1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ρωμαίϊκα κι Ἑλληνικά



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ρωμαίϊκα κι Ἑλληνικά

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΑΔΕΣ Χι­ῶ­τες πα­ρου­σι­α­στή­κα­νε στὸν Ὄ­θω­να τὸ Βα­σι­λέ­α.

       Ἀ­φοῦ εἴ­πα­νε τὄ­να καὶ τ’ ἄλ­λο, πρά­μα­τα γε­νι­κὰ ποὺ συ­νει­θί­ζον­ται στὴν πρώ­τη γνω­ρι­μιά, ὁ Βα­σι­λέ­ας, ποὺ μό­νη γλῶσ­σα του εἶ­χε νὰ μι­λῇ τὴς Ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες ποὺ εἶ­χε πρω­το­μά­θει ἀ­πὸ τὸ Φί­λιπ­πο Ἰ­ω­άν­νου, τὸ δά­σκα­λό του καὶ κα­θη­γη­τὴ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ Ὀ­θώ­νει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο, γυ­ρί­ζει στὸν ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς τρεῖς Χι­ῶ­τες μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ συ­νει­θι­σμέ­νο σο­βα­ρό του καὶ ρω­τά­ει:

       — Πῶς προ­χω­ρεῖ τὸ ἐμ­πό­ριον;

       — Κε­σά­τια, Με­γα­λει­ό­τα­τε! λέ­ει ὁ Χι­ώ­της.

       Ὁ Ὄ­θω­νας ἀ­πο­ρεῖ· πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­κού­ει αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη. Κοι­τά­ζει αὐ­τὸν ποὺ μί­λη­σε στὰ μά­τια καὶ ξα­να­ρω­τά­ει:

       — Τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξις κε­σά­τια;

       Ὁ Χι­ώ­της ἀ­πο­ρεῖ κι’ αὐ­τός, μὰ ὁ ἄλ­λος Χι­ώ­της, πει­ὸ ἔ­ξυ­πνος, πε­τι­έ­ται κι’ ἀ­παν­τά­ει:

       — Δὲν ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       Κ’ εἶ­ν’ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ποὔ­λυ­σε τοῦ Βα­σι­λέ­α τὴν ἀ­πο­ρί­α.

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας, μὲ τὴν ἴ­δια πάν­τα σο­βα­ρό­τη του, γυ­ρί­ζει καὶ σ’ αὐ­τόν.

       — Καὶ ἡ λέ­ξις ντα­ρα­βέ­ρι τί ση­μαί­νει;

       Μὰ ὡς ποὺ ν’ ἀ­παν­τή­σῃ ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ τρί­τος Χι­ώ­της δὲν ἀρ­γεῖ καὶ λέ­ει:

       — Ἀ­λι­σβε­ρί­σι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας δὲν ἔ­κα­με ἄλ­λο ρώ­τη­μα. Καὶ φύ­γαν οἱ τρεῖς φί­λοι χα­ρού­με­νοι ποὺ φω­τί­σα­νε τὸ Βα­σι­λέ­α.

       Τὸ βρά­δυ στὸ βα­σι­λι­κὸ τρα­πέ­ζι, ἐ­κεῖ ποὺ ὁ ὑ­πα­σπι­στὴς Χα­τζη­χρῆ­στος (ξε­νό­γλωσ­σος ποὺ δύ­σκο­λα μι­λοῦ­σε ἁ­πλὰ Ἑλ­λη­νι­κά, μὰ τὴς Ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες δὲν τὴς εἶ­χε μά­θει ἀ­πὸ κα­νέ­να σο­φὸ δά­σκα­λο) ἤ­τα­νε σκυ­φτὸς στὸ πιά­το του, ἀ­κού­ει τὸ Βα­σι­λέ­α νὰ λέ­ῃ:

       — Τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξις κε­σά­τι, κύ­ρι­ε ὑ­πα­σπι­στά;

       — Κε­σά­τι, Με­γα­λει­ό­τα­τε; φω­νά­ζει ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος ξαφ­νι­σμέ­νος· κε­σά­τι θὰ πῇ… νὰ… κε­σά­τι, πῶς τὸ λέ­νε; Δὲν τὸ λὲν ἀλ­λοι­ῶς· κε­σά­τι… ἅ­μα δὲν ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι, ἔ­χει κε­σά­τι!

       — Καὶ ντα­ρα­βέ­ρι τί ση­μαί­νει;

— Ντα­ρα­βέ­ρι; (κι’ ἀ­πο­ρεῖ τώ­ρα ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος πει­ὸ πο­λὺ κι’ ἀ­πὸ τὸ Βα­σι­λέ­α τὸν ἴ­διο)· πῶς, ντα­ρα­βέ­ρι! Ἅ­μα ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι… δὲν ἔ­χει κε­σά­τι, ἅ­μα ἔ­χει κε­σά­τι, δὲν ἔ­χει… ἀ­λι­σβε­ρί­σι! Αὐ­τὸ θὰ πῇ, ἀ­λι­σβε­ρί­σι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       — Καὶ ἀλισβερίσι τί ση­μαί­νει;

— Ἀ­λι­σβε­ρί­σι θὰ πῇ… ντα­ρα­βέ­ρι! Ντα­ρα­βέ­ρι-ἀ­λι­σβε­ρί­σι, ἀ­λι­σβε­ρί­σι-ντα­ρα­βέ­ρι… δὲν τὸ ξέ­ρεις, Με­γα­λει­ό­τα­τε; Αὐ­τὸ θὰ πῇ!

       Κι’ ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος χει­ρο­νο­μεῖ ἄ­τα­χτα ὄ­χι για­τὶ δὲ μπο­ρεῖ νὰ ξη­γη­θῇ, πα­ρὰ για­τὶ δὲ θέ­λει ὁ Βα­σι­λέ­ας νὰ κα­τα­λά­βῃ.

       Μὰ ὁ Βα­σι­λέ­ας εἶ­χε πειὰ κα­τα­λά­βει τέ­λεια καὶ φω­τί­σθη­κε λαμ­πρά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ Γ. Τσο­κο­πού­λου «Πα­λαι­αὶ Ἀ­θῆ­ναι. – Ἡ Βα­σί­λισ­σα Ἀ­μα­λί­α», 1904, σ. 45.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 325-326 [Τίτλος: «699.— Ὁ Βα­σι­λιᾶς φω­τί­στη­κε.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ὄθων Α’. Φω­το­γρα­φία μὲ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐν­δυ­μα­σία. Χ.χ.