Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Κόλπα



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 10/11)


Κόλ­πα

(Tricks)*


ΛΙΜΠΕΡΤΙ δὲν τὸ γού­στα­ρε γε­νι­κῶς τὸ Χά­λο­ου­ιν. Ἡ νύ­χτα μᾶς ἔ­κα­νε μά­ται­α νὰ ἐλ­πί­ζου­με πὼς μό­λις κά­ποι­ος ξέ­νος μᾶς χτυ­πή­σει καὶ μᾶς φω­νά­ξει στὴν πόρ­τα, οἱ πιὸ φρι­κτοὶ φό­βοι μας θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θοῦν καὶ θὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν φαν­τά­σμα­τα, νυ­χτε­ρί­δες, βα­δί­ζον­τα πτώ­μα­τα καὶ τ’ ἀ­κέ­φα­λα σκυ­λιὰ τῆς κο­λά­σε­ως.

       Σ’ ἕ­να μι­κρὸ νη­σὶ στὰ ἀ­νοι­χτὰ τῆς Φλό­ριν­τας, ἡ Λίμ­περ­τι δι­έ­σχι­ζε τοὺς δρό­μους καὶ ὁ­δη­γοῦ­σε τρί­α παι­διά, τὸν Τέν­τι, τὴ Λίν­τι καὶ τὴν Ἰ­βὸν σ’ ἕ­να μι­κρό, σκο­τει­νὸ ἐμ­πο­ρι­κὸ κέν­τρο, ὅ­που ὁ Νί­κι, ὁ τέ­ταρ­τος τῆς πα­ρέ­ας, ζοῦ­σε μὲ τοὺς γο­νεῖς του στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ κα­τα­στή­μα­τος κε­ρα­μι­κῶν Oh. Ὁ Κλέμ, ὁ με­γά­λος, ἄ­σπρος σκύ­λος τῆς Λίμ­περ­τι, ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ πί­σω με­ταμ­φι­ε­σμέ­νος μὲ μιὰ μαύ­ρη μά­σκα. Ὁ Τέν­τι ἦ­ταν για­τρός, ἡ Λίν­τι ἦ­ταν ρό­δο, μὲ μιὰ κόκ­κι­νη φού­στα μπα­λέ­του καὶ ψη­λές, πρά­σι­νες κάλ­τσες. Ἡ Ἰ­βὸν ἦ­ταν πά­πια.

       Συ­νάν­τη­σαν ἕ­να μα­γα­ζὶ μ’ ἀ­θλη­τι­κά. Μιὰ ἐ­πι­γρα­φὴ στὸ μα­γα­ζὶ ἔ­λε­γε: Ναί! Δι­α­θέ­του­με μα­γιὸ μα­στε­κτο­μῆς! Ἡ Λίμ­περ­τι χτύ­πη­σε ἐ­λα­φρὰ τὴν πόρ­τα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος κε­ρα­μι­κῶν. Πί­σω ἀ­π’ τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν ἕ­νας φοῦρ­νος καὶ μιὰ ἰν­δι­ά­νι­κη σκη­νή. Ὁ Ρό­τζερ καὶ ἡ Ρό­ζι, οἱ γο­νεῖς τοῦ Νί­κι, δὲν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει νὰ ψή­σουν τί­πο­τα στὸν φοῦρ­νο τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μή­να, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἕ­να ζευ­γά­ρι κα­κα­τού­α εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει νὰ φω­λιά­σει ἐ­κεῖ. Ἡ Λίμ­περ­τι ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει καὶ βρῆ­κε τὴ Ρό­ζι κα­θι­σμέ­νη ἀ­να­κούρ­κου­δα στὸ πά­τω­μα. Τὰ μά­τια τῆς Ρό­ζι προ­ε­ξεῖ­χαν, ἡ γλώσ­σα της κρε­μό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ στό­μα κι οἱ τέ­νον­τες τοῦ λαι­μοῦ εἶ­χαν πε­τα­χτεῖ ἔ­ξω. Μό­λις εἶ­δε τὰ παι­διά, χα­λά­ρω­σε τοὺς μῦς τοῦ προ­σώ­που της, ἔ­λυ­σε καὶ ἴ­σι­ω­σε τὸ κορ­μί της κι ἦλ­θε χο­ρο­πη­δών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος τους. Θύ­μι­σε στὴ Λίμ­περ­τι ἰρ­λαν­δι­κὸ σέ­τερ χω­ρὶς κα­θό­λου μυα­λό.

       «Ὤ», εἶ­πε. «Νι­ώ­θω ὑ­πέ­ρο­χα! Ἀ­να­ζω­ο­γο­νή­θη­κα! Καὶ μα­ζὶ χα­λά­ρω­σα.»

       «Τί εἶ­ν’ αὐ­τό;», ρώ­τη­σε ἡ Λίν­τι. Ἄγ­γι­ξε μιὰ κον­κάρ­δα στὴν μπλού­ζα τῆς Ρό­ζι. Ἡ κον­κάρ­δα εἶ­χε πά­νω τὴ φω­το­γρα­φί­α ἑ­νὸς ἄν­τρα.

       «Ὤ», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, «εἶ­ναι ὁ Δα­λά­ι Λά­μα. Τὸν συ­νάν­τη­σα τὸν Δα­λά­ι Λά­μα. Φο­ροῦ­σε κο­κά­λι­να γυα­λιά, κι ἕ­να μι­κρὸ σῆ­μα στὸ ἔν­δυ­μά του ἀ­κρι­βῶς σὰν καὶ τοῦ­το ἀ­πει­κό­νι­ζε τὸν ἴ­διο, τὸν Δα­λά­ι Λά­μα. Ὅ­ταν τὸν γνώ­ρι­σα, ἔ­νι­ω­σα τὸ πνεῦ­μα του νὰ μὲ δι­α­περ­νᾶ σὰν μι­κρὰ βέ­λη. Πό­θη­σα πο­λὺ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α. Ἦ­ταν τέ­λει­ο!» Ἡ Ρό­ζι πέ­ρα­σε τὰ χέ­ρια της μέ­σ’ ἀ­π’ τὶς μποῦ­κλες τῶν κα­στα­νο­κόκ­κι­νων μαλ­λι­ῶν της. Χα­μο­γέ­λα­σε στὰ παι­διά. «Ἔ­παιρ­να ναρ­κω­τι­κά, ὅ­μως συ­νάν­τη­σα τὸν Δα­λά­ι Λά­μα καὶ μ’ ἔ­κα­νε νὰ κα­θα­ρί­σω. Ἦ­ταν τέ­λει­ο ποὺ κα­θά­ρι­σα, θὰ μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νὰ σᾶς πῶ. Ὕ­στε­ρα γνώ­ρι­σα τὸν μπαμ­πα-Ρό­τζερ κι ἦ­ταν κι αὐ­τὸ τέ­λει­ο. Θέ­λω νὰ πῶ, εἶ­μαι πο­λὺ ἀ­νοι­χτῆ τώ­ρα πιά.»

       «Εἶ­ναι ἕ­τοι­μος ὁ Νί­κι;», ρώ­τη­σε ἡ Λίμ­περ­τι. Τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν γε­μά­το γλά­στρες καὶ γα­βά­θες καὶ κοῦ­πες καὶ βά­ζα. Στὴ γω­νί­α ἦ­ταν μιὰ μα­γει­ρι­κὴ ἑ­στί­α καὶ πά­νω της ἦ­ταν ἕ­να κου­τὶ Corn Flakes.

       «Ὤ», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, «ναί. Εἶ­ναι πα­νέ­τοι­μος. Ἔ­χει τὴν πιὸ ὡ­ραί­α στο­λὴ ἀπ’ ­ὅ­λες ἀλ­λὰ δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει. Δὲν θέ­λει νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ σκη­νή. Παι­διά, για­τί δὲν πᾶ­τε ἐ­σεῖς νὰ τὸν φέ­ρε­τε ἀ­π’ τὴ σκη­νή;»

       Τὰ παι­διὰ ἔ­τρε­ξαν ἔ­ξω, βά­ζον­τας μιὰ φω­νή.

       Ἕ­να χα­μό­γε­λο φώ­τι­σε τὸ πρό­σω­πο τῆς Ρό­ζι κα­θὼς κοι­τοῦ­σε τὴ Λίμ­περ­τι. «Εἶ­σαι χρι­στια­νή, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Εἶ­μαι σί­γου­ρη, θέ­λω νὰ πῶ, τὸ φαν­τά­ζο­μαι.»

       «Πι­στεύ­ω στὴν ἐ­νο­χὴ καὶ στὸν πό­θο», πα­ρα­δέ­χτη­κε ἡ Λίμ­περ­τι. «Στὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καὶ τὴ δια­ρκῆ συν­τρι­βή. Τὸν κύ­κλο καὶ τὴ σπεί­ρα.» Οἱ λέ­ξεις γέ­μι­σαν εὐ­χά­ρι­στα τὸ δω­μά­τιο ὣς ἐ­πά­νω, σὰν λί­θοι.

       «Ὁ Ἰ­η­σοῦς δὲν θὰ μ’ εἶ­χε σώ­σει πο­τὲ ἀ­π’ τὰ ναρ­κω­τι­κά. Ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι νε­κρός.» Ἡ Ρό­ζι στο­χά­στη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τὸ λυ­πη­μέ­νη.

       Τὰ παι­διὰ ἐ­πέ­στρε­ψαν μα­ζὶ μὲ τὸν Νί­κι. Τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι ἦ­ταν ντυ­μέ­νο τὸ μι­σὸ ἄν­τρας καὶ τὸ μι­σὸ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ γρα­βά­τα ἦ­ταν ραμ­μέ­νη σὲ μι­σὴ μπλού­ζα πλι­σέ, μι­σὴ φού­στα σ’ ἕ­να μο­νὸ μπα­τζά­κι. Στὸ μι­σό του πρό­σω­πο ἦ­ταν κολ­λη­μέ­νη μιὰ γε­νειά­δα κι ἕ­να πυ­κνὸ φρύ­δι. Στὸ μι­σό του στό­μα φο­ροῦ­σε κρα­γιὸν κι ἕ­να σκου­λα­ρί­κι μὲ στρὰς κρε­μό­ταν ἀ­π’ τ’ αὐ­τί του.

       «Τί ἔ­χει ντυ­θεῖ;», ρώ­τη­σε ἐ­πι­τα­κτι­κὰ ἡ Ἰ­βὸν τὴ Ρό­ζι.

       «Εἶ­ναι», εἶ­πε πε­ρή­φα­νη ἡ Ρό­ζι, «ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, σὲ ἀν­θρώ­πι­νη μορ­φή, τῆς ἀρ­χῆς τῆς ὁ­λό­τη­τας.»

       Τὰ παι­διὰ ἔ­μει­ναν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό. Ἡ Λίν­τι ἔ­κα­νε μιὰ με­γά­λη γα­λά­ζια τσι­χλό­φου­σκα καὶ τὴ μά­ζε­ψε πά­λι πί­σω στὸ στό­μα της.

       «Δὲν εἶ­ναι γλυ­κού­λης;», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὸν Νί­κι. «Ὁ Νί­κι τ’ ἀ­γό­ρι μου κι ὁ μπαμ­πα-Ρό­τζερ εἶ­ναι κι οἱ δυ­ὸ τό­σο γλυ­κὰ ἀν­θρω­πά­κια!» Ἔ­βα­λε ἀ­πὸ μιὰ πι­τσι­λω­τὴ μπα­νά­να στὴν τσάν­τα κα­θε­νὸς ἀ­π’ τὰ παι­διά. «Κα­λὰ νὰ πε­ρά­σε­τε», εἶ­πε στὰ παι­διά. Τὰ παι­διὰ κοίτα­ξαν τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ μπῆ­κε κά­τω-κά­τω στὶς τσάν­τες τους. Προ­η­γου­μέ­νως, οἱ τσάν­τες τους ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἄ­δει­ες. Τώ­ρα κά­θε τσάν­τα εἶ­χε μέ­σα κι ἀ­πὸ μιὰ μπα­νά­να.

       Ἡ μι­κρὴ συν­τρο­φιὰ ἄ­φη­σε πί­σω της τὸ σκο­τά­δι τοῦ πα­λιοῦ ἐμ­πο­ρι­κοῦ κέν­τρου καὶ μπῆ­κε σὲ μιὰ γει­το­νιὰ ποὺ ἡ Λίμ­περ­τι τὴ γνώ­ρι­ζε κα­λά. Στὸν ἀ­πέ­ραν­το οὐ­ρα­νὸ πά­νω ἀ­π’ τὸν κόλ­πο τῆς Φλό­ριν­τας φά­νη­κε ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ ἀ­στέ­ρι. Ἡ Λίν­τι βα­στοῦ­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι τῆς Λίμ­περ­τι κι ὁ Νί­κι τὸ δε­ξί. Στὸ μπρά­τσο της ἡ Λίν­τι εἶ­χε μιὰ με­γά­λη μὼβ με­λα­νιά. Ἡ Λίν­τι τραυ­μα­τι­ζό­ταν συ­χνά, σπά­νια ὅ­μως πο­νοῦ­σε ἢ ἔ­δει­χνε νά ’­χει κά­τι ἀ­νη­συ­χη­τι­κό. Μιὰ φο­ρά, σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ ντου­λά­πι τῆς κου­ζί­νας γιὰ ν’ ἁρ­πά­ξει ἕ­να βά­ζο φι­στι­κο­βού­τυ­ρο ἀ­πὸ τὸ ντου­λα­πά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­πὸ πά­νω της, ἔ­πε­σε μ’ ἀ­νοι­χτά τα πό­δια στὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα τοῦ ντου­λα­πιοῦ ἀ­πὸ κά­τω της. Ὁ κόλ­πος της μά­τω­σε. Τὸ μα­γιὸ Wonder Woman ἔ­γι­νε κα­τα­κόκ­κι­νο. Ἡ Λίμ­περ­τι τὴν πῆ­γε μὲ τ’ ἁ­μά­ξι στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, ὅ­που κρί­θη­κε ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ πε­ρά­σει τὴ νύ­χτα. Ἡ Λίν­τι οὔ­τε ποὺ ἔ­κλα­ψε.

       Τὸ χέ­ρι τοῦ Νί­κι, τὸ χέ­ρι ποὺ μ’ αὐ­τὸ βα­στοῦ­σε τὴ Λίμ­περ­τι, ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μ’ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο γάν­τι ἀ­πὸ μο­σχα­ρί­σιο δέρ­μα. Στ’ ἀ­νοι­χτά του Κόλ­που, κά­τι πλού­σιοι σ’ ἕ­να κό­τε­ρο ἔ­τρω­γαν κρέ­ας ἀ­πὸ ἀ­γέν­νη­το μο­σχα­ρά­κι. Ρό­δα ἄν­θι­ζαν σὲ τε­φρο­δό­χους. Τὰ μπρούν­τζι­να κομ­μά­τια τους ἄ­στρα­φταν.

       Τὸ πε­ρα­σμέ­νο Χά­λο­ου­ιν, στὴν ἠ­πει­ρω­τι­κὴ χώ­ρα, ἕ­νας ὁ­δη­γὸς αὐ­το­κι­νή­του ἀ­να­κά­λυ­ψε ἕ­να ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νο, γδαρ­μέ­νο κι ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο πτῶ­μα πα­ρα­τη­μέ­νο στὸν χῶ­ρο στάθ­μευ­σης ἑ­νὸς κα­τα­στή­μα­τος Land-O-Sleep. Τὸ θέ­α­μα ἦ­ταν ἀ­η­δι­α­στι­κό. Ὁ ἀν­τα­πο­κρι­τὴς τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ξέ­ρα­σε. Ἀρ­χι­κὰ βγῆ­κε πρὸς τὰ ἔ­ξω ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν φό­νο ποὺ τὸν ε­ἶ­χε δι­α­πρά­ξει θρη­σκευ­τι­κὴ αἵ­ρε­ση. Ἀ­κο­λού­θη­σαν ὑ­πό­νοι­ες ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἡ κα­τά­λη­ξη ἑ­νὸς ἄ­γριου κα­βγὰ με­τα­ξὺ ἐ­ρα­στῶν. Τὸ τρί­το ποὺ ἀ­κού­στη­κε ἦ­ταν ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴ μιὰ πλευ­ρὰ ἑ­νὸς μο­σχα­ριοῦ πού ’­χε πέ­σει ἀ­π’ τὴν ξε­κλεί­δω­τη πόρ­τα ἑ­νὸς φορ­τη­γοῦ μὲ κρέ­α­τα. Ἡ ἱ­στο­ρί­α δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ξε­χα­στεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­πέ­στρε­ψαν στὶς συ­νή­θεις τους ἔ­γνοι­ες, νὰ μὴν ἀ­με­λή­σουν νὰ πο­τί­σουν τὶς γλά­στρες μὲ τὸ πλα­τυ­κέ­ριο καὶ νὰ ἐ­πεν­δύ­σουν σὲ χαρ­το­φυ­λά­κια ποι­κί­λης σύν­θε­σης.

       «Οἱ γο­νεῖς μου πῆ­γαν σ’ ἕ­να πάρ­τι χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε ὁ Νί­κι, «καὶ μοῦ ’­παν ὅ­τι μέ­σα στὸ σπί­τι ἦ­ταν ἕ­να φέ­ρε­τρο καὶ τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν γε­μά­το Big Macs.»

       Ἦ­ταν ζε­στὴ βρα­διά. Ἀ­κού­γον­ταν τὰ νε­ρὰ τοῦ Κόλ­που πού ’­γλει­φαν τὴν ἀμ­μου­διά. Τ’ ἁ­μά­ξια σέρ­νον­ταν με­τα­φέ­ρον­τας μι­κρά, ἀ­πο­τρό­παι­α ὄν­τα. Ἡ Λίμ­περ­τι καὶ τὰ παι­διὰ πλη­σί­α­σαν πρῶ­τα στὸ σπί­τι τοῦ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χη. Ὁ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χης εἶ­χε στὴν κα­το­χή του ἕ­να μπα­ζού­κα καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ κα­θοί­κια. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ χα­μη­λὸ τρα­πέ­ζι μιὰ πα­λιὰ ἐ­πι­τύμ­βια στή­λη ποὺ πα­τοῦ­σε πά­νω σὲ δυ­ὸ τσι­μεν­τό­λι­θους. Ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νη, ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­π’ τὶς και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες κι ἔ­φε­ρε ἕ­να χα­ρα­κτι­κὸ μ’ ἕ­ναν ἄγ­γε­λο. Οἱ χρο­νο­λο­γί­ες ἦ­ταν: 1797-1798. Ὁ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χης ποὺ στὸ σπί­τι του βρι­σκό­ταν ἡ πλά­κα, σκε­πα­σμέ­νη μ’ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρα­γε­μι­σμέ­να τα­σά­κια, ἦ­ταν ἕ­νας τύ­πος βα­ρύς, χλεμ­πο­νιά­ρης, ἕ­νας χῆ­ρος μὲ μαῦ­ρα μπιμ­πί­κια γύ­ρω ἀ­π’ τὰ μά­τια. Ἔ­δω­σε στὸ κά­θε παι­δὶ ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ γλει­φι­τζού­ρι, σὰν κι αὐ­τὰ πού ’­βρι­σκε κα­νεὶς στὶς τρά­πε­ζες.

       Τὰ παι­διὰ ἔ­πε­σαν τυ­χαῖ­α ἐ­πά­νω στὶς μυρ­μηγ­κο­φω­λι­ὲς στὸ γρα­σί­δι τοῦ γει­το­νι­κοῦ σπι­τιοῦ, ἑ­νὸς σπι­τιοῦ ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­κου­γό­ταν ὁ Ἔλ­βις Πρίσ­λε­ϊ νὰ τρα­γου­δᾶ τὸ «Heartbreak Hotel». Ἡ Λίμ­περ­τι στά­θη­κε καὶ χά­ζευ­ε τὴν πόρ­τα ν’ ἀ­νοί­γει καὶ τὰ παι­διὰ στὰ σκα­λιὰ ὅ­λο χά­χα­να καὶ κού­νη­μα. Ἕ­να πε­λώ­ριο ἀ­να­το­λί­τι­κο χα­λὶ ἔ­πια­νε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κα­θι­στι­κὸ καὶ συ­νέ­χι­ζε στὸν ἕ­ναν τοῖ­χο. Ἀ­κουμ­πι­σμέ­νοι πά­νω του ἦ­ταν δυ­ὸ με­γά­λοι γα­λά­ζιοι ἀρ­κοῦ­δοι. Καρ­φι­τσω­μέ­νη στὸ μέ­σο του χα­λιοῦ ἦ­ταν μιὰ τε­ρά­στια με­γε­θυ­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α μὲ τὸν Βα­σι­λιὰ —μὲ τὸ πά­νω χεῖ­λος ἀ­να­ση­κω­μέ­νο, τὰ μά­τια μὲ τὶς χον­τρὲς βλε­φα­ρί­δες, τὸ κω­μι­κὰ σα­δι­στι­κὸ βλέμ­μα— νὰ ὑ­πο­γρά­φει στὸ χέ­ρι μιᾶς ξαν­θιᾶς, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νης κο­πέ­λας μὲ που­λό­βερ ἀ­πὸ μαλ­λὶ ἀν­κο­ρὰ καὶ φού­στα μὲ πι­έ­τες. Μιὰ πα­χιὰ γυ­ναί­κα μὲ πυ­κνὲς μποῦ­κλες καὶ σκού­φια καὶ μ’ ἕ­να μπου­κά­λι Coca-Cola στὸ χέ­ρι στε­κό­ταν στὴ μι­κρὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ παι­διά. Ἡ Λίμ­περ­τι συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς βλέ­πει μὲ τὰ ἴ­δια της τὰ μά­τια κά­ποι­α πού ‘ναι σχε­δὸν πε­θα­μέ­νη, κά­ποι­α γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ στιγ­μὴ αὐ­τὴ ἔ­χει πε­ρι­κλεί­σει ὅ­λα τὰ χρό­νια πού ’­χει ἤ­δη ζή­σει. Ὁ Κλὲμ κοι­τοῦ­σε κι αὐ­τὸς τὴ γυ­ναί­κα μέ­σ’ ἀ­π’ τὶς τρύ­πες τῆς μαύ­ρης μά­σκας του, τὸ βλέμ­μα του ὡ­στό­σο ἦ­ταν πιὸ ἀ­νε­κτι­κό. Τὸ νευ­ρι­κὸ σύ­στη­μα τοῦ Κλὲμ τοῦ ’­δι­νε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βλέ­πει τὸν κό­σμο μὲ ἄλ­λο μά­τι ἀ­π’ τὴ Λίμ­περ­τι. Ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει ἕ­να πρό­τυ­πο γιὰ τὸν κό­σμο, ἕ­ναν κό­σμο νὰ πι­στεύ­ει, ἕ­ναν κό­σμο νὰ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­μέ­νει. Ἔ­τσι εἶ­ναι, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὁ­ρι­σμέ­νη γιὰ κα­θέ­να εἶ­δος. Κα­θέ­νας —μη­δε­νὸς ἑ­ξαι­ρου­μέ­νου— καὶ τὸ δι­κό του μαῦ­ρο δά­σος.

       Τὰ παι­διὰ ἔ­τρε­ξαν στὸ γρα­σί­δι πρὸς τὴν ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρά.

       «Ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ μᾶς ἔ­δω­σε ἀ­πὸ ἕ­να κέρ­μα τῶν δέ­κα σέν­τς», φώ­να­ξε ἡ Νί­κι.

       «Δὲν δε­χό­μα­στε μπι­σκό­τα», ἔ­λε­γε ἡ Ἰ­βὸν σὲ μιὰ γυ­ναί­κα στὴν εἴ­σο­δο μιᾶς ἄλ­λης κα­τοι­κί­ας. «Ἡ μά­να μου λέ­ει ὅ­τι μπο­ρεῖ νά ‘χουν μέ­σα ἀ­πο­λυ­μαν­τι­κὸ του­α­λέ­τας Sani-Flush ἢ κά­τι ἀν­τί­στοι­χο. Δὲν ἔ­χε­τε τί­πο­τε ἄλ­λο;»

       Τὸ ἕ­να ἀ­π’ τὰ δύ­ο μπρά­τσα τῆς γυ­ναί­κας ἔ­μοια­ζε πα­ρα­λυ­μέ­νο. Χα­μο­γέ­λα­σε στὴν Ἰ­βὸν κι ἔ­κλει­σε ἁ­πα­λὰ τὴν πόρ­τα. Τὰ μπι­σκό­τα ἦ­ταν μι­κρὰ κι ἀ­νοι­χτό­χρω­μα, πα­σπα­λι­σμέ­να μὲ χρω­μα­τι­στὲς στα­γό­νες. Ἡ Ἰ­βὸν ἀ­να­στέ­να­ξε κι ἕ­σφι­ξε τὰ μπι­σκό­τα στὴ χού­φτα της καὶ τά ’­κα­νε κομ­μα­τά­κια. Ἡ μά­σκα πά­πιας πρό­δι­δε σά­στι­σμα καὶ ἀ­νη­συ­χί­α. Δὲν ἦ­ταν ὁ Ντό­ναλντ Ντάκ. Ἦ­ταν μιὰ πά­πια μὲ προ­σω­πι­κό­τη­τα ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ τοῦ Ντό­ναλντ.

       Προ­χώ­ρη­σαν πα­ρα­πέ­ρα, βό­σκον­τας τὴν ἔ­κτα­ση σὰν με­ξι­κά­νι­κες κα­τσί­κες. Δε­κα­πέν­τε κα­τοι­κί­ες, εἴ­κο­σι. Οἱ πι­σί­νες ἦ­ταν φω­τι­σμέ­νες, οἱ συ­σκευ­ὲς αὐ­τό­μα­του πο­τί­σμα­τος σχη­μά­τι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ τὰ ὑ­δά­τι­να, ἁ­πα­λὰ τό­ξα τους. Χι­λιά­δες δο­λά­ρια γιὰ φω­τι­στι­κὰ καὶ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια κι­λο­βὰτ ξο­δεύ­ον­ταν γιὰ νὰ κά­νουν πρά­σι­να φυ­τὰ νὰ μοιά­ζουν κόκ­κι­να καὶ γα­λά­ζια. Χι­λιά­δες λί­τρα νε­ρὸ ἀν­τλοῦν­ταν γιὰ νὰ σκου­ρύ­νουν χι­λιά­δες σά­κοι ρο­κα­νί­δια καὶ νὰ κά­νουν ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς ἀ­νοι­χτό­χρω­μους κορ­μούς. Ἡ μι­κρὴ συν­τρο­φιὰ προ­χώ­ρη­σε κι ἄλ­λο κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­πέ­ραν­το καμ­πυ­λω­τὸ οὐ­ρα­νό, πού ’­χε τώ­ρα γε­μί­σει ἀ­στέ­ρια.

       Ὁ Κλὲμ εἶ­χε χά­σει τὴ μά­σκα του. Ἐρ­χό­ταν μὲ τὸ πά­σο του πί­σω ἀ­π’ τὴν πα­ρέ­α, στα­μα­τοῦ­σε ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ γιὰ νὰ κα­του­ρή­σει, ἔ­ψα­χνε λύ­σεις στὰ προ­βλή­μα­τα, ξε­δι­ά­λε­γε τὶς προ­τι­μή­σεις του, με­τροῦ­σε πα­λι­ὲς ἀ­δι­κί­ες καὶ χα­ρές.

       Σ’ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ φο­ροῦ­σε κόκ­κι­νο παν­τε­λό­νι κι ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος καὶ γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω. Κρύ­ος ἀ­έ­ρας ἦλ­θε ἀ­πὸ μέ­σα καὶ χώ­θη­κε γρή­γο­ρα μέ­σα στὴν πνι­γη­ρὴ νύ­χτα. Ὁ ἄν­τρας εἶ­χε πυ­κνὰ γκρί­ζα μαλ­λιὰ καὶ τέσ­σε­ρις ρῶ­γες. Μιὰ πυ­κνὴ τού­φα ἀ­πὸ γκρί­ζες τρί­χες ἁ­πλω­νό­ταν συμ­με­τρι­κὰ ἀ­νά­με­σα στὶς ρῶ­γες του. Προ­σποι­ή­θη­κε ὅ­τι τρό­μα­ξε πά­ρα πο­λὺ μὲ τὸ ποὺ εἶ­δε τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς ἔ­βγα­λε μιὰ γα­βά­θα γε­μά­τη σο­κο­λά­τες.

       «Μπο­ρῶ νὰ πά­ω στὴν του­α­λέ­τα σου;», ρώ­τη­σε ἡ Λίν­τι.

       «Φυ­σι­κά», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Τὰ παι­διὰ κοι­τοῦ­σαν ἐ­πί­μο­να τὸ στῆ­θος τοῦ ἄν­τρα πα­ρα­μέ­νον­τας σι­ω­πη­λά. Ἡ Λίν­τι πέ­ρα­σε ξυ­στὰ ἀ­πὸ δί­πλα του καὶ κα­τέ­βη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα τὸν δι­ά­δρο­μο στὰ δε­ξιά της. Ἡ Λίν­τι χαι­ρό­ταν νὰ πη­γαί­νει στὰ ξέ­να μπά­νια καὶ τὸ ἀ­λά­θη­το αἰ­σθη­τή­ριό της τὰ ἔ­βρι­σκε ἀ­μέ­σως.

       «Ξέ­ρει κόλ­πα τὸ σκυ­λί;», ρώ­τη­σε ὁ ἄν­τρας τὴ Λίμ­περ­τι. «Εἶ­χα ἕ­ναν σκύ­λο κά­πο­τε ποὺ ἦ­ταν τό­σο κα­λὰ ἐκ­παι­δευ­μέ­νος, ποὺ τοῦ ’­δι­νες ἕ­να μπι­σκό­το, ἔ­τρω­γε τὸ μι­σό, τοῦ ’­λε­γες νὰ τὸ φτύ­σει κι αὐ­τὸς τό ’­φτυ­νε.»

       «Δὲν ξέ­ρει νὰ τὸ κά­νει αὐ­τό», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι κοι­τών­τας πρὸς τὸν Κλέμ.

       «Δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ κλί­ση του, ἔ;», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Τοὺς φά­νη­κε πὼς ἡ Λίν­τι εἶ­χε ἀρ­γή­σει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Ὁ Νί­κι, βα­στών­τας τὸ χέ­ρι τοῦ Τέν­τι, κοι­μό­ταν ὄρ­θιος. Ἔ­βγα­ζε σύν­το­μους, σφυ­ρι­χτοὺς στε­ναγ­μούς.

       «Για­τί δὲν ἔρ­χε­σαι μέ­σα», εἶ­πε ἐν­τέ­λει ὁ ἄν­τρας, «νὰ βρεῖς τὸ παι­δί σου;». Δὲν ἔ­δει­ξε ἐ­νο­χλη­μέ­νος.

       Τὰ παι­διὰ κά­θι­σαν στὰ σκα­λιὰ κι ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν τὶς σο­κο­λά­τες. Ἡ Λίμ­περ­τι μπῆ­κε στὸ σπί­τι μα­ζὶ μὲ τὸν ἄν­τρα. Ἐ­πά­νω σ’ ἕ­να λευ­κὸ χα­μη­λὸ τρα­πέ­ζι ἀ­πὸ μπαμ­ποὺ ἦ­ταν ἕ­να πιά­το φι­στί­κια, δυ­ὸ ἄ­δεια πο­τή­ρια γιὰ μαρ­τί­νι κι ἕ­νας κε­ρα­μι­κὸς δο­νη­τής.

       «Πα­λιὸς εἶ­ναι», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Εἶ­ναι ὄν­τως πα­λιός», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, κοι­τών­τας μὲ ὑ­πε­ρη­φά­νεια τὸν δο­νη­τή. «Εἶ­ναι ἀ­π’ τὸ Μάρ­θας Βί­νιαρντ. Ἀ­νῆ­κε σὲ μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς δύ­στυ­χες γυ­ναῖ­κες στὰ φα­λαι­νο­θη­ρι­κά.»

       «Λίν­τι», φώ­να­ξε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Τὸ μπά­νιο εἶ­ναι ἀ­πὸ δῶ», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Ἡ Λίμ­περ­τι κα­τέ­βη­κε μα­ζί του τὸν δι­ά­δρο­μο. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν μι­σά­νοι­χτη, κι εἶ­δε μιὰ λευ­κὴ πε­τσέ­τα σὲ μιὰ κυ­κλι­κὴ κρε­μά­στρα, ἕ­ναν κα­θρέ­φτη στὸν ὁ­ποῖ­ο φαι­νό­ταν τὸ πλα­κά­κι τῆς ντου­ζι­έ­ρας, λευ­κὰ ὅ­λα τους, ὅ­πως τὸ στῆ­θος τοῦ λευ­κο­τσι­κνιᾶ. Ὁ σβέρ­κος τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν λε­πτὸς καὶ νε­α­νι­κός. Τὰ χέ­ρια τῆς Λίμ­περ­τι ἔ­πε­φταν στὸ πλά­ι. Αἰ­σθα­νό­ταν λὲς καὶ μὲ κά­ποι­ον τρό­πο εἶ­χε γί­νει ἡ ἴ­δια ἀ­πει­λη­τι­κή. Ἀ­πὸ ἕ­να ἄλ­λο δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­ταν μιὰ τη­λε­ό­ρα­ση νὰ παί­ζει.

       «Λίν­τι», φώ­να­ξε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Ἐ­δῶ εἶ­ναι», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Ἡ Λίν­τι ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νη σ’ ἕ­να κρε­βά­τι μα­ζὶ μ’ ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ φο­ροῦ­σε ρι­γὲ μπουρ­νού­ζι. Ὁ ἄν­τρας εἶ­χε ἀ­νά­ψει τσι­γά­ρο. Τὸ κά­λυμ­μα τοῦ κρε­βα­τιοῦ ἦ­ταν ἀ­πὸ σκου­ρό­χρω­μη συν­θε­τι­κὴ γού­να. Ἔ­βλε­παν ἕ­να ντο­κι­μαν­τὲρ γιὰ τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση. Ἡ με­γά­λη ὀ­θό­νη στὸν τοῖ­χο ἔ­δει­χνε τὶς χρυ­σὲς πύ­λες τοῦ Γκιμ­πέρ­τι στὸ Βα­πτι­στή­ριο στὴ Φλω­ρεν­τί­α.

       «Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ ἡ ἔκ­πτω­ση ἀ­π’ τὴν Ἐ­δέμ», εἶ­πε ἡ Λίν­τι, χο­ρο­πη­δών­τας στὸ κρε­βά­τι. «Ἄ­βελ καὶ Κά­ϊν. Κι­βω­τὸς καὶ Νῶ­ε. Ἡ θυ­σί­α τοῦ Ἰ­σα­άκ.»

       Ἡ Λίν­τι πή­γαι­νε στὸ κα­τη­χη­τι­κό. Τοὺς ἤ­ξε­ρε αὐ­τοὺς ὅ­λους. Τοὺς ζω­γρά­φι­ζε μὲ τὰ κρα­γι­ό­νια της.

       «Θὰ ἀ­πο­γο­η­τευ­τεῖς ἂν πᾶς στὴ Φλω­ρεν­τί­α, μι­κρή», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας στὸ κρε­βά­τι. «Ἁ­μά­ξια παν­τοῦ. Βρο­με­ρὸ μέ­ρος.»

       «Ἔ­λα, γλύ­κα μου», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ γό­να­το τῆς Λίν­τι. Οἱ ρῶ­γες στὸ στῆ­θος τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν σὰν τὰ μά­τια ποὺ ἀ­στρά­φτουν πά­νω ἀ­π’ τὶς πυ­ρα­μί­δες στὶς πί­σω ὄ­ψεις τῶν χαρ­το­νο­μι­σμά­των. Σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ δὲν τὴν πεί­ρα­ξες, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ. Ἤ­ξε­ρε πὼς ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴν τὸ πεῖ.

       «Τρέ­χω», εἶ­πε ἡ Λίν­τι. Ση­κώ­θη­κε πά­νω.

       «Σὲ λί­γο θὰ δεί­ξει τοὺς τέσ­σε­ρις Σκλά­βους τοῦ Μι­χα­ὴλ Ἄγ­γε­λου», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας μὲ τὸ μπουρ­νού­ζι. «Τὴν ἔ­χω δεῖ πά­ρα πολ­λὲς φο­ρὲς τὴν ἐκ­πομ­πὴ αὐ­τή.» Κοί­τα­ξε τὴ Λίν­τι συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ὅ­τι εἶ­ναι κι αὐ­τὴ σὰν σκλά­βα, μ’ ἕ­να της μέ­ρος φυ­λα­κι­σμέ­νο σὲ μιὰ σκλη­ρὴ σὰν πέ­τρα, ἀ­δού­λευ­τη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ νοῦ της.

       Ἡ Λίν­τι κοί­τα­ξε τὴν ὀ­θό­νη. «Μιὰ κού­κλα», εἶ­πε.

       «Ἔ ὄ­χι καὶ κού­κλα», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. «Σ’ ἀ­ρέ­σουν οἱ κοῦ­κλες;», εἶ­πε ἡ Λίν­τι κοι­τών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος του. Οἱ ρί­γες στὸ μπουρ­νού­ζι τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν με­γά­λες καὶ σκοῦ­ρες, τὸ ὑ­πό­λοι­πο μπουρ­νού­ζι ἦ­ταν λευ­κό. Ὁ κα­πνὸς γέ­μι­ζε τὸ δω­μά­τιο ὣς ἀ­πά­νω δη­μι­ουρ­γών­τας ἐ­πί­πε­δα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­σβη­σε τὸ τσι­γά­ρο του καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου. Τὴν ὀ­θό­νη τὴ γέ­μι­ζαν μουν­τές, θαμ­πὲς εἰ­κό­νες. Ἔ­βα­λε κά­τι μέ­σα σ’ ἕ­ναν φά­κε­λο, σά­λι­ω­σε κι ἔ­κλει­σε τὸν φά­κε­λο καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸ χέ­ρι τῆς Λίν­τι. Αὐ­τὴ τὸν ἔ­ρι­ξε μέ­σα στὴν τσάν­τα της μὲ τὶς σο­κο­λά­τες.

       Ἐ­νῶ στε­κό­ταν στὴν πόρ­τα, ὁ γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω ἄν­τρας ψι­θύ­ρι­σε: «Δὲν θὰ γνω­ρί­σεις πο­τὲ πιὸ γεν­ναι­ό­δω­ρο, πιὸ γνή­σιο ἄν­θρω­πο.»

       Ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι, ὁ δρό­μος φά­νη­κε στὴ Λίν­τι πα­ρά­ξε­νος, σὰν νὰ τὸν εἶ­χαν βου­τή­ξει στὸ γά­λα.

       «Κι ἄλ­λο σπί­τι», πα­ρα­κά­λε­σαν τὰ παι­διά. «Ἄλ­λο ἕ­να!»

       Τοὺς πλη­σί­α­σε ἕ­να φορ­τη­γά­κι. Ὁ­δη­γοῦ­σε ἕ­νας ἄν­τρας καὶ στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ ἦ­ταν ἕ­νας σκύ­λος. Ὁ ὁ­δη­γὸς πρό­σε­ξε τὸν Κλὲμ καὶ κά­λυ­ψε μὲ τὸ ἕ­να του χέ­ρι τὰ μά­τια τοῦ σκύ­λου του κα­θὼς περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ δί­πλα.

       Τὴ Λίμ­περ­τι τὴν ἔ­πια­σε πο­νο­κέ­φα­λος. Ἔ­νι­ω­θε σὰν προ­σκυ­νή­τρια ποὺ πε­ρι­πλα­νι­έ­ται προ­ση­λω­μέ­νη δι­α­σχί­ζον­τας στέρ­φες στέ­πες, δί­χως ὡ­στό­σο προ­σευ­χή. Πῆ­ρε μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα προ­σπα­θών­τας νὰ χα­λα­ρώ­σει. Εἰ­σέ­πνευ­σε πεῦ­κο, πορ­το­κά­λια καὶ μη­χα­νό­λα­δο.

       Ἡ ἀ­νά­σα τῶν παι­δι­ῶν μύ­ρι­ζε ζα­χα­ρω­τὸ ἀρ­κου­δά­κι μὲ γεύ­ση κα­νέ­λα.

       «Ἄλ­λο ἕ­να!», φώ­να­ξαν.

       «Μοῦ ’­χουν μεί­νει μό­νο τσί­χλες», εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι.

       «Ἔ­πρε­πε νά ’λ­θε­τε νω­ρί­τε­ρα.» Ἔ­μοια­ζε μᾶλ­λον φτι­αγ­μέ­νη. Φο­ροῦ­σε μπι­κί­νι κι ἔ­πι­νε μπί­ρα. Τὸ πά­νω καὶ τὸ κά­τω μέ­ρος τοῦ μα­γιὸ εἶ­χαν ἄλ­λα σχέ­δια. «Τσί­χλες μό­νο, ἀλ­λὰ κι ἔ­τσι ἀ­κό­μη, δὲν ἔ­χει κέ­ρα­σμα ἂν δὲν μοῦ κά­νε­τε κά­ποι­ο κόλ­πο.» Χα­μο­γε­λοῦ­σε λὲς καὶ φλέρ­τα­ρε.

       Αἴφ­νης ἡ Λίν­τι ἔ­κα­νε κα­τα­κό­ρυ­φο. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Μύ­ρι­σε μπλεγ­μέ­να μπού­τια μὲ καλ­σόν, μιὰ ἐ­λα­φρὰ ὀ­σμὴ οὔ­ρων.

       «Φαν­τα­στι­κό», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Μπο­ρῶ νὰ σοῦ πῶ τὴ μοί­ρα σου ἂν θές», εἶ­πε ὁ Τέν­τι.

       «Ὄ­χι, γλύ­κα μου, εὐ­χα­ρι­στῶ», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα, «καὶ θὰ σοῦ πῶ για­τί». Ἀ­κούμ­πη­σε ἐ­λα­φρὰ τὸ στῆ­θος τοῦ Τέν­τι μὲ τὸ μα­κρύ, βαμ­μέ­νο νύ­χι της. «Οἱ για­τροὶ μὲ κά­νουν καὶ τρέ­μω. Μοῦ φέρ­νουν τα­ρά­κου­λο. Ὁ πρῶ­τος μου ἄν­τρας ἦ­ταν για­τρός. Ξέ­ρεις μὲ τί ἀ­σχο­λι­ό­ταν; Μὲ συ­κώ­τια. Ὁ­λό­κλη­ρος ὁ κό­σμος του ἦ­ταν τὰ συ­κώ­τια. Ἦ­ταν ἕ­νας μι­κρό­σω­μος, μαυ­ρι­δε­ρὸς Ἰ­ρα­νός, πάν­το­τε χα­μο­γε­λα­στός. Ἦ­ταν φρι­κι­α­στι­κὸς ὅ­σο δὲν πά­ει.» Στρά­φη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς Ἰ­βόν. «Ἐ­σὺ τί θὰ κά­νεις γιὰ μέ­να, μι­κρὴ πά­πια;»

       Ἡ πά­πια μί­λη­σε δί­χως νὰ κου­νη­θεῖ τὸ ράμ­φος της.

       Τὸ για­τὶ θὰ τὸ βρῶ ὅ­ταν λή­ξει ὁ Χρό­νος

       Καὶ πιὰ θά ’­χω πά­ψει νὰ ζη­τῶ τὸ για­τί

       Χρι­στὸς θὰ ἐ­ξη­γεῖ τό­τε τὴν κά­θε ὀ­δύ­νη

       Στὴ σχο­λι­κὴ τά­ξη τ’ οὐ­ρα­νοῦ τὴν ἁ­γνή

       Ἡ Ἰ­βὸν ἦ­ταν λι­γά­κι ψευ­δῆ. Κου­νοῦ­σε χέ­ρια καὶ πό­δια σὰν νά ’­ταν οἱ στί­χοι ἀ­πὸ κά­ποι­ο τρα­γού­δι ρὸκ ἒντ ρόλ. «Ἔ­μι­λι Ντί­κιν­σον», εἶ­πε ἡ Ἰ­βόν.

       «Εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­πό­κο­σμο πράγ­μα πού ’­χω ἀ­κού­σει πο­τέ μου», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Τὰ παι­διὰ γί­νον­ται ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­πό­κο­σμα. Εἶ­ναι οἱ και­ροὶ αὐ­τοὶ ποὺ ζοῦ­με.» Ἔ­δω­σε ἀ­πρό­θυ­μα μιὰ τσί­χλα στὴν Ἰ­βὸν καὶ κοί­τα­ξε τὸν Νί­κι.

       «Τί θά ’­λε­γες νὰ μοῦ πεῖς τί­πο­τε στα­τι­στι­κὰ γιὰ τὸ ράγ­κμπι;», εἶ­πε, χω­ρὶς νά ’­ναι σί­γου­ρη. «Ἔ­χεις κα­μιὰ κα­λὴ πλη­ρο­φο­ρί­α γιὰ τοὺς Bandits;» Ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε ἀ­κό­μη κέ­φια. Θὰ τὸ γού­στα­ρε ἕ­να κα­λὸ ἀ­στεῖ­ο. «Ἔ­χω μιὰ ἰ­δέ­α», εἶ­πε στὸν Νί­κι. «Πές μου τὸ χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ σοῦ συ­νέ­βη πο­τέ.»

       Ὁ Νί­κι κοί­τα­ξε πρῶ­τα τὴ γυ­ναί­κα κι ὕ­στε­ρα τὴ Λίμ­περ­τι. Ἔ­βα­λε τὸν ἀν­τί­χει­ρα στὸ στό­μα.

       «Ἐν­τά­ξει», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα στρι­φο­γυρ­νών­τας τὴν μπί­ρα στὴν κοι­λιά της, «θὰ σοῦ πῶ τὸ χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ συ­νέ­βη σ’ ἐ­μέ­να. Ἤ­μουν μι­κρὸ παι­δὶ σὰν κι ἐ­σέ­να κι εἶ­χα πά­ει νὰ δῶ τὸ τσίρ­κο. Δι­α­σκέ­δα­ζα πά­ρα πο­λὺ στὸ τσίρ­κο. Πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα μ’ ἄ­ρε­σαν τὰ ἐ­να­έ­ρια ἀ­κρο­βα­τι­κά. Τρε­λαι­νό­μουν νὰ βλέ­πω τοὺς ἀ­κρο­βά­τες ἀ­νε­βα­σμέ­νους ἐ­κεῖ ψη­λά, νὰ πε­τοῦν καὶ νὰ σκί­ζουν τὸν ἀ­έ­ρα, τὰ στρὰς στὶς στο­λές τους ν’ ἀ­στρά­φτουν. Ἤ­θε­λα νὰ γί­νω κι ἐ­γὼ ἀ­κρο­βά­τισ­σα καὶ νὰ κά­νω ἐ­να­έ­ρια ἀ­κρο­βα­τι­κά. Ἤ­μουν, λοι­πόν, στὸ τσίρ­κο κι ἕ­νας ἄν­τρας, πέ­φτον­τας ἀ­πὸ ἕ­να τρα­πέ­ζιο, δὲν βρῆ­κε τὸ δί­χτυ καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε στὸ κοι­νό. Ἔ­πε­σε πά­νω μου καὶ μοῦ ’­σπα­σε τὴν κλεί­δα. Εἶ­χε ἀ­παί­σια μυ­ρω­διά. Λέ­ω ἀ­παί­σια καὶ τὸ ἐν­νο­ῶ, μύ­ρι­ζε σὰν με­γά­λος πον­τι­κὸς ἢ κά­τι τέ­τοι­ο».

       Ἡ γυ­ναί­κα γέ­λα­σε, ἀ­πὸ μέ­σα της σχε­δόν, μὲ μιὰ θλί­ψη. Μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ χρῶ­μα τῶν μαλ­λι­ῶν της καὶ νὰ γνω­ρί­σει κα­νέ­ναν στὰ μπάρ, ἢ νὰ ψευ­το­κά­νει θα­λάσ­σιο σκί, ἡ νύ­χτα ὡ­στό­σο ἔ­φτα­νε στὸ τέ­λος της. Μπρο­στά της θὰ ἔ­βρι­σκε μνῆ­μες ποὺ ἦ­ταν ὅ­λο καὶ δυ­σκο­λό­τε­ρο νὰ τὶς πι­στέ­ψει, χαν­γκό­βερ καὶ πό­νο στὸ σέξ. Σπόν­τες παν­τοῦ. Γρα­πτὲς ἰ­α­τρι­κὲς δι­α­γνώ­σεις. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπάρ­μπε­κιου τῆς ἔ­σπα­σε ἕ­να δόν­τι. Κά­ποι­οι τῆς ἄ­νοι­ξαν πρό­σφα­τα τὸ σπί­τι καὶ δὲν πῆ­ραν τί­πο­τα. Οὔ­τε ἕ­να γα­μη­μέ­νο πράγ­μα. Τί πε­ρί­με­ναν νὰ βροῦν; Ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στο ποὺ δὲν ἔ­λει­πε τί­πο­τα, ἦ­ταν ὅ­μως καὶ θλι­βε­ρό. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς.

       Ἡ Λίμ­περ­τι ἔ­λεγ­ξε τὴν κά­θε τσάν­τα χω­ρι­στὰ γιὰ νὰ σι­γου­ρευ­τεῖ ὅ­τι δὲν ἔ­χουν μέ­σα ξυ­ρα­φά­κια, πι­νέ­ζες, χά­πια ἢ τα­του­ὰζ μὲ LSD.

       «Εἶ­μαι ἡ μό­νη πού ’­χω φά­κε­λο», εἶ­πε ἡ Λίν­τι. Τὸν ἔ­βγα­λε ἔ­ξω καὶ τὸν ζού­λη­ξε. Ὁ ἀν­τί­χει­ράς της ἄ­φη­σε ἀ­πο­τύ­πω­μα. Μέ­σα ἦ­ταν ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν πε­νήν­τα δο­λα­ρί­ων.

       Ἡ Λίν­τι τὸ κοί­τα­ξε μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­δι­α­φο­ρί­α ποὺ τὸ κοί­τα­ξε κι ὁ Κλέμ. Τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα ἦ­ταν κολ­λα­ρι­στό, δὲν κου­βα­λοῦ­σε ἴ­χνος ἱ­στο­ρί­ας.

       «Μπο­ρεῖς μ’ αὐ­τὸ ν’ ἀ­γο­ρά­σεις κά­τι ποὺ νὰ σ’ ἀ­ρέ­σει», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. Πολ­λὰ πράγ­μα­τα. Τί θὰ ἤ­θε­λες;»

       Ἡ Λίν­τι δὲν ἔ­βλε­πε πῶς συν­δέ­ον­ται τὰ δύ­ο. Πε­ρι­ερ­γά­στη­κε τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα. Τὸ φί­λη­σε.

       «Νὰ τὸ προ­σέ­χεις», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. «Μὴν τὸ χά­σεις.»

       Ἡ Λίν­τι ὡ­στό­σο δὲν τὸ πρό­σε­ξε. Τὸ ἔ­δω­σε στὴ μά­να της κι αὐ­τὴ τὸ πῆ­γε στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ ἐκ­κλη­σί­α τό ’­δω­σε σὲ μιὰ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση. Ἡ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση τὸ δι­ο­χέ­τευ­σε σὲ μιὰ κλι­νι­κὴ γιὰ τὴν ἀ­πε­ξάρ­τη­ση ἀ­πὸ τὰ ναρ­κω­τι­κὰ καὶ τὴν πρό­λη­ψη τῶν αὐ­το­κτο­νι­ῶν. Τρα­βή­χτη­κε ἀ­π’ τὸν λο­γα­ρια­σμὸ τῆς κλι­νι­κῆς γιὰ ν’ ἀ­γο­ρα­στεῖ ἕ­να φουρ­νά­κι γιὰ τοὺς ἐρ­γα­ζό­με­νους. Ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ κα­τα­στή­μα­τος ἠ­λε­κτρι­κῶν συ­σκευ­ῶν ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­γο­ρά­στη­κε τὸ φουρ­νά­κι τὸ πέ­τα­ξε, κα­τὰ τὴ διάρ­κεια μιᾶς ἀ­πο­πνι­κτι­κῆς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νῆς πα­ρά­στα­σης, χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτεῖ σ’ ἕ­ναν σκύ­λο ὀ­νό­μα­τι Μπὰτ Μί­στερ. Τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα μπῆ­κε τό­τε σ’ ἕ­να γα­ϊ­τα­νά­κι πλη­ρω­μῶν γιὰ σέξ, ἀλ­κο­όλ, ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα βι­ο­ψί­ας καὶ γιὰ τὴν ἐ­πι­σκευ­ὴ ἑ­νὸς καρ­μπι­ρα­τέρ. Σή­κω­σε τὸ βά­ρος μιᾶς ζω­ῆς ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ συλ­λά­βει οὔ­τε κι ἡ πιὸ τρε­λὴ φαν­τα­σί­α. Πέ­ρα­σε ἀ­πὸ κα­νά­λια σφο­δρά, ἀ­νό­σια καὶ βα­ρε­τά. Τα­ξί­δε­ψε καὶ πι­ά­στη­κε κο­ρό­ϊ­δο οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρές. Γνώ­ρι­σε φῶ­τα ἐ­κτυ­φλω­τι­κὰ καὶ σκο­τει­νὲς τσέ­πες. Εἶ­δε ἀ­πὸ κον­τὰ τὸ γεῦ­μα ποὺ πα­ρα­τέ­θη­κε πρὸς τι­μὴν μιᾶς ἠ­θο­ποι­οῦ στὸ Κὶ Οὐ­ὲ­στ κι εἶ­χε γιὰ κυ­ρί­ως πιά­το μπρι­ζό­λα ἀ­πὸ χε­λώ­να. Κέρ­δι­σε μο­νὸ εἰ­σι­τή­ριο γιὰ ται­νί­α πορ­νὸ στὴν ὁ­ποί­α τὸ σο­κα­ρι­στι­κὸ μέ­γε­θος τοῦ ὀρ­γά­νου τοῦ ἱ­ε­ρέ­α-μάρ­τυ­ρα ὀ­φει­λό­ταν σὲ πε­ρί­σφι­ξη τὴν ὥ­ρα τῆς ἐκ­σπερ­μά­τι­σης. Ἀ­γό­ρα­σε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα, ντά­κι­ρι φρά­ου­λα κι ἕ­να προ­πλη­ρω­μέ­νο τα­ξί­δι ποὺ τε­λι­κὰ δὲν ἔ­γι­νε. Ἔ­φυ­γε σὰν ὀρ­φα­νό, κλαί­γον­τας γο­ε­ρά. Οἱ ἀστρα­φτε­ρὲς στὴν ἐ­πι­φά­νειά τους συμ­πτώ­σεις, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­κά­λυ­πτε, γρή­γο­ρα γί­νον­ταν ρου­τί­να. Δὲν κοί­τα­ξε πο­τὲ τὴ ζω­ὴ στὰ μά­τια. Οὔ­τε μιὰ φο­ρά. Καὶ δὲν γύ­ρι­σε πο­τὲ πί­σω. Καὶ δὲν γύ­ρι­σε πί­σω οὔ­τε τὸ ρό­δο, οὔ­τε ἡ πά­πια, οὔ­τε ἡ ἀρ­χὴ τῆς ὁ­λό­τη­τας. Πο­τὲ ξα­νά.


* Τὸ ἔ­θι­μο τοῦ Χά­λο­ου­ιν «trick-or-treating» (κόλ­πο-ἢ-κέ­ρα­σμα), στὸ ὁ­ποῖ­ο τὰ παι­διὰ μα­σκα­ρεύ­ον­ται καὶ ζη­τοῦν κε­ρά­σμα­τα ἀ­πὸ τοὺς γεί­το­νες δι­α­δό­θη­κε στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, κα­θὼς ἰρ­λαν­δι­κὲς καὶ σκο­τσέ­ζι­κες κοι­νό­τη­τες ἀ­να­βί­ω­σαν τὸ προ­ερ­χό­με­νο ἀ­πὸ τὸν Πα­λιὸ Κό­σμο ἔ­θι­μο τῆς με­ταμ­φί­ε­σης· οἱ ἄν­θρω­ποι φο­ροῦ­σαν στο­λὲς προ­κει­μέ­νου νὰ ποῦν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, νὰ ἀ­παγ­γεί­λουν κά­ποι­ο ποί­η­μα ἢ νὰ κά­νουν κά­ποι­ο ἄλ­λο κόλ­πο μὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα φροῦ­το ἢ ἄλ­λο κέ­ρα­σμα. Στὴν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα ἐκ­δο­χὴ τοῦ Χά­λο­ου­ιν, τὸ βρά­δυ τῆς 31ης Ὀ­κτω­βρί­ου τὰ παι­διὰ βά­ζουν τὶς στο­λές τους καὶ βγαί­νουν στὸν δρό­μο, κα­τὰ κα­νό­να σὲ ὁ­μά­δες, πᾶ­νε ἀ­πὸ πόρ­τα σὲ πόρ­τα καὶ ἀ­να­φω­νοῦν σ’ ὅ­ποι­ον τοὺς ἀ­νοί­γει: trick-or-treat (κόλ­πο ἢ κέ­ρα­σμα). Ἂν τὸ κέ­ρα­σμα δὲν ἔλ­θει, τὸν σπι­το­νοι­κο­κύ­ρη τὸν πε­ρι­μέ­νει κά­ποι­α… δυ­σά­ρε­στη ἔκ­πλη­ξη.
            Στὸ δι­ή­γη­μα τῆς Οὐ­ί­λιαμς βλέ­που­με, ἐ­κτὸς ὅ­λων των ἄλ­λων, πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ ἐ­θί­μου στὴν πρά­ξη (θὰ σὲ κε­ρά­σω… ἀλ­λὰ μό­νο ἂν μοῦ κά­νεις κόλ­πο), ὅ­πως ἐ­πί­σης καὶ τὴν ἀ­παγ­γε­λί­α ἑ­νὸς ποι­ή­μα­τος, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τοῦ τε­τρά­στι­χου τῆς Ντί­κιν­σον, εἶ­δος κόλ­που-τε­χνά­σμα­τος ποὺ τεί­νει δυ­στυ­χῶς νὰ ἐ­κλεί­ψει (ἐ­ξοῦ κι ἡ χλια­ρὴ ἀν­τί­δρα­ση —ἔμ­με­σο σχό­λιο τῆς γρά­φου­σας— καὶ τὸ ἀ­πρό­θυ­μο κέ­ρα­σμα).
(σ.τ.μ. μὲ πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ ἀν­τλή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια Bri­tan­nica)


Πη­γή: The Paris Review, τεῦ­χος 90, χει­μώ­νας 1983 (βλ. ἐδῶ).

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: