1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ Συνάντηση



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ Συνάντηση

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη καὶ τοῦ Κιουταχῆ]


ΤΙΣ 9 ΑΥΓ. τοῦ 1826, ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης ἀν­τα­μώ­θη­κε κα­τὰ τύ­χη μὲ τὸν Κι­ου­τα­χῆ στὴ Γαλ­λι­κὴ φρε­γά­τα τοῦ Γάλ­λου ναυά­ρχου Ντε­ρι­νῦ, ἀ­ραγ­μέ­νη στὸν Πει­ραι­ᾶ. Ὁ Κι­ου­τα­χῆς μὲ τὸν Ὀ­μὲρ πασ­σᾶ τῆς Χαλ­κί­δας εἶ­χαν πά­ει νὰ δοῦν τὸ ναύ­αρ­χο. Δὲν προ­φτά­σα­νε νὰ κα­τε­βοῦ­νε στὴ σάλ­λα, καὶ φτά­νει ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης μὲ τὸ Χρη­στί­δη σὲ βάρ­κα Ἑλ­λη­νι­κὴ ἀ­πὸ τὸ μπρί­κι τὸ Ψα­ρια­νὸ τοῦ Γι­αν­νί­τση, ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­νο στὴν Ἐ­λευ­σῖ­να καὶ τὄ­χε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης στὴς δι­α­τα­γές του. Λέ­νε πὼς ἐ­πί­τη­δες ὁ Γάλ­λος ναύ­αρ­χος εἶ­χε φέ­ρει ἔ­τσι τὸ πρᾶ­μα, γιὰ νὰ σμί­ξουν οἱ δυ­ὸ ἀρ­χι­στρά­τη­γοι. Κι’ αὐ­τὸ τοῦ τὸ εἶ­χε ζη­τή­σει ὁ Κι­ου­τα­χῆς.

       Τα­ρά­χτη­κε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης κα­θὼς εἶ­δε τὸν Κι­ου­τα­χῆ μπρο­στά του. Ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι στὸ σπα­θὶ κ’ εἶ­πε στὸ Χρη­στί­δη:

       — Ὠ­ρὲ Χρη­στί­δη, μὴ μᾶς κά­νουν κα­μιὰ μπαμ­πε­σά; [ἀ­πι­στιά].

       Τὸν κα­θη­σύ­χα­σε ὁ Χρη­στί­δης. Κι’ ὁ Κι­ου­τα­χῆς ὅ­μως τα­ρά­χτη­κε, κα­θὼς εἶ­δε τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη. Χαι­ρέ­τη­σε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης τὸν Κι­ου­τα­χῆ, κα­τὰ τὴν τούρ­κι­κη συ­νή­θεια [μὲ τὴν πα­λά­μη στὸ στῆ­θος] καὶ κά­θι­σε. Χαι­ρέ­τη­σε κι’ ὁ Κι­ου­τα­χῆς μὲ τὸ κε­φά­λι, ἀ­γέ­ρω­χος, καὶ μί­λη­σε πρῶ­τος ἀρ­βα­νί­τι­κα:

       — Τί κά­νεις, Κα­ρα­ϊ­σκά­κη; Ἔλ­πι­ζα νἀρ­θῇς στὰ Μπι­τό­λια νὰ μὲ προ­σκυ­νή­σῃς καὶ νὰ σοῦ δώ­σω ὅ­λα τὰ βι­λα­έ­τια, ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ὡς τὴν Ἄρ­τα.

       — Ἐ­γὼ νὰ σὲ προ­σκυ­νή­σω; τοῦ ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης. Ἂν εἶ­σαι Ρού­με­λη-Βα­λε­σῆς ἐ­σύ, εἶ­μαι κ’ ἐ­γὼ Ρού­με­λη-Βα­λε­σῆς. Κι’ ἂν ἤ­ξε­ρε ἡ Δι­οί­κη­σή μου ὅ­τι κρέ­νο­με [μι­λᾶ­με] τώ­ρα μα­ζί, μὲ κρέ­μα­γε κ’ ἐ­μέ­να καὶ δε­κα­πέν­τε χι­λιά­δες στρα­τέ­μα­τα, ποὺ ἔ­χω στὴ Λε­ψί­να.

       — Καὶ πῶς μπο­ρεῖ νὰ σὲ κρε­μά­σῃ;

       — Μή­πως δὲ σὲ κρε­μά­ει ἐ­σέ­να ὁ Σουλ­τά­νος, ὅ­ταν θέ­λῃ; Ναὶ ἢ ὄ­χι;

       — Ναί, για­τὶ τὸν ἔ­χω βα­σι­λιᾶ.

       — Λοι­πὸν μὲ κρε­μά­ει κ’ ἐ­μέ­να, για­τὶ τὴν ἔ­χω βα­σί­λισ­σα!

       Χα­μο­γέ­λα­σε ὁ Κι­ου­τα­χῆς. Ση­κώ­θη­κε πρῶ­τος κ’ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ κα­ρά­βι.

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ὁ Κι­ου­τα­χῆς τοὔ­στει­λε καφ­φέ, ζά­χα­ρη καὶ κα­πνό. Ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης τοὔ­στει­λε ἕ­να φόρ­τω­μα κρα­σί(1).


(1) Γιὰ τὸ σμίξιμό του μὲ τὸν Κιουταχῆ στὴ Γαλλικὴ φρεγάτα ὁ Κα­ραϊ­σκά­κης εἶχε γράψει στὸν Κολο­κο­τρώνη, τρεῖς μέρες ὑστε­ρώ­τερα, καὶ τοῦ ἔλεγε: «Κατὰ περί­στα­σιν ἀντα­μώθη­μεν εἰς τὴν φρε­γά­ταν τοῦ Δε­ρι­νῦ τὴν δευ­τέ­ραν ἡ­μέ­ραν τῆς ὑστε­ρι­νῆς μά­χης ἐγώ, ὁ Χε­λιώ­της καὶ ὁ καπετὰν Ψα­ρια­νὸς [Γιαν­νί­τσης] μὲ τὸν Κιου­τα­χῆ, τὸν Ὀ­μὲρ πασ­σᾶ καὶ ἄλ­λους. Κατ’ ἀρ­χὰς ἐξιπ­πά­σθηκα, ὀγλή­γορα ὅμως ἐ­φιλιω­θή­κα­­μεν καὶ ἐλ­πίζω νὰ τοῦ κο­στί­σῃ ἡ φι­λία μου. Εἴπα­με πολ­λὰ ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴν ἰδέ­αν τοῦ ὅτι ἔχει ρα­γιά­δες τοὺς Ἕλ­λη­νας καὶ ἐγὼ μὲ τὴν ἰδέ­αν μου ὅτι εἴ­με­θα ἐ­λεύ­θε­ροι.» Κι’ ἀ­λη­θι­νὰ τοῦ κό­στι­σε τοῦ Κιου­τα­χῆ ἡ γνω­ρι­μιὰ τοῦ Κα­ραϊ­σκά­κη. Καὶ θὰ τοῦ κό­στι­ζε πε­ρισ­σότε­ρο, ἂν δὲν τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ θά­να­τος. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Και­ροὶ» Δε­κέ­βρ. 1896, ὑ­πὸ «Λε­βά­δου», κι’ ἀ­πὸ ἄλ­λες πη­γές.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 248-249 [Τίτλος: «548.— Κα­ρα­ϊ­σκά­κης – Κι­ου­τα­χῆς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Γεώργιος Μαργαρίτης (1814-1884), Ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης ἐ­λαύ­νων πρὸς τὴν Ἀ­κρό­πο­λιν (1844). Λάδι σὲ μουσαμᾶ, 94Χ117 ἑκ. (Συλλογὴ ἱ­δρύ­μα­τος Εὐρ. Κου­τλί­δη, Ἐθνικὴ Πι­να­κο­θή­κη).


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: