1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: «Κα­ρα­ϊ­σκά­κη μ’ ἀρ­χη­γέ»



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


«Κα­ρα­ϊ­σκά­κη μ’ ἀρ­χη­γέ»

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη καὶ τοῦ ἄγνωστου παλληκαριοῦ του]


— «ΠΟΘΕΝ ἡ φρά­σις, ἡ κοι­λιά του παί­ζει Κα­ρα­ϊ­σκά­κη;

       »Μέ­χρι τοῦ 1860 ἐν Ἀ­θή­ναις ὁ δι­ερ­χό­με­νος τὴν ὁ­δὸν Αἰ­ό­λου ἔ­βλε­πε πα­ρὰ τὴν Χρυ­σο­σπη­λαι­ώ­τισ­σαν ἑ­ξη­κον­τού­τη τι­νὰ μι­ξο­πό­λιον*, κά­τι­σχνον, αὐχ­μη­ρόν, ρα­κώ­δη φο­ροῦν­τα φου­στα­νέλ­λαν καὶ ξε­φτι­σμέ­να με­ϊν­τα­νο­γέ­λε­κα, ἔ­χον­τα δὲ φέ­σιον πε­ρι­δε­δε­μέ­νον διὰ ρυ­πα­ροῦ μαύ­ρου μαν­δη­λί­ου. Ἦ­το στρα­τι­ώ­της τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη. Πλη­σί­ον τῆς μαρ­μα­ρί­νης κρή­νης καὶ ἐ­πὶ τῆς ὑ­πε­ρυ­ψή­λου λεύ­κης στη­ρι­ζό­με­νος, ἐ­κά­θη­το σταυ­ρο­πό­δι κα­τὰ γῆς. Οἱ Ἕλ­λη­νες δι­ήρ­χον­το παμ­πλη­θεῖς πρὸ αὐ­τοῦ, καλ­λί­τε­ροι οἱ τό­τε τῶν ση­με­ρι­νῶν, ἀλ­λὰ πο­λὺ ὑ­πο­δε­έ­στε­ροι τῶν ἀν­δρῶν, με­θ’ ὧν συ­νε­πο­λέ­μη­σεν ἐ­κεῖ­νος κα­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να. Εὐ­τυ­χής, ὅ­τι δὲν τοὺς ἔ­βλε­πεν. Ἦ­το τυ­φλός. Εἴς τι καυ­κί­ον τι­νὲς τῶν πα­ρερ­χο­μέ­νων ἔρ­ρι­πτον ὀ­λί­γα λε­πτά. Ἦ­το λοι­πὸν ἐ­παί­της; Ὄ­χι, ἦ­το ἀ­οι­δός. Ἔ­χα­σε τὰ ὄμ­μα­τά του εἰς τὴν μά­χην τοῦ Φα­λή­ρου. Τὰ τι­μη­μέ­να ἄρ­μα­τά του ἐ­πώ­λη­σε διὰ νὰ ζή­σῃ ἐ­πί τι­να χρό­νον. Ἔ­πει­τα λύ­ραν εἰς τὰς χεῖ­ρας κρα­τῶν, πλα­νώ­με­νος ἀ­νὰ τὴν Ρού­με­λην, ἣν ἄλ­λο­τε δι­ῆλ­θεν ὡς πο­λε­μι­στής, ἦλ­θεν εἰς Ἀ­θή­νας, ὑ­πὲρ τῆς ὁ­ποί­ας ἀ­πώ­λε­σε τὴν ὅ­ρα­σίν του. Εἰς τὸν κορ­μὸν τῆς λεύ­κης στη­ρι­ζό­με­νος, ἔ­ψαλ­λεν ἄ­θλους ἀν­δρῶν ἡ­ρώ­ων. Ἀλ­λὰ τὸ συ­νη­θέ­στα­τον καὶ προ­σφι­λέ­στα­τον ᾆ­σμά του ἦ­το τὸ ἀρ­χό­με­νον οὕ­τω: “Τρί­α που­λά­κια κά­θον­ται στὸ κά­στρο τῆς Ἀ­θή­νας…”, ἔν­θα ἐ­ξαί­ρον­ται οἱ πρὸς λύ­σιν τῆς πο­λι­ορ­κί­ας τῆς Ἀ­κρο­πό­λε­ως ἀ­γῶ­νες τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ ὁ διὰ τοῦ­το θά­να­τος αὐ­τοῦ. Ἔ­λαμ­πε τό­τε τὸ αὐχ­μη­ρὸν πρό­σω­πον τοῦ τυ­φλοῦ ἀ­οι­δοῦ, ἀλ­λὰ καὶ δά­κρυ­α ἔ­βρε­χον τὰς κα­τί­σχνους πα­ρειάς του, ὅ­ταν μά­λι­στα ἔ­ψαλ­λε τὴν ἐ­πῳ­δόν: “Κα­ρα­ϊ­σκά­κη μ’ ἀρ­χη­γέ”, ὅ­λην του τὴν ψυ­χὴν ἐμ­βάλ­λων εἰς τὰς χορ­δὰς τῆς πε­νι­χρᾶς λύ­ρας ὁ πει­να­λέ­ος ἀ­οι­δός. Οἱ Ἕλ­λη­νες κα­τὰ τὸ “ἡ κοι­λιά του παί­ζει λύ­ρα ἢ ταμ­που­ρᾶ” πα­ρῴ­δη­σαν αὐ­τήν».


* μι­ξο­πό­λιος· ψαρομάλλης.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ἐ­φη­με­ρὶς τῶν Συ­ζη­τή­σε­ων» 7 Μα­γιοῦ 1895.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 264 [Τίτλος: «572.— «Παί­ζει Κα­ρα­ϊ­σκά­κη».].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), Τυ­φλὸς τραυ­μα­τίας, Ἐ­θνι­κὴ Πι­να­κο­θή­κη – Μου­σεῖο Ἀ­λε­ξάν­δρου Σού­τζου.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: