Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στά­ση



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Τρί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#19]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στά­ση


ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ τί­πο­τα πιὸ νό­στι­μο ἀ­πὸ τὸ μά­τι τοῦ ἐ­χθροῦ σου. Γυ­ρο­φέρ­νει ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια σὰν ρώ­γα στα­φυ­λιοῦ, μὲ ἀ­μυ­δρὴ γεύ­ση θά­λασ­σας. Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ ἀ­να­φο­ρᾶς τοῦ εἴ­δους τοῦ Max Aub μὲ τί­τλο Πα­ρα­δειγ­μα­τικοὶ φόνοι.

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ Julián Sánchez Ca­ra­ma­za­na ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή του μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Ve­nidos del mie­do μὲ τί­τλο «Κοι­νω­νι­κὸ προ­βλη­μα»[1] («Problema social») εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς: Ὁ νό­μος Τα­λιὸν ἔ­πρε­πε νὰ κα­ταρ­γη­θεῖ ἐλ­λεί­ψει πο­λι­τῶν ποὺ εἶ­χαν ἕ­να μά­τι ἢ ἕ­να δόν­τι. Προ­φα­νῶς ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν Μω­σα­ϊ­κὸ νό­μο τῆς αὐ­το­δι­κί­ας καὶ ἀν­τα­πό­δο­σης, στὸ ἰ­ου­δα­ϊ­κὸ «ὀ­φθαλ­μὸς ἀν­τὶ ὀ­φθαλ­μοῦ», στὸ νό­μο τοῦ ἀν­τι­πε­πον­θό­τος ἢ τῆς ταυ­το­πά­θειας, στὸ lex talionis στὸ ρω­μα­ϊ­κὸ δί­και­ο καὶ στὸ an eye for an eye, a tooth for a tooth στὸ ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κό. Ὁ σαρ­κα­στι­κὸς τί­τλος της δι­α­τρέ­χει ὅ­λη τὴν ἱ­στο­ρί­α μας ἀ­πὸ «τὴν ἀρ­χὴ τῶν ποι­νῶν» ἢ τὸ «δί­και­ο τοῦ κο­λά­ζειν[2]», ἕ­ναν ὅ­ρο συν­τή­ρη­σης τῆς κοι­νω­νί­ας καὶ προ­στα­σί­ας τοῦ δη­μο­σί­ου συμ­φέ­ρον­τος.

       Καὶ οἱ δύ­ο πα­ρα­πά­νω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μᾶς κα­λοῦν νὰ κά­νου­με μί­α στά­ση καὶ νὰ ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με τὴν πο­λε­μο­χα­ρῆ φύ­ση μας, τὶς ἠ­ρα­κλεί­τει­ες ἰ­δέ­ες τῆς «φύ­σης ὡς πεδίο μά­χης» καὶ «τοῦ πο­λέ­μου ὡς πα­τέ­ρα τῶν πάν­των», τὸ κε­φά­λαι­ο «Πε­ρὶ τοῦ δι­καί­ου τῶν ἀν­τι­ποί­νων» στὰ Ἠ­θι­κὰ Νι­κο­μά­χεια τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη, ἀλ­λὰ καὶ τὴ δι­α­χρο­νι­κὴ ἀν­θρώ­πι­νη ἕλ­ξη πρὸς τὴν Τέχνη τοῦ πο­λέμου, ὅ­πως τὴν ἐ­ξέ­φρα­σε ὁ Κι­νέ­ζος Tzu Sun 2.500 χρό­νια πρίν.


Βρε­τα­νοὶ καὶ Κι­νέ­ζοι ἐ­ρευ­νη­τὲς μό­λις ἀνακά­λυψαν μέ­σα σὲ ἕ­να ἀ­πο­λι­θω­μέ­νο αὐ­γὸ ποὺ φυ­λασ­σό­ταν ἀ­πὸ τὸ 2000 στὸ Yingliang Stone Nature History Museum στὴ νό­τια Κί­να τὸ πιὸ ἄ­ψο­γα δι­α­τη­ρη­μέ­νο ἔμ­βρυ­ο δει­νο­σαύ­ρου ποὺ ἔ­χει ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ πο­τὲ ἕ­ως τώ­ρα. Τὸ ἔμ­βρυ­ο ἀ­νή­κει στὸ εἶ­δος τῶν δί­πο­δων ὀ­βι­ρα­πτο­ρο­σαύ­ρων (ποὺ ση­μαί­νει σαῦρα ποὺ κλέβει αὐ­γά) καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἡ­λι­κί­ας γύ­ρω στὰ 100 μὲ 66 ἑ­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια. Τὸ βά­φτι­σαν «Μω­ρὸ Γιν­γκλιὰνγκ» καὶ ἡ πε­ραι­τέ­ρω με­λέ­τη του ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ μᾶς δώ­σει ἀ­νε­κτί­μη­τες πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὴν Ὕ­στε­ρη Κρη­τι­δι­κὴ πε­ρί­ο­δο στὴν ὁ­ποί­α ἀ­νή­κει.


Στὶς 21 Δε­κεμ­βρί­ου 2021 συμ­πλη­ρώ­θη­καν 100 χρό­νια ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­ση τοῦ Augusto Monterroso, ὁ­πό­τε καὶ κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο Cu­ando des­per­tó, Mon­ter­roso to­da­vía esta­ba al­lí (Ὅ­ταν ξύ­πνη­σα, ὁ Μον­τε­ρό­σο ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ) μὲ κεί­με­να ἀ­πὸ πε­ρί­που 100 ἱ­σπα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς.

       Ὅ­λο τὸ 2021, πα­ρὰ τὴν παν­δη­μί­α, δι­ορ­γα­νώ­θη­καν ἀρ­κε­τὲς ἐ­πε­τεια­κὲς ἐκ­δη­λώ­σεις στὴ Λ. Ἀ­με­ρι­κή. Στὸ σχε­τι­κὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου e-Kuoreo, ἡ ἐμ­βλη­μα­τι­κὴ συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ Ana María Shua συμ­με­τέ­χει μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Τὸ μέ­γε­θος με­τρά­ει[3] («El tamano importa»), ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς: Τὸ 1832, ὁ πρῶ­τος ἐ­λέ­φαν­τας ποὺ πά­τη­σε τὸ πό­δι του στὴ γῆ τῶν Ἀζ­τέ­κων ἔ­φτα­σε στὸ Με­ξι­κὸ μὲ ἕ­να τσίρ­κο. Τὸν φώ­να­ζαν Μoγκούλ[4]. Με­τὰ τὸν θά­να­τό του, τὸ κρέ­ας του που­λή­θη­κε στοὺς πλα­νό­διους μά­γει­ρες γιὰ ἀν­το­χί­τος[5] καὶ ὁ σκε­λε­τός του ἐ­κτέ­θη­κε σὲ κοι­νὴ θέ­α θαρ­ρεῖς καὶ ἀ­νῆ­κε σὲ κα­νέ­να προ­ϊ­στο­ρι­κὸ ζῶ­ο. Τὸ τσίρ­κο εἶ­χε ἐ­πί­σης ἕ­ναν μι­κρό­σω­μο δει­νό­σαυ­ρο, ὄ­χι με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να ἰγ­κουά­να, ἀλ­λὰ δὲν τρα­βοῦ­σε τὴν προ­σο­χὴ πα­ρὰ μό­νο ἡ ἱ­κα­νό­τη­τά του νὰ χο­ρεύ­ει χαμ­πα­νέ­ρα[6]. Πέ­θα­νε σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἐ­ξαν­τλη­τι­κὰ τα­ξί­δια ἀ­πὸ πό­λη σὲ πό­λη, χω­ρὶς οὔ­τε μιὰ τα­φό­πλα­κα νὰ δη­λώ­νει τὸν τά­φο του καὶ δὲ θὰ γνω­ρί­ζα­με τί­πο­τα γι’ αὐ­τὸν ἐ­ὰν δὲν τὸν εἶ­χε ὀ­νει­ρευ­τεῖ ὁ Μον­τε­ρό­σο. Ἡ Shua μᾶς δί­νει μιὰ ὡ­ραί­α ἐκ­δο­χὴ γιὰ τὴν κα­τα­στα­τι­κὴ ἀρ­χὴ τῆς ἰ­δέ­ας τοῦ δει­νό­σαυ­ρου ποὺ κα­θό­ρι­σε τὸ ἔρ­γο τοῦ Μον­τε­ρό­σο καὶ δι­α­μόρ­φω­σε σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

       Στὸ ἴ­διο ἀ­φι­έ­ρω­μα ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ Ginés S. Cutillas μὲ τί­τλο «Ὁ λευ­κός»[7] συν­δι­α­λέ­γε­ται κυ­ρί­ως μὲ τὴν ἐμ­βλη­μα­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «La oveja Negra» («Τὸ μαῦ­ρο πρό­βα­το») τοῦ Μον­τε­ρό­σο, στὴν ὁ­ποί­α τὰ λευ­κὰ πρό­βα­τα ἔ­χουν βί­αι­α καὶ διὰ παν­τὸς ἀ­φα­νί­σει τὰ μαῦ­ρα, καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ του La ov­eja Ne­gra y de­más fá­bu­las (Τὸ μαῦ­ρο πρό­βα­το καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες, 1969). Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Cutillas ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν Ἄγ­γλο He­nry Wal­ter Ba­tes, ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους συ­στη­μα­τι­κοὺς ἐ­ξε­ρευ­νη­τές, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὸ 1850 ξε­κί­νη­σε νὰ με­λε­τᾶ τὴ φυ­λὴ τῶν Ἄβα στὰ βά­θη τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου. Σύμ­φω­να μὲ τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ Cutillas, ὁ λευ­κὸς ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴς ἐν­τυ­πω­σι­ά­ζε­ται ὅ­ταν δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι ὅ­λα τὰ μέ­λη τῆς φυ­λῆς κά­θε πρω­ῒ δι­α­λύ­ουν τὶς κα­λύ­βες τους, σβή­νουν τὶς φω­τι­ές τους καὶ με­τα­κι­νοῦν­ται σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ μέ­ρος με­τα­φέ­ρον­τας τὰ ὑ­πάρ­χον­τά τους. Μά­λι­στα, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τους κρυμ­μέ­νος στὴν πυ­κνὴ βλά­στη­ση πα­σχί­ζει νὰ κα­τα­νο­ή­σει ἂν ἐ­πι­λέ­γουν τὴν πο­ρεί­α τους βά­σει ἀ­στε­ρι­σμῶν, κα­θὼς κά­θε βρά­δυ ἕ­νας συγ­κε­κρι­μέ­νος ἄν­τρας ἀ­πὸ τὴ φυ­λὴ ξε­νυ­χτά­ει κοι­τά­ζον­τας τὸν οὐ­ρα­νό. Μιὰ μέ­ρα αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας ἐμ­φα­νί­ζε­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά του μὲ φι­λι­κὴ δι­ά­θε­ση, ἀλ­λὰ σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­σφα­λεί­ας. Ἀ­φοῦ ἀν­ταλ­λάσ­σουν τυ­πι­κοὺς χαι­ρε­τι­σμούς, ὁ ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴς τὸν ρω­τά­ει μὲ ἀ­γω­νί­α ἀ­πὸ τί προ­σπα­θοῦν νὰ ξε­φύ­γουν κά­θε πρω­ῒ καὶ με­τα­κι­νοῦν­ται δια­ρκῶς. Ὁ ἰ­θα­γε­νὴς σι­ω­πᾶ κοι­τά­ζον­τάς τον.

       Αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α μᾶς θυ­μί­ζει τὸ πο­λὺ σύν­το­μο ποί­η­μα μὲ τί­τλο «Contact» («Ἐ­πα­φή») τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Mau­reen N. McLane, στοὺς δύ­ο τε­λευ­ταί­ους στί­χους τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ McLane ἑ­στιά­ζει στὴν ἀ­παρ­χὴ τῆς σχέ­σης ἰ­θα­γε­νῶν – κα­τα­κτη­τῶν: […] ἡ πρώ­τη / ἀν­ταλ­λα­γὴ ἕ­να ψά­ρι / γιὰ δύ­ο μπι­σκό­τα[8].

       Στὸ ἴ­διο ἀ­φι­έ­ρω­μα ἀλ­λὰ ἀ­πὸ με­ταν­θρω­πι­στι­κὴ ὀ­πτι­κὴ καὶ σὲ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὸ χω­ρο­χρό­νο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «Πρά­ξις με­τα­σχη­μα­τι­σμοῦ»[9] («La Ley Transformer») τοῦ Πε­ρου­βια­νοῦ Fernan­do Iw­asa­ki ἀ­να­δει­κνύ­ει τὸ δι­εισ­δυ­τι­κὸ βλέμ­μα τοῦ Μον­τε­ρό­σο γιὰ τὸν ἀν­θρώ­πι­νο πα­ρά­γον­τα καὶ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση ἐν γέ­νει. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ ἀ­στρι­κοῦ ἔ­τους 1.638.425.399. Ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν εἰ­σή­γη­ση τοῦ ἀ­στρι­κοῦ εἰ­ρη­νο­δί­κη νὰ σβη­στεῖ διὰ παν­τὸς ἀ­πὸ τὴ μνή­μη ὅ­λων τῶν εἰ­δῶν ἀν­θρω­πό­μορ­φης ζω­ῆς καὶ τῶν ρομ­πὸτ ἀ­κό­μα καὶ τὸ προ­σχέ­διο τοῦ νό­μου τῆς Γα­λα­ξια­κῆς Ὁ­μο­σπον­δί­ας πε­ρὶ με­τα­σχη­μα­τι­σμοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πι­τρέ­πει τὴν αὐ­το­δι­ά­θε­ση ὅ­λων καὶ τοὺς ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ριο ἐ­πι­λο­γῆς μη­χα­νι­κοῦ φύ­λου, ταυ­τό­τη­τας, κοι­νω­νι­κοῦ ρό­λου τους καὶ λοι­πῶν ἐ­λευ­θε­ρι­ῶν. Δι­καί­ω­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τὰ τὸν εἰ­ρη­νο­δί­κη δι­αι­ω­νί­ζει ἔ­ρι­δες καὶ δι­α­μά­χες, ὅ­πως γιὰ τὸ ποι­ός εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρος ποια­νοῦ, για­τί τὰ ἀν­δρο­ει­δῆ νὰ ἔ­χουν κα­ταν­τή­σει σκλά­βοι τοῦ σὲξ γιὰ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους, καὶ λοι­πὰ ζη­τή­μα­τα ρό­λων καὶ ἱ­ε­ραρ­χί­ας. Τε­λι­κά, ὅ­πως φαί­νε­ται νὰ ὑ­πο­νο­εῖ ὁ εἰ­ρη­νο­δί­κης, κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος, ἀλ­λὰ καὶ κα­μί­α μορ­φὴ ἀν­θρω­πο­ει­δοῦς ἢ ρομ­πὸτ δὲν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­λο­γές του σὲ ἐ­πί­πε­δο προ­σω­πι­κὸ ἢ συμ­βί­ω­σης.


Στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Πρώϊμα βάσανα τοῦ γεν­νη­μέ­νου στὴν πρώ­ην Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α Danilo Kis πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ ἑ­ξῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Τὰ ἀ­χλά­δια»: Ὁ χω­ρι­κὸς σκαρ­φα­λώ­νει στὸ δέν­τρο καὶ τι­νά­ζει τὰ ἀ­χλά­δια, ποὺ πέ­φτουν μὲ θό­ρυ­βο στὴ χλό­η. Τὰ πιὸ ὥ­ρι­μα σκᾶ­νε κι ἀ­νοί­γουν, κι ἀ­πὸ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τους ξε­χει­λί­ζουν τὰ σκου­ρό­χρω­μα σπλά­χνα τους, ποὺ θυ­μί­ζουν ὥ­ρι­μο σύ­κο. Τοὺς ἐ­πι­τί­θεν­ται οἱ σφῆ­κες, με­θυ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴ γλυ­κιὰ μυ­ρω­διά τους. Οἱ χω­ρι­ά­τισ­σες, ποὺ μυ­ρί­ζουν ξι­νὸ ἱ­δρώ­τα, ἀ­νοί­γουν μὲ τὰ ἡ­λι­ο­κα­μέ­να τους χέ­ρια τὰ πε­σμέ­να ἀ­χλά­δια, δι­α­λέ­γον­τας τὰ λι­γό­τε­ρο πα­ρα­γι­νω­μέ­να, τὰ πιὸ ζου­με­ρά. Ἕ­να ἀ­γό­ρι, ποὺ ὅ­λο τὸ πρω­ῒ μά­ζευ­ε κι ἔ­δε­νε στά­χυ­α, φέρ­νει τὰ ἀ­χλά­δια στὴ μύ­τη του, ὕ­στε­ρα τὰ δαγ­κώ­νει ἢ τὰ πε­τά­ει μα­κριὰ γιὰ νὰ μὴ μα­ζεύ­ον­ται σφῆ­κες. «Γιὰ κοί­τα!», λέ­ει ἡ κυ­ρί­α Μόλ­ναρ, ἡ και­νού­ρια ἀ­φεν­τι­κί­να τοῦ ἀ­γο­ριοῦ. «Αὐ­τὸς ὁ μι­κρὸς Σὰμ δι­α­λέ­γει τὰ ἀ­χλά­δια, ὁ Θε­ὸς νὰ μὲ συγ­χω­ρή­σει, μὲ τὴν ὄ­σφρη­ση, λὲς καὶ εἶ­ναι σκυ­λί. Πρέ­πει νὰ τὸν πά­ρου­με γιὰ κυ­νή­γι, μα­ζὶ μὲ τὰ σκυ­λιά. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, δὲν ἔ­χου­με καὶ πολ­λὰ σκυ­λιά…


Φέ­τος συμ­πλη­ρώ­θη­καν 200 χρό­νια ἀ­πὸ τὸν θά­να­το τοῦ Να­πο­λέ­ον­τα Βο­να­πάρ­τη, τοῦ «Μι­κροῦ Δε­κα­νέ­α», ὅ­πως ἦ­ταν ἀρ­χι­κά το πα­ρα­τσού­κλι τοῦ με­τέ­πει­τα Μέ­γα Να­πο­λέ­ον­τα. Στὴν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Ana Maria Shua μὲ τί­τλο La Guer­ra (Ὁ πό­λε­μος, 2019), στὴν ὁ­ποί­α πα­ρε­λαύ­νει πλῆ­θος ἱ­στο­ρι­κῶν προ­σω­πι­κο­τή­των, συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ ψά­χνει τὸ ἀρ­χι­κὸ κί­νη­τρο, τὴν πρώ­τη σπί­θα, μὲ τί­τλο «Να­πο­λέ­ων, ὁ μυ­στη­ρι­ώ­δης»[10]: Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ Ρω­σί­α, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλί­α, μέ­σα σὲ δέ­κα μό­λις χρό­νια ὁ Να­πο­λέ­ων κα­τέ­λα­βε σχε­δὸν ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη, μὲ κα­τα­κτή­σεις ἢ μὲ ἀ­ναγ­κα­στι­κὲς συμ­μα­χί­ες, ποι­ός ξέ­ρει γιὰ ποι­ό λό­γο ἢ γιὰ ποι­ό σκο­πό. Ὁ Να­πο­λέ­ων τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 1798 ἔ­φτα­σε θρι­αμ­βευ­τι­κὰ μὲ τὸν στρα­τό του στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια. Ὁ­ρα­μα­τι­ζό­ταν νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὴν πο­ρεί­α τοῦ Μ. Ἀ­λε­ξάν­δρου γιὰ τὴν κα­τά­κτη­ση ἐ­δα­φῶν μέ­χρι τὴν Ἰν­δί­α κι ἔ­τσι ἐμ­ψύ­χω­νε μέ­χρι καὶ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο στρα­τι­ώ­τη του. Πα­ρὰ τὴν τε­λι­κὰ ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νη ἔκ­βα­ση τῆς με­σα­να­το­λι­κῆς ἐκ­στρα­τεί­ας του, ἡ­γή­θη­κε πολ­λῶν μα­χῶν, ἀλ­λὰ καὶ με­λε­τῶν γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κῶν εὑ­ρη­μά­των, ποὺ φρόν­τι­σε νὰ φτά­σουν στὴν Γαλ­λί­α, κα­θὼς ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα καὶ γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ αἰ­γυ­πτια­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Τὸ 1799 ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ξαφ­νι­κὰ τὸν στρα­τό του κι ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ Πα­ρί­σι, δράτ­τον­τας τὴν εὐ­και­ρί­α τῆς πο­λι­τι­κῆς ἀ­στά­θειας γιὰ τὴν ἄ­νο­δό του στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς ἐ­ξου­σί­ας. Ἡ στρα­τη­γι­κὴ καὶ ἡ δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τά του ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­καν ὅ­ταν τὸ 1800 ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε Πρῶ­τος Ὕ­πα­τος τῆς Γαλ­λι­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας, ποὺ σή­μα­νε οὐ­σι­α­στι­κὰ τὴν ἀρ­χὴ τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας του, μὲ τὴ γνω­στὴ συ­νέ­χεια. Δη­λα­δὴ αὐ­τὴ τῶν με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων, τῆς ἐ­φαρ­μο­γῆς τοῦ Να­πο­λεό­ντειου κώ­δικα ποὺ ἐν­σω­μά­τω­σε τὶς ἀρ­χὲς τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης πε­ρὶ ἐ­λευ­θε­ρί­ας καὶ ἰ­σό­τη­τας, ἀλ­λὰ καὶ τῆς 15ετοῦς ἀ­πο­λυ­ταρ­χί­ας του. Ἡ Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ δι­α­θέ­τει τὴν ψη­φι­ο­ποι­η­μέ­νη συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Να­πο­λέ­ων Βο­να­πάρ­της, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ πο­λυ­ά­ριθ­μα πρω­τό­τυ­πα ἐ­πί­ση­μα ἔγ­γρα­φα καὶ ἐ­πι­στο­λὲς ἀ­πὸ τὴν προ­σω­πι­κή του ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α, βι­βλία, χάρ­τες τῶν ἐκ­στρα­τει­ῶν του καὶ με­τάλ­λια ἀ­πὸ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς ἀ­νό­δου καὶ ὁ­ρι­στι­κῆς κα­τάρ­ρευ­σής του (1796-1821).


Τὸ φθι­νό­πω­ρο/χει­μώ­να τοῦ 1921 καὶ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 1922 ὁ Franz Kafka ἔ­γρα­ψε δύο ση­μειώ­ματα ποὺ βρί­σκον­ται ἐ­πί­σης στὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ στὰ ὁ­ποῖ­α ζη­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸν φί­λο του Max Brod νὰ συλ­λέ­ξει καὶ νὰ κα­τα­στρέ­ψει ὅ­λα του τὰ χει­ρό­γρα­φα, τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α του καὶ τὰ σκί­τσα του, ἐ­πι­θυ­μί­α ποὺ δὲν ἱ­κα­νο­ποί­η­σε ὁ Brod με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ Kafka, ἕ­να ζή­τη­μα ποὺ δι­καί­ως τε­λεῖ ἀ­κό­μα ὑ­πὸ συ­ζή­τη­ση. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὴν ὁμώνυμη ψη­φια­κὴ συλ­λο­γὴ μπο­ρεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς πολ­λὰ σκί­τσα του, ὅ­πως αὐ­τὸ τῆς μη­τέ­ρας του Julie Kafka νὰ δι­α­βά­ζει μὲ τὰ γυα­λιὰ πε­σμέ­να στὴ μύ­τη της. Χα­μη­λό­τε­ρα δι­α­κρί­νε­ται ἡ αὐ­το­προ­σω­πο­γρα­φί­α τοῦ γιοῦ της, σὰν νὰ βρί­σκε­ται στὴν ἀρ­χὴ τῆς ὕ­παρ­ξής του, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νος μέ­σα στὴν κοι­λιά της. Τὰ μά­τια τῆς μη­τέ­ρας δὲ δι­α­κρί­νον­ται πί­σω ἀ­πὸ τὰ γυα­λιά της, ἐ­νῶ τὰ μά­τια καὶ τὰ αὐ­τιὰ τοῦ γιοῦ εἶ­ναι με­γά­λα καὶ ἔν­το­να. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σε μιὰ συλ­λο­γὴ πολ­λῶν μι­κρῶν πε­ζῶν του ἄ­γνω­στων στὴν Ἑλ­λά­δα μέ­χρι τώ­ρα, ποὺ θε­ω­ροῦν­ται ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες στὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κή, μὲ τί­τλο Γιο­ζε­φί­νε ἡ ἀοι­δός. Καὶ σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­νά του ἀλ­λό­κο­τες κα­τα­στά­σεις, ὄν­τα καὶ ταυ­τό­τη­τες με­τα­μορ­φώ­νον­ται σὲ ἀ­θύρ­μα­τα τοῦ νοῦ ὡς ὑ­πεν­θύ­μι­ση τοῦ κιν­δύ­νου ἀ­να­τρο­πῆς κά­θε βε­βαι­ό­τη­τας ποὺ ἐλ­λο­χεύ­ει ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή, ὡς ἄλ­λη μιὰ ἐ­πα­λή­θευ­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς δι­ά­στα­σης τῆς καφ­κι­κῆς ὀ­πτι­κῆς. Ὁ Βου­κε­φά­λας γί­νε­ται δι­κη­γό­ρος, ὁ Πο­σει­δώ­νας προ­βλη­μα­τί­ζε­ται γιὰ τὴν ἐμ­βέ­λεια τῆς δύ­να­μης καὶ τῆς ἐ­πιρ­ρο­ῆς του σὲ θε­οὺς καὶ ἀν­θρώ­πους, ἐ­νῶ Ἰν­διά­νοι, Ἄ­ρα­βες καὶ τσα­κά­λια κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­νά­με­σά τους ἀ­να­ζη­τών­τας τὴν τύ­χη τους, τὴ θέ­ση τους στὸν κό­σμο.


Γιὰ μέ­να, ὡς Ἰ­ρα­νὸς καὶ ἄν­θρω­πος τῆς Ἀ­να­το­λῆς, τὰ κρι­σι­μό­τε­ρα ἐ­ρω­τή­μα­τα εἶ­ναι πράγ­μα­τι τὰ ἑ­ξῆς: Τί εἶ­μαι; Ποι­ός εἶ­μαι; Ποῦ στέ­κο­μαι στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἱ­στο­ρί­α; Αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ ἀ­ξια­κός ἄ­ξο­νας ἐ­πά­νω στὸν ὁ­ποῖ­ο προ­σπά­θη­σε νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σει ὁ Ἰ­ρα­νὸς Hou­shang Gol­shi­  ri (1938- 2000), ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς Περ­σικῆς λο­γοτε­χνίας καὶ τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὸ Ἰ­ράν. Ἀ­γω­νί­στη­κε ἐ­νάν­τια στὴν τυ­ραν­νί­α καὶ τὰ ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κὰ κα­θε­στῶ­τα, ἐ­ξέ­τι­σε ποι­νὲς φυ­λά­κι­σης ὡς ὑπέρ­μα­χος τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ λό­γου, ἐ­πι­μέ­νον­τας ὅ­τι ὅ­σο ζῶ θὰ γρά­φω, ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­ρα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων (1968) καὶ τὸ 1999 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ γερ­μα­νι­κὸ βρα­βεῖ­ο Erich Maria Remarque Peace Prize γιὰ τὸν ἀ­γώ­να του γιὰ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα καὶ τὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς δη­μο­κρα­τί­ας στὸ Ἰ­ράν. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο My Lit­tle Pra­yer Room (Τὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο προ­σευ­χῆς μου) ὡς πρὸς τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ ἀ­πο­τε­λεῖ κο­ρυ­φαῖ­ο πα­ρά­δειγ­μα μετω­νυμι­κής σιω­πῆς, μί­α ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξέ­χου­σες τε­χνι­κὲς στὸν δυ­τι­κὸ μον­τερ­νι­σμὸ καὶ δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ δὲ θε­μα­το­λο­γί­α ἑ­στιά­ζει σὲ ἱ­στο­ρί­ες φυ­λα­κι­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πο­φέ­ρουν, δι­α­λύ­ον­ται καὶ φτά­νουν στὴν πα­ρά­νοι­α. Ἡ συλ­λο­γὴ αὐ­τὴ συ­νέ­βα­λε στὴν κα­τάρ­ρι­ψη τῆς ἕ­ως τό­τε ἐ­πι­κρα­τοῦ­σας ἄ­πο­ψης ὅ­τι οἱ πο­λι­τι­κοὶ κρα­τού­με­νοι ἦ­ταν (ἢ ὄ­φει­λαν νὰ εἶ­ναι) ὑ­πε­ράν­θρω­ποι, ἀ­λύ­γι­στοι ἢ φα­να­τι­κοὶ ἰ­δε­ο­λό­γοι. Πρω­το­εκ­δό­θη­κε τὸ 1975, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ 1985 ἕ­ως σή­με­ρα ἔ­χει ἀ­παγο­ρευ­θεῖ τό­σο ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α της στὸ Ἰ­ράν, ὅ­σο καὶ ἡ ἐ­πα­νέκ­δο­σή της ὁ­που­δή­πο­τε κα­θὼς τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα δὲν ἔ­χουν δο­θεῖ ἀ­κό­μα στὴν οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ συγ­γρα­φέ­α.

       Στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς My Little China Doll (Ἡ μι­κρὴ πορ­σε­λά­νι­νη κού­κλα μου), ὁ Golshiri πρω­το­τυ­πεῖ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἡ­ρωΐ­­δα εἶ­ναι μιὰ κό­ρη καὶ ὄ­χι ἕ­νας γιὸς ὅ­πως ἴ­σως νὰ πε­ρί­με­νε κα­νεὶς καὶ μά­λι­στα ἔ­φη­βη, μιὰ αὐ­ρια­νὴ πο­λί­της, τῆς ὁ­ποί­ας ὁ πα­τέ­ρας ἔ­χει ἄ­δι­κα φυ­λα­κι­στεῖ, βα­σα­νί­ζε­ται ἀ­πάν­θρω­πα κι ἐ­κτε­λεῖ­ται γιὰ τὶς πο­λι­τι­κές του πε­ποι­θή­σεις. Ἂν καὶ παί­ζει ἀ­κό­μα μὲ τὶς κοῦ­κλες της ὀ­νει­ρεύ­ε­ται καὶ κα­τα­στρώ­νει σχέ­δια ἐ­ξόν­τω­σης τῶν βα­σα­νι­στῶν τοῦ πα­τέ­ρα της μὲ ἀ­ναί­μα­κτους τρό­πους. Ὁ Golshiri ἀ­κο­λου­θεῖ μὴ γραμ­μι­κὴ ἀ­φή­γη­ση μὲ ἀ­φαι­ρε­τι­κὲς καὶ ἀ­κρι­βεῖς ἀν­τα­πο­κρί­σεις ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ τὴν ψυ­χο­στα­σί­α τῶν τρι­ῶν με­λῶν τῆς δι­α­με­λι­σμέ­νης οἰ­κο­γέ­νειας —πα­τέ­ρας, μη­τέ­ρα, κό­ρη—, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὸ συλ­λο­γι­κὸ ὑ­πο­συ­νεί­δη­το τῶν συμ­πα­τρι­ω­τῶν του. Ἀ­να­δει­κνύ­ει τὶς μα­ται­ώ­σεις τῶν με­γά­λων ἀ­φη­γή­σε­ων, τοῦ ἐξ­τρε­μι­σμοῦ, τοῦ ρε­βαν­σι­σμοῦ καὶ ἀ­πο­μυ­θο­ποι­εῖ τὴν ἐμ­πει­ρί­α τῆς φυ­λα­κῆς. Τὰ κε­λιὰ τοῦ Golshiri δὲν εἶ­ναι ὁ τό­πος γέν­νη­σης ἀ­πο­φα­σι­στι­κῶν καὶ ἀ­κλό­νη­των ἡ­ρώ­ων ἀ­κτι­βι­στῶν, εἶ­ναι σκο­τει­νοὶ τό­ποι μαρ­τυ­ρί­ου ὅ­που τα ἀν­θρώ­πι­να πλά­σμα­τα προ­κα­λοῦν τρο­με­ρὸ πό­νο τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο καὶ ἐ­πι­χει­ροῦν, καὶ συ­χνὰ τὸ κα­τα­φέρ­νουν, νὰ κομ­μα­τιά­σουν τὸ ἕ­να τὸ ἄλ­λο[11].

       Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α βα­σί­στη­κε ἡ animation ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους (διά­ρκειας 15’) μὲ τὸν τί­τλο Dads fra­gile doll (2013) τοῦ Ἰ­ρα­νοῦ σκη­νο­θέ­τη Ali Za­re Ga­natno­wi. Στὸ πνεῦ­μα τῆς ἴ­διας ἱ­στο­ρί­ας κι­νεῖ­ται καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ τοῦ Βο­λι­βια­νοῦ Ed­mun­do PazSol­dán μὲ τί­τλο «Μπάρ­νες». Δι­εισ­δυ­τι­κὴ εἶ­ναι καὶ ἡ πιὸ πρό­σφα­τη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Ἀρ­γεν­τι­νοῦ Diego Alba μὲ τί­τλο «Ἡ πρώ­τη εἰ­σβο­λὴ»[12]La pri­me­ra in­va­sión»): Κυ­ρί­α, πρέ­πει νὰ σᾶς ζη­τή­σω νὰ προ­σέ­χε­τε τὸν γιό σας. Ἁ­λώ­νι­ζε στὰ παρ­τέ­ρια, ἔ­χει πε­τσο­κό­ψει τὰ ἐν­τελ­βά­ϊς! Ὁ φύ­λα­κας τοῦ πάρ­κου κρα­τοῦ­σε τὸ ἀ­γό­ρι ἀ­πὸ τὸν για­κὰ τοῦ ναυ­τι­κοῦ κο­στου­μιοῦ του. Λυ­πᾶ­μαι πο­λύ, κύ­ρι­ε, ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα καὶ γυ­ρί­ζον­τας πρὸς τὸ παι­δί, Ἄν­τι, ἀ­γά­πη μου, για­τί τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό; Ὁ Ἄν­τι τὴν κοί­τα­ξε μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια καὶ τῆς πρό­σφε­ρε τὰ λου­λού­δια. Γιὰ σέ­να, μη­τέ­ρα, νὰ ἔ­χεις μιὰ κα­λὴ μέ­ρα. Ἐ­κεί­νη τὸν ἀγ­κά­λια­σε τρυ­φε­ρὰ καὶ κοί­τα­ξε τὸν φύ­λα­κα, ὁ ὁ­ποῖ­ος τῆς ἔ­νευ­σε νὰ πά­ρει τὰ λου­λού­δια. Ἀν­τί­ο, Ἄν­τι, νὰ εἶ­σαι κα­λὸ παι­δί, εἶ­πε καὶ ἄ­φη­σε τὸν μι­κρὸ ἀ­να­κα­τεύ­ον­τας τὰ μαλ­λιά του. Ἀν­τί­ο, φρά­ου… Χί­τλερ, Κλά­ρα Χί­τλερ.

       Ποῦ νὰ μα­ζεύ­εις / τὰ χί­λια κομ­μα­τά­κια / τοῦ κά­θε ἀν­θρώ­που, εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χα­ϊ­κοὺ τοῦ Γ. Σε­φέ­ρη στὸ Τε­τρά­διο Γυ­μνα­σμά­των (1928-1937). Κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1940 κα­τὰ τὸν Β’ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο, σχε­δὸν μι­σὸ αἰ­ώ­να με­τὰ τὴ Διά­σκε­ψη τοῦ Βε­ρο­λί­νου (1884-85) γιὰ τὸν δι­α­μοι­ρα­σμὸ τῆς ἀ­φρι­κα­νι­κῆς ἠ­πεί­ρου στὶς ὑ­περ­δυ­νά­μεις τῆς Δύ­σης, ἱ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νὸς ποὺ δι­α­πνέ­ει τὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Τα πάντα γί­νονται κομ­μάτια τοῦ Νι­γη­ρια­νοῦ Chi­nua A­che­be. Ἐ­π’ αὐ­τοῦ, ὁ Κώ­στας Σι­α­φά­κας στὸ ἀ­φή­γη­μα «Ὁ χάρ­της» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Τὸ ψά­ρι καὶ τὸ ζά­ρι συ­νο­ψί­ζει εὔ­στο­χα: Ἡ Ἀ­φρι­κὴ κα­τα­τε­μα­χι­σμέ­νη ἀ­πὸ ἀ­νε­λέ­η­το μα­χαί­ρι, δὲν ἔ­στα­ζε οὔ­τε μιὰ στα­γό­να, ἀλ­λὰ μοῦ θύ­μι­σε με­γά­λο βα­σα­νι­σμέ­νο ζῶ­ο. Καὶ πα­ρα­κά­τω, […] κοί­τα­ζα στὸν χάρ­τη τὴν κου­κί­δα μου καὶ ἀ­πὸ κά­τω τὴν τε­ρά­στια Ἀ­φρι­κή, σὰν πρη­σμέ­νο πρό­σω­πο χω­ρὶς στό­μα.


Στὶς 17-19 Νο­εμ­βρί­ου 2021 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ IV Συμ­πό­σιο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Κα­να­ρί­ων Νή­σων μὲ τί­τλο Mi­cro­nau­tas en el ci­be­re­spa­cio, mini­fic­ción y ciber­cul­tura, μὲ ἀρ­κε­τὲς πρω­τό­τυ­πες ἀ­να­κοι­νώ­σεις γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὡς εἶ­δος ποὺ τεί­νει νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ, ἀλ­λὰ βα­σί­ζε­ται στὴ συ­νέρ­γεια μὲ ἄλ­λα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη καὶ ἡ ἔκ­δο­ση τῶν πρα­κτι­κῶν ἀ­να­μέ­νε­ται μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον.

       Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ 2021 ση­μει­ώ­θη­καν ρα­γδαῖ­ες ἐ­ξε­λί­ξεις στὴν κβαν­τι­κὴ τε­χνο­λο­γί­α. Ἐ­ρευ­νη­τὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Queensland στὴν Αὐ­στρα­λί­α δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ κβαν­τικό μι­κρο­σκό­πιο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρέ­χει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ δυ­να­τό­τη­τα ἀ­πει­κό­νι­σης ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στων τμη­μά­των τῆς ὕ­λης μέ­σω τῆς τε­χνο­λο­γί­ας τῆς κβαν­τικής διεμ­πλοκῆς, φαι­νό­με­νο ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴν ἀλ­λη­λε­πί­δρα­ση δύ­ο ἢ πε­ρισ­σό­τε­ρων σω­μα­τι­δί­ων. Ἄλ­λοι ἐ­ρευ­νη­τὲς στὸ Qutech στὸ Delft τῆς Ὀλ­λαν­δί­ας δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ πρῶτο κβαν­τι­κό δί­κτυο πολ­λα­πλῶν κόμ­βων ποὺ θὰ ἀλ­λά­ξει τὸν τρό­πο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μας, ὁ­δη­γών­τάς τη σὲ ἕ­να ἀ­σύλ­λη­πτο γιὰ τὰ ἕ­ως τώ­ρα δε­δο­μέ­να μας ἐ­πί­πε­δο τα­χύ­τη­τας, ὑ­ψη­λῆς κρυ­πτο­γρα­φί­ας καὶ συν­το­νι­σμοῦ πο­λυ­ά­ριθ­μων με­ρῶν.

       Τέ­λος, μὲ τὶς πρω­το­φα­νεῖς δυ­να­τό­τη­τες γιὰ τὴν ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τοῦ σύμ­παν­τος τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου καὶ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρου τηλε­σκο­πί­ου Ja­mes Webb ποὺ ἐ­κτο­ξεύ­τη­κε στὸ δι­ά­στη­μα στὶς 25 Δε­κεμ­βρί­ου, εὐ­ελ­πι­στοῦ­με νὰ ἐμ­πλου­τί­σου­με τὶς γνώ­σεις μας γιὰ τὴν ἀρ­χὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ σύμ­παν­τος καὶ τὴ θέ­ση μας σὲ αὐ­τό.


 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


ΔΥΣΤΥΧΩΣ οἱ πο­λι­τι­κὲς θε­ω­ρί­ες μας εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο εὐ­φυ­εῖς ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­στή­μη μας καὶ δὲν ἔ­χου­με μά­θει ἀ­κό­μα πῶς νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με τὴ γνώ­ση καὶ τὴ δε­ξι­ό­τη­τά μας μὲ τρό­πους ποὺ νὰ βελ­τι­στο­ποι­οῦν τὴ ζω­ή μας, ἀ­κό­μα καὶ νὰ τὴ δο­ξά­ζουν[13], εἶ­χε γρά­ψει ὁ δι­ο­ρα­τι­κὸς Bertrand Russel, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πα­σχό­λη­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα καὶ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα Γιατί πο­λε­μοῦν οἱ άν­θρω­ποι. Ὡς στω­ϊ­κὴ ἀ­πάν­τη­ση θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν οἱ στί­χοι: Κά­θε ἄν­θρω­πος ἔ­χει δύ­ο / μά­χες νὰ δώ­σει: / στὰ ὄ­νει­ρα πα­λεύ­ει μὲ τὸν Θε­ὸ / ξύ­πνιος, μὲ τὴ θά­λασ­σα[14], τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Antonio Machado στὴ συλ­λο­γὴ τοὔ Campos de Ca­stil­la (1907-1917). Ὅ­μως, ἐμ­βλη­μα­τι­κὰ ἔρ­γα ποὺ ἔ­χουν ση­μα­δέ­ψει τὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α δι­α­χρο­νι­κὰ μᾶς ἔ­χουν θέ­σει πρὸ τῶν εὐ­θυ­νῶν μας γιὰ τὶς ἐ­πι­πτώ­σεις  τῶν ἀ­πε­χθῶν πρά­ξε­ών μας καὶ πα­ρὰ τὶς ἀ­να­ρίθ­μη­τες ἐν­δεί­ξεις ὅ­τι ὁ­δεύ­ου­με πρὸς ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὸ ἀ­φα­νι­σμό, ἐ­φευ­ρί­σκου­με ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ ἐ­πι­κίν­δυ­νους τρό­πους ἀλ­λη­λο­ε­ξόν­τω­σης.

       Εὐ­τυ­χῶς, ἡ πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας δὲ γνω­ρί­ζει πλέ­ον σύ­νο­ρα ἢ χρο­νι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς, ὅ­πως το­νί­ζει καὶ ὁ Βρα­ζι­λιά­νος Silviano Santiago στὸ ἄρ­θρο του «Una literatura anfibia». Σὲ αὐ­τὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς ἀμ­φί­βια τὴ σύγ­χρο­νη βρα­ζι­λι­ά­νι­κη λο­γο­τε­χνί­α λό­γῳ τοῦ συν­δυα­σμοῦ τοῦ κο­σμο­πο­λί­τι­κου καὶ το­πι­κοῦ στοι­χεί­ου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ καὶ τῆς δυ­σκο­λί­ας ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ ἔ­χουν οἱ συγ­γρα­φεῖς στὶς οὐ­το­πι­κές τους ἀ­να­ζη­τή­σεις νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σουν τὶς ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κὲς πτυ­χὲς τέ­χνης καὶ πο­λι­τι­κῆς σὲ μί­α χώ­ρα καὶ σὲ μί­α πε­ρι­ο­χὴ ὅ­που οἱ οἰ­κο­νο­μι­κὲς ἀ­νι­σό­τη­τες, ἡ βί­α καὶ ἡ κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση κα­θο­ρί­ζουν τὴν κοι­νω­νι­κὴ τά­ξη, γε­γο­νὸς ποὺ ἰ­σχύ­ει, δυ­στυ­χῶς, σχε­δὸν σὲ ὅ­λα τα μή­κη καὶ πλά­τη τοῦ κό­σμου μας.


Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἡ τέ­χνη τοῦ λό­γου ὑ­πῆρ­ξε ἀ­νέ­κα­θεν ἕ­νας τρό­πος ἀν­τί­στα­σης σὲ κά­θε μορ­φὴ ἀ­γώ­να ἢ πο­λέ­μου, γε­γο­νὸς ποὺ ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως ἀ­να­λύ­ει ἡ Ἰ­τα­λί­δα Pa­ola Del Zop­po στὴ με­λέ­τη της γιὰ τὴν πο­λὺ σύν­το­μη φόρ­μα στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα με­τα­ξύ του 1960 καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 21ου αἰ. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ Ana Maria Shua θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α, εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­θε­το τῆς πο­λι­τι­κῆς ὀρ­θό­τη­τας, εἶ­ναι ὅ,τι μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ σκε­φτοῦ­με ὅ­τι κά­τι εἶ­ναι ἄ­σπρο καὶ μαῦ­ρο ταυ­τό­χρο­να καὶ ἀ­δι­ά­κρι­τα, ἰ­δέ­α ποὺ ὑ­πο­στη­ρί­ζει στὸ ἔ­πα­κρο στὴν πρό­σφα­τη συλ­λο­γή της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν La Guer­ra, τὴν ὁ­ποί­α εἴ­δα­με πα­ρα­πά­νω. Μά­λι­στα, στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο τῆς συλ­λο­γῆς οἱ ἀ­να­γνῶ­στες κα­λοῦν­ται νὰ συμ­με­τέ­χουν στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῶν πυ­κνῶν καὶ πο­λυ­ε­πί­πε­δων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν της μὲ τὶς ἱ­στο­ρι­κές τους γνώ­σεις, τὸ πο­λι­τι­σμι­κό τους ὑ­πό­βα­θρο καὶ τὶς αἰ­σθη­τι­κές τους προσ­λαμ­βά­νου­σες, μὲ τὸν ὑ­πό­τι­τλο αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο σὲ χρει­ά­ζε­ται.

       Πα­ρό­λο ποὺ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α βα­σί­ζε­ται στὴν δι­α­δρά­ση, ἔν­νοι­α μὲ πο­λε­μι­κὸ δεί­κτη, κα­θὼς ἀλ­λι­ῶς ἀ­κού­γε­ται μιὰ μο­νο­δι­ά­στα­τη ἀ­λή­θεια καὶ ἀλ­λι­ῶς σὲ μιὰ γε­νε­α­λο­γί­α τῆς ἀλ­λη­λε­πί­δρα­σης ἢ τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, συλ­λο­γὲς ὅ­πως αὐ­τὴ τῆς Shua δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ μί­α στά­ση-ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸν ἰ­σο­πε­δω­τι­κὸ καὶ φρε­νή­ρη τρό­πο ζω­ῆς μας. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ ἀ­πο­χω­ρη­τι­σμὸ ἢ σχά­ση, ἀλ­λὰ γιὰ μί­α στά­ση-συμ­πα­ρά­στα­ση τὴν ὁ­ποί­α εὐ­νο­εῖ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α σὲ μέ­γι­στο βαθ­μό. Ἀ­φε­νός, ἐ­πει­δὴ θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀποτελεῖ δίκτυο καὶ μέσο δικτύωσης. Ἀ­φε­τέ­ρου, δι­ό­τι εἶ­ναι προ­κλη­τι­κὴ σὲ δι­ά­φο­ρα ἐ­πί­πε­δα σκέ­ψης: ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἔ­κτα­ση (με­τα­μορ­φώ­νει τὸ μι­κρὸ σὲ με­γά­λο, ἡ συν­το­μί­α της θέ­τει ζή­τη­μα πλή­ρους νο­η­τι­κῆς κα­τα­νό­η­σης ἢ ἀλ­λι­ῶς εὐ­γλωτ­τί­ας), στὶς προσ­δο­κί­ες (πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν ἕ­να τό­σο σύν­το­μο κεί­με­νο νὰ εἶ­ναι τό­σο βα­θὺ ἢ ἔν­το­νο;) καὶ στὸν χρό­νο (ἡ δι­α­νο­η­τι­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α δια­ρκεῖ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση, εὐ­νο­εῖ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τῆς ἀ­νά­γνω­σης καὶ ἡ ἀ­πό­λαυ­ση κο­ρυ­φώ­νε­ται μὲ τὴν ἐμ­πέ­δω­ση τοῦ νο­ή­μα­τος).

       Προ­κλη­τι­κό­τε­ρη ὅ­λων εἶ­ναι ἡ ἀ­δά­μα­στη, ἀ­τα­ξι­νό­μη­τη καὶ ἀ­πρό­βλε­πτη φύ­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐ­πει­δὴ συν­δυά­ζει ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἴ­δη. Δὲν ἀ­πο­βλέ­πει στὴν με­τα­μόρ­φω­σή της σὲ ἀν­τί­πα­λο δέ­ος ἀ­πέ­ναν­τί τους. Ὅ­μως ρι­ζω­μέ­νη στὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φή­γη­σης, ὡς ἔν­στα­ση στοὺς δι­α­χω­ρι­σμούς, μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει τὸν στί­χο τοῦ Ν. Βρετ­τά­κου: ἡ συ­νεί­δη­ση εἶ­ναι τὸ βά­θος τοῦ ἀν­θρώ­που / Ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι τὸ πλά­τος του, καί, φαι­νο­με­νι­κὰ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη στὴ συν­το­μί­α της, ἐ­πι­και­ρο­ποι­εῖ τὸ ἀ­πό­φθεγ­μα τοῦ An­to­nio Por­chia, Οἱ ἁ­λυ­σί­δες ἐν χρή­σει δὲν ἁ­λυ­σο­δέ­νουν. Στοι­χεῖ­α ποὺ ἂν συν­δυα­στοῦν ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ συ­στα­θεῖ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀρ­χή.


προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Σπαρτιάτες τοῦ Richard Gwyn.


Τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Augusto Monterroso La o­ve­ja negra y de­más fá­bu­las.


Τὸ βι­βλί­ο μὲ κρι­τι­κὰ κεί­με­να τοῦ Lauro Zavala, El di­no­sa­u­rio a­no­ta­do: e­di­ción crí­ti­ca de «El dino­sa­urio» de Au­gu­sto Mon­ter­roso.


Τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὀ­δον­τό­­κρε­μα μὲ χλω­ρο­­φύλ­­λη τοῦ Ἠ. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου.


Τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀ­να­το­λι­κὰ τῆς Δύ­σης τοῦ Miroslav Penkov.


To ἀ­φή­γη­μα Κονγκό τοῦ Eric Vuillard.


Τὴ νου­βέ­λα Τί εἶ­ναι ἕ­νας κάμ­πος τῆς Νά­σιας Δι­ο­νυ­σί­ου.


Τὸ ἄρ­θρο The un­bea­ra­ble: To­ward an anti­fa­scist ae­sthe­tic τοῦ Jon Ba­skin, στὸ ὁ­ποῖ­ο δι­ε­ρευ­νᾶ αἴ­τια ποὺ ὁ­δή­γη­σαν τοὺς Γερ­μα­νοὺς νὰ στρα­φοῦν στὸν να­ζι­σμό.


Τὴ συμ­φω­νί­α Νο 7, Op. 60 μὲ τί­τλο Le­nin­­grad, τοῦ Dmitri Shostakovich, τὴν ὁ­ποί­α ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1941.

Τὸν Μικρό­κοσμο (ποί­η­ση: Να­ζὶμ Χικ­μέτ, μτφ. Γιά­ννη Ρί­τσου), σύν­θε­ση Θά­νου Μι­κρού­τσι­κου, ἐ­κτέ­λε­ση Μα­ρί­α Δη­μη­τριά­δη.


[1].  Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[2]. Ζαραφωνίτου Χριστίνα, Ἀπὸ τὴν ἀντα­ποδο­τικὴ στὴν ἀ­ποκα­ταστα­τικὴ δι­καιο­σύ­νη: τιμω­ρικό­τη­τα ἢ ἄμ­βλυν­ση τῶν συγ­κρού­σεων;
[3] . Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[4]. mogul = μεγι­στά­νας, τρα­νός.
[5]. antojitos = λι­χου­δι­ὲς ποὺ φτιά­χνουν μά­γει­ρες τοῦ δρό­μου.
[6]. κου­βα­νέ­ζι­κος χο­ρὸς μὲ ἀ­φρι­κα­νι­κὲς ρί­ζες· ὁ ρυθ­μὸς εἶ­ναι γνω­στὸς ἀ­πὸ τὴν εἰ­σα­γωγι­κὴ ἄρια τῆς Carmen τοῦ G. Bizet, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α Ὁ Νο­νός (II), τοῦ F.F.Coppola.
[7]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[8]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[9]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[10]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου. Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν Κώ­στα Βρα­χνὸ γιὰ τὴ συμ­βο­λή του στὴν ἀ­πό­δο­ση τοῦ κει­μέ­νου στὰ ἑλ­λη­νι­κά.
[11]. Khakpour Arta, Each into a world of His Own: Mi­me­sis, Mo­dernist Fi­ction, and the I­ra­ni­an A­vant-Garde, δι­α­τρι­βὴ στὸ ἀ­πο­θε­τή­ριο τοῦ New York University, Department of Mid­dle Ea­stern and Islamic Stu­dies, 2014.
[12]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[13]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.
[14]. Με­τά­φρα­ση δι­κή μου.

 

Πηγή:  Πρώτη δημοσίευση.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.