Μα­ρί­α Δρι­μῆ: Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των



Μα­ρί­α Δρι­μῆ


Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των


Α ΣΥΡΤΑΡΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ἔ­χα­σκαν ἄ­δεια σὰν πει­να­σμέ­να στό­μα­τα. Πρώ­τη φο­ρὰ φαι­νό­ταν ὁ πά­τος τους, ἀ­νοιγ­μέ­νος σὲ πολ­λὰ ση­μεῖ­α. Λί­γο ἀ­κό­μα καὶ θὰ γλι­στροῦ­σαν τὰ χαρ­τιὰ ἀ­πὸ τὰ πά­νω στὰ κά­τω συρ­τά­ρια. Δί­πλα στὴν πόρ­τα ἦ­ταν στοι­βαγ­μέ­νες πέν­τε με­γά­λες σκου­πι­δο­σα­κοῦ­λες. Ὁ Ἄ­γης μά­ζε­ψε τὰ στυ­λό του καὶ τὰ ἔ­χω­σε στὴ μα­κρό­στε­νη ὑ­φα­σμά­τι­νη κα­σε­τί­να. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο σκε­φτι­κός. Ξα­νά­νοι­ξε τὴν κα­σε­τί­να κι ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα ἕ­να μαῦ­ρο Parker. Ἡ σε­λί­δα Α4 ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὴ πά­νω στὸ γρα­φεῖο. Ἴ­δια κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτη ἡ γραμ­μα­το­σει­ρὰ στὰ ἔν­τυ­πα αἰ­τή­σε­ων· μό­νο οἱ λέ­ξεις ἦ­ταν ἄλ­λες: αἴ­τη­ση συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης. Ἔ­βα­λε τὴν ὑ­πο­γρα­φή του, λο­ξὴ καὶ κυ­μα­τι­στή, σὰν γιρ­λάν­τα. Ἔ­κα­νε τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη ὑ­πο­γρα­φὴ ἀ­π’ ὅ­λους τους συ­να­δέλ­φους.

       Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των. Τριά­ντα πέν­τε χρό­νια στὸ ἴ­διο γρα­φεῖ­ο, κα­τέ­γρα­φε χα­μέ­να ἀν­τι­κεί­με­να. Εἶ­χε δι­ο­ρι­στεῖ ἐ­κεῖ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, σὰν μιὰ προ­σω­ρι­νὴ λύ­ση ἀ­νάγ­κης. Εὔ­κο­λη δου­λειά, ρου­τι­νι­ά­ρι­κη καὶ ταυ­τό­χρο­να χρή­σι­μη. Ὁ κό­σμος ἔ­χα­νε ὅ,τι δὲν φαν­τά­ζε­ται κα­νείς· ἀ­πὸ στυ­λό, ρο­λό­για καὶ πορ­το­φό­λια μέ­χρι πο­δή­λα­τα, αὐ­το­κί­νη­τα καὶ ἄ­λο­γα. Ὁ το­μέ­ας τους ἀ­σχο­λι­ό­ταν μὲ μι­κρὰ ἀν­τι­κεί­με­να. Ὁ Ἄ­γης πα­ρα­λάμ­βα­νε τὶς δη­λώ­σεις ἀ­πώ­λειας, τοὺς ἔ­δι­νε κω­δι­κὸ καὶ τὶς τα­ξι­νο­μοῦ­σε μὲ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ σὲ με­γά­λα ντο­σι­έ. Μὲ τὰ χρό­νια ἡ ὑ­πη­ρε­σί­α ψη­φι­ο­ποι­ή­θη­κε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ χαρ­τιά, ντο­σι­ὲ καὶ κω­δι­κοί, ἀλ­λὰ ὑ­πο­λο­γι­στές, ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ ἀρ­χεῖ­α καὶ barcodes. Ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες χα­μέ­να μι­κρο­αν­τι­κεί­με­να εἶ­χε κα­τα­γρά­ψει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ὁ Ἄ­γης. Ἡ μι­σή του ζω­ὴ ἦ­ταν τὰ ἀ­πο­λε­σθέν­τα τῶν ἄλ­λων.

       Πά­ει και­ρὸς ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει καὶ ὁ γέ­ρος ποὺ σύ­χνα­ζε στὰ γρα­φεῖ­α τους. Ἐ­δῶ καὶ δε­κα­ε­τί­ες, σχε­δὸν κά­θε δεύ­τε­ρη μέ­ρα, πάν­τα τὸ ἴ­διο βι­ο­λί. Θε­ο­πά­λα­βος. Πό­τε εἶ­χε χά­σει ἕ­ναν χρό­νο ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του καὶ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια νὰ τὸν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, πό­τε τοῦ εἶ­χε ξε­γλι­στρή­σει μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο τὸ ὄ­νει­ρο στὸν ὕ­πνο. Μιὰ μέ­ρα εἶ­χε ἔρ­θει νὰ δη­λώ­σει ὅ­τι χά­θη­καν οἱ πραγ­μα­τι­κοὶ ἄν­θρω­ποι. «Ὅ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ βλέ­πε­τε εἶ­ναι ὁ­μοι­ώ­μα­τα», ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε.

       Στὸ γρα­φεῖ­ο τὸν ἔ­κα­ναν χά­ζι. «Πά­λι ἐ­δῶ εἶ­ναι ὁ χα­μέ­νος. Ἄ­γη, ἀ­νά­λα­βέ τον», τοῦ ἔ­λε­γε ὁ προ­ϊ­στά­με­νος. Ὁ Ἄ­γης τὸν ἔ­βα­ζε νὰ κα­θί­σει στὸ γρα­φεῖ­ο του. Ἄ­νοι­γε δῆ­θεν τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ νὰ κα­τα­γρά­ψει τὸ ἀ­πο­λε­σθὲν τῆς ἡ­μέ­ρας. Ὁ γέ­ρος εἶ­χε γα­λα­νὰ μά­τια καὶ σα­κου­λι­α­σμέ­να βλέ­φα­ρα. Χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι φο­ροῦ­σε τὴν ἴ­δια λε­ρὴ κα­παρ­ντί­να, μό­νο ποὺ τὸ κα­λο­καί­ρι τὴν ἔ­βγα­ζε καὶ τὴν κρα­τοῦ­σε δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του. Εὐ­τυ­χῶς, δὲν μύ­ρι­ζε. Ὁ Ἄ­γης δὲν ἄν­τε­χε τὴν ξι­νί­λα τοῦ ἱ­δρώ­τα.

       «Τί χά­σα­τε σή­με­ρα;»

       Μὲ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τὴ ὁ γέ­ρος ἄρ­χι­ζε ἕ­ναν μο­νό­λο­γο χω­ρὶς τέ­λος, γιὰ τὰ χα­μέ­να του χρό­νια καὶ τὸ πε­θα­μέ­νο του παι­δί, τὴ «Χα­μέ­νη Ἄ­νοι­ξη» τοῦ Τσίρ­κα, τὴ μου­σι­κὴ ποὺ ἀ­κού­γε­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κι ὕ­στε­ρα χά­νε­ται. Ὁ Ἄ­γης ἄλ­λο­τε ἄ­κου­γε δι­α­σκε­δά­ζον­τας κι ἄλ­λο­τε ἔ­κα­νε πὼς γρά­φει κι ἔ­παι­ζε σκά­κι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ὁ γέ­ρος ἦ­ταν κον­τὰ στὴ δι­κή του ἡ­λι­κί­α, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νον κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «γέ­ρο», ὅ­λοι τὸν ἔ­λε­γαν Ἄ­γη. Φο­βό­ταν ὅ­τι θὰ τὸν ἔ­τρω­γε στὴ μά­πα μέ­χρι τὴ σύν­τα­ξη, ὅ­μως νὰ ποὺ ὁ γέ­ρος τὸν πρό­λα­βε, τερ­μά­τι­σε πρῶ­τος. Καὶ νά, ἐ­πί­σης, ποὺ τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α εἶ­χε φτά­σει νὰ τοῦ λεί­πει. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι, χω­ρὶς τὸ κα­κο­σου­λού­πω­το σῶ­μα μὲ τὴν κα­παρ­ντί­να, ἔ­στε­κε ἄ­δεια καὶ ἀ­μή­χα­νη.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ γύ­ρω του, μὴν εἶ­χε ξε­χά­σει τί­πο­τα. Ἔ­βα­λε τὴν κα­σε­τί­να στὴν τσάν­τα του καὶ ξε­κρέ­μα­σε τὴν κα­παρ­ντί­να του ἀ­πὸ τὸν κα­λό­γε­ρο. Ἔ­κα­νε ζέ­στη, δὲν τὴ φό­ρε­σε. Πῆ­ρε τὸ ἔν­τυ­πο τῆς πα­ραί­τη­σης, νὰ τὸ κα­τα­θέ­σει στὴ γραμ­μα­τεί­α φεύ­γον­τας.

       Τὸ κτή­ριο ἦ­ταν ἔ­ρη­μο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­κα­ναν τη­λερ­γα­σί­α. Στὴ γραμ­μα­τεί­α ὑ­πῆρ­χε μό­νο μί­α ὑ­πάλ­λη­λος. Δὲν τὴν ἤ­ξε­ρε, μᾶλ­λον και­νού­ρια. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­χρω­μη μά­σκα, τὰ μά­τια της ἔ­λαμ­παν σὰ νὰ εἶ­χε κλά­ψει.

       «Αἴ­τη­ση ἀ­δεί­ας;» τὸν ρώ­τη­σε.

       «Ὄ­χι. Πα­ραί­τη­ση λό­γω συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης.»

       «Μά­λι­στα» τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Πέ­ρα­σε τὰ στοι­χεῖ­α τῆς αἴ­τη­σης στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ἔ­γρα­φε γρή­γο­ρα, λὲς καὶ τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν ξαφ­νι­κὰ ξε­κολ­λή­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της καὶ εἶ­χαν ξα­μο­λη­θεῖ ἐ­λεύ­θε­ρα πά­νω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο. «Εἶ­στε ἕ­τοι­μος» τοῦ εἶ­πε. «Κα­λὴ συ­νέ­χεια.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἄ­γης.

       Πῆ­ρε τὴ σκά­λα τῆς κα­θό­δου. Συ­νή­θως ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­σαν­σέρ, ὅ­μως σή­με­ρα δὲν βι­α­ζό­ταν. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε, ἔ­ρι­χνε μα­τι­ὲς ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιὰ στὶς γνώ­ρι­μες πόρ­τες. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἦ­ταν κλει­στές. Φαν­τά­στη­κε τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ γύ­ρι­ζε ὡς ἐ­πι­σκέ­πτης γιὰ νὰ γνω­ρί­σει τὸν ἀν­τι­κα­τα­στά­τη του. Εἶ­χαν ἤ­δη προ­κη­ρύ­ξει τὴ θέ­ση. Μὲ σχε­δὸν τρε­λὴ χα­ρὰ πρό­σμε­νε τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ κα­θό­ταν στὴν ἀ­δεια­νὴ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ πα­λιό του γρα­φεῖ­ο, κρα­τών­τας τὴν κα­παρ­ντί­να δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του, καὶ θὰ δή­λω­νε ὅ­λα τὰ χρό­νια τῆς ζω­ῆς του ποὺ ἔ­χα­σε μέ­σα στὸ Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Δρι­μῆ (Ἀ­θή­να, 1968). Ἰ­α­τρὸς Ἐν­τα­τι­κο­λό­γος σὲ Μο­νά­δα Ἐν­τα­τι­κῆς Θε­ρα­πεί­ας τοῦ ΕΣΥ καὶ ἀ­πό­φοι­τη τοῦ Τμή­μα­τος Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ (κα­τεύ­θυν­ση Με­σαι­ω­νι­κῆς καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὸ θέ­α­τρο. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Στὸ δι­α­δί­κτυ­ο κυ­κλο­φο­ροῦν ἐ­λεύ­θε­ρα τὰ θε­α­τρι­κά της ἔρ­γα: Ἐν τό­πῳ χλο­ε­ρῷ (2019), Οὔ­ριος ἄ­νε­μος (2020), Ἀ­πὸ ἕ­δρας (2020). Τὸ θε­α­τρι­κό της ἔρ­γο Ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες (2020) ἀ­πέ­σπα­σε τρί­το βρα­βεῖ­ο στὸν δι­α­γω­νι­σμὸ «Σὲ κλει­στὸ κύ­κλο» τῆς Ἕ­νω­σης Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων Κύ­πρου.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: