Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway): Ἰν­δι­ά­νι­κος Κα­ταυ­λι­σμός



Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway) [Ἀφιέρωμα 3/6]


Ἰν­δι­ά­νι­κος Κα­ταυ­λι­σμός

(Indian camp)


ΞΩ ΣΤΗΝ ΟΧΘΗ τῆς λί­μνης εἶ­χαν σύ­ρει μιά βάρ­κα ἀ­κό­μα. Οἱ δυ­ό Ἰν­διά­νοι πε­ρί­με­ναν ὄρ­θιοι. Ὁ Νίκ κι ὁ πα­τέ­ρας του μπῆ­καν στήν πρύ­μη, οἱ Ἰν­διά­νοι τρά­βη­ξαν τή βάρ­κα στό νε­ρό κι ὁ ἕ­νας τους μπῆ­κε μέ­σα γιά νά τρα­βά­ει κου­πί. Ὁ θεῖος T­ζώρτζ κά­θι­σε στήν πρύ­μη τῆς βάρ­κας ἀ­π’ τήν κα­τα­σκή­νω­ση. Ὁ πιό νέ­ος Ἰν­διά­νος τήν τρά­βη­ξε στό νε­ρό καί μπῆ­κε μέ­σα νά κω­πη­λα­τεῖ γιά τόν θεῖος Τζώρτζ. Οἱ δυ­ό βάρ­κες ξε­κί­νη­σαν στό σκο­τά­δι. Ὁ Νίκ ἄ­κου­γε τούς σκαρ­μούς τῆς ἄλ­λης βάρ­κας κάμ­πο­σο μπρο­στά τους, μα­κριά μέ­σα στήν ὁ­μί­χλη. Οἱ Ἰν­διά­νοι κω­πη­λα­τοῦ­σαν μέ γρή­γο­ρες κο­φτές κου­πι­ές. Ὁ Νίκ ἔ­γει­ρε στήν ἀγ­κα­λιά τοῦ πα­τέ­ρα του μέ τό μπρά­τσο του ὁ­λό­γυ­ρά του. Πά­νω στά νε­ρά ἔ­κα­νε κρύ­ο. Ὁ Ἰν­διά­νος δού­λευ­ε τά κου­πιά πο­λύ δυ­να­τά, ἀλ­λά ἡ ἄλ­λη βάρ­κα μπρο­στά ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν συ­νε­χῶς βα­θιά στήν ὁ­μί­χλη. «Ποῦ πᾶ­με, Μπαμ­πά;» Ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Πέ­ρα στόν Ἰν­δι­ά­νι­κο κα­ταυ­λι­σμό. Μιά Ἰν­διά­να εἶ­ναι βα­ριά ἄρ­ρω­στη.» «» ἔ­κα­νε ὁ Νίκ. Δι­α­σχί­ζον­τας τόν κόλ­πο βρῆ­καν τήν ἄλ­λη βάρ­κα στήν ἀ­κτή. Ὁ θεῖος Τζώρτζ κά­πνι­ζε ποῦ­ρο στό σκο­τά­δι. Οἱ δυ­ό νε­α­ροί Ἰν­διά­νοι ἔ­συ­ραν τή βάρ­κα πιό μέ­σα στήν ἀ­κτή. Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ ἔ­δω­σε ποῦ­ρα καί στούς δυ­ό Ἰν­διά­νους. Ἀ­νη­φο­ρί­ζον­τας ἀ­πό τήν ἀ­κτή περ­πα­τοῦ­σαν μέ­σα ἀ­πό ἕ­να λι­βά­δι μου­σκε­μέ­νο στή δρο­σιά, ἀ­κο­λου­θών­τας τόν νε­α­ρό Ἰν­διά­νο πού κρα­τοῦ­σε τή λάμ­πα. Με­τά μπῆ­καν στό δά­σος καί ἀ­κο­λού­θη­σαν ἕ­να μο­νο­πά­τι πού ἔ­βγα­ζε στό δρό­μο ὅ­που ξύ­λευ­αν, ὁ­δη­γών­τας πί­σω στούς λό­φους. Ἔ­φεγ­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο στό δρό­μο τῶν λογ­γά­ρη­δων, για­τί οἱ κορ­μοί τῆς ξυ­λεί­ας ἦ­ταν κομ­μέ­νοι κι ἀ­πό τίς δυ­ό πλευ­ρές. Ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος στα­μά­τη­σε νά σβή­σει τή λάμ­πα του, καί ὅ­λοι συ­νέ­χι­σαν νά προ­χω­ροῦν κα­τά μῆ­κος τοῦ δρό­μου. Ἔ­κα­ναν μιά στρο­φή κι ἕ­νας σκύ­λος βγῆ­κε γαυ­γί­ζον­τας. Μπρο­στά φά­νη­καν τά φῶ­τα στίς πα­ράγ­κες τῶν Ἰν­διά­νων πού ξε­φλού­δι­ζαν τούς κορ­μούς. Πε­ρισ­σό­τε­ροι σκύ­λοι ὅρ­μη­σαν κα­τά πά­νω τους. Οἱ δυ­ό Ἰν­διά­νοι τούς ἔ­δι­ω­ξαν πί­σω στίς πα­ράγ­κες.

       Στό πα­ρά­θυ­ρο μιᾶς πα­ράγ­κας πιό κον­τά στό δρό­μο ὑ­πῆρ­χε φῶς. Μιά γριά γυ­ναί­κα ὄρ­θια στήν εἴ­σο­δο κρα­τοῦ­σε μιά λάμ­πα. Μέ­σα μιά νε­α­ρή Ἰν­διά­να ξα­πλω­μέ­νη σ’ ἕ­να ξύ­λι­νο ράν­τζο. Πά­λευ­ε ἐ­δῶ καί δυ­ό μέ­ρες νά γεν­νή­σει. Ὅ­λες οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νες τοῦ κα­ταυ­λι­σμοῦ εἶ­χαν πά­ει νά τήν βο­η­θή­σουν. Οἱ ἄν­τρες ἔ­ξω φρε­νῶν μέ τίς κραυ­γές της εἶ­χαν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ πέ­ρα στό δρό­μο νά κά­τσουν στά σκο­τει­νά καί νά κα­πνί­σουν. Αὐ­τή, μέ τό πού εἶ­δε μέ­σα στήν πα­ράγ­κα τόν Νίκ καί τούς δυ­ό Ἰν­διά­νους πί­σω ἀ­π’ τόν πα­τέ­ρα του καί τόν θεῖος Τζώρτζ, ξε­φώ­νι­σε. Ἦ­ταν πλα­γι­α­σμέ­νη στήν πιό χα­μη­λή κου­κέ­τα, τε­ρά­στια κά­τω ἀ­π’ τό πά­πλω­μα. Τό κε­φά­λι της γυ­ρι­σμέ­νο στή μιά πλευ­ρά. Στήν πά­νω κου­κέ­τα ἦ­ταν ὁ ἄν­τρας της. Πρίν τρεῖς μέ­ρες εἶ­χε κό­ψει πο­λύ ἄ­σκη­μα τό πό­δι του μ’ ἕ­να σκε­πάρ­νι. Κά­πνι­ζε πί­πα. Τό δω­μά­τιο μύ­ρι­ζε πο­λύ βα­ριά. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Νίκ δι­έ­τα­ξε νά βά­λουν νε­ρό στή φω­τιά, καί ὅ­σο ζε­σται­νό­ταν μι­λοῦ­σε στόν Νίκ. «Ἡ κυ­ρά ἀ­πό δῶ πρό­κει­ται νά γεν­νή­σει, Νίκ», εἶ­πε. «Ξέ­ρω», εἶ­πε ὁ Νίκ. «Δέν ξέ­ρεις», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ἄ­κου με. Αὐ­τό πού τῆς συμ­βαί­νει λέ­γε­ται το­κε­τός. Τό μω­ρό θέ­λει νά γεν­νη­θεῖ, κι αὐ­τή θέ­λει νά τό γεν­νή­σει. Ὅ­λοι οἱ μύ­ες της προ­σπα­θοῦν νά κά­νουν τό παι­δί νά γεν­νη­θεῖ. Αὐ­τό γί­νε­ται κά­θε φο­ρά πού φω­νά­ζει.» «Κα­τά­λα­βα» εἶ­πε ὁ Νίκ. Τό­τε ἀ­κρι­βῶς ἡ γυ­ναί­κα ξε­φώ­νι­σε. «Ἄχ, Μπαμ­πά, δέν μπο­ρεῖς νά τῆς δώ­σεις κά­τι νά τήν κά­νει νά πά­ψει νά ξε­φω­νί­ζει;» ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Ὄ­χι. Δέν ἔ­χω κα­νέ­να ἀ­ναι­σθη­τι­κό» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ἀλ­λά οἱ κραυ­γές της δέν εἶ­ναι κά­τι σο­βα­ρό. Οὔ­τε πού τίς ἀ­κού­ω για­τί δέν εἶ­ναι τί­πο­τα σο­βα­ρό.»

       Ὁ ἄν­τρας της στήν πά­νω κου­κέ­τα ἄλ­λα­ξε πλευ­ρό γυ­ρί­ζον­τας πρός τόν τοῖ­χο. Ἡ γυ­ναί­κα στήν κου­ζί­να ἔ­γνε­ψε στόν για­τρό πώς τό νε­ρό εἶ­χε ζε­στα­θεῖ. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Νίκ πῆ­γε στήν κου­ζί­να κι ἔ­ρι­ξε πε­ρί­που τό μι­σό ἀ­πό τό νε­ρό τῆς χύ­τρας σέ μιά λε­κά­νη. Στό νε­ρό πού ἔ­μει­νε στή χύ­τρα ἔ­βα­λε δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα πού ξε­τύ­λι­ξε ἀ­πό ἕ­να μαν­τή­λι. «Πρέ­πει νά βρά­σουν» εἶ­πε, κι ἄρ­χι­σε νά τρί­βει τά χέ­ρια του τό­ ’­να μέ τ’ ἄλ­λο μέ ἕ­να κομ­μά­τι σα­πού­νι πού εἶ­χε φέ­ρει ἀ­πό τήν κα­τα­σκή­νω­ση. Ὁ Νίκ πα­ρα­τη­ροῦ­σε τά χέ­ρια τοῦ πα­τέ­ρα του νά τρί­βουν τό ἕ­να τό ἄλ­λο μέ τό σα­πού­νι.

       Ὅ­σο ὁ πα­τέ­ρας του ἔ­πλε­νε τά χέ­ρια του πο­λύ προ­σε­κτι­κά καί σχο­λα­στι­κά, μί­λα­γε: «Βλέ­πεις, Νίκ, τά μω­ρά ὑ­πο­τί­θε­ται πώς γεν­νι­οῦν­ται μέ τό κε­φά­λι νά βγαί­νει πρῶ­το, ἀλ­λά με­ρι­κές φο­ρές δέν γί­νε­ται ἔ­τσι. Ὅ­ταν δέν ἔρ­χον­ται μέ τό κε­φά­λι, προ­κα­λοῦν με­γά­λους μπε­λά­δες σέ ὅ­λους. Μπο­ρεῖ νά χρεια­στεῖ νά χει­ρουρ­γή­σω τού­τη τήν κυ­ρά. Σέ λί­γο θά ξέ­ρου­με.» Ὅ­ταν φά­νη­κε ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος μέ τό πλύ­σι­μο τῶν χε­ρι­ῶν του, μπῆ­κε στό δω­μά­τιο κι ἔ­πια­σε δου­λειά. «Δέν τρα­βᾶς πέ­ρα αὐ­τό τό πά­πλω­μα, ἔ, Τζώρτζ;» εἶ­πε. «Κα­λύ­τε­ρα νά μήν τ’­ἀγ­γί­ξω.» Ἄρ­γό­τε­ρα ὅ­ταν ἄρ­χι­σε τήν ἐ­πέμ­βα­ση, ὁ θεῖος Τζώρτζ καί τρεῖς Ἰν­διά­νοι κρα­τοῦ­σαν τήν γυ­ναί­κα ἀ­κί­νη­τη. Αὐ­τή πά­τη­σε μιά δαγ­κω­νιά στό μπρά­τσο τοῦ θεί­ου Τζώρτζ κι ὁ θεῖος Τζώρτζ εἶ­πε, «Κα­τα­ρα­μέ­νη βρω­μο­ϊν­διά­να σκύ­λα!» κι ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος, πού τρα­βοῦ­σε τό κου­πί σάν ἔ­φερ­νε τόν θεῖο Τζώρτζ, τοῦ γέ­λα­σε κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά. Ὁ Νίκ βα­στοῦ­σε τήν λε­κά­νη γιά τόν πα­τέ­ρα του. Κρά­τη­σε πο­λύ. Ὁ πα­τέ­ρας του σή­κω­σε τό μω­ρό ψη­λά καί τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να μπά­τσο νά τό κά­νει ν’ ­ἀ­να­πνεύ­σει καί τό πα­ρέ­δω­σε στή γριά.

       «Βλέ­πεις; Εἶ­ναι ἀ­γό­ρι, Νίκ», εἶ­πε. «Πῶς σοῦ φαί­νε­ται νά εἶ­σαι βο­η­θός ἀ­σκού­με­νος για­τρός;» Ὁ Νίκ εἶ­πε «Κα­λά». Κοί­τα­ζε πέ­ρα γιά νά μή βλέ­πει τί ἔ­κα­νε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ὁ­ρί­στε, ξεμ­περ­δέ­ψα­με καί μ’ αὐ­τό» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του καί ἔ­βα­λε κά­τι μέ­σα στή λε­κά­νη. Ὁ Νίκ δέν τό κοί­τα­ξε. «Τώ­ρα» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του, «εἶ­ναι καί με­ρι­κά ράμ­μα­τα νά βά­λω. Μπο­ρεῖς νά βλέ­πεις, Νίκ, ἤ ὄ­χι, ὅ­πως θέ­λεις. Θά ρά­ψω τήν το­μή πού ἔ­κα­να.» Ὁ Νίκ δέν κοί­τα­ξε. Ἐ­δῶ καί πο­λύ ὥ­ρα εἶ­χε χά­σει κά­θε ἴ­χνος πε­ρι­έρ­γειας. Ὁ πα­τέ­ρας του τέ­λει­ω­σε καί ση­κώ­θη­κε.

       Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ καί οἱ τρεῖς Ἰν­διά­νοι ση­κώ­θη­καν. Ὁ Νίκ πῆ­γε τή λε­κά­νη στήν κου­ζί­να. Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ κοί­τα­ξε τό μπρά­τσο του. Ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος θυ­μή­θη­κε καί χα­μο­γέ­λα­σε. «Θά τοῦ βά­λω λί­γο ὀ­ξυ­ζε­νέ, Τζώρτζ», εἶ­πε ὁ για­τρός. Ἔ­σκυ­ψε πά­νω ἀ­π’­ τήν Ἰν­διά­να. Τώ­ρα ἦ­ταν ἥ­συ­χη μέ τά μά­τια κλει­στά. Ἦ­ταν πο­λύ ὠ­χρή. Δέν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί ἀ­πό­γι­νε τό μω­ρό ἤ ὅ,τι ἄλ­λο. «Θά γυ­ρί­σω τό πρω­ΐ», εἶ­πε ὁ για­τρός κα­θώς ση­κω­νό­ταν ὄρ­θιος.

       «Ἡ νο­σο­κό­μα ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Ἰ­γνά­τιο πρέ­πει νά εἶ­ναι ἐ­δῶ ὥς τό με­ση­μέ­ρι καί θά φέ­ρει ὅ,τι χρει­α­ζό­μα­στε.» Ἔ­νι­ω­θε νά φου­σκώ­νει ἀ­πό τό κα­μά­ρι του καί ἦ­ταν φλύ­α­ρος ὅ­πως οἱ παῖ­κτες τοῦ πο­δό­σφαι­ρου στά ἀ­πο­δυ­τή­ρια με­τά τόν ἀ­γώ­να. «Τοῦ­το δῶ εἶ­ναι γιά τό ἰ­α­τρι­κό πε­ρι­ο­δι­κό, Τζώρτζ», εἶ­πε. «Νά κά­νεις Και­σα­ρι­κή μέ σου­γιά καί νά ρά­ψεις μέ κά­που τριά­ντα μέ­τρα πε­το­νιά ἀ­πό λου­ρί­δες ἐν­τέ­ρου.» Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ ἀ­κουμ­ποῦ­σε στόν τοῖ­χο κοι­τά­ζον­τας τό μπρά­τσο του.

       «Ὤ, εἶ­σαι σπου­δαῖ­ος ἄν­τρας, ἐν­τά­ξει.» «Κα­λύ­τε­ρα νά ρί­ξω μιά μα­τιά στόν πε­ρή­φα­νο πα­τέ­ρα. Αὐ­τοί συ­νή­θως ὑ­πο­φέ­ρουν τά χει­ρό­τε­ρα γιά τέ­τοι­α μι­κρο­πράγ­μα­τα», εἶ­πε ὁ για­τρός. «Πρέ­πει νά πα­ρα­δε­χτῶ πώς τό πῆ­ρε κα­λά καί σ’ ­ὅ­λα ἦ­ταν κάμ­πο­σο ἥ­συ­χος.» Τρά­βη­ξε τήν κου­βέρ­τα ἀ­πό τό κε­φά­λι τοῦ Ἰν­διά­νου. Τό χέ­ρι του τρα­βή­χτη­κε μού­σκε­μα. Πά­τη­σε στήν ἄ­κρη τῆς πιό χα­μη­λῆς κου­κέ­τας, σκαρ­φά­λω­σε μέ τήν λάμ­πα στό ἕ­να χέ­ρι καί κοί­τα­ξε μέ­σα. Ὁ Ἰν­διά­νος κοι­τό­ταν μέ τό κε­φά­λι πρός τόν τοῖ­χο. Ὁ λαι­μός του κομ­μέ­νος πέ­ρα γιά πέ­ρα, ἀ­πό ἀ­φτί σ’ ἀ­φτί. Μιά λί­μνη ἀ­πό τό αἷ­μα πού εἶ­χε κυ­λή­σει σχη­μα­τι­ζό­ταν ἐ­κεῖ πού τό σῶ­μα του βού­λια­ζε στήν κου­κέ­τα. Μέ τήν κό­ψη πρός τά πά­νω τό ἀ­νοιγ­μέ­νο ξυ­ρά­φι ἀ­φη­μέ­νο στίς κου­βέρ­τες. «Βγά­λε τόν Νίκ ἔ­ξω ἀ­π’­ τήν πα­ράγ­κα, Τζώρτζ», εἶ­πε ὁ για­τρός. Δέ χρει­ά­στη­κε. Ὀ Νίκ, ὄρ­θιος στήν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, εἶ­χε κα­λή θέ­α τῆς πά­νω κου­κέ­τας, ὅ­ταν ὁ πα­τέ­ρας του μέ τή λάμ­πα στό ἕ­να χέ­ρι, ἔ­στρε­ψε τό κε­φά­λι τοῦ Ἰν­διά­νου. Μό­λις ἔ­παιρ­νε νά χα­ρά­ζει, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψαν βα­δί­ζον­τας στόν δρό­μο τῶν λογ­γά­ρη­δων ὥς τή λί­μνη.

       «Λυ­πᾶ­μαι πο­λύ πού σ’ ­ἔ­φε­ρα σ’ αὐ­τό τό ἀ­χού­ρι, Νί­κυ», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του δί­χως ἴ­χνος ἀ­πό τόν ἐν­θου­σια­σμό του με­τά τήν ἐ­πέμ­βα­ση. «Με­γά­λο λά­θος,τά σκά­τω­σα νά σέ ὑ­πο­βά­λω σ’­ὅ­λο αὐ­τό.» «Ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες γεν­νᾶ­νε, πάν­τα ζο­ρί­ζον­ται τό­σο σκλη­ρά;» ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Ὄ­χι, αὐ­τό πού ἔ­γι­νε ἦ­ταν κά­τι πο­λύ-πο­λύ ἐ­ξαιρε­τι­κό.» «Για­τί ἐ­κεῖ­νος αὐ­το­κτό­νη­σε, Μπα­μ­πά;» «Δέν ξέ­ρω, Νίκ. Μᾶλ­λον, δέν μπο­ροῦ­σε νά τό ἀν­τέ­ξει.»

       «Αὐ­το­κτο­νοῦν πολ­λοί ἄν­τρες, Μπαμ­πά;» «Ὄ­χι πά­ρα πολ­λοί, Νίκ», «Πολ­λές γυ­ναῖ­κες;» «Πο­λύ σπά­νια», «Πο­τέ;» «Ἄ, με­ρι­κές φο­ρές, ναί.»

       «Μπαμ­πά;» «Ναί.» «Ποῦ πῆ­γε ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ;» «Θά γυ­ρί­σει μιά χα­ρά.» «Εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά πε­θαί­νεις Μπαμ­πά;» «Ὄ­χι, νο­μί­ζω εἶ­ναι πο­λύ εὔ­κο­λο, Νίκ. Πάν­τα ἐ­ξαρ­τᾶ­ται.» K­ά­θον­ταν στήν βάρ­κα, ὁ Νίκ στήν πλώ­ρη, ὁ πα­τέ­ρας στά κου­πιά. Ὁ ἥ­λιος ἀ­νέ­βαι­νε πά­νω ἀ­πό τούς λό­φους. Μιά πέρ­κα ἀ­να­πή­δη­σε, φτι­ά­χνον­τας κύ­κλο στό νε­ρό. Ὁ Νίκ ἔ­σερ­νε τό χέ­ρι του στό νε­ρό. Τό ἔ­νι­ω­θε θερ­μό στήν τσου­χτε­ρή ψύ­χρα τοῦ πρω­ϊ­νοῦ. N­ω­ρίς τό πρω­ΐ στή λί­μνη κα­θι­σμέ­νος στήν πλώ­ρη τῆς βάρ­κας μέ τόν πα­τέ­ρα του νά κω­πη­λα­τεῖ, ἔ­νι­ω­θε ὁ­λό­τε­λα σί­γου­ρος πώς δέν θά πέ­θαι­νε πο­τέ.



Πη­γή: Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στό πε­ρι­ο­δι­κό Trans­atlan­tic Re­view τοῦ Ford Ma­dox Ford στό Πα­ρί­σι τό 1924. Βλ. έ­δῶ:

https://ia800306.us.archive.org/31/items/IndianCampErnestHemingway_661/IndianCampByErnestHemingway.pdf

Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρνεστ Χέ­μινγου­αίη ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅ­σο καί στόν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρωτή­ματα σέ ἀ­νάλγη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να 1: Ἡ πα­ρά­γκα τῶν κυ­νη­γῶν στὰ ὄ­ρη Ἀ­ντι­ρο­ντάκ. Λι­θο­γρα­φία ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμέ­νη μὲ τὸ χέ­ρι, 1861, πα­ρα­γω­γὴ τῆς νε­ο­ϋ­ρκέ­ζι­κης Ἑ­ται­ρεί­ας Χα­ρα­κτι­κῆς Cur­rier & I­ves (1837-1907).

Εἰ­κό­να 2: Ὁ Χέ­μιν­γουα­ίη τό 1923. Φω­το­γρα­φί­α δι­α­βα­τη­ρί­ου.