἀ­νά­σκε­λη, σὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α ἐ­κτί­μη­σης τοῦ ὡ­ραί­ου.

            Εἴ­χα­με βγῆ ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα τῶν ἀγ­γλι­κῶν τοῦ δευ­τέ­ρου ὀ­ρό­φου τοῦ Ἰν­στι­τού­του καὶ περ­νά­γα­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα τοῦ πρώ­του ὀ­ρό­φου τοῦ Ἰν­στι­τού­του, ποὺ ἡ πόρ­τα της ἤ­τα­νε ἀ­νοι­χτὴ καὶ μπο­ροῦ­σες νὰ δῇς τὴν κυ­ρί­α Μί­να κα­θι­σμέ­νη στὴν ἕ­δρα. Ἡ φού­στα τῆς κυ­ρί­ας Μί­νας ἦ­ταν τρα­βηγ­μέ­νη λί­γο πρὸς τὰ πά­νω καὶ ἄ­φη­νε νὰ φαί­νων­ται τὰ πό­δια της μέ­χρι τὴν μέ­ση πε­ρί­που τῶν μη­ρῶν. Τό­τε ὁ Ζα­ρού­χλας μὲ κύτ­τα­ξε μὲ λί­γο πο­νη­ρό, λί­γο θαυ­μα­στι­κὸ ὕ­φος, ἕ­νω­σε τὰ τρί­α δά­χτυ­λα καὶ τὰ κί­νη­σε πρὸς τὰ κά­τω λέ­γον­τας: «Ὡ­ραῖ­α μπου­τά­κια, ἔ­τσι;» Μπο­ρεῖ νὰ πρό­σθε­σε κι­ό­λας: «Μὴ μοῦ πῇς!», ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν τὸ θυ­μᾶ­μαι κα­λά.

            Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι εἶ­ναι πὼς ἡ κυ­ρί­α Μί­να, στὸ ἄν­θος τῆς νι­ό­της της, κά­που εἰ­κο­σι­δύ­ο χρο­νῶ, φο­ροῦ­σε μαῦ­ρες νά­υ­λον κάλ­τσες καὶ μαῦ­ρα λου­στρι­νέ­νια γο­βά­κια, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ τοῦ μα­κρι­νοῦ ᾿67, ποὺ ὁ Ζα­ρού­χλας γύ­ρι­σε καὶ μοῦ ᾿πε πὼς «ὡ­ραῖ­α μπου­τά­κια, ἔ­τσι;» καὶ ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­πε κι­ό­λας «Μὴ μοῦ πῇς!», μ᾿ ἕ­να πο­νη­ρὸ ἐ­φη­βι­κὸ χα­μό­γε­λο.

            Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἡ κυ­ρί­α Μί­να γύ­ρι­σε τὰ γα­λα­νὰ μά­τια τῶν εἰ­κο­σι­δύ­ο της χρό­νων καὶ μᾶς κύτ­τα­ξε, ἐ­κεῖ, στὴν πόρ­τα τῆς αἴ­θου­σας τῶν ἀγ­γλι­κῶν τοῦ Ἰν­στι­τού­του, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Ζα­ρού­χλας κα­τέ­βα­ζε τὴν ἀ­νά­σκε­λη χού­φτα του μὲ τὰ τρί­α δά­χτυ­λα ἑ­νω­μέ­να, σὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α θαυ­μα­σμοῦ, καὶ σὰν νὰ κα­τά­λα­βε, για­τὶ τὰ γα­λα­νά της μά­τια τῶν εἰ­κο­σι­δύ­ο χρό­νων μᾶς χα­μο­γέ­λα­σαν εὔ­θυ­μα, καὶ λί­γο αὐ­τά­ρε­σκα, κι ἐ­γὼ ἔ­σκυ­ψα τὸ κε­φά­λι κα­τα­κόκ­κι­νος. Ὁ Ζα­ρού­χλας δὲν ξέ­ρω τί ἔ­κα­νε, για­τὶ τὸ μό­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ ᾿κεῖ κι ἔ­πει­τα εἶ­ναι τὰ γα­λα­νὰ μά­τια τῆς κυ­ρί­ας Μί­νας νὰ μοῦ χα­μο­γε­λοῦν ὅ­λο εὐ­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση, ἐ­κεί­νη τὴν μα­κρι­νὴ βρα­διὰ τοῦ ᾿67.


Αὐ­τὰ τὰ γα­λα­νὰ μά­τια τὰ ξα­να­συ­νάν­τη­σα με­τὰ ἀ­πὸ πε­νῆν­τα πε­ρί­που χρό­νια, στὸν προ­θά­λα­μο ἑ­νὸς ἰ­α­τρεί­ου καὶ τὰ ἀ­να­γνώ­ρι­σα ἀ­μέ­σως: ἦ­ταν τῆς κυ­ρί­ας Μί­νας. Ὅ­μως ἡ κυ­ρί­α Μί­να δὲν ἦ­ταν ἡ κυ­ρί­α Μί­να. Κά­τω ἀ­πὸ τὰ γα­λα­νά της μά­τια σά­λευ­αν οἱ δί­πλες ἑ­νὸς πλα­δα­ροῦ προ­γου­λιοῦ, καὶ στὰ κον­τό­χον­τρα γε­ρα­σμέ­να της πό­δια ἕ­νας θύ­σα­νος ἀ­πὸ γα­λα­ζό­μαυ­ρες σπα­σμέ­νες φλέ­βες χυ­μοῦ­σε ἀ­πὸ τὴν ἄ­κρη τῶν μη­ρῶν καὶ τὰ γό­να­τα, μέ­χρι κά­τω, τὰ πρη­σμέ­να της δά­χτυ­λα.

            Δὲν φά­νη­κε νὰ μὲ ἀ­να­γνώ­ρι­σε, οὔ­τε κι ἐ­γὼ θέ­λη­σα νὰ δώ­σω γνω­ρι­μί­α. Ἐξ ἄλ­λου αὐ­τὴ ἡ κυ­ρί­α Μί­να δὲν ἦ­ταν ἡ πραγ­μα­τι­κὴ κυ­ρί­α Μί­να, ποὺ τὴν εἶ­χε δεῖ ὁ Ζα­ρού­χλας καὶ εἶ­χε πεῖ «ὡ­ραῖ­α μπου­τά­κια, ἔ­τσι;», ἑ­νώ­νον­τας τὸν ἀν­τί­χει­ρα, τὸν δεί­κτη καὶ τὸν μέ­σο, ἡ χού­φτα ἀ­νά­σκε­λη, σὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α θαυ­μα­σμοῦ.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλία τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016) καὶ τὸ δο­κί­μιο Γλωσ­σικὴ δι­δα­σκα­λία: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λάθη μας; (Παρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019).