Νίκος Γαβριὴλ Πεντζίκης: Συνοδὸς σκιά


Νίκος Γαβριὴλ Πεν­τζί­κης


Συ­νο­δὸς σκιά


ΕΡΠΑΤΩ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ τῆς πα­λιᾶς πό­λης. Προ­σπα­θῶ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὴ ρέ­ου­σα στιγ­μή, συν­δέ­ον­τάς την μὲ τὸ πα­ρελ­θόν. Νὰ ὁ­λο­κλη­ρωάσω ἕ­ναν κύ­κλο μέ­σα στὸ χά­ος τῶν αἰ­σθή­σε­ων. Προ­σπα­θῶ νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σω τὰ βή­μα­τα τῆς ἐ­παύ­ριον, ποὺ μὲ τρο­μά­ζει. Μὲ πα­ρα­κι­νεῖ ἡ θύ­μη­ση κά­ποι­ας πε­ρα­σμέ­νης στιγ­μῆς. Στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ὁ δρό­μος στρί­βει, περ­νών­τας πιὸ ψη­λά, σχη­μα­τί­ζον­τας εἶ­δος ἐ­ξώ­στη, μὲ θέ­α πα­νο­ρα­μα­τι­κή, πά­νω ἀ­πὸ τὶς στέ­γες τῶν σπι­τι­ῶν, ποὺ κα­τε­βαί­νουν μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα. Νύ­χτα μὲ ἀ­ναμ­μέ­να τὰ φῶ­τα, κα­θι­σμέ­νος σ’ ἕ­να κα­φε­νεῖ­ο, εἶ­χα με­θύ­σει. Μα­ζί μου τὸ πρό­σω­πο ἑνός νε­κροῦ. Πά­νω στὸ φθαρ­μέ­νο, βρώ­μι­κο τρα­πέ­ζι ἄ­δεια ἡ μπου­κά­λα. Τὸ πρά­σι­νο γυα­λὶ καὶ τὸ κόκ­κι­νο πε­ρι­ε­χό­με­νο. Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὸν χάρ­τι­νο κόκ­κι­νο δι­ά­κο­σμο, ἀ­να­παύ­τη­καν τὰ μά­τια μου στὸ γα­λά­ζιο πα­ρά­θυ­ρο τῆς ὄ­μορ­φης. Ἀ­χτέ­νι­στα τὰ σγου­ρὰ χα­ρι­τω­μέ­να μαλ­λιά της, ἴ­δια μὲ σι­δε­ρέ­νια στό­ρια μα­γα­ζι­ῶν, τὴν δι­α­σώ­ζουν ἀπ’ τοὺς πό­θους τοῦ λη­στῆ τῆς νύ­χτας. Τρο­μά­ζον­τας τὶς ἡ­μέ­ρες τοῦ μέλ­λον­τος, προ­φη­τεύ­ω, ἀκο­λου­θών­τας τὸν το­ρὸ τῶν πε­ρα­σμέ­νων. Κλαί­ω ὅ­σους πέ­θα­ναν. Ἀγωνίζομαι ν’ ἀ­πο­κα­τα­στή­σω τὴν ἑ­νότη­τα τῶν σπα­σμέ­νων κομ­μα­τι­ῶν σὲ κά­θε στρο­φή. Εἶ­χα πε­ρά­σει ἄλ­λο­τε ἀπ’ αὐτο­ῦ μα­ζὶ μὲ πρό­σω­πα ποὺ ἔ­πα­ψαν νὰ ὑ­πάρ­χουν ἐν ζω­ῇ. Τὸ καλ­ντε­ρί­μι πα­ρέ­μει­νε τὸ ἴ­διο. Ἴδια καὶ ἡ βρύ­ση, τὸ σπί­τι. Ταυ­τό­χρο­να κά­τι ἄλ­λο ποὺ δὲν ἦ­ταν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ πα­λιοῦ, ἀλ­λὰ και­νού­ρια ὄ­ψη κολ­λη­μέ­νη στὸν πα­λιὸ δρό­μο. Προ­σθή­κη βη­μά­των. Μὲ χα­ρο­ποι­εῖ ἡ ἀν­τί­λη­ψη τῆς νέ­ας ζω­ῆς πά­νω στὰ κα­τά­λοι­πα τῶν πα­λι­ῶν. Χο­ρεύ­ουν νέ­α πα­λι­κά­ρια. Σαβ­βα­τι­ά­τι­κο ξα­λά­φρω­μα στὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὴ λα­τέρ­να καὶ τὰ κρου­στὰ παι­χνί­δια. Χέ­ρια καὶ πό­δια σὲ κί­νη­ση. Κορ­μιὰ κα­μα­ρω­τὰ λυ­γο­ῦν ἀρ­γά. Ὁ Ραμ­πό­τας, ὁ λε­βέν­της τρα­γου­δι­στὴς, ποὺ τα­νών­τας τ’ αὐ­τὶ οἱ γυ­ναῖ­κες πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τὸ σκο­πό του, πά­νω σε μιά φούρ­λα τοῦ χο­ροῦ τσά­κι­σε τὰ δά­χτυ­λα στὸ ἕ­να του πό­δι. Βά­λε ρα­κὶ καὶ πι­ές. Μὴ δί­νεις