Κώστας Ποῦλος: Κατοικίδια


Κώ­στας Ποῦ­λος


Κα­τοι­κί­δια


Α ΠΡΑΓΜΑΤΑ πή­γαι­ναν ἀ­πὸ τὸ κα­κὸ στὸ χει­ρό­τε­ρο. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ πο­λὺ λί­γες ἐ­ξαι­ρέ­σεις, με­τρη­μέ­νες στὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἑ­νὸς ἤ, τὸ πο­λύ, τῶν δύ­ο χε­ρι­ῶν, ὅ­λοι περ­πα­τοῦ­σαν σκυ­φτοὶ στὸν δρό­μο. Τὰ κα­τα­στή­μα­τα ἔ­κλει­ναν τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, οἱ δρό­μοι εἶ­χαν γε­μί­σει πε­σμέ­νες ἀ­φί­σες καὶ βρο­μι­ὲς ἀ­πὸ ἄ­στε­γους καὶ ἀ­δέ­σπο­τα. Τὰ αὐ­το­κί­νη­τα, ὅ­σα δὲν ἦ­ταν παρ­κα­ρι­σμέ­να, κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν μὲ ξε­φτι­σμέ­να λά­στι­χα καὶ ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα ἦ­ταν γε­μά­τη ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ λε­πτή, ἀ­φρι­κα­νι­κὴ σκό­νη, ποὺ κά­νει τὸν ἥ­λιο καὶ τὸ φεγ­γά­ρι νὰ μοιά­ζουν μὲ δί­δυ­μα ἀ­δέρ­φια, ἐ­νῶ συμ­βαί­νει μᾶλ­λον τὸ ἀν­τί­θε­το.

            Τὸ προ­η­γού­με­νο δι­ά­στη­μα, τὶς μέ­ρες καὶ τοὺς μῆ­νες πρὶν ἀ­πὸ κεί­νη τὴ σκο­νι­σμέ­νη μέ­ρα, ἐ­μεῖς, δη­λα­δὴ ἐ­γὼ καὶ ἡ γυ­ναί­κα μου ἡ Λό­ρα, ἀ­πο­λαμ­βά­να­με τὶς κα­θη­με­ρι­νές μας βόλ­τες μὲ τὸν Ζα­χα­ρί­α, μί­α τὸ πρω­ὶ καὶ μί­α τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὁ Ζα­χα­ρί­ας ἦ­ταν τὸ κα­τοι­κί­διό μας. Καὶ τί δὲν κά­να­με μα­ζί του. Τρέ­χα­με δί­πλα στὸ πο­τά­μι, παί­ζα­με μὲ τὸ τό­πι στὸ γρα­σί­δι. Τοῦ Ζα­χα­ρί­α τοῦ ἄ­ρε­σαν πο­λὺ αὐ­τὲς οἱ βόλ­τες, ἂν καὶ τε­λευ­ταῖ­α ἔ­δει­χνε κου­ρα­σμέ­νος καὶ βα­ρι­ε­στη­μέ­νος. Ἡ Λό­ρα τὸ ἀ­πέ­δι­δε στὴ μο­να­ξιά, καὶ κά­θε τό­σο μὲ πί­ε­ζε νὰ πά­ρου­με καὶ ἕ­να θη­λυ­κό, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἀν­τι­στε­κό­μουν. Ὁ Ζα­χα­ρί­ας ἦ­ταν γε­νι­κὰ πο­λὺ κα­λό­βο­λος καὶ σω­στὰ ἐκ­παι­δευ­μέ­νος. Πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἕ­να πο­λὺ πα­ρά­ξε­νο γά­βγι­σμα, μπο­ροῦ­σε νὰ στέ­κε­ται πά­ρα πολ­λὴ ὥ­ρα ὄρ­θιος στὰ πί­σω του πό­δια, κα­θό­ταν στὸ τρα­πέ­ζι γιὰ φα­γη­τὸ καὶ κά­θε μέ­ρα —βρέ­ξει-χι­ο­νί­σει— ἔ­φερ­νε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­πτε­ρο. Τὸν εἴ­χα­με ἀρ­κε­τὰ ἐ­λεύ­θε­ρο καὶ ἀ­νε­ξάρ­τη­το. Ὅ­πο­τε ἤ­θε­λε ξε­πόρ­τι­ζε. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἔ­λει­πε ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα. Μα­κά­ρι νὰ ἤ­ξε­ρα ποῦ γύ­ρι­ζε. Ὅ­που καὶ νὰ πή­γαι­νε πάν­τως, τὸ βρά­δυ ἦ­ταν πί­σω. Ἕ­να βρά­δυ γύ­ρι­σε μὲ ἕ­να θη­λυ­κό. Τὴν Ἥ­ρα. Στὴν ἀρ­χή, γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια, δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε κα­θό­λου αὐ­τό. «Ἄ­σ’ το, κα­η­μέ­νε, τὸ ζων­τα­νό.» Ἡ Λό­ρα. «Σάμ­πως δὲ θέ­λει κι αὐ­τὸ λί­γη πα­ρέ­α; Θὰ σοῦ ἄ­ρε­σε ἐ­σέ­να νὰ ἔ­φευ­γα καὶ νὰ ἔ­με­νες μο­να­χός σου;» Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι σκέ­φτη­κα λί­γο τὴν ἐκ­δο­χή, ἀλ­λὰ με­τὰ εἶ­πα ὄ­χι, δὲν θὰ μοῦ ἄ­ρε­σε. Ἡ Ἥ­ρα πάν­τως εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ μεί­νει. Ἡ κα­τά­στα­ση στὸ σπί­τι βελ­τι­ώ­θη­κε αἰ­σθη­τά, πα­ρό­λο ποὺ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν κά­πως δύ­στρο­πη καὶ δὲν μᾶς πο­λυ­συμ­πα­θοῦ­σε.

            Ζέ­στη, βρο­χή, γέ­λια, κα­βγά­δες, βόλ­τες στὸ πο­τά­μι, κι ὕ­στε­ρα πί­σω στὸ σπί­τι, ὥ­σπου ἦρ­θε ἐ­κεί­νη ἡ μέ­ρα μὲ τὴ σκό­νη, ποὺ ὁ ἥ­λιος καὶ τὸ φεγ­γά­ρι ἔ­μοια­ζαν μὲ δί­δυ­μα ἀ­δέρ­φια, ἐ­νῶ συμ­βαί­νει μᾶλ­λον τὸ ἀν­τί­θε­το. Ἡ Ἥ­ρα χά­θη­κε. Ἔ­τσι ξαφ­νι­κά. Τὸ πιὸ πι­θα­νό, ἔ­φυ­γε τὴ νύ­χτα κρυ­φά. Ὁ Ζα­χα­ρί­ας ἔ­δει­χνε πο­λὺ λι­ῶ­μα. Τὰ μά­τια του γυ­ά­λι­ζαν. Ἡ Λό­ρα φο­βή­θη­κε μή­πως εἶ­χε ἁρ­πά­ξει κα­μιὰ λύσ­σα. Κα­τὰ τὶς τρεῖς το με­ση­μέ­ρι τὸν εἴ­δα­με νὰ πλη­σιά­ζει τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Μᾶς κοί­τα­ξε μὲ τὸ βλέμ­μα ποὺ λέ­ει θέ­λω βόλ­τα. Ἀ­νη­σύ­χη­σα. Μπή­κα­με μὲ τὴ Λό­ρα στὸ πί­σω κά­θι­σμα. Ὁ Ζα­χα­ρί­ας στὸ τι­μό­νι. Ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κὰ πο­λὺ πα­ρά­ξε­νος. Σὰν νὰ μὴν ἦ­ταν αὐ­τός, σὰν νὰ ἦ­ταν ἕ­νας ἄλ­λος. Ἡ Λό­ρα μοῦ ψι­θύ­ρι­σε κά­τι στὸ αὐ­τί. Συμ­φώ­νη­σα. Πράγ­μα­τι, τὸ δέρ­μα του ἔ­βγα­ζε μιὰ ἄ­σχη­μη μυ­ρω­διά. Δυ­ὸ ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα φτά­σα­με σὲ ἕ­να ἄ­γνω­στο μέ­ρος. Ἦ­ταν πά­λι στὴν ἄ­κρη στὸ πο­τά­μι, ἀλ­λὰ ὄ­χι στὸ δι­κό μας. Βγή­κα­με ἔ­ξω καὶ ἀρ­χί­σα­με τὸ γνω­στὸ παι­χνί­δι μὲ τὸ τό­πι. Ὁ Ζα­χα­ρί­ας πε­τοῦ­σε τὸ μπα­λά­κι ὅ­λο καὶ πιὸ μα­κριὰ κι ἐ­μεῖς τρέ­χα­με ποιός θὰ τὸ πρω­το­πιά­σει. Με­τὰ τὴν ἔ­κα­νε τὴ βλα­κεί­α: τὸ πέ­τα­ξε μέ­σα στὸ πο­τά­μι (γε­νι­κὰ ἦ­ταν ἄ­γαρ­μπος, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα δὲν ξέ­ρω τί τὸν εἶ­χε πιά­σει). Βου­τή­ξα­με, ἡ Λό­ρα κι ἐ­γώ, μέ­σα στὸ πα­γω­μέ­νο νε­ρό. Τὸ ρεῦ­μα ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὸ σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο. Τε­λι­κὰ ἡ Λό­ρα τὸ ἅρ­πα­ξε πρώ­τη. Βγή­κα­με στὴν ὄ­χθη, τρί­α χι­λι­ό­με­τρα πιὸ κά­τω. Ὅ­ταν γυ­ρί­σα­με, ὁ Ζα­χα­ρί­ας ἔ­λει­πε. «Χά, χὰ» εἶ­πα μέ­σα μου. «Νο­μί­ζει ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ τὸ σκά­σει.» Ἔ­χον­τας στὴ μύ­τη μου τὴ μυ­ρω­διά του, ἀ­κο­λού­θη­σα τὰ ἴ­χνη. Ὁ πο­νη­ρός, εἶ­χε πά­ει ἀ­κρι­βῶς στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ εἴ­χα­με ἀ­φή­σει τὸ αὐ­το­κί­νη­τό μας. Κοί­τα­ξα κα­λὰ-κα­λὰ ἕ­να γύ­ρο. Ὁ Ζα­χα­ρί­ας που­θε­νά. Μα­ζί του ἔ­λει­πε καὶ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τι­να­χτή­κα­με λί­γο νὰ φύ­γουν τὰ νε­ρά. Στὸ με­τα­ξύ, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ νυ­χτώ­νει. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ τρο­μά­ξω τὴ Λό­ρα, ὅ­μως ἦ­ταν φα­νε­ρὸ ὅ­τι τὰ πράγ­μα­τα πή­γαι­ναν ἀ­πὸ τὸ κα­κὸ στὸ χει­ρό­τε­ρο. Κοί­τα­ξα γύ­ρω. Ποι­ός ξέ­ρει ποι­ό πα­ρα­τη­μέ­νο προ­ά­στιο θὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ θὰ περ­νού­σα­με τὸ βρά­δυ. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ πο­λὺ λί­γες ἐ­ξαι­ρέ­σεις, με­τρη­μέ­νες στὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἑ­νὸς ἤ, τὸ πο­λύ, τῶν δύ­ο χε­ρι­ῶν, ὅ­λοι περ­πα­τοῦ­σαν σκυ­φτοὶ στὸν δρό­μο. Βρή­κα­με ἕ­να μέ­ρος νὰ πε­ρά­σου­με τὴ νύ­χτα. Τὸ πρω­ῒ ἡ Λό­ρα εἶ­χε κά­νει πέν­τε μι­κρά. Βγῆ­καν ὅ­λα μὲ κλει­στὰ μά­τια, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ραν πο­λὺ κα­λὰ νὰ βρί­σκουν τὸ κα­θέ­να τὴ δι­κή του θη­λή. Ἡ Λό­ρα μὲ κοί­τα­ξε μὲ αὐ­τὸ τὸ βλέμ­μα ποὺ εἶ­ναι χα­ρού­με­νο καὶ λυ­πη­μέ­νο μα­ζί.

            «Δὲ πᾶς νὰ ρί­ξεις μιὰ μα­τιά, μπᾶς καὶ βρεῖς κα­νέ­να και­νούρ­γιο κα­τοι­κί­διο;»

            «Εἶ­σαι τρε­λή;» τῆς εἶ­πα. «Θὰ μᾶς τὰ πά­ρουν καὶ τὰ πέν­τε!»



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀμ­φί­βια τέ­ρα­τα. Ἱ­στο­ρί­ες στὸν δρό­μο γιὰ τὴ λί­μνη (Με­ταίχ­μιο, 2020).

Κώ­στας Ποῦ­λος. Γεν­νήθη­κε στὸν Ἐ­λι­κώνα τῆς Βοι­ω­τίας. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γία, Φι­λο­σο­φί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἔ­χει γρά­ψει, με­τα­φρά­σει καὶ δι­α­σκευ­ά­σει πλῆθος βι­βλί­ων γιὰ με­γά­­λους καὶ κυ­­ρί­ως γιὰ παι­διά. Ἔργα του ἔχουν λά­βει τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις (κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο παι­δι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ βι­βλί­ου) ἢ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: