Ντὰν Κό­ις (Dan Kois): Ἡ μι­σαν­θρω­πι­κὴ ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α τῆς Τζόι Οὐ­ί­λιαμς



Ντὰν Κό­ις (Dan Kois)  [Joy Williams, Ἀφιέρωμα, 11/11]


Ἡ μι­σαν­θρω­πι­κὴ ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α τῆς Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς

(The Misanthropic Genius of Joy Williams)


ΡΙΝ ΑΠΟ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ, ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη ἐκ­κλη­σί­α τῆς Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς χά­ρι­σε κάμ­πο­σα στα­σί­δια ἔ­πει­τα ἀ­πὸ κά­ποι­α ἀ­να­καί­νι­ση. Ἡ Οὐ­ί­λιαμς πη­γαί­νει στὴν ἐκ­κλη­σί­α μό­νο τὸν Ἀ­πρί­λιο καὶ τὸν Ὀ­κτώ­βριο, τό­τε ποὺ τὰ συ­χνὰ τα­ξί­δια της μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­π’ τὴ μιὰ ἄ­κρη τῆς χώ­ρας στὴν ἄλ­λη τὴ βγά­ζουν στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ, ὡ­στό­σο ἤ­θε­λε ὁ­πωσ­δή­πο­τε στα­σί­δι. Δα­νεί­στη­κε ἕ­να τρέ­ι­λερ, φόρ­τω­σε τὸ στα­σί­δι μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­νὸς φί­λου καὶ ὁ­δή­γη­σε χί­λια ἑ­ξα­κό­σια χι­λι­ό­με­τρα σέρ­νον­τάς το πί­σω ἀ­π’ τὸ πε­λώ­ριο Bronco της, ἔ­χον­τας γιὰ συ­νε­πι­βά­τες τοὺς δυ­ὸ ποι­με­νι­κούς της. Τώ­ρα, τὸ μα­κρύ, σκου­ρό­χρω­μο στα­σί­δι συ­νε­χί­ζει τὴ ζω­ή του στὸ σπί­τι της στὸ Τοῦ­σον.

       Ὅ­ταν ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἦ­ταν παι­δί, ὁ πα­τέ­ρας της ἦ­ταν ἱ­ε­ρέ­ας σὲ προ­τε­σταν­τι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α στὸ Πόρ­τλαντ, Μέ­ιν. «Τὸ κή­ρυγ­μά του ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χο», μοῦ εἶ­πε κα­θὼς πε­ζο­πο­ρού­σα­με δι­α­σχί­ζον­τας τοὺς λο­φί­σκους στοὺς πρό­πο­δες τῆς Σάν­τα Κα­τα­λί­να στὴν Ἀ­ρι­ζό­να παίρ­νον­τας μο­νο­πά­τια ποὺ ἡ ἴ­δια τὰ περ­πα­τᾶ κά­θε πρω­ί. Τὴ ρώ­τη­σα ἂν εἶ­χε πο­τὲ σκε­φτεῖ νὰ γί­νει κή­ρυ­κας σὰν τὸν πα­τέ­ρα της: Συ­χνὰ οἱ ἱ­στο­ρί­ες της εἶ­ναι κα­τὰ βά­θος πα­ρα­βο­λὲς καὶ τὸ γρά­ψι­μό της εἶ­ναι πῦρ, πῦρ τῆς κο­λά­σε­ως κι ἐ­ξύ­μνη­ση ἐ­ξί­σου. «Ὄ­χι, ὄ­χι, εἶ­μαι πο­λὺ συ­νε­σταλ­μέ­νη», εἶ­πε, πρὶν βυ­θι­στεῖ σὲ μιὰ συμ­πα­θη­τι­κὴ σι­ω­πή, μὲ μό­νο ἦ­χο τὸ τρί­ξι­μο ἀ­π’ τὰ στα­ρά­κια της στὸ χῶ­μα. «Ἴ­σως αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ χρει­ά­ζο­μαι», ἔ­κρω­ξε ἀ­πό­το­μα. «Ἕ­νας ἄμ­βω­νας, νὰ τὸν παίρ­νω μα­ζί μου ἀ­πὸ ἀ­νά­γνω­ση σὲ ἀ­νά­γνω­ση.»

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς εἶ­ναι στε­γνή, μυ­ώ­δης καὶ ἡ­λι­ο­κα­μέ­νη, τὰ χέ­ρια καὶ τὸ πρό­σω­πό της ρυ­τι­δι­α­σμέ­να μὲ τρό­πο βι­βλι­κό. Εἶ­ναι ἑ­βδο­μήν­τα ἑ­νός. Πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια, ἔ­χα­σε τὰ γυα­λιά της ἐ­νῶ ἦ­ταν κα­λε­σμέ­νη σὲ κά­ποι­ο πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ ἀ­να­λό­γιο χρει­ά­στη­κε νὰ φο­ρέ­σει συν­τα­γο­γρα­φη­μέ­να γυα­λιὰ ἡ­λί­ου· ἐ­κτι­μών­τας, πι­θα­νόν, τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν, τὰ φο­ρᾶ ἔ­κτο­τε ὅ­λη μέ­ρα κι ὅ­λη νύ­χτα. Πα­ρο­μοί­ως μὲ τὸ στα­σί­δι ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σί­α στὸ κα­θι­στι­κό της, τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου μοιά­ζουν μὲ πρά­ξη πε­ρι­φρό­νη­σης τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν ἀ­νέ­σε­ων, ἐκ­κεν­τρι­κό­τη­τα ποὺ φέρ­νει ὅ­λους τους ἄλ­λους σὲ ἀ­μη­χα­νί­α, τὴν Οὐ­ί­λιαμς τὴν κά­νει ὡ­στό­σο νὰ νι­ώ­θει πιὸ ἀ­σφα­λής.

       Εἶ­χε μό­λις ξη­με­ρώ­σει, ἤ­δη ὅ­μως φυ­σοῦ­σε καυ­τός, ἀ­πο­πνι­κτι­κὸς ἀ­έ­ρας. Φτά­σα­με σὲ μιὰ βου­νο­κορ­φὴ καὶ ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἤ­πι­ε νε­ρὸ ἀ­π’ τὸ γδαρ­μέ­νο καὶ σκαμ­μέ­νο πα­γού­ρι τῶν σκύ­λων της. Σμή­νη ἀ­πὸ μαῦ­ρα, χον­τρὰ μυρ­μήγ­κια συ­νέ­ρε­αν σὲ μιὰ χα­ρα­μά­δα δί­πλα στὰ πό­δια μας. Τρεῖς κά­κτοι σαγ­κουά­ρο στέ­κον­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­ρα­δι­πλα­νοῦ λό­φου καὶ οἱ κορ­μοί τους ἦ­ταν κά­τω χα­μη­λὰ μαῦ­ροι ἀ­πὸ κά­ποι­α πρό­σφα­τη πυρ­κα­γιὰ ἢ ἀ­σθέ­νεια δε­κα­ε­τι­ῶν. Πο­λὺ μα­κριά μας, ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ ἀ­πί­θα­νο σύν­νε­φο-ἀ­μό­νι ἔ­ρι­χνε κα­ρε­κλο­πό­δα­ρα στὴν ἔ­ρη­μο Σο­νό­ρα. Τί­πο­τε ἀ­π’ ὅ­σα βλέ­πα­με δὲν ἔ­δι­νε δε­κά­ρα γιὰ μᾶς.

       Τὸ νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λέ­σει κα­νείς, μὲ βά­ση τὴν πε­νην­τά­χρο­νη κα­ρι­έ­ρα της, συγ­γρα­φέ­α τῶν συγ­γρα­φέ­ων δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τό. Τὶς τρεῖς συλ­λο­γές της μὲ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ τέσ­σε­ρα σκο­τει­νῶν ἀ­πο­χρώ­σε­ων δι­α­σκε­δα­στι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της τὰ ἀ­γνο­οῦν κα­τὰ κα­νό­να οἱ ἀ­να­γνῶ­στες, τὰ λα­τρεύ­ουν ὅ­μως ὁ­λό­κλη­ρες γε­νι­ὲς ἀ­πὸ μέ­τρ τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ εἶ­ναι ἴ­σως ἡ κα­τε­ξο­χὴν συγ­γρα­φέ­ας τῶν συγ­γρα­φέ­ων. «Ἔ­φε­ρε σὲ πέ­ρας μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δου­λειά, παίρ­νον­τας τὸ σφι­χτό, μι­νι­μα­λι­στι­κὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Κάρ­βερ καὶ δεί­χνον­τας ὅ­τι μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τὸ ἐμ­πλου­τί­σει μὲ τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς κω­μω­δί­ας», μοῦ λέ­ει ὁ Τζὸρτζ Σόν­τερς, «τὸ ἐ­ξό­χως ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ αὐ­τὸ καὶ μο­να­δι­κὸ στὸ εἶ­δος του ἀ­στεῖ­ο πού ’­ναι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ πό­νο».

       Μιὰ τυ­πι­κὴ πρω­τα­γω­νί­στρια τῆς Οὐ­ί­λιαμς θά ’­ναι ἕ­να δύ­στρο­πο κο­ρί­τσι ἢ μιὰ δύ­στρο­πη νε­α­ρὴ κο­πέ­λα τῆς ὁ­ποί­ας οἱ κα­κὲς ἀ­πο­φά­σεις ἢ ἡ κα­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ἢ καὶ τὰ δύ­ο μᾶς δυ­σκο­λεύ­ουν νὰ τὴ θαυ­μά­σου­με: Τὴν κο­πα­νά­ει τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἄν­τρας της πλη­ρώ­νει στὸ βεν­ζι­νά­δι­κο ἢ κά­νει ἄ­νω-κά­τω το δω­μά­τιο τῆς φι­λο­ξε­νού­με­νής της γιὰ νὰ δι­α­βά­σει τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της. Στὴν ἀ­κρι­βῆ, λι­τή, αἰφ­νι­δι­α­στι­κὴ πρό­ζα τῆς Οὐ­ί­λιαμς, οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες ἐ­πι­ζη­τοῦν τὸ ὑ­ψη­λό, συ­χνὰ ὅ­μως ἡ προ­σγεί­ω­ση εἶ­ναι θλι­βε­ρή: «Ὁ Σὰμ καὶ ἡ Ἐ­λί­ζαμ­πεθ γνω­ρί­στη­καν ὅ­πως γνω­ρί­ζον­ται συ­νή­θως οἱ ἄν­θρω­ποι. Ξαφ­νι­κά, ἕ­να ἀ­πα­τη­λὸ φῶς ἄ­να­ψε στὸ σκο­τά­δι. Ἕ­να φῶς ποὺ ὑ­πεν­θύ­μι­ζε ζο­φε­ρὰ τὴν ἐ­ρη­μιὰ τοῦ σκο­τα­διοῦ.» Εἶ­ναι χα­ρι­σμα­τι­κὴ στὸ νὰ σχη­μα­τί­ζει προ­τά­σεις τῶν ὁ­ποί­ων οἱ ἀ­νη­συ­χα­στι­κὲς τρο­πὲς —«Τὴν ὥ­ρα ποὺ σκε­φτό­ταν κά­τι φο­βε­ρὰ ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νο καὶ δι­α­σκε­δα­στι­κὸ νὰ πεῖ, γεν­νή­θη­κε τὸ μω­ρό»— τα­ρα­κου­νᾶ­νε τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες, τὸ ἴ­διο ποὺ συμ­βαί­νει καὶ μὲ τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες, ἔ­τσι ὅ­πως ἡ ζω­ὴ τοὺς κά­νει ὅ­λους ὅ,τι γου­στά­ρει. Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους μί­λη­σα γιὰ τὸ ἔρ­γο τῆς Οὐ­ί­λιαμς εἶ­παν ὅ­τι τοὺς προ­ξε­νεῖ δέ­ος τὸ με­γα­λεῖ­ο ποὺ ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­π’ τὶς ἱ­στο­ρί­ες της μὲ πρω­τα­γω­νι­στὲς φρι­κιὰ κι ἀ­προ­σάρ­μο­στους. «Δι­α­θέ­τει ὅ­ρα­μα», μοῦ εἶ­πε ἡ Κά­ρεν Ρά­σελ, «καὶ δί­νει στοὺς ἀν­θρώ­πους νέ­ες δι­α­στά­σεις το­πο­θε­τών­τας τους σὲ φόν­το κο­σμι­κό».

       Τὸν μή­να αὐ­τό, ὁ ἐκ­δο­τι­κὸς οἶ­κος Knopf θὰ ἐκ­δώ­σει τὸ The Visiting Privilege, μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ 46 ἱ­στο­ρί­ες ποὺ πα­γι­ώ­νουν τὴν Οὐ­ί­λιαμς ὄ­χι μό­νο ὡς μιὰ ἐκ τῶν με­γα­λύ­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων τῆς γε­νιᾶς της ἀλ­λὰ καὶ ὡς τὴν ἐ­ξέ­χου­σα ρα­ψω­δὸ τῆς ἀ­ση­μαν­τό­τη­τας τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Τὸ μό­το τῆς συλ­λο­γῆς εἶ­ναι ἕ­νας στί­χος ἀ­πὸ τὴν Α’ ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς Κο­ριν­θί­ους: «πάν­τες δὲ ἀλ­λα­γη­σό­με­θα, ἐν ἀ­τό­μῳ, ἐν ῥι­πῇ ὀ­φθαλ­μοῦ». Ὅ­ταν ὁ Ντὸν Ντε­Λί­λο κλή­θη­κε νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴν Οὐ­ί­λιαμς, μνη­μό­νευ­σε ἀρ­χι­κὰ αὐ­τὸν τὸν στί­χο. Ἐν συ­νε­χεί­ᾳ μοῦ εἶ­πε: «Πρό­κει­ται γιὰ τὸν ὁ­ρι­σμὸ τοῦ κλα­σι­κοῦ ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος. Κι εἶ­ναι αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Τζό­ι γρά­φει τό­σο ὄ­μορ­φα.»

       Μιᾶς καὶ στὴν Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς ἀ­ρέ­σουν τὰ τα­ξί­δια μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το, ἂς ἐ­πι­βι­βα­στοῦ­με σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο μὲ ὄ­χη­μα μιὰ ἱ­στο­ρί­α της. Ὁ δρό­μος εἶ­ναι οἰ­κεῖ­ος – θὰ ἀ­να­γνω­ρί­σε­τε τὸ θρη­σκευ­τι­κὸ ὑ­πό­στρω­μα· τὸ σκο­τει­νὸ χι­οῦ­μορ· τὰ ζων­τα­νὰ ποὺ φτε­ρο­κο­ποῦν πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια καὶ συν­θλί­βον­ται στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Θὰ χα­μο­γε­λά­σε­τε μὲ τὸν ἀ­φο­πλι­στι­κὸ τρό­πο ποὺ δι­α­θέ­τει ἡ Οὐ­ί­λιαμς νὰ βά­ζει τὶς λέ­ξεις στὴ σει­ρά, ἐκ­μαι­εύ­ον­τας ἀ­π’ αὐ­τὲς ἀ­νη­συ­χα­στι­κὰ νο­ή­μα­τα: «Οἱ δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες κά­θι­σαν στὸ κα­θι­στι­κὸ πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νες ἀ­πὸ ξύ­λι­νες πά­πι­ες. Οἱ πά­πι­ες, θε­σπέ­σι­ες καὶ τυ­ραν­νι­κὲς εἶ­χαν φω­λιά­σει σ’ ὅ­λες τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες.» Θε­ω­ρεῖ­τε πὼς ξέ­ρε­τε τὴ δι­α­δρο­μὴ ποὺ πρό­κει­ται ν’ ἀ­κο­λου­θή­σε­τε, ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἀ­πὸ κάμ­πο­σες πα­ρα­καμ­πτή­ρι­ες καὶ φουρ­κέ­τες εἶ­ναι πι­θα­νὸ νά ’­χε­τε χά­σει τε­λεί­ως τὰ ἴ­χνη καὶ νὰ μὴν ἔ­χε­τε ἰ­δέ­α πῶς θὰ βρε­θεῖ­τε ἐ­κεῖ ποὺ σκο­πεύ­α­τε νὰ πᾶ­τε. Στὸ τέ­λος τῆς βόλ­τας μπο­ρεῖ τὰ φρέ­να νὰ σφυ­ρί­ζουν ἢ τὰ τζά­μια νά ’­χουν γί­νει θρύ­ψα­λα. Δι­ό­λου ἀ­πί­θα­νο αὐ­τὸ νά ’­ναι ὄ­μορ­φο:

       Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ντε­ρα­πά­ρι­σε, τούμ­πα­ρε καὶ ξα­να­τούμ­πα­ρε, ὡς ἐκ θαύ­μα­τος εὐ­θυ­γραμ­μί­στη­κε καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε πά­λι στὸν δρό­μο, μὲ τὴν ὀ­ρο­φὴ καὶ τὰ φτε­ρὰ δι­α­λυ­μέ­να… Κα­νεὶς δὲν τραυ­μα­τί­στη­κε καὶ σὲ πρώ­τη φά­ση ἀρ­νή­θη­καν κι­ό­λας ὅ,τι εἶ­χε συμ­βεῖ κά­τι σπου­δαῖ­ο. Ἡ Μέ­ι εἶ­πε: «νό­μι­σα ὅ­τι ἦ­ταν ἁ­πλῶς ἕ­να ὄ­νει­ρο, κι ἔ­τσι συ­νέ­χι­σα τὴν πο­ρεί­α μου.»

       Καὶ τὰ θαυ­μα­στι­κά! Κά­νουν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους καὶ χτυ­ποῦν σὰν σφυ­ριά. Ὑ­πο­νο­οῦν μιᾶς μορ­φῆς ἔκ­πλη­ξη γιὰ τὸ πῶς ἡ ἴ­δια κι ἐ­μεῖς μα­ζί της βρε­θή­κα­με ἐν­τέ­λει σ’ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἀ­πί­θα­να μέ­ρη. («Ὁ μπαμ­πὰς κά­πνι­ζε κι ἔ­πι­νε καὶ πα­ρα­συ­ρό­ταν σὲ θλι­βε­ρὲς δη­λώ­σεις. Ἐ­νί­ο­τε γι­νό­ταν πο­λὺ σκλη­ρὸς μα­ζί τους, λὲς καὶ δὲν σή­μαι­ναν τὰ πάν­τα γιὰ κεῖ­νον!») Ἡ Ἂν Μπί­τι ἀ­να­φέ­ρει τὸ ἑ­ξῆς σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θαυ­μα­στι­κό: «Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς τὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ συ­χνὰ καὶ ἄ­κρι­τα. Ἡ Τζό­ι χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὰ θαυ­μα­στι­κὰ μὲ σύ­νε­ση, συ­νή­θως δι­ό­τι κά­ποι­ος χα­ρα­κτή­ρας νι­ώ­θει ἀ­μή­χα­να λό­γῳ τῆς ἔλ­λει­ψης σύν­δε­σης ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τὸ ποὺ λέ­γε­ται καὶ σ’ αὐ­τὸ ποὺ ἀ­φή­νε­ται νὰ ἐν­νο­η­θεῖ. Ὅ­πως ὅ­ταν γε­λᾶ­με ἀ­μή­χα­να τὴν ὥ­ρα ποὺ λέ­με κά­τι.»

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς μι­λᾶ σὰν χα­ρα­κτή­ρας ἀ­πὸ βι­βλί­ο τῆς Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς· ὅ­ση ὥ­ρα πε­ρά­σα­με μα­ζί, ἦ­ταν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὀ­λι­γό­λο­γη, σὲ ἀρ­κε­τὲς πε­ρι­πτώ­σεις, ὡ­στό­σο, ὕ­ψω­σε τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς της ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας κά­τι τό­σο συ­ναρ­πα­στι­κὸ γιὰ τὴν προ­σω­πι­κή της ζω­ή, ποὺ κι ἐ­γὼ γέ­λα­σα ἀ­μή­χα­να. Ὁ ρυθ­μὸς τῆς συ­ζή­τη­σής μας —κου­βεν­τού­λα μὲ κυ­ρί­αρ­χο ση­μεῖ­ο στί­ξης τὴ σι­ω­πή, σι­ω­πὴ ποὺ τὴ δι­έ­κο­πταν ἐ­πι­φω­νή­μα­τα ἀ­πό­γνω­σης καὶ μα­νί­ας— ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν τὸ εἶ­χα ξα­να­συ­ναν­τή­σει. Κά­ποι­α στιγ­μή, τρο­μά­ζον­τας κι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος, βρέ­θη­κα νὰ τὴ ρω­τῶ πῶς θά ’­θε­λε νὰ πε­θά­νει. Ἀ­πάν­τη­σε ἀ­κα­ρια­ῖα: «Σὲ τρο­χαῖ­ο. Εἶ­ναι γρή­γο­ρο.»

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς γνώ­ρι­σε τὸν πρῶ­το της σύ­ζυ­γο, τὸν Φρὲντ Μακ­Κόρ­μακ, τὸν και­ρὸ ποὺ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ ἐρ­γα­στή­ρι γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Ἀ­ϊ­ό­βα. Με­τα­κό­μι­σαν στὴ Φλό­ριν­τα, ἐ­κεῖ ὁ Μακ­Κόρ­μακ δού­λε­ψε ὡς ἀν­τα­πο­κρι­τὴς κι ἀ­πέ­κτη­σαν μιὰ κό­ρη, τὴν Κέ­ι­τλιν. Ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἔ­γρα­φε σ’ ἕ­να τρο­χό­σπι­το ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Τα­λα­χά­σι ὅ­που ἔ­μει­ναν γιὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα, κά­τι ποὺ πε­ρι­έ­γρα­ψε στὴν ἱ­στο­ρί­α της μὲ τί­τλο «Woods»: «Ὁ τό­πος μύ­ρι­ζε τσι­γά­ρα καὶ πον­τί­κια ποὺ ξέ­φευ­γαν ἀ­π’ τὶς πα­γί­δες. Ἡ τα­πε­τσα­ρί­α στοὺς τοί­χους βυ­θι­ζό­ταν μὲ τὸ ποὺ τὴν ἄγ­γι­ζες.» Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­φε­ρε στὴ μνή­μη της τὶς συν­θῆ­κες δι­α­βί­ω­σης καὶ τὶς χα­ρα­κτή­ρι­σε «ἄ­ψο­γες, ὄν­τως μα­κά­βρι­ες συν­θῆ­κες γιὰ νὰ μπο­ρέ­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να πρῶ­το μυ­θι­στό­ρη­μα».

       Προ­τοῦ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τό, τὸ State of Grace, φτά­σει νὰ θέ­σει ὑ­πο­ψη­φι­ό­τη­τα γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου (National Book Award) τὸ 1974, ἡ Οὐ­ί­λιαμς εἶ­χε πά­ρει δι­α­ζύ­γιο ἀ­πὸ τὸν Μακ­Κόρ­μακ καὶ εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ τὸν Λ. Ρὰ­στ Χίλς, τὸν γιὰ πολ­λὰ χρό­νια ὑ­πεύ­θυ­νο λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Esquire· σύν­το­μα ὁ Χὶλς υἱ­ο­θέ­τη­σε τὴν κό­ρη της. Ἀ­κό­μη κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­ναν στα­θε­ρὸ γά­μο 30 καὶ βά­λε χρό­νων, στὴ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἔ­γρα­φε ἡ Οὐ­ί­λιαμς τὸ βλέμ­μα της πα­ρέ­μει­νε δη­κτι­κὸ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸν ἔ­ρω­τα· οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες της ἐ­ρω­τεύ­ον­ται τοὺς λά­θος ἀν­θρώ­πους, ἀ­νη­συ­χοῦν ὅ­ταν οἱ τε­λευ­ταῖ­οι τοὺς πα­ρα­τᾶ­νε, κι ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φουν εἶ­ναι ἀ­πε­ρί­σκε­πτα σκλη­ροὶ μα­ζί τους. Λα­χτα­ροῦν νὰ πα­θια­στοῦν, δὲν ξέ­ρουν ὅ­μως τί νὰ κά­νουν με­τά. Ἡ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ βρί­σκε­ται πε­λα­γω­μέ­νη στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ «The Lover» (1974), ἐ­νῶ εἶ­ναι σὲ σχέ­ση, «θέ­λει νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ», γρά­φει ἡ Οὐ­ί­λιαμς. «Τὸ πρό­σω­πό της εἶ­ναι ρου­φηγ­μέ­νο ὅ­πως τὰ πρό­σω­πα τῶν μα­ται­ω­μέ­νων ἐ­ρα­στῶν. Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο!»

       Στὴν ἴ­δια ἱ­στο­ρί­α, ἡ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ἀ­φή­νει τὴν κό­ρη της στὸν παι­δι­κὸ σταθ­μὸ γιὰ νὰ πά­ει γιὰ ἱ­στι­ο­πλο­ΐ­α μὲ τὸν ἐ­ρα­στή της καί, μό­λις ἐ­πι­στρέ­φει, δυ­σκο­λεύ­ε­ται ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸ παι­δί της: «Ὑ­πάρ­χουν τό­σα παι­διά, ἄλ­λω­στε, σ’ αὐ­τὰ τὰ δω­μά­τια, ἔ­χουν ὅ­λα τὶς ἴ­δι­ες δι­α­στά­σεις, εἶ­ναι μι­κρο­σκο­πι­κά, πα­ρά­ξε­να πλά­σμα­τα.» Ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἔ­χει στα­θεῖ δί­πλα στὴν, ἐ­νή­λι­κη τώ­ρα πιά, κό­ρη της καὶ στὸν ἐγ­γο­νό της, καὶ μοῦ μι­λᾶ γιὰ τὴν ξέ­γνοια­στη παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α τῆς κό­ρης της δί­πλα στὴ θά­λασ­σα στὴ Φλό­ριν­τα. Μιὰ κά­ποι­α ἀμ­φι­θυ­μί­α ὡ­στό­σο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ νὰ εἶ­σαι γο­νιὸς ἔ­χει ἐμ­πο­τί­σει τὴ δου­λειά της. Μοιά­ζει, στὴ δι­α­μά­χη ἀ­νά­με­σα στοὺς γο­νεῖς καὶ τοὺς ἀ­πο­γό­νους τους, νὰ παίρ­νει τὸ μέ­ρος τῶν παι­δι­ῶν· ξέ­ρει ἀ­πὸ πρῶ­το χέ­ρι τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες τους καὶ τὰ μι­κρο­πα­ρα­πτώ­μα­τα στὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ ὑ­πο­πέ­σουν γιὰ νὰ τὶς ὑ­λο­ποι­ή­σουν. «Ὅ­λα τα παι­διὰ κά­νουν ζα­βο­λιές», γρά­φει στὴν ἱ­στο­ρί­α της «The Excursion». «Οἱ ζω­ές τους εἶ­ναι ἀ­συμ­βί­βα­στες μὲ τὰ ὅ­ρια ποὺ τοὺς ἐ­πι­βάλ­λει τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ βί­ω­μά τους.»

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς καὶ ὁ Χὶλς στὴν πο­ρεί­α ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στὸ Κὶ Οὐ­έ­στ. Μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ σκη­νὴ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, καλ­λι­έρ­γη­σαν τὴ δι­κή τους κοι­νό­τη­τα συγ­γρα­φέ­ων καὶ δι­ορ­γά­νω­ναν βρα­δι­ὲς στὸ σπί­τι τους στὴν Πά­ϊν Στρίτ. Ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ πιὸ ἐ­ξω­στρε­φὲς πε­ρι­βάλ­λον, θυ­μᾶ­ται ἡ Οὐ­ί­λιαμς, δὲν ἦ­ταν λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὴν πα­ρέ­α στὴ ζού­λα καὶ πή­γαι­νε νω­ρὶς γιὰ ὕ­πνο. Τὸ με­θυ­σμέ­νο καὶ μυ­στη­ρι­ῶ­δες δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά της The Changeling (1978) ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ἀλ­λη­λε­πί­δρα­ση ἀ­νά­με­σα στὶς ἐ­σω­τε­ρι­κὲς ζω­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τὸν φυ­σι­κὸ κό­σμο: Σ’ ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ νη­σὶ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, οἱ ἄν­θρω­ποι τρέ­χουν σὰν ζῶ­α στὰ χορ­τά­ρια, χλι­μιν­τρί­ζουν σὰν ἄ­λο­γα, δαγ­κώ­νουν καὶ γρα­τζου­νί­ζουν. Σὲ μιὰ ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τη σκη­νὴ ἕ­να κο­ρί­τσι με­τα­μορ­φώ­νε­ται γιὰ μιὰ μό­νο στιγ­μὴ σὲ ἐ­λά­φι, τὰ πλευ­ρά της «τὰ σκε­πά­ζει πυ­κνό, στιλ­πνὸ τρί­χω­μα».

       Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα —ὅ­πως τὸ ἔ­θε­σε ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Ντουά­ιτ Γκάρ­νερ, κρι­τι­κὸς τῆς New York Times— «θά­φτη­κε κι ὕ­στε­ρα πυρ­πο­λή­θη­κε ζων­τα­νὸ» ἀ­πὸ τὸν Ἀ­να­τὸλ Μπρο­γιὰρ στὴν Times. «Ἔ­γρα­ψε γι’ αὐ­τὸ πρὶν προ­λά­βει κα­λὰ-κα­λὰ νὰ ἐκ­δο­θεῖ!», λέ­ει ὀρ­γι­σμέ­νη ἡ Οὐ­ί­λιαμς γιὰ τὸν Μπρο­γιάρ. «Δὲν κρα­τι­ό­ταν νὰ μὲ θά­ψει.» Ἡ Οὐ­ί­λιαμς, πι­κρα­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν κρι­τι­κή, ἐ­ξέ­δω­σε τὸ τρί­το μυ­θι­στό­ρη­μά της Breaking and Entering μό­λις τὸ 1988· ἡ ἀ­γω­νι­ώ­δης ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ἕ­να ζευ­γά­ρι πλά­νη­τες κά­νουν δι­αρ­ρή­ξεις σ’ ἐ­ξο­χι­κὰ σπί­τια ἐ­νῶ οἱ ἰ­δι­ο­κτῆ­τες τους ἀ­που­σιά­ζουν στὸν βορ­ρᾶ δι­α­βά­ζε­ται τώ­ρα ὡς ἀ­κτί­νες Χ τῆς ἐ­πο­χῆς του – ἄ­νο­μο καὶ δυ­σοί­ω­νο. Ἡ πα­ρα­λί­α τῆς Φλό­ριν­τας ὑ­πάρ­χει μό­νο ὅ­πως τὴ βλέ­πουν μέ­σα ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα οἱ ἀ­νό­η­τοι δι­α­χει­μα­στὲς ποὺ ζοῦν πί­σω ἀ­π’ αὐ­τά.

       Μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Quick and the Dead τοῦ 2000, ἡ δου­λειὰ τῆς Οὐ­ί­λιαμς πῆ­ρε μιὰ αἰφ­νί­δια τρο­πὴ καὶ το­πο­θε­τή­θη­κε σ’ ἕ­να νέ­ο το­πί­ο: στὴν Ἀ­ρι­ζό­να, ὅ­που ἡ ἴ­δια καὶ ὁ Χὶλς εἶ­χαν ἀ­γο­ρά­σει σπί­τι. Ἡ Οὐ­ί­λιαμς ρί­χνει τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες της –φαν­τά­σμα­τα καὶ ἐ­φή­βους καὶ ἀ­να­ζη­τη­τές– στὴν ἔ­ρη­μο μὲ ἰ­δι­ά­ζου­σα ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ μα­νί­α. Κι οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες δὲν πο­λυ­σκο­τί­ζον­ται γιὰ τὸ τί πι­στεύ­ουν οἱ ἄλ­λοι γι’ αὐ­τούς, ὅ­πως κι ἡ δη­μι­ουρ­γός τους. Στὸ The Quick and the Dead ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ το­πί­ου ἔρ­χε­ται γιὰ τὴν Οὐ­ί­λιαμς ἀ­πὸ τὴ γῆ, τὸν ἀ­έ­ρα, τὰ φυ­τά, τὰ ζῶ­α, τὴ θα­νά­σι­μη ζέ­στη – καὶ τὴν ἀ­να­κο­λου­θί­α κά­θε ἀν­θρώ­πι­νης προ­σπά­θειας σ’ ἕ­ναν κό­σμο σὰν κι αὐ­τόν. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­γρα­φε τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο δι­α­σκε­δά­ζουν μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἡ ἔ­ρη­μος το­πο­θε­τεῖ κά­θε χα­ρα­κτή­ρα στὴν κό­ψη τοῦ μα­χαι­ριοῦ· στὴν ἱ­στο­ρί­α «Charity» ἕ­να καὶ μό­νο φί­δι ποὺ δι­α­σχί­ζει τὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο τοῦ Νέ­ου Με­ξι­κοῦ ἀ­ναγ­κά­ζει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το «μὲ τοὺς ἄ­ξο­νές του νὰ συν­τρί­βον­ται» νὰ πέ­σει πά­νω σ’ ἕ­να μά­τσο δι­α­βο­λό­χορ­τα, φυ­τὰ ποὺ κά­θε τους μέ­ρος εἶ­ναι δη­λη­τη­ρι­ῶ­δες.» Τὸ ἀ­τύ­χη­μα συμ­βαί­νει δι­ό­τι ἕ­να ἀ­γό­ρι ἁρ­πά­ζει τὸ τι­μό­νι καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ πα­τή­σει τὸ φί­δι. Ἀ­κό­μη καὶ στὸ τρο­μα­χτι­κὸ χά­ος ποὺ προ­ξε­νεῖ­ται ἀ­π’ τὴ σύγ­κρου­ση, ἡ Οὐ­ί­λιαμς τὸ γυρ­νᾶ στὴν κω­μω­δί­α: «Ἤ­θε­λα σὰν τρε­λὸς αὐ­τὸ τὸ φί­δι», μουρ­μου­ρί­ζει τὸ ἀ­γό­ρι.

       Θέ­τον­τας ὑ­πο­ψη­φι­ό­τη­τα γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ, τὸ The Quick and the Dead ἀ­πη­χεῖ τὸ νέ­ο πά­θος τῆς Οὐ­ί­λιαμς γιὰ τὸ πε­ρι­βάλ­λον, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­μο­χλεύ­τη­κε τὸ 1997 κι ἐ­νῶ ἀρ­θρο­γρα­φοῦ­σε στὸ Harper’s γιὰ τὸ κί­νη­μα ὑ­πε­ρά­σπι­σης τῶν δι­και­ω­μά­των τῶν ζώ­ων. Τὸ ἄρ­θρο της «The Inhumanity of the Animal People» ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 2001 στὴ φρέ­σκια συλ­λο­γὴ Ill Nature. Ἐ­νῶ τὸ φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον στὴ μυ­θο­πλα­σί­α της εἶ­ναι ὑ­πο­βλη­τι­κὸ κι ἔ­χει μιὰ ἄ­γρια ὀ­μορ­φιά, τὰ δο­κί­μια αὐ­τὰ εἶ­ναι ἱ­ε­ρε­μιά­δες – ὠ­μὰ καὶ μαι­νό­με­να καὶ δί­χως δι­ά­θε­ση νὰ δώ­σουν τὸ πα­ρα­μι­κρὸ δί­κιο. «Ἡ ἐ­πέμ­βα­σή σας στὴ Φύ­ση ὑ­πῆρ­ξε ὁ­λωσ­δι­ό­λου βί­αι­η», λέ­ει, «Δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ συλ­λά­βε­τε τὸ με­γα­λεῖ­ο της».

       «Τί νὰ τὴν κά­νω τὴν εὐ­γέ­νεια;», μὲ ρώ­τη­σε κά­ποι­ο βρά­δυ ἀρ­γά. «Τί νὰ τὴν κά­νω τὴ με­τρι­ο­πά­θεια;» Τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου ἀ­στρά­φτα­νε στὸ φῶς τῆς λάμ­πας. «Τί­πο­τε δὲν πρό­κει­ται ν’ ἀλ­λά­ξει, ἂν πρῶ­τα δὲν σκο­τώ­σουν καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἄ­γριο ζῶ­ο ποὺ ζεῖ στὸν πλα­νή­τη.»

       Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πρὶν ἀ­π’ τὴν πε­ζο­πο­ρί­α μας, συ­νάν­τη­σα τὴν Οὐ­ί­λιαμς σὲ μιὰ αὐ­λὴ στὸ Arizona Inn, το­πο­θε­σί­α ποὺ ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἐ­σω­στρε­φὴς συγ­γρα­φέ­ας τὴν ἐ­πέ­λε­ξε ἀ­κρι­βῶς γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γει νὰ μοῦ γνω­ρί­σει τὰ σκυ­λιά, τὴ χε­λώ­να, τὸ σπί­τι ἢ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό της. To ξε­νο­δο­χεῖ­ο εἶ­ναι κα­λαί­σθη­το ἀλ­λὰ ἀ­παρ­χαι­ω­μέ­νο, εἶ­ναι ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη ποὺ σοῦ προ­σφέ­ρουν δω­ρε­ὰν πα­γω­τὸ πλά­ϊ στὴν πι­σί­να κά­θε βρά­δυ. Τὴ ρώ­τη­σα πῶς βγά­ζει τὰ πρὸς τὸ ζῆν. (Τὸ μο­να­δι­κὸ βι­βλί­ο της ποὺ πού­λη­σε ἀρ­κε­τὰ εἶ­ναι ἕ­νας του­ρι­στι­κὸς ὁ­δη­γὸς γιὰ τὸ Φλό­ριν­τα Κὶς τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­ψε τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980, κα­τα­πλη­κτι­κὸ δεῖγ­μα γρα­φῆς καὶ μὲ ἔν­το­νη τὴν πε­ρι­φρό­νη­ση γιὰ τὸν του­ρι­σμό.) «Τί ἐ­ρώ­τη­ση!» Γέ­λα­σε μὲ τὸ βρα­χνό της γέ­λιο, τὸ σκέ­φτη­κε, ὡ­στό­σο, πί­νον­τας ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἕ­να πο­τή­ρι λευ­κὸ κρα­σί. «Δὲν βγαί­νει», εἶ­πε, «Δὲν ξέ­ρω! Δὲν ξέ­ρω πῶς ἔ­ζη­σα».

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς δὲν ἔ­χει δι­εύ­θυν­ση email. Ἔ­χει ἕ­να πα­λιὸ κι­νη­τὸ μὲ πλῆ­κτρα καὶ συ­χνὰ γρά­φει σὲ μο­τὲλ καὶ σὲ σπί­τια φί­λων σὲ πα­λι­ὲς γρα­φο­μη­χα­νὲς Smith-Corona· τὴ μί­α τὴν κου­βα­λᾶ μα­ζί της καὶ τὶς ἄλ­λες τὶς ἀ­φή­νει στὰ σπί­τια ποὺ μέ­νει. Ὁ Χὶλς πέ­θα­νε τὸ 2008 καὶ ἡ Οὐ­ί­λιαμς μοι­ρά­ζει τώ­ρα τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον, στὸ σπί­τι τῆς κό­ρης της στὸ Μέ­ιν καὶ στὸ Λά­ρα­μι, με­τα­να­στεύ­ον­τας στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τῆς χώ­ρας μὲ τὰ σκυ­λιά της πάν­τα στὸ Toyota της, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει γρά­ψει 257.500 χι­λι­ό­με­τρα ἀλ­λὰ γιὰ τὰ δε­δο­μέ­να της πα­ρα­μέ­νει σχε­τι­κὰ καινούργιο. (Τὸ προ­η­γού­με­νό της ἁ­μά­ξι, ἕ­να πα­λιὸ Bronco, κόν­τευ­ε νὰ φτά­σει τὰ 579.400.) Τρώ­ει συ­χνὰ δη­μη­τρια­κὰ Weetabix.

       Τώ­ρα τε­λευ­ταί­α, ἡ Οὐ­ί­λιαμς περ­νᾶ τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρό της μὲ μο­να­δι­κὴ συν­τρο­φιά της τὰ σκυ­λιὰ Νό­τσε καὶ Ἀσ­λάν – γερ­μα­νι­κοὺς ποι­με­νι­κούς, ρά­τσα ποὺ τὴ συν­τρο­φεύ­ει σὲ ὅ­λη της τὴ ζω­ή. Μι­λᾶ μὲ θέρ­μη γιὰ τὶς προ­σω­πι­κό­τη­τές τους καὶ γιὰ τὶς ἀν­τι­πά­θει­ες καὶ τοὺς φό­βους τους. Τὸ 1997, τῆς χί­μη­ξε καὶ τὴν τραυ­μά­τι­σε σο­βα­ρὰ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ποι­με­νι­κούς της, ἕ­να ἀρ­σε­νι­κὸ 9 χρό­νων ὀ­νό­μα­τι Χόκ· τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ τρο­φο­δό­τη­σε ἕ­να σπα­ρα­ξι­κάρ­διο, ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὸ δο­κί­μιο στὸ Ill Nature, τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ κυ­ρί­ως γιὰ τὴ θλί­ψη τῆς Οὐ­ί­λιαμς μπρο­στὰ στὴν εὐ­θα­να­σί­α ποὺ πρέ­πει ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ νὰ γί­νει με­τὰ τὴν ἐ­πί­θε­ση τοῦ σκύ­λου. Τὸ δο­κί­μιο κλεί­νει μ’ ἕ­να ὄ­νει­ρο στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Οὐ­ί­λιαμς περ­πα­τᾶ πα­ρέ­α μὲ τὸν Χόκ, «τὸν ὄ­μορ­φο, τὸ κα­λὸ παι­δί, τὴν ἀ­γά­πη της» ἀ­νά­με­σα στοὺς νε­κρούς.

       Ὁ οὐ­ρα­νὸς πά­νω ἀ­πὸ τὸ Arizona Inn εἶ­χε γί­νει αὐ­τὸ τὸ θαμ­πὸ πορ­το­κα­λὶ κι ἕ­να ἁρ­πα­κτι­κὸ που­λὶ πε­τοῦ­σε ἀ­πει­λη­τι­κὰ πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια μας. Σκέ­φτη­κα τὴ σκη­νὴ στὸ The Changeling, τὸ κο­ρί­τσι ποὺ με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ ἐ­λά­φι. Ἡ Οὐ­ί­λιαμς μοιά­ζει νὰ ἀ­να­ζη­τᾶ δια­ρκῶς καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἕ­να εἶ­δος καλ­λι­τε­χνι­κῆς με­τα­μόρ­φω­σης, μὲ τὸν ρό­λο τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας στὶς ἱ­στο­ρί­ες νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται δρα­στι­κά. «Τὰ δι­η­γή­μα­τα πρέ­πει νὰ ἀγ­γί­ζουν τοὺς ἀν­θρώ­πους σ’ ἕ­να βα­θύ­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο, ἕ­να βα­θύ­τε­ρο, λι­γό­τε­ρο προ­φα­νὲς ἐ­πί­πε­δο», μοῦ εἶ­πε τὸ ἴ­διο βρά­δυ, «καὶ δὲν τὸ κα­τα­φέρ­νουν». Ὅ­ταν ρώ­τη­σα τὴν Οὐ­ί­λιαμς τί πρέ­πει νά ’­χει μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ νά ’­ναι σπου­δαί­α, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε «πρέ­πει μὲ κά­ποι­ον τρό­πο νὰ μὲ συν­τρί­βει». Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ βρεῖ τὸ νῆ­μα ποὺ ἑ­νώ­νει τὴ δου­λειά της μὲ τοὺς νέ­ους συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­ξε­ρευ­νοῦν τὰ ἴ­δια το­πί­α τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς μὲ τὸν νο­ση­ρὸ αὐ­τὸ ἥ­λιο —τὴν Κά­ρεν Ρά­σελ, τὸν Τζά­στιν Τέ­ι­λορ, τὴν Κλὲρ Βέ­ι Οὐ­ότ­κινς— ἐ­λά­χι­στοι συγ­γρα­φεῖς ὡ­στό­σο ἀ­πο­πει­ρῶν­ται, ἔ­στω, νὰ γρά­ψουν μὲ τὴ δι­κή της πα­ρα­φο­ρά. Ἂν καὶ ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἔ­χει ἐκ­φρα­στεῖ θε­τι­κὰ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς, πα­ρα­μέ­νει ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νη γε­νι­κῶς ἀ­πὸ τὸ σύγ­χρο­νο δι­ή­γη­μα – καὶ ἡ δι­κή της δου­λειά, ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται, δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ξαί­ρε­ση.

       «Οἱ πιὸ πολ­λὲς ἀ­π’ τὶς ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τὲς δὲν πλη­σιά­ζουν κὰν σ’ αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ πε­τύ­χω», εἶ­πε μι­λών­τας γιὰ τὸ The Visiting Privilege. Ἕ­να νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φει ἐ­δῶ καὶ μιὰ δε­κα­ε­τί­α θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει, εὐ­ελ­πι­στεῖ, ἕ­να βῆ­μα πα­ρα­πέ­ρα – βῆ­μα ποὺ θὰ τὴν ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴ «γλώσ­σα καὶ τὴν ἀ­να­λαμ­πὴ καὶ τὸ κά­ψι­μο» τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνι­κῆς γρα­φῆς. Γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τὸ μοῦ εἶ­πε μό­νο ὅ­τι ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται στὴν ἔ­ρη­μο καὶ θὰ βροῦ­με σ’ αὐ­τὸ ζῶ­α ποὺ ἀ­νή­κουν σὲ «ἄ­γνω­στα εἴ­δη, εἴ­δη ποὺ δὲν τὰ ἔ­χει δεῖ κα­νεὶς πο­τέ».

       Ἀρ­γὰ τὸ ἴ­διο βρά­δυ, μοῦ ἔ­δω­σε μὲ τὸ ζό­ρι ἕ­να δο­κί­μιο πού, ἂν καὶ δὲν τὸ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἀ­κό­μη, θε­ώ­ρη­σε ὅ­τι θὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται ἡ ἴ­δια. Ἦ­ταν 17 δα­κτυ­λό­γρα­φες σε­λί­δες, μὲ δι­ορ­θώ­σεις στὸ χέ­ρι καὶ μιὰ ἑ­νό­τη­τα κολ­λη­μέ­νη μὲ σε­λο­τέ­ιπ. «Αὔ­ριο θὰ μοῦ τὸ ’­χεις φέ­ρει πί­σω», εἶ­πε. Ἤ­μουν πο­λὺ με­θυ­σμέ­νος καὶ κου­ρα­σμέ­νος γιὰ νὰ τὸ δι­α­βά­σω ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα κι ἔ­τσι ζή­τη­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν σα­στι­σμέ­νο ὑ­πάλ­λη­λο τοῦ Arizona Inn νὰ μοῦ τὸ σκα­νά­ρει.

       Λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μου ἀ­πὸ τὸ Τοῦ­σον, ἕ­να γράμ­μα ἀ­πὸ τὴν Οὐ­ί­λιαμς —ἀ­παν­τή­σεις σὲ γρα­πτὲς ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ τῆς εἶ­χα θέ­σει— ἦλ­θε μὲ τὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο. Εἶ­χε κα­βα­τζώ­σει τὸν φά­κε­λο ἀ­πὸ κά­ποι­α καλ­λι­τε­χνι­κὴ δι­α­μο­νή, εἶ­χε δι­α­γρά­ψει μιὰ δι­εύ­θυν­ση κά­που στὸ Πρό­βιν­στά­ουν καὶ εἶ­χε δα­κτυ­λο­γρα­φή­σει «Οὐ­ί­λιαμς» ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ κά­τω. Μέ­σα στὸν φά­κε­λο βρῆ­κα ἀ­παν­τή­σεις σὲ πολ­λὲς ἐ­ρω­τή­σεις μου, κα­θὼς καὶ ἄλ­λες δι­ά­φο­ρες γιὰ πράγ­μα­τα ποὺ δὲν τὴν εἶ­χα ρω­τή­σει. Ἔ­γρα­φε «πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ὑ­πάρ­χει (καὶ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει) μὲ τρό­πο ὑ­περ­βα­τι­κὸ σὲ κά­θε ἀ­ξι­έ­παι­νο ἔρ­γο τέ­χνης». Ἔ­γρα­φε πὼς εἶ­ναι εὐ­γνώ­μων στὸν Ρὰ­στ δι­ό­τι τὴν εἶ­χε «εἰ­σα­γά­γει σ’ ἕ­ναν κό­σμο συγ­γρα­φέ­ων καὶ βι­βλί­ων καὶ κοι­νω­νι­κῶν ἐ­πα­φῶν ποὺ εἰ­δάλ­λως δὲν θὰ εἶ­χε γνω­ρί­σει πο­τέ της». Ἔ­γρα­φε «Ἂν κά­ποι­ος μᾶς ἀ­φά­νι­ζε στὴν κυ­κλο­φο­ρια­κὴ συμ­φό­ρη­ση τῆς Ἀ­ρι­ζό­νας, ἡ τε­λευ­ταία μου σκέ­ψη θὰ ἦ­ταν – κα­λὰ νὰ πά­θω ποὺ ἔ­χω τὸ προ­φὶλ ποὺ ἔ­χω».

       Τὴ μέ­ρα ποὺ ἔ­λα­βα τὸ γράμ­μα, ἄ­νοι­ξα τὸ λά­πτοπ μου καὶ πῆ­γα στὶς σε­λί­δες πού μου εἶ­χε δώ­σει ἡ Οὐ­ί­λιαμς γιὰ νὰ τὶς δι­α­βά­σω τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη στὸ Τοῦ­σον. Τὸ δο­κί­μιο εἶ­ναι κα­τ’ ἀρ­χὰς ἐ­λε­γεί­α γιὰ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τῆς σύγ­χρο­νης γλώσ­σας νὰ ἀν­τε­πε­ξέλ­θει στὸ με­γα­λεῖ­ο καὶ τὴν τρα­γω­δί­α τοῦ φυ­σι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος. Σύν­το­μα ὅ­μως ὁ προ­βλη­μα­τι­σμὸς δι­ευ­ρύ­νε­ται καὶ ἡ συγ­γρα­φέ­ας κρού­ει τὸν κώ­δω­να τοῦ κιν­δύ­νου γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α αὐ­τὴ κα­θαυ­τὴ καὶ τὴν πει­σμα­τι­κὴ ἑ­στί­α­σή της, ὅ­πως ἔ­γρα­ψε ὁ Σὸλ Μπέ­λο­ου, στὴν «ἀν­θρώ­πι­νη οἰ­κο­γέ­νεια ὡς ἔ­χει». «Θὰ μπο­ροῦ­σε αὐ­τὴ ἡ ἐμ­μο­νι­κὴ μα­τιὰ στὸν ἄν­θρω­πο νὰ ἐ­πι­φέ­ρει τὸν θά­να­το τῆς λο­γο­τε­χνί­ας;», ρω­τᾶ ἡ Οὐ­ί­λιαμς. Στὴν κα­τα­κλεί­δα του τὸ δο­κί­μιο ἀ­πο­τε­λεῖ μα­χη­τι­κὸ κά­λε­σμα γιὰ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἀμ­φι­βάλ­λει ἂν μπο­ρεῖ κα­νείς, κι αὐ­τὴ ἡ ἴ­δια δη­λα­δή, νὰ τὸ γρά­ψει.

       Στὸ γράμ­μα της, ἡ Οὐ­ί­λιαμς κά­νει ἀ­να­φο­ρὰ καὶ στὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, αὐ­τὸ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐλ­πί­ζει ὅ­τι ἴ­σως ἀ­πο­τε­λέ­σει ἕ­ναν νέ­ο τρό­πο νὰ γρά­ψει κα­νεὶς γιὰ τὴ γῆ. «Τὸ ξε­κί­νη­σα λί­γα χρό­νια πρὶν τὸν θά­να­το τοῦ Ρ.», γρά­φει. «Ὀ­φεί­λω νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι ἡ κα­τά­στα­ση σώ­ζε­ται.» Τὴ φαν­τά­στη­κα τό­τε, στὰ βά­θη τῆς Σάν­τα Κα­τα­λί­να, μὲ τὰ δυ­ὸ ἀ­γα­πη­μέ­να της σκυ­λιὰ στὸ πλά­ι της, τὸ πα­γού­ρι γε­μά­το μαρ­τί­νι, νὰ πα­τᾶ τὰ πλῆ­κτρα μιᾶς ἀ­πὸ τὶς πα­λι­ές της Smith-Corona. Ἴ­σως εἶ­χε βρεῖ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ κά­ποι­α σπη­λιὰ ἀν­τὶ γιὰ μο­τέλ. Εὔ­χο­μαι ὅ­ταν ἐν­τέ­λει ξε­φυλ­λί­σω αὐ­τὸ τὸ ἀ­νέ­φι­κτο μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ θὰ μι­λᾶ τὴ γλώσ­σα τῆς ἔν­δο­ξης αὐ­τῆς γῆς, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἀ­μεί­λι­κτη ὀ­μορ­φιὰ θὰ ἐ­πι­ζή­σει γιὰ και­ρὸ με­τὰ τὸν χα­μό μας – εὔ­χο­μαι νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­λά­βω οὔ­τε μιὰ λέ­ξη.

       «Μή­πως δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἕ­να ὄ­νει­ρο ὅ­τι ἡ Λο­γο­τε­χνί­α ὑ­πῆρ­ξε κά­πο­τε ἐ­πι­κίν­δυ­νη καὶ εἶ­χε τὴ δύ­να­μη νὰ μᾶς ἀ­φυ­πνί­σει καὶ νὰ μᾶς ἀλ­λά­ξει;», γρά­φει ἡ Οὐ­ί­λιαμς στὸ ἀ­δη­μο­σί­ευ­το αὐ­τὸ δο­κί­μιο. «Σί­γου­ρα πάν­τως ὀ­φεί­λει νὰ γί­νει ἐ­πι­κίν­δυ­νη στὸ τώ­ρα… Ἰ­δοὺ τὸ μυ­στή­ριο, ἡ μυ­στη­ρι­ώ­δης κι ἀ­νά­ξιά μας ὀ­μορ­φιὰ τοῦ κό­σμου.» Ἀ­κό­μη καὶ στὸ σκα­να­ρι­σμέ­νο μου ἀν­τί­γρα­φο μπό­ρε­σα νὰ δῶ τὴν ἀ­κα­νό­νι­στη γραμ­μὴ ποὺ εἶ­χε τρα­βή­ξει μὲ τὸ μο­λύ­βι της γιὰ νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σει τὴ λέ­ξη ἰ­δού.


       02.09.2015.



πη­γή: https://www.nytimes.com/2015/09/06/magazine/the-misanthropic-genius-of-joy-williams.html

Ντὰν Κό­ις (Dan Kois) εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νος γιὰ θέ­μα­τα πο­λι­τι­σμοῦ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Slate στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πί­σης ἀρ­θρο­γρα­φεῖ.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: