Να­τά­σα Κε­σμέ­τη: «Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες» Ἀ­πὸ τὸ Ψυ­χι­κὸ Το­πί­ο Θα­νά­του στὴν Συμ­βο­λι­κὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Ἀ­πο­λύ­τρω­ση


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη [Ernest Hemingway, Ἀφιέρωμα 6/6]


«Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες»

Ἀ­πὸ τὸ Ψυ­χι­κὸ Το­πί­ο Θα­νά­του

στὴν Συμ­βο­λι­κὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Ἀ­πο­λύ­τρω­ση


ΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ὁ πα­σί­γνω­στος Ernest Hemingway; Τό ἐ­ρώ­τη­μα μπο­ρεῖ νά ἀ­κού­γε­ται ἀ­φε­λές, ἄν, πέ­ραν τοῦ Νόμ­πελ πού τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τό 1954, συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με τίς ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ἐκ­δό­σεις τῶν ἔρ­γων του καί τίς δι­ε­θνεῖς ἐ­πι­τυ­χί­ες τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των του πού με­τα­φέρ­θη­καν στόν κι­νη­μα­το­γρά­φο.

       Ὅ­πως σ’ ­αὐ­τά, ἡ ἴ­δια ἡ ζω­ή του ἔ­πλε­ξε ἕ­να μύ­θο, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο εἰ­πώθη­κε πώς μπο­ρεῖ νά πα­ρο­μοια­στεῖ μέ αὐ­τόν τοῦ Βyron, τοῦ Whitman καί τοῦ Οscar Wilde· μιά μυ­θι­κή ἐ­ξει­κό­νι­ση τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κου ἡ­ρω­ϊ­σμοῦ, ἤ μᾶλ­λον τῆς Ἀ­με­ρι­κά­νι­κης φαν­τα­σί­ω­σης γιά τόν ἡ­ρω­ϊ­σμό.

       Σέ ὅ­λη του τή δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κή καί συγ­γρα­φι­κή δι­α­δρο­μή τοῦ ἄ­ρε­σε νά προ­κα­λεῖ θό­ρυ­βο γύ­ρω ἀ­πό τό πρό­σω­πό του καί τήν γρα­φή του. Μα­ζί μέ τόν Faulkner ξε­χώ­ρι­ζαν ὡς οἱ δύ­ο πιό ση­μαν­τι­κοί Ἀ­με­ρι­κα­νοί στυ­λί­στες. Τό ὕ­φος τους εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει τε­ρά­στια φή­μη γιά τήν, ἄ­νευ συγ­κρί­σε­ως, μο­να­δι­κό­τη­τα ἀλ­λά καί ἀ­νο­μοι­ό­τη­τά τους, ὥς τό ση­μεῖ­ο νά δι­ορ­γα­νώ­νον­ται ἐ­τή­σιοι δι­α­γω­νι­σμοί καί βρα­βεύ­σεις γιά κεί­νους πού θά ἔ­γρα­φαν τίς κα­λύ­τε­ρες πα­ρω­δί­ες τους! Οἱ πα­ρω­δί­ες τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ στύλ τοῦ Heminway ἦ­σαν οἱ πιό δι­α­σκε­δα­στι­κές, ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­κραί­ας του ἁ­πλό­τη­τας καί τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης θε­μά­των στά πλεῖ­στα τῶν ἔρ­γων του.

       Ἡ λο­γο­τε­χνι­κή ζω­ή του ξε­κί­νη­σε στά 1920 μέ τίς μι­κρές του ἱ­στο­ρί­ες, ἡ ἔκ­δο­ση τῶν ὁ­ποί­ων συ­νο­δεύ­τη­κε ἀ­πό μιά με­γά­λη δι­έ­νε­ξη. Γιά νά κα­τα­λά­βου­με τά αἴ­τια τῆς δι­α­φω­νί­ας, πρέ­πει νά ἀ­να­τρέ­ξου­με στήν σχέ­ση Βρε­τα­νῶν καί Ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων πρίν ἀ­πό τά 1920, καί νά το­νί­σου­με τήν μοι­ραί­α λέ­ξη γύ­ρω ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α γρά­φτη­καν τό­σα. Πρό­κει­ται γιά τό ὕ­φος ἤ ἀλ­λι­ῶς στύλ.

       Ὥ­σπου νά πα­ρου­σια­στεῖ ὁ Hemingway, o­ἱ τρό­ποι τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν αὐ­τούς τῶν Βρε­τα­νῶν: πλῆ­θος ἐ­πι­θέ­των καί ἐ­πιρ­ρη­μά­των, πε­ρί­ο­δοι καί ἡ­μι­πε­ρί­ο­δοι ἀ­κό­μα καί σέ μι­κρές πα­ρα­γρά­φους, λε­πτο­με­ρέ­στα­τες πε­ρι­γρα­φές, εὐ­δι­ά­κρι­τη καί, πο­λύ συ­χνά, κυ­ρί­αρ­χη ἡ φω­νή τοῦ συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τῆ. Ἀρ­χι­μα­έ­στρος αὐ­τῆς τῆς ἐ­πιρ­ρο­ῆς ἦ­ταν, ἀ­πό πλευ­ρᾶς ἀν­δρῶν, κυ­ρί­ως ὁ Henry James, καί γυ­ναι­κῶν ἡ Virginia Woοlf. Στά ἔρ­γα τους βρί­σκου­με ἐ­κτε­νεῖς σχο­λια­σμούς ἐκ μέ­ρους τοῦ συγ­γρα­φέ­α, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἑρ­μη­νεύ­ουν τίς δι­α­λο­γι­κές ἀν­ταλ­λα­γές τῶν ἡ­ρώ­ων· ἄλ­λο­τε, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τόν ἀ­να­γνώ­στη προ­η­γοῦν­ται τῶν δι­α­λό­γων, ἄλ­λο­τε, ἐ­νερ­γο­ποι­ών­τας τήν πλο­κή ἕ­πον­ται. Με­τά τίς ρι­ζι­κές ἀ­να­μορ­φώ­σεις πού ἐ­πέ­φε­ρε ὁ Hemingway δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δύ­ο ρεύ­μα­τα:

       (α) Ἕ­να ἐ­πι­κρι­τι­κό ἀ­πέ­ναν­τι στήν ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, τήν ἀ­φαί­ρε­ση, τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιά τά ἐμ­πό­δια πού δη­μι­ουρ­γοῦν στόν ἀ­να­γνώ­στη οἱ γρί­φοι καί τό πλῆ­θος τῶν ὑ­παι­νιγ­μῶν στήν γρα­φή τοῦ Hemingway, πού προ­ῆλ­θε κυ­ρί­ως ἀ­πό μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φους.

       (β) Ἀ­κρι­βῶς γιά τά ἴ­δια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὑ­πῆρ­ξε ἰ­σχυ­ρή ὑ­πο­στη­ρι­κτι­κή κρι­τι­κή, προ­ερ­χό­με­νη πρω­τί­στως ἀ­πό δι­η­γη­μα­το­γρά­φους.


Στήν με­λέ­τη τοῦ Robert Paul Lamb(1) ὁ πρω­τεύ­ων ρό­λος τοῦ δι­α­λό­γου πού εἰ­σή­γα­γε, τό­σο στήν μι­κρή ὅ­σο καί στήν ἐ­κτε­τα­μέ­νη φόρ­μα ὁ Hemingway, ἀ­πο­δί­δε­ται στίς δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κές κα­τα­βο­λές του. Τό ὅ­τι ἔ­φτα­σε νά ἀ­φαι­ρέ­σει, σχε­δόν παν­τε­λῶς, τόν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό σχο­λια­σμό καί τήν «ἐ­ξου­σι­α­στι­κή» φω­νή αὐ­θεν­τί­ας τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ἐρ­χό­ταν σέ πλή­ρη ἀν­τί­θε­ση μέ τίς ἀρ­χές τοῦ Henry James, πού πί­στευ­ε πώς χω­ρίς αὐ­τές τό μυ­θι­στό­ρη­μα παύ­ει νά εἶ­ναι fiction καί με­τα­κι­νεῖ­ται στό δρά­μα. Βα­σι­σμέ­νη στούς ὅ­ρους τοῦ James, ἡ Virginia Woolf(2) ἔ­γρα­ψε τά ἀ­κό­λου­θα στήν ἀρ­νη­τι­κή της κρι­τι­κή γιά τόν Ηemingway:

Ὁ συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει νά φεί­δε­ται τῆς χρή­σης τοῦ δι­α­λό­γου, για­τί ὁ δι­ά­λο­γος ἀ­σκεῖ βί­αι­η πί­ε­ση στήν προ­σο­χή τοῦ ἀ­να­γνώ­στη. Πρέ­πει νά ἀ­κού­ει, νά βλέ­πει, νά πα­ρέ­χει τόν σω­στό τό­νο, καί νά κα­λύ­πτει τό ὑ­πό­βα­θρο μέ ὅ,τι λέ­νε οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες χω­ρίς βο­ή­θεια τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἑ­πο­μέ­νως, ὅ­ταν οἱ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί χα­ρα­κτῆ­ρες ἀ­φή­νον­ται νά μι­λή­σουν εὐ­θέ­ως εἶ­ναι για­τί ἔ­χουν κά­τι πο­λύ ση­μαν­τι­κό νά ποῦν, κά­τι πού δι­ε­γεί­ρει τόν ἀ­να­γνώ­στη, ὥ­στε νά συ­νει­σφέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο εἶ­ναι τό με­ρί­διό του στήν δη­μι­ουρ­γί­α. Ἀλ­λά, ἄν καί ὁ κ.Hemingway μᾶς κρα­τᾶ δια­ρκῶς στήν φω­τιά τοῦ δι­α­λό­γου, τόν μι­σό χρό­νο οἱ ἄν­θρω­ποί του λέ­νε αὐ­τό πού θά ἔ­πρε­πε νά λέ­ει ὁ συγ­γρα­φέ­ας γι αὐ­τούς μέ πολ­λή πε­ρισ­σό­τε­ρη οἰ­κο­νο­μί­α.

Οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί δι­η­γη­μα­το­γρά­φοι ὅ­μως εἶ­χαν ἀν­τί­θε­τες ἀ­πό­ψεις καί ὁ Lamb πού τίς πα­ρα­θέ­τει γρά­φει: «Ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά ἡ Dorothy Parker, προι­κι­σμέ­νη δι­η­γη­μα­το­γρά­φος ἡ ἴ­δια, ἔ­δει­ξε ὅ­τι ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πώς τό ὕ­φος του ἦ­ταν πιό ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό στό δι­ή­γη­μα ἀ­π’ ὅ­σο στό μυ­θι­στό­ρη­μα καί ὅ­τι τό μον­τέρ­νο δι­ή­γη­μα ἀ­παι­τοῦ­σε δρα­στι­κά δι­α­φο­ρε­τι­κές τε­χνι­κές δο­μῆς καί ἀ­να­πα­ρά­στα­σης, ὥ­στε νά ἰ­σχυ­ρο­ποι­ή­σουν τούς ἀ­να­γνῶ­στες ἀ­κρι­βῶς μέ τό νά τούς δί­νουν με­γα­λύ­τε­ρο ρό­λο σ’ αὐ­τό πού ἡ Woolf ὀ­νό­μα­ζε τό ἔρ­γο τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας.» Μα­ζί μέ τήν Parker συν­τάσ­σον­ταν ἡ Elizabeth Bowen καί ἡ Eudora Welty «πού στήν μον­τέρ­να μι­κρή ἱ­στο­ρία ἔ­νι­ω­θαν πο­λύ ἄ­νε­τα καί ἤ­θε­λαν, στίς δι­κές τους ἱ­στο­ρί­ες, νά ἀ­παλ­λα­γοῦν ἀ­πό τήν ὑ­πε­ρο­χή τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ συγ­γρα­φέ­α».

       Ἄν δε­χτοῦ­με πώς τά πα­ρα­πά­νω προσ­δι­ο­ρί­ζουν, χρο­νι­κά του­λά­χι­στον, τήν λο­γο­τε­χνι­κή δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Ηemingway μπο­ροῦ­με νά ἀ­πο­κα­λέ­σου­με τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο πα­ρά­γον­τα ἱ­στο­ρι­κό.

       Μιά δεύ­τε­ρη πα­ρά­με­τρος, ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς τά­ξε­ως, ὁ­δη­γεῖ ὅ­σους ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ τό ἔρ­γο του μέ­χρι σή­με­ρα, νά τήν ἐν­το­πί­ζουν χω­ρίς δυ­σκο­λί­α και νά συμ­φω­νοῦν γιά τήν ση­μα­σί­α της. Μπο­ροῦ­με νά τήν ἀ­πο­κα­λέ­σου­με ποι­η­τι­κό πα­ρά­γον­τα.

       Σχε­τι­κά μ’ αὐ­τόν, ὁ Ηarold Bloom(3), στόν συλ­λο­γι­κό τό­μο Ernest Hemingway (2011) πού προ­λο­γί­ζει, το­νί­ζει: «Ἡ εἰ­σα­γω­γή μου ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α του στήν σύ­θε­ση μιᾶς μι­κρῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἐ­νῶ ἀμ­φι­σβη­τεῖ τήν ἐ­πι­τυ­χί­α τοῦ Hemingway ὡς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φου.» Τό πρῶ­το πού τοῦ ἀ­να­γνω­ρί­ζει εἶ­ναι οἱ ποι­η­τι­κοί πυ­ρῆ­νες στήν ρί­ζα τῶν ἔρ­γων του. Γρά­φει: «Ὁ ἀ­λη­θι­νός του τό­νος καί τό θαυ­μά­σιο ὕ­φος πρέ­πει νά ἀ­να­ζη­τη­θοῦν σ’ ἕ­ναν πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο καί πιό ἐκ­πλη­κτι­κό πρό­γο­νο, τόν Walt Whitman.» Προ­βαί­νον­τας σέ λε­πτο­με­ρέ­στε­ρες δι­ευ­κρι­νί­σεις καί ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα ὑ­πο­στη­ρί­ζει την θέ­ση του: «Αὐ­τό ὅ­μως πού φαί­νε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το εἶ­ναι πώς ὁ Hemingway ἀ­πο­τε­λεῖ τόν μο­να­δι­κό Ἀ­με­ρι­κα­νό συγ­γρα­φέ­α πρό­ζας τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡς στυ­λί­στας στέ­κε­ται ἀ­πέ­ναν­τι σέ μεί­ζο­νες ποι­η­τές: Stevens, Eliot, Frost, Hart Crane, Pound, W.C. Williams, Robert Penn Warren, καί Elizabeth Bishop. Τό ἰ­δί­ω­μά του βρί­σκε­ται πλη­σι­έ­στε­ρα στόν Whitman καί στόν Stevens πα­ρά στόν Faulkner, κι ἀ­κό­μα πλη­σι­έ­στε­ρα στόν Εliot πα­ρά στόν Fitzgerald, πού ἦ­ταν φί­λος του καί ἀν­τα­γω­νι­στής του. Εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­λε­γεια­κός ποι­η­τής πού πεν­θεῖ γιά τόν ἑ­αυ­τό του, πα­νη­γυ­ρί­ζει (μᾶλ­λον λι­γό­τε­ρο δρα­στι­κά) γιά τόν ἑ­αυ­τό του καί πού ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πό κα­τα­κερ­μα­τι­σμούς μέ­σα στόν ἑ­αυ­τό του. Κα­τεῖ­χε καί σπου­δαῖ­ο ὕ­φος καί σο­βα­ρή εὐ­αι­σθη­σί­α.»

       Ἦ­ταν ὄν­τως ἐξ αἰ­τί­ας τῶν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κῶν του κα­τα­βο­λῶν καί μό­νον ἡ το­μή πού ἐ­πέ­φε­ρε στήν δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α; Ἀ­λη­θεύ­ει πώς στά πρῶ­τα κι­ό­λας δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κά του χρό­νια ἔ­μα­θε πῶς νά με­τα­δί­δει τά γε­γο­νό­τα συ­νο­πτι­κά, φρον­τι­σμέ­να καί εὐ­κρι­νῶς.Ὅ­μως, τό ἀ­πέ­ριτ­το, ἀ­κο­νι­σμέ­νο καί λει­α­σμέ­νο ὕ­φος του, δέν ἦ­ταν κα­τά κα­νέ­να τρό­πο αὐ­θόρ­μη­το. Ἦ­ταν μα­νι­ώ­δης ὡς πρός τήν ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση τῶν γρα­πτῶν του. Λέ­γε­ται πώς ἔ­γρα­ψε καί ξα­να­έ­γρα­ψε τό σύ­νο­λο, ἤ τμή­μα­τα, τῆς νου­βέ­λας Ὁ Γέ­ρος καί ἡ Θά­λασ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πό δι­α­κό­σι­ες φο­ρές, προ­τοῦ αἰ­σθαν­θεῖ ἕ­τοι­μος γιά τήν ἔκ­δο­σή της. Μο­χθοῦ­σε πά­νω στά ἔρ­γα του καί ἀ­να­θε­ω­ροῦ­σε ἀ­κού­ρα­στα. Ὁ ἴ­διος ἔ­λε­γε: «Τό ὕ­φος τοῦ συγ­γρα­φέ­α πρέ­πει νά εἶ­ναι εὐ­θύ καί προ­σω­πι­κό, οἱ ἀ­να­πα­ρα­στά­σεις του πλού­σι­ες καί γή­ϊ­νες, οἱ λέ­ξεις του ἁ­πλές καί σφρι­γη­λές.»

       Ὁ Bloom μέ ἀ­φο­ρι­στι­κό τρό­πο κα­τέ­λη­ξε στό συμ­πέ­ρα­σμα:

Μπο­ρεῖ πει­στι­κά νά ὑ­πο­στη­ρι­χθεῖ ὅ­τι εἶ­ναι ὁ κα­λύ­τε­ρος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος τῆς Ἀγ­γλι­κῆς ἀ­πό τούς Δου­βλι­νέ­ζους τοῦ Joyce μέ­χρι σή­με­ρα. Ἡ αἰ­σθη­τι­κή ἀ­ξί­α τῶν δι­η­γη­μά­των του εἶ­ναι πέ­ραν ἀμ­φι­σβή­τη­σης, κι ὡ­στό­σο ζη­τᾶ­με κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ἕ­να συγ­γρα­φέ­α τοῦ κα­νό­να. Τό δι­α­βό­η­το λά­θος του εἶ­ναι ἡ μο­νο­το­νί­α τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης, ἡ ὁ­ποί­α σέ μι­μη­τές του ἔ­γι­νε μιά βα­ρε­τή λι­τα­νεί­α καί με­ρι­κές φο­ρές, ὅ­ταν τήν ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με στόν ἴ­διο, μοιά­ζει μέ πα­ρω­δί­α τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του. Δέν ἦ­ταν αὐ­θεν­τι­κός ἠ­θι­κο­λό­γος, οὔ­τε μεί­ζων στο­χα­στής, οὔ­τε μά­στο­ρας τῆς ἀ­φή­γη­σης, οὔ­τε χα­ρι­σμα­τι­κός στήν ἀ­πει­κό­νι­ση προ­σώ­πων. Καί στά κα­λύ­τε­ρά του, ἀ­πο­τυγ­χά­νει στήν ἀ­φή­γη­ση ἤ τήν ἀ­πει­κό­νι­ση κά­ποι­ου χα­ρα­κτή­ρα. Μ’ ἄλλα λό­για δέν ἦ­ταν Τολ­στό­ϊ, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­λε­γε πώς θά ὑ­περ­βεῖ, ἄν μπο­ροῦ­σε νά ζή­σει ἀρ­κε­τά. Ἴ­σως ὁ Faulkner, ὁ Stevens, ὁ Frost, ἴ­σως Eliot καίHart Crane νά ἦ­σαν πιό δυ­να­τές συγ­γρα­φι­κές φω­νές ἀ­πό αὐ­τήν τοῦ Hemingway, ὅ­μως αὐ­τός μό­νος ἀ­πέ­κτη­σε τήν στα­θε­ρή διά­ρκεια μύ­θου.


Χω­ρίς νά ξε­χνᾶ­με τούς δύ­ο πα­ρά­γον­τες: τόν ἱ­στο­ρι­κό, καί αὐ­τόν τῆς ἐ­λε­γεια­κῆς εὐ­αι­σθη­σί­ας καί λυ­ρι­κῆς ποι­η­τι­κῆς στό­φας τοῦ συγ­γρα­φέ­α μας, τό ἀρ­χι­κό ἐ­ρώ­τη­μα πα­ρα­μέ­νει: Ποι­ός ἦ­ταν ὁ Ernest Heminwawy, ὁ δη­μι­ουρ­γός τοῦ μύ­θου του; Δέν ξέ­ρω ἄν, σύμ­φω­να μέ τήν ψυ­χο­λο­γι­κή ἀ­να­γνώ­ρι­ση πώς πολ­λά «ἐ­γώ» συ­να­παρ­τί­ζουν τήν προ­σω­πι­κό­τη­τα ἑ­κά­στου, μπο­ρεῖ νά ὑ­πο­στη­ρι­χθεῖ ὅ­τι ὑ­πῆρ­χαν πε­ρισ­σό­τε­ροι τοῦ ἑ­νός Ernests. Ἀ­πό τήν βι­ο­γρα­φί­α του ὅ­μως δι­α­κρί­νον­ται κα­θα­ρά, ὅ­σο καί μό­νι­μα, δύ­ο: ὁ ἕ­νας εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος τῆς πε­ρι­πέ­τειας, ὁ γε­νει­ο­φό­ρος στίς φω­το­γρα­φί­ες ἐ­φη­με­ρί­δων καί πε­ρι­ο­δι­κῶν, ὁ «Πά­πα», ὅ­πως ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του. Ὁ δεύ­τε­ρος ἦ­ταν ὁ εὐ­αί­σθη­τος συγ­γρα­φέ­ας, ὁ ὑ­πο­μο­νε­τι­κός ἀ­να­θε­ω­ρη­τής τῶν κει­μέ­νων του, ὁ κρυμ­μέ­νος ποι­η­τής.

       Αὐ­τός ὁ ποι­η­τής, ἴ­σως, γεν­νή­θη­κε ἑ­πτά μῆ­νες με­τά τήν φυ­σι­κή του γέν­νη­ση στίς 21 Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1899. Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας του, γε­νι­κός για­τρός dr Clarence Ed. Hemingway ἔ­κτι­σε ἕ­να μι­κρό κα­λο­και­ρι­νό σπί­τι στά βό­ρεια δά­ση τῆς λί­μνης Μί­σιγ­καν, σέ μιά πε­ρι­ο­χή πού τοῦ ἀ­πο­ψί­λω­σαν οἱ Ἰν­διά­νοι Ὄ­τα­βα. Ὑ­πῆρ­ξε ὁ Πα­ρά­δει­σος τοῦ Ernest γιά ὅ­λη τήν παι­δι­κή καί ἐ­νή­λι­κη ζω­ή του. Κλη­ρο­νό­μη­σε τήν λα­τρεί­α τοῦ πα­τέ­ρα του γιά τόν ὑ­παί­θριο βί­ο, κυ­νη­γών­τας, ψα­ρεύ­ον­τας, κα­τα­σκη­νώ­νον­τας στά δά­ση ἤ κά­νον­τας κη­που­ρι­κή, καί πάν­τα ἀ­να­ζη­τών­τας πε­ρι­πέ­τει­ες. Ξε­κί­νη­σε νά ψα­ρεύ­ει μα­ζί του ὅ­ταν ἦ­ταν τρι­ῶν ἐ­τῶν. Στά δώ­δε­κα ὁ παπ­πούς του τοῦ χά­ρι­σε ἕ­να μο­νό­καν­νο κυ­νη­γε­τι­κό ὅ­πλο.Ὅ­ταν πῆ­γε στό γυ­μνά­σιο ξε­κί­νη­σε μα­θή­μα­τα τσέ­λο, ἀλ­λά ἦ­ταν φα­νε­ρό πώς τά ὄ­νειρα τῆς μη­τέ­ρας του νά τόν δεῖ μου­σι­κό, ὅ­πως και ἡ ἴ­δια, δέν ἐ­πρό­κει­το νά εὐ­ο­δω­θοῦν. Ὅ­σα ἔ­ζη­σε στήν βό­ρεια Μί­σιγ­καν ἐν­τυ­πώ­θη­καν ἄ­σβη­στα στήν ψυ­χή του καί ἀ­πο­τέ­λε­σαν τό ὑ­λι­κό τῶν μι­κρῶν του ἱ­στο­ρι­ῶν γύ­ρω ἀ­πό τόν Νίκ Ἄν­ταμς, τήν πρώ­τη, νε­α­νι­κή του, λο­γο­τε­χνι­κή περ­σό­να. Τό ἐ­πί­θε­το τοῦ Νίκ, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τήν πρω­ταρ­χι­κή βί­ω­ση προ­σω­πι­κοῦ πα­ρα­δεί­σου τοῦ Ernest H. Ὁ ἴ­διος ὡ­στό­σο δέν ἦ­ταν ἀ­ψε­γά­δια­στος: τόν τα­λαι­πω­ροῦ­σε ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς πρό­βλη­μα ὅ­ρα­σης καί μιά ἐ­λατ­τω­μα­τι­κή προ­φο­ρά τοῦ ἤ­χου L. Σέ ὅ­λη του τή ζω­ή, τά L ἀ­κού­γον­ταν κά­πως σάν W’s. Ἔ­χον­τας ἕ­ναν πα­τέ­ρα πού τοῦ ζη­τοῦ­σε νά δί­νει τόν κα­λύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό του σέ ὅ,τι κα­τα­πι­ά­νε­ται, ἡ ἐ­λατ­τω­μα­τι­κή ὅ­ρα­ση καί ἡ ἐ­λα­φριά γλωσ­σι­κή του ἀ­τέ­λεια τόν συ­νό­δευ­αν ὡς στίγ­μα­τα καί τόν πλή­γω­ναν ἀ­δι­ά­κο­πα. Ὅ­μως τό βα­θύ­τε­ρο τραῦ­μα του πρέ­πει νά ἦ­ταν ἡ αὐ­το­κτο­νί­α τοῦ πα­τέ­ρα του, με­τά τόν ἀ­κρω­τη­ρια­σμό τοῦ πο­διοῦ του, λό­γῳ δι­α­βή­τη, μέ τό ὅ­πλο του τό 1928. Τό­τε ὁ Εrnest ἦ­ταν 29 χρό­νων. Ἔ­κτο­τε δι­α­κα­τε­χό­ταν ἀ­πό τήν φο­βί­α ἤ προ­αί­σθη­ση πώς πα­ρό­μοι­ος θά ἦ­ταν καί ὁ δι­κός του θά­να­τος, ὅ­πως καί ἔ­γι­νε.

       T­ό 1954 ἡ Σου­η­δι­κή Ἀ­κα­δη­μί­α τοῦ ἀ­πέ­νει­με τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ «γιά τόν ἰ­σχυ­ρό τρό­πο καί τήν δε­ξι­ο­τε­χνί­α του στήν σύγ­χρο­νη ἀ­φή­γη­ση, πράγ­μα πού ἀ­πέ­δει­ξε στό Ὁ Γέ­ρος καί ἡ Θά­λασ­σα». Στό σα­φά­ρι πού εἶ­χε σχε­διά­σει, τήν ἴ­δια χρο­νιά στην Ἀ­φρι­κή, τό ἀ­ε­ρο­πλά­νο στό ὁ­ποῖ­ο με­τέ­βαι­νε συν­τρί­φτη­κε πά­νω ἀ­πό τό τό­τε Βελ­γι­κό Κογ­κό· στήν ἀρ­χή θε­ω­ρή­θη­κε νε­κρός. Ὡ­στό­σο ἐ­πέ­ζη­σε πα­ρά τά ἐγ­καύ­μα­τα, τά ἐ­σω­τε­ρι­κά τραύ­μα­τα, ἄλ­λα στήν σπον­δυ­λι­κή στή­λη καί ἄλ­λα στό κρα­νί­ο. Ἐ­πέ­στρε­ψε κου­τσός καί τά ἑ­πό­με­να χρό­νια ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό ὑ­ψη­λή ἀρ­τη­ρια­κή πί­ε­ση καί βα­ρειά κα­τά­θλι­ψη. Χρει­ά­στη­κε νά νο­ση­λευ­τεῖ στήν ψυ­χι­α­τρι­κή Mayo Clinic δυ­ό φο­ρές καί ἐ­πί μα­κρόν, ἀλ­λά κα­μιά ἀ­γω­γή, οὔ­τε αὐ­τή μέ ἠ­λε­κτρο­σόκ πού πρω­το­ε­φαρ­μο­ζό­ταν τό­τε, βελ­τί­ω­νε κα­θό­λου τήν κα­τά­στα­σή του. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στό σπί­τι του στίς 2 Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1961 αὐ­το­κτό­νη­σε πυ­ρο­βο­λών­τας μέ τήν κα­ραμ­πί­να του. Που­θε­νά στόν κό­σμο, ἀ­πό τό Κι­λι­μάν­τζα­ρο, τόν Κα­να­δᾶ, τήν Κού­βα, τήν Ἱ­σπα­νί­α ἤ ἀλ­λοῦ στήν Εὐ­ρώ­πη, δέν ξα­να­βρῆ­κε τόν πα­ρά­δει­σο του στίς Λί­μνες καί τά δά­ση τῆς Μί­σιγ­καν. Οὔ­τε κα­νέ­να σπά­νιο, πα­ρα­δεί­σιο πλά­σμα, ὅ­πως ὁ λευ­κός ἐ­λέ­φαν­τας· μα­κρι­νός καί ἀ­πλη­σί­α­στος πα­ρέ­μει­νε καί γιά τό ζεῦ­γος τῆς ἱ­στο­ρί­ας – βι­νι­έ­τας: Λό­φοι σάν Λευ­κοί Ἐ­λέ­φαν­τες, πού γρά­φτη­κε στήν Αὐ­στρί­α τό 1927.

       Ὅ­πως εἰ­πώ­θη­κε ἤ­δη, πολ­λοί με­λε­τη­τές, καί κυ­ρί­ως ὁ Robert Paul Lamp, ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ὁ Ε.Η. εἰ­σή­γα­γε τόν δι­ά­λο­γο ὡς τό οὐ­σι­α­στι­κό στοι­χεῖ­ο τοῦ ἀ­να­δυ­ό­με­νου μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος στόν εἰ­κο­στό αἰ­ώ­να. Ἡ με­γά­λη συμ­πί­ε­ση τοῦ χρό­νου μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο ξε­τύ­λι­γε μιάν ἔ­στω καί στοι­χει­ώ­δη πλο­κή, ἀ­παί­τη­σε ἀλ­λά καί προ­κά­λε­σε ὑ­ψη­λό βαθ­μό ὑ­παι­νι­κτι­κό­τη­τας· μεί­ω­σε τήν πυ­κνή ἀ­να­πα­ρά­στα­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος, ὅ­πως καί τήν αἴ­σθη­ση τῆς διά­ρκειας, ὅ­λα δη­λα­δή τά στοι­χεῖ­α πού βρί­σκον­ταν στήν καρ­διά τῶν τρό­πων τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ὥς τό­τε. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης βρέ­θη­κε ἀν­τι­μέ­τω­πος μέ τήν ἀ­νάγ­κη νά ὑ­πο­θέ­τει, χω­ρίς νά εἶ­ναι σί­γου­ρος πώς ὑ­πο­θέ­τει σω­στά. Ὁ Ηemingway ἔ­φτα­σε στό ση­μεῖ­ο νά ἀ­φαι­ρέ­σει, σχε­δόν παν­τε­λῶς, τόν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό σχο­λια­σμό καί τήν φω­νή αὐ­θεν­τί­ας τοῦ συγ­γρα­φέ­α.

       Το ἐ­ρώ­τη­μα ὥς ποῦ θά ἔ­φτα­νε ἡ νέ­α τέ­χνη τοῦ H. ἀ­παν­τή­θη­κε τόν Μά­η τοῦ 1927 μέ τούς Λό­φους, μιά ἱ­στο­ρί­α πού εἶ­ναι σχε­δόν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου δι­ά­λο­γος ἀ­νά­με­σα σ’ ἕ­να ζεῦ­γος πού γνω­ρί­ζε­ται κα­λά. Μι­λοῦν μ’ ἕ­να εἶ­δος «στε­νο­γρα­φί­ας» πού, ὅ­πως πα­ρα­τή­ρη­σε κά­ποι­ος, θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι ἀ­κα­τά­λη­πτη σέ ὅ­ποι­ον ἄλ­λον τήν ἄ­κου­γε. Γι’ αὐ­τό ὁ E.H. ὑ­πο­χρε­ώ­θη­κε νά συ­σχε­τί­σει τό­πο καί δι­ά­λο­γο ὥ­στε ὁ ἀ­να­γνώ­στης νά ἀν­τι­λη­φθεῖ πώς δέν πρό­κει­ται γιά ἀ­νο­η­σί­ες. Ἀ­πό τίς πρῶ­τες κου­βέν­τες ἀ­νά­με­σα στό ζευ­γά­ρι ἀρ­χί­ζουν ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νοι χει­ρι­σμοί πού ἀ­πο­κρυ­σταλ­λώ­νουν τίς δυ­να­μι­κές τῆς σχέ­σης, ἐκ­φρά­ζουν τόν χα­ρα­κτή­ρα τους, καί ἐγ­κλω­βί­ζουν τήν ἀρ­χό­με­νη πλο­κή. Πα­ρα­λεί­πει ἀ­κό­μη καί τό πε­ρί τί­νος τοῦ δι­α­λό­γου. Τό ὅ­τι, δη­λα­δή, ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἔγ­κυ­ος καί ἐ­κεῖ­νος θέ­λει νά κά­νει ἔ­κτρω­ση· ἡ ἐγ­κυ­μο­σύ­νη, ἡ ἔ­κτρω­ση, τό παι­δί, δέν ἀ­να­φέ­ρον­ται οὔ­τε μιά φο­ρά. Λές καί ἤ­θε­λε νά αὐ­ξή­σει τήν πρό­κλη­ση, ἑ­στιά­ζει τόν φα­κό του σέ ἐ­ξω­τε­ρι­κά πράγ­μα­τα, ἀ­πο­φεύ­γον­τας κά­θε πρό­σβα­ση στήν συ­νεί­δη­ση τῶν χα­ρα­κτή­ρων. Ὁ δι­ά­λο­γος… μή-δι­ά­λο­γος εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως οὐ­δέ­τε­ρος καί ὁ συγ­γρα­φέ­ας δέν δι­ευ­κο­λύ­νει στό πα­ρα­μι­κρό τήν κα­τα­νό­η­ση ἐκ μέ­ρους τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.

       Κα­τά τήν ἀ­νά­λυ­ση τῆς Elizabeth Bowen, οἱ ἥ­ρω­ες ἐκ­φρά­ζον­ται ὑ­πο­λο­γι­στι­κά ὁ ἕ­νας πρός τον ἄλ­λο καί αὐ­το­α­πο­κα­λύ­πτον­ται ἀ­θέ­λη­τα. Τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς κου­βέν­τας εἶ­ναι τό­σο ἀ­δι­α­φα­νές πού μό­νο κά­τω ἀ­πό τό φῶς ὁ­λό­κλη­ρης τῆς ἱ­στο­ρί­ας μπο­ρεῖ νά γί­νει κα­τα­νο­η­τό. Μπο­ρεῖ π.χ. νά μι­λᾶ­νε γιά τήν γεύ­ση τοῦ πο­τοῦ, ὅ­πως θά νό­μι­ζε κά­θε ἄλ­λος, ἐ­κτός ἀ­πό τούς δυ­ό τους πού, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ξέ­ρουν ὅ­τι μι­λᾶ­νε γιά τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά ἔ­χουν παι­δί. Ἐ­κεῖ­νος ὡ­στό­σο δέν δι­α­θέ­τει τήν ἱ­κα­νό­τη­τα νά βλέ­πει τόν κό­σμο μέ τά μά­τια της. Ἡ ὅ­ρα­σή του πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στόν ὁ­ρί­ζον­τα τῶν δι­κῶν του ἐ­πι­θυ­μι­ῶν. Μπο­ρεῖ νά τήν δι­α­βε­βαι­ώ­νει πώς εἶ­ναι σύμ­φω­νος μέ ὅ,τι θέ­λει ἡ ἴ­δια, ὁ τρό­πος του, ὅ­μως, εἴ­τε μέ τά λό­για εἴ­τε μέ τίς κι­νή­σεις καί τίς στά­σεις τοῦ σώ­μα­τος, ἀ­πο­κα­λύ­πτει πώς ἀ­πο­πει­ρᾶ­ται νά τήν ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­σει: τῆς λέ­ει ὅ­σα ἐ­κεί­νη θά ἤ­θε­λε νά ἀ­κού­σει. Τῆς ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τήν ἀ­γά­πη του, ἀλ­λά ἀ­πο­φεύ­γει νά ἀ­παν­τή­σει στίς ἐ­ρω­τή­σεις της ἐ­πεν­δύ­ον­τας τίς δι­κές του ἐ­πι­θυ­μί­ες μέ μιά «λο­γι­κή» πού προ­σβάλ­λει τήν με­τα­φο­ρι­κά ἐκ­φρα­σμέ­νη γλώσ­σα τῆς δι­κῆς της ἐ­πι­θυ­μί­ας. Κα­θώς δέν κα­τα­νο­εῖ τήν γλώσ­σα της, αὐ­τή κα­τα­φεύ­γει στό νά μι­μεῖ­ται τίς λέ­ξεις καί τίς φρά­σεις του ἤ νά ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται μέ πα­θη­τι­κά ἐ­πι­θε­τι­κή αὐ­το­άρ­νη­ση ἤ ἁ­πλῶς ἀρ­νού­με­νη τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τά του.

       Ἡ χρή­ση τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης ἀ­πο­τε­λεῖ τήν πιό ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη πλευ­ρά τοῦ δι­α­λό­γου. Ἡ ἐ­πα­νά­λη­ψη λέ­ξε­ων πού ἀ­πο­τε­λοῦν κλει­διά, ὅ­πως τό «θέ­λω», καί πο­λυ­σύλ­λα­βων λέ­ξε­ων μέ ὅ­μοι­ες συλ­λα­βές, ὅ­πως: ὁ,τι­δή­πο­τε, ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε, δη­μι­ου­γεῖ μιάν ἰ­σχυ­ρή ἀ­λη­θο­φά­νεια· στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἡ με­τάλ­λα­ξη ἤ πα­ραλ­λα­γή τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου τους ἀ­πό τόν κα­θέ­να τους, βο­η­θᾶ τήν πρό­ο­δο τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ὑ­πό­θε­σης. Γιά νά ἐ­πι­τευ­χθοῦν οἱ δι­πλοί σκο­ποί τοῦ δι­α­λό­γου, γί­νον­ται ἀ­συ­νή­θι­στες καί ποι­κί­λες δι­φο­ρού­με­νες χρή­σεις τῆς ἀν­τω­νυ­μί­ας. Πα­ρά­δειγ­μα: οἱ χρή­σεις τοῦ «αὐ­τό», ὄ­χι μό­νον κα­θρε­φτί­ζουν τόν στε­νο­γρα­φι­κό τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο οἱ ἀν­θρω­ποι ἀ­να­φέ­ρον­ται σέ θέ­μα­τα πού ἀμ­φό­τε­ροι κα­τα­νο­οῦν (ἤ νο­μί­ζουν ὅ­τι κα­τα­νο­οῦν), δη­μι­ουρ­γεῖ ἐ­πί­σης τό εἰ­ρω­νι­κό δι­φο­ρού­με­νο. Συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας τέ­τοι­α ἀ­κα­τα­μά­χη­τα προ­η­γού­με­να, του­τέ­στιν ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς, ὁ Hemingway, δι­α­τρα­νώ­νει πώς στόν δι­ά­λο­γο ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μπο­ρεῖ νά κα­ταν­τή­σει ἀ­δύ­να­τη.

       Προ­α­ναγ­γέ­λει, ἀ­πό τό 1927, τήν ἐ­ξα­πλω­μέ­νη δι­ε­θνῶς ἔκ­πτω­ση τῆς προ­φο­ρι­κῆς συ­νο­μι­λί­ας σέ φα­ρι­σα­ϊ­κή… φάρ­σα, τήν πλή­ρη ἀ­να­στρο­φή/δι­α­στρο­φή τῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς σύ­στα­σης: Ἔ­στω δὲ ὁ λό­γος ὑ­μῶν ναὶ ναίοὒ οὔ· τὸ δὲ πε­ρισ­σὸν τού­των ἐ­κ τοῦ πο­νη­ροῦ ἐ­στιν. (Ματθ. ε΄ 37).

       Ἡ GabrielaTucan(4) το­πο­θε­τεῖ δί­πλα στόν συγ­γρα­φέ­α τόν ζω­γρά­φο Edward Hopper και βλέ­πει τούς Λό­φους κά­τω ἀ­πό τόν φω­τι­σμό τῶν δι­κῶν του ἔρ­γων. Συγ­κρί­νον­τας τό δι­ή­γη­μα μέ τόν πί­να­κα Κα­λο­και­ρι­νό ἀ­πό­γευ­μα τοῦ 1947(5), καί ἑ­στι­ά­ζον­τας στίς κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νες σχέ­σεις, πα­ρα­τη­ρεῖ τόν ἀ­πό­μα­κρο τρό­πο πε­ρι­γρα­φῆς τοῦ Hemingway καί γρά­φει πώς ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι «γε­μά­τη σύγ­χυ­ση ἔν­τα­ση καί συγ­κρού­σεις». Ἡ ἡ­ρω­ϊ­δα, για πα­ρά­δειγ­μα, ξαφ­νι­κά και ἀ­σύν­δε­τα ἀ­να­φέ­ρει πώς οἱ λό­φοι μοιά­ζουν μέ «λευ­κούς ἐ­λέ­φαν­τες», ἀλ­λά ὁ ἄν­δρας δεν ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται. Ἡ ἀ­νι­κα­νό­τη­τά του νά ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ εἶ­ναι ἔν­δει­ξη τῆς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νης σχέ­σης, ἀλ­λ’ ἐ­πί­σης ἔν­δει­ξη τοῦ ἄγ­χους στήν ἐ­σω­τε­ρι­κή ζω­ή τῶν ἐ­ρα­στῶν. Ὁ στα­δια­κός κα­τα­κερ­μα­τι­σμός τους συ­νά­δει μέ τήν δι­ά­ψευ­ση τῶν προσ­δο­κι­ῶν, τήν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καί τήν γε­νι­κευ­μέ­νη βα­ριά δι­ά­θε­ση τῶν ἀν­θρώ­πων στά 1920, με­τά τήν βί­α τοῦ Πρώ­του Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Ἡ μα­τιά τοῦ ἀ­να­γνώ­στη στίς «δυ­ό σι­δη­ρο­δρο­μι­κές ρά­γες μέ­σα στόν ἥ­λιο» τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τά ἐμ­πό­δια, δη­λα­δή τά κε­νά καί τίς παύ­σεις στόν δι­ά­λο­γο τοῦ ζεύ­γους, πού ἀ­δυ­να­τοῦν ἐξ ἴ­σου νά κοι­νω­νή­σουν τίς δι­α­φο­ρε­τι­κές τους ἀ­ξί­ες. Οἱ συμ­βο­λι­κές σι­ω­πές φα­νε­ρώ­νουν τόν θυ­μό πού ὀγ­κώ­νε­ται στήν γυ­ναί­κα, κα­θώς ἀ­δυ­να­τεῖ νά ἀρ­θρώ­σει τί ἀ­κρι­βῶς μα­στί­ζει τήν σχέ­ση τους. Ἡ ἔν­τε­χνη ὑ­παινι­κτι­κή μέ­θο­δος τοῦ Hemingway ἐ­πι­τρέ­πει στόν ἀ­να­γνώ­στη νά συμ­πε­ρά­νει ὅ­τι καί οἱ δύ­ο σκέ­πτον­ται τό ἐν­δε­χό­με­νο τῆς ἔ­κτρω­σης. Χα­μέ­νη στίς σκέ­ψεις της, κά­θε­ται μα­ζί του στό ἴ­διο τρα­πέ­ζι ἀλ­λά δέν ἀγ­γί­ζον­ται. Τό συμ­πέ­ρα­σμά τῆς Tucan εἶ­ναι πώς «Ἡ γλώσ­σα τοῦ σώ­μα­τος, ἡ ἄ­δεια ἀ­πό­στα­ση ἀ­νά­με­σά τους, φα­νε­ρώ­νει πώς κά­τι λεί­πει ἀ­πό τήν σχέ­ση τους, ὅ­πως συμ­βαί­νει μέ τόν θε­α­τή τοῦ Hopper, ὁ ὁ­ποῖ­ος, μέ τήν σύ­νο­λη αἰ­σθη­τι­κή του, δεί­χνει τήν ἐ­πί­γνω­σή του γύ­ρω ἀ­πό τήν προ­βλη­μα­τι­κή σι­ω­πή στήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα».


Ἡ με­τα­φο­ρι­κή γλώσ­σα τῆς ἡ­ρω­ϊ­δας, μᾶς ὁ­δη­γεῖ στό μεῖ­ζον θέ­μα τοῦ συμ­βο­λι­σμοῦ. Ὁ He­ming­way τόν χρη­σι­μο­ποί­η­σε μέ πολ­λούς ἐ­ξαι­ρε­τι­κούς τρό­πους. Στήν ἱ­στο­ρί­α του Λό­φοι σάν Λευ­κοί Ἐ­λέ­φαν­τες, ξαφ­νιά­ζει μέ τό πῶς τόν χει­ρί­ζε­ται γιά τά βά­σα­να τοῦ ζευ­γα­ριοῦ ὡς πρός ἕ­να δί­λημ­μα καί μιάν κα­θο­ρι­στι­κή ἀ­πό­φα­ση γιά τήν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή τους.

       Ἐ­πει­δή ὁ ἀ­να­γνώ­στης τῶν Λό­φων, μπο­ρεῖ νά ἐ­πι­θυ­μεῖ νά δι­α­σταυ­ρώ­σει τίς δι­κές του σκέ­ψεις γιά τόν συμ­βο­λι­σμό ἤ συμ­βο­λι­σμούς τοῦ δι­η­γή­μα­τος, τό πα­ρα­κά­τω ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πό τήν ἐρ­γα­σί­α τοῦ Adam Schaefers «Analyzing the Symbolism of Hills like White Elephants»(6), θά τοῦ δώ­σει τήν εὐ­και­ρί­α νά πα­ρα­κο­λου­θή­σει τήν ἀ­νά­λυ­ση τῶν κύ­ρι­ων ἀ­πό αὐ­τούς

Ἡ ἱ­στο­ρί­α δέν ἔ­χει ἁ­πλῶς πολ­λούς συμ­βο­λι­σμούς. Κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά τό κά­θε ση­μεῖ­ο της συμ­βο­λί­ζει ἕ­να δι­α­φο­ρε­τι­κό θέ­μα […] Ἀ­νά­με­σα στά πολ­λά σύμ­βο­λα τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τρί­α εἶ­ναι τά πλέ­ον ἀ­να­γω­ρί­σι­μα: οἱ λό­φοι, οἱ λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες, καί ὁ σι­δη­ρο­δρο­μι­κός σταθ­μός.

       Οἱ λό­φοι μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νουν ἐμ­πό­δια, τά ὁ­ποῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι πρέ­πει νά ὑ­περ­βοῦ­με γιά νά ἐ­πι­τύ­χου­με τίς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις μας. Τό ὅ­τι εἶ­ναι λό­φοι καί ὄ­χι τε­ρά­στια βου­νά, δεί­χνει πώς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά τά ξε­πε­ρά­σου­με. Ἑ­πο­μέ­νως τό μω­ρό τῆς Ζίγκ εἶ­ναι τό κύ­ριο ἐμ­πό­διο πού μπο­ροῦν νά ὑ­περ­βοῦν οἱ δυ­ό τους καί νά συ­νε­χί­σουν φυ­σι­ο­λο­γι­κά τή ζω­ή τους. Οἱ Λό­φοι δυ­να­τόν ν’ ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­α θέ­α­σης, ἀλ­λά μπλο­κά­ρουν τήν θέ­α ἐ­κεί­νων πού ζοῦν στήν κοι­λά­δα. Τοῦ­το ἀ­να­πα­ρι­στᾶ τήν εὐ­και­ρί­α πού ἀ­πο­τε­λοῦν γιά τό κο­ρί­τσι, ἐ­νῶ ὁ ἄν­δρας δέν βλέ­πει τί­πο­τα, για­τί στε­να­χω­ρι­έ­ται πώς τό παι­δί θά γί­νει αἰ­τί­α νά μήν ἔ­χει εὐ­τυ­χι­σμέ­νο καί ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο μέλ­λον. Οἱ Λό­φοι ἐ­πί­σης μπο­ροῦν νά ἐ­κλη­φθοῦν ὡς φαν­τα­σια­κή μορ­φή στό σχῆ­μα μιᾶς ἐγ­κυ­μο­νού­σας. Ἡ Z­ίγκ δυ­να­τόν νά ἔ­βλε­πε σ’ αὐ­τούς μιά ξα­πλω­μέ­νη ἔγ­κυ­ο μέ τήν κοι­λιά καί τά στή­θη φου­σκω­μέ­να ἀ­πό τήν ἐγ­κυ­μο­σύ­νη. Στή διά­ρκεια τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἡ Z­ίγκ πα­ρα­τη­ρών­τας τούς λό­φους σχο­λιά­ζει πώς οἱ δυ­ό τους θά μπο­ροῦ­σαν νά τά ἔ­χουν ὅ­λα αὐ­τά. Μ’ αὐ­τό ἐν­νο­εῖ πώς οἱ λό­φοι ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν μιά πρό­κλη­ση γιά μιά νέ­α ζω­ή στήν ὁ­ποί­α νά συμ­με­τέ­χουν καί εὐ­και­ρί­α γιά τούς δυ­ό τους.

       Οἱ λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες εἶ­ναι ἕ­να ἄλ­λος συμ­βο­λι­σμός πι­θα­νόν τοῦ μω­ροῦ. Ὁ λευ­κός ἐ­λέ­φαν­τας εἶ­ναι πο­λύ­τι­μη πε­ρι­ου­σί­α, τήν ὁ­ποί­α ὁ κά­το­χος δέν μπο­ρεῖ νά ξε­φορ­τω­θεῖ κa­ί πού τό κό­στος του (εἰ­δι­κά τῆς συν­τή­ρη­σής του), δέν ἀ­να­λο­γεῖ κα­θό­λου στήν χρη­σι­μό­τη­τα ἤ ἀ­ξί­α του. Για κά­ποι­ον εἶ­ναι ἄ­χρη­στο, ἀλ­λά ἀ­νε­κτί­μη­το δῶ­ρο γιά ἄλ­λον. Μ’ ἄλ­λα λό­για, τό μω­ρό ἦ­ταν ἀ­νε­κτί­μη­το γιά τό κο­ρί­τσι, ὁ σύν­τρο­φός της ὅ­μως δέν ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν ν’ ἀ­πο­κτή­σει παι­δί.

       Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κύ­ριος συμ­βο­λι­σμός εἶ­ναι ὁ σι­δη­ρο­δρο­μι­κός σταθ­μός. Μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νει πολ­λά πράγ­μα­τα. Ἡ μια πλευ­ρά του εἶ­ναι ἕ­να ξε­ρό καί πε­θα­μέ­νο το­πί­ο, πού ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει τήν ἐ­ξα­φά­νι­ση καί τόν θά­να­το τοῦ μω­ροῦ, ἐ­νῶ ἡ ἄλ­λη, πρά­σι­νη καί ὄ­μορ­φη, ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει τήν ζω­ή καί μιά νέ­α ἀρ­χή. Ἐ­κτός ἀ­πό τό το­πί­ο, καί οἱ σι­δη­ρο­γραμ­μές ἔ­χουν νό­η­μα. Πη­γαί­νουν πα­ράλ­λη­λα, πράγ­μα πού ση­μαί­νει πώς πο­τέ δεν ἀγ­γί­ζον­ται ἤ δεν εἰ­σχω­ροῦν ἡ μιά μέ­σα στήν ἄλ­λη. Κι αὐ­τό συμ­βο­λί­ζει τήν σχέ­ση τῆς Ζίγκ καί τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νου […]. Τό τέ­λος μᾶς ἀ­φή­νει ἀ­πο­ρη­μέ­νους καί ἡ ἀ­πό­φα­ση τοῦ κο­ρι­τσιοῦ πα­ρα­μέ­νει ἀ­σα­φής. Ἡ τε­λευ­ταί­α κου­βέν­τα τῆς Ζίγκ εἶ­ναι «Αἴ­σθά­νο­μαι μιά χα­ρά», κά­τι πού μᾶς κά­νει νά ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε ἄν πρό­κει­ται νά προ­χω­ρή­σει στήν ἔ­κτρω­ση.

Ἔ­στω καί μέ τόν στοι­χει­ώ­δη χάρ­τη τῆς ζω­ῆς τοῦ E.H. πού δό­θη­κε πα­ρα­πά­νω, ἕ­να γε­νι­κό πε­ρί­γραμ­μα, δη­λα­δή, κι­νού­με­νο ἀ­πό τήν ἀρ­χή στό τέ­λος (πα­ρα­λεί­πον­τας τήν συμ­με­το­χή του στόν Πρῶ­το καί Δεύ­τε­ρο Παγ­κό­σμιο, τόν ρό­λο του ὡς ἀν­τα­πο­κρι­τή στόν Μι­κρα­σι­α­τι­κό Πό­λε­μο, στόν Ἱ­σπα­νι­κό Ἐμ­φύ­λιο, τούς τραυ­μα­τι­σμούς, τούς γά­μους, καί πλεῖ­στα ἄλ­λα), τό ἀρ­χι­κό ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τοῦ τοῦ ἐ­πι­μέ­τρου γιά το ποι­ός ἦ­ταν, μπο­ρεῖ τώ­ρα νά με­τα­κι­νη­θεῖ ἀ­πό τό ποι­ός τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τάς του στό τί τῆς οὐ­σί­ας τοῦ προ­σώ­που του, ὅ­πως με­τα­κε­νώ­θη­κε κυ­ρί­ως στά δι­η­γή­μα­τά του. Θά ἐκ­θέ­σω τώ­ρα τά συμ­πε­ρά­σμα­τα στά ὁ­ποῖ­α κα­τέ­λη­ξα ἡ ἴ­δια, γιά νά κά­νω ξε­κά­θα­ρη τήν δι­κή μου θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί του:

       Δέν πι­στεύ­ω πώς ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α τοῦ Hemingway ὀ­φεί­λε­ται μό­νο στό ὕ­φος του μέ τίς και­νο­το­μί­ες πού εἰ­σή­γα­γε, κα­τά τήν με­θο­ρια­κή ἐ­πο­χή στήν ὁ­ποί­α ἐμ­φα­νί­στη­κε, καί τοῦ ἔ­δω­σε τίς εὐ­και­ρί­ες γιά νά σκι­τσά­ρει στιγ­μι­ό­τυ­πα μέ τα­χύ­τη­τα καί τόλ­μη. Αὐ­τό εἶ­ναι κά­τι πού τό ἔ­κα­ναν, καί συ­νε­χί­ζουν, πλεῖ­στοι συγ­γρα­φεῖς πού δέν ἀ­φή­νουν ἀ­νε­ξά­λη­πτες μνῆ­μες. Θε­ω­ρῶ πώς ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νος μέ μιά ἰ­σχυ­ρή ἀ­νι­χνευ­τι­κή κε­ραί­α τῶν ἀλ­λα­γῶν πού εἶ­χαν ἐ­πέλ­θει παγ­κο­σμί­ως, ἀλ­λά καί ἐ­πρό­κει­το νά ἐ­πέλ­θουν. Εἴ­τε ἐ­ξαι­τί­ας τῶν σο­βα­ρῶν ψυ­χι­κῶν του τραυ­μά­των, εἴ­τε πέ­ραν αὐ­τῶν, ζοῦ­σε μέ δρα­μα­τι­κή ἔν­τα­ση τήν «ἀ­γω­νί­α τῆς κε­νό­τη­τας καί τῆς ἔλ­λει­ψης νο­ή­μα­τος». Ἡ τε­λευ­ταί­α ἐμ­φα­νί­ζε­ται κυ­ρί­ως κα­τά τό τέ­λος μιᾶς ἐ­πο­χῆς. Γί­νε­ται κα­θο­λι­κή ὅ­ταν οἱ συ­νη­θι­σμέ­νες δο­μές νο­ή­μα­τος, ἰ­σχύ­ος, πί­στης καί τά­ξης ἀρ­χί­σουν νά δι­α­λύ­ον­ται, σύμ­φω­να μέ τήν ἀ­νά­λυ­ση τοῦ Paul Tillich(7), πού πε­ρι­έ­γρα­ψε τίς κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κές της προ­ϋ­πο­θέ­σεις καί τήν ὀ­νό­μα­σε «Τρί­τη Πε­ρί­ο­δο τῆς Ἀ­γω­νί­ας στήν Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δυ­τι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ».

       Ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νος, ἐ­πί­σης, μέ ἕ­να ἐ­ξαι­ρε­τι­κό ἀ­φτί πού τα­χύ­τα­τα συ­νε­λάμ­βα­νε τά κά­θε λο­γῆς στοι­χεῖ­α τοῦ προ­φο­ρι­κοῦ λό­γου. Δέν τόν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν κα­θό­λου οἱ πε­ρι­γρα­φές, για­τί γνώ­ρι­σε ἀ­πό τήν πιό μι­κρή του ἡ­λι­κί­α τήν πο­λυ­σύν­θε­τη δυ­να­μι­κή τῶν ἠ­χη­τι­κῶν μη­νυ­μά­των, σέ ὅ­σα φα­νε­ρώ­νουν, ἀ­πο­κρύ­πτουν καί κυ­ρί­ως ὑ­παι­νίσ­σον­ται, μέ­σα σέ πο­λύ σύν­το­μο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα. Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς στη­ρί­ζον­ται στήν ὅ­ρα­σή τους. Ὁ E.H. στήν ἀ­κο­ή του. Ὡς γνή­σιος κυ­νη­γός ἀ­φουγ­κρα­ζό­ταν τίς μι­κρές καί με­γά­λες φω­νές στά δά­ση , καί ἀρ­γό­τε­ρα ὡς ἀν­τα­πο­κρι­τής ἄ­κου­σε τούς ἐκ­κω­φαν­τι­κούς κρό­τους στά πε­δί­α τῶν μα­χῶν.

       Ἡ ἀ­νι­χνευ­τι­κή του ἐ­σω­τε­ρι­κή συγ­γρα­φι­κή κε­ραί­α τόν ὁ­δή­γη­σε, ἴ­σως καί ἐν­στι­κτω­δῶς, μιάς καί δέν ἦ­ταν δι­α­νο­ού­με­νος τῆς θε­ω­ρί­ας καί τῶν στο­χα­σμῶν, στήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῆς ἀλ­λα­γῆς: οἱ ἄν­θρω­ποι δέν θά εἶ­χαν πιά χρό­νο γιά πο­λύ­πλο­κες ἀ­να­λύ­σεις, ἀλ­λά γιά δι­α­δο­χή εἰ­κό­νων ὅ­πως στόν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἡ φί­λη του Gertrude Stein τοῦ ἔ­δω­σε τό χω­ρο­χρο­νι­κό στίγ­μα τῆς ζω­ῆς ἑ­κα­τομ­μυ­ρί­ων ἀν­θρώ­πων μα­ζί μέ τήν δι­κή του, με­τα­φέ­ρον­τάς του τόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό ἑ­νός βο­η­θοῦ σέ γκα­ράζ τοῦ Πα­ρι­σιοῦ: Χα­μέ­νη Γε­νιά.(8) Ἐ­κεῖ­νος ἐ­πι­κεν­τρώ­θη­κε στό χά­νω· δη­λα­δή στήν κά­θε εἴ­δους ἀ­πώ­λεια.

Στούς Λό­φους σάν Λευ­κοί Ἐ­λέ­φαν­τες, κά­ποι­α στιγ­μή: Τό κο­ρί­τσι ση­κώ­θη­κε καί περ­πά­τη­σε ὥς την ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ. Στήν ἄλ­λη πλευ­ρά ἀ­πέ­ναν­τι, ὑ­πῆρ­χαν στα­ρο­χώ­ρα­φα καί στίς ὄ­χθες τοῦ Ἴμ­προ, σ’­ὅ­λο τό μῆ­κος, δέν­τρα. Μα­κριά, πέ­ρα ἀ­π’ το πο­τά­μι, βου­νά. Ἡ σκιά ἑ­νός σύν­νε­φου με­τα­κι­νή­θη­κε πά­νω ἀ­π’ τόν σι­τα­γρό καί τό κο­ρί­τσι εἶ­δε τό πο­τά­μι ἀ­νά­με­σα στά δέν­τρα.

       —Καί θά μπο­ρού­σα­με νά τά ἔ­χου­με ὅ­λα τοῦ­τα, εἶ­πε. Τά πάν­τα, καί κά­θε μέ­ρα τό κά­νου­με πιό ἀ­δύ­να­το.

Ὁ Ε.Η. δέν χά­νει εὐ­και­ρί­α στίς ἱ­στο­ρί­ες του νά μι­λή­σει γιά τήν ἐ­πι­λο­γή τῆς ἀ­πώ­λειας, μπρο­στά σ’ ἕ­να δί­λημ­μα· εἴ­τε πρό­κει­ται γιά φό­νο, εἴ­τε γιά χω­ρι­σμό, εἴ­τε γιά αὐ­το­κτο­νί­α, εἴ­τε γιά κα­τα­στρο­φή, εἴ­τε γιά ἥτ­τα. Ὁ ἄν­θρω­πος δι­α­λέ­γει αὐ­τό πού τόν ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πό κεῖ­νο πού ἐ­πι­θυ­μεῖ ἤ νο­σταλ­γεῖ.

       Γε­ρά ἐγ­κα­τε­στη­μέ­νη αὐ­τή ἡ ἀ­δι­έ­ξο­δη ἀ­γω­νί­α στήν ρί­ζα τῆς ὕ­παρ­ξής του, συ­νι­στοῦ­σε τό οὐ­σι­ῶ­δες τί πού με­τα­κέ­νω­νε στίς ἀ­φη­γή­σεις του. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ με­τα­νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα μπο­ροῦ­σε νά ἀ­να­γνω­ρί­σει τόν γκρε­μό ἐ­νώ­πιον τοῦ ὁ­ποί­ου, μέ ἐν­τε­λῶς λι­τά μέ­σα, τήν ἀ­νάγ­κα­ζε νά στα­θεῖ: ἐ­κεῖ πού προ­η­γου­μέ­νως τήν εἶ­χαν ὁ­δη­γή­σει οἱ ἐ­πι­λο­γές πί­σω ἀ­πό τά ἱ­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα καί τίς συν­θῆ­κες.

       Γιά τά συμ­πε­ρά­σμα­τα, πού ἤ­δη ἀ­νέ­φε­ρα, ἐ­νι­σχύ­θη­κα ἀ­πό ἕ­ναν ἄλ­λο Λευ­κό Ἐ­λέ­φαν­τα, ἀ­νω­νύ­μου συγ­γρα­φέ­α μιᾶς συλ­λο­γῆς Ἱ­στο­ρι­ῶν Χα­τά­κα. Ἱ­στο­ρί­ες, δη­λα­δή, ἀ­πό τήν βου­δι­στι­κή πα­ρά­δο­ση μέ ἥ­ρω­ες ζῶ­α. Εἶ­ναι ἡ ἀ­κό­λου­θη(9):

Ἕ­νας ὡ­ραῖ­ος λευ­κός ἐ­λέ­φαν­τα πού ζοῦ­σε στούς πρό­πο­δες ἑ­νός βου­νοῦ, συ­ναν­τή­θη­κε μέ μιά ὁ­μά­δα ἀν­θρώ­πων. Εἶ­χαν χά­σει τόν δρό­μο τους καί ἔ­κλαι­γαν για­τί πει­νοῦ­σαν καί δι­ψοῦ­σαν ὑ­περ­βο­λι­κά. Ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν μέ­ρος ἑ­νός με­γά­λου καί πλού­σιου κα­ρα­βα­νιοῦ. Κι ἔ­πει­τα ἀ­πό πολ­λές καί δι­ά­φο­ρες ἀ­τυ­χί­ες ἦ­σαν οἱ μό­νοι πού κα­τά­φε­ραν νά ἐ­πι­ζή­σουν. Ρώ­τη­σαν τόν ἐ­λέ­φαν­τα ποι­ό δρό­μο θά ἔ­πρε­πε νά ἀ­κο­λου­θή­σουν γιά νά φθά­σουν στήν πιό κον­τι­νή πό­λη. Ἐ­κεῖ­νος τούς ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι ἡ ἀ­πό­στα­ση πού τούς χώ­ρι­ζε ἀ­πό ὁ­ποι­α­δή­πο­τε πό­λη ἦ­ταν πο­λύ με­γά­λη καί ὅ­τι πο­τέ δέν θά κα­τά­φερ­ναν νά φθά­σουν στήν κα­τά­στα­ση πού ἦ­σαν. Τούς συ­νέ­στη­σε νά ξε­κου­ρα­στοῦν καί νά ἀ­να­λά­βουν δυ­νά­μεις. — Ἐ­δῶ κον­τά, συμ­πλή­ρω­σε, ἀ­νά­με­σα στίς πέ­τρες ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρό ρυά­κι γιά νά ξε­δι­ψά­σε­τε. Ἐ­πί­σης, ἐ­κεῖ κον­τά θά δεῖ­τε ἕ­ναν ἑ­τοι­μο­θά­να­το ἐ­λέ­φαν­τα. Ἀ­πό τό κρέ­ας του θά μπο­ρέ­σε­τε νά τρα­φεῖ­τε. για­τί σέ λί­γο θά ἔ­χει πε­θά­νει.

Ἀ­φοῦ τά εἶ­πε αὐ­τά ὁ λευ­κός ἐ­λέ­φαν­τας τούς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ἀ­νέ­βη­κε ψη­λά στό βου­νό καί χω­ρίς ἀρ­γο­πο­ρί­α ἔ­πε­σε στό κε­νό. Πί­στευ­ε μέ βε­βαι­ό­τη­τα πώς ὅ­ταν θά ἔ­φθα­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι στό ση­μεῖ­ο πού τούς εἶ­χε ὑ­πο­δεί­ξει, θά ἔ­βρι­σκαν τό σῶ­μα του, ἀ­κό­μη ζε­στό, κον­τά στό νε­ρό πού ἔ­τρε­χε, καί θά χόρ­ται­ναν τήν πεί­να τους. Ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ἀλ­λά οἱ ἄν­θρω­ποι τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σαν καί, στήν ἀρ­χή, δέν θέ­λη­σαν νά φᾶ­νε τό κρέ­ας του. Ὅ­μως δέν ἄρ­γη­σαν νά ἀλ­λά­ξουν γνώ­μη. Κα­τά­λα­βαν ὅ­τι μό­νον ὅ­ταν θά μοί­ρα­ζαν με­τα­ξύ τους τό τε­ρά­στιο καί ἀ­γα­θό του σῶ­μα, θά ἔ­με­ναν πι­στοί στήν μνή­μη του καί ἡ θυ­σί­α του δέν θά πή­γαι­νε χα­μέ­νη. Αὐ­τή ἡ τρο­φή, ὄ­χι μό­νον θά τούς ἔ­δι­νε δυ­νά­μεις νά φθά­σουν σέ κά­ποι­α πό­λη, ἀλ­λά ἡ ἀ­νά­μνη­ση τοῦ κα­λό­καρ­δου ἐ­λέ­φαν­τα θά τούς βο­η­θοῦ­σε νά μεί­νουν δί­και­οι καί εὐ­γε­νι­κοί τήν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή τους.

Ποι­ό εἶ­ναι τό θέ­μα τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ; Εἶ­ναι τό μυ­στή­ριο μιᾶς θυ­σι­α­στι­κῆς ἐ­πι­λο­γῆς γιά μιά ὑ­πέρ­τα­τη πρά­ξη κα­λω­σύ­νης, δί­χως ἀ­παί­τη­ση κα­νε­νός ἀν­ταλ­λάγ­μα­τος. Ὁ σχο­λια­στής τῆς ἱ­στο­ρί­ας γρά­φει: «ἡ κα­λω­σύ­νη, τό­σο δε­μέ­νη μέ τήν χά­ρη, ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά πλη­σιά­σει καί πά­λι ἡ χά­ρη τούς ἀν­θρώ­πους καί νά τούς γε­μί­σει ἀ­πο­λύ­τως μέ ὅ­σα πί­στε­ψαν πώς ἔ­χα­σαν γιά πάν­τα.»

       Ἡ Ζίγκ, ἡ ἡ­ρω­ϊ­δα στήν μι­κρή ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ε.Η. τά δι­α­σθα­νό­ταν ὅ­λα τοῦ­τα καί μπο­ροῦ­σε νά τά συμ­πε­ρι­λά­βει μέ­σα σέ δυ­ό λέ­ξεις: τά πάν­τα: Θά μπο­ρού­σα­με νά ἔ­χου­με τά πάν­τα. Χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας τούς μα­κρι­νούς λό­φους Λευ­κούς Ἐ­λέ­φαν­τες εἶ­χε ἤ­δη συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει τό εὖ­ρος τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως καί μπο­ροῦ­σε νά ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σει στήν ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς ζω­ῆς ἄ­νο­στων ἐ­πα­να­λή­ψε­ων, τίς πλού­σι­ες δω­ρε­ές μιᾶς νο­η­μα­τι­σμέ­νης ζω­ῆς. Ἡ ψυ­χή της, ὄν­τας ἀ­νοι­χτή, ἀν­τη­χοῦ­σε τά πολ­λα­πλά νο­ή­μα­τα τοῦ ἀρ­χαί­ου συμ­βό­λου, καί ἀν­τα­πο­κρι­νό­ταν δε­κτι­κά. Ἀλ­λά ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος εἶ­χε χά­σει τόν σύν­δε­σμό του μέ τήν πη­γή πού ξε­δι­ψά­ει καί τρέ­φει. Ἦ­ταν ὁ ἐ­γω­πα­θής νάρ­κισ­σος, κά­πο­τε ἀ­λα­ζό­νας, κά­πο­τε ἀ­νό­η­τος, πάν­τα θο­ρυ­βώ­δης στίς συ­νά­ξεις γιά νά κερ­δί­ζει τό κέν­τρο τῆς προ­σο­χῆς, μέ τό ποῦ­ρο στό στό­μα καί τό μπου­κά­λι στό χέ­ρι, ὁ γη­τευ­τής τῶν γυ­ναι­κῶν, ἀλ­κο­ο­λι­κός καί φο­βι­κά ἀ­να­σφα­λής Ἔρ­νε­στ.

       Ἡ λο­γο­τε­χνί­α θά μπο­ροῦ­σε νά ὁ­ρι­σθεῖ ὡς ἕ­να Συμ­βο­λι­κό Δεῖ­πνο. Ὁ κα­θέ­νας συ­νει­σφέ­ρει μέ αὐ­τό πού εἶ­ναι. Για­τί αὐ­τό πού εἶ­ναι, προσ­δι­ο­ρί­ζει ἐν πολ­λοῖς καί αὐ­τό πού ἔ­χει. Ὁ Ηemingway διά μέ­σου τοῦ ὕ­φους του προ­σέ­φε­ρε τήν οὐ­σί­α τῶν ἀ­δι­έ­ξο­δων συγ­κρού­σε­ων καί πε­ρισ­σό­τε­ρο τῶν ἀ­νε­πί­στρο­φων ἀ­πω­λει­ῶν του. Δί­νει στούς ἀ­να­γνῶ­στες του τήν εὐ­και­ρί­α νά: «συμ­βο­λο­ποι­ή­σουν τά δι­κά τους ἀ­πω­θη­μέ­να ἤ ἀ­πο­κλει­σμέ­να τραυ­μα­τι­κά ψυ­χι­κά βι­ώ­μα­τα καί νά λά­βουν ἐ­πί­γνω­ση, ὡς ἕ­να βαθ­μό, τῆς προ­σω­πι­κῆς τους ἀ­λή­θειας.»(10)

       Στόν ἴ­διο φαί­νε­ται πώς, ἡ με­λαγ­χο­λί­α μέ τίς κα­τα­θλι­πτι­κές του κρί­σεις και τίς δι­ά­φο­ρες φά­σεις τους (κυ­ρί­ως τήν τε­λευ­ταί­α πού τόν ὁ­δή­γη­σε στήν αὐ­το­κτο­νί­α), «ὑ­πο­βα­στα­ζό­ταν ἀ­πό ἕ­να βα­θύ­τε­ρο ψυ­χι­κό πε­δί­ο θα­νά­του»(10). Πά­νω σ’ αὐ­τό, ἡ ἐν­δε­χό­με­νη προ­δι­ά­θε­σή του ἔ­χει ἀ­πα­σχο­λή­σει πολ­λούς με­λε­τη­τές. Μέ ἄλ­λα λό­για, τό πό­σο βά­σι­μο ἦ­ταν αὐ­τό πού ὀ­νο­μά­στη­κε «Κα­τά­ρα τῆς οἰ­κο­γέ­νειας Hemingway». Πράγ­μα­τι στό οἰ­κο­γε­νεια­κό του δέν­τρο ὑ­πάρ­χουν τό­σοι πολ­λοί ξαφ­νι­κοί, τρα­γι­κοί θά­να­τοι καί αὐ­το­κτο­νί­ες, ὥ­στε εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά πα­ρα­θε­ω­ρη­θοῦν ὡς ἁ­πλῶς συμ­πτώ­σεις. Ἐ­κτός ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα του καί τόν ἴ­διο, ἡ ἀ­δελ­φή του, ὁ ἀ­δελ­φός του, ὁ γιός του, καί ἡ ἐγ­γο­νή του πέ­θα­ναν εἴ­τε ἀ­πό ὑ­περ­βο­λι­κή δό­ση ναρ­κω­τι­κῶν εἴ­τε ἀ­πό αὐ­το­τραυ­μα­τι­σμούς μέ ὅ­πλο.(11)

       Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, δεν φαί­νε­ται νά βρέ­θη­κε κα­νείς νά τόν βο­η­θή­σει οὐ­σι­α­στι­κά, ὥ­στε, ἀ­πό τό ψυ­χι­κό πε­δί­ο θα­νά­του στό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν βυ­θι­σμέ­νος, νά ἀ­να­δυ­θεῖ «πρός ἕ­ναν τό­πο ὅ­που ὁ ἑ­αυ­τός του στα­θε­ρο­ποι­εῖ­ται καί δέν δι­α­λύ­ε­ται, ὅ­που ἀ­να­ζη­τεῖ­ται ὡς πρό­τυ­πο ταύ­τι­σης ἕ­νας ἄλ­λος πα­τέ­ρας, συμ­βο­λι­κός»(10).

       Ὡ­στό­σο, ἄ­ξί­ζει νά θυ­μό­μα­στε πώς εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ He­mi­ng­way πού εἶ­δε πρῶ­τος τούς Λό­φους ὡς Λευ­κούς Ἐ­λέ­φαν­τες, καί δι­ά­λε­ξε τήν θη­λυ­κή του περ­σό­να, τήν Ζίγκ, γιά νά τήν προι­κί­σει μέ δι­αί­σθη­τι­κή ὅ­ρα­ση ὥ­στε νά ἀν­τι­λη­φθεῖ ἀ­μέ­σως τό πλού­σιο σύμ­βο­λο γό­νι­μης ζω­ῆς.


Ἰ­ού­λιος –Δε­κέμ­βριος 2021


B­ι­βλι­ο­γρα­φί­α:
            (1) Robert Paul Lamb, Hemingway and the Creation of Twentieth Century Dialogue, στὸ Ernest Heminway, Bloom’s Literary Criticism,2011, σελ. 63.rleC:/Users/User1/Downloads/Harold%
            (2) Virginia Woolf, An Essay in Criticism. Review of Men Without Women by Ernest Hemingway, New York Herald Tribune Books (9 October 1927): 1, 8.
            (3) Ernest Hemingway, Edited and with and Introduction by Harold Bloom, New Edition 2011, Bloom’s Literary Criticism, Infobase Publishing.
            (4) Gabriela Tucan, (PDF) Exploring Fragmented Worlds: Hemingway and Hopper
https://www.researchgate.net/publication/330738168_Exploring_Fragmented_Worlds_Hemingway_and_Hopper
            (5)
            (6) Schaefers, Adam. «Analyzing the Symbolism of Hills like White Elephants by Ernest Hemingway». Lifestyle. 4-1-10:
http://www.associatedcontent.com/article/1340961/analyzing_the_symbolism_of_hills_like_pg2.html?cat=23
            (7) Paul Tillich, Τό θάρ­ρος τῆς ­πάρ­ξε­ως, 21ος τό­μος, Εἰ­σα­γω­γή, Με­τά­φρα­ση, Ση­μει­ώ­σεις Χρή­στου Μα­λε­βί­τση, ἐκδ. Ἁρ­μός, 2012, σελ. 84-85: Σέ τέ­τοι­ες κα­τα­στά­σεις τό μη­δέν ἔ­χει δι­πλή ὄ­ψη·μοιά­ζει μέ δύ­ο τύ­πους ἐ­φιά­λτη. Ὁ ἕ­νας τύ­πος εἶ­ναι ἡ ἀ­γω­νί­α τῆς ἐκ­μη­δε­νι­στι­κῆς στε­νό­τη­τας, τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας δι­α­φυ­γῆς καί τοῦ τρό­μου τῆς πα­γί­δευ­σης.Ὁ ἄλ­λος τύ­πος εἶ­ναι ἡ ἀ­γω­νί­α τῆς ἐκ­μη­δε­νι­στι­κῆς ἀ­νοι­κτό­τη­τας, τοῦ ἀ­πεί­ρου, τοῦ ἀ­σχη­μά­τι­στου δι­α­στή­μα­τος μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο κα­νείς πε­ρι­πί­πτει χω­ρίς τό­πο ὅ­που νά στα­θεῖ ἐ­πά­νω του. Κοι­νω­νι­κές κα­τα­στά­σεις σάν αὐ­τές πού πε­ρι­γρά­ψα­με ἔ­χουν τόν χα­ρα­κτή­ρα τό­σο τῆς πα­γί­δας χω­ρίς ἔ­ξο­δο ὅ­σο καί ἑ­νός ἄ­δει­ου, σκο­τει­νοῦ καί ἄ­γνω­στου κε­νοῦ χώ­ρου. Καί οἱ δυ­ό ὄ­ψεις τῆς αὐ­τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας προ­ξε­νοῦν τήν λαν­θά­νου­σα ἀ­γω­νί­α σέ κά­θε ἄ­το­μο πού τίς ἀ­τε­νί­ζει.Σή­με­ρα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πό μᾶς πράγ­μα­τι τίς ἀ­τε­νί­ζου­με.
            (8) Unknown, «Ernest Hemingway Biography». The Hemmingway Resource Center. 4-1-10:
http://www.lostgeneration.com/childhood.htm
            (9) Gustavo Martin Garzo, «Ὁ Λευ­κός Ἐ­λέ­φαν­τας», Πε­ρι­ο­δι­κό Εὐ­θύ­νη, Αὔ­γου­στος 2000, τεῦ­χος 344, σελ. 400-401.
            (10) Δημήτρης Κυ­ρια­ζῆς, «Ἀ­πό τήν Ἐ­νο­χή στή Δι­καί­ω­ση καί τήν Ἐ­ξι­λέ­ω­ση, στήν τρα­γω­δί­α τοῦ Αἰ­σχύ­λου: “Εὐ­με­νί­δες”». Στόν συλ­λο­γι­κό τό­μο Οἱ Γυ­ναι­κεῖ­ες Μορ­φές στόν Μύ­θο, πρό­λο­γος Π. Σα­κελ­λα­ρό­που­λος, Ἐ­πιμ. Ἀ. Βα­σι­λειάς – Ν. Πα­να­γι­ω­το­πού­λου. Ἐκ­δο­σεις Πα­πα­ζή­ση, Ἀ­θή­να 2008, σελ.102-144.
            (11) https://www.123helpme.com/essay/The-Curse-of-the-Hemingways-26490
& https://www.upi.com/Archives/2001/10/10/The-Hemingway-suicide-curse/8231002686400/
& https://edition.cnn.com/2013/01/21/health/hemingway-film/index.html
Mariel Hemingway explores her family’s troubled history in «Running from Crazy» The documentary premiered at the Sundance Film Festival,  2013.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρωτή­ματα σέ ἀ­νάλγη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να: Homage to Ernest Hemingway (περ.1967). Ἔργο τοῦ Michael Docherty (γ.1947).