Γιάννης Παγώνης: Στὴ ζώνη τοῦ λυκόφωτος

Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Στὴ ζώ­νη τοῦ Λυ­κό­φω­τος


 ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ εἶ­χε χά­σει κά­θε κέ­φι γιὰ τὴν Τέ­χνη του, και­ρὸ πρὶν ἐν­σκή­ψει ἡ παν­δη­μί­α. Ἁ­πλὰ ὁ κο­ρο­νο­ϊ­ὸς ἔ­θε­τε τὰ καρ­φιὰ στὸ φέ­ρε­τρο αὐ­τοῦ ποὺ κά­πο­τε θε­ω­ροῦ­σε λο­γο­τε­χνι­κό του σῶ­μα, ἀ­ναγ­κά­ζον­τάς τον νὰ πα­ραι­τη­θεῖ ἀ­πὸ κά­θε ἐλ­πί­δα ἔ­στω καὶ μιᾶς με­ρι­κῆς ἀ­νά­τα­ξης.

        Βρά­δυα­ζε 25η Μαρ­τί­ου καὶ κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν κλει­σού­ρα, δή­λω­σε στὴ συμ­βί­α ὅτι θὰ ἔ­βγαι­νε γιὰ ἕ­ναν πε­ρί­πα­το.

«Νὰ συμ­πλη­ρώ­σεις βε­βαί­ω­ση», τοῦ ἐ­πέ­στη­σε τὴν προ­σο­χὴ ἐ­κεί­νη καὶ βάλ­θη­κε μὲ πα­νὶ καὶ ντε­τὸλ νὰ ἀ­πο­λυ­μαί­νει ὅ­σες ἐ­πι­φά­νει­ες μπο­ροῦ­σε νὰ φτά­σει τὸ χέ­ρι της.

        Βγῆ­κε στὴν πα­γω­νιὰ καὶ κι­νή­θη­κε ἄ­κε­φα πρὸς τὴν πα­λιά του γει­το­νιά, ὅ­που ἔ­στε­κε τὸ σκέ­λε­θρο τῆς πα­τρι­κῆς ἑ­στί­ας.

        Ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς χα­ψω­μέ­νος στὰ ρη­μα­δό­σπι­τα ρευ­ό­ταν μπα­κα­λιά­ρο καὶ χου­ζού­ρια­ζε μπρὸς στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ψυ­χὴ ζῶ­σα στοὺς δρό­μους. Μό­νο γά­τες κι αὐ­τὲς μα­ραγ­κι­α­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν τό­ση ἐ­ρη­μί­α, γύ­ρευ­αν στὰ σκου­πί­δια τρο­φή.

         Ἡ σι­ω­πὴ ἦ­ταν τό­σο πυ­κνὴ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν κό­ψεις, μὲ τὸ κου­ζι­νο­μά­χαι­ρο.

         Ἔ­κλει­σε τ΄αὐ­τιά, νὰ μὴν γρι­κά­ει τὸν ἦ­χο τῆς σι­ω­πῆς.

         Μὲ τὰ πολ­λὰ ἀ­πέ­ρα­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­τρι­κό. Πρὸς με­γά­λη του ἔκ­πλη­ξη εἶ­δε φῶ­τα. Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε.

         «Μπᾶς κι ἔ­χουν τὸ σπί­τι ξε­νι­κοί», λο­γί­στη­κε καὶ ἔ­σπρω­ξε θυ­μω­μέ­νος τὴν ἐ­ξώ­θυ­ρα.

         Χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα καὶ στά­θη­κε στὸ κα­τώ­φλι, ἀ­φουγ­κρα­ζό­με­νος τοὺς ἐ­σω­τε­ρι­κοὺς θο­ρύ­βους ποὺ κα­τέ­κλυ­ζαν ἀ­νυ­πό­φο­ροι τοὺς ἀ­κου­στι­κούς του πό­ρους.

          Ἄ­νοι­ξε ὁ πα­τέ­ρας.

         «Πα­τέ­ρα» τραύ­λι­σε στὸν πε­θα­μέ­νο γι­ο­μά­τος τρό­μο, μὰ κά­τι μέ­σα του δυ­να­τό, τὸν ὤ­θη­σε νὰ κα­τα­λα­γιά­σει τὴν φρι­κί­α­ση καὶ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὸ γε­γο­νός, ὡς κά­τι τὸ ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­ο­λο­γι­κό.

         Ὁ πα­τέ­ρας πα­ρα­μέ­ρι­σε, ἀ­φή­νον­τάς τον νὰ πε­ρά­σει.

       Ἡ μά­να ἔ­πλε­κε στὴ κα­ρέ­κλα της ὅ­πως τό­τε ποὺ ἦ­ταν στὸν κό­σμο. Μό­λις τὸν ἔ­νοι­ω­σε, ἀ­πα­ρά­τη­σε τὸ ἐρ­γό­χει­ρο, τὸν ἔ­κο­ψε, καὶ ρώ­τη­σε ὅ­λο ἔ­γνοι­α:

         «Τί ἔ­χεις Γρη­γο­ρά­κη; Χλω­μι­σμέ­νος δεί­χνεις! Συμ­βαί­νει κά­τι;»

         «Ρὲ μά­να», γκρί­νια­ξε τό­τε ἐ­κεῖ­νος. «Χα­μὸς γί­νε­ται ὄ­ξω. Δὲν ἔ­χε­τε ἐ­δῶ μέ­σα πά­ρει χαμ­πά­ρι τί­πο­τα;»

         «Τὰ ἴ­δια μᾶς ἔ­σου­ρε καὶ ὁ Νι­κή­τας ἐ­χτὲς τ΄ἀ­πο­με­σή­με­ρο ποὺ ἐ­φά­νη­κε, ἀλ­λὰ δὲν νοι­ώ­σα­με τί πά­λευ­ε νὰ μᾶς εἰ­πεῖ;»

         «Ποιός Νι­κή­τας ρὲ μά­να;» τόλ­μη­σε νὰ ἀν­τι­μι­λή­σει.

          Ἀ­πο­κρί­θη­κε τό­τε αὐ­τὴ ἐ­κνευ­ρι­σμέ­να:

         «Ἅ­μα δὲν θὲς παρ­τί­δες μὲ τ΄ἀ­δέρ­φι σου, χα­λά­λι. Ἀ­πα­ρά­τη­σέ τον κι αὐ­τόν. Μπο­ρεῖς τὸ λοι­πὸν ἐ­σὺ ποὺ κα­τέ­χεις τὸ πράγ­μα κα­λύ­τε­ρα, νὰ μᾶς δώ­κεις νὰ κα­τα­λά­βου­με τί συμ­βαί­νει;»

          Ὁ πα­τέ­ρας πλη­σιά­σε καὶ κου­νών­τας ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κὰ το κε­φά­λι στὰ λό­για τῆς κυ­ρᾶς του, κρε­μά­στη­κε ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του καρ­τε­ρών­τας ἐ­ξη­γή­σεις.

* * *

Ὁ πα­ρα­λο­ϊ­σμέ­νος γιὸς βρέ­θη­κε ἄ­ξαφ­να στὸ σπί­τι του.

        Δι­η­γή­θη­κε στὴ γυ­ναί­κα τὰ κα­θέ­κα­στα.

        «Ἂχ ἄν­τρα μου», εἶ­πε ἐ­κεί­νη:

       «Στοὺς χα­λε­πο­και­ρούς, πάν­τα ἐ­πι­στρέ­φου­με στὰ παι­δι­κά­τα μας. Ἡ φαν­τα­σιά σου εἶ­ναι ποὺ σὲ παι­χνι­διά­ζει», καὶ σι­μώ­νον­τας ἔ­βα­λε τὸ χε­ρά­κι της ποὺ ἀ­κό­μα μύ­ρι­ζε ἀ­πο­λυ­μαν­τι­κό, ἀ­πά­νω στὸ μέ­τω­πό του.

        «Καῖς κα­κο­μοί­ρη. Μπᾶς κόλ­λη­σες τὸν ἰ­ό; Ξά­πλω­σε γρή­γο­ρα καὶ σοῦ φέρ­νω ἀν­τι­πυ­ρε­τι­κό. Χά­ζε­ψε λί­γο ται­νί­α στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀ­πό­ψε ἔ­χει “Πα­πα­φλέσ­σα”… Ἄ! μὴν λη­σμο­νή­σω! Ἀ­να­κοί­νω­σαν στὶς εἰ­δή­σεις ὅ­τι ὅ­λα θά ‘χουν τε­λει­ώ­σει μέ­χρι νὰ ἔ­βγει ὁ Μά­ης!»

        Τὸν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος μπρο­στὰ στὴν αὐ­γά­ζου­ζα ὀ­θό­νη, μὲ τὸ νοῦ στὰ λό­για τῆς μά­νας.

        Ποι­όν ἀ­δελ­φὸ Νι­κή­τα ὑ­πο­νο­οῦ­σε ἄ­ρα­γε ἡ γριά; Αὐ­τός ἀπ΄ὅ­σο κά­τε­χε, ἦ­ταν μο­να­χο­παί­δι.

* * *

Ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὰ σκουν­τή­μα­τα τοῦ πα­πᾶ-Φώ­τη.

        «Σή­κω κα­πε­τά­νιο! Ἔ­γει­ρες καὶ εἶ­πα νὰ σ΄ἀ­φή­σω νὰ τὸν πά­ρεις κομ­μά­τι, πού ΄σαι ἄ­γρυ­πνος τό­σες ἡ­μέ­ρες. Πε­ρι­μέ­νει ἔ­ξω καὶ ὁ Τι­σα­με­νὸς γιὰ τὴ γρα­φή.»

       «Πα­ρά­ξε­να ὀ­νεί­ρα­τα εἶ­δα γέ­ρον­τα! Ταγ­κα­λά­κια ἀπ΄τὰ μελ­λού­με­να…. Τί νὰ σοῦ λέ­γω! Ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα! Ἀλ­λὰ νό­η­μα δὲν βγαί­νει!.. Κα­λύ­τε­ρον νὰ τ΄ἀ­φή­κω πί­σω, ὅτι πε­ρι­μέ­νει ὁ Μπρα­γί­μης νὰ μᾶς κα­τα­πι­εῖ ὁ­λά­κε­ρους!

        »Πὲ τοῦ Μι­χά­λη νὰ ὁ­ρί­σει…»

        Ὁ γραμ­μα­τι­κὸς μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζι­κα στὴ τέν­τα καὶ φα­νέ­ρω­σε τὰ τσιμ­πρά­κα­λα τῆς γρα­φῆς.

        «Γρά­φε Τι­σα­με­νὲ καὶ τα­χιὰ στ΄ ἀ­δέλ­φι μου τὸν Νι­κή­τα μὲ τα­τά­ρη.»

Νι­κή­τα,

       Ἔ­λα­βα τὴν ἐ­πι­στο­λήν σου καὶ εἰς ἀ­πάν­τη­σίν σου λέ­γω ὅ­τι δὲν εἶ­μαι σὰν καί σὲ καὶ σὰν τὸν κουμ­πά­ρο σου τὸν Κε­φά­λα, ὅ­που τρέ­χε­τε ἀ­πὸ ρά­χη σὲ ρά­χη στοὺς Ἁ­η­λιά­δες.

        Ἐ­γὼ ἅ­παξ ὠρ­κί­σθην νὰ χύ­σω τὸ αἷ­μα μου εἰς τὴν ἀ­νάγ­κην τῆς πα­τρί­δoς, καὶ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα. Εὔ­χο­μαι δὲ εἰς τὸν Θε­ὸν πρώ­τη μπά­λα τοῦ Ἰμ­βρα­ὴμ νὰ μὲ πά­ρει εἰς τὸ κε­φά­λι, δι­ό­τι σᾶς γρά­φω νὰ τα­χύ­νε­τε τὸν ἐρ­χο­μόν σας καὶ σεῖς μοῦ γρά­φε­τε κo­υ­ρo­υ­φέ­ξα­λα.

        Νι­κή­τα, πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­στο­λή μου εἶ­ναι αὕ­τη. Βά­στα την νὰ τὴν δι­α­βά­ζεις κα­μί­α φο­ρᾶ νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι καὶ νὰ κλαῖς.

        Πα­πα­φλέσ­σας

Ρο­δο­χρω­μα­τι­σμέ­νη ἀ­νοι­γό­ταν ἡ πύ­λη τοῦ πρω­ϊ­οῦ, ἀ­πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μα­νιά­κι. Κι ὁ Μά­ης εἶ­χε εἴ­κο­σι.

        Ὁ Δε­σπό­της βγῆ­κε στὸ ξά­γναν­το καὶ τη­ροῦ­σε γιὰ ὥ­ρα, τὶς ἀ­μέ­τρη­τες φω­τι­ὲς τῶν στρα­βα­ρα­πά­δων ποὺ ἀ­γά­λι-ἀ­γά­λι ξε­θώ­ρια­ζαν κά­του στὸν κάμ­πο.

        «Μέ­χρι νὰ ἔ­βγει ὁ Μά­ης» μο­νο­λό­γη­σε με­λαγ­χο­λι­κά, «μέ­χρι νὰ ἔ­βγει ὁ Μά­ης, θά ΄χουν τε­λει­ώ­σει ὅ­λα…»



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.