Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Σπουδαῖες σκέ­ψεις σὲ λίγες λέ­ξεις!



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Σπουδαῖες σκέ­ψεις σὲ λίγες λέ­ξεις!

(Great Thoughts, Few Words!)


Μιὰ συνέντευξη τοὺ Τὶμ Τόμλινσον στὸν Βασίλη Μανουσάκη

γιὰ τὸ ἱστολόγιον Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάϊ

 

Τί εἶ­ναι δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πή;


«Ἀστρα­πὴ» εἶ­ναι ἕνας ἐπι­νο­η­μέ­νος ὅρος γιὰ μιὰ νε­φε­λώ­δη μορ­φή. Ἄν θυ­μᾶ­μαι κα­λά, «ξαφ­νι­κὸ δι­ή­γη­μα» ἦταν ὁ ὅρος ποὺ χρη­σι­μο­ποιοῦν­ταν, ὅταν πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε ἡ ἀνάγ­κη γιὰ κα­τη­γο­ριο­ποί­η­ση τῆς νέ­ας φόρ­μας. Ἀλ­λὰ φυ­σι­κὰ τὸ «δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πή» —μὲ ἄλ­λα ὀνό­μα­τα, ἢ κα­νέ­να ὄνο­μα— ἀνά­γε­ται στὴ Γερ­τρού­δη Στάϊν καὶ τὸν Κάφ­κα, τὸν Μπον­τλέρ, τὸν Πόε καὶ ἀκό­μα πιὸ πί­σω.

       Σή­με­ρα, εἶ­ναι ὁ ὅρος ποὺ χρη­σι­μο­ποιοῦ­με γιὰ πρό­ζα ὁρι­σμέ­νης ἔκτα­σης. Κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀπὸ τρια­κό­σιες λέ­ξεις, ἢ καὶ πεν­τα­κό­σιες – τὸ ὅριο λέ­ξε­ων δια­φέ­ρει ἀπὸ χῶ­ρο δη­μο­σί­ευ­σης σὲ χῶ­ρο δη­μο­σί­ευ­σης, καὶ κά­τω ἀπὸ χί­λιες λέ­ξεις ἢ χί­λιες πεν­τα­κό­σιες, ἀλ­λὰ σί­γου­ρα πο­τὲ με­γα­λύ­τε­ρο ἀπὸ δύο χι­λιά­δες λέ­ξεις, ἀλ­λὰ καὶ πά­λι ἐξαρ­τᾷ­ται ἀπὸ τὸν χῶ­ρο δη­μο­σί­ευ­σης. Με­ρι­κὲς ἱστο­ρί­ες στὴν πρό­σφα­τη συλ­λο­γὴ τῆς Λὶν Σά­ρον Σουάρτζ, Ἔκ­φρα­ση Ἀλή­θειας (Truthtelling), εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ με­γα­λύ­τε­ρες ἀπὸ δύο χι­λιά­δες λέ­ξεις, ἀλ­λὰ ἡ ἴδια ἡ συλ­λο­γὴ θε­ω­ρεῖ­ται κα­τὰ κά­ποιον τρό­πο δια­φο­ρε­τι­κὴ ἀπὸ μιὰ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ συμ­βα­τι­κὴ ἔκτα­ση.


Ποιό εἶ­ναι τὸ μέ­γε­θος ἑνὸς δι­η­γή­μα­τος-ἀστρα­πὴ ποὺ θὰ πρό­τει­νες σὲ κά­ποιον ποὺ θὰ ἤθε­λε νὰ ξε­κι­νή­σει νὰ γρά­φει;


Δὲν ξέ­ρω ἂν θὰ πρό­τει­να μέ­γε­θος. Ἴσως πρό­τει­να συγ­γρα­φεῖς —Ρό­μπερτ Γουόλ­σερ, Λίν­τια Ντέϊ­βις, Κέϊτ Ζαμ­πρί­νο—, καὶ θὰ πρό­τει­να καὶ τὴν ἐξά­σκη­ση τῆς συγ­γρα­φῆς. Γιὰ νὰ δοῦν τί θὰ προ­κύ­ψει. Καὶ φυ­σι­κὰ νὰ προ­σέ­χουν τίς ὁδη­γί­ες ποὺ δί­νουν οἱ χῶ­ροι δη­μο­σί­ευ­σης. Ὅπως εἶ­πα, οἱ ὁρι­σμοὶ ποι­κίλ­λουν καὶ δὲν θέ­λεις νὰ στεί­λεις μιὰ ἱστο­ρία χι­λί­ων πεν­τα­κο­σί­ων λέ­ξε­ων κά­που, ὅπου δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πὴ ὁρί­ζε­ται αὐ­τὸ ποὺ ἔχει ὅριο λέ­ξε­ων κά­τω ἀπὸ ὀχτα­κό­σιες.


Για­τί «δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πή»;


Στὴν ποί­η­ση, ὁ φί­λος μας Ρά­βι Σαν­κὰρ μι­λά­ει γιὰ τὴν ἀπε­λευ­θε­ρω­τι­κὴ ἐπί­δρα­ση τῶν πε­ριο­ρι­σμῶν. Τὸ δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πὴ εἶ­ναι ἐκ­παι­δευ­τι­κὸ ἀπὸ αὐ­τὴν τὴν ἄπο­ψη. Ἀπαι­τεῖ ἀνε­λέη­τη οἰ­κο­νο­μία ἔκ­φρα­σης. Μπο­ρεῖς νὰ μά­θεις πολ­λὰ γιὰ μιὰ πρό­τα­ση, ὅταν ἀναγ­κα­στεῖς νὰ κό­ψεις, νὰ κό­ψεις, νὰ κό­ψεις.


Πῶς μπο­ρεῖ κά­ποιος νὰ μι­λά­ει γιὰ με­γα­λύ­τε­ρα πράγ­μα­τα σὲ λι­γό­τε­ρες λέ­ξεις;


Μὲ μο­να­δι­κὴ ἀκρί­βεια, ὅπως βρί­σκου­με στὴ διά­ση­μη ἱστο­ρία ἕξι λέ­ξε­ων τοῦ Χέ­μιν­γουεϊ – ἡ ὁποία μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πιὸ εὐ­φυ­ὴς ἀπὸ ὅ,τι συγ­κι­νη­τι­κή. Ἀλ­λὰ μέ­νον­τας σὲ αὐ­τὸν γιὰ μιὰ στιγ­μή, ἱστο­ρί­ες ὅπως τὸ «A Clean Well-Lighted Place» ἢ τὸ «Hills Like White Elephants» εἶ­ναι ἐξαι­ρε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα τῆς δι­κῆς του θε­ω­ρί­ας τοῦ πα­γό­βου­νου ὅσον ἀφο­ρᾷ τὴν ἀφή­γη­ση ἱστο­ριῶν – ἐλά­χι­στες κο­ρυ­φές, ποὺ στη­ρί­ζον­ται πά­νω σὲ τε­ρά­στιες κα­τα­σκευὲς τίς ὁποῖ­ες ὁ ἀνα­γνώ­στης δὲν βλέ­πει πο­τέ. Ἄν οἱ κο­ρυ­φὲς εἶ­ναι κα­λὰ κα­τα­σκευα­σμέ­νες, θὰ ὑπο­δη­λώ­σουν με­γα­λύ­τε­ρα πράγ­μα­τα.

 

Στὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ στὸ πε­ριο­δι­κὸ ὅπου θὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ αὐ­τὴ ἡ συ­νέν­τευ­ξη, ὀνο­μά­σα­με τὰ δι­η­γή­μα­τα-ἀστρα­πή, Ἱστο­ρί­ες Μπον­ζάϊ. Μπο­ρεῖ κά­ποιος νὰ πε­ριο­ρί­σει τὴ συγ­γρα­φή τους καὶ πα­ράλ­λη­λα νὰ δη­μιουρ­γή­σει κά­τι ποὺ λει­τουρ­γεῖ ὡς ὅλον;


Ἄν κα­τα­νοῶ σω­στὰ τὴν ἐρώ­τη­ση, ναί. Σκέ­φτο­μαι πρό­σφα­τα βι­βλία τῆς Τζέ­νι Ὄφιλ ἢ τῆς Σά­ρα Μαν­γκοῦ­σο. Τὰ ἀπο­σπά­σμα­τα εἶ­ναι γιὰ τὰ βι­βλία ὅ,τι τὰ ἀστέ­ρια γιὰ τοὺς ἀστε­ρι­σμούς.


Εἶ­ναι τὸ δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πὴ πο­λι­τι­σμι­κὴ ἀνάγ­κη;


Εἶ­ναι στὴ Νέα Ὑόρ­κη, καὶ ἴσως σὲ κά­θε πό­λη. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ δι­κά μου, «Μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις», ἕνας ἀγ­χω­μέ­νος ἀφη­γη­τὴς στὸ με­τρὸ ἔχει ἀνάγ­κη νὰ χω­ρέ­σει μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ ἐμ­πει­ρία στὸν χρό­νο ποὺ χρειά­ζε­ται νὰ φτά­σει ἀπὸ τὴ μία στά­ση στὴν ἄλ­λη. Τὸ δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πὴ μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει ἄνε­τα σὲ αὐ­τὰ τὰ χρο­νι­κὰ δια­στή­μα­τα (ἀκό­μα καὶ ἂν δὲν γί­νε­ται στὴ δι­κή μου ἱστο­ρία).


Μοι­ρά­σου, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μιὰ στιγ­μὴ ἢ στιγ­μὲς ἔμ­πνευ­σης.


Τὸ «Eerie Moan» τοῦ Ντιοὺκ Ἔλιν­γκτον μὲ μά­γε­ψε. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω τί­πο­τε ἂν δὲν τὸ ἄκου­γα στὸ κε­φά­λι μου. Σκέ­φτη­κα πὼς ὁ μό­νος τρό­πος νὰ τὸ ξε­φορ­τω­θῶ ἦταν νὰ τὸ γρά­ψω. Τὸ ἀπο­τέ­λε­σμα εἶ­ναι μία μο­να­δι­κὴ πρό­τα­ση 712 λέ­ξε­ων ποὺ ἀπο­τε­λεῖ τὸ δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πὴ μὲ τὸν (πο­λὺ πρω­τό­τυ­πο) τί­τλο «Eerie Moan». Δὲν εἶ­χε τὸ προσ­δο­κώ­με­νο ἀπο­τέ­λε­σμα —ἀκό­μα ἀκούω το τρα­γού­δι στὸ κε­φά­λι μου— ἀλ­λὰ χαί­ρο­μαι γιὰ τὴν ἱστο­ρία.


Πε­ρί­γρα­ψε, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, τὴν τε­χνι­κή σου ὅσον ἀφο­ρᾷ τίς μι­κρὲς αὐ­τὲς ἱστο­ρί­ες.


Πο­λὺ συ­χνά, ξε­κι­νᾶ­νε μὲ μία πρό­τα­ση. Ἔχω τὸ ὑλι­κὸ στὸ κε­φά­λι μου —τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες, τὸ σκη­νι­κό, ἴσως καὶ κά­να-δυὸ πε­ρι­στα­τι­κά— με­ρι­κὲς φο­ρὲς γιὰ ἑβδο­μά­δες, μῆ­νες ἢ καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ξε­κι­νᾶ­νε ὅταν, γιὰ ὁποιον­δή­πο­τε λό­γο, ἡ πρώ­τη πρό­τα­ση ξε­πη­δά­ει ἀπὸ τὸ κε­φά­λι μου. Συ­χνά, αὐ­τὲς οἱ πρῶ­τες προ­τά­σεις πη­γά­ζουν ἀπὸ κά­τι ποὺ δια­βά­ζω. Ἀλ­λὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ὁπου­δή­πο­τε καὶ μὲ ὁποιον­δή­πο­τε τρό­πο. Στὸ ντούς, στὸ στρω­μα­τά­κι τῆς γιόγ­κα, στὸ λε­ω­φο­ρεῖο. Ἔχω στι­λὸ καὶ μι­κρὰ ση­μειω­μα­τά­ρια μα­ζί μου παν­τοῦ.


Μιὰ ση­μεί­ω­ση γιὰ τοὺς μελ­λον­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς δι­η­γη­μά­των-ἀστρα­πή.


Σπουδαῖες σκέ­ψεις σὲ λίγες λέ­ξεις. Εἶ­ναι κα­λὴ ἐπο­χὴ γιὰ μι­κρὰ δείγ­μα­τα δου­λειᾶς – πολ­λοὶ χῶ­ροι δη­μο­σί­ευ­σης τὰ ἀνα­ζη­τοῦν.


Μιὰ ση­μεί­ω­ση γιὰ τοὺς ἀνα­γνῶ­στες τοῦ Πλα­νό­διου.


Χαί­ρο­μαι πο­λὺ ποὺ μα­θαί­νω ὅτι ἀνα­γνῶ­στες στὴν Ἀθή­να θὰ δια­βά­σουν τίς ἱστο­ρί­ες μου ἀπὸ τὴ Νέα Ὑόρ­κη. Ἐλ­πί­ζω μιὰ μέ­ρα νὰ μπο­ρέ­σω νὰ τίς δια­βά­σω ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐκεῖ.


(Μάϊος 2021)


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.

Κατηγορίες: Tomlinson Tim, Μανουσάκης Βασίλης, Ἀναφορές, Γιὰ τὸ Διήγημα.