Άθανασία Μαυρομμάτη: Ἀμάκα


Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη


Ἀ­μά­κα*


ΑΘΙΣΤΗ στὰ πόδια σου. Μὲ χό­ρευ­ες. Ποῦ καὶ ποῦ μοῦ ’­δι­νες καὶ κά­να μπά­τσο. Ἀ­νά­λα­φρο, δρο­σι­στι­κό. Δρο­σι­ζό­μου­να στὴν ἀ­νοι­χτή σου τὴ φού­στα τὴ γκρί­ζα μὲ τὰ στι­κτὰ λα­χού­ρια, τὴν ξα­σπρι­σμέ­νη ἀ­π’ τ’ ἀ­τέ­λει­ω­τα πλυ­σί­μα­τα, τὴ μα­λα­κιὰ σὰν τ’ ἄγ­γιγ­μά σου. Μύ­ρι­ζα τὶς μυ­ρω­δι­ές της, ψω­μὶ φουρ­νι­στὸ καὶ κρα­βα­τί­να καὶ κλά­δες τοῦ ξυ­λό­φουρ­νου καὶ χῶ­μα καὶ πέ­τρα κι ἀ­σβέ­στη. Μοῦ σπά­γα­νε τὴ μύ­τη. Μὲ ζέ­σται­ναν. Ξέ­ρω ποὺ μ’ ἀ­γά­πα­γες, τὸ κα­τά­πι­να μέ­σα ἀ­π’ τὴν ἀ­νά­σα σου τὴ χλω­ρή, τὶς τοῦ­φες τ’ ἀ­χτέ­νι­στα μαλ­λιά σου, γκρί­ζα, ἄλ­λα κι­τρι­νό­λευ­κα, σὰν τὰ μπαμ­πά­κια καὶ τ’ ἀ­φρο­λὲξ τὰ πε­τα­μέ­να στὴ γω­νιὰ τῆς αὐ­λῆς μὲ τὰ κλα­ριά. Ποὺ δὲ προ­λά­βαι­νες νὰ σκου­πί­σεις. Γέ­λα­γες κι ἀ­στρά­φταν σάρ­κι­να τὰ οὖ­λα σου καὶ τὰ λί­γα δόν­τια ποὺ σ’ ἀ­πο­μεῖ­ναν. Ἂν εἶ­χες γά­λα τὸ ξέ­ρω, θά ’­βγα­ζες νὰ μὲ βυ­ζά­ξεις. Για­τί μ’ ἀ­γά­πα­γες δὲ ξέ­ρω. Ξέ­μα­θα ἀ­πὸ λο­γι­κὴ κον­τά σου. Ἔ­βα­ζες μιὰ φω­νὴ πού­ι πού­ι πού­ι νὰ μα­ζέ­ψεις τὶς κό­τες καὶ τὰ που­λιά, ν’ ἀ­πι­θώ­σεις τὸ τσίγ­γι­νο τ’ ἀγ­γει­ὸ μὲ τὰ ψω­μιὰ τὶς κό­ρες μου­σκε­μέ­να. Κα­τό­πι νὰ μά­σεις τὶς δου­λει­ὲς γρή­γο­ρα-γρή­γο­ρα, νὰ προ­κά­μεις νὰ μοῦ φέ­ρεις τ΄αὐ­γού­λι ζε­στὸ ἀ­κό­μα ἀ­π’ τὴν κό­τα. Νὰ μοῦ τὸ λει­ώ­σεις στὸ πο­τή­ρι μὲ τὰ κομ­μά­τια τὶς ψί­χες. Τὸ γά­λα τὸ ζε­στὸ μὲ μπου­κι­ὲς ψω­μὶ μέ­σα. Γά­λα ἀ­π’ τὸ τε­νε­κε­δά­κι βρα­σμέ­νο μὲ τὴν πέ­τσα του, ἄρ­με­γες τὴν κα­τσί­κα μὲ τὴν ἴ­δια τρυ­φε­ρά­δα, ὅ­μοι­α τὴ ζέ­στα ποὺ ζύ­μω­νες. Κι ὕ­στε­ρα τὴν πίτ­τα. Ἀρ­μά­θια­ζες τὰ κα­πνὰ κα­θι­σμέ­νη κα­τά­χα­μα κι ἐ­γὼ στὸν κύ­κλο δί­πλα σου τρυ­ποῦ­σα γρή­γο­ρα τὸ μί­σχο τοῦ κα­πνό­φυλ­λου μὲ τὴ βε­λό­να καὶ τή­ρα­γα τὰ χέ­ρια σου. Μαυ­ρι­σμέ­να ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο, νύ­χια κα­τά­μαυ­ρα ἀ­π’ τὸ χῶ­μα καὶ τὴν κόλ­λα ἀ­π’ τὰ κα­πνά. Τὰ κα­θα­ρό­τε­ρα χέ­ρια πού ’­δα. Τὸ κομ­μά­τι τ΄ἁ­πλό­χε­ρο τὴ φλα­ού­να μοῦ τὴν ἔ­φερ­νες καυ­τή, δι­κό σου τυ­ρὶ τ’ ἁλ­μυ­ρό, ὁ φοῦρ­νος μὲ τ’ ἀ­πόξυ­λα κα­τά­μαυ­ρος, κα­τά­μαυ­ρος κι ὁ δί­σκος, τὸ τα­ψί σου. Τ’ ἄλ­λο τὸ μαῦ­ρο τὸ φου­στά­νι μὲ τὶς πα­ρα­μά­νες π’ ἄλ­λα­ζες, μύ­ρι­ζες σβου­νιὰ καὶ χῶ­μα καὶ κάμ­μα. Μὲ ξε­κού­φαι­νες σὰ φώ­να­ζες κι εἶ­χες τ’ ἄγ­γιγ­μα τ’ ἀ­λα­φρό­τε­ρο καὶ μοῦ ’­στρω­νες τὰ πιὸ δρο­σε­ρὰ στρω­σί­δια, σκλη­ρὰ καὶ πεν­τα­κά­θα­ρα. Στὴ σκά­φη πλυ­μέ­να μὲ τὸ πρά­σι­νο σα­πού­νι. Καὶ τὸ χει­μώ­να τὰ στρω­σί­δια τὰ σκλη­ρὰ τὰ κόκ­κι­νά τὰ κα­μω­μέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι σου, ποὺ μὲ τσιμ­ποῦ­σαν καὶ μὲ τεί­χι­ζαν μ’ ὅ­λη τὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ κό­σμου. «Ἀ­πὸ κά­τω ἡ βε­λέν­τζα, ἀ­πὸ πά­νω ἡ μαν­τα­νί­α.»

        Ἡ βρύ­ση ἤ­τα­νε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ κι ἔ­παιρ­νες τὸ νε­ρὸ μὲ τὸ στα­μνὶ κι ὕ­στε­ρα μὲ τὸ μπι­τό­νι. Τὸ κου­βά­λα­γες στὸ κε­φά­λι ὅ­πως καὶ τὰ κα­λά­θια μὲ τ’ αὐ­γά, τὰ κα­πνά, τὰ ξύ­λα, τὶς ἐ­λι­ές. Ἀ­νέ­βαι­νες ὁ­λόρ­θη τὸν ἀ­νή­φο­ρο ἀ­πὸ κά­τω τὴ λάκ­κα καὶ γε­λοῦ­σες ὁ­λά­κε­ρη μὲ τὸ φορ­τί­ο ἄγ­γι­χτο στὴν κορ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, γκρί­ζες ἄ­κρες νὰ ξε­φεύ­γουν τὸ μαν­τή­λι. Στὰ λι­ο­στά­σια σκαρ­φά­λω­νες ἀ­πὰ στὰ δέν­τρα κι ὕ­στε­ρα ρά­βδι­ζες ἀ­πὸ κά­τω. Νὰ κου­βα­λᾶς κλά­ρες, νὰ σκύ­βεις ἀ­τέ­λει­ω­τα στὰ λι­ό­πα­να, νὰ δι­α­λέ­γεις τὸν καρ­πὸ τὸν ἀ­ση­μέ­νιο, τὸν μαῦ­ρο, τὸν πρά­σι­νο, τὸν κα­φε­τί. Τ’ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ τ’ «αὐ­γού­λι» σου μοῦ τό ‘δι­νες στὸ πο­τή­ρι λι­ω­μέ­νο μὲ ψω­μὶ ξα­νὰ ἢ χτυ­πη­μέ­νο μὲ τὴ ζά­χα­ρη, ποῦ καὶ ποῦ μὲ μι­σὴ κου­τα­λιὰ « κα­φού­λ’».

        Στὶς χα­ρὲς ἕ­να γέ­λιο χί­λι­ες χρυ­σὲς εὐ­χές, στὰ θα­να­τι­κὰ ἴ­σια, ἀ­πό­το­μη, δω­ρι­κή. «Ἄ­ει, τρά­βα γιὰ ὕ­πνο τώ­ρα. Φτά­νουν τὰ δι­α­βά­σμα­τα.» Μοῦ ‘σβη­νες τὴ λάμ­πα. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε νε­ρὸ καὶ φῶς στὸ χω­ριό.

        Με­γά­λη Πέμ­πτη βρά­δυ νὰ ὁ­λο­λύ­ζεις τα­πει­νά, πα­ρα­πο­νε­τὰ , τ’ ἀρ­γό­συρ­το τὸ μυ­ρο­λό­γι τῆς Πα­να­γιᾶς. Τὰ λου­λού­δια τοῦ κή­που σου στὸν Ἐ­πι­τά­φιο, συ­γυ­ρι­σμέ­να στὸ κο­φί­νι τὸ κα­λό. Εἶ­χες πλη­γὲς βα­θι­ὲς στὰ πό­δια καὶ μιὰ φο­ρὰ ποὺ σὲ ρώ­τη­σά μοῦ ’­πες ποὺ πή­γαι­νες ξυ­πό­λη­τη ἀ­πὰ στὸ Καρ­πε­νή­σι, στὸν Πρου­σὸ στὴ Χά­ρη Της.

        Στὴν κη­δεί­α σου δὲν ἔ­κλα­ψα. Δά­κρυ δὲν ἔ­βγαι­νε. Μο­νά­χα τὰ κρι­νά­κια σου. Αὐ­τὰ τὰ ξερ­ρί­ζω­σα καὶ στά ’­φε­ρα στὸ προ­σκε­φά­λι. Νὰ γη­τέ­ψω τὸν ξερ­ρι­ζω­μό μου.


*ἀ­μά­κα: τζάμ­πα, χω­ρὶς πλη­ρω­μὴ (στὰ με­σο­λογ­γί­τι­κα)



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη (Ἀ­θή­να, 1967). Σπου­δὲς Ἱ­στο­ρί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι (DEA, Paris IV-Sorbonne). Φι­λό­λο­γος στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­λί­μου. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Ἄρ­χων Μι­χα­ὴλ (ἐκδ. Στα­μού­λη) καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: