Αν­τι­γρά­φον­τας α­πό την κόλ­λα του δι­πλα­νού



Αν­τι­γρά­φον­τας α­πό την κόλ­λα του δι­πλα­νού


Μια ι­δι­ά­ζου­σα πε­ρί­πτω­ση ‘διακειμενικότητας’


ΣΥΖΗΤΗΣΗ πε­ρί οι­κει­ο­ποί­η­σης των γρα­φο­μέ­νων ε­νός συγ­γρα­φέ­α α­πό κά­ποι­ον άλ­λον έ­χει πλέ­ον εμ­πε­δω­θεί. Τι γί­νε­ται ό­μως με τις πε­ρι­πτώ­σεις ε­κεί­νες ό­που κα­νείς αν­τι­κρί­ζει στα κεί­με­να ο­μο­τέ­χνων του φρά­σεις, ι­δέ­ες, πλο­κές και ε­κτυ­λί­ξεις α­φη­γή­σε­ων που α­πό έ­να ση­μεί­ο κι ύ­στε­ρα παύ­ουν να εμ­πί­πτουν στον κα­νό­να της σύμ­πτω­σης; Πώς θα μπο­ρού­σε να ο­νο­μα­στεί κά­τι τέ­τοι­ο αν ό­χι «ι­δε­ο­κλο­πή»; Τέ­λος, πώς θα έ­πρε­πε κα­νείς να δι­α­χει­ρι­στεί έ­να τέ­τοι­ο πε­ρι­στα­τι­κό ό­ταν αυ­τό ξε­φεύ­γει α­πό τα ό­ρια της πο­λυ­φο­ρε­μέ­νης πλέ­ον κρυ­πτο­μνη­σί­ας —που μπο­ρεί να συμ­βεί ά­παξ στον κα­θέ­ναν και την κα­θε­μιά—, και α­πο­δει­κνύ­ε­ται τε­λι­κά ό­τι κα­τ’ ε­ξα­κο­λού­θη­σιν ο φε­ρό­με­νος ως πα­ρα­βά­της υ­πο­πί­πτει συ­στη­μα­τι­κά σε μια δια­ρκή υι­ο­θε­σί­α φρά­σε­ων, ι­δε­ών, πλο­κών και α­φη­γη­μα­τι­κών ε­κτυ­λί­ξε­ων, προ­βαί­νον­τας κα­τ’ ου­σί­α σε μια δι­α­σκευ­ή του κει­μέ­νου-μή­τρας α­πό το ο­ποί­ο εμ­πνέ­ε­ται α­δή­λω­τα; Πα­ρα­κά­τω κα­τα­τί­θεν­ται ο­ρι­σμέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα μιας τέ­τοι­ας πε­ρί­πτω­σης. Στα κεί­με­να της ΜΤΧ έ­χουν ση­μει­ω­θεί με μαύ­ρο μπολντ οι α­τό­φυ­ες οι­κει­ο­ποι­ή­σεις και με κόκ­κι­νο μπολντ οι “δι­α­σκευ­ές”. Στα κείμενα-μή­τρες, ό­λα έ­χουν ε­πι­ση­μαν­θεί με κόκ­κι­νο μπολντ.

Πε­ρί­πτω­ση 1

Στη στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα της Δή­μη­τρας Ι. Χρι­στο­δού­λου στο η­λε­κτρο­νι­κό πε­ρι­ο­δι­κό Χάρ­της, και πιο συγ­κε­κρι­μέ­να στο τχ. 33 (Σε­πτέμ­βριος 2021) δη­μο­σι­εύ­θη­καν κεί­με­να της Γε­ωρ­γί­ας Κο­λο­βε­λώ­νη, του Κυ­ριά­κου Μαρ­γα­ρί­τη, της Ι­ω­άν­νας Ντούμ­πρου και της Μα­ρί­ας Τζι­α­ού­ρη-Χίλ­μερ (στο ε­ξής: ΜΤΧ). Η τε­λευ­ταί­α γρά­φει στο κεί­με­νο της με τί­τλο «Στον πα­ρά­δει­σο» (https://www.hartismag.gr/hartis-33/pyxides/mikrh-klimaka-gewrgia-kolobelwnh-kyriakos-margariths-iwanna-ntoymproy-maria-tziaoyrh-xilmer ):

«Τέρ­μα πια οι έ­ρω­τες», σκέ­φτη­κα — η τε­λευ­ταί­α μου σκέ­ψη πριν κλεί­σω τα μά­τια μου. Ξύ­πνη­σα, δεν ξέ­ρω πό­ση ώ­ρα αρ­γό­τε­ρα. Έ­κα­νε τρο­με­ρή ζέ­στη. Ή­μου­να σ’ έ­να θά­λα­μο α­να­μο­νής μα­ζί με πλή­θος άλ­λους. Κά­θι­σα σε μια γω­νιά. Ί­δρω­να. Η πόρ­τα πρέ­πει ν΄ ά­νοι­ξε μέ­χρι και δέ­κα φο­ρές. Εί­χε μα­ζευ­τεί πο­λύς κό­σμος. Κι ε­γώ που νό­μι­ζα πως θα ’­μα­σταν λί­γοι. Πα­ρα­κο­λου­θώ τις κι­νή­σεις τους: κά­ποι­οι χο­ρεύ­ουν ξα­ναμ­μέ­νοι, άλ­λοι γλεί­φον­ται, με­ρι­κοί χώ­νουν τα δά­χτυ­λα στα σπλά­χνα τους. Τον έ­νι­ω­σα να με καρ­φώ­νει με το βλέμ­μα —πυ­ρα­κτω­μέ­να μά­τια, γαμ­ψή μύ­τη, τρα­γί­σιο γέ­νι. Μια α­νε­ξή­γη­τη γο­η­τεί­α, πα­ρά την α­σχή­μια του— κον­τός, με ά­γρι­ες τρί­χες παν­τού και κού­τσαι­νε κι­ό­λας. Χω­ρίς να πά­ρει το βλέμ­μα του α­πό πά­νω μου, κού­νη­σε την ου­ρά του και με πλη­σί­α­σε χα­ρού­με­νος:

Θα μπεις σή­με­ρα ε­κεί μέ­σα μα­ζί μου;

Με κο­ρο­ϊ­δεύ­εις; Να πά­θω τα ί­δια; Αν μπω ε­κεί μέ­σα… θα κα­ώ πά­λι.

Έ­λα τώ­ρα! Μια ζω­ή δεν φο­βό­σου­να, τώ­ρα τι σ΄ έ­πια­σε;

Δεν κα­τα­λα­βαί­νεις! Ξέ­ρω κα­λά τι συμ­βαί­νει ε­κεί μέ­σα, γι’ αυ­τό ξέ­χνα το. Δεν μπαί­νω.


Ε­ξα­κο­λου­θού­σε να με κοι­τά­ει ε­πί­μο­να σα­λι­ώ­νον­τας τα δά­χτυ­λά του. Κι ε­γώ άρ­χι­σα να σι­γο­τρα­γου­δώ, για να ξε­χά­σω την πεί­να μου.


Στις 22 Ο­κτω­βρί­ου του 2019 δι­α­βά­ζου­με στο μι­κρο­δι­ή­γη­μα «Ναυ­τι­κή τέ­χνη» του Γι­ώρ­γου Α­πο­σκί­τη, δη­μο­σι­ευ­μέ­νο στον ι­στό­το­πο Πλα­νό­διον – Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2019/10/22/giorgos-aposkitis-naytiki-techni/ ):


Φο­ρᾶ τὸ μα­γιό του, τὰ πλα­στι­κὰ πα­πού­τσια, τὰ γυα­λιὰ τῆς θά­λασ­σας κι ἕ­να με­γά­λο ψά­θι­νο κα­πέ­λο, δὲν τὸ κου­νά­ει ὅ­μως ρού­πι ἀ­πὸ τὸ κα­ρε­κλά­κι του ποὺ εἶ­ναι στέ­ρε­α βαλ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στὰ βό­τσα­λα. Οἱ κι­νή­σεις του εἶ­ναι λι­γο­στὲς κι ἔ­τσι βυ­θι­σμέ­νος ὅ­πως εἶ­ναι στὴ ρέμ­βη, τὸ βλέμ­μα του προ­δί­δει μιὰ κά­ποι­α ἀ­νη­συ­χί­α, ἴ­σως καὶ φό­βο.

— Εἶ­πα νὰ σὲ ρω­τή­σω, ἂν καὶ νο­μί­ζω τὴν ξέ­ρω τὴν ἀ­πάν­τη­ση… οὔ­τε σή­με­ρα θὰ βου­τή­ξεις;

— Ὄ­χι, ὄ­χι… τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποῦ λές; Δὲν θά ’­σαι κα­λά! Για­τί νὰ μπῶ; Νὰ μὲ δαγ­κώ­σουν αὐ­τὰ τὰ πραγ­μα­τά­κια στὸ βυ­θὸ ποὺ τσιμ­πᾶ­νε;

— Ἔ­λα, θὰ μποῦ­με μα­ζὶ καὶ δὲν πρό­κει­ται νὰ σὲ δαγ­κώ­σει τί­πο­τα.

Μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­εις; Πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα… ἂν μπῶ ἐ­κεῖ μέ­σα, θὰ βρα­χῶ. Ξέ­ρεις πό­ση ὥ­ρα θέ­λω με­τὰ γιὰ νὰ στε­γνώ­σω; Γι’ αὐ­τὸ σοῦ λέ­ω, ἄ­σ’ το κα­λύ­τε­ρα…

Μά… δὲν θυ­μᾶ­σαι… στὰ κα­ρά­βια; Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα στὴ θά­λασ­σαμιὰ ζω­ή καὶ τώ­ρα τί;

Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις! Ξέ­ρω κα­λὰ τί συμ­βαί­νει ἐ­κεῖ μέ­σα, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπαί­νω.


Α­σφα­λώς, σε μια πρώ­τη μα­τιά η μα­κρο­δο­μή της θε­μα­τι­κής στα δύ­ο μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα δεν πα­ρου­σιά­ζει κα­μί­α ο­μοι­ό­τη­τα. Αν προ­σέ­ξει κα­νείς ό­μως κα­λύ­τε­ρα, δι­α­πι­στώ­νει ό­τι πέ­ρα α­πό το γε­γο­νός ό­τι οι δύ­ο α­φη­γή­σεις εί­ναι δο­μη­μέ­νες πά­νω σε έ­ναν ί­διο σκε­λε­τό και έ­να πα­ρό­μοι­ο νο­η­μα­τι­κό α­πό­θε­μα, ο­ρι­σμέ­νες φρά­σεις που χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται στους δι­α­λό­γους ο­μοιά­ζουν ε­ξαι­ρε­τι­κά. Κα­τό­πιν έκ­πλη­ξης του Α­πο­σκί­τη και ε­πα­φής με την ΜΤΧ, η πα­ρε­ξή­γη­ση λύ­θη­κε —πε­ρι­έρ­γως— με υ­πο­χώ­ρη­ση της τε­λευ­ταί­ας και με ε­πι­σή­μαν­ση των ε­πί­μα­χων φρά­σε­ων, ε­νώ μί­α ση­μεί­ω­ση πα­ρέ­πεμ­πε στις δη­μο­σι­εύ­σεις του μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος του Α­πο­σκί­τη σε Πλα­νό­διον – Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι και με­τέ­πει­τα στην έκ­δο­ση Στιγ­μό­με­τρο. Μι­κρά πε­ζά (Σμί­λη, 2021, σσ. 14-15).


Πε­ρι­πτω­ση 2

Στο προ­σω­πι­κό ι­στο­λό­γιο της ΜΤΧ δη­μο­σι­εύ­θη­κε στις 15/12/2020 το μι­κρο­δι­ή­γη­μα «Υ­πό­γει­ος κό­σμος» (https://marouthki.com/2020/12/15/%cf%85%cf%80%cf%8c%ce%b3%ce%b5%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%ba%cf%8c%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%82/ ), το ο­ποί­ο ε­πα­να­δη­μο­σι­εύ­θη­κε σε νέ­α μορ­φή στο 5ο τεύ­χος του η­λε­κτρο­νι­κού Φρέ­α­τος (Ι­α­νουά­ριος 2022) με τί­τλο «Ο μό­χθος της α­γά­πης» (https://mag.frear.gr/o-mochthos-tis-agapis/). Δι­α­βά­ζου­με στην πρώ­τη μορ­φή:


«Υ­πό­γει­ος κό­σμος»


Σου α­ρέ­σει να γρά­φεις; [ΜΤΧ1] με ρώ­τη­σε ό­ταν με εί­δε με την ά­κρη του μα­τιού του να κοι­τά­ζω τα βι­βλί­α στη βι­βλι­ο­θή­κη στο υ­πό­γει­ο. [ΜΤΧ2]

Δεν γρά­φω [ΜΤΧ3], του α­πάν­τη­σα ντρο­πα­λά και ξαφ­νι­α­σμέ­να.

Έ­τσι λες, αλ­λά ε­γώ ξέ­ρω πως γρά­φεις. Γι’ αυ­τό κοι­τάς τα βι­βλί­α έ­τσι. [ΜΤΧ4] Πά­ρε αυ­τό ε­δώ το βι­βλί­ο με Γερ­μα­νούς ποι­η­τές. Στο δω­ρί­ζω. [ΜΤΧ5] Το εί­χα α­γο­ρά­σει ό­ταν ή­μουν α­κό­μη φοι­τη­τής στην Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη. Πρέ­πει να έ­χουν πε­ρά­σει πολ­λά χρό­νια α­πό τό­τε.

       Λί­γο με­τά που γέν­νη­σα την κό­ρη μου, εί­χα­με με­τα­κο­μί­σει στα πε­θε­ρι­κά μου που ζού­σαν σ΄ έ­να προ­ά­στιο της Βαυ­α­ρί­ας. Το σπί­τι τους ή­ταν με­γά­λο με αυ­λή, δι­ώ­ρο­φο, με πο­λύ λι­γό­τε­ρα σκα­λο­πά­τια α­πό κεί­να που έ­πρε­πε κα­θη­με­ρι­νά να α­νε­βο­κα­τε­βαί­νω για να μπω στο μι­κρό δι­α­μέ­ρι­σμα που νοι­κι­ά­ζα­με στον τέ­ταρ­το ό­ρο­φο χω­ρίς α­σαν­σέρ. Και με το παι­δί ό­λα έ­γι­ναν λί­γο πιο δύ­σκο­λα: τα σκα­λο­πά­τια, οι λο­γα­ρια­σμοί στο σπί­τι, το κλεί­σι­μο στους τέσ­σε­ρις τοί­χους των πε­νήν­τα τε­τρα­γω­νι­κών χω­ρίς μπαλ­κό­νι ό­ταν ο χει­μώ­νας δι­αρ­κού­σε μέ­χρι τον Α­πρί­λιο.

       Την πρώ­τη φο­ρά που κα­τέ­βη­κα στο υ­πό­γει­ο [ΜΤΧ6] του πα­τρι­κού του άν­τρα μου, που τώ­ρα το σπί­τι τού­το στέ­γα­ζε και μας, μου έ­κα­νε εν­τύ­πω­ση το δά­πε­δο, το γή­ι­νο χρώ­μα στα κε­ρα­μι­κά που έ­βγα­ζε μια ζε­στα­σιά κα­θό­λου οι­κεί­α με τους ε­νοί­κους του σπι­τιού. Προ­χώ­ρη­σα προς το γρα­φεί­ο του, ό­που α­να­δυ­ό­ταν έ­νας κό­σμος πα­λιός, μα κα­θό­λου μου­χλι­α­σμέ­νος. Έ­να δω­μά­τιο γε­μά­το βι­βλι­ο­θή­κες, το γρα­φεί­ο του, μια μαύ­ρη πο­λυ­θρό­να και έ­να vintage πι­κάπ. Ο Κρί­στοφ, ο πε­θε­ρός μου, κα­θό­ταν σκυ­φτός πά­νω α­πό τα α­νοιγ­μέ­να αρ­χι­τε­κτο­νι­κά σχέ­δια στο γρα­φεί­ο, που τα φώ­τι­ζε μια πρά­σι­νη λάμ­πα α­γο­ρα­σμέ­νη σί­γου­ρα α­πό έ­να πα­λαι­ο­πω­λεί­ο ό­πως και τα πε­ρισ­σό­τε­ρα αν­τι­κεί­με­να σ΄ ε­κεί­νο το σπί­τι. Το κά­θε μι­κρό ή με­γα­λύ­τε­ρο αν­τι­κεί­με­νο ή­ταν έ­να ξε­χω­ρι­στό κομ­μά­τι μιας ζω­ής δύ­σκο­λης, ε­νός πα­ρελ­θόν­τος που οι μνή­μες του εί­χαν καρ­φω­θεί γε­ρά στο πί­σω μέ­ρος του κε­φα­λιού του. Κά­πνι­ζε και κοι­τού­σε τα δι­κά του σχέ­δια κρα­τών­τας στο άλ­λο χέ­ρι έ­να κα­λο­ξυ­σμέ­νο μο­λύ­βι. Τον κα­λη­σπέ­ρι­σα, μα α­πάν­τη­ση δεν πή­ρα. Τό­τε άρ­χι­σα δι­α­κρι­τι­κά να πα­ρα­τη­ρώ και να ψη­λα­φί­ζω τα βι­βλί­α.

       Θυ­μά­μαι α­κό­μη τις δι­ε­ρευ­νη­τι­κές μα­τι­ές που μου έ­ρι­χνε [ΜΤΧ7], ό­ταν οι ε­πι­σκέ­ψεις μου ε­κεί έ­γι­ναν συ­χνό­τε­ρες [ΜΤΧ8] μό­λις το παι­δί κοι­μό­ταν. Φο­βό­μουν μή­πως τον ε­νο­χλού­σε η πα­ρου­σί­α μου στον δι­κό του υ­πό­γει­ο κό­σμο, ό­ταν με έ­παιρ­νε χαμ­πά­ρι. [ΜΤΧ9] Με κοί­τα­ζε, μα δεν μου μι­λού­σε, πα­ρά μό­νο βυ­θι­ζό­ταν στις γραμ­μές, τους χά­ρα­κες και τα με­γά­λα χαρ­τιά στο ο­πτι­κό του πε­δί­ο. Ο Κρί­στοφ, με­τά την πτώ­ση του Τεί­χους στο Βε­ρο­λί­νο, υ­πήρ­ξε έ­νας α­πό τους αρ­χι­τέ­κτο­νες που έ­δω­σαν ξα­νά ζω­ή σε κτί­ρια κα­τε­στραμ­μέ­να, έ­κτι­σε την πλα­τεί­α Postdamer, την Gemäldegalerie, μου­σεί­α και θέ­α­τρα α­να­σταί­νον­τας την πό­λη α­πό τα συν­τρίμ­μια ε­νός πο­λέ­μου που κα­θό­ρι­σε τις ζω­ές μας. Πο­τέ δεν μι­λού­σε με στόμ­φο για το έρ­γο του, αλ­λά συ­νέ­χι­ζε να σχε­διά­ζει, α­κό­μη κι ό­ταν πια ο όγ­κος στο κε­φά­λι τον α­νάγ­κα­σε να μεί­νει στο σπί­τι, εγ­κα­τα­λεί­πον­τας πρα­κτι­κά ό,τι α­γά­πη­σε πιο πο­λύ στη ζω­ή του: την αρ­χι­τε­κτο­νι­κή.

       Έ­να βρά­δυ, κα­θι­σμέ­νη στην μαύ­ρη πο­λυ­θρό­να ξε­φύλ­λι­ζα κά­ποι­ο σκλή­ρο­δε­το τό­μο με έρ­γα του κι έ­νι­ω­σα μια σκιά πά­νω α­πό τον ώ­μο μου. «Ας το αυ­τό, δεν εί­ναι τό­σο ση­μαν­τι­κό. Θα σου δι­α­βά­σω κά­τι άλ­λο», μου εί­πε με ή­ρε­μη φω­νή. «Έ­χου­με φθα­ρεί α­πό τις εύ­κο­λες α­πο­λαύ­σεις ό­πως ό­λοι οι ε­ρα­σι­τέ­χνες, και το ό­νει­ρό μας εί­ναι να γί­νου­με πρω­τα­θλη­τές. Ό­μως πώς θα ή­ταν αν πε­ρι­φρο­νού­σα­με τις ε­πι­τυ­χί­ες μας; Αν αρ­χί­ζα­με α­πό την αρ­χή να μα­θαί­νου­με τον μό­χθο που α­παι­τεί η α­γά­πη και που μας α­να­λο­γεί; Αν α­πο­φα­σί­ζα­με να γί­νου­με αρ­χά­ριοι τώ­ρα που αλ­λά­ζουν τό­σα πολ­λά;». Α­κο­λού­θη­σαν κά­ποι­α λε­πτά σι­ω­πής. «Ρά­ι­νε Μα­ρί­α Ρίλ­κε, α­πό το βι­βλί­ο του Οι ση­μει­ώ­σεις του Μάλ­τε Λά­ου­ριν­τς Μπρίγ­κε» εί­πε στη συ­νέ­χεια χα­μη­λό­φω­να. «Α­γα­πη­τή Μπε­τί­να, να με­λε­τάς πο­λύ τους συγ­γρα­φείς, τους κλα­σι­κούς και να γρά­φεις. Να γρά­φεις, να σκί­ζεις τις ο­κτώ στις δέ­κα κόλ­λες, να συ­νε­χί­σεις ό­μως να γρά­φεις. Μα πιο πο­λύ να δι­α­βά­ζεις α­δι­ά­κο­πα», μου εί­πε ο Κρί­στοφ και κά­θι­σε πά­λι στο γρα­φεί­ο του, ά­να­ψε έ­να τσι­γά­ρο και συ­νέ­χι­σε να κά­νει αυ­τό που έ­κα­νε κά­θε βρά­δυ.

       Οι ε­πι­σκέ­ψεις μου στο υ­πό­γει­ο πύ­κνω­ναν και οι κου­βέν­τες με­τα­ξύ μας μα­λά­κω­σαν [ΜΤΧ10] με τον χρό­νο. Άλ­λο­τε μι­λού­σα­με σαν δύ­ο πα­λιοί φί­λοι [ΜΤΧ11], άλ­λο­τε σαν πα­τέ­ρας στην κό­ρη του, άλ­λο­τε μοι­ρα­ζό­μα­σταν τις σι­ω­πές μας. Ά­κου­γα τα λό­για του χω­ρίς να βγά­ζω ά­χνα σαν να εί­χα μπει σε κά­ποι­α χώ­ρα των θαυ­μά­των στα κρυ­φά [ΜΤΧ12] και δεν ή­θε­λα να φύ­γω με τί­πο­τα. Πολ­λές φο­ρές, ό­ταν ξε­νυ­χτού­σα ε­κεί τον πα­ρα­τη­ρού­σα ν΄ α­φή­νει τα γυα­λιά του στο γρα­φεί­ο, δί­πλα στο κα­λο­ξυ­σμέ­νο μο­λύ­βι κι ύ­στε­ρα μ’ έ­να ψη­λά­φι­σμα στον τοί­χο και με αρ­γό σύρ­σι­μο των πο­δι­ών του στο δά­πε­δο και το κε­φά­λι του γε­μά­το ο­ρι­ζόν­τι­ες και κά­θε­τες γραμ­μές, λέ­ξεις και ει­κό­νες έ­μοια­ζε σαν να έ­βγαι­νε α­πό μια σή­ραγ­γα βη­μα­τί­ζον­τας προς μια άλ­λη προ­ο­πτι­κή ξέ­νη προς αυ­τόν.

       Το τε­λευ­ταί­ο του βρά­δυ πριν πε­θά­νει [ΜΤΧ13] κα­θό­μα­σταν στο υ­πό­γει­ο με τις ώ­ρες. Τί­πο­τα δεν προ­μή­νυ­ε το φευ­γιό του. Κά­ποι­α στιγ­μή με φώ­να­ξε στο γρα­φεί­ο κι άρ­χι­σε να δι­α­βά­ζει με τον με­γε­θυν­τι­κό του φα­κό: «Αλ­λά τώ­ρα που αλ­λά­ζουν τό­σο πολ­λά, δεν ήρ­θε η σει­ρά μας να αλ­λά­ξου­με κι ε­μείς; Δεν πρέ­πει να προ­σπα­θή­σου­με να ε­ξε­λι­χθού­με λι­γά­κι και σι­γά σι­γά να αρ­χί­σου­με να μο­χθού­με ε­πω­μι­ζό­με­νοι το με­ρί­διό μας στην α­γά­πη;» Έ­κλει­σε το βι­βλί­ο και με κοί­τα­ξε ε­πί­μο­να στα μά­τια: «Α­γα­πη­τή Μπε­τί­να, θέ­λω μια χά­ρη: ό­ταν δεν θα εί­μαι πια ε­δώ, θα ή­θε­λα να κρα­τή­σεις φω­τει­νό αυ­τό το υ­πό­γει­ο. Το α­γα­πάς ό­σο κι ε­γώ».

       Το ί­διο βρά­δυ ο Κρί­στοφ πέ­θα­νε στον ύ­πνο του. Ε­κεί στο υ­πό­γει­ο. Με το κε­φά­λι γυρ­τό πά­νω στα σχέ­δια του, δί­πλα στο κα­λο­ξυ­σμέ­νο του μο­λύ­βι με την πρά­σι­νη λάμ­πα α­ναμ­μέ­νη.


Και στη δεύ­τε­ρη εκ­δο­χή, στο Φρέ­αρ:


«Ο μό­χθος της α­γά­πης»


«Σου α­ρέ­σει να γρά­φεις; [ΜΤΧ1] με ρώ­τη­σε κο­φτά, ό­ταν με εί­δε με την ά­κρη του μα­τιού του να κοι­τά­ζω τα βι­βλί­α της βι­βλι­ο­θή­κης στο υ­πό­γει­ο. [ΜΤΧ2] «Δεν γρά­φω» [ΜΤΧ3], του α­πάν­τη­σα ντρο­πα­λά και ξαφ­νι­α­σμέ­να. «Έ­τσι λες, αλ­λά ε­γώ ξέ­ρω πως γρά­φεις. Γι’ αυ­τό κοι­τάς τα βι­βλί­α με τέ­τοι­ο βλέμ­μα. [ΜΤΧ4] Πά­ρε αυ­τό ε­δώ με Γερ­μα­νούς ποι­η­τές. Σ’ το δω­ρί­ζω. [ΜΤΧ5] Το εί­χα α­γο­ρά­σει ό­ταν ή­μουν α­κό­μη φοι­τη­τής στην Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη. Νο­μί­ζω πως έ­χουν πε­ρά­σει πολ­λά χρό­νια α­πό τό­τε».

       Λί­γο με­τά που γέν­νη­σα τον γιο μου, εί­χα­με με­τα­κο­μί­σει στα πε­θε­ρι­κά μου, που ζού­σαν σ’ έ­να προ­ά­στιο της Σα­ξο­νί­ας. Το σπί­τι τους ή­ταν με­γά­λο με αυ­λή, δι­ώ­ρο­φο, με πο­λύ λι­γό­τε­ρα σκα­λο­πά­τια α­πό ’­κεί­να που έ­πρε­πε κα­θη­με­ρι­νά ν’ α­νε­βο­κα­τε­βαί­νω, για να μπω στο μι­κρό δι­α­μέ­ρι­σμα που νοι­κι­ά­ζα­με στον τέ­ταρ­το ό­ρο­φο χω­ρίς α­σαν­σέρ. Και με το παι­δί ό­λα έ­γι­ναν λί­γο πιο δύ­σκο­λα: τα σκα­λο­πά­τια, οι λο­γα­ρια­σμοί στο σπί­τι, το κλεί­σι­μο στους τέσ­σε­ρις τοί­χους των πε­νήν­τα τε­τρα­γω­νι­κών χω­ρίς μπαλ­κό­νι, ο χει­μώ­νας που δι­αρ­κού­σε μέ­χρι τον Α­πρί­λιο.

       Την πρώ­τη φο­ρά που κα­τέ­βη­κα στο υ­πό­γει­ο [ΜΤΧ6] του πα­τρι­κού του άν­τρα μου, που τώ­ρα στέ­γα­ζε κι ε­μάς, μου έ­κα­νε εν­τύ­πω­ση το δά­πε­δο, το γή­ι­νο χρώ­μα στα κε­ρα­μι­κά που έ­βγα­ζε μια ζε­στα­σιά κα­θό­λου οι­κεί­α με τους ε­νοί­κους του σπι­τιού. Προ­χώ­ρη­σα προς το γρα­φεί­ο του, ό­που α­να­δυ­ό­ταν έ­νας κό­σμος πα­λιός, μα κα­θό­λου μου­χλι­α­σμέ­νος. Έ­να δω­μά­τιο γε­μά­το βι­βλι­ο­θή­κες, το γρα­φεί­ο του, μια μαύ­ρη πο­λυ­θρό­να και έ­να πα­λιό πι­κάπ. Ο Κρί­στοφ –ο πε­θε­ρός μου– κα­θό­ταν σκυ­φτός πά­νω α­π’ τα α­νοιγ­μέ­να αρ­χι­τε­κτο­νι­κά σχέ­δια στο γρα­φεί­ο, που τα φώ­τι­ζε μια πρά­σι­νη λάμ­πα α­γο­ρα­σμέ­νη α­πό κά­ποι­ο πα­λαι­ο­πω­λεί­ο, ό­πως και τα πε­ρισ­σό­τε­ρα αν­τι­κεί­με­να σ’ ε­κεί­νο το σπί­τι. Το κά­θε μι­κρό ή με­γα­λύ­τε­ρο αν­τι­κεί­με­νο ή­ταν έ­να ξε­χω­ρι­στό κομ­μά­τι μιας δύ­σκο­λης ζω­ής, ε­νός πα­ρελ­θόν­τος που οι μνή­μες του εί­χαν καρ­φω­θεί γε­ρά στο πί­σω μέ­ρος του κε­φα­λιού του. Κά­πνι­ζε α­ρει­μα­νί­ως και κοι­τού­σε τα δι­κά του σχέ­δια κρα­τών­τας στο άλ­λο χέ­ρι έ­να κα­λο­ξυ­σμέ­νο μο­λύ­βι. Τον κα­λη­σπέ­ρι­σα, μα α­πάν­τη­ση δεν πή­ρα. Τό­τε άρ­χι­σα δι­α­κρι­τι­κά να πα­ρα­τη­ρώ και να ψη­λα­φί­ζω τα βι­βλί­α.

       Θυ­μά­μαι α­κό­μη τις δι­ε­ρευ­νη­τι­κές μα­τι­ές που μου έ­ρι­χνε [ΜΤΧ7], ό­ταν οι ε­πι­σκέ­ψεις μου ε­κεί πύ­κνω­σαν [ΜΤΧ8] μό­λις το παι­δί κοι­μό­ταν. Φο­βό­μουν μή­πως τον ε­νο­χλού­σε η πα­ρου­σί­α μου στον δι­κό του υ­πό­γει­ο κό­σμο, ό­ταν με έ­παιρ­νε χαμ­πά­ρι. Με κοί­τα­ζε, δεν έ­βγα­ζε ά­χνα [ΜΤΧ9], πα­ρά μό­νο βυ­θι­ζό­ταν στις γραμ­μές, τους χά­ρα­κες και τα με­γά­λα χαρ­τιά στο ο­πτι­κό του πε­δί­ο. Ο Κρί­στοφ –με­τά την πτώ­ση του Τεί­χους– υ­πήρ­ξε έ­νας α­πό τους αρ­χι­τέ­κτο­νες που έ­δω­σαν ξα­νά ζω­ή σε κτή­ρια κα­τε­στραμ­μέ­να α­π’ τον πό­λε­μο: Πλα­τεί­α Postdamer, Gemäldegalerie, μου­σεί­α και θέ­α­τρα. Έ­να Βε­ρο­λί­νο που άρ­χι­σε να ξα­να­ζεί. Πο­τέ δεν μι­λού­σε με στόμ­φο για το έρ­γο του, αλ­λά συ­νέ­χι­ζε να σχε­διά­ζει α­στα­μά­τη­τα, α­κό­μη κι ό­ταν ο όγ­κος στο κε­φά­λι τον α­νάγ­κα­σε να μεί­νει στο σπί­τι, εγ­κα­τα­λεί­πον­τας πρα­κτι­κά ό,τι α­γά­πη­σε πιο πο­λύ στη ζω­ή του: την αρ­χι­τε­κτο­νι­κή.

       Έ­να βρά­δυ, κα­θι­σμέ­νη στη μαύ­ρη πο­λυ­θρό­να ξε­φύλ­λι­ζα κά­ποι­ον σκλή­ρο­δε­το τό­μο με έρ­γα του κι έ­νι­ω­σα μια σκιά πά­νω α­π’ τον ώ­μο μου. «Ας το αυ­τό, δεν εί­ναι τό­σο ση­μαν­τι­κό. Θα σου δι­α­βά­σω κά­τι άλ­λο», μου εί­πε με ή­ρε­μη φω­νή. «Έ­χου­με φθα­ρεί α­πό τις εύ­κο­λες α­πο­λαύ­σεις ό­πως ό­λοι οι ε­ρα­σι­τέ­χνες, και το ό­νει­ρό μας εί­ναι να γί­νου­με πρω­τα­θλη­τές. Ό­μως, πώς θα ή­ταν αν πε­ρι­φρο­νού­σα­με τις ε­πι­τυ­χί­ες μας; Αν αρ­χί­ζα­με α­πό την αρ­χή να μα­θαί­νου­με τον μό­χθο που α­παι­τεί η α­γά­πη και που μας α­να­λο­γεί; Αν α­πο­φα­σί­ζα­με να γί­νου­με αρ­χά­ριοι τώ­ρα που αλ­λά­ζουν τό­σα πολ­λά;»*. Α­κο­λού­θη­σαν κά­ποι­α λε­πτά σι­ω­πής. «Ρά­ι­νε Μα­ρί­α Ρίλ­κε, α­πό το βι­βλί­ο του Οι ση­μει­ώ­σεις του Μάλ­τε Λά­ου­ριν­τς Μπρίγ­κε» εί­πε στη συ­νέ­χεια χα­μη­λό­φω­να. «Α­γα­πη­τή Μπε­τί­να, να με­λε­τάς πο­λύ τους κλα­σι­κούς συγ­γρα­φείς και να γρά­φεις. Να γρά­φεις, να σκί­ζεις τις ο­κτώ στις δέ­κα κόλ­λες, αλ­λά να συ­νε­χί­ζεις να γρά­φεις. Μα πιο πο­λύ, να δι­α­βά­ζεις α­δι­ά­κο­πα», μου εί­πε ο Κρί­στοφ. Έ­πει­τα κά­θι­σε πά­λι στο γρα­φεί­ο του, ά­να­ψε έ­να τσι­γά­ρο και συ­νέ­χι­σε να κά­νει αυ­τό που έ­κα­νε κά­θε βρά­δυ.

       Οι ε­πι­σκέ­ψεις μου στο υ­πό­γει­ο έ­γι­ναν συ­χνό­τε­ρες και οι κου­βέν­τες [ΜΤΧ10] με­τα­ξύ μας αυ­ξή­θη­καν με τον χρό­νο. Άλ­λο­τε μι­λού­σα­με σαν πα­τέ­ρας στην κό­ρη του, άλ­λο­τε σαν δύ­ο φί­λοι [ΜΤΧ11], άλ­λο­τε μοι­ρα­ζό­μα­σταν τις σι­ω­πές μας. Τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές τον ά­κου­γα χω­ρίς να μι­λά­ω. Κά­ποι­ες φο­ρές, ό­ταν ξε­νυ­χτού­σα ε­κεί δι­α­βά­ζον­τας, τον πα­ρα­τη­ρού­σα ν’ α­φή­νει τα γυα­λιά του στο γρα­φεί­ο δί­πλα στο κα­λο­ξυ­σμέ­νο μο­λύ­βι. Ύ­στε­ρα μ’ έ­να ψη­λά­φι­σμα στον τοί­χο και με αρ­γό σύρ­σι­μο των πο­δι­ών του στο δά­πε­δο και το κε­φά­λι του γε­μά­το ο­ρι­ζόν­τι­ες και κά­θε­τες γραμ­μές, λέ­ξεις και ει­κό­νες έ­μοια­ζε σαν να ’­βγαι­νε α­πό μια σή­ραγ­γα βη­μα­τί­ζον­τας προς μια άλ­λη προ­ο­πτι­κή ξέ­νη προς αυ­τόν.

       Το τε­λευ­ταί­ο του βρά­δυ πριν πε­θά­νει [ΜΤΧ13] κα­θό­μα­σταν στο υ­πό­γει­ο με τις ώ­ρες. Τί­πο­τα δεν προ­μή­νυ­ε το φευ­γιό του. Κά­ποι­α στιγ­μή με φώ­να­ξε στο γρα­φεί­ο κι άρ­χι­σε να δι­α­βά­ζει με τον με­γε­θυν­τι­κό του φα­κό: «Αλ­λά τώ­ρα που αλ­λά­ζουν τό­σο πολ­λά, δεν ήρ­θε η σει­ρά μας να αλ­λά­ξου­με κι ε­μείς; Δεν πρέ­πει να προ­σπα­θή­σου­με να ε­ξε­λι­χθού­με λι­γά­κι και σι­γά σι­γά να αρ­χί­σου­με να μο­χθού­με ε­πω­μι­ζό­με­νοι το με­ρί­διό μας στην α­γά­πη;»*. Έ­κλει­σε το βι­βλί­ο και με κοί­τα­ξε ε­πί­μο­να στα μά­τια: «Α­γα­πη­τή Μπε­τί­να, θέ­λω μια χά­ρη. Ό­ταν δεν θα εί­μαι πια ε­δώ, θα ή­θε­λα να κρα­τή­σεις φω­τει­νό αυ­τό το υ­πό­γει­ο. Το α­γα­πάς ό­σο κι ε­γώ», μου εί­πε σκύ­βον­τας το κε­φά­λι του. «Και αυ­τή η πρά­σι­νη λάμ­πα εί­ναι δι­κή σου».

[*Α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το βι­βλί­ο του Ρά­ι­νερ Μα­ρί­α Ρίλ­κε, Οι ση­μει­ώ­σεις του Μάλ­τε Λά­ου­ριν­τς Μπρίγ­κε, μτφρ. Α­λέ­ξαν­δρος Ί­σα­ρης, εκδ. Κί­χλη, Α­θή­να 2018.]


Εύ­κο­λα δι­α­πι­στώ­νει κα­νείς ό­τι και στις δύ­ο μορ­φές, ως μή­τρα τους λει­τουρ­γεί το μι­κρο­δι­ή­γη­μα του Α­πο­σκί­τη «Υ­πό­γει­ο» (δη­μο­σι­ευ­μέ­νο στις 23/9/2018 στο ι­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον ‒ Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι):


«Ὑ­πό­γει­ο»

 

ΕΣΥ, μι­κρέ, τί ποι­ή­μα­τα γρά­φεις; [ΓΑ1]

Δὲν γρά­φω. [ΓΑ3]

Σι­γὰ ποὺ σὲ πί­στε­ψα τώ­ρα. Ἔ­τσι λὲς ὅ­τι κοι­τᾶ­νε τὰ βι­βλί­α αὐ­τοὶ ποὺ δὲν γρά­φουν; Ξέ­ρω, θὰ ἀρ­γή­σεις, πάν­τως θὰ μοῦ πεῖς. [ΓΑ2+ΓΑ4]

— Τί νὰ σᾶς πῶ…

— Νὰ μὴ μοῦ πεῖς τί­πο­τα. Πᾶ­ρε αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δῶ­ρο, εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α γερ­μα­νι­κῆς ποί­η­σης, δί­γλωσ­ση. [ΓΑ5] Κι αὐ­τὴ τὴ χι­λια­νὴ ποι­ή­τρια θὰ τὴ δι­α­βά­σεις ὁ­πωσ­δή­πο­τε, κι αὐ­τὸ δῶ­ρο.

— Νά ’­στε κα­λά! Πραγ­μα­τι­κά, δὲν ξέ­ρω τί νὰ πῶ.

— Τσί­που­ρο ἐ­σὺ δὲν πί­νεις, εἶ­σαι μι­κρός. Τί κα­φὲ νὰ πῶ νὰ σοῦ φέ­ρουν;

       Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κα­τέ­βη­κε τὰ σκα­λιὰ τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου [ΓΑ6] συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν γε­ρο­δε­μέ­νο ἄν­τρα, στὴν ἡ­λι­κί­α πά­νω-κά­τω τοῦ πα­τέ­ρα του, νὰ τοῦ ρί­χνει κά­τι ἔν­το­νες δι­ε­ρευ­νη­τι­κὲς μα­τι­ὲς ποὺ τὶς θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μα. [ΓΑ7] Οἱ κου­βέν­τες τους πο­λὺ σύν­το­μα πε­ρά­σα­νε ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ κα­νό­να στοὺς ἐ­λάσ­σο­νες καὶ τοὺς λη­σμο­νη­μέ­νους κι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ στὰ κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ στὰ πιὸ προ­σω­πι­κά. Οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις πύ­κνω­σαν καὶ τὰ λό­για μα­λά­κω­σαν· [ΓΑ8+ΓΑ10] ἄλ­λο­τε τὰ λέ­γα­νε οἱ δυ­ό τους σὰν δυ­ὸ πα­λιοὶ κα­λοὶ φί­λοι [ΓΑ11], ἄλ­λο­τε πά­λι τὴν ἑ­τε­ρό­κλη­τη πα­ρέ­α ἀ­παρ­τί­ζα­νε ἄν­θρω­ποι τῶν ὁ­ποί­ων τὸ ἔρ­γο ἀ­γα­ποῦ­σε οὕ­τως ἢ ἄλ­λως καὶ θυ­μᾶ­ται ποὺ κα­θό­ταν σὲ μιὰ ἄ­κρη καὶ τοὺς ἄ­κου­γε χω­ρὶς νὰ βγά­ζει ἄ­χνα, σὰ νά ’­χει μπεῖ σὲ κά­ποι­α χώ­ρα τῶν θαυ­μά­των στὰ κρυ­φὰ [ΓΑ12] καὶ νὰ φο­βᾶ­ται μὴν τὸν πά­ρου­νε χαμ­πά­ρι καὶ τὸν δι­ώ­ξουν. [ΓΑ9] Κά­πο­τε ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ φύ­γει γιὰ κάμ­πο­σο και­ρὸ μα­κριὰ ἀ­π’ τὴν πό­λη του, μα­ζὶ μὲ τὶς συμ­βου­λὲς ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε, ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης τοῦ ζή­τη­σε καὶ μιὰ χά­ρη: νὰ τοῦ ὑ­πο­σχε­θεῖ πὼς ὅ­ταν γυ­ρί­σει θὰ πε­ρά­σει νὰ τὸν δεῖ. Θὰ τὸ ἔ­κα­νε οὕ­τως ἢ ἄλ­λως.

       Με­ρι­κοὺς μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, μό­λις ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­στρέ­ψει [ΓΑ13], πῆ­ρε τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ καὶ κα­τέ­βη­κε στὸ γνω­στὸ σταθ­μό. Ἀ­πὸ μα­κριὰ εἶ­δε τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα σβη­στά, τὰ στό­ρια κα­τε­βα­σμέ­να καὶ τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα κλει­δω­μέ­νη. Κον­το­στά­θη­κε γιὰ λί­γο κι ἔ­πει­τα πλη­σί­α­σε. Σφη­νω­μέ­νο στὴ βι­τρί­να, ἀ­πὸ τὴ μέ­σα με­ριά, ἦ­ταν ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ση­μεί­ω­μα:

       «Ὅ­λα τα κυ­πα­ρίσ­σια δεί­χνουν με­σά­νυ­χτα

       Ὅ­λα τα δά­χτυ­λα

       Σι­ω­πὴ»


Πέ­ρα α­πό τις προ­φα­νείς και δι­α­σκευ­α­σμέ­νες οι­κει­ο­ποι­ή­σεις φρά­σε­ων, εί­ναι φα­νε­ρό ό­τι η ΜΤΧ εγ­κολ­πώ­νε­ται στα δι­η­γή­μα­τά της και ι­δε­ο­λο­γι­κά μο­τί­βα της πλο­κής του «Υ­πο­γεί­ου» του Α­πο­σκί­τη. Ο τί­τλος της πρώ­της εκ­δο­χής, η ι­δέ­α της συ­νάν­τη­σης μ’ έ­ναν η­λι­κι­ω­μέ­νο άν­τρα, η ι­δέ­α του θα­νά­του, αλ­λά και στυ­λι­στι­κές ε­πι­λο­γές του Α­πο­σκί­τη, ό­πως τα ε­πάλ­λη­λα «Άλ­λο­τε» κά­νουν αι­σθη­τή την πα­ρου­σί­α τους, δι­ώ­χνον­τας τυ­χόν αμ­φι­βο­λί­ες για σύμ­πτω­ση θε­μά­των.


Πε­ρί­πτω­ση 3


Στις 23/12/2020 η ΜΤΧ δη­μο­σι­εύ­ει στο ι­στο­λό­γιό της το δι­ή­γη­μα «Γέ­ρα­σα α­γά­πη μου»:


«Γέ­ρα­σα α­γά­πη μου»


       Δρό­σι­σα λί­γο το πρό­σω­πό μου με κρύ­ο νε­ρό [ΜΤΧ1]. Εί­ναι έ­ξι το πρω­ί κι έ­ξω εί­ναι α­κό­μη σκο­τά­δι. Κοι­τά­ω τον ε­αυ­τό μου στον κα­θρέ­φτη πά­νω α­πό τον νι­πτή­ρα. «Χρό­νια σου πολ­λά. Σή­με­ρα θα βγω και θα πά­ω στο βου­νό μας. Αν κα­τα­φέ­ρω να το α­νέ­βω, θα κα­θί­σω στην καν­τί­να και θα πιώ μια μπύ­ρα στην υ­γεί­α σου». Κοι­τά­ω τις γκρί­ζες τρί­χες στα μαλ­λιά μου. «Τα ά­φη­σα ν΄ α­σπρί­σουν. Ό­πως σου α­ρέ­σουν».

       Δέ­κα, έν­τε­κα, δώ­δε­κα, εί­κο­σι. Με­τρά­ω τα τε­λευ­ταί­α μου βή­μα­τα. Η α­νη­φό­ρα με κου­ρά­ζει. [ΜΤΧ2] «Έ­λα Μάρ­θα μου, σχε­δόν φτά­σα­με. Τα κα­τα­φέρ­νεις μια χα­ρά. Ξέ­ρεις πό­σο κα­λό μας κά­νει η πε­ζο­πο­ρί­α». Αυ­τά μου έ­λε­γες κι ε­γώ σου γκρί­νια­ζα, στα­μα­τού­σα αρ­κε­τές φο­ρές για να θαυ­μά­σω δή­θεν την φυλ­λω­σιά του δέν­τρου ή τον κορ­μό ε­νός άλ­λου ή τα ά­γρια μα­νι­τά­ρια ή τέ­λος πάν­των να ξα­πο­στά­σω για­τί δεν μπο­ρού­σα τους δι­κούς σου γρή­γο­ρους ρυθ­μούς. Α­κό­μη λί­γο νο­μί­ζω και φτά­νω. Ό­που να ΄ναι θα δω την καν­τί­να. Ο ή­λιος ε­δώ ψη­λά με τυ­φλώ­νει, κα­θώς ψά­χνω [ΜΤΧ3] να δω στο βά­θος αν πλη­σιά­ζει το τέ­λος του γολ­γο­θά μου. Βγά­ζω το πα­γού­ρι α­πό το σα­κί­διο στην πλά­τη μου και ρί­χνω λί­γο νε­ρό στο μέ­τω­πο μου να δρο­σι­στώ [ΜΤΧ4]. 

       «Δεν κά­νω ρε παι­δί μου για τέ­τοι­α σπορ ε­γώ. Κου­ρά­ζο­μαι δεν το βλέ­πεις. Σαν γριά γυ­ναί­κα νι­ώ­θω κά­θε φο­ρά που με τρα­βάς σ΄ αυ­τές τις πε­ζο­πο­ρί­ες. Α­σθμαί­νω, θέ­λω να ξα­πο­στά­σω ε­δώ και κει, κου­ρά­ζο­μαι», σου ε­πα­να­λάμ­βα­να δια­ρκώς σε κά­θε μας ε­ξόρ­μη­ση. «Έ­λα γλυ­κιά μου, σα­ράν­τα χρο­νών κο­ρί­τσι, στο άν­θος σου εί­σαι λου­λού­δι μου. Μη λες για γε­ρά­μα­τα και α­νο­η­σί­ες. Έ­χου­με ό­λη τη ζω­ή μπρο­στά μας α­κό­μη» συ­νέ­χι­ζες για να με γλυ­κά­νεις να φτά­σου­με ε­πι­τέ­λους στο τέρ­μα.

       Στέ­κο­μαι στην ου­ρά της καν­τί­νας για να πά­ρω τις μπύ­ρες [ΜΤΧ5]. Εί­ναι πο­λύς ο κό­σμος σή­με­ρα ε­δώ, για­τί η μέ­ρα εί­ναι ω­ραί­α για πε­ζο­πο­ρί­α, ο­ρει­βα­σί­α και ό­λες αυ­τές τις εκ­δρο­μές που κά­νουν οι ευ­τυ­χι­σμέ­νοι άν­θρω­ποι. Σε βλέ­πω δί­πλα μου να χα­μο­γε­λάς με το σκου­φί στο χέ­ρι σου έ­τοι­μος να πα­ραγ­γεί­λεις τις μπύ­ρες και τα μπρέ­τζελ* [ΜΤΧ6]. «Θα πα­ραγ­γεί­λε­τε; Τι πε­ρι­μέ­νε­τε;» [ΜΤΧ7] με ρω­τά­ει ο υ­πάλ­λη­λος της καν­τί­νας, ε­νώ ο κό­σμος πί­σω μου αρ­χί­ζει να δυ­σα­να­σχε­τεί μα­ζί μου. Δεν α­παν­τώ, για­τί πε­ρι­μέ­νω να πα­ραγ­γεί­λεις ε­σύ, ό­πως κά­θε φο­ρά που ερ­χό­μα­σταν ε­δώ. Δεν λες τί­πο­τα ό­μως, πα­ρό­λο που σε βλέ­πω ο­λο­ζών­τα­νο δί­πλα μου [ΜΤΧ8]. Δεν μι­λάς. Ξέ­ρω, έ­χεις πε­θά­νει ε­δώ και πέν­τε χρό­νια [ΜΤΧ9]. «Δύ­ο μι­κρά πο­τή­ρια μπύ­ρας draft και έ­να με­γά­λο μπρέ­τζελ», λέ­ω με­τά α­πό μια χρο­νο­κα­θυ­στέ­ρη­ση.

Κρα­τά­ω τις μπύ­ρες στα χέ­ρια μου και ψά­χνω ά­δει­ο τρα­πε­ζά­κι για να κα­θί­σω. Κοι­τά­ζω δει­λά δε­ξιά και α­ρι­στε­ρά πα­ρέ­ες α­πό νε­α­ρούς μέ­χρι η­λι­κι­ω­μέ­νους να κά­θον­ται, γε­λά­νε, τσουγ­κρί­ζουν τα πο­τή­ρια τους, τα μι­κρά παι­διά παί­ζουν α­νέ­με­λα ε­δώ και κει. [ΜΤΧ10] Βλέ­πω έ­να ε­λεύ­θε­ρο τρα­πε­ζά­κι σε μια γω­νιά. Α­φή­νω τις μπύ­ρες, βγά­ζω το σκου­φί μου και κά­θο­μαι. Φτιά­χνω με τα χέ­ρια λί­γο τα μαλ­λιά και κά­ποι­ες ά­σπρες τρί­χες μέ­νουν στα δά­χτυ­λά μου. «Γέ­ρα­σα α­γά­πη μου. Αλ­λά σή­με­ρα κα­τά­φε­ρα κι α­νέ­βη­κα το βου­νό μας. Αν­τέ­χω α­κό­μη. Χρό­νια σου πολ­λά! Σή­με­ρα θα γι­νό­σουν σα­ραν­τα­ο­κτώ χρο­νών. Prost!*». Τσουγ­κρί­ζω την μπύ­ρα μου με τη δι­κή σου και σκέ­φτο­μαι τον χρό­νο που κυ­λά α­λύ­πη­τα, τις γι­ορ­τές που δεν μοιά­ζουν πια με γι­ορ­τές, τις πε­ζο­πο­ρί­ες που δεν θα κά­νου­με, σκέ­φτο­μαι τους αν­θρώ­πους που δεν εί­ναι πια ε­δώ [ΜΤΧ11].


μπρέ­τζελ: γερ­μα­νι­κό αρ­το­σκεύ­α­σμα

Prost: (γερμ.) στην υ­γειά σου


Και ε­δώ, φαί­νε­ται ό­τι πη­γή του πα­ρα­πά­νω δι­η­γή­μα­τος α­πο­τε­λεί το «Πάρ­κο» του Γι­ώρ­γου Α­πο­σκί­τη, δη­μο­σι­ευ­μέ­νο στις 20/11/2019 και πά­λι στο ι­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον ‒ Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι:


Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της

 

«Πάρ­κο»

 

Η ΑΝΗΦΟΡΑ σὲ ἐ­ξάν­τλη­σε [ΓΑ2], μό­λις ἔ­φτα­σες, κι ἔ­χεις στα­θεῖ σὲ μί­αν ἄ­κρη νὰ ξα­πο­στά­σεις. Ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι στὸ ψη­λό­τε­ρό του ση­μεῖ­ο καὶ σὲ τυ­φλώ­νει κα­θὼς ψά­χνεις [ΓΑ3] τοὺς δι­κούς σου σὰν παι­δὶ μι­κρὸ πού ’­χει χά­σει τὸν δρό­μο του – κι ἔ­χεις πα­τή­σει τὰ τριά­ντα. Δρο­σί­ζεις τὸ μέ­τω­πό σου μὲ λί­γο ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ [ΓΑ1+ΓΑ4] ποὺ κου­βα­λᾶς στὴν πλά­τη καὶ συ­νε­χί­ζεις. Φτά­νεις στὴν οὐ­ρὰ ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ σερ­βι­ρι­στεῖ [ΓΑ5] καὶ ξαφ­νι­κὰ τὸν βλέ­πεις ὁ­λο­ζών­τα­νο [ΓΑ8] νὰ στέ­κε­ται μπρο­στά σου καὶ μει­λί­χιος νὰ πε­ρι­μέ­νει τὴ σει­ρά του [ΓΑ6]. Ἔ­χει πε­θά­νει δέ­κα χρό­νια. [ΓΑ9] Θὰ προ­χω­ρή­σε­τε ἐ­πι­τέ­λους; Τί θὰ γί­νει;[ΓΑ7] — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἀ­φαι­ρέ­θη­κα. Λί­γο πιὸ πέ­ρα κά­τι ἄλ­λα γε­ρον­τά­κια μό­λις πῆ­ραν τὸ κρα­σί τους καὶ τὸ πᾶ­νε στὰ παι­διά τους, στὰ ἐγ­γό­νια καὶ στοὺς φί­λους. Ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ βα­τρα­χο­πέ­δι­λα περ­νᾶ ἀ­πὸ μπρο­στά σου. «Μὴν τὰ κοι­τᾶ­τε ἔ­τσι», λέ­ει, «ἄ­κου­σα στὶς εἰ­δή­σεις πὼς θ’ ἀ­νέ­βει ἀ­πό­το­μα ἡ στάθ­μη τοῦ νε­ροῦ τὶς ἑ­πό­με­νες ὧ­ρες». «Λέ­τε νὰ βυ­θι­στοῦ­με;», τῆς ἀ­παν­τᾶς χα­μο­γε­λών­τας, καὶ συ­νε­χί­ζεις τὴ βόλ­τα σου ἀ­νά­με­σα στὶς λεῦ­κες καὶ στὶς πα­ρέ­ες πού ’χουν στρώ­σει τρα­πε­ζο­μάν­τι­λα στὸ χῶ­μα [ΓΑ10], καὶ σκέ­φτε­σαι τὸν χρό­νο – πῶς κυ­λᾶ, τὴ ζω­γρα­φιὰ ποὺ ὅ­λο ἀλ­λά­ζει χρώ­μα­τα, τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ κον­τά, τὶς γι­ορ­τὲς ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ γι­ορ­τές [ΓΑ11].


Εν προ­κει­μέ­νω, πέ­ραν των ε­πι­ση­μα­σμέ­νων ο­μοι­ο­τή­των, θα μπο­ρού­σε κα­νείς να σκε­φτεί ό­τι το «κρα­σί» του Α­πο­σκί­τη γί­νε­ται «μπύ­ρα» στην ΜΤΧ ε­πη­ρε­α­σμέ­νο ώς έ­ναν βαθ­μό κι α­πό την φω­το­γρα­φί­α της πλαι­σί­ω­σής του κα­τά την πρώ­τη του δη­μο­σί­ευ­ση στο Πλα­νό­διον ‒ Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι.


Πε­ρί­πτω­ση 4


Τε­λευ­ταί­α πε­ρί­πτω­ση, το δι­ή­γη­μα «Η δι­α­δρο­μή συ­νε­χί­ζε­ται» της ΜΤΧ που δη­μο­σι­εύ­θη­κε στο προ­σω­πι­κό της ι­στο­λό­γιο στις 16/1/2021:


«Η δι­α­δρο­μή συ­νε­χί­ζε­ται»


Α­πο­φά­σι­σα να πά­ρω το τρέ­νο και να ξα­να­γυ­ρί­σω κον­τά της. Πράγ­μα­τα πολ­λά δεν εί­χα, ό­λα χω­ρού­σαν σε μια σακ βου­α­γι­άζ που κρα­τού­σα πά­νω στα πό­δια μου. Α­πέ­ναν­τί μου κα­θό­ταν μια η­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α με βλο­συ­ρό ύ­φος. Κοι­τού­σε έ­ξω α­π’ το πα­ρά­θυ­ρο, α­δι­α­φο­ρών­τας για την α­μα­ξο­στοι­χί­α που δεν έ­λε­γε να ξε­κι­νή­σει. Μάλ­λον κά­ποι­ο πρό­βλη­μα­ προ­έ­κυ­ψε, α­φού οι θύ­ρες α­νοι­γό­κλει­ναν κά­θε δύ­ο λε­πτά κι έ­πει­τα πα­ρέ­μει­ναν α­νοι­κτές, ά­γνω­στο για πό­ση ώ­ρα α­κό­μη [ΜΤΧ1]. Κά­ποι­ος κύ­ριος πιο πί­σω άρ­χι­σε με­γα­λό­φω­να να λέ­ει, πως αυ­τός γνώ­ρι­ζε α­πό έγ­κυ­ρη πη­γή, πως τα βα­γό­νια ή­ταν πε­πα­λαι­ω­μέ­να και κα­νείς δεν νοι­ά­στη­κε για τις α­παι­τού­με­νες ερ­γα­σί­ες συν­τή­ρη­σής τους. [ΜΤΧ2] Αυ­τό προ­κά­λε­σε α­νη­συ­χί­α στους ε­πι­βαί­νον­τες και κά­ποι­οι α­πο­φά­σι­σαν να α­πο­βι­βα­στούν, άλ­λοι πα­ρέ­μει­ναν με μια α­γω­νί­α στα πρό­σω­πά τους στο τι θα γί­νει, και με­ρι­κοί ή­ταν α­να­πο­φά­σι­στοι, αν θα μεί­νουν ή να θα φύ­γουν. [ΜΤΧ3] Σε ό­λη τη διά­ρκεια αυ­τής της α­να­μο­νή­ς εκ­κί­νη­σης της α­μα­ξο­στοι­χί­ας κά­ποι­α μι­κρά παι­διά έ­βγαι­ναν έ­ξω τρέ­χον­τας και έμ­παι­ναν γε­λών­τας με­τα­τρέ­πον­τας ό­λο αυ­τό σ΄έ­να παι­χνί­δι τα­χύ­τη­τας. [ΜΤΧ4] Αυ­τό α­κρι­βώς μου προ­κά­λε­σε μια α­μη­χα­νί­α: αν οι πόρ­τες έ­κλει­ναν και ο συρ­μός ξε­κι­νού­σε, αν κά­ποι­ο παι­δί βρι­σκό­ταν με το έ­να πό­δι μέ­σα και το άλ­λο έ­ξω, ποι­ος θα εν­δι­α­φε­ρό­ταν με­τέ­πει­τα γι΄αυ­τές τις α­πώ­λει­ες ή κα­νείς δεν θα έ­παιρ­νε χαμ­πά­ρι; [ΜΤΧ5] Ή θα συ­νε­χί­ζα­με τη δι­α­δρο­μή δι­α­πι­στώ­νον­τας πως η ζω­ή προ­χω­ρά­ει και με κομ­μέ­να τα ά­κρα;

       Ή­ξε­ρα τι με πε­ρί­με­νε: συγ­γνώ­μες, και πό­σο λυ­πά­ται και ή­ταν στιγ­μές α­δυ­να­μί­ας, αλ­λά ό­χι μια, πολ­λές στιγ­μές, και πως τα τα­ξί­δια μου σε συν­δυα­σμό με την μο­να­ξιά της ο­δή­γη­σαν ε­κεί που ο­δή­γη­σαν, και ό­τι ό­σο ε­γώ έ­κα­να δου­λει­ές με το στό­μα, ε­κεί­νη έ­κα­νε δου­λει­ές με το σώ­μα και δεν έ­χει πια τί­πο­τα ση­μα­σί­α, πα­ρά οι ε­πι­στρο­φές μας σ’ ε­κεί­να που τό­σα χρό­νια μας κρά­τη­σαν μα­ζί και πως τώ­ρα ας ξε­κι­νή­σου­με tabula rasa, σαμ­πώς και μπο­ρείς με μια γο­μο­λά­στι­χα να σβή­νεις τα πάν­τα και ν΄α­γνο­είς τα ση­μά­δια που δεν μπο­ρούν να σβη­στούν και γρά­φεις ξα­νά μια και­νούρ­για ι­στο­ρί­α, η ο­ποί­α μπο­ρεί να εί­ναι κα­λύ­τε­ρη α­πό την προ­η­γού­με­νη ή και πά­λι ό­χι. Ή­ξε­ρα να γλεί­φω κα­λά τις πλη­γές μου ό­πως έ­να σκυ­λί γλεί­φει το κό­κα­λο για να βρει λί­γο λί­πος. Ή­ξε­ρα κα­λά πως εί­μαι κα­κός μον­τέρ της μνή­μης μου και ό­τι θα ελ­πί­σω σε συγ­κυ­ρί­ες και θα ε­πεν­δύ­σω στην τύ­χη. Ή­ξε­ρα ό­μως, πως θα έ­στρε­φα το βλέμ­μα πί­σω κοι­τών­τας ό­λα ό­σα χά­λα­σε ο χρό­νος και πως θα ή­θε­λα να της πω πως ε­πι­στρέ­φω για μια τε­λευ­ταί­α φο­ρά, αλ­λά κά­ποι­α πράγ­μα­τα α­κούμ­πη­σαν αλ­λού μέ­σα μου και τί­πο­τα μα τί­πο­τα δεν ει­ναι δε­δο­μέ­νο και σί­γου­ρο. Ό­πως και η ζω­ή μου, η ζω­ή της, οι ζω­ές των άλ­λων δεν εί­ναι δε­δο­μέ­νες.

      Ξαφ­νι­κά α­κού­στη­κε ε­κεί­νος ο εκ­κω­φαν­τι­κός ή­χος [ΜΤΧ6], ό­ταν οι θύ­ρες έ­κλει­σαν για να ξε­κι­νή­σει η α­μα­ξο­στοι­χί­α. Κοί­τα­ξα πί­σω στο βά­θος του βα­γο­νιού και εί­δα πως οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ε­πι­βά­τες πα­ρέ­μει­ναν μέ­σα. Αυ­τό μου δη­μι­ούρ­γη­σε έ­να προ­σω­ρι­νό αί­σθη­μα α­να­κού­φι­σης. Ί­σως τε­λι­κά να μην α­πο­βι­βά­στη­κε κα­νείς ό­ση ώ­ρα πε­ρι­μέ­να­με. Η η­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α α­πέ­ναν­τι με κοί­τα­ξε λέ­γον­τας «κά­ποι­ες πόρ­τες α­νοί­γουν και κλεί­νουν μοι­ραί­α. Και μεις συ­νε­χί­ζου­με τη δι­α­δρο­μή» [ΜΤΧ7].


Ό­που και ε­δώ, φαί­νε­ται ό­τι η ι­δέ­α και ο­ρι­σμέ­νες φρά­σεις του προ­έρ­χον­ται α­πό το «Εί­σο­δος/Έ­ξο­δος» του Α­πο­σκί­τη, δη­μο­σι­ευ­μέ­νο στις 17/6/2019 στο ι­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον ‒ Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι:


«Εἴ­σο­δος / Ἔ­ξο­δος»

 

ΟΙ ΘΥΡΕΣ ἀ­νοι­γό­κλει­ναν κά­θε ἕ­να μὲ δύ­ο λε­πτὰ πε­ρί­που, κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ συ­χνό­τε­ρα, καὶ δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ πρὶν γνω­στὸ γιὰ πό­ση ὥ­ρα θὰ πα­ρα­μεί­νουν ἀ­νοι­χτές. [ΓΑ1] Ὕ­στε­ρα ἀ­κου­γό­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ ἐκ­κω­φαν­τι­κὸς θό­ρυ­βος [ΓΑ6], καὶ μέ­σα σὲ λί­γα μό­νο δευ­τε­ρό­λε­πτα ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σεις ἂν θὲς νὰ μεί­νεις μέ­σα ἢ ἂν θὰ βγεῖς. [ΓΑ3] Τὰ βα­γό­νια στοὺς συρ­μοὺς ἦ­ταν πρό­χει­ρα ἑ­νω­μέ­να με­τα­ξύ τους, ἐ­νῶ εἶ­χε δι­αρ­ρεύ­σει πὼς εἶ­χαν και­ρὸ νὰ γί­νουν οἱ ἀ­παι­τού­με­νες ἐρ­γα­σί­ες συν­τή­ρη­σης [ΓΑ2]κι αὐ­τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτα ἐ­πη­ρέ­α­ζε τοὺς ἐ­πι­βαί­νον­τες τὸ ὄ­χη­μα, μό­λις ἔ­φτα­νε ἐ­κεί­νη ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­πό­φα­σης [ΓΑ3]. Στὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ θέ­λει ἡ πόρ­τα ὡ­σό­του κλεί­σει, πιὸ τολ­μη­ρὰ φα­νή­κα­νε κά­τι μι­κρὰ παι­διά· βγαί­να­νε τρέ­χον­τας κι ἔμ­παι­ναν γε­λών­τας πά­λι [ΓΑ4], κα­νεὶς ὅ­μως δὲν ἔ­μα­θε τί ἀ­πέ­γι­ναν ὅ­σα μὲ τὸ ξε­κί­νη­μα βρε­θή­κα­νε μὲ τὸ ἕ­να πό­δι μέ­σα καὶ τὸ ἄλ­λο ἔ­ξω. Στὴν πο­ρεί­α τῆς δι­α­δρο­μῆς δι­α­πι­στώ­σα­με πὼς ἀρ­χί­σα­με ξαφ­νι­κὰ νὰ λι­γο­στεύ­ου­με, μὲ τὶς ἀ­πώ­λει­ες νὰ μὴν ἔ­χουν ἴ­χνος λο­γι­κῆς. [ΓΑ5] Κά­που ἐ­κεῖ μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε νὰ λέ­ει πὼς ἴ­σως δὲν ἔ­χει τό­ση ση­μα­σί­α τε­λι­κὰ σὲ ποι­ό σταθ­μὸ θὰ ἀ­πο­βι­βα­στεῖ κα­νεὶς οὔ­τε κὰν ἂν θὰ ἀ­πο­φα­σί­σει πο­τὲ νὰ ἐ­πι­βι­βα­στεῖ. Κά­ποι­ος ἄλ­λος συμ­πλή­ρω­σε πὼς ἔ­χει πι­θα­νὸν νό­η­μα σὲ ποι­ές στιγ­μὲς θὰ βρί­σκε­σαι μέ­σα καὶ σὲ ποι­ές ἔ­ξω. Σὲ μιὰ γω­νιὰ μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη μο­νο­λο­γοῦ­σε πὼς —ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο κι ἔ­πει­τα του­λά­χι­στον— κα­λὸ θὰ εἶ­ναι ὁ ἐ­πι­βά­της νὰ φτά­νει ὅ­σο μα­κρύ­τε­ρα μπο­ρεῖ δί­χως νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὶς πόρ­τες ποὺ θὰ ἀ­νοί­γουν μοι­ραῖ­α καὶ θὰ κλεί­νουν [ΓΑ7].


Τα σχό­λια πε­ριτ­τεύ­ουν· έ­νας εν­δε­λε­χής α­να­γνώ­στης μπο­ρεί α­κο­λου­θών­τας τους πα­ρα­πά­νω χρω­μα­τι­κούς εν­δεί­κτες να δι­α­πι­στώ­σει ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις δι­α­σκευ­ής. Α­σφα­λώς, ό­πως α­να­φέρ­θη­κε και ει­σα­γω­γι­κά, εί­ναι ευ­νό­η­το ό­τι κα­λή τη πί­στει ό­λοι οι συγ­γρα­φείς ε­πη­ρε­ά­ζον­ται λί­γο-πο­λύ α­πό κά­ποι­ον άλ­λον, εν­δε­χο­μέ­νως προ­γε­νέ­στε­ρό τους ή συ­χνά και σύγ­χρο­νο ο­μό­τε­χνό τους. Αυ­τό εί­ναι θε­μι­τό, και ευ­κταί­ο ε­φό­σον οι α­να­φο­ρές αυ­τές γί­νον­ται στο πλαί­σιο μιας κα­λώς εν­νο­ού­με­νης δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας, και κυ­ρί­ως, ε­φό­σον η δι­α­κει­με­νι­κή μή­τρα εί­ναι ευ­θέ­ως α­να­γνω­ρί­σι­μη α­πό τον εμ­βρι­θή α­να­γνώ­στη. Σε κά­θε άλ­λη πε­ρί­πτω­ση, μια σχε­δόν εμ­μο­νι­κή προ­σκόλ­λη­ση στα γρα­φό­με­να ε­νός ο­μο­τέ­χνου φτά­νει στο ση­μεί­ο να θε­ω­ρεί­ται ύ­πο­πτη, α­κό­μα κι αν οι θε­μα­τι­κές συγ­κλί­σεις εί­ναι ι­σχυ­ρές. Τα θέ­μα­τα της λο­γο­τε­χνί­ας φυ­σι­κά δεν εί­ναι πε­πε­ρα­σμέ­να. Κα­τά τη δη­μι­ουρ­γί­α ε­νός νέ­ου, πα­ράλ­λη­λου κό­σμου, εί­τε αυ­τός έ­χει α­να­φο­ρές στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εί­τε δη­μι­ουρ­γεί­ται ab ovo μέ­σα στη μυ­θο­πλα­στι­κή συν­θή­κη, η συγ­γρα­φι­κή χεί­ρα ο­φεί­λει να ποι­εί κι ό­χι να με­τα­ποι­εί εν εί­δει κολ­λάζ ό,τι δι­α­πι­στώ­νει πώς μπο­ρεί να τη βο­η­θή­σει κα­τά τη συγ­γρα­φι­κή δι­α­δι­κα­σί­α.

       Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ο συ­στη­μα­τι­κός δα­νει­σμός και τα πα­ρα­γό­με­να προ­ϊ­όν­τα του (ό­σα του­λά­χι­στον έ­χουν έ­ως τώ­ρα εν­το­πι­στεί) εί­ναι εν­δει­κτι­κά μιας τά­σης που τεί­νει να ε­ξα­λεί­ψει τον κά­μα­το του γρα­φιά, πολ­λώ δε μάλ­λον ό­ταν ο τε­λευ­ταί­ος εί­ναι νέ­ος, ου­σι­α­στι­κά πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος, και δεν υ­πάρ­χει μια έ­ξω­θεν μαρ­τυ­ρί­α που να κα­θι­στά τα γρα­πτά του α­να­γνω­ρί­σι­μα σε βαθ­μό τέ­τοι­ο, ώ­στε οι τυ­χόν “δα­νει­σμοί” και οι τυ­χόν δι­α­σκευ­ές να δι­και­ο­λο­γούν­ται για λο­γα­ρια­σμό του δα­νει­ζό­με­νου.

Ι­στο­λό­γιο Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι

01.06.2022