Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Θεραπεῖες



Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Θε­ρα­πεῖ­ες


ΟΝ ΚΑΙΡΟ τῆς ἀρρώστιας τῆς μη­τέ­ρας, ὅ­πως τό­σοι καὶ τό­σοι ἄν­θρω­ποι, ἐ­πι­σκε­πτό­μα­σταν σὲ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Ἅ­γιοι Ἀ­νάρ­γυ­ροι γιὰ τὶς ἀ­ναγ­καῖ­ες χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες. Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α ξε­κι­νοῦ­σε νω­ρὶς τὸ πρω­ῒ μὲ τὶς ἐ­ξε­τά­σεις αἵ­μα­τος, καὶ τε­λεί­ω­νε ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι. Οἱ ἡ­μέ­ρες καὶ οἱ ἡ­με­ρο­μη­νί­ες ἦ­ταν αὐ­στη­ρὰ κα­θο­ρι­σμέ­νες καὶ ἄλ­λα­ζαν μό­νο ἂν ὑ­πῆρ­χαν ἀ­νυ­πέρ­βλη­τα ἐμ­πό­δια. Ἔ­τσι λί­γο-πο­λὺ στοὺς δι­α­δρό­μους στοι­βα­ζό­μα­σταν λό­γω καὶ ἔλ­λει­ψης χώ­ρου —στὸ πα­λιὸ τό­τε ἀ­κό­μα νο­σο­κο­μεῖ­ο—οἱ ἴ­δι­ες πά­νω-κά­τω φυ­σι­ο­γνω­μί­ες ἀ­σθε­νῶν καὶ συ­νο­δῶν. Καὶ λέ­ω λί­γο-πο­λὺ για­τί κά­ποι­οι ἐν τῷ με­τα­ξὺ τε­λεί­ω­ναν τὸν κύ­κλο τῆς θε­ρα­πεί­ας τους καὶ δὲν ξα­να­έρ­χον­ταν γιὰ με­γά­λο δι­ά­στη­μα, ἄλ­λοι πά­λι τε­λεί­ω­ναν τὸν κύ­κλο τῆς ζω­ῆς τους καὶ μα­θαί­να­με τὰ ἄ­σχη­μα νέ­α ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους συ­νο­δοι­πό­ρους στὸν Γολ­γο­θᾶ τῆς ἐ­πά­ρα­της νό­σου.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι κα­τὰ τὶς δώ­δε­κα, κα­θὼς πε­ρί­με­να στὸ δι­ά­δρο­μο ὄρ­θιος ­—στὶς λί­γες θέ­σεις κά­θον­ταν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι καὶ ἀ­σθε­νεῖς— ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­χε ἀρ­χί­σει τὴ θε­ρα­πεί­α, ξα­πλω­μέ­νη σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα ὀ­δον­τιά­τρου, ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας με­λα­ψὸς με­σή­λι­κας, πι­θα­νό­τα­τα τσιγ­γά­νος. Χαι­ρέ­τη­σε καὶ κά­θι­σε σὲ μιὰ ἄ­δεια θέ­ση στὸν κα­να­πέ. Εἶ­χε ἔρ­θει μό­νος του, χω­ρὶς συ­νο­δό. Ἐ­γὼ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ἔ­βλε­πα. Οἱ ἄλ­λοι ὅ­μως φά­νη­κε πὼς τὸν γνώ­ρι­ζαν. Ἔ­δω­σε αἷ­μα καὶ πε­ρί­με­νε τὴ σει­ρά του. Ὅ­ση ὥ­ρα κα­θό­ταν ἔ­βη­χε μὲ ἕ­ναν βα­θὺ ὕ­που­λο βή­χα ποὺ τὸν συν­τά­ρα­ζε ὁ­λό­κλη­ρο. Ὁ για­τρός του ὡ­στό­σο ἀρ­γοῦ­σε νὰ ἔρ­θει, καὶ ὁ ἄν­θρω­πος κά­ποι­α στιγ­μὴ ση­κώ­θη­κε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω. Στά­θη­κε στὸν ἤ­σκιο, στὴν εἴ­σο­δο τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, ἄ­να­ψε ἕ­να τσι­γά­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸ ρου­φᾶ λαί­μαρ­γα, βή­χον­τας ταυ­τό­χρο­να. Τὶς κι­νή­σεις του τὶς ἀν­τι­λή­φθη­καν οἱ πα­ρα­κα­θή­με­νοι καί, ὅ­ταν μπῆ­κε μέ­σα, κά­ποι­οι τοῦ ρί­χτη­καν – ἦ­ταν πρό­σφα­τες καὶ οἱ αὐ­στη­ρὲς δι­α­τά­ξεις τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς ἕ­νω­σης, ποὺ εἶ­χαν ὀ­ξύ­νει στὸ ἔ­πα­κρο τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α τῶν ἀν­τι­κα­πνι­στῶν.

       — Κα­λὰ ἐ­σὺ δὲ βά­ζεις μυα­λό. Δὲν δι­ορ­θώ­νε­σαι μὲ τί­πο­τα; Οὔ­τε ἡ ἀρ­ρώ­στια σὲ συ­νε­τί­ζει;

       Ἐ­κεῖ­νος προ­σπά­θη­σε νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λὰ ἡ φω­νή του κο­βό­ταν ἀ­πὸ βή­χα καὶ τε­λι­κὰ ἀ­κού­στη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ λό­γος, ἕ­να μούγ­κρι­σμα δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας.

       Με­τὰ μπῆ­καν κι ἄλ­λοι στὴ συ­ζή­τη­ση καὶ ἔ­βγα­λαν ὅ­λο τὸν πό­νο γιὰ τοὺς δι­κούς τους ἀρ­ρώ­στους πά­νω του, μὲ χτυ­πή­μα­τα δια­ρκῶς κά­τω ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη. Τὸν ρώ­τη­σαν ἂν ἔ­χει παι­διὰ καί, ὅ­ταν ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κά, τὸν κα­τη­γό­ρη­σαν ὅ­τι δὲν τὰ σκέ­φτε­ται καὶ τοῦ εἶ­παν καὶ ἄλ­λα λό­για ποὺ πλη­γώ­νουν ἕ­ναν ἄν­θρω­πο μὲ τε­ρά­στια ὑ­πο­μο­νή, ἀ­κό­μα καὶ ἂν εἶ­ναι ὑ­γι­ής.

       Ἐ­κεῖ­νος πε­ρι­έ­φε­ρε τὰ κα­φὲ σκοῦ­ρα μά­τια του γύ­ρω-γύ­ρω γε­μά­τα πό­νο, μουγ­κρί­ζον­τας καὶ βή­χον­τας, ψά­χνον­τας νὰ βρεῖ ὑ­πο­στή­ρι­ξη. Μά­ται­α ἐ­γὼ προ­σπά­θη­σα νὰ πῶ πὼς πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο σὲ αὐ­τὴ τὴν πό­λη βλα­πτι­κὸ εἶ­ναι τὸ καυ­σα­έ­ριο ποὺ εἰ­σπνέ­ου­με, τὰ αἰ­ω­ρού­με­να σω­μα­τί­δια. Ἐ­κεῖ­νος συγ­κα­τά­νευ­σε ἀλ­λὰ οἱ ἄλ­λοι δὲν ἡ­σύ­χα­ζαν καὶ τοῦ ἐ­πι­τί­θον­ταν συ­νέ­χεια.

       Τό­τε ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ ἔ­δω­σε τέ­λος στὴ συ­ζή­τη­ση μὲ μιὰ σπα­ρα­κτι­κὴ ἀ­πο­στρο­φή. «Ἀ­φοῦ θὰ πε­θά­νω, ρὲ γα­μῶ­το, ἀ­φοῦ θὰ πε­θά­νω.» Καὶ δι­α­σχί­ζον­τας σκυ­φτός το δι­ά­δρο­μο ἄ­να­ψε ἄλ­λο ἕ­να τσι­γά­ρο, μό­λις βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο.

       Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα κι ἐ­γώ, ἀλ­λὰ βγαί­νον­τας κα­τευ­θύν­θη­κα στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου καὶ ἀ­φοῦ κά­θι­σα σὲ μιὰ βρό­μι­κη σκά­λα, ἔ­χω­σα τὸ κε­φά­λι μου ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια καὶ ἄρ­χι­σα νὰ κλαί­ω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­τη­ς (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­τω­ν Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρα­ς (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009), Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶ­ν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014) καὶ Κα­τὰ μῆ­κος τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ὁ­δοῦ (Εὔ­μα­ρος 2019).


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: