Μανουὲλ Βιθέντ (Manuel Vicent): Σκέτος καφές


Μα­νου­ὲλ Βι­θέντ (Manuel Vicent)


Κα­φὲς σκέ­τος

[Café solo]


ΕΡΩ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ὅ­τι τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ πε­θά­νω δὲν θὰ μοῦ λεί­ψουν τὰ σπου­δαῖ­α γε­γο­νό­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χω ζή­σει, ἀλ­λὰ τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ κα­φὲ μὲ φρυ­γα­νι­σμέ­νο ψω­μὶ καὶ ὁ­ρι­σμέ­νες μι­κρὲς αἰ­σθή­σεις, ὅ­πως, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, νὰ ἁ­πλώ­νω τὸ πό­δι μου πρὸς τὴ δρο­σε­ρὴ με­ριὰ τοῦ σεν­το­νιοῦ τὰ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα ξη­με­ρώ­μα­τα, τὴν ὥ­ρα ποὺ κε­λα­η­δά­ει τὸ κο­τσύ­φι στὸν κῆ­πο. Ἂν βα­ρι­έ­μαι κά­πως νὰ πε­θά­νω, εἶ­ναι για­τὶ δὲν θὰ μπο­ρῶ πλέ­ον νὰ πη­γαί­νω τὰ πρω­ϊ­νὰ νὰ ἀ­γο­ρά­ζω ἐ­φη­με­ρί­δα οὔ­τε νὰ χα­ζεύ­ω στὸ δρό­μο, στὴ στά­ση τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, τὰ δρο­σε­ρὰ πρό­σω­πα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν ποὺ ἔ­χουν ἀ­κό­μα ὅ­λο τὸν ἔ­ρω­τα μπρο­στά τους. Ὁ ἀ­γώ­νας μου γιὰ τὴν ὕ­παρ­ξη συ­νί­στα­ται στὸ νὰ εἶ­ναι, τὴν ὥ­ρα τοῦ πρω­ι­νοῦ, πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­φὲ ἀπ’ ὅ­τι οἱ κα­τα­στρο­φὲς ποὺ δι­α­βά­ζω στὴν ἀ­νοι­χτὴ πλά­ϊ στὸ φρυ­γα­νι­σμέ­νο ψω­μὶ ἐ­φη­με­ρί­δα. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης πο­λὺ εὐ­χά­ρι­στο νὰ τη­λε­φω­νεῖς σὲ κά­ποι­ον φί­λο κα­τὰ τὸ με­ση­με­ρά­κι, γιὰ νὰ σοῦ δι­η­γη­θεῖ τὰ τε­λευ­ταῖ­α κου­τσομ­πο­λιά. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ με­ριά, εἶ­ναι ἡ Κρι­τι­κὴ τοῦ κα­θα­ροῦ λό­γου τοῦ Κὰντ καί, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τὸ κου­βεν­το­λό­ι. Ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι οἱ κου­βεν­τοῦ­λες στὸ πα­ρε­ά­κι θὰ εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ πράγ­μα ποὺ θὰ θυ­μᾶ­ται κα­νεὶς κα­τὰ τρό­πο πο­λὺ πιὸ ἀ­νε­ξί­τη­λο ἀ­πὸ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε φι­λο­σο­φί­α, καὶ μα­ζί τους θὰ συ­νυ­πάρ­χει ἡ γλυ­κύ­τη­τα ἑ­νὸς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νοῦ πε­ρι­πά­του, με­ρι­κὰ ἡ­λι­ο­βα­σι­λέ­μα­τα, τὰ βρα­δι­νὰ δι­α­βά­σμα­τα στὸ κρε­βά­τι πα­ρέ­α μὲ τὸ στορ­γι­κὸ φῶς τοῦ πορ­τα­τὶφ στὸ κο­μο­δί­νο. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ μά­θω τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ κά­νει τοὺς πιὸ σο­φοὺς ἑ­τοι­μο­θά­να­τους νὰ κλαῖ­νε. Χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α, τὰ δά­κρυ­ά τους δὲν ὀ­φεί­λον­ται στὶς νί­κες ποὺ πέ­τυ­χαν οὔ­τε στὶς με­γά­λες τρα­γω­δί­ες ποὺ ὑ­πέ­φε­ραν, ἀλ­λὰ στὶς ἁ­πλὲς ἀ­πο­λαύ­σεις ποὺ βί­ω­σαν, στὸν κα­λό­καρ­δο κό­σμο ποὺ γνώ­ρι­σαν, στὰ φα­γη­τὰ ποὺ γεύ­τη­καν χα­λα­ρά, πα­ρέ­α μὲ φί­λους. Τί εἶ­ναι ὁ θά­να­τος; Ἴ­σως τε­λι­κὰ ὁ θά­να­τος συ­νί­στα­ται στὸ νὰ μὴν φᾶς πιὰ ἕ­να κρι­τσα­νι­στὸ κρουα­σὰν μα­ζὶ μὲ τὸν κα­φὲ τὰ πρω­ι­νὰ δί­πλα στὸ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο καὶ νὰ μὴν μά­θεις πο­τὲ ξα­νὰ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῶν κυ­ρι­α­κά­τι­κων ἀ­γώ­νων πο­δο­σφαί­ρου. Στὸ τέ­λος ὅ­λων των θρη­σκει­ῶν καὶ τῶν φι­λο­σο­φι­ῶν, ἐν μέ­σῳ τό­σων θε­ῶν, ἡ­ρώ­ων καὶ ὀ­νεί­ρων φαί­νε­ται πὼς ἡ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­να σύ­νο­λο ἀ­πὸ κου­βεν­τοῦ­λες καὶ μιὰ πλο­κὴ ἀ­πὸ ἀ­ρώ­μα­τα, μιὰ μι­κρὴ συ­νή­θεια τὰ πιὸ στέ­ρε­α θε­μέ­λια τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­χνὸ ποὺ βγά­ζουν κά­ποι­ες κοῦ­πες μπρο­στὰ στὶς ὁ­ποῖ­ες ὁ­ρι­σμέ­νοι ὑ­πήρ­ξα­με εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.


Πη­γή: Ἐ­φη­με­ρί­δα El País, 5 Μαρ­τί­ου 2012.

Ὁ Μα­νου­ὲλ Βι­θὲντ (Manuel Vicent) γεν­νή­θη­κε στὴ Μπι­γι­αμ­πι­έ­χα τοῦ Κα­στε­γιὸν τὸ 1936. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους ἰ­σπα­νοὺς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φους τῆς τε­λευ­ταί­ας 50ετίας, συ­νερ­γά­ζε­ται ἀ­νελ­λι­πῶς ἀ­πὸ τὸ 1981 μὲ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El País.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Λη­τὼ Πα­λαι­ο­λό­γου-Σο­φοῦ. Σπου­δά­ζει Νο­μι­κὰ στὴν Κο­μο­τη­νὴ καὶ σχέ­διο μό­δας στὴν Ἀ­θή­να.

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: