Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι



Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου  χέ­ρι


Α ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες. Εἶ­ναι οἰ­κια­κὲς βο­η­θοί, κομ­μώ­τρι­ες, μα­γεί­ρισ­σες, γκου­βερ­νάν­τες, ἐ­πι­με­λή­τρι­ες κει­μέ­νων καὶ δα­κτυ­λο­γρά­φοι. Ἡ Δε­ξιὰ κά­νει ὅ­λες τὶς δύ­σκο­λες δου­λει­ές, εἶ­ναι ἀ­κού­ρα­στη, δυ­να­τὴ καὶ ὀρ­γα­νω­μέ­νη. Ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ στὸ σκο­τά­δι, παίρ­νει πρω­το­βου­λί­ες.  Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ δὲν κά­νει τί­πο­τα. Μοιά­ζει τυ­φλὴ καὶ κου­φή, δὲν τῆς ἔ­χω κα­μί­α ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Δὲν τῆς δί­νω ση­μα­σί­α, δὲν τῆς ἀ­πευ­θύ­νω πο­τὲ τὸ λό­γο. Κά­ποι­ες φο­ρὲς μο­νά­χα, σὲ μιὰ δύ­σκο­λη στιγ­μή,  ξυ­πνά­ει ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς τῆς Δε­ξιᾶς καὶ ἀ­δέ­ξια τὴ  βο­η­θᾶ. Ὕ­στε­ρα ξα­να­πέ­φτει σὲ λή­θαρ­γο. Μο­νί­μως ἀ­ποῦ­σα.

       Ἐ­ξάρ­θρω­ση δε­ξιοῦ ὤ­μου, λέ­ει ὁ για­τρὸς κοι­τά­ζον­τας στὸ φω­τει­νὸ ταμ­πλὸ τὶς ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες μου. Πλή­ρης ἀ­κι­νη­σί­α δε­ξιοῦ χε­ριοῦ γιὰ τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες. Δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ πάν­τα κοι­μᾶ­ται. Δὲν λέ­ω τί­πο­τα καὶ γυ­ρί­ζω σπί­τι. Θέ­λω νὰ πι­ῶ λί­γο νε­ρό. Ἡ Δε­ξιά, ἂν καὶ μὲ βα­ριὰ κά­κω­ση, φω­νά­ζει στὴν Ἀ­ρι­στε­ρή, Ξύ­πνα!  Φέ­ρε νε­ρό! Ἡ φω­νὴ της σπα­σμέ­νη.

       Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ εἶ­ναι ἀρ­γὴ καὶ ἀ­δέ­ξια, ἡ Δε­ξιὰ θυ­μώ­νει, ὅ­μως πο­νά­ει καὶ μέ­νει ἀ­κί­νη­τη. Ἀ­ναγ­κα­στι­κά. Βλέ­πω ὅ­τι δὲν ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Πρέ­πει νὰ ἐκ­παι­δεύ­σω τὴν Ἀ­ρι­στε­ρή. Νὰ τὴ μά­θω νὰ στρώ­νει μό­νη της τὸ κρε­βά­τι, νὰ μοῦ κά­νει μπά­νιο, νὰ φτιά­χνει ἁ­πλὰ φα­γη­τά, νὰ μὲ τα­ΐ­ζει, νὰ μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια, νὰ βά­ζει πλυν­τή­ριο, νὰ ση­κώ­νει τὰ τη­λέ­φω­να, νὰ πλη­κτρο­λο­γεῖ τὰ κεί­με­νά μου. Στὴν ἀρ­χὴ κου­ρά­ζε­ται εὔ­κο­λα, τῆς πέ­φτουν πράγ­μα­τα, σπά­ει πιά­τα, κά­νει λά­θη, γρά­φει ἄ­σχε­τες λέ­ξεις. Ὕ­στε­ρα συ­νη­θί­ζει, κρα­τά­ει σω­στά τὸ πι­ρού­νι καὶ μὲ ταΐ­ζει, πλέ­νει τὴν Δε­ξιά, τὴν χα­ϊ­δεύ­ει κα­μιὰ φο­ρά. Τὰ βρά­δια μέ­νει ξά­γρυ­πνη. Τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος τὰ χα­ρά­μα­τα, ἀλ­λὰ κοι­μᾶ­ται ἐ­λα­φρὰ κι ἀ­μέ­σως ξυ­πνά­ει νὰ μᾶς φρον­τί­σει. Ἔ­γι­νε πε­ρί­που σὰν τὴ Δε­ξιά, ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι.

       Ὡ­στό­σο,  τώ­ρα τε­λευ­ταί­α τὴ βλέ­πω σκε­πτι­κὴ καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νη . Φο­βᾶ­μαι μὴν κου­ρα­στεῖ κι ἀλ­λά­ξει στά­ση ξαφ­νι­κά. Μή­πως στα­μα­τή­σει νὰ νι­ώ­θει αὐ­τα­πάρ­νη­ση, ἀλ­λη­λεγ­γύ­η, αὐ­το­θυ­σί­α. Μὴν ὁ­δη­γη­θεῖ στα­δια­κὰ σὲ ἀ­κραῖ­ες θέ­σεις. Μή­πως ἀρ­χί­σει ν’ ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γιὰ τοὺς ἀ­νήμ­πο­ρους, τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κούς, τοὺς ἀν­τι­πα­ρα­γω­γι­κούς. Μὴν πά­ρουν τὰ μυα­λά της ἀ­έ­ρα στὶς κρυ­φὲς συ­νε­λεύ­σεις τῶν Ἀ­ρι­στε­ρῶν Χε­ρι­ῶν. Μή­πως ἀ­παι­τή­σει ὑ­πε­ρω­ρί­ες κι ἐ­πί­δο­μα πρό­σθε­της ἀ­πα­σχό­λη­σης. Μὴν πά­ει καὶ πα­ρα­πο­νε­θεῖ γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες καὶ τὴν πε­ρι­φρό­νη­ση ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν χρό­νων.  Μή­πως κά­ποι­οι ἀρ­χί­σουν νὰ τῆς λέ­νε Πο­τὲ δὲν εἶ­ναι ἀρ­γά! Κοί­τα­ξε λί­γο τὸν ἑ­αυ­τό σου!

       Ξυ­πνῶ καὶ κοι­τά­ζω τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μὲ ἄλ­λο μά­τι πιά. Φο­βᾶ­μαι πὼς κά­τι ἔ­χει ἀλ­λά­ξει. Ἐ­κεῖ­νο, σι­ω­πη­λό, παίρ­νει τὴ βούρ­τσα καὶ μοῦ χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιά, ὅ­πως κά­θε πρω­ί. Μό­νο λί­γο πιὸ βι­α­στι­κὰ καὶ πρό­χει­ρα. Ὅ­ταν, ὅ­μως, μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια κά­νει ἄ­γρι­ες κι­νή­σεις πά­νω κά­τω. Τὰ οὖ­λα μου μα­τώ­νουν. Πιὸ σι­γὰ, τῆς λέ­ω Μὲ  πο­νᾶς! Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσα εἶ­ναι σκλη­ρή, μοῦ ἀ­παν­τά­ει, νὰ παίρ­νεις medium!… Κά­νω πὼς συμ­φω­νῶ κι ἄς ξέ­ρω πὼς ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά μου εἶ­ναι soft. Τὴ φο­βᾶ­μαι πιὰ καὶ δὲν μι­λά­ω. Τὸ ἴ­διο κά­νει καὶ ἡ Δε­ξιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ μὲ θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.

Εἰκόνα: Σκίτσο τῆς Εὔας Γρηγοριάδου.

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: