Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Ἄρτος



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 9/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Ἄρ­τος

(Bread)


ΚΑΜΠΟΣΟΥΣ ΜΗΝΕΣ πρὶν πε­θά­νει, ἡ γαλ­λί­δα φι­λό­σο­φος καὶ μυ­στι­κί­στρια Σι­μὸν Βέ­ιλ ἔ­γρα­ψε στὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της γιὰ κά­ποι­ον ποὺ μπαί­νει μιὰ μέ­ρα στὸ δω­μά­τιό της καὶ λέ­ει:

       «Κα­η­μέ­νο πλά­σμα, ἐ­σὺ ποὺ τί­πο­τα δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις, ἐ­σὺ ποὺ τί­πο­τα δὲν ξέ­ρεις. Ἔ­λα μα­ζί μου καὶ θὰ σοῦ μά­θω πράγ­μα­τα ποὺ δὲν τά ’χεις φαν­τα­στεῖ.»

       Τὴν ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ «καινούργια κι ἄ­σχη­μη ἐκ­κλη­σί­α», ὕ­στε­ρα σὲ μιὰ ἄ­δεια σο­φί­τα. Μέ­ρες καὶ νύ­χτες περ­νοῦν. Κου­βεν­τιά­ζουν καὶ μοι­ρά­ζον­ται ἄρ­το καὶ οἶ­νο.

       «Ὁ ἄρ­τος εἶ­χε πράγ­μα­τι γεύ­ση ἄρ­του», ἔ­γρα­ψε. «Δὲν τὴν ἔ­χω ξα­να­συ­ναν­τή­σει που­θε­νὰ τὴ γεύ­ση αὐ­τή.» Εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἀλ­λὰ σα­στι­σμέ­νη: «Ὑ­πο­σχέ­θη­κε νὰ μὲ δι­δά­ξει, ὅ­μως δὲν μοῦ ’­μα­θε τί­πο­τα.»

       Ὕ­στε­ρα τὴ δι­ώ­χνει. Ἡ καρ­διά της ρα­γί­ζει κι ἡ ἴ­δια πε­ρι­πλα­νι­έ­ται ἀ­δεια­νή. Ὡ­στό­σο, δὲν ἀ­πο­πει­ρᾶ­ται νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι ἦρ­θε ἀ­πὸ λά­θος νὰ τὴ βρεῖ, ὅ­τι ἡ θέ­ση της δὲν εἶ­ναι στὴ σο­φί­τα.

       Τὸ κεί­με­νο τε­λει­ώ­νει μὲ τὰ ἑ­ξῆς λό­για: «Τὸ ξέ­ρω κα­λὰ πὼς δὲν μ’ ἀ­γα­πᾶ. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε; Κι ὅ­μως βα­θιὰ μέ­σα μου κά­τι, ἕ­να κομ­μα­τά­κι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴ συλ­λο­γι­στεῖ μὲ φό­βο καὶ τρό­μο πὼς ἴ­σως, μο­λα­ταύ­τα, μ’ ἀ­γα­πᾶ.»

       Ἡ Βέ­ιλ πέ­θα­νε στὰ τριά­ντα τέσ­σε­ρά της, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἐ­λάτ­τω­σε σκό­πι­μα τὴν πο­σό­τη­τα τῆς τρο­φῆς ποὺ κα­τα­νά­λω­νε· ὅ­σο γιὰ τοὺς λό­γους ποὺ τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τό, ἡ συ­ζή­τη­ση δὲν ἔ­χει τε­λει­ώ­σει ἀ­κό­μη.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: