Χρῖστος Δάλκος: Τό κοτσάρι



Χρῖστος Δάλκος


Τό κοτσάρι


«ΣΦΙΞΟΥ, κυρά μου», εἶπε ἡ νοσοκόμα.

       «Γιά προσέξτε πῶς μοῦ μιλᾶτε», εἶπε ἡ κυρία. «Ἐγὼ δὲ σᾶς πρόσβαλα, ἔτσι;»

       «Τί, ἐπειδὴ σᾶς εἶπα “κυρά μου”; Ὡραῖα, τὸ παίρνω πίσω, σφιχτῆτε κυρία μου!»

       «Κάτι εἶναι κι αὐτό, ἀρχίσαμε νὰ συνεννοούμαστε…»

       «Ναί, ἀλλὰ δὲ βλέπω νὰ σφίγγεστε», ἐπέμεινε ἡ νοσοκόμα.

       «Ἔ, πόσο πιὰ νὰ σφιχτῶ, θὰ χαλάσῃ καὶ ἡ φόρμα μου…»

       «Μ᾿ ὅλο τὸ θάρρος, εἶναι σφίξιμο αὐτό; Ἐδῶ, ἡ διπλανή σας, μ᾿ ἕνα σφίξιμο ἔβγαλε τρίδυμα, κι ἐσεῖς μᾶς παιδεύετε τόσες μέρες, πότε ὁ Γιάννης δέ μπορεῖ, πότε…»

       «Ἄ, δὲν ὑποφέρεστε, δὲν ἤθελα νὰ ἀπευθυνθῶ στὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς κλινικῆς, ἀλλὰ μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς ἀναφέρω! Δὲν εἶναι κατάσταση αὐτὴ πλέον!»

       «Εἶναι ἡ τρίτη φορὰ κυρία μου ποὺ μοῦ κάνετε καταγγελία, καὶ ἐντάξει, καταγγεῖλτε με, ἀλλὰ σφιχτῆτε πα­ραλ­λή­λως σᾶς παρακαλῶ, ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ γεννήσετε καὶ κάποτε…»

       «Ἔστω, θὰ καταβάλω μιὰ τελευταία προσπάθεια πα­ραλ­λή­λως, ἀπαιτῶ ὅμως νὰ μεταβιβάσετε στοὺς ὑπευθύνους τὰ ἐντονώτατά μου παράπονα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τα­λαι­πω­ροῦ­μαι ἐπὶ τρεῖς συναπτὲς ἡμέρες, καὶ νὰ σκοντάφτω πάνω στὴν πιὸ ἀπίστευτη ἀναλγησία!»

       «Ἄ, σὰν κάτι νὰ γίνεται…», ἀναθάρρησε ἡ νοσοκόμα, «γιὰ σφιχτῆτε λίγο παραπάνω… λίγο ἀκόμα… κι ἄλλο λίγο… μὰ αὐτὸ εἶναι ἀπίστευτο… κυρία μου, κάνατε ἕνα τεράστιο κοτσάρι!*…»


* Ξερὸ χοντρὸ ἀνθρώπινο περίττωμα. Στὰ Τρόπαια Ἀρκαδίας, καὶ σὲ ἄλλα γειτονικὰ ἰδιώματα τῆς Γορτυνίας.

[Σ.τ.Ε.: Ἡ πα­ρού­σα δη­μο­σίευ­ση ἀ­φιε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δό­τη στὴ μνή­­μη τοῦ Πρί­­μο Λέ­βι (1919-1987) καὶ τοῦ συγκλο­νι­στι­κοῦ ἔρ­γου του Ἂν αὐτὸ εἶ­ναι ἄν­θρω­πος.]


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῖ­στος Δάλ­κο­ς (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲ­ς ἱ­στο­ρί­ε­ς (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­α­ς (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007), Γλωσ­σι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λά­θη μας; (Πα­ρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖo του βι­βλίo τὸ ποι­η­τι­κὸ Τὰ Δί­λο­γα (Με­λά­νι, 2020). καὶ τὸ δο­κί­μιο.

Εἰκόνα: James Ensor (1860-1949), A­lime­na­tion Doc­tri­nai­re [Δογ­μα­τι­κὴ Δι­α­τρο­φή], 1889. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸν πίνακα στὸ James Ensor. An online museum.


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἔ­ρω­τας καὶ Ἐ­πα­νά­στα­ση



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἔ­ρω­τας καὶ Ἐ­πα­νά­στα­ση

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη]


ΝΩΙ Ο ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ μὲ τὰ ἡ­ρω­ϊ­κὰ στρα­τέ­μα­τά του πο­λε­μοῦ­σε στὸν Πει­ραι­ᾶ (Μάρτ. τοῦ 1827) ἔ­μα­θε πὼς ἡ Συ­νέ­λευ­ση στὴν Τροι­ζῆ­να ἔρ­ρι­ξε τὴν Κυ­βέρ­νη­ση (Δι­οι­κη­τι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ) μὲ τὸν ἔ­ξο­χον Ἀν­τρέ­α Ζα­ΐ­μη κε­φα­λή της, καὶ σύ­στη­σε βι­α­στι­κὰ ἄλ­λη ἀ­πὸ τρί­α μο­νά­χα μέ­λη, Νη­σι­ώ­τη, Μω­ρα­ΐ­τη καὶ Ρου­με­λι­ώ­τη, μέ­λη ὄ­χι ση­μαν­τι­κά, ἀ­πὸ φτό­νο στὸ Ζα­ΐ­μη, γιὰ νὰ δε­χτῇ τὸν Κυ­βερ­νή­τη, ποὺ θἀρ­χό­ταν, ὄ­χι κυ­βέρ­νη­ση ἰ­σχυ­ρὴ καὶ σο­βα­ρή, μὰ κυ­βέρ­νη­ση ὑ­πη­ρε­σια­κή. Τὸ μέ­λος ὅ­μως τὸ Ρου­με­λι­ώ­τι­κο δὲν ἄ­ρε­σε κα­θό­λου στὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ στοὺς Ρου­με­λι­ῶ­τες του. Αὐ­τοὶ εἴ­χα­νε συ­στή­σει τὸ Γ. Μαυ­ρο­μά­τη, ἄ­ξιον καὶ σο­βα­ρό, κ’ ἡ Συ­νέ­λευ­ση δι­ώ­ρι­σε ἕ­ναν ποὺ ἡ γυ­ναῖ­κα του εἶ­χε ἀ­γα­πη­τι­κὸ – καὶ ποι­όν; τὸν Ἀν­τρέ­α Με­τα­ξᾶ. Τὸ σκάν­τα­λο ἔ­βρα­ζε κι’ ὁ ἄ­τυ­χος ὁ σύ­ζυ­γος, ἄν­θρω­πος μα­λα­κὸς καὶ τί­μιος κα­τὰ τ’ ἄλ­λα, ἤ­τα­νε στιγ­μα­τι­σμέ­νος. Ὅ­μως ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης, δυ­να­τὸς πο­λὺ μέ­σα στὴ Συ­νέ­λευ­ση, ἀν­τὶ νὰ τρέ­χῃ ἀ­πὸ πί­σω στὸ Μπρα­ΐ­μη, ἀν­τὶ νὰ σε­βα­στῇ τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη τὴν ἐ­πι­θυ­μιὰ (εἴ­χα­νε γρά­ψει, αὐ­τὸς κ’ οἱ συν­τρό­φοι του, ἕ­να γράμ­μα στὴ Συ­νέ­λευ­ση πο­λὺ αὐ­στη­ρὸ ἐ­νάν­τια στὸν ἀ­νά­ξιο Ρου­με­λι­ώ­τη μὲ τὸ ση­μα­δε­μέ­νο μέ­τω­πο), ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­πί­με­νε πο­λὺ γιὰ χά­ρη τοῦ φί­λου του τοῦ Με­τα­ξᾶ, καὶ δι­ω­ρί­στη­κε τῆς ἀ­γα­πη­τι­κῆς του ὁ ἄν­τρας.

       Ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης, μ’ ὅ­λες τὴς φο­βέ­ρες ποὖ­χε στεί­λει στὴ Συ­νέ­λευ­ση, ἔρ­ρι­ξε τώ­ρα τὸ θυ­μό του μο­νά­χα στὸ ση­μα­δε­μέ­νο.

       — Ἂς τε­λει­ώ­νου­με ἐ­δῶ τὴ δου­λειά μας, εἶ­πε, καὶ τό­τε νὰ ἰ­δῶ ποῦ θὰ μ’ πά­ῃ οὑ κε­ρα­τᾶς, καὶ στοὺ μ<νὶ> τῆς π’­τά­νας τ’ νὰ κρυ­φτῇ, θὰ βά­λω τὸν π<οῦτσο> τ’ Με­τα­ξᾶ νὰ τὸν ξε­τρυ­πώ­σ’.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 250-251 [Τίτλος: «550.— Θὰ τὸν πά­ῃ κυ­νη­γῶν­τας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Γεώργιος Καλαρ­ρυτιώ­της (1ο τέ­τα­ρτο 19ου αἰ.-μετὰ τὸ 1842), Κα­ρα­ϊ­σκά­κης (1828-1830). Χαλ­κο­γρα­φία σὲ χαρ­­τί, 25,5Χ18,3 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πι­να­κο­θή­κη).


Τί­τσα Δι­α­μαν­το­πού­λου: Και­νούρ­γιο μα­γι­ώ



Τί­τσα Δι­α­μαν­το­πού­λου


Και­νούρ­γιο μα­γι­ώ


ΑΝΩ ΣΤΗ ΜΗΧΑΝΗ τὸ σκέ­φτη­κε, ὅ­πως φυ­σοῦ­σε τὸ ἀ­ε­ρά­κι ἀ­νά­μει­κτο μὲ τὴν αἰ­θά­λη καὶ τὴν κα­πνιὰ τῶν αὐ­το­κι­νή­των. Ἀ­πὸ τὸ πί­σω κά­θι­σμα τὸν ἀγ­κά­λια­ζε σφι­χτά, μέ­χρι ποὺ ἀ­να­κά­λυ­πτε τὰ κό­κα­λά του μὲ τὰ δά­χτυ­λα, δά­χτυ­λα λε­πτὰ ποὺ σφίγ­γαν τὸ λευ­κὸ νά­ι­λον μπλου­ζά­κι. Αὐ­τὸς μύ­ρι­ζε σὰν ἀν­θι­σμέ­νη θά­λασ­σα. Ἡ πα­ρα­λί­α χα­ϊ­δευ­ό­ταν στὰ πό­δια της, κι ἂς ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­σφάλ­του. Ἡ μη­χα­νὴ μὲ ἑ­λιγ­μοὺς πέρ­να­γε ἀ­νά­με­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Ὑ­πέ­ρο­χη ὥ­ρα γιὰ μπά­νιο, σκέ­φτη­κε.

       Ἡ πα­ρα­λί­α ἔ­στελ­νε μι­κρὰ κυ­μα­τά­κια. Τὸ φεγ­γά­ρι θω­πευ­τι­κὰ κρε­μά­στη­κε σὲ σπάγ­κους, ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὸ φυ­τὸ μὲ ὑ­περ­φυ­σι­κὸ κε­φά­λι.

       Ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α τῆς εἶ­χε γί­νει. Τὸ λα­χτά­ρη­σε ὅ­σο τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἡ μέ­ρα πα­ρα­δι­νό­ταν στὴ μα­γεί­α τῆς προ­σμο­νῆς. Αὐ­τὸς μπῆ­κε στὴ ζω­ή της σὰν παι­χνι­δι­ά­ρι­κο ἀ­πό­γευ­μα ποὺ μύ­ρι­ζε ἀ­φρό­λου­τρο. Δὲ μι­λοῦ­σε πο­λύ. Ἔ­βγαι­νε συ­χνὰ μὲ ἀν­τρο­πα­ρέ­ες – τρα­νὴ ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἀν­τρι­κῆς ὑ­πε­ρο­χῆς του.

Μι­λοῦ­σε κο­φτὰ χω­ρὶς πολ­λὲς ἐ­ξη­γή­σεις. Κά­πο­τε ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ρω­τή­σει: Θὰ πᾶ­με γιὰ μπά­νιο; Τὸ ἤ­θε­λε ὅ­σο τί­πο­τα στὸν κό­σμο. Τὸ σκε­φτό­ταν συ­νέ­χεια πά­νω στὴ μη­χα­νή. Δη­λα­δὴ τό­τε τῆς ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α. Ἡ θά­λασ­σα πά­φλα­ζε κι­ό­λας στὰ πό­δια της. Ἡ ἄ­σφαλ­τος ἔ­και­γε μὲ κύ­μα­τα πυ­ρε­τοῦ. Ἡ μη­χα­νὴ πέρ­να­γε μὲ ἑ­λιγ­μοὺς ἀ­νά­με­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Στα­μά­τη­σε. Κα­τέ­βα, εἶ­πε αὐ­τός. Εἴ­χα­νε φτά­σει κι­ό­λας. Δὲν τὸ εἶ­χε κα­τα­λά­βει. Κα­τέ­βη­κε στὸν πο­λυ­σύ­χνα­στο δρό­μο. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε μὲ τὰ μά­τια μέ­χρι ποὺ χά­θη­κε.

       Ὁ Τζώρ­τζης ἦ­ταν τὸ ἀ­γό­ρι ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει σὲ μιὰ κα­φε­τέ­ρια. Φυ­σι­κὸ ἦ­ταν, μιὰ καὶ ὁ δρό­μος τῆς ἦ­ταν γνω­στὸς μὲ τὸ ὄ­νο­μα «ὁ δρό­μος μὲ τὶς κα­φε­τέ­ρι­ες». Εἶ­χαν κι ἕ­να σιν­τρι­βά­νι μπρο­στά. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ἀλ­λι­ῶς. Αὐ­τὴ χά­ζευ­ε τὸ σιν­τρι­βά­νι ὅ­ταν κα­τά­λα­βε ἢ νό­μι­σε πὼς τὴν κοί­τα­ζε. Τὰ νε­ρὰ εἶ­χαν μιὰ μου­σι­κὴ ποὺ θύ­μι­ζε κά­τι πο­λὺ κα­θα­ρὸ καὶ σχε­δὸν δια­ρκές. Τῆς ἄ­ρε­σε αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α.

Τὸ εἴ­δω­λό της στὸν κα­θρέ­φτη τῆς ἔ­γνε­φε μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Βι­α­στι­κὰ ἀλ­λὰ μὲ σω­στὴ ἐ­πι­λο­γὴ εἶ­χε ψω­νί­σει τὸ ἴ­διο πρω­ὶ ἕ­να και­νούρ­γιο μα­γιό.

       Ἔ­βλε­πε κι­ό­λας τὸν ἑ­αυ­τό της γορ­γό­να νὰ κο­λυμ­πᾶ σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α τῆς Ἀτ­τι­κῆς, στὴ με­θυ­στι­κὴ αὔ­ρα τῆς θά­λασ­σας. Μα­ζὶ μὲ τὸν Τζώρ­τζη βέ­βαι­α —δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της χω­ρὶς αὐ­τόν— τὸ ἀ­γαλ­μα­τέ­νιο σῶ­μα μὲ τὶς ἀ­να­λο­γί­ες ποὺ τοῦ χά­ρι­ζαν τὰ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα χρό­νια του, ψη­μέ­να στὸν ἥ­λιο τῆς οἰ­κο­δο­μῆς καὶ μὲ κεῖ­νο τὸ ἄ­ρω­μα τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ τὴ συ­νέ­παιρ­νε. Ἔ­ρι­ξε ἄλ­λη μιὰ μα­τιὰ στὸν κα­θρέ­φτη. Τὸ σῶ­μα της δι­α­γρα­φό­ταν ἀ­νε­παί­σθη­τα γυ­ναι­κεῖ­ο μὲ τὶς τρυ­φε­ρὲς καμ­πύ­λες μέ­σα στὸ κο­ράλ­λι μα­γιό.

       Πῆ­ρε τα­ξὶ γιὰ νὰ φτά­σει πιὸ γρή­γο­ρα. Ἦ­ταν πο­λὺ ζε­στὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὅ­λα καί­γον­ταν. Ἀ­πο­χαυ­νω­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι κι­νοῦν­ταν στοὺς δρό­μους σὰν ρομ­πότ. Αὐ­τὴ εἶ­χε μιὰ πα­ρά­ξε­νη χα­ρά. Σὰν παι­δά­κι ποὺ τοῦ χά­ρι­ζαν κά­ποι­ο σπά­νιο παι­χνί­δι. Ἀ­νέ­βη­κε τὴ μι­κρὴ σκά­λα. Τῆς ἄ­νοι­ξε ὁ Τζὼρτζης, γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω. Τῆς ἦρ­θε ἔν­το­νη ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς μπο­γιᾶς. Πε­ρι­πλα­νή­θη­κε λί­γο μέ­σα στὰ χρώ­μα­τα καὶ στὰ πι­νέ­λα, σα­στι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ με­λα­χρι­νὴ ὀ­μορ­φιά του. Τὰ χέ­ρια του ἦ­ταν γε­μά­τα μπο­γι­ές. Τὶς πο­λυ­θρό­νες σκέ­πα­ζαν κά­τι τριμ­μέ­να σεν­τό­νια μὲ ἁ­πα­λὰ ἐμ­πρι­μέ, σβη­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χρό­νο.

       — Πε­ρί­με­νε λί­γο. Τε­λει­ώ­νω.

       Ἀ­πὸ τὸ κου­ζι­νά­κι πρό­βα­λε ὁ Ἀν­τρέ­ας. Τὸν εἶ­χε γνω­ρί­σει μιὰ φο­ρὰ στὴν κα­φε­τέ­ρια.

       — Μὲ βο­η­θά­ει στὸ βά­ψι­μο, εἶ­πε ὁ Τζώρ­τζης καὶ πῆ­γε νὰ πλύ­νει τὰ χέ­ρια.

       Ὁ Ἀν­τρέ­ας κά­θι­σε στὸ φθαρ­μέ­νο κα­να­πὲ μὲ τὸ σῶ­μα ἐ­λα­φρὰ λο­γι­σμέ­νο πρὸς τὰ μπρός. Μὲ τὰ μι­κρὰ δι­α­πε­ρα­στι­κά του μά­τια τὴν πε­ρι­ερ­γα­ζό­ταν.

       — Θὰ πᾶ­με γιὰ μπά­νιο; τόλ­μη­σε νὰ ρω­τή­σει συγ­κρα­τη­μέ­να.

       Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α φούν­τω­σε μέ­σα της ἕ­να εἶ­δος πυ­ρε­τοῦ.

       — Ἔ­χω ἁ­μά­ξι, πε­τά­χτη­κε ὁ Ἀν­τρέ­ας καὶ με­τὰ ἀ­πό­το­μα σώ­πα­σε.

       Ὁ Τζώρ­τζης δὲν ἀ­πάν­τη­σε, μό­νο τῆς χα­μο­γέ­λα­σε μὲ κεῖ­νο τὸ ὑ­πέ­ρο­χο χα­μό­γε­λο. Ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια στὸ κορ­μί της καὶ τὴν ψα­χού­λε­ψε. Τὰ δά­χτυ­λά του ἔ­παι­ξαν μὲ τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ μπι­κί­νι κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­κό. Τὴν τρά­βη­ξε ἀ­πὸ τὴ μέ­ση, τὴν ἔ­συ­ρε σχε­δόν.

       Δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε χα­μη­λό­φω­να.

       — Ἔ­λα, ὁ Ἀν­τρέ­ας εἶ­ναι φί­λος.

       Μπῆ­καν στὸ δω­μά­τιο. Στὴν πόρ­τα πρό­βα­λε ἡ λι­γνὴ φι­γού­ρα τοῦ Ἀν­τρέ­α. Τὰ βλέμ­μα­τά τους δι­α­σταυ­ρώ­θη­καν. Εἶ­δε στὰ μά­τια του μιὰ μι­κρὴ λάμ­ψη. Κά­τι τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε βα­θιὰ μέ­σα της καὶ τὴν ἐ­ρέ­θι­ζε. Σὲ δευ­τε­ρό­λε­πτα τὸ μι­κρὸ κε­φά­λι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νή του ὑ­πό­κω­φη ἀ­πὸ τὸ χόλ. Κα­θη­συ­χα­στι­κή. Εἶ­χε ὅ­μως τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς τοὺς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, κι αὐ­τὸ τῆς προ­κά­λε­σε βα­θιὰ ἀ­να­στά­τω­ση.

       Ὁ Τζώρ­τζης τὴν ἔ­ρι­ξε στὸ κρε­βά­τι. Ἀγ­κο­μά­χη­σε μέ­σα της γιὰ λί­γο. Με­τὰ ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὸ μπά­νιο. Αὐ­τὴ μά­ζε­ψε τὸ μα­γιὸ ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὸ τύ­λι­ξε στορ­γι­κὰ σὰν κά­τι ζων­τα­νό.



Πη­γή: Λε­ρω­μέ­νο φου­στά­νι (δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2008).

Τί­τσα Δι­α­μαν­το­πού­λου (Κύ­προς). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α, δη­μο­σί­ευ­σε ποι­ή­μα­τα καὶ ποι­η­τι­κὲς πρό­ζες. Τὸ Λε­ρω­μέ­νο φου­στά­νι εἶ­ναι ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των.



		

	

Ἄνχελ Θαπάτα (Ángel Zapata): Ἰσόπεδη διάβαση


Ἄν­χελ Θα­πά­τα (Ángel Zapata)


Ἰ­σό­πε­δη δι­ά­βα­ση

(Paso a nivel)


ΟΝΟ γιὰ τοὺς ἄλ­λους θὰ εἶ­μαι νε­κρὸς κά­ποι­α μέ­ρα, ὄ­χι γιὰ μέ­να. Γιὰ μέ­να δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, θὰ ὑ­πάρ­χουν μυρ­μήγ­κια ἢ κά­ποι­ου ἄλ­λου εἴ­δους ἐ­χθρι­κὰ ὄν­τα. Τώ­ρα ἀ­να­ζη­τῶ τὴ φρά­ση ποὺ νὰ λέ­ει πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος ὁ δι­ά­δρο­μος, τὸ νε­ρὸ ὅ­που πλέ­ουν μυρ­μήγ­κια, ἀλ­λὰ δὲν μοῦ ‘ρ­χε­ται. Ἀντ’ αὐ­τῆς βρί­σκω καρ­φιά, καρ­φιὰ κα­λὰ κρυμ­μέ­να στὴ σάρ­κα, καρ­φιὰ ποὺ σχί­ζουν τὴ σάρ­κα. Βρί­σκω μιὰ ἀ­πέ­ραν­τη ἔ­ρη­μη ἔ­κτα­ση, μή­τε σκο­τει­νὴ μή­τε πραγ­μα­τι­κὰ φω­τει­νή, ποὺ μοιά­ζει μὲ πο­λι­κὴ νύ­χτα.



Πη­γή: Luz de tormenta, Ἐκ­δό­σεις Páginas de Espuma (2018)

Ἄν­χελ Θα­πά­τα (Ángel Zapata) (Μα­δρί­τη, 1961). Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὴν Es­cuela de Es­cri­to­res τῆς Μα­δρί­της. Γρά­φει μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα μὲ ἔν­το­νο ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κὸ χα­ρα­κτῆ­ρα. Τί­τλοι ἔρ­γων του Las bu­enas in­ten­cio­nes y o­tros cu­en­tos (2001),  La vi­da au­sen­te (2006), Luz de tor­menta (2018).

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Νίκος Γαβριὴλ Πεντζίκης: Συνοδὸς σκιά


Νίκος Γαβριὴλ Πεν­τζί­κης


Συ­νο­δὸς σκιά


ΕΡΠΑΤΩ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ τῆς πα­λιᾶς πό­λης. Προ­σπα­θῶ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὴ ρέ­ου­σα στιγ­μή, συν­δέ­ον­τάς την μὲ τὸ πα­ρελ­θόν. Νὰ ὁ­λο­κλη­ρωάσω ἕ­ναν κύ­κλο μέ­σα στὸ χά­ος τῶν αἰ­σθή­σε­ων. Προ­σπα­θῶ νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σω τὰ βή­μα­τα τῆς ἐ­παύ­ριον, ποὺ μὲ τρο­μά­ζει. Μὲ πα­ρα­κι­νεῖ ἡ θύ­μη­ση κά­ποι­ας πε­ρα­σμέ­νης στιγ­μῆς. Στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ὁ δρό­μος στρί­βει, περ­νών­τας πιὸ ψη­λά, σχη­μα­τί­ζον­τας εἶ­δος ἐ­ξώ­στη, μὲ θέ­α πα­νο­ρα­μα­τι­κή, πά­νω ἀ­πὸ τὶς στέ­γες τῶν σπι­τι­ῶν, ποὺ κα­τε­βαί­νουν μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα. Νύ­χτα μὲ ἀ­ναμ­μέ­να τὰ φῶ­τα, κα­θι­σμέ­νος σ’ ἕ­να κα­φε­νεῖ­ο, εἶ­χα με­θύ­σει. Μα­ζί μου τὸ πρό­σω­πο ἑνός νε­κροῦ. Πά­νω στὸ φθαρ­μέ­νο, βρώ­μι­κο τρα­πέ­ζι ἄ­δεια ἡ μπου­κά­λα. Τὸ πρά­σι­νο γυα­λὶ καὶ τὸ κόκ­κι­νο πε­ρι­ε­χό­με­νο. Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὸν χάρ­τι­νο κόκ­κι­νο δι­ά­κο­σμο, ἀ­να­παύ­τη­καν τὰ μά­τια μου στὸ γα­λά­ζιο πα­ρά­θυ­ρο τῆς ὄ­μορ­φης. Ἀ­χτέ­νι­στα τὰ σγου­ρὰ χα­ρι­τω­μέ­να μαλ­λιά της, ἴ­δια μὲ σι­δε­ρέ­νια στό­ρια μα­γα­ζι­ῶν, τὴν δι­α­σώ­ζουν ἀπ’ τοὺς πό­θους τοῦ λη­στῆ τῆς νύ­χτας. Τρο­μά­ζον­τας τὶς ἡ­μέ­ρες τοῦ μέλ­λον­τος, προ­φη­τεύ­ω, ἀκο­λου­θών­τας τὸν το­ρὸ τῶν πε­ρα­σμέ­νων. Κλαί­ω ὅ­σους πέ­θα­ναν. Ἀγωνίζομαι ν’ ἀ­πο­κα­τα­στή­σω τὴν ἑ­νότη­τα τῶν σπα­σμέ­νων κομ­μα­τι­ῶν σὲ κά­θε στρο­φή. Εἶ­χα πε­ρά­σει ἄλ­λο­τε ἀπ’ αὐτο­ῦ μα­ζὶ μὲ πρό­σω­πα ποὺ ἔ­πα­ψαν νὰ ὑ­πάρ­χουν ἐν ζω­ῇ. Τὸ καλ­ντε­ρί­μι πα­ρέ­μει­νε τὸ ἴ­διο. Ἴδια καὶ ἡ βρύ­ση, τὸ σπί­τι. Ταυ­τό­χρο­να κά­τι ἄλ­λο ποὺ δὲν ἦ­ταν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ πα­λιοῦ, ἀλ­λὰ και­νού­ρια ὄ­ψη κολ­λη­μέ­νη στὸν πα­λιὸ δρό­μο. Προ­σθή­κη βη­μά­των. Μὲ χα­ρο­ποι­εῖ ἡ ἀν­τί­λη­ψη τῆς νέ­ας ζω­ῆς πά­νω στὰ κα­τά­λοι­πα τῶν πα­λι­ῶν. Χο­ρεύ­ουν νέ­α πα­λι­κά­ρια. Σαβ­βα­τι­ά­τι­κο ξα­λά­φρω­μα στὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὴ λα­τέρ­να καὶ τὰ κρου­στὰ παι­χνί­δια. Χέ­ρια καὶ πό­δια σὲ κί­νη­ση. Κορ­μιὰ κα­μα­ρω­τὰ λυ­γο­ῦν ἀρ­γά. Ὁ Ραμ­πό­τας, ὁ λε­βέν­της τρα­γου­δι­στὴς, ποὺ τα­νών­τας τ’ αὐ­τὶ οἱ γυ­ναῖ­κες πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τὸ σκο­πό του, πά­νω σε μιά φούρ­λα τοῦ χο­ροῦ τσά­κι­σε τὰ δά­χτυ­λα στὸ ἕ­να του πό­δι. Βά­λε ρα­κὶ καὶ πι­ές. Μὴ δί­νεις προ­σο­χὴ σ’ ὅ­σα λέ­γον­ται. Σή­κω μὲ ὁρ­μὴ ἀ­πά­νω νὰ κα­τα­πι­εῖς τὸν δι­α­βα­τά­ρη χρό­νο. Ἡ κου­ρα­σμέ­νη γριὰ στὴ φου­βοὺ με­ρα­κλα­δί­ζει με­ζέ­δες γιὰ τὰ νιά­τα. Βγὲς στὴν πόρ­τα νὰ ὑ­πο­δε­χτεῖς τὴ Δδὰ Στιγ­μὴ τοῦ Γέ­ρου Χρό­νου, ποὺ ξε­κα­βα­λι­κεύ­ει καὶ γλεν­τᾶ. Με­τὰ ἕ­πε­ται ἡ μαύ­ρη ἀ­πο­χαύ­νω­ση καὶ ὁ λο­γα­ρια­σμός. Τὸ φι­λο­δώ­ρη­μα τοῦ χλω­μοῦ μου­ζι­κάν­τη μὲ τὸ κλεμ­μέ­νο ἀπὸ κά­ποι­ο ἀστέρι τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου λε­πτὸ μου­στά­κι. Χά­νον­ται μέ­σ’ ἀ­πό τὰ χέ­ρια μας οἱ ἄν­θρω­ποι περ­νών­τας ἀν­τί­κρυ. Συν­τρο­φιὰ μὲ εἰ­κό­νες τῆς μνή­μης ἄ­χρω­μες, ξε­κι­νῶ νὰ βρῶ τοὺς ἄλ­λους, ν’ ἀ­κε­ραι­ω­θῶ σμί­γον­τας μα­ζί τους. Δι­ερ­μη­νεύ­ω τὶς γε­ω­με­τρι­κὲς ἀ­ξι­ές τῶν οἰ­κο­δο­μῶν. Τὸ ὕ­ψος, τὸ πλά­τος. Ἡ κα­τά­λη­ξη τοῦ κά­θε σχή­μα­τος, μυ­στι­κὲς ὑ­πο­θῆ­κες τοῦ μα­τιοῦ. Μαῦ­ρο σκο­τά­δι κα­λύ­πτει μὲ ἄ­γνοι­α τοὺς ὄγ­κους τῶν κα­τοι­κι­ῶν. Βου­βαί­νον­ται τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ὁ ἦ­χος τῶν βη­μά­των σχη­μα­το­ποι­εῖ τὴν ξε­νι­τιά. Πί­σω ἀ­π’ τὶς κλει­στὲς πόρ­τες πα­ρα­φυ­λά­γουν φαν­τά­σμα­τα. Περ­νά­ω δί­πλα στὴ «Λα­ο­δη­γή­τρια». Κά­νω τὸ σταυ­ρό μου καὶ πά­ω νὰ προ­σκυ­νή­σω τὴ θαυ­μα­τουρ­γὴ Ἅ­για Εἰ­κό­να. Αἰ­ῶ­νες πα­ρέ­μει­νε θαμ­μέ­νη στὴ γῆ. Ἕ­να παι­δὶ τὴν ἀπο­κά­λυ­ψε. Ἔπαιζε στὴν ἀλάνα τῶν ἐ­ρει­πί­ων ἀ­πό τὸ πρω­ί. Ἡ μά­να του, ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ ξαφ­νι­κά το’ ‘χά­σε ἀ­π’ τὰ μά­τια της, ἄρ­χι­σε νὰ τὸ ἀνα­ζη­τᾶ παν­τοῦ. Τὸ παι­δί, τρέ­χον­τας νὰ ψη­λώ­σει ἕ­ναν χαρ­τα­ε­τό, εἶ­χε πέ­σει σ’ ἕ­να βα­θὺ λα­γού­μι. Σι­μώ­νον­τας ἐ­πὶ τό­που, ἡ μά­να ἀ­κού­ει ζων­τα­νὴ τὴ λα­λιὰ τοῦ παι­διοῦ. «Μὴ νοι­ά­ζε­σαι γλυ­κιὰ μα­νού­λα. Εἶ­μαι πο­λὺ κα­λά. Μιὰ με­γά­λη Κυ­ρά, κι’ ἀ­πὸ σέ­να ἀ­κό­μη ὀ­μορ­φό­τε­ρη, μὲ κρα­τεῖ ἀγ­κα­λιά!» Ἀναζητώντας τὸ παι­δί, βρῆ­καν τὴ θαυ­μα­τουρ­γὴ εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας στὸ βα­θὺ σκάμ­μα τῆς γῆς. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, το­πο­θε­τών­τας στὴν Ἔκ­κλη­σια τὴν ἱ­ε­ρὴ μνη­μι­κὴ ἀ­πει­κό­νι­ση, θυ­μή­θη­κε ὅ­τι τὴν πρώ­τη τοῦ Σε­πτέμ­βρη, ἀρ­χὴ τῆς Ἰν­δί­κτου καὶ τοῦ δω­δε­κά­μη­νου κύ­κλου τοῦ Χρι­στι­α­νι­κοῦ ἔ­τους, τι­μᾶ­ται ἡ μνή­μη πα­ρό­μοι­ας φα­νέ­ρω­σης, ἀ­πὸ τὸν βυ­θὸ τῆς λί­μνης Ζα­γου­ροῦς, εἰ­κό­νας πάν­τι­μης τῆς Παρ­θέ­νου. Λι­γο­στὲς ψι­χά­λες βρο­χῆς ἔ­κα­μαν τὶς στέ­γες νὰ λαμ­πυ­ρί­ζουν, ἀν­τα­να­κλών­τας τὸ λευ­τε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα φεγ­γά­ρι. Συ­νέ­χι­σα τὸ δρό­μο πρὸς τὸ πα­τρι­κό τῆς μη­τέ­ρας μου. Ἀνοιχτὴ ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα, ἄ­φη­νε νά ’ρ­χε­ται στὶς αἰ­σθή­σεις ἕ­να ἄ­ρω­μα λε­μο­νιᾶς, ποὺ γι­νό­ταν χρῶ­μα. Ὁ δι­ά­δρο­μος στρω­μέ­νος μὲ μαλ­τό­πε­τρες ἕ­ως τὴν ξύ­λι­νη σκά­λα. Λευ­κο­φο­ρε­μέ­νη παι­δί­σκη ἡ μά­να μου, κα­τέρ­χον­ταν τὴν κλί­μακα, σπεύ­δον­τας στὸ σχο­λει­ὸ νὰ μά­θει γράμ­μα­τα. Στη­ρί­ζο­μαι στὸν πα­λιὸ τοῖ­χο τοῦ Παρ­θε­να­γω­γεί­ου καὶ τὴν ἀ­κού­ω νὰ ἐ­πα­ναλαμ­βά­νει τὴν πρω­ι­νὴ προ­σευ­χή. Ἕνα πα­ρά­θυ­ρο ἀ­νοί­γει κα­τά­φω­το. Δυ­ὸ παι­διά. Ἕν’ ἀ­γό­ρι κι’ ἕ­να κο­ρί­τσι, ἀδέλ­φια, μα­λώ­νουν. Τὸ φῶς, ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε τὸ πρό­σω­πο τῆς κό­ρης, μοῦ ἐ­πέτρε­ψε νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σω, ζών­τας, τὸν πε­­θα­μέ­νο ἴ­σκιο ποὺ μὲ συ­νό­δευ­ε.


1936



Πη­γή: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καὶ δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. ΑΣΕ. Α.Ε., 1977).

Νί­κος Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κης (1908-1993). Πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ αυ­το­δί­δα­κτος ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ καὶ Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Γαλ­λί­α (πτυ­χί­ο Ὀ­πτι­κῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας), καὶ στὴ συ­νε­χεί­α σπού­δα­σε Βο­τα­νο­λο­γί­α καὶ Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ὑ­πῆρ­ξε βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της καὶ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κο­χλί­ας. Ἀ­νή­κει στὴν ὁ­μά­δα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ εἶ­ναι γνω­στοὶ ὡς «Σχο­λὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης».  Βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Ρalmes Αcademi­ques (1951), τὸ Α’ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (1984), τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ (1987), κ.ἄ. Τὰ ἔρ­γα του κι­νοῦν­ται με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Παν­τρεύ­ει τὴν πα­ρά­δο­ση (ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νὴ καὶ δη­μο­τι­κὴ) μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Πιστὸς στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, δι­α­βά­ζει πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ συ­να­ξά­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ε­ται. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του “παι­ζω-γρά­φο”. Τὸ 1988 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὁ τρελ­λὸς μπουρ­λο­τι­έ­ρης



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὁ τρελ­λὸς μπουρ­λο­τι­έ­ρης

[τοῦ Γεωργίου Πολίτη]


ΕΛΗ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1826, ὁ Ἑλ­λη­νι­κὸς στό­λος βρέ­θη­κε ξαφ­νι­κὰ μέ­σ’ τὸ στε­νὸ τῆς Μυ­τι­λή­νης, μ’ ἐ­νάν­τιον ἄ­νε­μο, κυ­κλω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Τούρ­κι­κο στό­λο, καὶ κιν­τύ­νευ­ε. Ὁ Μι­α­ού­λης σή­μα­νε τὴ ρι­τι­ρά­τα [ὑ­πο­χώ­ρη­ση] μὲ γι­ο­μᾶ­τα τὰ πα­νιά. Ὁ Ὑ­δραῖ­ος ὅ­μως Γ. Πο­λί­της μὲ τὸ μπουρ­λό­το του οὔ­τε πα­νιὰ ἄ­νοι­ξε, οὔ­τε νὰ ὑ­πο­χω­ρή­σῃ ἔ­δει­ξε σκο­πό, μὰ οὔ­τε καὶ τὸ Ναύ­αρ­χό του θέ­λη­σε ν’ ἀ­κού­σῃ, ποὺ τοὔ­στει­λε βάρ­κες νὰ το­νὲ ρυ­μουλ­κιά­ρουν. Στά­θη­κε ἀν­τι­μέ­τω­πος καὶ προ­κα­λοῦ­σε τὸν ἐ­χτρό. Κ’ ἐ­κεῖ­νος βλέ­πον­τας ἕ­να μο­νά­χο πα­λι­ο­κά­ρα­βο νὰ τοῦ ἀν­τι­στέ­κε­ται, μά­νι­σε, δαι­μο­νί­στη­κε. Τὸν ἔ­βα­λε στὴ μέ­ση τὸν Πο­λί­τη, καὶ γιὰ καμ­πό­σην ὥ­ρα κα­νο­νί­ζον­τας δὲ μπό­ρε­σε μή­τε νὰ το­νὲ κά­ψῃ, μή­τε νὰ το­νὲ βου­λιά­ξῃ. Τό­τε ἔ­στει­λε εἴ­κο­σι βάρ­κες νὰ τοῦ κά­μου­νε ρε­σάλ­το [ἔ­φο­δο]. Πη­δά­ει τό­τε κι’ ὁ Πο­λί­της στὴ δι­κή του βάρ­κα, ποὖ­χε ἕ­να κα­νό­νι, καὶ πέ­φτει τυ­φλὰ μέ­σα στὴς τούρ­κι­κες κι’ ἀρ­χί­ζει μὲ ψι­λὴ καὶ μὲ χον­τρὴ φω­τιὰ ἕ­ναν πό­λε­μο τρελ­λὸ καὶ τὴς κά­νει ὅ­λες νὰ σκορ­πή­σουν. Κι’ ὕ­στε­ρα ἀ­νε­βαί­νει πά­λι στὸ κα­ρά­βι, ἁ­πλώ­νει ὅ­λα τὰ πα­νιά, κι’ ὀρ­θὸς στὴν πρύ­μη, φο­βε­ρί­ζον­τας μὲ τὴ μα­χαί­ρα καὶ μὲ τὴ φω­νά­ρα του, περ­νά­ει ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὰ Τούρ­κι­κα, ποὺ τὸν κοι­τά­ζουν κι’ ἀ­πο­ροῦν ἐκ­στα­τι­κά(1).


(1) Ἀργότερα, ἀρχὲς τοῦ 1827, ὅταν ὁ μοίραρ­χος Ἄγ­γλος Ἅ­μιλ­των μὲ τὸ «Κά­μπριαν» μπῆ­κε ξα­φνικὰ στῆς Ὕδρας τὸ λιμάνι νὰ πά­ρῃ ἐκδί­κηση γιὰ κάτι πει­ρα­τεῖες καρα­βιῶν τῆς Ὕδρας, ἕτοιμος νὰ μπο­μπαρ­δίσῃ καὶ τὴ χώ­ρα, κ’ ἔκανε τὸ λι­μάνι ν’ ἀδειά­σῃ ἀπὸ κάθε ζω­ντανὴ ψυ­χή, μονά­χος ὁ Πο­λί­της εἶχε μείνει στὰ μουρά­για κοι­τά­ζοντας προ­κλη­τικὰ τοὺς Ἄγ­γλους. Ρί­ξαν αὐ­τοὶ τότε μὲ του­φέ­κια καὶ σκο­τώ­θηκε, μα­ζὶ μὲ λί­γους ἄλ­λους ἀπ’ τὴς σφαῖ­ρες ποὺ πέ­σα­νε μέ­σα στὴ χώ­ρα. (Σπη­λι­ά­δου Ἀπο­μνημ. Γ´ σ. 188). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Σπ. Τρι­κού­πη Ἱ­στο­ρί­α, ἔκδ. γ´, Δ´, σ. 32 κ. ἀ.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 286 [Τίτλος: «609.— Τρελ­λὸς μπουρ­λο­τι­έ­ρης.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Λεύκιος Ζαφειρίου: Γυναίκες στὸ Λεονάρισσο


Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου


Γυ­ναῖ­κες στὸ Λε­ο­νάρισ­σο


Δὲν μι­λᾶ­νε, πλὴν ὅ­μως συ­νεν­νο­οῦν­ται,
για­τί ὅ­λοι ξέ­ρουν αὐ­τὸ ποὺ κα­νέ­νας τους δὲν λέ­ει.
Γι­ῶρ­γος Μαρ­κό­που­λος

ΙΝΑΙ ΓΕΝΑΡΗΣ καὶ βρέ­χει συ­χνά. Τὸ το­πί­ο μοιά­ζει φρε­σκα­ρι­σμέ­νο καὶ τὰ χρώ­μα­τα εἶ­ναι πιὸ ἔν­το­να. Ἔ­χω μεί­νει τὶς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες νύ­χτες στὸ Ρι­ζο­κάρ­πα­σο, γρά­φον­τας τὸν πρό­λο­γο γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κάλ­βου. Στὸ Γυ­μνά­σιο ἡ Μι­χα­έ­λα παίρ­νει τὰ δο­κί­μια τοῦ βι­βλί­ου, τὰ φυλ­λο­με­τρά­ει κοι­τών­τας τὶς φω­το­γρα­φί­ες καὶ μοῦ κά­νει ἐ­ρω­τή­σεις. Χαί­ρε­ται καὶ θέ­λει νὰ μά­θει τὸ κα­θε­τὶ γιὰ τὴ ζω­ὴ τοῦ ποι­η­τῆ. Κοι­τά­ει τὰ γράμ­μα­τά του στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Τῆς ἀ­ρέ­σει ὁ γρα­φι­κός του χα­ρα­κτή­ρας καὶ προ­σέ­χει πῶς ἑ­νώ­νει με­ρι­κὲς φο­ρὲς τὶς λέ­ξεις καὶ τὴν ἰ­δι­ό­τυ­πη ὀρ­θο­γρα­φί­α του. Τῆς κά­νουν ἐν­τύ­πω­ση τὰ πολ­λὰ τα­ξί­δια του στὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τε­λι­κὰ πε­θαί­νει σὲ χώ­ρα μα­κρι­νή. Κά­ποι­α στιγ­μή μοῦ λέ­ει, «ἐ­γὼ θέ­λω νὰ ζή­σω στὸν τό­πο μου, νὰ πά­ω καὶ σ’ ἄλ­λες χῶ­ρες, ἀλ­λὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­φω ἐ­δῶ».

        Στὴν Ἁ­γί­α Τριά­δα, ἕ­να χω­ριὸ πο­λὺ κον­τὰ στὴ Για­λούσα, συ­ναν­τῶ τὸν Γι­αν­νά­κη ποὺ φοι­τά­ει στὸ Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο τοῦ Ρι­ζο­καρ­πά­σου. Περ­νᾶ σὰν βο­λί­δα μὲ τὸ και­νούρ­γιο πο­δή­λα­το ποὺ τοῦ χά­ρι­σαν αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες. Χά­νε­ται γιὰ λί­γο στοὺς δρό­μους κι ἐμ­φα­νί­ζε­ται πά­λι γιὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα στὸν ἔ­ρη­μο δρό­μο, πα­τών­τας τὰ πε­τά­λια μέ­σα στὴ θλί­ψη τοῦ ἀ­πο­γεύ­μα­τος, γιὰ νὰ χα­θεῖ ξα­νὰ πί­σω ἀ­π’ τὸ ρη­μαγ­μέ­νο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο.

        Κα­νεὶς δὲν βλέ­πει αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ μὲ τὰ ξαν­θὰ μαλ­λιὰ ποὺ τ’ ἀ­νε­μί­ζει ἕ­νας θλι­βε­ρὸς ἄ­νε­μος, ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νει μὲς στὸ χω­ριὸ κά­νον­τας ἐ­πι­κίν­δυ­νους ἑ­λιγ­μοὺς σὰν νὰ πρό­κει­ται ν’ ἀ­πο­φύ­γει κά­ποι­ο ἐμ­πό­διο.

        Στὸν δρό­μο γιὰ τὸ Λε­ο­νά­ρισ­σο παι­διὰ τῶν ἐ­ποί­κων που­λοῦν μα­νι­τά­ρια, ποὺ τὰ προ­βάλ­λουν στοὺς ὁ­δη­γοὺς τῶν αὐ­το­κι­νή­των, ἀ­νε­βαί­νον­τας στὴν ἄ­σφαλ­το. Ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ στὴν Κύ­προ… Ἔ­χω μά­θει ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο Σάβ­βα στὴν Ἁ­γί­α Τριά­δα ὅ­τι στὸ Λε­ο­νά­ρισ­σο ζοῦν ἀ­κό­μη τέσ­σε­ρις ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι, οἱ τρεῖς γυ­ναῖ­κες. Στρί­βω δε­ξιὰ ἀ­πὸ τὴν κύ­ρια ὁ­δι­κὴ ἀρ­τη­ρία, ἀ­πὸ τ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ πᾶς Λυ­θράγ­κω­μη καὶ στὴν Πα­να­γί­α τῆς Κα­να­κα­ριᾶς.

        Μπαί­νον­τας στὸ χω­ριὸ στα­μα­τῶ στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Ἐ­θνῶν. Εἶ­ναι ἕ­νας στρα­τι­ώ­της σὲ τζίπ, τὸν ρω­τά­ω ποῦ εἶ­ναι τὸ σπί­τι τῆς κυ­ρί­ας Πα­να­γι­ώ­τας, εἶ­μαι κα­θη­γη­τὴς στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ Γυ­μνά­σιο καὶ τῆς φέρ­νω μή­νυ­μα ἀ­πὸ συγ­χω­ρια­νό της. Θὰ μὲ ὁ­δη­γή­σει αὐ­τὸς καὶ μοῦ λέ­ει νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω. Ἔ­χει στα­μα­τή­σει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το δί­πλα μας, φαί­νε­ται ὅ­τι πα­ρα­κο­λου­θοῦν τὸ δι­κό μου. Φεύ­γου­με κι ἐ­γὼ πα­ρι­στά­νω τὸν ἀ­δι­ά­φο­ρο.

        Κα­τε­βαί­νου­με λί­γο πρὶν τὴν πλα­τεί­α κι ὁ στρα­τι­ώ­της χτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα, ἀ­νοί­γει μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ θά ’­ταν πο­λὺ νέ­α τὸ 1974. Στὸ χὸλ εἶ­ναι ἡ μη­τέ­ρα της, ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα. Λέ­ω ὅ­τι δῆ­θεν τῆς φέρ­νω χαι­ρε­τί­σμα­τα ἀ­πὸ γνω­στό τους πρό­σω­πο, πὼς θὰ ξα­νάρ­θω, κι ἑ­τοι­μά­ζο­μαι νὰ φύ­γω.

        — Δὲν θὰ πι­εῖ­τε ἕ­ναν κα­φέ; μοῦ λέ­ει.

        Ρω­τά­ω τὸν συ­νο­δό μου, αὐ­τὸς ἀ­παν­τά­ει στὰ ἀγ­γλι­κὰ «ὄ­χι, πρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­φω», μᾶς εὐ­χα­ρι­στεῖ καὶ τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τῶ μὲ θερ­μὴ χει­ρα­ψί­α.

        Μέ­νω κά­που δύ­ο ὧ­ρες στὸ σπί­τι τῆς κυ­ρί­ας Πα­να­γι­ώ­τας. Μοῦ ἀ­φη­γεῖ­ται τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου της ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πέ­τρι­να χρό­νια, πῶς φύ­ρα­ναν σι­γὰ σι­γὰ οἱ μα­θη­τὲς κι ἔ­κλει­σε τὸ σχο­λεῖ­ο, πῶς εἶ­δε τὴν κα­τα­στρο­φὴ τοῦ ψη­φι­δω­τοῦ στὴν Πα­να­γί­α τῆς Κα­να­κα­ριᾶς, ὅ­ταν πῆ­γε μὲ τὴ Σα­λι­μὲ τὴ φί­λη της γιὰ ν’ ἀ­νά­ψει ἕ­να κε­ρί, ὅ­πως πή­γαι­νε συ­χνὰ καὶ κρυ­φὰ γιὰ νὰ μὴν τὴ δοῦν. Ἡ μά­να της, ἡ κυ­ρί­α Λού­λα, σχε­δὸν δὲν μι­λᾶ, μό­νο ὅ­ταν ἀ­κού­ει θό­ρυ­βο ἔ­ξω στὸν δρό­μο κά­τι σι­γο­μουρ­μου­ρί­ζει. Μοῦ ἐ­ξη­γεῖ ἡ κυ­ρί­α Πα­να­γι­ώ­τα:

        — Ὁ φό­βος, εἴ­μα­στε μό­νες κι ἔ­τσι ἀν­τι­δρᾶ. Ἀ­πὸ φό­βο.

        Κά­θε­ται καὶ μοῦ λέ­ει για­τί δὲν ἔ­φυ­γε, μοῦ ἐ­ξη­γεῖ τὸ κα­θε­τὶ λε­πτο­με­ρῶς, γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της ποὺ δὲν ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὸ χω­ριό, πε­ρι­μέ­νον­τας πὼς θὰ ’ρ­θουν κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες, καὶ πέ­θα­νε σπί­τι του.

        — Νὰ μεί­νου­μεν κό­ρη μου, νὰ μὲν χά­σου­μεν τέ­λεια τὸν τό­πο μας, συ­νε­χί­ζει νὰ λέ­ει.

        Θυ­μᾶ­ται ὅ­ταν εἶ­χαν μα­ζέ­ψει τὰ γυ­ναι­κό­παι­δα γιὰ νὰ τὰ ἐ­κτε­λέ­σουν. Ἦρ­θε ἕ­νας Τουρ­κο­κύ­πριος, ἦ­ταν δι­κα­στής, μπῆ­κε στὴ μέ­ση καὶ δὲν τοὺς ἄ­φη­σε. Μὲ δυ­σκο­λί­α, για­τὶ λέ­γον­ταν δι­ά­φο­ρα ποὺ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Μιὰ πρό­φα­ση ἔ­ψα­χναν γιὰ νὰ τοὺς ξε­κά­νουν.

        Ἔ­χει πε­θά­νει ἐ­δῶ καὶ με­ρι­κὰ χρό­νια, ἐρ­χό­ταν καὶ μᾶς ἔ­βλε­πε ποῦ καὶ ποῦ. Ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν Τοῦρ­κοι στρα­τι­ῶ­τες, ἔ­κα­ναν ἔ­ρευ­νες στὰ σπί­τια καὶ μὲ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ἀ­γρί­ευ­αν. Μᾶς εἰ­δο­ποι­οῦ­σαν τὶς γυ­ναῖ­κες καὶ κρυ­βό­μα­σταν.

        Ἡ θλί­ψη εἶ­ναι βα­θιὰ χα­ραγ­μέ­νη στὸ πρό­σω­πό της.

        Εἶ­ναι ὧ­ρες ποὺ νι­ώ­θω νὰ πνί­γο­μαι. Τί ἔ­κα­μα ἐ­γὼ ποὺ ἔ­μει­να; Ὅ­λα πῆ­γαν χα­μέ­να.

        Ἔ­χει σκύ­ψει τὸ κε­φά­λι της, ὕ­στε­ρα τὸ ἀ­να­ση­κώ­νει πο­λὺ ἀρ­γὰ καὶ ψι­θυ­ρί­ζει:

        — Ἔ­κα­μά το γιὰ τὸν τό­πο μου.

        Ση­κώ­νε­ται καὶ μοῦ λέ­ει νὰ πᾶ­με ἀ­πέ­ναν­τι, νὰ μοῦ γνω­ρί­σει τὴν κυ­ρί­α Νι­ό­βη. Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, στὸν δρό­μο εἶ­ναι στα­μα­τη­μέ­νο ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο ποὺ ἦ­ταν καὶ στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο τοῦ ΟΗΕ. Δι­α­σταυ­ρώ­νου­με τὸν δρό­μο. Ψι­χα­λί­ζει. Εἶ­ναι ἕ­να σπί­τι πα­λαι­ϊ­κὸ μὲ κα­μά­ρες, σχε­δὸν ἐ­ρει­πω­μέ­νο. Σπρώ­χνου­με τὴν πόρ­τα καὶ βλέ­που­με μιὰ γυ­ναί­κα ντυ­μέ­νη ἀ­τη­μέ­λη­τα, μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ κυ­πρια­κὴ ἐν­δυ­μα­σί­α, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη. Κά­θε­ται σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα μ’ ἕ­να γα­τὶ στὰ γό­να­τά της. Θά ’­χει πε­ρά­σει τὰ ἑ­βδο­μῆν­τα.

        Μᾶς ξε­να­γεῖ στὸ σπί­τι της, ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη φαί­νε­ται μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο δω­μά­τιο εἶ­ναι μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νο τὸ τα­βά­νι. Πα­λιὰ ἔ­πι­πλα, ἑρ­μά­ρια, κο­μο­δί­να καὶ κα­ρέ­κλες, ποὺ χρό­νια δὲν χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν, γε­μά­τα σκό­νες. Ἔ­ξω στὴν αὐ­λὴ πολ­λὰ πε­ρι­στέ­ρια, μᾶς τὰ δεί­χνει μὲ μί­αν ἀ­θω­ό­τη­τα παι­διοῦ. Τρι­γυρ­νοῦν ἀ­πὸ πά­νω μας, ἄλ­λα εἶ­ναι στοὺς πε­ρι­στε­ρῶ­νες στὸν με­γά­λο τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ.

        — Αὐ­τά μοῦ κά­νουν πα­ρέ­α ἅ­μα δει­λι­νιά­σει καὶ πε­ρι­μέ­νω τὴν Πα­να­γι­ώ­τα νὰ πι­οῦ­με κα­φέ.

        Ὕ­στε­ρα κά­θε­ται μὲ σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια στὴν κα­ρέ­κλα καὶ βλέ­πεις τὴ θλί­ψη στὰ μά­τια, στὸ χα­μό­γε­λο καὶ στὸ μαῦ­ρο φό­ρε­μά της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου (Λάρ­να­κα, 1948). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ποι­ή­μα­τα (1975, 1977). Ἄλλα ἔργα του: Ἡ νε­ό­τε­ρη Κυ­πρια­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α: γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ σχε­δί­α­σμα (με­λέ­τη, 1991), Ὁ βί­ος καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀν­δρέ­α Κάλ­βου (Με­ταίχ­μιο, 2006). Ποι­ή­μα­τα, κεί­με­να καὶ με­λέ­τες γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κά, συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις, πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων. Με­τεῖ­χε στὴν ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Ση­μεῖ­ο (Λευ­κω­σί­α 1992-1999), Ἀ­κτή καὶ Ὕ­λαν­τρον. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).


 

Πηγὴ Κούτση: Τὰ τέσσερα κομμάτια


Πη­γὴ Κού­τση


Τὰ τέσ­σε­ρα κομ­μά­τια


ΕΝ ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΠΙΑ» μοῦ εἶ­πε καὶ πέ­τα­ξε τὸ πο­τή­ρι κά­τω στὸ πά­τω­μα. Δὲν κου­νή­θη­κα ἀ­πὸ τὴ θέ­ση μου ἀ­δυ­να­τών­τας νὰ κα­τα­λά­βω ἂν ἀ­νέ­πνε­α ἢ ὄ­χι. Τὰ μά­τια μου χα­μή­λω­σαν στὸ πά­τω­μα ὅ­που ἔ­βλε­πα τὰ γυα­λιὰ σκορ­πι­σμέ­να. Εἶ­χαν σπά­σει σὲ τέσ­σε­ρα κομ­μά­τια, ὅ­σες καὶ οἱ λέ­ξεις ποὺ εἶ­πε ἡ θυ­μω­μέ­νη πλη­γή της.

        Πό­σο πα­ρά­ξε­νο, κά­θε κομ­μά­τι τοῦ γυα­λιοῦ εἶ­χε σπά­σει στὸ μέ­γε­θος τῆς λέ­ξης πού μοῦ εἶ­πε.  Καὶ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο, τὸ κομ­μά­τι τοῦ «ἀ­γα­πῶ», εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ φτά­σει μπρο­στά μου σὰν νὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὲ κα­θη­συ­χά­σει,  λέ­γον­τάς μου ὅ­τι τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν ἀλ­λι­ῶς.  Συ­νέ­χι­ζε νὰ μι­λά­ει, νὰ μὲ κα­τη­γο­ρεῖ, νὰ κι­νεῖ τὰ χε­ριὰ νευ­ρι­κά, νὰ μοῦ ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ποὺ ἔ­νι­ω­θε. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­σω.

        Εἶ­χε στα­μα­τή­σει ὁ χρό­νος. Τὸ βλέμ­μα μου εἶ­χε κολ­λή­σει πά­νω στὸ «ἀ­γα­πῶ» ἐ­νῶ τὸ «δέν» καὶ τὸ «σέ» ἀ­πελ­πί­ζον­ταν μό­να τους πα­ρα­πέ­ρα. Τὸ «πιά» στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὴ δί­νη τοῦ χρό­νου ὁ­λο­μό­να­χο καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ γί­νει «πάν­τα», ὅ­πως πα­λιά, καὶ νὰ τη­ρή­σει τὴν ὑ­πό­σχε­ση μιᾶς ἀ­γά­πης ποὺ  δὲν τε­λει­ώ­νει πο­τέ.

        Ἡ πόρ­τα ἔ­κλει­σε καὶ αὐ­τὴ μὲ θυ­μό. Ὁ βρόν­τος τα­ρα­κού­νη­σε λί­γο τὸ πά­τω­μα καὶ ἡ μι­κρὴ δί­νη ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε με­τα­τό­πι­σε λί­γο πιὸ κον­τὰ πρὸς τὸ μέ­ρος μου τὸ με­γά­λο κομ­μά­τι.  Τὸ «σέ» γλί­στρη­σε ἀ­νέλ­πι­στα δί­πλα του καὶ μοῦ ἔ­δω­σε τὴν ψευ­δαί­σθη­ση τῆς ἐλ­πί­δας ποὺ ἤ­θε­λα αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή.

        «Σὲ ἀ­γα­πῶ πάν­τα.» Ἔ­βα­λα τὰ κομ­μά­τια τὸ ἕ­να δί­πλα στὸ ἄλ­λο καὶ δὲν ἀν­τι­στά­θη­κα στὴν ἀ­γά­πη ποὺ ἀ­κό­μα γιὰ αὐ­τὴ ἔ­νι­ω­θα. Τὰ μά­ζε­ψα μὲ τὰ χέ­ρια μου, προ­σπα­θοῦ­σα μὲ μα­νί­α νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψω μή­πως κά­ποι­ο ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­χε ἀ­πο­τυ­πώ­σει τὴν ἀν­τα­νά­κλα­σή της. Γέ­λα­σα μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Μό­νο αὐ­τὸ κα­τά­φε­ρα νὰ κά­νω ὥ­στε νὰ κι­νή­σω πά­λι τὸν χρό­νο. Καὶ ἐ­κεῖ, στὴν κο­φτε­ρὴ ἄ­κρη τοῦ «ἀ­γα­πῶ» ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ἀ­λα­ζο­νεί­α τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τοῦ κρα­γιόν της.

        Καὶ ἡ καρ­διά μου ἔ­γι­νε τέσ­σε­ρα κομ­μά­τια…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: «Κολοκύθια»



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

«Κολοκύθια»

Ἀρχὴ σοφίας ὀνομάτων ἐπίσκεψις

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


Σ ΤΑ 1837, ὁ Ὄ­θω­νας δὲν κα­τα­λά­βαι­νε κα­λὰ τὰ ἁ­πλᾶ Ἑλ­λη­νι­κά. Βρέ­θη­κε στὸν Ἀ­κρο­κό­ριν­θο τα­ξεῖ­δι κι’ εἶ­χε ὁ­δη­γό, κα­τὰ κα­λὴ τύ­χη, ἕ­ναν ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸ τῆς Φά­λαγ­γας ποὺ στὰ 1822 ἁ­πλὸς στρα­τι­ώ­της, ὅ­ταν ὁ ψευ­το­ή­ρω­ας Ἀ­χιλ­λέ­ας πα­ρά­τη­σε τὸ κά­στρο ἐ­κεῖ­νο τ’ ἄ­παρ­το, ἀ­πὸ τοῦ Δρά­μα­λη τὸ φό­βο, κ’ ἔ­φυ­γε, ὁ στρα­τι­ώ­της συλ­λο­γί­στη­κε πὼς φεύ­γον­τας ἀ­φί­ναν πί­σω ζων­τα­νό, φυ­λα­κι­σμέ­νο τὸν πε­ρί­φη­μο Κι­α­μήλ­μπε­η τῆς Κό­ριν­θος τὸ με­γα­λό­πλου­το, μὰ κ’ ἐ­πί­φο­βο πο­λὺ ἐ­χτρὸ γιὰ τὸ Μω­ριᾶ, ἂν θὰ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ Δρά­μα­λης ὁ­δη­γὸ καὶ σύ­βου­λό του· γύ­ρι­σε λοι­πὸν καὶ σκό­τω­σε τὸν Κι­α­μήλ­μπε­η καὶ πρό­λα­βε τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α τὴν προ­δο­σιὰ ἀ­πὸ χει­ρό­τε­ρα ἐ­πα­κό­λου­θα.

       Αὐ­τὸς ὁ Ἀ­γω­νι­στὴς ἤ­τα­νε τώ­ρα τοῦ Βα­σι­λέ­α ὁ­δη­γὸς στὸ κά­στρο μέ­σα, κι’ ὁ γέ­ρο-Νο­τα­ρᾶς ὁ στρα­τη­γός, πα­ρὼν ἐ­κεῖ, βε­βαί­ω­νε τὴν ἀ­λή­θεια. Τό­τε ὁ Ὄ­θω­νας πῆ­ρε τὸν ἀ­ση­μέ­νιο σταυ­ρὸ ἀ­πὸ ἕ­ναν αὐ­λι­κό του καὶ τὸν κρέ­μα­σε στοῦ Ἀ­γω­νι­στῆ τὰ στή­θια.

       Στὸ γυ­ρι­σμὸ ρώ­τη­σε τὸν ὑ­πα­σπι­στή του τὸ Στά­ϊ­κο:

       — Ἔ­πρα­ξα κα­λῶς πα­ρα­ση­μο­φο­ρή­σας τὸν Ἀ­γω­νι­στὴν ἐ­κεῖ­νον;

       — Τί νὰ τὰ κά­μῃ αὐ­τὸς ὁ φτω­χὸς αὐ­τὰ τὰ κο­λο­κύ­θια; εἶ­πε ὁ Στά­ϊ­κος.


Ὁ Ὄ­θω­νας ἔ­βγα­λε τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ρι του καὶ ση­μεί­ω­σε colo-kitha, μὰ πει­ρά­χτη­κε μὲ τοῦ Στά­ϊ­κου τὸ βρω­μό­λο­γο. Στὴν Ἀ­θή­να φτά­νον­τας, ρώ­τη­σε τὸ Φίλ. Ἰ­ω­άν­νου, δά­σκα­λό του στὰ σο­φὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη colo-kitha. Ὁ δά­σκα­λος ἀ­πάν­τη­σε μ’ ὅ­λη τὴ σο­βα­ρό­τη, ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σε τὴ λέ­ξη μὲ προ­σο­χή:

       — Ἐ­ὰν ἡ λέ­ξις εἶ­ναι σύν­θε­τος (κῶ­λο-κύ­τα) εἶ­ναι λέ­ξις ρυ­πα­ρά, ἐ­ὰν ὅ­μως ἡ λέ­ξις εἶ­ναι ἁ­πλῆ, ση­μαί­νει τὸ γνω­στὸν χορ­τα­ρι­κόν, τὸ ὁ­ποῖ­ον τρώ­γο­μεν.

       — Οὐ­δε­μί­α ἐκ τῶν δύ­ο τού­των ση­μα­σι­ῶν ἁρ­μό­ζει εἰς τὴν λέ­ξιν, εἶ­πε ὁ Ὄ­θω­νας.

       — Οἱ Ἕλ­λη­νες ὀ­νο­μά­ζουν κο­λο­κύ­θια καὶ πᾶν πρᾶγ­μα μὴ ἔ­χον ἀ­ξί­αν τι­νά, πρό­σθε­σε ὁ δά­σκα­λος, μὰ τοῦ κά­κου.

       Ὁ Ὄ­θω­νας γνώ­μη δὲν ἄλ­λα­ζε. Πει­ραγ­μέ­νος πάν­τα μὲ τὸ Στά­ϊ­κο, ρώ­τη­σε τὸ Μι­σα­ὴλ Ἀ­πο­στο­λί­δη τὸ θε­ο­λό­γο, ρώ­τη­σε τὸν Κω­στά­κη τὸ Σκι­νᾶ τὸ φι­λό­λο­γο, ρώ­τη­σε τὸν ἕ­να, ρώ­τη­σε τὸν ἄλ­λο­νε, μὰ ὅ­λοι τοῦ δῶ­σαν τὴν ἴ­δια ἐ­ξή­γη­ση. Ὅ­λοι ὅ­μως το­νὲ ρω­τού­σα­νε ποι­ὸς τοῦ εἶ­πε αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη, κι’ ὁ Ὄ­θω­νας δὲ μαρ­τυ­ροῦ­σε τὸ Στά­ϊ­κο μή­πως κα­νεὶς θε­λή­σῃ ν’ ἀ­λα­φρώ­σῃ τὸ βα­ρὺ τὸ λά­θος ποὔ­πρα­ξε ὁ ὑ­πα­σπι­στὴς στὸ πρό­σω­πό του τὸ βα­σι­λι­κό, ἔ­τσι ἄ­πρε­πα νὰ μι­λή­σῃ.

       Ὁ Στά­ϊ­κος τέ­λος, ἀ­νή­συ­χος κι’ αὐ­τός, κα­τά­φυ­γε στὸ Φί­λιπ­πο Ἰ­ω­άν­νου καὶ τοῦ ζή­τη­σε τὴ χά­ρη νὰ μά­θῃ ἀ­πὸ τὸ Βα­σι­λέ­α τί εἶ­χε ἐ­νάν­τια του.

       Καὶ τέ­λος, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ βά­σα­να, κά­μα­νε τὸ Βα­σι­λέ­α νὰ κα­τα­λά­βῃ τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη κο­λο­κύ­θια.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 299-300 [Τίτλος: «636.— Σο­φί­α Σο­λο­μῶν­τος.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: G. Bodmer καὶ Philipp Foltz, Ἀπο­χαι­ρε­τισμὸς τοῦ Ὄθωνα ἀπὸ τὴν οἰ­κογένειά του (1834). Κα­τοι­κία τῆς Βαμβέργης καὶ Μου­σεῖο τῆς Πό­λεως τῆς Ἀ­θή­νας.



		

	

Μαρία Κουγιουμτζῆ: Θυμός


Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ


Θυ­μός


 ΜΑΝΑ τὸ ἔ­χει ἀ­κό­μα τὸ ση­μά­δι. Ἔ­χει ἀ­χνέ­ψει πο­λύ, μό­λις ποὺ τὸ δι­α­κρί­νεις. Ἂν δὲν τὸ ξέ­ρεις οὔ­τε ποὺ τὸ βλέ­πεις. Ὅ­μως ἐ­γὼ τὸ ξέ­ρω καὶ τὸ βλέ­πω πάν­τα ἐ­κεῖ, στὴ θέ­ση του. Ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τὸ ἔ­κα­να. Για­τί ἐ­γὼ τῆς τὸ ἔ­κα­να . Μὲ τὴ μα­σιά. Τὴν πυ­ρω­μέ­νη μα­σιά. Κοι­μό­ταν ὅ­ταν τὴν κα­τέ­βα­σα στὰ μοῦ­τρα της, ὄ­χι μὲ δύ­να­μη, ἁ­πα­λά, ἀρ­γὰ, ὄ­χι μὲ ἀ­πό­λαυ­ση, μὲ ἔ­ξαρ­ση, ὅ­τι ἐ­ξόρ­κι­ζα τὸ κα­κό, τὸ κα­κὸ ποὺ ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη, ἡ μά­να μου, ἡ εἰ­κό­να μου, ἐ­κεί­νη ἦ­ταν τὸ κα­κό, δὲν ἦ­ταν μό­νο του, δὲν τό ‘φε­ρε κα­νεὶς ξέ­νος καὶ τ’ ἀ­πό­θε­σε στὰ χέ­ρια της, ἐ­κεί­νη τὸ πε­ρι­εῖ­χε στὸ κα­κι­α­σμέ­νο βλέμ­μα της, μὲ τὴν πυ­ρω­μέ­νη τσιμ­πί­δα προ­σπά­θη­σα νὰ τ’ ἁρ­πά­ξω, νὰ τὸ κά­ψω, νὰ τὸ ἐ­ξα­φα­νί­σω, ὅ­πως ἐ­κεί­νη ἀ­φά­νι­σε μιὰ ψυ­χή, ὄ­χι τὴ δι­κή μου. Τὴν δι­κή μου τὴν ρο­κά­νι­ζε σι­γά-σι­γὰ μὲ λό­για μέ­λι, μὴ δί­νεις, μὴ χα­ϊ­δεύ­εις, μή… μή… καὶ χα­λοῦ­σε τὸ στο­μά­χι τῆς ψυ­χῆς μου, δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω τὴ μά­να μου φί­δι στὸν πα­ρά­δει­σο τῆς ἄ­γνοι­άς μου. Ὅ­ταν ἤ­μουν ἑ­φτὰ χρο­νῶν κα­τά­πια ντὶ τὶ ­τί, κοι­μό­μου­να τρί­α με­ρό­νυ­χτα, δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί, τεμ­πέ­λα μ’ ἔ­λε­γε, νό­μι­ζε, ὅ­ταν τῆς τὸ εἶ­πα ἀλ­λη­θώ­ρι­σε τὸ μά­τι της, μ’ ἔ­δω­σε μιὰ σφα­λιά­ρα κι ἔ­κλα­ψε, πῆ­γε νὰ μ’ ἀγ­κα­λιά­σει μὰ τρα­βή­χτη­κα, ἔ­κλα­ψε πιὸ δυ­να­τά, σι­γὰ πού… Ἐ­νῶ τσι­τσί­ρι­σε τὸ δέρ­μα της, πε­ρί­ερ­γο ἄρ­γη­σε ν’ ἀν­τι­δρά­σει, κοι­μό­ταν, κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λος κα­θυ­στέ­ρη­σε νὰ δώ­σει σῆ­μα, ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια της μᾶλ­λον ἥ­συ­χα, μὲ εἶ­δε μὲ τὴ μα­σιὰ στὰ χέ­ρια, δὲν ξέ­ρω πῶς τὴν κοι­τοῦ­σα, τί ψυ­χὴ εἶ­χε τὸ βλέμ­μα μου, πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ὣς νὰ τι­νά­ξει τὸ σκέ­πα­σμα ἀ­πὸ πά­νω της τσι­ρί­ζον­τας κι ἄρ­χι­σε νὰ μὲ κυ­νη­γά­ει, ἐ­νῶ κα­θὼς αὐ­τό­μα­τα εἶ­χε φέ­ρει τὸ χέ­ρι στὸ μά­γου­λό της καὶ τό ‘συ­ρε πά­νω στὴν πλη­γή, ἀ­πό­μει­νε ἡ πέ­τσα του νὰ κρέ­με­ται, καὶ μ’ αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι γύ­ρευ­ε νὰ μ’ ἁρ­πά­ξει, ἔ­τρε­χε ξω­πί­σω μου, μὰ ποῦ νὰ μὲ φτά­σει. Βγῆ­κα στὴν αὐ­λή, κα­τά­λα­βε ὅ­τι δὲ θὰ μ’ ἔ­πια­νε πο­τέ, κά­θι­σε στὸ πε­ζού­λι κι ἔ­κλαι­γε. Ὕ­στε­ρα ἔ­πα­ψε νὰ κλαί­ει καὶ κοί­τα­ζε ἴ­σα μπρο­στὰ μᾶλ­λον χω­ρὶς νὰ βλέ­πει. Τὴν πλη­σί­α­σα ἀρ­γά, ἔ­βγα­λε τὴν παν­τό­φλα της καὶ μοῦ τὴν πέ­τα­ξε. Δὲν μὲ πέ­τυ­χε.


Μέ­σα στὴ φτώ­χεια μας, μᾶς πε­ρίσ­σευ­ε ἕ­να δω­μα­τιά­κι, λί­γο με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ κο­τέ­τσι, τὸ νοι­κι­ά­σα­με σ’ ἕ­ναν κα­κο­μοί­ρη με­τα­νά­στη ποὺ κα­θό­λου δὲ μᾶς κα­λο­φά­νη­κε. Κι­τρι­νιά­ρης, ρου­φηγ­μέ­νος σὰ φυ­μα­τι­κός, μὲ κα­φε­τιὰ ἀ­ραι­ὰ δόν­τια, φο­ροῦ­σε μο­νί­μως μιὰ λι­γδι­α­σμέ­νη καμ­παρ­ντί­να. Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν αὐ­τό, ἦ­ταν τὸ βλέμ­μα του, δια­ρκῶς κα­τε­βα­σμέ­νο, λο­ξό, ἔ­νο­χο βλέμ­μα. Εἶ­χε ἕ­να κα­ρο­τσά­κι, που­λοῦ­σε ξη­ροὺς καρ­ποὺς ἔ­ξω ἀ­π’ τοὺς κι­νη­μα­το­γρά­φους, μα­ζευόν­ταν στὴν κα­μα­ρού­λα τὴ νύ­χτα, μου­λω­χτά, σι­γα­νο­πα­τών­τας κι ἔ­πε­φτε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς ν’ ἀ­νά­ψει τὸ φῶς. Τὰ ἑλ­λη­νι­κά του μι­σὰ καὶ στρα­βο­κά­νι­κα. Κά­τι μοῦ βρω­μά­ει σ’ αὐ­τὸν εἶ­πε ἡ μά­να μου στὴ νου­νά μου· ἐ­μεῖς τὰ παι­διὰ τὸ μυ­ρί­σα­με γρή­γο­ρα, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρα­με τί εἴ­δους μυ­ρου­διὰ ἦ­ταν. Ἡ Βά­σω, ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α μας, ψη­λή, ξε­ρα­κια­νή, στέ­κα τὴ φω­νά­ζα­με, ἄ­χα­ρη στὴν ἡ­λι­κί­α τῶν ἕν­τε­κα χρό­νων της, ἡ Βά­σω λοι­πόν, κα­θό­τα­νε καὶ τῆς χά­ι­δευ­ε τὸ μπρά­τσο, μᾶς ἔ­φερ­νε σα­κοῦ­λες τὰ σπό­ρια καὶ τρώ­γα­με ὅ­λες φτύ­νον­τας τὰ φλού­δια μὲ μα­νί­α σὰ νὰ φτύ­να­με ἐ­κεῖ­νον. Ἡ Βά­σω ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ μᾶς ἔ­φερ­νε σπό­ρια καὶ κα­ρα­μέ­λες, ὥ­σπου ἔ­φτα­σαν στ’ αὐ­τιὰ τῆς μά­νας της τὰ κα­μώ­μα­τά της. Ἀ­φοῦ τὴν πά­τη­σε ἕ­να γε­ρὸ ξύ­λο, ἔ­στει­λε τὸν ἄν­τρα της ποὺ πα­ρα­φύ­λα­ξε τὸν νοι­κά­ρη μας καὶ μό­λις ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε, σκυ­φτός, ὅρ­μη­σε καὶ τοῦ ΄ρι­ξε δυ­ὸ χα­στού­κια, μι­λιὰ δὲν ἔ­βγα­λε μό­νο σούρ­θη­κε, ὡς τὴν κα­μα­ρού­λα του, ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ κλει­σμέ­νος μέ­ρες, ἡ μά­να μου τὸν λυ­πή­θη­κε, τοῦ πῆ­γε ἕ­να πιά­το φα­γὶ μιὰ κα­νά­τα νε­ρό, τ’ ἄ­φη­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα του. Με­τὰ ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ πη­γαί­νει στὴ δου­λειὰ του ἀλ­λὰ ἐ­μεῖς δὲν εἴ­χα­με σπό­ρια νὰ τρῶ­με.

            Ἔ­τυ­χε νὰ πε­θά­νει κά­ποι­α συγ­γέ­νισ­σά μας κι ἡ μά­να μου ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει στὸ ξε­νύ­χτι. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ κοι­μη­θῶ στῆς νου­νᾶς μου, εἶ­χε ὅ­λο ἀ­γό­ρια ἐ­κεί­νη, κα­τὰ σύμ­πτω­ση ὁ νοι­κά­ρης μας ἦ­ταν στὴν κα­μα­ρού­λα του, ἡ μά­να μου κοί­τα­ξε κα­χύ­πο­πτα τὴν πόρ­τα του καὶ φώ­να­ξε ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὰ ὥ­στε νὰ τὴν ἀ­κού­σει: τὸ νοῦ σου μὴ σὲ πλη­σιά­σει ὁ χτι­κιά­ρης, μὴ σὲ ξε­μο­να­χιά­σει ὁ σι­χα­μέ­νος, μα­κριά του, ἔ­τσι καὶ σὲ σι­μώ­σει θὰ σᾶς πνί­ξω καὶ τοὺς δυ­ὸ μὲ τ’ ἄν­τε­ρά σας. Ἀ­κοῦς; Ἤ­ξε­ρα πὼς τὸ ἀ­κοῦς, τὸ ‘λέ­γε σ’ αὐ­τὸν κι ὄ­χι σὲ μέ­να. Ἔ­δε­σε τὸ μαν­τί­λι στὸ κε­φά­λι της καὶ βγῆ­κε στὸ δρό­μο.

            Σου­ρού­πω­νε ὅ­ταν ἔ­φυ­γε κι ἡ γει­το­νιὰ μα­ζώ­χτη­κε στὰ σπί­τια της. Ἄ­να­ψα τὸ φῶς κι ἅ­πλω­σα τὰ τε­τρά­διά μου στὸ τρα­πέ­ζι νὰ γρά­ψω τὰ μα­θή­μα­τά μου. Δὲν πρό­λα­βα νὰ πιά­σω τὸ μο­λύ­βι ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὰ ἄ­η­χα βή­μα­τά του νὰ πλη­σιά­ζουν. Ἔ­τρι­ξε ἡ πόρ­τα του κα­θὼς ἄ­νοι­ξε κι ἔ­κλει­σε, τὸ σῶ­μα μου μα­ζεύ­τη­κε ἐ­νῶ τ’ αὐ­τιά μου τεν­τώ­θη­καν. Τί­πο­τα, ἡ­συ­χί­α.

            Εἶ­χα τε­λει­ώ­σει τὰ γρα­ψί­μα­τά μου, νύ­στα­ζα, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σα νὰ χα­λα­ρώ­σω, ἤ­μουν σφιγ­μέ­νη. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί φο­βό­μουν ἀ­π’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ φο­βό­μουν. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἄ­κου­σα ἕ­να χαρ­χά­λε­μα στὴν πόρ­τα, δὲ σκέ­φτη­κα τὴ μά­να μου, αὐ­τό­να σκέ­φτη­κα. Ζού­φω­ξα στὴ γω­νιά μου, μά­ζω­ξα τὰ πό­δια ὣς τὴν κοι­λιά, κα­τέ­βα­σα τὸ φό­ρε­μά μου ὣς τοὺς ἀ­στρα­γά­λους. Ἄ­κου­σα τὰ βή­μα­τά του νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω. Ἡ καρ­διά μου ταμ­ποῦρ­λο. Πέ­ρα­σε ὥ­ρα, μι­σο­ζα­λι­σμέ­νη ἀ­π’ τὴ νύ­στα, εἶ­δα τὴν πόρ­τα ν’ ἀ­νοί­γει κι αὐ­τὸν νὰ πλη­σιά­ζει πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Ἡ γλώσ­σα μου κολ­λη­μέ­νη, τὸ λα­ρύγ­γι στε­γνό. Ἄ­φη­σε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ἕ­να πιά­το κι ἔ­φυ­γε πά­λι ἥ­συ­χα νυ­χο­πα­τών­τας. Ἀ­φοῦ ἦρ­θε ἡ ψυ­χή μου στὸν τό­πο της, ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι στὸ πιά­το. Βρα­σμέ­να ζε­στὰ κά­στα­να, φι­στί­κια κι ἕ­να μαν­τα­ρί­νι τὸ γέ­μι­ζαν. Ἔ­φα­γα τὰ ζε­στὰ κά­στα­να ἀρ­γὰ ἀρ­γά, ξε­φλού­δι­σα μὲ τὰ δόν­τια τ’ ἁλ­μυ­ρὰ κι­κι­ρί­κια, ἀ­φή­νον­τας καὶ γιὰ τὴ μά­να, ξε­δί­ψα­σα μὲ τὸ μι­σὸ μαν­τα­ρί­νι μὲ τ’ αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να.

            Νύ­στα­ξα, κοι­μή­θη­κα. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο στὸ φῶς, αὐ­τὸς ὄρ­θιος ἀ­πὸ πά­νω μου. Τὰ μά­τια του πρώ­τη φο­ρὰ μὲ κοί­τα­ζαν καὶ τὰ ἔ­βλε­πα. Εἶ­χαν ἕ­να γλυ­κὸ κα­στα­νὸ χρῶ­μα, ἄ­χνι­ζαν ἀ­πὸ ζε­στα­σιὰ σὰν τὰ κά­στα­να πού μοῦ ‘φε­ρε ψὲς βρά­δυ. Τοῦ χα­μο­γέ­λα­σα.

            Σή­κω νὰ πᾶς σκο­λιό, μοῦ εἶ­πε καὶ μοῦ ‘δειξε δυ­ὸ φραν­τζο­λά­κια μὲ σα­λά­μι πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Ἔ­φυ­γε πη­γαί­νον­τας πί­σω-πί­σω, μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε.

            Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γα, πῆ­ρα τὴν πά­νι­νη τσάν­τα μου ἀλ­λὰ πρὶν φύ­γω ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ μπῆ­κα στὸ δω­μά­τιό του. Ἦ­ταν συμ­μα­ζε­μέ­νο, ὄ­χι κα­θα­ρό, ἁ­πλῶς τα­κτο­ποι­η­μέ­νο, πρώ­τη φο­ρὰ ἔμ­παι­να μέ­σα, τὸ κρε­βά­τι του μὲ τὸ λε­ρω­μέ­νο πά­πλω­μα, χά­μω σε μιὰ γω­νιὰ ἕ­να κα­λά­θι μ’ ἕ­να μπου­κά­λι λά­δι, ζυ­μα­ρι­κά, μιὰ κρε­μά­στρα μὲ δυ­ὸ που­κά­μι­σα κι ἕ­να παν­τε­λό­νι πε­ρα­σμέ­να στὸ χε­ρού­λι τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ, στὸ τρα­πέ­ζι δυ­ὸ πιά­τα, ἕ­νας τέν­τζε­ρης, ἡ κορ­νι­ζα­ρι­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ ἐν­νιὰ-δέ­κα χρο­νῶν μὲ τὰ ἴ­δια κα­στα­νὰ μά­τια αὐ­του­νοῦ. Ἕ­να καν­τη­λά­κι ἔ­και­γε πλά­ι της.

            Κα­θὼς μὲ εἶ­δε νὰ τὴν κοι­τά­ζω, ἡ κό­ρη μου, εἶ­πε. Σκο­τώ­θη­κε πρὶν ἕ­να χρό­νο μα­ζὶ μὲ τὴ μά­να της. Ἔ­πε­σε βόμ­βα στὸ σπί­τι, ἀ­να­τι­νά­χτη­καν. Τὸ χε­ρά­κι της κό­πη­κε ἀ­π’ τὸν ὦ­μο καὶ πε­τά­χτη­κε σὲ μί­αν αὐ­λή. Τὸ βρῆ­καν τὸ μπρα­τσά­κι της καὶ μοῦ τὸ φέ­ραν με­τὰ μιὰ ὥ­ρα. Τὸ πε­ρά­σα­με μέ­σα ἀ­π’ τὸ μα­νι­κά­κι της γιὰ νὰ τὴ θά­ψου­με. Ἔ­κλαι­γε, κι ἔ­κλαι­γα κι ἐ­γώ. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἄ­νοι­ξ’ ἡ πόρ­τα κι ὅρ­μη­σε ἡ μά­να μου ἔ­ξαλ­λη. Ἀ­φοῦ μὲ τράν­τα­ξε γιὰ τὰ κα­λά, τὸ στό­μα μου μύ­ρι­ζε σα­λά­μι, αὐ­τός σὲ τά­ι­σε οὔρ­λια­ξε κι ὅρ­μη­σε πά­νω του, τὸν ἔ­σου­ρε ἀ­π’ τὰ μαλ­λιά, μά­ται­α τσί­ρι­ζα ἐ­γὼ πὼς δὲν μὲ πεί­ρα­ξε πὼς ἤ­τα­νε κα­λὸς καὶ λυ­πη­μέ­νος, ἐ­κεί­νη τὸν ἔ­σου­ρε μὲ τὴ γει­το­νιὰ ξω­πί­σω της, τὸν ξε­μάλ­λια­σαν, τοῦ σκί­σα­νε τὰ ροῦ­χα καὶ τὸ πρό­σω­πο. Ταυ­τό­χρο­να ἡ νου­νά μου μὲ μιὰ γει­τό­νισ­σα μ’ ἅρ­πα­ξαν καὶ μὲ ξά­πλω­σαν στὸ κρε­βά­τι. Νὰ μὲ πα­ρη­γο­ρή­σουν νό­μι­ζα. Μὰ ἐ­κεῖ­νες μοῦ σή­κω­σαν τὸ φου­στά­νι μ’ ἄ­νοι­ξαν τὰ πό­δια, μοῦ κα­τέ­βα­σαν τὸ ἐ­σώ­ρου­χο. Ἐν­τά­ξει εἶ­ναι, δὲν τὴν πεί­ρα­ξε φώ­να­ξαν τῆς μά­νας μου κα­θὼς μὲ εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἤ­δη μπρού­μυ­τα. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να, αἰ­σθα­νό­μου­να. Δὲν ἦ­ταν ἀν­θρώ­πι­να δά­χτυ­λα αὐ­τά, ἦ­ταν νύ­χια ἁρ­πα­χτι­κῶν ποὺ σκά­λι­ζαν ὄ­χι τὸ σῶ­μα, τὴν ψυ­χή μου, κι ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ αἰ­σθα­νό­μουν τὶς δι­κές τους ψυ­χὲς νὰ ἔ­χουν βγεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα τους καὶ νὰ ἔχουν με­τα­φερ­θεῖ πά­νω σ’ αὐ­τὰ τὰ γαμ­ψὰ νύ­χια Κι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­θα ἤ­τα­νε τό­σο ἀ­πε­χθές, τό­σο βάρ­βα­ρο, τό­σο σκο­τει­νό, σὰ νὰ μὲ εἶ­χαν πα­ρα­χώ­σει σ΄ ἕ­να βό­θρο καὶ μοῦ ‘ρι­χναν τό­νους ἀ­κα­θαρ­σί­ες πά­νω μου καὶ δὲ μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­να­σά­νω. Τὸ μό­νο ποὺ κα­τά­φε­ρα εἶ­ναι μό­λις μ’ ἄ­φη­σαν ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους νὰ τοὺς δώ­σω δυ­ὸ δυ­να­τὲς κλω­τσι­ὲς στὰ μοῦ­τρα. Ἡ μύ­τη τῆς νου­νᾶς μου μά­τω­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

            Ἔ­φυ­γε χω­ρὶς νὰ πά­ρει τὰ πράγ­μα­τά του, σὰ δαρ­μέ­νος σκύ­λος. Ὅρ­μη­σα στὴ μά­να μου, τὴ δάγ­κω­να, δὲ μπο­ροῦ­σαν νὰ μὲ ξε­κολ­λή­σουν ἀ­πὸ πά­νω της.

            Κά­πο­τε βρῆ­κα τὸ κου­ρά­γιο καὶ τοῦ ἔ­πλυ­να τὸ πά­πλω­μα. Μπρο­στά της. Πῆ­γε νὰ μὲ βο­η­θή­σει, τῆς τ΄ ἅρ­πα­ξα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια. Δὲ μί­λη­σε. Μα­ζὶ μὲ τὴ Βά­σω τοῦ τὸ πή­γα­με ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε τὸ κα­ρό­τσι του. Πῆ­ρε τὸ πά­πλω­μα, τὸ μύ­ρι­σε, μᾶς κοί­τα­ξε γλυ­κὰ καὶ γλί­στρη­σε τὸ χέ­ρι του στὸ μπρά­τσο τῆς Βά­σως κα­θυ­στε­ρών­τας ἀρ­κε­τὰ στὰ δι­κά μου μαλ­λιά.


Ὄ­χι, πο­τὲ δὲν κα­τέ­βα­σα τὴ μα­σιὰ πά­νω στὴ μά­να μου. Ἤ­θε­λα νὰ τὸ κά­νω. Τὸ φαν­τα­ζό­μου­να. Τὸ σχε­δί­α­ζα κά­θε βρά­δυ καὶ ἔ­σπα­ζε ὁ θυ­μός μου πά­νω στὴν κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ μου. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε ἡ μα­σιὰ καὶ τσί­ρω­νε τὸ πρό­σω­πό της, μα­ζεύ­ον­ταν ζα­ρω­μέ­νο τὸ δέρ­μα της, μά­ζευ­ε κι ὁ θυ­μός μου, γί­νον­ταν ἕ­να μόρ­φω­μα ἐ­κτρω­μα­τι­κό, στα­μα­τη­μέ­νο μό­νι­μα ἐ­κεῖ, στὸ δι­ά­φραγ­μά μου. Ἡ ἀ­να­πνο­ή μου ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νη νὰ σκα­λώ­νει πά­νω του, νὰ δι­α­σχί­ζει αὐ­τὴ τὴ σκο­τει­νὴ οὐ­λή, ὣς νὰ βγεῖ ξε­γδαρ­μέ­νη, μο­λυ­σμέ­νη, ποῦ;

            Γιὰ χρό­νια τῆς μι­λοῦ­σα ἐ­λά­χι­στα. Ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι της νὰ μ’ ἀγ­γί­ξει κι ἐ­γὼ τρα­βι­ό­μου­να. Ἔ­βλε­πα τὸ ἀ­ό­ρα­το ση­μά­δι τῆς μα­σιᾶς πά­νω στὸ πρό­σω­πό της καὶ τὸ πε­ρί­ερ­γο εἶ­ναι πὼς τό ‘βλε­πε καὶ κεί­νη, για­τί κά­θε τό­σο σή­κω­νε τὸ χέ­ρι κι ἄγ­γι­ζε τὴν πλη­γή.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (ἔκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 2009). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Πα­ρέμ­βα­ση, τεῦ­χος 140, Ἰ­ούν.-Αὔγ. 2007.

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριοἩ λέ­ξηΠαν­δώ­ραΠά­ρο­δοςΠα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011)