Ἰσμήνη-Μαρία Τσοχαλῆ: Μετὰ τὴν παραλία


Ἰ­σμή­νη-Μα­ρί­α Τσο­χα­λῆ


Με­τὰ τὴν πα­ρα­λί­α


ΗΜΕΡΑ Η ΖΕΣΤΗ εἶ­ναι ἀ­πο­πνι­κτι­κή. Προ­σπά­θη­σες μά­ται­α νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖς στὶς ση­μει­ώ­σεις, ποὺ τὶς κου­βά­λη­σες γιὰ τρί­τη φο­ρὰ στὴν πα­ρα­λία, κά­τω ἀ­π’ τὴν ψά­θι­νη ὀμ­πρέ­λα τοῦ δή­μου. Τώ­ρα κοι­τᾶς τὸ νε­ρό, ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο μέ­σα στὴ λάμ­ψη τοῦ ἥ­λιου, καὶ σὰν νὰ πε­ρι­μέ­νεις ἕ­να ση­μά­δι γιὰ νὰ μὴ δώ­σεις τὴν ἐ­ξέ­τα­ση τὴν ἄλ­λη ἑ­βδο­μά­δα.

        Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀρ­γεῖ κι ἀ­πο­φα­σί­ζεις νὰ βγεῖς μὲ τὰ πό­δια στὸν κεν­τρι­κό. Περ­πα­τᾶς στὰ δρο­μά­κια ἀ­νά­με­σα στὰ ἐ­ξο­χι­κὰ σπί­τια, μὲ τὸν ἥ­λιο κόν­τρα στὸ πρό­σω­πο. Λί­γο με­τὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἂν πη­γαί­νεις πρὸς τὴ σω­στὴ κα­τεύ­θυν­ση καὶ συ­νει­δη­το­ποι­εῖς πό­σο ἔ­χεις ἱ­δρώ­σει. Κον­το­στέ­κε­σαι καὶ κοι­τᾶς γύ­ρω τὶς αὐ­λὲς – δὲν εἶ­ναι ψυ­χὴ ἔ­ξω. Μέ­σα στὴν πη­χτὴ ζέ­στη ποὺ μοιά­ζει νὰ σκε­πά­ζει κά­θε ἄλ­λο θό­ρυ­βο νι­ώ­θεις ξαφ­νι­κὰ νὰ σὲ βα­ραί­νει ὁ ἀ­στα­μά­τη­τος ἦ­χος τῶν τζι­τζι­κι­ῶν.

       Σὲ μιὰ αὐ­λὴ πα­ρα­κά­τω βλέ­πεις κά­ποι­ον· πλη­σιά­ζεις στὰ κάγ­κε­λα τῆς πε­ρί­φρα­ξης καὶ κοι­τᾶς μέ­σα. Μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κά­θε­ται σὲ μιὰ βε­ράν­τα τρί­α σκα­λιὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ ἔ­δα­φος. Φο­ρά­ει μαύ­ρη ρόμ­πα καὶ γυα­λιὰ μυ­ω­πί­ας μὲ λε­πτὸ σκε­λε­τό, καὶ σοῦ θυ­μί­ζει κά­πως τὴ για­γιά σου. «Συγ­γνώ­μη, ξέ­ρε­τε πῶς θὰ βγῶ στὸν κεν­τρι­κό;» Φαί­νε­ται πὼς δὲν σὲ ἄ­κου­σε κα­λά, για­τὶ παίρ­νει μιὰ ἀ­πο­ρη­μέ­νη ἔκ­φρα­ση καὶ φέρ­νει τὸ χέ­ρι κον­τὰ στὸ αὐ­τί της. Βά­ζεις τὸ πρό­σω­πό σου ἀ­νά­με­σα στὰ κάγ­κε­λα καὶ ξα­να­ρω­τᾶς πιὸ δυ­να­τά: «Συγ­γνώ­μη, χά­θη­κα λί­γο. Ξέ­ρε­τε πῶς θὰ βγῶ ἀ­πὸ δῶ στὸν κεν­τρι­κό;» Σοῦ κά­νει νό­η­μα μὲ τὸ χέ­ρι νὰ πε­ρι­μέ­νεις, ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ ἔρ­χε­ται πιὸ κον­τά. Ὅ­μως ἀν­τὶ νὰ στρί­ψει καὶ νὰ κα­τέ­βει τὰ σκα­λιά, πη­γαί­νει εὐ­θεί­α καί, πρὶν συ­νει­δη­το­ποι­ή­σεις τί πρό­κει­ται νὰ συμ­βεῖ, φτά­νει στὴν ἄ­κρη τῆς βε­ράν­τας —ποὺ εἶ­ναι ἕ­να ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο πε­ζού­λι χω­ρὶς κάγ­κε­λα— καὶ συ­νε­χί­ζει.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις τί βλέ­πεις. Ἕ­να μαῦ­ρο σῶ­μα ξα­πλω­μέ­νο στὶς πλά­κες τῆς αὐ­λῆς. Κά­τω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι, ποὺ εἶ­ναι γυ­ρι­σμέ­νο στὸ πλά­ϊ, ἀρ­χί­ζει νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται μιὰ κη­λί­δα ποὺ με­γα­λώ­νει. Κόκ­κι­νη. Βρί­σκεις τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα καὶ προ­σπα­θεῖς νὰ τὴν ἀ­νοί­ξεις – εἶ­ναι κλει­δω­μέ­νη. Χω­ρὶς νὰ τὸ ἀ­πο­φα­σί­σεις, βγαί­νει ἡ φω­νή σου: «Ἡ για­γιά! Ἔ­πε­σε ἡ για­γιά!» Νι­ώ­θεις σὰν νὰ βρί­σκε­σαι σὲ ὄ­νει­ρο.

       Ἀ­πὸ τὸ σπί­τι βγαί­νει ἕ­νας παπ­πούς, κοι­τά­ει κά­τω κι ἀ­λα­φι­ά­ζε­ται. Ση­κώ­νει τὰ χέ­ρια στὸ κε­φά­λι, φω­νά­ζει, κλαί­ει. «Ἄχ, πέν­τε λε­πτὰ σὲ ἄ­φη­σα, πῶς πῆ­γες κι ἔ­πε­σες;»

       Κρα­τᾶς σφι­χτά τὰ κάγ­κε­λα καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ πᾶς οὔ­τε μπρο­στὰ οὔ­τε πί­σω – μό­νο κοι­τᾶς. Πό­σο φο­βᾶ­σαι ὅ­ταν γερ­νᾶς, σκέ­φτε­σαι. Νό­μι­ζες ὅ­τι συ­νέ­βαι­νε τὸ ἀν­τί­θε­το.

       Ἀ­πὸ τὸν πά­νω ὄ­ρο­φο ἀ­νοί­γουν κι ἄλ­λες πόρ­τες, κα­τε­βαί­νουν δυ­ὸ-τρεῖς ἀ­κό­μη. Πη­γαι­νο­έρ­χον­ται, ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, ἕ­να μα­ξι­λά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τῆς για­γιᾶς. Τὰ αἵ­μα­τα εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸν σκε­λε­τὸ τῶν γυ­α­λι­ῶν ποὺ ἄ­νοι­ξε τὸ δέρ­μα, ἀ­κοῦς νὰ λέ­νε, δὲν φαί­νε­ται νά ’­χει ἄλ­λη πλη­γή. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ξα­πλω­μέ­νη, μὲ τὰ μά­τια κλει­στά.

       «Κα­λὰ ποὺ ἤ­σουν κι ἐ­σύ, παι­δί μου. Περ­νοῦ­σες καὶ τὴν εἶ­δες πε­σμέ­νη, ἔ;» σὲ ρω­τά­ει μιὰ γυ­ναί­κα, ἀ­πὸ τὴ μέ­σα πλευ­ρὰ τῆς αὐ­λῆς.

       Τι­νά­ζε­σαι, σὰν νὰ μὴν πε­ρί­με­νες ὅ­τι σὲ βλέ­πουν. «Ἔ; Ναί, ναί…» ἀ­κοῦς τὴ φω­νή σου νὰ λέ­ει ψέ­μα­τα γιὰ σέ­να.

       «Ἔ­χει ἄ­νοι­α ἡ κα­η­μέ­νη. Τώ­ρα θά ’ρ­θει καὶ τὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Θὰ πε­ρι­μέ­νεις μέ­χρι νὰ ἔρ­θει;»

       «Ἔ… δὲν μπο­ρῶ, συγ­γνώ­μη. Πρέ­πει νὰ φύ­γω.»

       Σή­με­ρα μπο­ρεῖ νὰ σκό­τω­σα μιὰ για­γιά, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νεις στὸν ἑ­αυ­τό σου κα­θὼς φεύ­γεις ἀ­πὸ κεῖ ὅ­σο γί­νε­ται πιὸ γρή­γο­ρα. Ὅ­ταν πι­στεύ­εις ὅ­τι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κες ἀρ­κε­τά, βρί­σκεις μιὰ πέ­τρα καὶ κά­θε­σαι γιὰ λί­γο μὲ τὸ κε­φά­λι πά­νω στὰ γό­να­τα. Τὸ μά­γου­λό σου καί­ει, κι ὅ­σο πα­ρα­τη­ρεῖς τὸ σχῆ­μα τῆς σκιᾶς σου ποὺ μαυ­ρί­ζει στὸ χῶ­μα, ἀρ­χί­ζει νὰ ἁ­πλώ­νε­ται μέ­σα σου ἡ σκέ­ψη —ποὺ σοῦ φαί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ λο­γι­κὴ— ὅ­τι σὲ ζά­λι­σε ὁ ἥ­λιος κι ὅ­τι τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἔ­γι­νε στ’ ἀ­λή­θεια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰσμήνη-Μαρία Τσο­χα­λῆ (Ἀ­θή­να, 1985). Σπου­δὲς Παι­δα­γω­γι­κῆς στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν, Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας στὴν Ἀγ­γλί­α. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρά­στρια ὑ­πο­τι­τλι­σμοῦ.