N­τά­ϊ­αν Ἄν­τριους Χέ­νιν­γκφέλντ (Diane Andrews Henningfeld): Τρα­γι­κά καί κω­μι­κά στοι­χεῖ­α στήν ἱ­στο­ρί­α Λό­φοι σάν λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες



N­τά­ϊ­αν Ἄν­τριους Χέ­νιν­γκφέλντ (Diane Andrews Henningfeld)

[Ernest Hemingway, Ἀφιέρωμα 5/6]


Τρα­γι­κά καί κω­μι­κά στοι­χεῖ­α

στήν ἱ­στο­ρί­α Λό­φοι σάν λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες


Ο 1927 ὁ Ernest Hemingway ὁ­λο­κλή­ρω­σε καί ἐ­ξέ­δω­σε μιά συλ­λο­γή μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν του, μέ τί­τλο Ἄν­δρες χω­ρίς γυ­ναῖ­κες. Ἡ συλ­λο­γή πε­ρι­εῖ­χε ἀρ­κε­τές ἀ­ξι­ό­λο­γες ἱ­στο­ρί­ες, τίς ὁ­ποῖ­ες οἱ κρι­τι­κοί ἔ­χουν ἐ­ξε­τά­σει προ­σε­κτι­κά σχε­δόν ἀ­πό τήν πρώ­τη μέ­ρα τῆς ἔκ­δο­σής τους. Ἀ­νά­με­σά τους ἡ πλέ­ον εὐ­ρέ­ως ἀν­θο­λο­γη­μέ­νη καί ἡ πιό συ­χνά δι­δα­σκό­με­νη, ἀ­κό­μα καί τώ­ρα, εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α Λό­φοι σάν λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες, πού συ­νε­χί­ζει νά προ­κα­λεῖ τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν εἰ­δι­κῶν καί τήν θερ­μή ἀν­τι­γνω­μί­α τῶν φοι­τη­τῶν.

       Πρό­κει­ται γιά μιά πα­ρά πο­λύ μι­κρή ἱ­στο­ρί­α, πε­ρί­που χί­λι­ες λέ­ξεις, σχε­δόν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου δι­ά­λο­γος. Ἄν καί ὑ­πάρ­χει θέ­μα, ἀ­που­σιά­ζει ἡ πλο­κή· ἄν καί ἀ­νά­με­σα στούς κύ­ριους χα­ρα­κτῆρες ἀν­ταλ­λάσ­σον­ται κου­βέν­τες, κα­μιά λύ­ση δέν δί­δε­ται. Τό θέ­μα τῆς συ­ζή­τη­σής τους, δη­λα­δή ἡ ἔ­κτρω­ση, πο­τέ δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται ὀ­νο­μα­στι­κά ἀ­πό κα­νέ­ναν τους. Πα­ρά τήν συν­το­μί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας, καί πα­ρά τά κε­νά πού δη­μι­ουρ­γεῖ ὁ δι­ά­λο­γος, οἱ λό­γιοι συ­νε­χί­ζουν νά γρά­φουν σε­λί­δες ἐ­πί σε­λί­δων κρι­τι­κοῦ σχο­λια­σμοῦ. Ἕ­να τό­σο με­γά­λο ἐν­δι­α­φέ­ρον γι’ αὐ­τήν, τό λι­γό­τε­ρο δεί­χνει πώς ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι πλού­σια, ἀ­νοι­χτή ὡς κεί­με­νο, καί προ­σκα­λεῖ τήν ἀ­να­γνω­στι­κή συμ­με­το­χή στήν δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­νεύ­ρε­σης νο­ή­μα­τος.

       Ἐμ­φα­νί­ζε­ται πα­ρα­πλα­νη­τι­κά ἁ­πλή. Ἕ­νας ἄν­δρας καί μιά γυ­ναί­κα κά­θον­ται σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι κά­ποι­ου ἱ­σπα­νι­κοῦ σι­δη­ρο­δρο­μι­κοῦ σταθ­μοῦ, πε­ρι­μέ­νον­τας τό τραῖ­νο. Μέ τήν συ­ζή­τη­ση στήν ὁ­ποί­α ἐμ­πλέ­κον­ται­, ὁ Hemingway φαί­νε­ται νά ὑ­παι­νίσ­σε­ται πώς πρό­κει­ται γιά κου­βέν­τα πού ἔ­χει ξε­κι­νή­σει καί συ­νε­χί­ζε­ται. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης ρί­χνε­ται στό μέ­σο τῆς κου­βέν­τας χω­ρίς συμ­φρα­ζό­με­να καί πρέ­πει νά ἀ­πο­σπά­σει ὅ­ποι­α πλη­ρο­φο­ρί­α μπο­ρεῖ ἀ­πό ὅ­σα λέ­γον­ται. Τό σκη­νι­κό τῆς ἱ­στο­ρί­ας εἶ­ναι σύγ­χρο­νο μέ τήν γρα­φή της· δη­λα­δή, ἄν καί δέν ση­μει­ώ­νε­ται συγ­κε­κρι­μέ­νη ἡ­με­ρο­μη­νί­α, μοιά­ζει νά το­πο­θε­τεῖ­ται κά­που με­τα­ξύ τῶν χρό­νων με­τά τόν Πρῶ­το Παγ­κό­σμιο, ἀλ­λά πρίν ἀ­πό τόν Ἱ­σπα­νι­κό Ἐμ­φύ­λιο. Ἐ­πι­πλέ­ον ἡ σκη­νο­θε­σί­α εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κά πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη, τό­σο χρο­νι­κά ὅ­σο καί το­πι­κά. Στήν πρώ­τη κι­ό­λας πα­ρά­γρα­φο δί­δε­ται τό πλαί­σιο τῆς ἱ­στο­ρί­ας μέ τήν ἀ­φη­γη­μα­τι­κή ἀ­ναγ­γε­λί­α πώς «τό ἐξ­πρές ἀ­πό τήν Βαρ­κε­λώ­νη φτά­νει σέ σα­ράν­τα λε­πτά», καί ,πρός τό τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἀ­ναγ­γέ­λε­ται ἀ­πό τήν Ἱ­σπα­νί­δα σερ­βι­τό­ρα πώς «Τό τραῖ­νο φτά­νει σέ πέν­τε λε­πτά». Ἄ­ρα, ὅ­λα τά τῆς ἱ­στο­ρί­ας συμ­βαί­νουν ἐν­τός τῶν τρι­α­πέν­τε λε­πτῶν. Ἐ­πι­πρό­σθετα οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες πο­τέ δέν ἐγ­κα­τα­λεί­πουν τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο σι­δη­ρο­δρο­μι­κό σταθ­μό.

       Οἱ κρι­τι­κοί ἔ­χουν ἀ­να­γνώ­σει τό δι­ή­γη­μα μέ δι­ά­φο­ρους ση­μαν­τι­κούς τρό­πους. Ἄλ­λοι ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­ται στήν δο­μή του, ση­μει­ώ­νον­τας τήν χρή­ση τοῦ δι­α­λό­γου καί τήν θέ­ση τῶν λί­γων καί σύν­το­μων πε­ρι­γρα­φι­κῶν ση­μεί­ων. Ὁ John Hollander, γιά πα­ρά­δειγ­μα, προ­τεί­νει τήν ἰ­δέ­α πώς ἡ ἱ­στο­ρί­α ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ὅ­πως ἕ­να φίλμ ἤ θε­α­τρι­κό ἔρ­γο καί πώς τά σύν­το­μα πε­ρι­γρα­­φι­κά ση­μεῖ­α μπο­ροῦν νά ἀ­να­γνω­σθοῦν ὡς σκη­νο­θε­τι­κές ὁ­δη­γί­ες. Ἄλ­λοι ἀ­να­πτύσ­σουν προ­σε­κτι­κές καί πε­ρί­πλο­κες ἀ­να­γνώ­σεις βα­σι­σμέ­νες στό γλωσ­σι­κό ἐ­πί­πε­δο ἀ­νά­λυ­σης τῶν λέ­ξε­ων, ἐ­ξε­τά­ζον­τας τό πῶς ὁ Ηe­ming­way χρη­σι­μο­ποι­εῖ τίς νύ­ξεις, τίς πα­ρο­μοι­ώ­σεις, τήν εἰ­κο­νο­ποι­ΐ­α καί τόν συμ­βο­λι­σμό. Κά­ποι­οι ἀ­π’­αὐ­τούς ἐ­ξε­τά­ζουν τίς πη­γές του συν­δέ­ον­τας τήν ἱ­στο­ρί­α μέ τό νε­ω­τε­ρι­στι­κό ἀ­ρι­στούρ­γη­μα τοῦ Τ.S. Eliot Ἔ­ρη­μη Χώ­ρα. Μιά ὁ­μά­δα λο­γί­ων, πιό πρό­σφα­τα, συγ­κεν­τρώ­νει τό ἐν­δι­α­φέ­ρον της στό φυ­λε­τι­κό λε­ξι­λό­γιο, πα­ρα­τη­ρών­τας πο­λύ προ­σε­κτι­κά τούς δι­α­φο­ρε­τι­κούς γλωσ­σι­κούς τρό­πους ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας πού χρη­σι­μοποι­οῦν ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος καί ἡ Z­ίγκ. Κι ἀ­κό­μα ἄλ­λοι ἐ­πι­χει­ροῦν νά κά­νουν χρή­ση τῶν αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κῶν χει­ρο­γρά­φων καί ἐ­πι­στο­λῶν τοῦ He­ming­way γιά νά ἀ­να­γνώ­σουν μέ­ρη τῆς ἴ­διας τῆς ζω­ῆς του μέ­σα στήν ἱ­στο­ρί­α. Ὅ­πως καί νά ἔ­χει τό πράγ­μα τό γε­γο­νός τῶν πολ­λα­πλῶν τρό­πων προ­σέγ­γι­σης τῆς ἱ­στο­ρί­ας δέν ση­μαί­νει πώς ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι ἐ­λατ­τω­μα­τι­κή· πε­ρισ­σό­τε­ρο ση­μαί­νει πώς εἶ­ναι ἕ­να κεί­με­νο πού προ­σκα­λεῖ σέ συμ­με­το­χή.

       Σύμ­φω­να μέ τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦ Paul Smith, ὁ Ηe­ming­way δέν λέ­ει στόν ἀ­να­γνώ­στη «πῶς ἔ­φτα­σαν οἱ ἥ­ρω­ες στήν πα­ρού­σα κα­τά­στα­ση, ἤ πῶς θά λύ­σουν τήν σύγ­κρου­ση· δέν τό χρει­α­ζό­μα­στε νά μᾶς εἰ­πω­θεῖ, για­τί οἱ ἀ­παν­τή­σεις βρί­σκον­ται ἐν­σω­μα­τω­μέ­νες σέ ὅ,τι βλέ­που­με καί ἀ­κοῦ­με μέ τό­ση συν­το­μί­α». Ἄν καί ὁ Smith μοιά­ζει μ’ αὐ­τήν τήν θέ­ση νά προ­τεί­νει πώς οἱ «ἀ­παν­τή­σεις» βρί­σκον­ται ἐ­κεῖ πρός ἀ­νά­γνω­ση, ὑ­πάρ­χει ἡ πι­θα­νό­τη­τα πολ­λα­πλῶν ἀ­παν­τή­σε­ων χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τίς ἴ­δι­ες ἀ­ρά­δες τοῦ κει­μέ­νου.

       Ἡ Do­ro­thy Par­ker, σέ μιά ἀ­πό τίς πρῶ­τες κρι­τι­κές γιά τήν ἱ­στο­ρί­α Λό­φοι σάν λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες, τήν πε­ρι­έ­γρα­ψε ὡς «εὐ­αί­σθη­τη καί τρα­γι­κή». Ἄν καί εἶ­ναι ἀ­πί­θα­νο νά ἐν­νο­οῦ­σε ὅ­τι στούς Λό­φους ἔ­βλε­πε μιά τρα­γω­δί­α μέ τήν κλα­σι­κή Ἑλ­λη­νι­κή ση­μα­σί­α, ἡ πρό­τα­σή της μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τε­λέ­σει ση­μεῖ­ο εἰ­σα­γω­γῆς στήν ἱ­στο­ρί­α. Μιά ἐ­ξέ­τα­ση τό­σο τῶν κω­μι­κῶν ὅ­σο καί τῶν τρα­γι­κῶν στοι­χεί­ων ἀ­πο­κα­λύ­πτει πῶς λει­τουρ­γοῦν αὐ­τές οἱ ἰ­δέ­ες μέ­σα στήν ἱ­στο­ρί­α, καί πῶς ὁ μον­τερ­νι­σμός ἔ­χει με­τα­μορ­φώ­σει τίς ἴ­δι­ες αὐ­τές ἰ­δέ­ες.

       Ξε­κι­νών­τας, εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό νά ξε­κα­θα­ρί­σου­με πώς ὁ ὅ­ρος «κω­μι­κό» δέν συ­νε­πά­γε­ται ἐ­δῶ χι­οῦ­μορ, ἤ γέ­λιο. Σ’ αὐ­τήν τήν συ­ζή­τη­ση ἡ «κω­μω­δί­α» δέν πα­ρα­πέμ­πει σέ τη­λε­ο­πτι­κές κω­μω­δί­ες σχε­δι­α­σμέ­νες γιά νά εἶ­ναι ἀ­στεῖ­ες. Σύμ­φω­να μέ τόν σκο­πό αὐ­τῆς τῆς συ­ζή­τη­σης, ἡ κω­μω­δί­α πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νι­στᾶ μορ­φή πού μπο­ρεῖ νά λά­βει τό μυ­θι­στό­ρη­μα. Ἔ­χει τίς ρί­ζες της στίς ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες τε­λε­τές γο­νι­μό­τη­τας. Πα­νη­γυ­ρί­ζει τόν γά­μο, τήν σε­ξου­α­λι­κή ἕ­νω­ση, τήν γέν­νη­ση καί τήν συ­νέ­χεια τῆς κοι­νω­νί­ας. Ὡ­στό­σο δέν εἶ­ναι πάν­το­τε ἀ­νά­λα­φρη· συ­χνά φέ­ρει μα­ζί της τόν πό­νο, τήν μα­ταί­ω­ση, καί μιά κον­τι­νή κα­τα­στρο­φή. Ἡ ἀ­πει­λή τοῦ θα­νά­του βρί­σκε­ται πάν­το­τε ἐγ­κα­τα­στη­μέ­νη στήν ἀ­θέ­α­τη ἄλ­λη πλευ­ρά τῆς κω­μω­δί­ας. Ἐν κα­τα­κλεί­δι, ὡ­στό­σο, ὁ θρί­αμ­βος πά­νω στόν θά­να­το εἶ­ναι αὐ­τός πού δί­νει στήν κω­μω­δί­α τήν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή της φόρ­μα.

       Ἡ τρα­γω­δί­α ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά, ρι­ζώ­νει στόν θά­να­το καί τήν στει­ρό­τη­τα. Ἀ­ναγ­γέλ­λει τό τέ­λος μιᾶς γε­νιᾶς, τό τέ­λος μιᾶς οἰ­κο­γέ­νειας, τό τέ­λος τῆς κοι­νω­νί­ας. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές της εἰ­κό­νες εἶ­ναι ὁ χει­μώ­νας καί ἡ ἄ­γο­νη γῆ. Στόν μον­τερ­νι­σμό, τήν λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρί­ο­δο πού ἡ ἔ­ναρ­ξή της το­πο­θε­τεῖ­ται γε­νι­κῶς μέ­σα στόν Α’ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο, ἀν­τα­να­κλᾶ­ται ἡ ἀ­πώ­λεια τῆς κουλ­τού­ρας στήν ἱ­στο­ρί­α, ἡ ἀ­πώ­λεια τῆς πα­ρά­δο­σης καί τῆς βε­βαι­ό­τη­τας μπρο­στά στό μα­κε­λει­ό τοῦ Πο­λέ­μου, πε­ρισ­σό­τε­ρο πι­θα­νό πλέ­ον λό­γῳ τῆς ἀν­θρω­πο­γε­νοῦς τε­χνο­λο­γί­ας.

       Ὁ μον­τερ­νι­σμός μει­ώ­νει τό πε­δί­ο τοῦ τρα­γι­κοῦ στήν λο­γο­τε­χνί­α, ἑ­στι­ά­ζον­τας σέ ἐ­λάσ­σο­νες χα­ρα­κτῆ­ρες μέ­σα σέ πιό πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες σκη­νο­θε­σί­ες. Σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τίς τρα­γω­δί­ες τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, οἱ ἥ­ρω­ες πλέ­ον δέν χρει­ά­ζε­ται νά εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ροι ἀ­πό τήν ζω­ή, πα­γι­δευ­μέ­νοι στά δι­κά τους τρα­γι­κά λά­θη. Ἡ τρα­γι­κή κί­νη­ση μπο­ρεῖ μᾶλ­λον νά ἐν­το­πι­σθεῖ στήν ἀλ­λο­τρί­ω­ση καί ἀ­πο­μό­νω­ση τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς. Ἡ μον­τερνι­στι­κή τρα­γω­δί­α τεί­νει νά δώ­σει ἔμ­φα­ση στήν εἰ­ρω­νι­κή ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση, καί στό ἥ­συ­χο ἐ­λι­ο­τι­κό τέ­λος «ὄ­χι μέ ἕ­να μπάμ ἀλ­λά μ’ ­ἕ­να κλα­ψού­ρι­σμα».

       Πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­σε­κτι­κή ἐ­ξέ­τα­ση τῶν Λό­φων ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι ἡ Ζίγκ καί ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος βρί­σκον­ται σέ μιά στιγ­μή πού πα­ρα­παί­ει στό ὅ­ριο με­τα­ξύ κω­μι­κοῦ καί τρα­γι­κοῦ. Εἶ­ναι ἡ στιγ­μή μιᾶς ἀ­πό­φα­σης πού θά τούς σπρώ­ξει πρός τήν μιά ἤ τήν ἄλ­λη κα­τεύ­θυν­ση. Τό το­πί­ο ὁ­λό­γυ­ρά τους ἀν­τα­να­κλᾶ καί τά δύ­ο πι­θα­νά μελ­λού­με­να. Ἀ­πό τή μιά πλευ­ρά τοῦ σταθ­μοῦ ἡ γῆ εἶ­ναι εὔ­φο­ρη καί πρά­σι­νη. Τό νε­ρό τοῦ πο­τα­μοῦ τρέ­φει τήν νέ­α ζω­ή. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ κω­μι­κή το­πο­γρα­φί­α, ἡ το­πο­γρα­φί­α τῆς ἀ­να­γέν­νη­σης. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά τοῦ σταθ­μοῦ ἡ γῆ εἶ­ναι γυ­μνή, ἀ­φι­λό­ξε­νη καί σκο­νι­σμέ­νη, δέν τρέ­φε­ται καί δέν ἔ­χει καί ζω­ή. Ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος, ἕ­νας τύ­πoς μέ ση­μαν­τι­κά ψε­γά­δια, ἀ­πο­τυγ­χά­νει νά πα­ρα­τη­ρή­σει τήν δι­χο­τό­μη­ση τοῦ το­πί­ου. Ἡ ὀ­πτι­κή του πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται ἀ­πό τίς ἀ­νάγ­κες καί τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες του. Ζεῖ τό δια­ρκές «τώ­ρα» θέ­λον­τας μό­νο στιγ­μια­ῖες ἀ­πο­λαύ­σεις, καί κα­μιά ἀ­νά­πτυ­ξη δι­αρ­κεί­ας. Ἡ ἐγ­κυ­μο­σύ­νη τοῦ κο­ρι­τσιοῦ, κα­τά­στα­ση πού κα­τ’ ἀ­νάγ­κη δεί­χνει πρός τό μέλ­λον, ἔ­χει δι­α­τα­ρά­ξει τήν τω­ρι­νή του ἰ­σορ­ρο­πί­α. Ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῆς ἐγ­κυ­μο­σύ­νης τόν πι­έ­ζει νά ἀ­να­γνω­ρί­σει τό μέλ­λον. Εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σια­κό πώς πο­τέ σ’­ὁ­λό­κλη­ρη τήν ἱ­στο­ρί­α δέν ἀ­να­φέ­ρει τήν λέ­ξη «ἐγ­κυ­μο­σύ­νη» λές καί μό­νο τό νά τήν προ­φέ­ρει θά ἐμ­πλέ­ξει καί θά πε­ρι­πλέ­ξει τήν ζω­ή του.

       Ἡ Ζίγκ ἀ­πό τήν ἄλ­λη, μοιά­ζει νά ἔ­χει ὑ­ψη­λή ἐ­πί­γνω­ση τοῦ γκρε­μοῦ πά­νω ἀ­π’ τόν ὁ­ποῖ­ο στέ­κε­ται. Ὅ,τι εὔ­χε­ται εἶ­ναι ἡ κω­μι­κή λύ­ση, πώς ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νός θά τήν παν­τρευ­τεῖ, θά ἐ­πι­στρέ­ψουν στήν πα­τρί­δα, καί θά δη­μι­ουρ­γή­σουν οἰ­κο­γέ­νεια. Θά ἔ­χει συμ­με­το­χή στή γέν­νη­ση τῆς ἑ­πό­με­νης γε­νιᾶς, καί ἡ προ­σο­χή της θά ἑ­στι­ά­ζε­ται μπρο­στά. Ἐν­τού­τοις, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ἐ­πί­σης ὅ­τι αὐ­τό πού εὔ­χε­ται νά συμ­βεῖ δέν ὁ­μοιά­ζει μέ αὐ­τό πού θά ἀ­πο­κτή­σει. Ὅ­ταν ση­κώ­νε­ται καί περ­πα­τᾶ ὥς τήν ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ, πα­ρα­τη­ρεῖ τήν εὔ­φο­ρη κοι­λά­δα τοῦ Ἴμ­προ μπρο­στά της, καί κα­τα­λα­βαί­νει τήν σύν­δε­ση ἀ­νά­με­σα στό το­πί­ο καί τό μέλ­λον πού ἐ­πι­θυ­μεῖ. Σύμ­φω­να μέ τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦ Barry Stampfl, «Ἡ Ζίγκ μέ τήν κου­βέν­τα της γιά τό το­πίο ὑ­πο­δει­κνύ­ει τήν ἀ­λή­θεια γιά τήν σχέ­ση της μέ τόν Ἀ­με­ρι­κά­νο καί γιά τά συ­ναι­σθή­μα­τά της πρός τό ἀ­γέν­νη­τό της μω­ρό».

       K­α­τά κά­ποι­ο τρό­πο, αὐ­τή ἡ στιγ­μή εἶ­ναι χο­ρι­κή, μέ τήν ἔν­νοι­α τοῦ χρο­νι­κοῦ ση­μεί­ου ὅ­που ὁ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νος πα­ρα­τη­ρη­τής ἐκ­φρά­ζει μιά κρί­ση γιά τούς χα­ρα­κτῆ­ρες καί τίς πρά­ξεις τους. Σ’ αὐ­τήν τήν τό­σο μι­κρή, ἐ­λά­χι­στη, ἱ­στο­ρί­α ἡ Ζίγκ πρέ­πει νά ἀ­να­λά­βει τόν ρό­λο τοῦ ἴ­διου τοῦ δι­κοῦ της χο­ρι­κοῦ. Αὐ­τήν τή στιγ­μή, ἡ Ζίγκ βγαί­νει ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό της καί βλέ­πει τήν εὐ­ρύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση. Κοι­τά­ζον­τας πέ­ρα στήν κοι­λά­δα λέ­ει: «Καί θά μπο­ρού­σα­με νά τά ἔ­χου­με ὅ­λα αὐ­τά… Καί θά μπο­ρού­σα­με νά ἔ­χου­με τό κά­θε τι, καί κά­θε μέ­ρα τό κά­νου­με καί πιό ἀ­πί­θα­νο.» Εἶ­ναι σάν νά συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι τό κω­μι­κό τέ­λος ξε­γλι­στρά­ει μα­κριά της. Ἴ­σως μπο­ρεῖ νά παί­ξει ἕ­ναν ρό­λο στήν μον­τερ­νι­στική τρα­γω­δί­α, μιά τρα­γω­δί­α ὅ­που, στήν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, βρί­σκει τόν ἑ­αυ­τό της ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νο καί μό­νο μέ ἔν­το­νη τήν ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἀ­που­σί­ας ζω­ῆς στήν μή­τρα της. Στήν χει­ρό­τε­ρη, πε­θαί­νον­τας κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ἔ­κτρω­σης σέ κά­ποι­α κλι­νι­κή, μπο­ρεῖ νά βρε­θεῖ τρι­γυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πό ἀν­θρώ­πους πού δέ μι­λοῦν τήν γλώσ­σα της.

       Σέ ἀν­τί­θε­ση, πάν­τως, μέ τίς πα­ρα­δο­σια­κές κω­μω­δί­ες καί τρα­γω­δί­ες, οἱ Λό­φοι σάν λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες δέν προ­σφέ­ρουν μιά ἀ­να­γνω­ρί­σι­μη λύ­ση. Τό τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας μᾶλ­λον πα­ρα­μέ­νει δί­χως συμ­πέ­ρα­σμα, οἱ πι­θα­νές λύ­σεις κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νες. Γιά τήν Z­ίγκ, ἡ λα­χτά­ρα γιά τήν εὔ­φο­ρη κοι­λά­δα εἶ­ναι καί ἡ λα­χτά­ρα γιά ἕ­να Ἐ­δε­μι­κό πα­ρελ­θόν καί ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς ἐγ­κυ­μο­σύ­νης ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀ­πο­γό­νων γιά τήν προ­έ­κτα­ση στό μέλ­λον. Κα­μιά ἀ­πό τίς λύ­σεις δέν προ­σφέ­ρουν τήν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς λα­χτά­ρας της, καί τό γνω­ρί­ζει. Ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος μέ τήν μα­τιά του στίς βα­λί­τσες τους, πού εἶ­ναι γε­μά­τες ἀ­πό ταμ­πέ­λες ξε­νο­δο­χεί­ων, ση­μα­το­δο­τεῖ τόν πό­θο του νά πα­ρα­μεί­νει στό πα­ρόν δι­αρ­κεί­ας, ἕ­να πα­ρόν δί­χως πα­ρελ­θόν ἤ μέλ­λον. Καί πά­λι, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τῆς ἐ­πι­λο­γῆς τους, ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ ἀν­δρός θά πα­ρα­μεί­νει ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη.

       Ἡ ἱ­στο­ρί­α τε­λει­ώ­νει, τό τραῖ­νο στά­σι­μο, ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο γιά πέν­τε λε­πτά στίς σι­δη­ρο­δρο­μι­κές γραμ­μές. Πα­γω­μέ­νοι στό με­σο­δι­ά­στη­μα ἀ­νά­με­σα στήν κω­μι­κή καί τήν τρα­γι­κή λύ­ση, οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες πα­ρα­μέ­νουν ἡ Ζίγκ καί ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος, μέ τόν δι­ά­λο­γο στα­μα­τη­μέ­νο. Ἄν καί κρι­τι­κοί, πα­νε­πι­στη­μια­κοί, ἀ­να­γνῶ­στες, φοι­τη­τές μπο­ροῦν νά δι­α­φω­νοῦν για­τί τό «τί θά συμ­βεῖ στή συ­νέ­χεια», ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πώς τί­πο­τα δέν συμ­βαί­νει στούς χα­ρα­κτῆ­ρες με­τά τό τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ὁ Ηe­ming­way ἀ­φή­νει τούς χα­ρα­κτῆ­ρες του ὅ­πως τούς βρῆ­κε, στό μέ­σον ἑ­νός εὐ­ρύ­τε­ρου κά­τι , ἔ­ξω ἀ­πό τά πε­ρι­θώ­ρια τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Πραγ­μα­τι­κά ἡ Ζίγκ και ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος φτά­νουν στό ση­μεῖ­ο νά ἐκ­προ­σω­ποῦν αὐ­τή τή στιγ­μή τήν χα­μέ­νη γε­νιά. Δί­χως λύ­ση, ἀ­πο­μο­νω­μέ­νοι καί ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νοι με­τα­ξύ τους, πα­ρα­μέ­νουν στόν ἐ­ρη­μό­το­πο τοῦ ἀ­τε­λέ­σφο­ρου, μέ τό ἐν­δε­χό­με­νο τῆς πα­ρά­δο­σης καί τῆς συ­νέ­χειας, ὅ­πως ἀ­να­πα­ρί­στα­ται στήν εὔ­φο­ρη κοι­λά­δα, ἐν­τε­λῶς ἀ­πρό­σι­το.



Πη­γή: Tra­gic and Co­mic E­le­ments of «Hills Like Wh­ite E­le­phants». Last Upda­ted on June 1, 2019, by eNotes E­dito­rial. Di­ane Andre­ws Hen­ningfeld

Hills Like White Elephants Essays and Criticism – eNotes.com

N­τά­ϊ­αν Ἄν­τριους Χέ­νιν­γκφέλντ (Diane Andrews Henningfeld). Ἐ­πί­τι­μη κα­θη­γή­τρια (Pro­fes­sor E­me­rita) τῆς Ἀγ­γλι­κῆς στό Κολ­λέ­γιο Adri­an τοῦ Μί­σιγ­καν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ θέ­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας καί ἱ­στο­ρί­ας γιά πολ­λές ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κές καί ἐκ­παι­δευ­τι­κές ἐκ­δό­σεις.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρω­τή­μα­τα σέ ἀ­νάλ­γη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰκόνα: Τὸ ἐξώ­φυλ­λο τῆς συλ­λο­γῆς διη­γη­μά­των τοῦ E­rnest He­ming­way Men With­out Wo­men, πρώ­τη ἔ­κδο­ση ἀπὸ τὸν νε­οϋρ­κέ­ζι­κο ἐ­κδο­τι­κὸ οἶ­κο Cha­rles Scrib­ner’s Sons τὸ 1927.

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: