Χρῆστος Βακαλόπουλος: Παραμύθι


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πα­ρα­μύ­θι


ΑΛΙΑ ΥΠΗΡΧΑΝ τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο· ἡ Κυ­ψέ­λη, ἡ Ἑλ­λά­δα καὶ ὁ πλα­νή­της Γῆ. Τώ­ρα βγαί­νουν καὶ λέ­νε ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, ὅ­μως λέ­νε ψέ­μα­τα κι αὐ­τὸ φαί­νε­ται στὰ μά­τια τους. Αὐ­τοὶ τὰ ἔ­χουν μπερ­δέ­ψει ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­χαν τρί­α μέ­ρη καὶ τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο πράγ­μα στὸν κό­σμο ἦ­ταν νὰ εἶ­σαι ἡ ὡραι­ό­τε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη ὅ­πως συ­νέ­βαι­νε μὲ τὴν Ἔρση. Ἂν ἤ­σου­να ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη στὴν Ἑλ­λά­δα, κιν­δύ­νευ­ες νὰ σὲ κά­νουν μὶς Ὑ­φή­λιο καὶ νὰ σὲ παν­τρέ­ψουν μ’ ἕ­να χον­τρὸ μὲ πολ­λὰ λε­φτὰ ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. Ἦ­ταν πιὸ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη, για­τὶ ἐ­κεῖ σὲ ἔ­βλε­παν κά­θε μέ­ρα στὸ δρό­μο, δὲν σὲ ψή­φι­ζαν βαμ­μέ­νη, μὲ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ πί­σω, οὔ­τε σὲ γνώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, σὲ εἶ­χαν ἀ­γα­πή­σει χω­ρὶς φω­το­γέ­νεια. Σὲ ἔ­βλε­παν γε­λα­στή, βι­α­στι­κή, τσα­κω­μέ­νη μὲ τὴ μά­να σου, ἱδρω­μέ­νη, σκο­νι­σμέ­νη. Ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἡ ὡραι­ότε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη, για­τὶ ὑ­πῆρ­χε μιὰ μό­νι­μη ἐ­πι­τρο­πὴ ποὺ ψή­φι­ζε ὅ­λο τὸ χρό­νο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης ποὺ κά­τι τοὺς ἔ­πι­α­νε καὶ τὶς ἔ­βγα­ζαν ὅ­λες πρῶ­τες, κά­τι πά­θαι­νε ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ ἐν­θου­σι­α­ζό­ταν μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ νο­μί­ζουν ὅ­λοι ὅ­τι ἔ­χουν φω­το­γέ­νεια καὶ μά­λι­στα νὰ αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἐκ­πέμ­πουν λάμ­ψεις. Ἔ­τσι, τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης ἡ Ἔρση ἦ­ταν λί­γο στε­νο­χω­ρη­μέ­νη, ἀλ­λὰ με­τὰ τῆς περ­νοῦ­σε για­τί εἶ­χε μα­γει­ρί­τσα καὶ δὲν σκε­φτό­ταν πιὰ τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ποὺ ξε­χνοῦ­σε νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της κα­θὼς τὶς φί­λα­γε ὅ­λες σταυ­ρω­τὰ μέ­σα στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα.

        Ἦ­ταν πά­ρα πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι κά­τι στὴν Κυ­ψέ­λη κι ἔ­τσι πολ­λοὶ ἤ­θε­λαν νὰ γί­νουν κά­τι στὴν Ἑλ­λά­δα ποὺ φαί­νε­ται ὅ­τι ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο ἐ­νῶ με­ρι­κοὶ κα­τά­λα­βαν τὸ κόλ­πο κι ἄρ­χι­σαν νὰ λέ­νε ὅ­τι αὐ­τοὶ δὲν ἀ­ξί­ζουν γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­ξί­ζουν μό­νο γιὰ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. Ὁ πλα­νή­της Γῆ ἔ­κα­νε προ­πα­γάν­δα στὴν Ἑλ­λά­δα, τῆς ἔ­βα­ζε συ­νε­χῶς τὴν ἰ­δέ­α ὅτι αὐ­τὸς εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸν κό­σμο καὶ μὲ τὴ σει­ρά της ἡ Ἑλ­λά­δα πί­ε­ζε τὴν Κυ­ψέ­λη νὰ τῆς ἀ­να­γνω­ρί­σει τὰ πρω­τεῖ­α. Ὅ­μως ἡ Κυ­ψέ­λη δὲν εἶ­χε κα­νὲναν νὰ πι­έ­σει κι ἔ­τσι, μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό, ἡ Κυ­ψέ­λη ὑπο­χρέ­ω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸν κό­σμο καὶ ἡ Ἔρση ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νὰ εἶ­ναι ἡ ὡραι­ότερη χω­ρὶς νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ φω­το­γέ­νεια. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅμως ποὺ ὅλοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­γι­ναν φω­το­γρα­φί­ες καὶ ὁ πλα­νή­της Γῆ πῆ­ρε τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τη­λε­ό­ρα­ση ἡ Κυ­ψέ­λη ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε ἀ­πὸ προ­σώ­που γῆς καὶ ἡ Ἔρση πῆ­γε νὰ μεί­νει στὰ βό­ρεια προ­ά­στια καὶ τὸ κα­λο­καί­ρι ἀ­γό­ρα­σαν σπί­τι μὲ τὸν ἄν­τρα της τὸν δη­μο­σι­ο­γρά­φο στὴ Σαν­το­ρί­νη καὶ μαύ­ρι­ζαν.

        Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἀ­ό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ κι ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­λύ­θη­κε ἐ­πει­δὴ ὁ πλα­νή­της Γῆ ἀ­πέ­δει­ξε στὴν Ἑλ­λά­δα μὲ ἀ­τράν­τα­χτα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἄ­φθο­νο φω­το­γρα­φι­κὸ ὑλι­κὸ ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, κα­τὰ βά­θος στρογ­γυ­λός. Ἦρ­θαν πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα στὴν Κυ­ψέ­λη κι ἔ­λε­γαν στὴν ἀό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ ὅ­τι ἀπο­κα­λύ­φθη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἡ ἀ­λή­θεια, ζοῦ­με ὅ­λοι σ’ ἕ­να παγ­κό­σμιο χω­ριό. Τί νὰ κά­νει ἡ ἐ­πι­τρο­πή; Κα­θὼς δὲν συ­νε­δρί­α­ζε πο­τὲ ἐ­πει­δὴ τὰ μέ­λη της ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­να νὰ ζοῦν ἄλ­λος ἐ­δῶ κι ἄλ­λος ἐ­κεῖ καὶ νὰ συ­ναν­τι­οῦν­ται μό­νο στὴν Ἀ­νά­στα­ση ὅ­που ἔ­χα­ναν τ’ αὐ­γὰ καὶ τὰ πα­σχά­λια, στὸ τέ­λος, μὲ τὸ πὲς πὲς πές, ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸ λά­θος της ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ δι­α­λύ­θη­κε. Σι­γὰ-σι­γὰ ἔ­γι­ναν ὅ­λοι παγ­κό­σμιοι χω­ριά­τες. Τοὺς εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ βέ­βαι­α ἡ ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ τὸ πρό­βλη­μα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­μέ­σως με­τὰ για­τί ἄρ­χι­σαν νὰ γυρ­νᾶ­νε σὰν τὶς ἄ­δι­κες κα­τά­ρες κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­χε γί­νει γνω­στὴ ὅ­λοι νό­μι­ζαν ὅ­τι ἄ­κου­γαν μό­νο ψέ­μα­τα. Πα­λιὰ ὑ­πῆρ­χαν μό­νο τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔ­λε­γαν ψέ­μα­τα τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο, ὅ­μως τώ­ρα ὑ­πῆρ­χε μό­νο τὸ παγ­κό­σμιο χω­ριὸ ποὺ ἔ­λε­γε συ­νε­χῶς ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό του, φαι­νό­ταν στὰ μά­τια του ὅ­τι ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα. Ἦ­ταν υπο­χρε­ω­μέ­νο νὰ λέ­ει συ­νε­χῶς ψέ­μα­τα για­τὶ ἂν ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια ἔ­στω καὶ μί­α στιγ­μή, ἂν λύ­γι­ζε καὶ πα­ρα­δε­χό­ταν τὴν ἀ­λή­θεια, τό­τε ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη τοῦ παγ­κό­σμιου χω­ριοῦ δὲν θὰ ἦ­ταν μιὰ φω­το­γρα­φί­α, θὰ ἦ­ταν μί­α γυ­ναί­κα κι ἄν­τε βρὲς τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη γυ­ναί­κα μέ­σα στὸ παγ­κό­σμιο χω­ριό, τώ­ρα μά­λι­στα ποὺ δι­α­λύ­θη­κε ἡ ἀ­ό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ δὲν μα­ζευ­ό­ταν πιὰ οὔ­τε στὴν Ἀ­νά­στα­ση. Ἔ­βα­λαν νε­ρὸ στὸ κρα­σί τους κι ἔ­λε­γαν ψέ­μα­τα συ­νε­χῶς στὸν ἑ­αυ­τό τους ὅ­τι ἡ ὡραι­ότε­ρη γυ­ναί­κα τοῦ παγ­κό­σμιου χω­ριοῦ δὲν ἦ­ταν γυ­ναί­κα, ἀλ­λὰ φω­το­γραφί­α. Ἔ­τσι ἡ ἀ­λή­θεια ὁ­δή­γη­σε στὸ ψέ­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ χα­ροῦν στὴν Ἀ­νά­στα­ση καὶ τα­ξί­δευ­αν ὅ­λοι μα­κριὰ ὥ­στε νὰ κά­νουν μό­νοι τους Πά­σχα, νὰ μὴν τοὺς πά­ρει κα­νέ­να μά­τι καὶ κα­τα­λά­βει ὅ­τι εἶ­χαν με­γά­λο ἄγ­χος στὸ παγ­κό­σμιο χω­ριὸ τώ­ρα ποὺ ἡ ἀ­λή­θεια τοὺς εἶ­χε ὁ­δη­γή­σει μὲ ἀ­τράν­τα­χτα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἄ­φθο­νο φω­το­γρα­φι­κὸ ὑ­λι­κὸ στὴ λα­τρεί­α τοῦ ψέ­μα­τος.

        Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἀό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ κά­πο­τε τὰ μά­ζε­ψε. Γυ­ρί­ζουν σὰν τὶς ἄ­δι­κες κα­τά­ρες, ψά­χνουν τὴν Ἀ­νά­στα­ση σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­ρε­τρα. Λέ­νε πολ­λὰ ψέ­μα­τα, φαί­νε­ται στὰ μά­τια τους. Ὅ­σοι δὲν τὰ κα­τά­φε­ραν νὰ γί­νουν φω­το­γρα­φί­ες με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἄν­θρω­πους ἄλ­λων ἐ­πο­χῶν, πε­ρα­σμέ­νων καὶ μελ­λον­τι­κῶν. Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα ἀό­ρα­τα ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σιὰ ποὺ τοὺς ὑ­πο­δέ­χον­ται ἀ­να­κα­τε­μέ­νους μὲ τοὺς παγ­κό­σμιους χω­ριά­τες, προ­σπα­θοῦν νὰ τοὺς πα­ρη­γο­ρή­σουν. Ὑ­πῆρ­χε ἡ ὡ­ραι­ότε­ρη γυ­ναί­κα καὶ τώ­ρα προ­σπα­θεῖ νὰ γί­νει φω­το­γρα­φί­α στὴ Σαν­το­ρί­νη, εἶ­ναι κα­τά­μαυ­ρη. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­κό­μα πιὸ δύ­σκο­λο καὶ ἀ­πὸ τὸ νὰ γυρ­νᾶς σὰν τὴν ἄ­δι­κη κα­τά­ρα, ἀπὸ τὸ νὰ ἔ­χεις ἄγ­χος. Ἦ­ταν πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι κά­τι στὴν Κυ­ψέ­λη, σὲ ἤ­ξε­ραν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ ἀ­να­κα­τω­τά, σὲ ἀ­γα­ποῦ­σαν ἐπει­δὴ ἤ­σου­να ἀ­δύ­να­μη, σὲ γού­στα­ραν χω­ρὶς φω­το­γέ­νεια. Τώ­ρα αὐτὸ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον για­τί ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, κα­τά­φε­ρε νὰ γί­νει ἕ­νας χά­ρη στὴ φω­το­γέ­νεια. Πα­λιὰ ὑ­πῆρ­χαν τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο, μί­α συ­νοι­κί­α, μί­α χώ­ρα κι ἕ­νας πλα­νή­της. Πή­γαι­ναν στὴν Ἀ­νά­στα­ση, εἶ­χαν ὅ­λοι φω­το­γέ­νεια, ἔ­βγα­ζαν κά­τι λάμ­ψεις, φί­λα­γαν σταυ­ρω­τὰ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μέ­σα στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα. Με­τὰ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἡ ἄ­λη­θεια καὶ τὰ ψέ­μα­τα ἀ­πέ­κτη­σαν φω­το­γέ­νεια σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­ρε­τρα.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004).

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπεστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντὶ καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωνης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.