προ­σο­χὴ σ’ ὅ­σα λέ­γον­ται. Σή­κω μὲ ὁρ­μὴ ἀ­πά­νω νὰ κα­τα­πι­εῖς τὸν δι­α­βα­τά­ρη χρό­νο. Ἡ κου­ρα­σμέ­νη γριὰ στὴ φου­βοὺ με­ρα­κλα­δί­ζει με­ζέ­δες γιὰ τὰ νιά­τα. Βγὲς στὴν πόρ­τα νὰ ὑ­πο­δε­χτεῖς τὴ Δδὰ Στιγ­μὴ τοῦ Γέ­ρου Χρό­νου, ποὺ ξε­κα­βα­λι­κεύ­ει καὶ γλεν­τᾶ. Με­τὰ ἕ­πε­ται ἡ μαύ­ρη ἀ­πο­χαύ­νω­ση καὶ ὁ λο­γα­ρια­σμός. Τὸ φι­λο­δώ­ρη­μα τοῦ χλω­μοῦ μου­ζι­κάν­τη μὲ τὸ κλεμ­μέ­νο ἀπὸ κά­ποι­ο ἀστέρι τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου λε­πτὸ μου­στά­κι. Χά­νον­ται μέ­σ’ ἀ­πό τὰ χέ­ρια μας οἱ ἄν­θρω­ποι περ­νών­τας ἀν­τί­κρυ. Συν­τρο­φιὰ μὲ εἰ­κό­νες τῆς μνή­μης ἄ­χρω­μες, ξε­κι­νῶ νὰ βρῶ τοὺς ἄλ­λους, ν’ ἀ­κε­ραι­ω­θῶ σμί­γον­τας μα­ζί τους. Δι­ερ­μη­νεύ­ω τὶς γε­ω­με­τρι­κὲς ἀ­ξι­ές τῶν οἰ­κο­δο­μῶν. Τὸ ὕ­ψος, τὸ πλά­τος. Ἡ κα­τά­λη­ξη τοῦ κά­θε σχή­μα­τος, μυ­στι­κὲς ὑ­πο­θῆ­κες τοῦ μα­τιοῦ. Μαῦ­ρο σκο­τά­δι κα­λύ­πτει μὲ ἄ­γνοι­α τοὺς ὄγ­κους τῶν κα­τοι­κι­ῶν. Βου­βαί­νον­ται τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ὁ ἦ­χος τῶν βη­μά­των σχη­μα­το­ποι­εῖ τὴν ξε­νι­τιά. Πί­σω ἀ­π’ τὶς κλει­στὲς πόρ­τες πα­ρα­φυ­λά­γουν φαν­τά­σμα­τα. Περ­νά­ω δί­πλα στὴ «Λα­ο­δη­γή­τρια». Κά­νω τὸ σταυ­ρό μου καὶ πά­ω νὰ προ­σκυ­νή­σω τὴ θαυ­μα­τουρ­γὴ Ἅ­για Εἰ­κό­να. Αἰ­ῶ­νες πα­ρέ­μει­νε θαμ­μέ­νη στὴ γῆ. Ἕ­να παι­δὶ τὴν ἀπο­κά­λυ­ψε. Ἔπαιζε στὴν ἀλάνα τῶν ἐ­ρει­πί­ων ἀ­πό τὸ πρω­ί. Ἡ μά­να του, ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ ξαφ­νι­κά το’ ‘χά­σε ἀ­π’ τὰ μά­τια της, ἄρ­χι­σε νὰ τὸ ἀνα­ζη­τᾶ παν­τοῦ. Τὸ παι­δί, τρέ­χον­τας νὰ ψη­λώ­σει ἕ­ναν χαρ­τα­ε­τό, εἶ­χε πέ­σει σ’ ἕ­να βα­θὺ λα­γού­μι. Σι­μώ­νον­τας ἐ­πὶ τό­που, ἡ μά­να ἀ­κού­ει ζων­τα­νὴ τὴ λα­λιὰ τοῦ παι­διοῦ. «Μὴ νοι­ά­ζε­σαι γλυ­κιὰ μα­νού­λα. Εἶ­μαι πο­λὺ κα­λά. Μιὰ με­γά­λη Κυ­ρά, κι’ ἀ­πὸ σέ­να ἀ­κό­μη ὀ­μορ­φό­τε­ρη, μὲ κρα­τεῖ ἀγ­κα­λιά!» Ἀναζητώντας τὸ παι­δί, βρῆ­καν τὴ θαυ­μα­τουρ­γὴ εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας στὸ βα­θὺ σκάμ­μα τῆς γῆς. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, το­πο­θε­τών­τας στὴν Ἔκ­κλη­σια τὴν ἱ­ε­ρὴ μνη­μι­κὴ ἀ­πει­κό­νι­ση, θυ­μή­θη­κε ὅ­τι τὴν πρώ­τη τοῦ Σε­πτέμ­βρη, ἀρ­χὴ τῆς Ἰν­δί­κτου καὶ τοῦ δω­δε­κά­μη­νου κύ­κλου τοῦ Χρι­στι­α­νι­κοῦ ἔ­τους, τι­μᾶ­ται ἡ μνή­μη πα­ρό­μοι­ας φα­νέ­ρω­σης, ἀ­πὸ τὸν βυ­θὸ τῆς λί­μνης Ζα­γου­ροῦς, εἰ­κό­νας πάν­τι­μης τῆς Παρ­θέ­νου. Λι­γο­στὲς ψι­χά­λες βρο­χῆς ἔ­κα­μαν τὶς στέ­γες νὰ λαμ­πυ­ρί­ζουν, ἀν­τα­να­κλών­τας τὸ λευ­τε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα φεγ­γά­ρι. Συ­νέ­χι­σα τὸ δρό­μο πρὸς τὸ πα­τρι­κό τῆς μη­τέ­ρας μου. Ἀνοιχτὴ ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα, ἄ­φη­νε νά ’ρ­χε­ται στὶς αἰ­σθή­σεις ἕ­να ἄ­ρω­μα λε­μο­νιᾶς, ποὺ γι­νό­ταν χρῶ­μα. Ὁ δι­ά­δρο­μος στρω­μέ­νος μὲ μαλ­τό­πε­τρες ἕ­ως τὴν ξύ­λι­νη σκά­λα. Λευ­κο­φο­ρε­μέ­νη παι­δί­σκη ἡ μά­να μου, κα­τέρ­χον­ταν τὴν κλί­μακα, σπεύ­δον­τας στὸ σχο­λει­ὸ νὰ μά­θει γράμ­μα­τα. Στη­ρί­ζο­μαι στὸν πα­λιὸ τοῖ­χο τοῦ Παρ­θε­να­γω­γεί­ου καὶ τὴν ἀ­κού­ω νὰ ἐ­πα­ναλαμ­βά­νει τὴν πρω­ι­νὴ προ­σευ­χή. Ἕνα πα­ρά­θυ­ρο ἀ­νοί­γει κα­τά­φω­το. Δυ­ὸ παι­διά. Ἕν’ ἀ­γό­ρι κι’ ἕ­να κο­ρί­τσι, ἀδέλ­φια, μα­λώ­νουν. Τὸ φῶς, ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε τὸ πρό­σω­πο τῆς κό­ρης, μοῦ ἐ­πέτρε­ψε νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σω, ζών­τας, τὸν πε­­θα­μέ­νο ἴ­σκιο ποὺ μὲ συ­νό­δευ­ε.


1936



Πη­γή: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καὶ δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. ΑΣΕ. Α.Ε., 1977).

Νί­κος Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κης (1908-1993). Πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ αυ­το­δί­δα­κτος ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ καὶ Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Γαλ­λί­α (πτυ­χί­ο Ὀ­πτι­κῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας), καὶ στὴ συ­νε­χεί­α σπού­δα­σε Βο­τα­νο­λο­γί­α καὶ Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ὑ­πῆρ­ξε βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της καὶ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κο­χλί­ας. Ἀ­νή­κει στὴν ὁ­μά­δα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ εἶ­ναι γνω­στοὶ ὡς «Σχο­λὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης».  Βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Ρalmes Αcademi­ques (1951), τὸ Α’ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (1984), τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ (1987), κ.ἄ. Τὰ ἔρ­γα του κι­νοῦν­ται με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Παν­τρεύ­ει τὴν πα­ρά­δο­ση (ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νὴ καὶ δη­μο­τι­κὴ) μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Πιστὸς στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, δι­α­βά­ζει πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ συ­να­ξά­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ε­ται. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του “παι­ζω-γρά­φο”. Τὸ 1988 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: