1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τίτλοι Εὐγενείας γιὰ σκύλους



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τίτλοι Εὐγενείας γιὰ σκύλους

[τοῦ Ἀναγνώστη Χαροκόπου]


ΑΤΑ ΤΟ 1838 πε­ρι­ο­δεύ­ον­τες οἱ Βα­σι­λεῖς εἰς Βό­νι­τζαν ἔ­φθα­σαν ἔ­ξω­θεν τῆς πό­λε­ως ὅ­που εἶ­χον συγ­κεν­τρω­θῆ αἱ ἀρ­χαὶ καὶ ὁ λα­ὸς ἵ­να τοὺς ὑ­πο­δε­χθῶ­σι. Με­τα­ξὺ τοῦ λα­οῦ ἦ­το καὶ ὁ ἕ­νε­κα γή­ρα­τος κα­τα­στὰς τυ­φλὸς γέ­ρο-προ­ε­στὸς Ἀ­ναγ. Χα­ρο­κό­πος δι­α­τε­λέ­σας πλη­ρε­ξού­σιος καὶ βου­λευ­τὴς κα­τὰ τὴν ἐ­πα­νά­στα­σιν, καὶ ἀ­νῆ­κε πάν­το­τε εἰς τὸ κόμ­μα τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη. Οὗ­τος ἐ­φώ­να­ξεν ὅ­τι ἐ­πει­δὴ δὲν βλέ­πει ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ ἐγ­γί­ξῃ τοὐ­λά­χι­στον τὸν Βα­σι­λέ­α του. Τὴν ἀ­ξί­ω­σίν του ταύ­την δι­ε­βί­βα­σαν εἰς τοὺς Βα­σι­λεῖς οὗ­τοι δὲ δι­έ­τα­ξαν ἵ­να ὁ­δη­γή­σω­σιν ἀ­μέ­σως τὸν γέ­ρον­τα πλη­σί­ον του, ἅ­μα δὲ ἀ­φι­χθέν­τα ἔ­λα­βον ἀ­νὰ μί­αν τῶν χει­ρῶν του ἕ­κα­στος τῶν Βα­σι­λέ­ων. Ἐκ τῆς <φι­λο>­φρο­νή­σε­ως ταύ­της κα­τα­δη­χθεὶς ὁ τῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως ἀ­νὴρ ἀ­πέ­τει­νε τὴν ἑ­ξῆς προσ­λα­λιὰν πρὸς τοὺς Βα­σι­λεῖς:

       — Νὰ δώ­σῃ ὁ Θε­ὸς νὰ ζή­σε­τε πο­λὺ νὰ δο­ξα­σθῆ­τε καὶ νὰ ἀ­φή­σε­τε κλη­ρο­νό­μους διὰ τὴν δό­ξαν τῶν Γο­νέ­ων καὶ τὸ κα­λὸ τοῦ τό­που τού­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἕ­ως νὰ γί­νῃ βα­σί­λει­ον ὑ­πέ­φε­ρε πο­λύ. Διὰ τοῦ­το, Βα­σι­λέ­α μου, νὰ ἔ­χῃς πάν­τα εἰς τὴν ἐν­θύ­μη­σή σου κάμ­πο­σους ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­στά­θη­σαν κε­φα­λὴ εἰς ἡ­μᾶς τοὺς ἄλ­λους εἰς τὸν ἀ­γῶ­να, καὶ διὰ μὲν τοὺς πε­θα­μέ­νους νὰ κά­με­τε ἓν μνη­μό­συ­νον κά­θε χρό­νον, ἐ­κεί­νους ὅ­που ζοῦν ὅ­πως ὁ Κουν­του­ρι­ώ­της, ὁ Γε­ρο-Μπέ­ης, ὁ Ζα­ΐ­μης, ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης νὰ τοὺς πά­ρῃς μα­ζί σου συμ­βού­λους καὶ δὲν θὰ χά­σῃς για­τὶ ἂν δὲν εἴ­χα­με αὐ­τοὺς κα­θὼς καὶ τοὺς ἀ­πε­θα­μέ­νους Ὑ­ψη­λάν­τας, Μι­α­ού­λην, Μπό­τζα­ρην, Φλέσ­σαν, Κα­ρα­ϊ­σκά­κην νὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σουν, δὲν ἐ­τε­λει­ώ­να­με τὸ ἔρ­γον ὅ­που ἠρ­χί­σα­μεν.

       Ὁ Βα­σι­λεὺς μὴ ἐν­νο­ῶν κα­λῶς τό­τε τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴν καὶ ἡ Βα­σί­λισ­σα μό­λις ἐν­νο­οῦ­σα λέ­ξεις τι­νὰς ἀν­τε­λή­φθη­σαν τῆς προσ­λα­λιᾶς τοῦ γέ­ρον­τος Χα­ρο­κό­που διὰ τοῦ Γεν­ναί­ου ὅ­στις ὡς αὐ­λι­κὸς ἐ­γνώ­ρι­ζεν ὁ­πω­σοῦν νὰ ἐν­νο­ῆ­ται ὑ­πὸ τοῦ Βα­σι­λέ­ως, ηὐ­χα­ρί­στη­σαν λοι­πὸν οἱ Βα­σι­λεῖς ἀμ­φό­τε­ροι διὰ τοῦ ἰ­δί­ου δι­ερ­μη­νέ­ως τὸν γέ­ρον­τα διὰ τὰς πα­τρι­ω­τι­κάς του εὐ­χὰς καὶ συμ­βου­λάς. Τό­τε ὁ γέ­ρων προ­σέ­θη­κε:

       — Μα­θαί­νω ὅ­τι ἔ­χεις μα­ζί Σου Βα­σι­λέ­α μου τὸν υἱ­ὸν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη Γεν­ναῖ­ον.

       — Αὐ­τὸς ὅ­στις ὁ­μι­λεῖ μα­ζί σου εἶ­ναι ὁ Γεν­ναῖ­ος, τῷ εἶ­πεν ὁ πα­ρευ­ρε­θεὶς ἐ­κεῖ στρα­τη­γὸς Κωνστ. Μπό­τσα­ρης. Τοῦ­το ἀ­κού­σας ὁ γέ­ρων Χα­ρο­κό­πος εἶ­πεν ἀ­πο­τει­νό­με­νος πρὸς τὸν Γεν­ναῖ­ον:

       — Ἐ­δῶ εἶ­σαι καὶ δὲν μοῦ ὁ­μι­λεῖς τό­σην ὥ­ραν Μπα­ροῦ­νο!!!

       Τὸ πλῆ­θος ἐ­γέ­λα­σεν εἰς τὴν ὕ­βριν «Μπα­ροῦ­νο».

       Οἱ Βα­σι­λεῖς δὲν ἠν­νό­η­σαν δια­τί οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­γέ­λα­σαν εἰς τὴν λέ­ξιν «Μπα­ροῦ­νο» καὶ ἐ­ζή­τη­σαν με­τ’ ὀ­λί­γον εἰς τὸ γεῦ­μα ἐ­ξη­γή­σεις, διὰ τῶν ὁ­ποί­ων ἔ­μα­θον ὅ­τι ἐ­πὶ τῶν σταυ­ρο­φο­ρι­ῶν πε­ρι­ελ­θόν­τες οἱ τό­τε τι­τλο­φό­ροι εἰς τὴν με­γα­λυ­τέ­ραν πα­ρα­λυ­σί­αν καὶ τι­νὲς καὶ πε­νί­αν, ἔ­πρα­ξαν τὰς μᾶλ­λον ἀ­πο­τρο­παί­ους, ρυ­πα­ρὰς καὶ τα­πει­νὰς πρά­ξεις, ἑ­πο­μέ­νως οἱ τί­τλοι ἔ­μει­ναν εἰς τὴν μνή­μην τῶν Ἑλ­λή­νων ὡς ἐ­πω­νυ­μί­αι μαρ­τυ­ροῦ­σαι ἀν­θρώ­πους ἀ­χρεί­ους, διὰ τοῦ­το καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες ὄ­χι μό­νον δὲν ἐ­ζή­λω­σαν νὰ τοὺς σφε­τε­ρι­σθῶ­σι ἀλ­λὰ καὶ τοὺς ἀ­πο­νεί­μου­σι εἰς τοὺς σκύ­λους ἢ τοὺς ἀν­θρώ­πους οὓς θέ­λου­σι νὰ ὑ­βρί­σω­σι ἢ χλευ­ά­σω­σι διὰ τῶν λέ­ξε­ων «Μπα­ροῦ­νος» (βα­ρῶ­νος), «Κο­μα­τᾶς» (κο­μη­τᾶς, κό­μης), «Μαρ­χέ­ζας» (μαρ­κή­σιος), «Πρί­τζι­πας» (πρίγ­κηψ). Ἐκ τῆς ἐ­ξη­γή­σε­ως ταύ­της ἠν­νό­η­σεν ἡ Βα­σί­λισ­σα δια­τί οἱ αὐ­λι­κοί της δὲν ἐ­δέ­χθη­σαν τοὺς ὁ­ποί­ους ἠ­θέ­λη­σε νὰ τοὺς ἀ­πο­νεί­μῃ τί­τλους εὐ­γε­νεί­ας.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 72-73.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Wil­helm Gu­stav Kra­us (1804-1852), Ὁ βα­σι­λιᾶς Ὄ­θων ἔ­φιπ­πος κα­τὰ τὴν ἄ­φι­ξή του στὴν Ἀ­θή­να (Με­τὰ τὸ 1835). Μου­σεῖ­ο τῆς Πό­λε­ως τῶν Ἀ­θη­νῶν.



%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: